ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ – ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ Ο ΠΕΖΟΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΣ

ΚΕΝΤΡΟΥ[1]

Φωτ. Γιάννης Βανίδης

Ανθολόγηση του πεζογραφικού και κριτικού της έργου

 

1-ΒΙΒΛΙΑ ΑΓΑΘΟΠ1

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Η Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1930, όπου και ζει. Έχει εκδώσει ως τώρα δεκατρείς ποιητικές συλλογές, πέντε βιβλία πεζογραφίας  και ένα με δοκίμια. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε εννέα ευρωπαϊκές γλώσσες και διηγήματα  σε γερμανικές ανθολογίες. Έχει λάβει το βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου στην ποίηση, και στο διήγημα το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών.

Ο Γιώργος Αράγης στα Συμπληρωματικά στοιχειά ή «Επίμετρο» στη δεύτερη έκδοση της ανθολογίας του Ανέστη Ευαγγέλου, Η Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά  (1050-1970) γράφει για τη ποίηση της Μαρίας Αγαθοπούλου

» Όπως σωστά παρατήρησε ὁ Κώστας Γ. Παπαγεωργίου στην ανθολογία του, το έργο της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου χαρακτηρίζεται από αυτό που θα  ‘λεγε κανείς επιγραμματικά : μεταφυσική της καθημερινότητας. Χωρίς να αγνού τη σχέση της με το παρελθόν και τα κοινωνικά προβλήματα του καιρού της, ο κύριος στόχος της είναι η σημασία, το βάρος και οι φυγές, της πεζής καθημερινής ζωής. Και τούτο χωρίς να γίνεται διανοητική ή δυσνόητη η γραφή της.»

Η ίδια σε κείμενο που διάβασε κατά την εκδήλωση πού διοργάνωσε προς τιμήν της το περιοδικό Γράμματα και τέχνες, με την ενίσχυση του Υπουργείου Πολιτισμού, στο «Σπίτι της Κύπρου» (Αθήνα), στις 4 Δεκεμβρίου 1998 είπε: «Πήγα στην ποίηση και στο ποίημα εν αγνοία μου,  με τυφλά μάτια,  όπως δηλαδή πηγαίνει κανείς στη ζωή. Όταν συνειδητοποίησα την παθιασμένη σχέση μου με το χαρτί και το μολύβι, τη συναναστροφή μου με ότι ονομάζουμε    καλογερίστικη εξουσία, ήτανε πια πολύ αργά αυτή ή «θεία ψύχωση» να μεταστραφεί … σε μετάνοια και έκφραση συντριβής.»

Στο ίδιο κείμενο λέει ακόμα:

» Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να κοιτάζει τα γράμματα, τις λέξεις, σαν αντικείμενα πού από τη μια μεριά έχουν κάτι το αναπάντεχο (με την έννοια της δικής μου αντοχής στη σχέση μου μ’ αυτά, κάτω από μια δοκιμασία διπλή, η όποια ξεφεύγει από τον έλεγχο μου κι ακόμα από την κατανόησή μου όσον άφορα την ύπαρξη τους στη ζωή μου), κι από την άλλη μεριά έχουν μια γνωστή, σχεδόν οικεία φυσιογνωμία, γνώριμη από τότε πού ένα άλφα άσπρο στάθηκε μπροστά μου και με κοίταζε σαν καλοκάγαθο ά-λογο κι ένα ώ-μέγα θεόρατο με στόμα ολάνοιχτο, αδηφάγο, με περίμενε στη γωνία να με καταβροχθίσει. Ίσως γι’ αυτό δεν μπόρεσα ακόμα να καταλάβω αυτή τη σχέση μου με την ανάγνωση και τη γραφή, αν δηλαδή είναι σχέση αθωότητας, ελευθερίας ή η πιο βασανιστική, η πιο δεσμευτική κατηγορία σχέσης.»

Επιχείρησα μια ανθολόγηση της ποίησης και της πεζογραφίας της Μαρίας Αγαθοπούλου ελπίζοντας να δώσω μια ολοκληρωμένη εικόνα του έργου της. Η γραφή της είναι το απόσταγμα της καθημερινότητας που κυλά μέσα στο χρόνο  γεμάτο από  ομορφιά και αλήθειες, μας αγγίζει, μας πλημμυρίζει  και γίνεται δικό μας, η δικιά μας καθημερινή ζωή.

Συμπεριέλαβα επίσης και κείμενα που έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες και παράλληλα ζήτησα από λογοτέχνες να μου δώσουν τη δικιά τους εικόνα της Μαρίας Αγαθοπούλου. Τους ευχαριστώ όλους για τη πρόθυμη ανταπόκριση και για τα πραγματικά αξιόλογα κείμενα, δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα,  που μου έδωσαν.

 

 

 

ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ Διηγήματα   (1999)

 

Το όνειρο

Στην Κ.Τ.

Σου γράφω μόνο και μόνο επειδή ήθελα οπωσδήποτε να το ξέρεις, το όνειρο εννοώ, δηλαδή τί έκανες εσύ στο όνειρο μου ψες το βράδυ: μου έστειλες ένα σωρό βιβλία δικά σου και ξένα, μπλοκ και μολύβια σε μεγάλη ποικιλία, εκείνο όμως που με εξέπληξε περισσότερο, ήταν τα φρούτα και τα λαχανικά• όπως μπήκε ο ταχυδρόμος φορτσάτος, τα έριξε όλα στο πάτωμα ο χαμένος, τόσο αδέξια μάλιστα ώστε ορισμένα από τα φρούτα και τα λαχανικά άρχισαν να κυλούν κάτω από τα έπιπλα, να κρύβονται πονηρά, σατανικά θαρρείς, σαν να ‘παιζαν ένα ολότελα δικό τους παιχνίδι, ενορχηστρωμένο κιόλας, γιατί το δωμάτιο είχε γεμίσει από έναν ήχο φρέσκο, χρωματιστό, κρουστό, κι από μια παράξενη γεύση και μυρωδιά. Τα βιβλία και τα χαρτικά μέναν ακίνητα και σοβαρά — φαίνεται, δεν ήθελαν να συμμετάσχουν στο παιχνίδι— κείτονταν λοιπόν ώρες ατέλειωτες στο πάτωμα και παρ’ όλη την ομορφιά τους μοιάζανε να έχουν σοβαρά προβλήματα ή κάποιο πρόσφατο πένθος, ωστόσο ήταν χάρμα να τα βλέπεις όλα αυτά, βιβλία ανακατωμένα με πολύχρωμα λαχανικά και φρούτα, μια εικόνα σουρεαλιστική ίσως αλλά τόσο ζωντανή μέσα στην αντίφαση της. Λοιπόν, αυτή η έκπληξη ήταν πολύ σημαντική για μένα, ωστόσο δεν κάθισα να πολυσκεφτώ για ποιό λόγο μου τα ‘στειλες όλα αυτά (κουράζομαι εύκολα όταν σκέπτομαι), έξαλλου δεν χρειάζεται να τα εξηγούμε όλα με τη λογική, πόσο μάλλον ένα γεγονός πού στο κάτω κάτω δεν ήταν παρά ένα όνειρο, μια πράξη υπερβολική,, ούτε λόγος, παράλογη ίσως, τη στιγμή μάλιστα που ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις. Το «ούτε σε ξέρω» δεν είναι και τόσο αλήθεια, εδώ πού τα λέμε, εφόσον έχω διαβάσει το πώς και το τί γράφεις και μου αρέσει πάρα πολύ, εκείνο παραδείγματος χάριν το «πώς να φτιάξεις ένα δέντρο» μου έφερε έναν παράξενο πυρετό σ’ όλο μου το κορμί, από τις τόσο έντονες μνήμες της μουριάς της αυλής μας. Ήτανε μέλος του σπιτιού μας η μουριά, έγερνε βαριά κι ακουμπούσε σχεδόν απάνω στο σπίτι με τόση εμπιστοσύνη, με μια αιωνόβια, θαρρείς, αφοσίωση, σαν να ‘ταν πλάσμα ζωντανό. Όταν ανέβαινα λοιπόν απάνω της και την τράνταζα με όλη μου τη δύναμη, η μάνα μου κι οι αδελφές μου κρατούσαν λακκουβιασμένο ένα άσπρο μπαλωμένο τραπεζομάντιλο, κι εγώ που τις κοίταζα από ψηλά να μετακινούνται ελαφρά πότε προς τα δω πότε προς τα κει, σαν να χόρευαν έναν ήσυχο, τελετουργικό χορό, είχα την υποψία ότι προσποιούνται από φόβο μην αυτοκτονήσω ή μην παραπατήσω άξαφνα από κλαδί σε κλαδί και τσακιστώ στο τσιμέντο της αυλής μας (κάπου κάπου μάλιστα άκουγα και κάτι περίεργα γελάκια, μισοαληθινά, μισοφοβισμένα), αλλά δεν συνέβη ποτέ κάτι τέτοιο γιατί συνήθως έβρισκα τρόπους να ισορροπώ, και να, πατ-κιουτ, να πέφτουν τα μούρα σαν χοντρή βροχή, με πάταγο κιόλας, μέσα στο άσπρο μπαλωμένο τραπεζομάντιλο κι απάνω στα τρυφερά προσωπάκια των αδελφών μου κι αχ Θέ μου πόσο επικίνδυνα κρέμονταν από την περμανάντ της μάνας, σαν γεννησούδια άσπρα αρνάκια χαμένα στα πουρνάρια και στις λαγκαδιές. ‘Αλλά αυτό το γράμμα σου το ετοιμάζω μόνο και μόνο για να σου εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου γι’ αυτό πού γίνηκε μες στ’ όνειρο μου, ερήμην σου βέβαια, αλλά από σένα αναμφισβήτητα, και σου ομολογώ ότι δεν θα μπορέσω να κρατήσω κρυμμένο ή κρυφό ένα τόσο ευχάριστο γεγονός, δεν θέλω να με τρώει σαν μυστικό, γι’ αυτό λέω να το εκμυστηρευτώ σε κάποιους επιστήθιους φίλους μου που θα ‘ρθουν απόψε για ένα ποτό, σκέπτομαι μάλιστα να μη σηκώσω απ το πάτωμα τα δώρα σου, να μείνουν δηλαδή εκεί, σαν τεκμήρια, ώστε οι φίλοι μου να με πιστέψουν.

 

 

Στάθηκε ο θάνατος

 

Τα μαλλιά της είχαν γεμίσει χώμα. Ήταν μπρούμυτα πεσμένη κι όταν τη γύρισα ανάσκελα τα χείλη της είχαν ένα περίεργο χαμόγελο, σχεδόν ειρωνικό, σαν να μην ήταν πεθαμένη αλλά να προσποιόταν την πεθαμένη, σαν να ήθελε να σηκωθεί και να μιλήσει, να πει πώς έγινε και βρέθηκε άξαφνα εκεί κάτω σ αυτή τη στάση, ριχμένη σαν ένα άχρηστο αντικείμενο που κανείς πια δεν θα το αναζητούσε.
Στο μπαρ όπου σύχναζε τα βράδια θα την ξεχνούσαν γρήγορα• άλλα κορίτσια θα ‘παιρναν τη θέση της σε κείνο το σκαμπό όπου συνήθιζε να κάθεται, κοντά στο χάντρινο παραβάν και να πίνει σιωπηλή το ποτό της.
Έριξα το βλέμμα μου στα μισανοιγμένα μάτια της και τρόμαξα• είχα την αίσθηση ότι τώρα με κοίταζε ικετευτικά σαν να έλεγε «πάρε με από δω, δεν πρόλαβα να ζήσω ακόμα» κι εγώ δεν ήξερα τί να κάνω.
Τα πόδια της που ήταν παράξενα αφημένα στο χώμα, πήραν άξαφνα ένα ρυθμό εκκίνησης, μαζί με όλο το σώμα της που χωρίς να το καταλάβω είχε μόνο του γυρίσει πάλι μπρούμυτα. Αυτή η περίεργη αλλαγή με φόβισε και μ’ έκανε να φανταστώ πώς από στιγμή σε στιγμή θα σηκωθεί να περπατήσει σαν να μη συνέβαινε απολύτως τίποτα.
Ακόμα και τα χέρια της είχαν μια στάση σαν εκείνη που έχει κανείς όταν σκοντάφτει και πέφτει καταγής αλλά έχει προλάβει να τα βάλει μπροστά και τότε οι παλάμες του είναι έτοιμες να δώσουν μια ώθηση στο σώμα Κάι να ανορθωθεί.
Δεν είχα προσέξει τόσα χρόνια πόσο ψηλή ήταν, δεν θυμάμαι καν αν ήταν ψηλή ή εμένα μου φαινόταν τώρα, παρ’ όλη την ελαφριά κάμψη του σώματος της εκεί κάτω.
Το φόρεμά της ήταν παράδοξα τακτοποιημένο απάνω της, σαν να είχε ντυθεί από νωρίς και ξάπλωσε λίγο να ξεκουραστεί πριν βγει να διασκεδάσει• χρώματα μωβ, τυρκουάζ και γαλάζια σε φόντο μαύρο το φόρεμά της, έριχναν στο άσπρο πρόσωπο της μια έντονη αντανάκλαση ζωής πού γινόταν εικόνα εφιαλτική καθώς τα φώτα κάποιου σταματημένου λίγο πιο πέρα αυτοκινήτου αναβόσβηναν αφόρητα μονότονα. Παραμέρισα το χώμα από τί πόδια της και μολονότι ήταν πολύ νέα, πρόσεξα στις γάμπες της κάτι λεπτές γαλάζιες φλέβες που δεν είχαν σβήσει ακόμα, παρά δονούνταν ανεπαίσθητα σαν χορδές βιολιού πού από χρόνια το ‘χουν αφήσει ξεκούρδιστο και μόνο κάπου κάπου ένα μικρό ρεύμα αέρος έρχεται να του δώσει κάποιους αόρατους παλμούς.
Νύχτωσε τόσο πολύ εκείνο το βράδυ πού δεν την έβλεπα πια, μονάχα από διαίσθηση ένιωθα ότι ήταν ξαπλωμένη μπροστά μου, εκεί κάτω, — έκτος κι αν είχε φύγει χωρίς να το αντιληφθώ, μπορεί μάλιστα να είχε πάει στο μπαρ και καθισμένη στο σκαμπό εκεί κοντά στο χάντρινο παραβάν να έπινε σιωπηλή το ποτό της

 

 

Στέλλα

(όσο μπορείς να δεις πίσω απ’ τα κάγκελα την ομορφιά)

 

ΣΧΕΔΟΝ μας ξεσήκωνε σύγκορμα κάθε φορά ή φωνή της Κορνηλίας, στα διαλείμματα του σχολείου, καθώς «μετρούσαμε» το χώμα της αυλής με νυσταγμένα βήματα, κάνοντας βόλτες σ’ ένα πεδίο τόσο περιορισμένο για τη δική μας ελεύθερη καρδιά, όσο ένας μικρός αυλόγυρος μιας φυλακής. Μας φώναζε λοιπόν σαν τρελή, «τρέξτε στα κάγκελα, περνάει ή Στέλλα…», σαν να περνούσε ό Χριστός κι έπρεπε να προλάβουμε, προτού στρίψει τη γωνία κι εξαφανιστεί από τα μάτια μας, να πιάσουμε την άκρη, έστω, απ την εσθήτα του, εις άφεσιν των αμαρτιών μας ή, πάλι, σαν να εμφανιζόταν άξαφνα εκείνη τη στιγμή, η θαυματουργή δεξαμενή του Σιλωάμ —απ’ την περιοχή της Ιερουσαλήμ, κατά τας Γραφάς— κι έπρεπε να βουτήξουμε μέσα ως κουτσοί, κουλοί, τυφλοί, τέλος, βαριά ασθενείς, την ώρα ακριβώς πού αλλάζουν τα νερά.
Ποιά ήταν όμως αυτή η Στέλλα που έφερνε στο πέρασμά της αυτόν τον σάλο κάτω από τις μαύρες σχολικές ποδιές μας; Στέλλα τη λέγανε, και τί μ’ αυτό; Μήπως τόσες και τόσες Στέλλες, Στυλιανές, Στελίτσες, Στελάρες και Λίστες δεν θα κυκλοφορούσαν απ’ το πρωί ως το βράδυ σ’ όλους τούς δρόμους της πόλης, καθώς και μπροστά από τα κάγκελα του σχολείου, αφήνοντας μας αδιάφορες, ακόμα κι αν ξέραμε ότι τις λέγανε έτσι; Στο κάτω της γραφής δεν ήταν δα και κανένα όνομα να σε συναρπάζει, να σε ταξιδεύει σε εξαίσια τοπία όπου μπορείς να ξεχαστείς, να στοχαστείς ή να ονειροπολήσεις οτιδήποτε προκειμένου να ζήσεις κάτι ολότελα δικό σου, ούτε σε παρέπεμπε σε ονόματα γυναικών οι οποίες είχαν παίξει ρόλο σημαντικό στη ζωή και στην ιστορία, ερωτικό ή δραματικό, ηρωίδες, παραδείγματος χάριν, της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας όπως Αντιγόνη, Μήδεια, Ηλέκτρα, δεν σε ηλέκτριζε λοιπόν ουδόλως το όνομά της ως όνομα, αντίθετα ήταν κάπως μπανάλ, είχε κάτι το παρακατιανό, λίγο το βάρβαρο ίσως, ήταν ένα όνομα κάπως λαϊκό, φτωχό, της γειτονίας, νι πούμε.
Τί αντιπροσώπευε, λοιπόν, αυτό το όνομα για μας; Τότε βέβαια, ή Στέλλα του Κακογιάννη ήταν ακόμα ανύπαρκτη για να κάνουμε τούς ανάλογους συνειρμούς, συγκρίσεις, ή τέλος πάντων ταυτίσεις που το λιγότερο θα άναβαν μεταξύ μας συζητήσεις, με διαφορές ίσως, σε καλλιτεχνικό, αισθητικό, ούτως ειπείν, επίπεδο, όσο για τη Στέλλα Βιολάντη του Ξενόπουλου, των αγνοούσαμε αθώα όλες, εν έτει χίλια εννιακόσια σαράντα επτά με σαράντα οκτώ.
Δεν ξέρω αν, βλέποντας αυτή τη Στέλλα σε κάποιους άλλους δρόμους, με άλλους πολλούς ανθρώπους, θα είχαμε την ικανότητα να την ξεχωρίσουμε, να τη διαλέξουμε, ως μια δική μας αποκάλυψη, να τη βγάλουμε δηλαδή έξω από την αγέλη του δρόμου και να τη στήσουμε στο βάθρο πού της άξιζε. Όμως, καθώς τη βλέπαμε να περνάει απ το δικό μας δρόμο, μόνη πάντα, να κατεβαίνει αγέρωχη την οδό Σχολείων, τη σημερινή Ικτίνου, κατευθυνόμενη προς την Τσιμισκή, ένας αέρας δυνατός, θαρρείς, μας σήκωνε και μας κολλούσε κατάσαρκα στα κάγκελα του σχολείου, κι ήταν για μας κάθε φορά μια ομορφιά φανταστική, ένα όραμα πού μας έβγαζε απ’ τη ρουτινιασμένη σχολική ζωή μας, από κείνο το μαγγανοπήγαδο της τάξης μι τους λογής εξαναγκασμούς της, τις μαθηματικές απωθητικές πράξεις που το ίδιο μας το σώμα τις έσπρωχνε προς το παράθυρο, ζητώντας να τις ανταλλάξει με μια εικόνα γλαφυρή, μια ονειροπόληση που την είχαμε ανάγκη, πέρα από τις γνώσεις και της… γνωσιολογικές φιλοσοφίες.
Ποιά ήταν αυτή ή γυναίκα και πού πήγαινε κάθε μέρα σχεδόν, καμιά μας δεν ήξερε. Και τι μ’ αυτό; Μας έφτανε η θέα αυτής της θεάς, στο δρόμο, με το αρχοντικό περπάτημά της — τα υψηλά τακούνια δεν ήταν μόνο μια φυσική της ισορροπία πάνω στον ανώμαλο, τότε, δρόμο, άλλα και μία, ανεπαισθήτως αισθητή, χορευτική κίνηση, κρυφή σχεδόν. Ο επιμελημένος κότσος των κατάμαυρων μαλλιών της τραβηγμένα πίσω με απόλυτη επιδεξιότητα, έμοιαζε σ εκείνον μιας ανδαλουσιάνας χορεύτριας κι άφηνε ολότελα γυμνή και διάφανη την έκπαγλη ομορφιά του προσώπου της, με τα μεγάλα μάτια και τα σαρκώδη χείλη, κι αν ήταν απαραίτητο να την παρομοιάζαμε με κάποια καλλονή του Χόλιγουντ, θα λέγαμε ότι είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια την Αβα Γκάρντνερ στην οδό Ικτίνου, μέρα μεσημέρι, κι αυτό κανείς δε θα είχε το δικαίωμα να μας το αμφισβητήσει.
Με την αποφοίτηση μας από το γυμνάσιο, είχαμε χάσει για πάντα τη Στέλλα. Καμιά μας δεν τη θυμόταν πια. Τα χρόνια είχαν περάσει. Από τη δυτική πλευρά της πόλης, βρέθηκα να κατοικώ κοντά στην Καμάρα, στην Ιωάννου Δέλλιου —ανάμεσα στην Πρίγκηπος Νικολάου και την Εγνατία— γειτονιά χωρίς να συνθλίβεται, ευτυχώς.
Κι άξαφνα μία μέρα την είδα! Ή Στέλλα περνούσε από δίπλα μου και δεν ήταν φαντασία ή φαντασίωση, αλλά η Στέλλα με σάρκα και οστά, κομψή, καλοστεκούμενη ακόμα, παρ’ όλα τα χρόνια πού είχαν μεσολαβήσει από τότε — τα μαύρα γυαλιά της ίσως να κάλυπταν κάποιες ρυτίδες κάτω από τα μάτια της αλλά τί μ’ αυτό; Η Στέλλα ήταν εδώ, φερμένη απ’ τα εφηβικά μας χρόνια, ολόκληρη, όπως τότε που είχαμε λατρέψει την ομορφιά της, πίσω απ’ τα κάγκελα της φυλακής μας.
Έκτοτε, την έβλεπα τακτικά στην Πρίγκηπος Νικολάου, τη σημερινή Αλεξάνδρου Σβώλου, και πότε την κοίταζα κρυφά, πότε απέφευγα να την κοιτάξω, όχι από αδιαφορία, καθόλου, αλλά σαν να ήθελα να την προστατέψω από μια μοιραία αλήθεια πού θα την έκανε να αισθανθεί το γκρέμισμα, επειδή τώρα την κοίταζα μ’ εκείνο το ψύχραιμο βλέμμα που οι αποστάσεις του χρόνου φροντίζουν πάντα, μ’ ένα σκληρό (ή μήπως σοφό;) τρόπο, να «χειραγωγούν». ‘Από την άλλη μεριά είχα την εντύπωση, κάτι σαν βεβαιότητα μάλλον, ότι με είχε αντιληφθεί, ότι κάτω από τα μαύρα γυαλιά της με κοίταζε κι εκείνη, ανυποψίαστη βέβαια, ίσως όμως με μια αγωνιώδη επιθυμία —αυτό μπορώ να το υποθέσω αν όχι να το ισχυριστώ— να β ε β α ι ω θ ε ι απ’ το δικό μου βλέμμα.
Μία μέρα πού τη βρήκα να ψωνίζει απ’ τον δικό μου κρεοπώλη, στην Ιωάννου Δέλλιου, δεν άντεξα και της τα είπα όλα, για τότε, στην Ικτίνου… Κολακεύτηκε και μ’ ευχαρίστησε μ’ έναν απλό τρόπο, χωρίς να κρύβει τη χαρά της, ίσως κιόλας να είχε συγκινηθεί ολόψυχα, ποιος ξέρει, πάντως μου ομολόγησε το οδυνηρό κόμπλεξ της κόρης της, από μικρή, καθώς οι συγγενείς και οι φίλοι της περιγράφανε την ομορφιά της μαμάς της, δήθεν όμως τώρα το είχε ξεπεράσει επειδή κι εκείνη ήταν όμορφη — δεν τη γνώρισα βέβαια ποτέ, για να κάνω τη σύγκριση.
Είχα πολύ καιρό να τη συναντήσω στους κοινούς μας δρόμους, ίσως περισσότερο από ένα χρόνο κι αναρωτιόμουν τί να απέγινε, πώς χάθηκε απ’ τα μάτια μου. Την αδελφή της, με την οποία βγαίνανε συχνά, την απαντούσα ιστούς ίδιους δρόμους, μόνη της, καθώς και τον ασπρομάλλη αδελφό της, γιατρό στην Υγειονομική Υπηρεσία της οδού Μοναστηρίου — ίσως συνταξιούχος τώρα. Εκείνη όμως που ήταν; Μου ερχόταν καμιά φορά να σταθώ μπροστά τους και να τους ρωτήσω, μήπως πήγε σ’ άλλη γειτονιά, αν ζει, αν έχει πεθάνει, αλλά πώς να το ‘κανα αυτό, με ποιά ιδιότητα κι από που κι ως που; Πώς να τούς εξηγούσα ότι…
Κι ένα πρωί, καθώς ετοιμαζόμουν να περάσω απέναντι στην Αγγελάκη, για τη στάση των λεωφορείων, την είδα. Υποβασταζόμενη και υποβοηθούμενη από μια γυναίκα, δεν ήταν ή Στέλλα, αλλά το ομοίωμα της. Είχε κοντύνει άξαφνα, τα μαλλιά της ίσια κομμένα, τα μάτια της χωρίς τα μαύρα γυαλιά, εκτεθειμένη πια, αφημένη στη θέα του δρόμου, δεν θύμιζε τίποτα από την έκπαγλη ομορφιά της που γι’ αυτήν ριχνόμασταν τότε στα κάγκελα.
Ώστε αυτό ήταν. Η ωραία Στέλλα αναχωρούσε ήδη για τις περιοχές του μύθου, μ’ έναν τρόπο όμως ταπεινωτικό, άκρως προσβλητικό από την ίδια τη ζωή, χειρότερο κι από τον ίδιο το θάνατο.

 

 

Η ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ Διηγήματα (2002)

 

 

Η γάτα

Αυτό τότε κι αν δεν ήταν ολότελα τρελό, γελοιοποίηση πλήρης του θανάτου, όταν το τάδε νοσοκομείο την ειδοποίησε για το τετέλεσθαι της μητέρας της κι εκείνη έτρεξε με την ψυχή στο στόμα, ντυμένη στα μαύρα, να πάει εκεί στο σκοτεινό της κρεβάτι, όπου ακόμα την είχαν σκεπασμένη ως το κεφάλι μ’ ένα άσπρο σεντόνι, και μόλις μπήκε μέσα στο δωμάτιο και προχώρησε κατευθείαν να την ξεσκεπάσει, να δει το πρόσωπό της, να πειστεί ιδίοις όμμασι για κείνο που της ήταν ακατανόητο, σαν ένα ψέμα που γρήγορα θ’ αποκαλυπτόταν, σαν μια σκευωρία, σατανικό παιχνίδι που της είχανε στήσει άγνωστες, αποτρόπαιες δυνάμεις, μόλις λοιπόν τράβηξε το άσπρο σεντόνι με χέρια που τρέμανε σαν πουλιά χτυπημένα από βόλια άσπλαχνων κυνηγών, πετάχτηκε μέσα από το σώμα της νεκρής μητέρας της μια γάτα ολόμαυρη, τσιτωμένη, ανατριχιασμένη, μ’ ένα άγριο, τρομακτικό «νιαρρρ…», πετάχτηκε μέσα απ’ τ’ άσπρο κάλυμμα, κι εκείνη, έντρομη, πάτησε μια τσιριχτή φριχτή φωνή, που ακούστηκε σ’ όλο σχεδόν το νοσοκομείο, και τρέξανε μέσα δυο χοντρές νοσοκόμες, κι όταν άρχισε να τους εξιστορεί το γεγονός τραυλίζοντας, εκείνες τις έπιασε ένα ακατάσχετο γέλιο, που ήταν αδύνατο να το σταματήσουν, πόσο μάλλον να το πνίξουν, «πώς βρέθηκε, διάολε, αυτή η γάτα κάτω απ’ το σεντόνι της μητέρας σου, πώς και πότε τρύπωσε μέσα κει, από πού ξεφύτρωσε και δεν το πήραμε χαμπάρι, ήμαρτον, Θε μου», είπε η μία απ’ τις δυο με το ζόρι απ’ τα γέλια, κι η άλλη πήγε και της έφερε ένα ποτήρι νερό, να μην της κοπούν τα ήπατα, «πιες το όλο, να συνέλθεις λίγο απ’ την τρομάρα σου», της είπε, και πάλι γελάκια, χαμηλά τώρα, σαν από σεβασμό στο σοκ της, όμως γελάκια φανερά, μολονότι πνιγμένα, ώσπου άξαφνα έσπασαν αλλιώτικα κι εκεινής τα χείλη κι ακούστηκε το γέλιο της συγκοπτόμενο μεν, συγκρατημένο, λυτρωτικό οπωσδήποτε, κι ας ήταν ανάμεικτο με κλάμα, και γι’ αρκετή ώρα γέλια και κλάματα, κλάματα και γέλια, ένα κι ανάκατα όλ’ αυτά.

 

 

Στο μνημόσυνο

 

Έτρωγαν κι έπιναν, αλλά για κείνον καθόλου δεν μιλούσανε. Ούτε τ’ όνομα του ανέφερε κανείς.
Σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.
Άλλα λόγια, διάφορα, αδιάφορα, κι άντε στην υγειά ημών των ζωντανών, αλλά για κείνον, τον απόντα, τον εκλιπόντα, ούτε λέξη.
Ακόμα και το πατροπαράδοτο, το χριστιανικό έθιμο του κόκκινου κρασιού σε τέτοιες περιπτώσεις είχε ξεθωριάσει θαρρείς, ήταν άσπρο τώρα, ή μήπως το αίμα του νεκρού είχε αλλάξει πια, είχε από καιρό ασπρίσει, σαν το νερό της βροχής ή σαν το πόσιμο νεράκι που ξεδιψάει τους ζωντανούς, κι από κόκκινο είχε πάρει την απρόσωπη μορφή του;
Άσπρο κρασί σαν ξεθυμασμένη και ξεθωριασμένη ζωή πίνανε τώρα, κι όχι το κόκκινο του έρωτα ή το κόκκινο της μακαριάς και του μνημόσυνου, κατά το πρέπον.
Άλλοι καιροί, βλέπεις, σήμερα και, καθώς το κόκκινο βαράει κατακούτελα καμιά φορά, οι ζωντανοί προσέχουν την υγεία τους και προτιμούν το λευκό, να ‘χουν το κεφάλι τους ήσυχο.
Τους είχε συνεπάρει σχεδόν αυτή η σύναξη τους γύρω από ένα τραπέζι — εδώ κι εκεί πυκνές παρέες φωνασκούσαν «χαμηλόφωνα». Όπου και να έστρεφες να διακρίνεις πρόσωπα γνωστά που είχες καιρό να τα δεις, ίσως και χρόνια, τα ‘βλεπες χαμογελαστά και κατηφή μαζί, πάντως ευχαριστημένα από τα πλούσια εδέσματα — προσφορά των τεθλιμμένων — και το ποτήρι με τ’ άσπρο κρασί στο χέρι πάντα.
«Πώς είσαι, Κώστα, τι γίνεσαι, Κούλα, κι εσύ, Γρηγόρη; Μακριά έκατσες, Νίτσα, δεν σ’ ακούω.»
«Καλά, καλά ‘ς τα λέμε, καλούτσικα, τι να πεις» — δύσκολα ή καθόλου βγαίναν τα προσωπικά.
Μια σύναξη ηλικιών, σωμάτων ακατάβλητων ή καταβεβλημένων, διέκρινες δεν διέκρινες τη διαφορά εκεί. Συναντήσεις που γίνονται ως επί το πλείστον σε «τέτοια» γεγονότα, ενώ αλλού, άλλες ώρες, μακριά απ’ αυτή τη «μαύρη» σκιά – την έβλεπες να περνά ξυστά από τα πρόσωπα όλων -, θα μπορούσαν να περάσουν πιο ευχάριστα, πιο αλέγκρα, λιγότερο μαγκωμένα.
Μα ο θάνατος του άλλου είναι που τους βγάζει όλους συνήθως έξω από το σπίτι, τους υποχρεώνει
δηλαδή να τον τιμήσουν, να τον συνοδέψουν ως εκεί που δεν πάει άλλο…
«Εγώ δεν πηγαίνω ούτε στους γάμους ούτε στις βαφτίσεις, παρά μονάχα στις κηδείες, εδώ και χρόνια», είπε η Άννα.
«Και γιατί αυτό;» την ρωτούν με απορία.
«Μήπως είσαι πεισιθάνατη;» πετιέται ένας ειρωνικά.
«Αν είμαι κι αν δεν είμαι, τι μου χρειάζεται να το ξέρω; Απλώς εμένα δεν μ’ ενδιαφέρουν αυτά τα «θέατρα», κι εξάλλου στη χαρά του κανείς δεν σ’ έχει ανάγκη, το ‘χω αισθανθεί αυτό από καιρό. Πηγαίνω λοιπόν μόνο στις κηδείες, γιατί, άμα παίρνεις λίγη θλίψη από τους τεθλιμμένους, θαρρείς ότι ελαφρώνουν κάπως’ είναι δηλαδή ότι μοιράζεσαι μαζί τους το «αμοίραστο», να πούμε’ τη νιώθουν τη συμμετοχή σου, έτσι μου φαίνεται, ξεχνιούνται με τα λόγια των άλλων, προς στιγμήν έστω. Όχι ότι και στις κηδείες δεν συμβαίνουν γελοιότητες κι επιδείξεις, αλλά στους γάμους είναι ένα, πώς να το πω, σκηνοθετημένο γεγονός, ρολίστικο, κάτι σαν θεατρική παράσταση, χώρια τ ατέλειωτα εκτυφλωτικά φλας των φωτογραφικών μηχανών, τα βίντεο, που σου στραβώνουν τα μάτια για ν’ απαθανατίσουν τη ματαιότητα της ομορφιάς, μ’ εκείνη την ασύδοτη σπατάλη για ένα τόσο σοβαρό μυστήριο που είναι η υπόθεση του γάμου.»
Η Άννα σταμάτησε για μια στιγμή, είχε πάρει φόρα, άκουσε άξαφνα τη φωνή της σαν του… ιεροκήρυκα, ντράπηκε κιόλας, αλλά συνέχισε πιο ήσυχα τώρα:
«Το θάνατο τον σέβεσαι’ είναι πιο ντόμπρο γεγονός τη σκαπουλάρει δηλαδή ο άλλος μια κι έξω και δεν έχει παραπέρα, ενώ με το γάμο πίσω έχει η αχλάδα την ουρά, όταν αρχίζουν τα «άλλα» όργανα κι οι γλύκες της παστάδας το γυρίζουν στην έχθρα και στο μίσος κι άξαφνα «μη σε είδα, μη σε ξέρω» μεταξύ του το ζευγάρι — αν δεν πέφτει καμιά φορά και το ξύλο της Κολάσεως —, και τότε, στο χώμα και στη λάσπη τα στέφανα και τα νυφικά, στα μαύρα δάκρυα τα φιλιά κι οι αγκαλιές. Κατάλαβες τώρα τη φιλοσοφία μου;»
Άλλοι χαμογέλασαν ελαφρώς, άλλοι συγκατένευσαν κουνώντας το κεφάλι, πήραν το ύφος της μελαγχολίας, κι εκείνα τα «καλά τα λες, γνωστά τοις πάσι αυτά» βγήκαν από το στόμα κάποιου και για μια στιγμή σιώπησαν όλοι.
«Μας χρειάζεται ένας χώρος συνάντησης», είπε άξαφνα ο Λάμπρος για να κόψει την παγωμάρα γύρω τους, «ένα καφενείο ας είναι στο κάτω της γραφής, μια και τα σπίτια μας γινήκανε πια χώρος ιδιωτικής υπόθεσης.»
«Και βέβαια να ξαναβρεθούμε», πέταξε κάποιος με μια ειλικρίνεια κι αυθορμησιά στη φωνή του,
όχι όμως με αφορμή τέτοια γεγονότα, αλλά αλλιώς.»
Τα είχαν ξαναπεί και τα είχαν ξανακούσει αυτά τα λόγια, ήταν μια έκφραση επιθυμίας, ούτε λόγος όλοι ήθελαν τη συναναστροφή’ τους συνάρπαζε η ανταλλαγή απόψεων για το άλφα ή βήτα θέμα, για το τάδε ή το δείνα πρόσωπο’ το
ευχαριστιόντουσαν να ‘ναι όλοι μαζί, να χαίρονται τη ματιά και το άγγιγμα του άλλου, να λεν ανέκδοτα, να κουτσομπολεύουν ηδονικά, να «θάβουν» εχθρούς και φίλους, μα συνήθως κλείνονταν όλοι στο ιδιωτικό τους καβούκι σαν τις χελώνες, θαρρείς από
ένα αίσθημα κινδύνου, σαν να οχυρώνονταν από κάποιον αόρατο εχθρό ή σαν να απειλούνταν η ίδια η ζωή τους.
Σε άλλη κηδεία, σε άλλο μνημόσυνο ίσως, σκεφτόταν μελαγχολικά η Άννα καθώς γύριζε στο σπίτι της.

 

 

Η παραίτηση

 

Στεκόταν μπροστά στη θάλασσα μόνο με τα κάτω μέρη των ποδιών της μες στο νερό, με την πλάτη της να τσουρουφλίζεται απ’ τον μεσημεριάτικο ήλιο και με μια δική της σαιξπηρική παράφραση μες στο μυαλό, να μπει κανείς ή να μην μπει, που της είχε κολλήσει εδώ και ώρα και που της πήγαινε γάντι, καθώς διύλιζε τον κώνωπα προκειμένου να πάρει τη μεγάλη απόφαση.
Φοβόταν μην την πιάσει καμιά κράμπα μες στο νερό, μην τύχει και πατήσει κανέναν αχινό και μπουν τ’ αγκάθια του στις φτέρνες της, μην της δαγκώσει τη γάμπα κανένα ψάρι που θα ‘χει χάσει τα νερά του και λιγοθυμήσει απ’ την τρομάρα της, να μην κολλήσει στο λαιμό της ή στο μούτρο της καμιά μέδουσα και πάθει συγκοπή καρδίας, να μην περάσει αστραπιαία κι άξαφνα το κρις-κραφτ του νεαρού γείτονα και της κόψει κανένα χέρι ή κανένα πόδι.
Βούτα κι εσύ, τι το σκέφτεσαι και το μελετάς και δεν ξεκολλάς από κει, σαν στήλη άλατος μένεις τόσην ώρα, φοβάσαι; τι φοβάσαι; να, εδώ στα ρηχά άσε το σώμα σου να ξαπλώσει, να δροσιστείς λίγο, να δεις τον γαλάζιο ουρανό ανάσκελα.
Θυμόταν τα παλιά καλά καλοκαίρια, όταν τραβούσε για τα βαθιά κι η μητέρα της τρόμαζε κι έλεγε «δεν φαίνεται το κεφάλι της, π’ ανάθεμά τη, θα σκυλοπνιγεί καμιά ώρα» και ζητούσε τα κιάλια απ’ τον Αμερικάνο, να τη διακρίνει πέρα στ’ απύθμενα νερά, όπου ολομόναχη αρμένιζε, δοκίμαζε την αντοχή της, τα νεανικά της κότσια.
Λίγο ακόμα, λίγο ακόμα αν το πάω, θα ‘χω νικήσει φόβο και τρόμο, θα ‘χω γεμίσει τόση χαρά όσο το νερό που με σηκώνει’ τι ναι σάμπως η ζωή; ένα νερό κι ένα χώμα είναι, σιγά τον μπαμπούλα κολύμπα λοιπόν, δώσ’ του, τράβα μακριά, άνοιξε το νερό με το κορμί σου — το χώμα αργότερα…
Μπήκε εντέλει, μπήκε με κρύα καρδιά, εκεί μπροστά σχεδόν, δυο τρία μέτρα μόνο από την αμμουδιά, πλατσούρισε αστεία, μπήκε κιόλας σαν φοβισμένο ζώο, σαν ανάπηρη που προσέχει μη σπάσει στα δυο, μην απομείνει σύξυλη εκεί μέσα στα κρύα μπούζι νερά, φανταζόταν να μπαίνουν τρέχοντας, δρασκελώντας τα κύματα, άντρες γεροδεμένοι, να τη σηκώνουν σαν κούκλα βιτρίνας, να την τοποθετούν με πολλή προσοχή σε φορείο κι ύστερα, με σειρήνες και κόκκινα φώτα που αναβοσβήνουν, να την τρέχουν στα διημερεύοντα, φανταζόταν τους δικούς της να οδύρονται, «τι το ‘θελες το θαλασσινό μπάνιο στην ηλικία σου;», να τη βρίζουν κι από πάνω, μέσα στον πανικό τους.
Κολύμπησε λοιπόν εκεί στα ρηχά νερά, ταπεινωμένη κι εξευτελισμένη μέσα της, αντιήρωας τώρα μιας μακρινής εποχής, όπου τότε κανένας φόβος δεν τη λύγιζε — όχι πως δεν τον είχε από μικρή στον ύπνο και στον ξύπνο της εκείνο τον μόνιμο εφιάλτη —, κολύμπησε σαν γέρικο σκυλί και απόκαμε, τσακίστηκε στην προσπάθειά της να δείξει για ακόμα μια φορά στον εαυτό της, έστω επί ματαίω, τη δύναμη και την αντοχή της μες στο υγρό στοιχείο, όπου καμία νίκη πια δεν θα της χαριζόταν, κανένα κλέος δεν θα λάμπρυνε τις μέρες της, κι ήξερε καλά τώρα ότι ήταν η τελευταία φορά που είχε κάνει αυτή την αποκοτιά, ν’ αποφασίσει μια πράξη άδοξη, αν όχι γεμάτη κινδύνους για το τωρινό της σώμα.
Βγήκε από τη θάλασσα σαν τη βρεγμένη γάτα, ούτε πήγε κάτω από το κρύο ντους να ξεπλύνει τ’ αλάτια και τα φύκια απ’ το κορμί της, τράβηξε ίσια στο δωμάτιο της με μια νέα εξουθένωση κι έτσι όπως ήταν, χωρίς να βγάλει το μαγιό της, ξάπλωσε βαριά, σαν κήτος, στα γαλάζια σεντόνια του κρεβατιού της και κοίταζε για ώρα πολλή το άσπρο φρεσκοασβεστωμένο ταβάνι, που γινόταν άξαφνα γκρίζο μέχρι μαύρο από το στυλωμένο εκεί βλέμμα της — μούσκευε σιγά σιγά το σεντόνι από κάτω της, σαν να ‘ταν δάκρυα αρμυρά από άλλη πηγή του σώματος της, δάκρυα που δεν μπορούσαν να κυλήσουν απ’ τα μάτια της, σαν να ‘χαν άξαφνα στερέψει οι δακρυγόνοι αδένες της.
Κάποια στιγμή, σηκώθηκε απότομα απ’ το κρεβάτι, έβγαλε το σεντόνι της στην απλώστρα, ξεκόλλησε το μαγιό απ’ το κορμί της με κινήσεις σπασμωδικές, βίαιες σχεδόν, σαν να ‘ταν πράγμα μιαρό ή σιχαμερό ερπετό, μαλάκιο της θάλασσας, ντύθηκε κάπως ράθυμα μπρος στον καθρέφτη, χτένισε τα μαλλιά της μ’ επιμέλεια κι άφησε ένα γκρίζο σγουρό τσουλούφι να πέφτει στο μέτωπο της, έβαψε ελαφρά τα χείλη της, άναψε ένα τσιγάρο με ήρεμα δάχτυλα, βγήκε στο μπαλκόνι με βήματα σταθερά αλλά λίγο κουρασμένα κι έγειρε αναπαυτικά, σχεδόν ηδονικά, σε μια σεζλόνγκ, κοιτάζοντας πέρα κι απολαμβάνοντας τη γαλάζια απεραντοσύνη και τις βουτιές των μικρών παιδιών, ενώ τα εγγόνια και τ’ ανίψια της τη φώναζαν χαζά μέσ’ απ’ τα νερά «χαλόου, γιαγιά… χαλοου, θεία… τσάο… τσάο…».
Καλύτερα από το μπαλκόνι μου ν’ απολαμβάνω την υγρή ομορφιά, εκ του ασφαλούς, είναι μία
αφοσίωση κι αυτό, μια αγάπη ήσυχη κι ακίνδυνη, που μπορώ, άμα θέλω, να μην τη στερηθώ όσο έχω το βλέμμα μου και τις αισθήσεις μου ζωντανές, όσο δύναμαι ν’ αγναντεύω τα μακρινά καράβια, τις άσπρες, απαστράπτουσες κι από τον ήλιο ξεξασπρότερες βαρκούλες, και το ηλιοβασίλεμα πίσω από τον Όλυμπο, και το βράδυ, ως αργά, τ αυγουστιάτικο φεγγάρι με τα μάτια, μύτη, στόμα, όταν γίνεται πανσέληνος.

 

 

ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΧΑΡΕΣ Διηγήματα 2005

 

 

Σχέση

 

«Τι τα θέλεις, τι τα γυρεύεις» συνήθιζε να λέει συχνά, σαν επωδό, όταν οι κουβέντες μεταξύ τους έφταναν σε κάποιο αδιέξοδο ή σ’ ένα σημείο επικίνδυνης πλήξης.
Το χειρότερο βέβαια ήταν το τελευταίο, κι όχι το αδιέξοδο, επειδή αυτό έπαιρνε άξαφνα μια αναπάντεχη, φωτεινή στροφή, και τότε βρίσκονταν κι οι δυο τους σ’ ένα ξέφωτο, κι αποκεί που δεν το περίμεναν άρχιζαν με νέα διάθεση να εξερευνούν άγνωστα τοπία σκέψης, καινούργιες αφετηρίες μέσα από το τίποτα, ώστε να φτάνουν πάλι σε απροσδόκητες εντάσεις.
Συνομιλούσαν πότε φανερά και σταράτα, με μια ειλικρίνεια που ενδόμυχα τους εξέπληττε κι αυτούς τους ίδιους, και πότε με υπαινιγμούς και ελιγμούς, αυτομάτως θαρρείς υπολογισμένους.
Ήταν ένα παιχνίδι που τους άρεζε και τους ευχαριστούσε, χωρίς ίχνος ανταγωνισμού, αλλά και χωρίς αυταρέσκεια.
Όσο για τις ώρες της πλήξης, που σιγά σιγά σαν ένα φυτό αναρριχητικό ανέβαινε απάνω τους και με τον σφιχτό εναγκαλισμό του τους μάγκωνε τη διάθεση να προχωρήσουν σε μιαν ενδιαφέρουσα διάρκεια συναναστροφής και συνύπαρξης, αυτό κι αν δεν ήταν μια πνευματική κατάθλιψη η οποία τραβούσε ως τα άκρα, απ’ όπου τους έπαιρνε καιρό να γυρίσουν πίσω και να αισθανθούν ότι είναι ζωντανοί και έτοιμοι. Έτοιμοι για τι, και για ποιες πράξεις;
Το «Τι τα θέλεις, τι τα γυρεύεις» ήταν λοιπόν μια αμήχανη ενδιάμεση έκφραση εκείνου, χωρίς καν φανερό αναστεναγμό, αλλά σαν μια αποφασιστική αναφορά σε μια υπολανθάνουσα εντούτοις γνώση, σαν να ‘ταν κάθε φορά αποφασισμένος να πει: «Αν συνεχίσουμε αυτήν τη σχέση ή αυτήν τη συζήτηση, πάλι θα φτάσουμε στα όρια μιας δυσάρεστης συνέχειας, εκεί όπου τίποτα δεν προωθεί μια ευχάριστη διάρκεια, μια αποκαλυπτική χαρά, ένα έρεισμα τέλος πάντων της ύπαρξής μας».
Αδημονούσε εκείνη για την κάθε συνάντηση τους, κι απ’ την άλλη μεριά αισθανόταν ότι οι εκπλήξεις κάποτε θα τελείωναν μέσα σε μια επανάληψη, ότι ήταν ζήτημα χρόνου αυτό το παιχνίδι ανάμεσα τους κι ότι ο κορεσμός ή το ξέφτισμα καραδοκούσε να τους γκρεμίσει από στιγμή σε στιγμή μέσα στο άδειο και το τίποτα. Το υπολόγιζε αυτό σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια, επειδή βαθμηδόν το έβλεπε ήδη μέσα της σαν σε καθρέφτη όπου κοιταζόταν πότε μονάχη και πότε μ’ εκείνον —δύο πρόσωπα κοντά κοντά—, μ’ ένα αφηρημένο βλέμμα, που δεν επικεντρωνόταν ποτέ στον άλλον, ούτε καν στον ίδιο τον εαυτό της. Το κοίταγμα για το κοίταγμα και τίποτε άλλο. Έτσι ουδέτερο κι απρόσωπο, καρφωμένο σ’ ένα καθρέφτισμα απλανές, ήταν ό,τι θανατερό θα μπορούσε να την γκρεμίσει στο βάραθρο μιας ανυπαρξίας.
Τι ανατρεπόταν τάχα όταν ο ένας δίπλα στον άλλον, με τα σώματα τους ν’ αγγίζονται πότε τυχαία και πότε ηθελημένα, και μ’ ένα ποτήρι στο χέρι, ψελλίζοντας κάποια λόγια και συνάμα σιωπώντας, κοιτάζονταν κρυφά και φανερά μες στους καθρέφτες του μπαρ;
Αν ήταν το βλέμμα τους στραμμένο στον κόσμο που εκεί μέσα γελούσε και θορυβούσε ασύστολα, εκεί όπου μια μουσική με πολλά ντεσιμπέλ προσπαθούσε να αποπροσανατολίσει τις σκέψεις του και τα αισθήματα τους, ίσως αυτό να ‘ταν μια υπεκφυγή και για τους δυο, μια πρόφαση η οποία εκ των πραγμάτων, αναιρούσε το εκατέρωθεν ενδιαφέρον, όμως ήτανε κιόλας ένα προμήνυμα που τους έκανε κάθε φορά και περισσότερο να παραδεχτούν την ευεργεσία της συνήθειας η οποία αποτρέπει το φόβο μιας τελεσίδικης απόφασης, εκείνης που και οι δύο αισθάνονταν ότι πλησιάζει.
Η ζέστη απ’ το ποτό που πίνανε έκανε κάποιες στιγμές να αστράφτει το αίμα στο πρόσωπο τους, να φέρνει εκείνες τις αγαπημένες ψευδαισθήσεις οι οποίες διατηρούν μια φλόγα εφήμερη, μια έξαψη προσωρινή έστω, που ίσως τους έφτανε να διατηρήσουν μέσα τους σπίθες ερωτικές, κι αργότερα ας υποχωρούσαν κι ας γίνονταν στάχτες.
Αλλά μήπως δεν ήταν προετοιμασμένοι για το τέλος;

 

 

Εκείνο το πρωί

 

«Αυτά τα τραγούδια έχουν μια θρησκευτικότητα. Θα ταίριαζε ν’ ακουστούν σ’ έναν καθεδρικό ναό» είπα.
«Είναι κέλτικα τραγούδια» μου απάντησε η γκαρσόνα μ’ ένα ευγενικό χαμόγελο.
Ήταν αρκετά νέα, με καστανά, σγουρά μαλλιά, φαινόταν καλλιεργημένη και ήταν προσηνής.
Καθώς δεν είχαν ακόμη ανοίξει τα καταστήματα εκείνο το νωπό, ομιχλώδες πρωινό, ήμουν ο μόνος θαμώνας μέσα στο café-bar, όπου η γκαρσόνα διάβαζε ήσυχα μια εφημερίδα, καθισμένη σ’ ένα ψηλό σκαμπό.
Κάποια στιγμή πρόσεξα ότι τα χείλη της αναδεύονταν ανεπαίσθητα και φαντάστηκα ότι κι εκείνη έβγαινε μέσα απ’ αυτά τα τραγούδια που άκουγα με προσήλωση, πίνοντας τον καφέ μου, ή σαν να συμμετείχε σ’ αυτά, μολονότι η φωνή της τραγουδίστριας ήταν φαινομενικά μόνη, και μόνο σε κάποια μικρά μεσοδιαστήματα έμπαινε και μια άλλη φωνή, σαν κρυμμένη, αλλά πάλι η πρώτη παρουσιαζόταν κυρίαρχη στην ακοή μου, κι ένα όργανο πνευστό έπαιζε κάπου κάπου, όταν εκείνη σταματούσε για να πάρει, θαρρείς, μιαν ανάσα ή μιαν ακόμα τραγουδιστική ευχαρίστηση από τον εαυτό της, πριν να συνεχίσει πιο κατανυκτικά, πιο στέρεα μέσα στη φωνή της, όπως ένα πουλί που στέκεται πάνω στο σύρμα ή στο κλαδί ενός δέντρου και κοιτάζει αποδώ κι αποκεί, ώσπου ν’ αποφασίσει σε ποιο σημείο του ορίζοντα θα βρει έναν αέρα καθαρό κι ανάλαφρο, έναν αέρα που να ικανοποιεί τις πτητικές του δεινότητες.
«Σε ποια γλώσσα είναι αυτά τα τραγούδια; Μήπως είναι κελτική διάλεκτος;» ρώτησα πάλι την γκαρσόνα.
«Μάλλον» απάντησε εκείνη. «Είναι παραδοσιακά τραγούδια» συνέχισε σιγανά αλλά πρόθυμα «δεν μπορούμε να ξέρουμε τι λένε. Αν ήταν στα αγγλικά ή στα γαλλικά, παραδείγματος χάριν, ίσως κάτι θα καταλαβαίναμε».
«Τι χρειάζεται να καταλάβουμε τα λόγια;»
είπα. «Μας ικανοποιεί πλήρως αυτή η μουσική φωνή, κι είναι σαν να περικλείει τη γαλήνη, την ομορφιά και τη μελαγχολία που όλοι έχουμε ανάγκη. Αυτή η κατανυκτική ώρα μας απομακρύνει από την τύρβη του δρόμου και του κόσμου, επειδή κι αυτά τα διπλά τζάμια του café σας εδώ μέσα συμβάλλουν στην προσήλωση σε μια επικοινωνία σπάνια, με τον ίδιο τον εαυτό μας εννοώ, κι είναι τόσο ευεργετική αυτή η φωνή όσο η τροφή για τον πεινασμένο επαίτη».
Η γκαρσόνα δεν πρόλαβε να μου απαντήσει —δεν ξέρω καν αν σκεφτόταν ν’ ανταποκριθεί στο δικό μου λογύδριο—, επειδή άξαφνα μπήκαν κι άλλοι θαμώνες στο café-bar κι εκείνη έσπευσε να πάρει παραγγελία, αφήνοντας ανοιγμένη την εφημερίδα της πάνω στον πάγκο.
Οι νεοεισερχόμενοι έκαναν πολύ θόρυβο σβαρνώντας τα καθίσματά τους ώσπου να τακτοποιηθούν, αλλά αυτό δεν με ενόχλησε τόσο όσο το φαλτσάτο σφύριγμα του κυρίου πίσω, στην πλάτη μου —παρεμβολή φριχτή στην εξαίσια τραγουδίστρια—, γεγονός το οποίο γκρέμιζε όλη την ομορφιά κι όλη εκείνη την κατανυκτική ατμόσφαιρα την οποία, ευτυχώς, είχα αξιωθεί να ζήσω εκείνο το ευλογημένο
πρωινό.
Όταν πλήρωσα τον καφέ μου και σηκώθηκα να φύγω, η γκαρσόνα με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα τέτοιο σαν να μου ζητούσε συγγνώμη κι είπε ένα «ευχαριστώ» που με καθήλωσε, ενώ εγώ ετοιμαζόμουν να της εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για κείνα τα τραγούδια, αλλά δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα. Έτσι αρκέστηκα να της ανταποδώσω το βλέμμα της με μια σιωπή που την ένιωθα να εναρμονίζεται με τη φωνή της τραγουδίστριας, σ’ ένα φινάλε που άφηνε μες στο café-bar μια παράξενη αίσθηση, κι ήταν μια δική μου σιωπή, για μια ολόκληρη δική μου μέρα.
Άνοιξα την πόρτα όσο πιο ήσυχα μπορούσα και βγήκα στη βοή του κόσμου.
Όταν αργότερα επέστρεψα στο σπίτι, κατέβασα απ’ το ράφι τον τόμο Κ μιας πολύ παλιάς εγκυκλοπαίδειας κι έμαθα τόσα πολλά για τους Κέλτες όσα για καμιά άλλη φυλή ή λαό της αρχαιότητας. Όσο για τα τραγούδια τους, δεν βρήκα καμιά πληροφορία άξια του ενδιαφέροντος και της περιέργεια μου, παρά μονάχα αυτή την αόριστη και μη ικανοποιητική αναφορά: «Μολονότι μετεχειρίζοντο και την ελληνική γραφήν, εν τούτοις δεν είναι εξηκριβωμένον αν οι Έλληνες είχον επίδρασίν τινα επί των Κελτών. Λογοτεχνίαν γραπτήν δεν είχον, διότι τα ποιήματα των Δρυϊδών (ιερείς των αρχαίων Κελτών εν Γαλατία) μετεδίδοντο δια ζώσης φωνής, απαγορευμένης της γραφής των». Τόσο μόνο.
Έκλεισα την εγκυκλοπαίδεια και την τοποθέτησα στη θέση της, στο ράφι. Αισθανόμουν τόσο μακριά από τη φυλή των Κελτών και τόσο ξένη, αλλά τόσο κοντά σ’ αυτά τα τραγούδια, που στο μικρό café είχαν τη μαγική δύναμη ν’ αλλάξουν τον χαώδη κόσμο μιας ψυχολογίας που μέσα μου έπαιρνε τον τελευταίο καιρό τερατώδεις διαστάσεις, με επικίνδυνες, μέχρι σχιζοφρενικές σκέψεις.
Αισθανόμουν ότι είχα σωθεί —έστω προσωρινά-—, κι αυτό μου έφτανε, επειδή είχα αποκτήσει καλή διάθεση, που δεν ξέρω αν καμιά άλλη αιτία ή
αφορμή θα ήταν ικανή να μου προσφέρει εκείνη την ημέρα.

 

 

Ένα γράμμα για πέταμα

 

Μερικές φορές σκέφτεσαι ποιο είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να σου συμβεί και τρομάζεις, αρρωσταίνεις βάζοντας στο νου σου ένα σωρό ενδεχόμενα, όλα εφιαλτικά, απ’ όπου δεν θα μπορούσες να γλιτώσεις, όσες αντιστάσεις κι αν διαθέτεις, όσο αισιόδοξος κι αν είσαι.
Αυτή η απελπισία που ένιωσα ένα βράδυ όταν ανακάλυψα ότι δεν είχα πάρει μαζί μου, σ’ ένα ταξίδι μου, ούτε ένα μικρό μπλοκ, ούτε μια κόλα χαρτί, για να γράψω το γράμμα που είχα υποσχεθεί στο φίλο μου τον Ορέστη, ήταν ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να μου συμβεί.
Το ξενοδοχείο όπου είχα καταλύσει αργά τη νύχτα δεν είχε μες στο δωμάτιο μου παρά μονάχα ένα έντυπο με τις απαραίτητες πληροφορίες: σε ποιον όροφο παίρνει κανείς το πρωινό του, τι νούμερο πατάμε πρώτα προκειμένου να τηλεφωνήσουμε κάπου και μερικές άλλες υποδείξεις χρήσιμες ή ολότελα άχρηστες.
Ήταν ήδη μεσάνυχτα και, καθώς το ξενοδοχείο βρισκόταν μακριά από το κέντρο της μικρής πόλης, κάθε σκέψη να ντυθώ, έπειτα από ένα ντους που είχα κάνει, και να βγω έξω προς ανεύρεση υλικού αλληλογραφίας ήταν ήδη αυτοαναιρούμενη.
Η μόνη λύση που άξαφνα βρήκε το αργόστροφο μυαλό μου ήταν το χαρτί υγείας στην τουαλέτα. Σκέφτηκα ότι αυτό θα μου έφτανε οπωσδήποτε να ξημερωθώ γράφοντας στον Ορέστη για να του αποδείξω ότι δεν αθέτησα το λόγο μου για την ορισμένη ημερομηνία αποστολής. Έπρεπε να προλάβει το γράμμα μου στο ποστ ρεστάντ, πριν να εγκαταλείψει την πόλη στην οποία έμενε εδώ κι ένα χρόνο.
Άρχισα λοιπόν να ξετυλίγω το σωτήριο ρολό και να γράφω πότε ασθματικά και πότε ράθυμα ό,τι μου ερχόταν στο νου, επειδή μια νύστα ακατανίκητη όλο και χαλάρωνε τα δάχτυλά μου, μέχρι τη σκέψη της παραίτησης, με τη μόνη πια επιθυμία να πέσω σαν ψοφίμι στο κρεβάτι και να κοιμηθώ έναν αιώνα – το πρωί θα έβγαινα να ψάξω για φάκελο, γραμματόσημα και βεβαίως για ταχυδρομείο, το πρωί θα ήταν μια άλλη μέρα για να εξερευνήσω τα πέριξ, να προσανατολιστώ στην πόλη της νέας διαμονής μου, να γνωρίσω τους δρόμους, την αγορά της, να δω πού θα μου άρεζε να παίρνω τον καφέ μου ή να γευματίζω.
Έγραφα λοιπόν, αλλά ήταν σαν να μην αποτυπώνονταν τα γράμματα στο χαρτί, επειδή το λεπτό είδος για άλλες ανάγκες κι όχι κατάλληλο για αλληλογραφία διαστελλόταν και συστελλόταν διαρκώς από το μπικ, έκανε τρύπες χαώδεις και άσεμνες, κουρελιαζόταν σχεδόν σε κάθε γραμμένη λέξη, η οποία διακρινόταν περισσότερο στο κόντρα πλακέ του μικρού τραπεζιού, εν είδει γραφείου, παρά στο ίδιο το χαρτί.
Η απελπισία μου είχε φτάσει στο απροχώρητο. Ενώ εκείνη την ημέρα το θερμόμετρο δεν έδειχνε πάνω από είκοσι βαθμούς, ο ιδρώτας στο πρόσωπό μου αλλά και στο σώμα μου μαρτυρούσε την αγωνία μου και την ανόητη δοκιμασία που περνούσα στην προσπάθειά μου να τα βγάλω πέρα μ’ έναν τόσο άθλιο τρόπο επικοινωνίας, ολότελα ανάξιο για την πολύτιμη σχέση μου με τον Ορέστη.
Ήταν βέβαια ένα οικτρό γράμμα, που ασφαλώς κανείς δεν θα έκανε τον κόπο να το αποκρυπτογραφήσει, μάλλον θα το έριχνε πάραυτα στον κάλαθο των αχρήστων με οργή αλλά και μετά βδελυγμίας, σκεφτόμενος τη μοναδική χρηστικότητά του ή πιστεύοντας ότι πρόκειται για φάρσα, για μια φάρσα κάκιστης ποιότητας και, το χειρότερο, προσβλητικής για τον παραλήπτη.
Έπεσα στο κρεβάτι μου σχεδόν σαν υπνοβάτης και αυτοστιγμεί με πήρε ο ύπνος, ένας ύπνος όμως γεμάτος όνειρα εφιαλτικά, που έκαναν τα μέλη του σώματος μου να τινάζονται σαν να τα είχε κάποιος δεμένα και προσπαθούσαν ν’ απελευθερωθούν απ’ τα δεσμά, και κάτι κραυγές άναρθρες και κάτι βογκητά άξαφνα με ξυπνούσαν, που δεν καταλάβαινα αν προέρχονταν από μένα ή απέξω, τρόμαζα κιόλας πολύ, σαν κάποιος να ήταν μες στο δωμάτιο και να μου έπαιζε παιχνίδια σατανικά, ξυπνούσα και ξανακοιμόμουν χωρίς συνείδηση για το πού βρισκόμουν, και το πρωί που σηκώθηκα πια απ’ το κρεβάτι του… Προκρούστη, ήμουν ένας άνθρωπος αγνώριστος για τον εαυτό του, ένας άνθρωπος για πέταμα, όπως αυτή η επονείδιστη επιστολή που, αντί να σταλεί στο φίλο μου τον Ορέστη, βρήκε τη θέση της στον κάλαθο των αχρήστων, κι ο Ορέστης ίσως αποδώ και πέρα να ‘ταν η μεγάλη απώλεια της ζωής μου.

 

 

Ντουέτο

 

«Κάθε βράδυ ο ράφτης της γωνίας μας κλείνει το μαγαζί του στις έντεκα και φεύγει».
«Πού το ξέρεις εσύ αυτό, σάμπως βλέπεις;»
«Το ξέρει η Τασία, όπως ξέρει ότι το πρώην κατάστημα, εδώ, με τα φο μπιζού, επειδή δεν πατούσε κανείς πια, γίνηκε δισκάδικο με παλιούς δίσκους, εκείνους τους μεγάλους που τους έβαζες στο πικάπ. Έχεις κι εσύ πολλούς τέτοιους, μου φαίνεται».
«Ναι, καλά θυμάσαι, εκείνοι λέγονται βινύλιο, ενώ τώρα είναι της μόδας κάτι μικρά δισκάκια, σιντί τα λένε. Πάντα υπάρχουν συλλέκτες που ενδιαφέρονται για παλιά πράγματα».
«Εσύ έχεις απ’ αυτά τα μικρά, πώς τα λένε;»
«Έχω, και τα λένε σιντί σου είπα. Εμ δεν βλέπεις, εμ δεν ακούς, τι θα γίνει μ’ εσένα δεν ξέρω».
«Σιντί είπες; Σιντί θα πει στα τούρκικα ‘’τώρα’’ ».
«Τώρα ξετώρα, αυτά λέγονται έτσι. Αυτό είναι όλο…»
«Εσύ βάζεις καμιά φορά ν’ ακούσεις μουσική;»
«Κάπου κάπου. Δεν αδειάζω πια, κι έπειτα δεν έχω διάθεση συχνά, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ όπως παλιά, ακούω όμως απ’ το ραδιόφωνο της κουζίνας όταν μαγειρεύω ή κάνω άλλες δουλειές. Πολλές φορές κάθομαι στην καρέκλα όταν με καθηλώσει κάτι, κάθομαι και το βράδυ, στα σκοτεινά, μόνη μου. Μου αρέσει να κάθομαι στα σκοτεινά μόνη μου, τη βρίσκω μόνη μου… Κατάλαβες;»
«Άλλοτε άκουγες πολλή μουσική, άνοιγες, θυμάμαι, και τα παράθυρα και τις πόρτες του σπιτιού σου ν’ ακούνε όλοι στην πολυκατοικία μας, ιδίως το καλοκαίρι, που τα ‘χουν όλα ανοιχτά, ν’ ακούνε όλα τα κνώδαλα, έλεγες, αλλά δεν ήξερες αν τους ευχαριστούσε αυτό ή τους ενοχλούσε και μπορεί να έλεγαν από μέσα τους «Α, πάλι τη βάρεσε στο κεφάλι, την τρελή…» — την έβαζες, βλέπεις, στη διαπασών».
«Μην μ’ εκνευρίζεις τώρα, τ’ ακούς; Δεν μ εν διέφερε τι σκέφτονταν, δεν μ’ ενδιέφερε ποσώς να ξέρεις. Μια τέτοια πλύση εγκεφάλου τη χρειάζεται κανείς κάπου κάπου, ν’ ακούσουν και κάτι το ωραίο, που ξέμαθαν όλοι ν’ ακούνε, παρά μόνο να μιλάνε ξέρουν, απ’ το πρωί ως το βράδυ μπλα μπλα μπλα…»
«Μην αρχίζεις πάλι τη σολομωνική, σε βαρέθηκα πια».
«Εξάλλου το ωραίο επιθυμεί κανείς να το μοιραστεί με τους άλλους, δεν το αντέχει μέσα του μόνος του, θέλει να το χαρίσει».
«Αυτό πρώτη φορά το λες».
«Ίσως σ’ εσένα το λέω πρώτη φορά. Μάθε το λοιπόν».
«Καλά, καλά, προπάντων μην νευριάζεις, δεν το αντέχω».
«Έλα τώρα, πες μου, τι άλλο σου λέει η Τασία;»
«Μην κοροϊδεύεις, καλά που είναι κι αυτή η ευλογημένη και μαθαίνω κατιτίς από τη γειτονιά μας, ειδαλλιώς, αν περιμένω από σένα…»
«Αυτή όλα τα βλέπει, όλα τα ξέρει, έχει μάτια και στον πισινό της…»
«Η κυρία Λίτσα, η απέναντι μας, επέστρεψε απ’ το εξοχικό της μαύρη μαύρη απ’ τα θαλασσινά μπάνια.
Την είδε η Τασία επειδή χτες το πρωί άνοιξε τα παντζούρια της κι έπλενε το μπαλκόνι της πρώτα πρώτα, της φάνηκε μάλιστα της Τασίας ότι πάχυνε κάπως η κυρία Λίτσα».
«Α, έβαλε κιλά λοιπόν η γειτόνισσα, ε; Επόμενο είναι όσοι κάνουν διακοπές να τρων και να πίνουν εκεί και την Άρτα να φοβερίζουν, που λένε, άλλωστε τι άλλο να κάνουν; Πλήττουν θανάσιμα, φαίνεται, μέσα στην απραξία της καλοπέρασης και το ρίχνουν στις μάσες».
«Τα λες αυτά από κακία, επειδή εσύ δεν θέλεις να πας πουθενά το καλοκαίρι, μόνο κάθεσαι εδώ και ψήνεσαι απ’ τους καύσωνες».
«Αν ήθελα να πάω θα πήγαινα όπου γούσταρα, και μην με νευριάζεις πάλι, όταν ξέρεις τους λόγους… Πριν από χρόνια έβρισκα στις αμμουδιές χρωματιστά βοτσαλάκια, πέτρες με άσπρα λουλούδια απάνω, έβρισκα κρινάκια στην άμμο… «Στο γιαλό που του φύγαν τα καΐκια και του μείναν τα κρίνα και τα φύκια…» είπε ο Παλαμάς. Το ξέρω όλο απέξω αυτό το ποίημά του «Ανατολή • Να σ’ το πω;»
«Πες το».
«Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα, μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα, λυπητερά, πως η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας…» Σου άρεσε;»
«Ωραίο που είναι… Πώς τόσο μεγάλο ποίημα το θυμάσαι απέξω;»
«Τα ωραία απ’ τα παλιά δεν τα ξεχνάει εύκολα κανείς, τα τωρινά ξεχνάμε επειδή είναι πάρα πολλά, και καλά κάνουμε που τα ξεχνάμε, αλλιώς θα μας άνοιγαν το κεφάλι να βγουν έξω, θα μας σάλευαν το νου. Τ’ ακούς;»
«Τ’ ακούω, τ’ ακούω, μην φωνάζεις με την τσιριχτή φωνή σου και μου τρυπάς το τύμπανο».
«Αν δεν φωνάξω, δεν ακούς, δεν καταλαβαίνεις …»
«Καταλαβαίνω, και πολύ μάλιστα, αλλά έχεις έναν τρόπο απότομο, που με κάνει και υποφέρω καμιά φορά».
«Κι εγώ υποφέρω μαζί σου. Ίσως να ‘ναι η σκέψη ότι θα καταντήσω κάποτε κι εγώ σαν εσένα, αν ζήσω τόσο πολύ όσο εσύ…»
«Δεν ξέρω αν πρέπει να σου ευχηθώ να ‘χεις τα χρόνια μου, η μακροζωία δεν είναι καλό πράγμα. Η μακροζωία είναι καλή όταν είσαι καλά, αλλά δεν συμβαίνει ποτέ κάτι τέτοιο, έτσι καταντάει κατάρα».
«Κατάρα και καταρράκτης των ματιών… τον βρήκα τον κακό συνειρμό».
«Και μόνο; ‘’Μόνος’’ , ‘’μοναξιά ’’ , από που βγήκαν, θαρρείς, αυτές οι λέξεις, από το στόμα των γηρατειών βγήκαν. Κάποτε είχα τη φίλη μου την Καλλιόπη, πάει αυτή. Ύστερα είχα την Τασούλα, μετά τη λειτουργία της Κυριακής πηγαίναμε για καφέ στο «Πεϊνιρλί», εδώ στην Καμάρα, πίναμε τον καφέ και μαζί από μισό πεϊνιρλί. Πάει κι η Καλλιόπη».
«Τώρα έχεις την Τασία. Λίγο είναι;»
«Στη χάση και στη φέξη κι αυτή».
«Η Τασία όμως σου φέρνει πολλά νέα, να ‘χεις να σκέφτεσαι όλη τη βδομάδα».
«Να σκέφτομαι, είπες. Μήπως κάνω κι άλλη δουλειά; Κουράστηκα να σκέφτομαι… Τη Μένη τη βλέπεις καμιά φορά;»
«Πολύ αραιά. Έχει κι εκείνη την υγειά της χαλασμένη. Δασκάλα δεν ήταν;»
«Ως διευθύντρια βγήκε στη σύνταξη. Ωραία γυναίκα είναι».
«Ήταν».
«Έστω. Πόσοι πέθαναν στην πολυκατοικία μας αφότου μένουμε εδώ;»
«Να μετρήσω: ένας ο Στάθης ο διπλανός μας, δύο ο Σιμιρδάνης, τρεις η Σιμιρδάναινα, τέσσερις η κυρά-Μαρία η αποπάνω μας, πέντε ο Λάζαρος της Μένης, έξι η Καίτη η Θεοδώρου… Αυτοί».
«Πέρασε από καιρό η σειρά μου. Όλοι αυτοί ήταν νεότεροι μου τότε».
«Αυτά δεν έχουν σειρά, δεν βλέπεις; Νέοι, κατανέοι, πεθαίνουνε σήμερα στο άψε σβήσε».
«Το ξέρω…»
«Ας αφήσουμε τα πένθιμα. Πες μου τώρα τι σκέφτεσαι όταν μένεις μόνη ή ώσπου να ‘ρθει κανένας να σου κάνει παρέα».
«Το τι σκέφτομαι δεν μπορώ εύκολα να σου το πω, όπως δεν μπορώ να σου περιγράψω και τα πολλά όνειρα που βλέπω τη νύχτα. Συνέχεια βλέπω όνειρα, πότε εφιαλτικά, πότε τρελαμάρες κι ανοησίες, εγώ, που ποτέ στη ζωή μου δεν έβλεπα όνειρα. Από τότε που πέθανε ο μπαμπάς σου δεν τον είχα δει ούτε μία φορά στον ύπνο μου και το είχα καημό, γιατί άραγε δεν έρχεται; έλεγα μέσα μου, και τώρα τελευταία τον βλέπω πολύ συχνά».
«Τον αγαπούσες;»
«Μην με ταράζεις με τέτοιες ερωτήσεις! Ήταν ο άντρας μου και ο πατέρας των παιδιών μου».
«Δεν φτάνει αυτό, δεν είναι αρκετό το αυτονόητο…»
«Πάντα είχες την τάση να βάζεις το μαχαίρι στο κόκαλο. Αυτό το θεωρώ ασέβεια από μέρους σου, το λιγότερο απρέπεια».
«Καταλαβαίνω. Δεν θέλει κανείς να τα τινάξει όλα στον αέρα, ίσως δεν έχει τα κότσια, και δεν είμαι χαζή για να μην το κατανοώ αυτό, απ’ την άλλη μεριά όμως… μια ζωή στην κόλαση…»
«Ό,τι και να κάνεις, δεν γλιτώνεις απ’ αυτήν. ..»
«Δίκιο έχεις. Πες μου λοιπόν τώρα τα ωραία μόνο, να τα ξαναθυμηθείς, ν’ αλλάξουμε χαβά και διάθεση».
«Όταν ήρθε για πρώτη φορά στο σπίτι ο μπαμπάς σου —ο λόγος δόθηκε στης θείας Ευτέρπης— και μπήκε στην κουζίνα να πλύνει τα χέρια του προτού καθίσουμε στο τραπέζι, εγώ πίσω του περίμενα κλαρίνο μ’ ένα ανοιχτό πεσκίρι, και καθώς γύρισε το σώμα του προς τα μένα να πάρει το πεσκίρι να σκουπιστεί, μου σκάει ένα φιλί στο μάγουλο, λέγοντάς μου: «Το πρώτο μας». Εγώ ξαφνιάστηκα, κοκκίνισα, έτρεμαν για ώρα τα πόδια μου. Φιλούσε πολύ γλυκά ο μπαμπάς σου, με φρόντιζε στο κρεβάτι…»
«Α, έτσι. Δεν είναι λίγο αυτό που μου λες… Πρώτη φορά μού το λες αυτό…»
«Τη βραδιά του κανονικού αρραβώνα μας έγινε μεγάλο γλέντι. Σφάχτηκαν από την προηγούμενη μέρα αρνιά, κατσίκια, και τι κοκορέτσια, τι πουλάδες, τι πίτες… έρεε το κρασί, οι νταμιτζάνες πήγαιναν κι έρχονταν, οι άντρες γίνηκαν φέσι, ο παππούς σου τύφλα, δεν έβλεπε μπροστά του, και κάποια στιγμή τον βλέπουμε να κυλιέται κάτω στο πάτωμα με τη μούρη πασαλειμμένη γιαούρτι, μόνο τα μάτια του φαίνονταν, η αδελφή του, η θεία Ευγένεια —μεγάλη μάρκα αυτή—, παρουσιάστηκε άξαφνα ντυμένη μάγκας, με κατάμαυρα μουστάκια από κάρβουνο και μπεγλέρι στο χέρι, μας χόρεψε έναν καρσιλαμά τι να σου πω, και τα όργανα είχαν μεθύσει κι αυτά θαρρείς, ως τα ξημερώματα τρελάθηκαν, απ’ το βιολί είχε σπάσει μια χορδή κι έπαιζε με τις τρεις ο βιολιτζής, κουντούρντισμα σκέτο σου λέω, και κάποια ώρα μ’ αρπάζει ο μπαμπάς σου —στεφάνι σφιχτό τα χέρια του στη μέση μου— και με φιλάει μέσα στο στόμα. Είδα τον ουρανό σφοντύλι…»
«Ωραία πράματα αυτά, γουστάρω. Πες μου τώρα για τη θεία Ευγένεια, το έτσουζε θαρρώ, γιατί θυμάμαι από μικρή, κάθε καλοκαίρι που μας πήγαινες στον Βόλο αλλαγή, στο φτωχικό της, μου έδινε κι εμένα να ρουφήξω λίγο τσίπουρο. Φαίνεται εκείνη μ’ έμαθε να πίνω και τώρα το συκώτι μου έχει πρόβλημα. Ξέρεις… Είχανε κάτι σαν μπακάλικο η θεία Ευγένεια;»
«Ναι, μπροστά στο σπίτι τους μια παραγκούλα είχανε με τσιγάρα, σοκολάτες, καραμέλες, λουκούμια, τέτοια. Η Ευγένεια τρελαινόταν για τα λουκούμια, κι όταν πήγαινε να ξαπλώσει ο άντρας της ο Ευριπίδης κι έμενε εκείνη στη θέση του έκοβε κάθε φορά ένα κομματάκι από τρία τέσσερα λουκούμια, τα ‘χάφτε, έπειτα αυτά τα κομμένα τα τέντωνε με τα δάχτυλά της καλά καλά, να φαίνονται σαν ολόκληρα, έριχνε από πάνω μπόλικια άχνη ζάχαρη, κι ούτε γάτα ούτε ζημιά».
«Πολύ κόλπο αυτό, γουστάρω, πολύ τσίφτισσα η θείτσα…»
«Τι άλλο θυμάσαι;»
«Εσύ θυμάσαι εκείνο το απόγευμα, με τη φιλενάδα σου την Κατερίνα, το «φαγοπότι» που κάνατε στην αυλή της θείας της Αριάδνης, απέναντι απ’ το σπίτι της θείας Ευγένειας, καθισμένες στα σκαμνάκια;»
«Αν θυμάμαι λέει… Ήταν φτωχιά και η θεία της Κατερίνας, δεν είχε τίποτα να μας τρατάρει εκείνη τη μέρα, μας έφερε λοιπόν κάτι ξεροκόμματα ψωμιού, κάτι κομούτσα, τα βουτούσαμε στο νερό, τα παπαρώναμε και τα τρώγαμε με ελιές και σκόρδο —ένα κεφάλι η καθεμιά— μέχρι σκασμού. Μέλι μάς φαινόταν αυτός ο συνδυασμός, είχε τουρλώσει η κοιλιά μας, δεν μπορούσαμε να σηκωθούμε απ’ το σκαμνί μας, γέλια, γέλια, το στόμα μας είχε ανάψει απ’ τα σκόρδα, είχε καεί, τα χείλια μας είχανε πρηστεί νταούλι, αλλά εμείς εκεί! Πείνα μια φορά…»
«Τώρα τι γίνεται, να ‘χουμε τόσα καλούδια και να μην κάνει να τ’ απολαύσουμε, λόγω του ότι και λόγω του ότι… Ξέρεις».
«Το ξέρω. Είναι μια άλλη τιμωρία κι αυτή, της εποχής μας. Ο κόσμος υποφέρει, οι γιατροί πλουτίζουν αράδα, τα φαρμακεία φυτρώνουν σαν μανιτάρια στην πόλη, τα σπίτια γέμισαν φάρμακα — και ποιος δεν παίρνει… Τι ώρα θα έρθει η Τασία; Ποιος ξέρει τι νέα θα ‘χει να σου πει πάλι».
«Θα ‘ρθει όπου να ‘ναι, αλλά να σου πω, απόψε δεν την έχω ανάγκη, περάσαμε μια χαρά μαζί, καιρό είχαμε να τα πούμε έτσι. Τηλεφώνησε της να μην έρθει. Έχει σκοτεινιάσει κιόλας έξω; Σαν να μαύρισαν πιο πολύ τα μάτια μου».
«Ναι, άρχισαν να μικραίνουν οι μέρες».
«Αισθάνομαι την ανάγκη να ξαπλώσω, θα ξαπλώσω λίγο, θα ξαπλώ… αχ…»
«Τι συμβαίνει, μαμά; Τι έχεις; Μαμά… μαμά…»

 

 

Η ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΜΕ ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ Διηγήματα (2010)

 

 

Γεύση από χώμα και ουρανό

 

«Τι υπέροχο είναι το κολιέ σου», είπε, κι έκανε να το αγγίξει, να αισθανθεί το σχήμα του, τη λάμψη του, το ρυθμό του, και τότε γλίστρησαν τα δάχτυλα του στο στήθος της κι άρχισε, κοιτάζοντάς την στα μάτια, να το θωπεύει μ’ έναν τρόπο που την έκανε να σκιρτήσει, να μπιμπικιάσει το δέρμα της απ’ τη γλυκιά ανατριχίλα,
«τι κάνεις εκεί;» μπόρεσε να ψελλίσει με σβησμένη φωνή, «άφησέ με», είπε εκείνος, «είναι νύχτα και δεν μας βλέπει κανείς, άφησέ με να σε γνωρίσω», έκανε να του εμποδίσει το χέρι, να τον αποτρέψει, αλλά ήτανε πια αργά γι’ αυτήν την κίνηση,
αργά για μια προσπάθεια απαγόρευσης, το αισθάνθηκε μεμιάς σαν κάτι το αναπότρεπτο, ένα πεπρωμένο απ’ όπου φυγείν αδύνατον, σαν να είχε έρθει η ώρα να πεθάνει και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε γι’ αυτό, αφέθηκε στο μυστήριο του σώματος, σαν να γεννιόταν εκείνη τη στιγμή σ’ ένα σκοτάδι απ’ όπου κοίταζε το εκτυφλωτικό φως της δημιουργίας, μια πρωτόγνωρη γνώση του σύμπαντος μέσα της αλλά και μια εκμηδένιση την κατείχε, εκείνος είχε ήδη ξεκουμπώσει τα εμπόδιά της, είχε ανοίξει και τα δύο παράθυρα μιας έκπαγλης θέας, κι εκείνη τότε μπόρεσε να αισθανθεί τι σημαίνει αιωνιότητα του σώματος, ένα σβήσιμο του κόσμου μέσα στα χέρια του που σαν αμφορείς σάρκινοι γέμιζαν αρχαίο νέκταρ και αίμα από την πηγή της, ξεχείλιζαν άσπρο και κόκκινο χρώμα, ανάμεικτα, μια συμφωνία ζωής και θανάτου της αφαιρούσε κάθε δύναμη γι’ αντίσταση καθώς όλο και προχωρούσαν τα χέρια του σ’ ένα βάραθρο ανυπολόγιστο, σκοτεινό, κι εκείνη, χαμένη πια μέσα στη μνήμη της, αφημένη στο δέος που τη μεταμόρφωνε σ’ ένα άλλο ον, σαν να μη γνώριζε το όνομά της, σαν να έχανε το σπίτι της, το φόρεμά της, την ομιλία της, ζούσε μέσα της το νέο πλάσμα του εαυτού της με σπασμούς, με δάκρυα και χείλη ματωμένα από άγρια φιλιά και σάλια που τα ρουφούσε με μια δίψα πρωτόγνωρη, σαν να ‘ταν αυτό που θα την έκανε να ζήσει, «έτσι φαίνεται θα είναι ο θάνατος», ένιωσε, μια αστραπή έσκισε άξαφνα το μέτωπο της σαν πύρινη ρομφαία και είδε χρώματα εκτυφλωτικά, ένα ουράνιο μεγάλο τόξο μπήκε μέσα στα μάτια της, «χάνω το φως μου» είπε
μέσα της κι αφέθηκε στα χέρια του σαν σώμα ανύπαρκτο, πράγμα χωρίς μορφή και δίχως βάρος, αφέθηκε γυμνό κι ανυπεράσπιστο.

 

 

Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι

 

Όχι πως έτρεφα καμιά αγάπη για την Ευρυδίκη, ή έστω κάποια συμπάθεια, ούτε καν αυτή δεν μου ενέπνεε το λυπημένο και αγέλαστο μονίμως πρόσωπο της, μονάχα ένας οίκτος ψυχρός, σχεδόν διανοητικός, ερχόταν κάπου κάπου να αφυπνίσει τα φιλεύσπλαχνα αισθήματά μου όταν σκεφτόμουν ότι η άχαρη ζωή της —άχαρη σαν την ίδια— της πρόσθετε ένα φωτοστέφανο, σκουριασμένο κι αυτό με τα χρόνια, ένα φωτοστέφανο το οποίο όχι μόνο δεν εξέπεμπε φως, ούτε καν ένα φωτάκι, ώστε να διακρίνω μια λάμψη στα μάτια της, ένα βλέμμα που θα με παράσερνε πέρα από μιαν ανεξήγητη αντιπάθεια για εκείνη.
Σκεφτόμουν ακόμα ότι ούτε τ’ όνομά της δεν της ταίριαζε. Ποιος άραγε της το είχε δώσει και πώς τόσο εύκολα, τόσο επιπόλαια το έχει οικειοποιηθεί, το έχει κλέψει χωρίς ντροπή από τη μυθολογία και δεν βρέθηκε κανείς να την καταγγείλει; Ή μήπως ακόμα το διατηρεί από φιλοδοξία, κοκεταρία, επίδειξη μιας γελοίας ψευδαίσθησης, παρηγοριά στη στέρφα ζωή της;
Γιατί τι ζωή ήταν αυτή, χρόνια και χρόνια να φροντίζει σαν είλωτας δυο άντρες ως εκεί απάνω, χωρίς κανένας απ’ τους δυο να ‘ναι ο δικός της άντρας, παρά τ’ ανύπαντρα, σαν εκείνη, αδέλφια της που όλο μεγάλωναν ερήμην της, θέριευαν, και το
σπίτι της όλο μίκραινε, στένευε, σαν να κατέβαινε ακόμα και το ταβάνι.
Τ’ αδέλφια της βέβαια ήταν μια συντροφιά, ούτε λόγος, μια κουραστική συντροφιά έστω, παρουσία ανθρώπινη, αντρικό χνότο. Έφευγαν το πρωί για τη δουλειά τους, γυρνούσαν σχεδόν το βράδυ, να φάνε, να πιούνε, έπειτα οι τρεις τους να επιδίδονται σ’ ένα ακατάσχετο φουμάρισμα απέναντι στην τηλεόραση, να ντουμανιάζει το καθιστικό τους ώσπου να μην βλέπει ο ένας τον άλλον, τι νέα λοιπόν; τίποτα, αυτό
σαν επωδός, καθένας στη σιωπή του, στο τσιγάρο και τη στάχτη του. Ένα ολόκληρο σπίτι, τρεις ολόκληροι άνθρωποι, τέταρτη η βουβαμάρα.
Η Ευρυδίκη, ένα κούτσουρο πια εδώ και χρόνια, καθώς τ’ αδέλφια της πεθάναν το ένα πίσω από το άλλο. Μονάχη τους σαβάνωσε, άκλαυτους τους έστειλε. Άδειασε το σπίτι της από τότε, ξαναμεγάλωσε, τι να το κάνει όμως; Το ταβάνι την πλακώνει ακόμα πιο πολύ, κι όταν λυσσομανάει ο σκληρός Δεκέμβρης και τρίζουν εφιαλτικά οι μεντεσέδες των παντζουριών, «ο φόβος την βρίσκει κι είναι μόνη». *
Χρόνια και χρόνια με τα μαύρα, το καλοκαίρι στο μπαλκόνι της πάλι με τα μαύρα, κι ας καίγεται ο τόπος, πάντα με το τσιγάρο στο χέρι, στο στόμα, καπνός απ’ τη φωτιά της. Μια Ευρυδίκη δίχως κανέναν Ορφέα, μια έρημη χώρα η ζωή της, χαμένη σε βουνά και αμμόλοφους, σε τοπία άδενδρα, άνυδρα, βαλτωμένη ζωή όπου ούτε βατράχια δεν κοάζουν, παφλασμός λάσπης δεν ακούγεται, ν’ ανοίξει μια λακκούβα, να βυθιστούν οι ώρες της, θυσία στην αδιαφορία του καλοκαιριού και του χειμώνα.
Πάντα στο μπαλκόνι της λοιπόν, μόνη, κι εγώ να μαντεύω τ’ αδάκρυτα μάτια της, σαν να έχουν πατικωθεί οι πληγές της κάτω από μπάζα συμπαγή απ’ όπου δεν παίρνει αέρα να κάθεται ώρες και ώρες ακίνητη σαν σκιάχτρο που διώχνει με την καύτρα του τσιγάρου της τα νυχτοπούλια σε χωράφια με σκοτεινά σπαρτά.
Τον τελευταίο καιρό δεν βλέπω κατιτίς να φωτίζει το χέρι της όπως άλλα καλοκαίρια τις νύχτες στο μπαλκόνι της, μια σκοτεινιά μόνο, ποτέ δεν ανάβει φως, ακίνητη στάση, μ’ όλο τον όγκο του σώματος της, κάπου εκεί θα κάθεται οπωσδήποτε, σαν κρυμμένη από τον ίδιο τον εαυτό της, κρυφή σιωπηλή γυναίκα και πάντα μονάχη.
Μα αν δεν καπνίζει τώρα πια η Ευρυδίκη;
Φέτος άπλωσε και στερέωσε με μανταλάκια στην κουπαστή του μπαλκονιού της ένα λευκό σεντόνι, κι όταν πέφτει η νύχτα και κοιτάζω εκεί προσπαθώντας να διακρίνω πίσω απ’ το πανί ένα αμυδρό φωτάκι ή έστω μια σκιά καπνού, η έμμονή μου να καταλάβω τι συμβαίνει, γίνεται ψύχωση δική μου.
Τόσα καλοκαίρια σκεπτόμουν με ανακούφιση, α, η Ευρυδίκη καπνίζει ακόμα, καλό είναι, ξεδίνει μες στην ερημιά της, κάτι κινεί το σώμα της, κάτι αναδεύεται στο μπαλκόνι της, στο κάτω κάτω της γραφής μια απασχόληση είναι το κάπνισμα, μια πράξη είναι, ανοίγεις το πακέτο, παίρνεις ένα τσιγάρο, το βάζεις ανάμεσα στον δείκτη και στον μέσο του χεριού σου, με το άλλο χέρι πιάνεις τον αναπτήρα,
«τσαφ», το τεφροδοχείο βαθμηδόν γεμίζει στάχτη και γόπες κόκκινες απ’ το κραγιόν σου, σκέτη σιχαμάρα, δικό σου αποτέλεσμα, το ανέχεσαι, κάποια
στιγμή σηκώνεσαι μουδιασμένη, αδειάζεις τα επίχειρα του πάθους σου στον μικρό κάδο, «το έσβησα, δεν το έσβησα», σε τρώει λίγο η αμφιβολία, ξανακάθεσαι
για μια συνέχεια ακατανόητη από τον ίδιο τον εαυτό σου. Έστω…
Μα αν δεν καπνίζει τώρα πια η Ευρυδίκη;

*Από το βιβλίο της Σοφίας Νικολαΐδου, Ο φόβος Θα σε
βρει και θα ‘σαι μόνος (διηγήματα, Κέδρος, 1999).

 

 

Στον αστερισμό της ουτοπίας

 

Τώρα που τα χρόνια καβάλησαν για τα καλά πάνω στους ώμους μας και αυλάκωσε το πρόσωπο μας ένα άλλο δέρμα που κανένας καθρέφτης δεν μπορεί να το αγαπήσει, η σκέψη ότι κάποτε υπήρξαμε μικρά παιδιά και ζήσαμε την ευτυχισμένη και συνάμα τρομερή ηλικία της πιο φανταστικής παρόρμησης, πέρα από τη λογική και τη φρόνηση, θα νομίζαμε ότι αφορούσε κάποιον άλλον και όχι εμάς, επειδή κανένα ντοκουμέντο, κανένα επίσημο χαρτί δεν θα πιστοποιούσε ότι υπήρξε εποχή που είχαμε στις τσέπες μας πέτρες και μπίλιες σαν νομίσματα ακριβά, και ότι οι μεγάλοι φάνταζαν στα μάτια μας σαν τέρατα που μας εμπόδιζαν στις ριψοκίνδυνες πτήσεις μας, στην έξοδο μας από έναν κόσμο που όχι μόνο δεν καταλαβαίναμε αλλά
που θέλαμε κιόλας να τον υπερβούμε μέσα από μία δική μας εξουσία, σαν αναφαίρετο δικαίωμα μας ή σαν άνωθεν εντολή που οφείλαμε να εκτελέσουμε εν ονόματι ενός κώδικα επικοινωνίας με τον ίδιο τον εαυτό μας. Κι’ όμως, αυτά τα παιδιά είμαστε εμείς. Και η μνήμη, τώρα που έχουμε απομακρυνθεί απ’ αυτό που υπήρξαμε κάποτε, κρατάει σαν θησαυροφυλάκιο όλες τις εικόνες της παιδικότητάς μας, πιο έγκυρα από κάθε σφραγίδα και χαρτί, και μας τις προσφέρει μέσα σε μια ομίχλη αισθημάτων, ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα.

 

 

Έβγαλε άνθη η λεμονιά

 

Ήταν απόβραδο που καθόταν στην πεζούλα μονάχη κι άκουγε τ’ αγόρια να λένε, «τσαταλίνα ματαλίνα και στον κώλο σ’ μια σωλήνα», κι εκτός τούτου, έπιαναν τους αριθμούς απ’ το ένα ως το δέκα και επινοούσαν δικά τους… αποφθέγματα, όπως «τρία, να πέσεις μες στη χρεία», «έξι, ο κώλος σου να φέξει», ή «επτά, να φας του σκύλου τα σκατά», και χάχανα πότε προσποιητά, πότε επιδεικτικά, σαν να ‘ταν αναγκασμένα να ευχαριστηθούν, ίσως βέβαια και να το διασκέδαζαν με την ψυχή τους, τα τρυφερά χειλάκια άνοιγαν σε βρομοστόματα, αθώα θαρρείς, ενώ όταν ένας τους -πώς του ήρθε και άλλαξε;- πέταξε εκείνο το «πέντε, πάρ’ το κερί και φέγγε», φαντάστηκε εκείνη νύχτες με θεόρατες σκιές, παράξενα ψαξίματα κι αναζητήσεις σε υπόγεια, σε κρύπτες και σύδεντρα, σε δάση πυκνά και ρεματιές, φοβόταν κιόλας, ανατρίχιαζε, αλλά της άρεζε, δεν μπορούσε να διασκεδάσει, να γελάσει με τ’ άλλα, τα χαζά κι όλες εκείνες τις επινοήσεις, τις σκατοεμπνεύσεις των αγοριών οι οποίες δεν είχαν τέλος, ώσπου ένα βράδυ την παρέσυραν σ’ ένα σπίτι-παράγκα του ενός, έβγαλαν όλα το πουλί τους απ’ το κοντοπαντέλονό τους και κοίταζαν ποιο πρώτα «να της το κατεβάσει» για να την ακουμπήσουν, να την αγγίξουν «εκεί» ή απλώς να το δουν, να δουν πώς είναι, κι εκείνη, μια στεκόταν ακίνητη από περιέργεια, μια τραβιόταν και τα απωθούσε σε αυτήν την απόπειρα, ίσως από μια ασυνείδητη επιθυμία, ήθελε να δει πού θα το πάνε, τι ‘ναι αυτό που θέλουν σώνει και καλά να της βάλουν, και κάποια στιγμή που εκείνα γελούσαν με τα πονηρά χειλάκια τους, τους ξέφυγε, βγήκε απ’ την παράγκα κι έτρεξε μες στη νύχτα, πάνω σε πέτρες και χώματα, έτρεξε κατά το σπίτι της, η μάνα της πρόσεξε μια έξαψη στο πρόσωπο της, ένα άναμμα, και είπε, «πού ήσουν νύχτα ώρα, σε ποια σοκάκια;» κι εκείνη της απέκρυψε το συμβάν, ήθελε να ‘χει το μυστικό της, έπεσε νηστικιά στο στρώμα της, ώσπου την πήρε ο ύπνος και βρέθηκε στις όχθες ενός μικρού ποταμού, έβγαλε τα πέδιλά της και βύθισε τα πόδια της μέσα στο νερό και τα κουνούσε οριζόντια και κάθετα, και ξαφνικά μια φιλενάδα της την άγγιξε απαλά στον ώμο, «τι κάνεις εδώ μονάχη;» της είπε, κι εκείνη, χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει, «βαφτίζομαι», είπε κι έπεσε ολόσωμη μέσα στο ποτάμι, εξαφανίστηκε ολότελα μεμιάς και δεν ένιωθε ότι πνίγεται, αλλά χαρούμενη κιόλας έπαιζε με τα ποταμίσια ψάρια λέγοντας «τσαταλίνα ματαλίνα και στην πόρτα η θεία Λίνα», ή «έξι, τραγούδα ως που να φέξει», ή «εννιά, έβγαλε άνθη η λεμονιά».

 

 

Δοκίμια και Δοκιμασίες

 

 

Ανεξάντλητοι οι δρόμοι και οι διαδρομές στην ποιητική πορεία της Ζωής Καρέλλη

Παίρνεις ένα μονοπάτι, παίρνεις άλλο μονοπάτι κι όλα τα βήματα και οι βηματισμοί σου εκβάλλουν μέσα σε μια κοίτη, όπου στίχοι, ήχοι, απόηχοι βυζαντινής μουσικής σε καθηλώνουν σαν σε θρησκευτική παράκληση. «Κοίταξε πως ανθίζουν τα λουλούδια», σου λέει άξαφνα, σα να σε προτρέπει σε μια νέα κοσμογονία η σε μια μυστική θεώρηση ως αναθεώρηση της ‘ίδιας της ζωής, που Εκείνη με σέβας και με πάθος την έζησε ενενήντα επτά χρόνια. Χρόνια σκληρότητας και αυστηρότητας πρώτα και προπάντων απέναντι στον εαυτό της κι υστέρα απέναντι σε ό,τι της παρουσιαζόταν ως εύκολο, ρευστό, αυτονόητο, για τους άλλους συναλλαγή καθημερινή. Αυτή η ηθική και αισθητική στάση της, η σταθερότητα της αγωνίας της στην ποίησή της, στα δοκίμιά της αλλά και στη ζωή της, είναι δ,τι ακριβώς γνώρισα σ’ Εκείνη, από τη χρονιά του 1964, καθώς με δέος κάθε φορά, στις συναντήσεις μας, εντρυφούσα σ’ εκείνο που με τον δικό μου τρόπο κατανόησης μπορούσα να εντρυφήσω σε μια ευλογημένη στιγμή, όταν σαν αστραπή άστραφτε εντός μου το πνεύμα της.
Ο λόγος της Ζωής Καρέλλη, και στη γραπτή και στην προφορική υπαρξιακή του αναζήτηση και εγρήγορση, φανερώνει τον αγωνιζόμενο άνθρωπο πέρα από κάθε ηλικία, τη γυναίκα που εξ αρχής επωμίζεται την ευθύνη των πράξεών της, τη γυναίκα που «δεν κλαίει», που δε ζητάει τίποτε από τους άλλους, παρά μονάχα από τον εαυτό της τη δύναμη και τη δυνατότητα να πορευτεί και να ολοκληρωθεί μόνη της ως άνθρωπος, πέρα από κινήσεις και πράξεις σκοπιμότητας και ατομικού κέρδους.
Η έγνοια της και η αγάπη της για τη νεότητα, για τους νέους ανθρώπους που άξαφνα η βαθμηδόν βρίσκονται μέσα σε μια απάνθρωπη κοινωνία και δεν έχουν που ν’ ακουμπήσουν τον εαυτό τους και τους προβληματισμούς τους, προβάλλεται ανάγλυφα στο ποίημα της Νεότητα δύσκολων χρόνων ( Της μοναξιάς και της έπαρσης, 1951, τόμος Α’). ‘Άλλωστε, κι Εκείνη είναι μητέρα και γνωρίζει καλά πόσο τα μηνύματα των καιρών είναι σκοτεινά και δυσοίωνα.
Τώρα πια, κι ενώ με την αμετάκλητη σωματική απουσία της μια πόρτα έχει κλείσει, μια άλλη πόρτα ανοίγεται μπροστά μας, απ’ την αρχή, υψηλή είσοδος στο έργο της, αρχοντική υποδοχή, γεμάτη από την ομορφιά και την οδύνη της ψυχής. Εκείνο λοιπόν που επιθυμεί κανείς από δω και πέρα, είναι η επαφή του με αυτήν την πνευματική διαθήκη που μας άφησε η Ζωή Καρέλλη μέσα από την ποίησή της, τα δοκίμιά της, το ποιητικό της θέατρο.
Η τελευταία μου φορά στο σπίτι της Ζωής Καρέλλη συνοψίζεται σε δυο «επισκέψεις», σ’ εκείνη στις έξι η ώρα το πρωί της δεκάτης έκτης Ιουλίου 1998, ημέρα του θανάτου της, και στην επομένη, ημέρα της κηδείας της. Κατά το σούρουπο της πρώτης ημέρας και καθώς ένα αεράκι μας ευεργετούσε μες στο δωμάτιο όπου Εκείνη κοιμόταν, εμείς οι λίγοι φίλοι της, καθισμένοι στο πλάι της, ακούγαμε —από τη φωνή της Ρούλας Αλαβέρα που ερχόταν σαν προσευχή μυστική— την απουσία της να λάμπει μέσα στην ποίησή της, σοβαρή, οδυνηρή, αλλά τόσο κοντά μας στην ανθρώπινη κατάθεσή της.

 

 

Οριακά σημεία στην ποίηση του Κλείτου Κύρου

 

Η αδιάλειπτη παρουσία του Κλείτου Κύρου στην ποίηση —όχι βέβαια παρουσία επικαιρικής τύρβης, άλλα ένα παρόν μετρημένο, περίσκεπτο και προπάντων «πληρωμένο»— αποτελεί τη συνέχεια και τη συνέπεια μιας συνείδησης που αφουγκράζεται πάντα τον εαυτό της με έναν τρόπο μοναστικής αυστηρότητας —το τελευταίο ας συνυπολογιστεί με τη σοφή επεξεργασία και οικονομία του στίχου, πράγμα που το αισθάνεται κανείς παρά το υποψιάζεται.
Η ωριμότητα του ποιητή και των ποιημάτων είναι καταφανής εδώ και εισπράττεται τέλεια από κεινον που αναζητά στην ποίηση τη γνησιότητα, όταν του δίνεται το «δικαίωμα», από τα ίδια τα ποιήματα, να θέσει το χέρι του εις τον τύπον των ήλων.
Η συνέχεια και η συνέπεια, όπως είπαμε πιο πάνω, του Κλείτου Κύρου στην πάντα ακανθώδη ποιητική της έκφανση —επιλογή και μοίρα σφραγισμένη, άλλωστε, του ποιητή— δεν ερμηνεύεται παρά ως υπέρτατη αφοσίωση ερωτική, εννοώ πλατιά, στην απόλυτη και επώδυνη πράξη του λόγου και της γραφής του, μαρτυρία και μαρτύριο συνάμα του ζωντανού σώματος. Θαρρεί λοιπόν κανείς ότι ο Κύρου στην ποίηση βρήκε τον ορισμό της ύπαρξης του και του αισθήματος του για τη ζωή, με όλες τις γνωστές αντινομίες της και τη βεβαιότητα του θανάτου, κι από κει μέσα μας στέλνει, γυμνός, τις εμπειρίες του και τις διαψεύσεις των ονείρων.
Μια μικρή σταχυολόγηση από αυτά τα «πρωθύστερα» ποιήματα : οι κώδικες της φθοράς, ο άχραντος έρωτας, οι λέξεις που χάσανε τη σημασία τους, το τίμημα των ονείρων, οι αδιόρατοι θρόμβοι (των) δακρύων, τα χάσματα των συνειρμών, ο κήπος των παιδικών (σου) ονείρων, το παιχνίδι του τέλους, το λίγο του χρόνου, τα φιλιά και τα λόγια, οι αναίμακτες πληγές και τόσες άλλες αναφορές και καταθέσεις οδυνηρές, συνθέτουν τη δυνατή φύση των ποιημάτων, την εν δυνάμει μαρτυρία μιας συνείδησης η οποία χτυπιέται ανελέητα από τις αποκαλυπτικές αλήθειες της.
Ακόμα, η βαθιά μελαγχολία που αισθάνεται κανείς να διαπερνά τους στίχους, ωσάν σκιά αρχαγγελική, είναι μια μελαγχολία που τολμά να δείξει τον εαυτό της ως εν εσόπτρω. Αυτή η διαφάνεια οδηγεί σε περιοχές όπου κανένα άνθος δεν μπορεί πια ν’ ανθίσει, όταν «το παιχνίδι του τέλους», το ‘ίδιο το τέλος ήδη δηλώνεται στην πιο πικρή του ώρα.
Η γη σπαρμένη νεκρούς
δεν έχει που να πατήσεις
Ας μη φανταστεί, δε, κανείς, ότι αυτά τα νέα ποιήματα του Κύρου ενδίδουν σε καμιά παγίδα ηττοπάθειας εκφράζουν και προσδιορίζουν καίριους προβληματισμούς καθημερινής αγωνίας, οι όποιοι σημαδεύουν και κατευθύνουν τις ποιητικές του αναδιπλώσεις.
Η φιλάνθρωπη στάση του ποιητή, στην ευρύτερη έννοια της, αλλά και η έγνοια του για τον κόσμο που φθείρεται και «λιγοστεύει» χωρίς έλεος, θα μας δώσει κι εδώ ποιήματα εξαιρετικής σημασίας, όπου η κοινωνία μας μαζί τους αποκτά τη θλίψη του αμαρτωλού, που τίποτα δεν τον παρηγορεί.
Μέσα όμως από την αποκαλυπτική γνώση των ορίων μας έρχεται σιωπηλή μια έξαψη του Κύρου, για να μας ελεήσει στο βαθύτερο και βασανιστικότερο αίτημα μας που είναι η αγάπη —κι ας μην εκπλήσσει αυτό—, όταν μέσα από την αγια απελπισία αυτών των ποιημάτων προβάλλει η «περιουσία» και το περιούσιο βλέμμα ως εναγώνια και αέναη αναζήτηση.
Δεν μπορώ να πω ποιά ποιήματα από τον Πρωθύστερο λόγο υπήρξαν για τον εαυτό μου προσφιλέστερα από κάποια άλλα, δεν ξεχώρισα, όπως γίνεται συνήθως, κανένα ιδιαίτερα, επειδή η βιωματική συναλληλία τους αποτελεί μια σύνθεση τρομερή (με την «αγγελική» έννοια του Ρίλκε) κι όπου ο πιο ακραιφνής η επίδοξος αναγνώστης χάνει το δικαίωμα των προτιμήσεών του, κρατώντας μονάχα τη χάρη της μέθεξης στην ποιητική πράξη και το αποτέλεσμα αυτών των ποιημάτων.
Τέλος, η ποίηση του Κλείτου Κύρου με τη δραματική «διαφάνειά» της και την οποία περιπέτεια, σε ατομικό επίπεδο, συνεπάγεται, μας προσφέρει για άλλη μια φορά κάτι το πολύτιμο: τη δυνατότητα και το προνόμιο της συμμετοχής σε ό,τι πιο ιερό και όσιο προσφέρουν οι εξομολογήσεις. Ποίηση που σκύβει πάνω στο ίδιο της το σώμα, ώσπου οι δονήσεις του να εναρμονιστούν με τους νόμους και τους κανόνες μιας τέλειας συμφωνίας: εκείνης που, μέσα από την απομυθοποιημένη πραγματικότητα της ποιητικής πράξης, αποφασίζει να μας δώσει την αλήθεια της στην πιο σκληρή αλλά και την πιο τρυφερή εκδοχή της.

 

 

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου Η ερημία της αγάπης

 

«Κατά βάθος ο ποιητής έχει ένα θέμα,
το ζωντανό του σώμα».
Γιώργος Σεφέρης

Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, μέχρι να φτάσει στον δικό του θάνατο, έζησε σ’ όλη του τη ζωή έναν «δύσκολο θάνατο», παλεύοντας ανάμεσα στην εκπλήρωση του βαθύτερου σώματος του —με την έννοια του ερωτικού και υποστασιακού μαζί πάθους— και της υπέρβασης μιας ολότελα δικής του μοίρας, μαρτυρικής στο περιεχόμενο και στον προβληματισμό της.
Από τα πρώτα κιόλας ποιήματά του θα φάνουν ανάγλυφα: η σύγκρουση του αυτού του με έναν κόσμο ο όποιος αντιδιαστέλλεται με την αισθηματική «διεκδίκηση» του από τη μια μεριά, κι από την άλλη, η σωματική, να πει κανείς, συν-κατάθεσή του στο ανέφικτο της σχέσης και την ερημιά της αγάπης. («Μα ο άλλος είναι ανέφικτος»).
Με άλλα λόγια: ένας θάνατος που κανείς τον συνειδητοποιεί, τον βιώνει κατάσαρκα όπως ο Ασλάνογλου, είναι πάντα ένας δύσκολος θάνατος. Ο δύσκολος θάνατος δεν μπορεί παρά να είναι η παραδοχή μιας πραγματικότητας χωρίς αμφιβολίες και ψευδαισθήσεις η, αλλιώς, η άρνηση μιας παραδοχής της πραγματικότητας, ένα και το αυτό.
Η άρνηση για «παραίτηση» («η παράξενη επιμονή του να καταναλωθεί») , είναι επίσης ένα στοιχείο δυναμικό και καθοριστικό στην ποίηση του Ασλάνογλου, όταν ο ίδιος πιστεύει ότι πρέπει «να τα παίξει όλα για όλα» μέσα στον έρωτα —και μέσα στην ποίηση—, να γίνει «παρανάλωμα» και να φτάσει στην «εκμηδένιση» χάριν των αισθημάτων του για τον άλλον, εξαντλώντας και υπερβαίνοντας τα όριά του και τους όρους ενός δικού του παιχνιδιού, όπου δεν υπάρχει κέρδος και χάσιμο παρά μονάχα ένα καταστάλαγμα σκοτεινό μέσα στην έξαρση μιας σεπτής «αντίφασης»: «να σωθεί η να μαρτυρήσει στην τέλεια σχέση».
Ο δύσκολος θάνατος, λοιπόν, στο ποιητικό βίωμα του Ασλάνογλου —επιμένω σ’ αυτό το καίριο στην ουσία του και αυστηρό στις συντεταγμένες του «θέμα»— όχι μόνο δεν είναι ένα σχήμα τίτλου η απλώς ένα σημείο αναφοράς, αλλά αντίθετα είναι μια συνέπεια η
οποία τον ακολουθεί και τον σφραγίζει για πάντα μέσα στην ηδονή και την οδύνη μιας αιματηρής περιπέτειας, περιπέτεια σώματος και ψυχής, ως πέρα.
Κι αν δηλώνει με μια υψηλή συνείδηση της ποιητικής πράξης του ότι «πικραίνεται λέγοντας διαφορετικά το ίδιο πράγμα», θα μπορούσε να είχε παρηγορηθεί με τη σεφερική ρήση ότι «κατά βάθος ο ποιητής έχει (μόνο) ένα θέμα, το ζωντανό του σώμα», που για τον Ασλάνογλου γίνεται το μοναδικό ταξίδι της περιπλάνησης του, γίνεται σπίτι, κόσμος έξω-μέσα, γίνεται ρυθμός και της ζωής του μύθος που, απ’ όποια πλευρά κι αν τον κοιτάξει κανείς, θα δει ότι συνθέτει την πρώτη και έσχατη «ύλη» για «όσα έχει επίμονα πεισματικά φυλάξει» μέσα «στην άγρια μοναξιά» (του). Και μόνο το ποίημα Ερείπια της Παλμύρας αν διαβάσει κανείς, θα αντιληφθεί και θα αισθανθεί πλήρως την υπαρξιακή και αγωνιώδη στάση του ποιητή απέναντι στην ερωτική μοναξιά του σώματος και του αισθήματος, που δεν είναι άλλη από την πνευματική μοναξιά που ο ίδιος βιώνει σπαραχτικά και που έχει αναγάγει, με αυστηρό τρόπο, σε υψηλό αισθητικό επίπεδο, με αποτέλεσμα το ατομικό του «στίγμα» να χαίρει της αντικειμενικής ανταπόκρισης των άλλων και να συγκινεί βαθύτατα.
Ο Ασλάνογλου, ενώ ζούσε τους παλμούς της εποχής του και όλες τις θετικές και αρνητικές συμπεριφορές της, έμενε σταθερά μακριά από την προβολή και επιβολή του έργου του και του εαυτού του, επειδή ήταν ένας άνθρωπος που αναζητούσε την ουσία, το καίριο και το ακέραιο του αισθήματος και της σχέσης, πίσω απ’ το φαινόμενο και το φαινομενικό, έστω μέσα σ’ έναν «θαμπό» καθρέφτη, που όμως δεν στερεί το «είδωλο» από το πρόσωπο.
Πολύ συγκεντρωμένος στον εαυτό του και προπαντός στα δικά του βάσανα, βύθιζε το βλέμμα του στην πιο σκοτεινή περιοχή της ύπαρξης, για να εκφράσει μέσα από το σώμα του την «αιώνια στέρηση» «ως τα σύνορα του κόσμου», και μέσα από μια σάρκινη φαντασία να θεωρήσει το νόημα της φθοράς του αισθήματος, της «στάχτης» του αισθήματος («όλα είναι στάχτη») —η όποια παραπέμπει και στον ίδιο τον θάνατο, άρα διττή η σημασία του, στην ποίησή του.
Το καλοκαιράκι, η θάλασσα, τ ακρογιάλια, τα φώτα, τα τριαντάφυλλα, η φυσαρμόνικα, πλαίσια μιας λυρικής ψυχής και ποίησης, δεν είναι ικανά να υπερβούν το γόνιμο χώμα μιας γνήσιας απελπισίας, όταν «η παράφρονη ομορφιά» έχει πέσει απάνω του σαν θείο κακό και τον έχει κατακεραυνώσει ή όταν βλέπει αυτή την ομορφιά να «πνίγεται» μέσα σ’ έναν «ερειπωμένο κόσμο».
Ό Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, παιδί κι αυτός μιας μετέωρης εποχής όπου όλα έχουν την ακριβή τιμή τους και το οδυνηρό τίμημά τους, προχώρησε με θυσία δραματική στην «ενδοχώρα» για να ζήσει, εντέλει, τον «αιώνιο χωρισμό» και να δει μέσα απ’ τη «στάχτη» του αισθήματος «τα ποιήματα να πέφτουν σα στολίδια».
Η αγωνία και ο αγώνας του να περάσει μέσα στους στίχους του όλη τη λαχτάρα και τον πόνο της σχέσης και της επαφής με τον άλλον φτάνει σε μια δική του απόλυτη συντριβή, χωρίς διέξοδο, πού όμως στέκεται και «συντηρείται» από τον εαυτό της, όσο μπορούν να συντηρηθούν τα ερείπια, έρμαια στα στοιχεία της φύσης και στων ανθρώπων τη σκληρή αδιαφορία.

 

 

Για το πεζογραφικό έργο της Μαρίας Κέντρου – Αγαθοπούλου έγραψαν:

 

 

Τάσος Καλούτσας

 

Παλινδρομώντας ανάμεσα σε πρόσωπα και χώρους,
στο άσπρο και το μαύρο της ζωής

Έχει επισημανθεί πως η δράση στα διηγήματα της Μ.Κ.Α. είναι «εσωτερικού τύπου». Είναι «δράση αισθημάτων, σκέψεων, αποφάσεων, συνειρμών αντιδράσεων, ενεργειών, μνήμης»(Γ. Αράγης). Σε μια δεύτερη κατηγορία κειμένων της που πιστεύω ότι λειτουργεί παραπληρωματικά με την προηγούμενη (ενδεικτικά αναφέρω τα: « Στο δρόμο», «Οι μικρές χαρές», «Cafe-bar», «Στην πλατεία») η αφηγήτρια (ή κάποια ηρωίδα της), μέσα στο σπίτι ή συνηθέστερα έξω από αυτό, πηγαίνοντας για ψώνια σε κάποιο μαγαζί, τριγυρνώντας στους δρόμους ή σε καφέ της αρεσκείας της, περιδιαβάζει και παρατηρεί, με ενδιαφέρον αλλά και «περιέργεια ιδιαίτερου περιεχομένου», με οξυμμένες τις αισθήσεις της, ενώ οι σκέψεις την κατακλύζουν. Σκέψεις που ενορχηστρώνονται, προκαλώντας ένα διάλογο μεταξύ των «εσωτερικών δεδομένων» που προανέφερα. «Μια προσεκτική και άνετη παρατήρηση του έξω κόσμου μπορεί να σε καθηλώσει απρόσμενα, ακόμα και να σε συναρπάσει»μας εξομολογείται («Οι μικρές χαρές», σ. 32). Θέλει όλα να τα βλέπει και να τ’ ακούει, ει δυνατόν χωμένη η ίδια στα σκοτάδια, αφού απεχθάνεται την εξωστρέφεια. Να βλέπει και ν’ακούει τα πουλιά, τη μουσική, να οσφραίνεται το γλυκό άρωμα των λουλουδιών ή των δέντρων, να συναντάει στα καφέ «τη νεότητα σ’ όλο το σφρίγος και την ομορφιά της», να μελετάει τα πρόσωπα των ζευγαριών και να φαντάζεται, εν προεκτάσει, ολόκληρη τη ζωή τους. Να χαίρεται και το πιο παραμικρό αντικείμενο σε μια ολότελα δική της «ζωική απόλαυση του χρόνου…». Εδώ ας τονίσουμε ότι οι περισσότερες από τις ηρωίδες ή τους ανώνυμους αφηγητές της Μ.Κ.Α. είναι μοναχικά άτομα (με αποκορύφωμα ίσως την Ευρυδίκη του ομώνυμου διηγήματος που είναι η ενσάρκωση της απόλυτης μοναξιάς): «Μια κρυφή σιωπηλή γυναίκα και πάντα μονάχη» (σ. 51). Στο «Μια άλλη ζωή» η ηρωίδα καθισμένη στο σκαμνί έξω απ’ το σπίτι της «ολομόναχη απολάμβανε τα δρώμενα στο δρόμο…». «Αν κοιμηθώ», λέει σε κάποιον περαστικό, θα χάσω αυτήν την ζωή που μου χαρίζεται με μάτια ορθάνοικτα, θα χάσω ό,τι βλέπω και ό,τι ακούω…» (σ. 80). Σωστά επισημάνθηκε πως πρόκειται για άτομα που χαίρονται «την αυτάρκεια της μοναξιάς» τους(Γ. Αράγης). Μοναξιά, συμπληρώνω εγώ, που δεν είναι στείρα ούτε διαβρώνεται από την πλήξη, αφού την καρπίζουν οι παραστάσεις του έξω κόσμου και της προσδίδουν μιαν «ιερότητα». Επιπλέον, και πολύ σημαντικό, η περιδιάβαση τής εξασφαλίζει ένα αίσθημα ελευθερίας: «Βαδίζω με μια δική μου ελεύθερη απόφαση, με μια δικιά μου ολότελα ελευθερία, χωρίς να είμαι υποχρεωμένη να δώσω λογαριασμό σε κανέναν» (Στο δρόμο, σ. 77). Συμπέρασμα: Και στις δύο κατηγορίες αφηγημάτων που αναφέρθηκα, οι γυναικείοι χαρακτήρες που επί το πλείστον πρωταγωνιστούν, εκδηλώνουν ως κυρίαρχο ζητούμενο, καθοριστικό για την ύπαρξη και τη συμπεριφορά τους, το αίσθημα της ελευθερίας. Αίσθημα σφοδρό που, καθώς εκφράζεται με απροσχημάτιστη ειλικρίνεια χαρίζει σε όλες αυτές τις περσόνες της συγγραφέα, με το χρόνο, «θαυμαστή αυτεξουσιότητα»(Αλ. Ζήρας).
Aπό την άλλη είναι καταλυτικός ο ρόλος του χρόνου στα πεζογραφήματά της, σε σχέση με τα πρόσωπα ή τις καταστάσεις καθώς μας φέρνει αντιμέτωπους με το θέμα της φθοράς και του θανάτου. Καταρχάς καταρρακώνει τη σωματική ομορφιά, όπως χαρακτηριστικά εικονογραφείται στο διήγημα «Στέλλα». Η θέα μιας θεάς που συνεγείρει με το πέρασμά της τις εφηβικές φαντασιώσεις καταντάει μια «θέα του δρόμου» που δεν θυμίζει τίποτα πια από το παρελθόν. Η αφηγήτρια, θυμωμένη, το βρίσκει ταπεινωτικό, άκρως προσβλητικό από την ίδια τη ζωή, χειρότερο κι από τον ίδιο το θάνατο (σ. 72). Στη σχέση μάνας-κόρης, η ηλικιακή φθορά επιφέρει τη «Μεταστροφή» – η κόρη γίνεται μάνα κι η μάνα της το «μωρό» (έτσι κλείνει ο κύκλος). Σ’ αυτή την περίπτωση η εκδοχή του θανάτου, παρά τον πόνο που συνεπιφέρει, αντιμετωπίζεται ως «λογική» συνέπεια («Σκιές»). Η αυτεπίγνωση της φθοράς από την ίδια την υπέργηρη γυναίκα φαίνεται από το διάλογο με την κόρη της: Όταν εκείνη θέλει να τη διαβεβαιώσει ότι είναι ακόμα «πολύ ζωντανή», της απαντά: «Έχεις δίκιο, είμαι η πιο ζωντανή ανάμεσα στους πεθαμένους» (Η πιο ζωντανή). Μια άλλη ηλικιωμένη στο αφήγημα «Καπνός», που «έχει μόνο μνήμες ερωτικές» και συλλογιέται τους νέους, ρίχνει ευθύνες στο ίδιο της το σώμα για τη βαθμιαία μεταμόρφωσή του, έχει πάψει, όπως λέει, «να το αγαπάει». Παρόλο που σ’ αυτή την αδυσώπητη μάχη με το χρόνο προκαλούνται κι άλλου είδους «μεταστροφές» (π.χ. μεταβάλλεται η στάση μας, αφού πράγματα ή πρόσωπα που στο παρελθόν τα ειρωνευόμασταν ή τ’ απαξιώναμε, τώρα τα εκτιμούμε) η κυριότερη επενέργειά του στο έργο της Αγαθοπούλου, που παράγει και μια μελαγχολική αίσθηση ματαιότητας, είναι ότι οδηγεί μερικές ηρωίδες της προοδευτικά σε ένα πρόωρο «ψυχικό γέρασμα»(Μ.Θεοδοσοπούλου) ή στην παραίτηση. Στο ομώνυμο κείμενο μια απ’ αυτές απαρνιέται τη θάλασσα: «Καλύτερα απ’ το μπαλκόνι μου ν’ απολαμβάνω την υγρή ομορφιά, εκ του ασφαλούς… όσο έχω το βλέμμα μου και τις αισθήσεις μου ζωντανές…» (σ. 88). Αλλά η ανώνυμη αφηγήτρια διαβλέπει ακόμα πιο εφιαλτικούς κινδύνους: «Σκέπτομαι ότι την ίδια κατάληξη – εγκατάλειψη θά ’χει και η καθημερινή κάθοδός μου προς την πλατεία… που δεν θά ’χει άλλη αιτία από την ηλικία και την ανημποριά που ο χρόνος φέρνει μοιραία και αμετάκλητα» (Στην πλατεία, σ. 44).
Σα να μας λέει ότι, ανάμεσα στο δίπολο φυσική φθορά-θάνατος, πιο οδυνηρό είναι το πρώτο. Ο ήρωας στο κείμενό της «Στο δωμάτιο» τυραννιέται μέχρι να «φύγει», υφιστάμενος την καθημερινή βάσανο της ανίατης ασθένειας. Ο ίδιος ο θάνατος, ως γεγονός, μάλλον δεν της προκαλεί το φόβο: «Το θάνατο τον σέβεσαι• είναι πιο ντόμπρο γεγονός• τη σκαπουλάρει δηλαδή ο άλλος μια κι έξω και δεν έχει παραπέρα» μας λέει η Άννα «Στο μνημόσυνο» (σ. 72). Γι’ αυτό και προτιμάει τις κηδείες και τα μνημόσυνα από τους γάμους ή τις βαπτίσεις, όπου παίζεται και λίγο «θέατρο». Έπειτα ο νεκρός, άμα διαβεί το κατώφλι της ζωής, δεν έχει ανάγκη τη δική μας λύπηση. Στο διήγημα «Βάι γκιντενέ» (Αλίμονο σ’ αυτόν που «φεύγει») τη βραδιά που οι γονείς θα ξενυχτούσαν τη γιαγιά, οι εγγονές σαλταίρνουν στο Χαρμάνκιοϊ «για κόκκινο κρασί και κανά κουτσομεζέ». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι ήρωες δεν αγαπούν τους νεκρούς τους, το ίδιο με τους ζωντανούς. Το αντίθετο μάλιστα• αυτό που φαίνεται τερατώδες στη συγγραφέα είναι να τους ξεχνάμε («Οι άπιστες»).

(Αδημοσίευτο απόσπασμα από κείμενο για το σύνολο του πεζογραφικού της έργου που διαβάστηκε στο Αφιέρωμα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, την Τετάρτη, 9/5/2012

 

 

Παναγιώτης Γούτας

ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

 

Θα ήθελα, αρχικά, να συγχαρώ τον Δήμο Θεσ / νίκης και τη Δημοτική Βιβλιοθήκη που, εν μέσω παρατεταμένης ακυβερνησίας (οι πολιτικοί μας ταγοί, με μικροπολιτικές σκοπιμότητες και πλήρεις ασυνειδησίας, ξεφορτώνονται μεταξύ τους τη διερευνητική εντολή σχηματισμού κυβέρνησης με την αβάσταχτη ελαφρότητα νεαρών που παίζουν μαξιλαροπόλεμο σε φοιτητικό δωμάτιο) και με αφορμή τα εκατό χρόνια της απελευθέρωσης της πόλης, τιμούν σημαντικούς λογοτέχνες και δημιουργούς που απέχουν εκκωφαντικά από τη στείρα δημοσιότητα, τα τηλεοπτικά φώτα και το λάιφ στάιλ εν γένει. Ανθρώπους που μας διδάσκουν ήθος, υπευθυνότητα, ειλικρίνεια, αξιοπρέπεια, δηλαδή χρήσιμους ανθρώπους Ένα από αυτά τα πρόσωπα είναι και η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, για το πεζογραφικό έργο της οποίας έχω την τιμή και τη χαρά να σας μιλήσω απόψε.
Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, από τις αντιπροσωπευτικότερες ποιητικές φωνές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, από τα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα μοιράζει ισοδύναμα και επιτυχώς το λογοτεχνικό της τάλαντο σε πεζό και ποιητικό λόγο. Φαίνεται πως ο πεζός λόγος απελευθερώνει μέσα της δυνάμεις που, πιθανόν, η ποίηση κρατούσε εγκλωβισμένες ή δεν τις αναδείκνυε στον βαθμό που εκείνη θα επιθυμούσε. Η αρχή γίνεται το 1998 με το εκτενές αφήγημά της Συνοικισμός σιδηροδρομικών (εκδ. Κέδρος). Πρόθεση της συγγραφής αυτού του βιβλίου, όπως η ίδια καταθέτει: η ευγνωμοσύνη απέναντι στην ανεπανάληπτη εμπειρία της συναναστροφής που εξανθρωπίζει. Στο παρόν βιβλίο σκιαγραφείται ο Συνοικισμός Σιδηροδρομικών, ιδίως στην εικοσαετία 1930 με 1950. Με ρέουσα αφήγηση, γνήσια νοσταλγία και χιούμορ σε κάποιες στιγμές, καταγράφεται η ζωή αχάλαστων, φτωχών αλλά αξιοπρεπών ανθρώπων που με ψηλά το κεφάλι υπερπηδούσαν τα εμπόδια και τις κακοτοπιές της ζωής τους. Τα παλιά σπίτια, ο γενναίος σιδηροδρομικός πατέρας, η σκαλωμαρία των αγοριών στο τραμ –μια πολυτέλεια και μια ηδονή της εποχής που δεν την γεύονταν, τότε, τα κορίτσια–, τα κεραμίδια στις στέγες που έσταζαν νερά στις νεροποντές, ο βόθρος, τα καυσόξυλα, ο σεισμός της Ιερισσού το ’32, οι γειτόνισσες, άλλες υποχόνδριες, άλλες αθυρόστομες, άλλες αρχοντικές, τα βαριετέ της εποχής και δεκάδες γυναίκες της υπομονής, με μπουγάδες, κεντήματα και γλυκά του κουταλιού, αλλά και παλιές φίλες της συγγραφέως που πια δεν ζουν, συνθέτουν αυτό το πλούσιο και εύοσμο χαρμάνι ζωής μιας εποχής που φαντάζει μακρινή όμως, εξαιρετικά επίκαιρη, λόγω της κρίσης που βιώνουμε τα τελευταία τρία χρόνια. Το παλιό σπίτι της αφηγήτριας κατάντησε τεράστιο γκαράζ και βενζινάδικο. Τέλη της δεκαετίας του πενήντα ήρθε ο μαρασμός της συνοικίας, από το μικρόβιο του νεοπλουτισμού και της αντιπαροχής. Ωστόσο πάντα θα μένει ζωντανή στην ψυχή και τη συνείδηση της Αγαθοπούλου, γι’ αυτό άλλωστε μεταποιήθηκε από μνήμη σε λόγο. Το αφήγημα διαβάζεται αντιστικτικά και ως κείμενο αυτογνωσίας και οδηγό επιβίωσης σε καιρούς χαμένης εθνικής και προσωπικής ταυτότητας, ανέχειας και αναξιοκρατίας.
Ένα χρόνο μετά, το 1999, κυκλοφορεί από τη Νεφέλη η πρώτη συλλογή διηγημάτων της (ποιητικών αφηγημάτων, θα έλεγα καλύτερα), με τον τίτλο Στο δωμάτιο. Έχουμε δηλαδή για πρώτη φορά μετάβαση από την εκτενή αφήγηση στη μικρή φόρμα, και μάλιστα μπολιασμένη με πολλά ποιητικά στοιχεία. Στις περισσότερες από τις ιστορίες του βιβλίου η συγγραφέας παρατηρεί, νοσταλγεί ή εμπνέεται κυρίως από διάφορα πρόσωπα που παρελαύνουν στις σελίδες του – ποιητικά πορτρέτα ιδωμένα σε βάθος χρόνου (η κατάκοιτη μάνα της, ο καρβουνιάρης παππούς, η ποιήτρια Κική Δημουλά που δαμάζει τις λέξεις, μια γεωργιανή υπηρέτρια με αδρή συμπεριφορά, μια εκπάγλου ομορφιάς γυναίκας που με το πέρασμα του χρόνου χάνει την ομορφιά της κ. ά.) Ο άλλος, το τρίτο πρόσωπο που συχνά είναι ηλικιωμένος, κατάκοιτος, ετοιμοθάνατος ή ήδη νεκρός, αποτελεί σ’ αυτό το βιβλίο το ενδιάμεσο βήμα προτού η Αγαθοπούλου καταφύγει σε πιο προσωπικά και εξομολογητικά κείμενα (κάτι που θα αρχίσει να γίνεται από το βιβλίο της η Παραίτηση και μετέπειτα). Στο δωμάτιο, δηλαδή, το φως εστιάζεται κατά πρώτον σε άλλα πρόσωπα και δευτερευόντως στη συγγραφέα-αφηγήτρια, που ωστόσο και πάλι νοσταλγεί, εμπνέεται, παρατηρεί ή καταφεύγει στο ένδον σκάπτε. Όλες οι ιστορίες είναι γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο αφήγησης και ο χρόνος φαντάζει ακινητοποιημένος (μιλάμε για στιγμές στον χρόνο). Λόγος καλά δουλεμένος, ακρίβεια σκέψεων και συναισθημάτων, ενσταλαγμένη ποίηση στις σωστές της δόσεις και μια διάχυτη υποβόσκουσα αγωνία για το πριν και το μετά του θανάτου, του γήρατος και της φθοράς. Κορυφαίο της συλλογής (πάντα κατά τη γνώμη μου) το ομότιτλο της, Στο δωμάτιο, που ως έννοια υποδηλώνει τη συνείδηση και αποτελεί πεδίο υπαρξιακών ανησυχιών και προβληματισμών της συγγραφέως. Άλλωστε ο άδειος χώρος, ένα άδειο από ενοίκους σπίτι ή ένα δωμάτιο, που φωτίζεται και εξετάζεται από πολλές σκοπιές, αποτελεί γνώριμο αφηγηματικό σκηνικό της Αγαθοπούλου και θα το συναντήσουμε και σε άλλα της βιβλία.
Ακολουθεί Η παραίτηση (Κέδρος, 2002), που περιέχει 19 τον αριθμό κείμενα. Εδώ η συγγραφέας φιλτράρει μέσα από τον προσωπικό ευρυγώνιο φακό της την καθημερινότητα και αναγάγοντάς την στο γνώθι σαυτόν των αρχαίων φτάνει στο κουκούτσι της ατομικής της ύπαρξης. Οι ιστορίες της, πλέον, δεν βασίζονται τόσο σε αποκωδικοποίηση ή ερμηνεία άλλων προσώπων, αλλά αποκτούν προσωπικό χαρακτήρα. Υπάρχουν πάλι μνήμες παλιότερης εποχής, αλλά για πρώτη φορά θα συναντήσουμε τριτοπρόσωπη αφήγηση και αποστασιοποιημένη ματιά σε σχέση με τα παλιότερα βιβλία της. Σε τουλάχιστον τέσσερα αφηγήματα παρωδείται με μαεστρία ο θάνατος, ενώ και οι ήρωες δείχνουν εξοικειωμένοι με την ιδέα της φθοράς και του χαμού σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι σε παλιότερες συλλογές. Συχνά το παρελθόν εμφιλοχωρεί στο παρόν, αλλού υπάρχει αυτοσαρκασμός ενώ υπάρχουν διάσπαρτες κάποιες προσωπικές φοβίες και αδυναμίες της ώριμης ηλικίας που όμως φαινομενικά μόνο οδηγούν την αφηγήτρια σε παραίτηση, αφού η ηρωίδα υπερνικά τα όποια εμπόδια της ζωής και επιβιώνει. Τέλος, η συχνή χρήση λέξεων μικρασιάτικης προέλευσης, προφανώς λόγω της καταγωγής των γονιών της συγγραφέως και των δικών της ακουσμάτων, προσδίδει γοητεία και πολυχρωμία στη γραφή της. Ο φιλοσοφικός-υπαρξιακός πυρήνας του βιβλίου έχει να κάνει με τον τίτλο του αλλά και με το ομότιτλο διήγημα, που αντιπροσωπεύει θαυμάσια το περιεχόμενο όλων των κειμένων, δίνοντας το στίγμα της Αγαθοπούλου. Η ηρωίδα-αφηγήτρια νιώθει –προς στιγμήν– παραιτημένη από τη ζωή, παροπλισμένη, απόμαχη, όμως μόνο προσωρινά, αφού δεν θα αφεθεί οριστικά στην απομόνωση και στην απόσυρση, αλλά θα κάνει τα ένα-δύο γενναία βήματα που απαιτούνται για να ξεπεράσει τη μελαγχολία της, και να μπει και πάλι, θαρρετά, στο παιχνίδι της ζωής. Είναι τελικά η ίδια η τέχνη της συγγραφέως, που, λειτουργώντας ιαματικά, σώζει την ηρωίδα-αφηγήτρια κάνοντάς την να επανακάμψει από την πρόσκαιρη θλίψη που νιώθει και τις αναποδιές που βιώνει. Παράλληλα την οπλίζει μ’ ένα σπουδαίο εφόδιο: την επίγνωση των ορίων του εαυτού της αλλά και του κόσμου που την περιβάλλει. Για την ιστορία, αναφέρω πως η συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων βραβεύτηκε, το 2003, από την Ακαδημία Αθηνών του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη.
Στη συλλογή Οι μικρές χαρές (Μεταίχμιο, 2005) που έπονται της Παραίτησης, ο όρος διηγήματα είναι πιο εύστοχος και αντιπροσωπευτικός απ’ ό,τι για τα κείμενα της Παραίτησης. Κάποια υπόγεια σύνδεση που υπάρχει ανάμεσά τους θα μπορούσε να συνηγορήσει ώστε το υπάρχον υλικό να πάρει και μυθιστορηματική έκταση ή τουλάχιστον να σταθεί και σαν εκτενής αφήγηση. Ας δούμε, τώρα, κάποιες από τις «μικρές χαρές» της Αγαθοπούλου που προσφέρουν πληρότητα στην ίδια, και σε μας την αναγνωστική απόλαυση: Η αναπόληση της οσμής ενός αγαπημένου εξαδέλφου –άρωμα μελιού ανάμικτο με κολόνια και μυρωδιά σώματος– που αναδίδει το άδειο παλτό του. Ο μαρασμός μιας πολύχρονης σχέσης, που όμως βρίσκει τρόπο να αναγεννηθεί απ’ τις στάχτες της. Ένα πρωινό αφιερωμένο στον εαυτό μας. Το κοίταγμα των πουλιών μέσα από ένα κλειστό παράθυρο. Ένα μπουκέτο ανεμώνες. Ένα τραγούδι –έστω λυπημένο– στο ραδιόφωνο. Η παρατήρηση άγνωστων ανθρώπων σ’ ένα καφέ-μπαρ. Η κατανυκτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί η φωνή μιας τραγουδίστριας κέλτικων τραγουδιών. Η μυρωδιά ενός βρέφους σε κρεβάτι νοσοκομείου, όπου νοσηλεύεται η μάνα, με επιλόχειο πυρετό… Μινιμαλιστική διάθεση και χαμηλόφωνη γραφή, σε τρίτο ή πρώτο πρόσωπο αφήγησης, άλλοτε με αφηγηματικά προσωπεία κι άλλοτε άμεσα, προσωπικά, αποκαλυπτικά. Κείμενα ισορροπημένα στη γραφή τους, σμιλεμένα με μαστοριά, που τα χαρακτηρίζουν από τη μία η λιτή και ακριβής διατύπωση, κι από την άλλη το αίσθημα και η νοσταλγία. Λάμπει το ελάχιστο, αναδεικνύεται σε μείζον, και το μικρό, το καθημερινό, το φαινομενικά ασήμαντο –μα εντέλει τόσο σημαντικό– το κατ’ επίφασιν ευτελές, εξακτινώνεται στις σφαίρες της τέχνης.
Η τελευταία ώς τώρα πεζογραφική κατάθεση της Α. που τιτλοφορείται Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι (Γαβριηλίδης, 2010) νομίζω πως αποτελεί την κορυφαία πεζογραφική στιγμή της. Στο παρόν βιβλίο, που αποτελείται από 26 διηγήματα, συχνά κάτι το ελάχιστο ή το φαινομενικά ασήμαντο (όπως δηλαδή και στο προηγούμενο βιβλίο της) στέκεται αρκετό για να υφανθεί –πάντα με μακροπερίοδο λόγο– μια μικρή ιστορία. Τα προσωπικά αντικείμενα του σπιτιού της που της ξυπνούν μνήμες και αναμνήσεις, η μορφή της μητέρας της που επανέρχεται μετά θάνατον με όλα τα προτερήματα και τις ιδιορρυθμίες της –κυρίως την αυστηρότητά της, μιαν αυστηρότητα που καθόρισε και χάραξε την πορεία ζωής της συγγραφέως-κόρης–, πρόσωπα της γειτονιάς ή αποδεκατισμένοι μετανάστες, το πρώτο ερωτικό σκίρτημα, στιγμές προσωπικής ευδαιμονίας και πολύτιμης μοναξιάς στα καφέ της πόλης, η «απρέπεια» μιας αριστοκράτισσας όταν περιδιαβαίνει μια φτωχική συνοικία, ένα άκαμπτο αντρικό στόμα που, επιτέλους, γελά, ένα ερωτικό ραντεβού που πηγαίνει στράφι από μία άστοχη κουβέντα, όλα μεταποιούνται με τη γραφίδα της συγγραφέως σε μικρά πολύτιμα δομικά υλικά συνειδητοποίησης του κόσμου που την περιβάλλει. Η καθαρότητα του βλέμματος κι αυτό που ο Άλντους Χάξλεϊ όρισε στα βιβλία του ως «διευρυμένη συνείδηση», είναι τα όπλα της συγγραφέως για να μοιράζεται και να σκορπά απλόχερα τα ιδιωτικά της κεκτημένα, τις αισθήσεις, τις μνήμες, τους λογισμούς της, στους γύρω, που την περιβάλλουν, στον άλλο, στον διπλανό, στην ετερότητα. Όλα είναι απλωμένα πάνω στα υλικά σώματα, μέχρι και στη σκόνη που τα περιβάλλει. Όλα τα αντικείμενα είναι διαποτισμένα από το παρελθόν. Αρκεί να τα δούνε τα μάτια της ψυχής, να τα εντοπίσει η έσω όραση, και η διευρυμένη συνείδησή μας να νιώσει, να αισθανθεί, να πονέσει, να θυμηθεί. Ιστορίες ειλικρινείς, αληθινές, προσωπικές, άλλοτε εξομολογητικές άλλοτε πιο κρυπτικές, γραμμένες με τέχνη και αίσθημα, που συνδυάζουν τη σχολαστική παρατήρηση και ακρίβεια της πεζογράφου με την ευαισθησία της ποιήτριας. Μια ανέλπιστη αλήθεια φτερουγίζει, απελευθερωμένη, στο τέλος κάθε κειμένου. Ίσως να είναι η κρυμμένη ποίηση, που φανερώνεται μέσ’ από τις λέξεις, σε βαθμό που να την περιμένουμε σε κάθε ανάγνωση που ακολουθεί.
Η Κ.Α. εκτός από σπουδαίο ποιητικό και πεζογραφικό έργο, έχει και σημαντικό δοκιμιακό έργο, που (αν εξαιρέσουμε τις πάμπολλες δημοσιεύσεις της σε έγκυρα περιοδικά της χώρας) κυρίως συνοψίζεται στο βιβλίο της Δοκίμια και δοκιμασίες, τυπωμένο από τις καλαίσθητες και ποιοτικές εκδόσεις Νησίδες το 1999. Περιλαμβάνει δεκαοχτώ κείμενα για ποιητές της Θεσσαλονίκης (Θέμελης, Καρέλλη, Κύρου, Μάρκογλου, Στογιαννίδης, Ευαγγέλου, Βαφόπουλος, Ασλάνογλου, Χρηστάρα), στα οποία αλλού θα συναντήσουμε κριτική οξυδέρκεια, εμβάθυνση και παρατηρητικότητα, αλλού μαρτυρίες συμβάντων της καθημερινής ζωής των ποιητών με τις συνήθειες και τις ιδιορρυθμίες τους, ενώ κάποια κείμενά της κινούνται στο μεταίχμιο ανάμεσα σε κριτικό δοκίμιο και μαρτυρία. Στον πρόλογο του βιβλίου της η συγγραφέας δηλώνει με κάθε ειλικρίνεια πως δεν διεκδικεί ούτε τον τίτλο του κριτικού ούτε την ιδιότητα του δοκιμιογράφου, με την έννοια της επαγγελματικής προσήλωσης. Επίσης δεν λογάριασε μόνο θεσσαλονικείς ποιητές από αίσθημα τοπικισμού, αλλά έγραψε συνειδητά αυτά τα κείμενα από μια ανάγκη «σωματικής» μαρτυρίας, αφού με όλα αυτά τα πρόσωπα συγχρωτίστηκε, παροίκησε στην ίδια Ιερουσαλήμ, δοκιμάστηκε λόγω και έργω μέσα στους ίδιους δρόμους αυτής της πόλης.
Τελειώνοντας αυτή την αναφορά στην πεζογραφική διαδρομή της Α. θέλω να επισημάνω ότι η πεζογραφική κοιτίδα της βρίσκεται στο ρεύμα της συνειδησιακής ροής που βρήκε πρόσφορο έδαφος στην πόλη μας από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 μέχρι περίπου το 1950. Σήμερα, βέβαια, έχουμε μετεξέλιξη αυτής της τάσης σε ένα μεικτό είδος ανάμεσα στον ρεαλισμό (νεορεαλιστική πρόζα) και στον εσωτερικό μονόλογο, κάτι που, μαζί με αρκετούς ομοτέχνους της, ακολουθεί και η ίδια. Παράλληλα, συγκαταλέγεται σε μια ομάδα λογοτεχνών (Βασιλικός, Ευαγγέλου, Μέσκος, Μάρκογλου, Νικηφόρου κ.α.) που επηρεάστηκαν από τους πεζογράφους του μεσοπολέμου και τους πρώιμους μεταπολεμικούς, και όχι από το γαλλικό Νέο Μυθιστόρημα. Όλοι οι παραπάνω, στη γραφή τους, συνδυάζουν ρεαλιστικά στοιχεία με ποιητική γραφή, ενώ στα κείμενά τους ο εσωτερικός χρόνος υποκαθιστά τον συμβατικό. Ειδικά στην Αγαθοπούλου δύο στοιχεία εντοπίζονται στο πεζογραφικό της έργο: Η μνήμη και το βίωμα. Η περίπτωση της μάς αποκαλύπτει μια ισοδύναμα εξαιρετική ποιήτρια και πεζογράφο. Γράφει δίχως διάθεση εντυπωσιασμού, δίχως συμβιβασμούς στις απαιτήσεις των καιρών, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα της γραφής της, χωρίς ευκολίες και σκοπιμότητες. Καθαρή λογοτεχνία, κρυστάλλινα κείμενα, με σοφία και αίσθημα. Κι επειδή όλα τα παραπάνω δεν παύουν να είναι σχολαστικές παρατηρήσεις και αναλύσεις, νομίζω πως η πόλη όπου ζει και αναπνέει, οι άνθρωποί της, οι ομότεχνοί της και κυρίως οι νεώτεροι άνθρωποι που διαβάζοντας τα ποιήματα και τα διηγήματά της διδαχτήκαμε τόσα πολλά και ουσιαστικά για την τέχνη της γραφής, της οφείλουμε ένα βαθύ, ειλικρινές και ζεστό «ευχαριστώ», για όσα συνολικά μας έχει ως τώρα προσφέρει. Ευχαριστούμε, Μαρία.

(το κείμενο εκφωνήθηκε σε εκδήλωση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης, την Τετάρτη 9 Μαΐου 2012, προς τιμήν της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου. Στο πάνελ ο Τάσος Καλούτσας και η Μαρία Κουγιουμτζή)

 

Νατάσα Κεσμέτη

Η ποιήτρια Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου ως αφηγήτρια

Περιοδικό «Πλανόδιον» Τεύχος 35 Δεκέμβρης 2002 Νατάσα Κεσμέτη

Επικεντρώνοντας κανείς την προσοχή του στην αφηγηματική πλευρά της Μαρίας Κέντρου Αγαθοπούλου και ασχολούμενος ιδιαίτερα με το συγκεκριμένο βιβλίο Στο δωμάτιο, δε νομίζω πως μπορεί να παρακάμψει ούτε την ποιητική συγκομιδή ούτε τα δοκίμια, τις Δοκιμασίες της, όπως τ’ αποκαλεί. Γι αυτό συνανέγνωσα όσα περισσότερα από τα έργα της μπόρεσα και, κατά τον συνοπτικότερο τρόπο, προσπάθησα να τα συμπεριλάβω σ αυτήν την εισήγηση.
Ευθύς εξαρχής, απαντώντας σ ένα υποθετικό αλλά εύλογο ερώτημα, θα πω ότι κατ’ εμέ ήταν ορθή η απόφαση της ποιήτριας να ασχοληθεί με την αφήγηση, με τις δυνατότητες δηλαδή που δίνει ο λεγόμενος πεζός λόγος και την πρόκληση που αποτελεί για τον λογοτέχνη.
Η συλλογή της Στο δωμάτιο είναι το δεύτερο αφηγηματικό της εγχείρημα. Προηγήθηκε ο Συνοικισμός Σιδηροδρομικών το 1998, μια θελκτική βιογραφική μαρτυρία που φαίνεται πως άνοιξε το δρόμο για τα δεκατρία μικρής φόρμας διηγήματα να αποτελέσουν σώμα και να βγουν στο εκδοτικό φως. Το λέω αυτό γιατί δύο απ αυτά είχαν δημοσιευτεί ήδη το 1988, άλλα αργότερα, πράγμα που δείχνει πως πλέον της μιας δεκαετίας την έχει απασχολήσει το πεζό. Το γεγονός πως οι χρονολογικά πρώτες αφηγήσεις της (όπως εμφανίζονται σ’ αυτή τη συλλογή) ή σαν πολύ μικρές, Η φυγή π.χ. είναι μόλις μια σελίδα, Ο Συλλέκτη περίπου δύο, νομίζω πως πρέπει να συσχετισθεί με τα συνήθως μικρά ποιήματά της, να φανερώνει, τουλάχιστον μορφικά, την επίδραση του οικείου της χώρου. Στη συνέχεια τα διηγήματα αυξάνουν σε έκταση, αλλά ποτέ δραματικά.
Στο εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής της Θαλασσινό Ημερολόγιο, μια καθιστή γυναίκα κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Τα μάτια της μόλις φτάνουν στο ύψος του, κι αυτή είναι προσηλωμένη σ’ ότι κι όσο το παράθυρο καδράρει από μια παραλία Στο εξώφυλλο του τωρινού τη; βιβλίου υπάρχουν λεπτομέρειες από μια παραλία εγγύτερη και πλουτισμένη με περισσότερα εικαστικά στοιχεία.
Παρόμοια θαρρώ κι η Μαρία Αγαθοπούλου των αφηγήσεων: το πλείστον στο ένδον ενός δωματίου, ενός κλειστού πάντως έσω χώρου, δείχνει να προσβλέπει ο ένα άνοιγμα. Προβάλλοντας διαρκώς αυτή την προοπτική της ελευθερίας, της προφανούς επιθυμίας για διεύρυνση του ορατού πεδίου και της εμπειρίας, μοιάζει να βλέπει μεσ’ απ’ αυτό το παράθυρο-άνοιγμα, καδράροντας με μεγάλη σαφήνεια τις ορώμενες λεπτομέρειες, ανεξαρτήτως του αν ανήκουν στο παρόν η το παρελθόν.
Διαβάζοντας το προηγούμενο έργο της και δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στον σοβαρό δοκιμιακό της λόγο, πρόσεξα τη θητεία της στη Ζωή Καρέλλη. Ας σημειωθεί πως από τα δεκαοχτώ κείμενα του τόμου Δοκίμια και Δοκιμασίες, που κυκλοφόρησε περίπου ταυτόχρονα με τη συλλογή Στο δωμάτιο, τα έξι αφορούν στην Καρέλλη, στην όποια και είναι αφιερωμένο το βιβλίο. Αν το αναφέρω είναι για να προειδοποιήσω τον αναγνώστη των διηγημάτων της να μην ξεγελαστεί από μια πρώτη εντύπωση. Παρ όλο που η απλότητα είναι μεγίστη αρετή, όχι μόνο λογοτεχνική, και ασφαλώς δεν λείπει από τη γραφή της, το κατ’ ουσία δομικό στοιχείο των κειμένων της είναι η αυστηρή διάταξη η αλλιώς η αδιαπραγμάτευτη προσήλωση στο μέτρο, δώρα που νομίζω χρωστά και στην σχέση της με τη Ζωή Καρέλλη. Σχέση τόσο ζωντανή όσο και κειμενική.
Εδώ ακριβώς όμως συναντάμε ένα παράδοξο. Τα διηγήματα της Μαρίας Κέντρου Αγαθοπούλου αν δεν είναι τόσο απλά ούτε τόσο εύκολα, όσο με μια πρώτη ματιά μπορεί να φανταζόταν κανείς, δεν είναι εντούτοις ούτε… λόγια. Και η αναφορά στην Καρέλλη δεν πρέπει κατά κανένα τρόπο να παραπέμψει γενικώς σε δοκιμιακά φορτία. Τουναντίον, εδώ υπάρχει διάσπαρτη μια, κάποτε, σπαρταριστή λαϊκότητα σε πλήρη αντιδιαστολή προς την λογιότητα.
Λέγοντας λαϊκότητα εννοώ το αυθόρμητο ξέσπασμα της ζωής, την κυριαρχική της τάση να επιβάλλει την παρουσία της. Μπροστά αυτό, το σύνθετο πάντως για την συνείδηση γεγονός, η ίδια η αφηγήτρια τρομάζει στο πρώτο διήγημα της συλλογής – που της δίνει και τον τίτλο, καθώς παρακολουθεί την πορεία του μεσημβρινού ήλιου να περνά από το πρόσωπο του αρρώστου-ήρωα για να χαθεί σε λίγο στα λουλούδια της ταπετσαρίας:
Πως είναι δυνατόν να λιμπίζομαι από έναν άνθρωπο ετοιμοθάνατο, ε να ν ήλιο που δεν μπορεί να τον αισθανθεί… σκέφτεται.
Αυτό λοιπόν είναι το παράδοξο: το πως, μαζί με την καρελλική αυστηρότητα και το μέτρο των κειμένων, συνοδοιπορεί το λιμπιστό της ζωής, η άξια της σωματικότητας, για την όποια θα μιλήσω παρακάτω. Είναι ένα πρώτο, άλλα όχι και μόνο, παράδοξο ζεύγμα, γοητευτικός και …γονιδιακός συνδυασμός, που φαίνεται κατόρθωσε η εγγονή του καρβουνιάρη από τη Γιάλοβα της Μικραοίας, η όποια δεν διστάζει να πει για τον εαυτό της αφ’ ενός πως στο πατρικό της δεν είχαν ούτε ένα βιβλίο και αφ’ έτερου πως είναι μια ρεμπέτισσα που δεν ξέρει πως βρέθηκε μπόσικια κι έμπλεξε με την ποίηση…
Επιστρέφοντας τώρα στο αρχικό υποθετικό ερώτημα, γιατί η συγκεκριμένη ποιήτρια, μετά από έντεκα ποιητικές συλλογές, από το 1961 μέχρι σήμερα, καταφεύγει η διαφεύγει στον πεζό λόγο, πόσο μάλλον που παρατηρείται μια γενικότερη στροφή προς την πεζογραφία, νομίζω πως μπορεί κανείς να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις:
1) Με την εκφραστική που παρέχει η αφήγηση αναδιπλώνει και επεκτείνει ότι καλύπτεται κάτω από τις ευρείες έννοιες του Παρελθόντος και της Οικογενειακή Μυθολογίας, τύπους ούτως η άλλως επιστροφής στην ποίηση της. Έτσι αν στο θαλασσινό Ημερολόγιο, στο ποίημα Νυχτερινή Συγκέντρωση γράφει:
Τα μεσάνυχτα
Βγαίνει ο παππούς μου ο καρβουνιάρης
Και μοιράζει κάρβουνα στους άγιους
στο διήγημα της Ο παππούς μου στα κάρβουνα, ξαναπιάνει το θέμα, και με χιούμορ που αν δεν γδέρνει πάντως και δεν χαϊδεύει, κάτω από μιαν δήθεν αθώα σύντομη περιγραφή του επαγγελματικού βίου του παππού της διαπραγματεύεται έναν αρκετά σύνθετο κώδικα άξιών, όπου την αξιοπρέπεια και την αιδώ γύρω από τη μουτζούρα του καρβουνιάρη διαδέχεται η τολμηρή αλυσίδα της ζωής ως κλοπής! Τα όρια μιας εισήγησης δεν επιτρέπουν περισσότερο από έναν υπαινιγμό για την δυνατή αναγωγή του Κλέφτη Παππού της θέρμης των κάρβουνων και της ζωής στον Προμηθείκό του αρχέτυπο.
Με παρόμοιο τρόπο πρόσωπα και χώροι, όπως ο κήπος και τα δέντρα του πατρικού της, επανεμφανίζονται, περνούν στην εκδίπλωση του παρόντος, θέτουν δραστικά τη σχέση χρόνου και μύθου, προσωπείου και προσώπου, προσώπου και ομοιώματος, όπως συμβαίνει στο διήγημα «Στέλλα».
2) Επεξεργάζεται αφηγηματικά, δοκιμιακού χαρακτήρα πυρήνες, τους όποιους και πάλι μπορεί να εντοπίσει κανείς στην ποίησή της. ‘Η αλλιώς ανάγει σε ιστορίες, αφηρημένες έννοιες, ψυχολογικές εμπλοκές αλλά και αξίες σχετικές με την Ηθική Διάσταση του Κόσμου και του Ανθρώπου ή τα υπαρκτικά ερωτήματα
Για παράδειγμα μπορεί να παρατηρήσει ο αναγνώστης το πλέγμα δικαιοσύνης και ανελέητης πραγματικότητας εντός των στενών συγγενικών σχέσεων στο διήγημα «Περπατούρα», την ειδωλοποίηση η ειδωλολατρία της Τέχνης στον «Συλλέκτη», την ύπαρξη ως αινιγματική εκκρεμότητα στο «Στάθηκε ο Θάνατος». Ακόμα την ξενότητα ως φόβο εισβολής του ανοίκειου στην «Ξένη» Στο τελευταίο αυτό, μέσα στις διαστάσεις ενός δωματίου ιχνηλατείται ψυχολογικά ο ρατσισμός από τη ζήλεια μέχρι την παραίτηση (η και το αντίστροφο) στη στάση της Κυρίας και από την ανάγκη μέχρι την ορμή στη στάση της Παραδουλεύτρας της Ξένης. Η τόλμη της αφηγήτριας βρίσκεται στην ανάληψη του ρίσκου του πρώτου προσώπου, και στην αποφυγή της τακτικής μιας δήθεν αντικειμενικής κατάθεσης, στην οποία συχνά καταφεύγει η πεζογραφία ιδιαίτερα όταν θέλει να διαμαρτυρηθεί αναίμακτα
Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο φανερώνεται πλέον έκφωνα ότι νομίζω πως ταιριάζει να οριοθεί και να αποδοθεί στην κυρία Αγαθοπούλου ως ταλέντο αφηγηματικής ειλικρίνειας, τα όρια της όποιας, κατά τη γνώμη μου, ανιχνεύει.
Αυτό που ιδιαίτερα πρέπει, πάντως, να τονισθεί είναι η σωματικότητα την οποία ήδη προανέφερα. Η Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου ομνύει σ’ αυτήν ότι κι αν γράφει, ότι κι αν διαπραγματεύεται. Ακόμα και στη «Φυγή», που επιτέλους είναι μια φαντασίωση, για να χρησιμοποιήσω μια λέξη της μόδας, μια φαντασιακή εικόνα, αλλά και στη νεκρή του «Στάθηκε ο θάνατος», ιδίως θα ‘λεγα σ’ αυτήν, το σώμα είναι πάνω απ όλα παρόν: παραμερίζοντας τα χώματα η αφηγήτρια παρατηρεί «τις λεπτές γαλάζιες φλέβες στις γάμπες». Ενώ «Στην Εκκλησία», μετά από μια επισκόπηση του χώρου, κεντρώνει το περισκόπιο της στα χέρια που ανάβουν τα κεριά.
Αν συνδέσουμε τα παραπάνω, ενδεικτικά βέβαια, με τον πρόλογο στα δοκίμιά της και ταυτόχρονα προσέξουμε, στο κείμενο της «Εις Μνήμην θέμελη», με ποιό ποίημά του κλείνει, τότε νομίζω θα φανεί πως αυτό αναζητεί πάνω απ’ όλα στην πεζογραφία: την περισσότερη σωματικότητα. Ίσως γι’ αυτήν η μεγαλύτερη στέρηση είναι ακριβώς η στέρηση —αλλά και η παραμόρφωση— του σωματικώς υπάρχειν. Νοηματικά τουλάχιστον μου θυμίζει παρόμοια αιτήματα εντελώς διαφορετικών φωνών: πρώτα πρώτα του Πεντζίκη μετά του Κ. Τσιρόπουλου, του υμνητή της σωματικότητας μέσα σε χριστιανικά συμφραζόμενα, που συνοψίζονται θαρρώ στην κραυγή ενός άλλου στοχαστή: τι να την κάνω την ανάσταση χωρίς το σώμα μου
Μακράν απέχουσα, η αφηγήτρια μας ομολογιακών ενδιαφερόντων ή αγωνιών, παραταύτα συνομιλεί με τους παραπάνω, όπως και πολλούς άλλους, κι όχι μόνο Έλληνες. Στο βιβλίο της πάντως αναφέρονται οι Σιλόνε, Ούναμούνο, ο Έλιοτ με συγκεκριμένη μάλιστα αναφορά. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τους συναντά στον αγχώδη χώρο των υπαρκτικών ερωτημάτων, ή στην κοφτερή άκρη, Θα έλεγα εγώ, του καθημερινού της λαϊκού τραπεζομάχαιρου, που δεν ξεχνά ούτε το κωμικό των πραγμάτων. Όμως, σε ποιόν απευθύνεται το τελευταίο κείμενο της συλλογής; Αυτό που μας φέρνει δάκρυα στα μάτια;
3) Μια τρίτη και τελευταία εκ μέρους μου πιθανή απάντηση στο γιατί στράφηκε προς την πεζογραφία, είναι ότι, επενδύοντας με ιστορίες την προβληματική της πάνω στην φύση της τέχνης του γράφειν, την μπολιάζει με ζωντάνια, δραματικότητα και ευρηματικότητα, αυξάνοντας ταυτόχρονα τις προοπτικές των ερωτημάτων (που υποτίθεται πως κοχλάζουν στις «ψυχές των γραφόντων, πάντως, απασχολούν σοβαρά την συγκεκριμένη δημιουργό), ερωτημάτων γύρω από την λειτουργικότητα των λέξεων, τη χρησιμότητα τους, το ρόλο τους, το περιλάλητο νόημά τους. Αυτό αποδεικνύουν κείμενα όπως «Το Όνειρο» ή «Οι ‘Εργάτες Λέξεις» – υπότιτλος εν παρενθέσει (Στην ποίηση της Κικής Δημουλά) Το ερώτημα φέρνει ερώτημα ή μάλλον ερωτήματα: Και γιατί δεν έγραψε ένα δοκίμιο για την ποίηση της Δημουλά αλλά ενέθεσε μέσα στα διηγήματά της αυτό το παράξενο κείμενο ως διήγημα; Γιατί νεύει στη Δημουλά με την τεχνική μιας πεζογραφικής μεταφοράς, ήτοι τους Εργάτες-Λέξεις; Με λέξεις άρα σώματα και μάλιστα εργατών; Το κάνει τυχαία; Μη θέλοντας να επεκταθώ, θυμίζω μόνο πως η Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου αφ’ ενός έχει μακριά θητεία στο λόγο και σπουδαίους δασκάλους, αφ’ έτερου αποκαλεί τα δοκίμιά της «σωματικές» μαρτυρίες ενώ ταυτόχρονα την κρατεί μια ανεξίτηλη αντίληψη της Σκοτεινή: Διάρκειας των Ήμερων:
Εύλογα θα μου έλεγε όμως κανείς: Και τι σχέση έχουν αυτά με την πεζογραφία; Πού τα βρήκες όλα τούτα σ’ ένα μικρό βιβλίο, ούτε εκατό σελίδες; Έχουν και παραέχουν θα απαντούσα! Σε μια εποχή φριχτού αχταρμά, όπου ο καθένας και η καθεμία αυτοχρίεται μυθιστοριογράφος, κυρίως αυτό, διηγηματογράφος, και εν γένει συγγραφέας, (ευτυχώς αποφεύγουν τη λέξη λογοτέχνης, δεν έχει φαίνεται πέραση στο χώρο των πανάρχαιων πειρασμών: της έπαρση, του χρήματος και της δόξας), η κυρία Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου θέτει σοβαρά και κάποτε μεγάλα θέματα σ’ ένα μικρό βιβλίο. Ανάμεσα σ’ αυτά τη σχέση αίματος η και αιμομιξίας, αν προτιμάτε κάτι πιο αμαρτωλό – με την έννοια της ιερής σχεδόν παραβίασης, τη σχέση πάντως επιγαμίας της πεζογραφίας με την ποίηση.
Και τώρα θα προσπαθήσω να συνοψίσω. Διαυγής, ευθύβολη, άμεση, συγκεκριμένη, το αντίθετο της θολούρας και της ασάφειας, κι όμως διαρκώς ποιητική, πως τα καταφέρνει η Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου να αφηγείται με δεξιοτεχνία; Ίσως σ ένα ποίημά της βρίσκεται η απάντηση:
Αυτό θαρρώ πράττει αφηγούμενη. Μπορεί να στρέφει τη ματιά της προς τα έξω, ανασύρει όμως με μοναδική εντιμότητα κάτι ολότελα ενδόμυχο, έχοντας οργανωμένο στο βάθος της ύπαρξής της έναν κόσμο αξιών, έναν δομημένο, όχι στρωτό αλλά στρωμένο κόσμο. Σαν το χαλί των τελευταίων παραγράφων του μικρού της διηγήματος Υπαίθρια Νύχτα που καταλήγει έτσι:
Ναι, ένα χαλί όλ’ αυτά, που τώρα κοίταζε αδιάφορο προς το δρόμο, κοίταζε με τα άσπρα, εντούτοις, απαστράπτοντα κρόσσια τον, σαν παντίέρα ακίνητη, ατάραχη, ασυγκίνητη και αμέτοχη στο χαλασμό τον κόσμου.
Ένα χαλί που κοίταζε… Τα πράγματα δεν ξέρω αν πράγματι έχουν αισθήσεις και μπορούν να κοιτούν. Τα ενδόμυχα όμως πράγματα που ανασύρει η Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου με τα διηγήματά της κοιτάζουν κατάματα τον χαλασμό του κόσμου η κατά μία άλλη έννοια την πνευματική του ένδεια. Πως το καταφέρνει; Ούτε εξ αιτίας της χρήσης του επιθέτου η του ουσιαστικού. Ούτε εξ αίτιας του ρόλου του ρήματος η της εικονοποιϊας, ούτε λόγω της ιδιαίτερης οπτικής της γωνίας. Όλα αυτά τα έψαξα για να καταλήξω σ’ ένα προφανές και απλό στο όποιο ήδη αναφέρθηκα:
Έχει την ικανότητα μιας εξαιρετικής ειλικρίνειας που δεν χάνει την διακριτικότητά της. Η Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου δεν μπερδεύει την επιθετικότητα με την αυθάδεια, την προπέτεια και τη χοντροκοπιά με την αλήθεια. Η δική της αφηγηματική ειλικρίνεια, που πρέπει να τονισθεί ωστόσο πως κάποτε αγγίζει τα όρια της σκληρότητας είναι… τα σύκα σύκα, δηλαδή είναι ντομπροσύνη. Μια ντομπροσύνη θεμελιωμένη στην αφηγηματική ευστάθεια, το ζύγισμα και μέτρο. Εκείνο, δηλαδή, το παράδοξο ζεύγμα για το όποιο μίλησα στην αρχή αυτής της εισήγησης. Η καρελλική της αυστηρότητα με την καταγωγική της αυθόρμητη λαϊκότητα, που μπορεί σ’ ένα σοβαρό κατά τ’ άλλα θέμα να εμβολιάζει και να σώζει λέξεις, φράσεις και ήχους όπως τσικίρ, πατ-κιούτ, Δεν έχει χαϊρ, η εργολαβία με τα πεπονόσπορα κ.α.
Πρόκειται για μια ντομπροσύνη μη αποκλείουσα την ευσπλαχνία. Με την τελευταία αυτή λέξη να μην εννοεί μόνο την κατανόηση και την συμπάθεια προς την αμαρτωλότητα των ηρώων ή του ιδίου του αφηγητή, αλλ’ εννοώντας εκείνη την χειρονομία που, ξεκινώντας από την ψυχή, επιθυμεί να σώσει πρόσωπα, στιγμές, αχνές φιγούρες της ζωής, ωσάν όλ’ αυτά να φωνάζουν:
«Πάρε με από δω, δεν πρόλαβα να ζήσω ακόμα»
Έτσι γράφει στο «Στάθηκε ο θάνατος» για την άγνωστη νεκρή του δρόμου, το αινιγματικό σκοτωμένο κορίτσι του μπαρ:
«Έριξα το βλέμμα μου στα μισανοιγμένα μάτια της και τρόμαξα είχα την αίσθηση ότι τώρα με κοίταζε ικετευτικά σαν να έλεγε «πάρε με από δω, δεν πρόλαβα να ζήσω ακόμα» κι εγώ δεν ήξερα τι να κάνω.»
Πέραν του κατά πόσο πρόκειται για ένα αληθινό κορίτσι κι έναν αληθινό φόνο, για μένα εδώ καταμαρτυρείται κάτι ακόμα: Υπάρχει μια στιγμή κατά την πράξη της πεζογραφίας που οι αφηγητές βιώνουν μια εξαιρετική αμηχανία με το υλικό τους που δεν ξέρουν τι να κάνουν με το νεκρό σώμα που τους ζητάει να το μεταφέρουν σε μιαν άλλη ζωή ελπίζοντας όχι στα αντικείμενα του βίου ούτε στην ευσπλαχνία των περαστικών αλλά στο κείμενο και την τέχνη του συγγραφέα. Σ αυτή την εκπληκτική στιγμή της αμηχανίας, σ’ αυτή την στιγμή της Παύσης όπως θα έλεγε κι ο Παπατσώνης (Κεχαριτωμένη είναι μονάχα η Παύση) ακόμα και μ’ ένα οριακό θέμα, οπλισμένη με το ποιητικό της τάλαντο η αφηγήτρια γίνεται μια ειλικρινής μάρτυς του εφιαλτικού. Αλλά από το ερείπιο του θανάτου ανασύρει κι επανατοποθετεί το πλάσμα μέσα στη σιωπή του, μέσα στο μπαρ, δηλαδή μέσα στον κόσμο.
Ώστε ο πολύβουος κόσμος είναι σιωπή; Η η συγγραφέας μας υπενθυμίζει πως αλλεπάλληλες μεταστάσεις σιωπής διαδέχονται η μια την άλλη, όπως εκείνες οι παλιές βαφοπούλειες θύρες που η ίδια τόσο αγαπά;
Καθώς τα ερωτήματα από τη φύση τους οδηγούν σε ιδιαίτερο και ευρύτερο μελέτημα, τα αφήνω απλώς ανοικτά.
Ας δούμε, όμως, για να επανέλθω στην αφηγήτρια, συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των διηγημάτων. Είναι, λοιπόν, ευσύνοπτα έως εξαιρετικά πυκνά. Δεν έχουν πλοκή με την έννοια των αλληλοδιάδοχων γεγονότων, αλλά και δεν αποτελούν μονόλογο. Στρέφονται κάθε φορά γύρω από ένα κεντρικό άξονα είτε πρόκειται για συμβάν, είτε για συγκεκριμένη κατάσταση. Συχνά κάνουν ζουμ σε μια εικόνα, χωρίς αυτό να σημαίνει κινηματογραφική ή τηλεοπτική αντίληψη. Η εικόνα εδώ μπορεί να επενδύει μιαν έννοια, όπως το πάμφυλλο την ιστόρηση). Τούτο δεν αποτελεί καθόλου συμβολισμό. Νομίζω πως η κυρία Αγαθοπούλου είναι πολύ πραγματίστρια και πρόσγεια και πολύ ντόμπρα για να καταφεύγει σε σύμβολα. Μόνο στο κείμενο της Οι Εργάτες-Λέξεις προσφεύγει στην έντονη μεταφορά, αλλά αυτό είναι η εξαίρεση και το κείμενο ειδικό. Δεν είναι βέβαια ανεικονική, τουναντίον. Μ’ άλλα λογία είναι μια έξυπνη, σκεπτόμενη αφηγήτρια, που εύστροφα παρατηρεί τις λεπτομέρειες: τις κωμικές στο τραγικό, τις φαρμακερές στο ηδύ, τις παράτονες εκεί που θα ήταν αναμενόμενο το αρμονικό… και ανάλογα σχολιάζει τα ανθρώπινα. Ο σαρκασμός της δεν είναι θανάσιμος αλλά κάπου κάπου… κόβει και καμιά δαγκωνιά που δε χωρατεύει. Οι μικρές τη; ιστορίες έχουν ενδιαφέρον. Γιά να το πω πολύ απλά, θέλεις να δεις τι γίνεται παρακάτω και συχνά λυπάσαι που δεν έχει παρακάτω, γιατί., πραγματικά δεν έχει! ‘Αν πότε πότε φλερτάρουν με τον σουρεαλισμό, είναι πάλι για χάρη της σωματικότητας, χωρίς ποτέ να βγουν τελεσίδικα από Το Δωμάτιο του Συγκεκριμένου. Όσο για το διήγημα της «Το Όνειρο», όπου φρούτα, λαχανικά και βιβλία χύνονται όλα μαζί στο πάτωμα και παρέχουν ευκαιρία για μια ωραία εξισορρόπηση πολλών τάσεων, εντάσεων και ροπών, δεν αντέχω να μην εκτραπώ μεταφέροντας τις φράσεις της Καρέλλη, που η Μαρία Κέντρου Αγαθοπούλου αλλού καταμαρτυρεί:
Eίδa άξαφνα μες στο ταψί τα πλυμένα ραδίκια να εκπέμπουν ένα πράσινο λαμπερό φως κι απόμεινα.
Είμαι ανάμενα στα φρούτα και ζωντανεύω επειδή βλέπω από κοντά τα πράγματα,
Αυτός ο τελεστικός χώρος: Δωμάτιο με παράθυρο πάντα, όπου υψώνεται, λες, στις μύτες των ποδιών για να κοιτάζει πέρα… το θαύμα που παρέρχεται όπως «πίσω απ’ τα κάγκελα την ομορφιά», στο διήγημά της «Στέλλα». Ο εντοιχισμένος ή πιο σωστά ο επιτειχισμένος κόσμος της με τις ανθοφόρες ταπετσαρίες που πίνουν τον ήλιο, δεν είναι ασφυκτικά έγκλειστος. Περισσότερο μοιάζει με συρμό απ’ το παράθυρο του όποιου μπαίνει η «υπαίθριος νύχτα».
Κι όταν, κλείνοντας το βιβλίο της «φυσάει στα μούτρα μας μια χουφτίτσα γέλιο»… μας βρίσκει έτοιμους (εμάς τα μούτρα, μην το ξεχνάμε, όπως κι αυτή δεν το ξεχνάει πως η ανθρώπινη υπόθεση, η όλη ιστορία, είναι μια υπόθεση μούτρων, πάντως!), μας βρίσκει έτοιμους λοιπόν, για νεανικά παιχνίδια στις αλάνες του κόσμου.
Τελειώνοντας έχω να πω πως η κυρία Αγαθοπούλου παραμένει ποιήτρια όπως κι αν γράφει. Αυτό βέβαια δεν την εμποδίζει καθόλου να είναι χαριτωμένη αφηγήτρια. Ότι κι αν κάνει τα Ελληνικά της, είτε πρόκειται για μαγκιές (που εκ νέου την συνδέουν μ εκείνο το απρόβλεπτο μορτάκι, τον γαβριά που κάποτε βγάζοντας τη γλώσσα τιναζόταν σαν ελατήριο μέσα κι από την Κική Δημουλά), είτε για ακοίμητη κι αγιάτρευτη θλίψη ενός επαναλαμβανόμενο ήχου, μιας μουριάς μέλους του σπιτιού, ή μιας φυγής, ποτάμι που λάμνει κατά την ανατολή), (παραφράζοντάς την ελαφρά), τα Ελληνικά της συνδυάζουν αδρότητα και ευελιξία.
Σηκώνοντας, αφομοιωμένη, την επίδραση της δοκιμιακής κυρίως παρακαταθήκης της Καρέλλη, με όσο βάρος αυτό συνεπάγεται και προωθώντας αυτό το πολύτιμο βάρος, κατά το μέτρο που της ετάχθη, στους δικούς της δρόμους και πειραματισμούς, σύμφωνα πάντα με τον δικό της αμανέ, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια της, συνδέοντας μ’ άλλα λόγια την αρχόντισσα με τη ρεμπέτισσα…, συνεχίζει, μαζί με την παράδοση της Θεσσαλονίκης και όχι μόνο, να μας θυμίζει με τον αφηγηματικό της τρόπο όσα, σε πείσμα των όποιων καιρών, δεν πρέπει να ξεχνάμε:
Πάνω απ’ όλα, πως η ‘Ελληνική δεν είναι μόνο ένα εργαλείο ποιητικής δύναμης και υψηλού στοχασμού, αλλά πως τρεις χιλιάδες χρόνια τώρα, στις καλύτερες στιγμές της, είτε πρόκειται για ποίηση είτε για αφήγηση, με την ίδια φρεσκάδα ξεδιπλώνει τη δυναμική να φανερώνεται σαν μια γλώσσα θαυμαστής ακρίβειας, πυκνότητας, σαφήνειας και αδρής χάρης.
Το μικρό βιβλίο «Στο Δωμάτιο» της Μαρίας Κέντρου Αγαθοπούλου είναι ένα βιβλίο όπου ξαναβρίσκουμε αυτές τις, από καιρό εγκαταλελειμμένες, εύλαλες αρετές.

 

Αλέξης Ζήρας

 

Η Παραίτηση

«Διαβάζω» τεύχος 445 Νοέμβρης 2003 (Ως υποψήφιο για λογοτεχνικά βραβεία)

Η ώριμη μετάβαση της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου στην πεζογραφία και η ταχύτατη εξέλιξη της, για μένα, ήταν ένας αιφνιδιασμός. Όχι τόσο γιατί φάνηκε αμέσως ότι κατέχει άριστα τις αφηγηματικές τεχνικές και ιδιαίτερα την οικονομία, από την έλλειψη της οποίας πάσχουν πολλοί νεότεροι της, όσο γιατί κατόρθωσε να δημιουργήσει μια υβριδική μορφή εξιστόρησης, εντελώς προσωπικής, όπου «μετέφερε» και μετουσίωσε πολλά από τα στοιχεία της ποιητικής της γλώσσας. Μεγάλο μέρος από τις εκτεταμένες ή τις σύντομες ιστορίες της που συγκεντρώθηκαν, πριν από την Παραίτηση, στο Συνοικισμό σιδηροδρομικών (1998) και στο Δωμάτιο (1999), είναι γραμμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να υποβάλλουν παρά να περιγράφουν συναισθηματικές και ψυχικές διαθέσεις, ανοίγοντας απροσδόκητα στο βλέμμα του αναγνώστη περιοχές της εσωτερικής ζωής. Περιοχές που συνήθως μένουν απόκρυφες στη λογοτεχνική αναπαράσταση, καθώς αναδεικνύουν την εικόνα του ανθρώπου σε βιολογική και διανοητική φθορά. Αλλά, με πόση ένταση, πυκνότητα και γλωσσική δύναμη! Και στην Παραίτηση υπάρχουν τέτοια διηγήματα, ρευστά και υπαινικτικά ως προς τη χρονική τους ακολουθία. Διηγήματα, τρόπος του λέγειν, γιατί στην ουσία αποτελούν ενδόμυχους, αφηγήσεις που εκφορτίζουν, συχνά με συνειρμικό τρόπο, με λυρισμό, τρυφερότητα και ελεγειακή στοργή, τα πάθη ψυχών που βρίσκονται στο τέλος του βίου τους. Με μια παλινδρομική κίνηση στην εξιστόρησή της η Μ. Κέντρου-Αγαθοπούλου υπερβαίνει την εξάρτηση από τα εξωτερικά στοιχεία και από τα δεδομένα της χρονικής στιγμής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποσυνδέει τον κόσμο της από το γενικότερο πνεύμα της εποχής. Η απεξάρτησή της, αντίθετα, τη βοηθά να εμβαθύνει σε καταστάσεις ουσιαστικότερες και διαρκέστερες, όπως είναι η αγωνία και το άγχος του ανθρώπου μπροστά σε γεγονότα με συλλογικό αντίκτυπο ή η δοκιμασία του απέναντι στα πάθη των άλλων.
Όμως μικρότερης σημασίας δεν είναι τα επιτεύγματα της Μ. Κέντρου-Αγαθοπούλου ως προς τις αφηγηματικές τεχνικές της. Σε μερικές από τις ιστορίες της η ρυθμική ανάπτυξη έχει τον παλμό της αναπνοής του ανθρώπου ή ενσωματώνεται κυριολεκτικά στην υποθετική κίνηση της θάλασσας, οργανώνοντας έτσι τη σύνθεση του αφηγηματικού κειμένου με βάση την εξομολογητική, εσωτερική ροή του λόγου. Ορισμένες φορές με αριστουργηματικά αποτελέσματα.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

Οι μικρές χαρές, Διηγήματα,

Δημιουργός της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου (Θεσσαλονίκη 1930), με δεκατέσσερις ποιητικές εκδόσεις, μια σειρά κριτικών κειμένων και τρεις συλλογές διηγημάτων στο ενεργητικό της, κυκλοφορεί το 2005 την τέταρτη «πεζογραφική της συλλογή Οι μικρές χαρές. Οι άλλες τρεις ήταν: Συνοικισμός σιδηροδρομικών (1998), Στο δωμάτιο (1999)> Η παραίτηση (2002, Βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών). Η ανάγκη που οδηγεί την ποιήτρια στην ενασχόληση με το διήγημα, όπως αποκαλεί αυτό το είδος κειμένων η ίδια, ομολογείται απερίφραστα:
Κάποια στιγμή, προκειμένου να μιλήσω για βιωματικά πράγματα
και γεγονότα, δε μου έφτανε ο τρόπος με τον οποίο τα εξέφραζε
όλα αυτά η ποίηση και θέλησα να δώσω ευρύτερη μορφή στο γε-
γονός μέσα από την πεζογραφία. Ήταν κάτι αυθόρμητο, κάτι φυσι-
ολογικό και μη σας φανεί παράξενο, αφού είναι πολλοί οι ποιητές
που στρέφονται στην πεζογραφία.
(εφ. Αγγελιοφόρος, 14-11-2005)
Η ενασχόληση ποιητών με την πεζογραφία δεν είναι καινούρια στη λογοτεχνία μας. Καινούρια είναι η συστηματικότερη παράλληλη ενασχόληση με αυτό το είδος γραφής, το οποίο βέβαια, ανοίγοντας τον χώρο, διευρύνει και τις εκφραστικές δυνατότητες.
Πρόκειται για μια τάση η οποία περιλαμβάνει ποιητές και ποιήτριες, όπως οι Μάνος Ελευθερίου, Νανά Ησαΐα, Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Μάρκος Μέσκος, Τόλης Νικηφόρου, Τάσος Ρούσσος και Λεία Χατζοπούλου-Καραβία, για να μείνουμε στους παλαιότερους και της ίδιας γενιάς με τη Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου.
Τις χωροχρονικές συντεταγμένες στις Μικρές χαρές συνιστούν η Θεσσαλονίκη και ολόκληρος σχεδόν ο 20ός αιώνας. Η γενέθλια πόλη ονομάζεται πολύ λίγες φορές στα κείμενα, ενώ συχνότερα υποδηλώνεται μέσα από τις επώνυμες τοπογραφικές αναφορές Μοναστηρίου, Βαρδάρης, Εγνατία, Καμάρα, οδός Καμβουνίων, Ιωάννου Δέλλιου, Εθνικής Αμύνης. Δεν απουσιάζουν φυσικά και οι ανώνυμοι χώροι της δράσης: κέντρο της πόλης, δρόμοι, καταστήματα, γκαλερί, μπαρ, καφενείο, ταβέρνα, σπίτι/δωμάτιο.
Ο τελευταίος είναι και ο συνηθέστερος, πράγμα που δε φαίνεται άσχετο με το κλίμα εσωτερικότητας που διακρίνει αυτήν η πεζογραφία. Ελάχιστες είναι οι διαφυγές εκτός της πόλης. Κατεξοχήν αυτό παρατηρείται στο πεζογράφημα «Αμαλία», το οποίο καλύπτει μια μεγάλη περιοχή. Είναι άλλωστε το πιο εκτεταμένο: Μικρασία, Κωνσταντινούπολη, Βόλος, Κομοτηνή, Λήμνος, Θεσσαλονίκη, Αμερική. Τα περιστατικά από την άλλη ανάγονται στα
προπολεμικά χρόνια, στα εμπόλεμα της δεκαετίας του ’40 και της
πρώτης μεταπολεμικής περιόδου αλλά περισσότερο στο παρόν της συγγραφής, ενώ ο χρόνος των ιστοριών κυμαίνεται ανάμεσα σε κλάσματα της ώρας και ολόκληρες δεκαετίες.
Ο μύθος των κειμένων πάλι είναι υποτυπώδης. Εδώ δεν έχει να περιμένει κανείς πολλά πράγματα. Ούτε αγωνίες κι ανατροπές ούτε συγκρούσεις και πράξεις συγκλονιστικές. Κάποτε δεν υπάρχει καν κι αυτός ο σκιώδης μύθος, όπως στα πεζογραφήματα-διαλόγους/μονολόγους. Το παλτό του ξαδέρφου, μια επίσκεψη στο μπαρ, ένας χορός, η ορθοστασία μιας πωλήτριας, ένας δρόμος με μνήμες είναι αρκετά, για να στηρίξουν το κείμενο, μια κι αυτό δεν
ποντάρει στην εξωτερική δράση αλλά στη «δυνατότητα του μνημονικού ή του στοχαστικού λόγου να ανοίγει αναρίθμητες θύρες προς τη μέσα ζωή», όπως γράφει ο Αλέξης Ζήρας (εφ. Η Κυριακάτικη Αυγή-Αναγνώσεις, 4-9-2005).
Όσο για τα θέματα των πεζογραφημάτων αυτά ποικίλλουν. Ο έρωτας σε διάφορες εκδοχές, ως αφύπνιση του ενστίκτου («Το άδειο παλτό»), ως φθορά μακροχρόνιας σχέσης («Σχέση»), ως προσφορά («Η προσφώνηση»), ως πάθος που οδηγεί στην απαγωγή μιας κοπέλας («Η απαγωγή»), ως εξωσυζυγική περιπέτεια, που επισύρει τη νέμεση («Ξενοδοχείον «Βιέννη»»)• η ανάγκη του ανθρώπου να επιστρέφει στο παρελθόν («Δίχως έρμα»)• οι μικρές χαρές της καθημερινότητας, όπως τα σπουργίτια στο παράθυρο, οι
ανεμώνες της γειτόνισσας, ένα τραγούδι που εξάπτει τη φαντασία
(«Οι μικρές χαρές»)• η απειλή του θανάτου («Στην έξοδο», «Καταιγίδα»)• η τέχνη ως μουσική («Εκείνο το πρωί») και ως υπέρβαση της φυσιογνωμικής ασχήμιας («Ο χορευτής»)• η δύσκολη εργασία της γυναίκας στα καταστήματα («Όλα για τη γυναίκα ή Απόπειρα για ένα μυθιστόρημα που δεν θα γραφεί ποτέ»)• προβλήματα ηλικιωμένων, όπως η ανάγκη τους να ζουν μέσω των νέων («Café bar»), η ανημπόρια τους και μαζί η αφοσίωση κάποιων ανθρώπων («Η αφοσιωμένη», «Το πεσκίρι», «Ντουέτο»)• οι τύψεις της άρρωστης μάνας που αδυνατεί να μεγαλώσει το παιδί της («Το μωρό»),
η ανθρωπογεωγραφία ενός δρόμου («Οδός Καμβουνίων»), η αγριότητα του πολέμου και οι πολιτικές διώξεις («Και του πατάγαν το κεφάλι σαν οχιά», «Η δυσοίωνη λέξη»), το πορτρέτο μιας εξαιρετικής γυναίκας («Αμαλία»), η αδυναμία ανταπόκρισης σε μα υπόσχεση που κοστίζει έναν φίλο («Ένα γράμμα για πέταμα»), η σημασία της εξωτερικής εμφάνισης («Το κατραμοσάπουνο») και τέλος η λόγω ένδειας αδυναμία μιας οικογένειας να δεχθεί πίσω
την κόρη με τα τέσσερα παιδιά της («Η πρόταση»).
Οι χαρακτήρες που καλούνται να ενσαρκώσουν αυτές τις ιδέες δεν είναι παρά πρόσωπα καθημερινά, επώνυμα κι ανώνυμα και πολλές φορές γένους θηλυκού. Οι ήρωες είναι άνθρωποι γνωστοί ή άγνωστοι του αφηγητή ή της αφηγήτριας, νεκροί ή ζώντες, αλλά κατά κανόνα απλοί, διόλου εξαιρετικοί, και δεν είναι λίγες οι φορές που δεν έχουν καν όνομα. Η ανωνυμία υποκαθίσταται από τις συγγενικές τους ιδιότητες (μάνα, πατέρας, αδερφή, ξάδερφος,
νύφη, πεθερά) ή τις επαγγελματικές (νοσοκόμα, νυχτερινή, πωλήτρια, υπάλληλος). Ακόμα, τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα συχνά είναι γυναίκες, οι οποίες βασανίζονται από τον έρωτα, την απάνθρωπη εργασία, την ηλικία και τις αρρώστιες ή καταδικάζονται από την αφοσίωση που δείχνουν σε πρόσωπα αγαπημένα. Εξαιρετική είναι η περίπτωση της νουνάς Αμαλίας, που κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου, η οποία αποτελεί το ίνδαλμα της βαφτιστικιάς της, επάξια άλλωστε, καθώς είναι όμορφη, καλλιεργημένη και μεγαλόψυχη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η σχέση του ήρωα αφηγητή με τη συγγραφέα. Ανώνυμος συνηθέστερα, άλλοτε πρωτοπρόσωπος, πρωταγωνιστής ή όχι και γένους αρσενικού ή θηλυκού, κι άλλοτε τριτοπρόσωπος, εκτός της ιστορίας, δεν είναι άσχετος με την εμπειρική συγγραφέα. Και δεν είναι μονάχα η γυναικεία οπτική των πραγμάτων ή το φύλο, αν κι όχι εμφανές πάντα, που υποδηλώνουν τη συνάφεια αφηγητή-συγγραφέα. Είναι κι ο χώρος, όπου
τοποθετείται το σκηνικό της δράσης, ο οποίος παραπέμπει γενέθλια πόλη, ορισμένα άλλα στοιχεία αυτοβιογραφικού χαρακτήρα, όπως η οδός διαμονής και το επάγγελμα του πατέρα αλλά και οι συχνές αναφορές στην τέχνη και σε πρόσωπα της λογοτεχνίας ειδικότερα (Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου, Γιώργος Βαφόπουλος, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Κωστής Παλαμάς, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Μαρία Πολυδούρη, Χένρι Τζέιμς).
Πέρα από τον αφηγητή, ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι άλλοι τρόποι με τους οποίους η πεζογράφος πραγματεύεται τα θέματα της. Μάλλον έχει δίκιο η Μάρη Θεοδοσοπούλου, όταν λέει ότι εδώ «δοκιμάζονται διαφορετικοί αφηγηματικοί τρόποι, με ορισμένα διηγήματα να παίρνουν εξολοκλήρου τη μορφή διαλόγου στην ντοπιολαλιά των μικρασιατών προσφύγων ή να ξετυλίγονται μακρείς μονόλογοι» (εφ. Το Βήμα της Κυριακής-Βιβλία, 14-
2005), παρά ο Νίκος Δαββέτας, που διαφωνεί, υποστηρίζοντας ότι η πεζογράφος δοκιμάζει μονάχα δύο: «Αυτόν του εσωτερικού μονολόγου, που άνθησε στη Θεσσαλονίκη κυρίως προπολεμικά (βλ. Δέλιος, Ξεφλούδας, Πεντζίκης) και αυτόν του βιωματικού ρεαλισμού που κυριάρχησε στη λογοτεχνική ζωή μεταπολεμικά (βλ. Ιωάννου, Καζαντζής, Χριστιανόπουλος, Σφυρίδης)» [περ. Εντευκτήριο 70 (Σεπτέμβριος 2005) 129].
Πράγματι υπάρχει μια ποικιλία τρόπων ενπροκειμένω. Έξι από
είκοσι τέσσερα κείμενα δομούνται εντελώς ιδιότυπα, δύο ως διάλογοι ανάμεσα σε δύο πρόσωπα («Δίχως έρμα», «Ντουέτο») και τέσσερα ως μονόλογοι («Οι μικρές χαρές», «Στην έξοδο», «Το τραμοσάπουνο», «Η πρόταση»), γεγονός που, σε συνδυασμό με την υψηλή προφορικότητα του λόγου, αποκαλύπτει τάσεις δραματουργικές. Δε λείπουν βέβαια τα κείμενα ρεαλιστικής βάσης,
κυρίως όμως το ενδιαφέρον εστιάζεται στον ψυχισμό των ηρώων, Πολλές φορές ολόκληρο το κείμενο δεν είναι παρά σκέψεις και διαθέσεις, που ανασύρονται από τον μέσα βυθό με λόγο ομαλό και αβίαστο, συχνά μακροπερίοδο κατά τις ανάγκες των συνειρμών, και φωτίζουν πολύπλευρα τους χαρακτήρες,
Αν ο τρόπος αυτός έχει σχέση με τη βυζαντινή μυστικιστική παράδοση της Θεσσαλονίκης και τη γνωστή προπολεμική ιστορία του λεγόμενου εσωτερικού μονολόγου των Μακεδονικών Ημερών είναι ένα ζήτημα. Γενικά θα μπορούσε να εικάσει κανείς ότι η πεζογράφος, γέννημα θρέμμα της πόλης, φέρει μέσα της την αύρα αυτού του κλίματος εσωστρέφειας. Αλλά κι έτσι να είναι, δεν πρόκειται για εσωτερικό μονόλογο αλλά μονάχα για «εξομολογητική
πρόζα», όπως εύστοχα επισήμανε ο Παν. Μουλλάς, μιλώντας για τους πεζογράφους των Μακεδόνικων Ημερών (Η μεσοπολεμική πεζογραφία, A’, 1993> σ. 136). Ακόμα, η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου φαίνεται να διαφοροποιείται από τους πεζογράφους της Διαγωνίου κι από τον Γιώργο Ιωάννου, γιατί ούτε στις υποδοχές της πραγματικότητας καθηλώνεται, στον βαθμό που καθηλώνονται οι πρώτοι, ούτε με τον πρισματικό ή τον λαογραφικό-χρονογραφικό τρόπο λειτουργεί, όπως ο δεύτερος. Είναι, με άλλα λόγια, μια ξεχωριστή πεζογραφική φωνή κι αυτό για έναν δημιουργό δεν
είναι καθόλου λίγο.

Από το βιβλίο του Θανάση Μαρκόπουλου ΜΑΤΙΕΣ ΕΝΤΟΣ (Μελάνι 2014)

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

 

Μικρές χαρές, διηγήματα, εκδ. Μεταίχμιο, 2005

Τι είναι αυτό που κάνει μια ποιήτρια με 13 αξιόπιστες ποιητικές συλλογές να στρέφεται στον πεζό λόγο; Ποια βαθύτερη ανάγκη της προσπαθεί να ικανοποιήσει; Μήπως –έστω περιστασιακά– ισχύει το χριστιανοπουλικό «εγκαταλείπω την ποίηση» λόγω κάποιου απαυδίσματος, κάποιας προσωπικής της εξουθένωσης, εξ αιτίας της πολυετούς ενασχόλησής της με τις λέξεις; Όμως η Κ. Α. ούτε εγκατέλειψε την ποίηση ούτε διακατέχεται από τη ματαιοδοξία να διαπρέψει και σ’ άλλα «εδάφη», να οργώσει κι άλλα λογοτεχνικά «χωράφια». Ως αυθεντική δημιουργός που είναι, ξέρει πολύ καλά πως, πέρα από την ευδαιμονία της προσωπικής έκφρασης, μάλλον εξουθενώνεσαι και συνθλίβεσαι από το ανελέητο κυνηγητό της λέξης. Παράλληλα, διόλου δεν της διαφεύγει πως η ποιητική δημιουργία είναι απείρως δυσκολότερη, σημαντικότερη και ουσιωδέστερη της αντίστοιχης πεζογραφικής. Και εξακολουθεί να γράφει ποιήματα – έχει στα σκαριά και νέα συλλογή. Τι συμβαίνει, λοιπόν, και δεν βολεύεται με τον χαρακτηρισμό «αντιπροσωπευτική ποιητική φωνή της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς», και –από το 1998– εκδίδει δοκίμια, εκτενή αφηγήματα, ποιητικά αφηγήματα ή διηγήματα;
Προτού καταθέσω τη δική μου –αυθαίρετη ίσως– εκδοχή στην περίπτωση Αγαθοπούλου που –ως λογοτεχνική περίπτωση– τη θεωρώ σημαντική και ιδιάζουσα, θα πάρω τα πράγματα με κάποια σειρά. Θα επικεντρωθώ στα δύο τελευταία της πεζογραφικά βιβλία («Η παραίτηση», Κέδρος, 2002 και «Οι μικρές χαρές», Μεταίχμιο, 2005), επειδή κρίνω πως είναι αυτά που την καθιστούν και την αναδεικνύουν και σε σημαντική πεζογράφο.
Τα 19 κείμενα της «Παραίτησης» προσιδιάζουν περισσότερο στον όρο ποιητικά αφηγήματα. Το ποιητικό στοιχείο τα διαπερνά –σχεδόν ολοκληρωτικά– κάνοντας ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του στα επιμύθιά τους. Η αφήγηση της «Παραίτησης» –πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη– είναι λιτή και περιεκτική, το χιούμορ ρέει διακριτικά, υπάρχει πληθώρα λέξεων βασισμένων στο μικρασιάτικο ιδίωμα, ενώ συναντούμε πολλά σημεία χλευασμού ή παρωδίας του θανάτου. Χαρακτηριστικό της γραφής της Αγαθοπούλου η ποιητική διατύπωση και η οικονομία λόγου, ιδιαίτερα στα «κλεισίματα» των κειμένων, που συχνά απολήγουν σε ηχοποίητες φράσεις ή σε προτάσεις-κουβέντες, διατυπωμένες από το στόμα κάποιου ήρωα της συγγραφέως. Ο φιλοσοφικός-υπαρξιακός πυρήνας του βιβλίου έχει να κάνει με τον τίτλο του αλλά και με το ομότιτλο διήγημα, που αντιπροσωπεύει θαυμάσια το περιεχόμενο όλων των κειμένων, δίνοντας το στίγμα της Αγαθοπούλου. Η ηρωίδα-αφηγήτρια νιώθει –προς στιγμήν– παραιτημένη από τη ζωή, παροπλισμένη, απόμαχη, όμως μόνο για λίγο, μόνο προσωρινά, αφού δεν θα αφεθεί οριστικά στην απομόνωση και στην απόσυρση, αλλά θα κάνει τα ένα-δύο γενναία βήματα που απαιτούνται για να ξεπεράσει τη μελαγχολία της, και να μπει και πάλι, θαρρετά, στο παιχνίδι της ζωής. Είναι τελικά η ίδια η τέχνη της συγγραφέως, που, λειτουργώντας ιαματικά, σώζει την ηρωίδα-αφηγήτρια κάνοντάς την να επανακάμψει από την πρόσκαιρη θλίψη που νιώθει και τις αναποδιές που βιώνει. Παράλληλα την οπλίζει μ’ ένα σπουδαίο εφόδιο: την επίγνωση των ορίων του εαυτού της αλλά και του κόσμου που την περιβάλλει. Για την ιστορία, αναφέρω πως η συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων της Κέντρου-Αγαθοπούλου βραβεύτηκε, το 2003, από την Ακαδημία Αθηνών του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη.
Και έρχομαι τώρα στο τελευταίο πόνημα της ποιήτριας και πεζογράφου, στις «Μικρές χαρές». Εδώ ο όρος «διηγήματα» είναι πιο εύστοχος απ’ ό,τι στην «Παραίτηση». Κι αυτό γιατί τα νέα κείμενα της Κ. Α. –δίχως να έχουν πάψει να διατηρούν την ποιητικότητά τους– είναι πιο… διηγήματα ως προς τη σύνθεση, την έκταση, την πλοκή, το όλο στήσιμό τους. Κάποια υπόγεια σύνδεση που υπάρχει ανάμεσά τους θα μπορούσε να συνηγορήσει ώστε το υπάρχον υλικό να πάρει και μυθιστορηματική έκταση ή τουλάχιστον να σταθεί και σαν εκτενής αφήγηση. Διαβάζοντας κάποιος τις 24 ιστορίες του βιβλίου έχει την αίσθηση πως συντέθηκαν από μια ώριμη πεζογράφο. Κι αν δεν γνωρίζει και το «ιστορικό» της συγγραφέως αναφορικά με την ποιητική της δράση, θα κατέληγε στο συμπέρασμα πως πρόκειται για μια κατ’ εξοχήν πεζογράφο που κατέχει άριστα τους μηχανισμούς της γλώσσας, μπολιάζοντας τα κείμενά της με στοιχεία ποιητικά. Πώς, όμως, από την «Παραίτηση» η Αγαθοπούλου οδηγήθηκε στις «Μικρές χαρές»; Και ποιες είναι τελικά αυτές οι «Μικρές χαρές» που, ως τίτλος και περιεχόμενο, αντιπροσωπεύουν την καινούρια της συλλογή;
Η Κέντρου-Αγαθοπούλου στο απόγειο της συγγραφικής της ωριμότητας, παρακάμπτοντας την αγωνία του θανάτου, τον φόβο της παραίτησης και του παραγκωνισμού από τη ζωή, που την απασχόλησε –με δημιουργικό τρόπο– στην προηγούμενη συλλογή της, προχωρεί ένα βήμα παραπέρα. Μας καταθέτει μιαν αλήθεια που, πολλοί από εμάς, ίσως δεν είμαστε ακόμα σε θέση να νιώσουμε. Η κατάκτηση της ευτυχίας είναι μια νεφέλη, ένα πουκάμισο αδειανό. Ίσως η προσδοκία της να σχετίζεται με τη νεότητα – αυτό είναι απολύτως θεμιτό και δικαιολογημένο. Όμως με το διάβα του χρόνου διαπιστώνει κανείς πως κυνηγάει χίμαιρες. Η ευτυχία είναι άπιαστο πουλί. Δύο τινά, πλέον, μπορούν να συμβούν. Ή θα απελπιστεί, θα μελαγχολήσει και θα μαραζώσει ή θα αποδεχτεί τη ζωή όπως είναι, όπως του έρχεται, με τα βάσανα, τις αποκοτιές αλλά και τις μικρές χαρές της. Είναι τα τελικά ψυχολογικά στάδια του Έρικσον στη θεωρία του για τις αναπτυξιακές κρίσεις του «εγώ» –για να θυμηθούμε λίγο την εξελικτική ψυχολογία– που βασίζονται στα δίπολα «Πανανθρώπινο ενδιαφέρον-αυτοαπορρόφηση» και «αποδοχή-απόρριψηη» και που αφορούν μεσήλικες ανθρώπους, δίχως ο συγκεκριμένος ψυχολόγος να θεωρεί υποχρεωτικό και απαραίτητο το να φτάσουν όλοι οι συνάνθρωποί μας κάποτε σ’ αυτά τα στάδια – πόσο μάλλον στους θετικούς όρους των δίπολων που προανέφερα. Είναι πάντως βάλσαμο αυτές οι μικρές χαρές, είναι πολύτιμες αν θέλουμε να οδηγηθούμε στην αποδοχή των πεπραγμένων μας, είναι λυτρωτική η αναπόλησή τους, ιαματική, σαν δροσερό νεράκι από γάργαρη πηγή που ξεδιψά τον αποκαμωμένο οδοιπόρο.
Ας δούμε, τώρα, κάποιες από τις «μικρές χαρές» της Αγαθοπούλου που προσφέρουν πληρότητα στην ίδια, και σε μας την αναγνωστική απόλαυση: Η αναπόληση της οσμής ενός αγαπημένου εξαδέλφου –άρωμα μελιού ανάμικτο με κολόνια και μυρωδιά σώματος– που αναδίδει το άδειο παλτό του. Ο μαρασμός μιας πολύχρονης σχέσης που όμως βρίσκει τρόπο να αναγεννηθεί απ’ τις στάχτες της. Ένα πρωινό αφιερωμένο στον εαυτό μας. Το κοίταγμα των πουλιών μέσα από ένα κλειστό παράθυρο. Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα. Ένα τραγούδι –έστω λυπημένο– στο ραδιόφωνο. Η παρατήρηση άγνωστων ανθρώπων σ’ ένα καφέ-μπαρ. Η κατανυκτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί η φωνή μιας τραγουδίστριας κέλτικων τραγουδιών. Το κατάλυμα που προσφέρει η τέχνη, ιδίως σ’ εκείνους που είχαν εμπειρία θανάτου. Ο μαγευτικός χορός ενός άσχημου –στην όψη– χορευτή σε μια ταβέρνα. Παιδικές μνήμες –έστω τραυματικές– από τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η αναπόληση της μορφής και της προσωπικότητας της πεθαμένης νουνάς της αφηγήτριας. Η μυρωδιά ενός βρέφους σε κρεβάτι νοσοκομείου, όπου νοσηλεύεται η μάνα, με επιλόχειο πυρετό…
Μινιμαλιστική, λοιπόν, διάθεση και χαμηλόφωνη γραφή από την Κ. Α., σε τρίτο ή πρώτο πρόσωπο αφήγησης, άλλοτε με αφηγηματικά προσωπεία κι άλλοτε άμεσα, προσωπικά, αποκαλυπτικά. Κείμενα ισορροπημένα στη γραφή τους, σμιλεμένα με μαστοριά, που τα χαρακτηρίζουν από τη μία η λιτή και ακριβής διατύπωση, κι από την άλλη το αίσθημα και η νοσταλγία. Λάμπει το ελάχιστο, αναδεικνύεται σε μείζον, και το μικρό, το καθημερινό, το φαινομενικά ασήμαντο –μα εντέλει τόσο σημαντικό –το κατ’ επίφασιν ευτελές, εξακτινώνεται στις σφαίρες της τέχνης.
Επανέρχομαι –ίσως με εκνευριστική επιμονή– στο αρχικό ερώτημα. Τι είναι αυτό που κάνει μια φτασμένη ποιήτρια να γράφει και διηγήματα; Η ερώτηση φαντάζει ρητορική, όχι υπό την έννοια του αυτονόητου ή του εντελώς περιττού της απάντησης, αλλά επειδή είναι πολύ προσωπική. Θα μπορούσε να τεθεί και σε μια πλειάδα ζώντων, καταξιωμένων ποιητών που επέλεξαν –κάποιοι νωρίτερα, κάποιοι εκ των υστέρων– την οδό της Αγαθοπούλου (Ντίνος Χριστιανόπουλος, Νίκος Δαββέτας, Κώστας Ριτσώνης, Πρόδρομος Μάρκογλου, Μάρκος Μέσκος, Τόλης Νικηφόρου, Σάκης Σερέφας κ. ά.). Οι απαντήσεις που θα συλλέγαμε ίσως να ήταν πολλαπλές, οι τοποθετήσεις ποικίλες και αποκαλυπτικές, κι όχι απαραιτήτως του στιλ «ε, μην την ψάχνεις, όλοι γράφουν απ’ όλα», φράση που –διατυπωμένη κατ’ αυτόν τον τρόπο– αφενός θα φανέρωνε κυνική απαξίωση, αφετέρου θα μας έλεγε τη μισή αλήθεια. Σύμφωνοι, αρκετοί λογοτέχνες καταγίνονται με πολλά, τα καταφέρνουν όμως το ίδιο ικανοποιητικά, όλοι τους και πάντοτε, με ό,τι καταγίνονται; Επιστρέφω, όμως, στην περίπτωση Αγαθοπούλου. Παρόλο το θράσος και την αδιακρισία που κρύβει μια απόπειρα ερμηνείας των πράξεων μιας σπουδαίας δημιουργού από πλευράς μου, θα τολμήσω μόνο κάποιες –ελπίζω όχι αυθαίρετες– διαπιστώσεις, ακόμα κι αν δεν καταφέρω με αυτές να οδηγηθώ στον πυρήνα του αρχικού μου ερωτήματος: Η Κ. Α. είναι βέβαιο ότι τολμά. Δεν βολεύεται με ετικέτες, ταμπέλες και χαρακτηρισμούς. Δεν έχει αγκυλώσεις και κολλήματα στην τέχνη της. Ρισκάρει με απόλυτη επιτυχία. Δοκιμάζει τα συγγραφικά της όρια. Ανανεώνεται διαρκώς. Διοχετεύει το ταλέντο της και σε άλλες μορφές λόγου, πέραν της ποιήσεως. Μέσα από τα ζουμερά, περιεκτικά και ευανάγνωστα διηγήματά της μας παραδίδει απλά μαθήματα οικονομίας του λόγου. Μας διδάσκει το συγγραφικό μέτρο. Μας μαθαίνει πως «αίσθημα» και «λιτή διατύπωση» κάλλιστα μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά σε ένα κείμενο. Δεν γνωρίζω αν αυτά τα λίγο άχαρα ρήματα που προανέφερα, «μαθαίνω» και «διδάσκω», ήταν στις προθέσεις της, πάντως προσωπικά της χρωστώ ευγνωμοσύνη για όσα μού έμαθε διαβάζοντας και τα διηγήματά της.
Στην εποχή που όλα μετρώνται, προσμετρώνται και συνυπολογίζονται, η σύγχρονη λογοτεχνική κριτική θα πρέπει –κατά την ταπεινή μου γνώμη– να συνυπολογίσει στη λογοτεχνικότητα των κειμένων, δύο σημαντικές παραμέτρους, αναφορικά με την αξιολόγηση του έργου κάποιου δημιουργού. Τη βαθύτερη ανάγκη που ωθεί το δημιουργό στη γραφή –ή αλλιώς το «ζόρι» που τραβάει, ή δεν τραβάει, έκαστος– και επίσης, το πόσο καλά τα καταφέρνει κάποιος λογοτέχνης σε διαφορετικές μορφές λόγου. Επειδή το πρώτο φαντάζει σκοτεινό, ανεξιχνίαστο και δύσκολο στο να μετρηθεί, στέκομαι στο δεύτερο, που και εφικτό είναι και μετρήσιμο. Η περίπτωση της Κέντρου-Αγαθοπούλου μάς αποκαλύπτει μια ισοδύναμα εξαιρετική ποιήτρια και πεζογράφο. Και αυτό, από μόνο του, είναι σημαντικό.

(το κείμενο αναγνώσθηκε στο Underground Εντευκτήριο σε εκδήλωση προς τιμήν της Μ. Κ. Αγαθοπούλου στις 14 Νοεμβρίου 2005, και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ένεκεν, τχ, 4, καλοκαίρι του 2006, με τίτλο Το πεζογραφικό έργο της Μ. Κ. Αγαθοπούλου. Οι άλλοι δύο ομιλητές ήταν ο Τάσος Καλούτσας και η Ντάντη Σιδέρη-Σπεκ. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου ΔΙΕΙΣΔΥΣΕΙΣ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ, Μελέτες και βιβλιοκρισίες (2003-2011) εκδ. ΝΗΣΙΔΕΣ, 2011)

 

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ  Αφηγήσεις σε δυο «γραμμές»

0ι μικρές χαρές

«Εντευκτήριο» Τεύχος 70 Σεπτέμβρης 2005

Η ανάγνωση των δυο πρώτων διηγημάτων από την πρόσφατη συλλογή πεζών της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου 01 μικρές χαρές μας δίνει μια πρώτη εικόνα για τις προθέσεις της. Μικρά, νευρώδη πεζά που «πατάνε» εναλλάξ στις δύο κυριότερες πεζογραφικές σχολές της Θεσσαλονίκης. Γι’ αυτό και διαφωνώ με την άποψη που διατυπώθηκε πρόσφατα, ότι στο τελευταίο της βιβλίο η Αγαθοπούλου «δοκιμάζει πολλούς εκφραστικούς τρόπους». Κατά τη γνώμη μου, «δοκιμάζει» —ας πούμε— δύο: Αυτόν του εσωτερικού μονολόγου, που άνθησε στη Θεσσαλονίκη κυρίως προ-πολεμικά (Βλ. Δέλιος, Ξεφλούδας, Πεντζίκης) και αυτόν του βιωματικού ρεαλισμού που κυριάρχησε στην λογοτεχνική ζωή μεταπολεμικά. (Βλ. Ιωάννου, Καζαντζής, Χριστιανόπουλος, Σφυρίδης). Έτσι, όσο και να προβληματίζει τον επαρκή αναγνώστη αυτή η εναλλαγή τρόπων και ύφους, είναι καθ’ όλα δικαιολογημένη και νόμιμη, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας τις πνευματικές οφειλές της δημιουργού στη γενέθλια πόλη της. Όπως ανέφερα, οι προθέσεις της Αγαθοπούλου φαίνονται από την αρχή του βιβλίου. Στο πρώτο διήγημα, με τον τίτλο «Το άδειο παλτό», η αφηγήτρια αναπολεί τα εφηβικά της χρόνια μέσα από μια χαρακτηριστική μυρωδιά, αυτή του ξαδέλφου της, που παρέμενε αναλλοίωτη στο παλτό του. Τόσο το κλίμα της ιστορίας όσο και η γραφή φέρνουν στον νου παρόμοιες ιστορίες από τη Σαρκοφάγο η την Πρωτεύουσα των προσφύγων του Γιώργου Ιωάννου, όπου από ένα περιστατικό της εφηβείας του κατορθώνει να ζωντανέψει μπροστά στα μάτια μας μια ολόκληρη εποχή. Δεν λέω ότι η συγγραφέας μιμείται τον Ιωάννου, αντιθέτως υπάρχει από κάτω μια γυναικεία ευαισθησία που δίνει έναν διαφορετικό χρώμα στην αφήγηση, ισχυρίζομαι όμως ότι γνώριμο είναι το χνάρι που πατάει για να συνεχίσει το δικό της έργο.
Στο δεύτερο διήγημα, με τον τίτλο «Δίχως έρμα», παρατηρούμε την πλήρη ανατροπή. Δεν υπάρχει συγκεκριμένος αφηγητής, δεν υπάρχει χώρος και χρόνος, δεν υπάρχει καν ιστορία, παρά μόνο δύο φωνές (η μήπως και μία;) Ένας φανταστικός διάλογος —η μονόλογος— γύρω από τη φυγή, το ταξίδι, τη μετακίνηση από μια άγνωστη πόλη σε μια άλλη. Κι αυτός ο διάλογος ουσιαστικά είναι προσχηματικός, κατά βάθος είναι ένα ακόμη παράδειγμα συνομιλίας με τον εαυτό μας, μια προσπάθεια ανακάλυψης των πραγματικών επιθυμιών του. Αυτός ο δεύτερος εκφραστικός τρόπος, πολύ κοντά στον «εσωτερικό μονόλογο», επιβεβαιώνει την πρόθεση της συγγραφέως να ανιχνεύσει πιο εμπεριστατωμένα την πεζογραφική παράδοση της προπολεμικής Θεσσαλονίκης και να ασπαστεί ως έναν βαθμό τα διδάγματα του κεντροευρωπαϊκού μοντερνισμού.
Κάπως έτσι λοιπόν συγκροτεί η Αγαθοπούλου την παρούσα συλλογή διηγημάτων της. Κείμενα της μιας η της άλλης «σχολής» —όπως τα δύο πρώτα— εναλλάσσονται, προσφέροντας στον αναγνώστη τις αναμφισβήτητες αρετές τους: ρέουσα αφήγηση, δραστικοί διάλογοι, εικόνες που αποτυπώνουν ευκρινώς το προφίλ των ηρώων, αναμνήσεις που συγκινούν χωρίς να «μελώνουν». Μα το μεγάλο «συν» στο αποτέλεσμα πια, πέρα από προθέσεις, σχολές και φιλολογικές υποθέσεις, δεν είναι το πόσο καλά αφομοιώνει την πεζογραφική παράδοση της πόλης της, αλλά το πόσο πιστά αποδίδει, καμιά φορά και μυθοποιεί, τις πιο καθημερινές και τετριμμένες πλευρές της. Αν προτιμάτε: το πόσο καλά μεταμορφώνει δεκάδες αγνοημένους μικρόκοσμους της Θεσσαλονίκης σε τόπους σημαντικούς, όπου κάτι το μαγικό συντελείται εν αγνοία μας και που μόνο η γραφή τελικά διασώζει. Θα πρόσθετα μάλιστα πως, ώρες ώρες, η Αγαθοπούλου, με αρχαιολογική επιμονή, κυριολεκτικά ανασκάπτει γειτονιές, δρόμους και πλατείες της πόλης της, για να φέρει στο φως ζωές που χάθηκαν πριν από χρόνια μέσα στην καθημερινή τριβή, αντικείμενα και ενθυμήσεις όσων προηγήθηκαν στα χώματα αυτά, μια υπόγεια ίσως φλέβα από το «δικό μας αίμα». Χαρακτηριστικά παραδείγματα τα διηγήματα τα διηγήματα «Οδός Καμβουνίων», «Ξενοδοχείο Βιέννη», και το σπαρακτικό «Ντουέτο». Η συγκίνηση που μας μεταδίδουν, αλλά και η αρτιότητα της γραφής τους, μας βοηθούν να συγκαταλέξουμε το βιβλίο στα καλύτερα της χρονιάς.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΓΑΝΟΣ Ποιητές ως πεζογράφοι

Οι μικρές χαρές

Νέα Εστία τεύχος 181 Ιούνιος 2007

Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου ξεκίνησε, όπως και οι περισσότεροι άλλωστε ποιητές, όψιμα τη θητεία της στην πεζογραφία. Το πρώτο της αφηγηματικό κείμενο ήταν το νοσταλγικό αφήγημα Συνοικισμός Σιδηροδρομικών (1998), μια αναζήτηση των χρόνων της παιδικής και εφηβικής ηλικίας στον ομώνυμο συνοικισμό της γενέτειρας της Θεσσαλονίκης. Ένα βιβλίο πιο κοντά στην πεζογραφική παράδοση της πόλης, παράδοση από την οποία θα επιχειρήσει να αποδράσει στη συνέχεια. Ακολούθησε αμέσως μετά η συλλογή διηγημάτων Στο δωμάτιο (1999) και λίγο αργότερα οι συλλογές Η παραίτηση (2002) και Οι μικρές χαρές (2005). Εμμονή λοιπόν στην πεζογραφία, χωρίς όμως και οριστική παραίτηση από την ποίηση, αφού μεσολαβεί ενδιάμεσα η ποιητική συλλογή Σαλκίμ (2002).
Οπωσδήποτε όμως από το 1998 και εντεύθεν την προτεραιότητα έχει η πεζογραφία, στην οποία ασφαλώς μεταγγίζεται και μεγάλο μέρος της ποιητικής εμπειρίας. Ο ποιητής, σε οποίο είδος και αν διολισθαίνει, δεν αποβάλλει την πρωταρχική του ιδιότητα. Η ποιητική αίσθηση των πραγμάτων είναι ένα από τα κυρία χαρακτηριστικά της πρόζας της Μ. Κ. Α. Εξάλλου, η μικρή φόρμα, είτε αυτή είναι διήγημα είτε σύντομη αφήγηση με τη μορφή ανάμνησης, σχολίου η στιγμιότυπου, διευκολύνει το πέρασμα από το ένα είδος στο άλλο είναι το κατάλληλο πλαίσιο για την ανάπλαση και την ανάπτυξη μιας ποιητικής ιδέας. Τα πεζά κείμενα της Μ. Κ. Α. σπάνια ξεπερνούν τις 5-6 σελίδες βιβλίου μικρού σχετικά σχήματος.
Έτσι, ούτε μυθοπλασίες θα συναντήσουμε στα κείμενά της ούτε ψυχογραφίες χαρακτήρων ούτε τεχνικές σύνθεσης διηγήματος. Θα συναντήσουμε όμως μια ποικιλία σύντομων αφηγημάτων, που περιστρέφονται σταθερά γύρω από τρεις θεματικούς κύκλους. Τον κύκλο των αναμνήσεων παλαιότερων μορφών ζωής, όπου αναδύονται αγαπημένα συγγενικά και φιλικά πρόσωπα. Τον κύκλο των φαινομένων και καταστάσεων παρακμής και φθοράς του παρόντος και της αναζήτησης διεξόδων φυγής και εσωτερικής γαλήνης μέσα από τον ασφυκτικό κλοιό. Και στους δύο αυτούς κύκλους η πρόζα της έρχεται κατευθείαν από τις προηγούμενες ποιητικές διαδρομές. Σύντομα κείμενα καταστάσεων, εσωτερικών εντάσεων και κυμαινόμενων διαθέσεων. Τέλος, στον τρίτο κύκλο ανήκουν τα διηγήματα μορφικών αναζητήσεων, τα όποια μοιάζουν περισσότερο με πειραματικές σπουδές ποικίλων αφηγηματικών τρόπων χωρις κατασταλαγμένο προσανατολισμό.
Στον τρίτο κύκλο ανήκουν πολλά από τα διηγήματα της συλλογής Οι μικρές χαρές, τα οποία αναφέρονται στην καθημερινότητα. Οι μικρές χαρές είναι για τους αφηγητές των ιστοριών της ομώνυμης συλλογής -άντρες η γυναίκες— οάσεις μέσα στην γκρίζα καθημερινότητα. Τα είκοσι τέσσερα κείμενά της αναφέρονται σε διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα, συμπεριφορές, ήθη. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί σε αυτά ποικιλία αφηγηματικών τρόπων: την τριτοπρόσωπη ρεαλιστική αφήγηση, την πρωτοπρόσωπη αυτοαναφορική, τη χρονική ακολουθία και, σπανιότερα, κάποιες προωθημένες μορφές αφήγησης με ανάμεικτο θεατρικό και δοκιμιακό χαρακτήρα -διαλογικό η μονολογικό—, όπως στα αφηγήματα «Δίχως έρμα», «Ντουέτο», «Η πρόταση».
Τα αφηγήματα της συλλογής σχηματίζουν με παλιές και νέες ψηφίδες ένα μωσαϊκό της Θεσσαλονίκης ή μάλλον της ανθρωπογεωγραφίας αυτής της πόλης, με τις φτωχογειτονιές των δυτικών, κυρίως, συνοικιών της, με τα μικρά άγχη της καθημερινότητας και με την έμμονή στις ψυχικές καταστάσεις, που δημιουργεί το πέρασμα του χρόνου και η συνακόλουθη φθορά. Συνθέτουν έναν κόσμο που αναδύεται από τη μνήμη και εμπλέκεται στο αμήχανο παρόν με στιγμιότυπα και εικόνες που εκφράζουν την ευαισθησία και το συγγραφικό ήθος της Μ. Κ. Α.
Από τα πιο ενδιαφέροντα πειραματικά αφηγήματα της συλλογής σημειώνω τα εξής: «Δίχως έρμα», «Ο χορευτής», «Η δυσοίωνη λέξη», «Καταιγίδα», «Το πεσκίρι», «Η απαγωγή». Γενικά, οι μικρές χαρές είναι μια προσπάθεια να αμβλυνθούν οι μεγάλες λύπες. ‘Αποτελούν δηλαδή μια απόπειρα διαφυγής, που τελικά δημιουργεί ένα αμάλγαμα αντίρροπων αισθημάτων:
Νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

 

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

Οι μικρές χαρές

Εφημερίδα Αυγή 4 Σεπτεμβρίου 2005
Υπάρχει μια νησιώτικη παροιμιακή φράση, «μικρές χάρες γεμάτες ζωές», που ίσως πηγαίνει γάντι, όχι μόνο σ’ αυτά τα πρόσφατα διηγήματα της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου, αλλά και σε όλα της τα πεζογραφικά βιβλία. Γιατί εκείνο που χαρακτηρίζει την αφηγηματική στόφα, αλλά και τη ματιά αυτής
της ευδιάκριτης στον χώρο της θεσσαλονικιάς συγγραφέως, δεν είναι ασφαλώς το ότι επιμένει και παραμένει στον τύπο της σύντομης πρόζας. Αυτό είναι μόνο το γενικό περίγραμμα που άλλωστε κλείνει μέσα του αρκετούς αξιόλογους διηγηματογράφους, τόσο από τη βορειοελλαδική ενδοχώρα όσο και από την υπόλοιπη. Αν και κάτι τέτοιο, για να προλάβουμε κάποιους που μοιάζουν «κολλημένοι» σε δήθεν εκσυγχρονιστικά πρότυπα λογοτεχνικής σύνθεσης, δεν σημαίνει βέβαια ότι σχηματίζεται ένας νέος ηθογραφισμός ή μια νέα λογοτεχνία της επαρχιακής περιφέρειας. Έτσι ή αλλιώς, στον βαθμό που η φόρμα μας ειδοποιεί πρώτα, αν και όχι αποκλειστικά, για την ποιότητα της γραφής, τα διηγήματα της Αγαθοπούλου είναι από τα καλύτερα αποδεικτικά στοιχεία για το πώς η ευαισθησία μπορεί να
αναπτυχθεί και να μας πάρει στον κόσμο της, χωρίς να χρειάζεται τα δεκανίκια της εντοπιότητας. Και μιλώ
τόσο για τις τωρινές Μικρές χαρές όσο και για τα προ εξαετίας δημοσιευμένα πεζά του Δωματίου (1999), όπου για πρώτη φορά νομίζω επιχείρησε αυτή τη γοητευτική σύζευξη μιας αφήγησης που τοποθετείται μεν στον χώρο ρεαλιστικά, αλλά μ’ έναν σπειροειδή τρόπο απλώνεται ολοένα και περισσότερο στο άχρονο του ανθρώπινου φανταστικού. Και τούτο ασφαλώς όχι τυχαία, γιατί μάλλον δεν χρειάζεται να επαναλάβω εδώ εν εκτάσει κάτι που είχα αναφέρει σχολιάζοντας τα αμέσως προηγούμενα διηγήματά της, την Παραίτηση
(2002), ότι δηλαδή το εσωτερικό τοπίο της πεζογράφου Αγαθοπούλου ήταν ήδη ωριμασμένο στην αισθητική και στη διανοητική ατμόσφαιρα της ποίησης της, αλλά προφανώς και στην τεχνική της κυματοειδούς, συνειρμικής μεταμόρφωσης που μας θυμίζει τις πιο καλές στιγμές της θεσσαλονικιώτικης πεζογραφίας εσωτερικής ροής: τον Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη, τον Τηλέμαχο Αλαβέρα, τον Παύλο Παπασιώπη, τον Νίκο Μπακόλα, τον Κώστα Λαχά, ίσαμε τον νεώτερο Τάσο Χατζητάση.
Στις Μικρές χαρές, όπως και στην Παραίτηση, συνυπάρχουν διηγήματα γραμμένα από διαφορετικές γωνίες κατόπτευσης, εκφράζοντας ίσως έτσι μια ποικιλία εσωτερικών διαθέσεων της πεζογράφου και δείχνοντας έμμεσα ότι η δημιουργός συνείδηση της κάνει μια τομή ανάμεσα στα χρόνια της αθωότητας και στα χρόνια της φθοράς και της κάμψης. Σχετικά αξιοπαρατήρητο είναι λόγου χάριν το γεγονός ότι τα αυτοαναφορικά πεζά που ανασυνθέτουν βιώματα του απώτατου παρελθόντος, της παιδικής και της πρώιμης εφηβικής ηλικίας, δείχνουν να ωθούνται περισσότερο από μια εσωτερική παρόρμηση να χαρτογραφήσουν με ακρίβεια τους χώρους στους οποίους ζυμώθηκε η συλλογική μνήμη των προσφύγων της δεκαετίας του 1920 και του 1930, μικρασιάτες και Θρακιώτες. Όπως και να αναδείξουν ταυτόχρονα ήθη και τύπους που διασταυρώνονταν με το οικογενειακό περιβάλλον. Ακόμα και στο πρώτο διήγημα της συλλογής, «Το άδειο παλτό», όπου η συγγραφέας ανακαλεί και αναβιώνει στοιχεία άπιαστα, όπως η αφύπνιση των πρώιμων ερωτικών αισθήσεων από την ανάμνηση της αφής ενός ανδρικού ρούχου και της σωματικής οσμής που το συνόδευε, οι διαθέσεις στερεώνονται ιδανικά και αποκτούν μεγαλύτερη αντοχή και διάρκεια, όταν εμβολιάζονται εδώ κι εκεί από μικρές ειρωνικές νύξεις, οι οποίες «σχολιάζουν» τις εξ αντικειμένου αλλαγές που επιφέρει ο χρόνος. Έτσι, το ανεκδοτολογικό και περιστασιακό υποχωρεί και συρρικνώνεται, και οι απογοητεύσεις και διαψεύσεις του εφηβικού αισθησιακού ονείρου συγκλίνουν, για να ενωθούν τελικά με τις δικές μας απογοητεύσεις και διαψεύσεις.
Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι στις Μικρές χαρές υπάρχουν ομάδες διηγημάτων με απόλυτα ευδιάκριτες μεταξύ τους διαφορές, επισημαίνω ότι όπως και στην Παραίτηση έχουμε και εδώ μερικά αφηγήματα που έχουν ως κοινό τους χαρακτηριστικό ότι ανασυστήνουν εικόνες και στιγμές του όψιμου βίου. Αν στα προηγούμενα, ας πούμε σ’ εκείνα της ηλικίας της αθωότητας, η κατόπτευση του χώρου και η περιγραφή ανθρώπων και συνηθειών διαθέτουν μια αναπαραστατική ακρίβεια, σ’ αυτά αντιθέτως ο περιβάλλων χώρος είναι συνήθως εξαιρετικά περιορισμένος -ένα δωμάτιο, ένα μπαρ, ένας δρόμος ή και τίποτε από όλα αυτά, καθώς σε μερικά πεζά («Σχέση», «Cafe-bar», «Η αφοσιωμένη», «Το πεσκίρι» ή το εξαιρετικό «Η πρόταση», με το οποίο και κλείνει το βιβλίο) όπου μάλλον υπονοούνται τα πέριξ παρά περιγράφονται. Όμως, όσο περιορισμένος είναι ο περιβάλλων χώρος και οι γύρω άνθρωποι είναι παροδικές σκιές ή παροδικές φωνές, που η παρουσία και οι ήχοι τους απλώς διανθίζουν τη λιτή σκηνογραφία της αφήγησης, άλλο τόσο απεριόριστη μοιάζει να είναι η δυνατότητα του μνημονικού ή του στοχαστικού λόγου να ανοίγει αναρίθμητες θύρες προς τη μέσα ζωή. Να κινητοποιεί τη φαντασία, να αναπολεί με την ίδια θερμότητα τους αγαπημένους νεκρούς και τους ζωντανούς, αφού όπως γράφει η Αγαθοπούλου, στο ιδιαίτερης συνειρμικής πυκνότητας «Χωρίς έρμα», «όλοι είναι εδώ […] ακόμα και οι πεθαμένοι που ζήσαν μ’ έναν τρόπο δικό τους σ’ αυτή την πόλη […] όλοι, νεκροί και ζωντανοί είναι εδώ, μαζί, και περιφέρονται στους δρόμους τους δικούς σας και τους δικούς τους». Αναμφίβολα, οι πιο γοητευτικές και υποβλητικές μεταμορφώσεις πραγματοποιούνται σε τούτα ακριβώς τα «άναρχα» διηγήματα, μάλλον λόγω του ότι εδώ η ελευθερία της στοχαστικής αναπόλησης προσφέρει τη δυνατότητα στο ελάχιστο, στις μικρές χαρές, να γίνει μείζονος σημασίας και στη φαινομενικά επουσιώδη και υπαινικτική λεπτομέρεια να γίνει σημείο σύνδεσης με πρόσωπα αγαπημένα: όπως για παράδειγμα, ο κήπος του πατρικού σπιτιού του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη στην «Έξοδο», ως τόπος ψυχικής ευφορίας, το μπουκέτο με τις αναμώνες στις «Μικρές χαρές», που όχι τυχαία για τις ουσιαστικές διασυνδέσεις που κρύβονται μέσα από τις αράδες της αφήγησης, ήταν τα άνθη που προτιμούσε η Ζωή Καρέλλη.
Να πω ότι το βασικό θεματικό μοτίβο που διατρέχει όλα τα διηγήματα είναι για μια ακόμη φορά το πέρασμα του χρόνου και το πώς η ανθρώπινη θέληση, με χιούμορ και γενναιότητα, αντλώντας από το τίποτε το μέγιστο αντιστέκεται στη φθορά του; Θα ήταν ίσως μια επιμέρους μόνο όψη αυτών των διηγημάτων της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου, που με έναν πρωτεϊκό τρόπο απλώνονται και ριζώνουν μέσα μας.

 

ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ Σαν άδειο ρούχο

Οι μικρές χαρές

«Το άλλο Βήμα» 14 Αυγούστου 2005

Είκοσι τέσσερα διηγήματα για τις ευαίσθητες ισορροπίες της ζωής

Τον τίτλο του επαγγελματία συγγραφέα που τόσο ορέγονται πλείστοι όσοι νεότεροι τείνεινα κατακτήσει η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου εκδίδοντας όλο και συχνότερα και δη σε διαφορετικούς και μεγάλους αθηναϊκούς οίκους. Μετά τη βραβευμένη συλλογή Η παραίτηση (Κέδρος, 2002), μία ακόμη αρμαθιά διηγημάτων. Το σύνολο είκοσι τέσσερα, από τα οποία τα τρία δημοσιευμένα σε επίλεκτα λογοτεχνικά περιοδικά. Εσωτερικά τοπία σκιαγραφούν τα πιο γοητευτικά, που η συγγραφέας, ασφαλώς γνωρίζοντας τις αντοχές τους, τα προτάσσει. Ποια ευαίσθητη ψυχή δεν διατηρεί την εμπειρία ενός «Άδειου παλτού», κατά τον τίτλο του πρώτου διηγήματος, που μπορεί και να μην είναι παλτό αλλά πουλόβερ ή έστω οποιοδήποτε ένδυμα, αρκεί να ανήκει σε αγαπημένο πρόσωπο. Ένα άδειο ρούχο, κρεμασμένο ή κάπου παρατημένο, που στάθηκε άλλοτε προνομιούχος και περίκλειστη φωλεά καθώς συγκρατούσε τη μοναδική μυρωδιά που αναδίνει ένα σώμα και που μπορεί να ταξιδεύει τους πόθους. Πολύτιμη ανάμνηση όταν η ενήλικη ζωή δημιουργεί «κενά πάθους» ή και αφοσίωσης που προκαλούν κραδασμούς πόνου, ικανούς ακόμη και να καταποντίσουν το σκάφος.
Ακολουθούν διηγήματα για τις λεπτές ισορροπίες των σχέσεων, όταν η συνήθεια και η πλήξη κάνουν την ερωτική φλόγα να τρεμοσβήνει, οπότε χρειάζεται επαφή άλλου τύπου, μάλλον συζητητική και διανοητική, μήπως ζωηρέψουν οι σπίθες και πάρει αναβολή ο χρόνος που όλα θα κατακαθίσουν σε στάχτη. Άλλες πάλι ιστορίες δίνουν παραδείγματα παραμυθίας σε όσους έχουν απομείνει παρατηρητές της ζωής και αναζητούν υποκατάστατα δράσης. Απαιτείται ψυχική προετοιμασία για να γευθεί κάποιος «τις μικρές χαρές», όπως το θέαμα δύο σπουργιτιών που ραμφίζονται σαν να φιλιούνται στα κάγκελα ή ενός μπουκέτου ανεμώνες στο βάζο, ακόμη την ακρόαση ενός τραγουδιού. Όταν ο χρόνος είναι
ολοκληρωτικά δικός μας, χωρίς την έγνοια κάποιου και αλλότριες φροντίδες, μπορούμε να τον αντιληφθούμε ως απελπιστικά άδειο και να καταρρεύσουμε ή, αντιθέτως, σαν χρόνο ελευθερίας αναθαρρώντας.

Μια τελευταία συνάντηση
«Τον χαώδη κόσμο μιας ψυχολογίας» κατορθώνει να αποτυπώσει ένα από τα καλύτερα της συλλογής, περνώντας μέσα από την απειλή του θανάτου για να καταλήξει υποσχόμενο μια τελευταία συνάντηση «Στην έξοδο». Εικόνες από έναν εφιάλτη, όπου τς συναπαντήματα καθυστερούν και οι τόποι μεταμορφώνονται. Το δάσος γίνεται πρώτα νεκροταφείο και μετά ο κήπος του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη «ένας κόσμος άξιος να τον αγαπήσω με πάθος!» μονολογεί ο αφηγητής. Παρεμπιπτόντως, τον μυστικό κήπο του Πεντζίκη τελευταία τον εκμεταλλεύονται φιλόλογοι, επιδιδόμενοι σε Ρηχές συγκριτικές αναγνώσεις, και συγγραφείς, άγευστοι ποιήσεως, σκαρφιζόμενοι μεταμοντέρνα εξαμβλώματα. Αλλά τι πειράζει, αυτοί, με τις διατριβές τους και τα μυθιστορήματά τους, έρχονται και παρέρχονται, ο πεντζίκειος κήπος όμως παραμένει.
Ουρά στα στοχαστικά της Κέντρου, τα ρεαλιστικά, που καταλαμβάνουν και το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου. «Όλα για τη γυναίκα ή Απόπειρα για ένα μυθιστόρημα που δεν θα γραφτεί ποτέ» είναι ο τίτλος ενός από αυτά που εξιστορεί τα μικρά και τα μεγάλα βάσανα των γυναικών, από το δράμα της αναποφάσιστης πελάτισσας ως την οκτάωρη ορθοστασία της πωλήτριας. Πράγματι καλύτερα που δεν απλώνονται περαιτέρω όσα διηγήματα είναι συγκινησιακά φορτισμένα. Σε αντίθεση με άλλα χαμηλών τόνων, πολύ περισσότερο ερεθιστικά, όπως λ.χ. το «Οδός Καμβουνίων», που παρουσιάζεται σαν
κολάζ αναμνήσεων, διανθισμένων με αμυδρές εντυπώσεις και φευγαλέα αισθήματα. Πάντως, ακόμη και όταν οι ήρωες εξιδανικεύονται και οι καταστάσεις εξωραΐζονται, παραμένει η αφηγηματική δεξιότητα. Σε αυτή τη συλλογή δοκιμάζονται διαφορετικοί αφηγηματικοί τρόποι, με ορισμένα διηγήματα να παίρνουν εξ ολοκλήρου τη μορφή διαλόγου στην ντοπιολαλιά των μικρασιατών προσφύγων ή να ξετυλίγονται ως μακρείς μονόλογοι. Αν και πάλι τα καλύτερα αποτελέσματα τα δίνει η πρωτοπρόσωπη διήγηση• «μικρές χαρές» για ευαίσθητους αναγνώστες.

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

 

Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι, διηγήματα,

Πέμπτο πεζογραφικό βιβλίο της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου που, αρχής γενομένης με το αφήγημά της Συνοικισμός σιδηροδρομικών (Κέδρος, 1998), μοιράζει ισοδύναμα και επιτυχώς το λογοτεχνικό της τάλαντο σε πεζό και ποιητικό λόγο. Φαίνεται πως ο πεζός λόγος τής απελευθερώνει δυνάμεις που, πιθανόν, η ποίηση να κρατούσε μέσα της εγκλωβισμένες ή να μην τις αναδείκνυε στον βαθμό που εκείνη θα ήθελε. Το βιβλίο τυπώθηκε από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης», έναν εκδοτικό οίκο αισθητικά συναφή και αρμονικό με την απλότητα, την ποιότητα αλλά και τη λογοτεχνικότητα των κειμένων της Αγαθοπούλου.
Στα νέα της κείμενα –26 τον αριθμό– που αποτελούν ένα σύνολο προσωπικών ενσταντανέ, σκέψεις, μνήμες, περιγραφές, αισθήσεις, περιστατικά, όλα εστιασμένα και φωτισμένα (υποφωτισμένα, καλύτερα) κάτω από το ιδιαίτερο βλέμμα της, έχουμε τη συνέχεια και μετεξέλιξη, σε πιο σύγχρονη μορφή, του πεζογραφικού ρεύματος της συνειδησιακής ροής, που βρήκε πρόσφορο έδαφος στην πόλη της Θεσσαλονίκης από τις αρχές της δεκαετίας του 30 μέχρι το 1950 περίπου. Εκεί πιστεύω βρίσκεται η πεζογραφική κοιτίδα της Αγαθοπούλου. Παράλληλα, συγκαταλέγεται στην ομάδα λογοτεχνών (Βασιλικός, Ευαγγέλου, Μέσκος, Μάρκογλου, Νικηφόρου κ.α.) που επηρεάστηκαν από τους πεζογράφους του μεσοπολέμου και τους πρώιμους μεταπολεμικούς, και όχι από το γαλλικό Νέο Μυθιστόρημα. Όλοι οι παραπάνω, στη γραφή τους, συνδυάζουν ρεαλιστικά στοιχεία με ποιητική γραφή, ενώ στα κείμενά τους ο εσωτερικός χρόνος υποκαθιστά τον συμβατικό. Ειδικά στην Αγαθοπούλου δύο στοιχεία εντοπίζονται στο πεζογραφικό της έργο: Η μνήμη και το βίωμα. Γι’ αυτήν ακριβώς την ομάδα των θεσσαλονικιών λογοτεχνών επισημαίνει, εύστοχα, ο Αλέξης Ζήρας: «Το ότι όλοι έδωσαν και δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην ανάδειξη της προσωπικής, βιωματικής σχέσης με τον χώρο και τα πρόσωπα, ρέποντα προς την υποβολή των συναισθηματικών καταστάσεων παρά προς την εξονυχιστική περιγραφή τους, δίνει το μέτρο του στίγματός τους στον χάρτη της μεταπολεμικής λογοτεχνίας»* Η Σωτηρία Σταυρακοπούλου, πάλι, σε μια γενική επισκόπησή της για το διήγημα στην μεταπολεμική πεζογραφία, κατατάσσει την Αγαθοπούλου (μαζί με Ξεξάκη και Μάρκογλου) στην περίπτωση λογοτεχνών που μεταπήδησαν από την ποίηση στην «νεορεαλιστική διηγηματογραφία»
Στο παρόν βιβλίο, συχνά κάτι το ελάχιστο ή το φαινομενικά ασήμαντο στέκεται αρκετό για να υφάνει, κάθε φορά, η συγγραφέας –με μακροπερίοδο λόγο– μια μικρή ιστορία. Τα προσωπικά αντικείμενα του σπιτιού της που της ξυπνούν μνήμες και αναμνήσεις, η μορφή της μητέρας της που επανέρχεται μετά θάνατον με όλα τα προτερήματα και τις ιδιορρυθμίες της –κυρίως την αυστηρότητά της, μιαν αυστηρότητα που καθόρισε και χάραξε την πορεία ζωής της συγγραφέως-κόρης–, πρόσωπα της γειτονιάς ή αποδεκατισμένοι μετανάστες, το πρώτο ερωτικό σκίρτημα, στιγμές προσωπικής ευδαιμονίας και πολύτιμης μοναξιάς στα καφέ της πόλης, η μουσική που άκουγε παλιά, και πάλι η μητέρα της –απούσα πια, αλλά ζωντανή μέσα από έντονους διαλόγους της συγγραφέως με την αδελφή της–, ο καπνός των τσιγάρων, ο θρίαμβος του καλοκαιριού και η ελευθερία του σώματος, ένας διψασμένος άνδρας που μαγνητίζει το βλέμμα μιας γυναίκας με απρόβλεπτη, όμως, για κείνην απόληξη, η «απρέπεια» μιας αριστοκράτισσας όταν περιδιαβαίνει μια φτωχική συνοικία, ένα άκαμπτο αντρικό στόμα που, επιτέλους, γελά, ένα ερωτικό ραντεβού που πηγαίνει στράφι από μία άστοχη κουβέντα, όλα μεταποιούνται με τη γραφίδα της Κέντρου-Αγαθοπούλου σε μικρά πολύτιμα δομικά υλικά συνειδητοποίησης του κόσμου που την περιβάλλει. Γιατί, αν στην «Παραίτηση» (Κέδρος, 2002) βρίσκει τη δύναμη και τον μοχλό ύπαρξης και μη παραίτησής της από την ζωή και τις δυσκολίες της, αν στις «Μικρές χαρές» (Μεταίχμιο, 2005) λάμπει η αναγεννητική και σωτήρια δύναμη του ελάχιστου, κάνοντάς την να νιώθει κάθε μέρα και κάθε στιγμή της ζωής της σαν μια εξ άνωθεν ευλογία, στο «Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι» αναλύει, συνειδητοποιεί βαθιά, αποδέχεται με σοφία, γνώση και αίσθηση το προσωπικό της (εντέλει πανανθρώπινο) σύμπαν.Η καθαρότητα του βλέμματος κι αυτό που ο Άλντους Χάξλεϊ όρισε στα βιβλία του ως «διευρυμένη συνείδηση», είναι τα όπλα της συγγραφέως για να μοιράζεται και να σκορπά απλόχερα τα ιδιωτικά της κεκτημένα, τις αισθήσεις, τις μνήμες, τους λογισμούς της, στους γύρω, που την περιβάλλουν, στον άλλο, στον διπλανό, στην ετερότητα. Αντιγράφω από το διήγημα «Το νόημα της ζωής της»: Πολλές φορές δεν συνέτρεχε λόγος ν’ ανοίξει τη σιφονιέρα της κρεβατοκάμαράς της, αλλά το ’κανε για ν’ απολαύσει μες στα συρτάρια της την αρμονία της άσπρης επιφάνειας των σεντονιών, σαν να ’ναι ένα χιονισμένο τοπίο, τους ποικίλους χρωματισμούς στις πετσέτες του προσώπου, τα μεταξωτά, κεντημένα εσώρουχα, όλη εκείνη την «προίκα» που της είχαν ετοιμάσει ερήμην της, επειδή η αδιαφορία της τότε ξεπερνούσε, εξοργιστικά για τους άλλους, κάθε όριο. Έπρεπε να περάσουν χρόνια για να εκτιμήσει στο έπακρον ό,τι περιείχε το σπίτι της • θησαυρό και περιουσία ανεκτίμητης αξίας τα ’βλεπε όλα εκεί μέσα, κι ας ήταν απλά και λιτά αντικείμενα μιας αναγκαίας διαβίωσης….
Και παρακάτω: Ένα πάπλωμα από βαμβάκι με επένδυση κομμάτια υφάσματος χρωματιστά, λουλουδάτα, διαφορετικά το ένα από το άλλο, ήταν για εκείνη ένα πολύχρωμο λιβάδι όπου ξάπλωνε από κάτω του, σαν να είχε σκάψει ολόκληρα εκτάρια μιας ζεστής μυρωδάτης γης που την σκεπαζόταν ως το κεφάλι της για να βλέπει μες στα σκοτεινά τη μυστική διεργασία της δημιουργίας, τον οργασμό του χώματος με τις δροσερές φύτρες, τα υπόγεια αυλακώματα του νερού να προχωρούν ήσυχα κι αθόρυβα εκεί όπου τα είχαν ανάγκη για βλαστήσεις και φυτρώματα στο φως της ημέρας.
Όλα είναι απλωμένα πάνω στα υλικά σώματα, μέχρι και στη σκόνη που τα περιβάλλει. Όλα τα αντικείμενα είναι διαποτισμένα από το παρελθόν. Αρκεί να τα δούνε τα μάτια της ψυχής, να τα εντοπίσει η έσω όραση, και η διευρυμένη συνείδησή μας να νιώσει, να αισθανθεί, να πονέσει, να θυμηθεί.
Ιστορίες ειλικρινείς, αληθινές, προσωπικές, άλλοτε εξομολογητικές άλλοτε πιο κρυπτικές, γραμμένες με τέχνη και αίσθημα, που συνδυάζουν τη σχολαστική παρατήρηση και ακρίβεια της πεζογράφου με την ευαισθησία της ποιήτριας. Μια ανέλπιστη αλήθεια φτερουγίζει, απελευθερωμένη, στο τέλος κάθε κειμένου. Ίσως να είναι η κρυμμένη ποίηση, που φανερώνεται μέσ’ από τις λέξεις, σε βαθμό που να την περιμένουμε σε κάθε ανάγνωση που ακολουθεί.
Η Αγαθοπούλου γράφει δίχως διάθεση εντυπωσιασμού, δίχως συμβιβασμούς στις απαιτήσεις των καιρών, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα της γραφής της, χωρίς ευκολίες και σκοπιμότητες. Καθαρή λογοτεχνία, κρυστάλλινα κείμενα, με σοφία και αίσθημα.


λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης, ΛΕΞΙΚΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, σελ.. 1273
(Δημοσιεύτηκε αρχικά στο περ. Οδός Πανός, τχ. 151, Ιανουάριος-Μάρτιος 2011. Περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου ΔΙΕΙΣΔΥΣΕΙΣ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ, Μελέτες και βιβλιοκρισίες (2003-2011) εκδ. ΝΗΣΙΔΕΣ, 2011)

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι

Ποια είναι λοιπόν αυτή η ιδιόμορφη Ευρυδίκη αιχμαλωτισμένη σε ένα μπαλκόνι στο κέντρο του πουθενά, που καπνίζει; Που περιμένει όπως οι Τσεχωφικοί ήρωες στην έπαυλή τους πίνοντας τσάι η καφέ, το πέταγμα ενός γλάρου για να διακόψει την ρουτίνα της ζωής της, για να την κινητοποιήσει, για να την εξαγνίσει;
Η Μαρία Κέντρου- Αγαθοπούλου καπνίζει σε ένα μπαλκόνι. Και από εκεί κοιτάει όχι προς τα έξω αλλά προς τα μέσα, καταγράφει και απεικονίζει την πραγματικότητα, τις μικρές λεπτομέρειες που αποτελούν το δικό της σύμπαν.
Στέκεται απέξω και παρατηρεί. Σαν όλα να αρχίζουν από την αρχή. Παρθενική και ταυτόχρονα σοφή η ματιά της, υπεισέρχεται και περιγράφει το μικρό, το ασήμαντο, το καθημερινό και μέσα από την αλχημεία της γλώσσας και του ύφους το μετασχηματίζει σε σημαντικό, συγκινητικό, πανανθρώπινο.
Η συγγραφέας διατηρεί μία ιδιότυπη ερωτική και αισθησιακή σχέση με τα αντικείμενα του περιβάλλοντός της αλλά και με συνήθειες που αποκτούν γι αυτήν πολλές φορές τον χαρακτήρα παράφορου πάθους.
Στην συλλογή αυτή των διηγημάτων η συγγραφέας κρατά τους τόνους χαμηλούς. Δεν συμβαίνουν δραματικά γεγονότα, δεν υπάρχει έντονη δράση, συγκρούσεις χαρακτήρων, εγκλήματα που επιζητούν την κάθαρση. Το πιο συναρπαστικό έγκλημα είναι μία κλοπή πορτοφολιού στο διήγημα «ο διψασμένος». Πόσο όμως αριστουργηματικά μας παρουσιάζει η συγγραφέας στο ίδιο διήγημα την τόσο εύθραυστη ισορροπία της γυναίκας που ήλπισε για μια στιγμή για να διαψευστεί οικτρά.
Ο προβολέας λοιπόν της Μαρίας Κέντρου- Αγαθοπούλου είναι έτσι τοποθετημένος ώστε να εστιάζει στις λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης ψυχής και αποτέλεσμα αυτού είναι να δημιουργεί φωτοσκιάσεις στην λευκή επιφάνεια ενός πίνακα. Μαιτρ του είδους της κεντά, συνθέτει, ζωγραφίζει. Μας αποκαλύπτει τα μυστικά του κρυφού σύμπαντος της σιφονιέρας, τα κεντημένα ασπρόρουχα, τα μεταξωτά εσώρουχα, τα παπλώματα, μα πιο πολύ μας παρουσιάζει την ψυχολογία της γυναίκας που κατοικεί σε ένα σπίτι και προσπαθεί να κτίσει γύρω της την ασφάλεια για να μην καταρρεύσει η ίδια, ανέτοιμη στην ουσία για μια εσωτερική μετακίνηση, δειλή για να δραπετεύσει από το λεπτοδουλεμένο, μυρωδάτο της κόσμο.
Ο Άλλος πάλι είναι ένας ξένος που ζει στο ίδιο σπίτι, ή κάποιος άντρας που συναντά σε ένα καφενείο που μπορεί να είναι ο φίλος η ο σωσίας του και που κινείται στα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας ή ένας ξένος λευκός και φωτεινός ή μαύρος και σκοτεινός που μία γυναίκα ρωτά «τι ώρα είναι» σε έναν χρόνο στατικό και ακινητοποιημένο. Μόνο σε ένα διήγημα στο «γεύση από χρώμα και ουρανό» ο Άλλος γίνεται αναπότρεπτο πεπρωμένο και η ένωση μαζί του ζωή και θάνατος μαζί.
Τα ταξίδια σ’ αυτή την συλλογή διηγημάτων γίνονται πάλι κι αυτά προς τα μέσα. Στο διήγημα «στο πλοίο» η αφηγήτρια δεν κατεβαίνει από το πλοίο, δεν αποβιβάζεται τελικά στον προορισμό της, προτιμά να ατενίζει από μακριά το τοπίο γιατί το ταξίδι είναι ιερό και μυστικό. Η πορεία καταλήγει σε αδιέξοδο και ακόμα και ένας περίπατος στην εξοχή καταλήγει στην επιβεβαίωση της απομόνωσης.
Στα έξι τελευταία διηγήματα της ενότητας με τίτλο «στον αστερισμό της ουτοπίας»η συγγραφέας επαναφέρει μνήμες των παιδικών χρόνων, την μύηση στην σεξουαλικότητα, το μυστικό της θείας Μαρίκας όπως το κατέγραψε το παιδικό μυαλό, το δέος μπροστά στις υφάντρες, ένα τραγικό συμβάν με μηχανή, τους μπλε αγγέλους, τους νεαρούς Γερμανούς στρατιώτες με τις στολές τους και την εντύπωση που έκαναν στις μικρές κοπέλες, το πρώτο ραντεβού με την άδοξη κατάληξή του. Η συγγραφέας πάλι με εξαιρετική λεπτότητα κάνει την μνήμη τέχνη.
Η ανατομία της μοναξιάς, η αθόρυβη κίνηση της ακινησίας, η προσμονή και η αναμονή αυτού που δεν έρχεται ούτε πάει, οι λεπτές ισορροπίες και μία διάχυτη τρυφερότητα όπως αυτή ενός δειλινού σε μία από τις αγαπημένες γειτονιές, αυτή η συλλογή, αυτή η Ευρυδίκη που ψάχνει έναν Ορφέα για να παίξει την λύρα του, μας μαγεύει

 

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

 

Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι

Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 98, Αύγουστος-Οκτώβριος 2012

Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου έχει μια μακρά θητεία στη λογοτεχνία, τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία: δεκατρείς ποιητικές συλλογές και πέντε συλλογές διηγημάτων – επίσης ένα βιβλίο με δοκίμια.
Ο τίτλος της τελευταίας συλλογής διηγημάτων της με παρέπεμψε αμέσως σε στοχασμό: μια γυναίκα στο μπαλκόνι, εδώ με την απαραίτητη συνοδεία του καπνίσματος, συνήθως βυθίζεται σε κάποιες σκέψεις. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, το πρώτο με είκοσι διηγήματα, και το δεύτερο, με τον υπότιτλο Στον αστερισμό της ουτοπίας, με έξι διηγήματα.
Η δομή των διηγημάτων, στο πρώτο κυρίως μέρος, είναι συνήθως η εξής:
Ο πυρήνας: ένα γεγονός, ένα περιστατικό, μια σκηνή. Στη συνέχεια, η διεύρυνση. Σε έναν πρώτο κύκλο εικόνων, συνειρμών. Ακολουθεί η επαγωγή: ο φιλοσοφικός στοχασμός στα ανθρώπινα. Το κλείσιμο: μια σκέψη, ένα άλλο γεγονός, που είτε έρχεται να ολοκληρώσει την αρχική κατάσταση είτε την ανατρέπει. Σαν να στέκεται σε μιαν άκρη, μιαν εξοχή (εξέχω) η αφηγήτρια/οι αφηγήτριες και από εκεί ατενίζουν τον μικρόκοσμο της ζωής τους ή τον μακρόκοσμο του χρόνου, παρελθόντος, τωρινού και μελλούμενου, με τις μεταβλητές αλλά και με τις αμετακίνητες σταθερές. Με την ταυτόχρονη παρουσία ενός άλλοτε υποδόριου και άλλοτε φανερού σαρκασμού, που δίνει στην αφήγηση και στο στοχασμό ένα ιδιαίτερο ύφος και μια ιδιαίτερη ποιότητα.
Η μητέρα είναι το θέμα τριών διηγημάτων της συλλογής: στη δύση της ζωής της (Μεταστροφή), στο δρόμο για το τέλος (Σκιές), στο συντελεσμένο του θανάτου της (Κατσαρίδες). Στις Κατσαρίδες υπάρχει μόνον διάλογος ανάμεσα στις κόρες, χωρίς να παρεμβάλλεται αφήγηση – πολύ ενδιαφέρον δείγμα γραφής.
Το μπαλκόνι είναι ένα κεντρικό μοτίβο στη γραφή της Αγαθοπούλου. Στη συλλογή αυτή με αφετηρία τον τίτλο και το ομώνυμο διήγημα, αλλά και στη συλλογή Η παραίτηση (εκδ. Κέδρος, 2002), με δύο τουλάχιστον διηγήματα, το Στο μπαλκόνι ή τα λόγια της μητρός μου και στο Η παραίτηση.
Στο ομώνυμο διήγημα της παρούσας συλλογής η άχαρη, όπως παρουσιάζεται από την αφηγήτρια, Ευρυδίκη ξεδίνει με το κάπνισμα στο μπαλκόνι μες στην ερημιά της, γίνεται μια σταθερή θλιβερή παρουσία, ώσπου κάποια μέρα το φωτάκι από την κάφτρα του τσιγάρου δεν φαίνεται, ενώ η παρουσία υπάρχει, κάτι που βάζει σε σκέψεις την αφηγήτρια για τη λειτουργία ενός τσιγάρου στη μονοτονία και στην ακινησία μιας ζωής. Στις Σκιές είναι η ηλικιωμένη μητέρα που απολαμβάνει το μπαλκονάκι στο εξοχικό της κόρης μπροστά στη θάλασσα καθισμένη με ένα κέντημα αιωνίως στα χέρια, ενώ Στο μπαλκόνι ή τα λόγια της μητρός μου η μητέρα που έχει χάσει σχεδόν το φως της μαντεύει την κίνηση στο δρόμο και τις συμπεριφορές των ανθρώπων από τη μοναδική της έξοδο, στο μπαλκόνι του σπιτιού της. Στις Κατσαρίδες η άλλη κόρη απολαμβάνει το μπαλκονάκι της, αφού ελευθερώνεται από τη φροντίδα της μητέρας. Η πιο ενδιαφέρουσα όμως αναφορά υπάρχει στο Ας φάμε λίγα κεράσια να κοκκινίσει η γλώσσα της γραφής μας. Ιδιαίτερα αν η αναφορά αυτή συσχετιστεί με το διήγημα Η παραίτηση από την ομώνυμη συλλογή Καλύτερα απ’ το μπαλκόνι μου ν’ απολαμβάνω την υγρή ομορφιά, εκ του ασφαλούς, είναι μια αφοσίωση και αυτό, μια αγάπη ήσυχη κι ακίνδυνη […]
Στο Ας φάμε λίγα κεράσια, αναιρείται το «άλλοθι» της αφηγήτριας, ότι δηλαδή δεν τη νοιάζει που μεγάλωσε και της αρκεί να βλέπει τη θάλασσα από μακριά, καθισμένη στο μπαλκόνι. Η αφηγήτρια, επαναλαμβάνοντας ή/και παραφράζοντας το απόσπασμα από την Παραίτηση, μιλά εκ βαθέων αλλά και αναμετράται με το παρόν της: Από την άλλη μεριά, πώς θα μπορούσα να προδώσω τις αποφάσεις μου, τις πικρές και ανομολόγητες ψευτιές μου, ότι τάχα μου φτάνει να βλέπω από το μπαλκόνι τις άσπρες κι από τον ήλιο ξεξασπρότερες βαρκούλες, ότι μου φτάνει να τη βλέπω τη θάλασσα, δεν χρειάζεται να είμαι μέσα της, κι όλες εκείνες τις ανόητες αυταπάτες που όχι μόνο δεν παραμυθιάζουν και δεν παραμυθίζουν, αλλά και που βαθιά μελαγχολούν[…]
Όλα αυτά ποτέ λιπόψυχα. Πάντα με την υποψία ενός – πικρού έστω – χαμόγελου στην άκρη των χειλιών.
Μαζί με το μπαλκόνι στοχασμό και παραίτηση, εμφανίζεται το μοτίβο της θάλασσας ως πρόκλησης για συμμετοχή στη ζωή. Η εικόνα του γυμνού γυναικείου σώματος που βουτά στο νερό, σαν βάπτισμα εξαγνιστικό, εμφανίζεται δύο φορές, μία στην κοριτσίστική ηλικία και μία στην ώριμη, στη συλλογή αυτή. Την πρώτη φορά μέσα στο όνειρο του κοριτσιού (Έβγαλε άνθη η λεμονιά) και τη δεύτερη σε επίπεδο πρόθεσης της ώριμης γυναίκας να πάρει έτσι μια δροσιά και ανατριχίλα μέσα στη ζέστα του καλοκαιριού (Ας φάμε λίγα κεράσια). Εξαιρετικές περιγραφές με εικόνες ζωντανές και δυνατή γλώσσα.
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η αφήγηση επιστρέφει στα παιδικά και εφηβικά χρόνια. Το άνθισμα της θηλυκότητας, οι Γερμανοί ναύτες που, παρόλο εχθροί, εντούτοις προκαλούν ερωτικά ρίγη στα κορίτσια της γειτονιάς, η θεία με την ανοιχτή αγκαλιά αλλά και το μυστικό του σπιτιού της, το ατυχές πρώτο ραντεβού. Η αφήγηση κάνει στάση εκεί. Το παρόν απουσιάζει. Ωστόσο, η μνήμη κρατά όχι μόνο τη δύναμη των όμορφων αλλά και την οξύτητα των πικρών στιγμών χωρίς ωραιοποίηση.
Καταλήγω, λοιπόν, στα ακόλουθα κυρίαρχα χαρακτηριστικά στη συλλογή διηγημάτων της Αγαθοπούλου:
-ενάργεια των εικόνων
-αντιθέσεις που σε οδηγούν στο χαμόγελο ή στη συγκίνηση
-υποδειγματικές μεταβάσεις-συνειρμοί σε παρεμφερή θέματα
-σαρκασμός που βοηθά στις ανατροπές και προστατεύει από την υπερβολή στην προσέγγιση των αναμνήσεων
-κρουστός ερωτικός λόγος, με κορύφωση το Γεύση από χώμα και ουρανό.
-γλώσσα που υπηρετεί με δύναμη την έκφραση των διαφορετικών συναισθημάτων.

Και πάνω απ’ όλα, στοχασμοί πικροί και γλυκόπικροι, όπου η διαφαινόμενη απαισιοδοξία αναιρείται πάραυτα από έναν γενναίο σαρκασμό.

 

Γ. Δ. ΠΑΓΑΝΟΣ Πρόζες με ποιητική Λειτουργία

Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ Τεύχος 93 Απρίλιος Ιούνιος 2011

Η Θεσσαλονίκη τα τελευταία δύο-τρία χρόνια έχει εντυπωσιακές επιδόσεις στην ποίηση και στην πεζογραφία. Λιγότερο στο μυθιστόρημα, περισσότερο στο διήγημα. Το γεγονός δεν είναι δυσεξήγητο. Η πόλη έχει βαθιές ρίζες στη νεωτερική παράδοση που ξεκινά από τον Μεσοπόλεμο και συνεχίζεται από τη μεταπολεμική
περίοδο αδιαλείπτως μέχρι σήμερα.
Αξιοσημείωτο γεγονός είναι η στροφή των ποιητριών της Θεσσαλονίκης από την ποίηση στην πρόζα — κατά προτίμηση, στο διήγημα. Ευνόητο, γιατί το είδος προσεγγίζει περισσότερο την ποίηση. Όλο και περισσότερες ποιήτριές της δοκιμάζονται στην πεζογραφία. Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένα ονόματα: Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Μαρία Κουγιουμτζή, Μαρία Καρδάτου, Χλόη Κουτσουμπέλη, Άννυ Κουτροκόη, Μαριέττα Καραγιάννη. Αντίστροφη πορεία, από την πεζογραφία στην ποίηση, από όσο ξέρω, δεν παρατηρήθηκε.
Ειδικότερα, η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου είχε δόκιμη θητεία στην ποίηση και στο δοκίμιο προτού ασχοληθεί με την πρόζα. Εμφανίστηκε ως πεζογράφος το 1998 (Συνοικισμός Σιδηροδρομικών) και ως το 2010 (Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι) δημοσίευσε πέντε βιβλία. Η παρασπονδία της απέναντι στην ποίηση είναι φαινομενική, αφού και στην πρόζα της μεταγγίζει ποιητικές καταστάσεις, εμπειρίες, μεθόδους.
Το τελευταίο της βιβλίο χωρίζεται σε δυο ενότητες, με είκοσι αφηγήματα η πρώτη και έξι η δεύτερη. Η συλλογή τιτλοφορείται με τον ομώνυμο τίτλο του δέκατου αφηγήματος: Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι. Ο τίτλος είναι εύστοχος, όπως ελπίζω να φανεί παρακάτω. Ο τίτλος της δεύτερης ενότητας, «Στον αστερισμό της ουτοπίας», σχετίζεται με το περιεχόμενο μερικών εξαίρετων αφηγημάτων αυτής της ενότητας.
Την ενότητα της συλλογής εξασφαλίζει η ενιαία, σε όλα τα κείμενα, νοοτροπία και ευαισθησία της αφηγήτριας, η χρονική προοπτική από την οποία παρατηρεί τα πράγματα γύρω της και η ποιότητα της φωνής της. Οι πρόζες της συγγραφέα δεν είναι του τύπου του παραδοσιακού διηγήματος, με κάποια ιστορία σε εξέλιξη σε ορισμένο χρόνο, με πρόσωπα, πλοκή, διάλογους κτλ.• οι εικόνες του εξωτερικού χώρου και τα ενσταντανέ που παρατηρεί αποτελούν ερεθίσματα για ενδοσκόπηση και στοχαστική περιπλάνηση. Πρόκειται για μία καβαφίζουσα προοπτική της σκιάς και του έγκλειστου χώρου, του δωματίου, της μνήμης και του παρελθόντος.
Η εσωστρέφεια, κυρίως στα αφηγήματα της πρώτης ενότητας, οι ενδοοικογενειακές σχέσεις, η συμφιλίωση με τη μοναχικότητα και τα κεκτημένα του ιδιωτικού χώρου σαν απαραβίαστα δικαιώματα, ο περιορισμός των απαιτήσεων του παρόντος, αλλά και η αναζήτηση νέων εμπειριών — συναισθηματικών, αισθητικών, πνευματικών— που βαθαίνουν τον ούτως ή άλλως πλούσιο ψυχισμό του μοναχικού προσώπου, όλες αυτές οι καταστάσεις, καθώς και τα κίνητρα του αφηγηματικού υποκειμένου, δημιουργούν μια διάθεση ευφορίας τόσο στο ίδιο όσο και στον αναγνώστη εκείνον που είναι διαθέσιμος να βυθιστεί στα κείμενα. Οι πρόζες της Κέντρου-Αγαθοπούλου κινούνται μέσα σε πλαίσιο ρεαλιστικό• αν και δεν είναι ποιητικά κείμενα, λειτουργούν όπως η ποίηση. Στις αφηγήσεις της δεν υπάρχουν αναφορές στην πόλη της Θεσσαλονίκης, στην οποία ήταν προσκολλημένοι πολλοί λογοτέχνες, συνήθως παλαιότεροι. Η αποστασιοποίηση από τη γενέτειρα, που μοιάζει σαν απελευθέρωση, διευκολύνει την επικοινωνία με τον άλλο, ο οποίος μέσα στα κείμενα- εξομολογήσεις βρίσκει κοινές εμπειρίες και καταστάσεις. Αυτή λοιπόν η ποιητική λειτουργία των αφηγημάτων της είναι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας τους.
Ποια εντύπωση αποκομίζει ο αναγνώστης, πέρα από τη συναισθηματική μέθεξη, τις κοινές εμπειρίες και τη στοχαστική διάθεση; Νομίζω, μια συγκίνηση αισθητικής φύσεως που απορρέει από μια σταθερή εικόνα. Την εικόνα μιας γυναίκας που επανέρχεται επίμονα με μικρές αλλαγές σε όλα σχεδόν τα αφηγήματα της πρώτης ενότητας. Η ηλικιωμένη αυτή κυρία, καλλιεργημένη και με πλούσιες εμπειρίες, συνειδητοποιεί ότι πρέπει να συμφιλιωθεί με τις νέες καταστάσεις τις οποίες φέρνει ο χρόνος που περνά. Κυρίως με τη μοναξιά. Συνήθως κάθεται στο μπαλκόνι της με ένα τσιγάρο και παρατηρεί την κίνηση του δρόμου, τους γείτονες στα μπαλκόνια, στα παράθυρα. Συχνά πηγαίνει στην πλατεία, όχι τόσο για να δει «ολίγη αγαπημένη πολιτεία» όσο για να δει κόσμο, να παρατηρήσει, να σχολιάσει και φυσικά να καπνίσει σε οικείο χώρο. Κι όταν αλλάζουν οι εποχές και ψυχραίνει ο καιρός, αποσύρεται στο εσωτερικό του δωματίου της, κλείνει με τις κουρτίνες τα παράθυρα του κόσμου και βυθίζεται στις σκέψεις και τις αναμνήσεις. Εκεί, στον υποφωτισμένο χώρο, αποδέχεται με κατανόηση την κατάσταση της μοναξιάς και την παραίτηση:
Με τον έναν και με τον άλλο πόνο, μέσα σε μία συνείδηση ψυχικής αυτενέργειας, το παραμικρό συμβάν των ημερών μου έμοιαζε να αναποδογυρίζει το πρόσωπο του για να μου δείξει την κατάφαση του στη ματαιότητα, [σ. 53]
Τέλος, η ποιητική λειτουργία της εικόνας, την οποία επιχείρησα να περιγράψω, εναρμονίζεται με την ποιητική λειτουργία του αφηγηματικού λόγου, με την ποιότητα της φωνής. Λόγος με φυσική ροή, που παρακολουθεί τη ροή των αισθημάτων και της σκέψης εσωστρεφής, αλλά χωρίς συνειρμικό αυτοματισμό ενιαίος και αδιαφοροποίητος ακόμα και στις περιπτώσεις όπου αλλάζει η οπτική σκοπιά του αφηγηματικού υποκειμένου, ο τρόπος που παρατηρεί τα πράγματα.
Τα αφηγήματα της Μαρίας Κέντρου- Αγαθοπούλου —πολλά είναι εξαιρετικά και στις δυο ενότητες του βιβλίου – εκφέρονται με λόγο που ακούγεται σαν εσωτερική μουσική• που αποδίδει στην εντέλεια τους ρυθμούς της σκέψης, του αισθήματος, της παραφοράς. Και το κυριότερο, χωρίς ούτε στιγμή να προδίδει τις απαιτήσεις της αφηγηματικής πρόζας.

 

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ Κομψοτεχνήματα της μέσα ζωής

Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι

Περιοδικό Διαβάζω τεύχος 526 Φεβρουάριος 2012

Δεδομένα μιας εποχής αλλά και δεδομένα που αντλούνται από την εσωτερική ζωή του ανθρώπου: αγωνίες, φόβους, χαρές και απορίες, αισθησιακές κορυφώσεις και ψυχικές καταβυθίσεις, καταστάσεις, με άλλα λόγια, που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη χρονική στιγμή, όσο υπάρχει συνείδηση, αίσθηση και φαντασία.

Δεν θυμάμαι τη στιγμή αυτή άλλη μαστόρισσα ανάμεσα I στους συγγραφείς της γενιάς της όσο τη Μαρία Κέντρου. Το ότι είναι μαστόρισσα το έδειξε από τα πρώτα πεζογραφικά βιβλία της, Στο δωμάτιο (1999) και ιδίως στην Παραίτηση (2002), εμμένοντας έκτοτε στις μικρές αφηγηματικές φόρμες, που κατά γενική ομολογία είναι οι δυσκολότερες, καθώς σε ελάχιστες σελίδες μια επιμέρους κατάσταση πραγμάτων ή μια κατάσταση ψυχική πρέπει να ανοίξουν τον στενό ορίζοντα της μικροαφήγησης. Με σκοπό να προσκαλέσουν και να δεχτούν τον άλλο, ως άλλο εαυτό. Κάτι που προφανώς δεν είναι καθόλου εύκολο, όσο κι αν φαίνεται. Η μαστορική της Κέντρου, που και άλλες φορές προσπάθησα να δείξω, εντοπίζεται κυρίως σε τούτο: στο ότι συναιρεί πραγματολογικά και συνειρμικά στοιχεία. Δεδομένα μιας εποχής αλλά και δεδομένα που αντλούνται από την εσωτερική ζωή του ανθρώπου: αγωνίες, φόβους, χαρές και απορίες, αισθησιακές κορυφώσεις και ψυχικές καταβυθίσεις, καταστάσεις, με άλλα λόγια, που υπάρχουν ανεξάρτητα από τη χρονική στιγμή, όσο υπάρχει συνείδηση, αίσθηση και φαντασία. Αλλά η συναίρεση γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μη χάνεται ούτε η υγρασία και η θερμότητα του συναισθήματος ούτε η διαπεραστική οξύτητα της παρατήρησης. Βέβαια οι αναλογίες αυτών των δύο κατά βάση «αξόνων» γύρω από τους οποίους χτίζονται οι ιστορίες της συγγραφέως δεν είναι πάντοτε οι ίδιες. Ποικίλλουν σε κάθε πεζογραφικό της βιβλίο, όπως ποικίλλουν και στην Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι. Άλλα πεζά της γέρνουν εδώ περισσότερο προς την ενδοσκόπηση, την εκ των έσω περιγραφή (τέτοια είναι λ.χ. η «Μεταστροφή», «Το νόημα της ζωής της», το «Αυτός και ο άλλος»). Ενώ άλλα τείνουν προς την πιο «εξ αντικειμένου» περιγραφή, όπως γινόταν με τα πεζογραφήματα του Γιώργου Ιωάννου, με πιο ευκρινή πρόσωπα, με τη φαντασία να επινοεί μια αλληλουχία περιστατικών που είναι δεμένα με μια συγκεκριμένη εποχή -τέτοια είναι η «Οδός Χαμπαρόφσκι», ο «Περίπατος», που μάλλον ανακαλεί τα θρυλικά νεανικά χρόνια της ποιήτριας Ζωής Καρέλλη, το αυτοαναφορικό «Στη θεία Μαρίκα», γεμάτο από αναμνήσεις ευδίας της παιδικής ηλικίας που ανακαλούνται με νοσταλγική διάθεση και παριστάνονται με ιδιαίτερη χάρη και ψυχική ευφορία κ.ά.
Η αλήθεια είναι ότι προϊόντος του χρόνου τα εσωστρεφή πεζά της Μαρίας Κέντρου έπαψαν να είναι τόσο πυκνά και κάπως δυσκίνητα, όσο τουλάχιστον ήταν στο δεύτερο βιβλίο της, Στο δωμάτιο. Εκεί παρασύρονταν από την ακινησία του προσώπου που χρησίμευε ως διάμεσο της συγγραφέως. Η φαντασία και η μνήμη ακολουθούσαν τους ελικοειδείς δρόμους μιας αφήγησης που ήταν ρευστά τα όριά της, με κινήσεις παλινδρομικές και με βασικό γνώρισμα ότι απεικόνιζε καταστάσεις φευγαλέες, εν πολλοίς ασύνδετες μεταξύ τους. Στα επόμενα βιβλία και τώρα στην Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι τα πράγματα άλλαξαν. Και βέβαια εξακολουθούν να εμφανίζονται πεζά όπου κάποια γυναικεία πρόσωπα αναστοχάζονται τη ζωή τους, συνδέοντας συνειρμικά το παρελθόν με το παρόν τους. Αλλά ενώ κατά τη διάρκεια αυτού του αναστοχασμού δεν συμβαίνει τίποτε το ιδιαίτερο και όλα είναι από μια άποψη ακύμαντα και στατικά, η αίσθηση της ερημιάς και της θλίψης έχει τώρα δώσει τη θέση της σε μια ψυχική ευκινησία που δείχνει ζωντάνια, εύχυμη διάθεση, ακόμα και αιχμηρή σάτιρα, όπως η καθόλα τσεχωφική συζήτηση των τριών αδελφών μετά το θάνατο της μητέρας τους («Οι κατσαρίδες»). Δεν ξεπηδάει από πουθενά τώρα εκείνη η παλιά τραχύτητα της μοναξιάς. Κατά περίεργο τρόπο, η οριστική απομάκρυνση από την εποχή της νεότητας ή και της πρώτης ωριμότητας έχει χαρίσει στις περσόνες της Μαρίας Κέντρου μια θαυμαστή αυτεξουσιότητα. Λες και η ίδια ως μήτρα τους μπορεί και στέκεται με μεγαλύτερη σιγουριά στα πόδια της, λοιδορώντας το πέρασμα του χρόνου, την ηλικία που μεγαλώνει και την ίδια τη γραμμή του βιολογικού ορίζοντα που ολοένα και κλείνει πιο πολύ.
Δεν λέω ότι όλα τα πεζά της Ευρυδίκης με το τσιγάρο στο μπαλκόνι είναι στο ίδιο ύψος. Και δεν θα μπορούσαν να είναι. Αλλά είναι τουλάχιστον εκπληκτικό το πώς καταφέρνει η Κέντρου και τιθασεύει αυτό το χείμαρρο των συνειρμικών εικόνων, τις ενίοτε παλιλλογικές φράσεις που επαναλαμβάνουν με παραπλήσιο τρόπο τα ίδια, τις εκτενέστατες, χωρίς τελεία φράσεις που μοιάζουν με κέντημα ψιλό, το ανυπότακτο πέταγμα και στριφογύρισμα της σκέψης που σε άλλους συγγραφείς δημιουργεί ανία και έλλειψη ενδιαφέροντος από τον αναγνώστη. Βεβαίως, υπάρχουν κάποιες σταθερές, η εξοικείωση με το περιβάλλον, με τον «δικό της χώρο» όπου μπορεί και κινείται με κλειστά μάτια και όπου ακόμα και τα πιο ελάχιστα των πραγμάτων είναι δικό της κορμί και της μιλούν μια γλώσσα που μόνη εκείνη καταλαβαίνει. Και έπειτα ο εθισμός του τσιγάρου, αυτής της ημιαπαγορευμένης ουσίας πλέον, που ασφαλώς είναι ένας οικείος προθάλαμος του ρεμβασμού και της ανασκευής του παρελθόντος. Παρά ταύτα, η φαντασία, όσο και ελεύθερη απολύτως να τη νομίζουμε, δεν κινείται άτακτα σε αυτά τα πεζά. Παράδειγμα, ένα λιλιπούτειο, πυκνό στην ύφανση αφήγημα, της μιάμισης μόλις σελίδας, το «Γεύση από χώμα και ουρανό»: είναι ίσως το αριστούργημα του βιβλίου, γιατί προλαβαίνει σε τόση λίγη έκταση να βάλει μπροστά τη φαντασία και να αναδημιουργήσει μια παλιά ερωτική ανάμνηση όχι στα καθέκαστα της τόσο όσο σε αυτό το μούδιασμα του πάθους που κυριεύει το σώμα και εξαφανίζει το νου! Γιατί οπωσδήποτε η Κέντρου μέσω της περσόνας της ξαναζεί αυτήν την ένταση του πάθους, την ίδια όμως στιγμή παρατηρεί ως άλλος εαυτός το «θυμίσου σώμα». Λες και βάζει ανάμεσα σ’ εκείνη και στη μνήμη της ένα κάτοπτρο που τη βοηθάει να «νιώθει» και πάλι, κρατώντας εντούτοις την απαραίτητη απόσταση.
Νεανική σβελτάδα, ευφρόσυνη διάθεση, αλλά και αισθησιασμός και ερωτισμός βαθύτατος, μεταμορφώνουν το άνυδρο του παρόντος! Διαβάζοντας τα πεζά της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου μπορεί να καταλάβει κανείς ότι το βασικό στην αφηγηματική λογοτεχνία είναι η φαντασία. Η τεχνική είναι κάτι που επιδέχεται αναρίθμητες βελτιώσεις, αλλά αν δεν υπάρχει ο ζωτικός πυρήνας, η δημιουργός μέσα ζωή που σπαρταράει έως θανάτου, καμιά παραμυθία δεν σώζει την τέχνη.

 

ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ Πτυχές μοναχικότητας

Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι

Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας 22 Απριλίου 2011

Ο τίτλος της καινούριας συλλογής διηγημάτων της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου διαφέρει από τους τίτλους των προηγούμενων βιβλίων της, πεζογραφικών και ποιητικών. Συνήθως επιλέγει τίτλους γενικής φύσεως, μάλλον αφαιρετικούς παρά συγκεκριμένους, στους οποίους διαφαίνεται μια δοκιμιακή διάθεση. Ο πρόσφατος, κατ’ εξαίρεση, δεν είναι μόνο συγκεκριμένος αλλά δείχνει και επίκαιρος. Δημιουργεί την εντύπωση ότι οι ιστορίες ή, έστω, ορισμένες από αυτές θα μπορούσαν να είναι επηρεασμένες από την τρέχουσα αντικαπνιστική εκστρατεία. Συμβαίνει, όμως, ακριβώς το αντίθετο. Οι ηρωίδες των ιστοριών της και μανιώδεις καπνίστριες είναι και προβλήματα υγείας ή άλλα δεινά, με αφορμή το εν λόγω πάθος τους, δεν έχουν.
Για την κεντρική αφηγήτρια των ιστοριών, που δεν ονοματίζεται, τις αδελφές της, Δήμητρα και Ελένη, μέχρι και την Ευρυδίκη του τίτλου, το κάπνισμα φαίνεται να έχει στη ζωή τους προνομιακό ρόλο, που, σε ορισμένες περιπτώσεις, καταλήγει και υποστηρικτικός. Μόνο οι δύο Γεωργιανές, που πρωταγωνιστούν σε μια ιστορία, δεν καπνίζουν και ξεγελούν τον εαυτό τους με «μπατιρόσπορα». Αυτή, όμως, η ιστορία, κουρδισμένη σε έναν μάλλον δραματικό τόνο, παραμένει, έτσι κι αλλιώς, εκτός του γενικότερου κλίματος του βιβλίου.
«Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία» είναι το γνωστό σλόγκαν της σχετικής καμπάνιας, όπου εννοείται σαφώς η σωματική υγεία. Οι ιστορίες, όμως, της Αγαθοπούλου θέτουν επί τάπητος το πολύ δυσχερέστερο πρόβλημα της ψυχικής υγείας. Οπότε και ανακινούν το ερώτημα, πώς επιδρά το κάπνισμα στην ψυχική ισορροπία; Οι ιστορίες δεν επικεντρώνονται σε νοσηρές διαταραχές, ούτε παρεκκλίνουσες συμπεριφορές, που, τα τελευταία χρόνια, ελκύουν τους συγγραφείς, αλλά στις αργές αλλαγές των ψυχικών καταστάσεων, που επιφέρει ο χρόνος. Η Αγαθοπούλου εξιχνιάζει ψυχικές διαθέσεις. Κυρίως, επιμένει σε εκείνες τις «μεταστροφές», που λειτουργούν ανασταλτικά στην πνευματική ανάταση, την οποία προκαλεί μια ασχολία ή και στη συναισθηματική φόρτιση από τις καθημερινές επαφές. Κάτι σαν ψυχικό γέρασμα, συχνά ανεξάρτητο από το βιολογικό, που φανερώνεται με αποθάρρυνση και εξασθένηση του ενδιαφέροντος. Μια κατάσταση, που γίνεται περισσότερο αισθητή σε όσους ζουν μόνοι τους, αλλά και στους υπόλοιπους, κατά τις μοναχικές τους ώρες. Τότε είναι, που, για να κρατηθεί το τέμπο της ζωής και να μην ενδώσει κανείς σε μια καθοδική πορεία κατήφειας και εγκατάλειψης, χρειάζεται να εξευρεθούν κάποιες καθημερινές τελετουργίες. Εδώ έρχονται σε πρωτοκαθεδρία ο καφές και το «φουμάρισμα», μέχρι να «ντουμανιάσει» ο τόπος.. Καθόλου τυχαία η ιστορία που παρακολουθεί τις σκέψεις της αφηγήτριας κάποιο πρωινό, όταν διαγράφεται η προοπτική «μιας άδειας μέρας για κείνη», να τιτλοφορείται «Καπνός».
Όσο για τον τίτλο της ομώνυμης με το βιβλίο ιστορίας, δεν πρέπει να παρερμηνευθεί. Πράγματι, το μπαλκόνι, με την απαγόρευση του καπνίσματος στους επαγγελματικούς χώρους αλλά και κατ’ οίκον, όταν υπάρχουν παιδιά και ασθενείς, είναι σχεδόν το μοναδικό καταφύγιο, επιτρέποντος ή μη του καιρού, για ένα τσιγάρο. Όμως η Ευρυδίκη είναι μια μεγαλοκοπέλα, που ζει με τους δύο ανύπαντρους αδελφούς της, οπότε μπορεί να καπνίσει οπουδήποτε μέσα στο σπίτι. Μάλιστα, το βουβό «φουμάρισμα» των τριών τους μπροστά στην τηλεόραση αποτελεί και τη μοναδική, αναμεταξύ τους, επαφή. Η ίδια, βεβαίως, ελευθερία ως προς το κάπνισμα ισχύει και όταν εκείνοι πεθαίνουν. Αν η Ευρυδίκη καπνίζει στο μπαλκόνι, όπως η αφηγήτρια μιας άλλης ιστορίας «στην πλατεία», είναι για να «ξεφύγει από την απομόνωση των τοίχων». Κατά ειρωνική αντιστροφή της αντικαπνιστικής καταστροφολογίας για τη γειτόνισσα, που την παρακολουθεί έκτου μακρόθεν, η καύτρα του τσιγάρου της σημαίνει ότι είναι καλά στην υγεία της. Τη μέρα που σταματά να τη βλέπει, αρχίζει να ανησυχεί.
Ορισμένες από τις ιστορίες της Αγαθοπούλου θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σπουδές πάνω σε πτυχές της μοναχικότητας. Πόσα πράγματα που ήταν από πάντοτε εκεί, πρωτοβλέπει κάποιος, μια καλοκαιριάτικη ημέρα που βρίσκεται μόνος «στην αδειοσύνη της πόλης». Πόσες αλήθειες ανακαλύπτει, ζώντας ασυντρόφευτος, όπως, για παράδειγμα, ότι, έτσι κι αλλιώς, αγάπες, εμμονές, ηδονές και οδύνες δεν μοιράζονται. Αλλά και πόσο ευάλωτος και ενδοτικός μπορεί να γίνει με την προσδοκία μιας οιασδήποτε συντροφιάς, έστω και παρακατιανής, όταν «ούτε σκιά δεν αναδεύεται μες στις μοναχικές του μέρες». Πότε αντιλαμβάνεται την αξία όσων είχε συνηθίσει να θεωρεί δεδομένα. Συνειδητοποιεί πως τα πράγματα που τον περιβάλλουν και τα οποία παραμένουν στην ίδια πάντοτε γνώριμη τάξη και διάταξη, προσφέρουν ασφάλεια. Αίσθημα απαραίτητο για μια εύρυθμη διαβίωση, που συχνά αδυνατεί να δώσει ο άλλος, ακόμη και ο πλέον προσφιλής. Υπάρχουν και ορισμένες ιστορίες για μοναχικές ώρες, όπως εκείνες σε ένα καφενείο, που οι αισθήσεις πλανώνται και οι σκέψεις μετεωρίζονται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας.
Στις καινούριες ιστορίες της Αγαθοπούλου, εκτός από το κάπνισμα του μονήρους μεσήλικα, υπάρχει και το «φουμάρισμα» των νέων στα σύγχρονα «άντρα», που αποκαλούνται κέντρα διασκέδασης. Μόνο που εδώ η ιεροτελεστία του καπνίσματος αλλάζει διάσταση. Γίνεται μέσο προσέγγισης και πολύ συχνά τρόπος αυταρέσκειας. Κατ’ εξαίρεση, ωστόσο, η κατακλείδα μιας ιστορίας έρχεται να συνδράμει την αντικαπνιστική προσπάθεια. Όταν πιάνει ο γνωστός τσιγαρόβηχας, έρχεται η ανάμνηση από το παιδικό στόμα, που «μοσχοβολούσε γάλα και σοκολάτα, μερέντα και σπιτικό τσουρέκι». Προφανώς, η συγγραφέας κάνει μνεία σε παλαιότερες εποχές, αφού, την σήμερον, έχουν, τελειώσει τα σπιτικά παρασκευάσματα εδεσμάτων και τα παιδικά στόματα μόνο οσμή από «γαριδάκια» αναδίδουν. Γι’ αυτό, άλλωστε, και το δεύτερο μέρος του βιβλίου, με ιστορίες από τα παιδικά χρόνια και την εφηβεία, τιτλοφορείται «Στον αστερισμό της ουτοπίας». Είναι ένας τίτλος ποιητικής υφής, που αντικατοπτρίζει όλη τη νοσταλγία του ενήλικα για εκείνη τη μακρινή περίοδο. Έτσι, μάλιστα, όπως η μνήμη την έχει μυθοποιήσει, μοιάζει σαν μια φανταστική χώρα.
Όπως και να έχει, σε αυτές τις ιστορίες η συγγραφέας δείχνει όλη την παραμυθική της δεξιότητα. Τα τελευταία χρόνια, ενώ πληθαίνουν στις ιστορίες οι αναφορές σε φαγοπότια, κοντεύουν να λείψουν οι σελίδες με ευφραντικές περιγραφές εδεσμάτων. Γι’ αυτό και εκπλήσσει ευχάριστα μια ιστορία της Αγαθοπούλου, που αφηγείται την επίσκεψη των παιδιών «στη θεία Μαρίκα». Σε αυτήν, κατά την περιγραφή ενός λαγού στιφάδο, κατορθώνει να μεταφέρει τη γευστική απόλαυση μετά της οσφραντικής τέρψης. Με άλλα λόγια, να μεταγγίσει τη «γλυκιά αίσθηση και των αισθήσεων τη λιποθυμιά».
Μιας άλλης μορφής λιποθυμία των αισθήσεων αποτυπώνεται σε ένα διήγημα της πρώτης ενότητας, το «Γεύση από χώμα κι ουρανό». Σε εκείνο περιγράφεται, σε έκταση κοντά δύο σελίδων, χωρίς την ανάπαυλα ούτε μιας τελείας, η ερωτική συνεύρεση. Από μια άποψη, τι πιο κοινότοπο, στην πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα, που το σεξ φουσκώνει τα ιστία της μυθοπλασίας. Συνήθως για την περιγραφή του επιστρατεύονται όλα τα σημεία στίξεως, μέχρι και τα θαυμαστικά. Στο διήγημα της Αγαθοπούλου, όμως, χωρίς τελείες και θαυμαστικά, σαν να αναδύεται πιο άνετα ο ερωτισμός, που τείνει να εκλείψει από τις σχέσεις όσο και από την περιγραφή τους.
Ένα χαρακτηριστικό που διακρίνει τις ιστορίες της Αγαθοπούλου, είναι ο τρόπος που ξεδιπλώνει τον αφηγηματικό της λόγο. Από το 1998, που εξέδωσε το πρώτο πεζογραφικό βιβλίο της, έχουμε την εντύπωση ότι συνεχώς εξελίσσεται. Πρόκειται για έναν μακροπερίοδο λόγο, παρατακτικό, με χωνεμένες εντός του κύριες και δευτερεύουσες προτάσεις. Κάτι σαν σεκάνς στη γλώσσα του κινηματογράφου. Μόνο που αυτές οι αφηγηματικές σεκάνς, πέραν της δράσης, περιγράφουν τις σκέψεις και τα αισθήματα που συνοδεύουν τις πράξεις και τις κινήσεις. Κατά κοινή συμφωνία, από τις μεταπολεμικές γενιές η δεύτερη αριθμεί τους περισσότερους αλλά και τους σημαντικότερους διηγηματογράφους. Σε αυτούς, και δη στην υποομάδα που έρχεται από τη ποίηση, συγκαταλέγεται και η Αγαθοπούλου.

 

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΜΕΤΗ

Δοκίμια και Δοκιμασίες

Περιοδικό ΕΥΘΥΝΗ Τεύχος 353 Μάης 2001

Σε δεκαοκτώ κείμενα η εκ Θεσσαλονίκης ποιήτρια δίνει μια «σωματική μαρτυρία» όπως γράφει στον πρόλογο της, για εννέα ποιητές του γενέθλιου τόπου της. Αλφαβητικά τους: Γ. Θέμελη, Ζ. Καρέλλη, Κ. Κύρου, Π. Μάρκογλου, Γ. Στογιαννίδη, ‘Α. Ευαγγέλου, Γ. Θ. Βαφόπουλο, Ν. Α. Ασλάνογλου και Χ. Χρηστάρα. Ανθρώπους με τους όποιους «δοκιμαστήκαμε λόγω και έργω μέσα στους ίδιους δρόμους αυτής της πόλης», πάλι κατά τα γραφόμενά της.
Πραγματικά κάτω από τη λέξη συμπαράσταση μπορούν να συστεγαστούν όλα τα κείμενα, υπό την έννοια ότι συμπαρίστανται τόσο στα πρόσωπα όσο και στα έργα των παραπάνω ποιητών επιζητώντας έναν τρόπο «συσπείρωσης ψυχών», χαρακτηριστικό αίτημα που η συγγραφέας διακρίνει και έτσι αποδίδει στον εκλιπόντα Α. Ευαγγέλου. Η ποιότητα αυτής της συμμετοχής ξεδιπλώνεται εμφανώς στις μαρτυρίες της για την εκδημία κάποιων συναδέλφων, όπως την βίωσε από πολύ κοντά.
Είναι δυνατόν λοιπόν κανείς να συν-άγει πως συμπαράσταση για την Μ. Κ. ‘Αγαθοπούλου δεν σημαίνει ταύτιση, γι’ αυτό και δεν εμποδίζεται να παρατηρεί από κάποια απόσταση είτε τη ροή των γεγονότων είτε την διαπλοκή των στοχασμών. ‘Αντίθετα η ψύχραιμη παρατηρητικότητα της παρέχει μια μέθοδο προσέγγισης των αισθητικών αποτελεσμάτων όταν ακουμπά στα έργα, και σχεδόν σ’ όλες τις περιπτώσεις τη βοηθά να ανάγεται στον χώρο της ψυχογραφίας, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπει τη βιωματική βάση που ωθεί «στη βαθύτερη γνωριμία και κατανόηση αυτού του άγνωστου και μαζί αποκαλυπτικού αντικειμένου που είναι το ποίημα», όπως λέει στο μελέτημα «Το νόημα της στέρησης».
Έτσι νομίζω πως αποπειράται την παρακολούθηση ενός διπλού καθρεφτισμού: αυτού του ψυχογραφήματος όπως αντανακλάται πάνω στο ποίημα και μαζί αυτού του ποιήματος όπως αντιστοιχεί μέσα στον ψυχογραφούμενο. Τούτο πράττει με αδρές γραμμές και έντονη αίσθηση του μέτρου, σκιαγραφώντας και όχι απειρολογώντας. Μερικοί από τους πιο προσφιλείς της όρους, όπως απαντώνται στα κείμενά της, σε παραλλαγές βεβαίως, είναι: «υπαρξιακή-υποστασιακή αναζήτηση», «εσωτερική η υπαρξιακή πάλη», «βαθύτερη ουσία των πραγμάτων», «σωματική επαφή». Η τελευταία σχετική με τον ρυθμό του ποιήματος «του νου η της ψυχής», δείχνει πως αυτό που κυρίως την απασχολεί είναι η μέθεξη.
Προβαίνοντας δηλαδή στα Δοκίμια και Δοκιμασίες έχει βασικό της στόχο την αύξηση της μέθεξης στο ποιητικό γίγνεσθαι, μιαν Ισχυρότερη, επομένως, μορφή και πάλι συμπαράστασης.
Όπως και να έχει το πράγμα, το ύφος της διακρίνεται για την διαύγειά του. Καίτοι δεν είναι φιλόλογος, τα σχόλια της έχουν φιλολογική ακρίβεια και συχνά καθιστούν σαφή τα ασαφή, μεταδίδοντας νόημα. Δεν διστάζει να διατυπώσει τις επιφυλάξεις της, αρκετά αυστηρά κάποτε, όπως στο δοκίμιο: Υποστασιοποίηση του «άδειου» και του «τίποτα» ή αντίθετα να διακινδυνεύσει γενικούς αφορισμούς π.χ. «έξαψη και έξαρση του βίου άλλωστε η ίδια η ποίηση».
Νομίζω πως η αναστροφή της με τον Καρελλικό λόγο, ζωντανό και γραπτό (έξι από τα δεκαοχτώ δοκίμια αφορούν στην ποιήτρια του «Η άνθρωπος», στη μνήμη της όποιας είναι αφιερωμένο και το βιβλίο), έχει σφραγίσει τον δικό της μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο. Αυτόν που ζητά από την ποίηση και από τους θεράποντες της την πρακτική μιας ιδιότυπης, όχι για τούτο λιγότερο αυστηρής η έμπονης, ασκητικής

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΠΟΙΗΣΗ

Ψυχή και τέχνη, Θεσσαλονίκη 1961
Διασταυρώσεις, Θεσσαλονίκη 1965 (Βραβείο Δήμου Θεσσαλονίκης 1964,
ως ανέκδοτη συλλογή)
Περίπτωση σιωπής, Θεσσαλονίκη 1968
Μεγεθύνσεις, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1971
Αρμιλλάρια, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1973
Τα τοπία που είδα, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1975
Τα επακόλουθα, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1978
Θαλασσινό ημερολόγιο, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1981
Μετανάστες του εσωτερικού νερού, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1985
Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1993
(Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου 1994)
Το οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, νούμερο 13, Παιανία Απρίλιος-Ιούνιος 1997
Επιλογές και σύνολα. Ποιήματα (1965-1995), Νησίδες, Σκόπελος 2001
Σαλκίμ, Νεφέλη, Αθήνα 2001
Σεντόνια της αγρύπνιας Μεταίχμιο 2006

ΠΕΖΑ

Συνοικισμός Σιδηροδρομικών, αφήγημα, Κέδρος, Αθήνα 1998
Στο δωμάτιο, διηγήματα, Νεφέλη, ‘Αθήνα 1999
Η παραίτηση, διηγήματα, Κέδρος, Αθήνα 2002 (Βραβείο ‘Ακαδημίας
Αθηνών του ‘Ιδρύματος Πέτρου Χάρη 2003)
Οι μικρές χαρές, διηγήματα, Μεταίχμιο, ‘Αθήνα 2005
Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι Γαβριηλίδης 2010

ΔΟΚΙΜΙΑ

Δοκίμια και δοκιμασίες, Νησίδες, Σκόπελος 1999

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s