ΦΡΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

federico_garcia_lorca

Εισαγωγή

Ο Φ. Γ. Λόρκα γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου του 1898 στο μικρό χωριό της ‘Ανδαλουσίας Φουέντε Βακέρος, κοντά στη Γρανάδα και πέθανε το καλοκαίρι του 1936 (19 Αυγούστου) στις αρχές του εμφυλίου πολέμου της Ισπανίας, δολοφονημένος από τους φασίστες του Φράνκο στα περίχωρα της Γρανάδας. Ο θάνατος του είναι μπορούμε να πούμε συμβολικός, γιατί οί εγκληματίες που γνώρισε αργότερα όλη η Ευρώπη με την επικράτηση του ναζισμού, εγκαινιάζουν το έργο της καταπίεσης και του τρόμου με την δολοφονία ενός ποιητή που ακριβώς ενσάρκωνε το πνεύμα της ελευθερίας και που η ποίησή του ήταν μια συνεχής και φανατική άρνηση κάθε είδους τυραννίας.
Ό Λόρκα τόσο ένοιωθε συνδεδεμένος με τον τόπο της γέννησης του, ώστε σε κάτι σημειώσεις του αναφέρει τα εξής χαρακτηριστικά! «Αν μια μέρα χάρη στο Θεό δοξαστώ, η μισή δόξα μου θα οφείλεται στη Γρανάδα, που μ’ έκανε να γίνω το πλάσμα που είμαι: αμετάκλητα ποιητής από την γέννησή μου».

Και σε μια συνέντευξη του εξομολογείται: «αγαπώ περισσότερο απ’ όλα την απλότητα γιατί κατάγομαι από ένα χωριό πού ονομάζεται Φουέντε Βακέρος».

Τάκης Βαρβιτσιώτης

 

Επιλογή ποιημάτων σε μετάφραση Τάκη Βαρβιτσιώτη και Οδυσσέα Ελύτη

 

Σε μετάφραση  Τάκη Βαρβιτσιώτη

 

ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Το απόβραδο λέει: Διψώ για σκοτάδι!
Κι εγώ, γι’ αστροφεγγιά, λέει το φεγγάρι.
Η κρουσταλλένια βρύση χείλη αποζητάει
και στεναγμούς ο άνεμος.

Μα εγώ διψώ γι’ αρώματα και γέλια,
διψώ για καινούρια τραγούδια
χωρίς φεγγάρια και κρίνους,
και χωρίς πεθαμένες αγάπες.

Για ένα τραγούδι αυγινό που να ταράξει
του μελλούμενου καιρού
τα βαλτονέρια. Και να γεμίσει μ’ ελπίδα
τα κύματα και το βούρκο τους.

Για ένα ολόφωτο γαληνεμένο τραγούδι
πλούσιο από στοχασμούς,
παρθένο από λύπες κι αγωνίες,
παρθένο κι από ονειροφαντασίες.

Τραγούδι ανάλαφρο που να πλημμύριζε
με γέλια τη σιωπή.
(Ωσάν κοπάδι από τυφλά περιστέρια
απολυμένα μέσ’ στο μυστήριο).

Τραγούδι που να ‘φτάνε ως την ψυχή των πραγμάτων,
ως την ψυχή των ανέμων
και να συγχωνευθεί στο τέλος με της αμνημόνευτης
καρδίας την ευφροσύνη.

«Βιβλίο ποιημάτων» 1921

 

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ ΝΕΡΟΥ

Η θάλασσα
χαμογελάει μακρυάθε.
Κι είναι τα δόντια της αφρός,
τα χείλη της ουρανός.

-Μα τί πουλάς, εσύ θολή κοπέλλα,
με τα γυμνά σου στήθια στον αγέρα;

-Νερό της θάλασσας, αφέντη,
εγώ πουλώ.

-Τί κουβαλάς, αγόρι μελαψό,
με το αίμα σου ανακατωμένο;

-Νερό της θάλασσας, αφέντη,
κουβαλώ.

-Κι αυτά τα δάκρυα τ’ αρμυρά
πούθε έρχονται, μητέρα;

-Νερό της θάλασσας, αφέντη,
κλαίω εγώ.

-Και τούτη η πίκρα η βαρειά,
καρδιά μου πούθε να γεννιέται;

-Έχει πικράδα το νερό της θάλασσας,
περίσσια!

Η θάλασσα
χαμογελάει μακρυάθε.
Τα δόντια της αφρός,
τα χείλη της ουρανός.

«Βιβλίο ποιημάτων» 1921

 

ΓΗ

Προχωρούμε
πάνω σ’
έναν καθρέφτη
δίχως ασήμι
πάνω σ’ ένα κρύσταλλο
δίχως σύννεφα.
Αν οι ίριδες γεννιόταν
στην ανάστροφη όψη
αν τα ρόδα γεννιόταν
στην ανάστροφη όψη
αν όλες οι ρίζες
κοιτούσαν τ’ αστέρια
κι ο νεκρός δεν έκλεινε
τα μάτια
θα γινόμασταν σαν κύκνοι.

«Σουίτα των καθρεφτών» 1921

 

ΚΑΠΡΙΤΣΙΟ

Πίσω από κάθε καθρέφτη
είν’ ένα αστέρι νεκρό
κι ένα ουράνιο τόξο βρέφος
που κοιμάται.
Πίσω από κάθε καθρέφτη
είναι μια αιώνια γαλήνη
και μια φωλιά από σιωπές
που ποτέ δεν έφυγαν.

Ό καθρέφτης είναι η μούμια
της πηγής κλείνει
σαν όστρακο από φως
τη νύχτα.

Ό καθρέφτης
είναι μάνα-δροσιά
το βιβλίο που ανατέμνει
το λυκόφως, η ηχώ που έγινε σάρκα.

«Σουίτα των καθρεφτών» 1921

 

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΡΟΛΟΓΙΩΝ

Έμπαινα στο δάσος
ιών ρολογιών,
φυλλώματα από τικ-τακ
τσαμπιά από καμπανούλες
και, κάτω από την πολλαπλή ώρα,
αστερισμοί εκκρεμών.

Οι μαύρες ίριδες
των νεκρών ωρών
οι μαύρες ίριδες
των ωρών παιδιών:
όλα είναι όμοια!
Και το χρυσάφι του έρωτα;

Εκεί δεν σημαίνει παρά μία ώρα.
Μια ώρα μονάχα!
Η ψυχρή ώρα!

«Το δάσος των ρολογιών» 1921

 

Η ΚΙΘΑΡΑ

Της κιθάρας το κλάμα
Αρχινάει.
Της χαραυγής οι κούπες
γίνονται κομμάτια.
Της κιθάρας το κλάμα
αρχινάει.
Ανώφελο
να την κάνεις να πάψει.
Αδύνατο
να την κάνεις να πάψει.
Κλαίει μονότονα
όπως κλαίει το νερό,
όπως κλαίει ο αγέρας
στο χιόνι που πέφτει.
Αδύνατο
να την κάνεις να πάψει.
Κλαίει για πράγματα
απόμακρα.
Άνεμος του Νότου καυτερός
που αποζητάει άσπρες καμέλιες.
Την άστοχη κλαίει σαΐτα,
το βράδυ που αύριο δεν έχει,
και το πρώτο πουλί πού πεθαίνει
στο κλωνάρι επάνω.
Ώ! κιθάρα!
Καρδιά βαρειά λαβωμένη
από πέντε σπαθιά.

«Βαθύ τραγούδι» 1921-1922

 

 

ΤΟ ΜΟΥΓΚΟ ΠΑΙΔΙ

Το παιδί ζητάει τη φωνή του.
(Την έχει ο βασιλιάς των γρύλων.)
Σε μια σταγόνα του νερού
το παιδί ζητάει τη φωνή του.

Δεν τη θέλω για να κουβεντιάσω
Δαχτυλιδάκι θα την κάνω
που η σιωπή μου θα το βάλει
στο πιο μικρό της δάχτυλο.

Σε μια σταγόνα του νερού
Το παιδί ζητάει τη φωνή του

(Μακρυά η φωνή φυλακισμένη
το ρούχο φόρεσε ενός γρύλου.)

«Τα τραγούδια» 1921-1924

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Αν θα πεθάνω
αφήστε το μπαλκόνι μου ανοιχτό.

Το παιδί τρώει πορτοκάλια.
(Το βλέπω από το μπαλκόνι μου.)

Ό θεριστής θερίζει τα στάχυα.
(Τον βλέπω απ’ το μπαλκόνι μου.)

Αν θα πεθάνω
αφήστε το μπαλκόνι μου ανοιχτό!

«Τα τραγούδια» 1921-1924

 

ΡΟΜΑΝΤΣΑ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΗΣ

Μαύρα είναι τ’ αλόγα.
Μαύρα τα πέταλα τους.
Πάνω στις κάπες τους αστράφτουν
σταλαγματιές κερί μελάνι.
Έχουν, γι’ αυτό δεν κλαίνε,
τα κράνη τους από μολύβι.
Με την ψυχή μαύρο πετσί
προβάλλουν απ’ τη δημοσιά.
Καμπουριασμένοι και νυχτερινοί
εκεί που βρίσκονται όλο απλώνουν
σιωπές από γκόμμα σκοτεινή
και φόβους από ψιλή άμμο.
Περνούν, σα θέλουν να περάσουν,
και κρύβουν μέσα στο κεφάλι
κάποια θολήν αστρονομία
από φανταστικά πιστόλια.

*

Ω πολιτεία των τσιγγάνων!
Στα σταυροδρόμια σου παντιέρες.
Το φεγγάρι και η κολοκύθα
με τα κεράσια σου κονσέρβα.
πολιτεία των τσιγγάνων!
Ποιος σε είδε και δε σε θυμάται;
Πολιτεία από θλίψη κι από μόσχο
με πύργους από κανέλλα.

*

Όταν έπεφτε η νύχτα
νύχτα όλο και πιο νύχτα,
ατά γυφταριά τους οι τσιγγάνοι
βέλη σφυροκοπούσαν και ήλιους.
Εν’ άλογο βαρειά λαβωμένο
ξεφώνιζε σ’ όλες τις πόρτες.
Γυάλινοι πετεινοί λαλούσαν
μες στο Χερέθ ντε λα Φροντέρα.
Ο άνεμος, στρίβει γυμνός
της έκπληξης την αγκωνή,
μέσα στη νύχτα από πλατίνα
νύχτα, όλο και πιο νύχτα.

*

Η Παναγία και ο ‘Ιωσήφ
έχασαν τις καστανιέτες,
και ψάχνουν τους τσιγγάνους
μήπως τις ξαναβρούνε.
Η Παναγία έρχεται ντυμένη
σαν τη γυναίκα ενός καδή
μ’ ένα χαρτί σοκολατένιο
και με γιορντάνια απ’ αμύγδαλα.
Ο Ιωσήφ κουνάει τα μπράτσα
κάτω από κάπα μεταξένια.
Πίσω του ο Πέντρο Ντομέκ
με τρεις σουλτάνους της Περσίας.
Το μισοφέγγαρο νειρεύοταν
σ’ έκσταση πελαργού.
Φλάμπουρα και φανάρια
χιμούσαν στις ταράτσες.
Μες στους καθρέφτες κλαίγαν με λυγμούς
μπαλαρίνες δίχως λαγόνια.
Νερό και ίσκιος, ίσκιος και νερό
μες στο Χερέθ ντε λα Φροντέρα.

*

Ω πολιτεία των τσιγγάνων!
Στα σταυροδρόμια σου παντιέρες.
Σβήσε τα πράσινά σου φώτα
τί έφτασε η Πολιτοφυλακή.
Ω πολιτεία των τσιγγάνων!
Ποιός σε είδε και δε σε θυμάται;
Αφήστε την μακριά απ’ τη θάλασσα
δίχως χτένια για τις πλεξούδες της.

*

Δυό δυό τραβούν και πάνε
κατά την πολιτεία της γιορτής
Μια χλαλοή από αμάραντα
χυμάει στα φυσεκλίκια.
Δυό δυό τραβούν και πάνε.
Πένθος νυχτερινό από τούλι.
Ο ουρανός, επάνω τους φαντάζει
σα μια βιτρίνα με σπιρουνιά.

*

Η πόλη λεύτερη από φόβο
πλήθαινε τις πύλες της.
Σαράντα πολιτοφυλάκοι
τις διάβηκαν για να κουρσέψουν.
Τα ρολόγια σταματήσαν,
και το κονιάκ μες στις μποτίλιες
μεταμφιέστηκε σε νοέμβρη
για ν’ αποφύγει τις υποψίες.
Ένα πέταγμα μακριές κραυγές
σηκώθηκε προς τους ανεμοδείχτες.
Τα σπαθιά κόβους τις αύρες
που τις ποδοπατούν οι οπλές.
Απ’ τα μουχρά σοκάκια
φεύγουνε οί γριές τσιγγάνες
με τ άλογά τους κοιμισμένα
και τις σακούλες τα λεφτά.
Απ’ τ’ ανηφορικά σοκάκια,
όλο ανεβαίνουνε οι άθλιες κάπες
και πίσω τους αφήνουν φευγαλέους
στροβίλους από ψαλίδια.

*

Κάτω απ’ την πύλη της Φάτνης,
μαζεύονται οι τσιγγάνοι.
Ο Ιωσήφ, όλο πληγές,
μια κοπέλα σαβαρώνει.
Πεισματικά στριγγά τουφέκια
ακούγονται όλη νύχτα.
Η Παναγία γιατρεύει τα παιδιά

με σάλιο αχνό από άστρα.
Μα να η Πολιτοφυλακή
τραβάει και σπέρνει πυρκαγιές,
όπου όλο νιάτα και γυμνή
καίγεται η φαντασία.
Η Ρόζα, εκείνη των Καμπορίος,
στην πόρτα της στενάζει καθισμένη
με τα δυό στήθια της κομμένα
βαλμένα πάνω σ’ ένα δίσκο.
Κι άλλα κορίτσια τρέχαν
απ τις πλεξούδες τους κυνηγημένα,
μες σ’ έναν άνεμο όπου σκάνουν
ρόδα από μαύρο μπαρούτι.
Όταν όλες οι στέγες
αυλάκια γίνηκαν στη γης,
άλαφροσάλεψε η αυγή τους ώμους της
σαν πέτρινη μακριά κατατομή.

*

Ω πολιτεία των τσιγγάνων!
Φεύγει μακριά ή Πολιτοφυλακή
από ένα τούνελ σιωπής
κι οι φλόγες σε κυκλώνουν.
Ω πολιτεία των τσιγγάνων!
Ποιός σε είδε και δε σε θυμάται;
Ας σε γυρέψουνε στο μέτωπο μου.
Του φεγγαριού παιχνίδισμα και του άμμου.

«Τσιγκάνικες ρομάντσες»  1924-1927

 

Η ΑΥΓΗ

Η αυγή της Νέας Υόρκης έχει
τέσσερες κίονες από λάσπη
κι έναν ανεμοστρόβιλο από μαύρα περιστέρια
που βουτούν μέσα στ’ ακάθαρτα νερά.

Η αυγή της Νέας Υόρκης όλο θρηνεί
μες στις απέραντες σκάλες
αναζητώντας ανάμεσα στ’ αγκωνάρια
νάρδους σχεδιασμένους αγωνίας.

Φθάνει η αυγή κι όμως κανένας δεν τη δέχεται στο στόμα του
γιατί εκεί κάτω δεν υπάρχει πρωί κι ελπίδα πιθανή.
Κάποτε τα νομίσματα σε μανιασμένα σμήνη
τρυπούνε και καταβροχθίζουν τα εγκαταλειμμένα παιδιά

Κείνοι που πρώτοι βγαίνουν έξω νοιώθουνε μέσα στα κόκαλά τους
πώς δε θα υπάρξει ούτε παράδεισος ούτε έρωτες που φυλλοροούν
ξέρουν πως πάνε προς το βόρβορο των νόμων και των αριθμών
προς τ’ άτεχνα παιχνίδια, προς τούς άκαρπους ιδρώτες.

Σαβανωμένο είναι το φώς ανάμεσ’ από αλυσίδες και θορύβους
στην καταφρόνια την αδιάντροπη μιας επιστήμης δίχως ρίζες.
Άνθρωποι ανύπνωτοι τρικλίζουν στα προάστια
σα να γλύτωσαν από κάποιο ναυάγιο αίματος.

«Ποιητής στη Νέα Υόρκη» 1929-1930

 

ΚΡΑΥΓΗ ΠΡΟΣ ΤΗ ΡΩΜΗ

Μήλα ελαφρά πληγωμένα
από ασημένια λεπτά ξίφη
σύννεφα ξεσχισμένα από κοραλλένιο χέρι
που κουβαλάει στη ράχη του ένα αμύγδαλο από φωτιά
ψάρια από αρσενικό σαν καρχαρίες,
καρχαρίες σαν σταλαγματιές δακρύων για να τυφλώσουν ένα πλήθος
ρόδα που πληγώνουν
και βελόνες τοποθετημένες μες στα κανάλια του αίματος
κόσμοι εχθρικοί και έρωτες σκεπασμένοι με σκουλήκια
θα πέσουν πάνω σου. Θα πέσουν πάνω στο μεγάλο τρούλο
που οι στρατιωτικές γλώσσες αλείβουν με λάδι
όταν ένας άνθρωπος ουρεί πάνω σε ένα ολόφωτο περιστέρι
και φτύνει κάρβουνο κοπανισμένο
τριγυρισμένος από χιλιάδες καμπανούλες.

Γιατί δεν υπάρχει κανένας για να μοιράσει τον άρτο και τον οίνο
κανένας για να καλλιεργήσει τα χόρτα στου νεκρού το στόμα
ούτε κανείς να ξεσκεπάσει τα σεντόνια της αργίας
κανένας για να κλάψει πάνω στις πληγές των ελεφάντων.
Δεν υπάρχουν πια παρά ένα εκατομμύριο σιδεράδες
που σφυρηλατούν αλυσίδες για τα παιδιά που θα ‘ρθουν
Δεν υπάρχουν πια παρά ένα εκατομμύριο μαραγκοί
που φτιάχνουν φέρετρα δίχως σταυρούς.
Δεν υπάρχουν πια παρά ένα πλήθος θρήνοι
που ξεσκεπάζουν το στήθος καθώς προσμένουν το βόλι
Ο άνθρωπος που περιφρονά το περιστέρι θα ‘πρεπε να μιλήσει
θα ‘πρεπε να κραυγάζει γυμνός ανάμεσα στις κολώνες
να κάνει μια ένεσε για να πάθει λέπρα
και να χύνει δάκρυα τόσο τρομερά
που να λιώσουν τα δαχτυλίδια του και τα διαμαντένια του τηλέφωνα .
Μα ο λευκοντυμένος άνθρωπος
αγνοεί το μυστήριο του σιταριού
αγνοεί το βογγητό της ετοιμόγεννης γυναίκας
αγνοεί πως ο Χριστός μπορεί ακόμα να χορηγήσει νερό
αγνοεί πως το νόμισμα καίει το θαυματουργό φιλί
και δίνει το αίμα του αμνού στο ηλίθιο ράμφος του φασιανού.

Οι δάσκαλοι μαθαίνουν στα παιδιά
ένα εξαίσιο φως που έρχεται από το βουνό
μα αυτό που καταφθάνει είναι μια συνάθροιση οχετών
όπου φωνάζουν οι σκοτεινές νύμφες της χολέρας.
Οι δάσκαλοι δείχνουν με ευλάβεια τους πελώριους θόλους που ευωδιάζουν από το θυμίαμα
μα κάτω από τα αγάλματα δεν υπάρχει αγάπη
δεν υπάρχει αγάπη κάτω από τα μάτια που είναι από κρύσταλλο οριστικό.
Η αγάπη βρίσκεται μέσα στις σάρκες που τις ξεσχίζει η δίψα
μέσα στο καλυβάκι που παλεύει ενάντια στην πλημμύρα
η αγάπη βρίσκεται μέσα στους λάκκους όπου παλεύουν τα φίδια της πείνας
μες στη θλιμμένη θάλασσα που λικνίζει τα πτώματα των γλάρων
και μες στο ζοφερό σπαραχτικό φιλί κάτω από το προσκεφάλι.
Όμως ο γέρος με τα διάφανα χέρια
θα λέει: Αγάπη, αγάπη, αγάπη
φωνάζοντας για τα εκατομμύρια τους ετοιμοθάνατους
Θα λέει: Αγάπη, αγάπη, αγάπη
μες στο υφαντό το χρυσοπλουμισμένο που αναριγεί από τρυφερότητα
θα λέει: ειρήνη, ειρήνη, ειρήνη
μες στους τριγμούς των μαχαιριών και τα πεπόνια του δυναμίτη
θα λέει: αγάπη, αγάπη, αγάπη
ώσπου τα χείλη του να γίνουν ασημένια.
Εν τω μεταξύ, εν τω μεταξύ, α! εν τω μεταξύ
οι νέγροι που καθαρίζουν τα σταχτοδοχεία
τα αγόρια που τρέμουν κάτω από την ωχρή τρομοκρατία των διευθυντών
οι γυναίκες που πνίγονται μέσα στα ορυκτέλαια
το πλήθος με το σφυρί, με το βιολί ή με το σύννεφο
θα φωνάζει ακόμα κι αν του χύσουν τα μυαλά πάνω στον τοίχο
θα φωνάζει κατάμουτρα στους θόλους
θα φωνάζει τρελό από φωτιά
θα φωνάζει τρελό από χιόνι
θα φωνάζει με το κεφάλι γεμάτο περιττώματα
θα φωνάζει σαν όλες τις συναθροισμένες νύχτες
θα φωνάζει με μια τόσο σπαραγμένη φωνή
ώσπου να αρχίσουν οι πολιτείες να τρέμουν σαν κοριτσάκια
και να συντρίψουν τις φυλακές του λαδιού και της μουσικής
γιατί θέλουμε τον επιούσιο άρτο μας
λουλούδι αγριομουσμουλιάς κι αέναη στοργή ξεκουκκισμένη
γιατί θέλουμε να γίνει το θέλημα της Γης
που δίνει τους καρπούς της για όλους.

«Ποιητής στη Νέα Υόρκη» 1929-1930

 

ΜΙΚΡΟ ΒΙΕΝΕΖΙΚΟ ΒΑΛΣ

Στη Βιέννη υπάρχουνε δέκα κοπέλες,
ένας ώμος όπου ο θάνατος θρηνεί
κι ένα δάσος από ταριχευμένα περιστέρια.
Υπάρχει ένα κομμάτι αυγής
μες στο μουσείο της πάχνης.
«Αϊ, αϊ, αϊ, αϊ!
Δέξου το αυτό το βαλς με το στόμα κλεισμένο.

Αυτό το βαλς, αυτό το βαλς, αυτό το βαλς,
του ναι, του θανάτου και του κονιάκ,
που μες στη θάλασσα μουσκεύει η ουρά του.

Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ,
μαζί με την πολυθρόνα και με το νεκρό βιβλίο,
ανάμεσ’ απ’ το μελαγχολικό διάδρομο,
μέσα στην σκοτεινή σοφίτα του κρίνου,
μέσα στην κλίνη μας της σελήνης
και μέσα στο χορό που ονειρεύεται η χελώνα.
Aϊ, αϊ, αϊ, αϊ !
Δέξου το αυτό το βαλς, με τη λυγιστή μέση.

Στη Βιέννη υπάρχουν τέσσερις καθρέφτες
όπου παίζουν το στόμα σου και οι αντίλαλοι.
Υπάρχει ένας θάνατος για πιάνο
που ζωγραφίζει γαλάζια τα παιδιά.
‘Υπάρχουν ζητιάνοι πάνω στις στέγες.
Υπάρχουν δροσερές γιρλάντες από δάκρυα.
Αϊ, αϊ, αϊ, αϊ!
Δέξου αυτό το βαλς, που πεθαίνει στην αγκαλιά μου.

Γιατί α’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, αγάπη μου,
μες στη σοφίτα όπου παίζουν τα παιδάκια,
ονειροπολώντας παλιά φώτα της Ουγγαρίας
ανάμεσα στους ψίθυρους της χλιαρής βραδιάς,
κοιτάζοντας αμνούς και κρίνους από χιόνι
μες στου μετώπου σου τη ζοφερή σιωπή.
Αϊ, αϊ, αϊ, αϊ !
Δέξου αυτό το βαλς του «Σ’ αγαπώ για πάντα».

Στη Βιέννη θα χορέψω μαζί σου
με μια μεταμφίεση που θα ‘χει
κεφάλι ποταμού.
Κοίτα τί όχθες από υάκινθους έχω!
Θ’ αφήσω ανάμεσα στις κνήμες σου το στόμα μου,
την ψυχή μου μέσα στις φωτογραφίες και στους κρίνους,
και μες στα σκοτεινά τα κύματα από το περπάτημά σου
θέλω αγάπη μου, αγάπη μου, ν’ αφήσω,
βιολί και μνημείο, τις κορδέλες του βαλς.

«Ποιητής στη Νέα Υόρκη» 1929-1930

 

ΒΑΛΣ ΜΕΣ ΣΤΑ ΚΛΑΔΙΑ

Ένα φύλλο έπεσε
υστέρα δυό
και τρία.
Μες στη σελήνη κολυμπούσε ένα ψάρι.
Το νερά κοιμάται μια ώρα
κι η άσπρη θάλασσα εκατό.
Η κυρία
ήταν επάνω στο κλωνάρι πεθαμένη.
Η καλόγρια
έψελνε μες το νεράντζι.
Το κοριτσάκι
πήγαινε απ’ το πεύκο στην κουκουνάρα.
Και το πεύκο
αναζητούσε το μικρό φτερό της τρίλιας.
Όμως τ’ αηδόνι
θρηνούσε τις πληγές του τριγύρω.
Κι εγώ το ίδιο
γιατί έπεσε ένα φύλλο
υστέρα δυό
και τρία.
Κι ένα κρυστάλλινο κεφάλι
κι ένα χάρτινο βιολί
και το χιόνι σάπιζε με τον κόσμο
ένα-ένα
δυό-δυό
τρία-τρία
Ω, φίλντισι σκληρό της αθέατης σάρκας!
Ω, κόρφε της αυγής δίχως μυρμήγκια!
Με το αερικό των κλώνων,
με το αϊ των κυράδων,
με το κόασμα των βατραχιών,
με του μελιού τον κίτρινο πηλό.
©ά ρθει ενός ίσκιου ο κορμός
δαφνοστεφανωμένος.
Θα ‘ναι σκληρός σαν ένας τοίχος
για τον άνεμο ο ουρανός,
και τα ξεριζωμένα κλωνάρια
θα φύγουν χορεύοντας μαζί του.
Ένα-ένα
γύρω απ’ τη σελήνη,
δυό-δυό γύρω απ’ τον ήλιο,
και τρία-τρία
για ν’ αποκοιμηθεί το φίλντισι καλά.

«Ποιητής στη Νέα Υόρκη» 1929-1930

 

ΓΚΑΣΕΛΑ ΤΟΥ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΟΥ ΕΡΩΤΑ

Η νύχτα αρνιέται να ‘ρθει
για να μην έρθεις εσύ
και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

Όμως εγώ θα πάω
κι ας τρώει το μηνίγγι μου ένας ήλιος από σκορπιούς.

Όμως κι εσύ θα ‘ρθεις με τη γλώσσα σου καμένη από την αλμυρή βροχή.

Η μέρα αρνιέται να ‘ρθει
για να μην έρθεις εσύ
και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.

Όμως εγώ θα πάω
παρατώντας στα βατράχια το τσακισμένο μου γαρύφαλλο.

Όμως κι εσύ θα ‘ρθεις
ανάμεσα από τα θολά του σκοταδιού λαγούμια.

Η νύχτα κι η μέρα δε θέλουν να ‘ρθουν
για να πεθάνω εγώ για σένα
κι εσύ να πεθάνεις για μένα.

«ΝΤΙΒΑΝ ΤΟΥ ΤΑΜΑΡΙΤ» 1936

 

ΓΚΑΣΕΛΑ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ

Έχω χαθεί πολλές φορές στη θάλασσα
με το αυτί γεμάτο νιόκοπα λουλούδια,
με τη γλώσσα γεμάτη έρωτα και αγωνία.
Πολλές φορές έχω χαθεί στη θάλασσα,
όπως χάνομαι στην καρδιά κάποιων παιδιών.

Δεν υπάρχει νύχτα που, δίνοντας ένα φιλί,
να μη νιώθεις το γέλιο των απρόσωπων ανθρώπων,
μήτε υπάρχει κανείς που, χαϊδεύοντας ένα νεογέννητο,
να ξεχνά τα ασάλευτα κρανία των αλόγων.

Γιατί τα ρόδα αναζητούν στο μέτωπο
ένα σκληρό κοκάλινο τοπίο
και τα χέρια του ανθρώπου δεν έχουν άλλο σκοπό
παρά να μιμηθούν τις υπόγειες ρίζες.

Έτσι όπως χάνομαι στην καρδιά κάποιων παιδιών,
έχω χαθεί πολλές φορές στη θάλασσα.
Αδιάφορος για το νερό πάω γυρεύοντας
ένα θάνατο από φως που να με αναλώνει.

«ΝΤΙΒΑΝ ΤΟΥ ΤΑΜΑΡΙΤ» 1936

 

ΚΑΣΙΝΤΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ

Το ρόδο
δεν ζητούσε την αυγή
σχεδόν αιώνιο στο κλωνί του,
κάτι άλλο ζητούσε.

Το ρόδο
μήτε γνώση μήτε ίσκιο ζητούσε
όριο σάρκας και ονείρου,
κάτι άλλο ζητούσε.

Το ρόδο
δεν ζητούσε το ρόδο.
Ασάλευτο στον ουρανό
κάτι άλλο ζητούσε.

«ΝΤΙΒΑΝ ΤΟΥ ΤΑΜΑΡΙΤ» 1936

 

 

Σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη

 

ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΝΕΜΕΝΗΣ

Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι
χορεύει κι έρχεται με χάρη
μέσ’ από δάφνες και μυρτιές
κι από το φως ασημωμένη
μικρή τσιγγάνα η Παινεμένη

Ως τη θωρεί πετιέται ορθός
ο Άνεμος ο ακοίμιστος
άντρας ο άτιμος κοιτάει
γλείφεται γλώσσες τις εννιά
κι απέ γλυκά της τραγουδάει:

-Μικρούλα μου άσε να σηκώσω
το φουστανάκι σου να ιδώ
άσε με λίγο να σ’ αγγίξω
και της κοιλίτσας σου ν’ ανοίξω
το ρόδο το γαλαζωπό

Πετάει το ντέφι τρομαγμένη
και τρέχει τρέχει η Παινεμένη
ξοπίσω της ακολουθεί
Άνεμος άντρας που κρατεί
μια σπάθα σπάθα αστραφτερή

Αχού το κύμα πως στενάζει
ο ελιώνας αχού πως χλωμιάζει
παίζει των ίσκιων η φλογέρα
μέσα στο σκοτεινόν αέρα:

-Τρέχα τρέχα Παινεμένη
τι όπου να ‘ναι σε προφταίνει
ο Άνεμος χιμάει να
γλείφεται γλώσσες τις εννιά

Βρίσκει ένα σπίτι η Παινεμένη
χώνεται μέσα τρομαγμένη
της δίνουνε κάτι να πιει
κι εκείνη λέει κι ανιστορεί

Ενώ απ’ τη λύσσα του θηρίο
γυρνάει ο Άνεμος στο κρύο
δέρνει το σπίτι και το ζώνει
τα κεραμίδια του δαγκώνει.

 

 

Η ΚΑΛΟΓΡΙΑ Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ

Βουνά και σύγνεφα μακριά
σ’ όλα τα γύρω σιγαλιά
Κάμποι και δέντρα μες στη ζέστη
και τα τοιχία μες στον ασβέστη
Σ’ ένα αχερόχρωμο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή

Άχου τι όμορφα κεντάει
το χεράκι της πως πάει

Βάνει πουλιά βάνει δεντρά
βάνει και τ’ άστρα τα χρυσά

Βάνει στις τέσσερις τις κόχες
τέσσερις αγριομολόχες

Σ’ ένα αχερόχρωμο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή

Μα κάθε τόσο αναστενάζει
και κάτι με το νου της βάζει

Λίγο το χέρι σταματά
μες στον αέρα και κοιτά

Στα μάτια της που ανοιγοκλειούν
δυο καβαλάρηδες περνούν

Κι υστέρα πάλι στο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή

Τι ποτάμια! Τι χορτάρια!
Τι λιοτρόπια! Τι φεγγάρια!
Πλάσματα της αρεσιάς της
της ονειροφαντασιάς της.

 

 

 

Η ΚΥΡΑ Η ΠΑΝΤΕΡΜΗ

Σκάβουν το χώμα οι πετεινοί
σκάβουν ζητώντας την αυγή
την ώρα που απ’ τα σκοτεινά
η Κυρά η Παντέρμη ροβολά

Μαύρη μαυρίλα είν’ η ψυχή της
κι ωχρό μπακίρι το πετσί της
τα στήθια της ωσάν τ’ αμόνια
που τα χτυπούν χωρίς συμπόνια

-Παντέρμη τι ζητάς εδώ
μόνη σου δίχως σύντροφο;

-Κι αν είναι κάτι να ζητώ
πε μου σε γνοιάζει εσένανε;
Ζητάω κείνο που ζητώ
ζητάω την ίδια εμένανε

-Παντέρμη πες ποιος ο καημός σου
ποιος ο αγιάτρευτος καημός σου;

-Ποιος ο καημός μου; Μαύρη πίσσα
‘γίνη η λινή μου η πουκαμίσα
και μες στο σπίτι σαν τρελή
σούρνω το ξέπλεκο μαλλί

-Παντέρμη λούσε το κορμί σου
λούσ’ το χελιδονονερό
κι άσε Κυρά μου την ψυχή σου
ασ’ τηνε να ‘βρει αναπαμό

Άχου τσιγγάνικες ψυχές
όλο κρυφές νεροσυρμές
πίκρες μαζί και θάματα
στα μακρινά χαράματα.

 

ΧΑΜΟΣ ΑΠΟ ΑΓΑΠΗ

-Τι να ‘ναι κείνο που φωτά
Μάνα στα δώματα ψηλά;

-Κοιμήσου γιε μου κι είναι αργά
σήμανε η ώρα έντεκα

-Μάνα στα μάτια μου για δες
λάμπουνε τέσσερις φωτιές

-Δεν είναι τίποτα έλα πια
είν’ τα μπακίρια αστραφτερά

Μέσα στη νύχτα και στη ζέστη
φέγγαν οι τοίχοι απ’ τον ασβέστη

Τη φυσαρμόνικα γλυκά
παίζανε Σεραφείμ μικρά

-Μάνα μου ευθύς που ξεψυχήσω
μηνύσετέ το στους ανθρώπους

Κατά Βοριά κατά Νοτιά
μαντάτα στείλετε πικρά

Οι πόρτες τ’ ουρανού χτυπούσαν
όλα τα δάση αχολογούσαν

Ψηλά δεν έβλεπες κανένα
κι οι φλόγες φούντωναν ολοένα.

 

ΤΟΥ ΠΙΚΡΑΜΕΝΟΥ

Είκοσι τρεις του Θεριστή
στου Πικραμένου την αυλή
πάνε και λεν παν και του λένε:
αν το μπορείς δυστυχισμένε

Στο περιβόλι σου έβγα απόψε
και τα λουλούδια σου όλα κόψε

Γράψε στη θύρα σου σταυρό
βάλ’ από κάτου τ’ όνομά σου
τι θα φουντώσουν στα πλευρά σου
ταχιά τσουκνίδες κι αγριάδες

Πάρε κεριά πάρε λαμπάδες
τα χέρια μάθε να σταυρώνεις
και πόνου από την ερημιά
γέψου της νύχτας τη δροσιά

Τι πριν περάσουν μήνες δυο
θα κείτεσαι στα σάβανα

Στους ουρανούς ψηλά προβαίνει
ο Ταξιάρχης και πηγαίνει
πόχει το σύννεφο σπαθί
στράφτει και πάει και δε μιλεί

Κι είκοσι τρεις του Θεριστή
μέσα στην έρμη την αυλή
Τα μάτια ανοίγει ο Πικραμένος
της μοίρας ο σημαδεμένος

Κι είκοσι τρεις του Αυγούστου
γέρνει και τα σφαλεί.

 

 

 

Ο ΑΝΤΟΝΙΟ ΤΟΡΡΕΣ ΧΕΡΕΝΤΙΑ
ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΣΕΒΙΛΛΙΑΣ

Κάτου στης ακροποταμιάς
το μονοπάτι περπατάει
κρατώντας βέργα λυγαριάς
ο Αντόνιο Τόρρες ο Χερέντια
και στη Σεβίλλια πάει

Τα κατσαρά του γυαλιστά
πέφτουν στα μάτια του μπροστά
στην όψη του είναι μελαψός
από του φεγγαριού το φως

Κάποτε λίγο σταματά
κόβει λεμόνια στρογγυλά
τα ρίχνει το νερό να στρώσει
και να το χρυσαφώσει

Εκεί στης ακροποταμιάς
το μονοπάτι να: τον φτάνουν
κάτω απ’ τα κλώνια μιας φτελιάς
χωροφυλάκοι και τον πιάνουν

Αποβραδίς η ώρα οχτώ
τον σούρνουν σε κελί μικρό
απόξω κάθονται φυλάνε
πίνουν ρακί και βλαστημάνε.

 

ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝΙΟ ΤΟΡΡΕΣ ΧΕΡΕΝΤΙΑ

Ξάφνου στον ποταμό από πέρα
φωνές ξέσκισαν τον αέρα

Ωσάν του κάπρου δαγκωνιές
έμπηγε στα ποδήματα
χίμαγε κι έκανε βουτιές
και δελφινιού πηδήματα

Η τραχηλιά του η κρεμεζιά
μούσκεψε μες στα αίματα
μα οι κάμες ήταν έξι
δεν μπόρειε πια ν’ αντέξει

Αχ Αντονίτο ελ Καμπορίο
φεγγαρομελαψέ μου
κι αντρογαρούφαλέ μου
αχ Αντονίτο ελ Καμπορίο
π’ άξιζες μια Βασίλισσα
μνημόνεψε την Παναγιά
τι τώρα θα σε φάει το κρύο
τι τώρα θα πεθάνεις πια

Στην άκρη εκεί του ποταμού
τρεις γλώσσες βγήκε το αίμα του
κι ανάγειρε την κεφαλή
με τα σφιγμένα χείλη

Μα τότε πια καμιά φωνή
μόνο φωτίστη ο ουρανός
κι άγγελος βεργολυγερός
ήρθε και τ’ άναψε καντήλι.

 

 

 

Η ΜΙΚΡΟΠΑΝΤΡΕΜΕΝΗ

Πέρα στην ακροποταμιά
την πήγα και την ξάπλωσα
ήτανε μικροπαντρεμένη

Μα εγώ τη νόμιζα κορίτσι
που κάτι άλλο περιμένει

Μεμιάς σβηστήκαν τα λαμπιόνια
κι άναψαν όλα τα τριζόνια

Τα δυο της στήθη τα μικρά
μέσα στα μισοσκότεινα
τ’ άγγιξα και μυρίσανε
σαν γυάκινθοι που ανθίσανε

Από το γύρο του λαιμού
έβγαλα τη γραβάτα μου

Εκείνη όσο που να το πεις
έβγαλε το φουστάνι της
Εγώ τη ζώνη την πιστόλα
εκείνη τα λινά της όλα

Τέτοιο δέρμα τέτοια χείλη
δεν τα βρίσκεις σε κοχύλι
τέτοιο θάμπος τέτοια χάρη
σε γυαλί και σε φεγγάρι

Το σώμα της σπαρταριστό
σαν ψάρι φρεσκοτράβηχτο
μισό φωτιά μισό δροσιά
μου άφηνε μες στα σωθικά

Τι μου ‘λεγε δε θα το πω
γεμάτος άμμο και φιλιά
την πήρα και τη σήκωσα

Τον άνεμο από μια μεριά
σπάθιζαν τα νερόκρινα.

 

ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ

Καταμεσής στη ρεματιά
λάμπουνε τα μαχαίρια

Ωσάν ψάρια αστραφτερά
που κανείς δεν τα προφταίνει
και το αίμα τα ομορφαίνει

Μες στις άγριες πρασινάδες
ανεβαίνουν με το πλάι
πάνω σ’ αψηλές φοράδες

Άγγελοι μαύροι έφερναν
μέσα στο φως το αγριωπό
μαντίλες και χιονόνερο

Ο Χουάν Αντόνιο στην πλαγιά
πέφτει με μια λαβωματιά

Έχει ανεμώνες στο πλευρό
και ρόδι έχει στον κρόταφο

Κατάκοπο από τις φωνές
το απόβραδο μες στις συκιές
σωριάζεται λιπόθυμο

Κι οι μαύροι άγγελοι ολοένα
με τα μεγάλα τους φτερά
πετούσαν μες στο ηλιόγερμα.

 

Η ΣΕΛΗΝΗ ΣΤΟ ΣΙΔΕΡΑΔΙΚΟ

Μπήκε στα κλεφτά η Σελήνη
με τ’ άσπρο της το νυχτικό
μπήκε στο σιδεράδικο
τ’ αγόρι στο περβάζι
κάθεται και κοιτάζει

Στην αχνή που τηνε τυλίγει
τα μπράτσα η Σελήνη ανοίγει
και το παιδί κοιτάει κοιτάει
δυο στήθη από σκληρό καλάι

-Μη Σελήνη φύγε φύγε
τι αν έρθουν οι τσιγγάνοι
την καρδιά σου θα την κάνουν
δαχτυλίδι και γιορντάνι

Μες στα λιόφυτα περνάνε
οι τσιγγάνοι κι όλο πάνε
με τα κεφάλια τους στητά
τα βλέφαρα μισόκλειστα

Αχ τι λέει το νυχτοπούλι
μες στα δέντρα τι μεράκι
αψηλά η Σελήνη πάει
κι απ’ το χέρι της κρατάει
ένα μελαψό αγοράκι.

 

ΥΠΝΟΒΑΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Όλα η ψυχή μου τα ζήτα
πράσινα να ‘ναι πράσινα
τον άνεμο τη φυλλωσιά
τ’ άλογο πάνω στα βουνά
τη βάρκα μες στη θάλασσα

Μες στη σκιά που τηνε ζώνει
ρεμβάζει επάνω στο μπαλκόνι
πράσινο δέρμα και μαλλί
το μάτι κρύο και ασημί

– Σύντροφε πάρε τ’ άλογο μου
κι όλ’ η αρματωσιά δικιά σου
το σπίτι σου να ‘ναι δικό μου
να ‘ναι δική μου η φαμελιά σου

Σύντροφε καταματωμένος
έρχομαι απ’ τ’ αψηλό φαράγγι
αχ έτσι το ‘φερε η ανάγκη

-Έννοια σου γιε μου κι αν μπορούσα
ευθύς το πράγμα θα το κλειούσα
μα δεν ορίζω πια δικό μου
κάνε μήτε το σπιτικό μου

– Σύντροφε πες μου και πατέρα
που ‘ναι η πικρή σου θυγατέρα;

-Χρόνους και χρόνους εκεί μένει
και πάντα εκεί θα περιμένει
όμορφη μελαψή και μόνη
πάνω στο πράσινο μπαλκόνι

Όλα η ψυχή μου τα ζήτα
πράσινα να ‘ναι πράσινα
τον άνεμο τη φυλλωσιά
τ’ άλογο πάνω στα βουνά
τη βάρκα μες στη θάλασσα.

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s