ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

ΜΟΡΦΟΥ

(Εικόνες της Μόρφου)

 

 

Στο αίθριο της Βουλής.

 

Στη μνήμη Νέαρχου Γεωργιάδη

 

Τον συνάντησα εκεί, δεν ήθελα όμως να του μιλήσω. Ούτε και να πιαστούμε στα χέρια. Εκείνος άλλωστε έχαιρε ασυλίας και, το πιο πιθανό, θα βρισκόμουν εγώ στο κλουβί. Όχι, όχι, θα προτιμούσα να τον φτύσω ιδιωτικά, χωρίς μάρτυρες. Ή τουλάχιστον στην τηλεόραση, όπως κάνω με όλους τους Μορφίτες πολιτικούς και … επιφανείς, λεγόμενους, τους αρνητές της πόλης τους.
Γενικά, θεωρούσα προδότες, όσους με όποια ευκαιρία αρνούνταν τη γενέτειρά τους, τη μάνα τους, δηλαδή. επειδή εμένα μού είναι μόνο μητριά, η όμορφη Μόρφου, κατεχόμενη σήμερα. «Όμορφο», τη λένε και οι Τουρκοκύπριοι, σ’ αντίθεση με τόσα άλλα ονόματα που τα κάνανε αγνώριστα για λόγους μνημοκτονίας. Προέρχονται από το νότο, από Λεμεσό μεριά, προσφυγοποιημένοι με την τουρκική εισβολή. Όμως νοσταλγούν την πόλη τους. Ένας μου ‘λεγε τις προάλλες πως θα πάρει τυρί στο νότο, να του φτιάξουν πασχαλινές φλαούνες οι Λεμεσιανοί γείτονές του. Γι’ αυτό, άλλωστε, σαν τους δόθηκε μια φορά η ευκαιρία, ψήφισαν να πάνε πίσω στα σπίτια τους. Αγαπούσαν τη Μόρφου, τη θέλανε, ξέρανε όμως πως η ψυχή της δε θα τους δινόταν ποτέ, έπαψε και να καρπίζει όπως πριν. ανήκε σε άλλους. Στους τέως της. Αυτοί όμως, γαϊδούρια, τι τα θες. Όχι συλλήβδην, βεβαίως, σημειωμένους είχα μόνο κάτι επιφανείς άνδρες αλλά και γυναίκες, που την κάνανε στην προσφυγιά, βολεύτηκαν και ξέχασαν. Παρ’ όλα αυτά δε μου αρέσουν οι διαπληκτισμοί μαζί τους.
Ένας συγγραφέας, καταγόμενος επίσης από τη Μόρφου, είχε διαπληκτιστεί μαζί τους έμαθα, με ένα διήγημά του που αναφερόταν στη Μόρφου των παιδικών του χρόνων και πέσανε όλοι απάνω του* να τον φάνε. πέθανε ο άνθρωπος. Όπως κι ο μικρός ήρωάς του πριν σαράντα τόσα χρόνια. Και οι δυο από καρδιά. Όχι, βέβαια, επειδή πέσανε πάνω τους να τους φάνε, όχι. Ο θάνατός τους, επήλθε σε διαφορετικούς χρόνους. Στην κηδεία τους πάντως δεν πάτησε σχεδόν κανένας Μορφίτης**. Ή τουλάχιστον κάποιος επίσημος ή επώνυμος, τελοσπάντων, ή πώς αλλιώς τους λένε αυτούς που επαγγέλλονται την πολιτική. Ούτε βουλευτής, ευρωβουλευτίνα ή ο εν κατοχή Δήμαρχός τους. αυτών που η αντίστασή τους συνίσταται στην επίδοση κάθε χρόνο, στην επέτειο της κατάληψης της πόλης, ενός ψηφίσματος, σ’ ένα λοχία της Ειρηνευτικής Δύναμης. Αυτοί που δε μάθανε ποτέ πως η γενέτειρά τους είχε γεννήσει ένα τόσο σημαντικό λογοτέχνη. Κρίμα, η αμορφωσιά είναι κι αυτή κατοχή. Κατοχή πνεύματος και ψυχής.

Το διήγημά του «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη» *** αναφέρεται σ’ ένα τουρκάκι γείτονά του, που οι ελληνοκύπριοι ομήλικοί του δεν το θέλανε. αντιθέτως τον περιλούζανε με βρισιές, που αντλούσαν από το πλούσιο υβρεολόγιο ενάντια στους σύνοικους, που εμπλουτίστηκε στη διάρκεια του ένοπλου αγώνα κατά των Άγγλων. Μόνο ο Φοίβος, ο μικρότερος αδερφός του αφηγητή, έκανε παρέα με τον Μεμέτη, το γειτονόπουλό τους. Είχαν γίνει αχώριστοι φίλοι. Ο αφηγητής, διαποτισμένος και ο ίδιος από μισαλλοδοξία, μαζί με άλλους συμμαθητές του, τα κάνανε ένα βράδυ γυαλιά καρφιά στο τουρκικό σχολείο. Την ίδια νύχτα είχαν υψώσει την ελληνική σημαία στο δικό τους σχολείο, ενθαρρυμένοι προφανώς από τους δασκάλους τους. Για να ακολουθήσει και η επίθεση ενάντια στο τζαμί, πράξη που αποδίδεται, στο διήγημα, σε κύκλους της ΕΟΚΑ, η οποία, στα μάτια του συγγραφέα εξισώνεται περίπου με την τουρκική τρομοκρατική οργάνωση ΒΟΛΚΑΝ. Όλ’ αυτά αναγκάζουν τους Τουρκοκύπριους να εγκαταλείψουν την πόλη τους και να εγκατασταθούν στη Λεύκα, γειτονική κωμόπολη με αμιγή τουρκικό πληθυσμό.
Είχε περάσει χρόνος αφότου οι γείτονές τους, ο παπλωματάς με τη γυναίκα του και τον μικρό Μεμέτη είχανε φύγει. Η μάνα του Φοίβου στεναχωριόταν που είχε χάσει την καλή γειτόνισσα και ο γιος της τον φίλο του. Και μια μέρα μπροστά στην πόρτα τους σταματά ένα ταξί. Μέσα είναι η κυρία Μουκατές και ο γιος της, που ήρθε για να δει τον φίλο του. Ήταν άρρωστος με την καρδιά του. Δεν του έμενε πολλή ζωή, εμπιστεύτηκε στη γειτόνισσά της η μάνα του. Αγκαλιάστηκαν με τον Φοίβο, δάκρυσαν. Σε λίγες μέρες ο Μεμέτης έφυγε απ’ αυτή την άχαρη ζωή.

Τον είδα να βγαίνει από τη Βουλή. Τελευταία άφησε και μούσι. Με πλησίασε. Θα πρέπει να πεινούσε. Ερχόταν χύδην κατά πάνω μου. Δεν το είχε ξανακάνει και δεν ήξερα πώς να συμπεριφερθώ. Όλοι οι βουλευτές και το προσωπικό ξέρανε για τα εύγεστα και προσεγμένα σάντουιτς μας. Μετρημένα σ’ αυτά, με θεία αναλογία, το αλλαντικό, το τυρί, το λαχανικό. Το ζέσταμα επίσης, αυστηρά καθορισμένο σαν ήπιος πυρετός, το ίδιο κι η μουστάρδα σε καράτια, και η πίκλα, σε δόση ακριβείας. Το αγγούρι μόλις που ξεμύτιζε στο κάθε δάγκωμα, η ντομάτα, λόγω χρώματος και ειδικής ευαισθησίας, απέφευγε να εμφανιστεί. εν κατακλείδι, η κατανάλωση ενός τέτοιου γεύματος, ισοδυναμούσε, σύμφωνα με κάποιους πελάτες, με κορυφαία ερωτική πανδαισία. Εκείνος μόνο δεν ήξερε. Για μεσημεριανό έτρεχε στα γύρω μαγέρικα. Καλάααα!

Γνώριζα τον πατέρα του. Ποτίζαμε κάποτε από κοινό αυλάκι τα περβόλια μας. Πορτοκάλια εκείνος, γκρέιπφρουτ εγώ. Εκείνος με δίδασκε τη δική του αιώνια πείρα τού περβολάρη, έμοιαζε σχεδόν πατέρας μου, αλλά και μάθαινε από μένα τα πιο καινούργια, μιας που ήμουν απόφοιτος του Γεωργικού Γυμνασίου της κωμόπολης. Δεν αναφέρω τ’ όνομά του για να μην προσβάλω τον γιο του. Πέθανε κι αυτός με τον καημό της «πραγματικής» επιστροφής. Λέω πραγματικής, επειδή σε μια εικονική επιστροφή ήμασταν μαζί. Τον θυμούμαι σκούρο ή καλύτερα τεφρό, κάτω από το φως του φεγγαριού, να πλατσουρίζει στο νερό, μ’ ένα φτυάρι στον ώμο. Αν και δυσκολεύτηκε στην αρχή, στο τέλος με αναγνώρισε κι εκείνος. Ήταν αρκετά γερασμένος από τον νόστο της επιστροφής. Του εξήγησα όμως πως και οι δυο τσαλαβουτούσαμε σε όνειρο, εξ ου και οι φάτσες μας σαν αρνητικά φωτογραφίας. κατάλαβε.
Είχα πάει να επισκεφτώ το Γυμνάσιό μου, όπως άλλωστε έκανα συχνά στα όνειρά μου. Ήθελα να ξαναδώ το τεράστιό του χολ, όπου παίζαμε ντόμινο, σκάκι και ντάμα, παίρναμε από τη βιβλιοθήκη βιβλία, ακόμη και του ερωτικού Γρηγορίου Ξενόπουλου και διαβάζαμε, ακούγαμε από το ραδιόφωνο τις Κυριακές τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, κάναμε τις γιορτές μας, παίζαμε θέατρα, απαγγέλλαμε ποιήματα και καθόμασταν τις τελικές εξετάσεις της χρονιάς. Δίπλα ο κοιτώνας της έκτης τάξης και στην άλλη πλευρά, η γραμματεία του σχολείου. Πιο μέσα το γραφείο του διευθυντή με το βούνευρο της τιμωρίας. Από την πίσω μεριά ο αμπελώνας όπου κάναμε τα πειράματά μας και στο βάθος ο απέραντος πορτοκαλεώνας. Προς τα δεξιά ή ανατολικά ξεκινούσε ο δρόμος που οδηγούσε στη μεγάλη δεξαμενή. Αριστερά και δεξιά τής «ιεράς οδού», όπως την ονομάζαμε, ήταν οι κοιτώνες της τάξης μας, τα καινούργια λουτρά, όπου εκσφενδονίζαμε τα σπερματοζωάριά μας, υποχρεωτικά δις εβδομαδιαίως, ενδιάμεσα το δωμάτιο ενός θεολόγου ντόπερμαν, επίσημου ελεγκτή των αυνανισμών μας, το ξομολογητάρι και στη συνέχεια, λαχανόκηποι και αγροί με φανταχτερές πεταλούδες. Η δεξαμενή χρησίμευε και για τους κολυμβητικούς αγώνες που κάναμε το καλοκαίρι πριν τις εξετάσεις. Δίπλα ήταν ο καινούργιος υπεραστικός δρόμος προς Ξερό και Λεύκα, κάποιοι τυχαίοι σταματούσαν, περνούσαν μέσα από την περίφραξη και παρακολουθούσαν τους αγώνες.
Δεν βρήκα όμως κανέναν εκεί. Λες και οι αγώνες είχαν σταματήσει από τον καιρό που ο Μέγας Θεοδόσιος είχε καταργήσει τους Ολυμπιακούς αγώνες. Προσπάθησα να μπω από τα τέλια. Πιο κάτω ήταν στρατιώτες, κατάφερα όμως ν’ ανεβώ στο τείχος της δεξαμενής. Άδεια, στο βυθό λάσπη και μέσα βατράχια. Πολλά βατράχια που με την άφιξή μου άρχιζαν να κοάζουν εκνευρισμένα. Σ’ αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, που τα βατράχια σιωπούν στο άκουσμα ξένων θορύβων. Αυτά συνέχιζαν και δυνάμωνε δαιμονικά το κόασμά τους. Δοκίμασα τότε να φωνάξω ελπίζοντας πως θα συμπεριφέρονταν επιτέλους σύμφωνα με τις φυσικές τους συνήθειες. Τίποτε. Τ’ αυτιά μου κουδούνιζαν από τα ψηλά ντεσιμπέλ. Αποφάσισα να του δίνω. Τα βατράχια μεγάλωναν σε μέγεθος, το ένιωθα απομακρυνόμενος και κοίταξα πίσω με φόβο να το επιβεβαιώσω. Συντελούνταν κάτι χειρότερο. Οι τεράστιοι βάτραχοι, μεταμορφωμένοι τώρα σε χελώνες, μεγάλες σαν βάρκες αναποδογυρισμένες, τρέχανε ξοπίσω μου, με καθαρά απειλητικές διαθέσεις. Ήξερα από τα παιδικά παραμύθια πως οι χελώνες κινούνται αργά, όμως αυτές κόντευαν ν’ αγγίξουν το ανοικτό ιδρωμένο πουκάμισό μου. Ξανακοίταξα πίσω, για να ρυθμίσω το τρέξιμό μου και κυρίως να ψάξω για κάποια κατεύθυνση που θα ήταν δύσκολη να την ακολουθήσουν. Και διαπίστωσα πως αυτές που με ακολουθούσαν δεν ήταν πια ορδές χελωνών, αλλά ίλες στρατιωτικών αρμάτων. Την πατήσαμε τώρα, λέω αγκομαχώντας στον εαυτό μου.

Μα γιατί τόλμησα να διακινδυνέψω ένα τέτοιο ταξίδι, ακόμη και στον ύπνο μου, σκεφτόμουν καταλογίζοντας εν ύπνω επιπολαιότητα στην αφεντιά μου. Οι κάνες των πολυβόλων τους με ακολουθούσαν κατά βήμα. Τότε σκέφτηκα πως αυτές κοιτούν μακριά, οι κάνες δεν βλέπουν ό,τι συμβαίνει ακριβώς μπροστά τους. Σχεδίαζα με ελπίδα τη διαφυγή μου. Κι ακριβώς την ίδια στιγμή, μέσα από τις πρασιές των πορτοκαλιών, ακούω μια σιγανή φωνή:
«Κρύψου αμέσως κάτω από το δέντρο κι ακολούθα με».
Το φεγγάρι πυρπολούσε τη νύκτα. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν από τα τροχιοδεικτικά και τα βεγγαλικά της μάχης. Μιας μάχης που είχε στόχο εμένα, που είχα τολμήσει να πλησιάσω τη δεξαμενή, που αποτελούσε, φαίνεται, το άντρο των πολεμικών επιχειρήσεων του εχθρού.
«Έλα μην χάνεις τον χρόνο σου!», άκουσα ξανά τη φωνή μπροστά μου.
Ακολούθησα. Στο ξέφωτο, εκεί που χώριζαν κάποτε μεταξύ τους τα περβόλια μας, στάθηκε κατάφατσα μπροστά μου. Έμοιαζε βέβαια γηρασμένος από τον καημό της προσφυγιάς, όμως αμέσως τον αναγνώρισα. Ο πατέρας του βουλευτή.
«Δίπλα ακριβώς, πέρα απ’ αυτό τον όχθο, είναι το περβόλι της αδερφής σου, δε θυμάσαι;».
Ήταν το περβόλι που ποτίζαμε μαζί πριν χρόνια. Η αδερφή κι ο γαμπρός μου, που καταγόταν από τη Μόρφου, ζούσαν για πολλά χρόνια στην Αυστραλία. Μερικά χρόνια πριν την εισβολή είχαν αποφασίσει να επαναπατριστούν. Με τις οικονομίες τους αγόρασαν ένα μεγάλο κτήμα που το εμπιστεύτηκαν σε μένα μέχρι την επιστροφή και την επανεγκατάστασή τους. Δυστυχώς δεν κατάφερα να τους το κρατήσω και αυτοί μείνανε στα ξένα για πάντα. Στα γράμματά μου προσπαθούσα για χρόνια να εξηγήσω στην αδελφή μου πως το πάλεψα με τα τανκ, αλλά, δυστυχώς, η πάλη ήταν άνιση. Εκείνη αντιλαμβανόταν βέβαια, όπως και ο καλότατος σύζυγός της, πως δεν το είχα παλέψει καθόλου, λόγια ήταν, όμως προσπαθούσαν να μπουν τη θέση μου, την ώρα που τα άρματα με κυνηγούσαν. Και οι δυο κατανοούσαν πως δεν ήταν δυνατό να τα βάλω μαζί τους, όμως σιωπούσαν. Ή μάλλον γράφανε κάποτε, πως «δεν πειράζει, εσύ έκανες ό,τι μπορούσες… Καμιά φορά η δειλία σώζει τον άνθρωπο!» Ίσως και να υπονοούσαν, στον ύπνο μου πάντα, πως το ότι είχα καταφέρει έγκαιρα να διαφύγω, ήταν θετικό. Και εν πάση περιπτώσει καλύτερο από του να είμαι σήμερα αγνοούμενος, όπως άλλοι χίλιοι πεντακόσιοι, να αγνοούμαι μέσα στο περβόλι τους. Πράγμα που δε συμμεριζόμουν, αφού άθαφτος όπως θα ήμουν, θα με τρώγανε τα όρνια και θα έμενε ο σκελετός μου σαν σασί τρακτέρ, ν’ ασπρίζει στον ήλιο. Κι όταν ακόμη, μετά από χρόνια, που θα άρχιζε η διαδικασία της αναγνώρισης των χαμένων πτωμάτων με τη μέθοδο του ντι εν έι, κανείς δε θα ψυλλιαζόταν να πάρει γενετικό υλικό από ένα σασί τρακτέρ. Και θα έμενα εσαεί στη μέση του χωραφιού τους σαν σκιάχτρο, που φυλάει το μποστάνι από τα κοράκια. Κι όταν κάποτε απελευθερωθεί η πόλη κι έρθουν αυτοί πίσω, ζωντανοί να ‘ναι, θα βρουν τα καρπούζια, τα πεπόνια, τα φασολάκια και τις ντομάτες, άθικτες. Μόνο που, στο μεταξύ, η ετεροθαλής αδερφή μου έπαθε πάρκινσον και θα της ήταν αδύνατο, μου έλεγε, να περπατήσει μέσα σε ανώμαλο χωράφι, με πολλούς σβώλους, έλεγε. Οπότε θα έστελνε τις δυο της κόρες, τη μια που διακρινόταν ως γιατρός στη Μελβούρνη και η άλλη μεγαλοδικηγόρος, για να μαζέψουν ντοματίνια από το χωράφι τους. Ο γαμπρός μου είχε γεράσει κι αυτός ανεπανόρθωτα και παρόλα αυτά έκανε κι ο ίδιος κρυφά όνειρα. Τους έκρυβα επιμελώς την υπόθεση της υπεραγοράς.

«Τώρα», μου λέει ο πατέρας του βουλευτή, «θα σε περάσω απέναντι στο κτήμα της αδελφής σου. Στο μισό έχουν κτίσει τελευταία ένα σούπερ μάρκετ, ανήκει, νομίζω, στον συμπέθερο του Ντενκτάς. Εκεί δε θα σε πειράξει κανείς. Θα μπεις, απαρατήρητος, μέσα σε μια μεγάλη κάσα κι αύριο θα σε μεταφέρουν Λευκωσία».
«Και τι μ’ αυτό του λέω, θα με πάνε στην κατεχόμενη μεριά. Θα με γραπώσουν εκεί και αιωνία μου η μνήμη. Δε με συμβουλεύεις σωστά, θείε!», τόλμησα να πω. Πρώτη φορά του έμπαινα έτσι, αφότου τον θυμάμαι.
«Όχι, σου λέω», είπε κάπως θιγμένος «το φορτηγό αυτό ακολουθεί χρόνια τώρα μια μυστική διαδρομή. Περνά για λίγο στην ελεύθερη Λευκωσία, κάνει στάση ενός δευτερολέπτου μπροστά από τη Βουλή και θα πρέπει εκείνη ακριβώς τη στιγμή να προλάβεις να πεταχτείς. Μετά περνά πάλι, μέσω του φυλακίου Λήδρα Πάλας, στην κατεχόμενη Λευκωσία. Όμως, το τελευταίο, στην ουσία, δε σε αφορά».
Έμεινα λίγο σκεφτικός. Ακόμη και στο όνειρο, θεωρούσα παράλογη μια τέτοια διαδρομή.
«Και όμως! Στη Βουλή θα σε περιμένει ο γιος μου. Μόλις φανείς στην πόρτα του φορτηγού αυτός θα σε αρπάξει, οπότε τελειώνει κάθε δικαιοδοσία του οδηγού και των ένοπλων φρουρών, επάνω σου».
Το επιχείρημά του μου φάνηκα πειστικό. Από τη στιγμή που θα κρατιόμουν από το χέρι του βουλευτή, αποκτούσα κι εγώ ασυλία, ακόμη κι απέναντι στις σφαίρες.

Αυτό ήταν το όνειρο που είχα δει τρεις μέρες πριν το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, για το οποίο συνέβαλαν οι μαζικές διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων το 2003, ενάντια στον κατοχικό ηγέτη Ντενκτάς αλλά και η πολιτική οξυδέρκεια του Πρωθυπουργού της Τουρκίας που, με το άνοιγμα αυτό, άνοιγε μια βαλβίδα πριν τη μεγάλη έκρηξη του καζανιού.
Σε τρεις μέρες παρακάλεσα ένα φίλο Τουρκοκύπριο, που με πήρε με το αμάξι του μέχρι το Γυμνάσιό μου. Όντως από την πλευρά του δρόμου προς Ξερό, κάπου εκεί στη δεξαμενή, υπήρχε στρατόπεδο. Πλησιάσαμε από άλλη πλευρά. Το μεγάλο χολ ήταν ισοπεδωμένο, άχρι θεμελίων, όπως τους ελληνικούς ναούς που είχαν κατεδαφίσει με μανία οι Μέγας Θεοδόσιος και Μέγας Ιουστινιανός.

Στη στάση της Βουλής δε με περίμενε κανένας βουλευτής. Αυτός ήταν μέσα, στα ενδότερα, που λέμε, κι έφτιαχνε πάντα, μαζί με άλλους σχέδια για μη επιστροφή στη Μόρφου, εκτός κι εάν πετυχαίναμε την ιδεατή λύση, την προ της ήττας, την προ της καταστροφής, την προ του εποικισμού από τις εκατοντάδες χιλιάδες έποικους που συνέρεαν κατά σμήνη κάθε λεπτό από την Ανατολία. Και κυρίως αν δεν επέστρεφαν όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους. Κι οι αγνοούμενοι ακόμη. Έτσι περνούσαν τα χρόνια. Και πάνω σ’ αυτές τις άπεφθες θέσεις έκτισε τέτοια καριέρα που δεν είχε πια ανάγκη την επιστροφή.

Παρόλα αυτά κατέβηκα σβέλτα στη στάση και ανέλαβα το κυλικείο. Τον περίμενα καιρό να πεινάσει και να απευθυνθεί σ’ εμάς. Είχα προειδοποιήσει τα παιδιά, που στην κρίσιμη στιγμή του αρνήθηκαν, βέβαια, την εξυπηρέτηση. Έμεινε ενεός! Άρχισε να διαμαρτύρεται, φώναζε με αυτοπεποίθηση το δίκαιό του. Κοιτούσε τον εαυτό του να ρεζιλεύεται μεταξύ των συναδέλφων του, που στο μεταξύ σερβιρίζονταν χωρίς κανένα πρόβλημα. Στο τέλος στράφηκε προς εμένα, ξιφουλκώντας κιόλας ένα απόσπασμα του νόμου εναντίον μου.
«Είναι εντολή από τον πατέρα σου!», αντέτεινα. Αν και ο πατέρας του ήταν νεκρός εδώ και μια δεκαετία, όμως διατηρούσε ακόμη την ισχύ πάνω του, ελέω αλύτρωτης Μόρφου.
Θα πρέπει να το κατάλαβε και ο ίδιος πως είναι προδότης. Το έδειχνε ο τρόπος που είχε βάλει την ουρά στα σκέλια κι απομακρύνθηκε.


  • Σε μια προσπάθεια δημιουργίας συνείδησης ειρηνικής συνύπαρξης, επί διακυβέρνησης Χριστόφια, έγινε μια πρόταση συμπερίληψης στη σχολική ύλη λογοτεχνικών κειμένων που ενδεχομένως θα βοηθούσαν προς αυτή την κατεύθυνση. Ουαί και αλίμονο! Οι γνωστοί εθνικιστικοί κύκλοι κατάφεραν, για άλλη μια φορά, να ακυρώσουν κάθε προοπτική. Στην περίπτωση, θύμα λιντσαρίσματος ήταν το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη αλλά και της όλης ιδέας.

** Ο Νέαρχος Γεωργιάδης, συγγραφέας αρκετών βιβλίων με διηγήματα και πολλών άλλων, με έρευνες για το ρεμπέτικο τραγούδι που γίνανε γνωστά στο πανελλήνιο, πέθανε τον Ιούλιο του 2013. Στην κηδεία του δεν είδα κανένα επώνυμο Μορφίτη, για να τον ευχαριστήσει που διέσωσε εις τον αιώνα τη μνήμη της Μόρφου μέσα από το διήγημά του «Ο Αβράμης ο Κύριος», που διαδραματίζεται στην πλατεία του πολιούχου Αγίου Μάμα, ούτε και για το διήγημα «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη» που διασώζει την τιμή των Ελληνοκυπρίων απέναντι σε ό,τι κακό διέπραξαν απέναντι στους Τουρκοκύπριους και που οδήγησε στον εξανδραποδισμό και διαίρεση της πατρίδας τους.

*** Φαίνεται πως η ιστορία του διηγήματος είναι πέρα για πέρα αληθινή. Τριάντα χρόνια από την τουρκική εισβολή στο νησί και με το μερικό άνοιγμα των οδοφραγμάτων, η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου διοργάνωσε με τους Τουρκοκύπριους συναδέλφους δύο βραδιές διηγήματος με έργα τεσσάρων διηγηματογράφων από κάθε πλευρά. Το διήγημα του Νέαρχου Γεωργιάδη διαβάστηκε μεταφρασμένο στην κατεχόμενη Λευκωσία. Με το πέρας της ανάγνωσης ένας ηλικιωμένος Τουρκοκύπριος, κατασυγκινημένος, ανέβηκε στη σκηνή και ασπάστηκε τον συγγραφέα. Ήταν ο πατέρας του Μεμέτη, ο κύριος Μουζαφέρ, ο παπλωματάς του διηγήματος.

 

Τα αγαπημένα σκυλιά του Κουτλού

Η εφημερίδα Kibris1, Σάββατο, 16/03/96, έγραψε:

«Ένοπλη έφοδος στον Απόστολο Βαρνάβα. Μασκοφόροι ακινητοποίησαν τους τρεις φρουρούς τους οποίους  στη συνέχεια κλείδωσαν σε ένα δωμάτιο. Δεν έγινε γνωστό τι κλάπηκε από το μουσείο του μοναστηριού που έχει εικόνες αξίας εκατομμυρίων. Κατέσκαψαν το μνήμα του Αγίου που είναι έξω από την εκκλησία και κατέβηκαν δώδεκα σκαλιά κάτω. Καμιά επίσημη ανακοίνωση».

Η επιχείρηση έλαβε χώρα την Πέμπτη, 14/03/96, από τις 19.00 μέχρι 23.00, οπότε και οι τρεις φρουροί αφέθηκαν ελεύθεροι. Του ενός κλονίστηκε η υγεία του. Την έφοδο διενήργησαν δεκαπέντε άτομα που είχαν μεταβεί στον χώρο με τέσσερα αυτοκίνητα: δύο άσπρα «ρενό τόρος», ένα κόκκινο isuzu jip,  και το άλλο μάρκας vitara. Πληροφορίες δόθηκαν στην αστυνομία την επαύριον, στις 09.00.

Η εφ. Yeni Duzen αναφέρεται στο γεγονός την Κυριακή, 17/03 και ερωτά: α) Πώς οι δεκαπέντε ένοπλοι κατάφεραν να διενεργήσουν μια τέτοια επιχείρηση, χωρίς να τους πάρει κανένας είδηση; β) το «ρενό τορος» που χρησιμοποιήθηκε ανήκει, όντως, στην Πολιτική Άμυνα; γ) Είναι αλήθεια πως οι σφετερισττές δεν άγγιξαν τις πανάκριβες εικόνες; Μήπως ψάχνανε για τιμαλφή που είχαν κρυφτεί εκεί από το ’74; δ) Η αστυνομία δεν έχει προβεί σε καμιά δήλωση. Αληθεύει ότι δεν άρχισε καν το ερευνητικό της έργο;

Συμπεράσματα: Σε βάθος 12 σκαλοπατιών αναζητήθηκαν τιμαλφή που είχαν θαφτεί εκεί από ’74 ή κάτι άλλο το οποίο άρπαξαν και φύγανε;

Εφ. Χαλκιν Σεσί, 17/03. Πήραν μήπως την κάρα του Αποστόλου Βαρνάβα;

Εφ. Ορτάμ, 18/03. Η επιχείρηση ξεσήκωσε τον κόσμο. Γίναμε ρεζίλι. ΟΙ Ελληνοκύπριοι ζητούν εξηγήσεις. Το ίδιο τα Ηνωμένα Έθνη και η Ουνέσκο.

Ο δημοσιογράφος Χασάν Καφετζίογλου γράφει σε άρθρο του: Στην έφοδο έλαβαν μέρος άτομα με στρατιωτικά και πολιτικά, με οχήματα της Πολιτικής Άμυνας, πράγμα που περιπλέκει τα πράγματα.  Μήπως επρόκειτο για άσκηση; Κάτι που αφορά κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο;  Αναζητούσαν στο μνήμα λάφυρα; Χρυσό; Μήπως κάποια Υπηρεσία οργάνωσε την έφοδο;  Υπάρχουν μήπως αρμόδιοι πέραν των Κρατικών Υπευθύνων;

Ο Κουτλού Ανταλί βρέθηκε στην «ανασκαφή». Στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου περίμενε, ζώντας την αγωνία της, η Μαυρού,  η  Χάιλακ.  Κοντά στο σκάμμα βρέθηκε πέτρα μεγέθους μιας τηλεόρασης. Αρχηγός της επιχείρησης, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία που διέθετε, πρέπει να ήταν ο  ταξίαρχος Γκαλίμπ Μεντίλ, ψιθύρισε στ’ αυτί της γυναίκα του που τον συνόδευε. Είχε τις πληροφορίες του. Αφού στο μεταξύ ο αρχηγός του αντιπολιτευόμενου κόμματος, Οζκέρ Οζκούρ, είχε ζητήσει την σύσταση  ανεξάρτητης επιτροπής για διερεύνηση του συμβάντος.

Η Χάιλακ γαύγιζε απεγνωσμένα κλειδωμένη στο αυτοκίνητο. Αγαπούσε τον αφέντη της. Σχεδόν έκλαιγε, τον εκλιπαρούσε. Του ζητούσε να σταματήσει να φωτογραφίζει. Λες κι εκείνη έβλεπε κάτι παραπάνω από τους άλλους, τους ανθρώπους, ένα πελώριο φάντασμα να τριγυρνά εδώ τριγύρω , με κουκούλα και όπλο στο χέρι. Κτυπούσε απελπισμένα το τζάμι από μέσα. Ο Κουτλού την κοιτούσε από μακριά και χαμογελούσε. Της έκανε νεύμα να ηρεμήσει,  της είπε πως όλα θα πάνε καλά. Η γυναίκα του, η Ιλκάι ,πήγε κοντά της. Της χάιδεψε το κεφάλι, προσπαθούσε να την ησυχάσει. Eκείνη, τίποτα! Πετάχτηκε σαν σίφουνας από το ανοικτό παράθυρο και βρέθηκε στα πόδια του Κουτλού.  Του έγλυφε το παντελόνι, το δάγκωνε, τον τραβούσε να φύγουν και κάπου στο ενδιάμεσο αλυχτούσε με σπασμούς. Της ερχόταν εμετός. Με τα πόδια της σκάλισε το φρεσκοσκαμμένο χώμα, λες κι ήθελε να κάνει τόπο, να χώσει τα κακά της.  Σαν να ήθελε να του πει: Μην ασχολείσαι μ’ αυτά τα σκατά, σε ικετεύω.  Πάμε να φύγουμε από δω.

Έμοιαζε, όλος αυτός ο σαματάς, σε μιαν άλλη προειδοποίηση, την οποία ο παραλήπτης είχε λάβει τότε σοβαρά υπόψη και γλίτωσε το τομάρι του. Ήταν κάποια χρόνια πριν. Διηγιόταν ο ίδιος στον Αζίζ Νεσίν2, που καθόταν δίπλα μας στο τραπέζι, για τις δυο απόπειρες, που είχαν διενεργήσει μπράβοι του καθεστώτος κατά της ζωής  του. Στην τελευταία είχε γλιτώσει από θαύμα, αφού, χάρη στη Μαυρού,  είχαν αναδιαρρυθμίσει την ίδια μέρα τα έπιπλα της κρεβατοκάμαρας. Η Χάιλακ πήγαινε κι ερχόταν ανήσυχη τις τελευταίες τρεις μέρες κι όποτε έβρισκε ευκαιρία τρύπωνε στο υπνοδωμάτιο και μετακινούσε το μαξιλάρι του Κουτλού στην άλλη γωνιά του δωματίου, βγάζοντας κάτι οιμωγές ανθρώπινες. Να ειπωθεί, βέβαια και τούτο: Μιλούσε γύρω στις τριάντα επτά λέξεις και καταλάβαινε άλλες εβδομήντα δύο. Το βράδυ οι σφαίρες πέσανε στο σημείο ακριβώς που θα έπρεπε να ήταν τα κεφάλια τους.

Η Χάιλακ ηρέμησε μόνο σαν το ζεύγος μπήκε στο αυτοκίνητο και τράβηξε για Λευκωσία. Μόλο που στο δρόμο συνέχισε ακόμη λίγο να μυξοκλαίει σαν μικρό παιδί που, μετά που του θύμωσαν και το καταστενοχώρησαν, προσπαθεί να ξαναβρεί  την ηρεμία του, ρουφώντας με τη μύτη τα υγρά απομεινάρια του κλάματός του.

Παρά την δραματική έκκληση της Μαυρούς στο σκάμμα λεηλασίας του μοναστηριού, το σκυλί άρχισε να ξαναβρίσκει τους ρυθμούς του,  τους προειδοποιητικούς, όταν το αφεντικό της έγραψε πάλι, τη μεθεπομένη, ένα άρθρο όπου επεσήμαινε: «Μετά παρέλευση τόσων ημερών η διεύθυνση ασφάλειας και η αστυνομία δεν προέβησαν σε καμιά δήλωση. Η ένοπλη επιχείρηση συνεχίζει να απασχολεί τον ελληνοκυπριακό και τουρκοκυπριακό τύπο. Η τουρκική Χουριέτ γράφει πως η μαφία ανάσκαψε το μνήμα του Αποστόλου Βαρνάβα στη Βόρεια Κύπρο (αποφεύγει, βεβαίως,  τον όρο κατεχόμενη), το γεγονός οδηγήθηκε στην εισαγγελία, αλλά μέχρι στιγμής, πάνε τώρα πέντε μέρες, καμία απολύτως δήλωση… Και συνέχιζε: Αφού η αστυνομία σιωπά, οι δυνάμεις ασφαλείας τηρούν σιγήν ιχθύος, η κυβέρνηση κρατά το στόμα της κλειστό, μιλούν μόνο οι εφημερίδες και ο κόσμος.  Το στόμα του κόσμου, όμως, δεν είναι σακούλα, για να τη ράψεις. Ο καθένας ανοίγει το στόμα του κι αρχίζει να λέει:  Κατά την επιχείρηση του ’74 ένας ταξίαρχος έθαψε στην σπηλιά του μνήματος του αποστόλου Βαρνάβα λάφυρα  πολέμου που άρπαξε από τους Ελληνοκύπριους, από εκκλησίες, τράπεζες και χρυσοχοεία και όταν τέλειωσε ο πόλεμος, πήγε να τα σηκώσει.

»Στο μεταξύ όμως είχε προαχθεί σε στρατηγό και συνταξιοδοτήθηκε. Δώδεκα χρόνια μετά ήρθε σε επαφή με άτομα της εμπιστοσύνης του στην Κύπρο, τους οποίους ενημέρωσε και οργάνωσε μαζί τους την ένοπλη έφοδο. Άρπαξαν τους θησαυρούς σε μια νύκτα και τους φυγάδεψαν στην Τουρκία. Αμ’  βέβαια, αυτά συμβαίνουν όταν οι επίσημοι αποφεύγουν να δώσουν επίσημη εξήγηση. Τώρα που όλα τέλειωσαν, ο πρωθυπουργός Χακί Ατούν έκανε δήλωση πως οι Αρχές Ασφαλείας ερευνούν το αληθές ή μη της όλης υπόθεσης. Μ’ άλλα  λόγια  ‘αντάν εγαμήθην η ρκα, έβαλεν ρωμανίσι’»3. Και το άρθρο συνεχίζει με μια αναφορά της εφ. Γενί Ντουζέν, η οποία «χαρακτηρίζοντας τη δήλωση του πρωθυπουργού ως ύποπτη, διερωτάται:  α) Γιατί τόση καθυστέρηση, σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση, κατά την οποία είχαν εμπλακεί δεκαπέντε  ένοπλοι; β) Μήπως ο πρωθυπουργός Χακί Ατούν  προσπαθεί να αποκαταστήσει το κύρος της ‘κυβέρνησής’ του και της ‘Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου;’ Αφού λέγεται πως η επιχείρηση διενεργήθηκε από τις Δυνάμεις Ασφαλείας, θα πει πως ο πρωθυπουργός ήταν ενήμερος. Οφείλει, λοιπόν, ο ίδιος να πάρει το αεροπλάνο και να μεταβεί στην Τουρκία, να δει τον πρωθυπουργό, τον Αρχηγό του Στρατού κι ακόμη τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και να τους πει πως τέτοιο κράτος δεν είναι δυνατόν να υπάρχει, δεν ανέχομαι να υπάρχει. Αυτό να τους πει!  Και αφού είσαι ‘πρωθυπουργός’, κύριε, να λαμβάνεις τα μέτρα σου, και να ενημερώνεις τον κόσμο σου. Δεν έχει κανένας το δικαίωμα να ρεζιλεύει τη ΤΔΒΚ, όσοι υποβιβάζουν το κράτος θα πρέπει να τιμωρούνται».

Το ίδιο εκείνο βράδυ η Χάιλακ, η Μαυρού, δεν έκλεισε μάτι. Κρατούσε την εφημερίδα με το άρθρο της μέρας, τη διάβαζε τη ξαναδιάβαζε, την ξέσκιζε με τα νύχια της, τη δάγκωνε, κατάπινε κομμάτια της και πήγαινε να τα φτύσει έξω από την πόρτα της κουζίνας. Κτυπούσε έπειτα δυνατά την πόρτα με την ουρά της, θέλοντας λες, επιστρέφοντας,  να επιβάλει από τούδε λογοκρισία. Νοιαζόταν τον κύριό της. Η Ιλκάι της άνοιξε κάποια στιγμή, όμως δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν. Ο Κουτλού, δείχνοντάς της πάντα αδυναμία, τη φώναξε να καθίσει στα πόδια του, δίπλα στον νεαρότερο Τσιντσίν. Έγραφε πυρετωδώς ένα σατιρικό κομμάτι, όπου «κατακεραύνωνε» τον Ντενκτάς που ισχυριζόταν πως Κύπριοι στην Κύπρο  ήταν μονάχα τα γαϊδούρια της Καρπασίας.  Υπονοώντας προφανώς  πως ο πληθυσμός του νησιού αποτελείτο από βέρους Τούρκους, Τούρκους, από τη μια, και γκιαούρηδες από την άλλη. Τα περί Κυπρίων ήταν κουραφέξαλα της απάνω γειτονιάς, παραμύθια της Χαλιμάς. Δίπλα στη Χάιλακ άπλωνε ξέγνοιαστα την αρίδα του ο παιγνιδιάρης Τσιντσίν, που εγκαταστάθηκε σχετικά πρόσφατα στο σπίτι, με προοπτική κάποτε να την αντικαταστήσει. Εκείνος δεν ήξερε, ήταν καινούργιος. Διδασκόταν, όμως.  Μάθαινε εύκολα. Άλλωστε καταγόταν, όπως και η Χάιλακ,  από βασιλική γενιά, τα «ανθρωπόσκυλα»  της Λαπήθου4, υψηλής νοημοσύνης. Ήδη το μάθημα εκείνης της νύκτας, με τις ανησυχίες της θείας  Χάιλακ, ήταν μια καλή αρχή.

Πάντως,  υπό το βάρος των  γεγονότων και τον σάλο που ξεσηκώθηκε, η κυβέρνηση της Τουρκίας, υπό την Τανσού Τσιλέρ, είχε ανακαλέσει τον «πρέσβη» της στην κατεχόμενη Κύπρο, τον αρχηγό του κατοχικού στρατού Στρατηγό Κονταξί και ανέστειλε την προαγωγή του Γκαλίμπ Μεντίλ, που μάλλον θεωρήθηκε ο κύριος ύποπτος της τυχοδιωκτικής επιχείρησης. Το τελευταίο προκάλεσε τη δυσφορία του Ραούφ Ντενκτάς, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε στους προστάτες του της Άγκυρας. Εμ’ βέβαια, φιλαράκια οι δυο τους. Είχαν καταγραφεί κιόλας, το τελευταίο διάστημα, απειλές κατά της εφημερίδας  Γενί Ντουζέν, η οποία φιλοξενούσε τα άρθρα του Κουτλού Ανταλί.

 

Αρχές Ιούλη  ένα ήσυχο βράδυ ο Κουτλού καθόταν μόνος μπροστά στο ανοικτό παράθυρο κι  απολάμβανε τη δροσερή αύρα που ερχόταν από τον κόλπο της  Μόρφου. Στιγμή από τις ομορφιές ενός καλοκαιριού στην πυρωμένη Λευκωσία. Στα πόδια του ο Τσιντσίν, ενώ η Χάιλακ περιπολούσε αγχωμένη στην αυλή.  Είχε κακό προαίσθημα. Η  σύζυγός του έλειπε στην Κωνσταντινούπολη, στην κόρη της.  Ο ποιητής κρατούσε στα χέρια  ένα βιβλίο που σύντομα όμως θα παρατούσε , για να ανασύρει από το διπλανό συρτάρι το σημειωματάριό του. Ήθελε να ξανακοιτάξει το ποίημά του «Στις ακτές της Κερύνειας5». Ήταν το αγαπημένο του. Και το ένιωθε να διεκδικεί ακόμη μια τελευταία πινελιά.

Μάζευε ελιές η μικρή χωριατοπούλα.

Τα μάτια μου πιάστηκαν από τις πλεξούδες της.

Να πω τα δικά της πράσινα

σαν τους λεμονόκηπους της Λαπήθου

και τους πευκώνες των βουνών της Βασίλειας;

Να πω πως ήταν από γενιά

καθώς του βασιλιά της Λάμπουσας

ή ανοιξιάτικη αύρα καθώς ο ζέφυρος;

Μπροστά μου πράσινη απλωνόταν η θάλασσα

όπως τα μάτια της…

Είχε αναβάλει ήδη και το δείπνο στην αδελφή του επειδή περίμενε κάποιον φίλο. Τον Α. Σ.  Φίλος ή τέλος πάντων καλός γνώριμος, αφού συχνά περνούσε από το σπίτι. τoν τροφοδοτούσε με πληροφορίες για τα άρθρα του.  Αν και ήξερε πως δούλευε για τις μυστικές υπηρεσίες τον εμπιστευόταν. Προτίμησε να τον συναντήσει, στο σπίτι. Ναι, κάποια στιγμή άκουσε απ’ έξω τη φωνή του. Αργότερα το παραδεχτεί ενώπιον του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ανέλαβε τη διερεύνηση της δολοφονίας, πως ναι, είχε συναντήσει το θύμα το ίδιο εκείνο βράδυ. Μα και τα σκυλιά δεν υποψιάστηκαν κάτι ύποπτο, όταν ο αφέντης  τους βγήκε στο δρόμο. Ήταν και δικός τους γνώριμος. Τον είχανε δει μερικές φορές στο σπίτι. Ωραία η βραδιά, ο ποιητής είπε να κινηθεί λίγο, να ξεμουδιάσει. Τα σκυλιά ακολούθησαν σιωπηλά. Βγήκε στον δρόμο. Τότε, δέχτηκε τους πυροβολισμούς, λίγα μέτρα από το κάγκελο της αυλής. Ο δολοφόνος πρέπει να ήταν κρυμμένος πίσω από την χουρμαδιά.  Τα σκυλιά άρχισαν το πανδαιμόνιο, τον κυνήγησαν στο σκοτάδι. Το πρωί η Μαυρού έκανε συνεχώς κύκλους γύρω από τον τόπο της δολοφονίας , μετά οδήγησε την αστυνομία στο σημείο όπου κάποιες σφαίρες ήταν σφηνωμένες στον τοίχο, θέλοντας λες να υποδείξει το φονικό όπλο. Και, όντως, οι σφαίρες αφαιρέθηκαν και φυλάγονται έκτοτε σαν κρατικό μυστικό  στην Τουρκία.

Η μαυρού, Χάιλακ έκλαιγε στην κηδεία όλη την ώρα.  Ακολούθως περιέπεσε σε μαρασμό και μελαγχολία. Μετά από λίγους μήνες πέθανε. Η νεκροψία έδειξε καρκίνο στο συκώτι.

Μετά τη δολοφονία ο  Α.Σ δεν ξαναπάτησε. Παρά μόνο μετά από πολύ καιρό, με τη μεσολάβηση ενός φίλου. Τα σκυλιά αυτή τη φορά τον μούνταραν σαν δεδηλωμένο εχθρό, παραλίγο να τον κομμάτιαζαν.  Ήρθε για να ζητήσει πίσω μια φωτογραφία που είχε δώσει στον Κουτλού έχοντας ζητήσει από τον ίδιο να γράψει άρθρο ενάντια σ τον εικονιζόμενο. Τούτο όμως δεν έγινε ποτέ. Ούτε του επιστράφηκε η φωτογραφία. Την επαύριον της επίσκεψης  έγραψε ο ίδιος γι’ αυτόν τον… «αχρείο» στην Χαλκίν Σεσί, που έγινε κιόλας αργότερα αιτία για μια διαδικασία στα δικαστήρια. Ποια δικαστήρια, θα μου πεις, τώρα!

Ο εγκέφαλος όμως της δολοφονίας ήταν ο κλέπτης του Αποστόλου Βαρνάβα, εργοδότης του φονιά  Χουσείν Ντεμιρτζί. Άνθρωπος πιστολάς, καθίκι. Που το βράδυ της δολοφονίας είχε συνφάγει με τον Αρχηγό της Αστυνομίας, σύμφωνα επίσης με μαρτυρία στο Δ.Δ.Α.Δ. Μετά από κάτι μήνες πυροβολήθηκε και ο ίδιος, αλλά βρέθηκε κάποιος στη σκηνή και τον μετέφερε στο νοσοκομείο. Εκεί ομολόγησε πως τον πυροβόλησαν, επειδή θεωρούνταν ως ο δολοφόνος του Ανταλί. Για να του κλείσουν το στόμα. Το  Ίδρυμα Ευημερίας Στρατού τον έστειλε στην Τουρκία για θεραπεία. Στη συνέχεια εργοδότήθηκε από τον μέντορά του τον στρατηγό Καλίμπ Μεντίλ, σύμφωνα πάλι με μαρτυρία στο Δ.Δ. Α. Δ.

Μετά από έξι μήνες έδωσε ξανά σημεία ζωής, όπως ο δολοφόνος επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος. Τηλεφώνησε στη γυναίκα του Κουτλού, ακριβώς στα γενέθλια της κόρης τους, για να πει πως δεν ήταν αυτός ο δολοφόνος. Ζητούσε επίμονα να τη συναντήσει. Η ίδια σκέφτηκε να έπαιρνε μαζί της τον Τζιντζίν, αμέσως θα τον αναγνώριζε. Τα παιδιά της απέτρεψαν τη συνάντηση. Του ανέφερε, όμως, ή όχι την πρόθεση να έπαιρνε μαζί της το σκυλί, ούτε που το θυμάται. Η συνέχεια στις οθόνες ενός αδυσώπητου και απάνθρωπου δράματος, για τα σκυλιά βασιλικής γενιάς, του Κουτλού Ανταλί. Τον ρώτησε στο τηλέφωνο γιατί κυκλοφορούσε συνεχώς με στρατιωτικά και η απάντησή του ήταν ότι και οι κυνηγοί φορούν στρατιωτικά. Κόμπαζε ακόμη, στην ίδια συνομιλία, πως είχε έντεκα υποθέσεις στην αστυνομία, εννοώντας προφανώς δολοφονίες και λοιπά ανδραγαθήματα, διέθετε, ωστόσο, λευκό ποινικό μητρώο.

Αυτή η εικόνα θυμίζει ένα άρθρο του Σενέρ Λεβέντ6: «Έσφαζε κότες για να καταπνίγει το δολοφονικό του ένστικτο: Ο πατέρας μου, λέει, επέστρεφε σπίτι  γεμάτος αίματα, μετά από κάθε ‘δουλειά’ που έκανε… Έχανε τα λογικά του. Κάθε φορά πήγαινε στο ψυχιατρείο για να μπορέσει να συνέλθει… Του έκαμναν θεραπεία με ηλεκτροσόκ… Κάποτε έσφαζε κότες για να καταπνίγει το δολοφονικό του ένστικτο και συνερχόταν… Μια ‘μηχανή θανάτου’ , λέει, είχε φτιάξει από τον πατέρα μου η οργάνωση…»

Δεν πέρασαν πολλές μέρες και ο Τζιντζίν βρέθηκε να χαροπαλεύει στην αυλή, με σπασμένη τη σπονδυλική στήλη. Πριν τον θάψουν, ο τίγρης, το γατάκι τους, βρέθηκε κι αυτός κρεμασμένος από την ουρά στο κάγκελο, προς τη μεριά της χουρμαδιάς, όπου ο Κουτλού είχε αφήσει την τελευταία του πνοή. Κανείς δεν ξέρει αν και τα γατιά αναγνωρίζουν κι αυτά τους δολοφόνους. Μάλλον, όχι. Το πήρανε στον κτηνίατρο, αλλά η εισρόφηση στους πνεύμονες είχε μετατρέψει την επιστροφή του στη ζωή αδύνατη, ήταν ασθένεια μίσους και εμπάθειας, που καμιά ιατρική δεν μπορεί να θεραπεύσει…

Για πολλά χρόνια, τις μέρες γύρω από  την επέτειο  της δολοφονίας του Κουτλού  Ανταλί, των σκυλιών του και της τίγρης, κόβεται το ρεύμα στο σπίτι, το τηλέφωνο και το νερό. Νεκρώνουν. Για να μην φωτίζουν, να μην βοούν, να μην ρέουν, να μην διαρρέουν…

1.Παρατίθενται εδώ αποσπάσματα από τ/κ εφημερίδες που χρησιμοποιήθηκαν σε άρθρο του ποιητή και δημοσιογράφου Κουτλού Ανταλί, (Κουτλού Ανταλί, Ένας άνθρωπος, σελ. 106), ο οποίος δολοφονήθηκε λίγους μήνες αργότερα, στις 06/07/1996.

  1. Ο τούρκος συγγραφέας Αζίς Νεσίν επισκέφτηκε την Κύπρο τον Δεκέμβρη του 1990, μετά από πρόσκληση της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

3.Τώρα που γαμήθηκε η γριά έβαλε ρωμανίσι (σύρτη, μάνταλο). Κυπριακή παροιμία που χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια από  Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους.

  1. Μια προφορική μαρτυρία μιλά για τα τρία αδέρφια «ανθρωπόσκυλα» της Λαπήθου, μεγάλης κωμόπολης, με μικτό πληθυσμό, πιο πολλοί Έλληνες, λίγοι Τούρκοι. Νυν κατεχόμενη. Ο γιατρός Περατικός, απουσίασε από το σπίτι του σε γάμο σε άλλη ενορία της πόλης. Επιστρέφοντας βρήκε ότι πολλές κότες λείπανε ενώ άλλες κείτονταν πνιγμένες στο περιβόλι, δίπλα από το σπίτι. Τα τρία σκυλιά, ξαδέρφια μεταξύ τους, είχαν αξιοποιήσει κι αυτά την ευκαιρία και πήγαν κι εκείνα σ’ ένα γάμο σκυλίσιο. Τους υποδέχτηκαν θυμωμένοι ο γιατρός κι η γυναίκα του: Δεν ντρέπεστε, ρε, κουφάλες! Δεν μπορούμε να σας εμπιστευτούμε ούτε μερικές κότες; Τι σκυλιά είσαστ’ εσείς. Ου, να μου χαθείτε, κοπρόσκυλα! Όντως, το ένα από αυτά, έτρεξε προς τα έξω, ανέβηκε στον βράχο δίπλα από την εκκλησία της ενορίας της Αγίας Παρασκευής, πήδηξε απ’ εκεί και γκρεμοτσακίστηκε. Το δεύτερο χίμηξε αμέσως έξω κι όσοι το είδαν να τρέχει λυσσασμένο, είπαν πως τράβηξε ίσια κατά το βουνό, τον Πενταδάκτυλο. Να χαθεί από τα μάτια του κόσμου. Σε τρεις μέρες, όμως, επέστρεψε τροπαιοφόρος. Από τα δόντια του κρεμόταν σαν προβιά, πιασμένη από το σβέρκο μια αλεπού. Η ορνιθοκτόνος, προφανώς. Ζωντανή ακόμη. Το σκυλί αυτό έδωσε στη συνέχεια απογόνους, ξακουστούς για τη νοημοσύνη τους, που κάποτε ξεπερνούσε αυτήν κάποιων ανθρώπων: που άμα τους καύλωνε έβαζαν κι από καμιά βόμβα στον αστυνομικό σταθμό, δίπλα, για να πετύχουν την «Ένωση μετά της μητρός Ελλάδος»… Όπως κήρυττε από άμβωνος ο λιπωδέστατος μητροπολίτης Κυρηνείας Κυπριανός, μα που στο τέλος φέρανε την Τουρκιά. Όσο για το τρίτο, περιττό να πούμε πως περιέπεσε σε κατάθλιψη, δεν έτρωγε δεν έπινε και μια μέρα τα κακάρωσε άδοξα. Η νεκροψία έδειξε καρκίνο στα νεφρά. (Μαρτυρία Γιάννη Κοτζαμάνη).

5, Περιοδικό Νέα Εποχή, τεύχος 216-217, σελ. 36

  1. Από το «Ματιά στο Παρασκήνιο», Ιμπραχίμ Αζίζ, σελ. 231. Περί λύχνων Αφάς, Λευκωσία, 2011.

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s