ΚΥΠΡΟΣ 1974

1-ΜΟΡΦΟΥ ΙΟΥΛΗΣ 40 ΧΡΟΝΙΑ2

 

41 χρόνια από τον Ιούλη του 74, τον Ιούλη της προδοσίας και της κατοχής

41 ποιήματα

41 ποιητές της Κύπρου καταθέτουν τη δικιά τους ματιά για εκείνο τον Ιούλη κι ότι σημάδεψε την ιστορία.

 

 

 

Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου

Αποκατάσταση

Κοιμήσου μικρή μου πόλη
με όλα τα φώτα σου ανοιχτά
Τώρα που δεν αχούν τους ήχους οι άνθρωποι
εσύ απερίσπαστη θε να κοιτάξεις τις ρωγμές
τις γρατσουνιές πάνω στους τοίχους
Κάπου το συρματόπλεγμα έχει σχιστεί
και μια καρδιά σε σχήμα τριαντάφυλλου
ανάσκελα ατενίζει τ’ άστρα
Κοιμήσου μ’ ανοιχτές προθέσεις
Ως το πρωί σαν υπνοβάτης
θ’ αντανακλάς την ύπαρξή σου

 

«Η λίμνη των κύκλων» 2014

 

 

Λεωνίδας Γαλάζης

Σαν να ‘χε ψυχή

Μάταια προσπάθησα να βρω
μια φωτογραφία του πρώτου σου αυτοκινήτου
που τόσο το φρόντιζες σαν να ‘χε ψυχή.
Κι όντως είχε ψυχή
αφού αυτό ποτέ δεν σε πρόδωσε!

Κι ακόμα (δεν ξέρω αν υπάρχει τώρα κάπου
ή αν η μηχανή του γέμισε χόρτα και σαύρες)
πόσο αγόγγυστα μετέφερε
όσα βάρη κι αν του φορτώναμε
όπως τη μέρα εκείνη
που φεύγαμε άρον-άρον από τη Λευκωσία
με τόσους άλλους.
Πώς μπορέσαμε τότε να συγκρατηθούμε
(κι ιδίως πώς μπόρεσε κείνο)
όταν οι φρουροί της «εθνικής σωτηρίας»
μας σταμάτησαν στη μέση του δρόμου
και πίσω μας ουρές αυτοκινήτων.

Δεν θυμάμαι τώρα πότε και πώς
αποφάσισες να τ’ αφήσεις
όμως θυμάμαι πολύ καλά
πως αργότερα πολλές φορές ομολογούσες
ότι θα ‘ταν καλύτερα
να μην το εγκατέλειπες
ότι θα ‘ταν προτιμότερο
να το φρόντιζες μέχρι τέλους.

 

«Δοκιμές συγκολλήσεως» 2013

 

 

Αλεξάνδρα Γαλανού

Διαπίστωση

Οι μέρες στους μήνες
Οι μήνες στα χρόνια
προχωρούν.
Όνειρα που λιγοστεύουν
Αγρυπνίες που πληθαίνουν.

Οι ελπίδες ανεμόεσσες
Ακόμη σε συνεπαίρνουν.

 
«Συγκάτοικοι του ορίζοντα» 2000

 

 

Αλεξάνδρα Ζαμπά

Ο χαμός

5

… η ώρα έτρεχε χωρίς περιθώρια

η θάλασσα στο βάθος ψιθύριζε
τα αφρικάνικα πανιά έφευγαν σε μακρινά ταξίδια

Εμείς, μαζεμένοι στο θωράκιο
μπροστά σ’ ατέλειωτο ουρανό τονίζαμε τη ζωή
και η γη άκουγε κρυμμένη στην άκρη του κόσμου

Εκκρεμείς κοιτούσαμε αργά
και κύματα τα ανακατεμένα μαλλιά
ρύθμιζαν ελαφρά λυτά φτερουγίσματα

Τα κορμιά τεντώνονταν στο διάχυτο αδύναμο φως
τα βλέμματα τότε γλυστρώντας ξάπλωναν
και ήταν Σάββατο…

 
«Αιωρείται το βλέμμα» 2015

 

 

Μιχάλης Ζαφείρης

Ο Πενταδάχτυλος το βουνό

Κύκλωπα βράχε
συ που κλονίστηκες κι αγέρωχα
παρουσιάστηκες πάλι
μέσα στου αιώνα το βραχυκύκλωμα
Σπαρμένες οι πλαγιές σου
απ’ την καμένη φλόγα
και το απέραντο φύλλωμα
των υγρών σταγόνων της βροχής
Εσύ που άδειασες το βλέμμα σου
τυφλώνοντας τον ήλιο το μόνο
Εσύ που αιώνες τώρα
αψηφάς ένα κάτεργο δουλείας
πώς λάμπεις μακριά μας
Κύκλωπα βράχε
οροσειρά της μοίρας του τόπου
και των στιγμών
η αιθέρια μουσική των κυμάτων
έρχεται ολοένα κοντά σου
μα πάντα φεύγει

Η σιωπή φευγάτη
εργοληψία θανάτου ή ζωής
φυγαδεύοντας για πάντα τη μιζέρια
Ένας κόκκος σαγήνης
πλέκει συνέχεια τον ιστό.
Δεν ξεχάστηκες.

 

(Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Πολιτιστική

 

 

Λεύκιος Ζαφειρίου

Λευκωσία

Λευκωσία!
ο Μακρύδρομος δεν βγάζει
πια πουθενά
πίσω απ’ τις βιτρίνες των μαγαζιών σου
αιωρούνται πύργοι σιωπής.
Δεν σε παίρνει ο ύπνος
κι όπως γυρίζεις απ’ την άλλη μεριά
για να κοιμηθείς
ακουμπάει το πρόσωπο σου
το πρόσωπο της προδοσίας.
Λευκωσία! Λευκωσία!
είναι φοβερό, το ξέρουμε
που τρέμεις απ’ την ανάμνηση αυτή
γιατί τρυπάει τα κόκαλα τα νεύρα.

 
«Σχεδόν μηδίζοντες» 1977

 

 

Ιωσήφ Ιωσηφίδης

Βαδίζει

Βαδίζει ο Αινείας σε πέτρες καυτές,
με τον παράλυτο γονιό στον ώμο.
Κρατά το μικρό Πατρίκιο που κλαίει:
‘Ζ. ε ι ο παπάς μου. Να! Το χέρι του καίει!’
Πλάι γυναίκες ασάνδαλες τρικλίζουν
ως τον ορίζοντα, το διάπλατο κελί.

Βαδίζει ο πρόσφυγας προς την Ιταλία,
τους Τρώες μη στρέφοντας πίσω να δει,
καθώς έπεφταν απ’ τα βυζιά της Ελένης.
Βαδίζει, περνώντας απ’ την Κύπρο να βρει
τη μάνα Αφροδίτη, μαζί της να ανασύρει
τη χαμένη κάρα του συζύγου της Χαρίτας,
να την αρμόσουν στο σώμα να ‘ναι ακέραιο.*

Πιο γενναίος απ’ όλους ο πρόσφυγας
που του αρκεί ο ήλιος να βαδίζει εμπρός,
ένα κεραμίδι στο χέρι να το ξαναστήσει,
μια βάρκα να σωθεί για να επιστρέψει.*

 
Λατσί, Παραλία Ττάκκα (Σεπτέμβρης, 2008)

 
«Περί ουσίας και περιουσίας» 2010

 

 

Αγγέλα Καϊμακλιώτη

Τουρκική Εισβολή

Μετά από κείνη
την ειρηνική επέμβαση
καπνίσαμε οι περισσότεροι
το τελευταίο μας τσιγάρο
Έκτοτε κυκλοφορούμε φαντάσματα
στο θίασο του Καραγκιόζη
Τα βράδια μετά την παράσταση
κοιμόμαστε ανάλαφρα
στα όνειρα των παιδιών
κρατώντας σφικτά
παραμάσχαλα τις ενοχές μας

 
«Εκ του σύνεγγυς» 2014

 

 

Χριστόδουλος Καλλίνος

Άτιτλο ΙΙ

Ό,τι έγραψα ήταν υποσημειώσεις.
Στίχους δεν έγραψα,
θαύμαζα τα αιώνια ποιήματα που περπατούν
τα απογεύματα στις λεωφόρους της Λευκωσίας
και της κάθε πολιτείας
που φημίζεται, για την εξαίσια στιχοποιία της…

 
«Ρέκβιεμ στη νεότητα» 2015

 

 

Ανδρέας Καρακόκκινος

Ο Ιούλης πάντα καίει

Ο Ιούλης πάντα έκαιγε
από τότε που το συρματόπλεγμα
τυλίχτηκε στον ήλιο
και σκίασε αμείλιχτα
το άρωμα των λεμονανθών
το αρχαίο καράβι του Κάστρου
και την άμμο που λαμπίριζε στο λιμάνι
ως το ακρωτήρι με την εκκλησιά

ο Ιούλης πάντα καίει
στη μοναξιά των πέντε λόφων
θαμπώνει τα μάτια μας
κι οι χαραγμένες χούφτες μας
ανοίγουν άδειες από το χώμα της αυλής
που πλάθαμε λάσπη κι όνειρα
και μετρούσαμε τον έρωτα
με κλεμμένα φιλιά.

 
Λεμονανθοί στο πέλαγο 2013

 

 

Νίκη Κατσαούνη

Αμμόχωστος

Θαλασσινός ο κόρφος σου
κι ανθοί στις αμασχάλες
κι ολόδροση πως μύριζες
στις πρώτες τις ψιχάλες.

Πόλη που παίζαμε παιδιά
μεσ’ στην πλατειά ποδιά σου,
με ψάρια και λεμονανθούς
χαμήλωσ’ τη ματιά σου.

Τις θύρες σου να κλείσεις τες
και να μας περιμένεις
και μυρωδιές και ομορφιές
τον ξένο να μην ραίνεις.

Σφάλισε, κλείσε, δίπλωσε
παράπονο τ’ αχείλι
χώσου στην άμμο Αμμόχωστο
σα’ σπάνιο κοχύλι.

Και μεις πουλιά που διώξαν μας
τον Αύγουστο οι εχθροί σου
να ξέρεις θα γυρίσουμε
πιστά, στην Άνοιξη σου

 

 

Φροσούλα Κολοσσιάτου

Επιστροφή

Γύρισα μα δε μπόρεσα να βρω το νησί μου.
Το πήρε ο πόλεμος.
Αθώα μαζί και ένοχη
θυμούμαι τους πλακόστρωτους δρόμους
που χάθηκαν ένα πρωί
μαζί με τα παιδιά που θέλησαν να τραγουδήσουν.

Το μαύρο συρματόπλεγμα
το στήριξαν καρφιά σατανόμορφων
ανθρώπων, που τους φοβούμαι.
Μα πάλι τί είναι τούτα τα μάτια
που ξεπετιούνται μέσα
στην παρθένα εγκυμονούσα θάνατο επιφάνεια;
Τί είναι τούτες οι κραυγές
των ζορισμένων παιδιών που δεν σωπαίνουν;

Είναι οι νέες μορφές.
Είναι οι αρχάγγελοι νέων σχημάτων.

 
«Κατοχική Εποχή», 1979

 

 

Βέρα Κορφιώτη

Εν Κύπρω 1974 Η επόμενη μέρα

Το χτεσινό πρόσωπο
προσπαθεί ν’ αυτογνωρισθή σήμερα
ν’ αυτοβεβαιωθή ότι υπάρχει
εμπειρίες πυκνές
ποίημα οδυνηρό, αδούλευτο
αέναη αντίσταση
εσωτερική αναδίπλωση
συστολή,
εκείνο που λέγεται είναι βαρύ
δεν επιδέχεται διαχύσεις.

Όλο αναμένει ένα σήμα εξόδου
μια φωνή ανοικτή
παντού ενεδρεύει το ενδεχόμενο
όσο κι αν περπάτησαν
κατέχουν πάντα τη συνείδηση
πως δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει

ενεδρεύουν μνήμες
ενεδρεύουν ρωγμές
ενεδρεύουν…………..

Μετέωρα πλάσματα
ανάμεσα γης κι ουρανού
με την πόρτα ανοικτή στους ανέμους
πού φυσούν από παντού
ακατάσχετη έκφραση δράματος
την κάθε στιγμή
μέρα και νύχτα.

Μετασχηματίστηκαν οι πόλεις
μετασχηματίστηκαν οι αγροί
μετασχηματίστηκε η φυσιογνωμία.

Το καθημερινό αδιέξοδο
που ωθείται σε άλλο αδιέξοδο
κηρύγματα ενταφιασμένα στους κάμπους
να κοιμούνται μαζί με τους ήρωες
οικουμενική εκκρεμότης.

 
«Ποιήματα II», 1975

 

 

Πάμπος Κουζάλης

Αν

Γνωρίζω πως το «αν»
ουδέποτε ευδοκίμησε
στης ιστορίας τους καρπερούς αγρούς
Μα πάλι λέω
αν
αφού είχαν όλα προαποφασιστεί
κι ήταν η προδοσία
προδιαγεγραμμένη
Αν, λέω, είχα αποσκιρτήσει
κι είχα επιστρέψει
στου λαιμού σου την απάνεμη καμπύλη
Αν τους άλλους τριάντα επτά
είχα κλειδώσει άκλαυτους
στο ομαδικό τους πένθος
Θα μ’ αγαπούσες;

 
« ένα » 2011

 

 

Νίκος Κρανιδιώτης

Πανσέληνος στην Κερύνεια

Απλώνει η πανσέληνος τ’ ασήμι της στη θάλασσα
Στέλλει μαργαριτάρια στους γυμνούς ώμους
και λάμψη αθάνατη
στα μάτια της μικρής αγαπημένης.

Χιλιάδες οστρακόδερμα
βγαίνουνε θαρρετά στο φως
να βάψουνε το κέλυφος τους ασημί,
να θησαυρίσουν στα κογχύλια τους
τον ήχο της εσπέρας.

Ο αέρας σελαγίζει το τρόπαιο της νύχτας,
κι η νοτισμένη σιωπή σκορπά το μύρο της
στους κοιμισμένους κήπους.

Τούτες οι μνήμες με πληγώνουν.
Κι όμως, ποτέ δεν θέλω να μ’ αφήσουν.

Κάπου εκεί,
πίσω απ’ το σκλαβωμένο Πενταδάχτυλο
είναι δεμένο,
κόμπος αξεδιάλυτος,
το νήμα της ζωής μου.

 
«Πορεία στο χρόνο», 1991

 

 

Βάκης Λοϊζίδης

Αναζητείται η Ρήγαινα

Την ώρα που το σκοτάδι
ζευγαρώνει με το φως
γεννά το χρώμα συνειρμούς
για να φτάσω στο Βυζάντιο.
Γεννάνε τα κογχύλια σκοπό ανατρεπτικό
κι εγώ αναζητώ τη Ρήγαινα
όπως την ύφανε η γιαγιά στον αργαλειό
χωστό μαζί της για να παίξω.
Μα αυτή είν’ άφαντη απ’ του μύθου τα λημέρια,
στέκει στα οδοφράγματα
εθελόντρια στην εθνική φρουρά

 
«Χειροποίητα μηχανής» 1999

 

 

Άνθος Λυκαύγης

Μητροκτονία

Με τα νεκρά κοχύλια της
μαζεύει το πρώιμο αίμα
η θάλασσα
βογκώντας. Κι ο ήλιος
καρφωμένος πισώπλατα
μέσα στη νύχτα του μεσημεριού
σιωπά κοιτώντας.
Ιούλιο μήνα
βγαίνουν τα μαχαίρια
στον κάμπο. Και το βουνό
πιστάγκωνα δεμένο
σαν το τραγί στα χέρια
του χασάπη.
Το φονικό
οργώνει πρώτα τη ματιά
πριν συναντήσει το κορμί
στο δίστρατο και στράφτει
σαν ατσάλι
στη χούφτα του καλοκαιριού.

Αυτούς που κάρφωσαν
πισώπλατα τον ήλιο
τους είδε μες στη νύχτα
το φεγγάρι. Κι έτσι μαθές
το γνώρισεν η γη
μες στην αγρύπνια της
κι η θάλασσα
καθώς βογγούσε
μαζεύοντας με τα νεκρά κοχύλια
το πρώιμο αίμα
του Ιουλίου.

 
(«Αναφορά προς Κίμωνα» 1980)

 

 

Βάσος Λυσσαρίδης

Αγνοούμενος

Αγωνιώ το σπίτι μου κλειστό ν’ αφήσω
έστω για λίγο.
Δεν θέλω όταν φανείς
να βρεις την πόρτα σου κλειστή.
Μου λένε πως μια γεροξεκουτιάρα είμαι
να περιμένω τους νεκρούς να σηκωθούν.
Αυτοί τι ξέρουν;
Μόνο μια ελάχιστη στιγμή της λύπης μου
θα τους σκοτώσει.

 
«Κραυγές» 2010

 

 

Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου

Εντός πόλεως

IΙΙ

Στην πόλη αυτή θα ζήσουμε μοναχικά
καθένας με τους έρωτες του.
Καθώς τα λάβαρα και οι σημαίες αποσύρονται δια παντός
αφήνουν τον ουρανό ελεύθερο
να κοιτάξει στα μάτια
καθένα χωριστά
να σκύψει να ονοματίσει
όπως κοιτάζει η μάνα το νεογέννητο.

Μια νέα δόξα κυματίζει, αίφνης μεταξένια
στα σφριγηλά στήθη μιας γλυκιάς αγάπης νέας.
Μικρή μου πόλη, αγαπημένη Χώρα
δίχως συνθήματα θα ερωτευτούμε
στις στροφές των κλειστών δρόμων σου
παρατώντας ξόανα, ειδώλια, θεούς και δαίμονες
πρώτη φορά.

Δίχως συνθήματα θα ερωτευόμαστε εις τούς αιώνας
στην πόλη την κλειστή
ώσπου ν’ ανοίξει – επιτέλους – η δειλή καρδιά της
 

(Λήδρας, Μάιος 2006)

 
«Το μέσα φόρεμα» 2011

 

 

Νίκη Μαραγκού

Κάθε χρόνο στις 13 Αυγούστου

Κάθε χρόνο στις 13 Αυγούστου
τη μέρα που ο τουρκικός στρατός
μπήκε στην Αμμόχωστο
και ο Κωνσταντής οκτάχρονος
έφυγε με την οικογένεια του,
πάει και καθαρίζει την παραλία
από τα αποτσίγαρα, τα πλαστικά,
τα τενεκεδάκια, τα κουκούτσια τα γυαλιά.

 
«Προς αμυδράν ιδέαν» 2008

 

 

Παντελής Μηχανικός

Αφροδίτη 1974

Αναδύθηκες γυμνή
κι όλου του κόσμου ο νους
πάει
στην ωραία γύμνια σου.

Δρόσο
στάλα τη στάλα
πέφτει στην καρδιά μου
από το σώμα σου.

Όμως τώρα βλέπω
μες απ τα μάτια σου
ασίγαστο το γλυκό σου χαμόγελο
ριζωμένο στους αιώνες
ριζωμένο στο μύθο πριν άπ’ τους αιώνες
γλυκό σαν λάδι
σίγουρη παρηγόρηση
άσβηστο το χαμόγελό σου.

Χτες σε περιμαζέψαμε μες απ’ τα ερείπια.
Όχι, δεν βγήκες τούτη τη φορά απ ‘ τη θάλασσα.
Μες απ τα χαλάσματα σε περιμαζέψαμε.
Στα μεριά σου ήτανε ακόμη, μαυρίλες από βόμβα

 
Κατάθεση, 1975

 

 

Λίλη Μιχαηλίδου

Στους απέναντι

Δεν έγραψα πολλά γι’ αυτά που μας χωρίζουν
μα ούτε και γι’ αυτά που μας ενώνουν.
Το χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
φουσκώνει χρόνο με το χρόνο
και έχει γίνει ένα τεράστιο αερόστατο πάνω από την πόλη
που κρύβει τον ήλιο.
Η σκιά του χαράχτηκε στη γη, στην πλάτη και το μέλλον μας
ανεξίτηλη μελανιά.

 
«Αρένα» 2014

 

 

Γιώργος Μολέσκης

Το νερό της μνήμης

Μισά τα σχέδια των κυριακάτικων μας εξόδων.
Φεύγουμε πάντα για το νότο
κι επιστρέφουμε σε μια Λευκωσία που αδρανεί
κοιτάζοντας τον Πενταδάκτυλο
μες στο λιλά του δειλινού…

Κι έτσι όπως σε κοιτάζω και με κοιτάζεις,
Πενταδάχτυλε,
περιπλανιέμαι ανάμεσα στις κορφές σου
με το δικό μου παραμύθι.
Διαβαίνω στην αντίπερα όχθη και βυθίζομαι
σε χρόνους άλλους,
σε μέρες που η θάλασσα άνθιζε χαμόγελα,
σε άλλες τραγωδίες,
σε άλλες εξάρσεις…

Και στα παιδιά που όλο ρωτούν γι΄ αυτό το τείχος
λέω ένα παραμύθι
με τον καλό, με τον κακό
κι αυτό που πάντα γίνεται στα παραμύθια,
πώς το καλό θριαμβεύει
κι ο ήρωας μπαίνει στο παλάτι,
είτε,
φέρνει την τελευταία στιγμή
τ΄ αθάνατο νερό
και το νερό της μνήμης.

 
«Το νερό της μνήμης» 1998

 

 

Κώστας Μόντης

Στιγμές της εισβολής

Ι

Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.

ΙΙ

Αυτή η κούκλα με το κομμένο χέρι,
που κρεμάστηκε στο παράθυρο
του γκρεμισμένου σπιτιού,
ποιο παιδάκι ήθελε ν’ αποχαιρετήσει,
σε ποιο παιδάκι σύρθηκε ως το παράθυρο
ν’ ανεμίσει το χέρι και της το ’κοψαν;

III

Τι γρήγορα που κατάλαβε αυτό το καλοκαίρι
πως ήταν περιττό
και τα μάζεψε κι έφυγε στις μύτες των ποδιών

IV

Ανασήκωσε την πλάτη
κι απόσεισέ τους, Πενταδάχτυλέ μου,
ανασήκωσε την πλάτη
κι απόσεισέ τους

 

 

Εύα Νεοκλέους

Κάποτε ο Ιούλης..

Άκρως αποθαρρυντικά τα δεδομένα
πολλαπλών ματαιώσεων συνέχεια…
ο ήλιος του Ιούλη
κόντρα στο αξεδιάλυτο του ονείρου.

Κυμάτισμα ελπίδας
με την πρώτη άχνα της ανατολής.
Κατάθεση ψυχής
ανάμεσα στα φτερουγίσματα
των γλάρων
και των φιλιών το ατέλειωτο προσμένοντας.

Κάποτε ο Ιούλης τρελάθηκε
της ανείπωτης θλίψης
και της χαράς που λαχτάρησα
η συνύπαρξη
σ’ ένα πανηγύρι των ανατροπών…

Με τη λαχτάρα του Αυγούστου
ξεγελάστηκα.

 
Σημάδια για το δρόμο 2014

 

 

Ντίνα Παγιάση-Κατσούρη

Προς Ποιητή

Κερύνεια, Λάπηθος, Καραβάς.

Η ώρα της δοκιμασίας
σε βρήκε βυθισμένο
στ’ αναγνωστήρια, στις βιβλιοθήκες,
στις βιογραφίες και στα χρονικά.

Αποδελτίωνες τη σοφία αιώνων,
συμβουλευόσουνα τους αιωνόβιους πατέρες,
ήθελες να είσαι πέρα για πέρα βέβαιος
πως εσύ και μόνο εσύ
κάτεχες τη μαγεία της ποιητικής
και την αισθητική αντίληψη του λόγου.

Μόρφου, Κυθρέα, Βατυλή.

Μα η ώρα της δοκιμασίας είχε έρθει.
Κι εσύ χωρίς αιδώ,
κυνικά κι απροκάλυπτα,
άρχισες να μοιράζεις αυτόγραφα στις πλατείες,
να εγκαινιάζεις μπουάτ με τ όνομά σου,
να τυπώνεις αυτοκόλλητα με τ όνομά σου,
να διοργανώνεις εκδηλώσεις με τ’ όνομά σου,
να διαφημίζεις σοκολατάκια με τ’ όνομά σου,
να μολύνεις τα τηλεοπτικά δίκτυα με τ’ όνομά σου.

Δίκωμο, Γιαλούσα, Ακάνθου.

Μα η ώρα της δοκιμασίας είχε έρθει.
Κι εσύ χωρίς αιδώ,
κυνικά και απροκάλυπτα,
άρχισες να επαιτείς κριτικές και διθυράμβους
να εκλιπαρείς κριτικούς και εκδότες,
να συντάσσεσαι με κριτικούς και εκδότες.

 

 

Μιχάλης Πασιαρδής

Εσύ δεν λες τίποτα…

Εσύ δεν λες τίποτα
μα εγώ θα σου πω γι’ αυτό το νησί
που ήταν όνειρο χτες και θυμάρι κι αμίαντο
και σήμερα ποτάμι οδύνης

ποτάμι που δεν λέει να σιγήσει
κατρακυλώντας απ’ τους αιώνες όχι νερό
μα τις πέτρες μας, πέτρες αρχαίες που χτίσαν ναούς
και υψώσανε κάστρα και πολιτείες που χάραξαν τ’ όνομά τους στο χρόνο
βαθιά, και για πάντα.

Εδώ, σ’ αυτό το νησί, υδρίες λαδιού με παραστάσεις του μόχθου
υδρίες κρασιού με παραστάσεις αγάπης
ο χαλκός στου ανθρώπου τη δούλεψη
ο χρυσός, η εικόνα, το κέντημα,
το ξύλο που ευωδιάζει το χέρι,
τάφοι προγόνων παλιών και χτεσινών πατεράδων.

Εσύ δεν λες τίποτα
μα εγώ θα σου πω για τα παιδιά
που σκύψανε άξαφνα με το χέρι στο στήθος
εκεί στις πλαγιές του βουνού Πενταδάχτυλος και φωνάζαν
τη μάνα τους ώσπου ξεψύχησαν.

Εσύ δεν λες τίποτα
μα εγώ θα σου πω για τα σπίτια, τα δέντρα
του κάμπου μας, τα πικρολέμονα του ίδρωτά μας
που τα διαγούμισαν άλλοι
και πέρα τα πήγανε.

Εσύ δεν λες τίποτα
μα εγώ θα σου πω γι’ αυτό το μαρτύριο
που δένει τη γη μας, τον τροχό που στενάζει
η πατρίδα μας, την πληγή στο σώμα του Ιησού.

Εσύ δεν λες τίποτα
μα η πληγή στο σώμα του Ιησού
δεν στερεύει.

Μένουμε μ’ ανοιχτές τις πληγές στο σταυρό του ορίζοντα.
Δεσπόζει το αίμα. Η Κύπρος καλεί. Στους
δρόμους του κόσμου αντηχεί η φωνή μας.
Ας μην αναπαύονται οι άνθρωποι.

 

 

Νίκος Πενταράς

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου
κρεμάσανε τα εκμαγεία τους ανάποδα
στα γκρεμισμένα σπίτια της πατρίδας,
αφήσανε τη στάχτη κατακάθι στη ψυχή
σαλέψανε τα καπνισμένα μάρμαρα του ήλιου.

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου
σκορπίσανε τις χρυσαφιές κλωστές του αργαλειού
στον Αλωνάρη άνεμο,
κουρσέψανε σαδιστικά τα πλούσια κελάρια
σκοτώσανε αναίσχυντα τα καρπερά μελίσσια.

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου
ξεσχίσανε τα πλουμιστά πανιά των καϊκιών
στα πρωινά μελτέμια,
κουβάλησαν το θάνατο σε γραφικές ακρογιαλιές
και φίλεψαν τον χάροντα
με πλούσιο τραπέζι.

 
«Ώρες πολέμου», 1975

 

 

Ανδρέας Πετρίδης

Επεισόδιο (1974)

Απότομος χειμώνας μπήκε
στον ουρανό μας φέτος ξαφνικά,
προτού προλάβει να πατήσει η φτέρνα
του ανέτοιμου ποδιού
πάνω από φύλλα σκόρπια
φθινοπωρινά.

Ευαίσθητη η ψυχή
και θέλει χρόνο,
λίγο προαύλι
ανάμεσα στο πέταγμα και τη φωλιά,
για να μπορέσει δίχως φόβο να περάσει
από το ένα στο άλλο κλαρί.

Παράξενος αλήθεια φέτος
αυτός ο χειμώνας
που ενέσκηψε στις ακτές,
πίσω του αφήνοντας νεκρούς τους γλάρους
και στης λευκότητας τη δαντέλα
το μελάνι από χίλιες σουπιές.

 
«Εντόπιο Ρίγος» 2013

 

 

Γιάννης Ποδηναράς

Μόρφου 1992

Φως πολύεδρο.
Άγουροι καρποί του σφρίγους
σ’ εκτεθειμένα σώματα
στα χείλη της κλεμμένης γης.
Βλαστοί, σαν πληγές ανάλλαγες της νοτιάς,
σφράγισαν στην υγρασία των ίσκιων
τις πρώτες διαθέσεις…

Άνυδρα τώρα μέρη τρέφουν τους ίσκιους.
Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι
που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω
αρμενίζει στις θολές γραμμές
των νοτισμένων κήπων…

Κτίσαμε καράβια
για να μας είναι πιο εύκολο
το ξερίζωμα.

 
«Ένα πράσινο θολό» 1996

 

 

Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου

Αγρυπνία

Σ’ έχουν καλέσει και σένα σε Αγρυπνία;
Κάθε πρωί
μου φέρνουν τη σφραγισμένη πρόσκληση
Δυο περιστέρια ακούω να φτερουγίζουν μακριά
Ώρα μία ως τρεις τα μεσάνυχτα
Αγρυπνία
υπέρ των αιχμαλώτων
υπέρ των προσφύγων
υπέρ των διωκομένων
των αγνοουμένων
των πληγέντων
Και αγρυπνώ
Στο γκέτο καρτερώντας το βήμα του δασκάλου
Στη φυλακή με τον απεργό πείνας
Στο τείχος του αίσχους
Στο συνοικισμό του πρόσφυγα
Στην πλατεία με το φοιτητή της ειρήνης
Στη νεκρή ζώνη
Στο δρόμο της επιστροφής

Στην αλύτρωτη γη
Απόψε, έλα κι’ εσύ
Ν’ αγρυπνήσουμε μαζί
Θα νικήσουμε τον ύπνο
υπέρ των αδικουμένων

 
Κάτοπτρον έρωτος και θανάτου 1997

 

 

Αθηνά Τέμβριου

1974

Λήθη στους χειμώνες που περνούν
αν ζητά η καρδιά ή το παράπονο
πικρού καλοκαιριού ή ένα καράβι που αρχινά
ταξίδι στα βαθιά,
μα όλο κινά και πνίγεται
μαζί με ξένους ναυτικούς
σε ξένες θάλασσες.

Έρχεται ο χρόνος, γυρολόγος
κρυφά να εναγκαλίζεται
ώρες πικρού καλοκαιριού
και κυνηγούμε τ* όνειρο
τ’ όνειρο της λευτεριάς.

Πατρίδα πολυτάραχη το βιος
σου πάει και χάνεται.
Σε γέλασε το πράσινο σε μια γραμμή
και ορθώνεται σαν τείχος.
Βάρεσε της σκλαβιάς ο πόνος
στα χρόνια της παρηγοριάς, στα χρόνια της ελπίδας
μα η νοσταλγία της σιωπής το δρόμο σου χαράζει.

 
«Της πατρίδας και της νιότης» 1997

 

 

Ανδρέας Τιμοθέου

Μακρινό παρελθόν

Θυμήθηκα το σπίτι με τις κούνιες.
Τη μηλιά, τη λεμονιά, το γιασεμί στην πόρτα,
τη μικρή μας κουζίνα
που χωρούσε τότε όλα μου τα όνειρα.
Την πέτρινή μας αυλή και το μικρό κάγκελο
που δεν κατάλαβα ποτέ
γιατί και πώς έκλεισε.
Ίσως να ‘ναι και παρήγορο
που δε θυμάμαι τον ξεριζωμό,
που δεν ακουμπά τη μνήμη μου
ο κρότος απ’ το κλείσιμο της πόρτας
για τελευταία φορά.

 
«Τα άνθη του φωτός» 2014

 

 

Έλενα Τουμάζη

Τα σώματα της Χρυσόθεμης (Απόσπασμα)

Νάτους οι εξουδετερωμένοι
παρέα με τους μεγάλους μοναχικούς ποιητές
πορεύονται
έξω από τα τείχη και της δικής μας πόλης
ο Αττίλας ήρθε να «αποκαταστήσει την ανατραπείσα τάξη»

μονολογώντας ο γελωτοποιός
ο Τάκης ο Τρελλός
στην ταράτσα μιας κενής πολυκατοικίας
«Δεν με φτάνουν τ’ αλαφροπέτρινα φεγγάρια
η σκόνη τους γι’ αυτοκτονία
Ας τους να φύγουν
Καλύτερα η πόλη έτσι άδεια
νεκρή
τα σπίτια μόνα ολομόναχα
σε ανύποπτο χρόνο του καρκινώματος


Ας τους
Αυτοί οι βάρβαροι έτσι κι’ αλλιώς είναι ξένοι
προς τις πολυκατοικίες και τα αντικείμενα
Σχεδόν ανώδυνοι

Και οι ποιητές πορεύονται
οι παλιοί μεγάλοι ποιητές πορεύονται
και οι προφήτες και οι αρχηγοί
και το εξουδετερωμένο πλήθος
τα δάση και τα όρη γέμισαν γυμνούς και πεινασμένους
ω θεατές μας

«ουai ούαι, η πόλις η μεγάλη, Βαβυλών η πόλις η ισχυρά, ότι
μια ώρα
ηλθεν η κρίσις σου»
Τώρα μόλις αγάπησα τους ανθρώπους σου και περιμένω

 
«Τα σώματα της Χρυσόθεμης μετά το δημόσιο αποκεφαλισμό της στα τέλη του 20ου αιώνα» 1977

 

 

Νένα Φιλούση

Νύχτες Ιουλίου

Τη νύχτα η οργή κατακάθεται σαν τον καφέ
υποχωρεί αντιστρόφως της υγρασίας
ζώντες και τεθνεότες σιγομιλούν σε μικρές βεράντες
και υποσελήνιους κήπους
μονόλογοι βαρείς για την καρδιά
μα οι απόντες είναι χαρούμενοι.
Κάποτε μάλιστα σωπαίνουν τα πολύχρωμα πέταλα
στα παράθυρα και αργά, νυσταγμένα τα υφάσματα
παύουν να ενδύουν τα κορμιά μας.

Μόνο έτσι μεγαλώνει ο τόπος.

 
Ανθολογία Σύγχρονης Κυπριακής Ποίησης

 

 

Κυριάκος Χαραλαμπίδης

Παιδί με μια φωτογραφία

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς• κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα –
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που ‘χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τήνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

 
«Θόλος» 1989

 

 

Ανδρέας Χατζηθωμάς

Ως εδώ

Στη σκιά του δρεπανιού
τεντωμένο τόξο
δίκοπο μαχαίρι
η ελευθερία.
Δένεται κόμπος το αίμα
κι η γνώση ωριμάζει.
Προδότες και προδομένοι
ίδιες ευθύνες
ίση μοιρασιά του καιρού μου.
Το λυκόφως του συμβιβασμού
κάνει τις φλέβες της ανοχής
διάφανες.
Καθρέφτης η σιωπή
κραυγή του πόνου
έγινε κομμάτια.
Η σκιά σου τώρα
μες στο αίμα
ως εδώ ήταν ο ύπνος σου.

 
«Στιγμές» 1981

 

 

Βασίλκα Χατζήπαπα

Ποιος θα το πίστευε

Πριν από καιρό
ποιος θα πίστευε
πως θα ‘ρθω εδώ
σε τούτη τη γη
καμένη του ήλιου
και της προδοσίας.

Να διαβάσω τη χιλιοχρονίτικη
γλώσσα των χόρτων
και εκείνων των ριζών
που σκαλίζουν το βάθος
στην καθημερινή τους πάλη
με την δίψα.

Στις πέτρινες βαριές αυλές
να γυρέψω σκιά
να βολέψω την ελπίδα
κοντά στους άσπρους τοίχους της υπομονής.

Σπίτι να χτίσω
στον κρατήρα
κατ’ απ’ τα διασταυρούμενα πυρά
των τουφεκιών.

Από τον τόπο μου
τόσο μακριά
να διδάσκομαι
μίσος κι αγάπη.

 
«Η μοναδική λέξη» 2010

 

 

Χρίστος Χατζήπαπας

Τα πηγάδια της Ιστορίας

Είχαμε πηγάδια
λίγα, κάποτε
που δρόσιζαν τα χείλη μας
σε χρόνους άβροχους
σε χρόνους δίψας
ακρίδας και όφεων.
Γέμισαν πτώματα.

Μωραίνει, λένε, Κύριος
όν βούλεται απολέσαι –
αλλά γιατί εμάς;

Αντλούσαμε με τ’ αλακάτι
μαύρο νερό της συμφοράς
ανίδεοι τάχα
μην ξέροντας χρόνους πολλούς
πως μέσα εκεί
δρακιάζει η σήψη.

Τα πηγάδια μας
πολλών χιλιάδων χρόνων
τα μπαζώσαμε
με κουφάρια εχθρών
ανεπάρκειες και βλακεία.

Τώρα
αφυδατωμένοι
ρακένδυτοι
χωρίς δυνάμεις
προχωράμε ασθμαίνοντας
αυτάρεσκα
στο μέλλον…

 
«Τα πηγάδια της ιστορίας» 2012

 

 

Γιώργος Χριστοδουλίδης

Ο συγγνώμων

Έσπασε την πέτρα
έφτασε στο χώμα
άρχισε να σκάβει
με τα δυο του χέρια
ολημερίς έσκαβε
χτύπησε πάνω σ’ ένα σπασμένο κόκκαλο
κροτάλισε το αυτόματο
συντρίβοντας το όστρακο της λήθης
ξεθάφτηκε ο προαιώνιος πυροβολισμός
μύρισε ο τόπος μουλιασμένο μπαρούτι.
Έπιασε τότε τη σφαίρα και την χάιδεψε
την τύλιξε σ’ ένα γαρύφαλλο
και βούλωσε το στόμιο του όπλου
το χέρι του άλλου αποσύρθηκε από την σκανδάλη
έκανε άσπρο κύκλο πάνω στο μέτωπο της νύχτας.
Αποκοιμήθηκε.
Να βρουν την ησυχία τους οι επόμενοι
να πορευτούν εν ειρήνη.

 
«Εγχειρίδιο καλλιεργητή» 2004

 

 

Κύπρος Χρυσάνθης

Παλιά Λευκωσία

Η Λευκωσία μας αποδημεί στους χάρτες
σε αταχυδρόμητες φωτογραφίες
απ’ τις ψηλές ταράτσες την κοιτάμε
να ταξιδεύει στην ποδιά του Πενταδάκτυλου.
Μα η άλλη Λευκωσία φυλλορροεί στα στήθη μας
στα βραδινά μας βλέφαρα
η Λευκωσία μας η παλιά
η Λευκωσία μας

 
Η ευτυχία της γης, 1983

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s