ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

φωτο

«ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια»

Με μια φυσαρμόνικα και τους στίχους του Τόλη Νικηφόρου κάνουμε ένα μικρό ταξίδι στη ποίηση του που ξεκινά από το 1966 , όταν εξέδωσε τη πρώτη του συλλογή και φτάνουμε στο 2015 που κυκλοφόρησε η τελευταία του συλλογή.
Ο Τόλης Νικηφόρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αποφοίτησε από το Κολλέγιο Ανατολία και σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων. Εργάστηκε κυρίως ως σύμβουλος οργάνωσης επιχειρήσεων στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και το Λονδίνο.
Ως τώρα έχουν εκδοθεί 32 βιβλία του, 19 ποιητικά (μαζί με τη υγκεντρωτική έκδοση, Ο πλοηγός τον απείρου, 2004) και 13 πεζογραφίας (4 μυθιστορήματα, 6 συλλογές διηγημάτων και 3 παραμύθια για μεγάλους).
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε 9 ευρωπαϊκές γλώσσες και έχουν περιληφθεί σε πολλές ελληνικές και ξένες ανθολογίες, καθώς και στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της μέσης εκπαίδευσης στην Ελλά-
δα και την Κύπρο. Για το παραμύθι του, Σοτοσαπόλ ο χρυσοθήρας τού απονεμήθηκε το βραβείο μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς το 1989 και για τη συλλογή διηγημάτων του, Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, το κρατικό βραβείο διηγήματος το 2009.

Οι άταφοι (1966)

 

Οι άταφοι Ι

 

κατάγγιχτα στη νύχτα και την άσφαλτο
τα τείχη
η θάλασσα
οξυγώνια χτίσματα λογχίζουν τον ουρανό
καράβια σταχτωμένα από σιγή
της πολιτείας τα νεφελώματα
ρομφαίες στο νερό
μυριόχρωμες
βραχνές φωνές
αποχαμένες πριν την άρθρωση
στου μπετόν τους σπόνδυλους
γαλήνη
πηχτό το μαζούτ
πέτρα ο κάμπος
κάτω απ’ του βορρά τον άνεμο
ως τα τεφρά βουνά
σφραγίδες του ορίζοντα
(…)

 

Οι άταφοι II

 

(…)
πήρα τις πλατειές λεωφόρους
κάτω από στύλων θαμπές αγχόνες
έκκληση αναπόκριτη
κίνησα με της πολιτείας τον λήθαργο
κατάντικρυ στ’ άδειο φεγγάρι
περίδνηση άμετρη
απώλειας αίσθηση πριν την απόχτηση
όραση σκορπισμένη στο γυαλί
βγήκα στους δρόμους που δεν οδηγούν
το χτες
το σήμερα
το αύριο
διαχωρισμούς κουτούς ν΄αναζητήσω
μίλησα
και τα λόγια μου
στων μεγαφώνων τις κραυγές
παραμορφώθηκαν
άγγιξα
η λαμαρίνα
η λάσπη
η σάρκα
αντίγραφα
(…)

τους φίλους μου αποζήτησα
ονόματα της νιότης
φύγαν μαζί της
ναυάγησε η φαντασία τους
για μια στολή
μια υπόληψη
και δυο δεκάρες
(…)

 

Οι άταφοι III

 

ανήλεος μια νύχτα ο θάνατος
την τραγικότητά του θ’ απαιτήσει
(…)

τα καταχθόνια στυλώματα θα υποχωρήσουν
οι πινακίδες θα αναστραφούν
και τα εμπορεία θα καταρρεύσουν
σηκώνοντας κονιορτό μεγάλο
το πώματα των τάφων θ’ αποκοχλιωθούν
πτώματα σ’ αποσύνθεση
τους δρόμους θα καταλάβουν
όπου και η κατοικία τους
τα χέρια οι διαβάτες στο πρόσωπο θα φέρνουν
της πραγματικότητας μην αντέχοντας τη συνείδηση
αργά όμως πολύ θα είναι
οι ουράνιοι υδατοφράχτες θα διαρραγούν
φλέμματα φθισικών
και ρυπαρά χαρτονομίσματα
στ’ ανοιχτά στόματα μιας διαμαρτυρίας άτοπης
(…)

 

Οι άταφοι IV

 

(…)
ίχνη αγάπης θα ψηλαφήσω μέσα μου
όντας το κλάμα αδύνατο
των φωτεινών επιγραφών
τα δάκρυα θα μαζέψω
τις νύχτες που βρέχει
στα έρημα σοκάκια θα πλανηθώ
δίχως πουκάμισο και χίμαιρες
κατάμονος και ταπεινός
ποτάμια να οργώσουν τα στήθος μου
με το πικρό μαστίγιο του ανέμου
εξαγνισμένος την αυγή
να κινήσω για σένα

είναι καιρός που ανέλπιδα σε αποζητώ
κι απόψε
με κεραύνωσε το όραμα της αγάπης σου
και μέθυσα
(…)

ποια γαλάζια σημαία ονείρου
φτεροκοπάει στη σκέψη μας
ποια ελπίδα
ποιες πασχαλιές λησμονημένες
ανθίσανε πέρα απ’ τη θάλασσα και μυρώσανε
και στην άκρη μας καλούν του κόσμου

ένα σιδερένιο καράβι
στην πλατεία μας περιμένει
καρφωμένο
με λεπρούς ναύτες χωρίς μάτια
αμίλητοι θα ταξιδέψουμε
η ζωή μας θα γλιστράει δίπλα
αφήνοντας την ψευδαίσθηση της κίνησης

 

Αναρχικά (1979)

 

ένα παιδί

 

με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι
κοιτάζω εκστατικά
πίσω απ’ τις στάλες της βροχής
ένα πολύχρωμο κόσμο

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες
μέσα στον χειμώνα
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια
για το γατάκι του που πέθανε
για το λουλούδι που μαράθηκε
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τρύπιο παλτό
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα
τη γειτονιά και τους φίλους
την άνοιξη που θάρθει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
που δεν δέχεται
πως μπορώ να γελάω
όταν τη ίδια στιγμή κάποιος κλαίει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
απαρηγόρητο
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή
στα μέτρα της καρδιάς του

 

τραγούδι επιτάφιο κι επαναστατικό

 

γεννήθηκε ισπανός
αν έχει η φλόγα εθνικότητα

ήταν ένας απλός εργάτης
που έζησε σε τρώγλες
σε τρύπες των τοίχων
και πίσω από οδοφράγματα

δεν έμαθε πολλά
να μιλάει μοναχά με τον ήλιο
να μην φοβάται τα ερείπια
έτσι να χτίζει καλύτερα

γκρέμισε τον αρχιεπίσκοπο της σαραγκόσα
ο βίαιος
πυρπόλησε τις μητροπόλεις
ο κακοποιός
χτύπησε τον βασιλιά και τις τράπεζες
ο ληστής
περιπλανήθηκε στη νότια αμερική
ο αλήτης
τέσσερα κράτη τον καταδίκασαν σε θάνατο
όμως αυτός
είχε όλα τα κράτη καταδικάσει
όλες τις κυβερνήσεις
κλαίγοντας και γελώντας σαν παιδί
μπροστά στην οδύνη του ανθρώπου

στην ισπανία γύρισε
να πολεμήσει για την επανάσταση
να καταχτήσει τη ζωή και το μέλλον
γνωρίζοντας πως θάνατος δεν υπάρχει

σκοτώθηκε στη μαδρίτη
μπροστά στην υποδειγματική φυλακή
για να μην υπάρχουν φυλακισμένοι στον κόσμο

ο μπουεναβεντούρα ντουρρούτι
σαν φλόγα καυτή
άναψε πολλές καρδιές

 

εμείς

 

εμείς
δεν έχουμε παρά ένα φλογισμένο όραμα
ένα όραμα ασυμβίβαστο
εμείς
δεν διστάζουμε να μιλήσουμε την αλήθεια
που καρφώνει τη σημαία της
πάνω στο πτώμα του φόβου
εμείς
γεννηθήκαμε πριν τον καιρό μας
για να φέρουμε τον καιρό μας στο σήμερα
εμείς
δεν έχουμε παρά ένα τραχύ ρούχο
κόκκινο και μαύρο
να μας κεντρίζει το στήθος
στο σημείο της καρδιάς
ένα ρούχο που σημαίνει
ελευθερία

 

χρέος

 

χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ αγάπησαν
και ζήσανε την πίκρα
χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ αγωνίστηκαν
και ζήσανε την ήττα
χρωστάμε μόνον
σε κείνους που πολύ ονειρεύτηκαν
και ζήσανε τον εφιάλτη
χρωστάμε μόνον
σε κείνους που περιφρονήσανε τον θάνατο
και πέθαναν
κι είναι νεκροί
κι ανθίζουν
και μυρώνουνε το χώμα

χρωστάμε μόνον
το φως του κόσμου

 

η μουσική των ονομάτων

 

διαβάζω ονόματα ένα ένα
φεντερίκα μοντσένι
ελ καμπεσίνο
μιγκέλ ντε ουναμούνο
κι ύστερα
τζων κόρνφόρντ
άγγλος φοιτητής πρώτος στο μέτωπο
πιέρ – εργάτης
τζιάκομο – αγρότης
αλέξανδρος – ποιητής
άγνωστος ή ανώνυμος
σκοτώθηκε
σκοτώθηκε
σκοτώθηκε εικοσιδύο χρονώ

διαβάζω φράσεις σαν διάττοντες
οι διεθνείς ταξιαρχίες στη μάχη
από πενήντα χώρες τρέξανε
αλληλεγγύη των λαών

τόση ζωή μέσα στα μνήματα
τόση φωτιά πάνω στα μάρμαρα
τόση δίψα
τόσο μεγάλο το κοιμητήριο της ισπανίας

 

το ποτάμι

 

πορτοκαλιές όχθες
κιτρινισμένα φύλλα π’ αγγίζουν το νερό

αυτό το ποτάμι
που φιδοσέρνεται στον κάμπο
είναι η ζωή μου

ήρεμο κι αργό
ένα βουβό πάθος
πυρετός για τη θάλασσα
μια λαχτάρα για τα ψηλώματα που άφησε για πάντα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
διαφήμιση

σε περιοδικά και εφημερίδες
στις αφίσες του τοίχου
σε τετράγωνες οθόνες
μόνιμο το χαμόγελό σου
καθώς εξαργυρώνεις τη σαγήνη σου
προαιώνιο θηλυκό
ηγερία της κατανάλωσης
εφιάλτη της γενιάς σου
ανίδεο και συ εμπόρευμα

 

προσευχή δυτικόφρονος

 

και δώσε μου σήμερα
ροπαλοφόρε μου αφέντη
την ευτυχία του ζεστού περιστρόφου
μιας κόκα-κόλα τη δροσιά
ν’ αλλάζω αυτοκίνητο κάθε έξι μήνες
να αποκτήσω ψυγείο κελβινέιτορ
αυτόματο σκουπιδοφάγο
την προστασία της σαβάκ, της ντίνα, της εσά
να γίνω πάνω απ’ όλα
υπάλληλος μιας πολυεθνικής σου
προοδευτικής και κερδοφόρας
άλλο δεν θέλω

εγώ θα δώσω βάσεις και διευκολύνσεις
θα είμαι εχθρός για τους εχθρούς σου
θ’ ανακατεύω λέξεις ξενικές στην ομιλία μου
θα τραγουδήσω τα τραγούδια σου

θα γίνω μια ακόρεστη αγορά
θα ζήσω με την αγωνία του χρήματος
θα βλέπω τη μοναδική διάσταση στα πράγματα

παράκληση και προσφορά μου

 

ένας κοινός άνθρωπος

 

φόρεσε τη γραβάτα
το λευκό του πουκάμισο
τα γυαλισμένα του παπούτσια
το πρόσωπο που αρμόζει στην περίσταση
και λύγισε τη μέση

κάθε άνθρωπος το έχει κάνει αυτό
κάθε άνθρωπος έχει ξεχάσει
μόνιμα το ξεχνάει
να ψάξει μέσα του
φοβάται μην ανακαλύψει
ένα μικρό αναρχικό να κρύβεται και να του γνέφει

και τι θα γίνει τότε
η ακριβέστατα ρυθμισμένη του ζωή

 

εγώ

 

μη με κοιτάτε έτσι χλωμό
καλοντυμένο
με τρόπους άνετους και με κινήσεις
από το σπίτι στο γραφείο
απ’ το γραφείο στο σπίτι
σε μάταιο κύκλο ερμητικά κλεισμένο

μη με κοιτάτε έτσι δειλό
με το σημάδι του γραφιά στο δάχτυλο
με τον μισθό στην πρώτη και στις δεκαπέντε
ανίδεο
ή με τη γνώση υποταγμένη

εγώ
κρύβω στα μάτια μου οράματα που οδηγούν
σε τόπους και καιρούς που θάρθουν

εγώ
μπορώ με μια φωνή
να πλημμυρίσω τις πλατείες
τους δρόμους με σημαίες και λάβαρα
με μια βουή ασυγκράτητη που καταλύει τα πάντα

η φαντασία μου εξουσιάζει τη ζωή σας

 

μαγεμένη ψυχή

 

σ’ αγάπησα
σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια
στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν

πίσω από οδοφράγματα σ΄αγάπησα
σε συγκεντρώσεις απεργών
σε διαδηλώσεις φοιτητών
στους διαδρόμους των δικαστηρίων

σε μυστικές συνεδριάσεις της νύχτας
είναι γραμμένο τ’ όνομά σου
στις προκηρύξεις που μοιράσαμε
στις κόκκινες αφίσες που κολλήσαμε
και στα αρχεία των τμημάτων ασφαλείας

σ΄αγάπησα, σύντροφέ μου,
η μαγεμένη σου ψυχή είναι δική μου
η αγωνία μου σου ανήκει

 

επενδύσεις

 

χρόνια ολόκληρα δουλειάς
χρόνια μεγάλης προσμονής
είκοσι χρόνια

σε μια μακρινή γειτονιά
ένα σπίτι
τοίχοι γεμάτοι βιβλία
πάτωμα γεμάτο παιχνίδια
μπαλκόνια γεμάτα λουλούδια
παράθυρα γεμάτα φως

ένα σπίτι
πλημμυρισμένο παιδιά
απ’ το ορφανοτροφείο και το άσυλο
μελαγχολικά μάτια
που αύριο θα γελάσουν
τα παιδιά μας

είμαστε πλούσιοι τώρα
είναι δικό μας
το μέλλον του κόσμου

 

η επανάσταση

 

η επανάσταση δεν έχει αρχή και τέλος
γεννιέται και πεθαίνει κάθε στιγμή
η επανάσταση κυνηγάει τη χίμαιρα
είναι ένα ποίημα με όπλο
μια μήτρα γεμάτη σπέρμα
ένας έρωτας της αρμονίας του γίγνεσθαι
κι ακόμα είναι
ψωμί για τα παιδιά του κόσμου

η επανάσταση αγναντεύει το άπειρο

 

O μεθυσμένος ακροβάτης (1979)

 

είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης

 

είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης
ένας απίστευτα γενναίος ισορροπιστής
βαδίζω απρόσεχτα, χορεύω
γλιστράω, κρατιέμαι την έσχατη στιγμή
παίζω με την κομμένη σας ανάσα
περιγελώ τα επιφωνήματα
εγώ ο ίδιος πριονίζω το σχοινί
στο χέρι μου κρατάω σφιχτά τον ουρανό
τον τρύπιο σκούφο μου για τα φιλοδωρήματα

το ξέρω πως θα συντριβώ
το αίμα μου πάνω στην άσφαλτο θα σχηματίσει
ένα παράξενο φεγγάρι
οι νοσοκόμοι με τα άγρια γένεια
θα διασώσουν μοναχά
κείνο το εκθαμβωτικό λουλούδι
που θε ν’ ανθίσει στο σημείο που έπεσα

 

ποιητής

 

εγώ δεν γράφω στίχους
δεν τραγουδάω
σαν προαιώνιος κατακλυσμός
κλονίζω τα ίδια φράγματα
σαν την πανούργα θάλασσα
κατατρώω τον ίδιο βράχο
σαν πεισματάρης γύφτος
δουλεύω το ίδιο φυσερό
ανάβω την ίδια φλόγα
κολλάω αφίσες με το σάλιο μου
σκίζω στολές
τσακίζω αλύπητα παράσημα
χορεύω στις ανύποπτες πλατείες σας
μπερδεύω τους λογαριασμούς σας
ανοίγω το κλουβί να φτερουγίσετε
αδειάζω ένα τσουβάλι ζωγραφιές στα πόδια σας

 

το μαγικό μπαλόνι

 

αγόρασα ένα μαγικό μπαλόνι
μη με ρωτήσετε πότε και πού
είναι σαν να το είχα πάντα
κι όμως θυμάμαι ότι το πλήρωσα πανάκριβα
έδωσα το δεξί μου χέρι
κομμάτια ματωμένα από τη γούνα μου
γι’ αυτό και το κρατάω τρυφερά
ανάλαφρα στα δυο μου δάχτυλα
μα δεν το κρύβω σε δωμάτια μυστικά
το περιφέρω στους μεγάλους δρόμους
και το εκθέτω στους πιο άγριους καιρούς
κι εκείνο αντέχει μ’ ένα τρόπο θαυμαστό
του ψιθυρίζω λέξεις
μουσικές
και το κοιτάζω εκστατικά
μπορώ να διακρίνω μέσα σου ολοκάθαρα
μυριάδες χώρες άγνωστες και μακρινές
και πολιτείες μυθικές ονειρεμένες
άστρα, πλανήτες, νεφελοειδείς και γαλαξίες
και πάνω απ’ όλα
εσένα, τα παιδιά, τον ήλιο τον μοναδικό
το κόκκινο ολοκόκκινό σου ρούχο

 

προστασία του περιβάλλοντος

 

τα χημικά κατάλοιπα
οι καπνοδόχες των εργοστασίων
οι υψηλές οικοδομές, τα αυτοκίνητα
είναι απλά κι ενδεικτικά συμπτώματα

μολύνθηκε η ζωή μας ανελέητα
από τα καυσαέρια των εκκλησιών
τους θλιβερούς δασκάλους που υπηρετούν
τις υποκριτικές σας σχέσεις

μολύνθηκε η ζωή μας ανελέητα
από τις διάφορες στολές
τα προσωπεία
τη στρατιωτική σας μπάντα
τους νόμους σας και τις διατάξεις

ευγενικοί μου συμπολίτες
να μην ρυπαίνετε το περιβάλλον
με την παρουσία σας

 

Ελλάδα 1979

 

με το αίμα μου σε ιστορώ πατρίδα μου

πολιτείες παραδομένες στο μπετόν
δρόμοι σημαδεμένοι με ξενικές επιγραφές
κάθε οικοδομή και μια τράπεζα
κάθε γωνιά κι ένα φροντιστήριο
κάθε διαμέρισμα και ένα διαφθορείο
οι νέοι με τα μηχανάκια
τα αυτοκίνητα στο πεζοδρόμιο
αναρίθμητα ξενοδοχεία και υπηρέτες
εκτρώσεις σε ιδιωτικά ιατρεία
οι άρρωστοι στους διαδρόμους των νοσοκομείων
δεκατρείς χιλιάδες δικηγόροι στην πρωτεύουσα
και οι εργολάβοι σε απεργία
με παγάκια και ξηρούς καρπούς
προδότες που δοξολογούνται
δοσίλογοι που αμείβονται
χαφιέδες που καταχωρούν τα ίχνη της αγωνίας μας

στο καφενείο του χωριού ο λαός περιμένει
πριν και μετά τις διαφημίσεις
το επόμενο έμβασμα του μετανάστη
το επόμενο αστυνομικό σήριαλ
την επόμενη μοναδική διέξοδο
κοινή ευρωπαϊκή εξαγορά

τα ψάρια νεκρά
η αέρας μαύρος
η γη πουλημένη

κι η ελιά να γαντζώνεται με πείσμα
ν’ απλώνει παλάμες στον γαλάζιο ουρανό
αιώνες τώρα
και τα πεύκα να χαϊδεύουν τη θάλασσα

πατρίδα μου
το μεγαλείο σου τέλος δεν έχει

 

εργατική πρωτομαγιά

 

ωραία που ήταν η συγκέντρωση
στην πιο μεγάλη μας πλατεία
ωραία τα μάρμαρα
ωραία τα μέγαρα
ωραίο και το παλιό εργατικό μας κέντρο

οι εργάτες είχαν ήδη φύγει
να κάνουν την πρωτομαγιά στις γύρω εξοχές
με τις γυναίκες, τα παιδιά
και τα γεμάτα τους καλάθια
απόμεινες εσύ
απόμεινα εγώ
να κρατάμε ένα απορημένο λάβαρο
και τα στολισμένα μπαλκόνια
με τους βραχνούς ομιλητές

 

στον αστερισμό του σκορπιού

 

είναι μικρός τόσο μικρός
αυτός ο τόπος
μόλις χωράει τους μικρούς καιρούς που ζούμε
μόλις χωράει τις μικρές λογιστικές καρδιές σας

ακούστε βολεμένοι
που μετράτε τις δεκάρες σας
σαν τα τριάντα αργύρια της μίζερης ψυχής σας
ένας μετεωρίτης στροβιλίζεται πυραχτωμένος
σβήνει τα τεχνητά σας φώτα
και σας ραντίζει με τις σπίθες του
και να σας κάψει απειλεί με τη φωτιά του
ακούστε ευνούχοι
με τις λεπτές φωνές και τα καμώματα
της κοινωνίας των εμπόρων
ακούστε εμένα που κατέβηκα μήνα νοέμβρη
με το φαρμακερό αερόπλοιο του σκορπιού
και σας κεντάω θανάσιμα με την ουρά μου

πάνω στις γειτονιές σας απλώνεται ακατάλυτο
μεθυστικό
το ανεξήγητο τραγούδι μου

 

το τραγούδι του έρωτα

 

είμαι πλασμένος από μαύρο χώμα
ανθίζω όπως η μυγδαλιά το καταχείμωνο
φέρνω πολύτιμο μέσα στις φλέβες μου
αυτής της ίδιας γης το σπέρμα

φιλάω μία μία της άκρες των δαχτύλων σου
διατρέχω με τα χείλη μου
το κάθε εκατοστό του δέρματός σου
αγγίζω ψηλαφώ ορθώνω τις σκληρές θηλές σου
ψάχνω τις εσοχές σου με τη γλώσσα μου
τις εξοχές σου με τις μύτες των δοντιών
βρίσκομαι πάνω, πλάι, κάτω σου
εισβάλλω μένω ακίνητος
σαν κορυφή βουνού
που την τυλίγει ο μπαμπακένιος ουρανός
νιώθω να πάλλεσαι σαν τρυφερή χορδή
να χαλαρώνεις και να σφίγγεσαι
ν’ αποτραβιέσαι και να δίνεσαι
εισπνέω αχόρταγα το άρωμα
μετράω τους σπονδύλους σου
αδειάζω βίαια τη ραχοκοκαλιά μου
τον νωτιαίο μου μυελό
λούζομαι μέσα στα δάκρυα των μαλλιών σου

είμαι ένα πυρωμένο σίδερο
που ανεξίτηλο χαράζει στη μήτρα σου το μέλλον
κάθε σου ηδονικός σπασμός
μια οιμωγή του κόσμου που γεννιέται
είμαι η ίδια η ζωή
και είμαι αθάνατος

 

το ποίημα το πιο ωραίο

 

το ποίημα το πιο ωραίο
τους απαράμιλλους στίχους
τους έγραψες εσύ
έφηβη όταν δούλεψες καπνεργάτρια
για να πληρώσεις το ψωμί και το βιβλίο σου

το ποίημα το πιο ωραίο
τους απαράμιλλους στίχους
και πάλι εσύ τους γράφεις
στα δικόγραφα και τις γυμνές αίθουσες
τους απαγγέλλεις με πεντακάθαρη φωνή
μπροστά σ’ εκείνους που δικάζουν τα παιδιά
για τις εφημερίδες, τα χουνιά και τις αφίσες

σηκώνομαι και σε φιλώ ψηλά στο μέτωπο
σφίγγω συντροφικά τα χέρι σου
μοιράζομαι με ευγνωμοσύνη το φορτίο
ποιήτρια της καθημερινής ζωής

 

που πάμε

 

ξεκινάμε κάθε πρωί
αρματωμένοι μ’ ένα φλογισμένο νου
και βγαίνουμε ξυπόλυτοι στον δρόμο

πού πάμε
και πού περιφέρουμε
αυτό το μεθυσμένο όραμα
ποιούς προσπαθούμε να πλανέψουμε
μιλώντας τη δική μας γλώσσα
ίσως αγγίζοντας τις κορυφές των δέντρων

ξεκινάμε κάθε πρωί
όπως ο ήλιος και το φως
ακολουθούν τη φυσική πορεία τους

 

τι θα μείνει

 

και ποιον δεν περιμένει το άγιο σκοτάδι
η λησμονιά, η σιγή, το τέλος
καθώς θα εκσφενδονιστεί η μάταιη γη
στην πρώτη και έσχατη πατρίδα μας
καθώς αδιάφορο θα μας υποδεχτεί το χάος
τι θ’ απομείνει άραγε
παρά τα φωτεινά κουρέλια
οι πέντε τρομερές μου λέξεις
για να περιμαζέψουνε με δέος οι κοσμοναύτες
σ’ άλλα συστήματα αστρικά
να αναστήσουνε του πεθαμένους ήλιους
που γύρω τους θα περιφέρονται
πλανήτες με λαμπρούς πολιτισμούς

το άπειρο μιλάει με τη φωνή μου

 

ανταμοιβή

 

ανταμοιβή
και μην παραγνωρίζετε τον κίνδυνο
εγώ αμείβομαι πλουσιοπάροχα
έχω μεγάλα δικαιώματα συγγραφικά
είμαι ένας σάυλωκ παράξενος
σας δίνω την ψυχή μου δώρο
και παίρνω τη δική σας την ψυχή
προσάναμα μιας φωτιάς πάντα καινούριας

 

το μαγικό χαλί (1980)

ζωντανός

 

με οξυγόνο τις εξάρσεις του σεισμού
στην υποθετική γραμμή που σχηματίζουν
μετέωρος σε πυκνή καταχνιά
συντηρώ την ανάσα μου

μέσα στην πυκνή καταχνιά
ανοίγω χαραμάδες με την πράξη μου
στην άγρια εποχή
εσένα καταθέτω
τη σχέση μας και τα γραφτά μου

αυτόν τον νικητήριο λόγο
καταθέτω
που κρύβει τη φωτιά στα σπλάχνα του
με τη φωτιά χυμούς που μεταγγίζει
το δέντρο της ζωής ν’ ανθίσει
απλό, περήφανο, μοναδικό
ένα προς ένα
για όλους τους ανθρώπους
αυτό το σ’ αγαπώ που λογοκρίθηκε
στην ξενητειά που επιβίωσε
και την παρανομία
έγινε αγώνας καθημερινός
κι είναι πιο δυνατό από τότε

κι αν τρέμει η φωνή
από τα δάκρυα αν έχουνε θαμπώσει
ακόμα μια φορά τα μάτια μου
η πυρκαγιά ξεκάθαρα το δείχνει
πως είμαι ζωντανός

Λονδίνο 1967 – 1971

 

ονειρεμένη πολιτεία του βορρά
ντυμένη τα βουβά σου χρώματα
μέσα σε μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα σε στάλες καθημερινής βροχής

χρόνια που έζησα στη χαμηλή σοφίτα
περιπλανήθηκα στις γειτονιές σου
είδα τους κρόκους να ανθίζουν μέσα στο χιόνι
μέθυσα με το άρωμα των κοριτσιών σου

πλατείες που έχουν κατακτήσει τη γαλήνη
με γύρω τους τα σπίτια του παραμυθιού
απέραντοι κήποι και σκοτεινά παλάτια
βικτωριανά μέγαρα

απίστευτη πόλη
με το χαμόγελο στο πρόσωπο του αστυφύλακα
λεωφορεία κόκκινα με μυθικούς προορισμούς
πόλη της απεργίας
ράθυμη όπως το ποτάμι σου
με την κατάλεπτη επιδερμίδα της ηδονής

παγκόσμια πόλη
με τις χιλιάδες εκδοχές της ίδιας γλώσσας
με τα χιλιάδες πρόσωπα του ίδιου ανθρώπου
με τις χιλιάδες εκκλησιές της ίδιας πλάνης

πόλη που έμαθες να ζεις χωρίς το πάθος
που κρύβεις με στοργή τα λάφυρά σου
στις αίθουσες των μεσαιωνικών κτιρίων
πόλη που κατορθώνεις να φιλοξενείς
και την υπεροψία των αγραμμάτων
και την ελπίδα των κατατρεγμένων

γυναίκες με παράξενα καπέλα
η μυρωδιά του καπνού και του ξύλου
το ευχαριστώ σε κάθε φράση
οι ανεξήγητες επιγραφές
και τα πολύβουα καπηλειά με τη ζεστή τους μπύρα

γυρίζεις κάθε τόσο πολιτεία του βορρά
και φανερώνεσαι χλωμή στον ύπνο μου
λουσμένη στο αβέβαιό σου φως
ποτέ, ποτέ, ποτέ δική μου

 

Θεσσαλονίκη 1980

 

πολιτεία ρημαγμένη στον μυχό του κόλπου
βάρβαροι με χρωματιστές κορδέλες
με χάντρες εξαγοράζουν την ψυχή σου
πανικός
άγριος πανικός στους δρόμους
πανικός στα γραφεία
πανικός στα σπίτια που υψώνονται
και φράζουν τον άνεμο
καθώς οι νεκροί σαπίζουν
μέσα στα βιβλία τους
και αναδίδουν οσμή βραβείων
στάχτη, αρπαχτικές κραυγές
μια άνοιξη που ευνουχίστηκε
και το αίμα της ζωγραφίζει πολύχρωμες διαφημίσεις
μια στιγμή πριν απ’ το τέλος
και έρωτας
έρωτας που κυκλοφορεί ανύποπτος
που δεν θέλει τίποτα να μάθει
έρωτας στα υγρά μάτια των κοριτσιών

 

το μαγικό χαλί

 

σε μυστικά δωμάτια υφαίνεται
με δάχτυλα σκληρά ή ευαίσθητα
από τεχνίτες που υποπτεύονται
πως το έργο μπορεί και να μην έχει τέλος
– αυτή είναι η φύση του –
που ελάχιστα κατέχουνε
υπόσταση και τον σκοπό της κίνησης
βλέπουνε – ο καθένας – μικρά κομμάτια
από μια μόνο θέση
ταγμένοι να υφαίνουν

όταν πεθαίνουν
μετουσιώνονται σε απειρόχρωμες κλωστές

 

πράξη ζωής

 

αιμάτινη μια στάλα βροχής
παντοτεινός ο έρωτας φτερουγίζει
στα νύχια του νεκρού
που εξακολουθούν να μεγαλώνουν
στο αγριόχορτο που αδιάφορο φυτρώνει
γύρω απ’ τους τάφους
στην έσχατη εκείνη συνουσία
του ετοιμοθάνατου ελέφαντα

ο έρωτας ραπίζει το πέτρινο πρόσωπο της ανυπαρξίας

 

ανεξακρίβωτο ιπτάμενο αντικείμενο

 

στον Βασίλη

αλκυόνες με περίλαμπρα χρώματα
οι μακρινοί μου πρόγονοι
ένα σμήνος με εξόριστα φτερά
από τον άγνωστο γαλαξία
μεσουράνησαν στη μεγάλη σκοτεινιά
έτη και έτη φωτός
κρατώντας τον σπόρο της δημιουργίας
σφιχτά στο ράμφος

κι έρχομαι σήμερα εγώ
με αίμα και φως να σας μιλήσω
με των θαυμάτων τα λίγα ψίχουλα
θανάσιμα τοξεύω την καρδιά σας
έρχομαι σήμερα εγώ να ζωγραφίσω
ένα φανταστικό πουλί στο μέτωπό σας

ανατριχίλα

 

από τα χείλη αργά
μακρόσυρτα ως τον λαιμό
τα στήθια ανάμεσα, τους ώμους
μια σκοτεινή ανατριχίλα
ανατριχίλα που κυριεύει το μυαλό
ανάβει τη φωτιά στα γόνατα
ως το μεδούλι που εισχωρεί
που καίει το δέρμα
προμήνυμα του πυρετού
και της κοφτής ανάσας
μεθοδικά που κορυφώνεται
που επιταχύνει τον παλμό
ξυπνάει κάθε μόριο στο κορμί
νύχια που ψάχνουν για αίμα
δόντια που ψάχνουν για αίμα
ακόμη πιο βαθιά
πιο δυνατά
ανατριχίλα που γεννάει τον σπασμό
ο ψίθυρος που γίνεται κραυγή, εκτίναξη
γίνεται μούδιασμα, εγκατάλειψη
και σβήνει.

 

επίγνωση

 

με επίγνωση βαδίζω
στην άκρη άκρη του γκρεμού
γνωρίζω πια την κατασκότεινη άβυσσο
κι όταν σκοντάφτω και παραπατώ
χωρίς κανένα μάταιο επιφώνημα
κρατάω το χέρι σου σφιχτά
μες στις σχισμές των βράχων
ψάχνω για άγρια φυτά
να μου διδάξουν το δικό τους βλέμμα
μπροστά σε χίλια χρόνια
ή δέκα δευτερόλεπτα ζωής
με επίγνωση αιωρούμαι
πάνω από το κενό, το τίποτα
με τη φωνή μου ακέραια
και τον αντίλαλο
κι εσένα

 

γυναίκα

 

κάθε μικρή σου υποταγή
μειώνει τη δική μου ελευθερία
εμένα ταπεινώνει
κάθε χαμένο σου δικαίωμα
πληγώνει τη δική μου αξιοπρέπεια
κάθε παραπανίσιο σου φορτίο
έχει σε μένα ρίζες προγονικές
κάθε σε βάρος σου αδικία
είναι μια στυγερή κλοπή
απ’ το παγκάρι της δικής μου εκκλησίας
κι όταν εσύ λιποψυχείς
εγώ είμαι ο αληθινός προδότης

στέκεσαι δίπλα μου
στο σπίτι, στη δουλειά ή στο οδόφραγμα
και με τα ίδια μάτια
ελεύθερα ατενίζουμε τον ήλιο
περήφανοι
ασυμβίβαστοι
ωραίοι μέσα στα τόσα ελαττώματά μας
εμείς που η φύση έταξε σε σάρκα μία

 

οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν

 

νιώθω μιαν ακατάσχετη παρόρμηση
να κατουρήσω πάνω στο γραφείο σας
κύριε πρόεδρε
πάνω στους ισολογισμούς εταιριών
με κέρδη αμύθητα, πάνω στους κώνους
τα υποβρύχια και τους κομπιούτερ
και τους αδιάφορους πολίτες της πατρίδας σας

άλλο χαιρετισμό σαν μελλοθάνατος δεν έχω
μπροστά στο σπίτι μας που καίγεται
και στο παράλογο αυτό τέλος της ζωής

κι εσύ, μονάκριβη μου εσύ,
μη με ρωτήσεις πώς και γιατί
τύλιξε μόνο τα μαλλιά σου στον λαιμό μου
κι ακούμπησε στο στήθος μου το χέρι σου
αυτό το έσχατο μυστήριο να τελέσουμε
να ταξιδέψουμε στο άπειρο
κάποια μετέωρη στιγμή του γαλαξία
σαν σκόρπιες νότες από τη μουσική του αύριο

 

Ελεύθερος σκοπευτής, 1982

 

ο θάνατος του ποιητή 3

 

η μοίρα είναι βαρύτερη από τη θέλησή μου
θα φύγω μόνος
ν’ ακολουθήσω τους μυστικούς μου δρόμους
να ταξιδέψω στ’ άστρα
να φλέγομαι μετεωρίτης στον αιώνα
σ’ άγνωστες διαστάσεις

όταν γυρίζω
να γίνω μια κλωστή στο φόρεμά σου
μια άσπρη τρίχα στα μαλλιά σου
στο δάκρυ σου ένας κόκκος αλάτι
εσύ δεν θα το ξέρεις

όταν γυρίζω
ψωμί να γίνω για τα παιδιά της αφρικής
σημαία, όπλο, ελπίδα για το αύριο
εσύ δεν θα το ξέρεις

εσύ θα με κρατάς στη μνήμη σου ακέραιο
και θα με ψάχνεις στη στροφή του δρόμου
παλεύοντας ένα μάταιο αγώνα με τη βεβαιότητα

όταν γυρίζω
εσύ θα με φιλάς στα μάτια
μα δεν θα με γνωρίζεις

 

ποίηση 1982

 

οι δικές μας οι λέξεις
είναι λέξεις σκληρές και μεγάλες
μυτερές σαν καρφιά
λέξεις όπως το ξεραμένο πύο
μαύρες όπως τα φλέματα
που βγάζουνε κάθε πρωί τα σωθικά μας
οι καπνοδόχες των εργοστασίων
τα τραίνα που αναπόδραστα ακολουθούν τις ράγες
κόκκινες λέξεις
όπως ο ήλιος ο μοναδικός
και το λουλούδι που σπαραχτικά ανθίζει
σε στεγνό και κατάμαυρο χώμα

οι δικές μας οι λέξεις
είναι λέξεις γυμνές
λέξεις γεμάτες τραύματα
συστατικά στοιχεία, αναγραμματισμοί
και μόρια της ίδιας αγωνίας

οι δικές μας οι λέξεις
προκηρύξεις κι αφίσες του τοίχου
φωτισμένα παράθυρα στο σκοτάδι της νύχτας
που αφυπνίζουν την πόλη
όταν κλείνει με πείσμα τα μάτια
στη γραφή του θανάτου

αυτές οι τελευταίες λέξεις
πριν κάθε εκτέλεση
πριν κάθε μεταμφίεση του καθημερινού θανάτου
τα δικά σου είναι δάχτυλα που γνωρίζουν το χάδι
είναι λέξεις κραυγές
οιμωγές και ελπίδες
που δοξάζουν το φως
που μετράνε με δέος το μπόι τους
και δεν τρέμουν

ίσως κάποτε τα δικά μας παιδιά
να μιλήσουν με άλλη φωνή
να βαδίσουν με ξένοιαστο βήμα
πάνω στις νότες της δικής μας μουσικής
και στους κυβόλιθους του δικού μας αγώνα

 

συνέπεια, 2

 

μέσα μου ζουν και ανασαίνουν
δυο άγριοι διψασμένοι λύκοι
όσα ποτέ δεν έπραξα
κι όσα σε κρίσιμες στιγμές έπραξα λάθος

είναι φορές που ο πόνος γίνεται αφόρητος
καθώς ρουφάνε ανελέητα
το πιο καθάριο αίμα της καρδιάς μου

 

Ο ΠΛΟΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥ (1986)

 

ο πλοηγός του απείρου, 1

 

είναι ανεξακρίβωτες οι προθέσεις του
καθώς σιωπηλός μας οδηγεί
πέρα από τις γνωστές θάλασσες
πλοηγός του απείρου
με πρόσωπο σκοτεινό

έχουν πολλά να εξερευνήσουν
τα τυφλά μας μάτια
τα μυστικά της άλλης όχθης
τι κρύβεται πέρα από την αγάπη
πώς από μαύρο πυρήνα
εκσφενδονίζεται ακέραιο το φως

ο δικός του ουρανός
είναι μια έρημος με υπόγεια νερά
ένας ανεξερεύνητος γαλαξίας
όπου καίγονται οι ψυχές σαν άστρα

 

ο πλοηγός του απείρου, 2

 

το ένα χέρι αγγίζει τις πληγές
ενώ το άλλο ανιχνεύει το άπειρο
ενέργεια που μετατρέπεται σε λέξεις
λέξεις που μεγαλώνουν σαν τρυφερά βλαστάρια
και κάποτε σφυρηλατούν ένα μεγάλο άνεμο
που μόνο εκείνος καθορίζει
ανεξιχνίαστο το φάσμα της σποράς

αιώνες τώρα
στην τέφρα υφαίνεται το φως
ψηφίδες πόνου συνθέτουν το χαμόγελο
η άνοιξη κυοφορείται στη μήτρα του χειμώνα

ο πλοηγός του απείρου, 3

 

οι ποιητές είναι το πιο ψηλό κατάρτι
ο κόσμος φως
κι εσείς περήφανοι σαν ποιητές

οι ποιητές είναι τα φωτεινά αστέρια
κι εσείς ο απέραντός τους γαλαξίας

οι ποιητές είναι τα κόκκινα αιμοσφαίρια
κι εσείς οι φλέβες της οικουμένης

οι ποιητές είναι η μάνα γη
κι εσείς ο μυστικός τους σπόρος

οι ποιητές είναι παιδιά
ο κόσμος φως
κι εσείς αθώοι σαν ποιητές

ο πλοηγός του απείρου, 4

 

ξυπόλητος βαδίζοντας στην έρημο
καπνίζω το χαρμάνι γης κι ουρανού
η καύτρα από τα μάτια μου
τρυπάει την αιώνια σκοτεινιά
και λάμπει σαν αστέρι

δουλεύω μεροκάματο στις σκαλωσιές του απείρου
μέσα στο αίμα των αθώων
και τα σκατά των δολοφόνων
ένα παραμυθένιο κόσμο χτίζω της φαντασίας μου

μιλάω με τη φωνή της αρμονίας του χάους
στα σπλάχνα της αβύσσου δίνω ζωή
δίνω φωτιά και δίψα
προσφέρω την ψυχή μου σαν ποτάμι
μαύρο ψωμί για τους σκληρούς καιρούς

μυστικοί δρόμοι, 1

 

ταιριάστε μόνοι σας τις λέξεις
όπως τα αινιγματικά κομμάτια
που ένα ένα σχηματίζουν
την τελικά ωραία εικόνα
εγώ σας δίνω τη δική μου εκδοχή

μυστικοί δρόμοι, 2

 

αν πω γλυκό
αν πω γελούν
αν πω συντρόφισσά μου
μήπως κανείς θα καταλάβει
πόσο γλυκό είναι το χαμόγελο
πόσο γελούν τα μάτια σου
πόσο ζεστό είναι το χέρι σου
που με κρατάει σφιχτά

μέσα από χίλιες λέξεις καθημερινές
διαβαίνει το ακαταμέτρητο

 

μυστικοί δρόμοι, 3

 

ο πελαργός ταϊζει τα μικρά του
με ψήγματα ουρανού
είναι η στιγμή που τα φτερά
κρατάει στη στέγη διπλωμένα
ή μήπως όχι
το ένα πόδι υψώνοντας
και το λευκό κηρύκειο του λαιμού

 

γράμμα

 

στην Ισιδώρα

συγχώρα με για τον βαρύ χειμώνα
σου αναγγέλλω την επιστροφή των πελαργών
και σου χαρίζω δυο μικρά ποιήματα
να στροβιλίζονται στον κήπο σου
σαν ανοιξιάτικες νιφάδες
είσαι καλά;

 

μοίρα αγαθή

 

στην Ισιδώρα

αν είσαι πράσινο φύλλο
σ’ έρημο καπνομάγαζο
κι ούτε μια αχτίδα ήλιου
διαπερνά τα σκονισμένα τζάμια
όταν σε έσχατη απόγνωση
γυρεύεις τις πηγές σου
θυμήσου πως στην κωμόπολη σουγκ-λι της κίνας
υπάρχω εγώ

περίτεχνο ψηφιδωτό και φως

προορισμένος να χαϊδεύω τα γυμνά σου πέλματα

 

κασταλία πηγή

 

γαλάζιο σύννεφο
μικρό πουλί
δώρο της τύχης και της άνοιξης
σαν ινδιάνος ονομάζω το παιδί μου

ζεστή φωτιά
αρκούδας γούνα απαλή
ανθισμένο καλύβι σ’ ένα κόσμο ερημιάς
σαν εσκιμώος ονομάζω το παιδί μου

πρωινή δροσιά του χόρτου
φτερουγίζει στο μέτωπό του
η ανάσα του σαν κόκκινο μπαλόνι
υψώνει επίκληση στον ουρανό
με δέος η απεραντοσύνη
αγγίζει τα δυο του χρόνια

κι εγώ ισοβίτης από τοίχο σε τοίχο
τα βήματά μου που μετρούσα
λούζομαι τώρα στις μυστικές του λέξεις
με τα νύχια στην πέτρα ζωγραφίζω το φως

 

ΞΕΝΕΣ ΧΩΡΕΣ 1991

 

ξένες χώρες

 

πέρασα από τον ύπνο σε δωμάτιο σκοτεινό
γύρισα σε μιαν άλλη ξένη χώρα

πίσω απ’ την πόρτα ζει ο δικός μου κόσμος
από τη χαραμάδα εισρέει
και στα θαμπά μου μάτια διαχέεται
ηχεί το σήμαντρο μιας παιδικής φωνής
ανάμεσα στο τέλος την αρχή
τις σκόρπιες συλλαβές των λέξεων
απλώνεται καπνός κρασί
μεθυστικό ανθρώπινο άρωμα
ακούγεται ένα γέλιο κοντινό
σαν γυναικεία δάχτυλα που ανιχνεύουν
τη μουσική κάτω απ’ το δέρμα

πίσω απ’ την πόρτα ζει ο δικός μου κόσμος
το φως στον ύπνο που δεν χάρηκα
το φως που τώρα δεν αγγίζω
καθώς ξεφτίζει στο κατώφλι μου

πέρασα από τον ύπνο σε δωμάτιο σκοτεινό
γύρισα σε μιαν άλλη ξένη χώρα

 

μοναξιά

 

έρημος είναι μια θάλασσα χωρίς νερό
θάλασσα είναι μια έρημος χωρίς άμμο
μια έρημος και μια θάλασσα συνθέτουν τον ουρανό
ένα θε κι ένα ου
όπου καταποντίζεται πλησίστια η ψυχή μου

 

αχ

 

το ανέκφραστο μέσα στις λέξεις
η φωτιά στη ρίζα του καπνού
το άγγιγμα φυλακισμένο στην καρδιά του γρανίτη

χώρες που ποτέ δεν ταξιδέψαμε
χαρές που ποτέ δεν γνωρίσαμε
ένα χαμόγελο σε σφραγισμένα χείλη

πάνω στο πέτρινο ημερολόγιο
η σμίλη και το σφυρί σπασμένο

 

Καταγωγή

 

τι νάχει απογίνει ο πατέρας
ατμός θαλασσινού νερού
κι ύστερα σύννεφο που ταξιδεύει ανατολικά
αφράτο χώμα μήπως
της γλάστρας στο περβάζι
λουλούδι που ανθίζει
αλλάζει χρώμα και μαραίνεται
ή μήπως άγγιγμα
εκεί που δεν υπάρχει χέρι
δάκρυ αλμυρό
εκεί που δεν υπάρχει μάτι
σπάνια χαμόγελο
που διαγράφεται αχνό στην πρωινή ομίχλη

σε ξένη χώρα γύρισε ο πατέρας
σε χώρα άγνωστη μα και παράξενα οικεία
κει που πηγάζει απρόσιτο το φως
και μεταγγίζεται στο βλέμμα των παιδιών
και μέσα σε οδυνηρή διαφάνεια
μου γνέφει

 

Τα δέντρα

 

εξόριστα παιδιά τ’ ουρανού
για την απόλυτη αθωότητά τους
χωρίς πίκρα κατάντικρυ στο γαλάζιο
ανοίγουν μεγάλα πράσινα μάτια
κι άλλες φορές κίτρινα ή κόκκινα
χορδές της μουσικής και της μοναξιάς τους

τα δέντρα υμνούν το φως
ανάβοντας σιωπηλά το κάθε τους φύλλο
ψιθυρίζοντας ένα παιδικό τραγούδι
αγγίζοντας τη φουντωτή ουρά του ανέμου
φιλοξενώντας πουλιά κι αστέρια
έτσι μιλώντας για το απρόσιτο

τα δέντρα
ένα ουράνιο τόξο που φύτρωσε στη γη
φωτίζουν γαλήνια την αιωνιότητα
για τον άνθρωπο

 

ούτε ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου

 

μου λείπει η άνοιξη
η άνοιξη μετά βαρύ χειμώνα
που πλημμυρίζει τον αέρα φτερουγίσματα
το φως μου λείπει
απ’ τα γαλάζια μάτια σου
τις επτασφράγιστες τώρα μητέρα
πύλες του κόσμου

μου λείπει τ’ όνομά μου στα δικά σου χείλη
αυτά που μόνο εσύ για μένα ήξερες

τώρα δεν μένει τίποτα
ούτε το θρόισμα από το φόρεμά σου
μια νότα απ’ τη φωνή σου
μικρό ένα ξέφτι απ’ το χαμόγελό σου
τώρα δεν μένει
παρά να σκεπαστώ μ’ αυτό το τίποτα
και στο κενό βουβός να βλέπω
κάποιον που θάλεγες πώς είμαι εγώ
σαν τον χλωμό αντικατοπτρισμό
μιας παιδικής φωτογραφίας σου

 

άλφα στερητικό

 

μερικές φορές χαμογελούν ανεξήγητα
δεν ενδίδουν όμως ποτέ
ασυγκίνητοι μένουν στα δάκρυά μας
απρόσιτοι
όπως ο μυστικός κρουνός
που τη νύχτα σκορπίζει στον κόσμο

οι νεκροί
για πάντα άτρωτοι από τη μοναξιά ή την αγάπη

 

σαν ήλιοι θ’ ανατείλουν

 

στις άδειες κόγχες θ’ ανατείλουν
και θ’ αστραποβολήσουν κάποτε
σαν ήλιοι τα μάτια των νεκρών μας
το πετρωμένο τελευταίο δάκρυ τους
θα λιώσει

πλατύφυλλο το φως θα δώσει τέλος
στον ισοθάνατο εκπατρισμό τους
και θα γυρίσουμε όλοι αγκαλιασμένοι
από τον ξένο πάνω και τον ξένο κάτω κόσμο
στην κεντρική πλατεία της πατρίδας

ο μόνος που θα κλάψει τότε
θα είναι εκείνος που ονομάσαμε θεό
πρώτη φορά το πρόσωπό του φανερώνοντας
πάνω απ’ τις ψάθινες καρέκλες
ν’ ανθίσουν τα μπαλκόνια και τα σύννεφα
να σπάσουν στα σοκάκια οι στάμνες
να πλημμυρίσει ο χώρος μουσική

σαν ήλιοι θ’ ανατείλουν κάποτε
τα ωραία μάτια των νεκρών μας
θεός και άνθρωποι θα εξισωθούν στο φως

 

Το διπλό άλφα της αγάπης, 1994

 

Πατρίδα, 1

 

ωραία κυκλική λέξη η πατρίδα
με το διπλό άλφα της αγάπης
προαιώνιο εφαλτήριο του βαρδάρη
κυβόλιθος στην Εγνατία Οδό

μια σειρά όρθια γιώτα τα κάστρα της
λυγισμένα κατάρτια οι νεκροί της
που ναυλοχούν γαλήνια παραδίπλα
μέσα στην προσωρινή ομίχλη της νύχτας

ωραίος προορισμός η πατρίδα
με τη δική της μουσική του ρο
που είναι ρίζες και γίνεται ροή
κάτω από τους φανοστάτες της παραλίας
με τις πυγολαμπίδες στην απέναντι ακτή
πριν και μετά κάθε ταξίδι

το διπλό άλφα της αγάπης
και το δέλτα του ποταμού
που εκβάλλει στην απεραντοσύνη

 

γενέθλια πόλη,1

 

αγιόκλημα και ψάθινες καρέκλες
για να τσιμπολογάνε τα παιδιά
απ’ τα χουνάκια με τα τυπωμένα φύλλα
κι από το καλοτάξιδο πανί της Αίγλης
σπόρια ονείρου

εκεί στο τέρμα της ανηφοριάς
ο ήλιος ν’ αμολάει απλόχερα τους ήχους
από τα κατρακύλια και τα ξύλινα πατίνια
στο καλντερίμι της Αγνώστου Στρατιώτου

αριστερά και δεξιά πιο κάτω
ν’ απλώνεται η πλατεία ουρανός
με τα αρχαία λουτρά του Παραδείσου
και τ’ άσπρα σύννεφά της ν’ ανεμίζουν
σημαία στο καμπαναριό του Άη Δημήτρη

μέσα απ’ τη γη να ξεπροβάλλει
η ανθισμένη Παναγία Χαλκέων
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
όπως το χέρι του πατέρα
τους εφιάλτες στο σκοτάδι όταν έδιωχνε

η φλόγα απ’ το δαδί να λαμπαδιάζει
στο πρωινό δωμάτιο του χειμώνα
κάθε κατώφλι μια ζεστή ποδιά
και ο βαρδάρης άγριος παγερός και οικείος
ένας μεγάλος αδερφός, μια βεβαιότητα

διαρκώς να αλλάζουν και να μένουν
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
αμετακίνητη η Πλατεία Δικαστηρίων
απ’ όπου ξεκινούσε κι όπου τέλειωνε
η Εγνατία Οδός αυτού του κόσμου

 

λέξεις αμετανόητες

 

τα χρόνια μου έζησα εξόριστος
ένας μισοσβησμένος στίχος
σ’ αρχαία μετόπη της γενέθλιας πόλης

μέσα στο κάθε κύτταρό μου
ήταν γραμμένη η προαιώνια ουτοπία
έτσι ακριβώς όπως την είχε ονομάσει
ο καθημερινός τριγύρω θάνατος

πάντα ταξίδευα
αφού ο βαρδάρης σου με γέννησε
και το άλφα της αγάπης σου
με σφράγισε πατρίδα
αφήνοντας ορθάνοιχτες τις πύλες μου

ποτέ το ψέμα δεν προσκύνησα
την ποίηση δεν εγκατέλειψα
τα κάστρα στο γαλάζιο όταν προσεύχονται
πέρα ως πέρα φωταγωγημένα
από τα μάτια των παιδιών

 

ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΙ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ (1997)

 

I ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

 

την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας

 

την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας
εισπλέει αθόρυβα
στις γκρίζες γειτονιές του κόσμου
ο μέλλων χρόνος ως πέλμα αιλουροειδούς

ελεύθερο
το πάνσοφα αθώο βλέμμα των νηπίων
στον παρελθόντα χρόνο εναποθέτει
τα πορφυρά ενδύματα της εξουσίας

από το άλφα ως το ωμέγα
ευθύς τα γράμματα ενώνονται και ενοποιούνται
στο σχήμα του ήλιου ανατέλλουν τα παράθυρα
αρχαίοι λινοτύπες
συνθέτουν τίτλους με λευκά πουκάμισα
και κάτω από τα υψωμένα χέρια
το αύριο έκθαμβοι αναγγέλλουν στους εξώστες
κορίτσια αστραφτερά σαν χελιδόνια
με το άπειρο ολοζώντανο στα μάτια τους
στις στέγες αιωρούνται
και τα ερωτικά προαύλια
φωτιά από σύννεφα απλωμένη στα μαλλιά τους
συστάδες δέντρων διαρρηγνύουν την άσφαλτο
και σιωπηλά αναδύονται στο φως

έφηβοι κωπηλάτες λάμνουν
το πυροτέχνημα κορμί
και στο γαλάζιο εξακτινώνονται
ενώ τριγύρω τα περίπτερα
λικνίζονται στη μουσική
που ηδονικά τις χαραμάδες διαστέλλει

παρέκει ούτε μια μοίρα αστέρι μου
λιγότερο ούτε ένα στίχο από τον ουρανό

 

Άφυτος, 2

 

είναι γλυκό το φως
αιώνες που ωρίμασε στην απουσία
και αναδύεται τώρα σε αρχαία ερείπια

αστράφτουν γύρω τα ταπεινά του κόσμου
φύλλα ζουζούνια αγριόχορτα
μια σαύρα ακίνητη στο πρόσωπο της πέτρας
σαν προσευχή η μοναχική γυναίκα
στον δρόμο που ανεβαίνει προς τα μνήματα
ανάμεσα σε ξαφνικά λιλά και κίτρινα

είναι γλυκό το φως
μετά το ατέλειωτο ταξίδι στο σκοτάδι
και η μικρούλα έρημη εκκλησιά
με το θαμπό της κόκκινο

 

II ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΕΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΑΘΩΟΣ

 

ουτοπία αναρχικού λούστρου

 

κάθεται σταυροπόδι σ’ ένα σύννεφο
βουτώντας το πινέλο του
στο κασελάκι με τα χρώματα
το κασελάκι με τις λέξεις
με τον τζιλά και τ’ άλλα εκρηκτικά
και βάφει κόκκινα τα υποδήματα
κάθε περαστικού θεού
κόκκινο κόκκινο και μαύρο
ένα παιδικό μπαλόνι

με την απρόσεχτή του κίνηση
τα θαμπωμένα μάτια του
από του ήλιου την εγγύτητα
τα πάντα κάποτε αναποδογυρίζουν
και τότε στάζει ο ουρανός
μυριάδες άστρα

 

Θεσσαλονίκη

 

με το όμικρον του ονείρου στο τέλος
της δεύτερης μ.Χ. χιλιετίας

ξεχύνεται απ’ τα υψώματα στη θάλασσα
σαν κατρακύλι με το όμικρον του ονείρου
ανηφορίζει από τη θάλασσα στον ουρανό
σαν προσευχή με τη θαμπή φωνή του πλήθους

όχι κούφια και άφωνη
σαν τις πολύχρωμες κραυγές των διαφημίσεων
όχι φτηνή και χρήσιμη
σαν πλαστικό ουροδοχείο
όχι τυφλή
για τα παιδιά της
για τα δέντρα και τους ποιητές
για κάθετι παράλογα που ανθίζει

εβραία σλάβα αρμένισσα
ανατολίτισσα ρωμιά τουρκάλα
κοινότητα της αρετής και της παιδείας
επέμενε ο ανώνυμος εκείνος ζηλωτής
κρατώντας τη στιγμή μετέωρη
πάνω από τα παρελθόντα και τα μέλλοντα
πριν εξακόσια τόσο χρόνια

παγκόσμια πόλη ελληνική
αρσενική σαν τον βαρδάρη της
σαν τα ρεμπέτικα τραγούδια και τα καλντερίμια της
γυναίκα σαν την απεραντοσύνη
και σαν τον ήλιο στον φιλόξενό της κόλπο
μεθυστικά όταν βασιλεύει

παγκόσμια πόλη μακεδονική
με το διπλό άλφα της αγάπης
κυβόλιθο στην Εγνατία Οδό
με τον δικό της ουρανό Ναζίμ στα μάτια σου
κόρη της Ιωνίας
την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας στα κάστρα της
ψυχή της προσφυγιάς

καμένη κουρσεμένη ανίκητη

κοινότητα της αρετής και της παιδείας
που δεν δανείζεται αλλά δωρίζει
που ζωγραφίζει χαμογελαστές καμπύλες
στην ανθισμένη από το χώμα Παναγία Χαλκέων
με το αβέβαιο άρωμα της ουτοπίας
πατρίδα
με ανοιχτές τις πύλες απροσπέλαστη

κοινότητα της αρετής και της παιδείας
αρχαίο καράβι με κομμένες άγκυρες
μες στο νωχελικό φθινόπωρο της παραλίας
για το ατέλειωτο ταξίδι στο απρόσιτο
πέρα ως πέρα φωταγωγημένο
από τα μάτια των παιδιών

 

Όταν πεθαίνει ένα παιδί, 1

 

αβιταμίνωση
είναι όρος των στατιστικών δελτίων
η πείνα εξωραϊσμένη
αποπροσωποποιημένη
όπως θα τόνιζε και κάποιος διανοητής
λέξη χωρίς εικόνα

ένα παιδί είναι μονάκριβο
ένα παιδί πεθαίνει κάθε δευτερόλεπτο
με την κοιλιά πρησμένη
μάτια που δεν χωράνε πια στις κόγχες τους
σε χώρες που ονομάζονται εξωτικές
πεθαίνει στο κατώφλι του σπιτιού μου

όταν πεθαίνει ένα παιδί
πέφτει βαθύτατο σκοτάδι το ξημέρωμα
βρέχει μεγάλα δάκρυα λαμπερά
πέτρινα γίνονται τα φύλλα και τα δέντρα

όταν πεθαίνει ένα παιδί
ταράζεται ο ύπνος των αρχαίων νεκρών
κι από τη γη αναδύονται τα πρόσωπά τους
ενώ σαν χάλκινο πουλί
ο άνεμος τοξεύεται στο χώμα

όταν πεθαίνει ένα παιδί
οι λέξεις κι οι φωνές συντρίβονται
τριγύρω ο κόσμος καταρρέει

 

Αυτοβιογραφία, 1

 

κρατάω την ανθρωπότητα στην αγκαλιά μου
απλώνω τα σπασμένα δάχτυλα
και της χαϊδεύω τα μαλλιά
της γράφω παραμύθια
της ψιθυρίζω ποιήματα
και τη φιλάω τρυφερά στα μάτια
λες κι είναι ένα μικρό παιδί
ζεστό καφτό
και με τον εφιάλτη από τον ύπνο τρομαγμένο

λες κι είναι το δικό μου το παιδί
λες κι είναι όλα τα παιδιά του κόσμου
που αξίζουν ένα θαύμα καθημερινό
όπως το βότσαλο όταν αστράφτει
με χίλια χρώματα στα διάφανα νερά
και ζουν μέσα στο ψέμα και τον θάνατο

κρατάω την ανθρωπότητα στην αγκαλιά μου
να τη ζεστάνω για να ζεσταθώ κι εγώ
και της μιλάω για ν’ ακούσω ζωντανή φωνή
και κλαίω

 

επικίνδυνα έως απαράδεκτα αθώος

 

ο καλοκαιρινός μου ίσκιος
μακρύς, λεπτός κι αγέρωχος
ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ

αν το παιδί πράγματι είχε πει
ο βασιλιάς είναι γυμνός
μετά την πρώτη έκπληξη
τον πρώτο ίσως θαυμασμό και φθόνο
θα επέπιπτε ως είθισται η εξουσία
με τους λακέδες και τις πόρνες της
να το κατασπαράξει

ως είθισται αιώνες τώρα

καμία έκπληξη λοιπόν
όταν καλείται η αθωότητα να απολογηθεί
καμία έκπληξη όταν δοξάζεται η ατιμία
ούτε ίχνος παραπόνου
γι’ αυτά και τα χειρότερα
να βλέπουμε μονάχα και να ξέρουμε
και να μην επιτρέπουμε την αυταπάτη

και να κρατάμε ακέραια
στο στήθος μας την έκρηξη

ο καλοκαιρινός μου ίσκιος
μακρύς, λεπτός κι αγέρωχος
ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ

 

ΧΩΜΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ (1998)

 

βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως

 

μέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους
φορώντας τις μαγικές τους μπότες βυθισμένοι σε αχνά
χαμόγελα και φως κάθε πρωί εισπλέουν στο νηπιαγωγείο
της γειτονιάς οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
σαν μπίλιες απ’ τις τσέπες τους στο χώμα απλώνουν
όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού μας δείχνουν τον θεό που
δεν πιστέψαμε σκορπίζουν στον αέρα θαύματα που δεν αξίζουμε
με μιαν ανάσα τους στηρίζουν την ετοιμόρροπη ζωή μας

 

το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα

 

την ώρα που ένιωθα ασφαλής στην πέτρινη σιγή
του κόσμου άνοιξαν ξαφνικά οι μυστικοί κρουνοί το
απομεσήμερο και η αυλή πλημμύρισε κίτρινες πεταλούδες
γιορταστικά πολύφωτα ιπτάμενα ίχνη του απρόσιτου
που ενεδρεύει την ώρα που ένιωθα ασφαλής με
ξύπνησε το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα κι είδα
μέσα στο φως να ξεπροβάλλει η τίγρη

 

σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως

 

προφέρετε τις λέξεις απαλά σαν να κρατάτε με τα
χείλη μιαν αχτίδα φως και σταθερά σαν μια μπουκιά
ψωμί στα δόντια ύστερα αφήστε τις να περιπλανηθούν
στην ερημιά για λίγο σ’ άγριες γειτονιές κι εκεί
που ζουν και μεγαλώνουν τα παιδιά στο χώμα
προφέρετε τις λέξεις απαλά με τα δικά τους σχήματα
με τις δικές τους μουσικές και εικόνες σαν να κρατάτε
με τα χείλη μιαν αχτίδα φως ή την ψυχή του
ναυαγού όταν μοναχική επιστρέφει στην πατρίδα

 

ένα ποτάμι στοιχειωμένο

 

ένα ποτάμι στοιχειωμένο είναι το αίμα μου από
προγόνους και μνήμες σκοτεινές λάμψεις της αστραπής
που σχηματίζουν λέξεις ταξίδια μυστικά σε χώρες
που ποτέ δεν γνώρισα ένα ποτάμι στοιχειωμένο
είναι το αίμα μου μια μουσική ένα μελλοντικό καράβι
πλησίστιο που περιπλανιέται σε κατακόμβες
φωτεινές του γαλαξία

 

και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω

 

όταν το κάτι αυτό το οτιδήποτε για μένα θα τελειώσει
και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω, θα είμαι
εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει το ύψιλον στα
μυστικά, στη νύχτα, στην ψυχή, η απαλή καμπύλη
στο αύριο το χι στο χάδι ή στο χώμα της πατρίδας
σας. όταν το κάτι αυτό το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει
στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει θα σας
αγγίζει απαλά θα σας ζητάει χαμογελώντας το αδύνατο

 

Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999

 

μαθητεία, 2

 

και πάλι υπέβαλα στο άγνωστο
τις πέντε αισθήσεις μου και την ψυχή μου
και έγινα δεκτός στην πρώτη τάξη
του σύμπαντος σχολείου της αγάπης
τα τραύματά μου γράφοντας σαν όνομα
στο εξώφυλλο της καθημερινής ζωής.
είναι καλός για άνθρωπος
λένε οι δάσκαλοι μου με τον τρόπο τους
μια φλαμουριά που αγγίζει το μπαλκόνι μου
ένα γατί που περπατάει νωχελικά στον ήλιο
θα μάθει γρήγορα
όσα μπορεί να μάθει.
κι εγώ επιμένω
αφού δεν έχω πού αλλού να πάω
μερόνυχτα εγκύπτω
και λέω πως συνεχίζω τις σπουδές μου
σ’ αυτό το πρώτο και πιο δύσκολο σχολείο
απ’ το οποίο δεν προβλέπεται αποφοίτηση

 

κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

 

δέντρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά
και κάτω απ’ τις κραυγές των γλάρων
το ωδείο

στο πάρκο της Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα
κοιτάζοντας προς τη μεριά της θάλασσας.
κάποτε φάνηκες
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
και μέσα στην ομίχλη μου χαμογελούσες.
στις μύτες στάθηκες να με φιλήσεις
κι ύστερα έφυγες

κι όσο, χρόνο το χρόνο, στο βάθος σβήνεις
τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου.
μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα
πως είσαι δεκαοχτώ χρονώ
κάπου έξι μήνες πιο μικρή από μένα
πηγαίνεις στο παλιό ωδείο
σε λεν Σιμόνη
κι αγαπιόμαστε τρελά

 

γαλάζιο βαθύ σαν αντίο

 

κι έμεινα μόνος
με το γαλάζιο έλεος
της τελευταίας στιγμής στα μάτια σου
γαλάζιο ωκεανός και σιωπητήριο
γαλάζιο που με γέννησε
με φώτιζε και με σκοτείνιαζε
που ακτινοβολούσε και φτερούγιζε
έμεινα μόνος με το βαθύ γαλάζιο
σαν αντίο στα μάτια σου
μητέρα

 

Ευτυχία

 

σε γνώρισα σε χρόνο παρελθόντα ή μέλλοντα
με κάτι από τους γαλαξίες στο βλέμμα σου
στην κίνηση σου κάτι από γατάκι ή τίγρη
στο φόρεμά σου κάτι από το φως
σε κάποιαν άλλη εποχή πρέπει να ζήσαμε μαζί
σε κάποια χώρα μακρινή σε ξέρω
ξέρω όταν χαμογελάς κάθε ρυτίδα σου
κι όταν σωπαίνεις ξέρω
το σκοτεινό βελούδο των ματιών σου
σε νιώθω τώρα μέσα μου να αναδύεσαι
γεύομαι και μυρίζω κάθε σου τόπο μυστικό
είσαι ο αρχικός μου κωδικός
ψυχή αιώνια παρούσα και απρόσιτη

 

Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα

 

ένας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο
μόνος στον κόσμο
ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά στο τζάμι
δέντρα για τα παιδιά
καράβια για τα όνειρα
ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους
παραμονή
και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα

 

εδώ τελειώνει αυτό το παραμύθι

 

μια φορά κι έναν καιρό
στα βάθη της ανατολής
ζούσε ένα ήλιος μόνος.
σχεδόν παράνομος
με την πυρακτωμένη του καρδιά
προορισμένος ν’ ανατέλλει
να φωτίζει
πάντα να βρίσκεται στον ουρανό
και να τα βλέπει όλα

είπε η γιαγιά του κόσμου
γι’ ακόμη μια φορά θλιμμένη
εδώ τελειώνει κάπως πρόωρα
αυτό το παραμύθι
ώρα να πάτε για ύπνο

ε, όπως πάντα
ο ήλιος έζησε καλά
κι εμείς βεβαίως καλύτερα

 

είμαι όσα μού δόθηκαν

 

είμαι όσα μου δόθηκαν
μια στάλα κόκκινο στο απέραντο του μπλε
ένα ελάχιστο κομμάτι από το τίποτα
ήχους του κάποτε στον άνεμο σκορπίζω
με το δικό μου όνομα
γράφω για τον δικό σας πόνο
που ούτε δικός μου είναι ούτε δικός σας
δεν είμαι εγώ λοιπόν που σας μιλώ
γιατί εγώ είμαι όσα μου δόθηκαν
γιατί εγώ δεν ξέρω καν ποιος είμαι
τώρα απομένει να επιστρέψω
εκεί που κάποτε ξεκίνησα
να επιστρέψω εκεί που οφείλω
το εγώ που είμαι
και που ποτέ δεν γνώρισα

 

Μυστικά και θαύματα (2007)

 

είναι τοπίο μυστικό

 

με το ποίημα αυτό εύχομαι
μια δημιουργική χρονιά
στους φίλους μου

όπως σε γυάλινη επιφάνεια
σκορπίζεται άνυδρη η ψυχή
το ποίημα δεν είναι λέξεις
δεν είναι σύμβολα με το μελάνι στο χαρτί.
το ποίημα είναι πλάσμα ζωντανό
που ελλοχεύει μέσα στην ομίχλη
είναι τοπίο μυστικό
που ξαφνικά αναδύεται στο φως.
όταν πουλί γεννιέται το βαθύ γαλάζιο
και άστρο το κόκκινο στον ουρανό

 

δακρύζοντας κάθε φορά τυφλός

 

μέσα στις στάχτες μου ενεδρεύεις
που εγώ σκαλίζω μάταια με τις λέξεις
δακρύζοντας κάθε φορά τυφλός.
είτε μιλήσω, είτε σιγήσω
θα ‘μαι για πάντα σιωπηλός, το ξέρω.
είτε γελάσω, είτε δακρύσω
θα ‘μαι για πάντα μόνος.
μόνος λοιπόν και σιωπηλός
τηρώ τις προαιώνιες εντολές
αναζητώ μια χώρα απρόσιτη
δακρύζοντας κάθε φορά τυφλός

 

πράσινα αινίγματα στο φως

 

αν ήταν ξαφνικό φτερούγισμα οι λέξεις
και απαλή σκιά
στα κουρασμένα βλέφαρα του οδοιπόρου
κι ακόμη αν ήταν
ήχος και λάμψη
πράσινη επίκληση της γης στον ουρανό
λέξεις κοινές
κι όμως εκστατικές σαν θαύμα
τότε θα έγραφα ένα μικρό τραγούδι
να ψιθυρίζει και ν’ αστράφτει
στα δέντρα όπως τα φύλλα

θα έγραφα ένα βελούδινο άγγιγμα
αινίγματα και μυστικά στο φως

 

μοναχικός λύκος αναζητά ουρανό

 

αυτόν που κρύβει η νύχτα στα ψηλώματα
απ’ το γαλάζιο βλέμμα του

όρθιος σε χιόνι απάτητο
αναζητά βουνίσιο πέρασμα
να ξεδιψάσει με το πρώτο φως

μαύρη σιγή
λευκή σιγή απροσπέλαστη
και το αίμα του που στάζει αργά
κόκκινο ως το χάραμα
αίμα του λύκου σαν το φως
το μακρινό εκείνο
μάταιο φως

 

κόσμος της τίγρης, κόσμος του χαμού

 

ένα σπουργίτι στην ξερή μου γλάστρα
και η γυναίκα έρημη πίσω απ’ το χνώτο της
στο απέναντι μπαλκόνι
παράθυρα κλειστά και παγωμένο χώμα
γυμνό σκοτάδι από ψηλά στα τζάμια
χειμώνας άτεγκτος
που δεν παρηγορεί, δεν ψεύδεται
κόσμος της τίγρης, κόσμος του χαμού
πόνος από τον ουρανό ως την άσφαλτο
και θάνατος
θάνατος που χορεύει στο κενό
και στροβιλίζεται
ποιος ζωγραφίζει θαύματα πάνω στους τάφους
ποιος είναι εκείνος
που μας δίδαξε όλες τις ερωτήσεις
και καμία απάντηση
σαν έντομα ποιος στις σελίδες καρφωμένους
μας περιεργάζεται
κόσμος της τίγρης, κόσμος του χαμού
όρθια δέντρα και τυφλά βήματα στο πλακόστρωτο
ριπές ανέμου
φώτα που ανάβουν δω κι εκεί στη γειτονιά
απορημένα
ψυχές μέσα στο δέος της νύχτας
που ονειρεύονται

 

και ούτε καν γνωρίζει τ’ όνομά της

 

υπάρχουν, είπε, μυριάδες ενοχές
η αθωότητα όμως είναι μία
μία και μόνη στη δική της χώρα
και ούτε καν γνωρίζει τ’ όνομά της
έκθαμβη μέσα στα θηρία περιφέρεται
όλα τα βλέπει
όλα τα ανέχεται
σ’ όλα σκορπίζει το δικό της φως
φως ολοφάνερο και μυστικό
που σβήνει και δεν χάνεται
με χίλια χρώματα λευκό
απορημένο φως

μικρό μου χειμωνιάτικο πουλί
ανυπεράσπιστο τραγούδι τ’ ουρανού

 

μικρό, ελάχιστο, ανοιξιάτικο του κόσμου

 

μην φύγεις
ξαναγύρισε
εγώ εδώ θα ‘μαι να σε περιμένω

μικρό, ελάχιστο, ανοιξιάτικο
φτερούγισμα σε παγωμένους δρόμους
κόκκινο και βαθύ γαλάζιο
όνειρο στην ψυχή του κόσμου

κι αν γίνω στάχτη μες στη φλόγα μου
ατμός πάνω από ξένη θάλασσα
χόρτο που ψιθυρίζει μυστικά στον άνεμο
χρώμα βαθύ όταν δακρύζει ο ουρανός

κι αν φύγεις
και ποτέ σου δεν ξαναγυρίσεις
εγώ εδώ θα ‘μαι να σε περιμένω

 

το χαρούμενο ποίημα

 

έπεσε σαν νιφάδα από τον ουρανό
και στροβιλίστηκε στα μάτια των παιδιών

μα τι γυρεύει ένα ποίημα χαρούμενο
σ’ αυτόν τον λυπημένο κόσμο;
και τι γυρεύει ένας κόσμος λυπημένος
σ’ αυτό το χαρούμενο ποίημα;

τίποτα δεν γυρεύουν
δεν έμαθαν ποτέ γραφή και ανάγνωση
26 σχόλια:
με λάμψεις κίτρινες φωτίζει

με λάμψεις κίτρινες φωτίζει
τον κόσμο της η επουράνια τίγρη
φωτίζει τα παιδιά κάτω απ’ το γκρίζο ατσάλι
ή μέσα στα χαλάσματα
πέρα απ’ τις άκρες των ματιών μας
πιο σιωπηλά απ’ την έρημο
πιο άδεια από τον ουρανό

φωτίζει λέξεις κίτρινες
λέξεις σε αποφάσεις, διακηρύξεις
ωραίες λέξεις σε ποιήματα

με λάμψεις κίτρινες φωτίζει
τον κόσμο της η επουράνια τίγρη
άδικο, άτιμο, ανελέητο
ένα κόσμο δίκαια καταδικασμένο

 

στις πράσινες κερκίδες τ’ ουρανού

 

το βλέμμα μου κι η καλοκαιρινή σιωπή
το απομεσήμερο κάτω απ’ τις λεύκες
ήχος ξερός των φύλλων στην πνοή του ανέμου
σαν αραιά χειροκροτήματα
στις πράσινες κερκίδες τ’ ουρανού

κι έπειτα, ξαφνικά, το κόκκινό σου φόρεμα
σημαία και λάμψη, εμβατήριο
συμπυκνωμένο φως
και η στιγμή με την κομμένη ανάσα της

 

και πάλι στα κρυφά ανθίζει ο κόσμος

 

στα κρεμασμένα ρούχα ξεστρατίζουν
αχτίδες του ήλιου και η δροσιά
των δέντρων που δειλά αναθρώσκει
στο φως μικρές αυλές απλώνουν
χρώματα κι ευωδιές, παιχνίδια
χορταριασμένη απλώνουν τη γαλήνη τους
κάτω απ’ το πίσω μου μπαλκόνι

είναι μια μέρα καθημερινή
και είναι σαν να λείπουν όλοι
και όμως σαν να είναι όλοι εκεί

γελιέμαι ή μήπως πάλι στα κρυφά
ανθίζει ο κόσμος;

 

με χίλια χρώματα ονειρεύεται το φως

 

δρόμος στο χρώμα της νυχτερινής σιγής
και ο διαβάτης μόνος
πυκνή βροχή πίσω απ’ τους φράχτες
το όρθιο μαυροπράσινο των δέντρων
προαύλια έρημα, γυμνά παράθυρα
κι οι φανοστάτες ηττημένοι απ’ το σκοτάδι
και ξαφνικά
μια εξώπορτα ανοίγει ξαφνικά
με χίλια χρώματα το φως
στο πρόσωπό της λάμπει κι ονειρεύεται

ναι, τόσο απλά
εκείνη, ο διαβάτης, άλλο τίποτα
με χίλια χρώματα ονειρεύεται το φως

 

σύννεφο εσύ κόκκινο στον ουρανό

 

να ξαναγεννηθούμε
με το δικό σου χάραμα ν’ ανθίσει ο κόσμος

να ξαναγεννηθούμε
σύννεφο εσύ κόκκινο στον ουρανό
άγγιγμα και ταξίδι εγώ σαν άνεμος

να ξαναγεννηθούμε
θάλασσα εσύ των τροπικών
κι εγώ νησί μοναχικό στον κόρφο σου

δάσος εσύ, βελούδινο σκοτάδι
κι εγώ τ’ αγρίμι που προφέρει
με το χνώτο του τις μυστικές σου λέξεις

αγνοί, αθώοι, αθάνατοι
εσύ κι εγώ ψυχή και φως

 

ο μυστικός κήπος

 

κλείνουν τις πόρτες, τα παράθυρα
βουλώνουν με κουρέλια κάθε χαραμάδα
κι ενώ στα σκεύη στην κουζίνα ηχούν
και το διπλό κρεβάτι τρίζει
ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο

ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο μυστικά
μεταμορφώνεται σε πουπουλένιο στρώμα
τα φύλλα και τα πράσινα κλαριά
γίνονται επιδερμίδα, χείλη
γίνονται κεντημένα μαξιλάρια

με τα λουλούδια και τα σιντριβάνια του
με χώμα μυρωμένο, αφράτο
ανθίζει ο κήπος στο δωμάτιο
τα γκρίζα πρόσωπα μιας άλλης εποχής
θυμούνται και παράξενα φωτίζονται
στου τοίχου τις παλιές φωτογραφίες

ο κήπος κατακτά και παραδίδεται
εξερευνά κι ανακαλύπτει
με χίλιες δυο κραυγές, επιφωνήματα
με αναστεναγμούς και βογκητά
ως το μακρόσυρτο αχ και τη σιγή του τέλους

όλα τριγύρω είναι καθημερινά
κι όμως ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο
ο προαιώνιος κήπος
από το τίποτα σαν θαύμα ξαφνικά

 

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα

 

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι
αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ’ τα κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια

 

κίτρινο ξωτικό, κόκκινος χρόνος

 

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
λουσμένο στα θολά νερά του χρόνου

στο κίτρινό του πέρασμα μες στην ομίχλη
στο χώμα στρώνονται και πάλι οι ράγες
αρχίζει από το χτες ένα ταξίδι ατέλειωτο
ακούγεται μια μουσική
και ξεπροβάλλουν σπίτια σιωπηλά
μια ελευθερία παράνομη
στην κόκκινη καρδιά του χρόνου

στο κίτρινο του πέρασμα μες στην ομίχλη
δακρύζει κείνο το τίποτα της νιότης μας
που ήταν τα πάντα

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
στις γειτονιές που δεν υπάρχουν πια
κι από το Χαριλάου ως το Βαρδάρι
χτυπάει το καμπανάκι του
σαν φωτισμένο τραμ και σαν κορίτσι
που υπόσχεται τον ουρανό

 

ραμφίζει μάταια την παγωνιά

 

μνήμη Τάσου Σταϊκόπουλου

χειμώνας
τ’ αστέρια ανελέητα μακρινά
οι κορυφές των πεύκων σκορπίζουν
ένα γκρίζο τίποτα στο χώμα
κι είναι η ψυχή μας σπουργίτι
που ραμφίζει μάταια την παγωνιά

στην καφετέρια θαμπώνει ο κόσμος
θαμπώνουν οι φωνές
η άδεια καρέκλα στο τραπέζι
κι εμείς τριγύρω
θαμπώνει τ’ όνομά σου
κάτω η πόλη
όλα όσα ζήσαμε μαζί

παράξενα η μνήμη
θαμπώνει με το χνώτο της τα μάτια
μιαν άδεια Κυριακή

αντίο φίλε

 

εξαίσια άνθη του νερού

 

άδειασε η μέρα
έσβησε η πίκρα της ζωής.
κοιμούνται τώρα εκείνοι κι ονειρεύονται
σε μυστικά λιβάδια τ’ ουρανού.
εκείνοι τώρα ταξιδεύουν
σε σήραγγες ανεξερεύνητες της απουσίας.
παιδιά που ξαναγύρισαν σε χώρα μαγική
μάτια που ψιθυρίζουν χιλιάδες χρώματα
μέσα στο φως
άνθη της μνήμης
εξαίσια άνθη του νερού

 

λεξικό συνωνύμων

 

τόσες φορές που σε ξεφύλλισα μες στις παλάμες μου
ντύθηκες πια τη δική μου επιδερμίδα
τόσες φορές που σε χαϊδέψανε τα μάτια μου
έχεις πια πάρει κάτι από το μπλε.
φτάσαμε εδώ που φτάσαμε μαζί
ουλές και τραύματα εσύ χαρτί από ξύλο
ουλές και τραύματα εγώ μολύβι από ψυχή
λέξεις από μελάνι εσύ
εγώ από δίψα.
κι έτσι όπως γέρνεις δίπλα μου βουβό
και περιμένεις στωικά τη σκέψη μου
αρχίζω πάλι να ρωτάω για την παλιά μας λάμψη
αρχίζω πάλι μέσα σου ν’ αναζητώ το φως

 

οικόσημο του χρόνου το αγριόχορτο

 

παραθυρόφυλλα κλειστά στο φως
ένας εξώστης που λυγίζει
κάτω από παιδικές φωνές
κάτω απ’ τη μνήμη της χαράς
στα σάπια ξύλα του.
ξεθωριασμένα χρώματα
στους τοίχους και τα κεραμίδια
και στη ρωγμή φυτρώνει
οικόσημο του χρόνου το αγριόχορτο.
το αρχοντικό της νιότης πέτρωσε
κι η περηφάνια τώρα σιωπηλά
ιστορεί τη θλίψη της στον ουρανό.
απέναντι ο αιωνόβιος πλάτανος
το γκρίζο αμίλητο
κι ένας διαβάτης βιαστικός στο χιόνι

 

το χώμα παραμένει χώμα

 

το χώμα σιωπηλά συνθέτει
τα μαγικά του κόσμου.
πουλιά κρυμμένα στα φυλλώματα
το ρίγος στην επιδερμίδα σου
πάνω απ’ τα θαμπωμένα μάτια μας
αστέρια.
όμως το χώμα παραμένει χώμα.
το φως που πρόσκαιρα αναδύεται
στο χώμα πάντοτε επιστρέφει.
στο χώμα καταφεύγει η μνήμη
και χάνονται τα ονόματα,
στο χώμα πάλι ανθίζουν
τα μυστικά του κόσμου

 

το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο

 

παρόλα όσα ισχυρίζεται η αρχή
το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο.
χωρίς ωραία ενδύματα
το σώμα αναγνωρίζει την αλήθεια του
με τη λευκή σημαία της
η οθόνη άνευ όρων παραδίδεται
στον θεατή που έχει ήδη αποχωρήσει.
το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο
ενώ και πάλι μυστικά
τα χρώματα στην άδεια οθόνη αναδύονται

 

αιωνιότητα

 

όλα θα σβήσουν, όλα θα χαθούν.
τα δάκρυα μου στον ωκεανό
τα χρώματά μου στο ουράνιο τόξο
το όνομά μου στα φωνήεντα της σιγής.
όλα θα σβήσουν, όλα θα χαθούν.
κι εσύ μια μέρα
σ’ άγνωστα μάτια θ’ αγαπήσεις
μεθυστικό κι ανώνυμο
το ίδιο προαιώνιο φως

 

ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας

 

πια δεν υπάρχει τόπος
πια δεν υπάρχει χρόνος
πια δεν υπάρχει φως.
για να διαβάσει σιωπηλά το πρώτο θαύμα.
πως χάθηκαν τα ονόματα
πως έλιωσαν τα μάρμαρα
πως σκόρπισαν στο τίποτα οι γκρίζες στάχτες.
τα δάκρυα
οι λέξεις
όλα τα χρώματα κι οι μουσικές
πως συμπυκνώθηκαν στην αρχική γαλήνη.
και με μια κόκκινη έκρηξη
πως κάποτε ακούστηκε
και πάλι ανεξερεύνητος
ο μυστικός λόγος της ουτοπίας

 

Το μυστικό αλφάβητο (2010)

 

αφιέρωση

 

στο μυστικό αλφάβητο
που γράφει με ανοιχτά φτερά
ένα θαλασσοπούλι στο γαλάζιο

στο αλμυρό νερό
στις μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα από την ομίχλη στο λιμάνι

στους γερανούς
που υψώνουν τα σπασμένα χέρια τους
μάταιη επίκληση στον ουρανό

στην πολιτεία
που αποπλέει για τ’ όνειρο
με κόκκινα πανιά το ηλιοβασίλεμα

σε όσους κάθονται απέναντι βουβοί
μες στο σκοτάδι και καπνίζουν
και ταξιδεύουν με τα παιδικά τους χρόνια στ’ άστρα

και στη στιγμή που χάνεται
που κρύβεται στα μάτια σου
και λάμπει για να μην δακρύσει

 

κόσμος παράξενος

 

και μαγικός, ανεξιχνίαστος
μέσα στο πράσινο και το βαθύ γαλάζιο του
μέσα στο κόκκινο
που κάποτε τον γέννησε και τον φωτίζει.
να το που ξεπροβάλλει
ντυμένο την ομίχλη τ’ όνειρο
να τη που αναδύεται
μοσχοβολώντας φρέσκο χώμα η απουσία
κι ο άνεμος με μυστικές φωνές και ξεχασμένες.
κόσμος παράξενος και μαγικός
ανεξιχνίαστος στο φως και το σκοτάδι του
κόσμος εκστατικός
στο ελάχιστο του απέραντος

 

θα αγαπηθούμε ατέλειωτα

 

θα σκοτεινιάσει ο ουρανός στην παραλία
και θα απομείνουν τα σκόρπια φώτα
και η υγρή τους λάμψη στα πλακάκια
η θάλασσα θα ψιθυρίζει ένα παλιό σκοπό
καθώς στο βάθος θα ανατείλει το περπάτημά σου
ένα χαμόγελο ύστερα
το ανεπαίσθητο άρωμα της προσμονής
μια λέξη πριν το άγγιγμά σου

θα αγαπηθούμε ατέλειωτα
εκείνο το θλιμμένο δειλινό ως το χάραμα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
σκορπίζει κόκκινα πουλιά στον ουρανό

φθινόπωρο
με χρώματα βαθιά, ηδονικά, ανερμήνευτα.
ακούς πως φτερουγίζει ο άνεμος στα κεραμίδια;
γλιστράει από τις χαραμάδες
σφυρίζει ένα νυχτερινό τραγούδι
σκορπίζει κόκκινα πουλιά στον ουρανό.
φθινόπωρο
το φως γίνεται σύννεφο
και στα μαλλιά σου χαμηλώνει μυστικά
ένας θλιμμένος άγγελος
κάθισε δίπλα σου δειλά
και σου κρατάει το χέρι

 

ερήμωσε απόψε η παραλία

 

ερήμωσε απόψε η παραλία
χωρίς ν’ ανθίζει ούτε ένα φως
στο μαύρο χώμα τ’ ουρανού.
κι έμειναν μόνα τους τα εφηβικά μας χρόνια
να περιμένουν το πλοίο για την απέναντι ακτή.
Λευκή το λένε πάντα ή Ευδοκία
αστράφτει τώρα μέσα στην ομίχλη
λες κι είναι χάραμα
λες κι είναι εξαίσιος ήχος μυστικός.
και να που ακούγονται φωνές
τραγούδια στο κατάστρωμά του
και να που κόκκινα φορέματα ανεμίζουν
για μια στιγμή η νύχτα πλημμυρίζει φως.

ερήμωσε απόψε η παραλία
και μέσα στο ψιλόβροχο
έμεινε μόνη της η επίκληση στους φανοστάτες
στα ξεχασμένα πρόσωπα
η μάταιη, η αιώνια προσδοκία

 

τα χρώματα είναι φως

 

από τις μυστικές πηγές της μνήμης
τα χρώματα εκστατικά στα μάτια σου ανατέλλουν
λάμψεις, ήχοι βελούδινοι
φωνήεντα ενός άλλου κόσμου

εξαίσιο άρωμα
εξαίσιες λέξεις μουσικές
τα χρώματα είναι φως
τα μάτια σου είναι φως
πλάσματα του βυθού
εξόριστη ομορφιά
μέσα απ’ τα δάκρυα που αναζητά τον ουρανό

 

μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο

 

ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές
σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου

αυτό είναι η μνήμη

ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει

 

πυκνό βελούδινο σκοτάδι

 

στην έρημη πλατεία από νωρίς
λυσσομανάει ένας βαρδάρης απροσκύνητος
πυκνό βελούδινο σκοτάδι
σκοτάδι θηλυκό ανεξερεύνητο
στα τζάμια πέφτει τούφες-τούφες
η γειτονιά υποδέχεται βουβή
την άλλη όψη τ΄ουρανού

την ώρα εκείνη που όλα ξεθωριάζουν
από τις χαραμάδες εισχωρούν
και διαγράφονται ολοκάθαρα οι σκιές
προφέρουν ήχους μυστικούς, εκστατικούς
λόγια ανεπαίσθητα
στα έπιπλα τριγύρω απλώνουν
ένα άρωμα
ένα παλιό λησμονημένο χάδι

παράξενα που σβήνει τότε ο πόνος
παράξενα που λάμπει η μνήμη
παράξενα που η νύχτα αστράφτει
μες στο δικό της φως

 

δεν γνώρισα ποτέ το Σαλιχλί

 

εκεί γεννήθηκε ο πατέρας μου
εκεί ξεψύχισε ο παππούς μου
όμως εγώ
δεν γνώρισα ποτέ το Σαλιχλί

τα τρένα όταν σφυρίζουν στον σταθμό
φωνές και γλώσσες μυστικές
δεν άκουσα
το αιωνόβιο επιφώνημα των δέντρων
από τις χαραμάδες της αυγής
τα χόρτα όταν νοτίζουν τα αρχαίο λιθόστρωτο

κορίτσια με πολύχρωμα φορέματα
δεν είδα
δεν αγάπησα
τη γειτονιά ν΄αχνίζει μες στο σύθαμπο
ένα λευκό κοπάδι τ’ ουρανού
το απέραντο γαλάζιο να ξεφτίζει

δεν γνώρισα ποτέ το Σαλιχλί
δεν πήγα και δεν έφυγα
ποτέ μου δεν ανάσανα το χνώτο του
γιορτάζουν όμως μέσα μου μεθυστικά οι ψυχές
όλες οι μακρινές του μουσικές
τα φώτα

 

έρημος

 

ματώνεις ολημέρα στον τροχό

σαν έρθουν τα βαθιά μεσάνυχτα
βάφεις με το αίμα
κόκκινο έναν χαρταετό
και τον υψώνεις με σπασμένα δάχτυλα
στον ουρανό να λάμπει σαν αστέρι

κάθεσαι στο παράθυρο μετά
μακριά τον βλέπεις και δακρύζεις

έτσι γεννιέται τ’ όνειρο

 

όνειρο

 

να περπατάς ανάλαφρα
σαν μακρινό τραγούδι
κι όλα ν’ ανθίζουν γύρω σου
μες στον μπαχτσέ το σούρουπο
ένας γαλάζιος άνεμος
ν’ ανάβει ξαφνικά τα φώτα τ’ ουρανού
λόγια δειλά στα φύλλα να σου ψιθυρίζει
τα χρώματα που χάθηκαν
στα μάτια σου εξαίσια ν’ αστράφτουν πάλι
σαν άρωμα να σε τυλίγουν μυστικά

να είσαι εκεί όπως παλιά
κι όπως παλιά να μ’ αγαπάς

 

έρωτας

 

τα χόρτα χάιδευαν τα πόδια της
ο αέρας τα μαλλιά της
η πρωινή δροσιά ριγούσε στη επιδερμίδα της

κι ο ουρανός;

μόλις την είδε στ’ ανοιξιάτικο λιβάδι
ο ουρανός
κατέβηκε αργά και μίκρυνε
και έγινε στο χέρι της γαλάζια ομπρέλα

 

έρωτας, 2

 

χάθηκε η πόλη μες στα φώτα της
κι έπλεε μόνη η βάρκα στ’ ανοιχτά.
χαμογελούσε εκείνη
με το πιο βαθύ της θάλασσας.
άρχισε τότε η νύχτα να προφέρει
λέξεις μυστικές, ηδονικές
άρχισε να χιονίζει ο ουρανός
κόκκινα και γαλάζια ξέφτια στα μαλλιά της.
έμεινε εκείνος θαμπωμένος
και η στιγμή ανάμεσά τους κάπου
εκστατική για πάντα

 

τίτλος σε βουρκωμένο ποίημα

 

ξέφυγε ανεπαίσθητα και πέφτει
διάφανη και λαμπερή σταγόνα
γράμμα αναλφάβητο
τους στίχους ένα- ένα που νοτίζει
μέχρι το σκοτεινό υπόγειο της γραφής

ψηλά τα μάτια σου εκστατικά
τίτλος σε βουρκωμένο ποίημα

 

είσαι

 

ένα επιφώνημα
τα μυστικά εξαίσια όργανα
που αιφνίδια θρυμματίζουν τη σιγή

μια λάμψη
που δραπετεύει από τα σύννεφα
οι ιαχές στο γήπεδο
που στιγμιαία διαρρηγνύουν
τις γκρίζες πύλες τ’ ουρανού

είσαι
βαθύ πηγάδι αφύλαχτο
σε ανθισμένη αυλή

 

σαν ποίημα μιας εποχής για πάντα ξεχασμένης

 

όπως το σούρουπο ανθίζει η θάλασσα με σκόρπιες λάμψεις
και μυστικές φωνές μέσα στα χόρτα τρεμοφέγγουν
έτσι αναδύομαι κι εγώ απ’ το σώμα μου στο άγγιγμά σου

μας περιμένει μια παραλία ερημική μες στο σκοτάδι
με κόκκινα πανιά ένα πλοίο που όλο τον χρόνο ταξιδεύει
η ανάσα σου ένας ψίθυρος μες στο δικό μου χνώτο

αγάπησέ με
σαν όνειρο στα μάτια ενός παιδιού
σαν ποίημα μιας εποχής για πάντα ξεχασμένης
και σαν το κάτι εκείνο που δεν δόθηκε ποτέ και σε κανένα
6 σχόλια:
φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει

μ’ αρέσει αυτό το κάτι στη φωνή σου
ήχος αχνός κι εκστατικός
ένα φτερούγισμα που απλώνεται τριγύρω
όπως όταν στο βάθος τ’ ουρανού χαράζει
κι όλα τα άλλα φώτα χαμηλώνουν

μ’ αρέσει αυτό το κόκκινο στις λέξεις σου
θαμπό σαν τη φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει
και φανερώνει ξαφνικά τη λάμψη και το χρώμα της

δρόμος μακρύς κάτω απ’ τα κάστρα
κι είσαι η πλατεία με τις μουσικές στο τέρμα του

 

μέσα στο αχ και μέσα στ’ όνειρο

 

λευκές καμπύλες απαλές πάνω στο σκούρο
μια χώρα μαγική, ουτοπική
που εκτείνεται σε θαμπωμένα μάτια
άγνωστη σε κάθε λόχμη και κρυψώνα της
με το γυμνό και το βελούδινο
ακόμη ανεξερεύνητο

ψηλά μια τούφα καστανά μαλλιά
στα μαξιλάρια βυθισμένα
κι ως κάτω ανεπαίσθητο
ένα σκίρτημα
μια λάμψη υγρή μελωδική
που στην επιδερμίδα αχνά λικνίζεται

όλα είναι απλά και ηδονικά
όλα είναι δέος
από τα γόνατα ως τους ώμους
κι ως το εξαίσιο τόξο του λαιμού
ως το πυκνό σκοτάδι στην ανάσα της
που ψιθυρίζει λέξεις μυστικές

βαθύσκιο πρόσωπο εκστατικό
μέσα στο αχ και μέσα στ’ όνειρο

 

εκείνο το ατίθασο κόκκινο τ’ ουρανού

 

βουβαίνονται στην παραλία οι φανοστάτες
που άλλοτε ψιθύριζαν εκστατικά το όνομά της
μια βάρκα μόνη αργά λικνίζεται
σε σκοτεινά νερά
εκείνο το ατίθασο κόκκινο τ’ ουρανού
τώρα δειλά αποσύρεται στο βάθος

το πρόσωπο της πολιτείας χλομιάζει
γέρνουν τα φύλλα
τα χρώματα διαλύονται που θάμπωναν τα μάτια
μάτια που τώρα βλέπουν καθαρά
κάθε επιφάνεια και κάθε σχήμα
το αύριο ή το τίποτα

άτυχη αγάπη
που κάποια μέρα χάνεται
όπως ο δρόμος, η πλατεία, οι μουσικές
όπως το άγγιγμα ή το φως
και πια απομένει μια λάμψη αχνή
ή κάτι από ψυχή
πάνω στα κάστρα

μια λάμψη αχνή
μια θύμηση
μια γεύση από χαρτί και δάκρυ

 

στη διάλεκτο της μοναξιάς

 

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
ένα γαλάζιο αστραφτερό κι απρόσιτο
μια δίψα
ψηλά στο μυστικό κελάρι τ’ ουρανού
μπρούσκο εκλεκτό της μνήμης

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
όπως γυναίκα σε φανταστική οθόνη
που ως αργά τη νύχτα μεταφράζει όνειρα
στη διάλεκτο της μοναξιάς

όσοι εδώ μέσα μπήκαν έφυγαν
άφησαν πίσω τα βιβλία τους, τις μουσικές
κάτι απ’ το χνώτο τους
ένα αποτσίγαρο μες στον πηχτό ντελβέ

άφησαν πίσω τους κενό και αινίγματα
κάδρα που όρθια γέρνουν
χρώματα που θαμπώνουν μες στο φως
διπλό κρεβάτι για το αχ χωρίς το άγγιγμα
τον κούφιο ήχο του νερού στο μπάνιο
ένα λυγμό που δεν διαλύει
την πέτρα μέσα της

στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
σαν ποίημα που υπόσχεται το μακρινό ταξίδι
ή σαν ψυχή που πρόδωσε
αυτό το κάτι στη φωνή της
και τώρα πνίγεται μέσα στο καθημερινό της τίποτα
μέσα στην έπαρση και τη λαχτάρα της

 

να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο

 

σ’ ένα δωμάτιο παλιό, μοναχικό
σ’ ένα δωμάτιο γκρίζο
να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο
και το κόκκινο
να μου διαβάζεις ήχους, μουσικές
να μου διαβάζεις ποιήματα

στο μισοσκόταδο τα μάτια σου να λάμπουν
να κελαρύζει, να μοσκοβολάει η φωνή σου
να πλημμυρίζει το δωμάτιο λέξεις μυστικές
που αχνίζουν και θαμπώνουν τα παγωμένα τζάμια

στα χείλη σου να ανθίζει
ένα χαμόγελο κρυφό
όπως πετούμενο που ξαφνικά φτερούγισε
σε ερειπωμένο σπίτι
ή ο ξενιτεμένος που επιτέλους γύρισε
στη μία και μοναδική πατρίδα του

να μου διαβάζεις ποιήματα
και να μ’ αγγίζεις με το φως
με κείνο το αχνό λησμονημένο όνειρο

 

δυο λέξεις έξι γράμματα

 

το όνειρο είναι όνειρο
αυτό είναι σ’ αγαπώ

από το άλφα ως το ωμέγα του
αυτό είναι σ’ αγαπώ

δυο λέξεις που κανείς
δεν πρόφερε ως τώρα
και μόλις ανακάλυψα εγώ

με την ομίχλη
με το άρωμα του ονείρου
όμως απτές, πραγματικές
όπως η γη
όπως η ανάσα σου

εσύ τρομάζεις κι εγώ τρέμω
μα σ’ αγαπώ
μ’ όλα τα γράμματα
μ’ όλα τα ρήματα
τα επιφωνήματα
με τη σιωπή μου
σ’ αγαπώ

 

παλιές γραφές και θαύματα

 

πειρατικό καράβι στ’ ανοιχτά
μες στην ομίχλη με σημαία τ’ όνειρο
κόκκινο και βαθύ γαλάζιο
σ’ ένα χρώμα μονοσύλλαβο
όπως το δάκρυ τ’ ουρανού
ή το φως
αυτό είσαι

κι εγώ
ρίγος αιχμάλωτο
στον ήχο της φωνής σου
βαθειά στα μάτια σου
κρυμμένη λάμψη
καυτή ανάσα
που ανεμίζει τα μαλλιά σου

έκθαμβος μελετώ
παλιές γραφές και θαύματα
αναζητώ τον μυστικό ορίζοντα
όπου ελλοχεύει η μοίρα

 

αχνίζει λουλουδιάζει όπως το κύμα

 

χορταριασμένες πέτρες στο λιμάνι ο χρόνος
κόκκινες στέγες που θυμίζουν φως
στο βάθος η μεγάλη πόλη
στο βάθος όνειρο θαμπό η παραλία

μοναχικό ένα χελιδόνι
μέσα στα ξέφτια που σκορπίζει
καθώς ομίχλη ο ουρανός

κι όμως σε βλέπω ξαφνικά
να πλησιάζεις με το ανάλαφρό σου βήμα
να πλησιάζεις με τ’ ανήσυχα σου χέρια
να πλησιάζεις με τα εκστατικά σου μάτια
σε βλέπω
σε γνωρίζω αγάπη

γνωρίζω την κομμένη ανάσα σου
που υψώνεται δειλά στο στήθος
και ψιθυρίζει όπως το κύμα
αχνίζει λουλουδιάζει όπως το κύμα
έως ότου σβήσει ο άνεμός της
έως ότου
προφέρει λέξεις μυστικές
εκείνο το χλωμό το μελαγχολικό
στα χείλη και το πρόσωπό σου

σε βλέπω
σε γνωρίζω αγάπη
ικέτης στο δικό σου φως

 

πέρα απ’ τις λέξεις

 

πώς ονομάζει η γη τον ουρανό
το έρημο νησί τον άδειο ορίζοντα
η νύχτα τη στιγμή που ξημερώνει;

ποια λέξη υπάρχει
για το σούρουπο στα μάτια σου
το μουσικό βελούδο στην αφή σου;

πώς λέγεται
το μονοπάτι στην παλάμη σου
το ουράνιο τόξο
στο χρώμα της φωνής σου
και το καμίνι στην ανάσα σου
μ’ όλα τ’ αρώματα το άγριο μέλι
που αναβλύζει στην επιδερμίδα σου;

πώς είναι ο ήχος
για τη λάμψη εκείνη
πώς τα φωνήεντα
που εκφράζουν το φτερούγισμα
τη μυστική πηγή που κάποτε μας γέννησε
και την ψυχή που έγινε θάλασσα
και μας ενώνει;

ποια είναι η γλώσσα
που μιλάει το φως;

 

ομίχλη

 

πέπλο διάφανο υγρό
σύννεφο χάδι ερωτικό
στην παραλία ως το λιμάνι
από τη γη ως τον ουρανό

ομίχλη
από κρυστάλλινες στιγμές
της μνήμης ή της προσμονής
ομίχλη από νότες μυστικές
σκόρπιες κραυγές των γλάρων

ομίχλη
της δύσης ή της χαραυγής
αιώνια ομίχλη μαγική
αίνιγμα στο εξώφυλλο
στο πάντα αδιάβαστο βιβλίο του κόσμου

ομίχλη
που συνθέτεις τ’ όνειρο
που πέφτεις και πυκνώνεις
και χορεύεις στο νερό
σαν παραμύθι παιδικό
σαν θαύμα

 

ένα ποίημα

 

ένα ποίημα
από παλιό σκοτάδι
από θολό πυκνό βυθό
που αναδύθηκε στο φως

ένα ποίημα
γυμνό
εμπρηστικό
κόκκινο επιφώνημα
της φλόγας ή της αστραπής

ένα ποίημα
μυστικό
εξωτικό
κι όμως απλό
κι όμως γλυκό
κι όμως απέραντα μαγευτικό

ένα ποίημα
που δεν γνωρίζει
το άρωμα
τη μουσική
το ίδιο τ’ όνομά του

ένα ποίημα
ένα τρέμουλο στα γόνατα
ή τα χείλη
που κρύβεται και φανερώνεται
και λάμπει

εσύ

 

πιστεύετε στα θαύματα;

 

ρώτησε το φεγγάρι στο μπαλκόνι μου
σκορπίζοντας ανταύγειες τα μεσάνυχτα

ψιθύρισε η γαρδένια στο περβάζι μου
με το λευκό της άρωμα

απόρησε μες στις πευκοβελόνες το σπουργίτι
ραμφίζοντας τα ψίχουλα του ανέμου

εγώ κι εσείς
κι όλα όσα βλέπετε είναι θαύματα
τους χαμογέλασε δειλά η άνοιξη τριγύρω
και θαύματα όσα ποτέ σας δεν θα δείτε

με θαύματα γεννιέται πάντα και πεθαίνει ο κόσμος
με θαύματα που κρύβονται μέσα στο φως
πριν απ’ το φως
πέρα απ’ το φως

 

εκρηκτικά το κόκκινο ενεδρεύει

 

η αμέλεια
είναι πιο επινοητική από την προμελέτη

ένα όνειρο
που διαφεύγει από τη λήθη
και ξεφτισμένο στο γαλάζιο υπερίπταται
έχει πιο αιχμηρές γωνιές
από κάθε αστικό τετράγωνο

οι υπνοβάτες
στο γκρίζο μάταια εκπαιδεύονται
η επιφάνεια στην άσφαλτο
στο ρυθμικό τους βήμα οι πεζοπόροι

στη λάμψη του σηματοδότη
στις χαραμάδες της παλάμης
εκρηκτικά πάντα το κόκκινο ενεδρεύει

 

αισιοδοξία

 

μια λάμψη
στο μαύρο χώμα τ’ ουρανού

ένα λουλούδι
πάνω στον τάφο του
ή ένα χαμόγελο
σε ραγισμένο πρόσωπο

ο έρωτας
μπροστά στον θάνατο

 

μια κιμωλία στον μαυροπίνακα  (2012)

 

Ζω

 

τη στιγμή που ένα παιδί
στο βλέμμα του σηκώνει
την οδύνη αιώνων

τη στιγμή που το φτερό
με ένα του άγγιγμα
το σίδερο λυγίζει

ζω τη στιγμή
που ακούω εκστατικά
τη μελωδία των χρωμάτων

ζω στο έλεος των θαυμάτων

 

ποίηση

 

η θλίψη από την παιδική καρδιά του κόσμου,
μια θλίψη τελεσίδικη μέσα στο φως

 

παντού εκεί

 

γυναίκα όρθια μαυροντυμένη
πάνω από ανθισμένο τάφο
ή έφηβος αχνά
σε πλατεία του κάποτε
ένα γαλάζιο έστω ξέφτι τ’ ουρανού

μπορεί και ξαφνική νεροποντή
σ’ έρημη πολιτεία
ίσως ακόμη ένα δειλό φτερούγισμα
ενώ έχει χαθεί από χρόνια
στο βάθος το μικρό πουλί

σπασμένα δάχτυλα
που αφήνουν ίχνη στο χαρτί
το ποίημα
παντού εκεί όπου καταφεύγει
απαρηγόρητη η ψυχή

 

το ανέκφραστο που εκφράζουν

 

είναι στιγμές που οι λέξεις δραπετεύουν
από τη σκέψη
από τα χείλη
απ’ τις σελίδες των βιβλίων
και γίνονται ένα μπλε βαθύ
ή της φωτιάς το κόκκινο σε ζωγραφιά
του έρωτα και τ’ ουρανού

άλλοτε πάλι ξαφνικά
το ανέκφραστο που εκφράζουν
γίνεται νότες
μουσική νυχτερινή
σ’ έρημο δρόμο με αρχαίους κυβόλιθους

κανείς δεν ξέρει
ποιον άλλο κόσμο θα συνθέσουν
κανείς δεν τις αναγνωρίζει
καθώς στη νέα τους διάσταση
χαμογελούν
αδιόρατα, ανεπαίσθητα
αινιγματικά

 

αχνό κουρέλι

 

στο πάτωμα διακρίνω σχήμα ακαθόριστο
ίσως μικρό χαρτί σκισμένο
αχνό κουρέλι
και σκύβω για να το σηκώσω

μα με ξεγέλασε
μια αδέσποτη του ήλιου αχτίδα
που ξέφυγε από τις κουρτίνες
και κάτω εκεί παράξενα
τα δάχτυλα και την παλάμη μου
τώρα φωτίζει

ή μήπως πρόκειται
για την εξαίσια λάμψη εκείνη
στο πρωινό χαμόγελό σου
που γλίστρησε και έπεσε
από τα θαμπωμένα μάτια μου

 

το κάτι εκείνο και το τίποτα

 

είμαι ένα σύννεφο το δειλινό
που αναζητά το απέραντο βαθύ γαλάζιο
με κόκκινο για να συνθέσει το δικό σου χρώμα

στην έρημο είμαι κόκκος άμμου
που λαχταράει τον άνεμο
για να τρυπώσει στα μαλλιά σου

είμαι ένα άγγιγμα στα δάχτυλα
ψίθυρος στην κομμένη ανάσα σου
χάδι απαλό στους ώμους
ένα χαμόγελο που ξάφνου αστράφτει
στα μελαγχολικά σου μάτια

στη άκρη της αβύσσου είμαι
το μυστικό αλφάβητο
το κάτι εκείνο και το τίποτα
που αναδύθηκε στο φως
για να ζητήσει τη δική σου αγάπη

 

αίνιγμα

 

με κάποιο τρόπο μαγικό
η ανάμνηση έχει γίνει προσμονή
κι όλες οι σκονισμένες μέρες μου
έχουν λουστεί στα μάτια σου
αστράφτει η Κυριακή στη γειτονιά
σαν καθαρό πουκάμισο φρεσκοσιδερωμένο

λοιπόν τι να ‘ναι αυτό το ρίγος
αυτή η εξαίσια λάμψη
οι σπίθες στο μισάνοιχτο παράθυρο
το ξεχασμένο άρωμα στο χώμα
η μουσική που πάλι ακούω στο μπαλκόνι μου
τι να ‘ναι αυτό το κόκκινο πουλί
ανάμεσα στα φύλλα
μεθυστικό σαν άνοιξη;

φωνή, ανάσα, ανάλαφρο περπάτημα
ή ξαφνικό χαμόγελο
τι να ‘ναι αυτό το θαύμα;

 

ένα χάος κατασκότεινο που αστράφτει

 

όπως σε κάθε απάντηση
τα νέα πάντα ερωτήματα
όπως στον πυρήνα του ήλιου
το αρχέγονο σκοτάδι

γαλήνια θάλασσα
θάλασσα απέραντη τα μάτια σου
και μνήμες
μνήμες της καταιγίδας
ναυάγια στον βυθό
ανεξερεύνητα

είσαι το νήμα στον λαβύρινθο
η έξοδος στο βάραθρο ή το φως
ένα χάος κατασκότεινο
που αστράφτει

 

εκστατικά

 

σιγή
απέραντη σιγή
σαν από θάλασσα βαθιά
πολύ βαθιά
σιγή με λάμψεις
που συνθέτουν φως
ένα άλλο φως
πιο μαγικό
εκστατικό
μια νύχτα κι έναν ουρανό
μια δίψα

σιγή
που εκπέμπει μουσικές
που πλημμυρίζει χρώματα
κι όλα είναι απλά
μεθυστικά
όλα είναι τώρα
και ύστερα
και πριν
και πάντα

τα μάτια σου

 

άγγιγμα

 

σαν ξαφνικό φτερούγισμα
σ’ έρημο σπίτι
μ’ όλα τα χρώματα
κάθισε πλάι μου
και φώτισέ με

μ’ όλες τις μυρωδιές σου
μέθυσέ με
με την ανάσα σου
φλόγισε και γαλήνεψέ με

μίλησε
χαμογέλασε
κάθισε πλάι μου
κι αγκάλιασέ με

 

πρόταση

 

έχω
μια αρκουδίσια αγκαλιά
τη θέλεις;

μεγάλη και ζεστή
και χωρίς ίχνος μαύρου
το μαύρο κρύβεται
πίσω απ’ το πράσινο στα μάτια μου
κι είναι μόνο για μένα
για σένα φυλάω το βαθύ γαλάζιο
και ιδίως το κόκκινο

τι λες;
θα σου χαϊδεύω τα μαλλιά
τη λακουβίτσα στον λαιμό
την άλλη εκείνη στην παλάμη σου
θα σε χαϊδεύω με το χνώτο μου
χνώτο απαλό, μοναχικό
του δάσους
λιγάκι απελπισμένο

ααα …
κι ένα παραμύθι μαγικό
ένα παραμύθι θα σου ψιθυρίζω
και βέβαια της αγάπης
γλυκά τα δυο μας για να κοιμηθούμε
σαν τα μικρά παιδιά
για πάντα

 

μαθαίνω πάλι να διαβάζω

 

όπως σε σκοτεινό δωμάτιο
από τις χαραμάδες εισχωρεί
παρήγορη μια αχτίδα φως
και ξαφνικά στη μνήμη
μ’ ένα δειλό φτερούγισμα
αστράφτει το γαλάζιο
μαθαίνω πάλι να διαβάζω
τα μυστικά φωνήεντα στο άγγιγμά σου

το βλέμμα μου στο όνειρο
μαθαίνω πάλι να εμπιστεύομαι
στο μονοπάτι που ελίσσεται
ανάμεσα σε απαλές καμπύλες
ως τη διάφανη κοιλάδα της παλάμης σου

αυτός ο δρόμος δεν αρχίζει και δεν φτάνει
δεν έχει λύση το αίνιγμα
αυτή η ισόβια μαθητεία στο θαύμα

 

αχ

 

είσαι μια προσμονή
μια μυστική φωνή
ήχος βημάτων στο πλακόστρωτο
που σβήνει τις κραυγές της πόλης

είσαι ένα ρίγος
φτερούγισμα στα γόνατα ως τα δάχτυλα
και τα μισάνοιχτά σου χείλη
η μουσική από λευκά σεντόνια

είσαι ένα χνώτο υγρό
μεθυστικό
σπαρακτικά ηδονικό

στα μάτια μου είσαι φως
μια μακρινή πατρίδα
λάμψη βαθιά στον ουρανό
οικεία και άγνωστη
και μαγική

είσαι βελούδο εκστατικό
ένας σπασμός κι ένας λυγμός
που δεν τελειώνει

 

όσα για λίγο τιθασεύει η προσμονή

 

πορτοκαλί ημίφως στο δωμάτιο
μισάνοιχτα τα χείλη
μισάνοιχτα τα γυναικεία γόνατα
όσα για λίγο
πολύ λίγο τιθασεύει η προσμονή

μάτια υγρά απάτητα
ψιθυριστή φωνή
ένα ρίγος ανεπαίσθητο
που διατρέχει την επιδερμίδα
και τη βελούδινη κομμένη ανάσα

μετέωρη η στιγμή
πάνω απ’ την άβυσσο
μετέωρη η φωτιά
στις χαραμάδες
μέχρι το πρώτο άγγιγμα
το πρώτο εκείνο αχ

 

νυχτερινό τοπίο μετά την καταιγίδα

 

ούτε ένας ήχος
εισχωρεί
ούτε μια δίπλα στην πολύχρωμη κουρτίνα
κυματίζει

κάτι ακαθόριστο, θαμπό
κάτι σαν φως που φτερουγίζει
κάνει τον ξένο χώρο οικείο

εισπνέω την ανάσα σου
εισπνέω το ρίγος
εισπνέω την απαλή σου επιδερμίδα
σπαρακτικά υγρή και ηδονική

και τη στιγμή
στα μάτια και τα χείλη σου
λόγια παράξενα
και λόγια μαγικά
να ψιθυρίζει

 

μνήμη

 

ο συνήθης τόπος των εκτελέσεων, εκεί όπου
οι νεκροί έχουν για πάντα αλώσει την ψυχή μας

 

τι

 

τι σκοτεινό ποτάμι η μνήμη
για να πνιγείς ή ν’ ανασάνεις
ν’ απλώσεις ένα χέρι στο κενό

τι μουσική πάνω στους τάφους
και τι πολύχρωμα φορέματα
τι θρίαμβος της καρδιάς
πικρός
σαν ένα χάραμα με δίχως φως
σαν ένα σούρουπο με δίχως νύχτα
σαν μια ζωή

τι άδειος ουρανός η μνήμη
κόκκινο σύννεφο που πάει να διαλυθεί
και λάμπει

 

αργά το βράδυ

 

η μουσική αργοσβήνει
και ξεθωριάζουν
τα χρώματα και οι λάμψεις

με την ανάσα της
στην πέτρα και το σίδερο
η γειτονιά ησυχάζει
κάπου μακριά
μια εξάτμιση πυροβολεί
το προαιώνιο πυκνό σκοτάδι

πίσω απ’ τα κλειστά παραθυρόφυλλα
είναι αργά
πολύ αργά το βράδυ

οι σκόρπιες ζωγραφιές ψηλά
και οι τυφλές οθόνες αντικρίζουν
ατέλειωτες σειρές βιβλία στα ράφια
μάταιες επικλήσεις
χρόνο ατέλειωτο χωρίς επιστροφή
κι ανάμεσα σε μια γωνιά
εκεί που ένα κορίτσι
ξένοιαστα χαμογελάει στο κάδρο
κι ο τοίχος ανεπαίσθητα ραγίζει
μόνος με βλέμμα αμίλητο
κάθεται ένας άντρας
και θυμάται

είναι αργά
πολύ αργά το βράδυ

 

γιατί

 

χτυπάω όλη τη νύχτα
τη σιδερένια εξώπορτα
περίτεχνη
με τις θαμπές της παραστάσεις
ασήκωτη
με αιώνων μνήμες

χτυπάω όλη τη νύχτα
τόσο που μάτωσαν τα χέρια
ένα-ένα έσπασαν τα δάχτυλά μου

το ξέρω πως δεν μ’ ακούει κανείς
αυτή την ώρα η γειτονιά κοιμάται
κι ούτε ένα δεν φωτίζεται παράθυρο
το ξέρω πως το σπίτι
είναι από χρόνια ακατοίκητο
ερειπωμένο
κανείς δεν περιμένω να μ’ ανοίξει
ούτε κι εκείνα τα φαντάσματα
που ακόμα τριγυρίζουν
ανάμεσα στους γκρεμισμένους τοίχους
που ακόμα λάμπουν
όπως το πρώτο φως το χάραμα

όμως δεν έχω άλλο σπίτι
άλλη πατρίδα
χτυπάω για ν’ ανοίξω εγώ από μέσα

 

Κυριακή στην Πλατεία Δικαστηρίων

 

απέραντη στην ερημιά της η πλατεία
το βροχερό εκείνο σούρουπο της Κυριακής
πίσω απ’ τις στάλες να χλομιάζουν σκόρπια τα φώτα
κι από τα λούκια το νερό
να γουργουρίζει στο πλακόστρωτο

υγρά και μόνα τα συρματοπλέγματα
γύρω απ’ το λυμφατικό παρκάκι
υγρά και μόνα τα αρχαία αγάλματα
βαθιά μέσα στο χώμα
και το παιδί στη μπαλκονόπορτα
το τζάμι να θαμπώνει με το χνώτο του
και να το ζωγραφίζει με το δάχτυλο

νυχτώνει και θα ξημερώσει
στην πινακίδα απέναντι
του τέταρτου αστυνομικού που στάζει
στα παραπήγματα λίγο πιο πάνω
στα σκυθρωπά της μέγαρα τριγύρω
στα μάτια που περίμεναν και περιμένουν

νυχτώνει και θα ξημερώσει
με άλλο όνομα, άλλη όψη της πλατείας
θα αποκαλυφθούν τα αγάλματα
θα φωτιστεί εκθαμβωτικά
θα εξωραϊστεί η πλατεία
θα μεγαλώσει το παιδί
θα ξαναρχίσει ο κύκλος και θα κλείσει

και θα’ ναι ίδια εκείνη η Κυριακή
κι απέραντη στην ερημιά της η πλατεία

 

κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

 

καμιά φορά αργά το βράδυ
ξαναγυρίζω στο παλιό μας σπίτι
με προσμονή την πόρτα ανοίγω
αναζητώντας μέσα στο σκοτάδι
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

με το κλειδί στο χέρι ακόμα
το σιδερένιο εκείνο, το μεγάλο
από δωμάτιο σε δωμάτιο τριγυρίζω
αγγίζοντας, μυρίζοντας και βλέποντας σχεδόν
σε κάθε αέρινο μου βήμα

μήπως και είναι κάπου εδώ
πάντα ζεστό το χέρι του πατέρα
του αδερφού μου η προστατευτική αγριάδα
κι αυτή της μάνας μου
η πανταχού παρούσα απουσία
μήπως και είναι εδώ
το καλογυαλισμένο μας βαρύ τραπέζι
η φωτογραφία που χαμογελάει στον τοίχο
με τα πολύχρωμά του σχέδια το χαλί
μήπως και είναι εδώ
το πάτωμα, οι τοίχοι, το ίδιο το σπίτι
μήπως ακόμα μπαίνει από την μπαλκονόπορτα
η απέραντη πλατεία που αγαπούσα

και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι κλαίω
κλαίω απελπισμένα στ’ όνειρό μου
τα δάκρυά μου όλα τα θαμπώνουν
όλα όσα το φως της μνήμης καταυγάζει

 

σαν

 

ωραία μέρα σήμερα
μεθυστική
με μυρωδιές και χρώματα
μες στη λιακάδα
σαν ανθισμένη φλαμουριά
κάτω από το μπαλκόνι μου

ωραία μέρα σήμερα
σαν άνοιξη
σαν νιότη
σαν θαμπωμένα μάτια
σαν το αίμα όταν φουντώνει
και σαν έρωτας

ωραία μέρα σήμερα
σαν τίποτα
τίποτα να μην χάθηκε για πάντα

 

παράξενο επιφώνημα

 

ανάλαφρα εισχωρεί
απ’ τα κλειστά παράθυρα
και τις παλιές φωτογραφίες
από τις ανεπαίσθητες εκείνες χαραμάδες
ανάμεσα στα φύλλα των βιβλίων

αύρα
ομίχλη γκρίζα με γαλάζια μάτια
χαμόγελο που ψιθυρίζει αχνά
όπως παλιά το όνομά μου

παράξενο κενό
παράξενο επιφώνημα
η απουσία
όπως χαρούμενος λυγμός
ή ένα άλφα που αρχίζει όταν τελειώνει

 

δεν είμαι μόνος

 

κάποιες στιγμές
κάποιες πολύχρωμες κλωστές
που αιωρούνται στο κενό
μες στην ομίχλη

μάτια γαλάζια
φωτεινά
μάτια γλυκά
κι όμως θλιμμένα, μακρινά
πηγές της μνήμης

ο ήχος μιας φωνής
φωνής από πολλές φωνές
και μουσική
καθώς προφέρει απαλά
το λάμδα στ’ όνομά μου

πέρα απ’ τον κόσμο
με καλούν
πέρα απ’ τον κόσμο
τις καλώ

κι είμαστε ένα
μέσα μου όπως πάντα ένα
εγώ και οι σκιές
οι αγαπημένες μου σκιές

δεν είμαι μόνος

 

εξουσία

 

ένας εφιάλτης που δραπέτευσε
από τα μουσεία φρίκης του μέλλοντος

 

δέος

 

είσαι η απουσία μου
το μυστικό πριν από μένα
πριν απ’ το πρώτο χάραμα

κρύβεις και κρύβεσαι
ένα ουδέτερο που είναι πάντα θηλυκό
κυοφορείς τα θαύματα
και χάνεσαι στην πρώτη λάμψη μου
ενώ ποτέ δεν παύεις μέσα μου να υπάρχεις

είσαι το αρχικό
μα και το τελευταίο ερώτημα
το προαιώνιο δέος

είπε το φως

πυκνό βελούδινο σκοτάδι
καταγωγή μου και πατρίδα μου

 

μοναχικό πουλί σ’ άδειο ουρανό

 

κανένα όνειρο δεν μένει ατιμώρητο
κανένα ξέφτι από βαθύ γαλάζιο

καράβια ταξιδεύουν σ’ άγνωστα νερά
λιβάδια ανθίζουν
παλιά καινούρια γράμματα
προφέρουν μακρινές φωνές
το μυστικό αλφάβητο του κόσμου

πυκνή ομίχλη μες στο χάραμα
κι ένα μοναχικό πουλί σ’ άδειο ουρανό

 

στα μαύρα σύνορα

 

βαδίσαμε μέρες και μήνες
χρόνια βαδίσαμε σαν μόνο μια στιγμή
μες σε λιβάδια και φαράγγια
και στην πολύβουη ερημιά των πόλεων
κοιτάζοντας τ’ αστέρια ή το χώμα
μα πάντα μέσα στην ομίχλη
ακολουθώντας πάντα τους σταυρούς
που πίσω αφήναμε
πάντα ρωτώντας και μην παίρνοντας απάντηση

φτάσαμε τέλος στα μαύρα σύνορα
χωρίς ποτέ να ξέρουμε
εκείνον που μας οδηγούσε
χωρίς ποτέ να ξέρουμε
αν θέλαμε να φύγουμε ή να μείνουμε
και αν θα αφήναμε ή θα βρίσκαμε
μια ξένη χώρα ή την πατρίδα

από τα σύνορα λοιπόν σας γράφω τώρα
αυτές τις μάταιες λέξεις στο σκοτάδι
μόνος μου με τους λίγους που απόμειναν
και τυχερός την τελευταία στιγμή
ένα σπασμένο χέρι που μπορώ
να τους απλώσω ή να κρατήσω

 

εδώ τελειώνει ο κόσμος

 

σιγή
απέραντη σιγή
γκρίζο παντού έως μαύρο
αμίλητο

φεύγω
βυθίζομαι στο τίποτα
βουβός κι εγώ
βυθίζομαι στο μέγα δέος
ανυπεράσπιστος
επάνω στο χειρουργικό τραπέζι
με την καρδιά τραυματισμένη και γυμνή

για μένα εδώ τελειώνει ο κόσμος
εκείνοι που πολύ αγάπησα
βιβλία, ταξίδια, χρώματα και μουσικές
εκστατικές στιγμές
όλα τα πλούτη της ζωής μου
σε μια στιγμή εξανεμίζονται

κι αυτό το κάτι μέσα μου
στο φως που επιμένει απελπισμένα
νιώθω να αποδέχεται το τέλος
νιώθω να παραδίδεται η ψυχή μου
στα αναπάντητα ερωτήματα
με προσδοκία δειλή ότι θα συναντήσω
εκείνους που έφυγαν πριν από μένα
να παραδίδεται στο χάος
στο άγνωστο ατέλειωτο ταξίδι

 

να γυρίζεις στο φως

 

ποτέ άλλοτε το πράσινο

δεν ήταν τόσο πράσινο
τόσο εκθαμβωτικά γαλάζιο το γαλάζιο

να γυρίζεις στο φως
σαν το μικρό παιδί
εκστατικά να ανακαλύπτεις
τα δέντρα και τη θάλασσα
ήχους και αρώματα
ένα χαμόγελο
θαύματα καθημερινά τριγύρω

να γυρίζεις στο φως
πρώτη φορά να είναι ωραίος
τόσο μεθυστικά ωραίος ο κόσμο

 

στον ουρανό

 

όπως αυτά που δεν σκεφτήκαμε
που δεν προλάβαμε
που δεν τολμήσαμε ποτέ

όπως η συντέλεια του μαύρου
στο κόκκινο επιβάλλεται
και στο σπαρακτικά βαθύ γαλάζιο

όπως το πλοίο βυθίζεται αύτανδρο
και παραδίδονται στο τίποτα
μνήμη μαζί κι ελπίδα

έτσι το χέρι μου υψώνεται στον ουρανό
βουβά
απελπισμένα
τελεσίδικα

 

μια κιμωλία στον μαυροπίνακα

 

ξαναδιαβάζω τα ποιήματά μου
χρόνια μετά βυθίζομαι στα χρώματα
στη μουσική των λέξεων
έκπληκτος διακρίνω
να αναδύονται γρίφοι και αινίγματα
εκστατικά φωνήεντα
που θέλγεται το άγνωστο να μου υπαγορεύει

κάπως καλύτερα αναγνωρίζω τώρα
αυτά που γράφει ο δάσκαλος στον μαυροπίνακα
μια κιμωλία εγώ που λιώνει αργά
ανάμεσα στα δάχτυλα του

 

ΦΩΤΕΙΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ 2014

 

για πάντα

 

ένα ανοιξιάτικο λουλούδι
μέσα από τη σχισμή του βράχου
μία παρήγορη
μια συγκινητική ψευδαίσθηση
πάνω απ’ την άβυσσο

το ξέπνοο θήραμα
όταν για λίγο
αναζητά τη θαλπωρή
σε καταφύγιο μυστικό

όταν σ’ ένα κρυστάλλινο ποτήρι
χωράει η θάλασσα
στα μάτια σου ο ουρανός
και στην καρδιά το πεπρωμένο

όταν τον θάνατο η αγάπη
σε επιτύμβια στήλη υπερβαίνει

χαμογελάνε μελαγχολικά οι θεοί
μες στην ομίχλη
σαν να ζητάνε εκείνοι
τη δική μας επιείκεια

 

ρομαντικά

 

πάμε μια βόλτα στην παραλία το βράδυ
να σε αγγίζω
με τις άκρες των δαχτύλων μου
κι άλλοτε με το βλέμμα
ή ένα δειλό χαμόγελο

πέρα απ’ τους μικροπωλητές
κι από τον πύργο τον λευκό
πέρα απ’ το λαμπερό ξενοδοχείο
κι από τα σκοτεινά μας χρόνια
ολόισια στην καρδιά της μνήμης
στη φωτεινή υπόσχεση των πλοίων

γι’ ακόμα μια φορά να ακούσουμε το κύμα
και να μετρήσουμε τ’ άστρα στον ουρανό

εκστατικά μου μάτια
που τόσο αστραφτερά
λυτρωτικά δακρύζουν
θυμήσου τα όλα
κι όλα ξέχασέ τα
να ξαναγεννηθεί μ’ ένα φιλί σου ο κόσμος

 

αιωνιότητα

 

είμαι στα δώδεκα μου χρόνια
και κάτω απ’ το μπαλκόνι μου
απλώνεται η πλατεία
με χίλια δυο αυτοσχέδια παιχνίδια
μια ανοιχτή αγκαλιά
και μια αιωνιότητα

στα μέγαρα τριγύρω
σκορπίζει αχτίδες ο ήλιος
με κρότο ανοίγουν τα παντζούρια
για να χαμογελάσουν τα παράθυρα
ακούγονται φωνές παιδιών
πατίνια και ποδήλατα
το ανοιξιάτικο ξημέρωμα
ηχεί στα καλντερίμια
μοσκοβολάει στο χώμα

όλα είναι σπίτι, φίλοι, γειτονιά
το αύριο είναι τώρα
κι όλα είναι φως

 

δεν γράφονται ποτέ

 

τα πιο ωραία ποιήματα
γράφονται χωρίς λέξεις
οι πιο μεγάλοι έρωτες
δεν γράφονται ποτέ

μια φλόγα είναι η ιστορία τους
που λιώνει το μολύβι
που κάνει στάχτη το χαρτί
και παραμένει μυστική
εκστατική
ένα άρωμα που δεν διαλύεται
στον άνεμο του χρόνου

οι πιο μεγάλοι έρωτες
αθώοι ταυτόχρονα
και καταχθόνιοι συνωμότες
στο μισοσκόταδο θροΐζουν
ανάσα ή άγγιγμα
σε μια μεταξωτή κουρτίνα
και χάδι σε βελούδινο κορμί

τα μαγικά τους δευτερόλεπτα
είναι το ρίγος της ζωής
ισόθεο με το δέος του θανάτου

 

όταν το αύριο γίνει τώρα

 

όταν την άνοιξη συναντηθούμε
σε μια επόμενη ζωή
να με κοιτάξεις πάλι
βαθιά στα μάτια
να θυμηθείς το άγγιγμά μου
πόσο απελπισμένα
σε είχα κάποτε αγαπήσει

όταν το αύριο γίνει τώρα
στο Βαλπαραΐζο ή το Βλαδιβοστόκ
σ’ ένα πλανήτη μακρινό του γαλαξία
μη με ξεχάσεις

πάνω απ’ τον μικρό μας εαυτό
και πέρα από τον θάνατο
εσύ κι εγώ να γίνουμε για πάντα
στο χώμα η φλόγα που δεν σβήνει
κόκκινο σύννεφο στον ουρανό

 

πρωτόγονοι

 

με τη λαχτάρα
με την αγωνία στα μάτια
αναζητούσαν πίσω απ’ τα βουνά
μια λάμψη
ένα ξημέρωμα
μια ελάχιστη ελπίδα
ο ένας ανασαίνοντας το χνώτο του άλλου
μες στο σκοτάδι της σπηλιάς

πάντα πρωτόγονοι κι εμείς
και πάντα σε βαθύ σκοτάδι
μα τώρα μόνοι
μέσα στην τεχνολογική σπηλιά μας
τον ήλιο ν’ ανατείλει περιμένουμε
οι πρώτοι άνθρωποι το πρώτο φως
εξόριστο φως

όχι μόνο στο χάραμα το φως
στ’ αγαπημένα μάτια
στο άγγιγμα ή το χαμόγελο

όχι μόνο το φως που αστράφτει
παντού με χίλιες λάμψεις
που απλώνεται με χίλια χρώματα

μα πιο πολύ το φως
που κρύβεται μες στην ψυχή
στο ξύλο και την πέτρα
το φως στο χώμα
σε υπόγεια μυστικά
το φως πέρα απ’ τις πύλες του Άδη

εκστατικά
λυτρωτικά σε αναζητώ
σε επικαλούμαι φως εξόριστο
πηγή της ύπαρξής μας
και πατρίδα μας

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΤΟΛΗ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

ΠΟΙΗΣΗ

Οι άταφοι, Θεσσαλονίκη 1966
Αναρχικά, Θεσσαλονίκη 1979
Ο μεθυσμένος ακροβάτης, Θεσσαλονίκη 1979
Το μαγικό χαλί, Θεσσαλονίκη 1980
Με τη φωτιά στα μάτια (συγκεντρωτική έκδοση των τριών προηγούμενων και της ανέκδοτης συλλογής Ελεύθερος σκοπευτής), Θεσσαλονίκη 1982
Ο πλοηγός του απείρου, Θεσσαλονίκη 1986
Ξένες χώρες, εκδ. «Νέα Πορεία», 1991
Το διπλό άλφα της αγάπης, εκδ. «Νέα Πορεία», 1994, εκδ. «Παρατηρητής», 2002
Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας, εκδ. «Νέα Πορεία», 1997
Χώμα στον ουρανό, εκδ. «Νέα Πορεία», 1998
Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, εκδ. «Νέα Πορεία», 1999
Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται, εκδ. «Νέα Πορεία», 2002
Ο πλοηγός του απείρου (ποιήματα 1966-2002), εκδ. «Νέα Πορεία», 2004
Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας, εκδ. «Μανδραγόρας», 2007
Το μυστικό αλφάβητο, εκδ. «Μανδραγόρας», 2010
Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, εκδ. «Μανδραγόρας», 2012
Ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα (32 ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη (1966-2013), εκδ. «Μανδραγόρας», 2013
Φωτεινά παράθυρα, εκδ. «Μανδραγόρας», 2014
Ρίγος αιχμάλωτο στον ήχο της φωνής σου εκδ. «Μανδραγόρας», 2015

ΔΙΗΓΉΜΑΤΑ

Αλμπατζάλ ή πώς βούλωσα τα μεγάφωνα, Θεσσαλονίκη 1971
Εγνατία οδός, εκδ. «Νέα Πορεία», 1973
Ονειροπολών εγκλήματα, Θεσσαλονίκη 1976, 1977
Τα μάτια του πάνθηρα, εκδ. «Νέα Πορεία», 1996
Νόστος, εκδ. «Νέα Πορεία», 2000
Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, εκδ. «Νεφέλη» 2008 (κρατικό βραβείο διηγήματος)

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

Η γοητεία των δευτερολέπτων, εκδ. «Νέα Πορεία», 2001
Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα, εκδ. «Νεφέλη», 2005
Η εξαίσια ηδονή του βιασμού, εκδ. «Νεφέλη», 2006
•Έρημο νησί στην άκρη του κόσμου, εκδ. «Νεφέλη», 2009

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ (για μεγάλους)

Ένα παραμύθι για όλους, εκδ. «Πασχάλης», 1984
Νόσιλκα, εκδ. Α.Σ.Ε., 1989
Σοτοσαπόλ ο χρυσοθήρας, εκδ. Ο.Μ.Ε.Π., 1996 (βραβείο Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς)

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

One response to “ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

  1. Ευχαριστώ θερμά για την τόσο εκτεταμένη παρουσίαση/ανθολόγηση των ποιημάτων μου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s