ΠΑΜΕ ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Διονύσης Καρατζάς

Ο δρόμος τον φεγγαριού

Σπάζοντας στα δυο τη θάλασσα βγαίνει το φεγγάρι
και ταξιδεύει στο μικρό βοριά
πού ξενυχτάει στα μαλλιά σου.
Κι όταν κατέβει χαμηλά στην τελευταία δροσιά σου
κάνει έτσι και τρυπώνει στις γλάστρες σου
ώσπου να μεγαλώσουν τα νερά
και συ να με ζητήσεις.

 

Μίλτος Σαχτούρης

Το φεγγάρι γελάει

Καίει
καίει η νύχτα
οι άνθρωποι τρώνε
ονομάζοντας σκοτεινές αρρώστειες
η γυναίκα λέει για ένα γάμο
ανεβαίνει
ανεβαίνει φωτεινή ρουκέτα
στον ουρανό η νύφη
ο γαμπρός κόλλησε στη γη
γεμάτος κόκκινα στίγματα και στάχτη
κλαίει η γυναίκα
το φεγγάρι γελάει
το φεγγάρι κλαίει
η γυναίκα γελάει

 

Δ.Π. Παπαδίτσας

Το φεγγάρι

Δε σκέφτηκες ότι μια νύχτα κρυφά
Στις μύτες των ποδιών μου
Πήρα όλα τα οστά μας
Και τα βούτηξα –ας μην το μάθουν σε παρακαλώ
Στο φεγγάρι
Τώρα ας τραγουδήσουμε το φεγγάρι
Κανείς δεν θα μας πει ότι το περιέχουμε σαν έμβρυο
Η γνωστή ιστορία ότι τα έμβρυα μεγαλώνουν
Και στο τέλος αποχωρίζονται απ’ τις μητέρες τους
Θα επαναληφθεί κι εδώ
Και τότε μ’ έκπληξη οι συγγενείς οι φίλοι κι εμείς οι ίδιοι ακόμα
Θα πηγαίνουμε το φεγγάρι περίπατο
Θα το τραγουδάμε και θα μας τραγουδάει
Θα το ’χουμε στα χέρια μας
Στο μυαλό μας στη συνήθεια να ξυπνάμε πρωί
Δεν γίνεται λόγος για τη σκέψη
Αυτή ανέκαθεν είναι το φεγγάρι
Και κάτι άλλο
Αν σε ρωτήσουν να τους πεις το μυστικό
Πες τους ένα ψέμα:
Υπάρχει ένα και μοναδικό φεγγάρι
Αυτό που είναι στον ουρανό.

 

Βύρων Λεοντάρης

Έλεος δεν έχει τούτο το φεγγάρι

Έλεος δεν έχει τούτο το φεγγάρι
απλώνει απλώνει αδιάκοπα στο δέρμα του καλοκαιριού
πήζει τον ουρανό πήζει τον άνεμο
κερώνει την καρδιά και τις χαραματιές της θύμησης
και τα σκιαγμένα πρόσωπα ψηλά στις πολεμίστρες….

Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια με το θρυμματισμένο
πρόσωπο της ανταρσίας αναστραμμένο στο αύριο
μ’ ένα τραγούδι αλλουλούδιστο στα μάτια μας
με τα κεραυνωμένα χέρια σωριαστά
κι απ’ τα χαλαρωμένα δάχτυλα φευγάτα όλα τα ελάφια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα;

Το αίμα στο αίμα πάνω πέτρωσε δεν δίνει πια χρησμό
άδειος εδιάβηκε ο καιρός χωρίς κανένα θάμα…
πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα
ρωτώντας πάντα αμετανόητα ρωτώντας πού τραβάει
αυτός ο δρόμος πού περνάει
ανάμεσα σε σκοτωμένους και φονιάδες.

 

Αντώνης Φωστιέρης

Στην αργυρή σελήνη

Σελήνη να ‘ναι αλήθεια ότι είσαι από ασήμι;
Κι όλοι αυτοί πού στο βελούδο της προθήκης στέκονται
Αρθρώνοντας ψιθύρους αισθημάτων
Άραγε
Σε ρίχνουνε στο τάσι του ματιού ζυγίζοντας
Βάρη κι άξιες;
Δε βρίσκω άλλη εξήγηση. Πώς μαγνητίζεις
Τον πόθο της απόκτησης και αλλοπαρμένοι
Ανοίγουν τις κουρτίνες βιαστικά ή απ το μπαλκόνι
‘Ορμάνε να σε δουν. Ουράνια δόκανα
Στην έχουνε στημένη. Κι έχουν στείλει δυο αρκούδες να οσμίζονται
Τα βήματά σου. Πρόσεξε
Το’ βέλος του Τοξότη, φυλάξου απ το φαρμάκι του Σκορπιού.
Σελήνη, θα ‘ναι αλήθεια ότι είσαι από ασήμι. Δέξου το
Πώς• μόνο εκείνο πού μπορεί να πουληθεί έχει τιμή και είναι
Απ’ όλους σεβαστό. Απ’ όλους μας τιμώνται οι πουλημένοι.
διάβολε
δέκα χιλιάδες στίχοι έχουν γραφτεί για σένανε
Κι ούτε για δείγμα ένας που να πει
Τα στοιχειώδη. Ούτ ένας αργυραμοιβός που να τολμήσει
Ξεκάθαρα μια προσφορά.
Το απρόσιτο μένει συχνά στο ράφι.
Κι ας το ορέγονται.
Κάνε λοιπόν εσύ το πρώτο βήμα
Τώρα πού ολόκληρη σε βλέπω κι αυγωμένη΄
Γιατί από αύριο θ’ αρχίσεις να φυραίνεις
Κι έπειτα
Ποιος θα βρεθεί τα ωραία του λεφτά να πετάξει
Για το ασήμι σου
Το σώμα σου
Το εφήμερο
Το ελλιποβαρές.

 

Κική Δημουλά,

Μισό φεγγάρι

Βλέπω ένα γούβωμα βαθύ.
Ποιο χέρι αρπακτικό
μπήκε πήρε πολύ έφυγε
και δεν πρόφτασα;

Άραγε σε ποιο όνειρο
ανέθεσα του όλου τη φύλαξη
και το πήρε ο ύπνος;

Ακούω το νυχτολούλουδο
σαν κούκος ρολογιού
πετάγεται έξω απ’ το άρωμά του
φωνάζοντας
νύχτωσε βγες να δεις
και είδα να χαράζεται ψηλά
ένα μισό και ούτε φεγγάρι
σα μαχαιριά σε υπερφυσικό
θεού σαγόνι ή μάλλον
σαν φιλιού το κάτω χείλος
και το επάνω να φιλάει το σκοτάδι
–ποιος και σε ποιον μισοείπε:
αν είναι αργά
κοιμήσου στο κρεβάτι μου εσύ
κι εγώ στον καναπέ.

Αχ, υπομνηστικό φεγγάρι
στέκεις εκεί πάνω
σα μισή ωραιότητα
και σαν ολόκληρη ευκαιρία
κοιτάζοντάς σε να μετρώ
πόσα μισά δεν πρόλαβα
ν’ αφήσω.

 

Γιάννης Βαρβέρης,

 Φεγγάρια πανσελήνου

Εσύ είσαι όρος
όταν θεριεύεις ύψος
μυρίζει μέλλον φθινοπωρινό
απαλό της μνήμης.
Σε ζωογονούνε
ήλιος
μ’ όσους πυρπόλησε η σκιά
θάλασσα
με τα παγωμένα χαμόγελα στο βυθό
κι ο άνεμος
που μας πετάει βότσαλα ευτυχίας.

Όμως κοιτάς φεγγάρια Πανσελήνου.

Μα εσύ είσαι όρος.
Ρίξε τα ξύλα και νερά σου κρουνηδόν
πάνω στα χορταράκια
και στα πεπρωμένα
της πανίδας με το καλό
με τον καριό
γίνε πεδιάδα
και τότε τόλμησε
και τότε κοίτα.

Γυναίκα ήταν και κοίταζε φεγγάρια Πανσελήνου.

 

Αγγελάκη – Ρουκ Κατερίνα

Πάει και το φεγγάρι

Το φεγγάρι, το φεγγάρι
τόσο προσκολλημένο ήταν στο στήθος μου
στην κοιλιά, γι’ αυτό δεν το κοιτάζω πια
το αποφεύγω, όπως και τον καθρέφτη.
Το φεγγάρι βγάζει τώρα
ένα χλωμό, υποτονικό φως
που μονότονα λούζει και θυμίζει
άλλες στιγμές όταν νύχτα με τη νύχτα
μεγάλωνε το δρεπάνι
μαζί με τον πόθο
μαζί με την ιδέα της πληρότητας.
Πανσέληνος, το σύμπαν εκσπερμάτωνε
και συ στα βότσαλα υγρή
θαρρούσες πως είχες συλλάβει
το νόημα της δημιουργίας.
Κι ονειρευόσουν μια εποχή μεταφυσική
όπου κανένας ήλιος κοφτερός
δε θα διέκοπτε το ποίημα
αφού του φεγγαριού το φως
φως ασημένιο
πιο ερωτικά σε άγγιζε
απ’ το χρυσό της μέρας.
Νόμιζες, ανόητο θηλυκό,
πως στο φεγγάρι θα λικνιζόσουνα
για πάντα… Αλλά,
Πάει κι αυτό, πάει και το φεγγάρι

 

Γώγου Κατερίνα

Πώς με κοιτάζει έτσι

Πώς με κοιτάζει έτσι
αυτό το άσπρο κομμάτι χαρτί
πώς με κοιτάζει έτσι το φεγγάρι…
Πώς θροΐζει μέσα μου
αυτό τον παγωμένο χάρτη στο βυθό
πώς με κοιτάει έτσι το φεγγάρι…
Ποιανού καιρού το λυπημένο δάχτυλο
κρυμμένο πίσω από δάση και βουνά
δείχνει παντού και πουθενά
τι θέλει το φεγγάρι…
Ποιανού αλόγου τρελαμένου το χλιμίντρισμα
κάνει τόση αντήχηση μέσα μου
μου διογκώνει το Εγώ μου…
Ποιανής σελήνης έκλειψη
ποιου φεγγαριού η χάση
μαζί σηκώνει μέσα μου
άμπωτη και παλίρροια δίδυμες αδερφές μου…
πώς με κοιτά…
Πώς σκύβει έτσι πάνω στο στόμα μου να δει
αν ανασαίνω ο Καρυωτάκης…

 

Σεφέρης Γιώργος

 Τελευταίος σταθμός (απόσπασμα)

Λίγες οι νύχτ ες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.
Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρνει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη….
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης…

 

Φ. Γκαρθία Λόρκα

Βγαίνει το φεγγάρι

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
οι καμπάνες χάνονται,
κι εμφανίζονται τ’ απρόσβατα
τα μονοπάτια.

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
η θάλασσα σκεπάζει τη γη,
κι η καρδιά αισθάνεται νησί
καταμεσής του απείρου.

Κανείς δεν τρώει πορτοκάλια
κάτω απ’την πανσέληνο.
Πρέπει να φας
πράσινα φρούτα παγωμένα.

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
με τα εκατό όμοια πρόσωπα
το αργυρό νόμισμα
κλαίει στην τσέπη
μτφ: Ρήγα Καππάτου

 

Σαραντάρης Γιώργος

Σελήνη

Από ένα θαύμα
Από ένα πρόσωπο πρωίας
Παίρνεται ὁ θυμός μου
Σελήνη αθρόα παρουσία
Ελένη η καμπύλη του κόσμου
M᾿ εβένινη σημασία
Η πύλη ανοίγει στον ξένο
Στ᾿ αγέρι
T᾿ αλέτρι οργώνει τον κάμπο
Εκεί που δε βλέπει η καρδιά
Βελάζουν τ᾿ αστέρια στην κρύπτη

 

Κέντρου – Αγαθοπούλου Μαρία

 Αυγουστιάτικο φεγγάρι

Φεγγάρι σπλαχνικό
Σκαρφαλωμένο σε μισόκλειστα παράθυρα
Όταν κοιτάζεις συγγενείς και φίλους
Να ξενυχτάνε τους νεκρούς τους
Την εξοικείωση βοηθάς
Ζώντων τε και τεθνεώτων

 

Τάσος Λειβαδίτης

Περιμένοντας το βράδυ

Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω που, δεν ξέρω πότε, όμως τα βράδια
κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα
κι η μουσική είναι φίλη μας – και συχνά μέσα στον ύπνο
ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ἢ περνούν μες
στον καθρέφτη πρόσωπα
που τα είδαμε κάποτε σ᾿ ένα δρόμο ἡ ένα παράθυρο
και ξανάρχονται επίμονα
σαν ένα άρωμα απ τη νιότη μας – το μέλλον είναι άγνωστο
το παρελθόν ένα αίνιγμα
η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη.
Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος
άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι
οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ᾿ ένα λυγμό
οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο
κι η εξήγηση θα ρθει κάποτε
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση.

Ά, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα – τί έρωτες Θεέ μου, τί ηδονὲς
τί όνειρα!
Ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά.

 

Γιάννης Ρίτσος

Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού

Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.
Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.
Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά,

κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα.
Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι που ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν.
Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.
Γι αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες,
μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι.»

 

Γιάννης Ποδιναράς

τεσσάρων χρονών

Κοιτάζει το φεγγάρι απ’ το παράθυρο
Μάταια προσπαθεί να το αγκαλιάσει.
Κι όμως φαίνεται να ΄ναι πλάϊ της.
Απλώνει το χέρι.
Σηκώνεται στις μύτες των ποδιών
Βγαίνει έξω στην αυλή
προς το πηγάδι.
Το φεγγάρι έχει τώρα έναν αδελφό
που επιπλέει χορεύοντας
στο νερό του πηγαδιού.
Αρπάζει τον κουβά,
μαζεύει το φεγγάρι
και με λαχτάρα το σφαλίζει
καλύπτοντας το
με τα δυό μικρά της χέρια.

 

Λεοπάρντι Τζιάκομο

Στη σελήνη

Τώρα που έκλεισε έναν κύκλο ο χρόνος
Θυμάμαι, ερχόμουν με τόση αγωνία
Εδώ στον λόφο και σε κοιτούσα
Σελήνη μου, γεμάτη χάρη.
Κι εσύ, εκκρεμής πάνω απ’ το δάσος
Το φώτιζες ολόκληρο, όπως τώρα. Τότε όμως
Το πρόσωπό σου ήταν θολό κι αβέβαιο
Από τα δάκρυα που έρχονταν στα βλέφαρά μου
Γιατί ήταν βάσανο η ζωή μου, κι είναι ακόμα,
Δεν αλλάζει, σελήνη αγαπημένη.
Κι όμως, μ’ ευχαριστεί
Ν’ αναπολώ την εποχή της δυστυχίας μου.
Είναι γλυκό, όταν είσαι νέος
Και η πορεία της μνήμης είναι σύντομη
Ενώ η ελπίδα έχει μεγάλο δρόμο
Να θυμάσαι τα περασμένα
Κι ας ήταν λύπες, κι ας κρατάει ο πόνος.

 

Μίλτος Σαχτούρης

Η πηγή

Φεγγάρι πεθαμένο μου
για ξαναβγές και πάλι
θέλω να δω το αίμα σου
δεν έκαιγες λυχνάρι
φώτιζες
το φοβισμένο πρόσωπο
θέλω να δω
το φοβισμένο πρόσωπο
τώρα
πάλι και πάλι
τότε
όλο το σώμα μου ήταν
μια πληγή
φεγγάρι
μια πηγή
και φώτιζε
της νύχτας το σκοτάδι
Φεγγάρι πεθαμένο μου
θέλω να δω το αίμα σου
τώρα
πάλι και πάλι

 

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Νυχτερινό 1

Μονάχη η φλόγα του κεριού μου,
κι απέναντί μου στο τραπέζι
θαρρείς το τέλος της προσμένει•
λίγες στιγμές έχει να ζήσει
και μες στη νύχτα τρεμοπαίζει,
σα μια ψυχούλα φοβισμένη…

Απόξω έν’ άγρυπνο φεγγάρι
με κόπο χάνεται στα χάη
μιας ατελεύτητης ερήμου…
Σα να μη θέλει να πεθάνει,
μ᾿ αναλαμπὲς ψυχομαχάει
το ετοιμοθάνατο κερί μου…

Και το βαρύθυμο φεγγάρι,
που χρόνια τώρα έχει σωπάσει,
και το κερί μου που πεθαίνει
και, μέσα, η θλιβερὴ ψυχή μου,
χωρίς αιτία, κι οι τρεις στην πλάση
είμαστε τόσο λυπημένοι…

 

Umberto Fiori

Πέρασμα

Επιστρέφει το σκοτάδι.
Πάνω στα σπίτια ξαναβγαίνει
το φεγγάρι, και ανεβαίνει γεμάτο
και πάντοτε πιο φωτεινό
στον έναστρο ουρανό.
Πάλι αυτό το ωραιότατο άδειο
εκεί πάνω ψηλά
σε πιέζει σαν
ένα προσωπικό γεγονός.

Το νιώθεις σαν ένα χρέος,
όπως το τηλέφωνο
όταν συνεχίζει να χτυπάει
στο σπίτι κάποιου άλλου
ενώ ανεβαίνεις τις σκάλες.
μτφ: Γιάννης Παππάς

 

Νίκος Κρανιδιώτης

Πανσέληνος στην Κερύνεια

Απλώνει η πανσέληνος τ’ ασήμι της στη θάλασσα
Στέλλει μαργαριτάρια στους γυμνούς ώμους
και λάμψη αθάνατη
στα μάτια της μικρής αγαπημένης.

Χιλιάδες οστρακόδερμα
βγαίνουνε θαρρετά στο φως
να βάψουνε το κέλυφος τους ασημί,
να θησαυρίσουν στα κογχύλια τους
τον ήχο της εσπέρας.

Ο αέρας σελαγίζει το τρόπαιο της νύχτας,
κι η νοτισμένη σιωπή σκορπά το μύρο της
στους κοιμισμένους κήπους.

Τούτες οι μνήμες με πληγώνουν.
Κι όμως, ποτέ δεν θέλω να μ’ αφήσουν.

Κάπου εκεί,
πίσω απ’ το σκλαβωμένο Πενταδάχτυλο
είναι δεμένο,
κόμπος αξεδιάλυτος,
το νήμα της ζωής μου.

 

Πάνος Θασίτης

Θαλασσινό φεγγάρι

Του φεγγαριού βροχή ασημένια
πάνω στους μεθυσμένους ώμους του νερού
ως πέφτεις, από το σιωπηλό της πλώρης μας δρεπάνι
θερισμένη, πιο βαθιά
κι απ’ τη θνητή ψυχή μας φτάνεις.

Στενάζοντας σε δέχεται ο βυθός κι ανοίγει
Κύμα το κύμα η άμμος σε φιλεί
Όλα τα δάση των φυκιών λυσίκομα κυλούνε
και κυλούνε αγκαλιασμένα.

Κι ο πελαγίσιος Πάνας ο ερμαφρόδιτος ο αχτινωτός
στα βουβά των κοχυλιών κατώφλια σκούζει.

 

Τάκης Βαρβιτσιώτης

Σιωπή της σελήνης

Των βουνών αδελφή
Που η σαγήνη σου εξασθενίζει
Του ανθρώπου τη συστολή

Και τη χλωμάδα
Του αποκοιμισμένου φύλλου αφυπνίζει

Θα σε παρακαλούσα να κατέβαινες
Μες στου σπιτιού μας την αυλή
Μα η σιωπή σου με φοβίζει
Και δεν μ’ αφήνει ούτε στιγμή

Σωπαίνω λοιπόν και υπομένω
Το άπειρο φως σου περισυλλέγοντας
Από τη χειμωνιάτικη τούτη γη

Και υπομένω και πάλι σωπαίνω
Γιατί το ξέρω πως είσαι
Του αιώνιου η προσμονή

 

Ζωή Καρέλλη

Από την ενότητα Της σελήνης

I
Με ξύπνησαν τα δάχτυλα από το σεληνόφως.
Άυλο χάδι, ψυχρό.
Αισθανόμουν ρίγη.
Τούτη η απροσδιόριστη, αόριστη θωπεία
μετέδινε στην παρουσία μου
την αργυρόηχη δύναμή της,
ελαφρότατη σαν σκιά,
επίμονη, άγνωστη ομιλία.
Ω, η αδυσώπητη αφή, αίσθηση δεινή,
όπως ν’ αγγίξει μπορεί
ήχος μακρινός, εξαίσια λυπητερός.
Έτρεμα απ’ την πιο ακίνητην ηδονή
και το φως ήθελε να μ’ ανησυχεί
σιωπηλό, άλλου κόσμου φωνή ερωτική.

Τούτ’ η ανησυχία,
μέσ’ στην πλήρη νυχτερινήν ησυχία,
με περιτρέχει. Ήμουν ακίνητος σαν κοιμισμένος
κι όμως, μαζί φοβερά ξυπνητός,
όπως στα όνειρα.
Στην τέλεια σιγή μέσα,
έξαφνα, αισθάνθηκα τότε,
όλη την ψυχρήν ειρωνεία απ’ το φως αυτό,
εκείνην που έχουν τα σκιώδη, τα φευγαλέα,
εκείνα που γλιστράν απ’ τα χέρια μας,
τα ονειρώδη εκείνα, που η αφή μας αποζητά
και χάνονται,
αφήνοντας τα χέρια μας ανοιχτά,
πεινασμένα, πυρετώδη να περιμένουν.

II

Αργυρόηχη, μελίχροη, χρυσορόδινη,
μειλιχόμειδη ερωμένη, ασύλληπτη.
Ηδονή ομιχλώδης η χάρη σου, η καλλονή
πάρα πολύ σιωπηλή,
βασίλισσα
στο μαβί, στιλπνό στερέωμα,
του σκοταδιού αργυρή αρχόντισσα, μακρινή.

Είναι το φως σου παράξενα οδυνηρό
και μαγικό, σαν τη σκιά
εκείνων που αγαπήσαμε τρυφερά
και ξανάρχονται να μας ψιθυρίσουν,
να πουν για τ’ ανύπαρχτα, για τα φανταστικά,
για κείνα τα μυστικά,
που μόνο οι ανήσυχες ψυχές
έχουν μέσα τους.
Παρηγοριά εκείνων που γνωρίζουν τη μοναξιά,
την πλήρη ονείρων κατάσταση
που το φως σου ξυπνά,
καθώς τις σκιές διαπερνά,
δίχως να τις κυνηγά να φύγουν.

Τόσο υπερήφανη, ασυγκίνητη στην εμορφιά σου
λάμψη διαβρωτική, ύπουλα διαπεραστική
εντός μου σταλάζεις
τα μυστικά της νύχτας.

Advertisements

5 Σχόλια

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

5 responses to “ΠΑΜΕ ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

  1. Αξίζει, Ανδρέα μου, να προσθέσεις τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη http://www.translatum.gr/forum/index.php/topic,1559.msg113372.html#msg113372 και http://www.translatum.gr/forum/index.php/topic,1559.msg114257.html#msg114257 (ιδίως το δεύτερο).

  2. Eleni Fotiadou Artemiou

    Πολύ ωραία ανάρτηση! Αναμένουμε και την πανσέληνο της ελευθερίας και της ειρήνης στον ουρανό της πατρίδας!

    • ποια αλήθεια
      ποιος ήλιος και ποιο φεγγάρι
      ποια λόγια και ποιοι στίχοι
      θα φωτίσουν ξανά αυτό το τόπο
      που ματώνει κάτω από τη θηλιά
      ενός ατέλειωτου συρματοπλέγματος?

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s