ΒΑΚΗΣ ΛΟΪΖΙΔΗΣ

   Βακης Λοιζιδης

Ο Βάκης Λοϊζίδης γεννήθηκε στην Λευκωσία στις 30 Ιουλίου του 1965. Έχει εκδώσει 8 ποιητικές συλλογές. Επιμελήθηκε την ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης «Η Κύπρος μετά το ’90» στην οποία περιλαμβάνονται σι νεότεροι Κύπριοι ποιητές. Ποιήματα του έχουν μεταφραστεί στην αγγλική, γαλλική, βουλγαρική και σουηδική γλώσσα. Τις εικαστικές του δημιουργίες παρουσίασε σε τρεις ατομικές εκθέσεις στη Λευκωσία. Ζει και εργάζεται στη Λευκωσία.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποίηση και κολάζ 1995
Χειροποίητα μηχανής 1999
Κινητά μνημεία 2002
Σε ώρα αιχμής 2005
Κλαράκι σπάζει 2007
Τα στοιχειώδη 2009
Ο άγγελος και ο γλύπτης 2011
Γέτεμπορκ (Δίγλωσσο) 2014
ΧΟΜΧΑΧ  2016

 

1-%cf%87%ce%bf%ce%bc%cf%87%ce%b1%cf%87%cf%871-%ce%b3%ce%b5%cf%84%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%ba

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-00011-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0002

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-00041-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0003

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-00051-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0006

 

 

 

Χειροποίητα μηχανής (1999)

 

ΤΣΕΣΤΟΣ

Το στριφογύρισμα της ποκαλάμης
με ταξιδεύει στο δίχωρο
με τις λαξεμένες σουβάντζες.
Το λιγοστό φως της αρσέρας
στήνει παιχνίδια
στο μαβί και στο πράσινο
στο χρυσό χρώμα του σίτου.
Σημαδεύει τα στέφανα γάμου
πιασμένα στο χαρταετό ποδηλάτη
σε πορεία αόριστη.
Ο τσέστος
στολισμένος με κουρέλια
φουστανιών της γιαγιάς
με συντροφεύει στη ρίζα
να γνωρίσω ανθρώπους που ποίησαν
εκείνο και μένα.

 

ΕΡΩΔΙΟΣ

Αλίβρεχτος διασχίζω την ακτή
με συνοδεία την πούλια
κι άρχοντα τ’ άσπρο βότσαλο
σε ώρες μικρές της νύχτας.
Ηχώ σαν ψίθυρο παιδιού
αφήνουν τα βήματά μου
πριν ήχοι εκκωφαντικοί
την πόλη τυραννήσουν
κι ο λίβας στα κλωνάρια σου
στήσει άσχημα παιχνίδια.
Αν ερωδιός στο δρόμο μου σταθεί
μήνυμα πίσω απ’ το βουνό θα φέρει.
Δε μαστορεύεται η άνοιξη.
Δεν ξεγελιέται ο κάμπος.
Γιατί ο γιαλός δεν έχει τελειωμό
κι εκδίκηση θα πάρει.

 

ΑΤΙΤΛΟ

Μην κατακρίνεις τους έφηβους που ψιθύρισαν
πως ο έρωτας διαχρονικότερος
των ιδανικών σου πατρίδα.
Μην τους κατακρίνεις,
τώρα που τα ιδανικά ασθμαίνουν
στην πόρτα της ενωμένης Ευρώπης•
κι ας δέχθηκα τους καθ’ υπόδειξιν εχθρούς
όπως δέχθηκα το θάνατο
ως σκευωρίαν της φύσης.

 

 

ΤΟ ΝΤΡΟΠΑΛΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΕΙΧΟΥΣ

 Θέλω ν’ αφεθώ στην επικράτεια
ενός λουλουδιού
που τ’ ονόμασες ντροπαλό
κι όμως βρήκε τη δύναμη
ν’ ανοίξει τα πέταλά του στο τείχος
σφηνωμένο σε μια χαραμάδα
της ιστορίας σου Λευκωσία•
υποβάλλοντας ένσταση
μες την άπνοια μιας εποχής
που ανασύρει τις αξίες της
από το σκουπιδοτενεκέ.

 

 

ΑΝΑΖΗΤΕΙΤΑΙ Η ΡΗΓΑΙΝΑ

 Την ώρα που το σκοτάδι
ζευγαρώνει με το φως
γεννά το χρώμα συνειρμούς
για να φτάσω στο Βυζάντιο.
Γεννάνε τα κογχύλια σκοπό ανατρεπτικό
κι εγώ αναζητώ τη Ρήγαινα
όπως την ύφανε η γιαγιά στον αργαλειό
χωστό μαζί της για να παίξω.
Μα αυτή είν’ άφαντη απ’ του μύθου τα λημέρια,
στέκει στα οδοφράγματα
εθελόντρια στην εθνική φρουρά

 

 

ΑΝΤΙ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ

 Πληθωρική γυναίκα
με το χαλαρωμένο στηθόδεσμο
και τα περιστέρια στη μήτρα
αρνήσου τα μονοδρομημένα οράματα.
Γύρνα τη πλάτη στους σύγχρονους κουρσάρους
που δεν είναι κατ’ ανάγκην αλλοδαποί
και έχουν το πρόσωπο ευεργέτη,
στους εραστές έμφημης μνείας
που πράττουν και μεταπράττουν χρόνια στο νησί
με τίμημα την ομορφιά του τόπου.
Τραγούδα κι απόψε τούρκικο νανούρισμα
με την αλαζονεία παιδιού
που λαχταρά στον ύπνο του να παίξει.

 

 

ΣΤΟ ΤΕΪΟΠΩΛΕΙΟΝ

 Συνεπαρμένος από τις μυρωδιές
στο τεϊοπωλείον
έλυσα κόμπους
κι άνθισα σε ορεινό τοπίο.
Τριανταφυλλιά δαμασκηνή
λεβάντα Ιδαλίου
δίκταμο, σιδερίτης
ξανοίγονται στην ενορία των άστρων
με τα πετροχελίδονα να χρησμοδούν το θέρος,
να χρησμοδούν την έκβαση της πάλης με το φως
στον ηχοχώρο Κύπρο•
και συ πολιτογραφημένος ως κελάδημα
ανεπίδεκτο ερμηνείας
αναζητείς το λαβωμένο μύθο
στη σύγχρονη ιστορία.

 

 

ΜΙΚΡΟΑΣΤΟΙ 

Καθηλωμένοι στις κουνιστές μας καρέκλες
αποζητάμε τις υπηρεσίες
αλλοδαπής οικιακής βοηθού.
Σχεδόν αγγλόφωνοι
παρατηρούμε τεθλασμένες γραμμές
να διαγράφονται πάνω στη γη μας.
Η ιδέα της αντιπαροχής
σαγηνεύει τη σκέψη μας
μα στο καλάθι
δεν απόμειναν κλήροι.
Πώς να χωρέσει τ’ όραμα του παιδιού
σε τούτη την οθόνη!

 

 

ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΡΑΤΗΜΕΝΗΣ 

Εγώ δεν ήρθα σε σένα
και μη ρωτήσεις γιατί.
Μου είπαν πως είσαι
η κόρη του κάμπου
θαμπωμένη από τα φώτα της πόλης
η κούκλα με τα τιμαριθμημένα μέλη
που στο κορμί της ανδρώθηκε ο τόπος.
Είσαι οπτασία ανδρών
παραίσθηση κοριτσιών
αναζήτηση αμούστακων νέων.
Είσαι γιορτινή μα και μόνη
δοσμένη σε χίλιους και σε κανένα.
Είσαι ταμένη απ’ τη μάνα σου
όπως κι εγώ.
Κι αν τη δική μου μοναξιά
δεν έκρυψες με ηχηρούς οργασμούς
αυτό δεν σημαίνει τίποτα
γιατί κι οι δύο γνωρίζουμε
πως ήταν έντεχνοι.

 

 

ΔΙΠΛΟΠΡΟΣΩΠΙΑ 

Κι άντε να πείσεις τα παιδιά
πως το φεγγάρι
δεν είναι το νυχτερινό πρόσωπο του ήλιου
όταν αυτά σου εξηγούν
πως απόψε δε χάθηκε το φεγγάρι
έγειρε μοναχά να κοιμηθεί
μες τ’ άλλο πρόσωπο του

 

 

 

Κινητά μνημεία 2002

 

ΑΣΤΑΡΤΗ

Δε χάθηκες στην ομήγυρη
που χώρεσε η προθήκη.
Πώς να χαθεί τόση ομορφιά.
Κι έτσι όπως δεν είσαι αρτιμελής
μπορώ να εικάσω
ότι τα στήθη σου
όμορφα κρατούσες και επιδείκνυες
σαν όλες τις Αστάρτες.
Στάση που σεβάστηκαν
ακόμα και οι πορνογράφοι.
Εσύ δική μου Αστάρτη,
του Ποδοκατάρο
κι όχι της Έγκωμης.
Δεν έχει και τόση σημασία
αν χωματουργικές εργασίες
σ’ έφεραν στην πόλη.
Άσε τους αρχαιολόγους ν’ ακριβολογούν
κι εμένα στη χάλκινη πλεξούδα σου
να ερωτεύομαι το παρελθόν
και στου Ποδοκατάρο τον προμαχώνα
να αναζητώ τ’ απολεσθέντα μέλη.

 

ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΑ

Όσες εξηγήσεις κι αν μου δώσεις
δεν μπορώ να κατανοήσω
πως ονόμασαν
τα λουλούδια του βουνού και του κάμπου
αγριολούλουδα.
Πώς τόλμησαν να διαβάλουν την τρυφερότητα τους;
Πώς υπέσκαψαν έτσι τη φύση;

 

ΠΡΟΣ ΚΥΠΡΙΟ ΠΟΙΗΤΗ

Ως πότε θα στήνεις καρτέρι
στα τραγικά συμβάντα
με απώτερο σκοπό ιδία οφέλη.
Ένα ποίημα να έγραφες
για τον αγνοούμενο αρκούσε,
με μια ολόκληρη όμως συλλογή
βεβήλωσες εντέλει τον πόνο
της δικής του αγαπημένης.

 

Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Ή ΤΟ ΑΝΑΙΜΑΚΤΟ ΦΟΝΙΚΟ

Άρχισαν με την καταμέτρηση των συλλαβών, των στίχων
για να επιφέρουν στην συνέχεια απανωτές τομές
μέχρι να καθορίσουν τη συντεταγμένη των ιδεών του ποιητή
και να μεταλλάξουν ένα ποίημα από ερωτικό σε εθνικό.
Δια της εις άτοπον απαγωγής
όρισαν τον τόπο γραφής.
Κατέγραψαν επαρκή μηνύματα
για να θολώσουν τη σκέψη των μαθητών.
Είχαν το θράσος να δηλώσουν ότι για την ανάλυση τους
χρησιμοποίησαν μέθοδο επιστημονική.
Τέλος, καταξιωμένοι από το αναίμακτο φονικό
τοποθέτησαν το ποίημα στη θερμοκοιτίδα
μέχρι την επόμενη ώρα διδασκαλίας

 

24 ΩΡΕΣ

Μια μέρα αν σου δοθεί ζωής
μην την υποτιμήσεις.
Εμένα η χθεσινή
άρχισε με συννεφιασμένο ουρανό
και μια νεροποντή ανέστειλε
την έκθεση αγαπημένου καλλιτέχνη.
Μα ευτυχώς μελαβαμφή αγγεία
τράβηξαν την προσοχή μου
και ήταν γραφτό έξι προμετωπίδες
με αλλόκοτους αγγέλους
να με συγκλονίσουν.
Όλα συνοψίστηκαν
σε μια πορεία για την ειρήνη
στην Αθήνα χωρίς φεγγάρι.
Όλα τα συνοψίζει η νύχτα.

 

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΤΩΝ ΣΟΛΩΝ

Τη νεαρή των Σόλων Αφροδίτη
επέλεξαν οι άνθρωποι του τουρισμού
για σύμβολο τους τον 20ον αιώνα.
Φαίνεται δεν πρόσεξαν
τα πλαδαρά οπίσθια της
και την υπό σχηματισμό μέση
που δεν συνάδει με τα πρότυπα της ομορφιάς.
Ποιος θα τολμούσε εξάλλου να τους πει
ότι στους χρόνους τους ελληνιστικούς
επαρχιώτικη θα χαρακτήριζε κανείς
τη γλυπτική στην Κύπρο
και ότι το άγαλμα που τόσο τους βοήθησε
εισαγόμενο ήταν στο νησί.
Μην τους πληγώνετε
τους ανθρώπους του τουρισμού,
γι’ αυτούς αλλού βρίσκεται το μέτρο
μετράνε κεφαλές
μετράνε τους παράδες
με τους οποίους ψηφίδες αφαιρούν
από το μωσαϊκό απείρου κάλλους
από τη δύστυχη πατρίδα.

 

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Μήτ’ ένα αλουμινένιο παραθύρι δε θα δεις.
Μήτ’ ένα πετραδάκι παράτυπα βαλμένο.
Δεν ξεμυτίζει χόρτο στο λιθόστρωτο
και τα ξεπόρτια είναι μαραζωμένα.
Μόνο κάτι ειδικοί χαριεντίζονται
με τη συμπεριφορά της πέτρας
στις κουτσουλιές του σπίνου.
Ακόμη ένα τραγικό συμβάν
προς στιγμή μας χαροποίησε.
Το χωριό κηρύχθηκε αρχαίο μνημείο.

 

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ

Είναι καιρός να γράψω ένα μυθιστόρημα.
Καλύτερα να δοκιμαστώ μ’ ένα διήγημα.
Για τους ήρωες δε θα έχω πρόβλημα
θα επιλέξω ανάμεσα στους τηλεοπτικούς
διευκολύνοντας έτσι τους παραγωγούς
στην προσαρμογή του πεζού μου στην μικρή οθόνη.
Θα εκμεταλλευτώ τους περιθωριακούς
που η ζωή τους εκστασιάζει.
Ίσως να ρετουσάρω τη ζωή
ενός ναρκομανή, ενός φιλομόφυλου
και ενός πάτρονου με πτυχίο.
Πόσο καιρό να γράφω ποιήματα
κλεισμένα για μήνες στα συρτάρια
κι ύστερα να μένουν
αδιάβαστα στα μεσοπατώματα των βιβλιοπωλείων.
Θα γίνω και ‘γω ένας βιώσιμος συγγραφέας
με άκουσμα στη μητρόπολη
και δεύτερες εκδόσεις.

 

ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Αν ψάχνεις να βρεις τι σε καθόρισε
επέστρεψε στα σπίτια που κατοίκησες.
Κρυφάκουσε τα λόγια του παππού
γέψου το φαγητό από το τηγάνι της γιαγιάς
στάσου να δεις τις μολυβιές στον τοίχο
κοίταξε με περιέργεια τον μπιντέ
ρίξε το βόλο στο πολύφωτο
έβγα στον κήπο
να κόψεις τα τριαντάφυλλα της νοικοκυράς
και πρόσφερε τα στη Λευκή
που κάποτε τραυμάτισες.
Άκουσε ξανά
όσες φορές κι αν χρειαστεί
το παραμύθι για εκείνο το κορίτσι
που λίγα χρόνια πριν γεννηθείς
έγραψε καλλιγραφικά «Ενοικιάζονται δωμάτια»
στις γειτονιές του Ταχτακαλά.
Ένα ραβασάκι που μπόρεσε ν’ αποκρυπτογραφήσει
μόνο ο δικός σου πατέρας.

 

ΕΜΠΟΡΩΝ ΜΥΘΟΣ

Η φύση ας απαλλάξει την πέτρα από τον μύθο.
Ζέφυρος άνεμος ας πνεύσει δυτικά
ν’ απομακρύνει τα φαλλόσχημα ειδώλια
να μην μπορούν να εικάσουν
ότι εδώ υπήρξε ο γενέθλιος χώρος μιας θεάς
που τη διεκδικεί ανατολή και δύση.
Η φύση ας αποτρέψει την κερδοσκοπία
σε βάρος του τοπίου,
ας ανατρέψει την καταγραφή του μύθου
ως απλά ενός παραμυθιού
που με δόλο έγινε πιστευτό
προς όφελος των εμπόρων.

 

 

 

Σε ώρα αιχμής» (2005)

 

ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΙΑΖΩΜΑ

Είναι αντικείμενα
που ακόμα κι αν τα αποποιηθείς
ή τα κρύψεις στο πατάρι
φανερώνονται στο ποίημα.
Το μισοκαμένο εικονοστάσι,
τα οξειδωμένα ψαλίδια,
τα μισοτελειωμένα εργόχειρα
κι οι βεντούζες στο τσίγκινο κουτί
έχουν θέση στο πρώτο διάζωμα.

 

ΕΝΔΟΧΩΡΑ

Κι αν υμνωδίες του χάους δε διάβασα
της ασυνέχειας παιδί δεν αποκλείεται να είμαι.
Κι αν η μάνα στην εκδημία της
ως κύμα
την ξηρά με θάλασσα πλούτισε
η ζωή συνεχίζει
ρηχή άβυσσος
με οστά παραδείσου
ξεχασμένα στην ύπαιθρο
που για συνώνυμο έχει
τη λέξη ενδοχώρα.

 

ΤΕΧΝΗΤΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ

Αντίστροφα πετάλωσε τ’ άλογο του ο ποιητής
για ν’ αποκρύψει τον προορισμό του.
Κι έφιππος μες στην κοίτη πάσχιζε
να λύσει το αίνιγμα του ποταμού.
Τον βασάνιζαν τα λεγόμενα του κόσμου
που ήθελαν την κοίτη τεχνητή
και το τείχος ν’ ανατρέπει τη ροή
του αγαπημένου του Πεδιαίου.
Κι ενώ κάλπαζε σε παρελθόντα χρόνο
οι Φράγκοι κι οι Ενετοί
γίνονταν ένα στο μυαλό του
ώσπου αναφάνηκε υπέρτερη γυναίκα
κι ευπρόσδεκτα τον ξενάγησε
σε μιαν άλλη πόλη
που θαύμασε
και στην αληθινή κοίτη
επανέρχεται συχνά
να βρει τη Λεονόρα.

 

ΕΦΥΓΕ;

Κι ενώ προχωρούσαμε
για τελευταίο ασπασμό
έλειπε ένα κλωνάρι ευκαλύπτου
να υπογραμμίσει την παρουσία
των Αγίων Ομολογητών.
Έλειπε ένα άνθος γιασεμιού
να σε ξεπροβοδίσει.
Ήταν βαρύς ο τελευταίος χειμώνας.
Μόλις που πρόλαβε
να σε παραλάβει
η δροσούλα της άνοιξης.

Μα τι έπαθαν οι φωτογράφοι
και σε περιτριγυρίζουν;
Μα τι έπαθε ο ποιητής
και ομιλεί ως τεχνοκρίτης;
Μα τι έπαθαν και δεν μπορούν
να μιλήσουν αυθόρμητα;
Τουλάχιστον αυτούς που συναναστράφηκες
δεν τους έμαθες να μιλούν απλά;

 

ΣΥΓΧΩΡΗΣΕ ΜΑΣ

που εγκολπωνόμαστε την απλότητα,
την έγνοια σου για έναν τόπο
που δεν τον νοιαστήκαμε
ως ελληνικό.

Τι κρίμα που δεν πρόλαβα
να σε ρωτήσω:

Πώς μπόρεσες
να μη στρατευτείς,
εσύ που δεν ήσουν καταφατικός
και τόσο εύστοχα επικαλέστηκες
από το στίχο του Ανδρέα Κάλβου
εκείνο το «ωραία και μόνη»;

 

ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ

0 σκαντζόχοιρος δεν καταξιώθηκε
σε κανένα ποίημα
παρά μόνο όταν επέφερε πληγή
στον παντοδύναμο όφιν.

Ποιος του τη χάρισε τέτοια πανοπλία

 

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΨΑΧΝΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ

Σήμερα που τα ποιήματα
κυκλοφορούνε συστημένα
πρέπει να βρω κι εγώ προξενητή
κι ας τον καλοπληρώσω.
Αλλιώς θα πρέπει ν’ αρκεστώ
σε δύο ή τρεις ομότεχνούς μου.
Αν κι αυτοί μ’ απαξιώσουν
το δυσοίωνο μέλλον σου τέχνη,
με σκεύος ποιητικής δε θα επιβαρύνω.
Τρόμαξα σαν άκουσα τα πουλιά να κρώζουν.

 

ΕΥΛΟΓΗ ΑΠΟΡΙΑ

Ποιο ύφος και θέμα να ρίξω στο πέλαγο
για να πιάσω λαβράκι
όταν ο κόσμος χάνει τη συνοχή του;

 

ΔΙΑΙΡΕΣΗ

Για τη διαίρεση
από μικρός κουβαλώ το φόβο
Όταν την έμαθα στη δευτέρα
τον τόπο μου διαίρεσαν
σε δύο πράξεις.
Τώρα που τη μαθαίνω
στο δικό μου το παιδί
φοβάμαι
το πηλίκο θα επικυρωθεί.

 

ΣΕ ΩΡΑ ΑΙΧΜΗΣ

Τι σόι ρατσιστές είμαστε εμείς
μικροί αναθέτες της ανατολικής μεσογείου
που τόσο εύκολα λησμονήσαμε
ότι οι δικοί μας πατεράδες
έφθαναν στη Μεγάλη τότε Βρετανία
ή στη Νέα Αυστραλία
ως ανειδίκευτοι εργάτες
σαν αυτόν τον Ασιάτη
που με ποδήλατο
επιμένει να διασχίζει την πόλη
σε ώρα αιχμής.

 

Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

0 δαίμονας είναι άνεμος
είναι ποτάμι
πνέει και ρέει ριψοκίνδυνα
παραλλαγές του υπάρχουν
όσοι και οι άνθρωποι
που πρόσφεραν σ’ αυτόν πατρίδα.

Τι τη θέλεις ποιητή
την κορύφωση στη σήψη;

 

ΜΕ ΤΙ ΘΡΑΣΟΣ;

Εγώ που δε γνωρίζω τους ίαμβους
το βραχύ και μακρό μες στο λόγο
με τι θράσος γράφω το ποίημα
φορτωμένο ψεγάδια
κι ειρωνεία που δεν εκλεπτύνεται
σε κόσμο που μνημονεύει προτάσεις
και μέχρι να φθάσει στη λέξη
τού έχουν αλφαδιάσει το νόημα.

Η παράδοση δεν είναι ντουβάρι,
η επαναμάγευση
είναι όντως μια όμορφη λέξη.

 

 

Κλαράκι σπάζει 2007

 

ΚΛΑΡΑΚΙ  ΣΠΑΖΕΙ

Αρχαίο μότο
στο πέτο ποιήματος
σαν ακροβάτης.

*

Τοξεύει μόνος
βαμβάκι μεσάνυχτα
μνήμες αιώνων.

*

Τα υγρά μάτια
κάτι θέλουν να πούνε.
Γιατί διστάζεις;

*

Πένα μην κρατάς
όταν τη νύχτα πονάς
με το ποίημα.

*

Άνεμοι γράφουν
εν βρασμώ ψυχής
σαν ραψωδία.

*

Κλαράκι σπάζει
πουλάκι κάνει χάζι
αχ να ‘χα φτερά!

*

Το πρώτο βιολί
εσένα σελήνη μου
μόνο κοιτάζει.

*

Αυτοκτόνησε
κύμα ψηλό, πριν πιάσεις
στεριά και σπάσεις.

*

Οι χαρουπιές μας.
Με το μαύρο χρυσό τους
βασιλεύαμε.

*

Τις οφειλές σου
χειμώνα άφησες στην
άνοιξη βάρος.

*

Ανοιχτά χαρτιά
κρατάς με τη μοναξιά.
Να σε φοβάμαι;

*

Βλέπει σύννεφα
στα προσκέφαλα τόσων
γενιών που φύγαν.

*

Άθλος τ’ όνειρο
στα στεκάμενα νερά
χωρίς νούφαρα.

*

Σε φύλλα συκής
υφαίνεις ιστό, μόνο
με τη σιωπή.

 

 

 

Τα στοιχειώδη 2009

 

ΕΝΑΣ ΗΡΩΑΣ ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ

Ένας ήρωας μου στερεί
την ορατότητα στη γωνία
Μοιάζει λίγο με μποξέρ
Ένας ήρωας σ’ άλλη γωνία
ελαφρώς παραλλαγμένος
δείχνει ως στον ουρανό
κι ένας τρίτος σε κόμβο κυκλικό
κοιτάει το πιστόλι του
με βλέμμα θριαμβευτικό.
Ποιος τους φτιάχνει τους ήρωες του πατέρα
Η ιστορία, η κακή στιγμή;
Μήπως ο παραλογισμός μας
εν τέλει τους παραποιεί;
Ποιος τους παριστάνει τόσο γραφικούς;
Δεν υπάρχουν ήρωες χωρίς μπράτσα;
Ήρωες με βλέμμα ταπεινό;
Μη μου θυμίζεις
πόσο με μάγευαν μικρό
Εξήγησε μου
πόσο μας κόστισαν τελικά
αυτά τ αθώα δεκαοχτάχρονα παιδιά.

ΚΟΙΤΑΖΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΚΡΕΜΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Ξέρεις τι ‘ναι
να σ’ εξουθενώνει μια λέξη
Να σου παίρνει το νόημα
Ν’ αλλαξοπιστεί στον γκρεμό
Εκεί που τη χειρίζεσαι απταίστως
Να σου προκύπτει μη ούσα
Να σε τυραννά
Να θέλεις να την παρατήσεις
Κι αυτή να γεμίζει καπνό
Τα σοκάκια της μνήμης
Να ‘χει όλες της τις αισθήσεις
Την ώρα του τοκετού.
Ξέρεις τι ‘ναι
να σ’ εγκαταλείπουν οι λέξεις
να μένεις μόνο
με τη μυρωδιά των ανθρώπων
που τις κατοίκησαν
να μένεις μόνο με την εμμονή
της πρωτοτυπίας.
Ξέρεις τι σημαίνει
να σε προδώσει το ποίημα;

 

ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΜΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΜΥΘΟΣ

Είναι κρίμα να γίνουμε μύθος τόσο νωρίς
Είναι κρίμα να γίνουμε μύθος
να μη ζήσουμε ως κατ’ εξοχήν θνητοί
Είναι κρίμα να γίνουν οι μικρές μας χαρές
ξένες χαρές
Είναι κρίμα οι λύπες μας
να αποκτήσουν διαστάσεις εξωπραγματικές
Είναι κρίμα να μην παραμείνει κάτι
καθαρά προσωπικό
Να μην κρατήσουμε μια μας ήττα
εμπιστευτική
Ένα μας όραμα υπερρεαλιστικό.

Είναι κρίμα να γίνουμε μύθος
Ερήμην της δικής μας ψυχής.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ ΝΟΥΘΕΣΙΑ

Από το πλούσιο λεξιλόγιο
μην καθηλωθείς.
Προτίμησε λόγια προσιτά
κι ας πουν πως γράφτηκαν στο πόδι.
Η πέραν του δέοντος επεξεργασία
φέρνει θάνατο.
Η τέχνη μας προϋποθέτει έφεση στο λόγο
μα, κυρίως εντρύφηση στη ζωή.

 

ΓΙΑΤΙ ΣΒΗΝΕΙΣ ΑΓΡΙΕΜΕΝΟ

Σ’ έγραψα, σε ξανάγραψα
σε δούλεψα
κι όταν κατάλαβες
ότι σε προόριζα για ποίημα
έγινες έξαλλο.
Δε ντρέπεσαι μου ‘πες
τόση δουλειά
για να μείνω αδιάβαστο.
Πες με στιχούργημα
δώσε μου μέτρο
να ‘χω ελπίδα να τραγουδηθώ
αλλιώς σ’ εγκαταλείπω.
Δάκρυσα.
Δεν είμαι προϊόν ευαισθησίας
είπες αμείλικτα
πριν σβήσεις αγριεμένο.

 

ΑΝΕΜΟΔΕΙΧΤΕΣ

Τρομάζω στις εμπνεύσεις σας
και στα υποτιθέμενα ταξίδια σας στον Άδη.
Ποιος την Περσεφόνη όρισε
σύμβουλο σταδιοδρομίας ;
Κολάσαμε την τέχνη μας
με τόσους λεκτικούς θανάτους
κι υπέρβαρη κυκλοφορεί
σχεδόν λιπόθυμη
επιζητεί την απερήμωσή της.

 

ΔΥΣΗ ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΜΑ

Θα εφεσιβάλω τη δύση σου μ’ ένα στίχο φως
στην κρίσιμη σειρά στιγμών που σουρουπώνει
και ταραγμένα τα πουλιά προειδοποιούν
πως της απόσυρσης σου το προσωρινό
δεν είναι δεδομένο.

Περίτεχνη δύση
μήπως κρατάς για τον επίλογο
παντοτινό σκοτάδι;

 

ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Η μάνα μου είχε παράπονο
πως δεν εντρυφούσα στα μαθήματα
Δεν έζησε πολύ
για να με δει να εντρυφώ στις λέξεις
να ξενιτεύομαι
σε τόπους μαγικούς
σε τόπους ξένους.
Η μάνα μου χαίρεται πολύ
που δεν της έμοιασα
Είχε μια φλέβα και την έφραξε
Εγώ γεννήθηκα με δυο φωνές
Από μικρός έχανα το δρόμο
έπειτα ξεχνούσα τα κλειδιά.
Μάνα μού κρατούσε το κλειδί
στο σπίτι και στο ποίημα.

 

ΣΤΗΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΜΙΑΣ ΕΥΦΟΡΙΑΣ

για τον Πενταδάκτυλο

Σε κοιτάζω και διαισθάνομαι
πως μια μέρα θα σου κόψουν
ένα ένα τα δάχτυλα
έπειτα θα σου κτίσουν τα δάχτυλα
θα ψάχνεις να βρεις την παλάμη σου.
Και θα βρίσκεις μόνον οικισμούς
Θα σε διαπεράσει μια τρύπα
Μια μεγάλη τρύπα
ανοικτή στα τροχοφόρα.
Πάντα μιλούσαν για εύφορες πεδιάδες.
Ποτέ δεν μίλησαν για εύφορα βουνά.
Στην προοπτική μιας ευφορίας
Θα χάνεις το ύψος σου
Θα γίνεις λόφος, λοφίσκος, ύψωμα
Κι ό,τι άλλο προκύψει.
Οπλισμένος πια
με σύστημα άρδευσης
κι έπειτα με σύστημα ύδρευσης
δε θα πληγώνεις κανένα.
Γεμάτος οικίες
Θα προοδεύεις
Στα χαμηλά, στα ψηλά και στα σίγουρα.
Κι ενώ θα ‘σαι πια υπόθεση ονείρου
μία σκέψη πεδινή
πάντα ξεκούραστη
θ’ απωθεί το παλιό βουνό απ’ τη μνήμη.
Έτσι θα βρούμε
έτσι θα χάσουμε
το παρελθόν και το μέλλον.

 

ΧΩΡΙΣ ΣΩΣΙΒΙΟ

-Και πώς αλλάζουν τη ροή της μνήμης;
-Πες μου
-Πώς εξαντλούν το παρελθόν;
-Πες μου κι εμένα

Έγινα γιος της μνήμης και φοβάμαι
Κουράστηκα να ζωγραφίζω δούρειους ίππους
Κι από μηχανής θεούς
Να ψάχνω σχήματα
μ’ έξοδο κινδύνου
Ο κύκλος δεν ήταν ποτέ ιδανικός
Με λίγο νερό
Βρίσκουν το κέφι τους τα λουλούδια
Στάσιμη δεν μπορείς να μείνεις, ζωή
Θέλω να ταξιδέψω χωρίς σωσίβιο
Εκεί που καμιά γραμμή
δεν παιδεύει τους ανθρώπους.

 

ΓΙΝΑΜΕ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΙ ΣΤΑ ΔΑΚΡΥΓΟΝΑ

Στον ώμο της ψυχής
μια πεταλούδα κάθισε
και ταξιδεύει
το εφηβικό σου όνειρο
και φτάνουμε στον τόπο
που στέναξε η ψυχή
γίναμε μέλισσες
και παίρνουμε τη γύρη
στριμωγμένες
Η πίκρα μάς καθιστά ανθεκτικές,
παράλογα ανθεκτικές
στα δακρυγόνα.

Ποιος ατιμάζει τις ψυχές
στ’ όνομα θρασύδειλης ευταξίας
Ποιος στερεί
το μέλλον από το παρόν
Σταμάτα κι άκουσέ μας.

Ακούστε μας κι εσείς θεοί
Πρέπει να καταργήσουμε τον θάνατο
τουλάχιστον για τις ηλικίες
κάτω των δεκαέξι χρόνων.

 

 

Ο άγγελος και ο γλύπτης 2011

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΛΥΠΤΗΣ

 

γ’

Δεν είναι κομβικό σημείο
το φτερό στον άγγελο
Είναι πόλος της φαντασίας
Κι αν δεν το δεις
υπόθεσε το
κοιτώντας ένα σύννεφο
που ταξιδεύει σιωπηλό
την ώρα της καταιγίδας

 

ε’

Ο άγγελος με τη μεταξοτυπία
του δράκοντα
ένα μεσημέρι διακοπών
ξύπνησε μαζί μου
Την άλλη μέρα
τον ξεπροβόδισα στην ακτή
με κύμα ψηλό
Κι ας έλεγες πως δεν χαρίζει
κανείς εύκολα
τα δώρα των αγγέλων

 

ζ’

Οι άγγελοι
δεν θα μάθουν ποτέ
να γράφουν
δεκαπεντασύλλαβους και σονέτα
Το μέτρο μένει κρυφό
στην ποίηση τους

 

θ’

Σε στιγμές ευφορίας
άγγελοι γίνονται τόσο θνητοί
που με τρομάζουν

Σωστά φαντάσματα

 

ια’

Εξακολουθούν
να ‘ναι πυκνά τα στοιχεία
στα γραφτά των αγγέλων
Κανένας βίος
δεν είναι μόνο προφορικός
Κανένας δεν ταξιδεύει
μόνο μέσα στον προορισμό του

 

ιβ’

Θέλει τους αγγέλους ξυλόγλυπτους
Βερνικωμένο ξύλο
να μυρίζουν τα φτερά
Ζωύφια να κατοικούν
τα σκαλίσματά τους
Να χουνε κάτι μισοτέλειωτο
Ας υπερίπτανται
κάπου κάπου
Ας ξαναρίξουν τα αιδοία
τ’ ουρανού στη θάλασσα
Η νέα γονιμότητα
να φέρει τ άγρια κύματα
κοντά σου

 

ιη’

Ακόμα και άροτρο
έσπρωχναν οι άγγελοι
Άγγιζαν το συρματόπλεγμα
και μάτωναν
Έπλεναν τις πληγές τους
και πονούσαν
Εσύ πώς γίνεται να τους
πλάθεις μόνο με τη φαντασία

 

κ’

Το κορίτσι ζωγράφισε
τον άγγελο μ’ ένα καρότσι
γεμάτο κλεψύδρες
από παιχνίδια που τους έλειπε κάτι
Είπαν πως προσευχόταν
να μην τελειώσει ποτέ
ο χρόνος και το παιχνίδι
των αγγέλων

 

κβ

Τον άγγελο με το σπασμένο χέρι
και το ψάθινο καπέλο
τον είπε τρελό του χωριού ο γλύπτης
Έτσι τον απάλλαξε
από τα στερεότυπα των αγγέλων
και μ’ ένα παιχνίδι με τροχούς
τον επέστρεψε στην παιδική ηλικία

 

κστ’

Την ανάγκη μας
για παρηγοριά
είναι που γνωρίζουν οι άγγελοι
και δεν μας εγκαταλείπουν

 

κζ’

Χωρίς πρόλογο
μα και δίχως επίλογο
η ζωή των αγγέλων
Πόσα να σου φανερώσουν

 

 

 

Γέτεμπορκ 2014

 

OTAN H ΝΥΧΤΑ ΧΑΣΕΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΗΣ ΝΥΧΙ

Οι γλάροι μπαίνουν στη ζωή σου
με το έτσι θέλω στο Γέτεμποργκ
Γεμίζουν με παράπονο την πόλη
Τα βράδια κλέβουν λουλούδια
από το χέρι της Κάριν Μπόγιε
Κάθονται στη φωτογραφική μηχανή του Βίκτωρα
Μαθαίνουν για το πρώτο ταξίδι στο φεγγάρι
πριν αρχίσουν το τραγούδι στο λιμάνι
Οι μετανάστες στέλνουν καρτ- ποστάλ
με γλάρους στις πατρίδες τους.

Όταν Ιούνη μήνα
η νύχτα χάσει το τελευταίο της νύχι
όλα τα δευτερόλεπτα διασώζουν φως
Τότε οι γλάροι με βραχνή φωνή
ζητούν από τον ορίζοντα
να φέρει πίσω το σκοτάδι.

 

ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΟ ΓΕΤΕΜΠΟΡΓΚ

Ημέρα της Ανάστασης
να περπατάς στο Γέτεμποργκ
Έτσι την λεν την πόλη λιμάνι στο βορρά οι ντόπιοι
Έτσι θέλω κι εγώ να την γνωρίζω
με το αληθινό της όνομα
κι όχι αγγλιστί
όπως τους ολιγοήμερους επισκέπτες
με τις προσχεδιασμένες μνήμες
Γιατί γυναίκα μεγαλωμένη στην πόλη αυτή αγάπησα
που κουβαλά τη νοσταλγία των μεταναστών του ’60
Κι όταν παραπονιέμαι πως στη δική μου πόλη
οι έμποροι δεν ανταπέδωσαν την ευεργεσία
αφήνει με το βλέμμα της να νοηθεί
πως κάθε ευεργεσία
έχει το τίμημα της.

 

ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ

Ανθρώπους με χαμένες πατρίδες
και μνήμες από τόπους ζεστούς
συναντώ στα παγκάκια της Γιέλμπου
Διαβιώνουν υπό το μηδέν
Μιλούν σπαστά σουηδικά
και περιμένουν το καλοκαίρι
Το ταξίδι για τον βορρά
ήταν το πιο μακρινό
Το πιο ακριβό
Ο μεσάζοντας δεν έκανε σκόντο
Ο δικός τους κόσμος
και μέσα του
το ξένο πάλι δικό τους κομμάτι
μοιάζει ρόδι γινωμένο που σκάει
μα κανείς δεν το ζητάει.

 

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ

To δάσος που μας κέρδισε
Οι φωνές των πουλιών που θα μας αναστήσουν
Τα θολά νερά του ποταμού
που βιάζονται να παραδώσουν την αλήθεια τους
στο βορινό αρχιπέλαγος
Τα οριζοντιωμένα δέντρα
που νιώθουν τη χαρά των παιδιών
όταν ισορροπούν περπατώντας
στο σώμα τους
Είναι δώρα του βορρά
Δώρα της πόλης που έβαλε πολύ νωρίς
τους δρόμους για την ανατολή
στη ζωή μας.

 

ΦΡΟΥΤΑ ΑΠΟ ΦΥΣΗΤΟ ΓΥΑΛΙ

Ο υαλουργός γίνεται δέντρο
καθώς φυσάει το γυαλί
Γίνεται πουλί
Ραμφίζει τα φρούτα
Οι πινελιές στο σώμα τους
είναι στάλες βροχής
Φρούτα της όρασης
Καρποί της έμπνευσης
που τους γεύεσαι
δίχως καν να τους αγγίζεις.

 

ΑΛΛΗ ΤΕΧΝΗ

Η άλλη τέχνη ζει στο δάσος
με τις αμέτρητες αναπνοές
Το σώμα της τηρεί άλλες αναλογίες
Έχει ξωτικά
μολύβια μ’ ανθρώπινες κεφαλές
κορμούς, φαντάσματα κουβαρίστρες
Πάντα χρειάζεται μια κουβαρίστρα
Ένα μπλεγμένο νήμα
Δύο τουλάχιστον οικογένειες
για να ξεκινήσει μια μυθολογία.

 

Η ΑΡΓΟΠΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Μέμφομαι τον ήλιο
για την αργοπορία της νύχτας
κι ύστερα μετανιώνω
Αν δεν επέμενε να μεσουρανεί
σχεδόν μεσάνυχτα
αφώτιστες θα έμεναν
άγνωστες πτυχές της πόλης
Ίσως και να συνέδραμε στο ψέμα
που κουβαλώ για το λιμάνι του βορρά,
γιατί όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται
το φως την κρύβει την αλήθεια
κι οι γλάροι πολιορκητές
δεν ησυχάζουν το σούρουπο
στο Γέτεμποργκ.

 

 

ΧΟΜΑΧ (2016)

 

Σύγχρονη τέχνη, εντείνεις τη μοναξιά και τα βεγγαλικά σου θαμπώνουν επικίνδυνα.

***

Φέρτε μου λίγες παιδικές ζωγραφιές. Χρειάζομαι
λίγες παιδικές ζωγραφιές. Να σταθώ στα πιο
γνήσια στοιχεία πρωτοτυπίας.

***

Οι μεσάζοντες ασελγούν στο σώμα σου. Τι τις
θέλεις τόσες υποσημειώσεις και εξηγήσεις του
κέρατά στον κρόταφό σου;
Αρνήσου τα δεκανίκια, πριν βρεθείς αλυσοδεμένη
στο άρμα μιας θεωρίας που τάχα σ’ εξυψώνει, ενώ
καταβροχθίζει την ουσία σου

***

Καλός ο Πλάτωνας. Μπορείς όμως να σταθείς και
χωρίς τις θεωρίες του σύμπαντος.
Η πολλή φιλοσοφία βλάπτει την τέχνη.

***

Δεν λέω να αποποιηθείς τα τεχνάσματα. Παίζουν
κι αυτά κάποιο ρόλο στον δρόμο σου. Σε καμία
περίπτωση, όμως, δεν μπορούν να καταστούν το
δεσμείν και το λύειν της ύπαρξής σου

***

Κάποτε οι επιμελητές θανατώνουν άθελα τους το
θέμα της έκθεσης.
Γι’ αυτό στα εγκαίνια —θα πρότεινα— αντί να
τους συγχαίρετε, να τους εκφράζετε τα θερμότερα
συλλυπητήριά σας.
***

Ανυπάκουη σε θέλω στο θέμα και προπάντων
ανυπάκουη στον επιμελητή.

***

Τα πιο κρίσιμα σημεία στίξης του φωτός
σκιές μας.

***

«Ανάμεσα στο υπάρχω και δεν υπάρχω» μεσολαβεί
η τελευταία πινελιά.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

«Η λέξη “τέχνη” ανατολικής καταγωγής “Χομχάχ”
προϋποθέτει τη σοφή εκείνη διάθεση του ανθρώπου
ο οποίος με το δημιουργικό του έργο συμπληρώνει
την ομορφιά της ζωής του». Τζούλιο Καΐμη: «Ο
εθνικός χαρακτήρας της τέχνης», δακτυλόγραφο,
πινακοθήκη Ν. Χατζηκυριάκου-Γκίκα, Αθήνα.

 

 

Για το Βάκη Λοϊζίδη είπανε:

 

Ο Κώστας Τσιαχρής

«Μέλος και λόγος στην ποίηση του Βάκη Λοϊζίδη»

Σε έναν ειρωνικό διάλογο με ένα ανολοκλήρωτο ποίημα του [«Γιατί σβήνεις αγριεμένο»], ο Βάκης Λοϊζίδης θίγει με έναν αφοπλιστικό και αβίαστα φυσικό τρόπο ένα θέμα που βασανίζει αλύπητα όλους εκείνους που γράφουν ποίηση και θέλουν να πιστεύουν ότι το έργο τους συνιστά μια πράξη επικοινωνίας. Ειδικά τα τελευταία χρόνια που ο λόγος έχει καταντήσει υποχείριος της εικόνας κι αδυνατεί να πείσει για το βάρος της αυτόνομης ύπαρξής του. Συνομιλώντας λοιπόν με το ποίημα του ο Ποιητής αναρωτιέται με ποιο τρόπο καταξιώνονται σήμερα τα στιχουργήματα, για να καταλήξει υπαινικτικά ότι η αναγνώριση περιβάλλει μόνο εκείνους τους στίχους που προορίζονται για μελοποίηση. Υπαινίσσεται δηλαδή ότι το βασικό κλειδί για την επικοινωνία του ποιητή με το αναγνωστικό κοινό είναι η προσαρμογή του λόγου στο «μέλος».
Από αυτή την άποψη, ο Λοϊζίδης εγείρει είτε άθελά του είτε σκόπιμα το μεγάλο ζήτημα των προσδοκιών του σημερινού αναγνώστη από τον ποιητή, και ευρύτερα της πρόσληψης της ποίησης. Η αλήθεια είναι ότι η ποίηση που γράφεται σήμερα έχει απομακρυνθεί σε μεγάλο βαθμό από αυτό που θα αποκαλούσαμε «μουσικότητα». Οι ποιητές, προσηλωμένοι στο δόγμα του μοντερνισμού, που ορίζει ως συστατικά της επιτυχημένης γραφής το γριφώδες ύφος, την αφαίρεση, την ανατροπή των συντακτικών κανόνων και την υιοθέτηση του πεζολογικού τόνου, έχουν κατά κάποιο τρόπο συνεργήσει στην παραγωγή μιας ποίησης άνευρης, σχεδόν ανίκανης να συνομιλήσει με τις φωνές, με τις λέξεις, με τα σώματα και τις μουσικές των απλών ανθρώπων. Στις λίγες περιπτώσεις που αυτό γίνεται κατορθωτό, είναι γιατί οι ποιητές αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο των παραπάνω επιλογών και αγωνίζονται να επανασυνδέσουν την ποίηση με την απλότητα και με τη μουσική.

`
Ο Βάκης Λοϊζίδης ανήκει ασφαλώς στην τελευταία κατηγορία. Φιλολογικά ωστόσο εντάσσεται στη μεγάλη ομάδα των ποιητών που κατάγονται από την Κύπρο και θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως η «Γενιά μετά την εισβολή». Πρόκειται για τη γενιά των ποιητών που αρχίζουν να δημιουργούν κυρίως μετά τη δεκαετία του ‘90, όταν πια τα τραύματα της τουρκικής εισβολής έχουν αρχίσει να απαλύνονται και η ποιητική θεματική αναζητά νέα πεδία έμπνευσης, μακριά από το εθνικο-πατριωτικό στοιχείο. Η πρώτη του συλλογή «Ποίηση και κολάζ» κυκλοφόρησε το 1995 και ακολούθησαν άλλες έξι, με τελευταία το «Ο άγγελος και ο γλύπτης» του 201. Ας προσπαθήσουμε να διαγράψουμε τα γενικά χαρακτηριστικά της ποίησής του:
Ο λόγος του είναι καθαρός, ισορροπημένος ανάμεσα στη συγκίνηση και στο νόημα, άμεσος και χωρίς περιττά μαλάματα. Ο ποιητής κοιτάζει την Ποίηση κατάματα και σημαδεύει σ’ αυτό που μπορεί ακόμη να πει κάτι ουσιώδες. Ο λόγος του, σε μια εποχή που το γυμνό έχει χάσει ίσως οριστικά τη δύναμη του αιφνιδιασμού, έχει τη θράσος ν’ απογυμνώνει τα πράγματα και να εκπλήσσει.
Τα ποιήματα είναι ολιγόστιχα, με το λόγο συμπυκνωμένο στο βαθμό που πρέπει, έτσι ώστε η αφαίρεση να μη λειτουργεί σε βάρος της ουσίας, να μη θολώνει παρά να φωτίζει την ανάγνωση. Έτσι, τίποτε δε φαίνεται περιττό, πρόσθετο, διακοσμητικό, αλλά και τίποτε λειψό, γριφώδες, σκοτεινό. Είναι τέτοια η διαύγεια της έκφρασης που εξαναγκάζει την αφαίρεση να τηρεί τις ισορροπίες, να προσδίδει χρώμα και χάρη στο ποιητικό συμβάν και να μην απομένει φόρμα που απλώς μεταφέρει ασύνδετες εμπειρίες.
Ο στίχος του άμεσος και δραστικός, βρίσκει τη γεωμετρία του με κόπο , μ’ ένα προσεκτικό ξεδιάλεγμα της λέξης εκείνης που θα προσθέσει στο σύνολο το ποιητικό ύψο . Από αυτή την άποψη, δεν είναι τυχαίο ότι ο ποιητής λειτουργεί με την τεχνική του γλύπτη, καλλιτεχνική ιδιότητα την οποία πράγματι ο Λοϊζίδης διαθέτει: φαίνεται να σκαλίζει προσεκτικά το ακατέργαστο ποιητικό υλικό του, διαμορφώνοντας αργά και μεθοδικά μικρά αλλά κομψά αγάλματα έκφρασης.

Η συχνή χρήση ερωτημάτων μαρτυρεί ένα ρευστό εσωτερικό κόσμο, όπου οι σκέψεις ανακατατάσσονται και δεδομένα γρήγορα μετατρέπονται σε ζητούμενα.Υπάρχει ένα διαρκές κυνήγι απαντήσεων, μια συνεχόμενη ορμή για αμφιβολία. Κι απ’ αυτή την οπτική, θα έλεγα, τα ερωτήματα απέχουν πολύ από τον τυπικό χαρακτηρισμό τους ως ρητορικών ή ως ασυναίσθητων ασκήσεων ύφους. Είναι περισσότερο τα σημάδια, οι εκχυμώσεις μιας βασανισμένης σκέψης, τις οποίες ο ποιητής εκθέτει χωρίς δισταγμό στο φως. Ο ποιητής επίσης αξιοποιεί εκφραστικά την επανάληψη δομικών στοιχείων: λέξεων, φράσεων, συντακτικών σχημάτων. Η επίμονη επαναφορά των παραπάνω στοιχείων αποκαλύπτει ένα είδος αναμέτρησης του ποιητή με τον εαυτό του, με την ποιητική του πλευρά, με την ποίηση, με το ποίημα, στο τέλος με τη λέξη .

Εκτός από τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν , εμφανή είναι στην ποίηση του Λοϊζίδη και κάποια σταθερά θεματικά μοτίβα :
Η στάση προς την ποίηση και την τέχνη [το μοτίβο της απλότητας στην έκφραση ] : Επισημαίνει την τραγική αυταπάτη της δύναμης του ποιητή να κατευθύνει τις λέξεις , να τις στοιχίζει με τρόπο ναρκισσιστικά φιλόδοξο [ Ξέρεις τι’ ναι /να σ’ εγκαταλείπουν οι λέξεις / να μένεις μόνο / με τη μυρωδιά των ανθρώπων / που τις κατοίκησαν / να μένεις μόνο με την εμμονή / της πρωτοτυπίας /Ξέρεις τι σημαίνει / να σε προδώσει το ποίημα ;] Ειρωνεύεται την τάση πολλών ποιητών να χρησιμοποιούν αρχαίες φράσεις ως προμετωπίδες στα ποιήματά τους [Στο πέτο κάθε ποιήματος / βρίσκεις κι ένα αρχαίο μότο / θέλεις υποσημείωση να ξεναγηθείς / θάλασσα για ν’ απαλλαγείς / απ’ το αρχαιόπρεπο ύφος]. Διαπιστώνει με πικρία την αδιαφορία των σημερινών ανθρώπων για το ποιητικό συμβάν , ενώ σε άλλες εποχές η ποίηση αναστάτωνε τις εσωτερικές λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού [Κάποιος ομολόγησε / πως οι ποιητές του προκαλούν δυσπεψία /Του βασανίζουν το σώμα / τα όργανα της πέψης /Ήθελε να πει τα έγκατα της ψυχής / Επρόκειτο γι άνθρωπο άλλης εποχής / Τέτοια κωλύματα –τέτοιες αντιστάσεις / δεν έχουν οι σύγχρονοι οργανισμοί ] . Αγωνιά για την τύχη της ποιητικής του παραγωγής , για τον τρόπο γνωστοποίησής της στο αναγνωστικό κοινό [Σήμερα που τα ποιήματα / κυκλοφορούνε συστημένα / πρέπει να βρω κι εγώ προξενητή / κι ας τον καλοπληρώσω /Αλλιώς θα πρέπει ν’ αρκεστώ / σε δύο ή τρεις ομότεχνούς μου]. Θλίβεται για τον αναγνώστη που αδυνατεί να φτάσει στη λέξη ,γιατί του έχουν ήδη καθορίσει το νόημά της [Σε κόσμο που μνημονεύει προτάσεις / και μέχρι να φθάσει στη λέξη / του έχουν αλφαδιάσει το νόημα]. Περιφέρει επίμονα την έκκλησή του προς τους δημιουργούς για απλότητα στην έκφραση [ το «Σεφερικό» μοτίβο της έκκλησης για απλότητα στην έκφραση ] σε τρία τουλάχιστον ποιήματα [Από το πλούσιο λεξιλόγιο /μην καθηλωθείς / Προτίμησε λόγια προσιτά/ κι ας πουν πως γράφτηκαν στο πόδι /Η πέραν του δέοντος επεξεργασία / φέρνει θάνατο ] – [Κολάσαμε την τέχνη μας / με τόσους λεκτικούς θανάτους /κι υπέρβαρη κυκλοφορεί / σχεδόν λιπόθυμη / επιζητεί την απερήμωσή της ] – [Μα τι έπαθε ο ποιητής / και ομιλεί ως τεχνοκρίτης ; /Μα τι έπαθαν και δεν μπορούν / να μιλήσουν αυθόρμητα ;/ Τουλάχιστον αυτούς που συναναστράφηκες / δεν τους έμαθες να μιλούν απλά; ] Η τέχνη τέλος είναι κατά τον ποιητή μια πράξη πάθους , ένα προϊόν της έκρηξης των αισθήσεων [Μα τι θα πει τέχνη; Χειρονομία εν βρασμώ ψυχής]
Η εμμονή της μνήμης [η αναζήτηση της καταγωγής , η αποκατάσταση της σχέσης με το παρελθόν ] . Προβληματίζεται πάνω στο ενδεχόμενο της διαγραφής της ιστορικής μνήμης , με το σκεπτικό μιας δυναμικής αντιμετώπισης της πραγματικότητας , με το όραμα της καταξίωσης των ηρώων στο παρόν τους, και αμφιβάλλει [Erase History /Γιατί; Τους ήρωες / είναι καλύτερα να μην τους διδασκόμαστε / να μη μας τους επιβάλλουν / μεταγενέστερες ιστορικές στιγμές / είναι καλύτερα να μπαίνουν / απ’ τα σοκάκια στη ζωή μας / με τις δικές τους συμπεριφορές ]. Χρησιμοποιώντας το μοτίβο των τριών , από τα οποία το τρίτο πάντα μεταφέρει την κρίσιμη στιγμή του ποιήματος , ταυτίζει τη μνήμη , τη σύγχρονη μνήμη με το κενό [Τρία παιδιά ζωγράφισαν τη μνήμη/ Το πρώτο την όρθωσε σα γίγαντα / Κάτι γνώριζε για τις δυνατότητές της / Το δεύτερο την είχε κάνει φάντασμα / Κι αυτό γνώριζε μια πτυχή της / Το τρίτο μου’ δωσε κόλλα λευκή / Αυτό γνώριζε τα περισσότερα ]. Δηλώνοντας τη διαφοροποίησή του από τους πολλούς ,ανάγει τη μνήμη σε καθοριστικό παράγοντα διεύρυνσης του οπτικού πεδίου του ανθρώπου [Κρεμώ τις μνήμες μου στους τοίχους / Έτσι έμαθα να ψηλώνω τα ταβάνια]. Σε άλλα ποιήματα , γίνεται έκκληση για αφύπνιση του συναισθήματος της καταγωγής , ακόμη κι αν ο κώδικας για την πρόσληψή της είναι ακατάληπτος [Κυπρομινωικά συλλάβισε την καταγωγή / κι ας εκληφθεί / ως άναρθρη κραυγή / βοώντος εν τη ερήμω ] , ή σχολιάζεται ο τρόπος με τον οποίο η γλώσσα διαστρέφει πολλές φορές την ιστορική μνήμη , ακρωτηριάζοντας τα ονόματα των προσώπων [Με κάτι τέτοιες περικοπές / στρεβλώνουν τη συλλογική μνήμη ].
Η αντιπαράθεση φθαρτού -υπερβατικού [ασυνείδητου –συνειδητού ] . Συχνά στην ποίηση του Λοϊζίδη υπάρχει μια κίνηση από κάτι κρυφό , μισοφωτισμένο , βαθιά αποθηκευμένο , προς την αποκάλυψη , το ξεσκέπασμα. Στο ποίημα «Στο πρώτο διάζωμα» διαφαίνεται ότι ακόμη κι αν οι υποσυνείδητες εμπειρίες καταχωνιάζονται κάτω από καινούργια βιώματα , τελικά βρίσκουν τον τρόπο να φανερωθούν μέσα στην ποίηση και να καταλάβουν μάλιστα περίοπτη θέση [Είναι αντικείμενα /που ακόμα κι αν τα αποποιηθείς / ή τα κρύψεις στο πατάρι / φανερώνονται στο ποίημα /Το μισοκαμένο εικονοστάσι / τα οξειδωμένα ψαλίδια , / τα μισοτελειωμένα εργόχειρα /κι οι βεντούζες στο τσίγκινο κουτί /έχουν θέση στο πρώτο διάζωμα]. Αλλού πάλι γίνεται μια παράκληση στα σκοτεινά σημεία της ύπαρξης να επιτρέψουν στο ποιητικό εγώ να γευτεί το φως [Θέλω το νούφαρο στη θέση της καρδιάς / Με ακούς πυκνωμένο σκοτάδι της ύπαρξης ; Θέλω ν’ ανθίσω] . Η συνομιλία ωστόσο μεταξύ φθαρτού και υπερβατικού αποτυπώνεται ολοκληρωμένα , σε όλες τις διαστάσεις της , στη συλλογή «Ο άγγελος και ο γλύπτης» . Εκεί ο ποιητής επιλέγει να αποκαθηλώσει την αγγελική υπόσταση. Επιλέγει μεταξύ πέτρας και θείου την πέτρα, μεταξύ πτώσης και πτήσης την πτώση [Ο άγγελος τελείωνε / εκεί που θα’ πρεπε /να ξεκινά το πρόσωπό του / Το φωτοστέφανο /ήταν πεσμένο μπροστά / στα πόδια του ] .Το μοτίβο της αγγελικής προσήλωσης στο ιδανικό καταρρίπτεται και οι ανθρώπινες αναλογίες με τις οποίες εκφράζεται το υπερβατό , επιτρέπουν πια την προσχώρησή του στα εδάφη του γήινου , του ατελούς [Τον αποκαλείς λαϊκότροπο / σαν αυτούς στην αψίδα /με τις αναλογίες /να μην υπακούουν / στην εικόνα των αγγέλων].Υπάρχει μάλιστα μέσα στους αγγέλους ένα νοσηρό κομμάτι που δεν επιτρέπει στη φύση τους να περάσει ολοκληρωτικά στην περιοχή του άυλου [ Ένα τέταρτο καταστροφή / και τρία τέταρτα θρίαμβος / η ζωή των αγγέλων ]. Αλλά την ίδια ώρα που μεθοδεύεται η αποδόμηση της υπεργήινης σύστασής του αγγελικού , γίνεται έκκληση για την τήρηση ενός μέτρου ως προς την έκταση της ανατροπής, έτσι ώστε να μη χαθεί εντελώς η παραμικρή υποψία ότι η απόσταση μεταξύ αγγέλου και ανθρώπου παραμένει [Μην βάζεις στη δύσκολη θέση / του ξεναγού τον άγγελο/ Ακατάληπτα μένουν τα στοιχειώδη / που τον λαμπρύνουν].

Το παρόν της Κύπρου . Ο Λοϊζίδης συχνά παρατηρεί πτυχές της ζωής της σύγχρονης Κύπρου με ειρωνική διάθεση, με ένα είδος πικρίας για τη μετάλλαξη της αυθεντικότητας των ανθρώπων , του τοπίου και της παράδοσης του νησιού[Ναρκοθέτες και χορευτές συνάμα / κουβαλούμε την υπεροψία τριών ηπείρων / ως ανέτοιμοι ξενιστές πεταλούδων] – [Φοβάμαι πως εμείς / που αντί στη Χώρα πάμε στη Λευκωσία / και την πόλη λιμάνι /ντρεπόμαστε να πούμε Σκάλα / πήραμε άλλο δρόμο / από αυτόν που παίρνουν οι νησιώτες] . Την ίδια ώρα , στο ποίημα «Διαίρεση» , μία αριθμητική πράξη μεταφέρεται σαν οδυνηρό βίωμα από γενιά σε γενιά , για να ταυτιστεί με το πολιτικό δράμα που εξακολουθεί να βιώνει το νησί , για να συνδεθούν με τραγικό τρόπο μέσα στην έκταση 9 στίχων το παρελθόν , το παρόν και το μέλλον [Για τη διαίρεση / από μικρός κουβαλώ το φόβο/ Όταν την έμαθα στη Δευτέρα τάξη / τον τόπο μου διαίρεσαν / σε δύο πράξεις / Τώρα που τη μαθαίνω / στο δικό μου το παιδί / φοβάμαι / το πηλίκο θα επικυρωθεί ]
Η σύγχρονη πραγματικότητα και η πρόσκληση για αυθεντική βίωση της ζωής. Ο ποιητής, όπως θα αναμενόταν , στέκεται με σκεπτικισμό απέναντι σε οτιδήποτε αποδυναμώνει την ένταση και την αυθεντικότητα της ζωής ως φυσικού δώρου . Στο ποίημα «Για να μην αποθάνουμε πριν πεθάνουμε» ζητά την απελευθέρωση της έκφρασης και την επιβεβαίωση της ζωής, έτσι ώστε ο θάνατος να πάψει να υφίσταται ως απειλή και να έρθει ως φυσικό επακόλουθο μιας γνήσια βιωμένης πορείας . Απέναντι στο ξεθώριασμα της έντασης και της ποιότητας των συναισθημάτων εξαιτίας της εισβολής της τεχνολογίας , προτείνει την επιστροφή στο απρόβλεπτο των εκφράσεων του ανθρώπινου σώματος [Μα πώς να θυμώσεις / μέσω υπολογιστή / Ο θυμός / δεν προϋποθέτει / μικροτσίπ / Θέλει χειρονομίες /πρόσωπα αντικριστά ]. Προσπαθώντας τέλος στο ποίημα «Περί της δοτικής πτώσης» να δώσει μία υπαρξιακή εξήγηση στην κατάργηση της δοτικής πτώσης , περιγράφει με παραστατικό τρόπο το υπαρξιακό αδιέξοδο του σημερινού Ελληνισμού .
`

Κλείνοντας αυτή τη μικρή συνομιλία και επιστρέφοντας στον προβληματισμό που ο ίδιος ο ποιητής θέτει εξαρχής, η ποίηση του Βάκη Λοϊζίδη δημιουργεί μουσική με τον τρόπο της. Μπορεί να της λείπουν τα στοιχεία εκείνα που θα της προσέδιδαν άμεσα μουσικότητα, ,όπως η ομοιοκαταληξία , η ισοσυλλαβία των στίχων, το σταθερό μέτρο ή η ύπαρξη στροφής –επωδού, ωστόσο η ανάγνωσή της , με τις εικόνες της, με λοξοκοιτάγματά της στο χώρο του υπερβατικού, με την επαναφορά λέξεων και φράσεων, με τα επίμονα ερωτήματά της, με τον ευλύγιστο στίχο της, γεννάει στο τέλος το τραγούδι στ’ αυτιά μας.

 

 

Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Μια νέα τροπή της κυπριακής ποίησης

Τα στοιχειώδη, εκδόσεις Γαβριηλίδης

«Το θέμα δεν είναι η ανάπτυξη ποιητικής ιδεολογίας (αυτό είναι εύκολο)/ Το θέμα είναι η ανάπτυξη ποιητικής διανοίας (αυτό είναι δύσκολο)». Η παράφραση των στίχων του Ν. Καρούζου αποδίδει –έστω και αφοριστικά– την εξέλιξη της ποιητικής τέχνης στην Κύπρο, τουλάχιστον από την τουρκική εισβολή του 1974 και ύστερα. Αποφεύγω τη χρήση του όρου «κυπριακή ποίηση»: κατ’ αρχάς, διότι η κυρίαρχη τάση των Κύπριων ποιητών να μιλήσουν στη μητροπολιτική λαλιά του αθηναϊκού «λογοτεχνικού κέντρου» έχει εξαλείψει συντριπτικά την ιδιοφωνία που εκφέρεται στην καθημερινή συναλλαγή της κοινωνικής ζωής του νησιού. Το γεγονός δεν αξιολογείται απαραίτητα με θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Είναι, όμως, βέβαιο πως η διαμόρφωση μιας ξεχωριστής κυπριακής λογοτεχνικής σχολής αξιώνει τον παραδειγματικό και συνταγματικό άξονα των ποιητικών κειμένων εντός της γλώσσας, και όχι εντός του κοινού ιστορικού τραύματος που δοκίμασαν –ή κληρονόμησαν– οι σύγχρονοι ελληνόφωνοι Κύπριοι ποιητές. Διότι, σε αυτό το ενδεχόμενο, ο προσδιορισμός «κυπριακή ποίηση» βρίσκει καταφύγιο μόνο σε επίπεδο βραβεύσεων –που απορρέουν από την κρατική υπόσταση του νησιού–, ενώ συγχρόνως συμβάλλει στη γραμματολογική ομαδοποίηση λογοτεχνών με διαβατήριο από την ίδια πολιτειακή αρχή, διευκολύνοντας ανθολόγους, φιλόλογους και ερευνητές στο μάλλον περιττό κομμάτι του έργο τους• και τότε, η πλέον χρηστική αξία του εν λόγω όρου περιορίζεται στον τομέα της βιβλιοθηκονομίας.

Επιπλέον, και υπό την ιδιότητα του ομόγλωσσου, αντιλαμβάνομαι την απόσπαση της «κυπριακής ποίησης» από το σώμα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας ως έκφραση οριενταλισμού –αποικιοκρατικής ρίζας– που λατρεύει το «εξωτικό» και το παράδοξο, που δαιμονοποιεί το λαϊκό στοιχείο και οικοδομεί μια ανώτερη ταυτότητα για λογαριασμό της, διχοτομώντας τη λογοτεχνία των Κυπρίων ανάμεσα στην πραγματικότητά της και στη ρομαντική αντίληψη για αυτήν. Εν ολίγοις, η μητροπολιτική λογοτεχνία της ελλαδικής επικράτειας κατέγραψε, όρισε, φαντάστηκε και, κατά μία έννοια, επινόησε έναν πολιτιστικό Κανόνα για την Κύπρο. Κι όμως, κάτι τέτοιο δεν αποτέλεσε απλώς φαντασίωση• κατάφερε να επιβληθεί ως παθολογία μιας περιφερειακής λογοτεχνίας –της ελλαδικής, εν προκειμένω– που ταυτοποιήθηκε με τη σειρά της, από τους «πιο Δυτικούς», στον μυθιστορηματικό ψυχισμό και τη κινηματογραφική μορφή του Αλέξη Ζορμπά.

Ας επιστρέψω, όμως: αφενός, το κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα δεν συνιστά από μόνο του ποιητική ιδιοφωνία. Είναι η καλλιτεχνική διάνοια που ανάγει –οποιαδήποτε γλώσσα ή διάλεκτο– σε τέτοια. Αφετέρου, η ελληνόφωνη ποίηση που αναπτύχθηκε στην Κύπρο υπήρξε ανέκαθεν λαϊκή – τόσο σε επίπεδο κινήτρου όσο και σε επίπεδο εκφοράς, λειτουργίας και προοπτικής. Ο «ποιητάρης» δεν ορίζει απαξιωτικά τον λαϊκό δημιουργό της Κύπρου (η πιο διαδεδομένη νοηματική παραφθορά και έκφανση του ελλαδικού λογοτεχνικού οριενταλισμού προς τη νήσο), αλλά επαγγελματικά –όπως τον «σκαρπάρη» (ο υποδηματοποιός) ή τον πιο σύγχρονο «πεζινάρη» (ο βενζινοπώλης)–, καθώς οι ποιητάρηδες πουλούσαν τα ποιήματά τους σε φυλλάδια ή τα απάγγειλαν και εισέπρατταν από τους ακροατές τους.

Ωστόσο, η αξιωματική σχεδόν παρουσία των παραπάνω συνθηκών στην τοπική λογοτεχνική παραγωγή άρχισε να αξιοποιείται και να αφομοιώνεται στοχαστικά μόλις τις τελευταίες δύο δεκαετίες• και λέγοντας στοχαστικά, εννοώ –προ πάντων– μέσα στην οριζόντια και κάθετη τάξη του κειμένου, με μοναδικά εργαλεία διάνοιας την έννοια και την κρίση στη συναίρεσή τους – που είναι η γλώσσα: το διαρκές αντικείμενο έρευνας και αμφισβήτησης από πλευράς ποιητικής τέχνης. Στη σχετικά ολιγάριθμη ομάδα των νεότερων ποιητών από την Κύπρο που αφομοιώνουν τη γεωπολιτική ιδιαιτερότητα της νήσου και τη συλλογική οδύνη που δοκίμασε η κοινότητα –ως όργανο του ιστορικού πεπρωμένου– σε ένα ποιητικό έργο, το οποίο διεκδικεί τον αυτοκαθορισμό του τόσο σε πλαίσιο λογοτεχνικής ταυτότητας όσο και υπαρξιακής συνείδησης, κυρίαρχη θέση θεωρώ πως κατέχει ο Βάκης Λοϊζίδης και συγκεκριμένα δύο ποιητικές συλλογές του: τα Κινητά μνημεία (Λευκωσία, 2002) και Τα στοιχειώδη (έκτο βιβλίο του ποιητή).

Τα στοιχειώδη αποτελούνται από 30 ολιγόστιχα –κατά κύριο λόγο– τραγούδια. Τραγούδια νοούμενα όχι στο πλαίσιο μιας ιδιωματικής, έμμετρης και ομοιοκατάληκτης ποίησης, αλλά του μέλους που προκύπτει από τη σύνθεση τριών δυνάμεων: του λόγου, της μελωδίας και του ρυθμού – εκφρασμένες με λυρική ένταση και συχνά δοσμένες στην αυστηρή ροπή μιας αποφθεγματολογικής ειρωνείας. Κατά τ’ άλλα: ελάχιστες και οριακές μεταφορές, ακόμη πιο λίγες αποστροφές, στοιχειακή λιτότητα στη διαχείριση του ποιητικού υλικού κι ελλειπτική παράθεση «αιχμηρών» συμβόλων που αγγίζουν τον σπαραγμό. Ωστόσο, η περίπτωση του Β. Λοϊζίδη δεν φαίνεται πιο «ελκυστική» από τις ανάλογες Ελλαδιτών ή Κύπριων ομοτέχνων που δοκιμάζουν και δοκιμάζονται στις ίδιες τονικές συντεταγμένες εξαιτίας των παραπάνω χαρακτηριστικών.

Στην περίπτωση των Στοιχειωδών, κάθε ποίημα προκύπτει ως έκφραση ενός βαθύτερου αξιώματος αυτογνωσίας και συγχρόνως ως διαρκή άσκηση μιας καινούργιας γλωσσικής διάθεσης και συνείδησης πάνω στην ευρύτερη νεοελληνική γραμματεία, αν και δομημένη συχνά σε φόρμες που δεν διακρίνονται για την πρωτοτυπία τους. Ωστόσο, ο Λοϊζίδης κατορθώνει ένα δύσκολο ποιητικό επίτευγμα, ειδικά μέσα στο δύσκαμπτο και εν πολλοίς πατριδοκεντρικό χαρακτήρα της τοπικής λογοτεχνικής σκηνής: τη χειραφέτηση του καλλιτέχνη από τη σημειολογική συστημική αναφορά του περιβάλλοντος κόσμου και την επιλογή μιας αδέσμευτης ανάγνωσης από επικοινωνιακούς συναισθηματισμούς και τυποποιημένα βιώματα της ιστορικής εμπειρίας. Από την επίδραση που ασκεί η ιστορική συνθήκη στη διαμόρφωση της εκάστοτε εθνικής κουλτούρας, ο Λοϊζίδης υιοθετεί και μεταπλάθει το φαινόμενο του πολιτισμικού συγκερασμού και των σχετικών ζυμώσεων, που συμβαίνει επί αιώνες στο νησί του, σε ένα βιβλίο που οικοδομείται ταυτόχρονα πάνω σε ετερόκλιτους, πλην όμως συγγενείς –οντολογικά– θεματικούς και γλωσσικούς άξονες, οι οποίοι αναπτύσσουν την αυτοτέλειά τους υπό τη σκέπη μιας ιδιαίτερης τεχνικής. Έτσι, Τα στοιχειώδη αφομοιώνουν κατά τρόπο φυσικό –και από σελίδα σε σελίδα– αφορισμούς ποιητικής (Σ’ έγραψα, σε ξανάγραψα/ σε δούλεψα/ κι όταν κατάλαβες/ ότι σε προόριζα για ποίημα/ έγινες έξαλλο./ […] Δεν είμαι προϊόν ευαισθησίας/ είπες αμείλικτα/ πριν σβήσεις αγριεμένο.), εικόνες των Κατεχομένων, όπως στο ποίημα για τον Πενταδάκτυλο, (Κι ενώ θα ’σαι πια υπόθεση ονείρου/ μία σκέψη πεδινή/ πάντα ξεκούραστη/ θ’ απωθεί το παλιό βουνό απ’ τη μνήμη./ Έτσι θα βρούμε/ έτσι θα χάσουμε/ το παρελθόν και το μέλλον.), ακόμη και τα γεγονότα της εξέγερσης του Δεκέμβρη ’08 (Πρέπει να καταργήσουμε τον θάνατο/ τουλάχιστον για τις ηλικίες/ κάτω των δεκαέξι χρόνων.)

Αν επιμένω στη θέση μου πως ο Β. Λοϊζίδης αποτελεί ξεχωριστή παρουσία ανάμεσα στους νεότερους ελληνόφωνους Κύπριους ποιητές που εμφανίστηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια στα Γράμματα, αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι το έργο του δεν εγείρει απλώς προς συζήτηση την εισήγηση περί ενσωμάτωσης της σύγχρονης λογοτεχνίας και του δοκιμιακού λόγου που γράφεται στην Κύπρο στο μητροπολιτικό σώμα της νεοελληνικής γραμματείας, αλλά την επιβάλλει.

Είναι κρίμα να γίνουμε μύθος/ ερήμην της δικής μας ψυχής (από τη σελ. 14 του βιβλίου)).

Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος είναι ποιητής

 

 

Ο Μάριος Μιχαηλίδης

«Γιατί γυναίκα μεγαλωμένη στην πόλη αυτή αγάπησα»

Για την ποιητική συλλογή του Βάκη Λοϊζίδη, Γέτεμποργκ

Θα μπορούσα να αποκαλέσω την ποίηση του Βάκη Λοϊζίδη ως μια θαρραλέα ρωγμή στα ποιητικά πεπραγμένα που, κατά κανόνα, τα τελευταία χρόνια επαναλαμβάνονται σαν μόνιμη επωδός με ελαφρές παραλλαγές. Ασφαλώς, δε λείπουν οι θαυμαστές εξαιρέσεις που διασώζουν την τιμή της ποίησης.
Ο ποιητής ανήκει στη νέα γενιά των Ελλήνων ποιητών που κατάγονται από την Κύπρο και ζουν μόνιμα στη Μεγαλόνησο. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της ποίησής του, η ενσυνείδητη άρνηση -ή το τόλμημά- του να εγκλωβιστεί και να περιπλακεί στην αρτάνη της εντοπιότητας, που ως κανόνας ακολουθεί εδώ και χρόνια τη λογική της εθνικής και ειδολογικής κατηγοριοποίησης των ποιητών.
Στο θέμα αυτό μπορεί ο καθένας να έχει τις δικές του απόψεις, χωρίς ασφαλώς να αρνείται τη χρησιμότητα ή και την αναγκαιότητα του όρου “εντοπιότητα” για γραμματολογικούς κυρίως λόγους. Δεν μπορεί, όμως, σήμερα να εξακολουθεί ο ίδιος όρος να αποτελεί το μέτρο της ποιητικής αυθεντικότητας. Ο κοσμοπολιτισμός εδώ και χρόνια είναι η ταυτότητα πολλών ποιητών, που ποτέ και κανείς δεν τους αρνήθηκε την γνησιότητα της γραφής τους.
Ο Βάκης Λοϊζίδης είναι ένας ποιητής με έκδηλη την τάση του κοσμοπολιτισμού και με ιδιάζουσα ποιητική ιδιοσυγκρασία. Ο τίτλος της νέας του δίγλωσσης συλλογής Γέτεμποργκ, είναι η φερώνυμη πόλη-λιμάνι που ως ένα μεγάλο βαθμό καθόρισε τη ζωή του (Άνοιξη στο Γέτεμποργκ, σελ. 15):
Έτσι την λεν την πόλη-λιμάνι στο βορρά οι ντόπιοι/Έτσι θέλω κι εγώ να την γνωρίζω/με το αληθινό της όνομα/ κι όχι αγγλιστί/ όπως οι ολιγοήμεροι επισκέπτες/ με τις προσχεδιασμένες μνήμες/Γιατί γυναίκα μεγαλωμένη στην πόλη αυτή αγάπησα (…).
Τα ποιήματα της συλλογής χαρακτηρίζονται από ωριμότητα που την αποκαλύπτουν η εκφραστική άνεση, η ρέουσα γλώσσα και ιδίως η ανεπιτήδευτη χρήση της μεταφοράς (Φρούτα από φυσητό γυαλί, σελ. 37): Ο υαλουργός γίνεται δέντρο/καθώς φυσάει το γυαλί/Γίνεται πουλί/Ραμφίζει τα φρούτα (…).
Το ίδιο, με μεγαλύτερη, ωστόσο συγκρατημένη ένταση, παρατηρείται στο ποίημα Για τον Φέλιξ Λίντπεργκ (σελ.19), όπου ο ποιητής βλέπει τον ευεργέτη που περπατά μετά θάνατον/ στο κέντρο της πόλης/αντίκρυ στον Έρικσον/Οι γλάροι ξαποσταίνουν/ στο ψηλό του καπέλο/Οι περιηγητές εκπλήττονται/με το μικρό του ανάστημα/Η πόλη βάζει στην καθημερινότητά της τον μεταθανάτιο περίπατό του/κι οι φοιτητές του πολυτεχνείου (…)/Του βάζουν ένα τεράστιο λουλούδι στο πέτο (…).
Εδώ, η μεταφορά και το φαντασιακό, υποτάσσονται σε μία ποιητική θεατρικότητα με “δρώντα πρόσωπα” τον νεκρό Λίντμπεργκ που περπατά, με μια δέσμη λουλούδια/κρατημένη διακριτικά/στο πίσω μέρος του φράκου (…) τους γλάρους, τους κατάπληκτους περιηγητές και τους ευγνώμονες φοιτητές.
Όμως στον ίδιο χώρο, λίγο μόνο πιο έξω από τη μαγική πόλη του Γέτεμποργκ, όπου η νύχτα τον έρωτα τον θέλει μόνο για τον εαυτό της (Θεατρικό, σελ.25), η ποιητική ματιά του Λοϊζίδη καταγράφει μιαν ισχυρή αντίθεση. Απέναντι στην ευκρασία που προκαλεί η φαντασιακή περιδιάβαση της φιλανθρωπίας του Λίντμπεργκ, παραθέτει την εικόνα της καθηλωμένης στα κρύα παγκάκια φτώχιας και εξαθλίωσης (Γειτονιές μεταναστών, σελ. 23): Ανθρώπους με χαμένες πατρίδες/και μνήμες από τόπους ζεστούς/συναντώ στα παγκάκια της Γιέλμπου/Διαβιώνουν υπό το μηδέν/Μιλούν σπαστά σουηδικά/και περιμένουν το καλοκαίρι/ Το ταξίδι για το βορρά/ ήταν το πιο μακρινό/Το πιο ακριβό/Ο μεσάζοντας δεν έκανε σκόντο (…)
Η αναμονή των μεταναστών στο κρύο καταγράφεται ωσάν σιωπηλή προσδοκία ονειρικού νόστου, μιας αποδημίας ή εκδημίας που θα συντελεστεί με τη συνέργεια της μνήμης σε χώρους θαλπωρής.
Εκτός των άλλων, στη νέα δουλειά του Λοϊζίδη, στοιχείο που ιδιαίτερα θέλγει είναι η στοχαστική αυτοαναφορικότητα. Τη στιγμή που ορισμένοι στίχοι, φαινομενικά απλοϊκοί στην εκφορά τους, ακολουθούν τη λογική της επεξηγηματικής παράθεσης, το ποίημα κορυφώνεται, χωρίς όμως να θορυβεί: (Καθώς οι μνήμες ταξιδεύουν, σελ. 17):

Από τότε που μνήμες σουηδικές/μπήκαν στο σπίτι μου/Τα παιδικά σου χρόνια στο Βίμερμπι/Το κόκκινο σπίτι στο Λόκνεβι/Η μοναξιά του Άλφ/Τα πετρώδη χωράφια της Σμώλαντ/Μια γιαγιά με κόρες κυνηγούς/κι όνομα λουλουδιού/με παίρνει συχνά περίπατο στο δάσος/Ακούω για πρώτη φορά τον στίχο του Ντάγκερμαν/ “Ο θάνατος είναι μικρό ταξίδι/απ’ το κλαδί ως το χώμα”.
Κι αν το ταξίδι του θανάτου είναι τόσο μικρό, αφού η μοίρα των νεκρών είναι γρήγορα να αποξεχνιούνται, η ζωή της ποίησης είναι αιώνια. Και καθώς διαγράφει τον ατελεύτητο κύκλο της, άλλους τους προσπερνά, σε άλλους στέκεται, τους κοιτά με απορία μέχρι που σκύβουν το κεφάλι από ντροπή, ενώ σε άλλους κλείνει το μάτι.

* Ο ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ είναι συγγραφέας.

 
Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΟΥ ΒΑΚΗ ΛΟΪΖΙΔΗ

πινακας 7 πινακας 3 πινακας 2 πινακας 1

 

ΣΥΝΕΝΥΕΥΞΗ ΣΤΟ «ΠΑΡΑΘΥΡΟ»

ΣΤΗΝ  ΜΕΡΟΠΗ ΜΩΥΣΕΩΣ

Βάκης Λοϊζίδης: Εικαστικοί «Μικρόκοσμοι»

16/12/2013

Γνωστός στους κύκλους της ποίησης αλλά και των εικαστικών τεχνών, ο πάντα δραστήριος Βάκης Λοϊζίδης είναι από τους ανθρώπους που προσεγγίζουν αμφότερους τους τομείς με καλή διάθεση και σύγχρονη ματιά.

Την Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου, ο πολυπράγμων καλλιτέχνης ενδύεται την ιδιότητά του ως εικαστικού και παρουσιάζει την τρίτη ατομική του έκθεση στην γκαλερί Opus 39. Τίτλος της, «Μικρόκοσμοι». Με έντονο το στοιχείο της αναζήτησης που δίνει τη δυνατότητα μιας άλλης θέασης του κόσμου, αυτοί οι «Μικρόκοσμοι» του Βάκη Λοϊζίδη προτάσσουν, όπως σημειώνει ο ίδιος, την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ψυχής ως μέσο για την αφύπνισή μας.

Πιο κάτω ο Β. Λοϊζίδης απαντά σε μια σειρά από ερωτήσεις για τον «Π»:

Τι χαρακτηρίζει τη νέα σας δουλειά;

Συνεχίζω το ταξίδι μου με έργα μικρών διαστάσεων και μικτής τεχνικής. Αγαπώ τις μικρές διαστάσεις. Βρίσκω ότι ταιριάζουν περισσότερο στην ανθρώπινη φύση. Μέσα από τα έργα μου καθρεφτίζεται η ευθραυστότητα της ανθρώπινης ψυχής. Ίσως λειτουργούν ως αντίδοτα της μοναξιάς. Πρόκειται για έναν συνδυασμό κολάζ και σχεδίου με χρωματιστά μολύβια, μαρκαδόρους και ακριλικά. Μερικά έργα έχουν ως κύριο υλικό στοιχεία από παλιές καρτ-ποστάλ της Λευκωσίας, τις θήκες διαφανειών, ενώ άλλα αποτελούν μικρόκοσμους από κήπους. Τα περισσότερα έργα είναι φτιαγμένα πάνω σε γκρίζα χαρτόνια. Μια μικρή ενότητα έργων είναι ζωγραφισμένα πάνω στη συσκευασία μιας εταιρείας ρούχων. Με τον τρόπο αυτό γίνεται μια δημιουργική ανακύκλωση του συγκεκριμένου υλικού.

Πιστεύετε ότι χρειάζεται να υπάρχει υφολογική και θεματική συνοχή μεταξύ των έργων που παρουσιάζονται σε μια έκθεση;

Αυτό είναι κάτι που με απασχολεί, αλλά ίσως λόγω χαρακτήρα να μην το επιτυγχάνω σε μεγάλο βαθμό. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι αν ένα έργο ταξιδέψει στον χρόνο, μόνο του θα ταξιδέψει. Χωρίς τα υπόλοιπα έργα που ανήκουν στην ίδια ενότητα. Είναι ποιήματα που στον χρόνο αντέχουν μόνο μερικοί στίχοι ή ίσως ένας μόνο στίχος τους. Θα έλεγα ότι η υφολογική και θεματική συνοχή έχει αξία όταν δεν είναι προσχεδιασμένη και αναδεικνύεται ως στάση ζωής.

Έχετε μια έντονη παρουσία στον χώρο των τεχνών και των γραμμάτων. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τη διοργάνωση ενός ποιητικού περιπάτου στη Λευκωσία και μιας ποιητικής εκδήλωσης στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών με θέμα «ποίηση και κρίση» κάτω από τη δική σας φροντίδα.

Η επικοινωνία μεταξύ των δημιουργών αλλά και μεταξύ των διάφορων μορφών τέχνης κρίνω πως είναι πολύ σημαντική και λείπει ιδιαίτερα στον ποιητικό χώρο. Βέβαια, με το να δίνει κανείς συχνά το παρόν του παίρνει ένα μεγάλο ρίσκο. Ευτυχώς ή δυστυχώς είμαι ανήσυχος άνθρωπος και μου αρέσει να οργανώνω πράγματα. Ιδιαίτερα παρεμβάσεις που έχουν το στοιχείο της συνομιλίας μεταξύ διαφόρων μορφών τέχνης, όπως η ποιητική εκδήλωση στο Κέντρο Τεχνών με θέμα την κρίση που λειτούργησε πολύ ωραία με τα έργα της έκθεσης. Η παρέμβαση επίσης του ποιητικού λόγου στους δημόσιους χώρους είναι σημαντική. Τα ποιήματα και τα έργα τέχνης γενικά δεν απευθύνονται μόνο στους ειδικούς. Ο ποιητικός περίπατος ήταν μια εμπειρία που αξίζει να επαναληφθεί.

Η νέα σας έκθεση πραγματοποιείται σε μια δύσκολη περίοδο;

Τα έργα δεν τα κάνουμε με μοναδικό προορισμό την πώλησή τους. Έχουμε υποχρέωση να δείχνουμε τη δουλειά μας, ιδιαίτερα στη δύσκολη εποχή που περνούμε. Είναι ένας τρόπος αντίστασης, ένας άλλος τρόπος επικοινωνίας και προβληματισμού. Είναι πραγματικά πολύ ελπιδοφόρο ότι η Λευκωσία και η Κύπρος σφύζουν από πολιτιστικά γεγονότα. Τα γεγονότα που έχουν αξία δεν είναι απαραίτητα αυτά που προϋποθέτουν υψηλό κόστος.

Νιώθετε περισσότερο ποιητής ή ζωγράφος;

Ούτε ποιητής ούτε ζωγράφος. Είναι μεγάλη υπόθεση να δηλώσει κανείς ότι είναι ποιητής. Ίσως έχω γράψει κάποια ποιήματα τα οποία έχουν προσεχθεί. Είμαι ένας ανήσυχος άνθρωπος που μέσα από τα ερεθίσματα που μου δίνει η ζωή προβαίνω στη δική μου κατάθεση αναλαμβάνοντας το ρίσκο των πράξεών μου. Άλλοτε εκφράζομαι με λέξεις και άλλοτε με χρώματα, φόρμες και ευτελή υλικά. Τώρα αν αυτό που καταθέτω αξίζει, μόνο ο χρόνος θα το δείξει.

Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο για τη νέα χρονιά;

Πρόκειται να κυκλοφορήσει ένα ποιητικό βιβλίο στη Σουηδία με ποιήματά μου μεταφρασμένα στα σουηδικά. Τα ποιήματα είναι εμπνευσμένα από τα ταξίδια μου στη Σουηδία τα τελευταία 20 χρόνια και συγκεκριμένα από την πόλη της συζύγου μου, το Γκέτεμποργκ, που φέρει και τον τίτλο του βιβλίου.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΡΕΟΥΣΗΣ

« Χομχάχ»: Οι αερόλιθοι του Βάκη Λοϊζίδη
Κατοπτεύσεις «Μην τον χαλάς τον νότο μέσα σου για μια ξελογιάστρα δύση»
……………………………………………………………………………..
……………………………………………………………………………..
«Οι αερόλιθοι»
O Λοϊζίδης, στο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του «Χομχάχ», περιδιαβαίνει στον χώρο της τέχνης όπως αυτή εκτέθηκε και εκτίθεται την τελευταία ίσως, 15ετία στον τόπο μας. Επιλέγει τη φόρμα της σύντομης , ακαριαίας πρότασης για να εκφραστεί και να εκφράσει το, φευ, ανέκφραστο σύγχρονο καλλιτεχνικό έρεβος της νήσου. Θα μπορούσα να την ονομάσω αξίωμα , αφορισμό ή επίγραμμα αλλά προτιμώ την λέξη αερίλιθος όπως την εφάρμοσε ο Ισπανός ποιητής Carlos Edmundo de Ory ( 1923 – 2010). Γράφει, λοιπόν, ο Carlos Edmundo De Ory στο «γλωσσσολογικό απόσπασμα –fragmen linguae” στη σελίδα 7 του βιβλίου του, «Οι αερίλιθοι – Los aerolitos» εκδόσεις Calambur, Μαδρίτη 2005 «Ο Νίτσε τα ονομάζει αποφθέγματα ή αξιώματα ή ρητά ή γνωμικά ή βέλη ή βλήμματα. Ο Νοβάλις τα ονομάζει: γύρη. Ο Μποτλέρ τα ονομάζει: ρουκέτες. Ο Ζούμπερ(Joubert): σκέψεις. Ο Σιοράν (Cioran) :στραγγαλιστικές σκέψεις και ο Αντρέ Ζινιάσκι ( Andri Siniaski): αιφνίδιες ή απρόσμενες σκέψεις . Ο Ροζανόφ ( Rozanov): φύλλα πεσμένα και ο Ρενέ Σαρ: φύλλα του Ύπνου Ο Μάλκολμ ντε Καζάλ( Malcolm de Chazal) :εκφραστική αίσθηση ή ευαίσθητη εκφραστική και ο Λουίς Σκουτεντέρ (Louis Scutenaire): επιγραφές . Ο Αντόνιο Πόρστσια: φωνές, κι εγώ αερόλιθους».
Διαπιστώσεις
Αλλά, ας ζορίσω λίγο τον λόγο, επεκτείνοντας τον στην ατραπό που , όχι απρόσκοπτα, βλέπω να διανοίγεται μέσα από /στο βιβλίο του Βάκη Λοϊζίδη Το φραστικό εναλλακτικό ρητόρευμα «μ’ αρέσει » ή δεν μ’ αρέσει » αποτελεί αιώνες τώρα, την πλειοψηφική κριτική απόφανση σε ατομικό επίπεδο. Και παραμένει απρόσβλητο ως φυσικό διακαίωμα στην αρέσκεια ή την απαραίσκεια εφόσον αυτή η απόλυτα υποκειμενική (στην εγωιστική της προέλευση) θέση δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της με την προσθήκη του απαρέμφατου «είναι». Άλλο πράγμα η προσωπική επιλογή του ναι ή του όχι και άλλο η προσπάθεια αντικειμενοποίησής τους αναπόδεικτα.Οι προσωποπαγείς ισχυρισμοί δεν συγκροτούν αποδεικτικό υλικό.
Μια σειρά ερωτημάτων, ίσως βοηθήσει στην κατανόηση αν όχι την εμπέδωση του παραπάνω συλλογισμού: Γίνεται τέχνη με κρατικοδίαιτους κομισάριους, ή ακόμα, με ιδιωτικούς φορείς που φλερτάρουν ευθαρσώς την όποια κρατική/εξουσία επιχορήγησης στο πνεύμα της στήριξης του πολιτισμού; Γίνεται ποτέ ανταγωνιστική τέχνη με επιτρόπους και καθοδηγητές της καλλιτεχνικής και της λογοτεχνικής δημιουργίας;
Δυστυχώς ο 21ος αιώνας, ανίκανος να αναιρέσει τις πρακτικές του προηγούμενου, που έκλεινε στα ψυχιατρεία ή περιθωριοποιούσε κοινωνικά και καλλιτεχικά τα πλέον ελεύθερα πνεύματα για να πραγματοποιήσει στον κατάλληλο, ακίνδυνο χρόνο κρατικοδίαιτες επιδοτημένες εκθέσεις με τα έργα τους, συνεχίζει να αυτομακαρίζεται.
«ΧΟΜΧΑΧ »
Με δεδομένη τη νεκροφάνεια της κριτικής που μιλά μόνον όταν υπάρχει απτό κέρδος , το «Χομχάχ» των ιδιωτικών εκδόσεων «Αντηρίδα» του Βάκη Λοϊζίδη , έρχεται, με το ελάχιστο έως αφαιρετικό του λόγο, να υπομνηματίσει ακαριαία τα προαναφερθέντα. Αλλά τι είναι το «Χομχάχ»; Αναφέρει ο ποιητής στις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου του: « Η λέξη “τέχνη” ανατολικής καταγωγής «Χομχάχ» προϋποθέτει τη σοφή εκείνη διάθεση του ανθρώπου , ο οποίος με το δημιουργικό του έργο συμπληρώνει την ομορφία της ζωής του», Τζούλιο Καίμη : «Ο εθνικός χαρακτήρας της τέχνης», δακτυλόγραφο, πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα, Αθήνα.
Αγέρωχη ειλικρίνεια
Οργή, ψύχραιμη ένταση και αδυσώπητο χιούμορ συντροφεύουν την πλεύση του Λοϊζίδη σ’ ότι «το μάτι ακούει και το αφτί βλέπει» έτσι για να θέσουμε επιτέλους σε λειτουργία και εφαρμογή τη μαγική πρακτική που δεικνύει κοντά έναν αιώνα τώρα το ποιητικό, πολιτικό, και επαναστατικό κίνημα του υπερεαλισμού.
• Οργή («αερόλιθος»6, σ.14) « Οι μεσάζοντες ασελγούν στο σώμα σου. Τι τις θέλεις τόσες υποσημειώσεις και εξηγήσεις του κερατά στον κρόταφο σου;Αρνήσου τα δεκανίκια, πριν βρεθείς αλυσοδεμένη στο άρμα μιας θεωρίας που τάχα σ’ εξυψώνει, ενώ καταβροχθίζει την ουσία σου».
• Ψύχραιμη ένταση («αερόλιθος» 8,σ.16): « Πότε σε πιάνω να κραυγάζεις κι άλλοτε να ψευτοκλαψουρίζεις για θέματα πολιτικά και τα της κοινωνίας. Ξέχασες πως αυτά τα θέματα έχουν ως προαπαιτούμενο το μέτρο και προπάντων τον σεβασμό στους ταλαιπωρημένους»
• Αδυσώπητο χιούμορ («αερόλιθος»16,σ.24): «Διεθνής καλλιτέχνης κάτι σαν πολυεθνική εταιρεία. Αλληλούια!».
Συνεχίζοντας παρακάτω, ο Λοϊζίδης, το «μεταξένιο κόψιμο» των κάλπικων διακινητών – διακονητών – διακονιάρηδων της σύγχρονης τέχνης: «Όταν ένας τοπιογράφος σε υπηρετεί με γνησιότητα, γιατί τρέχεις πίσω από ξετσίπωτους εννοιολόγους;»(«αερόλιθος», 24.σ.32). Και επιπλέον, με αγέρωχη ειλικρίνεια, ραπίζει μοδάτες πρακτικές επιμελητών και επιλεγμένων καλλιτεχνών, απ’ το σκοτάδι των εν γένει, με ή χωρίς εισαγωγικά, δημιουργών της ελεγχώμενα χειραγωγημένης στάνης: Μπαίνουν στο μουσείο με τα αρχαία, με πρόσχημα τον πόθο για συνέχεια, μα τα πονήματα τους ως επί το πλείστον μαρτυρούν βιασύνη γι΄αυτό που λέμε αιωνιότητα», (αερόλιθος, 27,σ.35)
«Τελικά τι σημαίνει ναϊφ;» διερωτάται ο Βάκης Λοϊζίδης στον αερόλιθο 33 σ.41. Σίγουρα, όχι αφελής, σας διαβεβαιώνω αφήνοντας την άνω στιγμή και το κόμμα του ερωτηματικού αναπάντητα απαντημένο. Ενώ, στον αμέσως επόμενο αερόλιθο 35 σ.42, ο ποιητής τής υπερθεματίζει ευφυώς: Έχουμε πολλά να μάθουμε από αυτούς που αντιστέκονται ως χειροτέχνες».

Σημ. Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου «ΧΟΜΧΑΧ», του Βάκη Λοϊζίδη , την Παρασκευή 27 Μαίου 2016, στο Συνεμά Ξάνθης 3 στην Λευκωσία και δημοσιεύεται σήμερα στο Ηδύφωνο της εφημερίδας Σημερινή

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s