ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

Ο Λεύκιος Ζαφειρίου, μετά την χτεσινή ανακοίνωση των Κρατικών βραβείων λογοτεχνίας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου για τις εκδόσεις 2013, κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Διήγημα/Νουβέλα για το βιβλίο του Μ ευλάβεια και με λύπη (Εκδόσεις Γαβριηλίδη)

Το σκεπτικό της επιτροπής βράβευσης:
Το βιβλίο του Λεύκιου Ζαφειρίου Μ’ ευλάβεια και με λύπη περιλαμβάνει διηγήματα που αναφέρονται στις τραγικές στιγμές της ιστορίας της Κύπρου, μέσα από μια προσέγγιση στοχαστική, στραμμένη στο τραύμα, τη μνήμη και το πένθος. Οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων είναι απλοί άνθρωποι, που η ματιά του αφηγητή ανάγει σε πρωταγωνιστές και θύματα των μηχανισμών της εξουσίας, σε μια πατρίδα ακρωτηριασμένη: είναι οι αδικαίωτοι εγκλωβισμένοι στο Ριζοκάρπασο, τα χαμένα παλικάρια της ΕΛΔΥΚ και οι γονείς τους που συναντώνται στον τύμβο της Μακεδονίτισσας, οι εθελοντές φοιτητές που ανέβηκαν σαν άλλοι αργοναύτες το καλοκαίρι του 1974 στο «Επιβατικό Ρέθυμνο» σε μια αποτυχημένη εκστρατεία που δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της• είναι όμως και τα παιδιά που στα πρόσωπά τους διασώζεται η ελπίδα. Ο αφηγητής κινείται σ’ αυτό τον κόσμο του πένθους, έναν «λαβύρινθο χωρίς έξοδο», όχι ως ψυχρός θεατής αλλά ως συμπάσχων, συχνά σε καταστάσεις αδιέξοδες και τραγικές. Στα διηγήματα του βιβλίου ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει ένα αυτοβιογραφικό υπόστρωμα αλλά και ένα εξαίρετο δείγμα της μετάπλασης του προσωπικού βιώματος σε λογοτεχνία. Τα διηγήματα της συλλογής δεν διασώζουν μόνο το «θρυμματισμένο πρόσωπο του νησιού», αλλά είναι ιστορίες του ανθρώπινου πόνου και κατατρεγμού που αποκτούν διαχρονική σημασία.

30096[1]

Ο Λεύκιος Ζαφειρίου γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1948 στη Λάρνακα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα τελευταία χρόνια διδάσκει στο Εσπερινό Γυμνάσιο Λευκωσίας. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Ποιήματα» (1975, 1977), «Σχεδόν μηδίζοντες» (1977), «Απομαγνητοφώνηση» (1978), «Ο μιγάδας άγγελος» (1980), το πεζογράφημα «Οι συμμορίτες» (1983) και τη μελέτη «Η νεότερη Κυπριακή Λογοτεχνία: γραμματολογικό σχεδίασμα» (1991). Επιμελήθηκε την «Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης» (Αθήνα 1985). Ποιήματα, κείμενα και μελέτες για τη λογοτεχνία δημοσίευσε σε πολλά περιοδικά, συλλογικές εκδόσεις, πρακτικά συνεδρίων. Μετείχε στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Σημείο» (Λευκωσία 1992-1999), καθώς και στην έκδοση των λογοτεχνικών περιοδικών «Ακτή» και «Ύλαντρον».

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Ποιήματα (Κούρος, 1975, 1977)
Σχεδόν μηδίζοντες (ποιήματα, Τα τετράδια του Ρήγα, 1977, 1981)
Απομαγνητοφώνηση (ποιήματα, 1978)
Ο μιγάδας άγγελος (ποιήματα, 1980)
Η θλίψη τον απογεύματος (ποιήματα, Μεταίχμιο, 2007)
Ποιήματα 1965-2010 (Γαβριηλίδης, 2011)
Οι συμμορίτες (νουβέλα, 1983, β’ έκδοση, Γαβριηλίδης, 2009)
Η νεότερη κυπριακή λογοτεχνία. Γραμματολογικό σχεδίασμα (μελέτη, 1991)
Ανδρέας Κάλβος, Ελπίς πατρίδος (ΟΕΛΜΕΚ – ΣΕΚΦ, Λευκωσία 2004)
Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου (1792-1869) (μελέτη, Μεταίχμιο, 2006)
Χρονολόγιο Διονυσίου Σολωμού (ΣΕΚΦ, Λευκωσία, 2007, 2008)
Κυπριακό Χρονολόγιο (10.000 π.Χ.-2008 μ. Χ.) (ΓΤΠ, Λευκωσία, 2008)
Μ ευλάβεια και με λύπη (Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2013)

1-ΕΞΩΦ ΜΕ ΕΒΛΑΒΕΙΑ

Από το βραβευμένο του έργο μεταφέρω δυο διηγήματα και στη συνέχεια μια ανθολόγηση του ποιητικού του έργου που είχα αναρτήσει παλαιότερα.

Μ’ ΕΥΛΑΒΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΛΥΠΗ

Κοιτούσα τον κόσμο ένα γύρω που ακολουθούσε την πομπή των αυτοκινήτων στον δρόμο. Είχαν κλείσει τα μαγαζιά από νωρίς κι όλοι αποχαιρετούσαν τον στρατιώτη που σκοτώθηκε στο Αφγανιστάν και τον έφεραν στο χωριό από το Σέφιλντ, όπου είχε γίνει στον καθεδρικό ναό η νεκρώσιμη ακολουθία.
-Ήταν από οικογένεια ανθρακωρύχων. Διάλεξε αυτό το επάγγελμα κι όταν βρέθηκε στον στρατό, δεν ήξερε καν πού βρισκόταν αυτή η χώρα, μου ‘λε- γε ο Νέστορας που τον ήξερε από παιδί. Ερχόταν πού και πού στο μαγαζί μου κι αγόραζε φρέσκο ψάρι.
Σταμάτησε για λίγο η πομπή έξω από το σπίτι του νεκρού, είπε δυο λόγια ένας κύριος. Άρχισε να ψιχαλίζει, πήραν τον δρόμο για το κοιμητήριο. Ήταν κάτι πιτσιρίκια, πήγαν κοντά στη νεκροφόρα και κοιτούσαν το φέρετρο καλυμμένο με τη σημαία. Κι άλλες σημαίες ανέμιζαν στα σπίτια τριγύρω. Το χωριό είχε πια τον ήρωα του, όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα σε τέτοιες περιπτώσεις. Το πένθος των ξένων μάς φαίνεται αλλιώτικο. Σε άλλη χώρα ξένοι κι εμείς, δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι σήμαινε για ένα χωριό, χαμένο κι απ’ τους χάρτες της Αγγλίας, ο αποτρόπαιος θάνατος ενός νέου στα βάθη της Ασίας. Μακριά απ’ τις μπυραρίες, τις παμπ και την ομίχλη που σκέπαζε τους λόφους, τα δέντρα και τη λίμνη γύρω. Νύχτωνε.
– Κρίμα στη μάνα του, έκανε ο Νέστορας. Πέρασε πριν δυο μέρες απ’ το μαγαζί. Μόλις που έβγαινε η φωνή της κι η θλίψη στο πρόσωπο της, ενόσω περίμενε να ετοιμάσω την παραγγελία, φανέρωνε άνθρωπο χωρίς πια προορισμό. Ένιωσα μια λύπη να με δέρνει.
Φύγαμε για το σπίτι του αδερφού μου. Θυμήθηκα τα μπλόκα επί Θάτσερ, τις κινητοποιήσεις των ανθρακωρύχων με τα λάβαρα και την απεργία τους που δεν μπορούσαν να τη σπάσουν. Πριν χρόνια ερχόμασταν από το Λονδίνο, μετά το Λέστερ, κοντά μεσάνυχτα και τα μπουλούκια των αστυνομικών σταματούσαν τ’ αυτοκίνητα για έρευνα, όπως παλιότερα στην Κύπρο. Και την άλλη μέρα, η μεγάλη διαδήλωση των ανθρακωρύχων με τα λάβαρα κι ο κόσμος που τους έδινε ό,τι μπορούσε για ν’ αντέξουν. Κι ο Κύπριος που κάθε μέρα τους έδινε τρόφιμα. Ώσπου με τον καιρό τούς λύγισαν και σήμερα εκεί που ήταν τα ανθρακωρυχεία, λίγο έξω από το Σέφιλντ, δεσπόζει το εμπορικό κέντρο «Μέτοχο», κι ο Τζέημς έγινε ο ήρωας του χωριού.
Την άλλη μέρα πήγαμε στο Μπέρμιγχαμ να δούμε έναν συγγενή. Μας έκαναν το τραπέζι, είχε μουσακά, κουπέπια κι άλλες λιχουδιές κυπριακές. Ύστερα καθίσαμε στο σαλόνι να δούμε τις ειδήσεις στην Κύπρο από τη δορυφορική.
Η γυναίκα του ξαδέρφου ήταν από ‘να χωριό της Καρπασίας και κρατούσε όλες τις παραδόσεις. Στον τοίχο απέναντι μας είχε ένα μεγάλο κάδρο με τις φωτογραφίες του Μακάριου και του Αυξεντίου. Πιο κάτω, σε κέντημα, η Κύπρος που την πλαισίωναν κλαδιά ελιάς κι ένα περιστέρι. Η Ισμήνη μάς έφερε γλυκά κουταλιού, καρυδάκι κι αμύγδαλο, κι όλο ρωτούσε για τους συγγενείς και τους φίλους στο νησί, τι κάνουν, αν μεγάλωσαν τα παιδιά. Σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια δεν κατέβηκαν να δουν τον τόπο τους και μάθαιναν τα νέα από την εφημερίδα της παροικίας και την τηλεόραση.
Άρχισε το δελτίο με πρώτη είδηση τις συνομιλίες, κάτι για πρόοδο και τις δηλώσεις του εκπροσώπου των Ηνωμένων Εθνών. Τα νέα που με σόκαραν ήταν για τις κηδείες αγνοουμένων. Είχαν βρει τα οστά τους σε ομαδικό τάφο, ύστερα από τόσα χρόνια. Αυτό που έδειχνε στην οθόνη ήταν κάτι σχεδόν άπρεπο: Ένας κομματάρχης στην εκκλησία εκφωνούσε τον επικήδειο σαν να ήταν εκεί την ώρα του εγκλήματος. Μιλούσε μ’ ένα ύφος στομφώδες χρησιμοποιώντας ρητορικά σχήματα μιας άλλης εποχής.
Η μητέρα του νεκρού, υποβασταζόμενη, μέσα σε λυγμούς, στεκόταν πλάι στο φέρετρο, το οποίο ήταν δεν ήταν ένα μέτρο. Η κραυγή της, «γιε μου!», διέκοπτε κείνη τη βέβηλη φωνή. Το μικρό, σχεδόν παιδικό, φέρετρο καλυμμένο με την κυπριακή και την ελληνική σημαία, οι φαντάροι με τα όπλα υπό μάλης. Το πρόσωπο της υπέργηρης μάνας του νεκρού με τη θλίψη στο πρόσωπο, τόσα χρόνια με την ελπίδα να δει το παιδί της, καθώς της έλεγαν όλοι αυτοί. Κι η κόρη του, γύρω στα τριάντα πέντε, είπε μόνο δυο λόγια στο τέλος, «δεν σε γνώρισα, αλλά τώρα ξέρω πώς έγινε και γιατί έγινε αυτό το κακό».
Κάτι πήγε να πει ο ξάδερφος, τον έκοψε η Ισμήνη ότι δεν είναι πράγματα αυτά.
-Έτσι έγινε και με τον γιο της συννυφάδας από την Κερύνεια, έλεγε, ήταν σάμπως σε προεκλογική μάζωξη και δεν σεβάστηκαν τη γυναίκα του. Χρόνια την έπαιρναν στις συγκεντρώσεις ώσπου δεν άντεξε άλλο και πήγε μόνη της να σκάψει τον τάφο και να τον ξεθάψει.
Θυμήθηκα στη Λευκωσία, λίγο προτού φύγω για την Αγγλία. Ήταν Κυριακή πρωί και στην έρημη λεωφόρο κατέβαινε ένα τζιπ του στρατού. Μετέφερε φέρετρο αγνοουμένου με δυο φαντάρους ένθεν και ένθεν στα καθίσματα. Ήταν μια εικόνα σαν σε ταινία. Κι οι νέοι, που συνόδευαν τη σορό στο τόσο δα μικρό φέρετρο, με στολή ατσαλάκωτη και το φουλάρι στον λαιμό, δεν είχαν γεννηθεί όταν δολοφονήθηκε ο αγνοούμενος, που είχε περάσει πια στον κατάλογο των νεκρών με τη μέθοδο DNA.
Είναι μήνες τώρα που στις εφημερίδες αναγγέλλεται η κηδεία τους με μια ξεθωριασμένη φωτογραφία, τριανταπέντε χρόνια μετά, σαν να συνέβησαν μόλις χτες όλα αυτά. Τι λαμπρότητα στην κηδεία του Άγγλου στρατιώτη, η αυτοκινητοπομπή, οι επίσημοι κι ο κόσμος που αποχαιρετούσε τον Τζέημς σαν να μην είχε σκοτωθεί σε ξένη χώρα. Κι η ερημιά στην οδό Δημοσθένη Σεβέρη, όπως κατηφόριζε το τζιπ προς το κέντρο της πόλης, σαν περιφορά Επιταφίου χωρίς άνθη, σου έδινε την αίσθηση τραγικής παράστασης χωρίς τους θεατές, με τον ήλιο να φωτίζει ανελέητα αυτό το σκηνικό.
Μ’ έβγαλε απ’ όλες αυτές τις σκέψεις ο Νέστορας.
– Ώρα να πηγαίνουμε, είπε, προτού νυχτώσει, έχουμε δυο ώρες δρόμο.
Αποχαιρετήσαμε τους συγγενείς και φύγαμε κάπως στενοχωρημένοι με όσα είχαμε δει στην τηλεόραση. Στη σκέψη μου έμειναν τα πρόσωπα των δύο μανάδων, καμιά διαφορά στη θλίψη και στον πόνο κι ας είχαν χίλιες δυο διαφορές ο Ευέλθων και ο Τζέημς. Ο πρώτος δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στη χώρα του από ξένους εισβολείς πριν τόσα χρόνια κι ο δεύτερος πριν λίγες μέρες σε μια ξένη χώρα.
Στο αυτοκίνητο ο φίλος μού έλεγε πως ο Τζέημς έπαιζε μπάλα έφηβος στην τοπική ομάδα, «ήταν το καλύτερο σέντερ φορ και τον είχε βάλει στο μάτι η Σέφιλντ Γιουνάιτεντ. Αργότερα, όταν πήγε στον στρατό, ερχόταν πού και πού, κι άμα έπαιζε με την ομάδα του χωριού καμιά Κυριακή, ξεσήκωνε τους φιλάθλους με τις ντρίπλες του και τα τέρματα που έβαζε. Ύστερα τον έστειλαν στο Αφγανιστάν και σπάνια μαθαίναμε νέα του».
Στην πτήση Χίθροου -Λάρνακα διάβαζα ένα περιοδικό με αφιέρωμα στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας. Ακόμη και σήμερα ψάχνουν για αγνοουμένους κι ας έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα εκατόν τριάντα χιλιάδες ανθρώπινοι σκελετοί σε ομαδικούς τάφους. Δυο αδερφές, παιδάκια το 1936, ύστερα από εξήντα πέντε χρόνια εναπόθεσαν στο οικογενειακό οστεοφυλάκιο τα οστά δικών τους ανθρώπων που βρέθηκαν σ’ ένα πηγάδι.
Ήρθε η αεροσυνοδός και μου ‘φερε την εφημερίδα που ζήτησα. Φυλλομετρώντας βρήκα την είδηση για την κηδεία των αγνοουμένων με δύο φωτογραφίες. Νέοι μιας άλλης εποχής, φαίνονταν απ’ το ντύσιμο και το χτένισμα. Ο ένας είχε άλλα οχτώ αδέρφια κι ήταν έφεδρος. Τον σκότωσαν λίγο έξω από την Κερύνεια, τη δεύτερη μέρα της εισβολής. Όταν βρήκαν το κρανίο ήταν πια βέβαιο, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι είχε συλληφθεί αιχμάλωτος. Στη φωτογραφία έγερνε κάπως το κεφάλι αριστερά, όπως συνήθιζαν να βγάζουν τότε τις φωτογραφίες. Ήταν μόλις είκοσι τριών χρονών κι είχε παντρευτεί δύο χρόνια μετά που απολύθηκε από τον στρατό. Ήταν και μια άλλη είδηση στην τελευταία σελίδα για την επέτειο του βομβαρδισμού της Δρέσδης από τους Συμμάχους και στο τέλος έγραφε πως στην ανοικοδόμηση της πόλης έβρισκαν σκελετούς και ύστερα από είκοσι χρόνια.
Το αεροσκάφος άρχισε να κατεβαίνει. Από το φινιστρίνι φαινόταν η θάλασσα της Μόρφου κι η οροσειρά του Πενταδάχτυλου. Το νησί ανάγλυφο, χωρίς συρματοπλέγματα, φαινόταν σαν παιγνίδι. Ακούστηκε η φωνή της αεροσυνοδού να προσδεθούμε. Όπως κατεβαίναμε, στο βάθος έβλεπες μικροσκοπικές τις νέες οικοδομές ν’ απλώνονται παντού.
Θυμήθηκα τον στίχο του Μπόρχες: Ένα πράγμα μόνο δεν υπάρχει, είναι η λήθη. Κι ύστερα τον Τζέημς. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα ξαναπαίξει μπάλα.

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΛΕΟΝΑΡΙΣΣΟ

Δεν μιλάνε, πλην όμως συνεννοούνται,
γιατί όλοι ξέρουν αυτό που κανένας τους δεν λέει.
Γιώργος Μαρκόπουλος

Είναι Γενάρης και βρέχει συχνά. Το τοπίο μοιάζει φρεσκαρισμένο και τα χρώματα είναι πιο έντονα. Έχω μείνει τις δύο τελευταίες νύχτες στο Ριζοκάρπασο, γράφοντας τον πρόλογο για το βιβλίο του Κάλβου. Στο Γυμνάσιο η Μιχαέλα παίρνει τα δοκίμια του βιβλίου, τα φυλλομετράει κοιτώντας τις φωτογραφίες και μου κάνει ερωτήσεις. Χαίρεται και θέλει να μάθει το καθετί για τη ζωή του ποιητή. Κοιτάει τα γράμματά του στα ελληνικά. Της αρέσει ο γραφικός του χαρακτήρας και προσέχει πώς ενώνει μερικές φορές τις λέξεις και την ιδιότυπη ορθογραφία του. Της κάνουν εντύπωση τα πολλά ταξίδια του στην Ευρώπη και το γεγονός ότι τελικά πεθαίνει σε χώρα μακρινή. Κάποια στιγμή μου λέει, «εγώ θέλω να ζήσω στον τόπο μου, να πάω και σ’ άλλες χώρες, αλλά να επιστρέψω εδώ».
Στην Αγία Τριάδα, ένα χωριό πολύ κοντά στη Γιαλούσα, συναντώ τον Γιαννάκη που φοιτάει στο Δημοτικό Σχολείο του Ριζοκαρπάσου. Περνά σαν βολίδα με το καινούργιο ποδήλατο που του χάρισαν αυτές τις μέρες. Χάνεται για λίγο στους δρόμους κι εμφανίζεται πάλι για δευτερόλεπτα στον έρημο δρόμο, πατώντας τα πετάλια μέσα στη θλίψη του απογεύματος, για να χαθεί ξανά πίσω απ το ρημαγμένο Δημοτικό Σχολείο.
Κανείς δεν βλέπει αυτό το παιδί με τα ξανθά μαλλιά που τ’ ανεμίζει ένας θλιβερός άνεμος, έτσι όπως ανεβοκατεβαίνει μες στο χωριό κάνοντας επικίνδυνους ελιγμούς σαν να πρόκειται ν’ αποφύγει κάποιο εμπόδιο.
Στον δρόμο για το Λεονάρισσο παιδιά των εποίκων πουλούν μανιτάρια, που τα προβάλλουν στους οδηγούς των αυτοκινήτων, ανεβαίνοντας στην άσφαλτο. Έχουν γεννηθεί στην Κύπρο… Έχω μάθει από τον κύριο Σάββα στην Αγία Τριάδα ότι στο Λεονάρισσο ζουν ακόμη τέσσερις εγκλωβισμένοι, οι τρεις γυναίκες. Στρίβω δεξιά από την κύρια οδική αρτηρία, από τ’ αριστερά πας Λυθράγκωμη και στην Παναγία της Κανακαριάς.
Μπαίνοντας στο χωριό σταματώ στο παρατηρητήριο των Ηνωμένων Εθνών. Είναι ένας στρατιώτης σε τζιπ, τον ρωτάω πού είναι το σπίτι της κυρίας Παναγιώτας, είμαι καθηγητής στο ελληνικό Γυμνάσιο και της φέρνω μήνυμα από συγχωριανό της. Θα με οδηγήσει αυτός και μου λέει να τον ακολουθήσω. Έχει σταματήσει ένα αυτοκίνητο δίπλα μας, φαίνεται ότι παρακολουθούν το δικό μου. Φεύγουμε κι εγώ παριστάνω τον αδιάφορο.
Κατεβαίνουμε λίγο πριν την πλατεία κι ο στρατιώτης χτυπά την πόρτα, ανοίγει μια γυναίκα που θα ‘ταν πολύ νέα το 1974. Στο χολ είναι η μητέρα της, ντυμένη στα μαύρα. Λέω ότι δήθεν της φέρνω χαιρετίσματα από γνωστό τους πρόσωπο, πως θα ξανάρθω, κι ετοιμάζομαι να φύγω.
– Δεν θα πιείτε έναν καφέ; μου λέει.
Ρωτάω τον συνοδό μου, αυτός απαντάει στα αγγλικά «όχι, πρέπει να επιστρέψω», μας ευχαριστεί και τον αποχαιρετώ με θερμή χειραψία.
Μένω κάπου δύο ώρες στο σπίτι της κυρίας Παναγιώτας. Μου αφηγείται τα περιστατικά του βίου της όλα αυτά τα πέτρινα χρόνια, πώς φύραναν σιγά σιγά οι μαθητές κι έκλεισε το σχολείο, πώς είδε την καταστροφή του ψηφιδωτού στην Παναγία της Κανακαριάς, όταν πήγε με τη Σαλιμέ τη φίλη της για ν’ ανάψει ένα κερί, όπως πήγαινε συχνά και κρυφά για να μην τη δουν. Η μάνα της, η κυρία Λούλα, σχεδόν μιλά, μόνο όταν ακούει θόρυβο έξω στον δρόμο κάτι σιγομουρμουρίζει. Μου εξηγεί η κυρία Παναγιώτα:
Ο φόβος, είμαστε μόνες κι έτσι αντιδρά. Από φόβο.
Κάθεται και μου λέει γιατί δεν έφυγε, μου εξηγεί το καθετί λεπτομερώς, για τον πατέρα της που δεν έφυγε απ’ το χωριό, περιμένοντας πως θα ‘ρθουν καλύτερες μέρες, και πέθανε σπίτι του.
Να μείνουμεν κόρη μου, να μεν χάσουμεν τέλεια τον τόπο μας, συνεχίζει να λέει.
Θυμάται όταν είχαν μαζέψει τα γυναικόπαιδα για να τα εκτελέσουν. Ήρθε ένας Τουρκοκύπριος, ήταν δικαστής, μπήκε στη μέση και δεν τους άφησε. Με δυσκολία, γιατί λέγονταν διάφορα που δεν ήταν αλήθεια. Μια πρόφαση έψαχναν για να τους ξεκάνουν.
Έχει πεθάνει εδώ και μερικά χρόνια, ερχόταν και μας έβλεπε πού και πού. Όταν έρχονταν Τούρκοι στρατιώτες, έκαναν έρευνες στα σπίτια και με το παραμικρό αγρίευαν. Μας ειδοποιούσαν τις γυναίκες και κρυβόμασταν.
Η θλίψη είναι βαθιά χαραγμένη στο πρόσωπο της.
Είναι ώρες που νιώθω να πνίγομαι. Τι έκαμα εγώ που έμεινα; Όλα πήγαν χαμένα.
Έχει σκύψει το κεφάλι της, ύστερα το ανασηκώνει πολύ αργά και ψιθυρίζει:
-Έκαμά το για τον τόπο μου.
Σηκώνεται και μου λέει να πάμε απέναντι, να μου γνωρίσει την κυρία Νιόβη. Ανοίγει την πόρτα, στον δρόμο είναι σταματημένο ένα αυτοκίνητο, είναι το ίδιο που ήταν και στο παρατηρητήριο του ΟΗΕ. Διασταυρώνουμε τον δρόμο. Ψιχαλίζει. Είναι ένα σπίτι παλαιικό με καμάρες, σχεδόν ερειπωμένο. Σπρώχνουμε την πόρτα και βλέπουμε μια γυναίκα ντυμένη ατημέλητα, με την παραδοσιακή κυπριακή ενδυμασία, ξεθωριασμένη. Κάθεται σε μια καρέκλα μ’ ένα γατί στα γόνατά της. Θα χει περάσει τα εβδομήντα.
Μας ξεναγεί στο σπίτι της, η εγκατάλειψη φαίνεται με την πρώτη ματιά. Στο τελευταίο δωμάτιο είναι μισογκρεμισμένο το ταβάνι. Παλιά έπιπλα, ερμάρια, κομοδίνα και καρέκλες, που χρόνια δεν χρησιμοποιήθηκαν, γεμάτα σκόνες. Έξω στην αυλή πολλά περιστέρια, μας τα δείχνει με μιαν αθωότητα παιδιού. Τριγυρνούν από πάνω μας, άλλα είναι στους περιστερώνες στον μεγάλο τοίχο του σπιτιού.
– Αυτά μου κάνουν παρέα άμα δειλινιάσει και περιμένω την Παναγιώτα να πιούμε καφέ.
Ύστερα κάθεται με σταυρωμένα χέρια στην καρέκλα και βλέπεις τη θλίψη στα μάτια, στο χαμόγελο και στο μαύρο φόρεμά της.

ΑΝΘΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΗΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ

Ποιήματα (1975)

Η ΠΟΙΗΣΗ

Η ποίηση είναι ένας κήπος
γεμάτος πουλιά,
τραγουδάει τον έρωτα
τον Μιχάλη την Άννα.
Η ποίηση είναι το σπίτι
που χωράει μέσα όλο τον κόσμο.

Μα όταν η ελευθερία χάνεται
η ποίηση γίνεται
σπαθί και ντουφέκι.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Ξερίζωσε από μέσα μου όλες τις λέξεις
δώσε τους μια όποια σημασία
κι ύστερα προσπάθησε να τις βάλεις πάλι
με μια δική σου τάξη μέσα μου.

Ωστόσο εγώ θα επιμένω να λέω
την ελευθερία ελευθερία
τον φόνο φόνο
την ενοχή ενοχή
μ’ ένα πείσμα τρελού που σκαλίζει
στον τοίχο τ όνομά του
με τα νύχια.

ΕΔΩ ΠΟΥ ΦΤΙΑΧΝΑΜΕ

Εδώ που φτιάχναμε τους χαρταετούς
και παίζαμε κρυφτούλι
Εδώ που ακινητούν τα δυο κομμένα χέρια
αναζητώντας τον επίμονο άνεμο
το πνιγμένο περπάτημα του μικρού παιδιού.
Εδώ που τελειώνουν τα ταξίδια των καραβιών
πάνω στη λευκή άμμο της αποδημίας
των νεκρών με το μαντήλι της άνοιξης.
Εδώ που θρυμμάτισε τα όνειρά της
η απουσία των ανθρώπων,
θα έρθει η ώρα της αναχώρησης.

Σχεδόν μηδίζοντες (1977)

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Λευκωσία!
ο Μακρύδρομος δεν βγάζει
πια πουθενά
πίσω απ’ τις βιτρίνες των μαγαζιών σου
αιωρούνται πύργοι σιωπής.
Δεν σε παίρνει ο ύπνος
κι όπως γυρίζεις απ’ την άλλη μεριά
για να κοιμηθείς
ακουμπάει το πρόσωπο σου
το πρόσωπο της προδοσίας.
Λευκωσία! Λευκωσία!
είναι φοβερό, το ξέρουμε
που τρέμεις απ’ την ανάμνηση αυτή
γιατί τρυπάει τα κόκαλα τα νεύρα.

ΚΥΠΡΙΩΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

 Του Λευτέρη Πούλιου 

για την κυπριακή φεγγοβολιά

Φεγγάρι που αρμενίζεις στο γαλάζιο
φεγγάρι παράξενο κι αστραφτερό
ουράνια γεννήτρια ηλεκτρικού ρεύματος
στη μέση τ’ απομεσήμερου
ταξιδεύουν μαζί σου
μπασταρδεμένα όνειρα
και σκέψεις με δεκανίκια.
Φεγγάρι που είδες το φονικό
και κρύφτηκες πίσω από ‘να σύννεφο
φεγγάρι κυπριώτικο
ματωμένο κι αλλόκοτο
της μνήμης και της οργής
φεγγάρι κρυφό
σταματημένο στη μέση της νύχτας
πυρπολημένο απομακρυνόμενο
σαν οπτασία και σύννεφο.

14.3.1976

Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Έτσι καθώς ξεπηδούν
στις πλαγιές μια μια
οι άσπρες σημαδούρες της άνοιξης
η σεπτή σου μορφή
προβάλλει
περιχυμένη φως ιλαρό,
προτομή με δυο δάκρυα
πεταλούδας στα μάτια
απ’ τα δακρυγόνα
του χρόνου.

Μάρτης 1977

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ (1978)

ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΝΟΗ

Πέρασα μέσα από μια κόλαση φωτιάς
τα μετρό δεν έχουν φτάσει στη χώρα μου
κι έτσι μου είναι δύσκολο
να τραγουδώ χωρίς λόγο
κάποιος μέσα μου αποπατεί
ανθοδέσμες μουσικές προκαλεί
μιαν έκρηξη γέλιου
κι ύστερα φεύγει.
Αυτοί που έχτισαν τους καταυλισμούς
αποκοιμήθηκαν μέσα μου
τους κουβαλώ κάθε μέρα στη δουλειά
στον ύπνο στους απογευματινούς περιπάτους
στα εγκαίνια των εκθέσεων
στα σινεμά στις υπουργικές
εγκυκλίους στις συνεδριάσεις της βουλής
στις στήλες των εφημερίδων.
Αυτοί που έχτισαν τους καταυλισμούς
απομαγνητοφώνησαν και τη φωνή μου
τεμαχίζουν τα λόγια μου
κομμάτι κομμάτι μ’ αποσυνθέτουν
προσπαθώντας να πλαστογραφήσουν
και τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα ακόμη

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Τρέχω πάνω απ’ τα κύματα
σύννεφο γλάρος και μπόιγκ
η θάλασσα μέσα μου γαλάζια
μουσική συμφωνία
κυλάει στις φλέβες μου
πλεούμενα κορνάρουν
και μαζούτ ρίχνονται
μέσα της μέσα μου
χωρίς σειρήνες και μέδουσες
η θάλασσα νάιλον πυρπολημένη
ανάμνηση κι ο Οδυσσέας
να βγάζει το παντελόνι του
και να πέφτει με μαγιό
τελευταίας μόδας στο κύμα.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ

Στο πίσω μέρος το ποτάμι
μαζί του κατέβαιναν
μικροί σκελετοί
επίδεσμοι σπασμένα κάδρα
της μητέρας και σαρείδια
που στοιβάζονταν σ’ ένα τούνελ
αέρινο – μέσα πετούσαν
βολβούς μουσικές ξεχασμένες
παλιά βιβλιάρια καταθέσεων
τσαλακωμένα απ’ την άσκοπη χρήση
τόσων χρόνων —

Ύστερα ανοίγουν τα παράθυρα
χορεύουν τα πράγματα στο φως
κι οι νέες γυναίκες απλώνουν
τα χέρια τους σε πουλιά
καθισμένα στις λεύκες
μια αδιόρατη κίνηση
σχεδόν καλπάζουσα μέσα στον χρόνο.

ΝΕΦΕΛΗ

Ποια μπόρα σ’ έχει ρίξει
μέσα μου
και χρόνο με τον χρόνο ριζώνεις
πιο βαθιά στην κάθε μου ίνα
στο κάθε αιμοσφαίριο μου-
τραγούδι δαιμονισμένο
ανάγλυφη πληγή η αφή σου
στροβιλιζόμενη σκέψη
επίμονα με καθηλώνει,
το πείσμα σου
κάθετος βράχος
που ρίχνεται μέσα στη θάλασσα
τα μάτια σου σε διαστολή
κάτω από κραδασμούς ηλεκτροσόκ
ενεδρεύουν αδυσώπητα
και θλιμμένα το σκοτάδι*
προσποιούμαι τον ανήξερο
ένας αδαής σαλτιμπάγκος
κι η διεισδυτικότητά σου
με ξαφνιάζει –
ουρλιάζω στην ανυποψίαστη αίσθηση
της απουσίας σου,
κάτω από αψίδες μιας άχρονης
ελευθερίας μετακινείσαι και
μετατοπίζεσαι μέσα μου κορίτσι
κάτω απ’ τις λεύκες αυλής
ερειπωμένου σπιτιού μεταλλάσσοντας
το σκοτάδι, σε φως
την οδύνη σε τραγούδι
κρατώντας τα χρόνια της εφηβείας σου
κάτω απ’ το χώμα
σε λήκυθο υπόγεια
να τρέχει το αίμα σου
στις φλέβες μου μέσα.

Ο ΜΙΓΑΔΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ (1980)

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ
ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Κατρακυλάει το φεγγάρι
ασημένια βήματα
στις σκάλες τ’ ουρανού
πριν τα μεσάνυχτα —

κάποιος άναψε το πολύφωτο
στο βάθος του ορίζοντα
ή ένα χέρι αόρατο με πινέλο
ασήμωσε τα δέντρα
στην αυλή του σχολείου’

και τα παιδιά κοιμούνται

στον ύπνο τους ένας χαρταετός
όλη τη νύχτα σκαρφάλωνε
στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας.

31.5.1979

ΕΡΩΤΙΚΟ Α’

Είσαι βασιλικός
αποκλεισμένος χειμώνα
στη γλάστρα της νύχτας
στο πλάι μου καπνίζεις
δευτερόλεπτα και το πρόσωπο σου
μια γεωγραφία ερωτική’
τα μάτια σου λεηλατημένα από φως
και τα χείλη σου ελαφιού βηματισμός
στην απλωσιά του κορμιού σου.
Έχω χάρτες σε μπαούλα του χρόνου
ξεχασμένος μαζί σου να διαβάσω
σε ταξίδια ν’ ανοιχτώ μαζί σου
έτσι π αφήνομαι σε περιδιάβαση
μουσική σε όστρακο μέσα
στους γοφούς στην κοιλιά και στο στήθος

Το κορμί σου γυμνό ταξιδεύει
στον χρόνο.

ΕΡΩΤΙΚΟ Β’

Θαλασσινή μικρή σειρήνα
με σπρώχνεις στον έρωτα
καθώς αναδύεσαι μέσα σου
φιλί φιλί ανοίγοντας
όλα τα κρυφά μουσικά παράθυρα
του κορμιού σου σε μένα.

ΕΡΩΤΙΚΟ Γ’

Ποιος άνεμος σ’ έριξε
γυμνή
στο πλάι μου ν’ ανιχνεύεις
περιοχές του έρωτα
ποιο μουσικό δοξάρι
δονεί τα κορμιά μας
και τα μαλλιά σου ξέμπλεκα
υπνωτισμένα γύρω απ’ τον λαιμό
ποτάμι ορμητικό της ομορφιάς
στα μυστικά της ηδονής αρώματα
παραδομένο.

Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ (2007)

Ο ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΙΡΟΝ
ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Ρεμβάζει τα τείχη του Θεοδοσίου
και τη μύτη του σουλτάνου Μαχμούτ
(λεπτή και αιχμηρή με μια
κλίση προς τα πάνω)
και τα οθωμανικά νεκροταφεία με τα ψηλά κυπαρίσσια’

ψελλίζει τις λέξεις νταβατζής
ψωμί νερό
κι ύστερα κατεβαίνει την οδό
Ιστικλάλ
μέσα σ’ ένα πλήθος
αργόσχολων κοριτσιών
στα πολύχρωμα μαγαζιά, στο τραμ

κοιτώντας τη μετέωρη θλίψη της ιστορίας.

25.7.2004

ΣΤΟ ΓΚΡΙΖΟ ΦΩΣ

Ο θρυμματισμένος κόσμος
της Κύπρου
κι οι τελευταίες λέξεις
του Τσέζαρε Παβέζε
«δεν θα ξαναγράψω πια»

Στη Σαλαμίνα και στην Έγκωμη
η κατάστικτη σελήνη
μέσα στην παγωμένη νύχτα’

ανασαίνουμε το σκοτεινό
ρίγος της άνοιξης

11.12.2004

ΕΡΩΤΟΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Καθώς το δίκταμο
η δική σου οσμή με ενοικεί
στους κήπους της Αερώδους Αφροδίτης
ο πόνος μ’ ενηλικιώνει

και, οι στιγμές του σώματος σου
ως άνθη δίχειλα λευκά
με επιστρέφουνε στο μαύρο.

Κάτω από τη μυρσίνη
το χαριέστατο βρέφος της
κοιμίζει η Αστάρτη’

το άρωμά σου
κι η λύπη ωστόσο
με κατέχουν

ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ

Μέσα στο πούσι
έρχεται από πολύ μακριά
δίχως στέγη,
με τα περιστέρια στο γείσο –

είναι το ξυπόλυτο παιδί
με τη σπασμένη φυσαρμόνικα
που περνάει στον δρόμο’

είναι το πέτρινο σπίτι με τ’ άδεια
δωμάτια κι οι παράξενες αγελάδες
που έχουν μετακινηθεί
μέσα στην ομίχλη

είναι τα παράθυρα χωρίς
πλαίσιο στο πέτρινο σπίτι
με τα περιστέρια στο γείσο’

είναι το παιδί που δεν βλέπει
με τη φυσαρμόνικα
χωρίς ήχο –

απαγορεύεται η μουσική
και το εμβατήριο της θλίψης
έτσι καθώς διασχίζει τον δρόμο
με το πέτρινο σπίτι
ο μικρός Ζαχαρίας
μόλις δύο ετών’

ενθάδε κείται
στο κοιμητήριο Ριζοκαρπάσου

6.12.2004

ΠΟΙΗΣΗ ΚΥΠΡΟΣ 2006

Χτυπούν τα πλήκτρα στον υπολογιστή
σε γλώσσα χωρίς αλφάβητο
συλλαβάριο μαραζωμένης εποχής
με τη σκουριά στην Ιστορία στα μέταλλα

Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Στον Λευτέρη Παπαλεονχίον

Είναι το ρημαγμένο Δημοτικό Σχολείο
στην Αγία Τριάδα
με τις ετοιμόρροπες αίθουσες διδασκαλίας

είναι οι άδειοι μαυροπίνακες
και το πέτρινο σιντριβάνι
χωρίς νερό
στην αυλή του’

μόνο ο μικρός ποδηλάτης
ανεβαίνει
στους έρημους δρόμους
πατώντας τα πετάλια του χρόνου
μέσα στη θλίψη του απογεύματος –

πλάι στις ξύλινες αγελάδες
που κρύβουν το ψηφιδωτό δάπεδο
με τα γεωμετρικά σχήματα
και τ’ άνθη από υακίνθους

κανείς δεν το βλέπει
έτσι που ανεβοκατεβαίνει μέσα στους έρημους δρόμους
το παιδί με ξανθά μαλλιά
που τ’ ανεμίζει
ένας θλιβερός άνεμος

21.1.2005

ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2008-2010)

ΡΥΤΙΔΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

βράδυ να βρέχει μεσ’ στο πούσι
σε λιμάνια σε σταθμούς τρένων και λεωφορείων
κι εσύ να φεύγεις αγέρωχη
σε μυστικά δωμάτια και να διαβάζεις σονέτα
τ’ αηδόνι που γλυκιά θλιβάται
γι’ αυτό το σώμα το λευκό

θα ‘λεγες πως είναι ψέμα τόση ομορφιά
να χάνεται σε ώρες πρωινές χωρίς υπομονή
έτσι καθώς μεταβάλλεται η τύχη και φτάνουν ειδήσεις
ολοένα απροσδόκητες για το εξαίσιο σώμα σου
που μετατοπίζεται μέσα σε σκοτεινή νύχτα
κι ο χρόνος το σπρώχνει λίγο πιο πέρα

απ’ τ ανοιχτά παντζούρια να βλέπεις το πρόσωπο της
κάτω από ένα φως που θύμιζε παμπάλαιες φωνές
και ήχους από πλήκτρα πιάνου
με τη μυρωδιά από κρίνα και ρόδα
όπως σε σονέτα του Σαίξπηρ
καθώς διαβάζεις για τον έρωτα και σε σπρώχνουν
οι άλλοι επιβάτες στο αεροδρόμιο
στον έλεγχο διαβατηρίων

ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Εξαίσια η πόλις καθώς ο ήλιος ανατέλλει
στέγες παλιές με κεραμίδια φοινικιές και τα φυλάκια
οπωροπώλες στην οδό Πενταδακτύλου
δέντρα πουλιά και το φεγγάρι
η μεσήλιξ ποδηλάτισσα και τα επίθυρα χεράκια
σε σπίτια παλαιικά
το μέγαρο της Τράπεζας κι η πινακοθήκη
τα κατάκλειστα πορνεία οι ξαγρυπνισμένοι
χαρτοπαίκτες κι οι νταβατζήδες
που εισέρχονται στο μαγειρείο
ενώ καταφθάνουν τα αγροτικά λεωφορεία
χωρίς την τύρβη των τουριστών
πίσω από το τέμενος του Μπαϊρακτάρη

η πόλη χωρίς κορδέλες
με τα σκυβαλοφόρα του Δήμου
εκεί Λήδρας – Ονασαγόρου
ο πεζόδρομος των αναμνήσεων
τα ενετικά τείχη της πόλης
ο προμαχώνας
κι οι νυσταγμένοι στρατιώτες

στην αγορά το άρωμα των φρούτων
χυμώδη ροδάκινα μήλα και κεράσια
οπώρες του καλοκαιριού
κι η δρόσος της πρωίας

1992 / 2010

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s