ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

 

 

Ο Αντρέας Τιμοθέου γεννήθηκε το 1990 στη Λάρνακα. το 2011 εξέδωσε τη πρώτη του ποιητική συλλογή «Για μια στιγμή και μια αιωνιότητα» και το 2014 τη δεύτερη «Τα Άνθη του Φωτός»

Μια νέα ποιητική φωνή που μπαίνει στα μονοπάτια της ποίησης με την ορμή της νιότης και τις κεραίες των συναισθημάτων του να αγγίζουν τα καθημερινά βιώματα του, τον έρωτα, τα όνειρα, την αβεβαιότητα των ημερών αλλά και τον ξεριζωμό του 74 που ζει μέσα από τις διηγήσεις αγαπημένων του προσώπων. Η ποιήτρια Αθηνά Τεμβρίου γράφει στη παρουσίαση της δεύτερης του συλλογής: «Ο Αντρέας Τιμοθέου είναι ένας νέος ποιητής που κάνει αποφασιστικά τα πρώτα του βήματα στο λογοτεχνικό στερέωμα του τόπου μας. Ολοκληρώνοντας την επιμέλεια της δεύτερης ποιητικής του συλλογής, διαπίστωσα πως η ποίησή του εξελίσσεται σε μονοπάτια ωριμότητας και αισθητικής. Αναμφισβήτητα η πρώτη του συλλογή, ‘Για μια στιγμή και μια Αιωνιότητα’ προδιαγράφει την γέννηση και τη θέληση του ποιητή να μεταμορφώσει τα βιώματα και τα νιάτα σε ποίηση, με τη δεύτερη όμως ποιητική συλλογή, ‘Τα Άνθη του Φωτός’, ανθοφορεί το φως της αγάπης για να γίνει ο στίχος του ο δρόμος της προσωπικής  του λύτρωσης.»

Αυτά τα πρώτα βήματα του Αντρέα Τιμοθέου μεταφέρω και ανθολογώ μαζί και αποσπάσματα κριτικών που γραφτήκανε και πιστεύω ότι θα συνεχίσει το δρόμο του στη ποίηση με επιτυχία.

 

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ (2011)

 

 

 

Ήσυχα βράδια

Μακρινό το πέλαγος που μας χωρίζει.
Άλλη γη, άλλη θάλασσα, άλλος ουρανός.
Της δόξας οι φήμες, οι υποσχέσεις, με κρατάνε εδώ.
Λέω να ‘ρθω, μα η φθορά του καιρού μ’ έχει κουράσει. Έχω ζήσει ναυάγια…Φοβάμαι…

Βλέπω τη δύση και σιωπώ.
Αφήνω τον καιρό να περάσει
και πλανιέμαι μέσα σε μια πλάνη που έχω δεχτεί.

Της ψυχής το ξημέρωμα σκοτεινιάζει της μέρας το φως,
της κάθε μέρας που είμαι μακριά σου.
Λησμονώ το φως των ματιών σου,
άδοξος όμως, μένω στο σκοτάδι που μου έχει οριστεί.

Έχουν μείνει τα όνειρά μου στα μισά,
μα μπορώ να σ’ ανταμώνω σ’ αυτά στα κρυφά.
Έτσι γλιστρώ απ’ το σκοτάδι που ζω
και βυθίζομαι στη στιγμή του ονείρου.
Τη δική μου καλά φυλαγμένη στιγμή…

Καιόμενη πόλη

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι!
Έλεγε κι ο ποιητής.

Ψάχνω να βρω την αλήθεια μέσα στο ψέμα.
Ψάχνω να βρω το δίκιο μέσα στην αδικία.
Ψάχνω να βρω το φως μέσα στο σκοτάδι.
Ψάχνω να βρω την ειλικρίνεια μέσα στην υποκρισία.
Ψάχνω να βρω τον έρωτα
μέσα στις παγωμένες καρδιές των ανθρώπων.

Κι όσο ψάχνω, καίγομαι.
Μα ο καθένας το βραχνά του ξέρει.
Και γέρνω και φεύγω διψασμένος…

Το παιχνίδι του χρόνου

Χαμόγελα, χειροκροτήματα, μπράβο!
Όλα ωραία φαίνονται.
Ψάξε όμως να δεις, τι άφησες πίσω για όλ’ αυτά…
Μήπως αυτά που άφησες, καταλαβαίνεις τώρα πως άξιζαν περισσότερο;
Αν ναι, τότε δεν είναι αργά.
Πάντα μπορούμε να γυρίσουμε από κει που αρχίσαμε
φτάνει να βλέπουμε πως υπάρχει χρόνος,
φτάνει η πορεία που διανύσαμε να μη μας κρατά πίσω…

Τώρα βέβαια θα μου πεις,
γιατί δε γύρισες και συ από κει που άρχισες;
Και θα ‘χεις δίκιο.
Δε γύρισα γιατί μαγεύτηκα απ’ αυτά τα πρόσκαιρα,
γιατί δε γνώρισα αυτά που ήθελα
και έκανα το λάθος να πιστέψω πως ζωή είναι μόνο αυτά.
Αυτό με ησύχαζε.

Ίσως εμένα να με κρατά και η πορεία μου μπροστά.
Τελικά δεν ήταν εύκολο να επιστρέψω,
να νιώσω και πάλι παιδί.
Θέλει κουράγιο.
Θέλει ψυχή…και γω δεν έχω!
Ίσως και να την έχω υποθηκεύσει…

Εδώ για εμάς

Εδώ, εδώ στον κόσμο του ξεχωριστού και του ωραίου,
εδώ στον κόσμο που άλλοι πλάθουνε για μας,
εδώ στον κόσμο που η αγνότητα είναι ντροπή
και η αγάπη υποκρισία.

Εδώ φωνάζω!
Μα δεν ακούγομαι…
Εδώ κραυγάζω!
Μα ποιος μ’ ακούει;
Ποιος ακούει αυτά που είναι δύσκολο ν’ ακούσει;
Ποιος ακούει αυτά που δε θέλει ν’ ακούσει;

Εδώ λοιπόν, εδώ με όνειρα απατηλά, με αξιώσεις και αξίες.
Ζούμε εμείς, ζει ο καθένας μας, ζούμε όλοι…
Δεχόμαστε να ζούμε εδώ.

Γη αλωμένη

Αμμόχωστος.
Γη που έδινες ζωή.
Γη που χάριζες χαρά.
Γη του έρωτα και γη της ομορφιάς.
Ευλογημένη γη.

Γη που κατακτήθηκες απ’ των εχθρών τα σύνεργα.
Γη που βεβηλώθηκες σαν δε σου πρέπει.
Γη πολιορκημένη.
Ελληνική γη.

Γη που σ’ αγάπησα και σ’ ερωτεύτηκα
από τις μνήμες του παππού και της γιαγιάς.
Γη που σε γνώρισα σαν δε σου πρέπει.

Το φοβερό της μνήμης θα με ακολουθεί
ώσπου η Ρωμιοσύνη ν’ αναστηθεί
και τότε θα ‘μαστέ μαζί.
Γη, δική μου γη.

Μια ζωή για τα ρόδα

Ένας κήπος γεμάτος ρόδα ήταν το πέρασμά σου.
Τα πότιζες ζωή.
Τα χάιδευες γλυκά.
Τα γέμιζες αρώματα.
Τα έσταζες δροσιά.

Στα ρόδα της αυλής σου αγκάθι δε θα βρεις,
γιατί απ’ την ψυχή σου τους χάριζες ψυχή.

Γέρνει ο ήλιος σου, αν κι ακόμα χαρίζει φως.
Σκοτεινιάζει ο ήλιος σου, αν κι ακόμα φωτεινός.
Σβήνει ο ήλιος σου, αν και φωτίζει εμάς.
Δύει ο ήλιος σου, ανατέλλει όμως για μας.

 

 

ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ  (2014)

 

Ποίηση, άχραντο μυστήριο

Ώρα πρώτη κι ο θίασος έξω απ’ την πόρτα.
Χτυπά κι ανοίγω ευλαβικά,
όπως έμαθα άλλωστε να κάνω.
Τα βλέμματά μας αντικριστά
και απ’ το μυαλό μου περνάς εσύ.
Έτσι όπως ξέρεις να με κερδίζεις κάθε φορά,
να με παρηγορείς, να με φροντίζεις, να με συντηρείς.

Με καταριέσαι πάλι με την ευλογία,
δεν αντιστέκομαι,
παραδίνομαι ερωτευμένος.
Υπόσχεσαι στιγμές
απ’ τη χώρα του αχωρήτου
και γνέφω θεληματικά.
Ολόδικός σου.
Στις λέξεις, στους στίχους, στις στροφές.
Ποίηση, άχραντο μυστήριο.

Απολογισμός

Πότε συννέφιασε μάτια μου, π
ότε πέρασε η ζωή
κάτω απ’ τα μάτια μας και δεν το καταλάβαμε;
Ακόμα δεν κατάφερα
να σωπάσω τις φωνές μέσα μου.
Ακόμα ψάχνω για ροδοπέταλα γαλήνης.
Ίσως ο ήλιος μου χάρισε πολλά.
Ίσως ήρθε η ώρα να με κάψει.

Οι καταραμένες της γενιάς μου

Σας κοιτώ καταραμένες
και λυπάμαι που έμελλε
να συνεχίσετε τις ζωές σας
στον κύκλο της Πηνελόπης.

Σας κοιτώ καταραμένες
υποφέρω, φωνάζω, πεθαίνω
μα δε φτάνει σε σας κανένας ήχος.

Σας κοιτώ καταραμένες
μα τα βλέμματα σας δε μ’ αντικρίζουν.
Φοβούνται την αλήθεια.
Φοβούνται μη ματώσουν τους κόσμους
που έκτισε ο Οδυσσέας.

Σας κοιτώ καταραμένες
μα εσείς με διώχνετε.
Ζείτε την κατάρα της εποχής σας.
Στην αναμονή τα όνειρά σας.
Ο Οδυσσέας κάποτε θα φτάσει.

Μακρινό παρελθόν

Θυμήθηκα το σπίτι με τις κούνιες.
Τη μηλιά, τη λεμονιά, το γιασεμί στην πόρτα,
τη μικρή μας κουζίνα
που χωρούσε τότε όλα μου τα όνειρα.
Την πέτρινή μας αυλή και το μικρό κάγκελο
που δεν κατάλαβα ποτέ
γιατί και πώς έκλεισε.
Ίσως να ‘ναι και παρήγορο
που δε θυμάμαι τον ξεριζωμό,
που δεν ακουμπά τη μνήμη μου
ο κρότος απ’ το κλείσιμο της πόρτας
για τελευταία φορά.

Τελευταίες στιγμές

Ψάχνεις να βρεις την παλιά σου εικόνα,
το χαμόγελο που φώτιζε το λευκό σου πρόσωπο,
τη δύναμη που δε θα τερματίσει το πέρασμά σου.

Κλείνεις τα μάτια να μην καταλάβουν πως πονάς
μα τώρα πια το πρόσωπο αλλοιώνεται,
τα μάτια χάνουν το χρώμα της θεϊκής αγάπης,
γεμίζουνε δάκρυα κι ανθρώπινο πόνο.

Τώρα στην όψη σου
δεν αναγνωρίζω την ταυτότητά σου,
τη γλυκιά εκείνη γυναίκα
που με σήκωνε μ’ ευλάβεια ν’ ανάψω ένα κερί
και να προσευχηθώ.

Divina

Με κοιτάζεις και με καθοδηγείς,
με μεταφέρεις σ’ άλλους κόσμους, κόσμους θεϊκούς,
κόσμους που μονάχα εσύ έζησες.

Με παρασέρνεις στα βασίλεια της φωνής σου,
αφήνεις την ψυχή μου να γεμίσει με άρωμα Θεού.
Κλείνεις τα μάτια και είσαι το ίδιο γοητευτική,
εξακολουθείς να είσαι θεά.

Πίσω απ’ τα χείλη σου
συναντώ τους άδοξους έρωτές σου,
αυτούς που η ζωή δε θέλησε να σου χαρίσει.
Φέρνεις τα χέρια στο πρόσωπο
και νιώθει η γη να την αγκαλιάζεις,
δοξάζει η φύση το δημιούργημά της.

Και είσαι Εσύ, ναι εσύ!
Η τόσο ευαίσθητη, τόσο περήφανη
μα και τόσο εύθραυστη,
δική μου θεά.

Η γυναίκα με την μπούρκα

Τα μάτια της κοίταζαν χαμηλά,
βρήκε το χερούλι απ’ το κάγκελο και το ‘σπρωξε
μα δεν ήταν μόνο αυτό που μας χώριζε.
Πέρασε μέσα διακριτικά,
όσο μπορούσε με την κλαδωτή της μπούρκα.
Φοβόταν να με αντικρίσει
έτσι της έμαθαν από παλιά
μα η επιμονή μου την έκανε να με κοιτάξει.
Χαμογέλασα.
Πάγωσε.
Δεν ανταπόδωσε.
Άφησε τα παιδιά της και έφυγε.
Και ένιωθα στον αέρα τις βρισιές
για το χαμόγελο που στερήθηκε,
για το χαμόγελο που φοβάται
πως θα χάσουν τα παιδιά της.

Περαστικοί

Σε ζηλεύω θάλασσα
που ‘σαι γαλήνια σήμερα,
παρασέρνεις μαζί σου τα πάντα,
για όλα έχεις μια στεριά.
Είναι κι αυτά που τα βυθίζεις
και το σκοτάδι σου τα κρύβει
μην τα θυμηθεί κανείς,
μην τύχει και τα ψάξει ποτέ.

Μα εγώ χάνομαι μες στην επιφάνειά μου,
μες στους ανθρώπους που με ξέχασαν
διότι ήθελε κόπο ν’ απλώσουν το χέρι,
μες στις ψυχές που ‘ρθαν μονάχα
να καρπωθούν την αγάπη μου
και μετά έφυγαν.
Λεηλάτησαν τους κόσμους που χτίζαμε,
μ’ άφησαν να χαθώ σαν το χρόνο που τους χάρισα
και τώρα μαρτυρώ τον κόπο της αγάπης.

Η αγάπη των φαναριών

Βλέπω τ’ όνειρό μου να περνά
βίαια απ’ το παράθυρό μου
αγκαλιασμένο σ’ ένα μηχανάκι.
Κρατά τα χρόνια μου στην αγκαλιά του,
αυτά που πέρασαν βιαστικά,
αυτά που χάθηκαν γιατί δεν είχαν χρόνο.
Κλεισμένος κι ασφαλής στο άδειο τροχοφόρο μου
μετακινούμαι γρήγορα.
Μην αντέξω και δω την αγάπη τους.
Μην καταλάβω πως μου έλειψαν δυο χέρια…

Νέα Γη

Ο ήλιος βγήκε πάλι σήμερα
για να φωτίσει τον κόπο αυτού του τόπου,
για να μας δείξει πως θα ‘ναι δίπλα μας,
για να χαρίσει τη ζέστη του
να ξανανιώσουν οι παγωμένες καρδιές.

Έσπειραν φόβο μα τον θερίσαμε,
τον μαζέψαμε και τους τον παραδώσαμε.
Τώρα, αυτό ήταν ο πλούτος μας.

Δεν είμαι βέβαιος για τα καθαρά μας χέρια
μα ο τόπος μου φαίνεται να κάνει βήματα
προς την αλήθεια.
Ίσως ήρθε η ώρα ν’ αποτινάξουμε ό,τι μας βασάνισε,
ό,τι θρονιάστηκε σαν αγκάθι στις ψυχές μας,
ό,τι έκανε το νερό μας γλυφό
και με μια δόση λήθαργου
μας κρατούσε τα μάτια κλειστά.

Ίσως και να μη θέλαμε να δούμε
μα δε θα γράψω γι’ αυτό.
Τώρα σημασία έχει πως κουνήσαμε τα βλέφαρά μας.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΔΑΝΤΕΛΑ (2016)

 

 

Διηγήματα

Ο ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ

Ήμουν εκτός της ακολουθίας, εκείνη τη μέρα της Ανάστασης, ήταν όμως τα πρόσωπά τους σε μια μυστήρια αρμονία τόσο επιβλητική, που δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από πάνω τους. Ο ναός κατάμεστος και οι ομιλίες μπλεγμένες, αγγλικά, ελληνικά και κάτι μεταξύ τους. Ο ιερέας, στο σύντομο κήρυγμά του, καλούσε τους πιστούς σε ειρήνη και αγάπη. Ρομαντική σκέψη, σκέφτηκα και χαμογέλασα. Έπειτα ξεκίνησε τα περί υποστηρίξεως της εκκλησίας, του πατριαρχείου, της παροικίας, της προσπάθειας αγιογράφησης του ναού, πάντα οικονομικής βέβαια, περί ηθικής ούτε λόγος. Παρά το ότι αντιμετώπισα με μια πρώτη ειρωνεία μέσα μου την ανταλλαγή των ρόλων, σε σχέση πάντα με την υποστήριξη, δεν είχα διάθεση για κριτική, έτσι σώπασα, μα δεν χαμογέλασα. Άλλωστε το μυστήριο μπροστά μου, δεν μου έδινε και πολλές επιλογές.
Τα αθώα τους πρόσωπα κοίταζαν τη φλόγα από το κερί με το Άγιο Φως και σχεδόν το προστάτευαν με τη θαλπωρή του βλέμματός τους. Οι άνθρωποι γύρω μου μετανάστες, σ’ έναν ξένο τόπο που έστησαν απ’ την αρχή τις ζωές τους. Για κάποιους ήταν και η μοναδική αρχή, άλλοι προ του πολέμου κι άλλοι μετά. Σειρές ολόκληρες με γκρίζα μαλλιά, μα εγώ στεναχωριόμουν περισσότερο για τα γκρίζα μυαλά. Η ευχή μαζί με το «Χριστός Ανέστη!», γνώριμη στ’ αυτιά μου… «Και του χρόνου στα σπίτια μας!». Πρόσφυγες ή όχι, η επιθυμία κοινή. Όλοι αγαπούσαν το κομμάτι του τόπου που άφησαν πίσω τους. Εγώ ανάμεσα σε τόσους πρόσφυγες, ένιωθα την αγάπη από τη μια για τα παιδιά κάτω απ’ τα πόδια μου, τα οποία συνέχιζαν να περιεργάζονται το Άγιο Φως, κι από την άλλη τη νοσταλγία του σπιτιού μου και του κόσμου μου… Ίσως και να τους ένιωθα. Έπειτα, πρόσφυγας κι εγώ, σκέφτηκα. Πρόσφυγας από τα παιδικά μου χρόνια, απομακρυσμένος ακόμα κι από τις αναμνήσεις τους, που επανέρχονταν μα τις αποσιωπούσα, γιατί κουβαλούσαν μια φλούδα πόνου. Τις τακτοποιούσα κι αυτές, σαν όλα τα υπάρχοντά μου, συνήθεια ανεξίτηλη. Ήταν το τρίτο Πάσχα μακριά απ’ το σπίτι, ήταν το τρίτο μετά τον χαμό της γιαγιάς. Με αιχμαλώτισε για μια στιγμή η σκέψη της…
Προσευχήθηκα για την ψυχή της, προσευχήθηκα και για μένα και για τα παιδιά που ήταν δίπλα μου, για τα παιδιά όλου του κόσμου, όπως έλεγε η γιαγιά, που είναι η γλυκιά μας ελπίδα. Πρόσφυγας λοιπόν, αυτό ήμουν εκείνη τη στιγμή… Ήξερα βέβαια, πως εγώ δεν θα μπορούσα να ευχηθώ με ειλικρίνεια, «και του χρόνου στο σπίτι μου!». Το σπίτι μου, το σπίτι της γιαγιάς, είχε κλείσει μαζί της κι από τώρα πρόσφυγας θα δήλωνα κάθε Ανάσταση, χωρίς ελπίδα γυρισμού.

 

 

 

ΚΛΙΝΙΚΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ

 

Δεν ήταν παρά μία καθιερωμένη πλέον επίσκεψη στο ογκολογικό για τη θεραπεία της γιαγιάς, σε αντίθεση με τις πάντα απρόσμενες επισκέψεις της ποίησης. Είχε ήδη περάσει μια ώρα και περίμενα στην αίθουσα αναμονής.
Μας χώριζε ένας τοίχος απ’ το δωμάτιο της γιαγιάς, στο οποίο βρισκόταν με άλλες κυρίες που έκαναν την ίδια θεραπεία.
Εγώ, χαμένος στις σκέψεις μου, συνέχιζα αυτό που είχε ξεκινήσει απ’ τη διαδρομή. Λέξεις και στίχοι ανάκατοι που πίεζαν να μπουν σε σειρά, διέκρινα πως ήταν άλλη μια στιγμή δημιουργίας. Πήρα απ’ την τσάντα μου ένα κομμάτι χαρτί και ξεκίνησα να γράφω, να σβήνω και να διορθώνω, ενώ σταματούσα κατά διαστήματα, παρατηρώντας τις εικόνες γύρω μου. Οι άνθρωποι και εδώ βιαστικοί, πρόσθεταν ελπίδα ζωής σε κάθε επίσκεψη και με ένα ταλαιπωρημένο χαμόγελο συνέχιζαν τη διαδρομή τους μέχρι την επόμενη φορά.
Συνέχισα να παλεύω με το ποίημα, το οποίο στο μεταξύ ξεκίνησε να με απογοητεύει, οπότε άφησα για λίγο το στυλό και με μια κίνηση του βλέμματός μου, συνέλαβα ένα άλλο βλέμμα που ήταν καρφωμένο απάνω μου για ώρα, όπως φάνηκε. Αιφνιδιάστηκε όταν την αντιλήφθηκα και της χαμογέλασα, μα δεν ανταπέδωσε. Ήταν μια κυρία κάπου στα εξήντα, με τρυπημένο το δεξί χέρι. Μέσα στον κόσμο αυτό, το σημάδι στο χέρι είναι αρκετό για να ξεχωρίσεις τους επισκέπτες από τους ανθρώπους που παλεύουν για
λίγο χρόνο ζωής. Έσκυψε μπροστά της σαν να ντράπηκε, οπότε συνέχισα
κι εγώ την προσπάθειά μου με το ποίημα. Ανεβοκατέβαζα το κεφάλι μου, παρατηρώντας την. Η κυρία ξεκίνησε να με Βλέπει με παράξενο ύφος. Το απέδωσα στο ότι έγραφα με μανία ως συνήθως και ίσως αυτό να της προκαλούσε την περιέργεια. Ίσως πάλι, να προσπαθούσε να καταλάβει
αν ήμουν κι εγώ ασθενής…
Η γιαγιά βγήκε ξαφνικά κι ανέλπιστα απ’ το δωμάτιο θεραπείας, μιας και συνήθως αυτό κρατούσε πολύ περισσότερο. Της χαμογέλασα με ανακούφιση και την πήρα απ’ το χέρι. Το βλέμμα της κυρίας με κοίταξε αλλιώς κι έπειτα μου χαμογέλασε στοργικά… Είχαμε πιστώσει ακόμα
λίγο χρόνο για τη γιαγιά και θα ξεκινούσαμε για το σπίτι. Έφευγα με ένα ποίημα στο χέρι που τελικά δεν μου βγήκε και δεν θα οδηγούσε μάλλον πουθενά. Κρατούσα μέσα μου όμως αυτό το χαμόγελο, που ανταπέδωσε εκ των υστέρων η άγνωστη κυρία, για να καταλάβω πως πέρα απ’ τον πόνο, υπάρχουν κι άνθρωποι που είναι αφόρητα μόνοι, που πρέπει να φροντίσουν οι ίδιοι τους εαυτούς τους ακόμα και σε τούτες τις στιγμές, που δεν ανταλλάζουν εύκολα χαμόγελα, γιατί δεν τους χαρίστηκαν ποτέ, που πρέπει να πιστώνουν μόνοι τον χρόνο τους, κι ας μην έχουν κανένα να τον μοιραστούν…

 

 

 

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΕΙΠΑΝΕ:

 

 

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

 

ΔΡ. ΚΛΕΙΤΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Στον πρόλογο του βιβλίου μεταξύ άλλων γράφει.

«Ο Αντρέας Τιμοθέου έρχεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με τις πρώτες ώσεις της ζωής και μετατρέπει την εσωτερική του αυτή εμπειρία σε ποιητικό λόγο, ένθερμο και πειστικό. Στέρηση και πλησμονή, φτώχια και πλούτος άρνηση και κατάφαση, διαρθρώνουν και κτίζουν ποιητικά τον κόσμο του νεαρού ποιητή μας. Έτσι πάσχει και υποφέρει και μετουσιώνει ποιητικά τον πόνο του και την ερωτική του λατρεία και καταθέτει εύστοχα τα ωραία ποιητικά του νομίσματα στον ναό της τέχνη»

Και στην παρουσίαση ανάφερε

«Ο Αντρέας ανέβηκε ψηλά και έπεσε. Σ’ αυτή την πτώση γεννήθηκαν οι υπέροχοι αυτοί στίχοι και ανακάλυψε ο ίδιος μέσα από το φωτισμό τους το δρόμο του. Κάθε φορά που δεχόμαστε ένα ψήγμα φωτός, αλήθειας, εκεί βρίσκεται ο δρόμος μας. Και σ’ αυτούς τους στίχους χαράχτηκε η πορεία του και εύχομαι να μείνει πιστός σ’ αυτό τον υπέροχο και μοναδικό δρόμο, ο οποίος οδηγεί στη λύτρωση.»

 

 

ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ

Στην παρουσίαση της συλλογής είπε μεταξύ άλλων:

«Μέσα από τις δικές του μοναδικές εμπειρίες, σκέψεις και προβληματισμούς μας ταξιδεύει από το μονοπάτι της εφηβείας στην ωρίμανση. Φυσικά η ωριμότητα δεν έχει ηλικιακά όρια. Είναι αξιοπρόσεχτο το γεγονός πως ο Αντρέας προχωρά ένα βήμα πιο μπροστά από το νεαρό της ηλικίας του και σμιλεύει το στίχο του με σοφία και ολοκληρωμένες σκέψεις.» … «Η συλλογή αυτή είναι η πρώτη ποιητική αναζήτηση του Αντρέα Τιμοθέου. Το περιεχόμενο μερικές φορές τείνει να ξεφεύγει από τα όρια της δομής ενός ποιήματος στην προσπάθεια του να ολοκληρώσει ή να εξηγήσει την σκέψη του. Θέλει χρόνο και πολλή μελέτη για να μετουσιώνει  ένας ποιητής τις λέξεις σε ώριμη ποίηση εύστοχα με τεχνική και απέριττες λέξεις. Η ομορφιά όμως στην ποίηση του Αντρέα διαφαίνεται μέσα από το ταλέντο του και τον αυθορμητισμό της ψυχής τόσο ώστε όταν διαβάζει κανείς τα ποιήματα του ακόμα και κάποια χάσματα στίχων ακούγονται ανώδυνα. Είναι φανερό πως ο ποιητής ξεκινά την πορεία του με δυναμισμό, γνώση, ταλέντο και πίστη προς τα ανώτερα. Άλλωστε η ποίηση γεννιέται αυθόρμητα μέσα από την ψυχή ενός ποιητή και σαν την ροή του αστείρευτου νερού σπάζει τα φράγματα των ανθρώπινων ορίων. Η λεκτική έκφραση της έμπνευσης, της σύλληψης των ιδεών, να αποδώσει δηλαδή τις εκλάμψεις της ψυχής του ο ποιητής  με τον πιο ουσιαστικό ποιητικό τρόπο, είναι ακατάπαυστη εργασία.»

 

 

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

Ο Τιμοθέου είναι ένας νέος, και σεμνός, ποιητής που η κάθε του διάκριση τον σπρώχνει, και μελλοντικά θα τον σπρώχνει να παρουσιάσει ακόμα καλύτερη δουλειά. Να τι σκέφτεται ο ίδιος για την ποίηση: «Μέσα απ’ τη μουσική της ψυχής του ανθρώπου γράφει κανείς ποίηση… Η ποίηση είναι στιγμές πλημμυρισμένες από συναίσθημα που η ψυχή προστάζει να πάρουν μορφή, μια μορφή που αντιπροσωπεύει κάτι ξεχωριστό, μια μορφή δημιουργημένη, πότε με απερίγραπτη χαρά και χαμόγελο και πότε με δάκρυ και πόνο…»

 

 

ΝΑΣΑ ΠΑΤΑΠΙΟΥ

«Βέβαια, δεν μπορεί να απουσιάσει από την ποίησή του και η αγάπη, ή η νοσταλγία για την κατεχόμενη πατρίδα, που την γνώρισες από διηγήσεις των δικών σου. «Γη που σ’ αγάπησα και σ’ ερωτεύτηκα/από τις μνήμες του παππού και της γιαγιάς» γράφεις για την Αμμόχωστο για να καταλήξεις σε άλλο ποίημά σου «Τούτη η κώχη η μικρή είναι Ελληνική».

 

 

ΑΝΔΡΕΑΝΗ ΗΛΙΟΦΩΤΟΥ

«Κι αυτά για τα οποία πάντα γράφει είναι οι αξίες που πηγάζουν από την ανθρώπινη πνευματικότητα, αξίες ατομικές και συλλογικές: η ορμή του έρωτα και της αγάπης, οι ρίζες μας, οι πρόγονοι, όπως ο παππούς κι η γιαγιά, ο τόπος μας και το δράμα του, η Παρθένα Θεά Ελευθερία που την συλλαμβάνει σαν κάτι ιερό και άγιο.»

 

 

ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

 

 

ΜΑΙΡΗ ΚΟΥΤΣΕΛΙΝΗ

Στον πρόλογο του βιβλίου γράφει μεταξύ άλλων: Η αναζήτηση μιας καινούριας αρχής που είναι στο επίκεντρο όλης της συλλογής αναδεικνύεται στην τελευταία ενότητα, τη «Νέα Γη». Μέσα από όλες τις αναμνήσεις του Πενταδάκτυλου «που μας πονεί», τους ξεχασμένους ήρωες και τη ματαίωση, ο ποιητής αναζητά μια καινούρια αρχή, αυτή που θα έχει και πάλι «μερτικό στα χρόνια της ελπίδας».
Ο Αντρέας Τιμοθέου στην ποιητική συλλογή «Τα Άνθη του Φωτός», αναζητά, μέσα από «το χάος των θορύβων», «τ’ αρώματα της μέρας και τα χρώματα των εποχών», με μια ιδιαίτερη ευαισθησία, με ασπίδα την αγνότητα και την καθαρότητα του λόγου και κατορθώνει να μετουσιώσει την αναζήτηση σε ύμνο στη ζωή, την αγάπη, το χρώμα και το φως.

 
 

ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ

Στην παρουσίαση του βιβλίου η Αθηνά Τέμβριου λέει: «Ο αναγνώστης αναγνωρίζει μέσα από τα ποιήματα τη μοναδικότητα μιας στιγμής, την ανάγκη του ποιητή να κατακτήσει το άγνωστο και να εξελίξει το υποσυνείδητο σε συνειδητό, σε ένα ταξίδι όπου η φαντασία πλέκει το μύθο και την πραγματικότητα για να γεννήσει ο δημιουργός την αλήθεια της ζωής ή το αίνιγμα του θανάτου μέσα από το κάτοπτρο της αγάπης»
Και μιλώντας για τη γραφή του μας λέει: «Ο Αντρέας Τιμοθέου έχει την δική του ιδιότυπη γραφή στην οποία ο στίχος εμποτίζεται με τον πεζό λόγο. Γίνεται περιγραφικός με απέριττες λέξεις και σε ταξιδεύει, έστω και αν κάποια νοηματικά χάσματα και κατά συνέπεια αλλαγές στο ύφος ή στο ρυθμό, αφήνουν κάποια ερωτηματικά. Αν υπάρχει επανάληψη ιδεών και συναισθημάτων, η έντονη απεικόνισή τους καθώς και η εναλλαγή εικόνων επιτρέπουν ανώδυνα την ποίησή του να διεισδύει στην ψυχή του αναγνώστη. Η πορεία ενός ποιητή καθορίζεται από την ευθύνη που αισθάνεται ως άνθρωπος, σε συνάρτηση πάντα με το ταλέντο και την ψυχική του δύναμη, να μετατρέπει τα ανθρώπινα και τα καθημερινά σε ποίηση ουσίας, υπονοώντας έμπρακτο ιδεαλισμό.»

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Στην ίδια παρουσίαση η Αλεξάνδρα Γαλανού είπε μεταξύ άλλων:
«Αφιερωμένη στην γιαγιά του, όχι ως οφειλή για αυτά που έκανε για
τον εγγονό της αλλά ως μια προσφορά αγάπης , ένα μεγάλο ποιητικό «ευχαριστώ» στη γυναίκα που του έμαθε όλες τις υψηλές αξίες της ζωής, την ανθρωπιά , την αξιοπρέπεια και του έδωσε, όπως λέει ο ίδιος ,τις δυνάμεις να αλλάξει το πεπρωμένο της ζωής του.
Στην εισαγωγική αφιέρωση γράφει «Στη γιαγιά μου Κατερίνα για το φώς της χαράς που μου πρόσφερε, για τα σημάδια που άφησε στη ψυχή μου χαραγμένα με ευλάβεια και αστείρευτη αγάπη.»
Από την πρώτη μου ανάγνωση της ποιητικής συλλογής «Τα Άνθη του Φωτός» και χωρίς να διαθέτω το νυστέρι του ειδήμονα, του επαΐοντα μελετητή που αναλύει την ποίηση αλλά με μόνα εφόδια μου την αγάπη μου για την ποίηση και τη στενή μου γνωριμία μαζί της , από την πρώτη μου εκείνη ανάγνωση το περασμένο καλοκαίρι ένιωσα ότι ο Ανδρέας Τιμοθέου βαδίζει σωστά το μοναχικό δρόμο της ποιητικής δημιουργίας. Έχει μέσα του την ποίηση, η γραφή του διαθέτει αμεσότητα αλλά κι εσωτερικότητα. Οι στίχοι του χαρακτηρίζονται από ευαισθησία αλλά και φιλοσοφική διάθεση η οποία πολλές φορές προσδίδει μια πεζότητα στην έκφραση χωρίς αυτό να
αφαιρεί από την αξία του ποιήματος. Στοχάζεται, πονά, νοιώθει, ονειρεύεται αλλά κι αναζητά την αλήθεια και την ομορφιά της ψυχής μέσα στην μελωδία του κόσμου. Η ποιητική συλλογή που παρουσιάζεται απόψε είναι ένα ταξίδι προς το φώς εξ’ου και οι τίτλοι των δύο πρώτων ενοτήτων της συλλογής «Στίγματα Φωτός» και «Το φώς της Αγάπης μας».

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ

Με συγκίνησε η ευαισθησία που μαρτυρείται μέσα από τη θεματολογία και την προσέγγιση που κάνετε στα συγκεκριμένα ποιήματα της συλλογής σας. Αυτό είναι μια ελπιδοφόρα υπόσχεση για μελλοντική εξέλιξη, βασισμένη στον βαθύτερο πόνο και την κρυπτικότερη αίσθηση που προσφέρει η ζωή. Συνεχίστε προσπαθώντας πάντα να γίνετε πιο εσωτερικός, έτσι ώστε τα ποιήματα να έχουν το αναγκαίο περικάλυμμα και βάθος.

 

 

ΝΑΣΑ ΠΑΤΑΠΙΟΥ

«η ευαισθησία και η ευγένεια της ψυχής σου καθρεφτίζονται σε όλα τα ποιήματά σου και δε νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που θα διαβάσει την ποίησή σου και να μην συγκινηθεί. Η αγάπη στον άνθρωπο, στην πατρίδα και ό,τι ωραίο υπάρχει σ’ αυτό τον κόσμο το μικρό τον μέγα, κατά τον ποιητή, είναι διάχυτο στην ποίησή σου. Ανήκεις, πράγματι, είσαι ολόδικος της ποίησης, ανήκεις στο άχραντο αυτό μυστήριο, όπως την αποκαλείς.»

 

 

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Εξομολόγηση εκ βαθέων για την προσφορά και συμβολή αγαπημένου προσώπου στην όλη πνευματική συγκρότηση του ποιητή εγγονού.
Η ποιητική ματιά και ο πόνος με τον οποίο βιώνει τη ζωή ο ποιητής, οι μυστικές αλήθειες που δεν αποκρύβονται παίρνουν το ειδικό τους βάρος.
Οι ψυχικές αναζητήσεις και οι ανατροπές, ο αγώνας για τη δόμηση της ζωής με αγάπη αλλά και απολογισμοί, παρ’ όλη τη νεότητα, μαζί με τα πετάγματα στην ομορφιά και την αγνότητα αποτελούν δείγματα ελάχιστα της πλούσιας θεματικής της συλλογής.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ

Γραμμένα σε απλή, προσεγμένη ποιητική γλώσσα, σε νεωτερικό, μεστό και απέριττο στίχο, τα 70 ποιήματα της συλλογής, δοσμένα σε πέντε θεματικές ενότητες, αποτελούν πράγματι «άνθη φωτός», που φωτίζουν και αγγίζουν τις ψυχές όλων όσοι μπορούν να γευθούν τους καρπούς της ποίησης και να νιώσουνε την αισθητική συγκίνηση, που μόνο η αληθινή ποίηση μπορεί να προκαλέσει.

 

 

Ιστορίες με δαντέλα

 

 

Δήμος Χλωπτσιούδης

 

Καθώς ο χρόνος σταματά σε αγαπημένα πρόσωπα

Έχουμε σημειώσει και στο παρελθόν ότι οι νεώτερες γενιές Κύπριων δημιουργών απέχουν σημαντικά ως προς τη θεματολογία από την τραυματική εμπειρία της εισβολής και της διχοτόμησης. Μακριά από τα βιώματα της εποχής, λόγω ηλικίας, αντιμετωπίζουν το παρελθόν με μία κριτική ματιά και με ψυχραιμία και απόσταση χρόνου. Επικεντρώνονται περισσότερο στο παρόν του και τη γη των δικών τους βιωμάτων και συναισθημάτων.

Έτσι και τη πρώτη συλλογή διηγημάτων του Κύπριου ποιητή, Ανδρέα Τιμοθέου, «ιστορίες με δαντέλα» (παράκεντρο, 2016), περιλαμβάνει διηγήματα εμπνευσμένα από την παιδική ηλικία του συγγραφέα και τα αγαπημένα του πρόσωπα που δεν υπάρχουν πια. Ο αναγνώστης ταξιδεύει στις παιδικές αναμνήσεις του διηγηματογράφου, στην αγωνία του μπροστά στο θάνατο αγαπημένων προσώπων…

Είναι η αγωνία για τη φθορά μέσα από την μνημόνευση των προσώπων της ζωής του οιονεί μνημοσύνου. Η φωνή του είναι απολύτως προσωπική και αποκτά εξομολογητικό τόνο. Μέσα από το απομνημονευματικό ύφος έρχονται στο προσκήνιο οικείες σκηνές από τη ζωή στο χωριό, ξεδιπλώνονται αντιλήψεις του παρελθόντος και ζωντανεύουν προβολές και βιώματα από νοσοκομεία με τη ρομαντική διάθεση/διάσταση μιας δαντέλας. Άλλωστε, η νοσταλγία αποτελεί το κύριο συναίσθημα της συλλογής. Η γυναικεία παρουσία είναι σταθερή σε όλο το βιβλίο, ενίοτε και ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής· ο συγγραφέας προσπαθεί να δει όχι μόνο από έξω.

Η προφορικότητα της αφήγησης ζωντανεύει με χαρακτηριστική αμεσότητα που υποστηρίζεται τόσο από τον μικροπερίοδο λόγο όσο και από την εξομολογητική έκφραση. Η διάθεση εκμυστήρευσης εκφράζεται με την υιοθέτηση της τεχνικής του ομοδιηγητικού αφηγητ, με εσωτερική οπτική γωνία. Η εσωτερική εστίασή του, που θεμελιώνεται στην πρωτοενική διατύπωση, επιτρέπει στον αναγνώστη να εισχωρήσει βαθιά στον ψυχικό κόσμο του, να βιώσει μέσα από την απλότητα της γλώσσας όσα καταγράφει για να μη σβήσουν από την παλίρροια του χρόνου.

Χαρακτηριστικό αρκετών πεζογραφημάτων του Τιμοθέου είναι ο μικροπερίοδος λόγος και η απλή καθημερινή γλώσσα μαζί με την απλότητα των εκφραστικών μέσων, που καθιστά το λόγο του εύληπτο και προσιτό στους αναγνώστες. Ο μικροπερίοδος λόγος με τις «απότομες» παύσεις ενισχύει τη νοσταλγία και το αίσθημα της μοναξιάς του αφηγητή. Η γλώσσα του είναι ακριβής, απλή και καθημερινή, μια γλώσσα βιωμένη που κατευθύνεται εσωτερικά. Ο συγγραφέας προτιμά να χρησιμοποιεί απλή γλώσσα και να διατυπώνει τις αναμνήσεις και τη νοσταλγία σε σύντομες περιόδους, δημιουργώντας έτσι μια γραφή που διευκολύνει την πρόσληψη των εκφραζόμενων νοημάτων.

Εξάλλου, ο διηγηματογράφος αποφεύγει τα λογοτεχνικά στολίδια κατά την αφήγησή του. Οι περιγραφές του κατά βάση επικεντρώνονται σε συγκεκριμένα θέματα τα οποία χαράχτηκαν στη μνήμη του κι εξυπηρετούν αφηγηματικά προκειμένου να μεταφέρουν το δικό του συναίσθημα για τα πρόσωπα και τις καταστάσεις. Ακόμα η in media res εισαγωγή των διηγημάτων εξυπηρετεί ακριβώς αυτό το σκοπό.

Ο χρόνος μοιάζει να σταματά και να αυτοκαταργείται. Τα αγαπημένα πρόσωπα και το συναίσθημα της νοσταλγίας ξεπερνούν τον πραγματικό χρόνο και συμπλέκονται με τον στάσιμο αφηγηματικό χρόνο. Ο συγγραφέας επιστρέφει στην παιδική ανεμελιά, στα δικά του δαντελένια χρόνια πλάι σε ηρωίδες που γνώρισε και αγάπησε, μα κατά βάση από τη γιαγιά του η οποία σχεδόν σε κάθε διήγημα είναι παρούσα. Και μαζί του και ο αναγνώστης.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s