Ο ΙΟΥΛΗΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

images

1 ΙΟΥΛΗ

Ο ΙΟΥΛΗΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

Ο Ιούλης της Κύπρου
δεμένος ακόμα
με σαράντα χρόνων
συρματόπλεγμα
λαμπαδιάζει τις μνήμες
κάτω απ τον ήλιο του
και μετρά το μπόι της αντοχής
που απόμεινε.

Στ’ αγκάθια του κρέμονται
οι ξεραμένες πληγές
από τις πισώπλατες μαχαιριές
της προδοσίες,
από νεκρά παιδιά
που έσβησε η ανάσα τους
πάνω στις λόγχες
και τα όπλα των εισβολέων
κι άσπρισαν τα κόκκαλα τους
άθαφτα στο χώμα.

Και πίσω απ’ το συρματόπλεγμα
τα χωριά μας,
οι δρόμοι που περπατήσαμε,
τα σπίτια μας,
τα σχολειά, οι εκκλησιές,
οι λουλουδιασμένες αυλές
και τ’ όνειρο
σαράντα χρόνους πιο θολό.

Ανδρέας Καρακόκκινος

 

 

2 ΙΟΥΛΗ

πραξικοπιμα2

Άνθος Λυκαύγης

Μητροκτονία

Με τα νεκρά κοχύλια της
μαζεύει το πρώιμο αίμα
η θάλασσα
βογκώντας. Κι ο ήλιος
καρφωμένος πισώπλατα
μέσα στη νύχτα του μεσημεριού
σιωπά κοιτώντας.
Ιούλιο μήνα
βγαίνουν τα μαχαίρια
στον κάμπο. Και το βουνό
πιστάγκωνα δεμένο
σαν το τραγί στα χέρια
του χασάπη.
Το φονικό
οργώνει πρώτα τη ματιά
πριν συναντήσει το κορμί
στο δίστρατο και στράφτει
σαν ατσάλι
στη χούφτα του καλοκαιριού.

Αυτούς που κάρφωσαν
πισώπλατα τον ήλιο
τους είδε μες στη νύχτα
το φεγγάρι. Κι έτσι μαθές
το γνώρισεν η γη
μες στην αγρύπνια της
κι η θάλασσα
καθώς βογγούσε
μαζεύοντας με τα νεκρά κοχύλια
το πρώιμο αίμα
του Ιουλίου.

              Αναφορά προς Κίμωνα  1980       

 

 

3 ΙΟΥΛΗ

κυπροσ4

Γιώργος Κωνσταντής

μνήμη Ιουλίου

Είναι μέρες που χάνομαι χωρίς ταυτότητα
Με πρόσωπο αγνώριστο μέσα στα πλήθη
Σύννεφο φυγαδεμένο πέρα από τους ορίζοντες
Ρυάκι σβησμένο πίσω από νυχτερινούς βράχους
Χωρίς ν’ αφήσει κανένα ήχο ζωντανού νερού
Κάποιος να γνωρίζει από πού πηγάζει.

Ακούω μόνο τη φωνή της θάλασσας
Μουσική πάνω στους βράχους της σιωπής
Κι όσο κι αν με θωρείτε να ‘μαι κύμα λευκό
Πνιγμένα κρίνα είναι κάτω απ’ τον αφρό μου.
Έχω μια γεύση μνήμης αλμυρής στο στόμα
Του Ιουλίου μήνα με φοβίζει η φωνή
Και αυτών που πνίγηκαν στις τρικυμίες.

             Η χρησιμότητα της Σιωπής   1998  

 

 

 

4 ΙΟΥΛΗ

 

Αγ. Ιλαριων

Βάκης Λοϊζίδης

 

ΑΝΑΖΗΤΕΙΤΑΙ Η ΡΗΓΑΙΝΑ

Την ώρα που το σκοτάδι
ζευγαρώνει με το φως
γεννά το χρώμα συνειρμούς
για να φτάσω στο Βυζάντιο.
Γεννάνε τα κογχύλια σκοπό ανατρεπτικό
κι εγώ αναζητώ τη Ρήγαινα
όπως την ύφανε η γιαγιά στον αργαλειό
χωστό μαζί της για να παίξω.
Μα αυτή είν’ άφαντη απ’ του μύθου τα λημέρια,
στέκει στα οδοφράγματα
εθελόντρια στην εθνική φρουρά

 

ΑΤΙΤΛΟ

Μην κατακρίνεις τους έφηβους που ψιθύρισαν
πως ο έρωτας διαχρονικότερος
των ιδανικών σου πατρίδα.
Μην τους κατακρίνεις,
τώρα που τα ιδανικά ασθμαίνουν
στην πόρτα της ενωμένης Ευρώπης•
κι ας δέχθηκα τους καθ’ υπόδειξιν εχθρούς
όπως δέχθηκα το θάνατο
ως σκευωρίαν της φύσης.

 

ΤΟ ΝΤΡΟΠΑΛΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΕΙΧΟΥΣ

Θέλω ν’ αφεθώ στην επικράτεια
ενός λουλουδιού
που τ’ ονόμασες ντροπαλό
κι όμως βρήκε τη δύναμη
ν’ ανοίξει τα πέταλά του στο τείχος
σφηνωμένο σε μια χαραμάδα
της ιστορίας σου Λευκωσία•
υποβάλλοντας ένσταση
μες την άπνοια μιας εποχής
που ανασύρει τις αξίες της
από το σκουπιδοτενεκέ.

 

ΑΝΤΙ ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ

Πληθωρική γυναίκα
με το χαλαρωμένο στηθόδεσμο
και τα περιστέρια στη μήτρα
αρνήσου τα μονοδρομημένα οράματα.
Γύρνα τη πλάτη στους σύγχρονους κουρσάρους
που δεν είναι κατ’ ανάγκην αλλοδαποί
και έχουν το πρόσωπο ευεργέτη,
στους εραστές έμφημης μνείας
που πράττουν και μεταπράττουν χρόνια στο νησί
με τίμημα την ομορφιά του τόπου.
Τραγούδα κι απόψε τούρκικο νανούρισμα
με την αλαζονεία παιδιού
που λαχταρά στον ύπνο του να παίξει.

               Χειροποίητα μηχανής  1999

5 ΙΟΥΛΗ

Λίλη Μιχαηλίδη

Η ΠΟΛΗ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

[Η Λίλη Μιχαηλίδη γράφει πως είδε σαν πρώτη φορά μια γειτονιά της Λευκωσίας, τη γειτονιά που γεννήθηκε η Θέσια Παναγιώτου η οποία έντυσε με τη μουσική της το φιλμάκι που έφτιαξα όταν κι εγώ περπάτησα τους ίδιους δρόμους στη γειτονιά της Θέσιας, δίπλα στο συρματόπλεγμα που χωρίζει τη πόλη στα δυο.]

Είδα την πόλη μου

Είδα την πόλη μου με τα μάτια της Σοφίας, σαν πρώτη φορά. Μια άλλη πόλη που εδώ και χιλιάδες χρόνια ενθέτει ιστορία στο βάθος της γης, κι επικοινωνεί με μια δική της γλώσσα με όσους ζουν κι αναπνέουν τις μέρες και τις νύχτες της.
Μια πόλη ύπαρξη, που κουβαλάει τα χρωματοσώματα αλλοτινών λαών, τις βαριές τους ανάσες, την κατάκτηση των αισθημάτων τους, μα παραμένει πάντα μια μοιρασμένη αναφορά, ανοιχτή στις μαρτυρίες των πλίνθων που στηρίζουν τις ζωές των ανθρώπων της.
Η νύχτα είχε κάτι διαφορετικό να μας προσφέρει• συνομιλούσε με την πανσέληνο. Διασχίσαμε μέρος της λεωφόρου Λάρνακος καθέτως της Στασίνου. Ακολουθώντας την παράκληση των ενετικών τειχών, φτάσαμε στο άνοιγμα προς την ανατολική πύλη, την πόρτα Τζουλιάνα. Στα αριστερά μας το θολωτό πέρασμα της πύλης Αμμοχώστου ανοίγει στην τάφρο που περιβάλλει τα τείχη. Πήραμε δεξιά την Αθηνάς, μπήκαμε στη Χρυσαλινιώτισσα.
Θαρρείς πως τα δρομάκια σφιχταγκαλιάζονται. Οι τοίχοι παραμένουν βουβοί. Οι περίτεχνες πόρτες κλείνουν μέσα τους περάσματα σε άλλες εποχές. Εσωτερικές αυλές με γιασεμιά και μπουκαμβίλιες απλωμένες έως τις δοκούς που στηρίζουν τα δώματα. Μια δροσιά διαπερνά τα καντούνια γύρω από τον Ορφέα. Ήσυχες γειτονιές, μοναχικές σαν ποιήματα. Ένα σεργιάνι αρκεί για να κρατήσει στα ρουθούνια τον αέρα που διαπερνά τα σπίτια, φτάνει στις κουζίνες και ξετυλίγει το κουβάρι με τις μυρωδιές. Οι συντροφικοί φοίνικες ατενίζουν από ψηλά το ελεύθερο μέρος και τον Τουρκομαχαλά της πόλης. Οι προσευχές του μουεζίνη σκίζουν τον αέρα και φτάνουν στ αυτιά μας με κάποιες παρεμβάσεις από τους τηλεοπτικούς δέκτες που κάθονται στους ηλιακούς πίσω απ’ τις ανοιχτές πόρτες. Τα ψηλοτάβανα σπίτια, οι αργές ώρες της νύχτας• τα πουλιά δεν κοιμούνται• γυροφέρνουν τα πυκνά κλαδιά των φίκων κι οι άνθρωποι μπαινοβγαίνουν σ ένα σκηνικό που μεγαλώνει με τη ζωή τους.
Περπατούμε έχοντας δίπλα μας το συρματόπλεγμα, περνούμε από το ελληνικό φυλάκιο, μπαίνουμε στη νεκρή ζώνη. Ελάχιστα ίχνη ζωής, αγριολούλουδα ανάμεσα στα βαρέλια που είναι τοποθετημένα σφιχτά το ένα μέσα στο άλλο κατά μήκος της λεπτής αυτής γραμμής που ονομάζουμε «πράσινη». Τα βήματά μας ακούγονται σαν προειδοποίηση. Οι στρατιώτες μάς παίρνουν είδηση, πανικοβάλλονται, μα έχουμε ήδη περάσει τα «όρια» και πήραμε το δρόμο του «γυρισμού». Λίγα μέτρα μακριά, πάνω στην προέκταση αυτής της γραμμής, τα παιδιά τρέχουν στους πεζόδρομους παίζοντας κρυφτό. Να κρυφτούν από ποιον; Όλα εδώ είναι τόσο ήσυχα και καθαρά, μα ταυτόχρονα τόσο ακατανόητα. Μια ακινησία τριάντα έξι χρόνων. Μόνο η φύση κινείται ακολουθώντας τις μεταλλάξεις των εποχών. Εμείς απλά ακολουθούμε το στρογγυλό φεγγάρι, τις σκιές πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα, το ένστικτο των δρόμων…Τα κεριά τρεμοφέγγουν μέσ’ από τα κιγκλιδώματα και τα τζαμλίκια της εκκλησίας του Αγίου Κασσιανού, η αυλή στον περίβολο μυρίζει άνοιξη, κι ας βρισκόμαστε ακόμη στις αρχές του φθινοπώρου.
Εκείνο το βράδυ, μες στο βαθύ μου ύπνο, ονειρεύτηκα την πόλη μου, όπως δεν την έχω ξανά ονειρευτεί. Να μεταμορφώνεται, ν’ αλλάζει όψεις, με μια λάμψη στα μάτια, έτοιμη για ένα νέο ταξίδι, παίρνοντας μαζί της την άγραφη ζωή των απλών καθημερινών ανθρώπων της, τις επιθυμίες, τις λαχτάρες, την αγωνία και τα όνειρά τους.
Ένα ιστορικό αντιφέγγισμα διαπερνά τα καφασωτά παράθυρα, τις εκκλησιές, τα τζαμιά, βγαίνει στα τείχη, ακολουθεί τη μοίρα της πόλης που απλώνεται σαν σκεπή πάνω από τον κόσμο μου.

Χρυσαλινιώτισσα,
Σεπτέμβριος 2010

Από τα αφηγήματα της Λίλης Μιχαηλίδου

              Η πόλη δεν θέλει συστάσεις   2011

6 ΙΟΥΛΗ

1-ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΙΜΑΚΛΙΩΤΗ

Αγγέλα Καϊμακλιώτη

Αμμόχωστα Όνειρα

Υπάρχω. Πριν από τον πόλεμο και μετά, υπάρχω. Ένα παιδί που είδε πολλά, βίωσε περισσότερα, ένα παιδί μεσήλικο. Απλώνομαι, κρύβομαι, μαζεύομαι σ’ ένα όστρακο που μεταφέρω συνέχεια. Κουβαλώ καλύτερα. Είναι η ταυτότητά μου. Είμαι και δεν είμαι: Ελληνίδα, Κυπραία, Ελληνοκύπρια, Ευρωπαία, γυναίκα. Τι είμαι; Η συνείδησή μου κακοποιήθηκε, την εγκλώβισαν εμπνευσμένοι ή και ανίδεοι δάσκαλοι σε σκοτεινά δωμάτια με άχρωμα συνθήματα που μεταμφίεζαν με το χρώμα του ουρανού ή και του ήλιου ανάλογα με τις τάσεις, τις εγκυκλίους, τα ψηφίσματα. Τόση πλάνη…

Τα τελευταία γεγονότα με τις απάτες των τραπεζικών, των πολιτικών και των πολιτικάντηδων με πνίγουν. Κι άλλη τόση πλάνη. Θέλαμε εδώ και χρόνια να γίνουμε Ευρωπαίοι. Το προσπαθούσαμε και δυσκολευόμαστε. Το μεσογειακό ταμπεραμέντο δύσκολα ρίχνει τις θερμοκρασίες του. Κι όμως να που μάθαμε μέσα σε μια νύχτα, να στεκόμαστε στην ουρά για την ανάληψη μετρητών, για λίγα τρόφιμα στο κοινωνικό παντοπωλείο, να στεκόμαστε για ώρες χωρίς να σπρώχνουμε, χωρίς να χαμογελάμε, χωρίς να φωνάζουμε. Και η μνήμη, πουλί αποδημητικό, τραβάει όπου θέλει, με πάει πίσω σε κάποια άλλα συσσίτια, σε άλλες ουρές, εκεί στους προσφυγικούς καταυλισμούς του 1974, στα αντίσκηνα, εκεί που έζησα ξανά παρόμοια και χειρότερα.

Θέλω να ξετυλίξω το κουβάρι, να ξαναδιαβάσω την ιστορία από την αρχή μου. Να δω ποια είμαι, πού ζω, ποια είναι η χώρα μου και ποιοι οι άνθρωποί της, ποιο είναι το μέλλον μας εδώ σ’ αυτό το Φάρο που αναβοσβήνει αιώνες τώρα, στο ακρωτήρι της Δύσης ή μήπως είναι στο ακρωτήρι της Ανατολής; Θα επιστρέψω στην πατρώα γη, στα κατεχόμενα. Το αποφασίζω αμέσως, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Δεν ξέρω γιατί αναδύθηκε αυτή τη στιγμή η ανάγκη τούτη. Θέλω να επιστρέψω έστω ως επισκέπτης, ως τουρίστας για την ακρίβεια. Να τραβήξω ενδεχομένως και μερικές φωτογραφίες για να τακτοποιήσω ξανά τις μνήμες και να έρθω σε επαφή με την αλήθεια. Να διαγράψω το παραμύθι. Όχι την ιστορία. Η ιστορία δεν διαγράφεται. Ούτε και ξαναγράφεται. Να γιατρέψω τις πληγές και να πιω ζωή από τις πηγές. Σάββατο πρωί θα είμαι εκεί. Χαίρομαι. Όχι, δεν χαίρομαι. Μπορεί και να χαίρομαι. Δεν ξέρω. Νομίζω περισσότερο λυπάμαι.

Επιστρέφω λοιπόν ως πρόσφυγας που λαμβάνει άδεια να μπει για λίγες ώρες σπίτι του για να το δει, να θρηνήσει, να συνειδητοποιήσει κι όμως να φύγει πάλι. Πορεύομαι προς το παρελθόν μου για να ξεκαθαρίσω το παρόν μου και να ονειρευτώ ελεύθερα το μέλλον μου. Επιστρέφω προσωρινά. Ταπεινά και πένθιμα πορεύομαι, όπως κάθε Μεγάλη Παρασκευή, όταν ακολουθώ την πομπή του Επιταφίου. Έτσι νιώθω. Ακολουθώ ένα άγιο σώμα που υπάρχει επειδή το πιστεύω, ένα σεπτό σώμα βασανισμένο, που όμως κάποτε θα αναστηθεί. Είμαι ήδη στο οδόφραγμα. Στην πράσινη γραμμή. Εκείνη που χωρίζει το νησί μου στα δύο. Στο Νότο και στο Βορρά. Ζω στο Νότο. Τα όνειρα και οι εφιάλτες μου όμως, πολλές φορές έρχονται από το Βορρά. Εκεί γεννήθηκα. Είναι όνειρα σκονισμένα, καπνισμένα, αμμόχωστα. Ίσως έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου, για να τα ερμηνεύσω, να ξεσκεπάσω το θαμμένο παρελθόν. Να το ξεσκονίσω σαν ξεχασμένο ιερό βιβλίο και να το ξαναδιαβάσω ή να το ξαναγράψω ή έστω να το χρωματίσω. Γιατί πρέπει να ομολογήσω πως τα αμμόχωστα όνειρά μου είναι μαυρόασπρα.

Ο ένστολος στέκεται απέναντι μου. Με κοιτάζει κατάματα, το ίδιο κι εγώ. Του δίνω την ταυτότητά μου, συνεννοούμαστε αμέσως. Ξέρει ποια είμαι, ξέρει τι θέλω, ίσως και να με κατανοεί ή να με συμπονά, ή απλώς κάνει τη δουλειά του. Μπορεί και να με μισεί. Είναι πάνω κάτω στην ηλικία μου. Θέλω να τον ρωτήσω από πού είναι μα δεν το κάνω. Δεν είναι ένας συμπατριώτης μου αυτή τη στιγμή, είναι ένας ένστολος και στέκεται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν μου. Αν συμπεριφερθώ ψύχραιμα, θα με αφήσει να περάσω. Με ξανακοιτάζει, μου επιστρέφει τα έγγραφα και μου επιτρέπει να περάσω απέναντι. Στο Βορρά. Περνώ. Κι αμέσως ξεκινά μια ταινία μαυρόασπρη, με ήχο και μυρωδιές. Από το ίδιο σημείο πέρασα στο Νότο πολλά χρόνια πριν με άλλους ανθρώπους, άλλα συναισθήματα, άλλες ελπίδες, άλλους φόβους. Στις 14 Αυγούστου, το 1974, κυνηγημένη από τις ερινύες που καταριούνται τη χώρα μου αιώνες τώρα. Οι ήχοι και οι μυρωδιές επιστρέφουν. Κι εγώ επιστρέφω στο σπίτι μου. Ανοίγω τα μάτια μου, τα μάτια της ψυχής μου, να μη χαθώ.

Κουβαλώ αυτά τα μάτια από τότε που θυμάμαι. Δεν είναι πίνακες, ούτε καθρέφτες. Είναι πηγάδια. Πηγάδια δίχως πυθμένα. Άβυσσος η ματιά και κάπου ένα αντιφέγγισμα. Αυτά τα μάτια με οδηγούν ετούτο το πρωινό, ετούτο τ’ ανοιξιάτικο πρωινό τ’ Απρίλη. Ω! Πόσα χρόνια τ’ ονειρευόμουνα, πόσα βράδια το λαχταρούσα. Τα χέρια μου καρφωμένα στο τιμόνι. Η ψυχή μου καρφωμένη στη μνήμη. Το σώμα μου καρφωμένο στην ιστορία. Έχω μαζί μου συνεπιβάτες, συνοδοιπόρους τ’ αδέλφια μου και τα παιδιά μου. Είναι μαζί μου και δεν είναι. Δεν είμαι η μάνα τους τώρα, είμαι απλώς ένα κορίτσι που πάει σπίτι του, που έχει να πει τόσα πολλά κι όμως δε λέει τίποτα. Στόμα κλειστό, ερμητικά κλειστό να μην πληγώσει τη σιωπή, να μην πει κάτι λάθος, επιτρέπονται μόνο μικρές κραυγές χαράς, αυθόρμητες, άναρχες, άλογες. Είμαστε πέντε μικρά παιδιά που γυρίζουμε στο σπίτι μας. Γιατί ετούτο το πρωινό γίνομαι πάλι εφτά χρονών. Και τρέχω και πετώ και γελώ και φωνάζω και σιωπώ. Είμαι εφτά χρονών και δεν λογαριάζω κανέναν. Και σιωπώντας ουρλιάζω την αλήθεια μου. Κάνω βουτιές στη μνήμη, μακροβούτια στο τότε, μακροβούτια στο πριν. Κατάδυση στο παραμύθι μου; Είμαι ήδη στην Αμμόχωστο. Όχι στα όνειρα πια, τα αμμόχωστα. Στην Αμμόχωστο.

Ευτυχώς τα μάτια μου είναι πηγάδια χωρίς πυθμένα, επειδή είναι απύθμενη η χαρά μου. Δεν ακολουθώ πια τον επιτάφιο. Κρατώ λευκή αναμμένη λαμπάδα κι αφού είμαι εδώ, αφού υπάρχω εδώ έστω και στιγμιαία, είναι Ανάσταση. Ανοίγω το τζάμι του αυτοκινήτου μου να καταπιώ το γλυκόθερμο αέρα του τόπου μου. Να καταπιώ το γλυκόπικρο νόστο. Κι αφήνω την ψυχή μου να εξατμιστεί, να αναβλύσει, να γίνει δάκρυα ζεστά και να κυλήσει. Να κυλήσει και να κυλιστεί στο χώμα της πατρίδας μου. Δάκρυα φυλαγμένα τόσα χρόνια στο χρονοντούλαπο των ονείρων μου και της οργής μου.

Ο τόπος μου! Ο τόπος μου! Ο τόπος μου! Ο κάμπος της Μεσαορίας. Ο τόπος μου! Ναι, έτσι είναι, όπως τον έβλεπα τα βράδια στα όνειρά μου – κάθε βράδυ- από τα μικράτα μου. Όπως τον περιέγραφε ο παππούς, όπως τον έντυνε με παραμύθια η γιαγιά, όπως τον θρήνησε η μάνα μου. Ο τόπος μου! Αρχαίος τόπος, του Ομήρου. Ο κάμπος μας κατάσπαρτος, απλωμένος, ευλογημένος, ευάλωτος, ταπεινός όπως αυτούς που τον καλλιεργούσαν. Η θάλασσα. Η θάλασσα της Σαλαμίνας γαλανή, μυστήρια, απέραντη. Γνώριμη, αγαπημένη σαν μητέρα, πανίσχυρη, αρχαία θεότητα. «Θυμάσαι που μ’ αγκάλιαζες με τη δροσιά σου, θάλασσα των παιδικών μου ονείρων;» Ρουφώ με λαιμαργία τις αρχαίες εικόνες και μόνο αυτές είναι ο καημός κι ο θαυμασμός μου. Ο κάμπος, τα κυπαρίσσια, οι αμμουδιές, τα χωράφια, τα περβόλια, η θάλασσα, τα χαλίκια, ο ουρανός, τα βουνά. Όλα τ’ άλλα είναι μικροσκοπικά, ασήμαντα, προσωρινά, ψεύτικα, θνητά κι αυτά που βλέπουν τα απύθμενα μάτια μου είναι γιγάντια, αειθαλή, αληθινά. Είναι ο τόπος μου! Σταματώ τ’ αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Ρίχνομαι στο κατάσπαρτο μ’ αγριολούλουδα χωράφι κι αφήνω τη φύση να με χαϊδέψει. Τον ήλιο των προγόνων μου να μου ζεστάνει το πρόσωπο και τους ώμους. Τον αγέρα να με καλωσορίσει με χαστούκια στ’ αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Το χώμα, το χώμα. Το χώμα που πατούν τα πόδια μου. Το άγιο χώμα της Μεσαορίας, το ποτισμένο με αίμα και ιδρώτα χώμα, του τόπου μου!

«Τότε ο Οδυσσέας ξυπνά από τον ύπνο που κοιμόταν, στα χώματά του. Κι ωστόσο δεν την αναγνώρισε την πατρική του γη, τόσον καιρό που έλειψε στα ξένα. »

Μα εγώ την αναγνώρισα, την ξέρω την πατρική μου γη. Αιώνες κι αν έλειπα γνωρίζω κάθε μια της σπιθαμή. Τα χέρια και τα μάτια με οδηγούν σωστά. Είμαι μπροστά στο πατρικό μου κι είμαι εφτά χρονών και σχολνώ απ’ το σχολείο και με περιμένει η μάνα κι η γιαγιά με φαγητό αχνιστό κι αγκάλες. Είμαι στο σπίτι μου. Στους ίσκιους της βεράντας. Προχωρώ. Το γιασεμί είναι εδώ κι ας γέρασε. Τα είδε όλα. Τα βλέπει όλα. Βλέπει κι εμένα. Με αναγνωρίζει.. Τ’ αγριόχορτα, στον κήπο και στην αυλή. Το νούμερο του σπιτιού στον τοίχο. Από το λερωμένο τζάμι η ζωή μας, ταινία μαυρόασπρη. Κρυφοκοιτάζω. Είναι η μάνα μου εκεί; Είναι η ψυχή της ή δεν είναι τίποτα; Περπατώ στην αυλή. Ακουμπώ στον τοίχο του σπιτιού της γιαγιάς. Στο στάβλο, στο σσώσπιτο, στο φούρνο, στο σιμιντίρι. Ακουμπώ την ψυχή μου στο παρελθόν. Δεν ακούω τίποτα. Μόνο μυρωδιές. Όχι χρώματα, ούτε ήχους.

Μας ανοίγουν. Μπαίνω μέσα. Η κουζίνα. Η μάνα μου, νεαρή κοπελίτσα μαγειρεύει και μου χαμογελά. Είμαι εφτά χρονών και κάθομαι εκεί στο τραπέζι και τρώω με τ’ αδέλφια μου. Ανοίγω τα ντουλάπια. Μέσα είναι η προίκα της μάνας μου. Τα θυμάμαι πολύ καλά εκείνα τα φλιτζάνια με τις κοπέλες πάνω στις κούνιες, με τα ωραία φορέματα και τα ξανθά μαλλιά. Η μάνα μου δε μας άφηνε να τ’ ακουμπήσουμε. Ήταν το καλό της σερβίτσιο. Μα εγώ τις γνωρίζω πολύ καλά αυτές τις κοπέλες γιατί παίζω μαζί τους και τραγουδώ όταν κρυφά τρυπώνω στο σαλόνι και χαζεύω τα γυαλικά και τα σερβίτσια και τις φωτογραφίες. Φώτο Βασιλείου, Αμμόχωστος 1972. Γεννήθηκε ο αδερφός μου. Στη φωτογραφία χαμογελάμε. Από εκείνο το χαμόγελο μένει πια μόνο ο χαμός. Προχωρώ στο σαλόνι. Οι κουρτίνες κρέμονται από τα παράθυρα, θλιβερές, σκονισμένες, ξεχαρβαλωμένες μνήμες. Κόκκινο, βασιλικό βελούδο. Έτσι τις παράγγειλε η μάνα μου. «Μα δε βρέθηκε ένα χέρι να τις κατεβάσει και να τις πλύνει; Όπως τις έπλενε πάντα η μάνα μου με κρύο νερό και σαπούνι και μετά τις σιδέρωνε κι ύστερα ξυπόλυτη τις κρεμούσε πάλι με αργές κινήσεις σαν σε ιεροτελεστία.» Όλα με αργές κινήσεις να τα ζήσω θέλω, να μην τελειώσουν, να τα χορτάσω ακόμα λίγο.

Ξυπόλυτη πάνω σε κρύα μάρμαρα. Έτσι μου άρεσε να γυρίζω μέσα στα δωμάτια. Το πάτωμα. Τα μάτια μου ψάχνουν στο πάτωμα. Εκεί γκρέμισα το δίχρονο αδελφό μου και μάτωσαν τα χείλια του την ημέρα της εισβολής. Ήμασταν εκεί όταν ακούσαμε τους βομβαρδισμούς και τ’ αεροπλάνα. Σκούπισα με το φουστάνι μου το αίμα από το παρκέ, μην το δει η μάνα μου και στεναχωρηθεί. Στο υπνοδωμάτιό της. Δεν μ’ αφήνουν να μπω. Είναι κλειδωμένο. Το σέντε. Το σέντε ήθελα να το δω. Να το εξερευνήσω. Εκεί κρύβονταν τα φαντάσματα, το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα στολίδια του, η αμαξού και οι κούκλες μου. Τώρα πια μπορώ να πάρω μια καρέκλα και ν’ ανέβω να δω. Δεν είναι εδώ η μάνα μου, και τ’ αδέλφια μου δε θα με μαρτυρήσουν. Αρπάζω μια καρέκλα. Ανεβαίνω, μου φαίνεται πως ανεβαίνουν μαζί μου κι άλλοι, ψυχές που πλανιούνται στο χώρο. «Δεν γίνεται», είπε αυτός που μένει στο σπίτι μου. «Δεν μπορείς ν’ ανέβεις εκεί πάνω. Δεν το επιτρέπω». Κατεβαίνω από την καρέκλα, κάτω, χαμηλά στο πάτωμα. Κατεβαίνουν και οι άλλοι μαζί μου, πένθιμα.

Γιατί; Γιατί; Δεν υπάρχει απάντηση. Κι ούτε μ’ ενδιαφέρει αυτή την στιγμή. Τόσα ερωτήματα, τόσα χρόνια, έμειναν μετέωρα, αναπάντητα. Αυτό, γιατί ν’ απαντηθεί; Τι σημασία έχει άλλωστε τώρα πια; «Δεν επιτρέπεται.» Τελεία και παύλα. Κι είχα μια κρυφή ελπίδα πως θα ‘βρισκα εκεί πάνω τη τσάντα μου τη σχολική με τα βιβλία μου της Πρώτης Δημοτικού και τα τετράδια με τα στρογγυλά γράμματα. Νομίζω, πως γι’ αυτήν ήρθα και αυτήν αναζητούσα τόσα χρόνια. Μα δεν είναι εδώ. Το σπίτι είναι εδώ μα η ζωή μας, όχι. Τα έπιπλα είναι εδώ, μα τα κορμιά μας όχι. Η ψυχή μου είναι εδώ εγκλωβισμένη και ήρθα να την ελευθερώσω. Ήρθα να ανοίξω τα παράθυρα, να φύγει επιτέλους, να πετάξει ελεύθερη όπου θέλει. Να βλέπει κι άλλα όνειρα, όχι μονάχα όνειρα προσφυγικά.

Βγαίνω έξω. Πνίγομαι. Στην αυλή πίσω απ’ τα αγριόχορτα ήταν το ανάχωμα. Το είχα ξεχάσει εντελώς. Και τώρα να το. Ζωντανεύει και τούτη η μνήμη, μαζί του ζωντανεύει κι ο παππούς μου. Τρεις μέρες και τρεις νύκτες έσκαβε με τον δεκαεξάχρονο εγγονό του. «Εκεί μέσα θα κρυφτούμε όταν αρχινήσουν οι βομβαρδισμοί», είπε. Και ο λόγος του ήταν προσταγή. Κατεβαίνω με δέος τα έξι χωματένια σκαλοπάτια και ακουμπώ το δροσερό χώμα. Εκεί στα σκοτεινά, αφουγκράζομαι τις συζητήσεις των μεγάλων για το κακό που μας βρήκε. Για τους φόνους, τους βιασμούς, τα ορφανά, τους ανθρώπους που τους έδιωξαν από τα σπίτια τους. Αισθανόμουν ασφαλής εκεί, στο πρόχειρο καταφύγιο και ήξερα πως ο παππούς θα μας έσωζε. Τις κόρες του, τη γιαγιά και τα εγγόνια του. Οι γαμπροί του έλειπαν στον πόλεμο. Ποιον πόλεμο αλήθεια; Και με τι όπλα; Τους είδα τους θείους μου και τον πατέρα μου, να φεύγουν. Δεν γνώριζα πού πήγαιναν μα φοβήθηκα να ρωτήσω. Στο ανάχωμα έχουν φυτρώσει κίτρινες μαργαρίτες. Μια μυρμηγκοφωλιά στο βάθος και σαλιγκάρια στα τοιχώματα. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρθηκαν να κλείσουν το μικρό λαξευτό τάφο. Ποιος ξέρει γιατί. Ίσως κάποια παιδιά να παίζουν ακόμα κρυφτό εδώ μέσα, ίσως και να φτιάχνουν γιρλάντες με τις μαργαρίτες.

Βγαίνω έξω, φεύγω. Κλείνω αργά την καγκελόπορτα πίσω μου. Τότε, την έκλεισε η γιαγιά μου. Πήρε μαζί της τα κλειδιά. «Γιαγιά μου, δεν κατάφερες να επιστρέψεις. Έφυγες. Κι ο παππούς. Κι η μάνα μου. Μα αν ερχόσουν τώρα μαζί μας θα ‘ταν χειρότερα γιατί το σπίτι σου, τα κλήματά σου, το νοικοκυριό σου δεν είναι πια εδώ. Ή μήπως έχετε έρθει ήδη πριν από μένα;»

Ο άνθρωπος, μας φέρνει δυο τρεις φωτογραφίες και μας τις δίνει. Οικογενειακές φωτογραφίες. Η θεία Νιόβη με το θείο Λούκα, τη μέρα του γάμου τους. «Σου μοιάζει η γυναίκα», λέει. «Μόλις σε είδα θυμήθηκα τη φωτογραφία». Ο ξάδελφός μου, ο Μιχάλης με κοντό παντελόνι και τιράντες. Στηρίζεται πάνω σε μια κολόνα. «Φώτο Βασιλείου, Αμμόχωστος, 1970». Τις αρπάζω. Να τις πάρω μαζί μου θέλω. Οι φωτογραφίες είναι η μνήμη, είναι οι άνθρωποι. Δεν ταιριάζουν εδώ. Πρέπει να τις πάρω μαζί μου. Τι να τις κάνει ο ξένος; Γιατί τις φύλαξε άραγε; Ο άνθρωπος σκύβει να μου κόψει ένα κλαδί γιασεμί. Να το φυτέψω λέει. Θα πιάσει. Δεν το παίρνω. Δεν το θέλω. Να μείνει εκεί που είναι. Εγώ έφυγα πριν τόσα χρόνια. Μεγάλωσα. Τώρα πια δεν είμαι εφτά χρονών.

Η εκκλησία του Αη-Γιώρκη είναι μπροστά μου. Το σπίτι μου είναι χτισμένο απέναντι από το καμπαναριό. Πηδώ πάνω από την καγκελόπορτα της εκκλησιάς αφού την έχουν δεμένη με χοντρές σκουριασμένες αλυσίδες. «Σαράντα χρόνια αλυσοδεμένη η καγκελόπορτά σου Αη-Γιώρκη μου, γιατί δεν πήρες τ’ άλογο και το σπαθί σου; Γιατί δεν έγινες κοφίνι γεμάτο φωτιά να σε δουν και να σε προσκυνήσουν; Πώς άντεξες όλα τούτα τα χρόνια μόνος σου γεράκο μου; Πού κρύφτηκες; Γιατί εσύ δεν ήρθες μαζί μας. Ήσουν εδώ. Έμεινες να προσέχεις το χωριό είπε η γιαγιά». «Και δε θα πειράξουν τα σπίτια μας κόρη μου. Φοβούνται τον Άγιο». Αυτά έλεγε η γιαγιά μου, η Αγγελού, που τον ήξερε τον Άγιο μας γιατί μιλούσε μαζί του κάθε δειλινό και μας κάπνιζε με φύλλα ελιάς λέγοντας ξόρκια κι ευχές αρχαίες, που σίγουρα τα ‘χε μάθει από τον Άγιό μας. «Σαν τρέχει ο νήλιος, σαν τρέχουν τ’ άστρα, σαν τρέχει το φεγγάρι…» Μια μισοσπασμένη καρέκλα. Αυτή έμεινε στην εκκλησιά μας. Ούτε εικόνες, ούτε ξυλόγλυπτοι σκάμνοι, ούτε παγκάρι, ούτε τέμπλο, ούτε πολυέλαιοι. Τίποτα. Χώρος ασφυκτικά κενός, γεμάτος παρούσες απουσίες. Ο σταυρός στο καμπαναριό; Οι τοιχογραφίες; « Άη-Γιώρκη μου, πού πήγες; Έφυγες κι εσύ τελικά; Και τώρα ποιος θα προσέχει τα σπίτια και τα χωράφια μας;»

Στο δρόμο της επιστροφής δεν είμαι πια εφτά χρονών. Τα μάτια μου δεν είναι πια απύθμενα. Δεν ονειρεύομαι πια. Ξέρω! Είδα! Φεύγω από το σπίτι μου και δεν είμαι εφτά χρονών. Δε φοβάμαι και ξέρω πού θα πάω αυτή τη φορά. Περνώντας στο Νότο αισθάνομαι πως τέλειωσε ακόμα μια κηδεία. Έθαψα τις αναμνήσεις μου. Έκλαψα τους νεκρούς μου. Ξεχρέωσα με τις Ερινύες. Άνοιξα την πόρτα του σπιτιού που έκτισα με το σύντροφό μου. Τώρα είμαι σίγουρη. «Ξέχνα τα, ξέχασέ τα επιτέλους! Ή ξαναθυμήσου τα αλλιώς. Πρόσφυγας, δεν είσαι πρόσφυγας πια. Πρέπει να ξεκολλήσεις, να το ξεπεράσεις, να προχωρήσεις! Έκτισες μια καινούρια ζωή, ανήκεις εδώ, ανήκεις παντού, δεν ανήκεις πουθενά, είσαι ελεύθερη.»

«Μητέρα, τώρα ξέρω τι θα απαντώ όταν με ρωτούν από πού είμαι!» Ο γιος μου; Είναι ο γιος μου αυτός που μου μιλά; Είχα πάρει μαζί μου και τα παιδιά σ’ αυτό το ταξίδι; Μα πώς τα ξέχασα τόσες ώρες; Σε ποια ντουλάπια της μνήμης και της λήθης τα κλείδωσα; Τι λέει Θεέ μου; Και γιατί αυτά του τα λόγια με πληγώνουν; Γιατί αυτές του οι λέξεις, μου προκαλούν ρίγος και φόβο; Στ’ αυτιά μου αντηχούν από τα βάθη των αιώνων τα λόγια του Τηλέμαχου. «Αλλά του λόγου σου, τράβα στην κάμαρη σου και κοίτα τις δουλειές σου. Το τόξο όμως είναι των ανδρών υπόθεση, όλων και προπαντός δική μου, αφού σε μένα ανήκει το κουμάντο του σπιτιού».

«Γιε μου, γιε μου και πώς θα καταφέρεις να διώξεις εσύ και η γενιά σου τους μνηστήρες και τα μνημόνια από τον τόπο μας; Και δεν είναι πια απλά τα πράγματα. Ποτέ δεν ήταν άλλωστε. Δεν είναι καλύτερα να εργαστούμε όλοι μας για την ειρήνη, για την αλληλεγγύη; Έχουμε κουράγιο να θάψουμε κι άλλους νεκρούς; Έχουμε την πολυτέλεια να ορίζουμε τη μοίρα μας ακόμη; Και είναι το δίκιο με το μέρος μας ολότελα;»

Δεν ξέρω τι να πω. Ποιος την γνωρίζει την αλήθεια; Αυτό που βλέπω με τα μάτια της ψυχής μου πια, είναι ένας ήλιος που συνεχίζει ν’ ανατέλλει στον αρχαίο κάμπο της Μεσαορίας κάθε μέρα ολόχρυσος. Είναι τα χρυσαφένια σπαρτά που αιώνες τώρα φυτρώνουν και ωριμάζουν στα χωράφια. Ακούω τη θάλασσα, στοργική μητέρα, που συνεχίζει να τραγουδά το υπέροχο τραγούδι των κυμάτων σ’ όλες τις γλώσσες. Αφουγκράζομαι τον άνεμο να πολιορκεί τα διψασμένα δέντρα της πατρίδας μου. Τη βροχή, λυτρωτικά να πέφτει και να ξεπλένει τα σκονισμένα σπίτια της πατρίδας μου. Βλέπω παιδιά να περπατάνε σαν από πάντα, ξυπόλυτα στα χώματα. Να στέκονται στην άκρη κάποιου χωματόδρομου, να μας χαμογελούν και να κρατάνε κυκλάμινα και μιτσικόριδα. Αυτά τα μιτσικόριδα εναποθέτω με ευλάβεια κι ελπίδα στα χέρια των δικών μου των παιδιών. Δεν έχω κάτι άλλο.

7 ΙΟΥΛΗ

1-ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΑ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ

Κατίνα Γιαννάκη- Παπαστυλιανού

Της κυρά-Αγάθης και της Μόρφου

Έπλυνε βιαστικά τα πιάτα
κι έβαλε τις καρέκλες στη θέση τους
πριν φύγει από το σπίτι της
στη Μόρφου
η κυρά-Αγάθη•
σαν θα επέστρεφε
να μην το έβρισκε ασυγύριστο.
Σήμερα τη θάψαμε
σε κάποια ακατάστατη γωνιά της Λευκωσίας
δεκατέσσερα χρόνια απόσταση
από τους πορτοκαλεώνες της Μόρφου.
Κι ήταν Γενάρης
μα μύρισε λεμονανθούς και πάστρα
το ταξίδι της
στην ωραία Μόρφου των ουρανών.

           Το ταξίδι της Ραχήλ», 1991 

8 ΙΟΥΛΗ

Νίκη Κατσαούνη

Αμμόχωστος

Θαλασσινός ο κόρφος σου
κι ανθοί στις αμασχάλες
κι ολόδροση πως μύριζες
στις πρώτες τις ψιχάλες.

Πόλη που παίζαμε παιδιά
μεσ’ στην πλατειά ποδιά σου,
με ψάρια και λεμονανθούς
χαμήλωσ’ τη ματιά σου.

Τις 8ύρες σου να κλείσεις τες
και να μας περιμένεις
και μυρωδιές και ομορφιές
τον ξένο να μην ραίνεις.

Σφάλισε, κλείσε, δίπλωσε
παράπονο τ’ αχείλι
χώσου στην άμμο Αμμόχωστο
σα’ σπάνιο κοχύλι.

Και μεις πουλιά που διώξαν μας
τον Αύγουστο οι εχθροί σου
να ξέρεις θα γυρίσουμε
πιστά, στην Άνοιξη σου

Γυρισμός

Μέρα τη μέρα τριγυρίζω
μα πίσω σβηούν τα βήματά μου
έχουν χαθεί τα χώματα μου

Σπίτι παλιό στην παραλία
πόλη μου 8ύμηση παλιά
φεύγουν οι τόποι σαν πουλιά

Νύχτα η νύχτα δεν τελειώνει
πόλη μητέρα μου χαμένη
αγκάλη που με περιμένει
Όρθρου καμπάνες σας ακούω
φτωχά ξωκλήσια ερειπωμένα
πουλιά ορφανά, παγιδεμένα

Χρόνο το χρόνο μου μετράω
μέρες πληγές που με πονάτε
νύχτες αιχμές με διαπερνάτε
Πόλη και σπίτι κι ακρογιάλι
Γυάλινοι κόσμοι που ραγίσαν
θρύψαλα τη ψυχή μου αφήσαν

Μέρα 8α ζήσω ν’ αντικρύσω
Πόλεις, αρχέγονες μητέρες
Νύχτες να λάμπουν σαν ημέρες
Σπίτια ξανά ζωντανεμένα
Φίλους και γέλια από παιδιά
Κι έρωτες πάλι στην καρδιά.

9 ΙΟΥΛΗ

Κώστας Μόντης,

Στιγμές της εισβολής

Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.

[…]

Τι γρήγορα που κατάλαβε αυτό το καλοκαίρι
πως ήταν περιττό
και τα μάζεψε κι έφυγε στις μύτες των ποδιών

[…]

Ανασήκωσε την πλάτη
κι απόσεισέ τους, Πενταδάχτυλέ μου,
ανασήκωσε την πλάτη
κι απόσεισέ τους

             Πικραινόμενος εν εαυτώ, 1975

10 ΙΟΥΛΗ

1-ΜΟΡΦΟΥ ΙΟΥΛΗΣ 40 ΧΡΟΝΙΑ

Γιάννης Ποδηναράς

ΜΟΡΦΟΥ 1992

Φως πολύεδρο.
Άγουροι καρποί του σφρίγους
σ’ εκτεθειμένα σώματα
στα χείλη της κλεμμένης γης.
Βλαστοί, σαν πληγές ανάλλαγες της νοτιάς,
σφράγισαν στην υγρασία των ίσκιων
τις πρώτες διαθέσεις…

Άνυδρα τώρα μέρη τρέφουν τους ίσκιους.
Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι
που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω
αρμενίζει στις θολές γραμμές
των νοτισμένων κήπων…

Κτίσαμε καράβια
για να μας είναι πιο εύκολο
το ξερίζωμα.

            Ένα πράσινο θολό 1996

ΜΟΡΦΟΥ 2001

Φύλλα διάφανα
νερά της άμμου
πότισαν τη φυγή μας.
Βυθός του πράσινου κήπου
χάραξε την αφή της θάλασσας.
Πρώτο άγγιγμα
παλμοί της ζωής μας
στέρεψαν την κοίτη της λήθης.
Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά
της ξένης γης.
Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι
του νόστου.

           Φαράγγια των αγγέλων 2008

ΙΣΚΙΟΙ

Γυρνάμε στα χαλάσματα.
Αγγίζουμε τις ρωγμές των χτισμάτων
επιπλέοντας στα υγρά θεμέλια των έργων μας.
Ανηφορίζουμε το παλιό μονοπάτι
στοιχειωμένοι από πνεύματα παλιά που μας γητεύουν.

Στην κορφή άλικες γλώσσες
βάφουν τον ήλιο που βασιλεύει
τροπαιοφόρος
στη χώρα των αιμάτινων ίσκιων.

          Φαράγγια των αγγέλων   2008

11 ΙΟΥΛΗ

21

Φροσούλα Κολοσσιάτου

Επιστροφή

Γύρισα μα δε μπόρεσα να βρω το νησί-μου.
Το πήρε ο πόλεμος.
Αθώα μαζί και ένοχη
θυμούμαι τους πλακόστρωτους δρόμους
που χάθηκαν ένα πρωί
μαζί με τα παιδιά που θέλησαν να τραγουδήσουν.

Το μαύρο συρματόπλεγμα
το στήριξαν καρφιά σατανόμορφων
ανθρώπων, που τους φοβούμαι.
Μα πάλι τί είναι τούτα τα μάτια
που ξεπετιούνται μέσα
στην παρθένα εγκυμονούσα θάνατο επιφάνεια;
Τί είναι τούτες οι κραυγές
των ζορισμένων παιδιών που δεν σωπαίνουν;

Είναι οι νέες μορφές.
Είναι οι αρχάγγελοι νέων σχημάτων.

             Κατοχική Εποχή 1979

12 ΙΟΥΛΗ

1-ΜΟΡΦΟΥ ΙΟΥΛΗΣ 40 ΧΡΟΝΙΑ1

Νίκος Κρανιδιώτης

Πανσέληνος στην Κερύνεια

Απλώνει η πανσέληνος τ’ ασήμι της στη θάλασσα
Στέλλει μαργαριτάρια στους γυμνούς ώμους
και λάμψη αθάνατη
στα μάτια της μικρής αγαπημένης.

Χιλιάδες οστρακόδερμα
βγαίνουνε θαρρετά στο φως
να βάψουνε το κέλυφος τους ασημί,
να θησαυρίσουν στα κογχύλια τους
τον ήχο της εσπέρας.

Ο αέρας σελαγίζει το τρόπαιο της νύχτας,
κι η νοτισμένη σιωπή σκορπά το μύρο της
στους κοιμισμένους κήπους.

Τούτες οι μνήμες με πληγώνουν.
Κι όμως, ποτέ δεν θέλω να μ’ αφήσουν.

Κάπου εκεί,
πίσω απ’ το σκλαβωμένο Πενταδάχτυλο
είναι δεμένο,
κόμπος αξεδιάλυτος,
το νήμα της ζωής μου.

                      Πορεία στο χρόνο 1991

13 ΙΟΥΛΗ

Ανδρέας Καρακόκκινος

Στη θηλιά του συρματοπλέγματος (απόσπασμα)

Ποια αλήθεια
ποιος ήλιος και ποιο φεγγάρι
ποια λόγια και ποιοι στίχοι
θα φωτίσουν ξανά αυτό το τόπο
που ματώνει κάτω από τη θηλιά
ενός ατέλειωτου συρματοπλέγματος.

           Λεμονανθοί στο πέλαγο  2013

14 ΙΟΥΛΗ

1-ΜΟΡΦΟΥ ΙΟΥΛΗΣ 40 ΧΡΟΝΙΑ2

Ευφροσύνης Μαντά – Λαζάρου

Ρίζα πικρή μεγάλωνε στο χώμα
Μαζί με όλα τα δέντρα μας
Με όλα τα βλαστάρια μας
Ο θερισμός ήλθε πικρός!

       Οι Μέρες Υφάντρες Οι Νύκτες Γυμνές, 2002 

15 ΙΟΥΛΗ

1-ΜΟΡΦΟΥ ΙΟΥΛΗΣ 40 ΧΡΟΝΙΑ3

15 του Ιούλη, μέρα της προδοσίας, μέρα που η χούντα και τα ανδρείκελα τους στη Κύπρο άνοιξαν τη κερκόπορτα στους Τούρκους εισβολείς .
Τρεις Κύπριοι ποιητές γράφουν:

Λεύκιος Ζαφειρίου

15.7.1974

Οι νεκροί βρομούσαν από ‘να
μίλι μακριά, ήταν ανελέητο
το τελευταίο καλοκαίρι —
τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων
τις στέγες των σπιτιών.
Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους
μπάσαν τους νεκρούς απ’ την πίσω
πόρτα στον Άη Γιάννη,
δεν τους χωρούσαν, λέει, τα φέρετρα.
Κι ο πιτσιρικάς —πήχτρα το αίμα
στα ρούχα του- άνοιγε λάκκους,
τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα
στους κροτάφους στη μνήμη
βαθιά ως το μέλλον.

Τον ήξερες αλλιώτικα
τον κυπριώτικο ήλιο
θεία Μαρίνα την αυγή
με τα περιστέρια στους ώμους.

           Σχεδόν μηδίζοντες  1977

Μιχάλης Πασιαρδής

Λευκωσία, βράδι 15.7.74

Δεν είναι η Λευκωσία απόψε
η πόλη του γλυκού καλοκαιριού,
του δειλινού π’ άναβε τ’ άστρα,
αυτή που ξέραμε ως εχτές
που πίναμε σ’ ένα ποτήρι τη δροσιά της.
Απόψε στα στενά παίζουν τον θάνατο
κάθε γωνιά φωτιά κι αγώνας.
Η Λευκωσία απόψε πολεμά
και πέφτει.

Άνθος Λυκαύγης

Ερπύστριες

Και ξαφνικά η καλημέρα κρεμάστηκε
στα χείλη μας σαν πέτρα.
Και ξαφνικά η καλημέρα σφηνώθηκε
στα δόντια του πρωινού.

Ένα αχ σα στεναγμός
ένα αχ οργή και σίδερο
στα φυλλοκάρδια του καλοκαιριού

Τι να σου πρωτοπώ καλή μου!
Με τόσες μνήμες άδικες
στα δάχτυλα μιας μέρας
που τη φοβόμασταν πριν έλθει
με τόσες μνήμες άδικες
που τις προσμέναμε να ’ρθουν.
Τι να σου πρωτογράψω!

Σήμερα 15 Ιουλίου 1974.

Καταγράφω απλώς τις στιγμές.
Αντιπαρατάσσομαι με τις στιγμές.
Οι στιγμές που δεν φεύγουν
που δεν λένε να φύγουν
που δεν θα φύγουν ποτέ.
Σήμερα 15 Ιουλίου 1974.

Βράδυ
και δεν καταμετρήθηκαν ακόμη οι νεκροί
και δεν καταμετρήθηκε ακόμη το μίσος
και δεν καταμετρήθηκε ακόμη ο παραλογισμός

Βράδυ

και βρέχει δάκρυα στις γειτονιές
της Λευκωσίας
και απλώνεται ένας εφιάλτης στο ξαγρυπνισμένο
πρόσωπο της Λευκωσίας.
Τι να σου πρωτοπώ καλή μου;

16 ΙΟΥΛΗ

IMG_0309

Ρούλα Ιωαννίδου-Σταύρου

Αποσπασματικό

Το φως του φεγγαριού
κάνει κύκλους πάνω απ’ τα δέντρα
ψάχνει ακούραστο κι αδάκρυτο
τους αγνοούμενούς σου
ξεδιπλώνοντας τους στοχασμούς του
ένα-ένα
διηθώντας τις αναμνήσεις του
μια-μια
σκορπίζοντας το χλωμό του βάλσαμο
απ’ τη μιαν άκρη ως την άλλη σου,
Νησί μου,
να γαληνέψει τις πληγές σου.
Πάνε κι έρχονται
τα βράδια του
απ’ τις πορτοκαλιές της Μόρφου
ως τις θάλασσες της Αμμόχωστος
κι ακόμα
ως τα ερημικά μοναστήρια της Καρπασίας
με τα ορφανεμένα καμπαναριά.
Πάνε κι έρχονται,
κι ύστερα πάλι ξανασμίγουν.
Πιάνονται χέρι-χέρι
και στήνουνε χορό
γύρω απ’ τον Πενταδάκτυλο
τραγουδώντας ένα τραγούδι από γαλαζόπετρα
που το βαφτίσαν Λευτεριά.

            Του Νησιού μου   1984                         

17 ΙΟΥΛΗ

1-ΠΟΡΕΙΑ ΜΟΡΦΟΥ

Μιχάλης Πιερής

Γυναίκες της Κύπρου στην πορεία

Περιηγητής που πέρασε πατώντας
τον καιρό σου και το χώμα
στα σκοτεινά τα χρόνια του μεσαίωνα*
βιάστηκε το χαρτί να ενοχλήσει και τις λέξεις
στα γράμματα λειψός ο αγύρτης
σαν τους συνέδρους της Μελβούρνης
άσχημες τις είδε τις γυναίκες
του νησιού μαντήλες τυλιγμένες
μαύρες ποδίνες και σαγιές
κούζες στους ώμους με νερά
μωρά κοπέλλια και κλαδιά
μ’ ανθούς και κλωνιτάρια
σκυφτές οι ζωγραφιές του Διαμαντή
στον λίβα τα δρεπάνια τους να στρίβουν
της Μεσαρκάς που σκάει ο τζίτζικας σαν ρόδι
όχι στη βράση του χορού
στη μέση του χωριού ν’ αστράφτουν.

( Υστερα που γύρισε στο σπίτι απ’ την πορεία
άκουσα την πατρίδα μου να κλαίει
γυναίκα που της στέρησαν τον άντρα.)

Και μια στιγμή πως σ’ είχα στο πλευρό μου
εθάρησα, καταχτημένη, γυναίκα άσπιλη κι ωραία
όμως ξυπνώντας πήρες δρόμο λυπημένη
σαν το πουλί πετώντας είχες φύγει
ήρθες μακριά στο Νότο.

Ωραία γυναίκα, μεστωμένη
στην ομορφιά του Μόρφου ζυμωμένη
αξόδευτη. Στο χρόνο κρατημένη
με δύναμη. Σαν πολυκύμαντη
οργή του σκοτεινού πελάγου
στο χώμα που σου πήραν τα θηρία
περπάτησες ξανά τρικυμισμένη.

Τα σώματα ξυπνήσαν σκοτωμένων.
Σου γύρεψαν ταυτότητα να δώσεις
τα δάκρυα των άχραντων χαμένων
πίσω ξανά. Εσύ. Ωραία γυναίκα.
Στο πείσμα και στον πόνο γινωμένη.

        Περιοδικό Ακτή τ. 15 1993

18 ΙΟΥΛΗ

1-Desktop3

Γιώργος Μολέσκης

(Τέσσερα ποιήματα)

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΔΗΣΣΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1974

Σαν τέλειωσε ο πόλεμος
ήρθε στη Λάρνακα
με τη μορφή πλοίου σοβιετικού
ο Γεωργιανός ποιητής Σιότα Ρουσταβέλι
και μας πήρε για την Οδησσό.
Στην Κωνσταντινούπολη έκανε στάση.
Βγήκα στον δρόμο,
ένα λεωφορείο έκανε τη διαδρομή
ΚΕΡΥΝΕΙΑ-ΛΕΥΚΩΣΙΑ
και τη διαφήμιζε ελληνικά.

Ήθελα να το σταματήσω,
να πω στον οδηγό
πως δεν υπάρχει πια αυτός ο δρόμος,
πως είναι κομμένος
με νεκρούς και οδοφράγματα,
ήθελα να του πω ν’ αλλάξει διαδρομή.

Ήθελα, μα δεν σταμάτησε. Έτρεχε,
έτρεχε αναπτύσσοντας ταχύτητα,
οδηγώντας την εγκλωβισμένη μέσα του ζωή μας
σε μια πορεία στην άκρη του γκρεμού,
διαγράφοντας ιστορία και γεωγραφία,
έργα ανθρώπων και χειρονομίες…

Ήτανε πια κι αυτό μέρος της ιστορίας
κι έτρεχε, έτρεχε όπως ο χρόνος, αμείλικτα,
δίχως να κοιτάζει πίσω…

Ο ΔΩΡΟΣ

Τη νύχτα, μετά που η σφαίρα καρφώθηκε
στην καρδιά του -εκείνες τις δυο ώρες
μεταξύ μεσονυχτίου και πρωινού
της διακοπής από τη σκοπιά- ήρθε
και κάθισε δίπλα μου. Ήμουν εγώ, είπε,
αλλά θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε άλλος,
εσύ, για παράδειγμα, ή ο Μιχάλης, ή ο Ευάγγελος…
Ήθελα να του πω πως ναι, θα μπορούσε,
μα η φωνή μου δεν έβγαινε, σάμπως να βρισκόμουν
μέσα σε βαθύ πηγάδι
και να έπεφτα όλο και βαθύτερα.
Κι εκείνος με ακλουθούσε.

Σαν μας χτύπησε η πρώτη καλοκαιρινή ηλιαχτίδα
-ήτανε Αύγουστος- εκείνος
βγήκε γρήγορα και χάθηκε, ενώ εγώ
προσπαθούσα, μάταια, για ώρα πολλή,
μα δεν μπορούσα να βγω.

Από μια άποψη δεν έχω βγει ακόμη.
Σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα
κι όποτε θυμηθώ τον Δώρο
πέφτω μέσα στο ίδιο εκείνο πηγάδι
κι αναζητώ διέξοδο.

Κάθε φορά από την αρχή.

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται
μετά τον πόλεμο. Την ώρα του πολέμου
τίποτε δεν χτίζεται,
μόνο χαλιέται. Ακόμη και οι νεκροί
δεν αξιώνονται ένα αποχαιρετιστήριο φιλί,
έναν λόγο, ένα δάκρυ, έναν τάφο. Τίποτε.

Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται
όταν αρχίσουν οι περιπέτειες του πρόσφυγα,
ο δύσβατος δρόμος του ακρωτηριασμένου,
η αναζήτηση των νεκρών. Γράφονται
όταν οι δρόμοι γεμίζουν
με πικραμένους του χάρου.

Τότε γράφονται τα ποιήματα για την ειρήνη,
μα τι να τα κάνεις; Ούτε κανένα φέρνουν πίσω,
μήτε και τον επόμενο πόλεμο μπορούν να ματαιώσουν.
Αυτός, όπως και όλοι οι άλλοι, θα γίνει
για αποκατάσταση της δικαιοσύνης
και για την ειρήνη.

Τελικά και τα ποιήματα για την ειρήνη
είναι κι αυτά μέρος της τραγωδίας,
χρειάζονται για την ολοκλήρωση της πράξης
και την καταγραφή της στην ιστορία.

Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2010

ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ

Στη μνήμη του ποιητή Φικρέτ Ντεμιράγ

Τα ποιήματά μας είναι σαν τα πουλιά,
πετούν πάνω από τα συρματοπλέγματα
και συναντιούνται στον αέρα,
κάθονται ύστερα πάνω στη γη
που αυλάκωσαν οι ερπύστριες,
πάνω σε τάφους άγνωστων νεκρών,
περιφέρονται ανάμεσα στα ερείπια
τσιμπολογώντας ξεχασμένους σπόρους
μιας ελπίδας που πέρασε για να επιβιώσουν.

Ύστερα κατεβαίνουν στις πλατείες σαν γελωτοποιοί
και σαρκάζουν με τα αποθέματα της αισιοδοξίας τους
μέσα στην περιφρόνηση και τον διασυρμό.

Αλλά κι έτσι ακόμη η ποίησή μας
είναι μια χειρονομία που προεκτείνεται στο μέλλον,
όπως ένα απλωμένο χέρι που περιμένει
το άλλο να έρθει να το σφίξει.

Ποιήματα από τη συλλογή

                Το ημιτελές ποίημα 2014

19 ΙΟΥΛΗ

Κυριάκος Χαραλαμπίδης

Παιδί με μια φωτογραφία

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς∙ κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα–
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα∙ μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που ‘χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του την εγύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

           Θόλος 1989

20 ΙΟΥΛΗ

Σαράντα χρόνια θλίψης, σαράντα χρόνια ματωμένης θλίψης κι η παρακμή του δίκιου συνεχίζει …σε τόσους τόπους σε τόσους λαούς.

Στον αστερισμό της παρακμής

Ζούμε στον αστερισμό
της παρακμής
τα φεγγάρια ψεύτικα
αντιφεγγίζουν
σε παγωμένα βλέμματα
κι ανίερους κανόνες
ο ήλιος δεν ζεσταίνει
την ανάσα των δέντρων
μονάχα κρύβεται
πίσω από μαύρους καπνούς
συρματοπλέγματα
και λόγια υποκρισίας
το σκοτάδι
σβήνει το χαμόγελο
αφήνει μια χαρακιά
κι’ εμείς ανήμποροι
μέσα σε αδιέξοδες διαδρομές
αναζητούμε το φως της ανατολής

Ανδρέας Καρακόκκινος

    Λεμοναθοί στο πέλαγο 2013

21 ΙΟΥΛΗ

1-Desktop4

Βέρα Κορφιώτη

Εν Κύπρω 1974 Η επόμενη μέρα

Το χτεσινό πρόσωπο
προσπαθεί ν’ αυτογνωρισθή σήμερα
ν’ αυτοβεβαιωθή ότι υπάρχει
εμπειρίες πυκνές
ποίημα οδυνηρό, αδούλευτο
αέναη αντίσταση
εσωτερική αναδίπλωση
συστολή,
εκείνο που λέγεται είναι βαρύ
δεν επιδέχεται διαχύσεις.

Όλο αναμένει ένα σήμα εξόδου
μια φωνή ανοικτή
παντού ενεδρεύει το ενδεχόμενο
όσο κι αν περπάτησαν
κατέχουν πάντα τη συνείδηση
πως δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει

ενεδρεύουν μνήμες
ενεδρεύουν ρωγμές
ενεδρεύουν…………..

Μετέωρα πλάσματα
ανάμεσα γης κι ουρανού
με την πόρτα ανοικτή στους ανέμους
πού φυσούν από παντού
ακατάσχετη έκφραση δράματος
την κάθε στιγμή
μέρα και νύχτα.

Μετασχηματίστηκαν οι πόλεις
μετασχηματίστηκαν οι αγροί
μετασχηματίστηκε η φυσιογνωμία.

Το καθημερινό αδιέξοδο
που ωθείται σε άλλο αδιέξοδο
κηρύγματα ενταφιασμένα στους κάμπους
να κοιμούνται μαζί με τους ήρωες
οικουμενική εκκρεμότης.

           Ποιήματα II, 1975

Γιώργος Ιωάννου

(Το κείμενο του πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή (Αθηνών) το 1983 λίγο μετά την ανακήρυξη του ψευδοκράτους και αναδημοσιεύθηκε το 2013 στο τόμο που κυκλοφόρησε με τα κριτικά κείμενα που γράφτηκαν για το έργο του Γιώργου Ιωάννου.)

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΣΚΕΙΤΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΓΝΩΜΟΝΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Εάν πιστεύουμε ότι η Κύπρος είναι Ελλάδα, τότε η Ελλάδα αυτές τις μέρες, στο κυπριακό τμήμα της, κατακρεουργείται. Και κατακρεουργείται με προοπτική. Προοπτική κοντινή και προοπτική μακρινή. Και κάθε άλλου είδους… Δεν πρόκειται δηλαδή να σταματήσει το πράγμα εδώ. Ούτε στην Κύπρο, ούτε στο Αιγαίο.
Επομένως, έστω και τώρα, να αντιδράσουμε σκληρά σ’ αυτή την απόσπαση. Να ματαιωθεί αυτή η απόσπαση, γιατί αλλιώς θα μείνει ως τραύμα στο κορμί της Ελλάδας και στην ψυχή της Ελλάδας. Και σίγουρα κάποτε θα κακοφορμίσει. Αντίθετα, στην ψυχή των εχθρών θα αποτελεί συνεχώς πηγή γαυριασμού και απληστίας.
Ότι οι Τούρκοι είναι προαιώνιος εχθρός, είναι μια σκληρή πραγματικότητα. Κι αυτό δεν μπορεί καμιά μπροσούρα οσοδήποτε σοροπιαστή και μαλακυντική να το αλλάξει. Οι Τούρκοι θέλουν αντιμετώπιση προαιώνιου εχθρού κι εμείς αυτό το έχουμε ξεχάσει. Και είναι ανθρώπινο. Αλλά δυστυχώς, χίλιες φορές δυστυχώς, πρέπει να το έχουμε πάντοτε στη συνείδησή μας και γνώμονα στις ενέργειές μας.
Για την τωρινή κατάσταση φταίμε κυρίως εμείς. Και βέβαια είναι ανακατεμένες οι διπρόσωπες ξένες δυνάμεις.
Ασκούν την πολιτική τη δική τους. Και βέβαια οι Τούρκοι είναι ιμπεριαλιστές και φασίστες. Ασκούν την πολιτική τους. Αλλά εμείς; Τι έχουμε κάνει και πόσο έχουμε αντισταθεί εμείς; Αντισταθήκαμε τουλάχιστο ως δημοκρατική μεταπολίτευση το 1974; Χίλιες φορές όχι! Δεν έφταναν, λέει, τα αεροπλάνα ως εκεί! Για φαντάσου! Και τα υποβρύχιά μας που έφταναν, τι έκαναν τα υποβρύχιά μας;
Ο Κανάρης στην Επανάσταση πήγε με τις φελούκες ως την Αλεξάνδρεια και παρ’ ολίγο να κάψει μέσα εκεί τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο κι εμείς συζητάμε για αεροπλάνα που δεν έφταναν και για υποβρύχια που δεν μπορούσαν; Δεν έφτανε η ψυχή μας ως εκεί, το ραχάτι μας. Ναι, το ραχάτι μας! Αυτή η λέξη μάς αξίζει.
Και βολευτήκαμε, κι εμείς και οι Κύπριοι, με την πληγή ανοιχτή. Κάποτε κάποιος διεθνής οργανισμός, κάποιος κύριος Κουεγιάρ, θα ερύθμιζε ως διά μαγείας και πάλι την κατάσταση και θα απόδιωχνε σαν κακό όνειρο τα όσα τετελεσμένα. Και ιδού η κατάληξη που δεν είναι κατάληξη. Και ιδού η εξέλιξη!
Το πικρό αυτό ποτήριο δεν παρέρχεται αν δεν του δώσουμε μια δυνατή κλωτσιά να περιλούσει αυτούς που μας το προτείνουν. Ξαφνικά και αναπάντεχα και τώρα γρήγορα να αρχίσουμε κι εμείς τα τετελεσμένα. Όσο κι αν είναι σκληρό, πρέπει να αρχίσουμε. Ο εχθρός εκτιμά ιδιαίτερα τα τετελεσμένα. Και τον έχουμε σε πολλά στο χέρι. Πολλά μπορούμε να του δημιουργήσουμε και, αντί να μας κλονίσει, να τον κλονίσουμε εμείς με την αέναη και πολυσχιδή επιθετικότητά μας.
Και κάτι ακόμα: Είναι βλακώδες και εγκληματικά αντιπατριωτικό να τα βάζουμε, και μάλιστα στις κρίσιμες αυτές στιγμές, με αυτούς που πιθανότατα βρίσκονται πίσω από τους Τούρκους. Μ’ αυτούς θα λογαριαστούμε αργότερα, σε στιγμή προσφορότερη για μας. Η πολιτική δεν είναι ούτε συναίσθημα ούτε κατανυκτική εξομολόγηση. Η πολιτική ασκείται μόνον με γνώμονα την πατρίδα και τα μεγάλα συμφέροντά της.

Γιώργος Ιωάννου

Και τα δικά μου ερωτήματα

Σαράντα χρόνια μετά τη Τουρκική εισβολή και κατοχή του 40% του Κυπριακού εδάφους, ο Τούρκος πρωθυπουργός σε μήνυμα του ισχυρίζεται ότι:
«Η ειρηνευτική επιχείρηση έθεσε τον θεμέλιο λίθο για την ειρήνη και την σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο» και επισημαίνει ότι δυστυχώς ο ίδιος δεν μπόρεσε αυτή τη μέρα να βρίσκεται στα κατεχόμενα για τους εορτασμούς, ωστόσο στους εορτασμούς συμμετείχαν ο Πρόεδρος Γκιουλ

Σ’ ολόκληρη την Ελλάδα και τη Κύπρο δεν βρέθηκε ένας πολιτικός να δώσει μια απάντηση στο Τούρκο εισβολέα?
Τόσο πολύ φοβούνται πια οι πολιτικοί μας μη δυσαρεστηθούν οι Τούρκοι?
Μόνο να υπογράφουν μνημόνια είναι ικανοί?
Ποια είναι η πολιτική που ασκούν, σε Ελλάδα και Κύπρο, με γνώμονα τη πατρίδα?

22 ΙΟΥΛΗ

κερυνεια4

Ευρυδίκη Περικλέους Παπαδοπούλου

Κι’ η Κερύνεια μια ανοιχτή πληγή
(απόσπασμα)

Βράδιασε νωρίς
κ’ ή προσφυγιά δεν καρτερεί.
Μη φεύγεις, Θεέ, απόψε
μη φοβηθούμε και νοσταλγήσουμε
μην παραστρατήσουμε και χαθούμε.
Κάνει τόσο θάνατο ή βραδιά.

Καιγόταν ό Ιούλης
κ’ εμείς τραγουδούσαμε
το εμβατήριο της μοίρας μας,
Πατρίδα,
καιγόταν ό Ιούλης κ εμείς μαζεύαμε
σκιές
κ’ εμείς ψιθυρίζαμε σκιές
κ’ εμείς γίναμε σκιές
για χατίρι σου.
Μα πώς ξηγείς
του Πενταδάχτυλου
πώς όλα τούτα εσκεμμένα έγιναν,
πώς ξηγείς πώς ήταν
εκ προμελέτης
πώς τούτος ο Ιούλης
ήρθε με ψευδώνυμο
κ’ ένα κρεσιέντο ενατένισης
στο θάνατο μας;
Πώς τούτος ο Ιούλης
ήρθε απρόσκλητος,
ήρθε με λεκιασμένο μητρώο,
ήρθε παράκαιρα, τον έσπρωξαν
με το στανιό
κι όλο έκανε να φύγει
και το ανέβαλλε
κι όλο έλεγε να φύγει
μα δε βαστούσε τόση Κερύνεια
ή καρδιά του

           Κι' ή Κερύνεια μια ανοιχτή πληγή, 1982

23 ΙΟΥΛΗ

κυπροσ1

Έλλη Παιονίδου

Πρόσφυγες

Λύσανε τα σαντάλια τους. Τα μέλη αποσταμένα
έγυραν να ξεκουραστούν
σιγά σιγά μην ακουστούν,
βγήκανε τα φαντάσματα, σεριάνι ένα ένα.

ετούτο βγήκε απ’ τα προικιά της πρώτης θυγατέρας
εκείνο από την τσιμινιά
και σμίχτηκε στη γειτονιά
με τις χαρούμενες φωνές που κουβαλά ο αέρας.

φαντάσματα, φαντάσματα του χτεσινού μας κόσμου
γιατί δε χάνεστε κι εσείς
μέσα στα βάθη της ψυχής
κι αβάσταχτη μας φέρνετε ευωδιά χαμένου διόσμου;

              Τραγούδια του χαμένου διόσμου, 1979

24 ΙΟΥΛΗ

1-Desktop6

Παντελής Μηχανικός

ΑΦΡΟΔΙΤΗ 1974

Αναδύθηκες γυμνή
κι όλου του κόσμου ο νους
πάει
στην ωραία γύμνια σου.

Δρόσο
στάλα τη στάλα
πέφτει στην καρδιά μου
από το σώμα σου.

Όμως τώρα βλέπω
μες απ τα μάτια σου
ασίγαστο το γλυκό σου χαμόγελο
ριζωμένο στους αιώνες
ριζωμένο στο μύθο πριν άπ’ τους αιώνες
γλυκό σαν λάδι
σίγουρη παρηγόρηση
άσβηστο το χαμόγελό σου.

Χτες σε περιμαζέψαμε μες απ’ τα ερείπια.
Όχι, δεν βγήκες τούτη τη φορά απ ‘ τη θάλασσα.
Μες απ τα χαλάσματα σε περιμαζέψαμε.
Στα μεριά σου ήτανε ακόμη, μαυρίλες από βόμβα ναπάλμ

         Ποιήματα- συλλογές και άλλα   1982

25 ΙΟΥΛΗ

1-Χρυσαλινιώτισσα

Νίκη Μαραγκού

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ

Επειδή μιλώ για τριαντάφυλλα,
για τη διάχυση του φωτός,
την ανημποριά της αγάπης,
και την παροδική ζωή μας,
μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,
ότι αυτό που συνέβηκε το 74
δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,
κάθε μέρα.

Το φεγγάρι ξεπροβάλλει σα μια φέτα καρπουζιού
από τη θάλασσα
και η πεθαμένη μητέρα μου στη βεράντα του
σπιτιού μας στην παραλία της Αμμοχώστου να μας
φωνάζει να βγούμε από το νερό.
Είδα έναν πίνακα που ζωγράφισε τις προάλλες
στον τοίχο μιας ταβέρνας στο Καρπάσι.
Μιας ταβέρνας που την αποτελούσαν κλεμμένες
καρέκλες, κλεμμένα τραπεζομάντηλα, κλεμμένες
πόρτες, κλεμμένα χερούλια.
-Είναι της μάνας μου, είπα στον ταβερνάρη, εδώ
είναι γραμμένο το όνομα της.
-Τώρα όμως είναι δικό μου, είπε ο άντρας που ήρθε
από το μέρος που ανατέλλει ο ήλιος, (έτσι μου τον
περιέγραψε η γυναίκα του).
-Είναι δικό μου τώρα, είπε, ganimet,*
έτσι το λένε στα τουρκικά.

*ganimet λάφυρο πολέμου

               Προς αμυδράν ιδέαν  2008

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Αυτό που λένε «νεκρή ζώνη» δεν υπάρχει
γιατί πάντα ανήκε σε κάποιους ζωντανούς.
Στο σκοινί με τα ρούχα της μνήμης
μικρές φανέλες σκάζουν στον ήλιο
ένα αγόρι πέφτει κάτω
και πληγώνει το γόνατο του
Μια γυναίκα κλαίει.
Ευτυχώς η γη δε γνωρίζει τίποτα γι’ όλα αυτά
και διακοσμεί τους πεσμένους τοίχους με κισσό
τις πληγές με παπαρούνες
τους τάφους με θυμάρι

            Προς αμυδράν ιδέαν  2008

26 ΙΟΥΛΗ

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ 26

Κλαίρη Αγγελίδου

ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ

Η θάλασσα σου είναι εκεί,
Αμμόχωστος,
μα δεν γελά.

Η λύπη απλώνει
τα σκούρα της σεντόνια
κι ένα γύρω η χρυσή αμμουδιά
φαντάζει μελανή
αγριεύει από μοναξιά και φόβο.

Οι ρωγμές της ελπίδας
χαράζουν
απελπιστικά το μέλλον.

Η μοναξιά
πυρπολεί τη δικαιοσύνη
πετροβολά τα ηλιοβασιλέματα
της ψυχής.

Δένεις, Αμμόχωστος,
τον ήλιο
στη χρυσή αμμουδιά
εκεί που άνθισαν τα κρίνα
και φτερούγισαν
τα όνειρά μας ουρανοτάξιδα.

Κι η νιότη μας ανεμοπόδαρη
ταξίδεψε
ν’ απλώσει τα φτερά της
σ’ όλη τη γη.

Μάιος 2007

          Αμφορείς της μνήμης 2011

27 ΙΟΥΛΗ

1-Desktop7

Σοφοκλής Λαζάρου

Σκληρός ουρανός

Σκληρός ουρανός
πικρός ουρανός
πάνω από το κεφάλι μας
μες στο κεφάλι μας
ο ουρανός μας
πόρτα μουντή
βαρειά
κλειδωμένη
με μάνταλο και σύρτη
μας κράταγε απ’ έξω χρόνια
συνωστισμένους στη σειρά
να περιμένουμε ο καθείς το μερτικό του
ίσκιοι χωρίς καν αίσθηση
τη ς ζωή ς ή του θανάτου
ώσπου ήρθε ο Τούρκος
φονιάς
μαύρος μες από μαύρο σύννεφο
με χέρι αλάνθαστο
βαρύ
το χτυπάει κι ανοίγει
τεράστια τρύπα
μαύρο βαθύ πηγάδι
άβυσσος
σιωπή
κι ένα κατάρτι – ξόβεργο
με τα κομμένα χέρια μας
να ταξιδεύει
Αμμόχωστο Κερύνια Μόρφου
με τα σφαγμένα μας όνειρα.
Ραγισμένε καθρέφτη!
τί μας κοιτάεις από χίλιες μεριές
με το μαύρο σου μάτι;
Δεν είμαστε κορμιά
είμαστε δέντρα
στην απαλάμη της φωτιάς.

          Ένδον Πορευόμενος 1988

28 ΙΟΥΛΗ

1-Desktop9

Αθηνά Τέμβριου

ΦΙΛΟΜΕΛΑ

Η χώρα μου μάτωσε.
Τα δάκρυα ξεχασμένες
σταγόνες σιωπής.
Μες την κρούστα της κίτρινης γης
σπέρνει ο θεός
λευτεριά.
Στον πυρήνα της θάβει
την άθλια σκλαβιά του αιώνα.

Η χώρα μου μάτωσε.
Είναι πια μοιραία γυναίκα
με τα χέρια κομμένα
μα τα πόδια γερά.
Οι κραυγές, ήχοι σπαραχτικοί
χωρίς λέξεις.
Τι να ’χει να πει;
Η χώρα μου μ’ αίμα
είναι πια μια Λαβίνια ή Φιλομέλα.

          Μετάβαση 2009

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Τον δρόμο στη γη που με γέννησε να πάρω
να αφήσω τον πόνο, ανάσταση του ονείρου μου.
Θέλει η ψυχή να αρμενίσει στο πέλαγος της θύμησης,
τότε παιδί που αγνάντευα την θάλασσα.
Κοχύλια μάζευα σε λεύτερη αμμουδιά
κι αφουγκραζόμουν τις φωνές στα βράχια.
Θα ήτανε ήρωες που μούγκριζαν σαν
τα θεριά –προμήνυμα του τόπου-
και μάχονταν στις θερμοπύλες .

Εκεί σ’ αυτή τη θάλασσα έσμιξε ο Άρης
στ’ ακρογιάλι και γίνανε όλοι ένα, άντρες,
παιδιά, γυναίκες, μια μορφή.
Παλεύανε τα κύματα κι όταν πια ο κάματος
της πίκρας κόπασε, καθίσανε στα βράχια
να στραγγίξει το αίμα τους.

Κομμάτια τα κορμιά στην αύρα του καλοκαιριού
κι όσοι απομείνανε να ψάχνουνε τη ζωή
που έφευγε σαν το πουλί στα ξένα
μαζεύανε τα δάκρυα απ’ τη γη
και πίνανε νερό της λησμονιάς.
Αποσπερίτη φως δε φάνηκε εκείνες τις μέρες.
Έτρεχαν όλοι για να βρουν ένα κομμάτι ουρανό
για να κρυφτούν, ένα κομμάτι γη να ξαποστάσουν
να δώσουνε στο κορμί φυγή
και στη ψυχή το γυρισμό, όνειρο ματωμένο.

Νησί της ομορφιάς, νησί τραγουδημένο
την Αφροδίτη έψαχναν μεσ’ στις κορφές του
Ολύμπου και στις ακτές της θάλασσας
την φώναζαν να’ ρθει.
Νύχτα να τραγουδήσει τραγούδι τελευταίο
και να χαθεί σαν τις ψυχές που ανάδευαν στον Άδη.

              Της Πατρίδας και της Νιότης 1997

29 ΙΟΥΛΗ

1-Desktop10

Κυριάκος Χαραλαμπίδης

Στα στέφανα της κόρης του

Είχε τρακόσια στρέμματα γης υπό κατοχήν
και τον πατέρα της στα βάθη της Ανατολής.

Θα παντρευόταν ευτυχώς ένα καλό παιδί.

Κατά την τελετή του μυστηρίου
δεν πρόσεξε κανένας τον πατέρα της.
Μπήκε απ΄το νάρθηκα κρυφά και στάθηκε
πίσω από μια κολόνα και καμάρωνε.
Ύστερα σκούπισε με το μανίκι του
το ξεσκισμένο και φτωχό του δάκρυ.
Τον πήρανε για ηλίθιο του χωριού
και τον αφήκανε στην ησυχία του.

Τελειώνει ο γάμος και να χαίρεστε τα στέφανα.
Παίρνουν κουφέτα και λουκούμια, μπαίνουν
καθένας στ΄αυτοκίνητό του, χάνονται.

Ο στοργικός πατέρας πάει κι αυτος
στην Πράσινη Γραμμή, περνά σκυφτός
παίρνει ξανά τη θέση του στο χώμα.

          (Θόλος, 1989)

30 ΙΟΥΛΗ

1-Desktop8

Νίκος Πενταράς

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου
κρεμάσανε τα εκμαγεία τους ανάποδα
στα γκρεμισμένα σπίτια της πατρίδας,
αφήσανε τη στάχτη κατακάθι στη ψυχή
σαλέψανε τα καπνισμένα μάρμαρα του ήλιου.

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου
σκορπίσανε τις χρυσαφιές κλωστές του αργαλειού
στον Αλωνάρη άνεμο,
κουρσέψανε σαδιστικά τα πλούσια κελάρια
σκοτώσανε αναίσχυντα τα καρπερά μελίσσια.

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου
ξεσχίσανε τα πλουμιστά πανιά των καϊκιών
στα πρωινά μελτέμια,
κουβάλησαν το θάνατο σε γραφικές ακρογιαλιές
και φίλεψαν τον χάροντα
με πλούσιο τραπέζι.

           Ώρες πολέμου, 1975

31 ΙΟΥΛΗ

1-πολη φαντασμα1

Έλενα Τουμαζή,

(αποσπάσματα από «Τα σώματα της Χρυσόθεμης μετά το δημόσιο αποκεφαλισμό της στα τέλη του 20ου αιώνα» 1977)

ή πόλη καιγόταν
άδειασαν
τα ξενοδοχεία οι πολυκατοικίες τίποτα
άγρια αγκάθια και τσουκνίδες φυτρώνουν από τις ρωγμές τ’ αυλάκια

φτάνουν κάποτε ίσαμε το δεύτερο πάτωμα τα φίδια
πλήθυναν πάλι ας τους να φύγουν
καλύτερα η πόλη έτσι άδεια
νεκρή σε ανύποπτο χρόνο του καρκινώματος

                        * * *

Θα σκάβουμε τότες δίπλα δίπλα μέχρι να καθαρίσουμε τους δρόμους
Θα σταθούμε τότες στ’ αντικρινά παράθυρα
θα χαμογελάσουμε
πώς είμαστε γείτονες για πρώτη φορά
πώς αγαπιόμαστε υστέρα από τόσα χρόνια

                          * * *

μεγάλη πέτρινη Μέδουσα και γύρω γύρω θάλασσα ο πόλεμος
ξάφνου ο πόλεμος
στη θέση της καρδιάς μια τρύπα
μάνες μοιρολογίστρες
δίχως δάκρυ το πρώτο αίμα στη θέση
θυμάσαι

πού ξέσπασες σε λυγμούς συγνώμης
αδερφέ μου
γιέ μου
την Ώρα της εξόδου ξεκοκάλιζε το πρόσωπο σου
έπαιζε το κρανίο σου η Μάγισσα
δε μπορούσα την έβλεπα δε μπορούσα ούτε τον εαυτό μου τότε
και σ’ άφησα στο έλεος της

ένας
ανεβοκατεβαίνει τη γραμμή των κυμάτων
φεύγει πίσω
από το πρόσωπο λυγμός

Τα σώματα της Χρυσόθεμης

Νάτους οι εξουδετερωμένοι
παρέα με τους μεγάλους μοναχικούς ποιητές
πορεύονται
έξω από τα τείχη και της δικής μας πόλης
ο Αττίλας ήρθε να «αποκαταστήσει την ανατραπείσα τάξη»

μονολογώντας ο γελωτοποιός
ο Τάκης ο Τρελλός
στην ταράτσα μιας κενής πολυκατοικίας
«Δεν με φτάνουν τ’ αλαφροπέτρινα φεγγάρια
η σκόνη τους γι’ αυτοκτονία
Ας τους να φύγουν
Καλύτερα η πόλη έτσι άδεια
νεκρή
τα σπίτια μόνα ολομόναχα
σε ανύποπτο χρόνο του καρκινώματος

Μια υποψία παιδιού
μια σπασμένη μετώπη ένα ακροκέραμο
-ναμουν πούλι να πέταγα-
το βλέμμα ενός άνδρα στο δρόμο
-υπάρχω ακόμη;-

δελφίνια αγγίζονται απαλά
κάτω από την επιφάνεια του Αιγαίου
απέραντο ασήμι
κεντρίζει

τη ναρκωμένη μνήμη
ανοίγονται διάπλατα οι θύρες οι ολόχρυσες
καθώς κοιτάς τους φοίνικες,
τα περιστέρια
να ερωτεύονται στον άνεμο
η θάλασσα
αεί
ωραία
ην και έστιν και έσται

                                      Έρχου  2002

συρματόπλεγμα

Ανδρέας Καρακόκκινος

Το παραμύθι τέλειωσε

Κλείσε το βιβλίο
το παραμύθι τέλειωσε
η προσμονή χωρίς τέλος
όσοι απομείναμε
μετράμε χαρακιές
στη καρδιά του καλοκαιριού
και γραμμές στην ιστορία
πράσινες, κόκκινες…
σκοτάδι.

               Λεμονανθοί στο πέλαγο   2013

Ο Ιούλης της Κύπρου, σαράντα χρόνια μνήμη μέσα από τη ποίηση και κείμενα των Κυπρίων ποιητών:

Άνθος Λυκαύγης
Γιώργος Κωνσταντής
Βάκης Λοϊζίδης
Λίλη Μιχαηλίδη
Αγγέλα Καϊμακλιώτη
Κατίνα Γιαννάκη- Παπαστυλιανού
Νίκη Κατσαούνη
Κώστας Μόντης,
Γιάννης Ποδηναράς
Φροσούλα Κολοσσιάτου
Νίκος Κρανιδιώτης
Ευφροσύνης Μαντά – Λαζάρου
Λεύκιος Ζαφειρίου
Μιχάλης Πασιαρδής
Ρούλα Ιωαννίδου-Σταύρου
Μιχάλης Πιερής
Γιώργος Μολέσκης
Κυριάκος Χαραλαμπίδης
Βέρα Κορφιώτη
Ευρυδίκη Περικλέους Παπαδοπούλου
Έλλη Παιονίδου
Παντελής Μηχανικός
Νίκη Μαραγκού
Κλαίρη Αγγελίδου
Σοφοκλής Λαζάρου
Αθηνά Τέμβριου
Νίκος Πενταράς
Έλενα Τουμαζή,
Ανδρέας Καρακόκκινος
και του Θεσσαλονικιού Γιώργου Ιωάννου

Στο video Cyprus in minor key η μουσική είναι της Θέσιας Παναγιώτου

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s