ΜΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΠΟΨΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Ποιητικός Διάλογος  με ποιήματα από:

– Βικτωρία Καπλάνη
– Μαρία Καρδάτου
– Κατερίνα Καριζώνη
– Χλόη Κουτσουμπέλη
– Ανδρέα Καρακόκκινο

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Μια ποιητική άποψη της Δημιουργίας και ένας ποιητικός διάλογος  με θέμα τη δημιουργία της ποίησης.
Τέσσερεις ποιήτριες κι ένας ποιητής ενώνουμε τους στίχους μας σε μια απόπειρα να παρουσιάσουμε τη μυστηριώδη γένεση του ποιητικού λόγου, δημιουργώντας ένα καινούργιο ποίημα σε εφτά ενότητες, όσες και οι μέρες της Δημιουργίας.
Γένεση, Ενηλικίωση, Έρωτας, Δημιουργία, Απώλεια, Θάνατος, Αναγέννηση.
Αφορμή δίνεται από μια φράση του Σέλλευ. Γράφει ο ποιητής «Μας λείπει η ποίηση, η ποίηση της ζωής.» και συνεχίζει «. «Η ποίηση, με τη πλατιά σημασία της λέξης, είναι η έκφραση της φαντασίας, σύμφυτη με τη καταγωγή του κόσμου»
Αναζητώντας αυτή την έκφραση φαντασίας , η κάθε ενότητα ξεκινά με στίχους του Ανδρέα Καρακόκκινου μαζί με μια σύνθεση από λίγους στίχους από τα ποιήματα των τεσσάρων ποιητριών που ακολουθούν.

 

 

ΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ

ΓΕΝΕΣΗ

 

Τότε είπε και γεννήθηκε η ποίηση

Και μέσα από το σκοτάδι

οι στίχοι έφεραν έναν ποτάμι φως

και κύλισαν απ άκρη σ άκρη σ’ ολάκερη τη γη

μέσα από τους αιώνες της ζωής.

Ανδρέας Καρακόκκινος

 

Κι έγινε «Φως εν αρχή και δάκρυ

αγέννητο στις κόγχες των ματιών»

κι ύστερα «γεννήθηκε μέσα σ ένα  τριαντάφυλλο»

που απ έξω ακούγονταν εκρήξεις»

«εκείνο το πρώτο αυγό στρουθοκαμήλου

που κάποτε στην έρημο γέμισε με νερό»

και «η πρώτη φράση ακούστηκε στο κόσμο

ήταν σ αγαπώ.»

 

 

Βικτωρία Καπλάνη    Φωτο-παίγνια

 

I. Εν αρχή

 

Φως εν αρχή και δάκρυ

αγέννητο στις κόγχες των ματιών σου

κάπου χάθηκες

και χάθηκε και ο δρόμος

σκηνοθετείς πάλι από την αρχή

την αναπαράσταση του αθέατου ταξιδιού

από το χάος στον έρωτα και τη μοίρα

χαράζεις το όριο

τις τρεις πρώτες νότες

πρελούδιο σε λα μινόρε

 

***

Από τα χλωμά νερά της λήθης

μια στιγμή αέρινη

έτοιμη να διαλυθεί στο φως

δάκρυ εγώ φωνήεν

στις χορδές της άρπας συλλαβή της αγωνίας

άθυρμα στη δοκιμασία των χρωμάτων

μεταμορφώνομαι

κόσμημα και νιο φεγγάρι

πίσω από τα σύννεφα της σκέψης σου

ανατέλλω και ο ουρανός σου πλημμυρίζει

αντιφεγγίσματα

αδικαίωτων στιγμών

***

 

Δέσμη φωτονίων επί του ύδατος ορθρίζει εκ νυκτός μια σταγόνα μια νότα παίρνει φως κίνηση αργή τελετουργική στους ανέγνωρους ρυθμούς του σύμπαντος απ’ αυτήν φωτίζεται μια άλλη κι ύστερα άλλη η σκέψη ρέει ανακαλεί το άνυδρο τοπίο απολύει στον αέρα τα πάθη της μια λάμψη όλα μια εύθραυστη στιγμή η γέννηση

 

Από τη συλλογή    Σημείο Φυγής

 

 

Μαρία Καρδάτου ,     Καταγωγή

 

Γεννήθηκα μέσα σ ένα σκοτεινό

τριαντάφυλλο

Απ’ έξω ακούγονταν εκρήξεις

από τα άλλα λουλούδια που άνοιγαν.

Δεξιά ήταν ο σιωπηλός κήπος

κι αριστερά η γνώση κι η λαχτάρα.

Στο βάθος αχνοέφεγγε η θάλασσα

κι η πόλη ξάπλωνε ειδυλλιακή.

Ο τυφλός παππούς μου

μετρούσε τις ώρες

πίσω από τα σίδερά.

Κι ο άλλος χόρευε

0 παππούς ο λυράρης.

Έμαθα να είμαι νωχελική

κουβαλώντας την ανατολή

αλλά και εργατική

κουνώντας το μαντήλι

στον πατέρα

Μα πιο πολύ κι απ’ το τριαντάφυλλο

κι απ’ της γιαγιάς τα χέρια τα σκληρά

έμεινε η μυρωδιά της φορμόλης

στην ψυχή μου.

 

Από τη συλλογή Η αποκαθήλωση της σκιάς

 

 

Χλόη Κουτσουμπέλη ,  ΠΟΙΗΣΗ

 

Είναι εκείνο το πρώτο αυγό στρουθοκαμήλου

που κάποτε στην έρημο

γέμισες με νερό

κι έθαψες κάτω από την άμμο.

Επτά εκατομμύρια χρόνια

άλλοτε στα τέσσερα, μετά στα δύο,

με άκρα κοντά, με άκρα μακριά

με τρίχες και χωρίς

έτρεχες, ζευγάρωνες, έτρωγες, πάλευες,

κρύωνες, ζεσταινόσουν, πέθαινες.

Και ύστερα αιφνίδια ένα άδειο κέλυφος αυγού

με νερό κάτω απ’ την άμμο.

Προνόησες ότι θα ξαναπεράσεις διψασμένος από κει.

Επτά εκατομμύρια χρόνια μέχρι να φανταστείς.

Τώρα χαράζεις στις σπηλιές τον φόβο σου

στέκεσαι όρθιος πια στα πόδια σου

και το κεφάλι σου ατενίζει το φεγγάρι,

τα βράδια αγκαλιά μού ψιθυρίζεις λόγια

κι όταν με χάνεις πάλι με λέξεις κλαις.

Επτά εκατομμύρια χρόνια για να μου πεις το «σ’ αγαπώ».

Έχει αρχίσει πια το παραμύθι της ζωής.

 

Από τη συλλογή  Η αλεπού και ο κόκκινος χορός  (2009)

 

Κατερίνα Καριζώνη,    Η πρώτη φράση

 

Την έβδομη μέρα της δημιουργίας

ήρθε μια γυναίκα

κρατώντας ένα κλουβί με καναρίνι

και το κρέμασε σ’ ένα ανθισμένο κλαδί του παραδείσου

ύστερα βάλθηκε να συγυρίζει

σκούπισε τα σκοτάδια από τα τζάμια τ’ ουρανού

τη λάσπη του κόσμου από τα υποδήματα των αγγέλων

έβαλε καπνό

στο ανοιγμένο πλευρό του άντρα

κι ένα περιδέραιο από δάκρυα

στο λαιμό της γυναίκας

τέλος μάζεψε όλες τις κραυγές των λουλουδιών

και τις ακούμπησε στα χείλη τους.

 

Η πρώτη φράση που ακούστηκε στον κόσμο

ήταν «σ’ αγαπώ».

 

Από τότε πέρασαν αιώνες σιωπής.
Από τη συλλογή Τα παγώνια της μονής Βλατάδων (1992)

 

 

ΜΕΡΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

 ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ

 

Μεγαλώνουμε

Οι λέξεις στοιβαγμένες

στο πιο ψηλό κατάρτι

μετράνε τα περάσματα της αστραπής

ανάμεσα στις σελίδες των χρόνων

και κυλάνε σαν παραμύθι

που εξιστορεί μέρα τη μέρα.

 

Ανδρέας Καρακόκκινος

 

«από όλη την οικογένειά μου

απόμεινε μόνο ένα άλμπουμ με σκιές»

και «τα παγωμένα κορίτσια

σκυμμένα σε χειμώνες μυστικούς»

«γλιστράνε

ήσυχα  και αβλαβή

στα διεθνή τα ύδατα «

Κι «ο χρόνος συνεχίζει κρυφά

την αναρρίχηση του μέσα μας»

 

 

 

Χλόη Κουτσουμπέλη    Η οικογένειά μου

 

Ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο

και κρατούσε μια γκρίζα ομπρέλα για τον ήλιο,

αγαπούσε γυναίκες κι όλο έφευγε,

κι έπαιζε σε ταινίες κατασκόπων

τον ρόλο της κλειδαριάς στην πόρτα

ή του ανοιχτού παράθυρου

στη μέση μιας ερήμου.

Πολύ του άρεσαν πάντα τα καπέλα.

Η μαμά μου φορούσε όμορφα καπέλα.

με ζωντανά ακέφαλα παγόνια να μαλώνουν.

Ο αδελφός μου ήταν κύκνος,

κρυστάλλινος και διάφανος,

σε χίλιες δυο μεριές του ραγισμένος

και τόσο, μα τόσο ανυπεράσπιστος,

που πάντα έμπαινα στον πειρασμό

να τον ρίξω κάτω για να σπάσει.

Κι εγώ ήμουν αξιολάτρευτη,

στα άσπρα πάντοτε ντυμένη,

έτρωγα κέικ από μοναξιά,

σ’ ένα ετοιμόρροπο, καθόμουνα μπαλκόνι.

Ύστερα η μαμά χάθηκε μες στον καθρέφτη,

ο μπαμπάς αγάπησε ένα πουλί και πέταξε,

ο αδελφός μου παντρεύτηκε την Νύχτα

και το μπαλκόνι μου κατέρρευσε στην θάλασσα.

Κι από όλη την οικογένειά μου

απόμεινε μόνο ένα άλμπουμ με σκιές

να κυνηγούν ατέρμονα η μια την άλλη μες στη νύχτα.

 

Από τη συλλογή Η λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια

 

 

Κατερίνα Καριζώνη,     Τα παγωμένα κορίτσια

 

Τα παγωμένα κορίτσια των τριανταπέντε χρόνων

μοιάζουν διωγμένα από μια νύχτα-μητριά

με τρυφερές μαχαιριές στην έρημη αγκαλιά τους.

 

Τα βλέπω κάποτε σκυμμένα

σε χειμώνες μυστικούς

να οδηγούν κοπάδια ημερωμένους λύκους

παράξενες αρραβωνιαστικές του παγετώνα

τα δάκρυά τους γίνονται διαμάντια στους δρυμούς

οι ανάσες τους

μικρές φωτιές των κυνηγών στις καταιγίδες.

 

Τα παγωμένα κορίτσια των τριανταπέντε χρόνων

ανθίζουν βιαστικά μες στους γκρεμούς

των πρωινών τους γέλιων και πληγώνουν

με τα σκισμένα νυφικά τους και τα πέπλα.

 

Από τη συλλογή Πανσέληνος στην οδό Φράγγων

 

 

Μαρία Καρδάτου    ΑΒΛΑΒΗΣ ΔΙΕΛΕΥΣΗ

 

Να περνάς ανάμεσα

από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη

με το αδιόρατο χαμόγελο

μίας ήττας

που τη μετέτρεψες σε νίκη

Με τούς όρους των άλλων

Στο ζυγό να σκύβεις

σε υποταγή

στα πρέπει παραδομένος

Ό πόνος ακραιφνής

Τίποτα το ξεχωριστό

Κι εσύ μέσα στη μάζα

Ας νόμιζες πώς έπλεες μοναχός

πρίγκιπας και σοφός

γκουρού μες στη γαλήνη

της απεραντοσύνης

Ελεύθερος θα είσαι πια

μόνο στα όνειρά σου

Θα σε αφήνουν να γλιστράς

ήσυχος και αβλαβής

στα διεθνή τα ύδατα

Μες στα σεντόνια τα σατέν

κάτω από την πέτρινη στέγη

του σπιτιού σου.

 

Από τη συλλογή Αβλαβής διέλευση

 

 

Βικτωρία Καπλάνη    Ήχοι – Απόηχοι (1)

 

Στο μεγάλο ρολόι της πλατείας οι σπασμένοι δείχτες του

κατάργησαν τον χρόνο.

Η σκιά της Αριάδνης καθρεφτίζεται

τα μεσημέρια στους δρόμους

καβάλα στο ποδήλατο περιφέρεται ανήσυχη

σαν να γυρεύει κάτι

ίσως και η ίδια να μην ξέρει τι.

 

Αριάδνη, εγώ σου το ‘λεγα

ο θεός σου πέθανε

κι ο ήρωας που λάτρευες παρέδωσε τα όπλα

πάει καιρός, αλλάξαν οι εποχές

τώρα

το κουβάρι ξετυλίγεται πάνω στα βήματά σου

ο χορός του θρήνου

ο θρήνος του χορού

χαρτογραφούν αυτό που είσαι αλλά δεν γνωρίζεις

 

ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα.

…………………………………………………

 

Κατά τ’ άλλα

ο χρόνος συνεχίζει κρυφά την αναρρίχηση του μέσα μας

τυλίγεται γύρω από τα σώματα μέχρι να τ’ αφανίσει

η ζωή επιμένει,

σαρκάζει ανελέητα

ό,τι ανομολόγητο στο βάθος μάς πονάει

και την ίδια στιγμή βάζει τα καλά της και προκαλεί:

όποιος αντέξει.

 

Αριάδνη,

οι καιροί αλλάζουν

ζητούν τα δικά τους παραμύθια.

 

Από τη συλλογή Ήχοι Απόηχοι

 

ΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ 

ΕΡΩΤΑΣ

 

Μετράμε

το μπόι του έρωτα  με το  μήκος της φλόγας

που φουντώνει στο απρόσμενο

Η  πρωινή αύρα πάθος αδρόσιστο

φουντώνει Όστρια σε ερωτευμένες αγκαλιές

Κι οι στιγμές σβήνουν  ξαναναμμένες σε μια λίμνη

 

Ανδρέας    Καρακόκκινος

 

« μια λίμνη με πικρό νερό πού αρδεύει τη ζωή μου»

«ένα ποτάμι που κυλάει ορμητικά

ο καταρράκτης Βικτώρια στην Αφρική»

«στο σώμα του άλλου

ερωτοτροπείς μ’ ένα κομμάτι του εαυτού σου»

«Και κάθε άλλο ποίημα για αγάπη ξεθωριάζει.»

 

 

Κατερίνα Καριζώνη     Το μυστικό του νερού

 

‘Υπάρχει μια λίμνη με πικρό νερό

που αρδεύει τη ζωή μου.

 

«Έρχεται ένα κοράκι διψασμένο

για να πιει, μα δεν μπορεί

έρχεται ένα κορίτσι

μ’ ένα πέπλο από δάκρυα

έρχονται τα άλογα για να ξεδιψάσουν

κι αρρωσταίνουν

έρχονται οι ελπίδες μου άνυδρες και άπραγες

και χάνονται.

 

«Ένας ωραίος άντρας κατοικεί μέσα στη λίμνη

φυλάει σ’ ένα λαγήνι το πόσιμο νερό

αν βρεις το όνομα του

σου δίνει μια γουλιά και σ’ την παίρνει

αν δεν το βρεις,

πεθαίνει αναστενάζοντας.

 

‘Υπάρχει μια λίμνη με πικρό νερό

πού αρδεύει τη ζωή μου

μέσα της χρόνια σε κοιτώ

άλλοτε γίνεσαι άντρας

και με παρασέρνεις γελώντας στο βυθό

κι άλλοτε γυναίκα λυπημένη.

 

Από τη συλλογή Ρεσάλτο

 

 

Μαρία Καρδάτου    Όλες οι άγρυπνες νύχτες των ποιητών

 

Αν δεν τυλίξω τα χέρια μου

γύρω σου

δεν προχωράει η μέρα.

Τοίχος γκρίζος κλείνει

τον ορίζοντα που παφλάζει.

Τα δέντρα δεν κουνούν τα κλαριά τους

αέρας δεν έρχεται απ’ τα βουνά

τα χείλη μου είναι μπλάβα

κι η μουσική είναι μπλε.

Μόνο το πρόσωπο μου άσπρο

σαν άγραφο χαρτί.

Αυτό που θέλω να σου πω

δεν γράφεται

μόνο η κίνηση μπορεί

να το εκφράσει.

Ένας χορός τσιγγάνων

ένα ποτάμι που κυλάει

ορμητικά

ο καταρράκτης Βικτώρια

στην Αφρική

Ο βαρδάρης ο άνεμος ο δικός μας

Το αίμα που ρέει στις φλέβες

κι όλες οι ξάγρυπνες νύχτες

των ποιητών

 

Ανέκδοτο

 

Βικτωρία Καπλάνη  Ήχοι Απόηχοι (VIII)

 

Τα λόγια που θ’ ακούσεις

λόγια της αιώνιας ιδιωτικής σκηνής

επαναλαμβάνονται σε κάθε παράσταση

με μικρές παραλλαγές

μην ακούς

άσε τη βροχή να ακούει

 

είσαι το κάτοπτρο

βλέπεις για μία μοναδική στιγμή

αυτό που θέλεις να δεις

η εικόνα θ’ αλλάξει

μια για πάντα

θυμήσου

δεν θα επαναληφθεί

 

είσαι το κάτοπτρο όπου εκεί

βλέπει το άλλο μισό

δεν το αντέχει

την απόγνωση του ανέφικτου

τον εγκλωβισμό

στο εξιδανικευμένο είδωλο

την ακύρωση

 

στο σώμα του άλλου

ερωτοτροπείς μ’ ένα κομμάτι του εαυτού σου

αυτό που σε βασανίζει πιο πολύ

αυτό που σε πονάει και τ’ αποφεύγεις

 

στο σώμα του άλλου

μένεις μόνη

ο έρωτας έφυγε

δεν συνετελέσθη η επαφή

 

πένθος όταν εκ των προτέρων γνωρίζεις

τη συνέχεια

το απρόοπτο για άλλη μια φορά αδικαίωτο

(μεταξύ μας, εσύ δεν το επέλεξες;)

 

Μια υπόμνηση «δεν σε ξεχνώ»

μέσα από την αμήχανη γλώσσα της τεχνολογίας

δίνει το οξυγόνο για ν’ αντέξεις

της καθημερινότητας το μέτρο

όλα εκεί κυμαίνονται πάνω κάτω

στο μισό της αξίας

της δύναμης

τωνδυνατοτήτωντους

 

«Le Bonheur est toujours confine

dans Γ attente 011 dans le souvenir»

λένε τα ρομαντικά σου αποφθέγματα

οι σημειώσεις σου ωστόσο καταγράφουν

κάθε σας καινούρια πρώτη συνάντηση

—στιγμιαία συντυχία του απόλυτου—

πάντοτε στον ίδιο χώρο

με τα ψηλά ζωγραφιστά ταβάνια

(ρεαλιστική περιγραφή)

κάθε φορά

η οικειότητα της αποξένωσης

κάθε φορά

πιο δυσνόητα όλα

 

Από τη συλλογή Ήχοι – Απόηχοι

 

 

 

Χλόη Κουτσουμπέλη    Αρχαίο κόσμημα

 

Δυο μέλισσες

ηλιοστάλακτες

ενωμένες

ακατάλυτα, τελεσίδικα, διαχρονικά προαιώνια ιεροτελεστία

να μεταφέρουν μια σταγόνα μέλι στην κυψέλη.

 

Και κάθε άλλο ποίημα για αγάπη ξεθωριάζει.

 

Από τη συλλογή Η νύχτα είναι μια φάλαινα

 

 

ΜΕΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

 

Θέλησε να γεννηθεί

μέσα στο αναπάντεχο όνειρο,

δραπέτης από ένα παραμύθι

για νεράϊδες  και πριγκίπισσες.

Κρυμμένος  σ’ ένα πανηγύρι στίχων

άναψε με την ορμή των λόγων

τους ξεχασμένους  λύχνους

 

Ανδρέας Καρακόκκινος

 

Ύστερα 

«Πήρε το ποίημα

κι άρχισε να το φυσά» 

«Πρώτα την ύλη, αρχέγονη. Φωτιά, νερό, αέρα, χώμα.» 

«οι λέξεις

εκμαγεία των δακρυσμένων ονείρων» 

«Γίνονται χάντρες λουλούδια

αλλά και θηλιές και σκάλες»

 

  

Κατερίνα Καριζώνη,   Η ιστορία ενός ποιήματος

 

Στην αρχή ήταν ή Σιωπή

μια λεπτή σήτα της έκρυβε το πρόσωπο

υστέρα ήρθε ένα αγόρι με μια τσίγκινη λεκάνη.

 

Ό ποιητής πήρε το ποίημα

κι άρχισε να το φυσά

εκείνο φούσκωσε σαν χαρούμενο μπαλόνι

έπειτα απλώθηκε σαν κάτασπρο πανί

στο τέλος έγινε ένα σμήνος άγριες μέλισσες

που όρμηξαν πάνω του και τον κεντούσαν.

 

Το αγόρι έσκυψε

κι άρχισε να χωρίζει το μέλι από το αίμα

εκείνος έβγαζε προσεκτικά τις λέξεις από τις πληγές

ή Σιωπή το δηλητήριο και το κεντρί.

 

Από τη συλλογή Ο ράφτης του Ραντοσλαβ από το 1470

 

 

Χλόη Κουτσουμπέλη     Αλχημεία

 

Πρώτα την ύλη, αρχέγονη.

Φωτιά, νερό, αέρα, χώμα.

Ύστερα κορμί, όχι όμως οποιοδήποτε.

Προσοχή στον πόνο.

Ένα κουταλάκι την ημέρα αρκεί.

Αλάτι ας έχει άφθονο,

ας γίνει αλυκή από χρόνο νεκρό.

Πολύ πικρό, δεν πρέπει νάναι,

ούτε όμως και πολύ ζαχαρωμένο

από σιρόπι ψευδαισθήσεων.

Καλύτερα γλυκόπικρο,

σαν επαφή που έμεινε ανέπαφη,

σαν όνειρο που έπαψε να ονειρεύεται,

σαν ένα κορμί που αστραπιαία

συνάντησες σε ξέστρωτο κρεβάτι,

ενώ το μόνο που ήθελες

ήταν το χάδι στα μαλλιά.

Ύστερα το καίμε

σε δυνατή φωτιά,

ενώ συγχρόνως προσποιούμαστε ,

(στο μεταξύ η ψυχή είναι ακόμα ζωντανή

και σπαρταράει στο βραστό νερό)

και κάπου σ’ ένα σύμπαν μακρινό

ένα μικρό παιδί

κοιτάζει έξω από το τζάμι τις νιφάδες

που το χωρίζουν απ’ τον κόσμο.

Και τότε ξαφνικά και μαγικά,

η σάρκα μετατρέπεται σε ποίημα.

 

Από τη συλλογή Η λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια

 

 

Βικτωρία Καπλάνη      Σημείο φυγής

 

Καλοκαιρινό πρωινό

η πόλη κρύβεται στην καταχνιά

ο άγγελος αποκοιμήθηκε στη σκάλα κουράστηκε να περιμένει

την ιδεατή μεταμόρφωση

 

η αναχώρηση έχει πλέον ολοκληρωθεί

 

εμέ δε χλωρόν δέος ήρει

 

 

τα πρόσωπα της ζωής σου ξεθωριάζουν

μορφές διάφανες αλλοτινών καιρών

σήμερα ερωτηματικά

χωρίς απάντηση

 

μισο-ειπωμένες αφηγήσεις

ιστορίες μετέωρες

γυρεύουν μορφή

να καθρεφτιστούν εντός της

να πιστέψουν πως υπήρξαν

 

στα νούφαρα του πρωινού ονείρου

γλιστρά ο χρόνος

στου φωτός τα χρώματα

αποκαλύπτεται κι αίφνης

διαγράφεται μεμιάς

Λοξοδρομούν οι ερμηνείες

τα αδιάκριτα βλέμματα

εμμένουν στις προφάνειες του εαυτού

Κάθε προσωπική ιστορία πολύπλοκη

εκεί που την αντιλαμβάνεται η γλώσσα

εκεί τη χάνει

 

σπαραγμός του απλησίαστου

Οι λέξεις γυρεύουν αδέξια να ζωγραφίσουν

Ένα μετακινούμενο ίσκιο

Παιχνίδι του φωτός

 

Ό,τι αντιστέκεται στη ζωή

χρυσές κλωστές στη θάλασσα

θα διαγράψει την τροχιά του

κι ίχνος κανένα

 

 

το άγνωστο παραμονεύει

ξεφεύγει

κι εσύ στο κατόπι του πάντα

 

σκιές φιλικές

του λόγου καλείς

να επιστρέψουν

να πάρεις επιτέλους θέση στη ζωή τους

οι λέξεις τους

εκμαγεία των δακρυσμένων ονείρων

 

κι όμως κι εσύ στις ίδιες λέξεις

κολυμπάς στις ίδιες λέξεις πνίγεσαι

ποίηση η εν δυνάμει γλώσσα

μέσα στη γλώσσα

πλανόδιοι ήχοι

συνθέτουν τους ρυθμούς

τις μελωδίες της σκέψης

αποδεσμεύουν σκηνές του καθημερινού

βίου δίνουν του αγέρα αφή

να αγγίξει τα τοπία της αληθινής ζωής μας

 

ανοίγει το βήμα του ο χρόνος, ολοένα επιταχύνει

ο ένας μήνας σβήνει μέσα στον προηγούμενο

κι ο επόμενος είναι ήδη παρελθόν

 

Η ενηλικίωση των στίχων μου

προκαλεί την αναμέτρηση

με το σήμερα

 

Από τη συλλογή Σημείο φυγής

 

 

Μαρία Καρδάτου     Λέξεις

 

Μετρώ και δεν τελειώνουν

οι λέξεις της ζωής μου

Γίνονται χάντρες λουλούδια

αλλά και θηλιές και σκάλες

θάλασσα και με πνίγουν

απογοήτευση και με αγνοούν.

«Είμαι ο χρόνος που τρέχει

στις φλέβες

Το ξυράφι που μπορεί

να τις κόψει.

Ανάβω φωτιές κάθε βράδυ

Είμαι η λέξη. Χαϊδεύεις το κορμί μου»

Είμαι νάρκισσος. Όμως σ έχω ανάγκη

για να δημιουργήσω. Από το πλήθος

των λέξεων θα κρατήσω την μοναδική».

Τ’ αγκάθια είναι τρυφερά όπως και οι λέξεις.

Δεν είναι θάνατος οι λέξεις είναι η ζωή.

 

Ανέκδοτο

 

 

ΜΕΡΑ ΠΕΜΠΤΗ 

ΑΠΩΛΕΙΑ

 

Σκοντάψαμε σε σωρό

θυμωμένα απορρίμματα λέξεων

και χάσαμε το βηματισμό

στο μονοπάτι των ρόδων.

Λοξοδρομήσαμε σε σκαμμένα

πεζοδρόμια

ρίχνοντας στα γδαρμένα γόνατα

αλάτι παρηγοριάς.

 

Ανδρέας Καρακόκκινος

 

 

«Εξουθενωμένοι από την απώλεια

ακούγαμε το θρήνο της

και τον απόηχο της στο σήμερα» 

«Μια καμπάνα χτύπησε κάπου μακριά,

τα τραπουλόχαρτα σωριάστηκαν με θόρυβο»
«Θ’ ανάψω πάλι εκείνο το κιτρινισμένο φώς

στο πορτατίφ

και θα λαδώσω καλά τους μεντεσέδες» 

«ο αδιάβατος χρόνος να προβάλει

φιλικό μονοπάτι μέσα από ανθισμένες λεμονιές»

 

 

 

Μαρία Καρδάτου   Απώλεια

 

Ήταν σε κώμα ο ήλιος στα σύννεφα

Τίποτα δεν μας προστάτευε

από τις σκέψεις τις καταθλιπτικές

Η θάλασσα παρακινούσε σε φυγή

Ο χρόνος που περνούσε

μας έσπρωχνε βάναυσα

Οδηγούσε ανελέητος

στην απώλεια

Όλα ένα κλάμα από τη γέννησή μας

Κι ο μεγάλος έρωτας διαρκούσε

γιατί ήμασταν νέοι και αδαείς

Εξουθενωμένοι από την απώλεια

ακούγαμε το θρήνο της

και τον απόηχο της στο σήμερα

Η θάλασσα όμοιά της

Το γκρίζο χρώμα της βροχής

η θαμπάδα της ομίχλης

Το φτερούγισμα του γλάρου

ο χρόνος που φεύγει

το βουητό των κυμάτων

Όλα μας πνίγουν σιωπηλά

Μας βυθίζουν αμετάκλητα

Ένα κρύσταλλο διαχωριστικό

της θλίψης και της επιθυμίας

στο νεκροταφείο των αναμνήσεων

Κάποιος μας έφερε

σ’ αυτό το ρεσιτάλ μπλουζ

που μας εξιτάρει αλλά μας καταθλίβει

Σ αυτό το στούντιο ηχογράφησης

που είναι το σύμπαν.

 

Ανέκδοτο

 

Χλόη Κουτσουμπέλη    Η λάθος ερώτηση

 

«Θα μ’ αγαπάς για πάντα;»

ρώτησε η Αλίκη τον βιαστικό Λαγό.

Μια καμπάνα χτύπησε κάπου μακριά,

τα τραπουλόχαρτα σωριάστηκαν με θόρυβο

κι ο λαγός χάθηκε στην τρύπα του.

«Με τι ο γράφεται η απώλεια;»

ρώτησε μια σοφή κάμπια

που κάπνιζε την πίπα της

επάνω σ’ ένα μανιτάρι.

Η Αλίκη μίκρυνε απότομα

κι ύστερα βασανιστικά άρχισε να μεγαλώνει.

 

Από τη συλλογή Η λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια

 

 

Κατερίνα Καριζώνη    Ο ράφτης Ραντοσλάβ από τό 1470

 

θα αφήσω απόψε τά παραθυρόφυλλα ανοιχτά

για να ‘ρθει πετώντας ο ράφτης Ραντοσλάβ

κραδαίνοντας το χάλκινο ψαλίδι του

ανεμίζοντας τη σάπια του κλωστή μέσα στην καταχνιά

θα φέρει τα ρούχα των νεκρών

για να τα σιδερώσω

τις ξηλωμένες τους ψυχές μες σ’ ένα δίχτυ

σαν ένα κοπάδι πεθαμένες πεταλούδες.

 

Θ’ ανάψω πάλι εκείνο το κιτρινισμένο φώς

στο πορτατίφ

και θα λαδώσω καλά τους μεντεσέδες

για να μην τρίζουν όταν πιάνει ό βοριάς

θα βάλω ακόμα την τσαγιέρα στη φωτιά

και τα αναμμένα κάρβουνα στο σίδερο

γιατί ξέρω, πώς φοβάται την αυγή ο Ραντοσλάβ

κι όταν καμιά φορά καθυστερώ, θυμώνει

 

και μου ράβει τα βλέφαρα

και μου παίρνει αυτούς που αγαπώ.

 

Από τη συλλογή Ο ράφτης του Ραντοσλαβ από το 1470

 

 

Βικτωρία Καπλάνη   Λευκές Συνομιλίες      ΙΙ    στη Β.Μ.

 

Έφυγες κι αίφνης

μιλούν όλοι για σένα

περίτεχνα λόγια αυτάρεσκα

σαν στοιχειωμένο άλλοτε

δίχως αύριο

 

«θα μας ξεχάσουνε την Πέμπτη

το Σάββατο την ίδια ώρα θα αναστηθούμε»

 

(ναι, στις γραμμές τον κόσμου

θ’ ανταμώσουμε πάλι μία μέρα

αγέρας εσύ κι εγώ βροχή 

κι ένα κορίτσι θα τραγουδάει

νότες-άστρα και θα στολίζει

μ’ αυτά το δωμάτιο του

για να iχει ο λόγος φύση)

 

εγώ μνημονεύω

ο αδιάβατος χρόνος να προβάλει

φιλικό μονοπάτι μέσα από ανθισμένες λεμονιές

να το περάσεις

εγώ μια ραγισμένη φωνή

μια αφήγηση χωρίς αποδέκτη

«brazentears»

 

το δώρο που άφησα να φύγει

εκείνη το γύρισε πίσω ακριβότερο

φωνή ρωγμή στο χρόνο

 

ιδεατός τόπος η ποίηση

για το άτοπον της επαφής του

εγώ με το εσύ-εγώ

με διώχνει

amorfati

(είναι και αυτό μια ερμηνεία

-αμήχανη έστω-

αλλά ερμηνεία)

 

προκάλυμμα της ύπαρξης

η δημιουργία

αν σε εγκαταλείψει βγαίνει στο φως

αυτό που σε βαραίνει

το αληθινό σου πρόσωπο

Ο άγγελος χάθηκε στο δάσος

με τις οξιές

το άλλο πρωί κρύσταλλοι λευκοί

στα φύλλα της αγάπης

 

σβήσε τα κεριά

το κάστρο ερήμωσε

κι οι σκιές το εγκαταλείπουν

το δικό σου πρόσωπο

το δικό της πρόσωπο

μια ιδέα

ένα παιχνίδι του μυαλού

 

Αυλαία

 

Η παράσταση

-αν το κατάλαβες-

μόλις τώρα αρχίζει

 

 Από τη συλλογή Λευκές συνομιλίες

 

ΜΕΡΑ ΕΚΤΗ

 

ΘΑΝΑΤΟΣ

 

Καταδύομαι σε βάθη  ανεξερεύνητης αλήθειας

και σε λειμώνες άφεγγους αναζητώ τα σημάδια του ορίζοντα .

Μετρώ τη ζωή με μια κλεψύδρα

και κόκκοι λέξεις κυλάνε σε λευκές σελίδες.

Οι μέρες κι η άμμος πέφτουνε μες στο στενό σωλήνα

κι απορημένες σβήνουνε  στο σκοτάδι του χρόνου

μέχρι  το αναπόφευκτο Τέλος.

 

Ανδρέας Καρακόκκινος

 

«Υπάρχουν άνθρωποι που

σέρνουν μαζί τους ένα τέλος» 

«από τη μέσα πλευρά την αθέατη

αρωγός ο χρόνος συνθέτει το φινάλε» 

«την κατάλληλη στιγμή καρφώνει το μαχαίρι

ο μέγας ραδιούργος και γητευτής ο θάνατος» 

Ένα άλογο έτρωγε όλο το πρωί τον ουρανό

από μια οπή φαινόταν ή νεκρή γιαγιά μου

 

 

Χλόη Κουτσουμπέλη  Το μικρό ζώο τέλος

 

Υπάρχουν άνθρωποι που

σέρνουν μαζί τους ένα τέλος.

Κουλουριάζεται στα μάτια τους

κοιμάται στο κρεβάτι τους

τρέφεται την σκιά τους.

Αυτοί το χαϊδεύουν τρυφερά

κι αυτό πίνει αίμα απ’ τις φλέβες

ξεσκίζει με τα γαμψά του σίγμα

όποιον τους αγγίξει.

 

Γιατί ό,τι είναι για τους άλλους η αρχή

γι’ αυτούς είναι ο κύκλος του θανάτου.

 

Από τη συλλογή  Η αλεπού και ο κόκκινος χορός  (2009)

 

 

Βικτωρία Καπλάνη  Ήχοι – Απόηχοι (2)

 

 

Ο ενεστώς της αγωνίας

απουσία

η αβάστακτη παρουσία

πέρασαν κιόλας τέσσερα χρόνια

 

η σειρήνα του ασθενοφόρου

το ράγισμα της γλώσσας

ο αγώνας της μνήμης

να συλλέξει

τα χαμένα βλέμματα

τα κεντρικά πλάνα

 

η μνήμη υπόθεση ατομική

πεθαίνει μαζί μας;

 

Ώρα την ώρα εκείνος ιδιωτεύει

απομακρύνεται

 

κόκκινα φύλλα λουσμένα φως

σταλάζουν στον ύπνο μου

κι άξαφνα ένα αεράκι ψυχρό

με σηκώνει ψηλά

σαν τους χαρταετούς που τόσο αγαπούσες

 

(θα ήθελες όλα αυτά να είχαν ειπωθεί

η ύστατη εκπνοή τόσο ανώδυνη να ‘ταν!)

 

Σβήνει μαλακά

ψυχή καταπονημένη

από ολόκληρου αιώνα

τη θύελλα

 

-ανακάλεσε με-

­στην άλλη μέρα

 

γίνεται εικόνες

αφηγήσεις πολλαπλών αφηγητών

 

μόνωση

τίποτα δεν φτάνει σε μένα

μόνο

στο φιλόξενο βλέμμα του ζώου

η παραμυθία

της ετεροχρονισμένης ενηλικίωσης

η αλλαγή ρότας

 

Σ’ ακολουθώ

και μετά την αποχώρηση μου

παίρνω τις μορφές του αγνώστου

με το μακρύ παλτό και το καπέλο

εμφανίζεται στον ύπνο σου

μιλά σε ακατάληπτες γλώσσες

λόγος ιερατικός

για μυημένους

και σ’ αφήνει

πάλι στη σιωπή

 

το όλο και το τίποτα

το ακίνητο σημείο

εκεί μάταια επιμένεις να ισορροπείς

 

μέρες χθόνιες ανελέητες δείχνουν τα δόντια τους

βιάζεσαι το κεφάλαιο αυτό να κλείσει

(τι αφέλεια!)

ή τώρα ή ποτέ

το εξόδιον μέλος

 

από τη μέσα πλευρά την αθέατη

αρωγός ο χρόνος

συνθέτει

το φινάλε

αδιόρατο

άφευκτο όμως και δικό σου (εντέλει!)

 

Από τη συλλογή Ήχοι Απόηχοι

 

Μαρία Καρδάτου    Το φιλί

 

Κάποτε πολύ τον αγαπήσαμε

Έστω για ένα λεπτό

Στην αιωνιότητα πολύ μετράει Κάποιος γιατί του έμοιαζε

με αγαπημένο πρόσωπο

άλλος γιατί μπερδεύτηκε αγαπώντας τη ζωή

Άλλοι γιατί δεν διέκριναν

πώς φορούσε προσωπείο

Μερικοί γιατί πεθύμησαν

το φιλί του οι παράτολμοι

Κι αμέσως το μετάνιωσαν

και τον έφτυσαν

τον αποκήρυξαν μετά βδελυγμίας

Ξέρει να μεταμφιέζεται σωστά

και την κατάλληλη στιγμή

καρφώνει το μαχαίρι

ο μέγας ραδιούργος

και γητευτής

ο θάνατος

 

Από τη συλλογή Αβλαβής διέλευση

 

 

Κατερίνα Καριζώνη Μνημόσυνο

 

«Ένα άλογο έτρωγε

όλο το πρωί τον ουρανό

από μια οπή φαινόταν ή νεκρή γιαγιά μου

φορούσε την παλιά χορταριασμένη ρόμπα της

κι έπλενε κάτι γιγάντια καζάνια

πάλι δουλειές έκανε ή δύστυχη γιαγιά

δίπλα της έκλαιγε μια νεαρή αγία

τα δάκρυά της γίνονταν μικρά χρυσόψαρα

εκείνη είχε βάλει ένα τηγάνι στη φωτιά

το λάδι τσίριζε.

Αλεύρωνε η γιαγιά μου τα χρυσόψαρα

και τα ‘ρίχνε στο λάδι

βογκούσαν στην αρχή

μετά ησύχαζαν

κι αρχίζανε να της μιλούν

με τις φωνές μας.

 

–           Τί κάνεις γιαγιά στον ουρανό; της φώναξα

–           Όλη τη μέρα τηγανίζω ψάρια

για να μαθαίνω νέα σας

τη νύχτα

με το καμένο τηγανόλαδο ανάβω τα άστρα.

 

 

Από τη συλλογή Ο ράφτης του Ραντοσλαβ από το 1470

 

 

ΜΕΡΑ ΕΒΔΟΜΗ

 

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Θ ανταμώσουμε ξανά

κάτω από τον αστόλιστο  Επιτάφιο

που περιφέρεται στα όνειρα μας

και θ’ αναζητήσουμε χωρίς φιλί

μια έσχατη Ανάσταση.

Ανδρέας  Καρακόκκινος

 

 

«Σου είχα πει πως σ αγαπούσα …τότε

το θυμάσαι?» 

«Τυφλά χώθηκα στην αγκαλιά σου

και η πρώτη πανσέληνος γεννήθηκε στον κόσμο.» 

«Μια μέρα όλα θα ειπωθούν

κατά πώς πρέπει» 

«για ν’ ανατείλουν πάλι αύριο την καινούρια μέρα

τη μετά θάνατον δική μου μέρα»

 

 

Κατερίνα Καριζώνη Ρεσάλτο

 

Όλα κρέμονταν από μια σταγόνα της βροχής

κάποιοι είχαν στρώσει

το τραπέζι με σερβίτσια πορσελάνης

εσύ καθόσουν απέναντι μου κι έφεγγες

ένα πλοίο κουρσάρικο

περνούσε από το βάθος των ματιών σου

γύρω απόλυτη σιωπή

βράχια πνιγμένα στα δάκρυα

κι ορτύκια που πετούσαν λαβωμένα μες στις σκέψεις μας

και ξαφνικά ή σταγόνα κύλησε στο πάτωμα

ράγισε ό χρόνος

τα σερβίτσια έγιναν θρύψαλα

σβήσαν οι ευάλωτες μορφές μες στην άχλη.

Τότε κατάλαβα που σε είχα συναντήσει,

σ’ ένα ρεσάλτο

είχαμε πέσει στα κύματα

κολυμπούσες εσύ κι εγώ σφιγγόμουν

γύρω από τους ώμους σου κι αιμορραγούσα

πλησιάζαμε στον Κάβο Γκρόσο

αλλά μας έπαιρνε το ρεύμα προς το πέλαγος

ανάμεσα από συντριμμένα ξύλα

κι ορίζοντες πού έγερναν.

Σου είχα πει πως σ αγαπούσα …τότε

το θυμάσαι?

λίγο πριν χαθούμε κάτω από τα νερά.

 

Από τη συλλογή Ρεσάλτο

 

 

 

Χλόη Κουτσουμπέλη   Η πρώτη πανσέληνος στον κόσμο

 

Φορούσα κουρέλια κι έτρεχα στα τέσσερα

είχα τυλίξει τα πληγιασμένα πόδια σε φύλλα δέντρων

πατούσα σε θραύσματα από παλιά ρολόγια

ένας κούκος χτυπούσε διαρκώς μεσάνυχτα

είχα μόλις αντέξει την εποχή των παγετώνων

και το καλοκαίρι έσταζε καυτό ιδρώτα

δεν είχα γονείς ούτε ιστορία

θυμόμουν μόνο το αυγό που έσκασε

και τον κόκκινο κρόκο που ήλιος ξεπήδησε από μέσα.

Σε είδα ξαφνικά ψηλό και ακίνητο

στην μέση εκεί του πουθενά

να μου ανοίγεις διάπλατα τα χέρια.

Τυφλά χώθηκα στην αγκαλιά σου

και η πρώτη πανσέληνος γεννήθηκε στον κόσμο.

 

Από τη συλλογή Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει νωρίς

 

 

Μαρία Καρδάτου  Ούτε δροσιά

 

Τίποτα δεν είναι τόσο απατηλό

τόσο ελκυστικό

όσο η αγκαλιά της θάλασσας

και ή δική σου

Φύκια κυκλώνουν το πρόσωπο

κι αλμύρα το κορμί μου

και το τραγούδι των ανέμων

καλπάζει σε ακτές φευγαλέες

σε κάθε μας συνάντηση

πού είναι ονειρική

ούτε δροσιά δεν γεύτηκα

ούτε το χάδι των ματιών σου

Μόνο ή περιρρέουσα λύπη μένει

χέρια πού με πνίγουν το βράδυ

Μια μέρα όλα θα ειπωθούν

κατά πώς πρέπει

και σαν τα χιόνια λιώσουν

θ’ ανοίξουν οι δρόμοι

για αγκαλιές

περιχαρείς πού επιζήσαμε

μετά από τόσους θάνατους

δικούς μας

 

Από τη συλλογή Ούτε δροσιά

 

Βικτωρία Καπλάνη  Σημείο φυγής VII

 

 

VII

Μια λεπτή κορδέλα οριοθετεί το πέρασμα

άδειος δρόμος σε ροζ ομίχλη

σουρουπώνει θαρρείς και μεγαλώνω

ακούω νερά καθάρια θέλω να πάω εκεί

στο προσκέφαλο μου πλάι ξαγρυπνά

το ίδιο ροζ σύννεφο καλύπτει τη ματιά της συγκεχυμένοι ψίθυροι και μια σκιά

να με σκεπάζει προστατευτικά

η ίδια μια σκιά

φως εκτυφλωτικό

διαλύει τη μορφή

χρώματα εναλλάσσονται

αφηγούμαι τις ιστορίες σου

τις μεταπλάθω ίσως αδέξια

οι λέξεις μου γυρεύουν να ζωγραφίσουν

μετακινούμενους ίσκιους

παιχνίδια του φωτός

στα ιδιώματα του ανέμου

στο ραγισμένο των υδάτων κάτοπτρο

να μερέψει η ψυχή να διανύσει

τον δρόμο τον ανέγνωρο μέχρι το τέρμα

σπαραγμός του απλησίαστου

σώθηκε θαρρείς ο άνεμος

κι οι χαρταετοί δεν πετούν πια

 

ανηφορίζεις τον έρημο τόπο

το μισογκρεμισμένο σπίτι

φραγμένο από τις σφηκοφωλιές

η σκιά του γέροντα παιχνίδι του αέρα

πλανόδιο καταφύγιο

η υπεροπτική αναχώρηση

δεν σε αφορά

 

το δειλινό τα χρώματα χαϊδεύουν τα νερά

οι φωνές σε τόνους χαμηλότερους

οι ψίθυροι παίρνουν ζωή

τα πλάσματα του Θεού

συνομιλούν σε μια δική τους ακατάληπτη γλώσσα

κι οι ήχοι εναρμονίζονται

τότε ακούς, νιώθεις

κι οι σκέψεις αναδύονται νεαρά βλαστάρια καταπράσινα

 

το βάζο με τα τριαντάφυλλα στο πάτωμα μεταφράζω

σημάδι της επιστροφής σου

θα έχω μια δεύτερη ευκαιρία να σου μιλήσω

να σου πω τι πέρασα τους μήνες που λείπεις μουσική στο δωμάτιο

η αγάπη μου ανασαίνει ζωντανή και φλεγμαίνουσα

οι φωνές παγίδες να σωπάσουν

να μην ηχούν μέσα μου και τις ακούω

 

ηττημένη η μούσα πέρασε

να καταθέσει ένα αστέρι στο παράθυρο σου

το πήρες και το έθαψες στο πηγάδι του κήπου

νερό φλεγόμενο έκαψε τα λόγια του

σκοτεινό μαγνητικό κέντρο

η μοναξιά σου

γύρω της αδέξια γυρίζω

 

τώρα επιστρέφει να δει στο παράθυρο σου

καινούριο φως

να σπέρνει τα λόγια του στη νύχτα

ν’ ακούσει επιτέλους το τραγούδι της

 

ο αποχαιρετισμός ο τρόμος

της φυγής από το γενέθλιο τόπο

με αποκλείουν από τα σενάρια

της αληθινής μου μέρας

 

σκέψεις, εικόνες, λόγια διάσπαρτα

μπερδεύονται στα βήματα μου

οι ηλικίες πισωγυρίζουν

απαιτούν μιαν άλλη παρουσία

 

ο ήλιος βυθίστηκε στη θάλασσα

η μητέρα κι ο πατέρας έδυσαν μέσα μου

για ν’ ανατείλουν πάλι αύριο

την καινούρια μέρα

 

τη μετά θάνατον

δική μου μέρα

στην άλλη ακτή

της καθημερινής αναμέτρησης

 

Από τη συλλογή Σημείο Φυγής

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

1 σχόλιο

03/06/2014 · 1:08 μμ

One response to “ΜΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΠΟΨΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

  1. Υπέροχη ιδέα και η υλοποίησή της.Τό κείμενο ρέει ,έχει συνοχή,είναι επιτυχές το αποτέλεσμα.Λυρικό γέννημα.

    «Ένα άλογο έτρωγε όλο το πρωί τον ουρανό¨κι εγώ καθώς διάβαζα άκουγα :https://www.youtube.com/watch?v=loECayF-Bjs

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s