ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΪΤΑΣ

 

 

1-1-1-δυο φοτο0001

 

 

Ο Βασίλης Φαϊτάς γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1942. Σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης χωρίς να πάρει το πτυχίο του και εργάστηκε στην τράπεζα της Ελλάδος ως το 2002. Παρουσιάστηκε πρώτη φορά στη λογοτεχνία στο περιοδικό «Νέα Εστία» το 1966.

Έχει εκδόσει τις ποιητικές συλλογές:
Άποικοι της νύχτας 1966
Γράμματα στον κόσμο 1980
Υστερόγραφα για το αύριο εκδ. «Μανδραγόρας» 2010
Συνάντηση με το σύμπαν εκδ. «Μανδραγόρας» 2011
Ρους και Ροή εκδ. «Μανδραγόρας» 2014
Ο Αλχημιστής του Χάους  «Μανδραγόρας» 2015

 

 

Ο ΑΛΧΗΜΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ (2015)

 

ΤΑΞΙΔΙ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΣΥΜΠΑΝ

 

Ποτέ δεν μπόρεσα να γράψω
ένα αληθινό ποίημα
ο πόθος μου ήταν μόνο να γνωρίσω
τις αισθήσεις που μου έλειπαν
να βρω μια συγκεκριμένη σταγόνα απαστράπτοντος ύδατος
στα βάθη ενός μυθικού ωκεανού.

 

 

ΘΡΟΙΣΜΑ

 

Έγραφε στον θεό
για το ανέραστο χάος
τα γερασμένα τοπία της σκόνης
και καθώς έγραφε οι σελίδες
αργά βυθίζονταν στη σιωπή
ώσπου ο ίδιος έγινε
μια ιδέα του θεού
ερμητική κι ανάλαφρη
σαν το αεράκι που φύσηξε απαλά
και την πήρε μαζί του πέρ’ απ’ τους φράχτες.

 

 

ΑΡΑΓΕ

 

Στο αρχέγονο χειρόγραφο τ’ ουρανού
αποτυπώματα άστρων
και η φθαρμένη χρονολογία της γέννησης μας
στις διαστάσεις κρυμμένη ασήμαντων ημερών.

Άραγε είναι αληθινός αυτός ο κόσμος
ή σκευωρία του νου
διασταυρούμενοι αντικατοπτρισμοί πεπρωμένων
παιχνίδια αυταπάτης
είναι αληθινός ο θάνατος
μαντατοφόρος σκοτεινών περασμάτων
ή ο από μηχανής θεός
που σώζει την τελευταία στιγμή
τα προσχήματα
από ματαιωμένες συναντήσεις.

Έτσι κι αλλιώς η βάρκα μου διασχίζει
τη γύρη που συνεχίζει να πέφτει
με το μισό πανί υψωμένο
και το άλλο μισό σύννεφο με οδηγεί
στο απρόσμενο
στο πρώτο κινούν.

 

 

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

 

Στην αρχή της ζωής γραμμένο το εφήμερο
γνώση στη λάμψη της αστραπής χαραγμένη
όσα ο άνεμος παίρνει κυλώντας
το κενό θηρευτής ναυαγίων συναρμολογεί
και το κύμα το αβάσταχτο λάθος εξαγνίζει
ιχνηλάτες στο έλεος χαμένοι
ό,τι ακόμα αντιλαμβάνονται σαν άνοιξη διασχίζουν
ένα ηττημένο ραντεβού στις χαώδεις ρίζες θυμούνται
στην πατρογονική ερημιά οδοιπόροι.

Η επόμενη στιγμή ποια θα ‘ναι τι θα φέρει
τι άλλο είναι η επανεκκίνηση
από μια νεανική ωδή για το τέλος
ο ορίζοντας η μοναξιά το χέρι
που ζωγραφίζει τους αστερισμούς
σκηνικό παράστασης που δεν μας ανήκει.

Η σοφία καθελκύεται στο πέραν.

 

 

ΚΑΡΟΥΖΕΛ

 

Η ζωή γυρίζει γύρω απ’ τον εαυτό της
καρουζέλ
στο κέντρο μια απειροελάχιστη οπή
κβάντο του τίποτα
κινεί τα πάντα
για να επιστρέψουν στο άπειρο.

 

 

ΤΡΙΖΟΝΙ

 

Όταν τα βήματα τον φέρνουν
στο πατρικό του σπίτι δίχως στέγη
μάτι ορφανό
κάτω απ’ τη φουσκονεριά των άστρων
δίαυλος ερειπίων ανάμεσα
στις προσδοκίες και τα φυλλώματα της νύχτας
ιστία πανιά υψωμένα
πορεία στη μακρά σιγή
αργοπορημένος επιβάτης που ξέχασε να φύγει
τριζόνι προδομένη ηχώ των προγόνων
σείοντας τον χρόνο
επιστρέφει λάμνοντας
βαρκάρης του χαμού
κυλάει στο γενέθλιο κύμα
για κει που κανείς δεν περιμένει
το λίκνο που γεννήθηκε μόνος.

 

 

ΑΝΤΑΡΣΙΑ

 

Το κέντρο του θαύματος παντού
το πεπρωμένο τού πουθενά
όλη μας η γνώση ερωτηματικά
ίσως να σήμανε η ώρα να συναντηθούμε
μ’ αυτό που γυρεύει να εμφανιστεί
ή τις αισθήσεις μας η αλήθεια ανεπανόρθωτα προσπέρασε
κι εμείς πρόσφυγες μες στο θαύμα
ποιμένες της έκστασης του κενού
για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας
αν με τραβάει κάτι είναι η δόνηση
πριν απ’ την πτήση των πουλιών
και η αλχημεία των άστρων στ’ αρχαία μουράγια
ρίχνει η ζωή τα δίχτυα και ανασύρει
τον χρόνο και την περιπλάνηση
το τέλος του παιχνιδιού παίχτηκε ερήμην
κάπου αλλού
δεν θέλω να περιμένω άλλο
όρθιος μιλώ
για την ψυχή που πυρακτώνεται και λάμπει
για τον καπνό την τέφρα που αναθρώσκει.

 

ΡΟΥΣ ΚΑΙ ΡΟΗ (2014)

 

ΓΕΡΝΑΕΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ

Στον Τόλη

Γερνάει το σύμπαν
γερνάει
οι γαλαξίες σχεδίες απομακρύνονται για να γνωρίσουν
ξαναγυρίζοντας στη νιότη
στο υπόγειο της δημιουργίας
η αγωνία του τυχαίου να διαιωνίσει
έναν ανομολόγητο πόθο
αίσθηση της ροής σε μια άδεια θάλασσα
είμαι ο πρώτος που μπήκα
μετάσταση προσωρινότητας
αποπλάνηση φανταστική η ζωή
ο θάνατος βαρκάρης της αθανασίας
και η αιωνιότητα αέρινη σκέψη περαστική
συγκοινωνούντα δοχεία αφίξεων και αναχωρήσεων.

Υπάρχω μες σε κάτι
ανύπαρκτο
ό,τι μου μοιάζει είναι ο κανένας
που αργοπορεί
κάτω απ’ το δάσος των αστερισμών
τραβώντας προς το άπειρο
πάνω από ένα θλιμμένο παράδεισο.

 

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΛΑΟΣ

 

Είμαστε ένας παράξενος λαός
φυλή διαττόντων
αστροσκόνη στους μύθους των άλλων
ενάλιος πλούτος της μοίρας
εξόριστος στις αίθουσες των μουσείων
ορίζαμε κάποτε τη φωτεινότητα του πουθενά
γερασμένοι κωπηλάτες της ιστορίας
γυρεύουμε ένα όνομα γι’ αυτό που λείπει
τη διαιώνιση μιας απούσας διαδρομής
για τη ροή στο απρόσμενο
τον τόπο που οι πεθαμένοι θεοί
αναπνέουν ακόμα.

 

 

ΦΩΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ

 

Είμαστε εκεί αγέννητοι
όλοι και μόνοι
μες στη συνείδηση του άχρονου
το έμβρυο της αβύσσου
κουλουριασμένο στο βρόχο της νοσταλγίας
δακτυλικά αποτυπώματα της μοναξιάς
ο λυγμός τού αύριο
στο κύτταρο του μηδενός.

Ασφυκτιούν το φως και ο χρόνος
ονειρεύονται άλμα στο άγνωστο
μαζεύουν τους ανέμους και ξεσπούν
ένα βέλος από άγνωστο χέρι σημαδεύει
την καταγωγή της εφηβείας
κι η αθωότητα του πεπρωμένου γίνεται ιστορία.

 

 

Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

 

Εγώ επινόησα τον εαυτό μου
ιθαγενής του απείρου
εδώ μ’ εξόρισε η βαρύτητα
λες κι η ζωή είναι ένα μονοπάτι για την άγνοια
τι να τον κάνω τώρα τον Οδυσσέα
συνείδηση της φυλής που αυτοκτονεί
έτσι που στέκει κι αφουγκράζεται
τον ήχο των κουπιών πανί στον ορίζοντα
το θαύμα που αέναα συσσωρεύει σκόνη ονείρων
τώρα που η διαφάνεια των μύθων φθάνει ανέπαφη
περ’ από κείνον περ’ απ’ την Ιθάκη.

 

 

ΑΛΛΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ

 

Το σπίτι μου είναι μακριά
στις εκβολές του φωτός στην καταχνιά της μοναξιάς
παράλληλο της πραγματικότητας που εξανεμίζεται
αρχέγονη νιότη σκέφτεται
τον εαυτό της κι υψώνεται
στην κατακερματισμένη ενότητα που μας επινόησε

Θα μπορούσα να ζήσω εκεί
διασχίζοντας τοπία εξουθενωμένων διαστάσεων
πίσω απ’ τις προσόψεις των εποχών
που βλέπουν άλλες θάλασσες
για κάποιο λόγο υπήρξα ένα έκθετο
κάτω από τόσους ουρανούς
θραύσματα ψυχών συγκλίνουν μέσα μου
σβήνει η ηχώ στο κενό κι αφουγκράζεται
τον αντίλαλο παλιάς ανάμνησης
εκείνου που δημιούργησε τη νύχτα.

 

 

ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

Βιβλία ανοιχτά
φιμωμένο το άπειρο το βάρος του ακουμπά
στις σελίδες σφηνωμένη η αθανασία χωρίς τέλος
κανείς δεν ξέρει τι απέγινε το άγγιγμα του Θεού
απ’ τη βουή της θάλασσας τις κοίτες των ποταμών
αναδύεται πολύς πόνος
για την πτώση των εποχών
το λιμάνι άδειο
κι ένα καλοκαίρι πέρα
σαν αποτραβηγμένη ψυχή
και η βάρκα απ’ τη μοίρα οδηγημένη περνάει
φορτωμένη ανέτοιμα βρέφη μετανάστες
μιας ατέρμονης πολλαπλότητας.

Στις ανακωχές και στους αντίλαλους
η ιστορία διηγείται το μύθο της.

 

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ (2011)

 

ΤΟ ΔΙΧΤΥ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

 

Από κάτι σαν λυγμό
ξυπνάω τις νύχτες
η βαρύτητα έρχεται καταπάνω μου
το απρόσιτο έκανε τον ουρανό
για να κρυφτεί στις πτυχώσεις του
μη με ρωτάς πού πήγε η νιότη
οι παλιοί φίλοι
συσπειρωμένοι γύρω απ’ την εφηβεία
περνούν με τους ήρωες
σε μια εφήμερη αιωνιότητα
ανεπιστρεπτί,
το γραμματοκιβώτιο γεμάτο βροχή
τα γράμματα της θάλασσας φθάνουν
τη ματαιότητα του φεγγαριού ακολουθώντας,
χρόνια πριν γεννηθώ
ήμουν ένα θραύσμα φανταστικής συνείδησης
παγιδευμένο στο δίχτυ του χρόνου
σε μια περιπλοκή του καιρού.

Απ’ όλα τα ναυαγισμένα πρωινά
σηκώνεται πίκρα ιστιοφόρα
πυξίδα τού πουθενά γεννάει
ένα παράξενο πουλί που αυτοσυγκεντρώνεται
λίγο προτού να εκραγεί σε νότες.

 

 

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΙ

 

Έξω απ’ το παράθυρο μου
βιαστικοί αγγελιοφόροι
μεταφέρουν ανερμήνευτες συγχορδίες
στα σκουριασμένα κύτταρα της προαιώνιας θλίψης.

Πέρ’ απ’ το τίποτα
η οδύσσεια του Θεού
στο αδιαπέραστο
στ’ άδυτα της Ιθάκης.

 

 

ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

 

Έτρεξα να προλάβω τη ζωή
μ’ αυτή απομακρυνόταν ολοένα
χρονοσκιά γεμάτη κωδικούς και σινιάλα
γιατί ήξερε
πως κατά κάποιο τρόπο δεν υπήρξα ποτέ
καθώς δεν ήμουν ο προορισμός της αστραπής
αλλά η αναγγελία θανάτου ενός αντικατοπτρισμού.

Η μοναξιά γεννήθηκε πριν απ’ το σύμπαν
μια ημιτελή νύχτα
από έναν άνεμο που έμοιαζε με φως
κι απ’ τις σκόρπιες αισθήσεις
ανεκπλήρωτου έρωτα.

 

 

Η ΣΧΙΣΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

 

Στην Κύπρο κάποτε ήμουν ο Πρωτέας
χιμαιρικός κωδικός της νιότης
γιος του Άρη και της Αφροδίτης
η ιστορία επιμένει πως δεν υπήρξα ποτέ
όμως οι σύντροφοι μου πάνε χρόνια που κοιμούνται
οε μιαν άκρη του Τύμβου άλλοι
κι άλλοι κάτω απ’ την χλόη των βορεινών λόφων.
Όσοι έφυγαν, έφυγαν
ίσως να γνώρισαν
όλες τις πιθανές εκδοχές του χάους
φυσιογνωμίες που μεγαλώνουν
έξω απ’ τις κατευθύνσεις του χρόνου
και τις σχισμένες σελίδες της ιστορίας.

Ένας άνεμος απαλός απ’ το Τρόοδος στον Πενταδάκτυλο
περνά στις αψίδες του Μπελαπαΐς
ο Ιλαρίων κατεβαίνει απ’ το βάθρο του
φθάνει στο κάστρο
το ριζωμένο στη θάλασσα
εκεί ποιητές μπαινοβγαίνουν
του νόστου φουσκώνουν πανιά
κι αποπλέουν
σία μονοπάτια του μύθου.

 

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ

 

Φοβάμαι γιατί μέσα μου η αφυπνισμένη νιότη
γεννά αστραπές
βροχή μετεωριτών από υπερκόσμια μουσική
φανταστικές ψυχές που δε γεννήθηκαν
εξεγείρονται
θραύοντας τις διαστάσεις
ενός διάτρητου κόσμου.

Η ουτοπία είναι η σοφία που δεν κατανοήσαμε
δώρο στην καρδιά της ανθρωπότητας
ήρθε ο καιρός να εκφράσουμε το ανείπωτο
λαμπαδηδρόμοι της μοναξιάς και των ονείρων
μύστες ενός άλματος στο χάος
χιμαιρικοί οδοιπόροι της σκοτεινής πλευράς του εγκεφάλου
προφήτες κι ερευνητές μιας γνώσης
που μας δόθηκε,
ήρθε ο καιρός, χωρίς επιστροφή,
να συναντήσουμε το σύμπαν.

 

 

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΡΙΟ (2010)

 

 

Ο ΑΛΛΟΣ

 

Κείτεται μες στην ιστορία χιλιάδες χρόνια
στη σιωπή των μουσείων, στα βιβλία
σαν αδιόρατη κραυγή σ’ ένα άλλο μήκος κύματος
κάτω από τη σκόνη των αιώνων.

Κείτεται μέσα μου
με την ψυχή του διάτρητη
τοιχογραφία της φθοράς,
διαρρέει από τις φλέβες του ο καιρός
σπέρνοντας λέξεις που σφυρίζουν σαν τον άνεμο
ψάχνοντας ένα τόπο ν’ ακουμπήσουν
τα μελλούμενα χρόνια
να μοιράσουν τ’ αγέννητα παιδιά.

 

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΟΙΞΗ

 

Γράφω για την τελευταία άνοιξη,
θα ‘ρθει πυροβολώντας στα έγκατα του ύπνου μας
μ’ ένα πολύχρωμο μπαλόνι
ένα τραπεζομάντιλο γεμάτο παπαρούνες.

Για την απολιθωμένη πατρίδα μου γράφω,
τ’ αγάλματα και τα μνημεία που σαπίζουν στη βροχή
τα σπίτια που λυγίζουν έξω απ’ τον καιρό τους
τις φλέβες της που χύνονται στο τίποτα.

Με το αίμα μου γράφω
Για σένα που με κοιτάς στα μάτια
σαν ανοιγμένη καρδιά
μικρού παιδιού.

 

 

ΤΟ ΜΑΥΣΩΛΕΙΟ

 

Είμαι ο τελευταίος ξέρεις που υπερασπίζεται τον έρωτα
οε μιαν άδεια πόλη,
γεμάτη συνθήματα και υποσχέσεις.
Αγκυροβολημένος εδώ
σ’ αυτό το μαυσωλείο των χρωμάτων,
ίσως να ‘χω φτάσει σε μιαν ώρα
που όλα τελειώνουν ή αρχίζουν.

Έτσι που τα πράγματα βαραίνουν μες στην ανωνυμία
πάνε χρόνια τώρα που ζωγραφίζω ένα παράθυρο στην ψυχή σου
γεμάτο θάλασσα,
κάθομαι ώρες και προσπαθώ να σου πω
πως ο έρωτας είναι η τελευταία επανάσταση στη ζωή μας.

 

 

ΚΙΒΩΤΟΣ

 

Σαράντα χρόνια πέρασε κωπηλατώντας στο αίμα
η ψυχή του διάφανη αντένα ανιχνεύοντας
ό,τι έμαθε πως είναι ζωή.
Το ‘ξερε πως θα πεθάνει και λυπόταν
γιατί δεν είχε ν’ αφήσει τίποτα στον κόσμο
παρά ένα βαθύ ανυπόταχτο τραγούδι.

 

 

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

 

Αυτή τη νύχτα ας μην ξυπνήσουμε
όσους κοιμούνται δίχως όνειρα,
ακέραιοι κι ανύποπτοι
τυλιγμένοι το κουκούλι της αθωότητάς τους,
κάποιοι αγρυπνούν,
γλιστρώντας στην άνοιξη που ετοιμάζουν
έρποντας μες στα χρώματα
μεταγγίζουν το αίμα τους
στο σώμα του αύριο.

Αυτή τη νύχτα μας πολιορκεί
η άνοιξη και τα παιδιά
οι φαντάροι που προχωρούν στα σκοτεινά.
Στρέφοντας το κεφάλι πίσω
κατά τη νιότη των πραγμάτων,
κάτω απ’ το κέλυφος του ονείρου
μεταμορφωνόμαστε σ’ ένα σπόρο
σφηνωμένο στις μέρες του μέλλοντος.

 

 

ΠΥΡΕΤΟΣ

 

Μια θαμμένη άνοιξη η ψυχή μου
συστρέφεται
γράφοντας, μιλώντας, ζωγραφίζοντας
ματώνει,
φυλακισμένη στο κουκούλι
μιας μετέωρης στιγμής
σαν μια ανυπόταχτη λέξη
που συντρίβει τον εαυτό της
γυρεύει την πρώτη της ρίζα
της αβύσσου το στίγμα.

 

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

 

Κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων,
κοινώνησε με ελευθερία και φως,
σηκώνοντας το χέρι έδειξε
κατά το γαλαξία
και αναχώρησε.

 

 

ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Φως, χυμένο αίμα της νύχτας
φως, αγρύπνια γαντζωμένη στις αρτηρίες μας,
λίγο προτού η άβυσσος καταπιεί την ιστορία
η εποχή μάς έχει εγκαταλείψει.
Είμαι το τελευταίο ζωντανό μήνυμα,
η τελευταία ουτοπία,
ο ασυρματιστής που εκπέμπει
την ψυχή του.

 

 

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΚΟΣΜΟ (1980)

 

 

ΕΝΑΣ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΥΡΙΟ

 

Άιντε λοιπόν καρδιά μου
ας τραγουδήσουμε
για το παιδί πούφυγε χρόνια πριν
μιλώντας σ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
για το αύριο πού θ’ αναδυθεί
απ’ τις παλιές μας πατρίδες.

Ονειρευτήκαμε πολύ
ονειρευτήκαμε,
όπως ο μεθυσμένος που περπατάει
κοντά στο άπειρο
τό δέντρο πού βυθίζεται στον άνεμο.

Ας τραγουδήσουμε κι ας ξαναγεννηθούμε
στο σφυγμό της απεραντοσύνης μέσα.

 

 

ΣΠΟΡΑ

 

Τώρα πού έμαθα να μιλώ με τα δέντρα
να περπατώ στις κομματιασμένες μέρες,
θέλω να μιλήσω απλά
γιατί αύριο δεν ξέρω
αν θα μπορώ ν αγγίζω τους ανθρώπους.

Τούτα τα λόγια δεν είναι στίχοι
το χέρι μου πού ψαύει την καρδιά σου είναι
τα μάτια σου που με κοιτάζουν λυπημένα.

 

 

ΡΥΤΙΔΑ

 

Κάποτε έρχεσαι από το βάθος
όπως μια μοναχική πατημασιά.
Σκαρφαλωμένος στα γυμνά κλαδιά, στις φλέβες των δέντρων
στις φλέβες της ζωής που χύνονται στον ουρανό,
έτσι σε θυμάμαι
σα μια άγρια ρυτίδα
που προεκτείνεται στον ύπνο μου.

Ένα γράμμα που ταξιδεύει ειν’ ο κόσμος, έλεγες,
και ή ζωή φεύγει, φεύγει, φεύγει,
μόν’ η ψυχή μας που τη γδύνει η βροχή
απορημένο σύννεφο που έχασε τον ουρανό του.

Έτσι σε θυμάμαι
ν’ ανασηκώνεσαι άνοιξη στη διαφάνεια του χειμώνα
σα την καρδιά των θρυμματισμένων καιρών
π’ απλώνει το χέρι της
και κείνο το τριζόνι πού μας γνέφει μες απ’ τη μοναξιά του.

 

 

ΓΕΝΝΗΣΗ

 

Κανείς δε με ρώτησε από πού έρχομαι,
αιμοσφαίριο της αιωνιότητας
εκσφενδονισμένο
ανάμεσα σ’ αυτούς τους τοίχους.

Μπορώ κι ακούω την καρδιά μου να χτυπάει
το αίμα μου να κυλάει
και τη μνήμη μου κάποιες λέξεις να τυραννούν,
ζωή και θάνατος
ελευθερία.

 

 

ΑΠΟΙΚΙΑ

 

Ό γιαλός, αυτές οι νύχτες, αυτό το πλήθος
θα ξανάρθει,
όμως εμείς δεν θα είμαστε πιά.
Απ’ τις ρωγμές του καθρέφτη
φεύγουμε μακριά πολύ.
Αυτά τα κουρασμένα σώματα
θα ξαναγυρίσουν,
όμως άλλες αταίριαστες ψυχές θα μας καλούν μέσα τους.

Από τους ήχους, το σκοτάδι και το φως περνούμε
φωνές του καλοκαιριού και του χειμώνα,
φεύγουμε βαθιά πολύ,
ώσπου να γκρεμιστεί μέσα μας η απεραντοσύνη.

 

 

ΜΝΗΜΗ

 

Αυτός πού θορυβεί απόψε στην καρδιά σου,
ίσως είμαι εγώ,
αυτός πού φτερουγίζει στο αίμα σου
με τον ερειπωμένο καιρό στο βήμα του
μ’ ένα Θρυμματισμένο φεγγάρι στη μνήμη,
ίσως είμαι εγώ.

Χρόνια ταξιδεύω στην απουσία
μ’ ένα παλιό άνεμο στα χείλη
σαν ένα γερασμένο πουλί.
Οι άνθρωποι φθείρονται κι αλλάζουν ζωή
και συ γυρεύεις το στίγμα της χίμαιρας,
μια φωτιά να καείς
ένα τέλος να συντριβείς.

Το αίμα σου ένα σπασμένο φτερό λεηλατεί
ένα απολιθωμένο όνειρο.

 

 

ΑΠΟΥΣΙΑ

 

Έφυγε έτσι, ξαφνικά
και δεν ήξερες αν
αλήθεια είχε έρθει ποτέ.
Η φωνή του ερχόταν απ’ το χθες
τα μάτια του απ’ το αύριο
και το σώμα του ήταν
μια βαλίτσα
κι είχε κλεισμένο μέσα
ένα φεγγάρι.

 

 

ΟΙ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΦΩΝΕΣ

 

Μόνε και σιωπηλέ ταξιδιώτη,
τη γη πού πίστεψες πώς φτάνεις,
πια δεν θα βρεις.
Η αποικία πού τόσο αγάπησες
πάντα θα φεύγει,
μέσα στις βροχερές νύχτες του καλοκαιριού
με τους αστερισμούς της θάλασσας
στα παιδικά σου χρόνια.

Άποικε πικραμένε
που κυνηγάς χιμαιρικά ταξίδια
κι ακολουθείς τις μυστικές φωνές τους
από λιμάνι σε λιμάνι,
στις φυσιογνωμίες των φίλων πού χάθηκαν πάντα θα γυρίζεις
και τη ζωή σου θα γυρεύεις στα μακρινά τραγούδια.

 

 

ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ

 

Μη γράφεις βιβλία για μένα
μη κλαις για μένα
φεύγω βαθιά στον αποχωρισμό.
Τούτη τη θλιμμένη Κυριακή
τούτη τη θήκη της χίμαιρας
ένα τρυφερό χέρι περνάει απ’ την καρδιά μου.

Είμαι δω για κείνους πού χάθηκαν
για κείνους πού μεγάλωσαν στη μοναξιά
όπως τα δέντρα.

Μη με περιμένεις
έτσι ήταν πάντα,
τα δέντρα μεγαλώνουν στη μοναξιά
κι η αγάπη παλιά όσο το σώμα μου
ουρλιάζοντας στο αίμα μου μέσα πάει.

Κάποτε θα γυρίσω στο παλιό μου σπίτι
κρατώντας στα δόντια τη ζωή
πού πάει να ξεχαστεί.

 

 

ΛΕΗΛΑΣΙΑ

 

Ήρθες, μ’ ένα ασήκωτο όνειρο
κι ακόμα δεν έμαθες να γελάς
ν’ ανασυνθέτεις την ελπίδα.
Όπως μια χειρονομία που κόπηκε
ανηφορίζουν στην ψυχή σου
θρυμματισμένες οι ώρες.
Μη την φωνάζεις, δε θα ρθει
ανεξιχνίαστη, αινιγματική, απρόσωπη
λεηλάτησε, λεηλατήθηκε
κι αποδήμησε μακριά πολύ.

Η φωνή σου εκτείνει στον άνεμο
τον γαλαξία της ερημιάς σου,
βαθύ πλεούμενο, ανεπίστροφο,
τεντώνεται μέσα σου σα βροχερή μέρα
της απουσίας το ανείπωτο, όμως
μη την φωνάζεις, δε θα ρθει,
η χίμαιρα κυλάει στο αίμα της
κι ας γυρίζεις το κεφάλι, όταν
περνούν τά τραίνα, όταν
στο φινιστρίνι των παλιών καιρών
συντρίβεσαι,
στίγμα της μνήμης και της λησμονιάς.

 

 

ΜΙΑ ΦΟΥΧΤΑ ΦΩΣ

 

Θα πρέπει να πέρασε πολύς καιρός
μια εκπυρσοκρότηση από χρόνια
ίσια στην καρδιά μας,
ένα παράξενο κοχύλι μ’ ανοιγμένα φτερά
τη ζωή μας κόβει στα δυο
μας μαθαίνει να κοιταζόμαστε στα μάτια.

Αν είχα πατρίδα
θα σ’ έπαιρνα μαζί μου
στο αύριο,
μ’ ένα κλαδάκι ανθισμένη βροχή
στα μαλλιά σου ξεχασμένο,
μια φούχτα ανεμοδαρμένο φως
στη νιότη σου.

 

 

ΑΝΑΔΥΣΗ

 

Δεν είναι πού περίμενα τα χρόνια που ‘λειπες
δεν είναι που η ζωή μου κάνει πανιά.
Είναι που η ψυχή μου βουλιάζει στην απουσία
το αίμα μου που ουρλιάζει στις φλέβες.

Είναι που τα πουλιά όλο και χάνονται
γίνονται δέντρα
και σωπαίνουν.

 

 

ΑΠΟΙΚΟΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (1966)

 

 

ΤΥΨΗ

 

Πήγα και κάθισα κάτω απ’ το κόκκινο φανάρι
στη στροφή του δρόμου με τους στεναγμούς
Η βροχή έκανε ποτάμι τ άστρα.
Άνοιγε μέσα μου ο κύκλος.
Το ρολόι έδειχνε δώδεκα και πίκρα.
Ήρθαν και με βρήκαν
απ’ τις τέσσερις γωνίες της νύχτας
με αλλόκοτους ψίθυρους
και κλειδώθηκαν βαθιά στο αίμα μου
οι πέτρες με τα γαλάζια μάτια
τα πουλιά με τα γαλάζια νύχια
και μάτωσαν τη συνείδηση μου.

 

 

ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ

 

Ο δρόμος
το πέλαγος ο ανεμοδείχτης
ψηλά στη γέφυρα τ’ ουράνιου τόξου
η αγάπη με τη σιωπή της
η νύχτα με τ’ ακρογιάλια της
λάμπουν μακριά μας
σαν τ άνθη
σαν τον άνεμο.
Το άστρο
η βροχή
το καράβι
φέρνουν από μακριά
ένα τραγούδι
ένα θρήνο
σαν παραμύθι
σαν το παιδί που κλαίει.

 

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ‘ΡΘΟΥΝ

 

Θ’ ανεβώ ψηλά στη γέφυρα
ν’ ακούσω τη βροχή
και την οδύνη
τ’ ουράνιου τόξου.
Ακούστε !
Έρχεται
απ’ τους δρόμους της αιωνιότητας
μια καρδιά χιλιάδων χρόνων.
Ακούστε !
Ο άνεμος ταξιδεύει πίσω από τον τοίχο.
Έρχονται οι πολιτείες
από τις επάλξεις του χρόνου
με γιγάντια βήματα.

Ανοίγω τα παράθυρα της νύχτας
στα πιο ψηλά κλαδιά της μοναξιάς μου.
Οι πύργοι
που τρέχουν στις οροσειρές
και τα λευκοντυμένα χελιδόνια
ακούν
των αρχαγγέλων το άσμα
και τα ουράνια βήματα της χαραυγής.
Ψηλά
τα όρη
οι δρόμοι
τα πάρκα
ανεμίζουν ένα χαμόγελο.

 

 

ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

 

Αυτό το αμφίβολο φως
σχήματα και ιδέες μέσα σε μιαν ακινησία
όπως ένα σταματημένο απόγευμα
σε μια τομή του χρόνου.

(Είμαι ένα άδειο αντηχείο
ένα τέλμα από αντανακλάσεις).

Αυτό το κοιμητήριο των αισθήσεων
τα δάκρυα
πού λάμπουν μες στο χάος
επιδεινώνουν τη μοναξιά
συνθλίβουν τη θέληση.

 

ΑΠΟΙΚΟΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

 

Δεν φθάσαμε σ’ άλλη γη
εμείς οι πρώτοι άποικοι της νύχτας
τα χρόνια μας τ αφήσαμε στις φτωχογειτονιές
να μεγαλώνουν να γέρνουν και να πεθαίνουν
τα μάτια μας τα εξαντλήσαμε
ακύμαντα και σιωπηλά τις νύχτες.
Σ’ αυτή τη θάλασσα
ριζώσαμε.
Σ’ αυτούς τούς δρόμους τη ζωή μας σπαταλήσαμε
την ηχώ μας ανέκκλητα ξεχάσαμε.

 

 

ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ

 

Χρόνια περιμέναμε στο σταθμό ένα τραίνο πού ποτέ δεν πέρασε
με τις αποσκευές στα χέρια
το πρόσωπο προσηλωμένο στην τελευταία στροφή
έτοιμοι πάντα για αναχώρηση.
Κάπου θέλαμε να ταξιδέψουμε
και μείναμε εκεί στο σταθμό
περιμέναμε ένα τραίνο πού δεν πέρασε
μαρμαρωμένοι ταξιδιώτες
έτοιμοι πάντα για αναχώρηση.

 

 

ΤΑΞΙΔΙ

 

Βρεθήκαμε στις άδειες αίθουσες ενός μουσείου
πρόσωπα άγνωστα μαρμαρωμένα.
Σ’ αυτό το απέραντο αντηχείο
ο θόρυβος των κλειδιών στην πόρτα
και τα βήματα του φύλακα
μας θυμίζουν ένα ταξίδι.
Μέσα μας πλαταίνει μια άλλη ζωή
(πατρίδα αντίο)
μέσα μας υφαίνεται μια καινούργια σημαία
για την καινούργια πατρίδα τους καινούργιους καιρούς.

 

Για τον ΑΛΧΗΜΙΣΤΗ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ ο Δήμος Χλωπτσιούδης έγραψε:

Ο Βασίλης Φαϊτάς αντιμέτωπος με το χάος

Ο Βασίλης Φαϊτάς εντάσσεται στη σαλονικιώτικη γενιά του ’70. Η ποίησή του συνδέεται με τη λογοτεχνική παράδοση της πόλης· ωστόσο, ο Φαϊτάς κινείται μεταξύ της υπερρεαλιστικής παράδοσης της γενιάς του και της εσωτερικευμένης ποίησης της δεύτερης τριανδρίας της πόλης. Στην ποίησή του πάνω σε μονοπάτια ανθρώπινων αισθήσεων και συναισθημάτων συναντώνται λυρικά στοιχεία με υπαρξιακούς προβληματισμούς μέσα από ένα ανθρωποκεντρικό πλαίσιο.

Στη νέα του ποιητική συλλογή (Ο αλχημιστής του χάους, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2015), επιβεβαιώνεται ότι η ποίηση του Φαϊτά είναι εσωτερικευμένη, υπαρξιακή. Η ρέουσα αφηγηματική ροή αντισταθμίζει το αίσθημα του χάους που γεννά η απουσία της στίξης και ο σουρεαλιστικός εικαστικός πλούτος. Ο ποιητής αντιμετωπίζει ένα αίσθημα απογοήτευσης και περιθωριοποίησης, ανήμπορος να κινηθεί μέσα στο χάος που τον κυκλώνει.

Ο χρόνος για τον Φαϊτά αποτελεί ένα βασικό θέμα ποιητικής διαπραγμάτευσης («Αφηγήσεις της ροής», «Ο πρόγονος»). Προσπαθεί να αντιληφθεί το πέρασμα του χρόνου και τη διαστολή του στη φύση ακολουθώντας τα εσωτερικά. Η αγωνία του για την νεότητα είναι έκδηλη στην ποιητική του («Η Παράσταση», «Θρόισμα», «Φέγγος», «Οιωνοσκόποι»). Αποζητά την αλήθεια για τον άνθρωπο μέσα σε ένα βίαιο σύμπαν με ένα αίσθημα απελπισίας και ελπίδας αντάμα. Μέσα σε ένα βίαιο σύμπαν αποζητά τη συνείδηση της αλήθειας («Ευγνωμοσύνη») ως πεπρωμένο («Άραγε», «Μαγική εικόνα») ή στοιχείο θνητότητας («Η εφηβεία της περιπλάνησης»).

Η ποιητική αλχημεία είναι ο δικός του τρόπος να αντισταθεί στην διάλυση που παρατηρεί. Η αναζήτηση της καταρρέουσας ουτοπίας επανέρχεται συχνά στην ποιητική του («Ο κομπάρσος», «Αναδρομή», «Εδώ και αιώνες», «Αθανασία») μαζί με την αναζήτηση των ονείρων («Ομφάλιος λώρος», «Ο πρόγονος», «Ευγνωμοσύνη»).

Το κοινωνικό χάος απειλεί είτε να τον βουλιάξει στο υγρό στοιχείο ή το σκοτάδι είτε να τον καταρρίψει μέσα από ατομικά και κοινωνικά αδιέξοδα («Αλκυονίδα», «Νεάντερταλ», «Καρουζέλ»). Ωστόσο, το προσωπικό στοιχείο υπόκειται σε μία συνεχή αναδημιουργία μέσα στο συλλογικό χάος και συχνά προς μία ακαθόριστη δευτεροενική παρουσία. Ένας λανθάνων ερωτισμός, ως στοιχείο αναγέννησης και κίνησης του ποιητικού του σύμπαντος εξαγνίζει τη σκόνη του χάους («Πανσπερμία του έρωτα») και τις παραχαραγμένες ψευδαισθήσεις («Ευγνωμοσύνη»).

Ο φόβος της βύθισης και της κατακρήμνισης αισθητοποιείται –άμεσα ή ως απειλή– με τη συχνή εμφάνιση του υγρού στοιχείου (θάλασσα/ωκεανός, ποταμός, πανί, ναυάγιο κλπ) και του ύψους (σύννεφο, ουρανός, υψωμένο). Ο ποιητής μοιάζει τόσο μικρός μέσα στο χαώδη χώρο που οριοθετούν οι ορίζοντες.

Ένα συναίσθημα μελαγχολίας αναδύεται από τις συνθέσεις της συλλογής. Η χαλαρή υπερρεαλιστική γραφή του Φαϊτά εντείνει το συναίσθημα της απογοήτευσης μέσα από τη στιχουργική μαγεία των λέξεων και την εικονοπλαστική γοητεία του στίχου του.

Το μήνυμα συμπλέκεται με τη «χαώδη» εικαστική που δίνει μία αίσθηση κίνησης, εκμεταλλευόμενη τη συνειρμική σύνθεση των εικόνων. Άλλωστε, θεμέλιο ιδεολογικό του σουρεαλισμού είναι η άρνηση των κανόνων του μικροαστικού καθωσπρεπισμού· είναι η καλλιτεχνική αναρχία και το ποιητικό χάος που ως σύνολο όμως αποκτά –με βάση τους συνειρμούς– ενότητα και νόημα. Η πολυκεντρικότητα και το εικονοπλαστικό ψηφιδωτό διαστέλλουν το ποιητικό του σύμπαν.

Μέσα στο σκοτεινό χάος του Φαϊτά όμως διακρίνονται σημεία φωτός· η φωτεινότητα που άλλοτε «σπάει» το σκότος κι άλλες φορές πλημμυρίζει μέρος του ποιητικού κάδρου, αισθητοποιείται με την εμφάνιση των άστρων («Αναδρομή», «Τριζόνι», «Λίκνισμα», «Αθανασία», «Σαν ταινία», «Άραγε», «Ανταρσία», «Η Παράσταση») ή φωτοχυσία («Μαγική εικόνα», «Η εφηβεία της περιπλάνησης», «Ευγνωμοσύνη», «Αλκυονίδα», «Φέγγος», «Η αυγή», «Η νέα ημέρα»).

Παράλληλα, τη εμφάνιση του γαλάζιου, το μόνο χρώμα που καταγράφεται ως λέξη άμεσα («Φλεγόμενη βάτος», «Λίκνισμα», «Μαγική εικόνα») ή εκφράζεται εικαστικά μέσα από το υδάτινο περιεχόμενο («Ταξίδι σε ένα παράλληλο σύμπαν», «Αλκυονίδα», «Η Παράσταση», «Σαν ταινία», «Φέγγος», «Φλεγόμενη βάτος») ή το ουράνιο («Άραγε», «Ο πρόγονος», «Λίκνισμα», «Ο αλχημιστής του χάους», «Ανταρσία»). Η παρουσία της χλωρίδας («Πανσπερμία του έρωτα», «Οιωνοσκόποι», «Φέγγος», «Ο αλχημιστής του χάους») και της άνοιξης («Μαγική εικόνα», «Ευγνωμοσύνη», «Η Παράσταση») προσφέρει χρώμα περιορίζοντας ακόμα περισσότερο τα σκοτεινά σημεία.

Οι εξωτερικές εικόνες και η κίνηση –συχνά με λέξεις που δε τη δηλώνουν άμεσα–εξοστρακίζουν το σκότος, ακόμα κι αν δεν υποδηλώνεται άμεσα η φωτεινότητα. Η κίνηση εκδηλώνεται με τη συχνή παρουσία του ανέμου («Η Παράσταση», «Αλκυονίδα», «Αφηγήσεις της ροής», «Σαν ταινία», «Ομφάλιος λώρος», «Φλεγόμενη βάτος», «Ο αλχημιστής του χάους», «Πανσπερμία του έρωτα») των υδάτινων ροών («Μαγική εικόνα», «Νεάντερταλ», «Τριζόνι», «Εδώ και αιώνες»).

Η πλήρης απουσία στίξης συνδέει τα νοήματα και δημιουργεί μία αίσθηση στιχουργικής ρευστότητας και συνέχειας των πάντων· έτσι όμως ο ρυθμός μένει ελεύθερος στην απαγγελία με το χρόνο να διαστέλλεται· τη χρονική διαστολή υποστηρίζει και η συχνή χρήση του ενεστώτα, με το εξακολουθητικό του ποιόν ενέργειας και «σπαρμένοι» μέλλοντες («Ο πρόγονος»).

Ενώ στη λιτή του έκφραση κυριαρχούν ρήματα και ουσιαστικά συχνά συναντώνται ονοματικά σύνολα σε ένα στίχο μέσα σε ελλειπτικές προτάσεις με ασύνδετο σχήμα –δίχως τα σημεία στίξης– εντείνοντας το συναίσθημα· έτσι όμως ενισχύεται η αχρονική αίσθηση του τιτλικού χάους· μια αντίληψη ανερμάτιστης ποιητικής αλχημείας με όργανα τις λέξεις και τα συναισθήματα.

Η μελιχρή ροή του ύφους του Φαϊτά αφήνει το συναίσθημα να περιβάλλει σαν φως τον αναγνώστη· σε αντίθεση προς το βίαιο χάος, η γλώσσα του με την εμπλουτισμένη σουρεαλιστικά προφορικότητά της λειτουργεί ως ηλιαχτίδα στο βερμπαλιστικό και δυσνόητο καλλιτεχνικό περιβάλλον.

Κατά τον Σαντζίλιο[1] «ο οπτικός ορίζοντας του Φαϊτά περικλείει μια αρχέγονη  γονιδιακή σύμφυση με ένα αστρικό πεπρωμένο απαισιοδοξίας και μοναξιάς στη περιδίνηση ενός σύμπαντος που μετεωρίζεται από «έναν Θεό σ’ έναν άλλο Θεό», μιας ουτοπίας όπου «το νόημα των λέξεων… διαφεύγει» και η «συνάντηση», στην οποία αναφέρεται ο τίτλος της συλλογής, μένουν έωλα».

 

Δήμος Χλωπτσιούδης

τοβιβλίο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

One response to “ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΪΤΑΣ

  1. Χαίρομαι πολύ για την ωραία αυτή ανθολόγηση της ποίησης του Βασίλη. Μπράβο και καλή συνέχεια, Ανδρέα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s