MARIANNE MOORE

 

Εισαγωγή – Μετάφραση : Βικτωρία Καπλάνη

 

moore 

 

MarianneMoore

 

(1887 – 1972)

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Φανατισμός; Όχι. Το γράψιμο είναι κάτι το συναρπαστικό

και το μπέιζμπολ είναι όπως το γράψιμο.

Ποτέ για κανένα από τα δύο δεν μπορείς να πεις

πώς θα πάει

ή τι θα κάνεις

 

Η γραφή είναι πράγματι ένα παιγνίδι με άγνωστο αποτέλεσμα, μια περιπέτεια με απρόβλεπτες εξελίξεις, στην οποία όμως η MarianneMoore ενεπλάκη συνειδητά, με αυτοπειθαρχία και σύστημα και κατόρθωσε πολύ γρήγορα να συμβάλει κι αυτή με το έργο της στη δημιουργία του μοντερνιστικού λογοτεχνικού κανόνα, στο χώρο της αγγλόφωνης λογοτεχνίας.

Προσωπικότητα γοητευτική, παράξενη και αντιφατική προκάλεσε το ενδιαφέρον των ομοτέχνων της, από τα πρώτα της κιόλας βήματα. Οι λεπτομέρειες της καθημερινής της ζωής παραπέμπουν σε μια γυναίκα του 19ου αιώνα, εγκατεστημένη όμως στο GreenwichVillage του 1920. Η κλειστή αυτή προσωπική της ζωή, επικεντρωμένη στη μητέρα και στον αδελφό της, σε συνδυασμό με την τυπικότητα της συμπεριφοράς της προβλημάτιζε, αλλά και, συχνά, εξόργιζε τους φίλους της. Οι πληροφορίες και οι αναφορές για τη MarianneMoore της δεκαετίας του είκοσι, καταγράφουν τόσο πειστικά, αφενός την επιφυλακτικότητα  και τη συντηρητική συμπεριφορά της κι αφετέρου την εκτίμηση και το θαυμασμό ενός εκλεκτού κύκλου ομοτέχνων για την πρωτότυπη ποίησή της. Η αντίφαση αυτή ανάμεσα σ’ ένα μοντέρνο έργο και μια συντηρητική ζωή θεωρήθηκε παράδοξη και προκλητική και συνέβαλε στη δημιουργία ενός μύθου για το άτομό της, με αποτέλεσμα πολλοί από τους μεταγενέστερους αναγνώστες της να διαβάζουν το έργο της μέσα από το πρίσμα αυτού  του μύθου.

Γεννήθηκε στο Kirkood του Missouri, προάστιο του St.Louis, στις 15 Νοεμβρίου 1887. Ο πατέρας της εγκατέλειψε νωρίς την οικογένεια, λόγω οικονομικών και προσωπικών του προβλημάτων, γεγονός που αναγκάζει τη μητέρα της να πάρει τη Μarianne και το μεγαλύτερο αδελφό της και να γυρίσει στο πατρικό της, όπου έμειναν μέχρι το 1894. Στη συνέχεια, εγκαταστάθηκαν στο Carlisle της Πενσυλβάνια, όπου η μητέρα της εργάστηκε ως δασκάλα αγγλικών.

Η MarianneMoore αποφοίτησε το 1909 από το κολέγιο BrynMawr της Pennsylvania, στο οποίο φοιτούσε και η H. D., ταξίδεψε στην Ευρώπη με τη μητέρα της και από το 1911 μέχρι το 1915 δίδαξε στενογραφία, γραφομηχανή και εμπορικό δίκαιο στο U.S. Indian School στο Carlisle. Με τη μητέρα της άλλαξαν κατά καιρούς τόπους διαμονής, ακολουθώντας τις επαγγελματικές μετακινήσεις του ιερέα αδελφού της,  αρχικά στο NewJersey, μετά στο GreenwichVillage και το 1916 εγκαταστάθηκαν στο Brooklyn της Νέας Υόρκης. Ο δεσμός ανάμεσα στα τρία μέλη της οικογένειας υπήρξε εξαιρετικά ισχυρός και κράτησε σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Η MarianneMoore ζει διαρκώς μαζί με τη μητέρα της, μέχρι τη χρονιά που εκείνη πεθαίνει, το 1947. Πολύ συχνά αναφερόταν στο ενδιαφέρον της μητέρας της για τη γλώσσα και την ακρίβεια στην έκφραση και σ’ αυτήν αφιέρωσε τα CollectedPoems.

Άσκησε διάφορα συμβατικά επαγγέλματα : γραμματέας σε σχολείο θηλέων, υπάλληλος σε βιβλιοθήκη, τα οποία, όπως ισχυριζόταν σε συνεντεύξεις της, δεν την ικανοποιούσαν, ενώ, παράλληλα, έγραφε τα ποιήματά της και παρακολουθούσε με πάθος αγώνες μπέιζμπολ.Την ίδια εποχή άρχισε να συναναστρέφεται με μια ομάδα πρωτοποριακών ζωγράφων και συγγραφέων που συνεργαζόταν με το περιοδικό Others.

Το 1915  οι στίχοι της άρχισαν να δημοσιεύονται στα περιοδικά : TheEgoist του Λονδίνου, Poetry του Σικάγο και Others της Νέας Υόρκης, με αποτέλεσμα να αρχίσει μια μικρή μεν, αλλά ουσιαστική αναγνώριση του έργου της από τους ποιητές της γενιάς της. Έτσι, μέσω αυτών των περιοδικών εισέρχεται στον κόσμο της πρωτοπορίας και των μοντερνιστών. Τα πρώτα της έργα διακρίνονται για την αυστηρή ακρίβεια στην έκφραση, την περίτεχνη φράση, την απελευθερωμένη από παραδοσιακούς συνειρμούς γλώσσα και τα περίπλοκα στροφικά και προσωδιακά συστήματα, σε αντίθεση με το μεταγενέστερο έργο της που είναι λιγότερο περίτεχνο. Πράγματι, την εποχή αυτή, μ’ αυτά τα θαρρείς διαμελισμένα ποιήματα, με τους στίχους τους οργανωμένους σε ασυνήθιστες στροφικές μορφές,  η MarianneMoore έδειχνε τη ρήξη της με την παράδοση και μια διαφορετική αντίληψη για την ποίηση.

Το 1921 δύο γυναίκες συγγραφείς,  η  Η. D.και η Bryher, με δική τους πρωτοβουλία, συγκεντρώνουν ποιήματα της Μoore και τα εκδίδουν στο Λονδίνο με τον τίτλο Poems, χωρίς η ίδια η Μoore να το γνωρίζει. Στη συνέχεια, το 1924, η ίδια η Μoore επιμελείται και εκδίδει ένα άλλο βιβλίο με τον τίτλο Observations, με το οποίο κερδίζει  το χρηματικό έπαθλο του περίφημου καλλιτεχνικού περιοδικού TheDial

Την επόμενη χρονιά η MarianneMoore γίνεται η εκδότης του TheDial, θέση που κράτησε μέχρι τη διάλυση του περιοδικού, τον Ιούλιο του 1929. Η εκδοτική αυτή περίοδος ενίσχυσε την αισθητική της αυτοεκτίμηση, πλούτισε τη φαντασία της και της έδωσε την ευκαιρία να γράψει πολλά σημαντικά δοκίμια και άρθρα. Πίστευε ότι συχνά οι ποιητές αδίκως υποτιμούν τον πεζό λόγο και τους επέκρινε γι’ αυτό. «Η ακρίβεια, η οικονομία της πρότασης, η λογική» είναι χαρακτηριστικά της καλής πρόζας, η οποία θα μπορούσε να «ελευθερώσει»  τη φαντασία, έγραφε η Μoore  Από τη θέση του εκδότη ήρθε σε επαφή και συνεργάστηκε με πολλές σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων, με κάποιες μάλιστα διαφώνησε πάνω σε ζητήματα κομψότητας και ευπρέπειας των κειμένων τους και αρνήθηκε να τα δημοσιεύσει, ή τα δημοσίευσε μετά από κάποιες αλλαγές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν κάποια αποσπάσματα από το FinnegansWake του Τζόϋς που τα απέρριψε, γιατί τα θεώρησε προσβλητικά τόσο από ηθική όσο και από γλωσσική άποψη.

Το 1935, μετά το πέρας της εκδοτικής της δραστηριότητας, δημοσιεύει το βιβλίο της SelectedPoems με εισαγωγή γραμμένη από τον T.S. Eliot. Από τη δεκαετία του 1940 η φήμη της αρχίζει να εδραιώνεται και παίρνει διάφορα βραβεία 1951 εκδίδει τα CollectedPoems και την επόμενη χρονιά παίρνει τα βραβεία Pulitzer,  ΝαtionalBookAward και το 1953 το βραβείο Bollingen. Το 1954 εκδίδει τη μετάφραση των μύθων του Λαφονταίν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της απολαμβάνει την αναγνώριση του κοινού και, παράλληλα, εξακολουθεί να είναι δραστήρια και δημιουργική. Δεν παύει να ξαναδουλεύει τα κείμενά της, να τα αναθεωρεί, άλλοτε να τα επεκτείνει ή να τα συντομεύει, με αποτέλεσμα το ίδιο κείμενο να είναι συχνά πολύ διαφορετικό από συλλογή σε συλλογή. Το 1967 εκδίδει τη συλλογή της CompletePoems, η οποία θεωρείται από την ίδια η αντιπροσωπευτικότερη της ποίησης της. Πεθαίνει το 1972.

Η MarianneMoore πιστεύει στην ύπαρξη ενός πνευματικού κόσμου. Έννοια κλειδί στη ζωή και την ποίηση της Μoore  η ηθική, μια έννοια που περιλαμβάνει την ευπρέπεια, το θάρρος, την ανεξαρτησία, την υπευθυνότητα, την αυθεντικότητα και ένα πάθος στη διευθέτηση των ζητημάτων της ζωής. Όλες αυτές οι αξίες εκφράζονται ποικιλοτρόπως σ΄ όλο το έργο της. Μετά την εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου, τονίζει ιδιαιτέρως στα ποιήματά της την αναγκαιότητα της αγάπης κι εκφράζει την επιθυμία για την ύπαρξη ενός πολιτικού και κοινωνικού συστήματος στο οποίο συνεκτικός ιστός να είναι η αξιοπρέπεια

Σημαντική  θέση στην ποίησή της έχει η φαντασία, όπως και η εμμονή στο αντικείμενο.Τα αντικείμενα είναι σημαντικά γι’ αυτήν, επειδή περιέχουν κάτι περισσότερο από τις απλές τους ιδιότητες. Η παρατήρηση ενός αντικειμένου αυτού καθαυτού είναι μια διαδικασία επέκτασης του, μια διαδικασία αποκάλυψης του πνευματικού του εαυτού. Επειδή πιστεύει στην ύπαρξη μια πνευματικής υπόγειας δομής στον κόσμο των ορατών, γι’ αυτό και θεωρεί σωστό να παρουσιάζει με ακρίβεια τα αντικείμενα. Όπως αναφέρει η ίδια «η ισχύς του ορατού είναι το αόρατο». Αναφέροντας τις ακριβείς λεπτομέρειες ενός πράγματος, ο ποιητής δίνει δραματικότητα στο μήνυμα, κάτι που παραλείπεται πάντα από αυτόν που εμμένει απλώς στα φαινόμενα. Άλλωστε, όταν ενεργοποιείται ένα αντικείμενο, τότε δίνει τις πολλαπλές πτυχές του νοήματος του. Ο ποιητής οφείλει να παρέχει στον αναγνώστη την εμπειρία του «αντικειμένου» στην ολότητά της. Επιπλέον, η Μoore αναζητά την αναλογία των αντικειμένων και της ηθικής, γι’ αυτό βλέπουμε συχνά στην ποίησή της να επισημαίνει, με την παρουσίαση ενός πράγματος, κάποιο ζήτημα ηθικής.

Είναι γνωστό πως η Μoore χρησιμοποιεί συχνά κάποια ζώα ως θεματικά υποκείμενα των ποιημάτων της. Επιλέγει συχνά πλάσματα εξωτικά, που ο αναγνώστης  συνήθως δεν έχει καμιά ιδέα γι’ αυτά, δεν είναι προϊδεασμένος για το πώς μπορούν να λειτουργούν σ’ ένα ποίημα κι αυτό της δίνει τη δυνατότητα να κάνει χρήση της επιστημονικής και ιστορικής περιγραφής, να κεντρίσει το ενδιαφέρον και την περιέργεια του αναγνώστη, γνωρίζοντας του η ίδια, με το ποίημά της, το άγνωστο πλάσμα. Επιπλέον η τακτική αυτή της επιτρέπει να πρωτοτυπεί και να προκαλεί έκπληξη, αποφεύγοντας τις εύκολες μεταφορές, τους στερεότυπους και κοινότοπους συνειρμούς. Γράφει συνήθως για ζώα αυτάρκη που επιβιώνουν χάρη σε μια πειθαρχημένη συμπεριφορά και τα οποία διαθέτουν κάποιες ιδιότητες επιθυμητές, σύμφωνες με το δικό της σύστημα αξιών. Ταυτίζεται συχνά με αυτά τα ταπεινά πλάσματα, ιδίως με εκείνα που είναι στη φύση τους να καλύπτονται ή να καμουφλάρονται για να προστατευθούν. Οι κριτικοί θεώρησαν ότι η τακτική αυτή λειτουργεί, κατά κάποιο τρόπο, ως «πανοπλία» που τη βοηθά να προστατεύεται και να αποφεύγει την άμεση έκθεση του εαυτού της, εξάλλου η ίδια αρνείται συνειδητά στην ποίησή της οποιαδήποτε σαφή αναφορά στην ιδιωτική της ζωή.

Η Moore επιδιώκει, σε αντίθεση με άλλους μοντερνιστές, την ύπαρξη θεματικού άξονα στα ποιήματά της. Απέναντι στην ακρίβεια της γλώσσας, θέτει αντιστικτικά μια στιχουργική και μια στροφική μορφή περίπλοκης υφής. Η ίδια επιμένει πως αυτά τα στροφικά συστήματα δε διαμορφώνονται μόνο με δική της παρέμβαση, εφόσον «οι λέξεις συγκεντρώνονται σαν χρωμοσώματα, καθορίζοντας αυτές οι ίδιες τη διαδικασία». Βασική μονάδα της ποίησής της είναι η στροφή. Οι στίχοι συνδέονται μεταξύ τους, υπακούοντας σ’ ένα  περίτεχνο μοντέλο, στο οποίο οι ομοιοκαταληξίες συχνά δημιουργούνται σε άτονες συλλαβές ή ακόμη στη μέση της λέξης. Λόγω της τεχνικής της, την αποκαλούσαν «ποιητή των ποιητών» της εποχής της.

Υπάρχουν συχνές παραπομπές στα ποιήματά της από διάφορα βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, συζητήσεις, κ.λ.π. Μπορεί εύκολα να παρατηρήσει κανείς ότι οι  φράσεις που συνήθως παραθέτει είναι φράσεις καθημερινές κι όχι εντυπωσιακές ή αφορισμοί κι ότι συχνά τις παραθέτει ελεύθερα, προσαρμόζοντάς τις στις ανάγκες του κειμένου της. Η ίδια δικαιολογεί αυτή τη συχνότητα των παραπομπών, λέγοντας:

«Προσπάθησα να είμαι τίμια και να μην κλέβω πράγματα». «Όταν έχει κάτι  τόσο καλά ειπωθεί, ώστε να μην μπορεί να ειπωθεί καλύτερα, γιατί να το παραφράσεις;».  Πολλές φορές όμως παραθέτει δικά της λόγια με μορφή παραπομπών, δίνοντας στον εαυτό της το ρόλο του σχολιαστή  και στο ποίημά της μια πολυφωνία που επιτείνει τη δραματικότητα του. Στην περίπτωση αυτή οι παραπομπές χρησιμοποιούνται ως ρητορικό τέχνασμα παρά ως ένδειξη δανεισμού.

Όταν κάποτε ρωτήθηκε τι μπορεί ν’ αποτελέσει γι’ αυτήν την κινητήριο δύναμη είπε: « Να είμαι χρήσιμη, κάνοντας κάτι που μ’ ευχαριστεί, ακόμη κι αν δεν πρόκειται να πληρωθώ γι’ αυτό ποτέ», ενώ όταν της ζήτησαν ν’ αναφέρει αυτό που μπορεί να την κάνει να εκραγεί απάντησε: «Η ανεξέλεγκτη εχθρότητα, η βία του όχλου. Να παίρνεις ένα σκυλί για να  κάνει τη ζωή σου ευχάριστη κι έπειτα να το εγκαταλείπεις και να πηγαίνεις  στο νότο το χειμώνα και το καλοκαίρι στο βορρά».

Τα ποιήματα  που ακολουθούν προέρχονται από το βιβλίο: MarianneMoore, CompletePoems, FaberandFaber, 1981( 1968).

 
 

Ποίηση[1]

 

Κι εγώ την απεχθάνομαι.

   Διαβάζοντάς την, ωστόσο, με απόλυτη περιφρόνηση, ανακαλύπτεις στο τέλος μέσα

   της, ένα χώρο για το αυθεντικό .

 

Ποίηση[2]

 

Κι εγώ την απεχθάνομαι: υπάρχουν σημαντικά πράγματα πέρα απ’ αυτές τις

 ανοησίες.

   Διαβάζοντας την, ωστόσο, με απόλυτη περιφρόνηση, ανακαλύπτεις στο τέλος μέσα

   της, ένα χώρο για το αυθεντικό .

      Χέρια που γραπώνουν, μάτια

      που ανοίγουν διάπλατα, μαλλιά που τινάζονται όρθια          

            όταν η περίσταση το προκαλεί, όλα αυτά είναι σημαντικά όχι επειδή

 

μια μεγαλεπήβολη ερμηνεία τους το επιβάλλει αλλά γιατί  είναι

   ωφέλιμα. Όταν περνούν σε δεύτερη μοίρα, γίνονται ακατανόητα,

   το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για όλους μας, 

      δε θαυμάζουμε ό,τι

      δεν μπορούμε να κατανοήσουμε: μια νυχτερίδα

            κρεμασμένη ανάποδα ή σε αναζήτηση

 

τροφής, ελέφαντες που σπρώχνουν, ένα άγριο άλογο καθώς γέρνει και

παίρνει τη στροφή

   έναν ακούραστο λύκο κάτω απ’ το δέντρο, τον άτεγκτο κριτικό που τινάζεται,

   όπως το άλογο που το τσιμπούν οι ψύλλοι, τον οπαδό του

      μπέιζμπολ, τον στατιστικολόγο –

      κι ούτε έχει νόημα

            να καταφέρεσαι εναντίον των «επιχειρησιακών εγγράφων και

 

των σχολικών εγχειριδίων»[3] όλα αυτά έχουν τη σημασία τους. Να γίνει ωστόσο

                        μια διάκριση

   εδώ: όταν αυτά ανασύρονται και προβάλλονται από ψευτοποιητές, το αποτέλεσμα

                   δεν είναι η ποίηση,

   μόνο τη στιγμή που οι ποιητές ανάμεσά μας θα κατορθώσουν να γίνουν

      «οι παραστατικοί της

      φαντασίας»[4] – πάνω από

            τη θρασύτητα και την ασημαντότητα, ώστε να  είναι σε θέση

 

να δημιουργούν «φανταστικούς κήπους με αληθινούς φρύνους μέσα τους»,

   τότε θα έχουμε ποίηση. Στο μεσοδιάστημα, αν αυτό που γυρεύεις απ’ τη μια

μεριά,

   είναι το ακατέργαστο υλικό της ποίησης σε

      όλη του την ωμότητα κι

      αυτό που εισπράττεις απ’ την άλλη  είναι

            το αυθεντικό, τότε ναι, αγαπάς την ποίηση.

 

 

Τάφος

 

Άνθρωπε, εσύ που κοιτάζεις μέσα στη θάλασσα,

κρύβοντας τη θέα από τους άλλους που τη δικαιούνται το ίδιο όσο κι εσύ,

είναι στη φύση του ανθρώπου να στέκεται στη μέση των πραγμάτων,

όμως δεν μπορείς να σταθείς στη μέση της θάλασσας

η θάλασσα δεν έχει να σου δώσει παρά ένα καλοφτιαγμένο τάφο.

Τα έλατα στη σειρά, το καθένα με μια σμαραγδένια φουντωτή κορυφή,

συγκρατημένα όπως και το περίγραμμά τους, σιωπηλά

η απώθηση, ωστόσο, δεν είναι το πιο φανερό χαρακτηριστικό της θάλασσας

η θάλασσα είναι δέκτης, έτοιμη πάντοτε ν’ ανταποδώσει ένα ληστρικό βλέμμα.

Υπάρχουν άλλοι εκτός από σένα που έχουν υποστεί αυτό το βλέμμα –

η έκφρασή τους δεν είναι πια διαμαρτυρία  τα ψάρια άλλο δεν ψάχνουν πια

γι’ αυτούς

γιατί απ’ τα κόκκαλά τους ίχνος δεν έχει απομείνει: 

οι άντρες ρίχνουν τα δίχτυα, χωρίς ν’ αντιλαμβάνονται ότι έτσι βεβηλώνουν ένα

τάφο,

κι αμέσως κωπηλατούν κι απομακρύνονται γοργά – οι πλευρές των κουπιών τους

κινούνται συντονισμένα όπως τα πόδια της θαλασσινής αράχνης θαρρείς και δεν

υπάρχει αυτό που λέμε θάνατος.

Οι ρυτίδες του νερού διαδέχονται  η μια την άλλη σε μακρά σειρά –

υπέροχες κάτω από του αφρού τα πλέγματα,

και ξεψυχούν καθώς η θάλασσα θροίζει μπαινοβγαίνοντας μέσα στα φύκια

τα πουλιά διασχίζουν τον αγέρα με την πιο μεγάλη ταχύτητα, βγάζοντας κραυγές

                                                                                                       όπως άλλοτε –

η θαλάσσια χελώνα, καθώς κινείται κάτω από τις ρίζες των βράχων, πέφτει με το

κέλυφος  της  πάνω τους και τους χτυπά

κι ο ωκεανός, κάτω από τον παλμό των φάρων και το θόρυβο κάθε ηχηρής

σημαδούρας,

προχωράει όπως πάντα, σαν να μην είναι αυτός που μέσα του ό,τι πέφτει είναι

                                                                                προορισμένο να βυθιστεί –

αυτός που μέσα του ό,τι αλλάζει τροχιά και μετακινείται, το κάνει αθέλητα κι

ασυνείδητα.

 


 

Στο σαλιγκάρι

 

Αν » η συμπύκνωση είναι η πρώτη αρετή του ύφους»,

τη διαθέτεις. Η συστολή αρετή κι αυτή

το ίδιο και η μετριοπάθεια

Δεν είναι η  κατοχή κάποιου πράγματος

ικανού να χρησιμεύσει για στολίδι,

ή ό,τι καλό φέρνει η περίσταση

ως συνοδευτικό στον καλοειπωμένο λόγο,

αυτά που αξιολογούμε στο ύφος,

αλλά η κρυμμένη αρχή :

στην απουσία των ποδιών, «μια μέθοδος κατάληξης»

«μια γνώση των αρχών»,

στο παράδοξο φαινόμενο: δυο κεραίες στο πίσω μέρος της κεφαλής σου

 

 

 

Το Παρελθόν είναι το Παρόν

 

Εάν η εξωτερική δράση έχει παρακμάσει

εάν η ρίμα δεν είναι πια στη μόδα,

θα επανέλθω σε σένα,

Αβακούμ, όπως τότε που στη διδασκαλία  της Βίβλου

ο δάσκαλος έκανε αναφορά στον ανομοιοκατάληκτο στίχο.

Είπε – και νομίζω επαναλαμβάνω με ακρίβεια τα λόγια του,

» Η Εβραϊκή ποίηση είναι πρόζα

με κάποιο βαθμό υψηλής συνειδητότητας». Η έμπνευση δίνει

την αφορμή κι ο στόχος καθορίζει τη μορφή.

 

 

 

Σιωπή

 

Ο πατέρας μου είχε τη συνήθεια να λέει :

« Οι σπουδαίοι  άνθρωποι ποτέ δεν κάνουν μεγάλες επισκέψεις,

έχουν να ξεναγηθούν στον τάφο του Longfellow

ή στα γυάλινα λουλούδια του Χάρβαρντ

Αυτάρκεις όσο κι οι γάτες –

που παίρνουν τη λεία τους παράμερα,

η ουρά του ποντικού κρέμεται χαλαρά σαν σόλα παπουτσιού από το στόμα τους –

κάποιες φορές απολαμβάνουν τη μοναξιά,

και χάνουν τα λόγια τους

όταν ακούνε λόγια που τους προσφέρουν ευχαρίστηση.

Τα πιο βαθιά αισθήματα φανερώνουν τον εαυτό τους στη σιωπή

όχι στην απουσία του λόγου, αλλά στη συγκρατημένη εκφορά του».

Δεν ήταν ανειλικρινής, όταν έλεγε «Το σπίτι μου για σένα ας είναι πανδοχείο.»

Στα πανδοχεία, άλλωστε, δεν μένει ποτέ κανείς, για πάντα.

 

 

 

Τι σημαίνουν τα χρόνια;

 

  Ποια είναι η αθωότητα μας

και ποια η δική μας ενοχή; Όλοι

  γυμνοί, κανένας ασφαλής. Κι από πού

το θάρρος: το αναπάντητο ερώτημα,

η καθοριστική αμφιβολία, – 

άφωνο κάλεσμα, άηχο άκουσμα – αυτό

στην κακοτυχία, ακόμη και στο θάνατο,

         ενθαρρύνει τους άλλους

         και στην ήττα της, κεντρίζει

 

  την ψυχή να’ναι δυνατή;

Βλέπει σε βάθος και είναι χαρούμενος, όποιος

  αποδέχεται τη θνητότητα

ακόμη και μέσα στη φυλακή του εξεγείρεται

ενάντια στον εαυτό του όπως

η θάλασσα όταν πιαστεί σε κάποιο ρήγμα, παλεύοντας να

ελευθερωθεί κι ανήμπορη να το πετύχει,

        παραδίδοντας τον εαυτό της

        βρίσκει τη δική της συνέχεια

 

  Επομένως όποιος με δύναμη αισθάνεται

αυτός φέρεται σωστά. Και το πουλί ακόμη

  ψηλώνει καθώς τραγουδά, αποκτά δύναμη

η μορφή του εκεί πάνω. Αν και φυλακισμένο,

το ακαταμάχητο τραγούδι του

λέει, είναι ασήμαντο πράγμα η ικανοποίηση

πόσο καθάριο πράγμα είναι η χαρά

         Η θνητότητα,

         Η αιωνιότητα

 

 

 

Θηλυκός Αργοναύτης

 

    Για τις εξουσίες που οι ελπίδες τους

παίρνουν σάρκα και οστά από τους μισθοφόρους;

    Για τους συγγραφείς τους παγιδευμένους

    στη φήμη των σαλονιών και

στων πλουσίων τις ανέσεις; Ποτέ γι’ αυτούς

    η αργοναύτης δεν φτιάχνει

    το λεπτό της εύθραστο κέλυφος

 

    Προσφέρει το δικό της φθαρτό

ενθύμιο ελπίδας, μουντό

    λευκό περίβλημα κι εσωτερική επιφάνεια

    με μαλακές απολήξεις

στιλπνή όπως η θάλασσα, κι εκείνη ως ευσυνείδητη

    δημιουργός του το φροντίζει

    μέρα και νύχτα  σχεδόν αδιαφορεί για

 

    την τροφή της μέχρι η εκκόλαψη να  ολοκληρωθεί.

Τυλιγμένη οχτώ δίπλες μέσα στα οχτώ

    πλοκάμια της, είναι κι αυτή ως

    ένα βαθμό ένα χταπόδι, 

το γυάλινο καβούκι του εμβόλου της – λικνιζόμενο φορτίο

    το κρατά κρυμμένο αλλά ποτέ δεν το συνθλίβει

    όπως ο Ηρακλής, από τη δαγκωματιά

 

    του πιστού στην ύδρα καβουριού

βρήκε εμπόδιο στην επιτυχία του,

    τα αβγά που με τόση προσοχή

    εφρόντισε η αργοναύτης, βγαίνοντας από το κέλυφος

το ελευθερώνουν, μόλις αυτά τα ίδια ελευθερώνονται,-

    αφήνοντας τ’ απομεινάρια του ως ένα πλέγμα

    από λευκό πάνω στο λευκό, πυκνές

 

    πτυχές Ιωνικού χιτώνα

όπως οι γραμμώσεις στη χαίτη του

   αλόγου από τον Παρθενώνα,

   γύρω απ’ αυτές τα πλοκάμια

τυλίχτηκαν, θαρρείς και γνώριζαν πως η αγάπη

   είναι το μοναδικό φρούριο

   τόσο ισχυρό ώστε να εμπνέει εμπιστοσύνη.

Ο νους έχει γοητεία

 

έχει δεχτεί τη γοητεία

       όπως η γυαλάδα στο

φτερό της ακρίδας

          καθώς την κομματιάζει ο ήλιος

          σε άπειρο πλέγμα φωτός.

Όπως ο Gieseking όταν παίζει Scarlatti

 

όπως του απτέρυγος το αιχμηρό

       ράμφος,  ή του πουλιού

Κίβι το πολύχρωμο σάλι

          από τριχωτά φτερά, ο νους

          αντιλαμβάνεται την πορεία του όπως ο τυφλός,

βαδίζει με τα μάτια στραμμένα στο έδαφος.

 

Διαθέτει το αφτί της μνήμης

       μπορεί να ακούει χωρίς

να χρειάζεται να ακούει.

          Όπως η πτώση του γυροσκόπιου,

          αληθινά σίγουρη

επειδή επαληθεύεται από την κυρίαρχη βεβαιότητα,

 

είναι μια δύναμη με

         ισχυρή γοητεία. Είναι

σαν το λαιμό

          περιστεριού που παίρνει ψυχή

          από τον ήλιο  είναι το μάτι της μνήμης

η συνειδητή αντιφατικότητα.

 

Σχίζει τελείως το πέπλο  σχίζει

       τον πειρασμό, την

ομίχλη που φορά  η καρδιά

          από τα μάτια της – αν η καρδιά

          έχει πρόσωπο  παραμερίζει

την αποθάρρυνση. Είναι φωτιά στο λαιμό του περιστεριού

 

 ιριδισμός  στις

       αντιφάσεις

του Scarlatti.

          Η νηφαλιότητα υποβάλλει

          τη σύγχυσή της σε δοκιμασία  δεν

είναι σαν τον όρκο του Ηρώδη που δεν μπορεί ν’ αλλάξει.

 


 

Δυσπιστώντας στις αξίες

 

Έχουν βρει τη δύναμη να ζήσουν, τη δύναμη να πεθάνουν για

    μετάλια και νίκες που χαρίζουν αξιώματα;

Αγωνίζονται, μάχονται, πολεμούν εκείνο τον τυφλό

    που έχει την εντύπωση πως βλέπει,-

αυτός δεν μπορεί να δει ότι ο δήμιος είναι

δούλος κι ότι όποιος μισεί δεν μένει αλώβητος. Ω, εσύ λαμπερό

               αμετακίνητο άστρο, ω εσύ ταραχώδη

                          ωκεανέ που εφορμάς μέχρις ότου καθετί ασήμαντο ν’ αφανιστεί

                κατά πώς επιθυμεί, το πελώριο

                           κύμα αναγκάζει εμάς τους παρατηρητές να γνωρίσουμε

 

το βάθος. Χαθήκανε στη θάλασσα προτού να πολεμήσουν! Ω

    άστρο του Δαβίδ, άστρο της Βηθλεέμ

ω μαύρο αυτοκρατορικό λιοντάρι

    του Κυρίου – έμβλημα

του ανατέλλοντος κόσμου – έλα, επιτέλους, μαζί μας, μη μας

αφήνεις. Υπάρχει το στέμμα του μίσους και κάτω απ’ αυτό όλα είναι

               θάνατος. Υπάρχει κι εκείνο της αγάπης και χωρίς αυτό κανένας  δεν

                          είναι βασιλιάς. Οι ευλογημένοι άθλοι δοξάζουν

                το φωτοστέφανο. Όπως η μετάδοση

                          της αρρώστιας την αρρώστια μόνο γεννά

 

η μετάδοση της πίστης γεννά την πίστη.

    Μάχονται σε ερήμους και σπηλιές, σώμα

με σώμα, σε τάγματα και επιλαρχίες

    Μάχονται ώστε ίσως Εγώ

να συνέλθω πια απ’ αυτή την αρρώστια, Τον

Εαυτό μου. Κάποιοι την περνούν ελαφριά, κάποιοι πεθαίνουν. «Ο άνθρωπος

                για τον άνθρωπο λύκος» και  κατασπαράζουμε

                         τους εαυτούς μας. Κανένας εχθρός δεν θα μπορούσε

                 να επιφέρει μεγαλύτερο ρήγμα στην

                         άμυνά μας.  Όποιος οδηγεί

                        

έναν τυφλό κάποια στιγμή μπορεί να του ξεφύγει, όμως

    ο Ιωβ που αποθαρρύνθηκε από ψεύτικες συμπόνιες έμαθε

ότι τίποτα δεν είναι τόσο ανατρεπτικό

    όσο ένας τυφλός που

έχει τη δυνατότητα να βλέπει. Ω, εσείς ζωντανοί κι όμως νεκροί,

υπερήφανοι που δεν βλέπετε, ω ταπεινό φθαρτό σώμα της γης

                 με πόση οίηση πορεύεσαι

                           η εμπιστοσύνη γεννά τη δύναμη κι η πίστη κρύβει

                 μέσα της στοργή. Παίρνουμε

                           όρκο, δίνουμε υπόσχεση

 

σ’ αυτούς που αγωνίζονται – ναι, είναι μια υπόσχεση – «Ποτέ δεν

    θα νιώσουμε μίσος για μαύρους, λευκούς, κόκκινους, κίτρινους,  Εβραίους

 

Ιουδαίους, παρίες». Δεν είμαστε

    ικανοί να

δώσουμε τον όρκο μας. Με τα δόντια μάχονται

αγωνίζονται και πολεμούν, – κάποιοι αγαπάμε αυτόν που  γνωρίζουμε

               κάποιοι αγαπάμε αλλά δεν γνωρίζουμε – αυτό μπορεί

                          οι καρδιές να το αισθάνονται και να μην παραλύουν.

                Εμένα τούτο με γιατρεύει. μήπως όμως είμαι αυτό

                          στο οποίο δεν μπορώ να δώσω πίστη; Κάποιοι

 

στο χιόνι, κάποιοι στους γκρεμούς, κάποιοι στους βάλτους

    λίγο λίγο ή περισσότερο

μάχονται, αγωνίζονται και πολεμούν ώστε εκεί που

    υπήρχε ο θάνατος εκεί να υπάρχει τώρα

η ζωή. » Όταν ο άνθρωπος είναι έρμαιο του θυμού του

τον κυβερνούν αλλότριες δυνάμεις. Όταν κρατά

                τις θέσεις του με καρτερικότητα κι υπομονή

                            η υπομονή, που σημαίνει δράση ή αλλιώς

                ομορφιά», η άμυνα του στρατιώτη

                            κι η πιο ανθεκτική πανοπλία για

 

τη μάχη. Ο κόσμος ένα ορφανοτροφείο. Άραγε θα

    έχουμε ποτέ ειρήνη δίχως θλίψη;

χωρίς τις εκκλήσεις των νεκρών για

    βοήθεια η ειρήνη δεν θα έρθει; Ω

γαλήνια μορφή πάνω απ’ την τέφρα, δεν μπορώ

να κοιτάξω κι όμως πρέπει. Αν αυτοί οι σπουδαίοι υπομονετικοί

               νεκροί – όλα αυτά τα βάσανα

                             και οι πληγωμένες υπάρξεις κι η αιματοχυσία –

                μπορούν να μας διδάξουν πώς να ζήσουμε, τότε

                             ο θάνατος τους δεν πήγε χαμένος.

 

Καρδιά που έχεις σκληρύνει από το μίσος, ω εσύ καρδιά από σίδερο

    το σίδερο παραμένει σίδερο μέχρι να γίνει σκουριά.

Δεν υπήρξε ποτέ κανένας πόλεμος που

    δεν ξεκίνησε από μέσα μας. Οφείλω

να πολεμήσω μέχρι να κυριεύσω εντός μου αυτό που

προκαλεί τον πόλεμο, αλλά δεν θα το πίστευα.

                 Μέσα μου τίποτα δεν έπραξα

                                Ω, έγκλημα όμοιο με του Ιούδα!

                 Η ομορφιά είναι αιώνια

                                κι ο άνθρωπος εφήμερος.

 


 Πρόσωπο

 

» Δεν είμαι ύπουλη, αναίσθητη, ζηλιάρα, προληπτική,

υπεροπτική, φαρμακερή, ούτε εντελώς απαίσια» :

    παρατηρώντας και προσέχοντας την έκφρασή του,

    την εξοργιστική απελπισία

         χωρίς πραγματικό αδιέξοδο,

         ευχαρίστως θα έκανα κομμάτια τον καθρέφτη

 

όταν η αγάπη της τάξης, το πάθος, η ειλικρινής απλότητα

με μια έκφραση αναζήτησης, είναι ό,τι χρειάζεται κανείς για να υπάρχει!

     Κάποια πρόσωπα, λίγα, ένα ή δύο – ή ένα

     πρόσωπο όπως το φωτογράφησε η μνήμη –

          στη σκέψη μου, στα μάτια μου,     

          πρέπει να παραμείνει μια απόλαυση

 

Με τη διάθεση των Αγγέλων

 

Μαντατοφόροι τόσο όμοιοι  με μας; Εξήγησέ το.

Tο σκοτάδι κάνει εύγλωττη την ακινησία;

Κάτι ακούστηκε πολύ καθαρά ενώ ήταν μακριά μας;       

    Πέρα από κάθε ατομικότητα

αυτά τα δίχως ατομικότητα πλάσματα δεν αναιρούν τον έπαινο.

    Κάποιος μπορεί να δει μέσα σε μια τέτοια ακλόνητη ακινησία

    πώς στο σκοτάδι ένα αστέρι τελειούται

 

Το αστέρι που δεν με ρωτά αν το κοιτάζω;

Το έλατο που δεν θα επιθυμούσε να το ξεριζώσω;

Ο λόγος που δεν με ρωτά αν τον ακούω;

         Τα μυστήρια ερμηνεύουν μυστήρια.

πιο σταθερό από το αμετακίνητο, αστέρι που με θαμπώνεις, ζωντανό και θριαμβικό

      περιττό να πω πόσο μοιάζεις με κάποιους δικούς μας γνώριμους,

      τόσο όμοιο μ’ εκείνη, τόσο όμοιο με κείνον, κι ένα – κάποιο ρίγος για πάντα

 

 
 

«Διατηρώντας τον κόσμο τους μεγάλο»

 

 Xωρίς καμιά υπερβολή, η σάρκα και το πνεύμα τους αποτελούν την πανοπλία μας.

                                                                        NewYorkTimes, 7 Ιουνίου, 1944

 

 

    Θα ήθελα να δω της χώρας αυτής τα κεραμίδια, τα δωμάτια,

τις πλακόστρωτες αυλές

          και τα παλαιά πηγάδια : του μπαλωματή Rinaldo

Caramonica, τουFrank Sblendorio

         καιτου Dominick Angelastro τηχώρα

         του παντοπώλη, του παγοπώλη, του χορευτή – της

    όμορφης δεσποινίδος Damiano  της σοφίας

 

    και όλων των αγγέλων την Ιταλία, αυτή τη μέρα των Χριστουγέννων

αυτή τη φετινή γέννηση του Κυρίου.

        Ένα αθόρυβο πιάνο, ένας

αθώος πόλεμος, η καρδιά που μπορεί και μάχεται τον εαυτό της. Εδώ,

        ο καθένας διαφορετικός κι όλοι μεταξύ τους όμοιοι, μπόρεσαν

        τόσοι πολλοί – παραπατώντας, πέφτοντας, να φτιάξουν ένα πλήθος

    μέχρι που τα κορμιά τους έγιναν το έδαφος να περπατήσεις πάνω του-

 

    » Αν ο Χριστός και οι Απόστολοι πέθαναν μάταια,

μάταια κι εγώ θα πεθάνω μαζί τους»

        ενάντια σ’ αυτόν τον τρόπο να νικάς

Εκείνο το δάσος των λευκών σταυρών!

    Δεν θα κλείσω μπροστά σ’ ένα τέτοιο θέαμα τα μάτια μου.

 

    ΄Ολοι κείτονταν ως πρόβατα επι σφαγήν-

όμοια με του Ισαάκ στο βουνό,

         υπήρξε η δική τους θυσία.

 

    Βαδίζοντας στο θάνατο, βαδίζουν στη ζωή;

«Διατηρώντας τον κόσμο τους μεγάλο»

        το πνεύμα και το σώμα τους

υπήρξε, χωρίς καμιά υπερβολή, η ασπίδα μας

    κι είναι ακόμη η ασπίδα μας.

 

    Πολέμησαν τον εχθρό,

πολεμούμε την καλοπέραση και τον αυτό-οικτιρμό

        Στείλε τη λάμψη σου, στείλε την

    ήλιε που φανερώνεις γυμνή την αλήθεια, πάνω σ’ αυτό το άρρωστο τοπίο

 

 

 

Απόπειρες αγάπης

 

Η Γένεσις μας μιλά για τον Ιωβήλ και τον Ιουβάλ.

Ο τελευταίος έπαιζε άρπα κι ο πρώτος φρόντιζε τα ζώα.

 

Ο διόλου κοινότοπος στίχος του Σαίξπηρ

«άχυρο, άχυρο γλυκό, που δε γνωρίζεις  ταίρι,»

του έρωτα το ανοίκειο – οικείο πείσμα

όπως συμβαίνει στον Λαφονταίν

από τον καθένα ξεχωριστά, θαρρείς μονάχος του ο καθένας

χαμογελά και αντιμάχεται τη διάσπαση

      πόσο καλοδεχούμενη

 

μια ενότητα απρόσβλητη από παράσιτα και κλέφτες

που εντός της η δίχως αυταρέσκεια ηθική εξευτελίζει κάθε έλεγχο.

 

» Ξέρεις, δεν είμαι άγιος !»  Η εμμονή της αγιότητας.

Η γοητεία της φτέρης, παράξενα σαρκώδη φύλλα – σχήμα καρδιάς που αιμορραγεί

 

κάνει το άρωμα να ντρέπεται.

Τα άκοπα κλωνάρια του τροπικού ταρό

δεν επιτρέπουν σ’ έναν εγωιστικό σκοπό να δείχνει υψηλός.

Πράγματι όπως ο ήλιος

έχει τη δύναμη να καταστρέφει ή να γιατρεύει, το ίδιο κι η αγάπη

μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο κτήνος ή ένας κτήνος άνθρωπο.

      Επομένως η συνένωση –

 

ενδυνάμωση; ας πούμε απόπειρες αγάπης –

επιτυγχάνουν μιαν ενότητα πολύ ανθεκτική σε κάθε παραβίαση.

 


 

Ευλογημένος ο άνθρωπος

 

αυτός που δεν επιλέγει ως στάση ζωής την ειρωνεία –

  ο άνθρωπος που δεν κακολογεί, δεν υποτιμά, δεν καταγγέλλει

    αυτός που «δεν μπορεί να θεωρηθεί έκλυτος,»

αυτός που δεν «προφασίζεται, δεν υποχωρεί, δεν υπεκφεύγει  αυτός θα ακουστεί»

 

( Αχ, Giorgione ! υπάρχουν αυτοί που μπασταρδεύουν

  κι εκείνοι που εξυψώνουν ό,τι με τα χέρια τους αγγίξουν  παρόλο που κάλλιστα

θα μπορούσε να συμβεί,

    να μη μου τραβήξει ποτέ την προσοχή το πορτρέτο του Giorgione, αν δεν μου

έλεγαν πως είναι έργο δικό του. Ευλογημένα τα πνεύματα που γνωρίζουν

 

ότι η εγωμανία δεν είναι καθήκον.)

  «Ποικιλία, αμφισβήτηση  ανοχή» – σ’ αυτό «το κάστρο

    της γνώσης»  έχουμε ένα οχυρό που οφείλει να μας προστατεύει αποτελεσματικά.

Ευλογημένος ο άνθρωπος που «παίρνει το ρίσκο μιας απόφασης» – και θέτει

 

στον εαυτό του το ερώτημα; «Θα λύσει το πρόβλημα η απόφαση αυτή;

  Η αντιμετώπισή μου είναι σωστή;  Είναι για το συμφέρον όλων η καλύτερη»;

    Αλίμονο. Οι σύντροφοι του Οδυσσέα κατέχουν τώρα  πολιτική δύναμη –

ζώντας με αυτο-συγκατάβαση μέχρι το αίσθημα της ηθικής να καταποντιστεί,

 

έχοντας χάσει κάθε δυνατότητα σύγκρισης, 

  θεωρώντας ότι η ασυδοσία μας χειραφετεί, «σκλάβοι οι ίδιοι στα δεσμά τους»

    Ξεδιάντροποι συγγραφείς, ολότελα διεφθαρμένοι και κατεστραμμένοι, θαρρείς

είναι οι υγιείς

κι οι εξαιρετικοί, ενσαρκώνουν την παλαιά – δήθεν μοντέρνα – εικόνα του

κίβδηλου

 

διαμορφώνοντας μια συνείδηση ανθεκτική στις αξιώσεις του χαρακτήρα.

  Αντιμέτωπος με «τα ιδιωτικά ψέματα και τη δημόσια ντροπή», ευλογημένος ο

συγγραφέας

    που ευνοεί ό,τι περιφρονεί ο υπερόπτης –  

εκείνος που δε συμμορφώνεται. Ευλογημένος ο ανήσυχος, αυτός που δεν βολεύεται,

 

Ευλογημένος ο άνθρωπος που η πίστη του διαφέρει

  από την κτητικότητα – μια πίστη που δεν περιορίζεται από «πράγματα αισθητά» –

    αυτός που δεν φαντασιώνει την ήττα του, απρόθυμος να ζαρώσει από φόβο

αυτός που με το αστραφτερό του βλέμμα έχει διακρίνει το βέλος που χαρίζει  χρυσαφένιο φως στον πύργο του σουλτάνου.

 


 

 Να ήμουν, λέει, δράκοντας

 

      Εάν κι εγώ, όπως ο Σολομώντας, …

     μπορούσα να κάνω τη δική μου ευχή –

 

   η δική μου ευχή… Να ήμουν, λέει, δράκοντας

το σύμβολο της Ουράνιας Εξουσίας – μικρός

σαν μεταξοσκώληκας ή και πελώριο ερπετό  ενίοτε αόρατος

   Φαινόμενο που πετυχαίνει το στόχο του!

 

 

 

 

Στην καμηλοπάρδαλη

 

Αν είναι ανεπίτρεπτο, στην πραγματικότητα μοιραίο

να είσαι προσωπικός κι ανεπιθύμητο

 

να είσαι αληθινός – ακόμη κι επιζήμιο

αν το βλέμμα δεν είναι αθώο – αυτό σημαίνει ότι

 

κάποιος μπορεί να ζει μόνο με τα φύλλα της κορυφής τα μικρά

και προσιτά μόνο από ένα  ζώο που διαθέτει ύψος;-

 

το καλύτερο παράδειγμα, η καμηλοπάρδαλη –

το σιωπηλό ζώο.

 

Όταν βασανίζεται ψυχολογικά,

ένα πλάσμα μπορεί να γίνει ανυπόφορο

 

ενώ θα μπορούσε να είναι γοητευτικό

ή για να είμαι ακριβής, εξαιρετικό

 

όντας λιγότερο ομιλητικό

από κάποιο συναισθηματικά εξαρτημένο ζώο

 

         Παρ’ όλα αυτά

   οι παρηγοριές της μεταφυσικής

   μπορεί να προχωρούν σε βάθος. Στον Όμηρο, η ύπαρξη

 

   είναι ατελής  υπερβατικότητα, με όρους

   «το ταξίδι από την αμαρτία στη μετάνοια δεν έχει τέλος».

 

 

 Ήλιος

 

Η Ελπίδα κι ο Φόβος τον πλησιάζουν

 

           «Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να τον κρύψει

           Από το άδειο βλέμμα του Θανάτου»

      Για μας, αυτή η άβολη αλήθεια δεν επαρκεί

   Δεν είσαι άρρην ή θήλυς αλλά ένα σχέδιο

   τοποθετημένο βαθιά μέσα στην καρδιά του ανθρώπου.

Λαμπρός με κρυμμένο το μεγαλείο σου έρχεσαι, από την Αραβική σου κατοικία,

το πύρινο τοπάζι έσβησε στο χέρι του σπουδαίου πρίγκιπα, εκείνου που  ταξίδευε

   μπροστά από σένα, Ήλιε  – κι εσύ τον προσπέρασες

   διαπερνώντας το καραβάνι του.

 

           Ήλιε, θα μείνεις

           μαζί μας  η γιορτή,

      καταπίνοντας όλη την οργή, ας τυλιχτεί σ’ ένα έμβλημα

   Μαυριτανικής λαμπρότητας, γυάλινες σφαίρες κατεργασμένες

   στη φωτιά όπως τα  ημισφαίρια μιας μεγάλης κλεψύδρας που

φθίνοντας σμίγουν σ’ ένα στόμιο. Αφάνισε όλη την εχθρότητα

κάνε χρήση του όπλου σου εδώ που το μίσος συγκεντρώνεται και ξεχειλίζει !

   Τα πόδια των στασιαστών δεν θα προσπεράσουν

   τις πολλαπλές σου φλόγες, Ήλιε.

 


 

Με συμπάθεια

 

Δύσκολα αηδιάζω,

ο ξιπασμένος ποιητής όμως μπορεί

ένας άνθρωπος χωρίς άξονα  και μ’

αναισθησία μπορεί να το κάνει  και το έκανε

 

Αλλά τι νόημα έχει να μιλώ γι’ αυτό –

το αντιστάθμισμα έρχεται από της Παλαιάς Μουσικής

μια «Μυθική Παράσταση»

παθιασμένης ακρίβειας.

 

Μια γλώσσα συναρπαστική είναι η μουσική….

η πλέρια αλήθεια – η περίπλοκη αλήθεια –

στην οποία οι επιτηδευμένοι τονισμοί

«πάθ-ος» και «διχασμ-ός»

μοιάζει να είναι φυσικοί. Να το παίξεις μέχρι το τέλος  παίξε

όχι όμως μέσα στην οχλοβοή της συζήτησης

 

Ουράνια επανάληψη…..Ο νους μου

την ακούει πάλι. Χωρίς τη μουσική

η ζωή είναι επίπεδη – μια ύπαρξη κενή.

Πένθιμος Δαβίδ και Αβεσσαλώμ. Έτσι

                   Ας είναι κι έτσι.

 

 

 

 


[1] Με τη μορφή αυτή δημοσιεύτηκε στα COMPLETEPOEMS

[2] Με τη μορφή αυτή δημοσιεύτηκε στα SELECTEDPOEMS

[3] Από το Ημερολόγιο του Τολστόι, σελ. 84 : Πού βρίσκονται τα όρια ανάμεσα στην πρόζα και την ποίηση δε θα μπορέσω ποτέ μου να το καταλάβω. Το ερώτημα παρουσιάζεται στα εγχειρίδια υφολογίας, ωστόσο η απάντηση βρίσκεται πέρα από μένα. Η ποίηση είναι στίχος  η πρόζα είναι η απουσία στίχου. Ή μ’άλλα λόγια η ποίηση είναι το καθετί, εκτός από τα επιχειρησιακά έγγραφα και τα σχολικά βιβλία.

[4] Γέητς, Ιδέες περί του Καλού και του Κακού (A.H. Bullen, 1903), σ.182. » Ο περιορισμός της αντίληψής του προήλθε από την ίδια την ένταση της θέασης του. Υπήρξε τόσο κυριολεκτικός πραγματιστής της φαντασίας, όπως άλλοι είναι πραγματιστές της φύσης και επειδή πίστεψε πως οι μορφές που γίνονται αντιληπτές από το μάτι του νου, όταν αυτό εξάπτεται από την έμπνευση, υπήρξαν ‘αιώνιες υπάρξεις’, σύμβολα θεϊκών ουσιών, μίσησε κάθε επιτήδευση του ύφους που θα μπορούσε να συσκοτίσει τα χαρακτηριστικά τους»

Advertisements

Σχολιάστε

11/01/2014 · 1:29 πμ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s