ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ

Παυλίνα Παμπούδη 

Στη ΚΙΒΩΤΟ, ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1980 από τις εκδόσεις Εγνατία (του αείμνηστου Γιώργου Κάτου)  ο Θανάσης Νιάρχος συνομιλεί με κάποιους λογοτέχνες, θέτοντας τους διάφορα ερωτήματα. Και όπως ο ίδιος γράφει στην εισαγωγή «οι συνομιλίες αυτές έγιναν σταδιακά, μέσα στα τέσσερα τελευταία χρόνια, κι όσο κι αν ο χώρος που μέσα τους πραγματοποιήθηκαν καθώς κι ο χρόνος καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το περιεχόμενο τους, έγινε προσπάθεια να συνδυαστούν με μια προοπτική που όχι μόνο να περιέχει, αλλά και να υπερβαίνει τα συγκεκριμένα αιτήματα του χώρου και της «ώρας» μας – μέσα στο πλαίσιο πάντα των αισθητικών, πνευματικών και ηθικών ενδιαφερόντων μας.»
Μεταφέρω τη συνομιλία που είχε με τη Παυλίνα Παμπούδη γιατί πιστεύω τα λόγια της παραμένουν, μετά από 35 περίπου χρόνια, επίκαιρα.

 

 Ερώτηση. Ανήκεις στη γενιά τον ’70. Ποιά πιστεύεις πώς είναι ή ειδοποιός διαφορά της από τις προηγούμενες; ‘Αρχίζει να διαγράφεται ή προσφορά της στον πνευματικό και κοινωνικό χώρο;

 

   Απάντηση. Κατ’ αρχήν, δε νομίζω πώς έχω απόψεις. (Πάντως μπορώ να τις διατυπώνω).

   Αν βλέπω αύτη τη στιγμή την πασιφανή διαφορά της γενιάς μου από τις προηγούμενες, οφείλεται κυρίως στη γωνία προοπτικής: Είμαι από μέσα.

   Κατά τα άλλα, απλώς την σκέφτομαι σαν μια άτυχη γενιά (όλες οι γενιές είναι άτυχες), μεταβατική, (όλες οι γενιές είναι μεταβατικές), ανάμεσα σε μια προηγούμενη πού υποτιμήθηκε και σε μια επόμενη που θα υπερτιμηθεί. Κι εξίσου σημαντική κι ασήμαντη, για την ποίηση και για το αντικείμενο της αντιστοίχως.

   Η εποχή μας είναι πλούσια σε γεγονότα, πληροφορίες, τάσεις, ρεύματα, ιδέες, καταπιέσεις, καυσαέρια, θορύβους. Τρεφόμαστε καλά, μόνο πού υποφέρουμε από έλλειψη πλοκής — από έλλειψη συνθέσεως και από περίσσεια αναλύσεως. Βρισκόμαστε πολύ «μέσα στα πράγματα» κι αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι μια δύσκολη θέση: καταργώντας την κάποια απόσταση, είτε προσπαθούμε να καδράρουμε προς το παρόν είτε προς το μέλλον, δεν μπορούμε πια να νετάρουμε.

   Βεβαίως, έχουμε βρει κάπου το έδαφος έτοιμο — μετά από χρόνια αγραναπαύσεως. Γι’ αυτό και γίναμε μια καλλιεργημένη γενιά καλλιεργητών. Καλλιεργούμε εύοσμα άγχη, καταπιεσμένες πολιτικοκοινωνικές κολοκύθες, υπαρξιακές περιπλοκάδες ή διακοσμητικά σαρκοφάγα φυτά εσωτερικών χώρων. Πειραματικές διασταυρώσεις, αμερικανικοί σπόροι — ποιός ξέρει τί θα βγει… ‘Η μάλλον μερικοί το ξέρουν. Μόλις τώρα αρχίζει η αρτηριοσκλήρωση στη «γενιά του ’70». Άρα και η καταξίωση της προσφοράς μας είναι κοντά.


Ερώτηση. Ποιες ήταν οι συνθήκες που σε οδήγησαν στη συγκεκριμένη ποιητική σου γραφή και ποιό είναι τ ό προσωπικό σου όραμα πού αισθάνεσαι τή γραφή αυτή και το ως τώρα έργο σου να το υπηρετούν;

 

   Απάντηση. Με οδηγούν οι τελείως αντικοινωνικές και απολιτικές συνθήκες διαβιώσεως, επιβιώσεως και αναβιώσεως. Γράφω πότε από μια μικρή μου ανεπάρκεια να ζήσω, πότε από μια αφόρητη υπερεπάρκεια.

    Η ποίησή μου είναι εγωκεντρική — ένα όχι και τόσο δημοφιλές είδος. Κι όμως πιστεύω ότι μπορεί να είναι τόσο λειτουργική στο χώρο όσο και η λεγόμενη πολιτική ποίηση: πάντα ήταν εποικοδομητικό για το λαό το θέαμα ενός ανθρώπου που βασανίζεται (βλέπε δημόσιες εκτελέσεις).

   Και στο κάτω κάτω, είτε έτσι γράφουμε είτε αλλιώς, είναι σίγουρο πώς μας διαφεύγουν τα 90% αυτών πού μας συμβαίνουν στην καθημερινή ζωή. Πώς να το κάνουμε; Είναι πάρα πολλά για μας.

   Πιο έντιμο το βρίσκω να κοιτάζω μέσα μου και, με αστιγματική ευαισθησία —δηλ. χωρίς σαφή περιγράμματα— γύρω μου. Πιθανόν θα δω και πιο μακριά κάποτε. Όταν ορχήσει η πρεσβυωπία.

Για την ώρα πιστεύω πως η συνειδητοποίηση της ατομικότητας μου-μας πρέπει να προηγείται αιώνες από κάθε άλλη συνειδητοποίηση, πολιτική ή κοινωνική.

Και το «προσωπικό μου όραμα»; Ας πούμε πως είναι η σύνθεση του puzzle που είμαι-είμαστε. Ένα παιχνίδι με αχάριστη ψιλοδουλειά. Άλλα κομμάτια είναι σε λάθος θέση κι άλλα λείπουν τελείως. Ποιός ξέρει; Με τη μαγική ράβδο της ποιητικής γλώσσας μπορεί να συναρμολογηθούν οι υπαινιγμοί αιωνιότητας που ανασύρουμε από μέσα μας κι υπάρχει ελπίδα να δείξει κάποτε κάτι η εικόνα.

Να καταλάβουμε τί επιτέλους σήμαινε όλη αυτή η φασαρία.

 

   Ερώτηση. Ποιοί νομίζεις πώς είναι οι λόγοι που εμποδίζουν τη σύγχρονη ποίηση να λειτουργήσει στο ευρύ κοινό και την μεταβάλλουν σε υπόθεση περιθωριακή;

 

   Απάντηση. Μα δε νομίζω πώς λειτούργησε ποτέ η ποίηση στο ευρύ κοινό — αν εξαιρέσεις τις ραψωδίες των βάρδων, τα εθνικά έπη και τα τραγούδια, πού κι αυτά πάλι λειτούργησαν μόνο χάρη στην κινητήρια δύναμη της μουσικής.

   Σήμερα τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα.  Η σύγχρονη ποίηση πιστεύω πως έχει αν όχι ευρύ, τουλάχιστον ευρύτερο κοινό από άλλες εποχές. Έχουν διαμορφωθεί δυό-τρεις επιμελείς γενιές αναγνωστών παρ’ όλο που στο σχολείο, όπου μπαίνουν οι βάσεις κ.λπ., κινάν ό,τι μπορούσαν για να το αποτρέψουν αυτό. Θυμάμαι με αηδία εκείνες τις πρώτες μου επαφές μέ την ποίηση, τις σχολαστικές αναλύσεις πού μας επέβαλαν να κάνουμε: κεντρικές ιδέες, παρομοιώσεις, ωραίες εικόνες, κοσμητικά επίθετα… Κάτω από το ανατομικό νυστέρι δεν έμενε τίποτα άπ’ την ψυχή και την προσωπικότητα του ποιήματος — αν παρ’ ελπίδα διέθετε. Και τί φοβερή επιλογή ποιημάτων! Ευτυχώς τώρα η κατάσταση στα αναγνωστικά άρχισε να διορθώνεται.

   Πάντως για να επιστρέψω στο θέμα, τελικά η ποίηση δεν είναι θέμα που άφορα το «ευρύ κοινό» αλλά έναν-έναν ξεχωριστά. Δεν εξυπηρετεί την τάση της ομαδοποιήσεως (μιλάω πάντα για την «καθαρή» ποίηση). Δεν προσφέρει κοινή γλώσσα όπως οι άλλες τέχνες πού εντάσσονται σε ρεύματα εποχής και φέρνουν κοντά μεγάλες ομάδες ανθρώπων.

   Ο ποιητής είναι ένας ευτυχής δέκτης ραδιοσημάτων, που χωρίς να μπορεί να τα αποκρυπτογραφήσει, τα κρυπτογραφεί σε δεύτερο κώδικα, περιμένοντας από τον αναγνώστη να τα κρυπτογραφήσει και εκείνος σε τρίτο, στον προσωπικό του κώδικα. Κι αυτή η περίπλοκη «περιθωριακή» διαδικασία είναι σημαντική. Τόσο όσο η αναγκαία ιδιωτική μας καταφυγή στον ύπνο με τα όνειρα.

 

   Ερώτηση. Πώς διαβλέπεις τό μέλλον της ποίησης σαν έσχατη έκφραση της ελευθερίας του ανθρώπου σ’ έναν κόσμο πού καθημερινά αυτοματοποιείται όλο και περισσότερο;

 

   Απάντηση. Το μέλλον της ποίησης; Φοβάμαι πώς θα μας συμβεί όπως με τις παλιές ξεχασμένες γεύσεις του ζυμωτού ψωμιού (χωρίς χημικά διογκωτικά), των φρούτων (χωρίς λιπάσματα) ή των αυγών από κότες πού δεν έφαγαν ούτε φυράματα ούτε τα αρσενικά τους αλεσμένα — γεύσεις για τις όποιες μας βασανίζει ακόμα πότε-πότε μια αταβιστική νοσταλγία. Οραματίζομαι στο κοντινό μέλλον ένα ποίημα που θα αποκαλύπτεται ή θα ανακαλύπτεται τυχαία και θα εκστασιάζει κάποιον τουρίστα. Βεβαίως μιλάω πάντα γι’ αυτό που ονομάζω καθαρή ποίηση. Γιατί υπάρχουν και τα μεταλλαγμένα είδη, που θα επιβιώσουν. Κι ο διαχωρισμός έχει ήδη αρχίσει. Οι μοναχικοί ποιητές εκλείπουν σιγά σιγά, ενώ αντίθετα συστηματοποιείται ο θεσμός των  Εθνικών Πάρκων για μικρές ή μεγάλες αγέλες πού πρέπει νά προστατεύονται και να ενθαρρύνονται στην κυκλοτερή γονιμοποίηση τους. (Μουρμουρίζοντας από μέσα μου: τελικά νομίζω πώς όταν φτάσουμε στην αναπόφευκτη ερώτηση περί πολιτικής ποιήσεως, θα την παρακάμψω, γιατί εξάντλησα τα ζωολογικά και βοτανολογικά μου παραδείγματα). Ας ξαναγυρίσω στο θέμα.  Αλλά γιατί να το συζητάμε; Είναι κάτι που δε μας άφορα διαχρονικά. Η (καθαρή) ποίηση είναι αυθύπαρκτη και αυτοϊκανοποιούμενη. Κι ό ποιητής έχει στο χώρο και στο χρόνο με το κοινό του, τη σχέση που έχει ο ωραίος αυνανιζόμενος με τούς ηδονοβλεψίες. (‘Εδώ ήταν η περίσταση να μιλήσω για «αιώνιες αξίες»).

 

Ερώτηση. Αντιμετωπίζεις προβλήματα επικοινωνίας μέσα στο χώρο πού λειτουργείς και, αν ναι, ποιά είναι αυτά;

 

Απάντηση. Όχι, γιατί είμαι αφηρημένη. ‘Αλλά θα έπρεπε. Τόσα πράγματα δεν πάνε καλά. Π.χ. το θέμα του απαράδεκτου διαχωρισμού της «γυναικείας λογοτεχνίας». Μέχρι να αποκατασταθεί η τάξη και να πάψει να αντιμετωπίζεται (κι απ’ τους αρσενικούς κι απ’ τους θηλυκούς) σαν λογοτεχνία δεύτερης ποιότητας, εγώ προσωπικά επιμένω να ονομάζομαι ποιητής — κι όχι ποιήτρια. Είναι ακόμα τόσο βεβαρυμμένος αυτός ο όρος. Θυμίζει «… ή κόρη μου κεντάει, ξέρει τα γαλλικούλια της, παίζει πιάνο, γράφει και στίχους» — πλούσιος ψυχικός κόσμος για να υπερπληρώσει τουλάχιστον τέσσερα δωμάτια με κουζίνα.

Αισθάνθηκα πολύ μειωμένη —και για λογαριασμό των άλλων— που κάποτε μαντρωθήκαμε σ’ ένα «αφιέρωμα στη γυναικεία ποίηση». Δεν καταλαβαίνω πώς δεν καταλαβαίνουν ότι τα ποιήματα γράφονται με το χέρι κι όχι με τίποτα άλλο και μπορεί νι είναι απλώς καλά, ευπαρουσίαστα ή κακά. Όχι ΑΝΔΡΩΝ—ΓΥΝΑΙΚΩΝ.

Και κάτι άλλο απ’ αυτά που δεν πάνε καλά. Η (γόνιμη) επικοινωνία ανάμεσα σε ομότεχνους. Οι μισοί «πνευματικοί άνθρωποι» έχουν φερσίματα σταρ, κι οι άλλοι μισοί είναι σε άγρια κατάσταση. Ένας ποιητής μπορεί να κινείται μεταξύ κλίκας και ανυπαρξίας. Να συμμετέχει σε «αυλή» ή να μην τον παίζουνε.

Δεν έχω δυσκολία με τις δημόσιες σχέσεις άλλα αντιμετωπίζω ακόμα προβλήματα συνειδήσεως. Και μου θυμίζω ένα κύριο, γνωστό της γιαγιάς μου, ο όποιος έλεγε για τη γαλλική γλώσσα: «… την ομιλώ, άλλα δεν την εννοώ…».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s