ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

 

%ce%b3%ce%b9%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%82-%cf%81%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%bf%cf%82

 

 

Τρακτέρ ( 1930 – 1934 )

 

Δοκιμασία (απόσπασμα)

Ω Μούσα, εσύ
κάθε θρασύ
μερεύεις ήχο
στο θαλασσί
γράφεις χρυσή
αυγή : το στίχο.

Μες το τεφρό
βράδι, ελαφρό
υψώνω χέρι
ίδιο φτερό
και στο νερό
η μορφή του χαίρει.

Ο αυλός σφυρά
και τα’ αργυρά
φορώ και πάλι
μέθης χαρά
με πλημμυρά
κ’ η νιότη πάλλει.

Μια μυγδαλιά
μες στα παλιά
ανθίζει ερείπια
και τα πουλιά
χτίζουν φωλιά
σε τείχη τρύπια.

Φιλιά σκορπώ
σα ν’ αγαπώ
και τον εαυτό μου
κι όταν σιωπώ
και το σκοπό
ακούω του εντόμου.

Φως αμυδρό
πέφτει ιλαρό
στ’ ωχρό μου στόμα
κι όλο αντιδρώ
με πνεύμα αδρό
κι ας είμαι πτώμα.

Είμαι η ψυχή
τέρμα κι αρχή
όλου του κόσμου
λυγμών βροχή
στάζει κι αχεί
πάντοτε εντός μου.

Είμαι ερπετό
κι όμως πετώ
μακριά στα πλάτια
και φυλαχτό
το φως κρατώ
στα κλειστά μάτια.

 

 

 

Πυραμίδες ( 1930 – 1935 )

 

 

Μόνωση

Θε μου, πού πήγαν οι άνθρωποι; Πού πήγε η ευωδία
του νεανικού μου δέρματος κ’ η θέρμη των ήλιων;
Φθίνω στο σπίτι των σκιών και λιώνω τη καρδιά,
μια χρυσαλλίδα, στις χλωμές σελίδες των βιβλίων.

Η αγάπη, μάταια, κάποτε, με θλίψη μου γελά_
είμαι μακριά κι απ’ τα γλυκά βλέμματα των οικείων.
Πάνω απ’ της ρούγας τα σκυφτά χαμόσπιτα, ψηλά,
στο χρυσό δείλι, γράφομαι βαρύς κ’ εξαίσιος κίων.

Κι όμως τα βράδια νοσταλγώ: στον ίσκιο ενός καλού
κι αγαπημένου φίλου αβρά να γείρω να ξεϊδρώσω
_ρόδο που φύτρωσε άγονα στην άμμο του γιαλού,
του βλέμματος να ρουφώ τη ζαφειρένια δρόσο.

Ν’ ακούω κοντά μου μια καρδιά να πάλλει δυνατά,
ένας παλμός ν’ ανθεί για με και να κρατώ ένα χέρι
στα λυπημένα χέρια μου, κι ο νους μου να κοιτά
τη λάμψη του στα μάτια ενός που δέχεται και χαίρει.

Νάχουν σκοπό και προορισμό της νιότης μου οι παλμοί,
στιλπνοί καρποί να δένονται σε πρόθυμα κλωνάρια
κι όχι, καθώς των ασκητών οι εσπερινοί ψαλμοί,
να πνίγονται σε σιωπηλά, πένθιμα σεμινάρια.

Κι όταν της νύχτας ο άνεμος την πόρτα μας βροντά
κ΄ έντρομος το γκρεμό παλιάς πληγής θ’ αναθυμιέμαι,
να τον καλώ γοερά, κι αυτός γλυκά να μου απαντά,
κι αχνά χαμογελώντας του, πάλι ν’ αποκοιμιέμαι.

 

 

 

Ωδές

 

Στον Κωστή Παλαμά

( Απόσπασμα από την Ωδή στη χαρά )

 

Ω Χαρά, στα λαμπερά, ιερά νερά
σκέψης νέας, αντιφέγγει τ’ όραμα Σου.
Να φυτρώσεις των ανθρώπων ετοιμάσου
τα φτερά.

Όχι αγέρας, μήτε σύννεφο χρυσό
που τα μάτι αλλοιθωρίζουν να τοξεύουν.
Χέρια μπρούντζινα στο μπρούντζο Σε λαξεύουν
κολοσσό.

Δεν προσέχεις του ζητιάνου το κερί
στα φαράγγια που δακρύων κυλούσε κρήνη
των θαυμάτων Σου θ’ ανθίσουν τώρα οι κρίνοι
δροσεροί.

Τους πυλώνες που τους κράτησαν κλειστούς
_σκλάβα, Εσύ που με θεό Σ’ είχαν κοιμίσει_
τους γκρεμίζουν αλαλάζοντας τα μίση
με λοστούς.

Στων ονείρων τους ναούς γονατιστοί
σε δεήσεις δεν σταυρώνουνε τα χέρια.
Έχεις όποιον τους λυγμούς κάνει μαχαίρια
εραστή.

 

 

 

Επιτάφιος (1936 )

( Αποσπάσμα )

 

(Θεσσαλονίκη. Μάης του 1936. Μια μάνα, καταμεσής του δρόμου,
μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της και πάνω της,
βουίζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών
των απεργών καπνεργατών. Εκείνη συνεχίζει το θρήνο της) :

 

Ι

Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

Πως κλείσαν τά ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;

Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονο μου,
που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ᾿ το τσίνορο μου,

Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;

Πουλί μου, εσυ που μούφερνες νεράκι στην παλάμη
πως δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ᾿ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.

Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιέ μου μπήγω.

 

II

Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατειώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πώς μ᾿ άφησες να σέρνουμε και να πονά μονάχη
χωριὶς γουλιά, σταλιά νερόὸ και φώς κι άνθο κι αστάχυ ;

Με τα ματάκια σου ‘έβλεπα της ζωής κάθε λουλούδι,
με τα χειλάκια σου έλεγα τ᾿ αυγερινό τραγούδι.

Με τα χεράκια σου τα δυό, τα χιλιοχαϊδεμένα,
όλη τη γης αγκάλιαζα κι όλ᾿ είτανε για μένα.

Νιότη απ᾿ τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα που θα κρατηθώ, που θα σταθώ, που θάμπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;
Γιέ μου, αν δε σού ναι βολετό να ρθεις ξανά σιμά μου,
πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι αν ειν᾿ τα πόδια μου λιγνά, μπορώ να πορπατήσω
κι αν κουραστείς, στον κόρφο μου, γλυκά θα σε κρατήσω.

 

ΙΙΙ

Μαλλιά σγουρά που πάνω τους τα δάχτυλα περνούσα
τις νύχτες που κοιμόσουνα και πλάϊ σου ξαγρυπνούσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο και κοντυλογραμμένο,
καμάρα που το βλέμμα μου κούρνιαζε αναπαμένο,

Μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού, και πάσκιζα μην τα θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο που ως λάλαγες ανθίζαν
λιθάρια και ξερόδεντρα κι αηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιά σαν τα στρωτά φτερούγια της τρυγόνας
που πάνωθε τους κόπαζε κ᾿ η πίκρα μου κι ο αγώνας,

Μπούτια γερά σαν πέρδικες κλειστές στα παντελόνια
που οι κόρες τα καμάρωναν το δείλι απ᾿ τα μπαλκόνια,

Και γω, μη μου βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο άντρα,
σου κρέμαγα το φυλαχτό με τη γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ ευωδιαστό μου δάσο,
πως να πιστέψω η άμοιρη πως μπόραε να σε χάσω;

 

ΙV

Γιέ μου, ποιά Μοίρα στόγραφε και ποιά μου τόχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθεια μου ν᾿ ανάψει;

Πουρνό – πουρνό μου ξύπνησες, μου πλύθηκες, μου ελούστης
πριχού σημάνει την αυγή μακριά ο καμπανοκρούστης.

Κοίταες μην έφεξε συχνά – πυκνά απ᾿ το παραθύρι
και βιαζόσουν σα νάτανε να πας σε πανηγύρι.

Είχες τα μάτια σκοτεινά, σφιγμένο το σαγόνι
κι ήσουν στην τόλμη σου γλυκός, ταύρος μαζί κι αηδόνι.

Και γω η φτωχιά κ᾿ η ανέμελη και γω η τρελλή κ᾿ η σκύλα,
σουψηνα το φασκόμηλο κι αχνή η ματιά μου εφίλα

Μια – μια τις χάρες σου, καλέ, και το λαμπρό σου θωρὶ
κι αγαλλόμουν και γέλαγα σαν τρυφερούλα κόρη.

Κι ουδέ κακόβαλα στιγμή κι οὐδ᾿ έτρεξα ξοπίσω
τα στήθια μου να βάλω μπρός τα βόλια να κρατήσω.

Κι έφτασ᾿ αργά κι, ὤ, που ποτές μην έφτανε τέτοια ώρα
κι, ὦ, κάλλιο να γκρεμίζονταν στο καύκαλό μου ἡ χώρα.

 

V

Σήκω, γλυκέ μου, αργήσαμε· ψηλώνει ο ήλιος· έλα,
και τὸ φαγάκι σου έρημο θα κρύωσε στην πιατέλα.

Η μπλε σου η μπλούζα της δουλειάς στην πόρτα κρεμασμένη
θα καρτεράει τη σάρκα σου τη μαρμαρογλυμμένη.

Θα καρτεράει το κρύο νερό το δροσερό σου στόμα,
θα καρτεράει τα χνώτα σου τ᾿ ασβεστωμένο δώμα.

Θα καρτεράει κ΄ η γάτα μας στα πόδια σου να παίξει
κι ὁ ήλιος αργός θα καρτερά στα μάτια σου να φέξει.

Θα καρτεράει κ΄ ἡ ρούγα μας τ΄ αδρό περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, που τις βραδιές ερχόνταν
και λέαν και λέαν κι απ᾿ τα ίδια τους τα λόγια εφλογιζόνταν

Και μπάζανε στο σπίτι μας το φώς, την πλάση ακέρια,
παιδί μου, θα σε καρτεράν να κάνετε νυχτέρια.

Και γω θα καρτεράω σκυφτή βραδὶ και μεσημέρι
να ρθει ο καλός μου, ο θάνατος, κοντά σου να με φέρει.

 

VI

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιέ, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τα δειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μού δειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκιά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μού λεες, γιέ, πως όλ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.

 

ΙΧ

Ὦ Παναγιά μου, αν ήσουνα, καθώς εγώ, μητέρα,
βοήθεια στο γιό μου θἄστελνες τον Άγγελο απὸ πέρα.

Κι, αχ, Θέ μου, Θέ μου, αν ήσουν Θεὸς κι αν ήμασταν παιδιά σου
θα πόναγες καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου.

Κι αν ήσουν δίκειος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.

Γιέ μου, καλά μου τάλεγε το γνωστικό σου αχείλι
κάθε φορά που ορμήνευε, κάθε φορά που ἐμίλει:

Εμείς ταγίζουμε ζωή στο χέρι: περιστέρι,
κ᾿ εμείς ούτ᾿ ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι.

Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ᾿ αργασμένα μπράτσα
και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα.

Αχ, γιέ μου, πια δε μούμεινε καμιά χαρά και πίστη,
και το χλωμό και το στερνό καντήλι μας εσβήστη.

Και, τώρα, επὰ σε ποιά φωτιά τα χέρια μου θ᾿ ανοίγω,
τα παγωμένα χέρια μου νὰν τα ζεστάνω λίγο;

 

XVII

Βασίλεψες, αστέρι μου, βασίλεψε όλη η πλάση,
κι ο ήλιος, κουβάρι ολόμαυρο, το φέγγος του έχει μάσει.

Κόσμος περνά και με σκουντά, στρατός και με πατάει
κ’ εμέ το μάτι ουδέ γυρνά κι ουδέ σε παρατάει.

Και δες, μ’ ανασηκώνουνε χιλιάδες γιούς ξανοίγω,
μα, γιόκα μου, απ’ το πλάγι σου δε δύνουμαι να φύγω.

Όμοια ως εσένα μου μιλάν και με παρηγοράνε
και την τραγιάσκα σου έχουνε, τα ρούχα σου φοράνε.

Την άχνα απ’ την ανάσα σου νοιώθω στο μάγουλο μου,
άχ, κ’ ένα φως, μεγάλο φως, στο βάθος πλέει του δρόμου.

Τα μάτια μου σκουπίζει τα μια φωτεινή παλάμη,
αχ, κ ή λαλιά σου, γιόκα μου, στο σπλάχνο μου έχει δράμει.

Και να που ανασηκώθηκα το πόδι στέκει ακόμα
φως ιλαρό, λεβέντη μου, μ’ ανέβασε απ’ το χώμα.

Τώρα οι σημαίες σε ντύσανε. Παιδί μου, εσύ, κοιμήσου,
και γω τραβάω στ’ αδέρφια σου και παίρνω τη φωνή σου.

 

 

 

Το τραγούδι της αδελφής μου ( 1937 )

( Απόσπασμα )

Αδελφή μου,
δεν είμαι πιά ποιητής
δεν καταδέχομαι νάμαι ποιητής.
Είμαι ένα πληγωμένο μυρμήγκι
που έχασε το δρόμο του
μες στην απέραντη νύχτα.
Αναδεύω την τέφρα
των πυρπολημένων Απριλίων
και δε βρίσκω μια σπίθα
για ν’ ανάψω την αρχαία θερμάστρα.
Εσύ εζύγησες
τους θησαυρούς των αιώνων
μες στη λεπτή παλάμη σου.
Εσύ εγκρέμισες τα όρη
όπου αναπαύονταν οι ποιητές.
Κ’ εγώ δεν είμαι πια ποιητής.
Το ξέρω,
οι ποιητές
δε ρυπαίνουν με δάκρυα
τις κρυστάλλινες πολιτείες.
Αγρυπνούν
με το βλέμμα τους ίσο κι αθόλωτο
για να μετρούν
τις φρικιάσεις του φωτός
και τους παλμούς του σύμπαντος.
Όμως εγώ,
αδελφή μου, αγρυπνώ
μετρώντας τους παλμούς
και την ανάσα σου.
Στυλώνομαι, πύργος νυχτός,
μες στην ακατανόητη βοή
των διασταυρουμένων κεραυνών
κι αγγίζω αδίστακτος τα ξίφη.
Οι αψίδες του φωτός κατέρρευσαν
κάτω απ’ τα βλέφαρα σου.
Τίποτ’ άλλο δε ζει
έξω απ’ τον πένθιμο κύκλο
που χαράζουν στην πλάση τα μάτια σου.
Δε θέλω
τα τύμπανα των θριάμβων
να αναγγέλλουν τη δόξα μου
μες στα δάση της άνοιξης.
Το δικό σου χαμόγελο
μου φτάνει.
Η κρήνη των ματιών σου
μπορεί να ποτίσει τη δίψα μου
και ν’ ανθίσει τη ζωή μου.

 

 

 

ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ (1938)

 

( Απόσπασμα )

ΙΙ

Είχα κλείσει τα μάτια
για ν’ ατενίζω το φως.

Τυφλός.
Είχα κάψει τη φλόγα
για ν’ αναπνέω.

Τις νύχτες
αφουγκραζόμουν τους θρόους της σιγής
κ’ η ανάσα του χαμόγελου
δε γνώριζε τη μετάνοια.

Να δακρύζω
πάνω στα διάφανα χέρια μου
από μια διάφανη χαρά
που δεν επιθυμεί.

Όχι θωπεία. Όχι όνειρο.
Πιο πέρα.
Εκεί που καταλύεται τ’ όνειρο
κι’ η φθορά έχει φθαρεί.

Κ’ ήρθες εσύ.

 

ΙΙΙ

Κοίταξε αγαπημένη
πώς σε κοιτάζουν
τα λυπημένα χέρια μου.

Σα δυό παιδιά ορφανά
που κλαίγαν μες στο βράδυ
χωρίς ψωμί
και κοιμηθήκαν τρέμοντας
πάνω στο χιόνι.
Κρύωναν μα δεν επαιτούσαν.

Κρατούσαν
ένα λουλούδι σιωπηλό
και παίζαν τρυφερά κι αδέξια
στους ραγισμένους δρόμους.

Αγαπημένη
κοίταξε πως διστάζουν
τα νυχτωμένα χέρια μου.

Πώς μπορεί ν’ ανοιχτεί
αυτή η θύρα του φωτός
για μένα που δε γνώρισα
μήτε τον ίσκιο μιάς μαρμαρυγής;
Στέκω απ’ έξω στο ψύχος δειλός
και κοιτώ τα μεγάλα παράθυρα
τα φωτισμένα ρόδα
και τα κρύσταλλα
κι όλο λέω να κινήσω να φύγω
προς τη γνώριμη νύχτα
κι όλο λέω να ρθω
κι όλο στέκω
έξω απ’ τη θύρα σου.

Μη με καλέσεις ακόμη.
Ας παρατείνουμε
αυτές τις ώρες τις θαμπές
τις υπερπληρωμένες
που δυό κόσμοι
ανταμώνονται
που δυό βαθιές φωνές
ζυγιάζονται
πάνω σε μια χορδή αργυρή
και μια σταγόνα δρόσου
σκιρτά και ταλαντεύεται
στ’ άνθος της νύχτας.

Εδώ θα μείνει
εκεί θα πέσει.

Αγαπημένη
τι προετοιμάζεται για μας
μέσα στο βλέμμα των θεών
πίσω απ’ αυτή τη φωταψία;

 

VI

Αγαπημένη
δεν έχω παρά μόνο μιας στιγμής
τη ζωή και το φτερούγισμα.

Δε βλέπεις
πάνω στο δέρμα μου
το πρωτάνοιχτο θάμβος;

Δεν ακούς
μες στις ίνες μου
μύρια φτερά μικρών κορυδαλλών
που μόλις τ’ άγγιξε
η πρώτη ακτίνα
της αυγής;

Πόσο είμαι νέος.
Πόσο είμαι νέος
κάτω απ’ τα βλέφαρα σου.

Τα πολυτρίχια
των αρχαίων πηγών
που συναθροίζουν τ’ αργυρά τους δάκρυα
σε γαλανούς καθρέφτες ουρανού
κοιμούνται πίσω απ’ τα μάτια μου
που σε βλέπουν.

Καμιά διάσπαση.
Η μνήμη των αποχαιρετισμών
δε ρυτιδώνει τα χέρια μου
που όρθρισαν μέσα στα χέρια σου.

Γεύομαι στα χείλη σου
την πρασινάδα της εξοχής
και τους θρύλους της θάλασσας.
Η ζέστα του κορμιού σου
με ντύνει τον ήλιο.

Σφράγισε τις χαραματιές
των παραθύρων.

Οι στοχασμοί και οι στίχοι
μακραίνουν μες τη νύχτα
κ’ εμείς απ’ την κλίνη μας
μόλις ακούμε τις φωνές τους
σαν ομιλίες μεθυσμένων
που αποτείνονται στη σκιά τους
και στη λυμφατική σελήνη.

Το φως των ηγεμονικών μαλλιών σου
σκεπάζει τους ώμους της νύχτας.

Βυθίζονται τ’ άστρα
στους βυθούς των ματιών σου
κι ανθίζουμε εμείς
έμπιστοι κι ωραίοι
καθώς τα πλάσματα
την πρώτη μέρα του Θεού
που δεν είχαν ρωτήσει κι’ απορήσει.

 

Χ

Αγάπη, Αγάπη,
δε μούχες φέρει εμένα
μήτ’ ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.

Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
και τ’ ανένδοτα μάτια μου στύλωνα
στους ουρανούς
γυρεύοντας την αμοιβή μου
απ’ τη σιωπή και το τραγούδι.

Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε που είσαι ω Αγάπη.

Μα εγώ δεν είχα τι ν’ αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.

Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν’ απολογηθώ.

Τι ν’ απαντήσω, Αγάπη;
Και δρασκελούσα το κατώφλι
τίναζα τα κατάμαυρα μαλλιά μου μες στο φως
και τραγουδούσα πλατιά στους ανέμους
το τραγούδι του «αδέσμευτου».

Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα:
«Δεν έχω τίποτα
δικά μου είναι τα πάντα».

Κι όμως μια παιδική φωνή
επίμονα έκλαιγε βαθιά μου
γιατί δεν είχες έλθει, Αγάπη.

Τις νύχτες του έαρος
που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες νά ‘ρθεις, Αγάπη.

Γι’ αυτό κ’ οι πιο λαμπροί μου στίχοι
είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους
ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα
γιατί έλειπες απ’ την καρδιά μου, Αγάπη.

Όταν περιπλανιόμουν
στην ερημιά του φθινοπώρου
στα γυμνά δάση
ζητώντας με σφιγμένα δάχτυλα
τον ήλιο που έφευγε χλωμός
πάνω απ’ τις παγωμένες λίμνες
εσένα ζητούσα, ω Αγάπη.

Κι όταν ακόμη επέστρεφα
την όψη μου απ’ τη γη
και τρυπούσα με πύρινα βλέμματα
τα τείχη της νύχτας
ήταν γιατί δεν ήθελα να κλάψω
που δε με συλλογίστηκες, Αγάπη.
Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.

Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ’ αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.

Για σένα, Αγάπη, ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα νά ‘βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω Αγάπη.

 

XVI

Χαρά χαρά.
Δε μας νοιάζει
τί θ’ αφήσει το φιλί μας
μέσα στο χρόνο και στ τραγούδι.

Αγγίξαμε
το μέγα άσκοπο
που δε ζητά το σκοπό του.

Ὁ Θεός
πραγματοποιεί τον εαυτό του
στο φιλί μας.
Περήφανοι εκτελούμε
την εντολή του απείρου.

Ένα μικρό παράθυρο
βλέπει τον κόσμο.
Ένα σπουργίτι λέει
τον ουρανό.
Σώπα.

Στην κόγχη των χειλιών μας
εδρεύει το απόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ακούμε
μες στο γαλάζιο βράδυ
την ανάσα της θάλασσας
καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου
που δε μπορεί να χωρέσει
την ευτυχία του.

Ένα άστρο έπεσε.
Είδες;
Σιωπή.
Κλείσε τα μάτια.

 

 

 

Το Εμβατήριο του ωκεανού (1940)

(αποσπασμα)

Νυχτερινό λιμάνι
φώτα πνιγμένα στα νερά
πρόσωπα δίχως μνήμη και συνέχεια
φωτισμένα απ’ τους περαστικούς προβολείς μακρινών πλοίων
κι ύστερα βυθισμένα στη σκιά του ταξιδιού
λοξά ιστία με κρεμασμένες λάμπες ονείρου
σαν τις ραγισμένες φτερούγες των αγγέλων που αμάρτησαν
οι στρατιώτες με τις κάσκες
ανάμεσα στη νύχτα και στο κάρβουνο
τραυματισμένα χέρια σαν τη συγνώμη που έφτασεν αργά.

Αιχμάλωτοι δεμένοι στις άγκυρες
ένας κρίκος γύρω στο λαιμό του ορίζοντα
κι άλλες αλυσίδες εκεί στα πόδια των παιδιών
και στα χέρια της αυγής που κρατούν μια μαργαρίτα.

***********

Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.
Απ’ τα παράθυρα γλιστρούσε ο ουρανός
κι η μητέρα καθισμένη
στο χαμηλό σκαμνί
κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
με τ’ ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
γραμμένη στη γλαυκή διαφάνεια.

Εσύ δεν είχες έλθει ακόμη.
Κοιτούσα τη δύση και σ’ έβλεπα
_ μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου
_ ένα μειδίαμα σκιάς βαθιά στη θάλασσα.

Η μητέρα μου κρατούσε τα χέρια.
Μα εγώ
πίσω απ’ τον τρυφερό της ώμο
πίσω απ’ τα μαλλιά της τα χλωμά
στρωτά μ’ ένα άρωμα υπομονής και ευγένειας
κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα.

Ένας γλάρος με φώναζε
στο βάθος της εσπέρας
εκεί στη γαλανή καμπύλη των βουνών.

*************

Παιδί μελαχρινό με τα γαλάζια μάτια
με τα πυκνά μαλλιά που τα χτένισε η θάλασσα
παιδί με το ανεύθυνο βάδισμα που ποτέ δεν ρωτούσε τη γη
περήφανο παιδί που αρνιόσουνα την εκκλησία της Κυριακής
που έφτιαχνες χαρταετούς και πλοία με τετράδια της αριθμητικής
θυμάσαι το γέρο καπετάνιο
που ξέχασε το λιμάνι κοιτάζοντας τ’ αστέρια
για να κερδίσει τη νιότη τραγουδώντας τη θάλασσα;

Έτσι την ώρα που μας άφηνε
το τελευταίο χαμόγελο της νύχτας
και δεν είχαμε άλλο πλοίο να μπαρκάρουμε
κι ήταν οι προκυμαίες χωρίς φανάρια κι επιβάτες
απαντήσαμε τον ίσκιο μας ώ παιδί της θάλασσας
απαντήσαμε σένα μ’ ένα φεγγάρι ανοιξιάτικο στα χέρια
να βηματίζεις μονάχο στ’ ακρογιάλι ανάμεσα στα βράχια
όπου ρεμβάζουν γαλήνια τα καβούρια κι οι φώκιες.

Μάτια χορτασμένα με ζωγραφιές υδάτινες
που πεινούν ακόμη το νερό
παρελάσεις άστρων στη μνήμη κομισμένων γλάρων
έφοδος ξαφνική των δελφινιών, πανικός των υδροβίων
και πάνω στους ραγισμένους καθρέφτες του νερού
η κυκλική απόδραση του γαλαξία.

Η σιγή να φεύγει πάλι τρομαγμένη
μακριά στη κοιμισμένη παραλία
-η λευκή κόρη των πνιγμένων καπετάνιων
που ζει στα ερείπια του πανάρχαιου μώλου
και κάθε νύχτα που γεμίζει το φεγγάρι
την κυνηγούν οι μεθυσμένοι ναύτες.

Κύριε τ’ ουρανού της γης και της θάλασσας
ως πότε θ’ αγρυπνούμε
ως πότε θα διψάμε
ως πότε δε θα πεθαίνουμε;

 

 

 

Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής (1942 )

 

(Απόσπασμα)

Χιλιάδες αποσιωπητικά τα’ αστέρια. Φίλησε με.
Χιλιάδες στόματα χρυσά λιγάκι λυπημένα
πάνου στο στόμα σου. Κ’ οι στίχοι ως πέρα απ’ τα μεσάνυχτα
κάτου απ’ τη λάμπα που καπνίζει. Μυρίζει πετρέλαιο.

Στυφός ο ουρανίσκος απ’ το φιλί κι απ’ την αγρύπνια.
Σίγουρα θάχει αυτό το φάρμακο και κίνα. Είναι πικρό.
Μια κουταλιά της σούπας πριν από τον ύπνο.

Δεν το ξέχασα το φάρμακο, μητέρα,
τόσο πικρό τόσο γλυκό – το βράδυ ο δρόμος τα ποιήματα.
Τούτο το σφίξιμο δω πάνου στα μελίγγια. Η μυρωδιά του φαρμακείου.
Και μια κόκκινη φλέβα που δουλεύει
στο αναπαυμένο χέρι του έξω απ’ το σεντόνι σαν κλαδί σπασμένο.

 

 

 

Δοκιμασία ( 1935 – 1943 )

 

Ο λύχνος των φτωχών και ταπεινών

 

Στην αδελφή μου ΝΙΝΑ
ΙΙΙ

Μόλις έπαψε το σούρουπο η βροχή
βγήκες αργά στον έρημο κάμπο
κοίταξες τον πλυμμένο ουρανό
και περίμενες τη νύχτα.
Είδες έναν κύκλο φωτεινό
γύρω στο φεγγάρι
κ’ είπες : πάλι θα βρέξει.

Κ’ είσουνα τόσο χαρούμενος
που κοίταξες τον ουρανό
που είδες το κίτρινο φεγγάρι
που άκουσες τη φωνή σου.

Κάτου απ’ τα μουσκεμένα δέντρα
περνούσε Εκείνος
μ’ ένα μικρό φανάρι στο δεξί του χέρι
να φωτίζει το δρόμο
μη σκοντάφτουν τα μαμούδια.

Μην ξεχάσεις τη λειτουργία της Κυριακής.

Ο ξένος

 

 

XV

Η αποστολή μου τέλειωσε
κι ακόμη αργοπορώ.
Αμφίρροπος ακόμη στέκω
στη γέφυρα που μου χτίζει το βλέμμα σου.
Ζητάς ν’ ακολουθήσεις τη σκιά μου
που χάνεται μέσα στο φως
σαν το σπαθί μέσα στη θήκη του.

Ο δρόμος είναι απέραντος
ο δρόμος είναι δύσκολος κ’ είναι γυμνός
σαν ένα χέρι που ποτέ δε χάϊδεψε
και που ποτέ δεν συγχωρεί.

Ο δρόμος που οδηγεί κοντά μου βρίσκεται εντός σου.
Σκύψε βαθιά πολύ βαθιά σου
τόσο που να λυγίσεις όλος σ’ ένα τόξο
να σφεντονήσεις το βέλος στη σιωπή.
Εκεί ανατέλλει το φως μου που αγαπάς
το δικό σου φως
το φως όλου του κόσμου.

Ο μικρός αδελφός των γλάρων

Του χαμένου αδελφού μου ΜΙΜΗ

 

 

ΧΙΧ

Αν αναίβεις επάνω στις μεγάλες κάμαρες
θα βρεις τα πράγματα βαμμένα
με το σταχτί χρώμα του ύπνου
με το πικρό μύρο της γαλήνης.

Μέσα στην αίθουσα που κοιτάει προς τη θάλασσα
θα βρεις το σκεβρωμένο πιάνο
κι ανοιχτές τις κίτρινες σελίδες
εκείνης της παλιάς μαζούρκας
που τη χόρευε η Νίνα μ’ έναν άγγελο
τότε που βλέπαμε ν’ αστράφτει
μέσα στον ίσκιο του καθρέφτη η ομορφιά της
σαν ένα σύννεφο χρυσό στη βραδιασμένη θάλασσα.

Δεν πρέπει να βάλεις το δάχτυλο στα πλήκτρα
και να λογχίσεις το πλευρό της σιωπής.

Αφολυ ξέρεις αφού ξέρουμε
ας αποφύγουμε τη νέα δοκιμασία.

Κι ο αέρας έχει σώμα και πονάει
έχει μια μυστική καρδιά που τρέμει και ματώνει.

 

 

ΧΧ

Ότι αγαπήσαμε έφυγε
ότι αγαπήσαμε δεν ήρθε.
Πήραν οι νύχτες το δρόμο του δάσους
με τα μαλλιά τους χτενισμένα στο φεγγάρι.

Θύελλες ξερρίζωναν τα δέντρα πάνω στο βουνό
κι άκουγες να κατρακυλάν στη θάλασσα
μαζί με τα σπασμένα αμάξια της μεγάλης αστραπής.

Κάτω απ’ τα τραπέζια και τους καναπέδες
κάτω απ΄τα κρεββάτια
μεγάλα ζώα κρύβονταν στον ίσκιο.
Ακούγαμε τα ζώα που γύμναζαν
επάνω στη σιωπή τα νύχια τους.
Τώρα το σπίτι μας είναι άδειο
το σπίτι μας άλλαξε.

Όμως η θάλασσα είναι ίδια.
Άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε.

 

 

Η ραψωδία του γυμνού φωτός

 

I

Είμαστε εμείς που κλάψαμε πάνω απ’ τη θάλασσα
εμείς που μετρήσαμε τη θάλασσα σταγόνα τη σταγόνα
εμείς που χαράξαμε τα χνάρια μας πλάι στη βροχή
για να στεριώσουμε τούτο το γεφύρι στις δυό άκρες του ορίζοντα.

Όνειρο λέφτερο στην κυριαρχία των ανέμων
όνειρο μοιρασμένο σ’ όλες τις φωνές
για να ξανασυνθέσουμε το πρόσωπο της θάλασσας
πίσω απ’ το τελευταίο σύνορο.

Τώρα για να περάσεις τούτο το ακρογιάλι
για να κοιμίσεις το πένθος μετρημένο με τα δάχτυλα της βραδιάς
αγρύπνησε τη φλόγα σου πάνω απ’ τη δόξα
με τις περιπλανήεις με τις επιστροφές
πάντα στο ίδιο σημείο ενός έκθαμβου αγγέλου
που κάθε τόσο αθετεί μ’ έκταση την πληγή του.

Μέσα στο δάσος ονειρεύονται τ’ αγάλματα
και μιλούν τη φωνή μας
και μιλάμε τη φωνή της αυριανής αγάπης
ανάμεσα στα χρώματα του δειλινού και στα νερά
που δε μπορούν να φυγαδέψουν τη μορφή τους απ’ τα χέρα μας.
Μα δε σου φτάνει ο ίσκιος σου στο χώμα.
Το χώμα κι ο ίσκιος σου δεμένα μες στο φώς
κι ο ουρανός που επαληθεύει τα μεγάλα βήματα μες στο τραγούδι μας –
στο ίδιο τραγούδι θάνατος και αθανασία.

 

 

 

Σαββατόβραδο στη συνοικία του φθινοπώρου

 

ΑΠΟΨΕ νοιώθω πως οι κύκνοι κρυώνουν.

Ένα πλοίο παιδικό έφυγε.
Το νερό είναι παγωμένο. Ένας κρίνος νυστάζει.

Πού είσαι; Κλείσε το παράθυρο. Δίπλωσε τη σημαία
και φύλαξε τη στο μπαούλο της γιαγιάς με ναυθαλίνη.

Φωτιά ερημική στο βραδυνό βουνό. Δεν είναι
βοσκοί να θυμηθούν. Δεν είναι τίποτα
να ζεσταθεί. Τίποτα εκτός απ’ την ίδια τη φωνή σου
που ενθαρύνει σιγά τον εαυτό της.

ΚΙ ΌΜΩΣ είναι πολύ απλό αυτό που σου λέω.
Σα να κατεβαίνεις πιασμένος απ’ το χέρι του ίσκιου πολλά σκαλοπάτια.
Πολλά σκαλοπάτια. Τότε μάζευες τα πανιά του ανέμου σαν ένας εύθυμος ναύτης
κ’ ήξερες πως κάθε Κυριακή
στο προαύλιο με τα’ άσπρα και μαύρα πλακάκια
οι μικροί άγγελοι βάφαν τα σκολιανά παπούτσια τους
και τραγουδούσαν κείνο το παλιό ποιμενικό τραγούδι. Μήτε που το θυμάμαι.
Μη το θυμάσαι τάχα εσύ; Κάθε πρωί Κυριακής…

 

 

 

Άνεμοι στα δειλινά προάστεια

 

VIII

Είναι μεγάλος αυτός ο άνεμος
είναι χαρούμενος. Άκουσε πώς σφυρίζει
ανάμεσα στους καπνοδόχους και στις χαραμάδες της σιωπής σου.

Χρειάζεται μια πιο γερή φωνή να τον αποστομώσει
χρειάζονται χιλιάδες σάλπιγγες μαζί
χιλιάδες στόματα μαζί για να τον πούνε αυτόν τον άνεμο.

Μα τώρα είναι το απόγευμα θολό είναι το σιωπητήριο
πάνου απ’ τα ξύλινα στρατιωτικά παραπήγματα
είναι τα άδεια κρεββάτια στη σειρά. Πόσοι λείπουν;

Κανείς δεν ήρθε για το δείπνο.
Θα περιμένουμε λοιπόν εδώ. Θα περιμένουμε.

Πίσω απ’ το τελευταίο σύνορο.

 

 

VII

Τώρα κρατάμε το χαμόγελο ανάμεσα στα δόντια
έτσι που κρατάμε στα χέρια ένα βιβλίο διαβασμένο.
Άδειος ο κάμπος άδεια και τα σπίτια κι ο αγέρας άδειος.
Πού να σαλέψεις το μαντήλι; Τα βουνά
είναι πίσω απ’ τ’ άλλα βουνά. Πίσω από κάθε βράδι.
είναι μια μετάνοια με το πηγούνι χωμένο στις παλάμες.
Κι ο ήλιος αυτός κει πέρα ρόδινος ακόμη καίγεται
σα μια παλιά ερωτική επιστολή στο τζάκι του χειμώνα.
Ξέρεις η νύχτα που θα ρθεί θάχει τον ίδιο θόρυβο
μ’ ένα μεγάλο δέντρο που πέφτει στην αυλή.
Κι ύστερα τίποτα. Κοιμήσου εσύ. Για μας ο ύπνος έχει αργήσει
κι η λέξη που δεν ξέρει να ειπωθεί χτυπάει τις ώρες μας
σα μια χρυσόμυγα κλεισμένη σ’ ένα κουτί χαρτονένιο
κάτου από το προσκέφαλο ενός άρωστου παιδιού.

Παραμονές ήλιου

 

 

VIII

Δω πέρα σταματούν τα μάτια παραπλανημένα από δυό σύγνεφα.
Ακούγονται φωνές. Ένα παιδί ζητάει ψωμί.
Χτυπάει μια πόρτα. Κι άλλη. Μια ντουφεκιά.
Μια μάνα τρέχει ξεχτένιστη στα χωράφια. Τι περιμένεις;
Τ’ αλέτρι μπήγεται στο χώμα. Η σφαίρα τούτη για το θάνατο.
Για τίποτα δεν μετανιώσαμε. Ένα τριαντάφυλλο έβαψε στο αίμα το μαντήλι του
και χαιρετάει τον κόσμο που μας θέλει και τον θέλουμε.

 

 

 

Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο (1952 )

 

( Απόσπασμα )

ΑΥΡΙΟ ΜΕΘΑΥΡΙΟ θα επιστρέψουμε απ’ το μεγάλο πόνο μας στις καθημερινές δουλειές μας,
θα φάμε το ψωμί μας. Το ψωμί είναι νόστιμο
όσο πικρές κι αν είναι οι μέρες μας. Πρέπει να φάμε το ψωμί μας.
Πρέπει να ζήσουμε, να διεκδικήσουμε τη ζωή μας και το δίκιο σας.
Μα και την ώρα που θα τρώμε θα ‘μαστε έτοιμοι. Το ξέρουμε
είναι βαριά η κληρονομιά σου Μπελογιάννη-
θα τη σηκώσουμε στους ώμους μας.

Συχνά δυσκολευόμαστε, θα δυσκολευτούμε πιότερο-
θα την κρατήσουμε στους ώμους μας.
Η πληγή μας μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, το ίδιο κι η πίστη μας.

Θα φέρουμε την κληρονομιά σου στους ώμους μας,
ως τη πόρτα του ήλιου, Μπελογιάννη.

Καλημέρα αδέλφια μου
Καλημέρα ήλιε
Καλημέρα κόσμε.

Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά
πως να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.

Μ’ ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία.
Μ’ ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώνει.

Καλημέρα σύντροφοι
Καλημέρα ήλιε
Καλημέρα Μπελογιάννη.

Τώρα ας βροντήσουνε της λευτεριάς τα τύμπανα και οι σάλπιγγες.

Καλημέρα Μπελογιάννη.

ΑΚΟΜΗ μια φορά. Ακόμη μια φορά
εσύ Νίκο πολέμησες για όλους μας
εσύ νίκησες για όλους μας
εσύ απόδειξες
πόσο μικρά είναι αυτήν την ώρα τα μικρά όνειρα,
η ψάθινη πολυθρόνα του περιβολιού, το πράσινο τραπεζάκι,
η σιγουριά απ’ τα κάγκελα του κρεβατιού τις νύχτες-πόσο μικρά
μπροστά στο μπόι της χαράς να πεθαίνεις
για τη χαρά του κόσμου.
Εσύ απόδειξες
πόσο μικρή είναι η λευτεριά να φιλάς ένα στόμα
να κάθεσαι βουβός στο πεζούλι της βραδιάς
δίχως να δίνεις λόγο πού κοιτάζουν τα μάτια σου,
να βάζεις κάτου απ’ την καρδιά σου δυο ζεστά αστρουλάκια
όπως βάζεις πριν κοιμηθείς , κάτου απ’ το προσκέφαλο σου,
το κλειδί του σπιτιού σου και το ρολόι σου.

Πόσο μικρή είναι τούτη η λευτεριά μπροστά στην άγρια λευτεριά
να βγάζεις τη καρδιά σου σα γαρύφαλλο απ’ τον κόρφο σου
για να μοσκοβολάν τα σύμπαντα θυσία και ειρήνη.

Α΄, ναι, πονάμε απ’ τη χαρά να ‘μαστε οι άνθρωποι,
κρατώντας τη βάρδια μας μερόνυχτα σε μια κορφή του κόσμου,
βόσκοντας το κοπάδι των άστρων πάνω απ’ τα ερείπια,
βράζοντας στο μεγάλο καζάνι της νύχτας
το πηχτό γάλα της χαράς για τα παιδιά που αύριο θα γεννηθούνε.
Νίκο, πονάμε καθώς πόνεσες και συ, απ’ τη χαρά να ’μαστε οι άνθρωποι.

Καλημέρα άνθρωποι μου
Καλημέρα ήλιε
Καλημέρα Μπελογιάννη

 

 

 

Αγρύπνια

 

Σιωπηλή εποχή

(απόσπασμα)

Είναι δικά μας όλα τούτα που άφησαν έξω απ’ την πόρτα τους
οι κλειδωμένοι άνθρωποι
το χουγιατό του αγέρα στις σκοτεινές κάμαρες
η μουσική που κατεβαίνει σε μεγάλα κύματα χτυπώντας τα
παραθυρόφυλλα
η σιωπή που ανοίγει την τσάντα της και κοιτάζεται στο τετράγωνο
καθρεφτάκι της
κι αυτή που τυλίγεται σε μια στρατιωτική κουβέρτα πάνου στο
μουράγιο
κι αποκοιμιέται δίπλα στο ταγάρι της.

Είσαι και συ που ανάβεις το τσιγάρο σου μ’ ένα άστρο πάνω απ’ το
ήσυχο κοπάδι της ψυχής σου
σαν το σκοπό που αγρυπνάει πάνω απ’ το κοιμισμένο στράτευμα
να συλλογιέται μια γυναίκα
τη θάλασσα
την πολιτεία με τις σημαίες
τις σάλπιγγες
τη σκόνη του ήλιου και τη δόξα των ανθρώπων.

Κ’ είναι στο πλάϊ σου -το ξέρεις-
ετούτο το μεγάλο χαμόγελο
σαν το στρογγυλό ξυπνητήρι πλάϊ στον ύπνο του εργάτη.
Καιρός να κοιμηθούμε λίγο. Μη φοβάσαι.
Κουρντισμένο καλά. Θα σε ξυπνήσει στην ώρα σου,
με το κουβά της αυγής που ανεβάζει το νερό απ’ το πηγάδι
με το σύρσιμο μιας προκήρυξης που ρίχνει αθόρυβα το φως
κάτου απ’ τη πόρτα της σιωπής σου. Νάσαι σίγουρος. Θα σε
ξυπνήσει.

 

 

 

Η βάρδια του αποσπερίτη

 

7. Κλειδωμένη πόρτα

 

ΠΙΚΡΟ-πικρό το Σαββατόβραδο της γειτονιάς, όταν στρίβει στη γωνιά η ρομβία
και μένουν κάτι νότες στο δρόμο με τα λασπόνερα
σαν τα μουσκεμένα ξυλοπάπουτσα στον κοινό διάδρομο της προσφυγικής παράγκας.
Οι ώρες του δειλινού είναι μετρημένες με κείνο το παλιό ρολόι
που τόχαμε κλείσει βιαστικά στην κασέλα της πεθαμένης
ανάμεσα στα μάλλινα αποφόρια. Τα μεσάνυχτα μας είχε ξυπνήσει
το ξυπνητήρι, παίζοντας τη γνωστή βραχνή μαζούρκα του-
ήταν σαν ένα παιδί θαμμένο ζωντανό
που χτυπούσε με τα μικρά του χέρια το κλεισμένο φέρετρο. Πολύ μας φόβιζαν
σαν είμαστε παιδιά
οι λαμπάδες κ’ οι μωβ κορδέλες με τα χρυσά γράμματα
γι’ αυτό είμαστε λυπημένοι κάθε που βράδιαζε
γιατί τα δειλινά πάνου απ’ το μπαλκόνι του σπιτιού μας, στο νησί,
ήταν σα μωβ κορδέλες. Κι ο ύπνος μας φόβιζε
σαν κάποιος μας κλείδωνε και να μην είχαμε μεις τα κλειδιά.
Κι αν ξέχναγαν να μας ανοίξουν κι αν δε μπορούσαμε να μιλήσουμε σαν τη
γριά Ρακέν;
Μα ακούγαμε που κουβεντιάζαν οι μεγάλοι στην τραπεζαρία,
και κάτου απ’ την πόρτα είταν πεσμένο ένα κομμάτι φως της λάμπας. Δεν
φοβόμασταν τότε.
Τώρα ο ίδιος ο Δήμαρχος, λέει,
βγήκε να παραδώσει τα κλειδιά της πόλης.
Μην περιμένεις πια να σ’ ανοίξουν. Πρέπει μονάχος να νοιαστείς.
Πρέπει να σπάσουμε την πόρτα. Θα τα καταφέρουμε.
Γιατί η αγάπη μας είναι πιο πολλή απ’ τη μοναξιά μας.

 

 

 

Ρωμιοσύνη

 

Ι

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Eτούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.
O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ’ οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου.
H ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ’ την πίκρα
τους.

Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ’ έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ’ άγρια γένια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ’ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκκαλα τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Το ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.
Τόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

 

 

II

Κάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο της πέτρας
είναι μια σταγόνα νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή ως το μεδούλι
είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γέρο-πλάτανο που φωνάζει τα χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμούνται στη χόβολη της ερημιάς
κ’ οι στέγες συλλογιούνται το μαλαματένιο χνούδι στο πάνω χείλι του Aλωνάρη
– κίτρινο χνούδι σαν τη φούντα του καλαμποκιού καπνισμένο απ’ τον καημό της
δύσης.

H Παναγία πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδειά της φούστα λεκιασμένη απ’ τα
σταφύλια.
Στο δρόμο κλαίει ένα παιδί και του αποκρίνεται απ’ τον κάμπο η προβατίνα
πούχει χάσει τα παιδιά της.

Ίσκιος στη βρύση. Παγωμένο το βαρέλι.
H κόρη του πεταλωτή με μουσκεμένα πόδια.
Aπάνου στο τραπέζι το ψωμί κ’ η ελιά,
μες στην κληματαριά ο λύχνος του αποσπερίτη
και κει ψηλά, γυρίζοντας στη σούβλα του, ευωδάει ο γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο και πιπέρι.

A, τι μπρισίμι αστέρι ακόμα θα χρειαστεί
για να κεντήσουν οι πευκοβελόνες
απάνου στην καψαλισμένη μάντρα του καλοκαιριού «κι αυτό θα περάσει»
πόσο θα στύψει ακόμα η μάνα την καρδιά της πάνου απ’ τα εφτά σφαγμένα
παλληκάρια της
ώσπου να βρει το φως το δρόμο του στην ανηφόρα της ψυχής της.

Τούτο το κόκκαλο που βγαίνει από τη γης
μετράει οργιά-οργιά τη γης και τις κόρδες του λαγούτου
και το λαγούτο αποσπερίς με το βιολί ως το χάραμα
καημό-καημό το λεν στα δυοσμαρίνια και στους πεύκους
και ντιντινίζουν στα καράβια τα σκοινιά σαν κόρδες
κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Οδυσσέα.

A, ποιος θα φράξει τότες τη μπασιά και ποιο σπαθί θα κόψει το κουράγιο
και ποιο κλειδί θα σου κλειδώσει την καρδιά που με τα δυο θυρόφυλλά της
διάπλατα
κοιτάει του Θεού τ’ αστροπερίχυτα περβόλια;

Ώρα μεγάλη σαν τα Σαββατόβραδα του Mάη στη ναυτική ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο
μεγάλο το τραγούδι σαν ψωμί στου σφουγγαρά το δείπνο.
Και να που ροβολάει τα τρόχαλα το κρητικό φεγγάρι
γκαπ, γκαπ, με είκοσι αράδες προκαδούρα στα στιβάλια του,
και νάτοι αυτοί που ανεβοκατεβαίνουνε τη σκάλα του Aναπλιού
γεμίζοντας την πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα από σκοτάδι,
με το μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο αστέρι
και με το δόντι τους πευκόρριζα στου Aιγαίου το βράχο και το αλάτι.

Μπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά, κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακί το θάνατο στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ’ Aλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή και στρώθηκαν στο δείπνο
κόβοντας τον καημό στα δυο έτσι που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους
καρβέλι.

Έλα κυρά με τ’ αρμυρά ματόκλαδα, με φλωροκαπνισμένο χέρι
από την έγνοια του φτωχού κι απ’ τα πολλά τα χρόνια –
η αγάπη σε περιμένει μες στα σκοίνα,
μες στη σπηλιά του ο γλάρος σού κρεμάει το μαύρο κόνισμά σου
κι ο πικραμένος αχινιός σού ασπάζεται το νύχι του ποδιού σου.

Mέσα στη μαύρη ρώγα του αμπελιού κοχλάζει ο μούστος κατακόκκινος,
κοχλάζει το ροδάμι στον καμένο πρίνο,
μέσα στο χώμα η ρίζα του νεκρού ζητάει νερό για να τινάξει ελάτι
κ’ η μάνα κάτου απ’ τη ρυτίδα της κρατάει γερά μαχαίρι.

Έλα κυρά που τα χρυσά κλωσσάς αυγά του κεραυνού –
πότε μια μέρα θαλασσιά θα βγάλεις το τσεμπέρι και θα πάρεις πάλι τ’ άρματα
να σε χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
να σπάσει ρόιδι ο ήλιος στην αλατζαδένια σου ποδιά
να τον μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρί στα δώδεκα ορφανά σου,
να λάμψει ολόγυρα ο γιαλός ως λάμπει η κόψη του σπαθιού και τ’ Aπριλιού το
χιόνι
και νάβγει στα χαλίκια ο κάβουρας για να λιαστεί και να σταυρώσει τις
δαγκάνες του.

 

 

III

Δω πέρα ο ουρανός δε λιγοστεύει ούτε στιγμή το λάδι του ματιού μας –
δω πέρα ο ήλιος παίρνει πάνω του το μισό βάρος της πέτρας που σηκώνουμε
πάντα στη ράχη,
σπάνε τα κεραμίδια δίχως αχ κάτου απ’ το γόνα του μεσημεριού
οι άνθρωποι παν μπροστά απ’ τον ίσκιο τους σαν τα δελφίνια μπρος απ’ τα
σκιαθίτικα καΐκια
ύστερα ο ίσκιος τους γίνεται ένας αϊτός που βάφει τα φτερά του στο λιόγερμα
και πιο ύστερα κουρνιάζει στο κεφάλι τους και συλλογιέται τ’ άστρα
όταν αυτοί πλαγιάζουνε στο λιακωτό με τη μαύρη σταφίδα.

Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα κάπου από τρεις χιλιάδες τόσα
χρόνια
κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ’ άγρια μάτια και μαλλιά σκοινένια
κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιά τη βελονιά μια κόκκινη
γοργόνα
κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως κάτου απ’ τη φούστα της
και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στην καρδιά τους
σαν τα χνάρια απ’ το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά το απόγευμα.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Tο ξέρουμε.
Όλα τα μονοπάτια βγάζουνε στα Ψηλαλώνια. O αγέρας είναι αψύς κει πάνου.

Όταν ξεφτάει απόμακρα η μινωική τοιχογραφία της δύσης
και σβήνει η πυρκαϊά στον αχερώνα της ακρογιαλιάς
ανηφορίζουν ώς εδώ οι γριές απ’ τα σκαμμένα στο βράχο σκαλοπάτια
κάθουνται στη Mεγάλη Πέτρα γνέθοντας με τα μάτια τη θάλασσα
κάθουνται και μετράν τ’ αστέρια ως να μετράνε τα προγονικά ασημένια τους
κουταλοπήρουνα
κι αργά κατηφοράνε να ταΐσουνε τα εγγόνια τους με το μεσολογγίτικο μπαρούτι.

Nαι, αλήθεια, ο Eλκόμενος έχει δυο χέρια τόσο λυπημένα μέσα στη θηλιά τους
όμως το φρύδι του σαλεύει σαν το βράχο που όλο πάει να ξεκολλήσει πάνου απ’
το πικρό του μάτι.
Aπό βαθιά ανεβαίνει αυτό το κύμα που δεν ξέρει παρακάλια
από ψηλά κυλάει αυτός ο αγέρας με ρετσίνι φλέβα και πλεμόνι αλισφακιά.

Aχ, θα φυσήξει μια να πάρει σβάρνα τις πορτοκαλιές της θύμησης
Aχ, θα φυσήξει δυο να βγάλει σπίθα η σιδερένια πέτρα σαν καψούλι
Aχ, θα φυσήξει τρεις και θα τρελάνει τα ελατόδασα στη Λιάκουρα
θα δώσει μια με τη γροθιά του να τινάξει την τυράγνια στον αγέρα
και θα τραβήξει της αρκούδας νύχτας το χαλκά να μας χορέψει τσάμικο
καταμεσής στην τάπια
και ντέφι το φεγγάρι θα χτυπάει που να γεμίσουν τα νησιώτικα μπαλκόνια
αγουροξυπνημένο παιδολόι και σουλιώτισσες μανάδες.

Ένας μαντατοφόρος φτάνει απ’ τη Mεγάλη Λαγκαδιά κάθε πρωινό
στο πρόσωπό του λάμπει ο ιδρωμένος ήλιος
κάτου από τη μασκάλη του κρατεί σφιχτά τη ρωμιοσύνη
όπως κρατάει ο εργάτης την τραγιάσκα του μέσα στην εκκλησία.
Ήρθε η ώρα, λέει. Nάσαστε έτοιμοι.
Κάθε ώρα είναι η δικιά μας ώρα.

 

 

IV

Τράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ’ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Από δω πέρασε ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ’
αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ’ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στην πλατεία, μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια
και κουδούνιζαν τα γυαλικά στα ράφια.

A, τι τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατά τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα νάσπαγαν μια ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες στη νύχτα να ταΐσεις τα όνειρα;
Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το
τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματά τους;

Το χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πώς μύριζε το χώμα –
και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα τους τ’ αμπέλια μας
πώς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ’ το χώμα
κ’ οι άλλοι μισοί στα σίδερα;

Mε τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Aυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Kάτου απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί – προσμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Tούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανείς να μας το πάρει.

 

 

V

Κάτσανε κάτου απ’ τις ελιές το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτί φως με τα χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε στο μονοπάτι
της νύχτας
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού που κράταε τη σημαία.

Eίχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνό χελιδόνι
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μια μαύρη λουρίδα στο μανίκι του φθινοπώρου.
Tίποτ’ άλλο δεν έμενε. Μονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.

Οι άλλοι μάς άφησαν από καιρό κάτου απ’ τις πέτρες
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο στην πεσμένη
πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Μόνο που η σιγαλιά μεγάλωνε πολύ
κ’ ήταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλό σαν το νοικοκυριό της
σκοτωμένης.

Tι θα γίνουν τώρα όταν θάρθει η βροχή μες στο χώμα με τα σάπια πλατανόφυλλα;
τι θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς
σα σπασμένος κοριός στο χωριάτικο κρεβάτι;
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο το λελέκι του χιονιού;

Pίχνουνε αλάτι οι γριές μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα μαλλιά τους
ξερίζωσαν τ’ αμπέλια της Mονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη ρώγα των εχτρών
το στόμα,
βάλαν σ’ ένα σακούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα μαζί με τα
μαχαιροπήρουνα
και τριγυρνάνε έξω απ’ τα τείχη της πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο να
ριζώσουνε στη νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μια γλώσσα πιο της κερασιάς,
λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη –
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια
ή απάνου στα βουνά ή κάτου απ’ τη θάλασσα,
δεν ξεχνάνε, ποτέ δεν ξεχνάνε –
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρωτήσουν μια
μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατό τους, πάνου στο βιβλίο
ή μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.

Θα χρειαστεί καιρός. Kαι πρέπει να μιλήσουμε.
Ώσπου να βρούν το ψωμί και το δίκιο τους.

Δυο κουπιά καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρτούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει.
Καμένο το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;

Στάχτη η ελιά, τ’ αμπέλι και το σπίτι.
Βραδιά σπαγκοραμμένη με τ’ αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερή και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ’ άγγιξε η φωτιά.
Καπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι – και να κοχλάζει
μόνο το νερό στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.

Aπάνω στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους – τρεχει το αίμα μες
στις φλέβες.
Και να το βήμα γνώριμο. Ποιος είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.
Το σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Κάποιος έρχεται.
Το σύνθημα, το παρασύνθημα. Aδελφός. Kαλησπέρα.

Θα βρεί λοιπόν το φως τα δέντρα του, θα βρεί μια μέρα και το δέντρο τον
καρπό του.
Tου σκοτωμένου το παγούρι έχει νερό και φως ακόμα.
Καλησπέρα, αδερφέ μου. Καλησπέρα.

Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικά και ντεμισέδες η γριά δύση.
κανείς δεν αγοράζει. Τράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.

Μέσα στ’ αλώνι όπου δειπνήσαν μια νυχτιά τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ’ τ’ άρματά τους.
Μένουν ολόγυρα τα κυπαρίσσια κι ο δαφνώνας.

Την άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα της κουραμάνας τους,
τα παιδιά φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους
που ανάψαν τα τσιγάρα τους και τ’ αγκάθια των άστρων.

K’ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ’ τις ελιές το απομεσήμερο άντικρυ στη
θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ’ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της Aγιά-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ’ ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού στον κόρφο της
λιακάδας.

K’ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορά την ιστορία του κόσμου.

 

 

VI

Έτσι με τον ήλιο κατάστηθα στο πέλαγο που ασβεστώνει την αντικρινή πλαγιά
της μέρας
λογαριάζεται διπλά και τρίδιπλα το μαντάλωμα και το βάσανο της δίψας
λογαριάζεται απ’ την αρχή η παλιά λαβωματιά
κ’ η καρδιά ξεροψήνεται στην κάψα σαν τα βατικιώτικα κρεμμύδια μπρος στις
πόρτες.

Όσο πάνε τα χέρια τους μοιάζουνε πιότερο το χώμα
όσο πάνε τα μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τον ουρανό.

Άδειασε το κιούπι με το λάδι. Λίγη μούργα στον πάτο. Kι ο ψόφιος ποντικός.
Άδειασε το κουράγιο της μάνας μαζί με το πήλινο κανάτι και τη στέρνα.
Στυφίζουν τα ούλα της ερμιάς απ’ το μπαρούτι.

Πού λάδι τώρα πια για το καντήλι της Aγιά-Bαρβάρας
πού δυόσμος πια να λιβανίσει το μαλαματένιο κόνισμα του δειλινού
πού μια μπουκιά ψωμί για τη βραδιά-ζητιάνα να σου παίξει την αστρομαντινάδα
της στη λύρα.

Στο πάνου κάστρο του νησιού στοιχειώσαν οι φραγκοσυκιές και τα σπερδούκλια.
Tο χώμα ανασκαμμένο από το κανονίδι και τους τάφους.
Tο γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο με ουρανό. Δεν έχει πια καθόλου τόπο
για άλλους νεκρούς. Δεν έχει τόπο η λύπη να σταθεί να πλέξει τα μαλλιά της.

Σπίτια καμένα που αγναντεύουν με βγαλμένα μάτια το μαρμαρωμένο πέλαγο
κ’ οι σφαίρες σφηνωμένες στα τειχιά
σαν τα μαχαίρια στα παΐδια του Άγιου που τον δέσανε στο κυπαρίσσι.

Όλη τη μέρα οι σκοτωμένοι λιάζονται ανάσκελα στον ήλιο.
Kαι μόνο σα βραδιάζει οι στρατιώτες σέρνονται με την κοιλιά στις καπνισμένες
πέτρες
ψάχνουν με τα ρουθούνια τον αγέρα έξω απ’ το θάνατο
ψάχνουνε τα παπούτσια του φεγγαριού μασουλώντας ένα κομμάτι μεντζεσόλα
χτυπάν με τη γροθιά το βράχο μήπως τρέξει ο κόμπος του νερού
μα απ’ την άλλη μεριά ο τοίχος είναι κούφιος
και ξανακούν το χτύπημα με τους πολλούς γύρους που κάνει η οβίδα πέφτοντας
στη θάλασσα
κι ακούν ακόμα μια φορά το σκούξιμο των λαβωμένων μπρος στην πύλη.

Πού να τραβήξεις; Σε φωνάζει ο αδερφός σου.
Χτισμένη η νύχτα ολόγυρα απ’ τους ίσκιους ξένων καραβιών.
Κλεισμένοι οι δρόμοι απ’ τα ντουβάρια.
Μόνο για τα ψηλά είναι ακόμα δρόμος.
Κι αυτοί μουντζώνουν τα καράβια και δαγκώνουνε τη γλώσσα τους
ν’ ακούσουνε τον πόνο τους που δεν έγινε κόκκαλο.

Aπάνω στα μεντένια οι σκοτωμένοι καπετάνιοι ορθοί φρουρούν το κάστρο.
Kάτου απ’ τα ρούχα τους λυώνουν τα κρέατά τους. Έι, αδέρφι, δεν απόστασες;
Mπουμπούκιασε το βόλι μέσα στην καρδιά σου
πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στη μασκάλη του ξερόβραχου,
ανάσα-ανάσα η μοσκοβόλια λέει το παραμύθι – δε θυμάσαι;
δοντιά-δοντιά η λαβωματιά σού λέει τη ζωή,
το χαμομήλι φυτρωμένο μες στη λίγδα του νυχιού σου στο μεγάλο δάχτυλο του
ποδαριού
σού λέει την ομορφιά του κόσμου.

Πιάνεις το χέρι. Eίναι δικό σου. Nοτισμένο απ’ την αρμύρα.
Δικιά σου η θάλασσα. Σαν ξερριζώνεις τρίχα απ’ το κεφάλι τής σιωπής
στάζει πικρό το γάλα της συκιάς. Όπου και νάσαι ο ουρανός σε βλέπει.

Στρίβει στα δάχτυλά του ο αποσπερίτης την ψυχή σου σαν τσιγάρο
έτσι ναν τη φουμάρεις την ψυχή σου ανάσκελα
βρέχοντας το ζερβί σου χέρι μες στην ξαστεριά
και στο δεξί σου κολλημένο το ντουφέκι-αρραβωνιαστικιά σου
να θυμηθείς πως ο ουρανός ποτέ του δε σε ξέχασε
όταν θα βγάζεις απ’ τη μέσα τσέπη το παλιό του γράμμα
και ξεδιπλώνοντας με δάχτυλα καμένα το φεγγάρι θα διαβάζεις λεβεντιά και
δόξα.

Ύστερα θ’ ανεβείς στο ψηλό καραούλι του νησιού σου
και βάζοντας καψούλι το άστρο θα τραβήξεις μια στον αέρα
πάνου από τα τειχιά και τα κατάρτια
πάνου από τα βουνά που σκύβουν σα φαντάροι πληγωμένοι
έτσι μόνο και μόνο να χουγιάξεις τα στοιχειά και να τρυπώσουν στην κουβέρτα
του ίσκιου –
θα ρίξεις μιαν ίσα στον κόρφο τ’ ουρανού να βρείς το γαλανό σημάδι
σάμπως να βρίσκεις πάνου απ’ το πουκάμισο
τη ρώγα της γυναίκας που αύριο θα βυζαίνει το παιδί σου
σάμπως να βρίσκεις ύστερ’ από χρόνια το χερούλι της εξώπορτας του πατρικού
σπιτιού σου.

 

 

VII

Tο σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην αυλή που τα
τσιμπολογάν οι κόττες.
Tα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Δω χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιά παρατημένο το κίτρινο πουκάμισό της.

Δω χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της σφήγκας με τις πολλές
πολεμίστρες,
στην ίδια ελιά το τσόφλι του περσινού τζίτζικα κ’ η φωνή του φετεινού
τζίτζικα,
στα σκοίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει από πίσω σα σκυλί αμίλητο, πολύ
βασανισμένο,
πιστό σκυλί – τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στο χωματένιον ύπνο σου μυρίζοντας
τις πικροδάφνες
τα βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.

Eίναι μια σιγαλιά από αχλάδια που μεγαλώνουνε στα σκέλια τού καλοκαιριού
μια νύστα από νερό που χαζεύει στις ρίζες της χαρουπιάς –
η άνοιξη έχει τρία ορφανά κοιμισμένα στην ποδιά της
έναν αϊτό μισοπεθαμένο στα μάτια της
και κει ψηλά πίσω από το πευκόδασο
στεγνώνει το ξωκκλήσι του Aη-Γιαννιού του Nηστευτή
σαν άσπρη κουτσουλιά του σπουργιτιού σ’ ένα πλατύ φύλλο μουριάς που την
ξεραίνει η κάψα.

Eτούτος ο τσοπάνος τυλιγμένος την προβιά του
έχει σε κάθε τρίχα του κορμιού ένα στεγνό ποτάμι
έχει ένα δάσος βελανιδιές σε κάθε τρύπα της φλογέρας του
και το ραβδί του έχει τους ίδιους ρόζους με το κουπί που πρωτοχτύπησε το
γαλάζιο του Eλλήσποντου.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. H φλέβα του πλάτανου
έχει το αίμα σου. Kαι το σπερδούκλι του νησιού κ’ η κάπαρη.

Tο αμίλητο πηγάδι ανεβάζει στο καταμεσήμερο
μια στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι από άσπρο άνεμο
μια στρογγυλή φωνή σαν τα παλιά πιθάρια – η ίδια πανάρχαιη φωνή.
κι ο ουρανός ξεπλένει με λουλάκι τα λιθάρια και τα μάτια μας.

Την πάσα νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει τους σκοτωμένους
ψάχνει τα πρόσωπά τους με παγωμένα δάχτυλα
να βρεί το γιο του απ’ την κοψιά του σαγονιού κι απ’ τα πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρεί. Kάτι βρίσκουμε.
Ένα φυλαχτό με τίμιο ξύλο. Ένα τσιγάρο στρπατσαρισμένο.
Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόι σταματημένο στις εφτά.
Kουρντίζουμε πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες.

Όταν μεθαύριο λυώσουνε τα ρούχα τους
και μείνουνε γυμνοί ανάμεσα στα στρατιωτικά κουμπιά τους
έτσι που μένουν τα κομμάτια τ’ ουρανού ανάμεσα από τα καλοκαιριάτικα άστρα
έτσι που μένει το ποτάμι ανάμεσα στισ ροδοδάφνες
έτσι που παει το μονοπάτι ανάμεσα στις λεμονιές στο έμπα της άνοιξης,
τότε μπορεί να βρούμε τ’ όνομά τους και μπορεί να το φωνάξουμε: αγαπάω.
Tότε. Mα πάλι αυτά τα πράγματα είναι λιγάκι σαν πολύ μακρινά.
Eίναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά, σαν όταν πιάνεις στο σκοτάδι ένα χέρι και λες
καλησπέρα
με την πικρή καλογνωμιά του ξενητεμένου όταν γυρνάει στο πατρικό του
και δεν τον γνωρίζουνε μήτε οι δικοί του,
γιατί αυτός έχει γνωρίσει το θάνατο
κ’ έχει γνωρίσει τη ζωή πριν απ’ τη ζωή και πάνου από το θάνατο
και τους γνωρίζει. Δεν πικραίνεται. Aύριο, λέει. K’ είναι σίγουρος
πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά του Θεού.

Kαι να την ώρα που το φεγγάρι τον φιλάει στο λαιμό με κάποια στεναχώρια,
τα φύκια, η γλάστρα, το σκαμνί κ’ η πέτρινη ανεμόσκαλα τού λένε καλησπέρα
και τα βουνά κ’ οι θάλασσες κ’ οι πολιτείες κι ο ουρανός τού λένε καλησπέρα
και τότε τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ’ του μπαλκονιού τα κάγκελα
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει από τη σιγουριά των δέντρων και των άστρων και των αδελφών του.

 

 

 

Το ποτάμι κ εμείς

 

3. Η σιωπή δυο ανθρώπων

 

Θέλω να σου δείξω όλες τις κάμαρες
την άσπρη, την τριανταφυλλιά, τη φυστικιά, τη μαύρη
και τα παλιά ντουλάπια και τα μπαούλα και τα μικρά συρτάρια
και τα υπόγεια με τα’ άδεια κιούπια και με τα σπασμένα έπιπλα

να σου ανοίξω όλες τις πόρτες και τα παράθυρα
να σου φανερώσω απ’ όλες τις μεριές τ’ αστέρια
να σου πω για τον ίσκιο που μεγαλώνει στον τοίχο όταν ανάβει η λάμπα
για τα δυο κουρασμένα τρίγωνα που γράφει το φως του φεγγίτη στο κεφαλόσκαλο
σαν τους δυο λυγισμένους αγκώνες που ακουμπάνε στα γόνατα της λύπης
να σου πω για το μικρό χαμόγελο που κρύβεται σ’ ένα ποτήρι νερό
για το μεγάλο πόνο που κρύβεται κάτου απ’ το χαμόγελο
και για το χνούδι του καρπού που βασανίζει τα δάχτυλα της αγάπης
να σου δείξω πόσο μικρός είμαι
πόσο μεγάλος είμαι
για να μη μείνει κάτι δικό μου που να μην είναι δικό σου
για να σμίξουμε πέρα απ’ τα χωριστά μας σώματα.

Η Μαρία σώπαινε.
Δεν άνοιγε κανένα παράθυρο. Μη και δεν είχε κανένα παράθυρο;
Κ’ η σιωπή φάρδαινε ανάμεσα μας, όπως το ποτάμι, όπως η θάλασσα.
Καθόμαστε στις αντίθετες όχθες και κλαίγαμε. Ώσπου ανέβαινε η σιωπη και μας έπνιγε.

Πέστε μου πού θα σμίξουμε;-είπε. Πέστε μου πού θα σμίξει η σιωπή τα δάχτυλα μας;
Πιο μέσα απ’ τα δάχτυλα μας που θα σμίξουμς; Ποια κραυγή
θα σπάσει αυτά τα μαύρα τζάμια-όχι να γνωριστούμε ή να γνωρίσουμε
μα να ορίσουμε ακριβώς τη θέση μας, ν’ αλλάξουμε τους κύλινδρους της ρίζας
έτσι που η ρίζα και το φύλλο νάναι σύμφωνα στο φως. Ανοίχτε τα παράθυρα.
Ανοίχτε τα παράθυρα, είπε.
Κάθε μέρα λιγότερη σιωπή κρύβουν τα λόγια μας.
Τα παράθυρα βλέπουν στον ουρανό, στα σπίτια και στα στάχυα.

 

 

 

Ειρήνη

 

Στον Κώστα Βάρναλη

Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.

Ο πατέρας που γυρνάει τ΄ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ’ οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπο του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους πούσκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές πούκαψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρωδιά του φαγητού το βράδυ,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκινήτου στο δρόμο δεν είναι φόβος,
τίτε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παράθυρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός
γιορτάζοντας τα μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ’ ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ’ άλλο λέγοντας: το φως το φως, το φως.
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντας φως
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδι
κ’ είναι μια κερδισμένη μέρα κ’ ένας δίκαιος ύπνος
τότε που νοιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι οι θημωνιέςωτων αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφέ μου-όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.

Τότε που ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στη καρδιά
κ’ οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακιές σ’ όλη της γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα
είναι η ειρήνη.

Αδέλφια μου,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρα του.
Δόστε τα χέρια, αδέλφια μου,
αυτό ‘ναι η ειρήνη.

 

 

 

Η κυρά των αμπελιών

 

ΙΙΙ

Κυρά των Αμπελιών, πώς να κρατήσουμε στους ώμους μας τόσο ουρανό
πώς να κρατήσουμε τόση σιωπή μ’ όλα τα μυστικά των δέντρων;

Ένα δελφίνι αστράφτοντας κόβει τη σιγαλιά της θάλασσας
έτσι που το μαχαίρι κόβει το ψωμί πάνου στη τάβλα των ψαράδων
έτσι που η πρώτη αχτίνα κόβει τ’ όνειρο.

Πέτρα στην πέτρα λάμπει ο δρόμος και πουλί με το πουλί ανεβαίνει η σκάλα
κι ο ήλιος, μισός στη θάλασσα, μισός στα ουράνια, λαμπαδιάζει
όπως το πορτοκάλι μες τη φούχτα σου κι όπως τ’ αυτί σου κάτου απ’ τα μαλλιά σου.

Κι έτσι στητή και δυνατή καταμεσής στο κόσμο
κρατώντας στο ζερβί σου χέρι τη μεγάλη ζυγαριά και στο δεξί την άγια σπάθα
είαι η ομορφιά κι η λεβεντιά κι είσαι η Ελλάδα.
Όπως περνάς ανάμεσα στ’ αραποσίτια σκίζοντας του αγέρα το μετάξι
ξανθές οι φούντες του καλαμποκιού σου τρίβονται στις αμασκάλες
σα να σου τρίβεται το νιόφυτο μουστάκι του τσοπάνου
και κύμα-κύμα η ανατριχίλα χύνεται στα στάχυα
κ’ ήχο τον ήχο τα πλατάνια γέρνουνε στις κρήνες
κ’ είναι γύρω τριγύρω τα βουνά σαν τα σταμιά που καρτεράνε να γεμίσουν.
Κυρά των Αμπελιών πάνου στα στήθια μας αντιφεγγίζει η όψη σου
όπως φωτάει ένα άσπρο σύγνεφο τα δασωμένα βουνοπλάγια
και το ποτάμι σ’ ακολουθάει σαν ήρεμο λιοντάρι
όταν μοιράζεις τις αχτίνες στα νερόκλαδα
όταν μοιράζεις στους βοσκούς μπαρούτι και τραγούδι
και σε φωνάζουν αδελφή τα’ άλογα και τα προβατάκια.

 

 

 

Πρωϊνό Άστρο (1955)

Μικρή εγκυκλοπαίδεια υποκοριστικών

 

Στην κόρη μου ΕΡΗ

(Απόσπασμα)

Κοριτσάκι μου, θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν τον ύπνο σου.

Θέλω να σου φέρω
ένα περιβολάκι
ζωγραφισμένο με λουλουδόσκονη
πάνω στο φτερό μιας πεταλούδας
για να σεργιανάει το γαλανό όνειρο σου.

Θέλω να σου φέρω
ένα σταυρουλάκι αυγινό φως
δυο αχτίνες σταυρωτές απ’ τους στίχους μου
να σου ξορκίζουν το κακό
να σου φωτάνε
μη μου σκοντάψεις, κοριτσάκι,
έτσι γυμνόποδο και τρυφερό
στ’ αγκάθι κ’ ενός ίσκιου.

Κοιμήσου.
Να μεγαλώσεις γρήγορα.
Έχεις να κάνεις πολύ δρόμο, κοριτσάκι,
κ’ έχεις δυο πεδιλάκια μόνο από ουρανό.
Κοιμήσου.

Το πρόσωπο της μητερούλας φέγγει
πάνω απ’ τους ρόδινους λοφίσκους του ύπνου σου
εαρινό φεγγάρι
ανάμεσα απ’ τα στάχυα της έγνοιας της
και τα τριαντάφυλλα των τραγουδιών μου.
Κοιμήσου, κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς
μακρύς
μακρύς ο δρόμος.

ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ
πως τα φίλιωσες όλα, πως τάσμιξες
καμιά φωνή δε λέει μου «όχι»,
έτσι καθώς με δένεις
μ’ εχτρούς και φίλους
με τα παλιά και τα’ αυριανά
όλα αυριανά
κι όλα για πάντα.
Πούναι ο παλιός γκρεμνός;
δε βλέπω_
γκρεμνός δεν είναι_
γεφύρι εσύ
κι ούτε γεφύρι,
ζωή.

Ανάμεσα στη μάνα σου και μένα
εσύ
ανάμεσα στο χτες
και τ’ αύριο
εσύ
ανάμεσα στο χώμα και στο φως
εσύ_
η ζωή τραβάει, τραβάει
κ’ η σιωπή
άκου πως μιλάει
πως χαμογελάει.

Έτσι καθώς με φίλιωσες
μ’ εχτρούς και φίλους
οι φλέβες μες στα πουλιά
οι ρίζες μου στη θάλασσα
τα φύλλα μου στ’ αστέρια.
Έτσι να κάνω θα διαβώ
με μια μονάχα δρασκελιά
γη κι ουρανό.

Κοριτσάκι
ένα λευκό περιστεράκι
με δυό φτερά ανοιχτά
την κούνια σου φωτά.

Ώρα καλή κι ώρα χρυσή
ήρθες με την καλή αυγή
κ’ η αυγή με σένα
να σμίξεις ουρανό και γη
κ’ η ζωή να γίνει
φως και ψωμί
φως και κρασί
φως και γαλήνη.

Και πίσω από την πόρτα μας
η κυρά, η νοικοκυρά
η γκαρδιακιά
η μεγάλη, η άγια σκούπα
με τις δυό γερές γροθιές στη μέση
πάντα ξάγρυπνη, πάντα έτοιμη
δεν αφήνει
φύλλο κίτρινο να πέσει
απ’ την άρωστη σελήνη
μήτε σκιά να δρασκελήσει
το κατώφλι μας
μη σκοντάψει, μην πονέσει
μήτε στο μικρό-μικρό νυχάκι της
η ειρήνη.

 

 

 

Αποχαιρετισμός (1957)

 

(Απόσπασμα 1)

(Ο Γρηγόρης Αυξεντίου αποκλεισμένος στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά)

ΤΕΛΕΙΩΣΑΝ πια τα ψέματα-δικά μας και ξένα.
Η φωτιά η παντάνασσα πλησιάζει. Δε μπορείς πια
να ξεχωρίσεις αν καίγεται σκοίνος ή φτέρη ή θυμάρι. Η φωτιά πλησιάζει.

Κι όμως πρέπει να προφτάσω να ξεχωρίσω,
να δω, να υπολογίσω, να σκεφτώ-(για ποιόν; Για μένα; Για τους άλλους;) Πρέπει.
Μου χρειάζεται πριν απ’ το θάνατο μου μια ύστατη γνώση,
ή γνώση του θανάτου μου, για να μπορέσω να πεθάνω.

Οι άλλοι τέσσερις έφυγαν. Στο καλό. Τι ησυχία –
Σα νάναι εδώ να γεννηθεί ένα παιδί ή να πεθάνει ένας μάρτυρας και περιμένεις
ν’ ακουστεί μια πελώρια κραυγή (ή του παιδιού ή του Θεού), μια κραυγή πιο τρανή απ’ τη σιωπή
που θα ρίξει τα τείχη του πριν, του μετά και του τώρα, να μπορέσεις
να θυμηθείς, να μαντέψεις, να ζήσεις μαζί, μες σε μιαν άχρωμη στιγμή, τα πάντα. Όμως τίποτα.

Μαρμαρωμένη ησυχία,- μ’ όλο που ακούγονται
οι ντουφεκιές κ’ οι φωνές-πόσο ξένα, δεν ακούγονται, χαράζονται
στεγνά σαν σύρματα κομμένα ή σα νερά που κρυστάλλωσαν πριν πέσουν
και μένουν σ’ ένα ξένο χώρο, σταματημένα κ’ αιχμηρά. Τι ησυχία,-
μ’ όλο που ακούγεται η έλευση της φωτιάς. Δεν είναι ώρα πια για πίσω-

Πίσω και πλάι και πάνω, το φράγμα της πέτρας, μπροστά
ένας μικρός ή ο ατέλειωτος θάνατος, στη μέση
(στη μέση;) εγώ.-Ποιός εγώ;-Τι είναι
ένας άνθρωπος κλεισμένος στη φωτιά και στην πέτρα, που η μόνη του διέξοδος:
ένας τμηματικός ή ολόκληρος θάνατος; Πρέπει να τον γνωρίσω. Δεν προφταίνω.

ΙΣΩΣ και να μπορούσα να γλυτώσω. Ίσως μπορούσα
Ν’ αντέξω την καταφρόνια ή τη συγνώμη ή και την λησμονιά των άλλων. Όμως εγώ θα μπορούσα
να λησμονήσω το φως που ονειρευτήκαμε μαζί; κείνο το μέγα καρδιοχτύπι της σημαίας μας; Θα μπορούσα
να βολευτώ στον ίσκιο μιας γωνιάς με σταυρωμένα τα χέρια γύρω στα σταυρωμένα γόνατα
σα μνησίκακη, μεμψίμοιρη ή αμέτοχη αράχνη
που πλέκει μόνο με το σάλιο της τα δίχτυα της;

Ίσως μπορούσε, κι έτσι ακόμη, νάταν όμορφα-
μια πεταλούδα παραπλανημένη ίσως θαρχόταν κάποτε να καθίσει στα κάγκελα του παραθύρου
παίζοντας αόριστα, όχι για μένα, (μα ίσως και για μένα), τη δίδυμη λεπτή σημαιούλα της
μια γραμμή φως ίσως περνούσε απ’ τη χαραματιά της πόρτας σαν το μικρό δαχτυλάκι μιας φίλης
που τραβάει επιτιμητικά μια γραμμή στη σκόνη του τραπεζιού σου με τα τεφτέρια σου.
Η φωνή ενός παιδιού-δε μπορεί- θ’ ακουγόταν στα χωράφια ένα απόγευμα
Κ’ η ματιά μιας γυναίκας που ονειρεύεται χαμογελώντας-η ματιά της, χαμένη στο βράδυ, θα σ’ άγγιζε,
η ματιά μιας γυναίκας που δε σε είδε και την είδες.
Ίσως και νάταν καλά. Ένας γλόμπος που θ’ άναβε νωρίς μπροστά στην καγκελόπορτα της φυλακής σου
μες στο ρόδινο ανοιξιάτικο δείλι, θάταν ίσως
τούτος ο γλόμπος η απαλή καμπύλη ολόκληρης ακρογιαλιάς, θα μαζεύονταν πάνω του τα έντομα
σαν τα μικρά καΐκια σ’ ένα λιμανάκι του νησιού μας.

Παντού μπορείς να ταξιδέψεις κι ασάλευτος.
Μονάχα η τελευταία ακινησία : αταξίδευτη. Δε μπόρεσα να φύγω.
Δε χωρούσα. Ήταν η έξοδος στενή. Μούλειψε και το θάρρος
Μήπως και δεν μπορέσω να πεθάνω. Συγχωράτε με.
Ίσως οι τέσσερις σύντροφοι μου νάταν πιο δυνατοί από μένα-δηλαδή πιο ειλικρινείς.
Εγώ ήμουν αδύναμος : Ντράπηκα.
…………………………….

(Απόσπασμα 2)

ΠΟΤΕ δεν θα μπορούσα να πιστέψω πως η στενότητα μιας σπηλιάς
Μπορούσε νάχει τόση ευρυχωρία, μπορούσε να χωρέσει
την πατρίδα με τις ελιές της, τα’ ακρογιάλια της, τα βάσανα της,
με τα καΐκια της μ’ ολάνοιχτα πανιά στον αντρίκιο αγέρα της,
τον κόσμο με τα φλάμπουρα του, τα όνειρα του, τις καμπάνες του, και τα μικρά αγριόχορτα.
Ανασαίνω, μέσα σ’ αυτή τη πέτρινη σήραγγα που η έξοδος της
είναι το ίδιο το στόμιο του ήλιου. Το ξέρω :
από δω, κατευθείαν, θα περάσω νεκρός μες στον κόσμο. Μην κλαίτε.
Και ξέρω τώρα, όσο ποτέ, πως είναι δυνατή η ελευθερία. Γεια σας.

Τούτη την ώρα δεν τρομάζω τα μικρά ή μεγάλα λόγια-
μπορώ να σκουπίσω τα μάτια μου στη σημαία μας,
μια και το ξέρω : στην απόλυτη στιγμή μου,
μες απ’ το στόμιο του θανάτου οι συναγωνιστές μου
θα παραλάβουν απ’ τα χέρια μου φλεγόμενη
τη σημαία του ανένδοτου αγώνα, φλεγόμενη
σαν πύρινο άλογο ικανό να διασχίσει το άπειρο και το θάνατο,
σαν άσβηστη δάδα μέσα σε όλες τις νύχτες των σκλάβων, φλεγόμενη η σημαία μας
σα μέγα αστραφτερό δισκοπότηρο για την Άγια Μετάληψη του Κόσμου.
Μπορώ λοιπόν να επαναλάβω :
«Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα και το αίμα μου
– το σώμα και το αίμα του Γρηγόρη Αυξεντίου,
ενός φτωχόπαιδου, 29 χρονώ, απ’ το χωριό Λύση, οδηγού ταξί το επάγγελμα,
πούμαθε στη Μεγάλη Σχολή του Αγώνα τόσα μόνο γράμματα
όσα να φτιάχνουν τη λέξη ε λ ε υ θ ε ρ ί α»
και που σήμερα, 2 του Μάρτη 1957, κάηκε ζωντανός στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά
και σήμερα ακριβώς, 2 του Μάρτη, μέρα Σάββατο – μην το ξεχάσετε, σύντροφοι –
στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, και 3 πρώτα λεπτά,
γεννήθηκε ο μικρός Γρηγόρης ανάμεσα στα ματωμένα γόνατα της πλάσης.

 

 

 

Πέτρινος χρόνος (1957)

 

Πάντα

Πιάνουμε μια κουβέντα — κόβεται στη μέση.
Πάμε να χτίσουμε έναν τοίχο — δε μας αφήνουν να τελειώσουμε.
Και το τραγούδι μας κομμένο.
Όλα τ’ αποτελειώνει ό ορίζοντας.

Πάνω απ’ τα αντίσκηνα περνάνε τα μπουλούκια των άστρων
κάποτε κουρασμένα, κάποτε πικραμένα, ωστόσο σίγουρα
για το δρόμο τους, για το δρόμο μας.

Κι ή μέρα, ακόμα κι ή πιο άδικη, σου αφήνει στην τσέπη
μιαν ασπρογάλαζη σημαιούλα απ’ τη γιορτή της θάλασσας,
σου αφήνει στο στόμα μια γουλιά ξάστερο αγέρα,
σου αφήνει στα μάτια το ευχαριστώ δυό ματιών
πού κοίταξαν μαζί σου την ίδια πέτρα,
πού μοιράστηκαν δίκαια τον ίδιο πόνο, το ίδιο σύγνεφο, τον ίδιον ίσκιο.
Όλα τα μοιραστήκαμε, σύντροφοι,
το ψωμί, το νερό, το τσιγάρο, τον καημό, την ελπίδα
τώρα μπορούμε να ζήσουμε ή να πεθάνουμε
απλά κι όμορφα — πολύ όμορφα —
σα ν’ ανοίγουμε μια πόρτα το πρωί
και να λέμε καλημέρα στον ήλιο και στον κόσμο.

 

 

 

Οι γειτονιές του κόσμου (1949-1951)

Στον Μάρκο Αυγέρη

Οι γειτονιές του κόσμου

 

Γ΄ (Απόσπασμα)

ΕΡΧΟΤΑΝ η άνοιξη.
Μια δυνατή κραυγή ανηφόριζε μέσα στη νύχτα
όπως ανηφορίζει η σκοτεινή κραυγή της βλάστησης μες απ’ το χώμα.
Οι φίλοι μας φεύγαν την αυγή.
Το βράδυ δεν ματάρχονταν. Ξέραμε.
Σφίγγαμε την καρδιά μας σαν γροθιά. Δεν κλαίγαμε.
Σφίγγονταν κι οι καρποί στα δέντρα. Χρειάζονταν πολλή
πολλή αγάπη ανάμεσα μας, πολλή προσοχή
για να μην ακούγεται ο θάνατος που σεργιανούσε στα βήματα μας.

Τα χτεσινά λόγια, τα ίδια λόγια
βάραιναν πιότερο στα χείλη. Στρώσε το κρεβάτι.
Συγύρισε μια στάλα το σπίτι,
τώρα που θα ‘ρθει η άνοιξη να μη μας εύρει άνω-κάτω.
Η Μαρία έλεγε: «Μη φοβάσαι, θ’ ανθίσουνε τα δέντρα.

Α, ναι, θ’ ανθίσουνε. Νάτη στο μεσοπόρτι
σκυμμένη κιόλας η Άνοιξη. Μη φοβάσαι.
Η άσπρη στοργή ενός πιάτου στο τραπέζι.
Λίγο ψωμί που το μοιράζονται δυο.
Ένα όνειρο που το μοιράζονται όλοι.
Η πιατοθήκη γίνεται μια μικρή σκάλα
που ανεβοκατεβαίνει αμίλητη η έγνοια του σπιτιού.
Αχ, να ‘ταν ήσυχη η καρδιά του ανθρώπου
να ‘ταν ήσυχα το βράδυ τ’ αστέρια πάνου στη σιγαλιά
όπως είναι τα πλυμένα ποτήρια πάνω στο ράφι.
Θα πρέπει να αγαπιόμαστε πολύ,
γιατί ‘ναι πολύ θάνατος μέσα στα σπίτια και στους δρόμους
και πάντα είναι ένας θάνατος μέσα στον ίσκιο μας
κι αύριο μπορεί να ‘ναι πια αργά για να πεις σ’ αγαπώ.
Μα οι σύντροφοι προφταίνανε να δώσουν το παρών στην ελπίδα του κόσμου
τινάζαν τη καρδιά τους σαν χειροβομβίδα κατάμουτρα στο θάνατο
και πάντα ήταν νωρίς για όλη τη ζωή και για όλη την αγάπη.

Ερχόταν πάλι η άνοιξη στις γειτονιές του κόσμου.
Μεγάλες ειδήσεις χτυπούσαν τα φτερά τους στον ορίζοντα.
Μες απ’ τον θάνατο οι καρδιές χειροκροτούσανε τον ήλιο.
Ήταν πολύς ο θάνατος. Έπρεπε ν’ αγαπιόμαστε πολύ.
«Σύντροφε κράτα μου το χέρι.
Και να με λες σύντροφο, σύντροφε.
Θε μου τι απέραντος που ‘ναι ο κόσμος .
Ω, αλήθεια θα δουλέψουμε πολύ,
θα κουραστούμε,
μπορεί να τσακιστούμε κιόλας». Ο Αλέκος είπε:
«Φτάνει να μου κρατάς το χέρι,
φτάνει να με λες σύντροφο,
και τότες το βράδυ που θα γυρνάμε απ’ τη δουλειά-
φτάνει να μου κρατάς το χέρι,-
και τότες τ’ αστέρια θα ‘ναι κοντά μας και θα γυαλίζουν
όπως τα μπρίκια κι οι κατσαρόλες στην κουζίνα της θειάς-Καλής,
εκεί που μαζευόμαστε τις παράνομες Κυριακές μας και κουβεντιάζαμε για το μέλλον,
και τότες τ’ αστέρια θα ‘ναι φιλικά και χαμογελαστά
σαν τα κουμπιά στο μπλουζάκι της συντρόφισσας Μαρίας
κείνο το βράδυ που μας έφερε τα νέα για τη κατάληψη των Μεταλλείων του Δομοκού απ’ τον ΕΛΑΣ,
και τότες τ’ αστέρια θα ‘ναι δικά μας, θα ‘ναι χαρούμενα και δυνατά
σαν τα πλήκτρα κείνης της γραφομηχανής όπου γράφαμε
το χρονικό της λευτεριάς τις πρώτες μέρες της Αντίστασης.
Φτάνει να μου κρατάς το χέρι.

 

 

 

Υδρία (1957-1958)

Στη Φωτεινούλα Φιλιάκου

Αναφυλλητό

 

ΧΧΧVΙ

Δε θέλω το τραγούδι,
δεν το θέλω. Φοβάμαι.
Φοβάμαι το τραγούδι
μη και με χωρίσει
απ’ ότι τραγουδώ
μη μου πάρει τον καημό
μη μ’ αφίσει μόνο μες στον κόσμο,
μη με ξεχωρίσει
απ΄την πέτρινη μητέρα
απ’ τον πέτρινο πατέρα
που σε κλαίνε, Φωτεινούλα,
_αχ, πως σε κλαίνε, πως σωπαίνουν_
είδες πέτρινες φωνές
μες στα μάτια γκρεμισμένες;

Με τα ίδια μάτια, με τα ίδια δάκρυα
θέλω να σε κλαίω κ’ εγώ
μήτε πιο μεγάλα μήτε πιο μικρά,
ίδια δάκρυα πέτρινα
που κυλάν πικρά
στο γκρεμό-γκρεμό
δίχως ν’ ακουστούνε
δίχως να χτιστούνε
στην τραχειά κατηφοριά
στο βουνό γκρεμό.

Αχ, φοβάμαι το τραγούδι
μη και με χωρίσει
απ’ ότι τραγουδώ
μη και με χωρίσει από τον πόνο
κι απ’ τον κόσμο. Τι να πω;

Συντροφιά μου θέλω
τους φτωχούς, τους ταπεινούς
κείνους που δεν ξέρουν
παρά μόνο να μοχτούν,
κείνους που δεν ανεβήκαν
πάνω από τη μοίρα
_που ν’ ανέβεις;
και ποια μοίρα;
Κείνους που παλεύουν
στήθος-στήθος με τη μοίρα,
που πατάν βαριά τη γη,
τόνα πόδι λύπη
τα’ άλλο οργή.

Τ’ άγριο μάτι σκύβουν
τ’ άγριο μάτι υψώνουν
στ’ άδικο, καρφί,
τα΄να μάτι μίσος
τα’ άλλο τους στοργή.

Κι΄η φαρδύστερνη σιωπή τους
που στριμώχνει στη γωνιά
τη Σκιά
που στριμώχνει κάθε χάρο
μες στη ζωή κ’ έξω απ’ τη ζωή,
βόγγος και σφυρί.

Και γω πιο κει
σε μια γωνιά
την πιο σκιερή,
να λέω μονάχα:
Φωτεινούλα.
Με σιωπή.
Και κείνοι να καταλαβαίνουν
κλάμα και σιωπή.

Νάναι το χέρι τους στον ώμο μου.
το χέρι τους που δούλεψε
με το σφυρί
σφυρί,
μια δυνατή σφυριά στο θάνατο
μια δυνατή σφυριά στη μοίρα
και στη σιωπή.

Αχ, Φωτεινούλα,
όταν ένα παιδί πεθαίνει
καθένας χάνει ένα παιδί,
όταν πεθαίνει το παιδί μας
πεθαίνουν όλα τα παιδιά μαζί.
_Τι μένει Φωτεινούλα;
_Το παιδί.
Αχ, Φωτεινούλα,
γυρίζεις σε όλα τα παιδιά μαζί,
ζωή.

Αχ, καλέ μου, αχ ακριβέ μου
βάλε το πόνο σου κι εσύ
πάνω στο δικό μου
ν’ αλαφρώσουμε κ’ οι δυο,
βάλε κι εσύ ένα χέρι
να στήσουμε ένα αστέρι
στη φτωχιά μας γειτονιά
στον πικρό μας ουρανό.

 

 

 

Σχήμα της απουσίας

Ι

Ό,τι έφυγε, ριζώνει εδώ, στην ίδια θέση, λυπημένο, αμίλητο
όπως ένα μεγάλο βάζο του σπιτιού, που πουλήθηκε κάποτε
σε δύσκολες ώρες,
και στη γωνιά της κάμαρας, εκεί που στέκονταν το βάζο,
απομένει το κενό πυκνωμένο στο ίδιο σχήμα του βάζου, αμετάθετο,
ν’ αστράφτει διάφανο στην αντηλιά, όταν ανοίγουν πότε-πότε
τα παράθυρα,
και μέσα στο ίδιο βάζο, πούχει αλλάξει την ουσία του
με ίδια κ’ ισόποσην ουσία απ’ το κρύσταλλο του άδειου,
μένει και πάλι το ίδιο εκείνο κούφωμα, λίγο πιο οδυνηρά ηχητικό
μονάχα.

Πίσω απ’ το βάζο διακρίνεται το χρώμα του τοίχου
πιο σκοτεινό, πιο βαθύ, πιο ονειροπόλο,
σα νάμεινε η σκιά του βάζου σχεδιασμένη σε μια σαρκοφάγο ―

Kαι, κάποτε, τη νύχτα, σε μιαν ώρα σιωπηλή,
ή και τη μέρα, ανάμεσα στις ομιλίες,
ακούς βαθιά σου κάποιον ήχο οξύ, πικρό και πολυκύμαντο
σάμπως ένα αόρατο δάχτυλο να έκρουσε
κείνο το απόν, ευαίσθητο, κρυστάλλινο δοχείο.

 

 

ΙΧ

Ζει η απουσία λοιπόν, μαζί μας ή και μόνη της, τη ζωή της,
χειρονομεί αδιόρατα, σωπαίνει, φθείρεται, γερνάει
σαν ύπαρξη σωστή, με το βουβό χαμόγελο που ρυτιδώνει λίγο-λίγο
το στόμα και τα μάτια, με το χρόνο το δικό μας μετρημένη,
χάνοντας χρώματα, πληθαίνοντας τη σκιά της_
ζει και γερνάει μαζί μας και χάνεται μαζί μας, κι απομένει σε ότι αφήνουμε.
Και πρέπει να προσέχουμε την κάθε κίνηση και σκέψη μας και λέξη
γιατί, για ότι γίνεται κείνο που λείπει,
φέρουμε τώρα, εμείς μονάχα, ακέρια την ευθύνη.

 

 

 

Ανυπόταχτη πολιτεία (1952-1953)

(Απόσπασμα)

 

ΧΙΧ

Καλημέρα, αγαπημένη πολιτεία. Καλημέρα.

Μέσα στη συγνεφιά του κόσμου ένα πράσινο φύλλο
κι ένα άλλο
κι ένα άλλο
χιλιάδες φύλλα σπαθίζουν τη σκιά
φέγγοντας τα όνειρα των πεινασμένων
ζητωκραυγάοντας τη ζωή μπροστά στα κάγκελα.
Εμπρός. Εμπρός.

Η άνοιξη με τα μαλλιά της μουσκεμένα
με τα γυμνά της πόδια μες στη λάσπη
ανοίγει δρόμο ανάμεσα στους σκοτωμένους
αναμερίζει με τα δυο της χέρια τη βροχή
σα ν’ ανοίγει δυό φαρδιά παντζούρια στο πρωϊ του κόσμου.
Εμπρός, εμπρός, εμπρός.
Όλα τα δέντρα πρασινίζουνε μες στων αγωνιστών τα μάτια.
Εμπρός. Τα βήματα της ζωής αναρίθμητα. Εν-δυο,εν-δυο-εν-δυο.

Α, πολιτεία ανυπόταχτη,
πάντα στην ώρα σου στο συνωμοτικό ραντεβού των μεγάλων στιγμών
εκεί στην αυστηρή γωνιά της ιστορίας
όπου οι λαοί σφίγγουν τα χέρια στο δοσμένο όρκο τους-πάντα στην ώρα σου.

Η πολιτεία μας είναι δώ.
Είναι παντού η πολιτεία μας.
Κουρελιασμένα πρόσωπα
ένα καταφαγωμένο χαμόγελο
_τα βράδια τους είδαμε ορθούς
μπροστά στο γκρεμισμένο κατώφλι τους
ν’ αποστηθίζουν τους αιώνες. Μες στη φωνή τους ανασαίνει η πολιτεία μας.

Μια νέα κοπέλα καταμόναχη στο λαϊκό ζαχαροπλαστείο
δαγκώνει βουβά το μαντήλι της
μην ταπεινώσει τον κόσμο με την πείνα της.
Μες στο μαντήλι της είναι διπλωμένη η πολιτεία μας.

Έξω απ’ τη μάντρα του μηχανοστάσιου οι εργάτες καθισμένοι στο χώμα,
στα γόνατα τους μια φαντή πετσέτα με γαλάζια καρώ
_τρώνε το μεσημεριανό τους.
Σκυφτοί οι εργάτες με τα μάτια τους χαμηλωμένα
για να κοιτάζουνε μακριά. Σε τούτη τη καρώ σημαία λάμπουν σχεδιασμένα
όλα τα τετράγωνα της πολιτείας μας και των ονείρων μας.

Κάτου απ’ το Υπουργείο της Εργασίας οι απεργοί.
Ψωμί. Ψωμί. Η φωνή τους σπρώχνει τα πλευρά των τοίχων_
φαρδαίνει η πολιτεία μας.
Λαός συγκεντρωμένος την πλατεία της Ομόνοιας.
Ειρήνη. Ειρήνη. Το εμβατήριο. Εμπρός.
Ένα δάσος χέρια. Ένας στόλος χέρια.
Ψηλά η σημαία της πολιτείας μας. Ψηλά.
Η πολιτεία ανεβαίνει στο φως σαν υποβρύχιο.
Ο ήλιος λάμπει στους ώμους της.
Κανένας δεν πεθαίνει εδώ πέρα.
Τραγουδήστε τη πολιτεία μας. Τραγουδήστε την.
Πάντα στην ώρα της. Πάντα στην ώρα μας. Τραγουδήστε.
Παρών. Παρών. Παρών.

Φτωχές γειτόνισσες με μεγάλα ψαλίδια
κόβουν τα σύγνεφα στ’ αχνάρι ενός παγκόσμιου γέλιου. Το εμβατήριο πλησιάζει.
Δεν έχουν καιρό πια να κλάψουν.
Κ’ οι σκοτωμένοι μας δεν έχουν καιρό να πεθάνουν_
δένουνε βιαστικά με τ’ όνειρο τη λαβωματιά τους
και παίρνουνε θέση στο χαράκωμα. Παρών. Παρών. Παρών.
Ένας ανεμίζει το κομμένο του πόδι,
άλλος πυροβολεί απ’ την πολεμίστρα της πληγής του_
αυτός του λείπουν και τα χέρια και τα πόδια_
πιάνεται με τα δόντια του απ’ τον κρίκο του ήλιου. Παρών.

Τραγουδήστε την πολιτεία μας. Τραγουδήστε την_ακόμα
τούτη την άνοιξη, τούτο το καλοκαίρι_
Τούτο το καλοκαίρι είναι τραχύ κ είναι όμορφο
περιδιαβάζοντας όξω απ’ τα υφαντουργεία και τις φάμπρικες
μοιράζοντας τις προκηρύξεις του ήλιου. Τούτο το καλακαίρι σαν τον μαραγκό
κρατάει στα χέρια ένα μεγάλο ξύλινο μέτρο
με τους πόντους χαραγμένους καθαρά απ’ το νύχι της ελπίδας
να μετράει το μπόι των παιδιών που μεγαλώνει
να μετράει την απόσταση από καρδιά σε καρδιά που μικραίνει.

Ξέρουμεπίσω απ’ το ψωμί καρδιοχτυπούν μυριάδες φώταμας περιμένουν.
Ξέρουμε_ πριν απ’ το ψωμί δεν είναι φως. Τραγουδήστε.
Παρών. Παρών. Παρών.

 

 

 

Η αρχιτεκτονική των δέντρων (1958)

 

Παντού μας περίμενε η Ελλάδα

Ποιός άνεμος μετέφερε τούτα τα αγάλματα
κρατώντας τα με δυο πελώρια χέρια κάτω άπ’ τις μασχάλες
αυτά τα πιθάρια με τη στρογγυλή αυτοπεποίθηση
αυτά τα δοχεία του λαδιού και του κρασιού
αύτη την πετρωμένη ευγένεια των αμφορέων
όπου ή ελληνική ομορφιά έχει χαράξει με το μικρό της δάχτυλο
το στέρεο τρίγωνο, την οριζόντια σπείρα, το σοφό τετράγωνο;

Ποιός έφερε, ποιός πήρε, ποιός αντάλλαξε απ’ τα πέρατα
γραμμές και χρώματα και λευκές χειρονομίες,
σταυρούς στα ράμφη των αητών, ένα μακρόσυρτο χαμόγελο,
μια ωχρότητα βυζαντινή πού συνεχίζεται μέσα στη νύχτα
μια ωχρότητα ντυμένη το χρυσάφι, την πορφύρα, το σμαράγδι;

Βήματα των Ελλήνων πλανώμενα στους χώρους και στους αιώνες
σταθερά βήματα, πικρά βήματα, σιωπηλά βήματα
διατηρώντας το σχήμα τους καθάριο,
καθάριο αχνάρι του γυμνού ποδιού σ’ όποιο χώμα της γης
με το μεγάλο δείχτη του ποδιού αποχωρισμένο απ’ το λουρί του αρχαίου σανδάλου.

Και το άσβηστο αχνάρι του σανδάλου ανάλαφρο πάνω στην πέτρα
και το άλλο του βυζαντινού,
τ’ αχνάρια απ’ τα συγκεντρωμένα βήματα της Φιλικής Εταιρίας
κι αυτά τα ελληνικά ιστία διασχίζοντας αθόρυβα
το νύχτιο αγέρα και τα δάση της Ρουμανίας
αυτά τα ιστία φωτίζοντας με τρίγωνες λάμψεις
πρόσωπα, σπίτια, χρόνια και γιγάντιους κορμούς δέντρων.

Ή Ελλάδα μας περίμενε παντού σ’ όλο τον κόσμο
καθώς ταξιδεύαμε με την ‘Ελλάδα σταυρωμένη στην καρδιά μας,
ή ‘Ελλάδα στην «Ιστρια, στο Γαλάτσι, στην Κονστάντσα
μες στις στοές και στις καμπάνες της Αγκάπια
μες στα ψηλά εργαστήρια της ταπητουργίας όπου άνθιζαν
επίπεδα άνθη γαλανά και κόκκινα
μες στα εργαστήρια αγγειοπλαστικής
όπου ένα σχήμα αφηρημένης γεωμετρίας
αναπολούσε τη συγκεκριμένη σκέψη της Ελλάδας.

(Είναι ένας σπόρος πάντα ελληνικός πού σπάει τη στενότητα της πέτρας
ν’ ανθίσει μες στην απεραντοσύνη όλα τα φύλλα του και τούς καρπούς του —
κι ή πέτρα ή συντριμμένη από το σπόρο γίνεται μια πομπή από αγάλμα¬τα).

Σταθερές σκιές του παρελθόντος μες στην πρωινή κατάνυξη,
όταν ή μοναχή, εγερμένη, μόλις, απ’ το κάδρο μιας εικόνας
με το χρυσόν αχνό του χρόνου στη μορφή της
με τη στάχτη ενός ύπνου απαρνημένου στα ματόκλαδά της
και με το μαύρο πτυχωτό μανδύα της
μόλις ξεκρεμασμένον απ’ τη στοά των αιώνων,
καλούσε στην Αγκάπια τούς αντίλαλους
απ’ το φτερούγισμα των σβησμένων δικέφαλων
χτυπώντας τελετουργικά το ξύλο το εργασμένο απ’ τα δάχτυλα της σιωπής
ενώ ή σκιά της σέρνονταν στις πλάκες του μοναστηρίου σαν φάσμα
αυτοκρατόρισσας
κι ενώ οι καμπάνες σώπαιναν εμβρόντητες
σα φωλιές αντεστραμμένες πού άδειασαν απ’ τα χάλκινα πουλιά τους.

Ή Ελλάδα μας περίμενε παντού μέσα στον κόσμο,
κάτω από τις ολάνθιστες μηλιές μες στα κολχόζ της Ρουμανίας,
μες στα Μουσεία, μες στη σιωπή, μέσα στις ντόινες.
Κι εγώ, διασχίζοντας τον κόσμο και το χρόνο συνεχίζω το δρόμο της Ελλάδας
τραβώντας το σκοινί του στίχου μου και ειδοποιώντας την αγάπη
όπως τραβούσε ως τη στερνή στιγμή του ό Βασίλε Ροάιτα τον κρίκο
του συναγερμού για μια παγκόσμια συνάντηση ειρήνης.

 

 

 

Η γέφυρα (1959)

(Απόσπασμα)


Δε μας εξευτελίζουν οι μικρές ανάγκες μας,
Αυτές μας σώζουν μάλιστα, μας δίνουν
ένα έδαφος πάλι να πατήσουμε, να μείνουμε όρθιοι, να δουλέψουμε,
κ’ η γνώση τους κ’ η αποδοχή τους είναι η νέα αδελφοσύνη μας,
είναι η αρχή της βαθειάς ελευθερίας μας,
είναι η άγια εκείνη ειλικρίνεια
η πρώτη και ύστατη του ανθρώπου, τόσο που κάποτε
μπορεί να κλάψεις από τρυφερότητα
γι’ αυτή σου την ομολογία, γι’ αυτή σου τη ταπεινοσύνη,
γι’ αυτή την περηφάνια που γεννήθηκες και θα πεθάνεις,
γι’ αυτό σου το έργο που ξεκίνησε απ’ αυτές τις ανάγκες σου
να προσφερθεί στις ανάγκες των άλλων,
στις αιώνιες ανάγκες του ανθρώπου – αιώνιο έργο.

Κάθε φορά ξαναγυρνάω κοντά σας – κ’ είναι μια χαρά για μένα
Να ξέρω πως με περιμένετε, να ξέρω την ωραία υπομονή σας
Και τη βαθύτητα της εμπιστοσύνης σας. Λοιπόν αφήστε με
Να ξαναπώ τα’ άρθρα της πίστης μας με την απλή ιερατικότητα μαθητευόμενου,
με το γλυκύ ενθουσιασμό του νέου προσήλυτου που αποστηθίζει
τα’ άρθρα της ζωής γραμμένα με μεγάλα κόκκινα γράμματα
στην πρόσοψη της ιστορίας και του ορίζοντα :
Πιστεύω πως η πρώτη δικαιοσύνη είναι η σωστή διανομή του ψωμιού,
Πιστεύω πως η πρώτη πρόοδος είναι η αύξηση παραγωγής ψωμιού για όλους,
Πιστεύω πως το πρώτο χρέος μας είναι η ειρήνη,
Πιστεύω πως η πρώτη ελευθερία μας δεν είναι η μοναξιά μας,
Αλλά η συντροφικότητα μας, όσο για τα’ άλλα,
Πάντα θα υπάρχει καιρός και για κείνα, μα από κει και πέρα.
Γι αυτή τη γέφυρα ήθελα να σας μιλήσω –

 

 

Σημειώσεις στα περιθώρια του χρόνου (1938-1941)

 

Μύθος

Τη νύχτα άνάψαμε τα λαδοφάναρα
και πήραμε τους δρόμους ρωτώντας τους διαβάτες.

Φορούσε, λέγαμε, ένα φόρεμα
στο χρώμα κάθε ονείρου. Δεν την είδατε;
Φορούσε δυό γαλάζια σκουλαρίκια.

Κανένας δεν την είχε δει. Μόνο στην ακρινή καλύβα
η μάνα η γριά του ξυλοκόπου τέντωσε το δάχτυλο
κι έδειξε πίσω απ’ τα δέντρα το ποτάμι.

Και κάτου αναβοσβήναν δυό γαλάζια αστέρια.

 

 

 

Παραδοχή

Νικημένος απ’ το γαλάζιο
με το κεφάλι ακουμπησμένο στα γόνατα της σιωπής
πεθαμένος από ζωή
πεθαμένος από νιότη
βουλιαγμένος κάτου απ’ τη φωτιά του
με το φύκι σαλεύοντας στη μασκάλη του-

Το κύμα της μέρας δεν εύρισκε αντίσταση
μήτε σ’ ένα χαλίκι της σκέψης του.

Είταν έτοιμας πια για τον έρωτα
και για το θάνατο.

 

 

 

Η τελευταία Π. Α. εκατονταετία (1942)

 

Η τελευταία Π. Α. εκατονταετία

(Απόσπασμα)

Μεγάλα κάτασπρα επίπεδα. Τετράγωνες ταράτσες. Μεγάλη ασβεστωμένη
κάτοψη. Και τα τετράγωνα χωράφια πράσινα καστανά και κίτρινα
μες στη λιακάδα. Έμπαινε η άνοιξη. Και οι καμινάδες
σα δάχτυλα χοντρά μαυρισμένα απ’ τα πολλά τσιγάρα
σε μεγάλες αγρύπνιες δουλειάς-δείχναν κάπου ψηλά πίσω απ’ τα σύγνεφα.

Ένα παράθυρο ανοίγει. Κ’ ένα άλλο. Αυτός σκουπίζει τον ιδρώτα του.
Καλημέρα-είπε. Καλημέρα. Ζέστη σήμερα. Μεγάλη ασβεστωμένη κάτοψη.

Κι η πινακίδα-ξύλινη τετράγωνη-αυτό όλο-όλο-είπε, τίποτ’ άλλο-
στη διασταύρωση εκεί : «Από δω προς τον ήλιο». Μεθαύριο
που θα περνάνε μες στον ήλιο με σημαίες κ’ εργαλεία
μπορεί και κάποιος να σταθεί μια σύντομη στιγμή και να ρωτήσει:
«Ποιος νάγραψε με τόσο αδέξια γράμματα τούτη την πινακίδα;»
και κάποιος άλλος ίσως να θυμάται και να πει
«Ο Γιάννης Ρίτσος-ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α’ Τόμος] (1978)

 

 

 

Ο Μαύρος άγιος (1961)

(Απόσπασμα)

 

VΙΙ

ΑΠΟΨΕ ό Μαύρος «Άγιος στα δεξιά του «Άσπρου Χριστού,
μπροστά σ’ ένα γυμνό τραπέζι από αφρικανικό μπαμπού, όπου κείτονται
τα λιγοστά ματωμένα του ποιήματα, μαθαίνει στον Κύριο:
«Το αίμα πού εχύθη απ’ τις πληγές και των δυό μας
κάτω απ’ τα ίδια καρφιά, κάτω απ’ την ίδια λόγχη, κάτω απ’ τα ίδια αγκάθια,
έχει το ίδιο χρώμα, Κύριε, — όχι μαύρο, όχι άσπρο — κόκκινο χρώμα, Κύριε,
σαν το λάβαρο της δικαιοσύνης». Ό Χριστός ακούει,
καταλαβαίνει και σωπαίνει. ‘Αλήθεια, κόκκινο.
Και κοκκινίζει το χλωμό του πρόσωπο από ντροπή κι από θυμό. Κοκ¬κινίζει.
Φέρνει τις δυό παλάμες του επάνω στις παλάμες
του Μαύρου «Αγίου, αντικριστά, σα να δίνει τον όρκο•
— τα ίδια σημάδια και στις τέσσερεις παλάμες
κι απ’ την οπή των τέσσερων ενωμένων χεριών
μια δέσμη αχτίνες πέφτει στο γυμνό τούτο τραπέζι
πού συνεχίζουμε τα κόκκινα τραγούδια Του και το άσπρο Του γέλιο.
‘Απόψε, ό Μαύρος «Άγιος, στα δεξιά των Λαών, υπαγορεύει:
Το αίμα δεν είναι μαύρο ούτε άσπρο — είναι κόκκινο
όπως το χρώμα της αδελφοσύνης. Δεν πρέπει να χύνεται το αίμα.

 

 

 

Καπνισμένο τσουκάλι (1949)

(Απόσπασμα)

 

ΕΙΤΑΝ μακρύς ο δρόμος ως εδώ. Πολύ μακρύς, αδελφέ μου.
Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια. Τα βράδια
που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας «πέρασε η ώρα»
εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα
σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους τοίχους των φυλακών
σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων
μια καρδιά, ένα τόξο, ένα καράβι που ΄σκιζε σίγουρα το χρόνο,
σε κάποιους στίχους που έμειναν στη μέση για να τους τελειώσουμε
σε κάποιους στίχους που τελειώσαν για να μη τελειώσουμε.
Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ
δύσκολος δρόμος.
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάς
όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου και μετράς το σφυγμό του
πάνου σε τούτο το σημάδι που άφισαν οι χειροπέδες.
Κανονικός σφιγμός. Σίγουρο χέρι. Σίγουρος δρόμος.

ΔΙΠΛΑ σου αυτός ο ανάπηρος πριν κοιμηθεί βγάζει το πόδι του
τ’ αφήνει στη γωνιά -ένα κούφιο ξύλινο πόδι-
πρέπει να το γεμίσεις όπως γεμίζεις τη γλάστρα με χώμα να φυτέψεις λουλούδια
όπως γεμίζεις το σκοτάδι με αστέρια
όπως γεμίζει λίγο-λίγο η φτώχια στοχασμό κι αγάπη.
Τόχουμε απόφαση, μια μέρα όλοι οι άνθρωποι νάχουμε δυό πόδια
ένα χαρούμενο γεφύρι από μάτια σε μάτια
από καρδια σε καρδιά. Γι αυτό όπου καθήσεις
ανάμεσα στα τσουβάλια του καταστρώματος φεύγοντας για την εξορία
πίσω απ’ τα σίδερα του τμήματος μεταγωγών
κοντά στο θάνατο που δεν λέει «αύριο»
ανάμεσα σε χιλιάδες δεκανίκια από πικρά σακατεμένα χρόνια,
εσύ λες «αύριο» και κάθεσαι ήσυχος και βέβαιος
όπως κάθεται ένας δίκαιος άνθρωπος αντίκρυ στους ανθρώπους.

ΑΥΤΑ τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί νάναι κι από αίμα
_όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα_
μπορεί νάναι κι απ’ το λιόγερμα που χτυπάει στον απέναντι τοίχο.
Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν πριν σβήσουν
κι ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ’ τα κάγκελα
είναι οι φωνές των παιδιών και το σφύριγμα του τραίνου.
Τότε τα κελλιά γίνονται πιο στενά
και πρέπει να σκεφτείς το φως σ’ έναν κάμπο με στάχυα
και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών
και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα
για να βρεις λίγο χώρο ν’ απλώσεις τα πόδια σου.
Κείνες τις ώρες σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα
το τσιγάρο κομμένο στη μέση γυρίζει από στόμα σε στόμα
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος _ βρίσκουμε τη φλέβα
που φτάνει στη καρδιά της άνοιξης. Χαμογελάμε.

ΧΑΜΟΓΕΛΑΜΕ κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο το κρύβουμε τώρα.
Παράνομο χαμόγελο _όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος
παράνομη κι η αλήθεια. Κρύβουμε το χαμόγελο
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας την φωτογραφία της αγαπημένης μας
όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς ανάμεσα στα δυό φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε ένα ουρανό και το ίδιο χαμόγελο.
Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο
και αυτόν ουρανό δε μπορούν να μας τα πάρουν.

ΞΕΡΟΥΜΕ πως ο ίσκιος μας θα μείνει πάνου στα χωράφια
πάνου στην πλίθινη μάντρα του φτωχόσπιτου
πάνου στους τοίχους των μεγάλων σπιτιών που θα χτίζουν αύριο
πάνου στην ποδιά της μητέρας που θα καθαρίζει φρέσκα φασολάκια
στην δροσερή αυλόπορτα. Το ξέρουμε.
Ευλογημένη είναι η πίκρα μας
Ευλογημένη η αδελφοσύνη μας
Ευλογημένος ο κόσμος που γεννιέται.

ΚΑΠΟΤΕ είμαστε πολύ περήφανοι, αδελφέ μου,
γιατί δεν είμαστε καθόλου σίγουροι.
Μεγάλα λόγια λέγαμε
πολλά χρυσά γαλόνια βάζαμε στο μπράτσο του στίχου μας
ένα ψηλό λοφίο ανέμιζε στο μέτωπο του τραγουδιού μας
κάναμε θόρυβο-φοβόμαστε, γι αυτό κάναμε θόρυβο
σκεπάζαμε το φόβο μας με τη φωνή μας
χτυπούσαμε τα τακούνια μας στο πεζοδρόμιο
ανοιχτές δρασκελιές, καμπανιστές
όπως κείνες οι παρελάσεις με τ’ άδεια κανόνια
που τις κοιτάν οι άνθρωποι απ’ τα πορτοπαράθυρα
και που κανείς δεν τις χειροκροτάει.

ΤΟΤΕΣ  βγάζαν λόγους στις ξύλινες εξέδρες, στα μπαλκόνια,
φωνάζαν τα ραδιόφωνα, ξανάλεγαν τους λόγους,
πίσω απ’ τις σημαίες κρυβόταν ο φόβος
μέσα στα τύμπανα αγρυπνούσαν οι σκοτωμένοι
κανείς δεν καταλάμβαινε τι γινόταν
οι σάλπιγγες μπορεί να δίναν το ρυθμό στα βήματα
δεν δίναν το ρυθμό στη καρδιά. Ψάχναμε το ρυθμό.
Οι αντιφεγγιές απ’ τα όπλα και τα τζάμια κάτι δίναν στα μάτια μια στιγμή-τίποτ’ άλλο
ύστερα κανένας δεν θυμόταν λέξη, δεν θυμόταν πρόσωπο και ήχο.
Το βράδυ όταν σβήναν τα φώτα κ’ έσερνε ο αγέρας στους δρόμους
τις χάρτινες σημαιούλες
κ’ η βαριά σκιά ενός οδοστρωτήρα έμενε στην πόρτα
εμείς αγρυπνούσαμε
μαζεύαμε τη σκόρπια βουή των δρόμων
μαζεύαμε τα σκόρπια βήματα
βρίσκαμε το ρυθμό, την καρδιά, τη σημαία.

ΚΑΙ να, αδελφέ μου, που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα δεν χρειάζονται περισσότερα.
Και αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί
θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουν το ίδιο βάρος
σε όλες τις καρδιές, σ’ όλα τα χείλη
έτσι να λέμε πια τα σύκα : σύκα, και τη σκάφη : σκάφη,
έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε : » τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα «. Αυτό θέλουμε και μείς.

Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, απ’ τον κόσμο
εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.

 

Απόσπασμα ΙΙ


ΤΟΥΤΕΣ τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει.
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα
γύρω στη καρδιά μας το συρματόπλεγμα
γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα. Πολύ κρύο εφέτος.

Πιο κοντά. Πιο κοντά. Μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους.
Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους
έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά.
Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν απ’ τη βροχή και την απόσταση.
Η ανάσα τους είναι ο καπνός ενός τραίνου που πάει μακριά, πολύ μακριά. Κουβεντιάζουν
και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας γίνεται σα μητέρα που σταυρώνει τα χέρια της και ακούει.

Κι ακούω και γω και παίρνω κι αυγαταίνω-
ρίχνω και γώ καμιά κουβέντα που και που
όπως ρίχνουμε ένα ξύλο στη φωτιά-
φουντώνει η φλόγα, γίνεται πιότερο το φως -ξύλο το ξύλο-
κοκκινίζουν οι τοίχοι, αποτραβιέται ο άνεμος, τρίζει το παραθυρόφυλλο
ακούγεται έξω κάποιο γαϊδουράκι που βόσκει ακόμα στο γρασίδι
και το σκυλί κάθεται ήσυχο μπροστά στα πόδια των πεθαμένων.
Όλοι περιμένουν να ξημερώσει.

ΕΠΕΣΕ ο άνεμος. Σιωπή. Στη γωνιά της κάμαρας
ένα αλέτρι συλλογισμένο-περιμένει τα’ όργωμα.
Ακούγεται πιο καθαρά το νερό που κοχλάζει στο τσουκάλι.

Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
είναι οι ξωμάχοι και οι προλετάριοι
_κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δέντρο πλάϊ στο πάγκο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.

Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.

Τα χοντρά τους παπούτσια είναι σα βαγόνια με κάρβουνο
τα χέρια τους είναι η σιγουριά_
αργασμένα χέρια, σκληρά χέρια, ροζιασμένα
με φαγωμένα νύχια, με άγριες τρίχες
με το μεγάλο δάχτυλο φαρδύ όσο η ιστορία του ανθρώπου
με τη φαρδιά σπιθαμή σα γιοφύρι πάνου απ’ το γκρεμό.
Τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα δεν είναι μονάχα στα μητρώα των φυλακών
φυλάγονται στα αρχεία της ιστορίας,
τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα είναι οι πυκνές σιδηροδρομικές γραμμές
που διασχίζουν το μέλλον. Και η καρδιά μου εμένα
τίποτα πιότερο, συντρόφια μου, ένα πήλινο μαυρισμένο τσουκάλι
που κάνει καλά τη δουλειά του- τίποτ’ άλλο.

 

 

 

Παρενθέσεις (1946-1947)

 

Απόγευμα

Το απόγευμα είναι όλο πεσμένους σουβάδες, μαύρες πέτρες, ξερά αγκάθια.
Το απόγευμα έχει ένα δύσκολο χρώμα από παλιά βήματα που μείναν στη μέση
από παλιά πιθάρια θαμμένα στην αυλή, και πάνω τους η κούραση και το χορτάρι.

Δυο σκοτωμένοι,πέντε σκοτωμένοι, δ’ωδεκα-πόσοι και πόσοι.
Κάθε ώρα έχει το σκοτωμένο της. Πίσω απ’ τα παράθυρα
στέκουν αυτοί που λείπουν και το σταμνί με το νερό που δεν ήπιαν.

Κι αυτό το αστέρι που έπεσε στην άκρη της βραδιάς
είναι σαν το κομμένο αυτί που δεν ακούει τριζόνια
που δεν ακούει τις δικαιολογίες μας-δεν καταδέχεται
ν’ ακούσει τα τραγούδια μας-μονάχο, μονάχο,
μονάχο, αποκομμένο, αδιάφορο για καταδίκη ή για δικαίωση.

 

 

 

Ένα πρόσωπο

Είναι ένα πρόσωπο φωτεινό, σιωπηλό, καταμόναχο
σαν ολόκληρη μοναξιά, σαν ολόκληρη νίκη
πάνω στη μοναξιά. Αυτό το πρόσωπο
σε κοιτάζει ανάμεσα από δυο στήλες ασάλευτο νερό.

Και δε γνωρίζεις ποιο απ’ τα δυο σε πείθει περισσότερο.

 

 

 

Σφυρίγματα τραίνων (1939-1954 )

 

Μελέτη του χρόνου

 

Ι
Ο χρόνος και τα χρώματα του στα τζάμια της πόλης.
Τα βράδια το σφύριγμα του τραίνου παίρνει τον τόνο του ανέκλητου.
Τα φυλάκια κρυώνουν δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή.

Βρέχει πολλές μέρες συνέχεια σε τούτη τη χώρα,
τ’ αστέρια μουσκεμένα στη θέση τους
σαν καρφιά σκουριασμένα-αν κάνεις να τ’ αγγίξεις
θα ξεκολλήσουν-θα πέσει λίγη σκόνη και λίγος σουβάς,
δεν μπορείς να κρεμάσεις επάνω τους ένα παλιό κάδρο
ούτε τ’ αδιάβροχο σου και το καπέλο σου.

 

ΙΙ
Κάθεσαι και περιμένεις στο σταθμό,
ανάμεσα στις ροχάλες της βροχής και στη γκρίνια των δέντρων.
Ένα σκυλί μυρίζει το χώμα ,_δε γαυγίζει.
Ένα ζευγάρι σταματάει για λίγο μπρος στα κάγκελλα
_μπορεί να βγει ένα πράσινο φύλλο.

Μια λέξη φεύγει στον υγρόν αέρα,
έχει το θόρυβο μιας ομπρέλας που κλείνει.
_»Δε θα ξανάρθω, έλεγε, δεν θα ξανάρθω».

Βλογιοκομμένα τζάμια στο δρόμο,
στον προβολέα σπιθίζουν οι σταγόνες τους.
Τι κάθεσαι λοιπόν να περιμένεις;
Κι αν έρθει η αλλαγή δε θάρθει από κει.

 

ΙΙΙ
Ο ήλιος θα σε βοηθήσει βέβαια _είπε_
ο ήλιος σ’ αυτό τον τόπο κάθε πρωϊ βάζει ένα χέρι
να λευτερώσουμε το χώρο απ’ τις τσουκνίδες
απ’ τα παλιά σιδερικά και τα’ άχρηστα βαγόνια_

Γιατί δεν μπορεί πάντα να προφασιζόμαστε τον άνεμο ή τις δυσκολίες
κι όλο ν’ αφήνουμε έτσι τα σπασμένα γυαλικά στο πάτωμα,
να περιορίζουμε το βήμα σε μικρότερο χώρο,
και τάχα να φαρδαίνει ο άλλος χώρος
ποιός χώρος ;προς τα πάνου, προς τα κάτου, προς τα μέσα τάχα;

Βγάλε τα χέρια σου απ’ τις τσέπες _είπε.
Χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι.
Το γύψινο αγαλμάτιο έπεσε στο πάτωμα. Έσπασε.
Μπορεί να κολλήσει μ’ αλευρόκολλα _είπε.
Κανείς δεν έσκυψε να το μαζέψει.
Μήτε κανείς το κοίταξε. Μονάχα αναρωτιόμαστε:
το γόνατο του θα κρατούσε ακόμη εκείνη την ωραία κλίση του;
Όμως κανένας μας δε μίλησε. Είχε δίκαιο.

 

 

 

Προσχέδια (1954-1960 )

 

Κυκλική δόξα

 

1. Η δίψα και το ανένδοτο άστρο

ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ πλατάνια κι ο Ταϋγετος
η καμπάνα μιλώντας εκείνα που ποτέ δεν μιλήσαμε
κι αυτή η μεγάλη σκιά που αλλάζει όλο το φως σε κατάνυξη.

Είναι ο έρωτας κάτου απ’ το βράχο,
μέσα στο βράχο
πάνου απ’ το βράχο.

τι θα προσθέσεις αν μιλήσεις ή αν σωπάσεις?
Το προσωπείο είναι ίδιο με το πρόσωπο. Δεν θα κρυφτείς.
Και κάθε βράδι το ίδιο αστέρι
βάζει φωτιά
και στις τέσσερις γωνιές του ύπνου μας.

Ο ΦΟΒΟΣ είναι ο χρόνος _έλεγε.
Τίποτ’ άλλο. Χαμήλωνε τα μάτια.

Ένας νέος μ’ ένα ποδήλατο
έσκισε τη νύχτα.

Ύστερα άναψαν τα φώτα.
Έφυγε μ΄’ ένα ποδήλατο κάτου απ’ τα δέντρα.

Ανάμεσα σε δυό λέξεις κοινές
ακούσαμε πάλι
την αμηχανία εκείνου του άστρου.

Βαθύ, βαθύ το δάσος της γεροντικής ερήμωσης.

ΚΑΤΟΥ απ’ τα δέντρα μακριά, πολύ μακριά_
ακούστηκε η φωνή σου
δεν την πίστεψες.

Εκείνο το ίδιο αστέρι του καλοκαιριού
κλαίει μπροστα στα κλειδωμένα χέρια σου.

ΌΧΙ, δεν είναι πίκρα. Η ανάλαφρη εσπέρα.
Τούτα τα βουνά με τις βαθιές πληγές τους-είπε.
Τούτες οι πληγές με την αμείλιχτη σιωπή τους-είπε.

Γύρισε τη ράχη του στο δρόμο.
Το πρόσωπο του ακούμπησε σχεδόν στον τοίχο_
άσπρος τοίχος, ολόγυμνος.

Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών, ψήλωσε.
Κάρφωσε ένα καρφί στον τοίχο με προσύλωση,
σα νάταν αυτό το πιο αναγκαίο,
το πιο πολύ.

Άραγε η νύχτα να του αφιερώσει τα άστρα της;

Έφεγγε ο τοίχος. Το καρφί ξεχώριζε μεγάλο.
Τίποτα δεν κρεμόταν εκεί. Ούτε ο ίδιος.

 

 

 

Ο τελευταίος κι ο πρώτος του Λίντιτσε (1960)

(Απόσπασμα)


Δεν ήθελα να θυμάμαι. Βασανίστηκα.
να σκοτώσω τη μνήμη. Τώρα βασανίζομαι
να σκοτώσω τη λησμοσύνη που απλώνεται μαλακιά μες στους κήπους,
σκεπάζει το θυμό, το μίσος, τον πόνο, το φόβο,
δίνει μια τρυφερή, κυκλική λάμψη στα ποτήρια
σαν φωτεινά μηδενικά, μετέωρα πάνω απ’ το τραπέζι ,
μετέωρα πάνω απ’ την καινούργια δίψα μας, (-να διψάς ακόμη
σαν έχεις δει τις ορθωμένες κείνες γλώσσες
μαύρες μες στον καμένο ουρανίσκο!-) η λησμοσύνη
σκεπάζει ακόμη μια φορά τους σκοτωμένους
όχι πια με τρία μέτρα χώμα
μα με μια σκέψη που σκέφτεται για το αύριο,
που σκέφτεται για το καλύτερο. Δεν ξέρω, η λησμοσύνη
αν είναι σοφία ή δειλία ή κούραση. Θέλω να θυμάμαι.
Θέλω να δώσω τη συγνώμη μου μες απ’ τον πόνο μου
Όχι μες απ’ την κούραση μου. Θέλω να θυμάμαι και να σκέφτομαι,
Να εκμηδενίζω τον πόνο με τη σκέψη
κι όχι να κρύβω το φόβο με τη σκέψη. Μια σκέψη θετική κι οργανωμένη
στην πείρα τη δική μας, τη δική σας – μια σκέψη για όλους μας
που να νικήσει ακόμη των εχθρών την εχθρότητα. Κ οι λάμπες εκείνες
του Κλάντνο – τα καλοκαιριάτικα βράδια-

Την άλλη μέρα ήρθε κατάχλωμη η ζωή – δεν ήξερε τι να κάνει
σ’ αυτή την καμένη ερημιά, ένας κίτρινος ήλιος
στεκότανε σαν άδειο ανάποδο πηγάδι πάνω απ’ τον κόσμο
όταν η τελευταία ανθρώπινη κραυγή χανόταν στο βάθος της πεδιάδας
κρυβόταν στα μάτια της σε δυο τελευταία ξερά φύλλα
κ οι λάμπες των ανθρακωρύχων άναβαν ακόμα αδιόρατες
πέρα, μακριά, περασμένες στη ζώνη του ορίζοντα – χάνονταν.

 

 

 

Ασκήσεις (1950-1960)

 

Το ανέκφραστο

Το βράδυ, τα δέντρα, είναι συλλογισμένα. Το ίδιο κ’ οι πέτρες.
Το ίδιο κ οι φωνές. Είναι σα να γυρνούν στο σπίτι τους
και να κλειδώνουν πίσω τους την πόρτα. Πίσω απ’ την πόρτα
μένει μια ολόγυμνη γυναίκα μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη.

Το ξέρεις και χαμογελάς. Δε βλέπεις τίποτα. Μες στο τραγούδι
ίσως και να την εύρισκες. Μα έτσι να κάνεις για να τραγουδήσεις
τα χείλη χάνουνε το σχήμα του χαμόγελου.

 

 

 

Απουσία

Μέσα στα χέρια του κρατούσε τον ίσκιο των χεριών του.
Η νύχτα ήταν καλή – δε βλέπαν οι άλλοι πως κρατούσε τον ίσκιο του.
Ενίσχυε τη νύχτα. Φυλαγόταν. Έτσι υπολόγιζε πιότερο τους άλλους.

Η θάλασσα γύρευε ακόμη τα μάτια του – εκείνος έλειπε.
Ένα κορίτσι του κούμπωνε αργά το σακάκι του
– αυτός κοιτούσε αλλού χαμογελώντας τη μεγάλη απόσταση.

Ίσως, ψηλά, μες στην αστροφεγγιά, νάνοιγε ένας φεγγίτης
που κοίταζε τα λιόδεντρα και τα καμένα σπίτια.
Εκείνος άκουγε τη πεταλούδα που γυρνούσε στο ποτήρι του ψυχοσάββατου
και την κόρη του ψαρά που άλεθε στο μύλο του καφέ την ησυχία.

 

 

 

Τέταρτη διάσταση (1956-1972)

 

Η σονάτα του σεληνόφωτος (1956)

 

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι άυλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ’ η φθορά του.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ’ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου – η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ’ η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, – όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ότι τύχει
_ μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει
ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία με τα μαντήλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, – διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. Και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες -8, 16, 32, 64-
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσε μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 – και οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν σου ‘λεγα για τη πολυθρόνα-
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις ; –
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, – φοβήθηκα
τ’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων–
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλή και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα,
έτσι λευκή κι απρόσιτη ν’ ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα, στη λευκότητα του σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ’ την συσταλτικών έκσταση των εφήβων,

πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα)
_ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ότι θαυμάζεις, σου φθάνει ο θαυμασμός σου
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. – Όχι δεν φτάνει
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,
κάτι θα τρίξει, – ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, – δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, –
ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, –
κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή
παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, – πώς να το φέρω; – Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, – αυτό μου απόμεινε,
αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω απ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ’ αφήνουν πια να βγουν έξω
μ’ όλο πού πίσω απ’ τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ’ η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της,

δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου – έστω κ’ ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ’ τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ’ η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες
που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
– δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, – σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
τι δυνατό φεγγάρι, – η πολυθρόνα, λέω
– κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, – αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, –
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;

Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, –
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, – πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν’ ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ’ ετοιμάζω δυο – ποιος να τον πιει τον άλλον; –
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ’ το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες – τι να τις κάνεις; –
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, – όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν’ ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα ‘κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ’ ένα ειρωνικό κ’ ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ’ ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ’ ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ’ το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να ‘ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ’ το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; το ραδιόφωνο συνεχίζει.)

 

 

 

Χειμερινή διαύγεια (1957)

 

Ατέλειωτα κυριακάτικα πρωινά με μια παγερή χειμωνιάτικη λιακάδα
λίγες παιδιάτικες φωνές σταματημένες στον καρόδρομο
κ’ ή επαρχία ασβεστωμένη φέγγοντας μες στο κενό, μες στην ασφυκτική διαφάνεια

Το σπίτι του συμβολαιογράφου με τα μεγάλα του παράθυρα
τα καθαρά του τζάμια, όλο ανοιγμένο προς τα έξω,
μην έχοντας να κρατήσει τίποτα δικό του,
ολόκληρο κερδισμένο απ’ το χειμώνα,
με τα ντουλάπια του, τις κρεμάστρες του, την κουζίνα του,
με το μεγάλο μπρούντζινο μαγκάλι της τραπεζαρίας —
κ’ οι μανταρινόφλουδες να σιγοκαίνε στο μαγκάλι θυμιατίζοντας
παλιές εικόνες, παλιούς καιρούς, πού χάσανε τη δύναμή τους και το
χρώμα τους
και λίγο – λίγο χάσανε το νόημά τους
κι αργότερα τον πόνο και το βάρος τους
κι αργότερα τη νοσταλγία τους —

«Υπήρξαν; Δεν υπήρξαν; Πότε; Πού; Γιατί;
Και τί να τα κρατήσεις; Τί να τα κάνεις;
Τί να τον κάνεις το χρόνο; Να διατηρήσεις τι;

«Έγνοιες για τα χαλιά, για τις κουβέρτες, για τα μάλλινα ρούχα —
χρόνια και χρόνια, κάθε χρόνο, στο έμπα της άνοιξης,
να τα μαζεύεις, να τα τινάζεις, να τα βουρτσίζεις,
να τα καταχωνιάζεις στα μπαούλα, στις ντουλάπες, στρώμα – στρώμα μέ
παλιές εφημερίδες,
σα να θάβεις κάτι αγαπημένο για να το διαφυλάξεις
κ’ είναι μια λύπη να το θάβεις — μα τι να γίνει;
Ύστερα είναι το φώς της άνοιξης και το πράσινο της άνοιξης,
ύστερα το φώς του καλοκαιριού κ’ ή θάλασσα του καλοκαιριού,
ύστερα μήτε άνοιξη μήτε καλοκαίρι μήτε πράσινο μήτε θάλασσα,
μονάχα το φώς κ’ οι χειρονομίες του μες στο άπειρο,
το κάτασπρο φώς πού όλα τα καίει, τα πνίγει, τ’ αφανίζει,
παλιά και νέα και αυριανά, βουνά, δέντρα και μάρμαρα,
δόξες κ’ αισθήματα και γεγονότα κι αποφάσεις.

Τότε και συ ξεχνούσες λύπη, τύψη, σχέδια και μετάνοια- ξανάρχιζες
τα ίδια σφάλματα, τα ίδια φιλιά, την ίδια γύμνια έτσι καλά ντυμένη,
ώσπου να ‘ρθουν οι πρώτες υγρασίες,
τα πρώτα μεγάλα μετανιωμένα αστέρια,
ή σιωπηλή, όλο θάμβος, λεηλασία του φθινοπώρου.

Κ’ έφτανε αργή κι αθόρυβη, κι όχι θλιμμένη, ή άλλη μέθη, της περισυλ¬λογής,
να συγκεντρώνεις τα διασκορπισμένα, να εκβιάζεις
ένα κέρδος μαγικό απ’ τ’ απωλεσμένα — κι όχι να εκβιάζεις*
μονάχα τους προσφέρονταν διπλά και τρίδιπλα,
κήποι και γέλια κοριτσιών ανάμεσα στις ακακίες πού ήταν κάποτε
εχθρικά ή αδιάφορα ανθισμένες
κ’ ήταν πάλι ανθισμένες — ολόκληρες λευκές στρατιές, σύμμαχες τώρα, στο αραιό σκοτάδι.

Το πράσινο παγκάκι, όπου κάθισες μια νύχτα ολομόναχος, περικλει¬σμένος από ανώφελα άστρα,
μετακόμιζε μόνο του τώρα μες απ’ τα ωχρά χωράφια της φθινοπωρινής ερήμωσης
φτάνοντας ως την πόρτα σου σαν αμαξάκι εξοχικό μέσα του
κάθονταν τώρα δυό, — μπορείς να πεις κ’ ευτυχισμένοι,
γιατί με το να δεις και να παραδεχτείς εκείνα πού δεν είχες και δε θα ‘χεις
είναι σχεδόν σα να τα ‘χεις, — τα ‘χεις σίγουρα. Έτσι λέγαμε, κ’ ίσως με ειλικρίνεια.

 

 

 

Το παράθυρο (1959)

 

(Απόσπασμα)

Αν ανέβεις λίγο πιο πάνω από κείνο το δρόμο ως το λοφίσκο του Άη – Βασίλη,
βλέπεις ακέριο το λιμάνι κάτω απ’ τα μάτια σου
βλέπεις ν’ αστράφτουν μες στο σκοτεινό νερό, άκρη – άκρη της απέραντης θάλασσας,
οι μεγάλοι πρασινόχρυσοι ιριδιστοί λεκέδες από λάδι ή πετρέλαιο,
λαμπροί λεκέδες, κι αμόλευτοι θαρρείς, σα φωτεινά, κινούμενα νησίδια
αδιάφορης γαλήνης
ανάμεσα σε ψόφια σκυλιά, σάπιες πατάτες, άχερα, κουκουνάρια και βάρκες.

Μπορείς λοιπόν να κοιτάζεις αδίστακτα απ’ αυτό το παράθυρο
ή και να βγεις στο δρόμο. Μια σιωπηλή αγιότητα
μένει κάτω απ’ τις πράξεις των ανθρώπων. Μια σκιά μενεξεδένια
σωπαίνει στον αριστερό ώμο μιας γυναίκας κουρασμένης απ’ τον έρωτα
πού γύρισε απ’ τ’ άλλο της πλευρό κι αποκοιμήθηκε μονάχη. Μπορείς να κοιτάζεις
τα χοντρά σώβρακα στη διπλανή αυλή λεκιασμένα από ονειρώξεις
ή τις ξεδιπλωμένες καπότες κάτω απ’ τα παγκάκια του πάρκου
ή τα κουμπιά απ’ τούς στηθόδεσμους των γυναικών πού έπεσαν στο χορτάρι
σα μικρά, φιλντισένια λουλούδια, λιγάκι πικραμένα
πού τίποτ’ άλλο δεν έχουν πια να δώσουν — άρωμα, γύρη, σπόρο.
Τίποτα.

Σε κείνο το δρόμο είπα να πάω και γω κάποτε
να πουλήσω αυτό το παράθυρο και κείνο το μεγάλο κασόνι
όχι για τίποτ’ άλλο, μόνο για ν’ απαλλαγώ απ’ την έγνοια τους, ν’
αναμιχθώ κ’ εγώ σε αγοροπωλησίες,

ν’ ακούσω τη φωνή μου όταν μιλάει μια ξένη γλώσσα. Το ’νιωσα γρήγορα
πώς τίποτα δεν είχα να πουλήσω. Μια υστεροβουλία ήταν μονάχα :
ή αναζήτηση μιας νέας δοκιμασίας πού πάλι
θα την επόπτευα απ’ αυτό το παράθυρο, το έστω και δίχως τζάμια.

Ποτέ δεν τα κατάφερα στο εμπόριο. «Άλλωστε δεν έχω
τίποτα πού ν’ αξίζει πληρωμή, τίποτα
που να μπορώ να το πληρώσω. Και τούτες οι παλιές φωτογραφίες
τίποτα δεν αξίζουν για τούς άλλους, μ’ όλο πού οι κορνίζες τους τουλά¬χιστον
είναι από ατόφιο χρυσάφι. «Όμως έμενα μου χρειάζονται.

Κι ούτε είναι πεθαμένες — όχι. «Όταν βραδιάζει
κ’ είναι ακόμη ζεστές οι καρέκλες έξω απ’ τα καφενεία
κι όλοι (κ’ ίσως και γω) ζητούν να καταφύγουν μέσα σ’ έναν άλλον,
αυτές κατεβαίνουν σιωπηλά απ’ τις κορνίζες τους σα να κατεβαίνουν
μια ταπεινή ξύλινη σκάλα, πηγαίνουν στην κουζίνα,
ανάβουν τη λάμπα, στρώνουν το τραπέζι, (ακούγεται
ό φιλικός ήχος από ‘να πιρούνι πού χτύπησε στο πιάτο),
ταχτοποιούν τα λίγα μου βιβλία κι ακόμη τις σκέψεις μου
με συγκρίσεις και εικόνες (παλιές και καινούργιες), με σεμνά επιχειρήματα
και κάποτε με αρχαίες, ακλόνητες, βιωμένες αποδείξεις.

Γι’ αυτό κιόλας κρατώ μ’ ευγνωμοσύνη αυτό το παράθυρο.
Δε μ’ εμποδίζει διόλου να βλέπω και να είμαι, — το αντίθετο μάλιστα.

«Όσο για κείνο πού σου ‘λεγα : «πιεσμένος ανάμεσα στον τοίχο και στο τζάμι»,
ήταν μια υπερβολή της άνοιξης, μια υπερβολή
απ’ τη σάρκικη αφθονία των πράσινων φύλλων. Το παράθυρο
είναι μια εξυπηρετική, τετράγωνη γαλήνη και διαύγεια.

«Όταν οι τοίχοι θαμπώνουν το απόβραδο, αυτό το παράθυρο
φέγγει ακόμη σαν από μόνο του» διατηρεί κ’ επεκτείνει
την τελευταία ανταύγεια του ηλιογέρματος,
ρίχνει την αντανάκλαση του στον ισκιωμένο δρόμο,
φωτίζει τα πρόσωπα των περαστικών σα να τα συλλαμβάνει επ’ αυτοφώρω
στην πιο ανυπόκριτη στιγμή τους, φωτίζει τούς τροχούς των ποδηλάτων
ή τη χρυσή αλυσίδα που βυθίζεται στο στήθος μιας γυναίκας
ή το περίεργο όνομα ενός καραβιού που αράζει στο λιμάνι.

 

 

 

Το νεκρό σπίτι (1959)

Φανταστική κι αυθεντική ιστορία μιας πανάρχαιης ελληνικής οικογένειας

(‘Απ’ όλη τη φαμίλια απόμειναν μονάχα δυό αδελφές. Κ’ ή μια τρελάθηκε. Φαντάστηκε
πώς το σπίτι τους είχε μεταφερθεί κάπου στην αρχαία Θήβα, ή, μάλλον, στο Άργος — σύγχυζε τη μυθολογία, την Ιστορία και την Ιδιαίτερη ζωή της, το παρελθόν και το παρόν, όχι το μέλλον. Αυτό μόνον. Αργότερα συνήλθε. Κ’ είναι αυτή πού μου μίλησε το βράδυ πού τους έφερα απ’ την ξενιτειά ένα μήνυμα του θείου τους — αδελφού του πατέρα τους. Ή άλλη δεν παρουσιάστηκε καθόλου. Πότε-πότε μονάχα ακουγόταν σιγανό περπάτημα με παντόφλες στη διπλανή κάμαρα, όσο μιλούσε ή μεγάλη):

Τώρα γυρίζουμε μονάχες οι δυο μικρές αδελφές μέσα σε τούτο το απέραντο σπίτι —
μικρές, πού λέει ό λόγος, — από χρόνια γεράσαμε κ’ εμείς,
είμαστε οι μικρότερες της φαμίλιας κ’ οι μόνες, άλλωστε, πού απομείναμε.
Δεν ξέρουμε πώς να βολέψουμε τούτο το σπίτι, πώς να βολευτούμε
να το πουλήσουμε μας έρχεται άσκημο — μια ζωή περάσαμε δω μέσα —
είναι κι ό χώρος των νεκρών μας εδώ — δεν μπορείς να τούς πουλήσεις —
κι άλλωστε ποιος τούς παίρνει τούς νεκρούς; Μα πάλι να τούς κουβαλάμε
απ’ το ‘να σπίτι στ’ άλλο, απ’ τη μια συνοικία στην άλλη, —
πολύ κουραστικό κ’ επικίνδυνο — βολεύτηκαν εδώ
άλλος στον ίσκιο της κουρτίνας, άλλος κάτω απ’ το τραπέζι,
άλλος πίσω απ’ τη ντουλάπα ή πίσω απ’ τα τζάμια της βιβλιοθήκης,
άλλος μες στο γυαλί της λάμπας — τόσο σεμνός κι ολιγαρκής πως πάντα του,
άλλος χαμογελώντας διακριτικά πίσω απ’ τούς δυό λεπτούς, σταυρωτούς ίσκιους
πού γράφουν στο μεσότοιχο οι καλτσοβελόνες της μικρής αδελφής μου.

Τα μεγάλα έπιπλα τα κλείσαμε στο κάτω πάτωμα,
το ίδιο και τα βαριά χαλιά και τα βελούδινα ή μεταξωτά παραπετάσματα,
τραπεζομάντιλα, κεντητά πετσετάκια, κρύσταλλα, σερβίτσια,
μεγάλους δίσκους ασημένιους πού καθρέφτιζαν άλλοτε
ολόκληρο το πλατύ πρόσωπο της φιλοξενίας,
κουβέρτες και μεταξωτά παπλώματα κι ασπρόρουχα,
μάλλινα ρούχα, τσάντες, πανωφόρια,
δικά μας και μαζί των πεθαμένων — όλα ανάκατα —
γάντια, δαντέλες και φτερά στρουθοκαμήλου απ’ τα καπέλα της μητέρας,
το πιάνο, τις κιθάρες, τούς αυλούς, τα ταμπούρλα,
και ξύλινα άλογα και κούκλες απ’ τα παιδικά μας χρόνια,
επίσημες στολές του πατέρα και το πρώτο μακρύ παντελόνι του μεγάλου αδελφού μας,
ή φιλντισένια κασετίνα με τις ξανθές μπούκλες του μικρού, το χρυσοποίκιλτο μαχαίρι,
κοστούμια ιππασίας και σακίδια και μανδύες — όλα ανάκατα,
χωρίς ναφθαλίνη ή κλωνάκια λεβάντας σε τούλινες θήκες.

Καρφώσαμε και τα δωμάτια. Κρατήσαμε μονάχα
αυτές τις δυο δυτικές κάμαρες του πάνω πατώματος,
το διάδρομο και το κλιμακοστάσιο βέβαια,
αν χρειαστεί καμιά φορά να βγούμε το βραδάκι να σεργιανίσουμε στον κήπο
ή να ψωνίσουμε κάτι βιαστικά απ’ τα περίχωρα.

Κι ούτε να πεις πώς κ’ έτσι ησυχάσαμε. Απαλλαχτήκαμε οπωσδήποτε
από κινήσεις περιττές, ανόητα συγυρίσματα, μάταιους κόπους,
για μια τάξη ακατόρθωτη, για μια ανεφάρμοστη οργάνωση. Ωστόσο
το σπίτι, έτσι γυμνό και κλειστό, έχει αποχτήσει
μια τρομερή, λεπτότατη αντήχηση
σε κάθε πέρασμα ποντικού, κατσαρίδας ή νυχτερίδας.

Κάθε σκιά στο βάθος του καθρέφτη, κάθε τρίξιμο
απ’ τα μικρά δόντια του ξυλοφάγου ή του σκόρου,
συνεχίζεται απέραντα ως τα λεπτότατα, ινοειδή αγγεία της σιωπής,
ως μέσα στις φλέβες
της πιο απίθανης παραίσθησης. Ακούγεται ευδιάκριτα
ό χτύπος απ’ τον αργαλειό της πιο μικρής αράχνης, κάτω στα υπόγεια,
ανάμεσα στα κιούπια,
ή το πριόνι της σκουριάς στο χέρι των μαχαιροπίρουνων
κι άξαφνα ό μέγας γδούπος στον κάτω προθάλαμο
Όταν ένα κομμάτι από λιωμένη τσόχα ξεκολλάει και πέφτει
σα να γκρεμίζεται ένα αρχαίο, αγαπημένο κτίριο.

Κι όταν, καμιά φορά, οδ χάραμα, περνάει ό σκουπιδιάρης στο πέρα προάστιο,
το μακρινό κουδούνι του αντηχεί σ’ όλα τα γυάλινα ή μετάλλινα σκεύη,
στους μπρούντζους των κρεβατιών, στα κάδρα των προγόνων,
στα κουδουνάκια απ’ το κοστούμι του πιερότου, που ‘χε φορέσει ό μικρός αδελφός μας
μιαν όμορφη νύχτα μασκαράτας — κι όταν γυρίζαμε σπίτι τρομάξαμε,
μας γαύγισαν κάτι σκυλιά, το φόρεμα μου πιάστηκε στο φράχτη,
έτρεξα να προφτάσω τούς άλλους• το φεγγάρι κόλλησε το πρόσωπο του
τόσο σφιχτά πάνω στο πρόσωπο μου — δεν μπορούσα πια να περπατήσω
κ’ οι άλλοι με φώναζαν πίσω απ’ τα δέντρα
κι ακούγονταν σ’ έναν άλλο χώρο οι γυάλινες χάντρες των μεταμφιεσμένων
και τα γυάλινα κρόσσια των άστρων πέρα, μακριά, πάνω απ’ το αόρατο
Μυρτώον πέλαγος,
κι όταν έφτασα τέλος με κοίταζαν όλοι σαστισμένοι
γιατί έφεγγε το πρόσωπο μου βαμμένο με χρυσόσκονη
σαν εκείνη πού βάφαν τις παλιές, κρεμαστές λάμπες της τραπεζαρίας
ή τούς καθρέφτες των σαλονιών με τις κομψές, χιλιοσκάλιστες κονσόλες —

Τις κλείσαμε κι αυτές στα κάτω δωμάτια. Μπορούσαμε, βέβαια,
να κρατήσουμε κάτι απ’ όλα αυτά και για προσωπική μας χρήση,
καμιά πολυθρόνα κουνιστή, ξεκούραστη, κανέναν καθρέφτη
να χτενίζουμε πότε – πότε τα μαλλιά μας. Μα ποιος να τα φρόντιζε;
Τουλάχιστον έτσι, μπορεί να τ’ ακούμε να φθείρονται, μα δεν τα βλέπουμε. Όλα μας παράτησαν.

 

 

 

Φιλοκτήτης (1963-1965)

(απόσπασμα)

Κείνος ό δρόμος ερημώθη ως το βάθος. Απ’ τις δυό πλευρές του
πηγάδια σκεπασμένα, μολυσμένα απ’ τούς νεκρούς. Ράγιζε η πέτρα
απ’ τη μεγάλη ζέστη. Τα τζιτζίκια ξεφώνιζαν. Ο ορίζοντας
ήταν ασβέστης και γλώσσες φωτιάς. Μέσα στην ανελέητη λιακάδα
σπίθιζαν στα σαμάρια των τειχών, όρθια, σπασμένα τζάμια,
χωρίζοντας συντρόφους, φίλους, συμπολεμιστές. Παρ’ όλη
την αιχμηρή, δοξαστική ακτινοβολία, δεν κρυβόταν τίποτα. Είδα άντρες γενναίους
να ρίχνουν στάχτη στα μαλλιά τους κ’ είδα τη στάχτη
ν’ ανακατεύεται με τα δάκρυα τους μαύρα αυλάκια
χώνονταν μες στα γένια τους, ως κάτω στα σαγόνια τους.

Αυτοί που πλέναν τ’ άλογα τους άλλοτε στ’ ακροθαλάσσι ολόγυμνοι
κι αλείβανε τις χαίτες με λάδι ξανθό, λάμποντας όλοι
άνθρωποι κι άλογα σέ μεγαλόφωτα πρωινά* αυτοί οι ίδιοι
πού χόρευαν τα βράδια πάνω απ’ τις φωτιές κι αστράφτανε
τα γυμνά πέλματα τους ολοπόρφυρα, — τώρα ζαρώνουνε
ανάμεσα στα βράχια, χολώνουν, γκρινιάζουν, βάζουν την παλάμη
μπροστά στα σκέλια τους, ντρέπονται, κρύβονται,
σα νάχουν φταίξει, σα να τούς έχουν όλοι φταίξει. Κ’ ίσως να φθονούν
τους νέους πολεμιστές για την ωραία ανυποψία τους, για την τόλμη τους, ]
για την ενθουσιαστική, αποστηθισμένη ευφράδεια τους, κ’ ίσως πιότερο απ’ όλα
για τα βαριά, στιλπνά μαλλιά τους, τα ογκωμένα από υγεία και έρωτα.

Κι όμως κι αυτοί ξεκίνησαν κάποτε με τη χαριτωμένη αφέλεια
και την κρυφή ματαιοδοξία ν’ αναμορφώσουν τον κόσμο. Ξεκίνησαν
όλοι μαζί, καθένας χώρια, και το ‘δαν και το ’βλεπαν: καθένας
για ένα δικό του λόγο, μιά ξεχωριστή φιλοδοξία, στεγασμένη
κάτω άπ6 μια μεγάλη ιδέα, έναν κοινό σκοπό, — διάφανη στέγη
πού κάτω της διακρίνονταν καλύτερα του καθενός το κομμάτιασμα,
η δυστυχία κ’ η μικροπρέπεια όλων. Πώς να ‘βαζες, φίλε μου, τάξη
σ’ αυτό το χάος; Πώς να σταθείς κοντά τους; Τώρα καταλαβαίνω.

Τις νύχτες, μες στα πλοία, όταν οι απλοί, κουρασμένοι στρατιώτες
κοιμόνταν σωριασμένοι σαν τσουβάλια στο κατάστρωμα,
αξιολάτρευτοι στην ευπιστία της νεότητας τους,
μέσα στην άγνοια, τη ζωώδη αγνότητα, στο σαρκικό τους κάλλος,
εύρωστοι από την άσκηση της χρήσιμης δουλείας, στους αγρούς,
στα εργαστήρια, στους δρόμους, υποταγμένοι στην ανάγκη και στην εύκολη ελπίδα,
με την πηγαία γενίκευση της δικής τους αθωότητας, σαν πρόβατα
που τα οδηγούν στη σφαγή για τα συμφέροντα άλλων, κι όμως
χαμογελώντας μες στον ύπνο τους, παραμιλώντας, ροχαλίζοντας,
βλαστημώντας μια ονειρική αγελάδα ή μουρμουρίζοντας πάλι και πάλι
ένα όνομα γυναικείο, ημίγυμνοι, σε νύχτια στύση,
περιχυμένοι τη μυστική αιωνιότητα της ωκεάνιας αστροφεγγιάς* —
αυτές τις νύχτες,

άκουσα, ανάμεσα στους παφλασμούς των κουπιών, τις φωνές, τους καυγάδες
των αρχηγών, για λάφυρα πού δεν είχαν ακόμη συναχτεί, για τίτλους
πού δεν είχαν ακόμη θεσπιστεί. Κ’ είδα στα μάτια τους
το μίσος για όλους, τ’ άγριο πάθος των πρωτείων,
και μέσα – μέσα, όπως στο βάθος σκοτεινής σπηλιάς ανίσχυρη πυγολαμπίδα,
είδα και τη δική τους μοναξιά. Πίσω απ’ τα γένια τους
σπίθιζε ολόγυμνη ή μοίρα τους, σαν πίσω απ’ τα γυμνά κλαδιά ενός δάσους
μια στεγνή πεδιάδα στο φεγγαρόφωτο, σπαρμένη μ’ άσπρα κόκκαλα.

Κ’ ήταν σα μια ευτυχία ή γνώση αυτή- — μια άφεση,
μια κατευναστική παραδοχή, μια αδρανής ευφροσύνη
απ’ την αφή του αιώνιου και του τίποτα. Λίγες στιγμές,
παρ’ όλ’ αυτά, μπορούσα ακόμη νάχω το προνόμιο:
να διακρίνω πίσω ή ανάμεσα από τις ασπίδες και τα δόρατα
Ένα κομμάτι θάλασσα, λίγο λυκόφως, ένα ωραίο γόνατο,
και να μ’ αρέσει, — ναι, παρ’ όλα αυτά- — μια ελάχιστη δικαίωση,
κι όλος ο φόβος, αναρίθμητος κι άγνωστος, διαλύονταν πέρα,
ένα βαθύ, ιλαρό σύννεφο στη μυθική απεραντοσύνη.

Θυμάμαι μια νύχτα, πού πλέαμε με πανσέληνο. Το φεγγαρόφωτο
απόθετε μια εντάφια, χρυσή προσωπίδα σ’ όλα τα πρόσωπα*
οι στρατιώτες, μια στιγμή, στάθηκαν και κοιτάχτηκαν
σα να μη γνώριζε ό ένας τον άλλον ή σα να γνωρίζονταν
γιά πρώτη τους φορά και, μεμιάς, όλοι στράφηκαν
και κοίταξαν ψηλά τό φεγγάρι,
ακίνητοι όλοι, πάνω στο αεικίνητο πέλαγος,
σιωπηλοί, μαγεμένοι, σαν πεθαμένοι κιόλας κι αθάνατοι.

 

 

 

Ορέστης (1962-1966)

Άκου, — δεν έπαψε ακόμη, δεν κουράστηκε. ‘Ανυπόφορη,
μέσα σ’ αυτή τη νύχτα την ελληνική — τόσο ζεστή, τόσο γαλήνια,
τόσο ανεξάρτητη από μας κι αδιάφορη, επιτρέποντας μας
μιαν άνεση — να ‘μαστε μέσα της, να την κοιτάμε απ’ τα μέσα
κι από μακριά ταυτόχρονα να βλέπουμε τη νύχτα
γυμνοί ως τις ελάχιστες φωνές των γρύλλων της,
ως τις ελάχιστες φρικιάσεις του μαύρου δέρματος της.

Πώς να γινότανε να μέναμε ανεξάρτητοι κ’ εμείς, με την ωραία
χαρά της αδιαφορίας, της ανεξιθρησκίας, πέρα απ’ τα πάντα,
μέσα στα πάντα, μέσα μας — μόνοι, ενωμένοι, αδέσμευτοι,
δίχως συγκρίσεις, ανταγωνισμούς, ελέγχους, δίχως
να μας μετράει ή όποια αναμονή κι απαίτηση των άλλων. Έτσι μόνο
να βλέπω το λουρί του σανδάλου σου, πού μου χωρίζει
το μεγάλο σου δάχτυλο, το άμεπτο, προς μια δική μου θέση,
προς ένα χώρο μυστικό, δικό μου, πλάι στις ροδοδάφνες,
και τ’ ασημένια φύλλα της νύχτας να πέφτουν στον ώμο σου
κι ό ήχος της κρήνης να περνάει ανεπαίσθητα κάτω απ’ τα νύχια μας.

Άκου την, — ή φωνή της τη σκεπάζει σα βαθύβουος θόλος
κ’ είναι ή ίδια κρεμασμένη μέσα στη φωνή της
σα γλωσσίδι καμπάνας, και χτυπιέται και χτυπάει την καμπάνα,
ενώ δεν είναι μήτε σκόλη μήτε ξόδι, μόνο ή άσπιλη ερημιά των βράχων
και κάτω ή ταπεινή ησυχία του κάμπου, υπογραμμίζοντας
αύτη την αδικαίωτη παραφορά, πού γύρω της
σαλεύουν σαν αθώοι παιδικοί χαρταετοί τ αναρίθμητα αστέρια
με το χάρτινο αείροο θρόισμα της μεγάλης ουράς τους.

*Ας μακρύνουμε λίγο από δω, να μη μας φτάνει ή φωνή της γυναίκας
ας σταθούμε πιο κάτου — όχι στους τάφους των προγόνων
όχι σπονδές απόψε. Τα μαλλιά μου
δε θέλω να τα κόψω, — εδώ πάνω
συχνά σεργιάνισε το χέρι σου. Τί όμορφη νύχτα —
κάτι δικό μας, πού μακραίνει, αποσπασμένο από μας, και το ακούμε
σα σκοτεινό ποτάμι να πορεύεται κατά τη θάλασσα,
φέγγοντας πότε – πότε κάτω απ’ τα κλαδιά, στο σπίθισμα των άστρων,
μέσα σε τούτο το δυναστικό, το ανήλεο καλοκαίρι,
με αδιόρατες παύσεις, στιγμιαίες, με τυχαία σκιρτήματα (ίσως κάποιος
να ρίχνει πέτρες στο ποτάμι) — αυτή ή μικρή αναπήδηση
κι αστράφτουν χαμηλά τα τζάμια των αμπελουργών. Παράξενο,

μια ολόκληρη ζωή με ετοίμαζαν κ’ ετοιμαζόμουνα γι’ αυτό. Και τώρα,
μπροστά στην πύλη αυτή, νιώθω ολότελα ανέτοιμος —
τα δυό μαρμάρινα λιοντάρια — τάδες; — τιθασεύτηκαν,
αυτά, πού ξεκίνησαν απ’ τα παιδικά μας χρόνια τόσο ανένδοτα,
άγρια σχεδόν, με τη χαίτη ορθωμένη για ένα παράτολμο πήδημα,
κατακάθισαν πια συμβιβασμένα στις δυό επάνω γωνίες της εξώθυρας
με τρίχωμα νεκρό, με μάτια απόντα, — δεν τρομάζουν κανένα, — με
μιαν έκφραση σκυλιών τιμωρημένων, κι ούτε μάλιστα θλιμμένων,
πιστών, τυφλών σκυλιών, χωρίς μνησικακία,
γλείφοντας πότε – πότε με τη γλώσσα τους το χλιαρό πέλμα της νύχτας.

‘Ανέτοιμος, ναι — δεν το μπορώ μου λείπει ή αναλογία
εκείνη ή απαραίτητη με το τοπίο, την ώρα, με τα πράγματα
και με τα γεγονότα — όχι λιγοψυχία, — ανέτοιμος
μπροστά στο κατώφλι της πράξης, ολότελα ξένος
μπροστά στον προορισμό πού οι άλλοι μου έταξαν. Πώς γίνεται
οι άλλοι να ορίζουν λίγο – λίγο τη μοίρα μας, να μας την επιβάλλουν
κ’ εμείς να το δεχόμαστε; Πώς γίνεται μ’ ελάχιστα νήματα
κάποιων δικών μας στιγμών να μας υφαίνουν
ολόκληρο το χρόνο μας, τραχύ και σκοτεινόν, ριγμένον
σαν καλύπτρα απ’ το κεφάλι ως τα πόδια μας, σκεπάζοντας
ολόκληρο το πρόσωπο μας και τα χέρια μας, όπου αποθέσανε
ένα άγνωστο μαχαίρι — ολότελα άγνωστο — και να φωτίζει
μι τη σκληρή του λάμψη ένα τοπίο, όχι δικό μας, —
αυτό τω γνωρίζω : όχι δικό μας. Και πώς γίνεται
να το αποδέχεται ή δική μας μοίρα, ν’ αποσύρεται
και να κοιτάει σαν ξένη εμάς τούς ίδιους και την ξένη μοίρα μας,
μουγκή, αυστηρή, παραιτημένη, αμέτοχη,
ούτε με το ύφος καν μιας μεγαλοψυχίας ή στωικότητας,
χωρίς τουλάχιστο να εξαφανίζεται, χωρίς να πεθαίνει,
να μείνουμε έρμαιο έστω μιας αλλότριας μοίρας,
αλλά μιας μόνον — όχι δίβουλοι και μοιρασμένοι. Να την, πού μένει
εκεί, σαν νυσταγμένη — το ‘να της μάτι κλειστό και τ άλλο διεσταλμένο,
αφήνοντας μας να τη βλέπουμε πού μας παρατηρεί και διακρίνει
το αιώνιο μας ταλάντευα, χωρίς επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία.

Δυό έλξεις αντίρροπες μου φαίνεται ν’ αντιστοιχούν στα δυό μας πόδια,
κ’ ή μια έλξη απομακρύνεται όλο πιο πολύ απ’ την άλλη
φαρδαίνοντας το διασκελισμό μας ως τον διαμελισμό και το κεφάλι
είναι ένας κόμπος πού κρατάει ακόμη τό κομμένο τούτο σώμα,
ενώ, θαρρώ, τα πόδια είναι πλασμένα να μετακινούνται
ένα – ένα μόνο του, σ’ ένα ρυθμό και τα δυό, σε μια κατεύθυνση,
στον κάμπο κάτω, δίπλα στα τσαμπιά των σταφυλιών, ως τον ορίζοντα
πέρα πού ροδίζει,
μεταφέροντας ακέριο το σώμα μας — ή μήπως
γι’ αυτόν τον μέγα, τρομερό διασκελισμό πλαστήκαμε
πάνω απ’ τον άγνωστο γκρεμό, πάνω απ’ τούς τάφους και τον τάφο μας;
Δεν ξέρω.

 

 

 

Η Ελένη (1970)

(απόσπασμα)

Ναι, ναι, — εγώ είμαι. Κάτσε λίγο. Κανένας πια δεν έρχεται. Κοντεύω
να ξεχάσω τα λόγια. Κι ούτε χρειάζονται. Πλησιάζει θαρρώ τό καλο¬καίρι•
σαλεύουν αλλιώς οι κουρτίνες — κάτι θέλουν να πουν, — ανοησίες. Ή μιά τους
έχει βγει κιόλας έξω απ’ το παράθυρο, τραβιέται, να σπάσει τούς κρί¬κους,
να φύγει πάνω απ’ τα δέντρα, — ίσως κιόλας να ζητάει να τραβήξει
ολόκληρο το σπίτι κάπου άλλου — μα το σπίτι αντιστέκεται μ’ λες τις γωνιές του
και μαζί του κ’ εγώ, παρ’ ότι νιώθω, εδώ και μήνες, ελευθερωμένη
απ’ τούς νεκρούς μου κι απ’ τον ίδιο τον εαυτό μου κι αύτη μου ή αντί¬σταση,
ακατανόητη, αθέλητη, ξένη, είναι το μόνο δικό μου — ό δεσμός μου
μέ τούτο το κρεβάτι, με τούτη την κουρτίνα• — είναι κι ό φόβος μου, σα να κρατιέμαι
ολόσωμη απ’ αυτό το δαχτυλίδι με τη μαύρη πέτρα πού φοράω στο δείχτη.

Αύτη την πέτρα περιεργάζομαι τώρα, σε απέραντες ώρες, μέσα στη νύχτα —
μαύρη, χωρίς ανταύγειες — μεγαλώνει, μεγαλώνει, γεμίζει
μαύρα νερά, — τα νερά πλημμυρίζουν, ψηλώνουν βουλιάζω,
όχι στον κάτω βυθό, σ’ έναν επάνω βυθό από κει πάνω
διακρίνω χαμηλά την κάμαρα μου, έμενα, τη ντουλάπα, τις δούλες
να διαπληκτίζονται άφωνες βλέπω τη μιά ανεβασμένη
σ’ ένα σκαμνί να καθαρίζει το τζάμι απ’ τη φωτογραφία της Λήδας
με ύφος τραχύ, εκδικητικό βλέπω το ξεσκονόπανο ν’ αφήνει
μιαν ουρά σκόνη από λεπτές φυσαλίδες πού ανεβαίνουν και σπάζουν
με σιωπηλό μουρμουρητό γύρω στους αστραγάλους μου ή στα γόνατα μου.
Βλέπω κ’ εσένα μ’ ένα πρόσωπο εμβρόντητο, αμήχανο, τεθλασμένο
απ’ τις αργές κινήσεις του μαύρου νερού, — πότε φαρδαίνει, πότε επιμηκύνεται
το πρόσωπο σου με κίτρινες ραβδώσεις. Τά μαλλιά σου σαλεύουν προς τα πάνω
σαν ανάστροφη μέδουσα. Μα υστέρα λέω: «είναι μονάχα μιά πέτρα,
μιά μικρή, πολύτιμη πέτρα». «Όλο το μαύρο συστέλλεται τότε,
στεγνώνει κ’ εντοπίζεται σ’ έναν ελάχιστο κόμπο, — τον νιώθω εδώ,
λίγο πιο κάτω απ’ το λαρύγγι μου. Και να με πάλι
στην κάμαρα μου, στο κρεβάτι μου, πλάι στα γνωστά μου φιαλίδια
πού με κοιτούν ένα – ένα κατανεύοντας — είναι οι μόνοι βοηθοί μου
στην αγρύπνια, στο φόβο, στη θύμηση, στη λησμοσύνη, στο άσθμα.
Εσύ τί κάνεις; Είσαι πάντα στο στρατό; Να προσέχεις. Μη σκοτίζεσαι τόσο
για ηρωισμούς, για αξιώματα και δόξες. Τι να τα κάνεις; Σου βρίσκεται ακόμα
κείνη ή ασπίδα όπου είχες χαραγμένη τη μορφή μου; Ήσουν αστείος
με την ψηλή σου περικεφαλαία και τη μεγάλη της ουρά, — τόσο νέος,
τόσο συνεσταλμένος, σα να ’χες κρυμμένο το ωραίο πρόσωπο σου
στα πισινά πόδια ενός άλογου κ’ ή ουρά του κρεμόταν ως κάτω
στη γυμνή ράχη σου. Μη θυμώνεις ξανά. Μείνε λιγάκι ακόμα.
Πέρασε πια ό καιρός των ανταγωνισμών στερέψανε οι επιθυμίες
ίσως μπορούμε τώρα να κοιτάξουμε μαζί το ίδιο σημείο της ματαιό¬τητας
όπου, θαρρώ, πραγματοποιούνται οι μόνες σωστές συναντήσεις — έστω αδιάφορες,
μα πάντα πραϋντικές — ή νέα κοινότητα μας, έρημη, ήσυχη, άδεια,
χωρίς μετακινήσεις κι αντιθέσεις, — ν’ αναδεύουμε μόνο τη στάχτη στο τζάκι,
φτιάχνοντας πότε – πότε με τη στάχτη ψηλόλιγνες, ωραίες τεφροδόχες,
ή, καθισμένοι κατάχαμα, να χτυπάμε το χώμα με άηχες παλάμες.

Λίγο – λίγο τα πράγματα χάσαν τη σημασία τους, αδειάσαν άλλωστε
μήπως είχαν ποτέ τους καμιά σημασία; — χαλαρωμένα, κούφια
εμείς τα γεμίζαμε με άχυρο ή πίτουρο, να πάρουν σχήμα,
να πυκνώσουν, να στεριώσουν, να σταθούν, — τα τραπέζια, οι καρέκλες,
τα κρεβάτια πού πάνω τους πλαγιάζαμε, τα λόγια — πάντοτε κούφια
σαν τα πανένια σακούλια, σαν τις λινάτσες των έμπορων —
απ’ έξω κιόλας ξεχωρίζεις τα προϊόντα πού περιέχουν
πατάτες ή κρεμμύδια, στάρι, καλαμπόκι, μύγδαλα ή αλεύρι.

Καμιά φορά, πιάνεται το τσουβάλι σε μιά πρόκα στη σκάλα
ή στο γάντζο μιας άγκυρας κάτω στο λιμάνι, γίνεται μιά τρύπα,
ξεχύνεται το αλεύρι — ένα ανόητο ποτάμι. Το τσουβάλι αδειάζει.
Το αλεύρι το μαζεύουν οι φτωχοί με τις φούχτες τους, να φτιάξουν
τίποτα πίττες ή κουρκούτι. Το τσουβάλι σωριάζεται. Κάποιος
το σηκώνει απ’ τις δυο κάτω γωνιές του- το τινάζει στον αέρα-
ένα σύννεφο άσπρη σκόνη τον τυλίγει- ασπρίζουν τα μαλλιά του-
ασπρίζουν προπάντων τα φρύδια του. Οι άλλοι τον κοιτάζουν.
Τίποτα δεν καταλαβαίνουν περιμένουν ν’ ανοίξει το στόμα, να μιλήσει.
Αυτός δε μιλάει. Διπλώνει το τσουβάλι στα τέσσερα- φεύγει
έτσι άσπρος, ανεξήγητος, αμίλητος, σα μεταμφιεσμένος
σαν ένας λάγνος γυμνός σκεπασμένος μ’ ένα σεντόνι,
ή σαν πανούργος νεκρός, αναστημένος μες στα σάβανα του.

 

 

 

Αίας (1967-1969)


Ακόμα και την ώρα του έρωτα, τη νύχτα, στο κρεβάτι, ξάφνου
ν’ αναθυμόμαστε πού ξεχάστηκαν στην αυλή τα μανταλάκια της πλύσης
και θα σαπίσουν απ’ την υγρασία. Αχ, ανόητες, έτσι
μας διώχνετε έξω απ’ το κρεβάτι, έξω απ’ το σπίτι, έξω απ’ τον κόσμο,
έξω απ’ το πραχτικό, σοφό μυαλό σας, το δοκιμασμένο
με συνταγές μαγειρικής, γλυκών, ποτών, φαρμάκων έξω
από την ίδια τη ζωή με τα μικρά, Ιερά, καθημερνά συμβάντα,
με τα μικρά, χεροπιαστά αντικείμενα πού ξεκουράζουν απ’ τ’ άπιαστα μεγάλα.

Εμένα δε με ρώτησε ποτέ κανένας σας πού στρέφει το μυαλό μου και το
μάτι, ποιους τρόμους,
ποιες αδικίες, ποιους φθόνους αντικρίζω (ο ατρόμητος, βλέπετε) ή έστω
αν με πονάει το δόντι ή το κεφάλι, σάμπως να μην έχω
δόντια κ’ εγώ ή κεφάλι, παρά πέτρα ή σκέτο αγέρα. Τί κοιτάζεις, έτσι ;
Κλείσε τις πόρτες, κλείσε τα παράθυρα, μαντάλωσε τη μάντρα.
Κ’ η μαύρη μύγα, να ‘τη, στου βοδιού το κέρατο τα νύχια της τροχίζει.

«Ε, να, λοιπόν, ό δυνατός εγώ, ό αδάμαστος• — κοιτάχτε με. Κανένας
μερίδιο απ’ τα δικά μου βάσανα δε ζήτησε ποτέ του. Εσείς οι αθώοι,
οι πονηροί, οι απελπισμένοι κ’ υστερόβουλοι, για μένα
άλλο δεν είχατε από θαυμασμό συφερτικό, καθόλου αγάπη,
μονάχα θαυμασμό απαιτητικό. Θυμώνετε κιόλας από πάνω
για κάθε μου ανημπόρια, σάμπως να σας πρόδωσα. Και σας πρόδωσα, αλήθεια,
μια και τον εαυτό μου έχω προδώσει. Να με, σωριασμένος εδώ χάμου•
κ’ οι εχθροί μου
να με περιγελάνε, να κρυφογελάνε. Χτες, όλη νύχτα,
παραμόνευαν, κυκλοφέρναν το σπίτι με βλέπαν. Κοιτούσαν
απ’ τα παντζούρια, απ’ τις κουρτίνες, απ’ τις κλειδαρότρυπες, απ’ τα
ντουλάπια —
άκουγα τα τριξίματα στο πάτωμα, τις γρατζουνιές στον τοίχο. Σαν βγήκα
κρυφτήκανε πίσω απ’ τα δέντρα. Με παραμόνευαν. «Ένα άσπρο φεγγάρι,
άσπρο σαν το χασέ, τεράστιο, ανέβαινε απ’ την «Ίδη μιά άσπρη πάχνη
μου σκέπασε τα μάτια ξεχάστηκα, — τι ήταν ; — Ένα άσπρο μαντίλι
όπως παιδιά πού παίζαμε τυφλόμυγα στη Σαλαμίνα, δίχως να
καταλαβαίνεις
ποιος κι από πού σε φωνάζει μ’ αλλαγμένη φωνή, σάμπως να ‘σαι
μέσα σε μιά μεγάλη, σκοτεινή εκκλησία μες στο λιοπύρι, κ’ οί εικόνες
χλωμές, ψηλές, κάτι μιλάνε μεταξύ τους χαμηλόφωνα για σένα —
ένα πελώριο φίδι, ένα λιοντάρι μ’ ένα αγκάθι στο πέλμα,
ένα κομμένο κεφάλι στο δίσκο, δυό μάτια σκιασμένα,
ένα ολομόναχο μεγάλο μάτι, γενειάδες, το αίμα πού στάζει
απ’ την άκρη της λόγχης, καπνός, καμένη δάφνη, τα μικρά κουδούνια.
Είπα να κάνω πίσω —

Ποιό ‘ναι το μπρος ; ποιό το πίσω ; Το φεγγάρι είχε ασβεστώσει το δρόμο
έλαμπε ολάκερος ό δρόμος, κ’ εγώ φαινόμουν πελώριος• με βλέπαν
από παντού. Πώς να γυρίσω ; Ακόμα κ’ η σκιά μου
μ’ είχε παρατημένο — είχε λιώσει στη λάμψη του άσβεστη —
έκτος αν ήταν αλάτι. Μεγάλα χταπόδια, ξερά, σταυρωμένα
επάνω σε καλάμια, κρέμονταν στους τοίχους. Τό σπαθί μου
πότε μεγάλωνε λαμποκοπώντας ασήκωτο, φωτίζοντας με ακέριον
κι άλλοτε μίκραινε πολύ σα βγαλμένο, παιδιάστικο νύχι.
Κλείσε τις πόρτες, κλείσε τα παράθυρα, μαντάλωσε τή μάντρα.

«Όλα τα σπίτια κλειδωμένα, — εμένα μ’ είχαν κλείσει απ’ 6ξω. Χάλκινοι χαλκάδες
γυαλίζανε στις πόρτες. Μεγάλα στεφάνια από βαρέλια
κυλούσαν απ’ τούς λόφους — με παγίδευαν. Το τεράστιο φεγγάρι
κύκλους – κύκλους
άνοιγε ξεροπήγαδα να πέσω μέσα. Δεν μπορούσα
μήτε να περπατήσω μήτε να σταθώ. Κι ακούγονταν τα βήματα μου
στο καλντερίμι ξένα, αγύριστα, προδοτικά, ώσπου κάτω στο λιμάνι
ακούστηκε να σέρνουν μιά αλυσίδα, και σώπασαν τα πάντα.

Τότε μου κλείσαν όλα τα περάσματα- — σκοινιά λιωμένα, κρότοι μεταμφιεσμένοι
επάνω στους καταυλισμούς είχαν σβήσει οί φωτιές τριγύρω οι μάντρες
σπίθιζαν με μικρά τσιμπούκια πήλινα. Μεγάλες προσωπίδες
κρεμόντανε στον αέρα, — κ’ ήταν αυτοί, στις αυλές των γειτόνων,
αυτοί, με χαρτονένιες αποκριάτικες μουτσούνες, παρασταίνοντας
τα βόδια, τα γαϊδούρια, τ’ άλογα, τα πρόβατα, — δεν μπορούσανε πια να
μου ξεφύγουν
περπατούσαν στα τέσσερα κάνοντας τα τετράποδα — δε μουγκάνιζαν
μπουσουλούσαν στο χώμα σαν τεράστια βρέφη. Η σιωπή καμπυλωνόταν
επάνω μου σα γυάλινη καμπάνα, — φοβόμουν μην τη σπάσω. Και ξάφνου,
άκουσα από χιλιάδες μυστικές γωνιές να μου φωνάζουν φρικτό τ’ όνομα μου,
πάλι και πάλι τ’ όνομα μου, βουίζοντας μέσα στα λούκια, μέσα στ’ άδεια πιθάρια,
μες στις λεκάνες των αποχωρητηρίων, μες στους καπνοδόχους τ’ όνομα μου
άλλοι μακριά με γυναικείες φωνές κι άλλοι κοντά μου με φωνή βροντώδη
μιμούμενοι την ίδια τη φωνή μου «ό Αίας, ό Αίας, ό Αίας»,
με μιαν ανόητη κομπορρημοσύνη «ό Αίας, ό Αίας», τόσο
πού μίσησα για πάντα τ’ όνομα μου, — ώ, πια, να μην τ’ ακούω,
κανένας να μην το προφέρει πια να μείνω ανώνυμος, λησμονημένος,
δεμένος κάτω απ’ την κοιλιά του άλογου μου. Δεν άντεξα τότε,
σήκωσα το σπαθί μου, χτύπησα, τούς μάντρωσα όλους,
τούς έσυρα εδώ μέσα — κοίταξε τους — κ’ ήτανε τα ζώα ετούτα.
Κλείσε τις πόρτες, κλείσε τα παράθυρα, μαντάλωσε τη μάντρα.

 

 

 

Χρυσόθεμις (1967-1970)

 

(απόσπασμα)


Αργά το απόγευμα, χειμώνα – καλοκαίρι, στον κήπο, ή εδώ στο παρά¬θυρο, κάτω
απ’ την επίδραση του αποσπερίτη, ανέβαζα τ’ αριστερό μου χέρι
ν’ αγγίξω τα χείλη μου, αργά, προσεχτικά, αφηρημένα, γύρω – γύρω,
σα να ‘ταν να βοηθήσω στο σχηματισμό μιας άγνωστης λέξης ή σα να ‘ταν
να στείλω κάπου ένα φιλί αναβλημένο.
Κείνα τα χρόνια,
πολλές φορές, σεργιανώντας μονάχη στον κήπο, μου ‘χε τύχει
να ‘ρχεται αθόρυβα πίσω απ’ τη ράχη μου ή σελήνη, και ξάφνου
να μου σκεπάζει με τις δυο παλάμες της τα μάτια. «Ποιος είμαι;», ρω¬τούσε.
«Δεν ξέρω, δεν ξέρω», αποκρινόμουν για να με ξαναρωτήσει.

Εκείνη δε ρωτούσε πια. Χαλάρωνε τα δάχτυλα της. Έστρεφα πίσω.
Οι δυό μας, πρόσωπο με πρόσωπο. Το δροσερό μάγουλο της
πάνω στο μάγουλο μου- κι όλο το χαμόγελο της — της το άρπαζα κ’ έ¬τρεχα
με κυνηγούσε ολόγυρα στο σιντριβάνι.
Κάποια νύχτα
μ’ έπιασε επ’ αυτοφώρω ή μητέρα: ((Με ποιόν κουβεντιάζεις;».
«Κυνηγούσα τη γάτα μη φάει τα χρυσόψαρα», αποκρίθηκα. «Ανόητη»,
είπε ή μητέρα ((δέν εννοείς να μεγαλώσεις». Κείνη τη στιγμή,
όντως ή γάτα τρίφτηκε στα πόδια μου. Ένα μεγάλο χρυσόψαρο
τινάχτηκε έξω από το σιντριβάνι. Τό άρπαξε ή γάτα
και κρύφτηκε μες στις τριανταφυλλιές. Φώναξα. Την κυνήγησα —
(τρόμαξα μη μου φάει τόνα χέρι της σελήνης)- κ’ ή μητέρα με πίστεψε.

«Έτσι γίνεται πάντοτε. Δεν ξέρουμε πια πώς να φερθούμε,
πώς να μιλήσουμε, σε ποιόν, και τί να πούμε. Μένουμε μόνοι
με αφανείς δυσκολίες, σε αφανείς πολέμους, χωρίς νίκη ούτε ήττα,
με πλήθος αφανείς εχθρούς ή, μάλλον, εχθρότητες. Ωστόσο
και με πολλούς συμμάχους — αφανείς κι αυτούς — καθώς ή σελήνη
του παλιού κήπου, καθώς τ6 χρυσόψαρο ή ακόμη κ’ ή γάτα.

Μιαν άλλη νύχτα, (έκανε ζέστη αφόρητη μες στην τραπεζαρία —
καλοκαίρι
ολάνοιχτα παράθυρα τραβηγμένες κουρτίνες), ή μητέρα
φαινόταν οργισμένη, το ίδιο κι ό πατέρας, κ’ ή μεγάλη αδελφή
μου μιλούσαν δυνατά — μεγάλωνε το στόμα τους γεμάτο σκοτάδι πότε -πότε
φωτίζονταν απ’ τις λυχνίες ή γλώσσα τους σα να πασκίζαν
να καταπιούν μιά γουλιά φως δεν τα κατάφερναν πνίγονταν
έπνιγε ό ένας τον άλλον. Τούς κοιτούσα. Δεν ξεχώριζα λόγια.

Κείνη την ώρα μπήκε απ’ το παράθυρο μιά νυχτερίδα
κουβαλώντας μαζί της λίγα αστέρια, ένα κομμάτι βελούδινη νύχτα,
δυό φύλλα μουριάς, (ναι, μουριάς), το ελάχιστο βέλασμα
ενός μικρού προβάτου πλάι στο ποτάμι, την ώρα πού το άστρο
των ποιμένων
τρέμει μες στο νερό τόσο φιλέρημο, τόσο συγκινημένο
πού τα σπουργίτια αναστενάζουν στον ύπνο τους, γυρνώντας
άπ’ τ’ άλλο τους πλευρό, και τα πρόβατα υπόσχονται στο θεό τους
να γίνουν ακόμη πιο καλά. Μεμιάς οι μεγάλοι σώπασαν.

Μπορεί και ν’ αφουγκράστηκαν κείνο τό βέλασμα. Μπορεί να φοβήθη¬καν
το μακρινό, το ωραίο, το άγνωστο. Ωστόσο το ακούσανε. Τότε, ή μη¬τέρα
άρπαξε μιά πετσέτα απ’ το τραπέζι και κυνήγησε τη νυχτερίδα
παρά λίγο να σβήσουν κ’ οι λυχνίες.

 

 

 

Ισμήνη (1966-1971)

 

(απόσπασμα)

Τότε ήτανε που εχάθη για τρεις μέρες ή αδελφή μου.
Θαρρώ πώς είχε καταφύγει στου πατέρα σας. Αυτός μας την έφερε
πάνω σ’ ένα μουλάρι. Στο σαμάρι του κρέμονταν ανάποδα
δυο λευκές κότες κ’ ένας κόκορας πολύχρωμος — μου ‘κανε εντύπωση
η άνεση που είχαν στην αντεστραμμένη εκείνη στάση, — μήπως κού¬ραση;
μήπως υποταγή; γλυκεία σοφία του αναπότρεπτου; Εκείνη ούτε τα πρόσεξε.

Η αδελφή μου θαρρείς και ντρεπόταν πού ήταν γυναίκα. ‘Ίσως αυτό
να ‘ταν ή δυστυχία της. Κ’ ίσως γι’ αυτό να πέθανε. Καθένας μας ίσως
θα ‘θελε να ‘ναι κάτι άλλο απ’ ότι είναι. Άλλος τ’ αντέχει περισσότερο ή λιγότερο,
άλλος καθόλου. Η μοίρα, καθώς λένε, μας δένει μες στον κύκλο του ακατόρθωτου
να τριγυρνάμε γύρω – γύρω στο πηγάδι, όπου μέσα του μένει
κλεισμένο, σκοτεινό, αξεδιάλυτο το πρόσωπο μας. Η αδελφή μου
αρνιόταν να παραδεχτεί και να υπακούσει, — αλύγιστη ή απελπισμένη.

Ωστόσο, κάποιο μεσημέρι του καλοκαιριού, πού όλοι κοιμόνταν,
την ώρα πού κατέβαινα ξυπόλυτη τη σκάλα, την είδα
μπρος στο κελάρι της τραπεζαρίας, με μιά γαβάθα πετιμέζι στην πο¬διά της,
να τρώει μεγάλες κουταλιές μουλιασμένο ψωμί. Γύρισα κ’ έφυγα.
Ακούστηκαν μεμιάς τα τζιτζίκια πού φώναζαν στον κήπο. Δε με είδε.

Ποτέ δεν της το ‘πα. Δεν έμαθε. Πολύ τη λυπόμουν.
Πεινούσε κ’ εκείνη (και το ‘ξερε). Μπορεί και ν’ αγαπούσε. Δεν το ανε¬χόταν
να σκύψει μπρος στην ιδία της επιθυμία, πού δεν ήταν, βέβαια,
δικό της έργο, δική της εκλογή. Μόνο το θάνατο της, — Όχι
μόνο την ώρα και τον τρόπο του θανάτου της μπορούσε να διαλέξει.
Κι αλήθεια, διάλεξε. Κ’ εκείνο της το «άκλαυτος, άφιλος»,
ιδίως εκείνο το «ανυμέναιος», ήταν ή μόνη της ομολογία,
η πρώτη ωραία ταπεινοσύνη της, ή μόνη θηλυκή της γενναιότητα, η
τελευταία και μόνη της ειλικρίνεια, πού έτσι σα να δικαίωσε κάπως
την πικραμένη υπεροψία της. Αυτό τη συχώρεσε στα μάτια μου.

Κ’ εκείνο τ’ άλλο — όταν ανοίξαμε κάποτε το βάζο με το πετιμέζι
και το ’βραμε μισοάδειο, (όλοι κοιτούσαν παραξενεμένοι)
μιά κοκκινίλα ανέβηκε στα μάγουλα της. Εγώ κοίταζα άλλου. Στα πα¬ράθυρα
η μέρα ήταν κάτασπρη και δύσκολη, τόσο πού ευχήθηκα μέσα μου
την τύφλωση όλων για όλα. Λίγα ανόητα τριαντάφυλλα ξεμύτιζαν
από τον κήπο ως το περβάζι. Κ’ ένιωσα, πρώτη μου φορά, πώς ο θάνατος
δεν είναι μαύρος, άλλα άσπρος — δεν μπορείς να κρυφτείς. Δυο υπηρέ¬τριες
τιμωρήθηκαν για κείνη την κλοπή. Θαρρώ πως από τότε
είχε αποφασισμένο πια το θάνατο της, — παραμόνευε, περίμενε.

Είχε τρομάξει ή ανήμπορη την αμαρτία — ποιά αμαρτία; —
γιατί τάχα αμαρτία η συμφωνία με την επιθυμία μας; Ποτέ της
δεν ήταν ή αδελφή μου τόσο ωραία, Όσο νεκρή• εγώ μόνη μου
της έβαψα έντονα τα μάγουλα (μπορεί και να θυμήθηκα
εκείνο της το ερύθημα μες στην τραπεζαρία, μπροστά στο βάζο),
της έβαψα τα χείλη βυσσινιά, και τα μάτια κατάμαυρα, τεράστια
με καμένο φελλό (ποτέ της δε βαφόταν). Της φόρεσα
πενταπλά περιδέραια να κρύψω το σημάδι του λαιμού της,
τα σκουλαρίκια εκείνα με τούς δυό γυμνούς ερωτιδείς, δαχτυλίδια, βρα¬χιόλια,
και μιά φαρδιά, χρυσή πόρπη στη ζώνη της. «Έτσι, βαμμένη, στολι¬σμένη,
είχε αποχτήσει μιά παράξενη ομοιότητα μ’ εμένα.
«Πώς μοιάζει της Ισμήνης», είπε σιγά ένα κορίτσι. Τώρα
είχε παραιτηθεί απ’ τις τρομερές της αποφάσεις, απ’ τούς ηθικούς κα¬νόνες,
απ’ όλες τις ανόητες αντρικές φιλοδοξίες και ιδεοληψίες. Πεθαμένη,
είχε γίνει επιτέλους γυναίκα.
Και πλάι της ό μνηστήρας της
γυμνός — (πώς γίνεται, με τόση ακρίβεια, μες απ’ το θάνατο,
να διακρίνουμε το κάλλος του σώματος; – ίσως
γιατί ευωδιάζαν τα πορτοκαλάνθια που τους είχαν ραντίσει)
κι αυτή η γαμήλια νεότητα, ολοκληρωμένη κι απροστάτευτη-απόρθητη-

Κανείς σχεδόν δεν πρόσεχε το λείψανο της Ευρυδίκης. Οι γυναίκες
αργούσανε πολύ να σαβανώσουν τον Αίμονα, επιμέναν
να του πλένουν προσεχτικά πάλι και πάλι ένα – ένα τα δάχτυλα
στα πόδια και στα χέρια, τις μασκάλες, τα στήθη, τα σκέλη,
κ’ η κίνηση του μαλακή (καθώς τον γύριζαν) της εγκατάλειψης,
ή μάλλον της παράδοσης, μου θύμισε κείνη τη νύχτα στον κήπο,
το μεγάλο φεγγάρι, το νερό που μ’ έβρεχε- — θα ‘θελα πάλι
να του φορέσω τα ρούχα μου, — δεν τόλμησα. Μια πεταλούδα
πορτοκαλιά με μαύρες βούλες μπήκε απ’ το παράθυρο
και στάθηκε στο φύλο του. Τότε οι γυναίκες βαλαν μονομιάς τούς θρή¬νους
και τον έντυσαν γρήγορα. Τότε έγινε στ’ αλήθεια νεκρός.

«Έξω, στο περιστύλιο, ακούστηκε ό άγριος βόγγος του Κρέοντα
κ’ ή κλαγγή του σπαθιού του υπογραμμίζοντας τη σιωπή των φρουρών του.

Αναρωτιέμαι κάποτε μήπως και γεννηθήκαμε μόνο και μόνο
για να παραδεχτούμε απλώς πως θα πεθάνουμε. Ωστόσο, στα διαλείμ¬ματα
αυτής της άδικης ερώτησης κινείται ή ζωή μας.

 

 

 

Φαίδρα (1974-1975)

 

(απόσπασμα)

Όλη μέρα
περιμένω τη νύχτα μήπως οι ίσκιοι μου αφομοιωθούν απ’ το σκοτάδι
για να μπορέσω να πιάνω λιγότερο χώρο, να κλειστώ στον πυρήνα μου, να ‘μαι σαν ένας κόκκος στάρι μες στο χώμα. Δεν τα καταφέρνω.
Οι σκιές μου δεν απορροφιούνται απ’ το σκοτάδι- αντίθετα μάλιστα
κυριεύουν ολόκληρη τη νύχτα. Και τότε
διευρύνομαι μαζί τους κ’ εγώ, απορημένη, βουβή, βυθισμένη,
μ’ όλη την επιφάνεια μου τανυσμένη απ’ την πυκνότητα του βάθους, ενώ
γυμνή ή επιθυμία μου, στίλβουσα, ολόλευκη, επιπλέει
επάνω στο σκοτάδι σαν πνιγμένη γυναίκα με κοιλιά τυμπανισμένη,
με διογκωμένο αιδοίο — μιά γυναίκα με μάτια κλεισμένα, φωτισμένη
απ’ το φεγγάρι —
όχι πνιγμένη, απλώς επιπλέουσα ανάσκελα — μιά έγκυος γυναίκα.

Και να ξανά να περιμένω πώς και πώς τη μέρα, να λαλήσουν
οι πετεινοί στους φράχτες, ν’ ακουστούν έξω στο δρόμο
τα βήματα του τροχιστή, του αγγειοπλάστη, του πλανόδιου μανάβη, του ιχθυοπώλη,
οι χτύποι των σφυριών στα μαρμαράδικα ή στα ξυλουργεία, να ξεχω¬ρίσουν
μιά-μιά οι σκιές μου για να μοιραστώ τις σκιές μου, να μην είμαι μόνη με μόνη.

Δεν τις αντέχω αυτές τις νύχτες της άνοιξης. Οι ατμοί ανεβαίνουν απ’
τη γη, πυκνώνουν,
σε πιέζουν μαλακά-μαλακά, σάρκα με σάρκα. Ένα φρικίασμα
διατρέχει τον αέρα, περνάει απ’ τη μιά κάμαρα στην άλλη εισδύει
στο τρίτο δωμάτιο, το ρόδινο, εκεί πού κοιμάσαι. Οι οπλές των άλογων χτυπούν στον υπαίθριο σταύλο — ίσως κ’ εκείνο
το ολόλευκο άλογο πού σου ‘λεγα — τώρα κουτσό (δε διακρίνω
τέταρτο χτύπο) —
τί λόγια αποσιωπημένα ακούγονται, τί κραυγές κρατημένες,
ήχοι από αυλούς, κιθάρες, άστρα. Ένα μονό κουπί στο νερό —
αυτό πού με σκάβει
σε ισόχρονα διαστήματα, ως το σπασμό της ηδονής και πιο πέρα
ως τον καινούργιο σπασμό και τον άλλον — ανεξάντλητος.

Και τα σεντόνια μουσκεμένα από νερά χλιαρά, σπέρμα κ’ ίδρωτα,
και τα φορέματα, τα εσώρουχα, ριγμένα στο πάτωμα χάμω
και τ’ άλλα μέσα στα σεντούκια ή στις ντουλάπες συσπασμένα να
στάζουν, να στάζουν
μικρές σταλαματιές πού αμέσως πήζουν, κρυσταλλώνουν, σταλαχτίτες,
σταλαγμίτες
σε βαθιά σπήλαια μέσα μας — περίεργα γυάλινα δάση,
γυάλινα αγάλματα πουλιών, ανθρώπων, δέντρων, ζώων,
γυάλινα ερωτικά συμπλέγματα σέ μιαν υπόγεια, πυρετική υγρασία.

Καμιά φορά περνάει συρτά μιά πράσινη σαύρα από κει μέσα
με μάτια ξαφνικά μεγαλωμένα — καταπράσινα μάτια
αφήνοντας μιά πράσινη ανταύγεια στα υπόλευκα κρύσταλλα
στους κάθετους, θαμπούς, στενόμακρους καθρέφτες. Ή σαύρα
παρατηρεί με αμήχανη έκσταση, με μιά καχύποπτη προφύλαξη, και μένει
ασάλευτη, μαρμαρωμένη, χάνοντας το πράσινο χρώμα της. Άλλοτε πάλι

ένα έντομο μαύρο, στρογγυλό, ξετρυπώνει απροσδόκητα από κάπου
με τα φτερά του μαζεμένα κάτω απ’ το σκληρό του κέλυφος ψαύει
με χίλια λεπτεπίλεπτα πόδια τη γλιστερή επιφάνεια
δεν προχωρεί στέκεται εκεί — ένα μαύρο μάτι
όχι τυφλού, — ένα μάτι βγαλμένο, αποκομμένο
απ’ τα προσωπικά του νεύρα — ένα μάτι
καμπύλο, πανεποπτικό.
Στέκεται, ορά, αποτρέπει — ένας κόμπος
όπως αυτός στο λαιμό, πού σ’ εμποδίζει νά μιλήσεις,
πού σ’ εμποδίζει και να δεις, — ένα κάτι
σαν καρδιακή συγκοπή• — κ’ είναι το τέλος πού βλέπει το τέλος.

 

 

 

Όταν έρχεται ο ξένος

(αποσπάσματα)

Την ώρα που μέναμε κλεισμένοι στη μεγάλη κάμαρα με τους σκεπασμέ- νους καθρέφτες, ήρθε Εκείνος, ακάλεστος, ξένος – τι ζητούσε; Εμείς δε θέλαμε να δούμε, ν’ ακούσουμε, να τον αναγνωρίσουμε. Το σκονισμένο του ρούχο ελεητικό – δε ζητούσαμε εμείς ευσπλαχνία – τα λιωμένα παπούτσια του απαιτούσαν συμπάθεια, – δεν είχαμε εμείς να δώσουμε τίποτα – ξένος, ακάλεστος, αμέτοχος στη λύπη μας, ήρθε να λυπηθεί εμάς, πίσω απ’ τα σκονισμένα γένεια του τρεμόφεγγαν τ’ αστέρια του χαμόγελου μ’ αυτή την αυταρέσκεια της επιείκειας, με τη συγκατάνευση της αρχαίας δοκιμασίας του, σα ναλέγε: «Κι αυτό θα περάσει», όπως οι κεντημένες μπάντες στους τοίχους των παλιών σπιτιών σμίγοντας μια νοικοκυρίστικη σοφία με πολλά παράταιρα μεταξωτά λουλούδια τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα, πανσέδες (όχι μενεξέδες) κ’ οι κορδέλες ολόγυρα οι κεντημένες κίτρινες. Τι ήθελε;
Κι αν έχουμε δε θέλουμε να δώσουμε τίποτα. Ας μας αφήσουν επιτέλους στο σεπτό σεβάσμιο πένθος μας, στο θάνατό μας, στην περιφάνεια μας να μη δειλιάζουμε μπροστά στις σκιές των πρα- γμάτων, να μας αφήσουν να εξαντλήσουμε τη στάση της γονυκλησίας μας, ακούγοντας παρήγορο τον ξυλοφάγο στις γωνιές της σιωπής. Να φύγει είπαμε, ξένος, ακάλεστος, ύπουλος, – υποκρινόταν το φτωχό για να πιστέψουμε στον πλούτο μας, να μη μας ταπεινώσει, να μας δωροδοκήσει με την ορφάνεια του, με την αχάμνια του (έδειχνε κιόλας τα γυμνά πλευρά του, το φαρδύ του στέρνο) για ν’ αποσπάσει από μας ένα χαμόγελο πάλι, μια νέα μαρτυρία ζωής. …………………………………………………………………….
Έξω απ’ το παράθυρο φωτίζονταν ο αντικρινός τοίχος κάτασπρος με το διαγώνιο ήλιο, τραβούσε το βλέμμα, τραβούσε την ακοή, δεν ακούγαμε το ίδιο μας το κλάμα. Εκείνα που χάσαμε και χάνουμε, έλεγε, εκείνα που έρχονται, προπάντων εκείνα που φτιάχνουμε, είναι δικά μας, μπορούμε να τα δώσουμε, – έτσι έλεγε – ακάλεστος, ξένος, απαράδεχτος, κι είταν τα λόγια του σα μια σειρά σταμνιά σε νησιώτικα παράθυρα γερά, καλόκαρδα σταμνιά, ιδρωμένα, θυμίζοντας το δροσερό νερό σε νεανικά στόματα κι ας αρνιόμαστε το νερό και τη δίψα μας – θυμίζανε, ή τις γλάστρες με τα βασιλικά, τα γεράνια, την αρμπαρόριζα, την ώρα που βραδιάζει και γυρίζουν τα ζώα απ’ τη βοσκή κι ο χρόνος είναι μαλακός κι απέραντος, διακεκομμένος μόνο απ’ τα κου- δούνια των προβάτων -διάφορα μέταλλα, διάφοροι ήχοι, διάφορη απόσταση, πιστοποιώντας την απεραντοσύνη σε κάθε κατεύθυνση μπροστά ή πίσω, απ’ τονα ή τ’ άλλο πλάι, πάνω ή κάτω.
Η στιγμή δεν ήταν πια ένα κλείσιμο μα το κέντρο μιας έκτασης μ’ άπειρη περιφέρεια πέρα απ’ τα βουνά και τον ορίζοντα, πίσω απ’ το χτες και το αύριο, πέρα απ’ το χρόνο, σ’ όλο το χρόνο τον πεθαμένο και τον αγέννητο, πάνω απ’ τον καπνό των βραδινών καπνοδόχων που μοσκοβολούσε ταπεινότητα, καρτερία, μετριοπάθεια, πέρα, πάνω απ’ τους λύχνους που ανάβαν πριν απ’ τ’ άστρα, πάνω απ’ τ’ άστρα πού άναβαν πριν απ’ την προσοχή μας και τη γνώση μας –
Ευτυχισμένα τ’ άστρα, πράα, ευοίωνα, δίχως καθόλου προαίσθημα θανάτου, δίχως καθόλου θάνατο. …………………………………………………………………….
Όλα δικά μας, – είπε ο Ξένος. Όλα του κόσμου τούτου – και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα μας χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε – συνεχίζουμε τη ζωή τους απ’ τις βαθιές στοές και τις έρημες ρίζες, τη δική τους ζωή, τη δική μας ακέρια μες στον ήλιο. Τότε ακριβώς είναι που γίνεται μια μεγάλη ησυχία, μια μεγάλη διφάνεια, διακρίνονται πέρα τα γαλανά νησιά και τα νησίδια που ποτέ ως τότε δε φάνηκαν κι ακούγεται ευδιάκριτα η χορωδία των μικρών κοριτσιών απ’ την αντί- πέρα όχθη των μικρών κοριτσιών που φύγανε νωρίς, αφήνοντας μισοτελειωμένη την πρώτη τους συνομιλία με μια μαργαρίτα.
Σας έλεγα, λοιπόν, πως δεν υπάρχει ο θάνατος, – τελείωσε ο Ξένος ήμερα, απλά, τόσο που εμείς χαμογελάσαμε χωρίς δισταγμό, δε φοβηθήκαμε τους σκεπασμένους καθρέφτες. Ενας τρίγωνος ήλιος στον απέναντι τοίχο είχε επιμηκυνθεί, φωτιζόταν ολόκληρο το βορινό δωμάτιο από μια μόνιμη αντανάκλαση. Μας πήρε το άρωμα από βουνά καρπών που ξεφόρτωναν στα μανάβικα. Ακούσαμε τους χτύπους στο γειτονικό σιδεράδικο και τα τραμ που έστριβαν δίπλα στα κρεοπωλεία.
Είχαμε την ισόρροπη αίσθηση μιας αφάνταστης ειρηικής συγκομιδής από μεγάλες, τετράδιπλες, ζαχαρωμένες ντομάτες, τοποθετημένες με προσοχή και τάξη σε ορθογώνια καφάσια που μεταφέρονταν απ’ τις αγροτικές περιοχές ίσα στις αγορές των πόλεων και στα πολύ- βουα λιμάνια. Πελώρια αυτοκίνητα τρέχαν στους ηλιόλουστους δρόμους σα μυστικά, ολοπόρφυρα βουνά. Σηκωθήκαμε, ξεσκεπάσαμε τους καθρέφτες, κοιταχτήκαμε, κι ήμασταν νέοι πριν από χιλιάδες χρόνια, νέοι ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια, γιατί ο χρόνος κι ο ήλιος έχουν την ίδια ηλικία – την ηλικία μας, κι αυτό το φως δεν ήτανε καθόλου αντικατοπτρισμός μα το δικό μας φως φιλτραρισμένο μέσα απ’ όλους τους θανάτους.
Κι αυτός ο Ξένος ήταν πιο δικός μας…………..

 

 

 

Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1968-1970)

 

1. Αναβάφτιση

 

Λόγια φτωχά βαφτίζονται στην πίκρα και στο κλάημα
βγάζουν φτερά και πέτονται πουλιά και κελαηδάνε

Και κειός ο λόγος ο κρυφός της λευτεριάς ο λόγος
αντίς φτερά βγάζει σπαθιά και σκίζει τους αγέρες

 

 

2. Κουβέντα με ένα λουλούδι

 

Κυκλάμινο-κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα
πού βρήκες χρώματα κι ανθείς πού μίσχο και σαλεύεις

Μέσα στο βράχο σύναξα το γαίμα στάλα-στάλα
μαντήλι ρόδινο έπλεξα κι ήλιο μαζεύω τώρα

 

 

3. Καρτέρεμα

 

Έτσι με το καρτέρεμα μεγάλωσαν οι νύχτες
που το τραγούδι ρίζωσε και ψήλωσε σαν δέντρο

Κι αυτοί μες απ’ τα σίδερα κι αυτοί μακριά στα ξένα
κάνουν πικρό να βγάλουν το «αχ» και βγαίνει φύλλο λεύκας

 

 

4. Λαός

 

Μικρός λαός και πολεμά δίχως σπαθιά και βόλια
για όλου του κόσμου το ψωμί το φως και το τραγούδι

Κάτω απ’ τη γλώσσα του κρατεί τους βόγγους και τα ζήτω
κι αν κάνει πως τα τραγουδεί ραγίζουν τα λιθάρια

 

 

5. Μνημόσυνο

 

Στη μια γωνιά στέκει ο παππούς στην άλλη δέκα εγγόνια
και στο τραπέζι εννιά κεριά μπηγμένα στο καρβέλι

Μάνες τραβάνε τα μαλλιά και τα παιδιά σωπαίνουν
κι απ’ το φεγγίτη η Λευτεριά τηρά κι αναστενάζει

 

 

6. Αυγή

 

Λιόχαρη Μεγαλόχαρη της άνοιξης αυγούλα
και που ‘χει μάτια να σε ιδεί να σε καλωσορίσει

Δυο κάρβουνα στο θυμιατό και δυο κουκιά λιβάνι
κι ένας σταυρός από καπνιά στ’ ανώφλι της πατρίδας

 

 

7. Δε φτάνει

 

Σεμνός και λιγομίλητος εθαύμαζε την πλάση
κι η σπάθα τον κεραύνωσε κι ως λιόντας εβρυχήθη

Τώρα δε φτάνει του η φωνή δε φτάνει του η κατάρα
για να λαλήσει το σωστό του πρέπει καριοφίλι

 

 

8. Πράσινη μέρα

 

Πράσινη μέρα λιόβολη καλή πλαγιά σπαρμένη
κουδούνια και βελάσματα μυρτιές και παπαρούνες

Η κόρη πλέκει τα προικιά κι ο νιος πλέκει καλάθια
και τα τραγιά γιαλό-γιαλό βοσκάνε τ’ άσπρο αλάτι

 

 

9. Συλλείτουργο

 

Κάτω απ’ τις λεύκες συντροφιά πουλιά και καπετάνιοι
συλλείτουργο αρχινήσανε με τον καινούργιο Μάη

Τα φύλλα φέγγουνε κεριά στ’ αλώνι της πατρίδας
κι ένας αϊτός από ψηλά διαβάζει το Βαγγέλιο

 

 

10. Το νερό

 

Του βράχου λιγοστό νερό απ’ τη σιωπή αγιασμένο
απ’ το καρτέρι του πουλιού τη σκιά της πικροδάφνης

Κρυφά το πίνει η κλεφτουριά και το λαιμό σηκώνει
σαν το σπουργίτι και βλογά τη φτωχομάνα Ελλάδα

 

 

11. Το κυκλάμινο

 

Μικρό πουλί τριανταφυλλί δεμένο με κλωστίτσα
με τα σγουρά φτεράκια του στον ήλιο πεταρίζει

Κι αν το τηράξεις μια φορά θα σου χαμογελάσει
κι αν το τηράξεις δυο και τρεις θ’ αρχίσεις το τραγούδι

 

 

12. Λιγνά Κορίτσια

 

Λιγνά κορίτσια στο γιαλό μαζεύουνε τ’ αλάτι
σκυφτά πολύ, πικρά πολύ – το πέλαο δεν το βλέπουν

Κ’ ένα πανί, λευκό πανί, τους γνέφει στο γαλάζιο
κι απ’ το που δεν το αγνάντεψαν μαυρίζει απ’ τον καημό του

 

 

13. Τ’ άσπρο ξωκλήσι

 

Τ’ άσπρο ξωκλήσι στην πλαγιά κατάγναντα στον ήλιο
πυροβολεί με το μικρό στενό παράθυρό του

Και την καμπάνα του αψηλά στον πλάτανο δεμένη
την εκουρντίζει ολονυχτίς για του Αη Λαού τη σκόλη

 

 

14. Επιτύμβιο

 

Το παλικάρι που ‘πεσε με ορθή την κεφαλή του
δεν το σκεπάζει η γης ογρή σκουλήκι δεν τ’ αγγίζει

Φτερό στη ράχη του ο σταυρός κι όλο χυμάει τ’ αψήλου
και σμίγει τους τρανούς αϊτούς και τους χρυσούς αγγέλους

 

 

15. Εδώ το φως

 

Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει
μηδέ αλυσίδα στου Ρωμιού και στου αγεριού το πόδι

Εδώ το φως εδώ ο γιαλός χρυσές γαλάζιες γλώσσες
στα βράχια ελάφια πελεκάν τα σίδερα μασάνε

 

 

16. Το χτίσιμο

 

Το σπίτι αυτό πώς θα χτιστεί τις πόρτες ποιος θα βάλει
που ‘ναι τα χέρια λιγοστά κι ασήκωτες οι πέτρες

Σώπα τα χέρια στη δουλειά τρανεύουν κι αυγαταίνουν
και μην ξεχνάς ολονυχτίς βοηθάν κι οι αποθαμένοι

 

 

17. Ο ταμένος

 

Εδώ σωπαίνουν τα πουλιά σωπαίνουν κι οι καμπάνες
σωπαίνει κι ο πικρός Ρωμιός μαζί με τους νεκρούς του

Και άπα στην πέτρα της σιωπής τα νύχια του ακονίζει
μονάχος κι αβοήθητος της λευτεριάς ταμένος

 

 

18. Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις

 

Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκκαλο με το λουρί στο σβέρκο

Να τη πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου.

 

 

 

Γκραγκάντα (1972)

 

Γκραγκάντα

(απόσπασμα)

4.
ΠΩΣ ΕΓΙΝΑΝ — είπε — με τον καιρό για σένα οι άνθρωποι —
ύποπτοι, μακρινοί ψηφοφόροι σ’ ένα αόριστο μέλλον,
αυτό μονάχα κι ούτε αυτό ούτε ψηφοφόροι
και τότε ακόμη πού μπορούσες να πιστέψεις
στο ελάχιστο άχυρο φυλαγμένο στη μασκάλη του πελαργού,
μονάχα ψηφοφόροι κι ούτε — χαμένοι κ’ οι ψήφοι.

Αυτό πού στέκεται όρθιο, αυτό πού κρέμεται ανάποδα,
το ανάποδο κεφάλι, το ανάποδο ποτήρι,
γρατζούνισμα στο τζάμι με το νύχι του γέρου,
βαριά φορτία χωρίς βάρος —
τα τελευταία σαλιγκάρια ανηφορίζουν τον απέναντι τοίχο
πάνω ακριβώς απ’ τη φωνή του γαλατά σ’ ώρα απογεύματος
κ’ ή γριά τυλίγει με τις κομμένες κλωστές από παλιά ραψίματα
ένα δικό της άστρο, μιαν αράχνη ή το στεγνό τζιτζίκι.

Έχουν ακόμη πόδια τα όνειρα — λέει — τ’ ακούς στο πάνω πάτωμα
με το μεγάλο καναπέ παρατημένο σαν καράβι στη μέση της νύχτας,
αναποδογυρίζεις το σιδερένιο κουτί, πέφτουν τα κουμπιά, κυλάνε, Όλα γίνονται κατά λάθος, αναγνωρίζονται κατά λάθος, μένουν
μισοφτιαγμένα κατά λάθος,
ξένοι χτυπούν τα ρόπτρα σ’ όλες τις πόρτες, νύχτα, μεθυσμένοι,
ξυπνούν οι ένοικοι, σκύβουν απ’ τα παράθυρα κανείς δεν είναι
κανείς δεν ήταν ποτέ — τι φοβάσαι; τι έχεις; τι θα χάσεις;
μονάχα η νύχτα μόνη με χιλιάδες αποστρατευμένα κλειδιά
από βαλίτσες, κασέλες, χρηματοκιβώτια, αποθήκες, φέρετρα,
ακατοίκητα σπίτια,
χιλιάδες και χιλιάδες κλειδιά, απεριόριστο πλήθος, απεριόριστοι
κρότοι,
αυτό το απεριόριστο πού σταματάει τούς ναύτες με τη ράχη γυρισμένη στη βιτρίνα γυναικείων εσώρουχων
κι ο νεκροθάφτης πού κατουράει στη μάντρα ξεχνάει να κατουρήσει σηκώνει το κεφάλι, κοιτάει, στήνει τ’ αυτί, αφουγκράζεται
ψάχνει στην τσέπη του για το δικό του κλειδί — δεν το βρίσκει
κι άξαφνα κατεβάζουν απ’ το φορτηγό μιαν άγκυρα
την κουβαλάνε οι πέντε δύτες στο διανυκτερεύον φαρμακείο
ο πέμπτος έχει δεμένο στο λαιμό του ένα κόκκινο μαντίλι
ο μέσα γλόμπος είναι πράσινος
το κόκκινο και το πράσινο είναι 1 και 2
αντίθετα, συνεννοημένα, προδοτικά, αυστηρά, ανεξέλεγκτα
1 και 2 ή 1 και 1, δεν ξέρεις ποιό είναι πρώτο,
ποιά η άδεια, ποια η απαγόρευση,
και η άδεια: απαγόρευση — παραχωρημένη, προσταγμένη.

θυμάσαι το χορτάρι, το αίμα, το ποτάμι, τη συνουσία,
την είσοδο, την έξοδο — ο μεγάλος κόκκινος φαλλός,
η δαγκωμένη γυναίκα, ο νιπτήρας, ο στενός καθρέφτης,
η λεκάνη με το ζεστό νερό που ανέβαζε απ’ την ξύλινη σκάλα η άλλη γυναίκα
η τρίτη γυναίκα ήταν πεθαμένη με τα ρούχα της μες στο μπαούλο με ναφθαλίνη
μαζί κ’ οι φωτογραφίες της κ’ ένα ζευγάρι καφετιά σκαρπίνια,

Τ’ αναστημένα ψάρια στριφογύριζαν ψηλά στους φανοστάτες
οι ομπρέλες ήταν αφημένες στη σοφίτα με τη σκισμένη κουρτίνα
η μια γαλότσα με ξεραμένη λάσπη. Εδώ — είπε –
τα ποντίκια είναι ελεύθερα, κυλούν τις κουβαρίστρες, τρώνε τις καρέκλες
εγώ είμαι ψηλός, εσύ κοντός — λέει —
η γη είναι στρογγυλή, το μηδέν στρογγυλό — είπε —
ή ο κύκλος του χορού από κορίτσια με άσπρα φορέματα και γαλάζια μαλλιά—
τι πονηριές μας ξεγελάσανε, πώς αντιστρέψαμε τα πράγματα, τα
γάντια καπέλα —
είμαστε όμοιοι λοιπόν, το ίδιο ελεύθεροι — λέει — μες στη φθορά μας
μες στο διαφορετικό μας θάνατο — τον ένα,
αυτός φτερνίζεται, αυτός βήχει, αυτός τραγουδάει,
το Ίδιο πεθαίνουμε όλοι
στη σκάφη, στο χρηματιστήριο, στο καμπαναριό, στο ρίζωνα,
πουλιά μου, καράβια μου, σκοινένιες σκάλες μου — είπε —
το ψόφιο σκυλί στο πηγάδι μαζί με το ρολόι τού χεριού μου. Εγώ

μάζεψα πούπουλα απ’ τις κότες, απ’ τις χήνες, απ’ τους αητούς,
απ’ τα σπουργίτια,
έφτιαξα φτερά, τα δοκίμασα γυμνός μπροστά στον καθρέφτη του
υπνοδωματίου,
τα φόρεσα τις αποκριές, τα φόρεσα στο θέατρο,
έπαιξα τον αγγελιαφόρο, τον άγγελο, τον αρχάγγελο,
κατέβηκα, ανέβηκα πραγματικά, δεμένος με γερό σκοινί απ’ τη
μέση —
ό θόρυβος απ’ τις τροχαλίες σχεδόν δεν ακουγόταν
τις κινήσεις των φτερών καλά τις μιμήθηκα
ολόκληρη την πτήση τη μιμήθηκα πλάι σ’ ένα χάρτινο φεγγάρι
με χειροκρότησαν αρκετά — δεν τ’ αρνιέμαι — παράπονο δεν έχω —

Γυρίζοντας μόνος με τα πόδια σπίτι μου περασμένα μεσάνυχτα άκουσα τον ασπιδωτό θόρυβο απ’ τα κλειστά σιδηρουργεία
το παλιό φυσερό το ‘χαν έξω στο δρόμο, κοντοστάθηκα,
δοκίμασα να παίξω αρμόνιο, εκεί στο δρόμο,
ξέροντας πώς η μουσική έχει περάσει ανάμεσα στο πυρωμένο σίδερο αλλά με κοίταξε η βαμμένη γυναίκα — και δεν έπαιξα —
αυτή είχε δει πώς τα φτερά μου είναι ψεύτικα —
απ’ την πολλή απελπισία είχε αγγίξει την αδιαφορία εκείνη
πού θα μπορούσε να μου το πει κατάμουτρα κ ήξερε
πως το σκοινί που με σήκωνε απ’ τη μέση ήταν το ίδιο σκοινί του κρεμασμένου
δε μίλησε διόλου δε με κοίταξε άπλωσε το χέρι της
και μου δώσε λίγα στραγάλια ιδρωμένα απ’ τη φούχτα της. «Εγώ
δεν μπορώ — λέει — να τα μασήσω- έχω μασέλες».
«Κ’ εγώ το ίδιο», της είπα.

Βγάλαμε τις μασέλες μας
και τις κοιτούσαμε στο φεγγάρι- κοιταχτήκαμε χαμογελάσαμε γελάσαμε, γελάσαμε πολύ στο Σταθμό σκύβαμε ως κάτω απ’ τα γέλια
γελούσε μαζί μας κι ο Σταθμάρχης. Φτάσαμε σπίτι, πλαγιάσαμε
κάναμε αμίλητοι έρωτα, δεύτερη, τρίτη φορά,
ωραία, βαθιά, απροσποίητα, πιο μέσα απ’ το χρόνο, πιο κάτω απ’
το θάνατο. Τα χαράματα
ντύθηκε κ’ έκανε να φύγει. Μια στιγμή πισωγύρισε,
μου ανέβασε στους ώμους το σεντόνι. «Εγώ το ξέρω — μουρμούρισε
στ’ αυτί μου —
τα φτερά σου είναι αληθινά- μη μου το κρύβεις εμένα
το φέρετρο πρέπει να ‘ναι μεγάλο, να χωράει και τα φτερά σου.
Κοιμήσου». Βγήκε απ’ την πόρτα,

κ’ η πόρτα ήταν πολύ αποσταμένη όπως η μητρική φωνή «κοιμήσου»
κι όλα ήταν πολύ αποσταμένα. Η αυγή σταχτιά-τριανταφυλλένια
χνώτιζε τα τζάμια
και το μικρό μπαλκόνι της Μαρίας με τις τέσσερις γλάστρες
κρεμόταν μες στη φούχτα τ’ ουρανού. Στη σκάλα του Ταχυδρομείου
θα συναντούσαμε πάλι
κείνη τη γάτα με το ξεθωριασμένο τρίχωμα κολλημένο με την ψαρόκολλα των μοχθηρών παιδιών
την ίδια γάτα, καθισμένη κοντά στη χελώνα, πλάι-πλάι, παρέα οι
δυό τους, καταμόναχες,
με τις πολύ μεγαλύτερες, πολύ πιο διάφανες πρωινές σκιές τους
την ώρα πού τα βαρέλια μέσα στα υπόγεια αισθάνονται εγκαταλειμμένα απ’ όλους
κι ο μαθητευόμενος ξυλουργός περιμένει μπρος στην κλεισμένη πόρτα του ξυλουργείου
εκεί που ετοιμάζουν τις μεγάλες ντουλάπες με τους εσωτερικούς καθρέφτες
να καθρεφτίζονται στα σκοτεινά τ’ άδεια ρούχα, απαλλαγμένα απ ‘ τα σώματα
διατηρώντας τη μυρωδιά του ιδρώτα και το ύφος του σώματος
σαν κέλυφος παλιού τζιτζικιού φαγωμένου απ’ τα μερμήγκια κι
από αόρατα έντομα,
εκεί που φτιάχνουν τα μεγάλα φέρετρα για να χωρούν και τα φτερά σου.

Κι άκουγες κείνα τα στραγάλια να πέφτουν ένα – ένα στο ποτάμι.

 

 

 

Ύμνος και θρήνος για τη Κύπρο (1974)

 

Ι

Νησί πικρό, νησί γλυκό, νησί τυραγνισμένο,
κάνω τον πόνο σου να πω και προσκυνώ και μένω.

Εσύ της θάλασσας ρυθμός, ολάνθιστο κλωνάρι,
πώς σου μαδήσαν τ’ άνθια σου διπλοί, τριπλοί βαρβάροι.

Τι Θλιβερά που σεργιανάν τριγύρω σου τα ψάρια, —
κι οι αντίχριστοι να παίζουνε την τύχη σου στα ζάρια.

Κουράγιο, μικροκόρη μας, πού μας εγίνεις μάνα,
ύμνος και θρήνος της ζωής κι ανάστασης καμπάνα.

 

 

II

Χρυσή, λιανότρεμη χορδή, στον αέρα τεντωμένη,
χαμόγελα κελάηδαγες μέσα στην οικουμένη.

Και τώρα πώς σε τύλιξαν ματόβρεχτο κουβάρι —
ή οργή μας μες στο δάκρυ μας μαχαίρι στο θηκάρι.

Κι εκείνη ή άμωμη μορφή, πού εψαλμωδούσε τ’ άγια,
χιλιάδες βόλια δέχτηκεν αντίς δάφνες και βάγια.

Κι από μακριά το πατρικό, το μέγα χέρι υψώνει
και το κατάμαυρο ψωμί της προσφυγιάς σταυρώνει.

 

 

III

Το δάκρυ κράτησέ το ορθό, κράτησε ορθό και το αίμα
μη σου θολώσει την καρδιά της αρνησιάς το ρέμα.

Τούτο το φώς δεν κρύβεται, φεγγοβολάει και δείχνει
μέσα στην πιο βαθιά νυχτιά των δολοφόνων τα ίχνη.

Τούτο το φώς δεν σώνεται, σπαθί δεν το θερίζει•
ραντίστε τούς ωραίους νεκρούς με ανθόφυλλα και ρύζι.

Κι απέ στεριώστε τη γροθιά στου κόσμου το τραπέζι•
δω πέρα ο δίκαιος θα κριθεί κι αυτός που κρυφοπαίζει.

 

 

IV
Πόσοι νεκροί, πόσοι γυμνοί, θλιμμένοι, αποδιωγμένοι,
αντάμα αντάμα πορπατάν τις νύχτες αγριεμένοι.

Αχ, οι νεκροί μας δε χωράν στο χώμα και στο κλάμα•
ψυχή Κάι σώμα βάλανε στον άγιο αγώνα τάμα.

Και κοντοστέκουν μια στιγμή, κι έτσι σκυμμένοι — δες τους —
βγάζουν με τα δαχτύλια τους τί βόλια απ’ τις πληγές τους,

Κι ορθοί ξανά και δυνατοί πατάν το θάνατο τους
και στον αγώνα ρίχνονται πιο πρώτοι κι απ’ τούς πρώτους.

 

 

V

Αρχαίο νησί και νέο νησί, νησί των μαρτυρίων,
το αιώνιο φώς σου μάτωσε στα δόντια των θηρίων.

Δώστε τον όρκο, αδέλφια μου, καταμεσής στην πλάση
τ’ άδικο πια να δικαστεί, το δίκιο να γιορτάσει.

Κι ή Δόξα, στην ολόμαυρη πού περπατούσε ράχη,
τη Λευτεριά και τη Χαρά για συντροφιά της να ‘χει.

Κουράγιο, μικροκόρη μας, που μας εγίνεις μάνα,
ύμνος και θρήνος της ζωής κι ανάστασης καμπάνα.

Καρλόβασι Σάμου, 20.VIII. 74

 

 

 

Χάρτινα (1974)

 

Σειρά πρώτη

Βγάλε τα χέρια σου απ τις τσέπες.
Στάσου ίσος.
Τ’ άγαλμα σου το ‘κρυψες
μέσα στη βαθιά ντουλάπα
έτσι να μη φαίνεται
πώς το μιμείσαι.

Χρώματα είπες;
Χρώματα ναι.
Όνειρο
με τις σχισμές στο στόμα
με τον καθρέφτη βυθισμένο
στο σβησμένο φώς.

***

Δεν έχουν νόημα πια οι λέξεις
όταν πέφτει το νερό απ’ τα κάτω προς τα πάνω
όταν ό μικρός μοτοσικλετιστής
στριφογυρνά μες στο μεγάλο βαρέλι
με τα μαλλιά του δεμένα μ’ ένα σπάγκο.

Οι γυναίκες ζύμωναν ψωμί.
Πέρασε ο τζαμάς.
Δεν τον είδαν.
Φύσαγε ο αγέρας.
Έφραξαν τις τρύπες με ζυμάρι
έφραξαν τις τρύπες μην τις δουν.

Πιο αυστηρά πιο αυστηρά
σε μαύρο,
με το σταυρό κρεμασμένο
στο λαιμό
με το φτερό
κρυμμένο στην κωλότσεπη
μαζί με την τσατσάρα.

***

Δε στοιχίζει τίποτα
λίγο ακόμα ψέμα.
Όλα συχωρνιούνται
όταν ανασαίνεις
δίχως να το θέλεις —
τ’ αδειανό καλάθι
το γυαλένιο στέμμα.

Τα παλιά μας παράσημα
δεν ταιριάζουν καθόλου
με τη μικρή μας σύνταξη.
Λέμε να τα επιστρέψουμε
ή να τα θάψουμε
πριν από μας.

***

Είδε μακριά το θόλο.
Τάχυνε το βήμα.
Είχε ξεχάσει μέσα του
την προσευχή.
Στάθηκε στο δέντρο κι έκλαψε.
Να τον έβλεπε τουλάχιστο
το τυφλό σκυλί.

Εδώ είναι ό αποσπερίτης.
Εδώ είμαι εγώ.
Ανάμεσα μας τίποτα.

Η δόξα
είναι το δεύτερο παιδί
της μοναξιάς.

***

 

 

 

Σειρά δεύτερη

 

Με το σώμα
κολλημένο στον τοίχο
με τη μαχαιριά στον κρόταφο
σφίγγοντας το αόρατο
στο λαιμό
πιο πολύ πιο βαθιά —
το δαχτυλίδι στον δεξιό παράμεσο
σ’ εμποδίζει
ν’ αγγίξεις την πηγή.

Ευωδιές λεϊμονάνθι
όχι απ’ τους κήπους
απ’ το ναό.
Η τραγιάσκα του Χρίστου
στη μασκάλη του έργάτη
ψηλά
στη μαρμάρινη σκάλα
ματωμένη.
Το ‘δες κι εσύ.
Πώς έγινε λοιπόν;

***
Το μαχαίρι η κραυγή
ο υπόγειος σταθμός
η μεγάλη κίτρινη αφίσα
κι ό έρωτας — είπες — ο έρωτας.
Το καπέλο του τυφλού στις ράγιες
κι ο καπνός του τραίνου
φεύγοντας προς το μέρος
όπου κοιτούν οι πικραμένοι.
Ποιος θα μας θυμηθεί;

***
Τις είδες στο πάτωμα
τις στάλες της λαδομπογιάς
στεγνές μαυρισμένες.
Τις στάλες το κερί στο νιπτήρα.
Η πόρτα δεν ήταν βαμμένη.
Οι νεκροί λείπαν.
Το ίδιο κι εμείς.
Ώ φιλήδονο βράδυ
ατελέσφορη δόξα.

***

 

 

Σειρά τρίτη

 

Κάτι ζητάει ν’ αποφύγει.
Φοράει πάλι τα γυαλιά του
όπως αυτός πού δε θέλει να δει.
Ποιά μοίρα τάχατε η χειρότερη; »
εκείνου πού βλέπει;
εκείνου που δε βλέπει;
Μες στο πηγάδι έχουμε ρίξει
τον φύλακα άγγελο μας
την πιο γυμνή μας φωνή.

Όλο το σπίτι ρημαγμένο
σωρός τα ξύλα οι γύψοι ου πέτρες.
Έμεινε μόνο η πινακίδα
ενοικιάζεται
η σιδερένια σκάλα της υπηρεσίας
το ξύλινο παιδιάστικο άλογο.
Μέσα στο κούφωμα του άλογου
έχει κρύψει
τα καλλιγραφημένα του χειρόγραφα
ο τελευταίος πρίγκιπας της δυναστείας.

***

Πριν απ’ τη γνώση και τη θέληση
η σιωπηλή βεβαιότητα
της τελικής γενικής συμφωνίας.
Έκοψε το ψωμί στα γόνατά του
δείπνησε μόνος.
Σκούπισε με το χέρι του τα χείλη του
έκανε το σταυρό του.
Στον τοίχο ανέβαιναν τα σαλιγκάρια.
Έξω απ’ τα παράθυρα του
ένα μεγάλο αμετανόητο φεγγάρι
κι οι δυό μικροί τραγουδιστές.

Όλα έγιναν — είπε — κατά λάθος.
Αλάθευτοι μονάχα εμείς
με τα επιχρυσωμένα μας βραχιόλια
στα χέρια και στα πόδια
γυμνοί
μη γνωρίζοντας
μήτε το σιδερά μήτε το χρυσοχόο.
(Αλήθεια μη γνωρίζοντας?)
Πάντως αυτόν που ρώτησε
δεν τον γνωρίζαμε.

 

 

 

Το υστερόγραφο της δόξας (1945)

 

στον Άρη

Ι
Άρη
Στα βουνά
πάνου ψηλά
τ’ άλογα
ο καλπασμός σου
Ζήτω.

Άρη
τ’ όνομα σου
η σάλπιγγα
η ανηφόρα της ψυχής σου
ψηλά-ψηλά
-που πας
αγγόνι του Κολοκοτρώνη;

Άρη
ρωμιέ λεβέντη
ασίκη της παλικαριάς
οι Άγγελοι σε παράταξη
δείχνουν όπλα
καθώς ανεβαίνεις.

Άρη
τα δέντρα κλαίνε
κλαίνε τα βουνά
κλαιν τα ποτάμια μας
νυχτώνει ο ίσκιος τους κάμπους
νυχτώνει τον αγέρα
γδέρνει τα στήθια της η Ελλάδα
δέρνεται η Λευτεριά
η Λευτεριά η μητέρα σου
που σου κανάκιζε τα γένια
στον ίσκιο του πλάτανου.

Άρη
σε κλαιν τ’ άλογα
κλαιν τ’ αρνιά
κλαιν τα τρυγόνια
σε κλαίει κι ο Χάρος δίχως να τον βλέπεις
καθώς σε πάει καβάλα στο φαρί του
εσύ μπροστά στη σέλα πάνου
και κείνος πίσω στα καπούλια.

Άρης Βελουχιώτης

 

 

IV

Ω ΤΙ ΤΣΟΥΒΑΛΙΑ ονείρατα κουβάλησες πάνου στη ράχη σου από το ‘να στ’ άλλο κορφοβούνι
από πέτρα σε πέτρα κι από δέντρο σε φως κι από χιόνι σε φλόγα
ω τι ζεστά ψωμάκια μπουκώσανε τα σκλαβωμένα στόματα
τι μήλα και τι φώτα πέσαν στις ποδιές των κοριτσιών μας
τι βόλια αστράψανε στις φούχτες της Ελλάδας
καθώς ξεκλείδωνες τα δώδεκα σεντούκια του Κανάρη
ως άναβες τις πυρκαγιές μέσα στις θύμησης τα δάσα
και φεγγοβόλαγαν τα Μισολόγια και τα Χάνια της Γραβιάς
και σπάθιζε η φωτιά στα δυο το μεσονύχτι
και μες στη λάμψη φτάνανε οι καβαλλαρέοι
και σταύρωναν διπλά σπαθιά μπροστά στη φλόγα δίνοντας τον όρκο:
Λευτεριά για θάνατος.

 

 

 

Άνθρωποι και τοπία (1958)

 

Το χρέος των ποιητών

Πολλά ποιήματα είναι ποτάμια.
Άλλα είναι χαμολούλουδα σε βραδινό κάμπο.
Άλλα είναι σαν πέτρες πού δε χτίζουν τίποτα.

Πολλοί στίχοι είναι σα στρατιώτες έτοιμοι για τη μάχη.
Άλλοι σα λιποτάχτες κρυμμένοι πίσω απ’ τ’ ανθισμένα δέντρα.
Άλλοι σαν άγνωστοι στρατιώτες πού δεν έχουν πρόσωπο.

Πολλά ποιήματα φωνάζουν δυνατά χωρίς ν’ ακούγονται.
Άλλα σωπαίνουνε με σταυρωμένα χέρια.
Άλλα σταυρώνονται και μιλούν σταυρωμένα.

Πολλοί στίχοι είναι σαν εργαλεία.
Εργαλεία σκουριασμένα, ριγμένα στο χώμα.
κι άλλα καινούργια πού δουλεύουν το χώμα.

Πολλά ποιήματα είναι σαν όπλα —
όπλα πεταμένα στο χώμα
κι όπλα στραμμένα στην καρδιά του εχθρού.

Πολλοί στίχοι στέκονται πίσω απ’ τη σιωπή
σαν τα χλωμά παιδιά πίσω απ’ τα τζάμια ενός ορφανοτροφείου —
κοιτάζουν μακριά, μες στη βροχή — δεν ξέρουν τι να κάνουν, που να πάνε.

Πολλά ποιήματα είναι σα δέντρα
άλλα σαν κυπαρίσσια σ’ ένα λιόγερμα θλίψης
άλλα σα δέντρα οπωροφόρα σ ένα κολχόζ.

Πολλοί στίχοι είναι σαν πόρτες —
πόρτες κλειστές σ’ ερημωμένα σπίτια
και πόρτες ανοιχτές σε ήμερες συγυρισμένες ψυχές.

Είναι και μαύρες πόρτες καμένες σε μια πυρκαγιά,
κι άλλες τιναγμένες από μιαν έκρηξη
κι άλλες πού μεταφέρουν ένα σκοτωμένο σύντροφο.

Υπάρχουν ποιήματα πού καλπάζουν μες στο χρόνο
σαν το κόκκινο ιππικό του Σμύρνενσκη
ποιήματα καβαλάρηδες πού αφήνουν τα γκέμια και πιάνουν την αξίνα.

Πολλά ποιήματα γονατίζουν στη μέση του δρόμου,
πολλά ποιήματα άνεργα μ’ αδούλευτα χέρια,
πολλά ποιήματα εργάτες πού ξεπερνούν χίλιες φορές τη νόρμα τους.

Υπάρχουν στίχοι σα δαντέλες στο λαιμό των κοριτσιών
ή σα δαχτυλιδόπετρες με μικρές μυστικές παραστάσεις
κι άλλοι πού πλαταγίζουν ψηλά σα ρωμαλέες σημαίες.

Πολλά ποιήματα μένουν αργά τη νύχτα μες στην ερημιά-
βρέχουν κάθε τόσο τα τέσσερα δάχτυλα των στίχων τους σ’ ένα ρυάκι,
ύστερα χάνονται ονειροπαρμένοι μες στο δάσος και πια δεν επιστρέφουν.

Πολλοί στίχοι είναι σαν αργυρές κλωστές
δεμένες στα καμπανάκια των άστρων —
αν τούς τραβήξεις, μια ασημένια κωδωνοκρουσία δονεί τον ορίζοντα.

Πολλά ποιήματα βουλιάζουν μες στην ίδια τους τη λάμψη,
περήφανα ποιήματα δεν καταδέχονται τίποτα να πουν.
Ξέρω πολλά ποιήματα πού πνίγηκαν στο χρυσό πηγάδι της σελήνης.

Ένα σωστό ποίημα ποτέ δεν καθυστερεί σε μια γωνιά του ρεμβασμού.
Είναι πάντα στην ώρα του σαν τον συνειδητό, πρόθυμο εργάτη
είναι ένας έτοιμος στρατιώτης πού λέει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του
.
Κάποτε οι ποιητές μοιάζουνε με πουλιά μες στο δάσος του χρόνου,
οι άλμπατρος του Μπωντλαίρ, τα κοράκια του Πόε,
κάποτε σα σπουργίτια μες στο χιόνι ή σαν αητοί ψηλά σ απόκρημνα Ιδα¬νικά.

Υπάρχουν και ποιήματα όμορφα σαν τα πουλιά Γκλουχάρ —
το Μάη και τον ‘Απρίλη πνίγονται μες στο ίδιο τους το ερωτικό τραγούδι
πνίγονται μες στη μελωδία τους και κουφαίνονται.

Το Μάη και τον Απρίλη τα χαράματα
μες στην κρυστάλλινη δροσιά του δάσους
βγαίνουν οι κυνηγοί με τα ντουφέκια τους και τα γκλουχάρ δεν τους ακούνε.

Το νου σας, σύντροφοι ποιητές, αδέρφια μου,
ας κρατάμε τ’ αυτί μας στυλωμένο στο γυαλί της σιωπής, —
τα βήματα του εχθρού και του φίλου μας μοιάζουν στο θαμπόφωτο του δάσους. Πρέπει να διακρίνουμε.

Το νου σας, σύντροφοι ποιητές, μη και βουλιάξουμε μέσα στο τραγούδι μας
μη και μας εύρη ανέτοιμους ή μεγάλη ώρα,
— ένας ποιητής δίνει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του.

‘Αλλιώς θα μείνουν τα τραγούδια μας πάνω απ’ τις σκάλες των αιώνων
ταριχευμένα, ωραία κι ανώφελα πουλιά σαν τα γκλουχάρ εκείνα
τα γαλαζόμαυρα μες στους βασιλικούς διάδρομους της Μπίστριτζας.

Σαν τα γκλουχάρ εκείνα με τα δυό φτερά τους σταυρωμένα,
σιωπηλά, πένθιμα, ταριχευμένα — διακόσμηση ξένων παλατιών —
με τα μάτια δυό μάταιες στρογγυλές απορίες κάτω απ’ τα κόκκινα φρύδια τους.

Το νου σας, σύντροφοι ποιητές, — ένας ποιητής
είναι ένας εργάτης στο πόστο του, ένας στρατιώτης στη βάρδια του,
ένας υπεύθυνος αρχηγός μπροστά στις δημοκρατικές στρατιές των στίχων του.

 

 

 

Ημερολόγια εξορίας (1948-1950)

 

Ημερολόγιο εξορίας 1

 

1 Νοεμβρίου

Ή καταχνιά έχει μαύρες φτερούγες σαν τις κάργιες
δεν έχει διόλου μάτια
ψάχνει με την τυφλότητά της τα μάτια μας τις τσέπες μας
όπως ή γριά χαρτορίχτρα την παλάμη μας.
Τίποτα δεν μπορούμε πια να κρύψουμε.
Εδώ τα πράματα βγαίνουν τα μέσα έξω
όπως μια λερωμένη κάλτσα πού τη βγάζουμε πριν απ’ τον ύπνο
κι όλα τα πόδια είναι γυμνά και τα πρόσωπα το ίδιο.
Μέρα τή μέρα όλοι μιλάμε πια στον ενικό.
Κάθε ίσκιος έχει το σχήμα του θυμήσου
μα ο ίσκιος απ’ το άφαντο χέρι της μητέρας
παίρνει τδ σχήμα κάθε φωνής πού δε σου αντιστέκεται
γίνεται το φλιτζάνι ό καφές, ένα κομμάτι ψωμί, το θερμόμετρο
ακόμα κι ή ξυριστική μηχανή πλάι στο κύπελλο μες στο μικρό καθρέφτη.
Οι λάμπες του θαλάμου είναι δύο.
Παστρεύουμε μ’ εφημερίδες τα γυαλιά τους
τόνα εσύ, τ’ άλλο εγώ — είμαστε -της υπηρεσίας σήμερα.
Οι κινήσεις μας είναι όμοιες σχεδόν.
Δεν κοιταζόμαστε.
Χαιρόμαστε αύτη την ομοιότητα.
Κοιτάμε απ το παράθυρο τον ουρανό χαμένο στην ομίχλη.
Όλα τα πράγματα λοιπόν έχουν την έκφραση του πάντα.

 

 

 

Στίχοι από σκισμένα ποιήματα (1938-1952)

 

Νύχτες καλοκαιριού

Ι
Το δίχως άλλο χτες τη νύχτα οι άγγελοι
άφησαν τα φτερά τους στ’ ακρογιάλι
για να καθίσουν τα γυμνά κορίτσια.

 

 

ΙΙ
Ύστερα το καράβι χάθηκε
τα’ αστέρια σοβαρεύτηκαν
στο καφενείο της προκυμαίας έσβησαν τα φώτα
έμεινε η μυρωδιά της νικοτίνης
στα μαλλιά και στα χείλη του πρωινού.

 

 

ΙΙΙ
Ένα παραθυράκι καταμόναχο
κρέμεται μέσα στα βασιλικά του
άντικρυ στον αποσπερίτη.

 

 

V
Τρίζει το αλάτι
ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών μας
και στα ματόκλαδα μας.

 

 

VIII
Μετά τις ντουφεκιές μείναν στο δάσος λίγα πούπουλα
ν’ αργοπορούν στον αέρα
να κάθονται στ’ αγκάθια.

Γιατί έκρυψες δυό πούπουλα στη τσέπη σου?

 

 

ΙΧ
Τι σιωπηλό το πάτημα του νυχτοφύλακα πίσω απ’ τον ύπνο.
Κάτω απ’ τα δέντρα του παραθαλάσσιου κέντρου
φιλιούνται ακόμη οι εραστές-
νοιώθουν επάνω στο φιλί τους τη λεπτή υγρασία της νύχτας.

 

 

ΧΙ
Κάτω στη προκυμαία ανάψανε τα φώτα
ασετιλίνες στα καφενεδάκια και στις βάρκες
οι κυριακάτικοι εκδρομείς με τα γραμμόφωνα τους φύγαν
τα’ άσπρο πλοιάριο αραγμένο στα ρηχά.

Να μείνουμε ακόμη – είπε η γυναίκα. Να μείνουμε.
Ο άλλος δε μίλησε κάτου απ’ το φανοστάτη.

Βαθύ κι απέραντο το διάστημα σαν κοιμισμένη πέτρα.

 

 

ΧΙΙ
Που θα πάμε πιο πέρα; Όλο πιο πέρα λένε τα μάτια σου.
Κάθισε στη καρέκλα. Είναι παντού εδώ πέρα.
Κάθε γουλιά του αγέρα, αθανασία. Και το νερό στο ποτήρι.

Αργά σαλεύει ο αχινιός τη μοναξιά του.

Μια βάρκα αράζει..
Όρθιος ο βαρκάρης κατουράει στη θάλασσα.
Κάτω απ’ τον ήχο πιο βαθιά η ησυχία.

 

 

ΧΙΙΙ
Στα δόντια σφηνωμένη φλούδα σταφυλιού
μια δύναμη στυφή στον ουρανίσκο
μια δύναμη όχι για φιλί, για δάγκωμα.

Στον πέρα μώλο αφήνουν τα κορίτσια τα φουστάνια τους
πέφτουν στη θάλασσα
κι ανθίζουν τα φουστάνια ως πέρα στ’ ακρογιάλι.

Το βράδυ το φεγγάρι είναι πολύ μετανιωμένο.

 

XIV
Ο αγέρας περιμένει κάτου απ’ το φτωχό κρεβάτι της ταβέρνας
σαν το σκυλί που περιμένει τον αφέντη του – να τον πάρει, να φύγουν,
και το φεγγάρι είναι κλειστό κι απόμακρο μέσα στη νύχτα
σαν το φουγάρο πεθαμένου καραβιού που πια δεν θα σφυρίξει.

Άνοιξε το παράθυρο να φύγουν οι καπνοί απ’ τις πίπες μας
να μπει η αρμύρα στα ζεστά σεντόνια
να μπει ο ουρανός να κάτσει στη μικρή καρέκλα.

Πιο κάτου η ασημένια παραλία λαμποκοπάει
πάνω σε μια κουλούρα καραβόσκοινο μένει η σιωπή
κοιτάζει τ’ αραγμένα πλοία
να ξεχωρίσει τα’ όνομα του καραβιού σου
γραμμένο με μεγάλα ξένα γράμματα –
και δεν μπορεί να το διαβάσει.

 

 

 

Θερινό φροντιστήριο (1953-1964)

 

Διάρκεια

Η νύχτα μας κοιτάζει μες απ’ τα φυλλώματα των άστρων.
Όμορφη νύχτα, σιωπηλή. Θάρθει μια νύχτα
κι εμείς θα λείπουμε. Και τότε πάλι
θα τραγουδάνε οι αραποσιτιές τα’ αρχαία τραγούδια τους,
οι θερίστριες θα ερωτεύονται πλάι στα δεμάτια,
κι ανάμεσα απ’ τους ξεχασμένους στίχους μας
όπως ανάμεσα απ’ τα κίτρινα στάχυα
ένα πρόσωπο νεανικό, φωτισμένο απ’ το φεγγάρι,
θα κοιτάζει, όπως εμείς απόψε,
εκείνο το μικρό ασημένιο σύννεφο
που γέρνει κι ακουμπάει το μέτωπο του στον ώμο του λόφου.

 

 

 

Τα βράδια του καλοκαιριού

Τα βράδια του καλοκαιριού πλαγιάζει με ανεξήγητη κούραση.
Τα ρούχα του, ριγμένα στην καρέκλα, έχουν το βάρος
μιας ασυγχώρητης αναβολής. Η νύχτα
κινείται μες στον κύκλο μιας προκαταβολικής μετάνοιας.
Κι αν κάποτε, στο δρόμο κάτω, μια νεανική παρέα
περάσει τραγουδώντας στη δροσιά του φεγγαρόφωτου, τότε
δυό-τρία λουλούδια πέφτουν μέσα στ’ άδεια παπούτσια του.

 

 

 

Μικρό Αφιέρωμα (1960-1965)

 

Διακοπές

Δυο πόρτες ανοιγμένες κατευθείαν στον ουρανό.
Στο δρόμο παρατεταγμένα αγροτικά καλάθια
με κληματόβεργες και κληματόφυλλα. Παιδικά ονόματα,
βερίκοκα, ροδάκινα, σταφύλια, αχλάδια, σύκα,
με το ξεχωριστό άρωμα τους χρωματίζοντας
μια γυάλινη, περιστρεφόμενη, μεγάλη σφαίρα
σαν την έγχρωμη υδρόγειο στην έδρα του κλειστού σχολείου,
κι απ’ έξω τα’ άτακτα τζιτζίκια ν’ απαγγέλουνε
τα ίδια και τα ποιήματα τους – όχι για τις εξετάσεις.

 

 

 

Χωρίς τέλος

Θάπρεπε πια να βάλει ένα σημάδι, μια τελεία-
όμως, το καλοκαίρι συνεχίζονταν, πιο κόκκινο πάντα,
πιο δραστικό, μ ένα καπέλο ψάθινο σαν κάτασπρο πυργίσκο
απ’ όπου βγαίναν και πηδούσανε στη θάλασσα
πότε τα τρία κορίτσια της σπιτονοικοκυράς
πότε δυο χελιδόνια
πότε οι μικρές καμπάνες με τα πρόβατα
πότε ένα ρόδινο φεγγάρι, αστεία προσποιημένο,
όταν το μυστικό ήταν αζήτητο
και κάτω στ’ ακρογιάλι χάνονταν
τα χνάρια των πανάρχαιων εραστών και των ψαράδων.

 

 

 

Ψίθυρος

Κοιμήσου,- του είπε – εγώ θα φυλάξω τον ύπνο σου.
Μέσα στις πέτρες κοιμούνται τα πουλιά. Θα περιμένω
ως τα χαράματα, ως εκείνη την ώρα
που το άστρο ανοίγεται σ’ εφτά μικρά παράθυρα,
να δω την πέτρα να χαράζεται σαν τσόφλι αυγού
και δυο πουλιά να βγαίνουν απ’ το στήθος σου.

 

 

 

Νύξεις (1970)

 

Στον Γιώργο Σαββίδη

Νύξεις

Λιόγερμα. Λάμποντα χρώματα. Αγέρας. Αυτός
πλεύρισε τον παλιό τοίχο ν’ απαγκιάσει. Ξάφνου
πάνω στο μαύρο λόφο πρόβαλε η λευκή σελήνη.
Οι δυο αριθμοί στο μάρμαρο ήταν μαύροι.
*
Βαθειά νηνεμία. Μια βάρκα σκιώδης
κάτω ακριβώς από κείνο το αστέρι –
γι’ αυτά που χάθηκαν, για κείνα που δεν ήρθαν.
*
Στην άδεια τσέπη του ένα νόμισμα αρχαίο, λησμονημένο –
η αφή του αναγνωρίζει στα τυφλά του θεού τα γυμνά μέλη.
*
Λαξεύει κόκαλα αλόγων. Φτιάχνει
ένα μικρό άσπρο άλογο. Το αφήνει στο τραπέζι
πλάι στο χαρτί που περιμένει το ποίημα.
*
Το κίτρινο λεωφορείο της παραλίας.
Ένα κορίτσι με κόκκινο φόρεμα. Αυτός, κουρασμένος,
διακρίνει και πάλι άθελα του τον καπνό της Ιθάκης.
*
Το δέντρο, το άγαλμα, ο κήπος, η γερόντισσα –
να συλλογιέσαι τη διάρκεια των λέξεων, να βγαίνεις
έξω απ το χρόνο, απ τη πύλη του ποιήματος.
*
Ένδοξη διαύγεια της μέρας. Πάνω απ τα στάχυα
ψηλές κολώνες ο μεγάλος καπνός
απ το φούρνο του μικρού αγγειοπλαστείου.
Σε μια άσπρη λήκυθο, γαλανό θα σχεδιάσω
γυμνό το σώμα σου μ΄ ένα σπάγγο στη μέση.
*
«Τέλος», φωνάζει το πουλί ψηλά στο λιόγερμα
«τέλος», φωνάζουν λάμποντας τα τζάμια στ ακρογιάλι –
λάμψη τυφλή, μελετημένη αντιστροφή του χρόνου.
*
Βράδυ βαθύ. Και απρόσμενα ο χτύπος
απ τα φτερά ενός γλάρου καθυστερημένου.
Ύστερα γίνεται πιο εύκολη η νύχτα.

. . .

 

 

 

Ο οδηγός του ασανσέρ (1970)

 

. . .

Μια νύχτα
ο Οδηγός του ασανσέρ, σαν είχαν αδειάσει τα γραφεία
κ’ είχε φύγει κ’ η τελευταία καθαρίστρια, κ’ η πολυκατοικία ολόκληρη
με τις πλυμένες σκάλες της είχε απομείνει μόνη κι ολόγυμνη
βουίζοντας απ τη σιωπή της – ο Οδηγός του Ασανσέρ
πάτησε το κουμπί του εβδόμου ορόφου, ν’ ανέβει λίγο στην ταράτσα ν’ ανασαίνει.
Το ασανσέρ
δεν σταμάτησε στο έβδομο πάτωμα –
όγδοο, δέκατο, εικοστό πάτωμα, – κανένας
το ασανσέρ πέρασε απ’ την στέγη, απ’ την ταράτσα, ο Οδηγός
αναγνώρισε τα κυπαρίσσια του νεκροταφείου, αναγνώρισε πίσω απ’ το στενόμακρο παράθυρο του
τις ψηλές καμινάδες απ’ τη φάμπρικα του τσιμεντάδικου
ύστερα τίποτα απ’ την πολιτεία
ύστερα τα’ άστρα
ύστερα
τ’ ανεξιχνίαστα γεγονότα της σελήνης
κι ο οδηγός
ανεβαίνοντας κατακόρυφα
όρθιος, περίτρομος, ακίνητος – αν έγερνε λίγο
ίσως νάγερνε μαζί κι ο θαλαμίσκος βουτώντας στο διάστημα
τότε
θυμήθηκε τα παιδιά του, τη γυναίκα του
και πρόσφερε ασυναίσθητα τη λέξη «ψωμί» μονομιάς
το ασανσέρ μπήκε στη σωστή τροχιά του
κατέβηκε μαλακά στο οικείο ισόγειο,
ο οδηγός άνοιξε τη στενή πύλη
βγήκε στο φιλικό του διάδρομο, λιγάκι παραξενεμένος
που η ζωή είναι τόσο παράδοξη, τόσο απλή, τόσο απέραντη.
Στο σπίτι
τον περίμεναν από ώρα. Αυτός
ακούμπησε στο στρωμένο τραπέζι, με μια κίνηση αδιάφορη,
μιαν ανθοδέσμη από κίτρινες μαργαρίτες
που είχε ξεχάσει στο ασανσέρ η κυρία του Έξω Ορόφου
και φεγγοβόλησαν τα πιάτα και τα πρόσωπα των παιδιών του.
Γι αυτό
καθόλου δεν παραξενεύτηκαν πλάι στο επιπλοποιείο
με τους παλιούς καθρέφτες που καθρέφτιζαν τα στιλπνά σύννεφα
της άνοιξης, καθόλου
δεν το παραξενεύει πια ούτε ο θάνατος των άλλων ή και του εαυτού του,
οι ρόζοι του ξύλου
στα πλανισμένα μεγάλα σανίδια που ήταν σαν κλεισμένα μάτια,
βλεφαρίζουν και πάλι
σάμπως να ρέει μέσα τους ξανά το αρχαίο τους βλέμμα ή το βλέμμα της άνοιξης.

 

 

 

Ο Φαροφύλακας (1958)

 

Στον Γεράσιμο Σταύρου

Να μείνεις. Να μείνεις εδώ. Μια ησυχία, μια βαθιά ησυχία
σχεδόν μια ευτυχία, σαν νάληξε η μεταβλητότητα
ή σαν η θάλασσα νάχει αναλάβει και τη δική μας κίνηση
κ εμείς, απ’ το παράθυρο εδώ, μπορούμε να την παρακολουθούμε
ακίνδυνα, και κάπως μαγεμένοι μάλιστα
απ’ όλα αυτά τα φευγαλέα υδάτινα σχήματα,
απ’ αυτές τις ανώδυνες κραυγές, τους αναίτιους θορύβους,
τα ετοιμόρροπα χρώματα, τ’ αντιφεγγίσματα, τις μεταπτώσεις,
αμέτοχοι, κολακευμένοι κιόλας απ’ τη γνώση μας
για το αμετάβλητο του νερού κάτω απ’ τις πολυθόρυβες,
τις απειλητικές χειρονομίες των ανέμων. Να μείνεις.

Σε λίγο θα διακρίνεις κάτω απ’ το τεμάχιο των ήχων
την ταπεινόφρονη, αδιαίρετη σιωπή. Θα την διακρίνεις
σα μιαν ευγένεια προς τον ίδιο τον εαυτό σου. Ιδίως την ώρα που βραδιάζει
κ’ η κάμαρα μυρίζει αρμύρα, κάπνα και πετρέλαιο –
(μια οξύτατη ευωδία από φύκια κι άνεμο και σπιτική ησυχία,
μαζί με τη ζεστή ανάσα του καφέ και την απέραντη βραχνάδα του ορίζοντα),
κείνη την ώρα σαν να βρίσκεσαι μέσα σε μια άνετη, στέρεη κοιλότητα
σκαμμένη σφαιρικά μέσα στο μάταιο θόρυβο,
και, πότε-πότε, απόναν κρότο πιο ισχυρό, μια εξαίσια ταλάντευση
σάμπως να σε σκουντάει στον ύπνο σου ένα χέρι αγαπημένο χωρίς να σε ξυπνήσει
δίνοντας σου ταυτόχρονα την αίσθηση της ηρεμίας του ύπνου
και του χεριού του αγαπημένου. Ναι, να μείνεις.

Εδώ είναι σα να βρίσκεσαι σε μια καινούργια κιβωτό όπου σύναξες
μνήμες και πράξεις και όνειρα, για να τα σώσεις
και να σωθείς κι εσύ μαζί τους,-δέντρα και φυτά κι αγαθά ζώα
και σπόρους λουλουδιώνμπορείς να φαντάζεσαι</span>
<span style="color:#000000;"> την άνθηση τους σα μικρές εκρήξεις από χρώματα,</span>
<span style="color:#000000;"> σα μικρά πολύτιμα ηφαίστεια
– τα βλέπεις κιόλας να φωτίζουν με τα χρώματα τους

τα χέρια σου, τη σόμπα, τη ντουλάπα, το τραπέζι
και τα παπούτσια σου πάνω στη καρέκλα` κ’ έτσι φωτισμένα
τ’ άδεια σου χέρια, μοιάζουνε και πάλι σα γεμάτα.

Τότε το ξύλινο τραπέζι με το χοντρό στρατσόχαρτο
γίνεται ένα μεγάλο δάσος όπου τέσσερεις νέοι ξυλοκόποι
κόβουν τα δέντρα για να φτιάξουν το τραπέζιβλέπεις</span>
<span style="color:#000000;"> κ’ ένα μικρό επιπλοποιείο όπου τέσσερεις νέοι ξυλουργοί</span>
<span style="color:#000000;"> σκυμμένοι με πολλή φροντίδα φτιάχνουν το τραπέζι. Εδώ θα τρώμε. Κάποτε,</span>
<span style="color:#000000;"> την ώρα που βραδιάζει, οι σκιές ανεβαίνουν με μικρές κυριαρχικές κινήσεις</span>
<span style="color:#000000;"> σαν αχινιοί, εντελώς σαν αχινιοί, απ’ τα πόδια των επίπλων</span>
<span style="color:#000000;"> ως τη ράχη της καρέκλας, ως επάνω σ’ αυτό το τραπέζι</span>
<span style="color:#000000;"> ανάμεσα στα φλιτζανάκια, τα ποτήρια, το σταχτοδοχείο</span>
<span style="color:#000000;"> κ’ υποχρεώνεσαι να δεις και να σωπάσεις
μα η σιωπή σου

είναι κιόλας μια ομολογία πως είδες, μια μαρτυρία
πως κρατάς κάποιο μυστικό ή πως κάτι δεν ξέρεις,
μια κατανόηση ανεπάρκειας που πέφτει μ’ έναν κούφιο θόρυβο
στο βασικό κενό σαν έναν αναμμένο αποτσίγαρο στη θάλασσα.

Κάποτε πάλι, τις νύχτες με φουρτούνα, τούτο το τραπέζι
καμπυλώνει τη ράχη του σαν ήμερος ελέφαντας
για να σε σεργιανίσει σ’ ένα παραμύθι. Μη νομίσεις
πως πρόκειται για λησμονιά και αδράνεια. Υπάρχουν κ’ εδώ πέρα
ένα σωρό δουλειές, καθήκοντα κ’ ευθύνες, όπως λένε.

 

 

 

Η ώρα των ποιμένων (1962-1971)

 

Η ώρα των ποιμένων

(Απόσπασμα)

 

Στον Στρατή Τσίρκα

Ήταν ωραία εκεί στην επαρχία-μια βαθειά λησμοσύνη. Είχαν αρχίσει
ατέλειωτες βροχές, τα χωράφια μαλάκωναν, μουσκεύαν τα δέντρα,
μικρά σαλιγκάρια σεργιανούσανε στους μέσα τοίχους
αφήνοντας πίσω τους μιαν ασημένια γραμμή καθώς μένει
μετά τον πόνο μια κλωστή σάλιο πλάι στο στόμα του κοιμισμένου.
Ο μπάρμπα-Λάμπης
χαμογελούσε απόμακρα. Ένα ελάχιστο πράσινο φύλλο
κρυβόταν μέσα στα γένια του, με κάποια πονηρή τρυφερότητα.

Ίσως αυτός κάτι πιότερο νάξερε, ίσως νάχε συμφωνήσει
μ’ εκείνη τη σκιά πούβγαινε κάπως πλάγια απ’ την πόρτα μόλις άναβαν τη λάμπα
ή μόλις κάποιος έλεγε σιγά, μα καθαρά, «θυμάμαι».

Τίποτα δε μεσολαβούσε απ’ την μιαν ώρα στην άλλη,
απ’ τη σιωπή στη φωνή. Μονάχα ο ήχος της βροντής ομοιόμορφος,
δίκαιος, ισοπεδωτικός (γι αυτούς που λείπουν και γι’ αυτούς που μένουν)-
μεγάλη, υδάτινη πολιορκία, ασφαλίζοντας
τη ζωή μέσα στα σπίτια. Μια τεράστια ησυχία
κατέβαινε απ’ τα σύννεφα. Οι εσπερινές καμπάνες
δεν ακουγόταν διόλου σχεδόν. Τα χρώματα σβήναν
κίτρινα, καστανά, σταχτιά, και κάποια ιδέα μενεξεδένιο,
στίγματα σκόρπια, εκεί που λήγει η αμφιβολία. Η Μαρία
κρατούσε πάντα τη θέση της μες στη τραπεζαρία ή στα μέσα δωμάτια
με το μαύρο της φόρεμα-πιο αθόρυβη τώρα-
ένα χέρι χλωμό με την τσιμπίδα που αναδεύει τα κάρβουνα
μες στο μεγάλο πανάρχαιο μπρούντζινο μαγκάλι ή ετοιμάζει
τα γλυκά στη κουζίνα δίχως ν’ ακούγεται κρότος
από μαχαίρια, κουτάλια, ποτήρια, χαλκώματα
ή μυρωδιά από μέλι, ζάχαρη, μοσχοκάρφι, κανέλα.

 

 

 

Δελφοί (1961-1962)

 

Δελφοί
(Απόσπασμα)


Κάποτε, τούτες οι κολώνες, μέσα στο θειαφένιο φεγγαρόφωτο, μοιάζουν
με τα σπασμένα δόντια ενός θεόρατου θεού, κ οι κερκίδες του θεάτρου
είναι σαν τα γυμνά σαγόνια πεθαμένων γιγάντων
γυμνά σαγόνια, γαλήνια κι αδιάφορα
χωρίς καθόλου πια την ταπεινωτική ανάγκη
της τροφής, του φιλιού, της ιαχής, χωρίς καθόλου
τον εξευτελισμό της ήττας, την υπεροψία της νίκης, μόνο
με την ασάλευτη κι απρόσωπη νίκη της γυμνότητας.

Λοιπόν, τι χρειάζονται όλα αυτά;-σχόλια, επαναλήψεις,
ερμηνείες, μεταφράσεις, αναβιώσεις, μιμήσεις; Το απόγευμα, πρόσεξα
πάνω στα μάρμαρα του αρχαίου θεάτρου στηριγμένα
τα σύγχρονα μας σκηνικά, φτηνά, μπογιατισμένα, από χαρτί και λινάτσα,
μέσα στο φως της μέρας που έφευγε-χαρτονένιες κολώνες,
χαρτονένιοι πυρσοί για μια παράσταση του Αισχύλου ή του Ευριπίδη-δεν καλοπρόσεξα
τέλειωνε το έργο, οι θεατές χειροκροτούσαν, θορυβούσαν,
στριμώχνονταν κιόλας στην έξοδο, αγόραζαν στραγάλια
ενώ το λιόγερμα έπεφτε τριγύρω ροδίζοντας τις σκιές και τα μάρμαρα.

Κι όμως, επάνω απ’ όλο αυτό το θόρυβο, τη σύγχυση, τις μεταφράσεις
θαρρείς κι απομένει αναλλοίωτη κι ακέρια η σιωπηλή ιαχή του Αμετάφραστου
ανήκουστη, βαθειά, επιβλητική, μακρινή, ξένη,
ωστόσο δική μας-σου γεννάει και πάλι
τη νέα επιθυμία να τη μεταφράσεις κι ανακαλύπτεις κιόλας
κάποια γλυκιά συγγένεια ανάμεσα στο φως της εσπέρας και στα μάρμαρα,
ανάμεσα στις φτωχιές χαρτονένιες κολώνες και στο ναό του Απόλλωνα,
ανάμεσα στις αρχαίες προσωπίδες, τους κοθόρνους, τα σκήπτρα
και σε τούτα τα ραβδιά των χωρικών και στα μαύρα μαντήλια των μανάδων.

Όλα ανασαίνουν μια βαθιά συγκίνηση πάνω απ’ τις συγκινήσεις μας,
όταν αδειάζει ο χώρος απ’ τους ξένους κ η μεγάλη ησυχία ξαναγυρνάει στον κύκλο της,
όταν σ’ ένα σπασμένο κιονόκρανο απομένουν δυό άδεια μπουκάλια λεμονάδας
αντιφεγγίζοντας ήρεμα το πρώτο φέγγος των άστρων.

Τι ήσυχη που κατεβαίνει η νύχτα. Σώπασε κ η κρήνη.
Αδελφική σιωπή, ξεκούραστη κούραση, απέραντη,
ύστατη ευπείθεια, ολιγαρκής απελπισία-ίσως και ολιγωρία. Και πάντα
αυτή η ευγένεια και η γενναιότητα να κοιτάμε κατάματα τη Μοίρα.
Άκου, στο δρόμο κάτω, φωνές, αυτοκίνητα, οι προβολείς στα δέντρα
κι αυτό το τραγούδι,-σε τι τάχα αποκρίνονται;
σε τι τάχα αντιστέκονται; Το φεγγάρι ανεβαίνει.
Μια μυρωδιά από ψάρι και ρετσίνι-τη νοιώθεις;-
πλανιέται πάνω στα μάρμαρα. Σα νάχω πεινάσει.
Ώρα να κατεβούμε. Τι λες; Πέφτει λίγη υγρασία.

 

 

 

Κάτοψη (1971)

 

6 Επανάληψη

 

Πάλι τα ξεχασμένα εκείνα
τα περιφρονημένα
η μη-ομολογία
η μη δήλωση
το δάγκωμα της γλώσσας
το χάραγμα στον τοίχο με το νύχι
η ανάσα της κρυμμένης σημαίας
κάτω απ’ το πουκάμισο
ερωτικά
σύριζα στη ρώγα του στήθους.

Άνθρωπος πάλι
ο πιο κυνηγημένος
ο πιο συμμέτοχος
ο πιο μόνος.

Υπεύθυνος
Άνθρωπος.

 

 

 

18 Ακεραίωση

 

Όταν μεταφέρεσαι
απ’ τον ακέραιο χώρο
στα προεξέχοντα στίγματα
απ’ το κρεβάτι στο δρόμο
απ’ το φέρετρο στο παράθυρο

ά εκείνο πάλι
το ράγισμα στα χείλη
απ’ όπου μπαίνει ο κόσμος
τεμαχισμένος
διαθλασμένος
αλλιώς ακέραιος
τούτος ο κατασυντριμμένος κόσμος
με τις πολύχρωμες βιτρίνες του γεμάτες
ηλεκτρικές σκούπες ψυγεία ραδιόφωνα
ηλεκτρικές καρέκλες και σημαίες.

 

 

 

19 Ε-λευ-θε-ρί-α

Θα ξαναπείς την ίδια λέξη
γυμνή
αυτήν
που γι αυτήν έζησες
και πέθανες
που γι αυτήν αναστήθηκες
(πόσες φορές;)
την ίδια.

Έτσι όλη νύχτα
όλες τις νύχτες
κάτω απ’ τις πέτρες
συλλαβή-συλλαβή
σαν τη βρύση που στάζει
στον ύπνο του διψασμένου
στάλα-στάλα
ξανά και ξανά
κάτω απ’ τις πέτρες
όλες τις νύχτες

μετρημένη στα δάχτυλα
απλά
όπως λες πεινάω
όπως λες σ’ αγαπώ
έτσι απλά
ανασαίνοντας
μπροστά στο παράθυρο

ε-λευ-θε-ρί-α.

 

 

 

Το δίχτυ (1970)

 

Το δίχτυ
(απόσπασμα)

ΕΤΣΙ, λοιπόν,
αυτός,
μόνος, μοναδικός, μονήρης,
άδειος,
πλήρης,
αποκλεισμένος, εξαναγκασμένος
αντίστροφα ελεύθερος —
Αυτός,
ρίχνοντας το μεγάλο δίχτυ
βαθιά, βαθιά,
στο πιο κατακόρυφο μέρος της νύχτας, ανεβάζοντας
ως τη στάθμη των μυστικών νερών,
ως τη στάθμη της σιδερένιας κλίνης,
τη γυμνή γυναίκα
το γυμνόν άντρα
σμιγμένους σ’ ένα σώμα,
στο δικό του το σώμα,
λάμποντας όλος,
λάμποντας όλοι,
λάμποντας όλα
με τα δικά του τα μάτια —

Δεν μπορεί να τα κλείσει,
δεν μπορεί να πεθάνει,
γιατί ή γυναίκα φορούσε
στο μικρό δάχτυλο του αριστερού ποδιού της
ένα λεπτό δαχτυλίδι με πράσινη πέτρα,
γιατί ό άντρας φορούσε
ολόγυρα στη μέση του
τρεις γύρους
το σκοινί απ’ το κατάρτι τού Οδυσσέα —
η μιά του άκρη κρεμόταν στο μηρό του.
Αυτό ήθελε να πει
Τίποτε’ άλλο.

Κ’ έλεγε : φτάνει.

Κι αυτό ακριβώς δικαιολογούσε τη μεγάλη λάμψη παρ’ όλα τα κακά συμβάντα
τα σημερνά
τα χτεσινά
τ’ αυριανά,
με τούς φρουρούς εντειχισμένους στις εφτά πύλες των Θηβών
με τα σπίτια μετέωρα στα βίντζια,
με τις Μυκήνες βουλιαγμένες στις πέτρες.

Τις χρυσές προσωπίδες τις κατέβαζαν, νύχτα,
από την πίσω σιδερένια σκάλα της υπηρεσίας
σε σχήμα σκουριασμένης σπείρας.
Τ’ αστέρια κοίταζαν άλλου.

Κι αυτός
συντροφευμένος, ασυντρόφιαστος πάντα, επικοινωνώντας
(διά μέσου της κοινής μοναξιάς μας — έλεγε)
μ’ αυτούς πού ανάστησε,
μ’ αυτούς πού είχαν πνιγεί
στον ουρανό ή στη θάλασσα ή στο χώμα —
γιατί, βέβαια, όλοι
είχαν πνιγεί
κι αυτός μαζί,
και, βέβαια, όλοι
κι αυτός μαζί
χρειάζονταν μιαν ανάσταση,
το ίδιο και τα κουμπιά του σακακιού τους,
το ίδιο και το σταχτοδοχείο κ’ ή λάμπα τους,
κι ό καπνός του τσιγάρου τους.

Κ ίσως γι αυτό
κανένας δεν πεθαίνει
μέσα στην ποίηση —
μήτε το μπρίκι πού ψήναμε καφέ
Ιούλιος μήνας στο πευκόφυτο της Καλαυρίας
ανάβοντας μικρές ευωδιαστές φωτιές μέ ξερό θρούμπι

Έτσι,
με το ‘να χέρι του στα φρύδια να σκιάζει τα μάτια, αγναντεύοντας
τα βενζινόπλοια πού αρμένιζαν στον Ελλήσποντο,
με τ’ άλλο βυθισμένο στην τσέπη του,
σφίγγοντας τα κλειδιά του
ζεσταμένα απ’ το ίδιο του το σώμα.

Καλημέρα, – είπε.
Κι ο άλλος (παράξενο) αποκρίθηκε,
μακριά, απ’ το καράβι,
κι ο άλλος απ’ το άλλο καράβι,
πιο πέρα :

Καλημέρα.

 

 

 

Ημερολόγιο μιας βδομάδας (1973)

 

Ημερολόγιο μιας βδομάδας

 

Αθήνα, 16 Νοεμβρίου 1973

ΩΡΑΙΑ παιδιά με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια,
ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,
έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, — πώς μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα κ η παλάμη του ανθρώπου —

 

17 Νοεμβρίου
ΒΑΡΕΙΑ σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι —
ποιος θα πει : π ε ρ ι μ έ ν ω μες απ’ το μέσα μαύρο;
μικροί σχοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ’ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη στις λεωφόρους
πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς,
π ώ ς μ π ο ρ ε ί τ ε λ ο ι π ό ν ν α κ ο ι μ ά σ τ ε ;
π ώ ς μ π ο ρ ε ί τ ε λ ο ι π ό ν ν α κ ο ι μ ά σ τ ε ;

 

Κάλαμος, 18 Νοεμβρίου

ΛΙΟΛΟΥΣΤΗ μέρα Κάλαμος η θάλασσα σπουργίτια στον ελαιώνα
κάλεσμα, πρόκληση, κάλλος, μακρινή προδομένη μακαριότητα —
ά, εσύ, δραπέτη, λιποτάχτη, κρυμμένε
ανάμεσα στ’ αγάλματα, πίσω απ’ τ’ αγάλματα, μέσα στ’ αγάλματα —
αγάλματα κούφια, χωρίς χέρια, χωρίς πέος, χωρίς αμπελόφυλλα, —
αρνήσου, αρνήσου, — όχι να ξεχαστείς και να ξεχάσεις
το δέντρο, το πουλί, το γαλάζιο, — αμαρτία, αμαρτία. Πώς μπορείτε
να κοιμάστε;
Εσείς ο ίδιος ο έρωτας — κι ό έρωτας αμαρτία —
Ελένη, Μάρω, Ηλέκτρα, Δήμητρα, παιδιά μας, παιδιά μας,
πόσες γενιές παιδιά μας, σε αδιαίρετο χρόνο, χωρίς χρόνο,
στα στάχυα και στα σύρματα, στη γραφομηχανή, στον τηλεβόα,
έρωτες μας, παιδιά μας, σκοτωμένα παιδιά μας, έρωτες μας —

ΓΙΑ ΤΙΠΟΤ’ άλλο να μην έχουμε μάτια, παρά μόνο για σάς. Τίποτ’ άλλο.

Ω, ΑΝΗΜΠΟΡΟ ποίημα, ανήμπορο, ανήμπορο, ατελέσφορο,
επάνω από δυό στίχους σταυρωμένους σταυρώνω τα χέρια και
σωπαίνω.

ΒΡΑΧΟΣ, το μέγα κόκκινο δεύτερη πόρτα, πέμπτη πόρτα, κ’ ή
δωδέκατη κλεισμένη
χτύπημα της γροθιάς στον τοίχο, χτύπημα της πέτρας στην πέτρα—
Μ’ ακούς; Άκουσε με. Εγώ σ’ ακούω —
δυό σιωπές κάνουν μια φωνή κ’ ένα μεγάλο τεντωμένο χέρι —

 

 

Αθήνα, 19 Νοεμβρίου

ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΚΩΝΕΣ στηριγμένους στην ποίηση, με τα μάτια κλεισμένα στις παλάμες —
Ακούω τη φωτιά. Ανεβαίνει.

ΣΚΟΤΩΜΕΝΟΙ επιτόπου, μπροστά στο παράνομο μικρόφωνο, κ’ η
φωνή τους ακόμη :
αδέρφια, αδέρφια, πάνω απ’ το αίμα τους, με το αίμα
τους
πάνω από την αγρυπνισμένη Αθήνα, — πώς μπορείτε λοιπόν, πώς μπορείτε;

 

 

20 Νοεμβρίου

ΜΑΖΕΥΑΝ τα οδοφράγματα, πλύναν τα αίματα. Τα μισά παιδιά
πήγαν σχολείο.
Οι γυναίκες βγήκαν για ψώνια, (στη γωνιά ένα καμένο αυτοκίνη¬το).
Πλύναν τα ρούχα,
τ’ άπλωσαν στις ταράτσες μυστικά-μυστικά — μη φανούνε
σαν άλλες σημαίες. Κλειστά νοικοκυριά — το κρεμμύδι, η πατάτα, το λάδι —
το αλάτι χυμένο στο δρόμο· το ίδιο και τ’ αλεύρι. Μες στο ψυγείο
το κόκκινο πουλί μ’ όλα του τά φτερά.
Απ’ το θάνατο αρχίζουμε — έτσι έλεγε — απ’ το θάνατο αρχίζουμε πάλι,

επάνω απ’ τη μεγάλη γκρεμισμένη σκάλα. Τι νά κάνουμε; — είπε.
Θα ξεχαστούμε; Θα ξεχάσουμε πάλι; Σκεπασμένοι στην τρύπια
κουβέρτα
ως πάνω στα μάτια. Λίγο-λίγο θα βγάλεις το ‘να πόδι
δοκιμάζοντας τον αέρα, τη σιωπή, το σκοτάδι. Αργότερα τα χέρια
τελευταίο το κεφάλι — απέναντι η καρέκλα, τα τσιγάρα, τα σπίρτα
και το φως κολλημένο στον τοίχο μιά τεράστια κίτρινη αφίσα.

ΚΑΙ ΜΕΣ ΣΤΟΪΣ πυροβολισμούς, πάνω άπ’ τό φόβο, πάνω άπ’ τόν πόνο,
πάνω απ’ την ένοχη θλιμμένη αλληλεγγύη, — τό πρόσωπο εκείνο
και το χέρι,
το ένα σώμα κατάχλωμο μες στη γυμνότητα του
πλαγιασμένο ή όρθιο, αφημένο ή τεντωμένο — σώμα ερωτικό
μες στο μοναχικό του απόλυτο. Τα παπούτσια κ’ οι κάλτσες στο
λουτρό,
τα ρούχα στο πάτωμα, ένα τσιγάρο πνιγμένο στον καπνό του —
μνήμες και μνήμες,
πικρά απογεύματα παιδιών η άσπρη κουρτίνα κ’ ή σκιά του χεριού
με το μήλο
διαδοχή από ξύλινα αλογάκια με ρόδες ως το ξύλινο της Τροίας κούφιο μπροστά στην πύλη, πάνοπλο, μ’ έναν ξεδοντιασμένο ουρανό στά γυάλινα μάτια
και τ’ άλλα τ’ άλογα στο δάσος με υψωμένους λαιμούς να κόβουν
φύλλα απ’ τα ψηλότερα κλωνιά.

TO ΑΣΚΟΠΟ και το μεγαλείο της πράξης, η αψήφιστη τόλμη σκέτη
πράξη
η στύση του όμορφου εφήβου πέρα απ’ την ιδέα όποιας γέννησης και κάτω οί καμπάνες σημαίνοντας μιά γιορτή χωρίς άγιο.
Μόνη γέννηση.

ΩΡΑ ΜΕΓΑΑΗ, ώρα σκληρή, ώρα αδειασμένη απ’ τη δειλή μακροθυμία των στίχων —
εδώ ότι πια θα πει θα ‘ναι το αίμα. «Ω, κακόφημη ζωή, ληστεμένη.

 

 

21 Νοεμβρίου

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ πονάνε περισσότερο απ’ τ’ αγόρια, με τον πόνο νικάνε το φόβο — είναι οι μικρές μητέρες, έτοιμες κιόλας. Τ’ αγόρια
είναι πολύ μονάχα κάτω απ’ το χάδι, — φοβούνται,
είναι από μόνα τους μόνα — κάνουν πώς χαμογελάνε, κοιτάζουν αλλού,
κάνουν πώς δέχονται, λείπουν στα δικά τους, κρυμμένοι
στον ίσκιο της μεγάλης σημαίας — αυτά δε γκαστρώνονται, δε
γεννάνε, φοβούνται,
μονάχα η θέληση τούς μένει — μ’ αυτή θα παλέψουν, μ’ αυτή θα
γίνουν ότι γίνουν, ότι φτιάξουν
οι πιο λυπημένοι είναι οι ήρωες — κι αυτοί λείπουν, κρυμμένοι κάτω απ’ την πράξη τους, βαμμένοι με το αίμα τους, — απ’ τα
πριν πεθαμένοι,
σώζοντας μες στο φόβο το χαμόγελο τους για τούς άλλους. Τα κορίτσια κλαίνε,
ζητούν τυραννικά τον έρωτα των ωραίων νεκρών. Μαζί περνούν την Πύλη
εκείνοι με το στόμα τους σαρκώδες, σφραγισμένο μ ένα σβηστό τσιγάρο
αυτές με μιά τσατσάρα, μ’ ένα τσέρκι, μέ μιά σκισμένη κάλτσα
και με μιά χάρτινη σημαιούλα πιεσμένη στα μικρά τους στήθη.

 

 

22 Νοεμβρίου

ΑΡΓΑ πού μαλακώνει το μαχαίρι. Αυτός πού σωπαίνει
δεν είναι πού δεν έχει τίποτα να πει, δεν είναι
τα δώδεκα καρφιά στον τοίχο, η ακρίδα στο ποτήρι —
είναι πού περιμένει να ξεσφίξουν τα σαγόνια του.

 

 

 

Το σώμα και το αίμα (1976)

 

Το σώμα και το αίμα

 

XII

ΑΥΤΟ πού λέγαν περιληπτικά δόξα ή εξέγερση ή θυσία
μιά μέρα τόσο διάφανη σα να μην είχε γίνει τίποτε αξιοκατάκριτο την προηγούμενη νύχτα
λίγο πιο πέρα ακουγόντανε κιόλας τα ζήτω
αλλάζανε χρώματα τα τζάμια το κόκκινο κυριαρχούσε
ή μουσική γυρνούσε αλλού ψηλά σκαμνιά μέναν άδεια
τα παράθυρα μεταποιούνταν σε πόρτες έλεγε θα βγω κ’ έβγαινε στον ουρανό με μεγάλη
ευκολία
προπάντων με πλήρη φυσικότητα ύστερα πάλι
τα παράθυρα γίνονταν παράθυρα
πιώ στενά από πριν πιο κλειστά
ύστερα μόνο τοίχος
ύστερα καρφιά, στων τοίχο
άπλυτα πουκάμισα κρεμασμένα στα καρφιά
εδώ θα μείνουμε λοιπόν εδώ θα τριγυρνάμε είχε ρωτήσει
το μόνο πού μάζεψε μιαν ανθοδέσμη πού έπεσε με θόρυβο στο φως
άσπρα λουλούδια κανένα δεν είχε ξεφύγει απ το βρεγμένο σπάγκο
φέραν τη γυάλα βγάλαν το χρυσόψαρο ήπιαν το νερό
απ’ την απέναντι πολυκατοικία κουνούσαν τις πετσέτες σα να ξεσκόνιζαν μιαν ανύπαρχτη
λάμπα
κανένας δεν έχει διόλου διάθεση όταν πέφτει το βράδυ
όπως ένα κομμένο χέρι μέσα στο φευγαλέο προβολέα της πυροσβεστικής υπηρεσίας
η πολιτεία συνειδητοποιείται στην άκρη του καπνού με τα καμένα δοκάρια
παράξενα κίνητρα δημιουργούν απροσδόκητες καταστάσεις
όπως τά πάμπολλα στεφάνια στα προπύλαια τού νεκροταφείου
όπως ένα γυάλινο φέρετρο πού σηκώνεται όρθιο και περπατάει μαζί με τις σημαίες
κι ό νεκρός ανεβαίνει τις κερκίδες τυλιγμένος με καλώδια και ζήτω.

 

 

 

Το τερατώδες αριστούργημα (1977)

 

Απομνημονεύματα ενός ήσυχου άνθρωπου πού δεν ήξερε τίποτα

μόνος με πυκνωμένες νύχτες κάτω απ’ τα έπιπλα με αναρίθμητα
αόρατα πλήθη στον αέρα και στο χώμα
μικροί κουρασμένοι σοσιαλιστές από τις κακουχίες αιώνων
άλλοι γεροί με προεξέχον το καρύδι του λαιμού τους απ’ τα έντονα λόγια
κ’ ένα σύννεφο νικηφόρο στο σούρουπο υποβαστάζοντας μια φωταγωγημένη πολιτεία στα ύψη
και το φώς μυστικών αεροπλάνων φωτίζοντας μόλις τις προσόψεις των πολυκατοικιών και τούς τοίχους των κήπων

αγνοί παλιοί μαρξιστές κ’ οι νεότεροι με τα μακριά μαλλιά τους
σπουδαστικές ζυμώσεις όνειρα καυγάδες συνδικάτα φιλίες
κάγκελα κι άλλα κάγκελα πεσμένες πόρτες
παγκόσμιες συναντήσεις κάτω από μικρά δέντρα
κρυφές φωτογραφίες εκτελεσμένων σε φασιστικά στρατόπεδα
άσπρα προαύλια Πανεπιστημίων με μαύρες και κόκκινες κηλίδες

διαβάζω ανάποδα τις λέξεις βρίσκω το σωστό νόημα τους
παίρνω το μαυροπίνακα κάτω απ’ τη μασκάλη μου φεύγω
ό τρίφτης κατρακυλάει στη σκάλα τρέχουν οι αρουραίοι
γ κ ρ ο ύ χ είπε ν τ β έ ρ ζ είπε

ωστόσο είχα διατηρήσει ένα ψαλίδι ένα μπαστούνι με ασημένια λαβή κ’ ένα δίσκο
μια ραπτομηχανή στην είσοδο της τραπεζαρίας
ένα ταριχευμένο τριαντάφυλλο σε μια κασετίνα από παλιά ποιήματα
την ένοχη αφή μιας κλεμμένης μαθητικής κιμωλίας
όταν μού τηλεφώνησαν επ’ αυτοφώρω τάχασα ολότελα
ήταν μια διακοπή μ’ όλο το παρελθόν πού ετοιμαζόταν νά γίνει ένα αριστούργημα
και σκεφτόμουν να μην παραλείψω το ποτάμι και προπάντων τις ακρίδες

στο καφενείο φιλονικούσαν άνθρωποι μουσκεμένοι απ’ την άξαφνη ψιχάλα
ήταν μάλλον μπαρ ναυτικό
άγκυρες κρεμασμένες στο ταβάνι δίχτυα στους τοίχους
ένα χαρτονένιο καράβι με μικρά πολύχρωμα λαμπιόνια
και τα ποτήρια πού χτυπούσαν το ‘να τ’ άλλο μες στο καράβι καθώς
ανάπνεε δυνατά ό καπετάνιος κ’ οι τρεις λοστρόμοι σφουγγάριζαν το κατάστρωμα με μεγάλα
τσουβάλια σφουγγαρόπανα σκουπόξυλα κουβάδες

έχω μιαν αυτοκρατορία δική μου κάτω απ’ το κάθε νύχι μου είπε αν κάψω μια μπλε κορδέλα στο σταχτοδοχείο αν αφήσω την πίπα μου στο τραπέζι να κάνει τού κεφαλιού της αν πω στην κιθάρα του ναυτόπουλου αυτά που εκείνος δεν μπορεί να
πει μήτε κανένας άλλος με τόσα κατεψυγμένα ψάρια πλάι στ’ αγάλματα και στις υδρίες μεγάλα ψάρια με χρυσά νομίσματα στα δόντια τους κ’ οι υαλογραφίες στη δυτική πλευρά με σμαραγδιά φοινικόδεντρα
και κόκκινους σκίουρους και το λιοντάρι ήταν δεμένο μέσα στις πανάρχαιες καμπανοκρουσίες

άλλοι τα ορίζουν αυτά έτσι είπαν δικαιολογούνται κρύβονται τη
δουλίτσα τους κάνουν εγώ δεν τ’ ακούω κάτι τέτοια έχω κ’ εγώ να ορίσω κι ορίζω μου τόπε κι ό Μαθιός με το τομάρι του λύκου ριγμένο ασίκικα στον ώμο του
κάνω κ’ εγώ τη δουλειά μου — αντέστε στο καλό σας με τις αντιρρήσεις σας
υφασματέμποροι τελωνειακοί αστυνομικοί διαφημιστές ειρηνοδίκες στρατιές σκονισμένα μπουκάλια κοσμήματα ενστάσεις
πάντοτε προτιμούσα τα μεγάλα ζώα σε μεταμεσονύχτια δάση ελέφαντες αρκούδες
μια γυναικεία μελαγχολία στο παράθυρο μ’ ένα πουλί κ’ ένα κρυφό
φιλήδονο φεγγάρι
όταν ό σπάγγος χαλαρώνει στον τοίχο και τυλίγουν σ’ εφημερίδες
ψαροκόκκαλα για τις γάτες τού Μπωντλαίρ πού αγρίεψαν

χτύπησα τα καρφιά στο μάρμαρο καρφώθηκαν γερά μείναν
κρέμασα τα δισάκια των οδοιπόρων το τσεμπέρι της γριάς τα σακουλάκια με τα φιστίκια
ένα ντυμένο μάρμαρο είναι πιο γυμνό
τις προσωπίδες τις είχα κρύψει στο μπαούλο
το μπαούλο το ‘χα κρύψει στο πατάρι
το πατάρι το ‘χα κρύψει στον καπνό

είδα τις μεγάλες μηχανές να θερίζουν τις μπαμπακοφυτείες
ανακάτεψα τα ξερά τσόφλια στα μαλλιά σου όταν κοιμόσουν
ήσουν ωραίος σαν πνιγμένος με κολλημένες στους ώμους σου αχιβάδες
με το μπαμπάκι τύλιξα τα δόντια μου για να μην τρίζουν
μάκρυνα πιότερο το νήμα τραβώντας το και με τα δυό μου χέρια απ’ το λαρύγγι τού κόσμου

ένιωθα πράγματι ελεύθερος κι όμορφος
ανακατεύοντας έτσι ζητωκραυγές γιασεμιά και στραγάλια
μην έχοντας να δώσω λόγο σε κανέναν μπάσταρδο
αν και είχε αυτοκτονήσει ό Μαγιακόβσκη
και το τεράστιο παντελόνι του κρεμότανε στο σύννεφο χιλιοσκισμένο απ’ τα νύχια των σκυλιών του

γιατί πρέπει να ξέρεις πως η γέννηση είναι ένα πράμα περίεργο
που ποτέ δεν το ξέρεις ως το τέλος
ή το ξεχνάς στη μέση και ξαναρχίζεις σα να μη συνέβη τίποτα
κ’ ή ανάσα της γης σου χτυπάει και πάλι τα ρουθούνια κατακαλόκαιρο
και μετανιώνεις όλους τους θανάτους
και σφίγγεις δυνατά τη ζώνη σου και τα κορδόνια των παπουτσιών σου
κι όλα είναι ευφάνταστα κι ακατανόητα σα φρέσκα καρότα

γι’ αυτό σου ‘λεγα να μην απελπίζεσαι
να μην κάνεις ενέσεις
αν θέλεις μπορείς να κοιτάς τις ενέσεις παραταγμένες στο κομοδίνο
σα γυάλινα καραβάκια που δεν ταξιδεύουν στη θάλασσα
που τη θάλασσα την έχουν μέσα τους ακίνητη και τη βλέπεις
κίτρινη από’ ναν ύπνο που θα επακολουθούσε

οι συμβουλές είναι εύκολες όταν έχεις δυό καρέκλες ν’ απλώνεις τα
πόδια σου και μεγάλη λιακάδα
όταν έχεις ένα δεύτερο καφέ συνέχεια παγωμένο νερό και μια τέντα
ραβδωτή πράσινη κι άσπρη
όταν δεν έχεις να πληρώνεις νοίκι με καρφιά στον τοίχο κ’ ένα
καθρεφτάκι για το ξύρισμα πού πουθενά δε στεριώνει
αυτά ήταν όλα κι όλα πού είχα να σάς πω με την ανεμελιά τού νυν
χορτάτου
μ’ ενδιέφεραν πάντοτε τα καταστήματα ειδών υγιεινής
ιδίως τις νύχτες μετά το σινεμά στην οδό Αχαρνών ή 3ης Σεπτεμβρίου
ή εκείνα στον «Άγιο Παντελεήμονα πίσω απ’ τα πολυκλαδεμένα χειμωνιάτικα δέντρα
αντανακλάσεις στην άσφαλτο φώτα ζαχαροπλαστείων μάγκες ταξιτζήδες

εξουθενωτικό αυτό το λευκό παρηγορητικό ταυτόχρονα το ‘να
τσιγάρο πάνω στ’ άλλο ό αέρας παίρνει τον καπνό δίπλα στ αυτί σου
άσπρα πλακάκια άσπρες μπανιέρες άσπρες λεκάνες
το άσπρο χύνεται στα πεζοδρόμια γλιστράει στις παρόδους
βάφει με στουπέτσι τα παπούτσια της πόρνης πού κάνει πιάτσα έξω απ’ το φερετροποιείο
ονειρεύομαι τότε ένα μεγάλο ρολόι
το εσωτερικό του ρολογιού με δεκατρία κεριά αναμμένα απ’ τον Καβάφη
με έξη καρότσια παραλυτικών παιδιών οι τροχοί είναι εικοσιτέσσερις

αυτοί οι τροχοί μιμούνται ένα τραίνο φορτωμένο με σφαγμένα βόδια
στην κορφή των βοδιών κάνει έρωτα ό θερμαστής με την Ουρανία
τρέχουν αίματα σπέρματα σκοινιά κουκουβάγιες κουδούνια
τα χόρτα είναι κίτρινα ανάμεσα στις ράγιες
οι καπνοί κάθονται στις γύρω συκιές και μαδάνε αδιάφορα τά πούπουλα τους
στους Σταθμούς πουλάνε χαρτοφάναρα βρασμένα αυγά λουκάνικα
πατάτες λαγήνια
διαλέγω μια πιπεριά τη χώνω στην τσέπη μου να θυμηθώ να τη
φάω κάτω απ’ το Αστεροσκοπείο
όλοι έμειναν άναυδοι
κ’ εγώ

οί Εβραίοι μαζεύονταν στο συνοικιακό Αλσύλλιο
καθόντανε κατά προτίμηση στα παγκάκια τα δίχως πλάτη
ό Ηλίας έλεγε δεν ξέρω ποιά σχέση έχουν οί Εβραίοι με τούς
κύκνους
όμως έχουν
ύστερα απάγγειλε χωρίς λόγο μιαν Ωδή τού Κάλβου

ή Μαρία είμαι ολότελα χαμένη ξανάπε με μια γούνα προβατίσια
και με γάντια πυγμάχου
ή Ελένη βρήκε ευκαιρία να ξεφύγει
ανέβηκε την ξύλινη σκάλα στο παλιό σπίτι
γνώρισε καλά τα βήματα της απ’ τα παλιά χρόνια στον απάνω διάδρομο με τον καθρέφτη τον καλόγηρο τις γαλότσες
όταν ένα βράδυ καλοκαιριάτικο μασουλούσε εκεί πέρα ένα μεγάλο κλεμμένο σταφύλι
ζουλώντας τις μενεξεδένιες ρώγες με τα χείλη της τη μύτη της μαζί καί τό πηγούνι
αυτό είναι μούστος έλεγε θα γίνω κόκκινη σαν τη θεατρίνα στο σφαγείο
γιατί της άρεσε να φοράει την κουρτίνα στο κεφάλι της να κάνει τη νύφη τ’ απογεύματα μέσα σ’ εκείνα τα μεγάλα δωμάτια τα σχεδόν άδεια

. . .

 

 

Γραφή τυφλού (1972)

 

Εξαίρεση χωρίς σημασία

Αναποφάσιστα αισθήματα, κινήσεις, γεγονότα. Το βράδυ
είχε ένα κίτρινο χρώμα σαν ένα ποτήρι λεμονάδα
πού πίνει ό τυφλός μπροστά στο παράθυρο. Εκείνος
δεν ήξερε που να πατήσει — στο χαλί; στα πλακάκια; Του το ‘πα:
θα πεθάνεις κι εσύ. Δε με πίστεψε. Τώρα οι γυναίκες
γερνάνε μονομιάς. Δεν καλοβλέπουν. Τρυπούν το δάχτυλο τους
με τη μεγάλη βελόνα, όπως μπαλώνουν, καθισμένες στο κρεβάτι,
μια στρατιωτική, πολύ μακριά, βαμμένη χλαίνη. Στέκουν,
βυζαίνουνε το δάχτυλο τους, απορούν, κοιτούν την καρέκλα,
κοιτούν την κουρτίνα να τούς πει. Χάνουν Κάι τη βελόνα φοβούνται
μη Κάι μπηχτεί στα μεριά τους, στον ύπνο τους. Μόνον εγώ
πού το ‘ξερα — λέει — από πριν, μόνον εγώ είμαι νέος.

Αθήνα, 5. Χ. 72

 

 

 

Αυτό που ακούγεται πάντα

Μέρα τη μέρα πιο μόνος, πιο μειλίχιος. Δε βγαίνει. Κοιτάει
απ’ το παράθυρο τα μαγαζιά, τ’ ανθοπωλείο, το σκυλί. Δε βλέπει.
Έχει μιαν έκφραση κουφού που κάνει τάχατε πώς έχει ακούσει,
κι όλοι το ξέρουν, όπως κι ό ίδιος, μια και μιλάει πιο δυνατά
εκεί ακριβώς πού δεν πρέπει καθόλου. Το χαμόγελο του
γίνεται τότε πιο περίλυπο, πιο ηλίθιο, πιο βαθύ το τυλίγει
με προσοχή στο τρύπιο τσιγαρόχαρτο τ’ αφήνει στο νιπτήρα,
σ’ εκείνον το μαρμάρινο νιπτήρα τού παλιού σπιτιού του. Ωστόσο,
τη νύχτα, έξω απ’ την πόρτα μας, πρώτος αυτός είναι πού ακούει
τί γυμνό βρέφος πού χουν παρατήσει μέσα στη μεγάλη αρβύλα.

Αθήνα, 5. Χ. 72

 

 

 

Πρωινή αντινομία

Ξημέρωσε ένα ήσυχο πρωινό, τόσο διάφανο σαν ένα δάκρυ
σταματημένο στο πρόσωπο της γυναίκας πού κοιμόταν ακόμη.
Πάνω στην πολυθρόνα τα δυό χέρια τού αργυραμοιβού κομμένα.
Τα γνώρισα αμέσως παρ’ ότι δε μοιάζαν το ‘να με τ’ άλλο —
το ‘να απ’ το σιδερένιο δαχτυλίδι, τ’ άλλο απ’ τη χτεσινή γρατζουνιά.
Κι αντίκρυ, στο παράθυρο, πίσω απ’ τα λίγα φύλλα τού δέντρου,
έλαμψε φευγαλέος, ολόχρυσος, ό γυμνός ώμος τού φονιά.

Αθήνα, 22.XI.72

 

 

 

Μικρή σονάτα

Άξαφνο τω κεφάλι του πιανίστα απόγειρε κι έμεινε
πάνω στα πλήκτρα, κάπως λοξά. Ό βιολιστής
συνέχισε μόνος του, χωρίς να κοιτάει
τους θαμώνες ή τα γκαρσόνια. Οι νικελένιοι δίσκοι
λάμπαν ασάλευτοι στον αέρα καθρεφτίζοντας
μια μεγάλη σειρά μαύρα αναλόγια ως μέσα
στη γυναικεία τουαλέτα όπου χτενίζονταν
οι τρεις ωραίες κυρίες με κόκκινες τσατσάρες.
Η συγχορδία της διακοπής έσβηνε στα μαλλιά τους.

Αθήνα, 16.Χ.72

 

 

 

Το ποίημα κι ο ποιητής

Εκείνο το ποίημα τ’ άκουσες; Είδες τη γλώσσα της τίγρης
μες στο κλουβί; — κόκκινη γλώσσα, δηλητηριώδης, ανάμεσα
στα αιχμηρά κατάλευκα δόντια της. Η μέρα απλωνόταν
στα πέτρινα σκαλιά της εκκλησίας. Οι τρεις τυφλοί
με τα καπέλα τους στα γόνατά τους, ξεχασμένοι,
άναψαν τσιγάρο και το ‘σβησαν αμέσως. Αργότερα
πέρασε ο αρκουδιάρης με το ντέφι του βαμμένο στο λιόγερμα
κόκκινο, κατακόκκινο σαν αίμα. Τα παιδιά δε μαζεύτηκαν.
Είδες τη γλώσσα της τίγρης, το βράδυ, να γλείφει το βρέφος της
μες στο ίδιο κλουβί, φωτισμένο απ’ τ’ απέναντι φώτα
των δυο εστιατορίων και του μεγάλου κλειστού ανθοπωλείου;
Εγώ τους το ‘πα από πριν, — δε γελάστηκα μήτε τους γέλασα.

Αθήνα, 16.Χ.72

 

 

 

Αντιδικία

Κείνο το πρόσωπο, πίσω απ’ το τζάμι, χωρίς καμιά σύσπαση,
παρ’ ότι κοίταζε μέσα στο ξένο σπίτι, μια ήσυχη νύχτα, —
θυμάμαι οι άλλοι δεν το ‘χαν προσέξει. Ένιωσα μόνος
σαν ένα καπέλο ξεχασμένο στο παγκάκι τού κήπου
που εντός του πάγωνε λίγο λίγο θολωτός ο αγέρας, ενώ
μια μαύρη πεταλούδα ήταν καρφιτσωμένη στο φεγγάρι.
Το ‘δα κι αυτό πάνω στο τζάμι, την ώρα πού ό Αλέκος
έλεγε με αδικαιολόγητα έντονη φωνή: «καμιά αλλαγή,
καμιά αλλαγή χωρίς αίμα». Κατάλαβα τότε πώς κι εκείνος
το ‘χε προσέξει και γι’ αυτό αντιδικούσε μαζί μου.

Αθήνα, 21.XI. 72

 

 

 

Τα ερωτικά (1981-1982)

(Αποσπάσματα)

 

Μικρή σουίτα σε κόκκινο μείζον

Τ ό ποίημα
ά το ποίημα — έλεγε —
μια συνουσία αέναη
σημεία στίξης τίποτα
τελεία καμιά
μοσκοβολιά της γης
κοπριά και λεμονάνθι
και σπέρμα
ηή αξίνα και το φτυάρι
πάνω στο μάρμαρο
διπλή δουλειά
άλλο μη λες
ο έρωτας ένας.

Αθήνα 22. Ι. 80

 

 

Α ανεξάντλητο — λέει —
ανεξάντλητο
το ανθρώπινο σώμα
πηγμένος ουρανός
κόκκινος ουρανός
βυθίζεσαι
κλαδί δεν έχεις να πιαστείς
γη να πατήσεις
πηγμένος ουρανός —
για ν’ ανοιχτούνε τα φτερά σου
πρέπει να βγεις.

Αθήνα, 6.II.80

 

 

Έσμιξαν τα χείλη
τις γλώσσες
το σάλιο τους
το σάλιο τους έπηζε
έτσι έπλασαν
ένα θεό
μικρές μαργαρίτες
στο τρίχωμα του στήθους του
ένα ψωμί στα γόνατά του
κι ό διαβήτης καρφωμένος
στο κέντρο του χάρτη —
ο κόσμος είναι κύκλος.

Αθήνα, 12.11.80
Πεινάνε τα μάτια
πεινάνε τ’ αυτιά τα ρουθούνια
το στόμα η γλώσσα
πεινάει το σώμα
οσμίζεται αφουγκράζεται ψάχνει
τα γόνατα τα ρούχα τις τσέπες
τη μορφή τ’ άλλο σώμα
τα ματόκλαδα ένα ένα
αγάλματα τρέχουν τις νύχτες
άνθρωποι με σημαίες
φανοστάτες
το σώμα αμετάπειστο ψάχνει
τις κλειδώσεις της μιας χειρονομίας
πάνω απ’ το θάνατο ψάχνει
μέσα στο θάνατο
ακούει τις σταλαματιές της βρύσης
μες στον μαρμάρινο λουτρώνα
με τις μεγάλες κόκκινες πετσέτες
μουσκεμένες.

Αθήνα 16.ΙΙ.80

 

 

Ταξίδια εικόνες άνθρωποι
μια γυναίκα με ομπρέλα
ήχοι από καμπανοκρουσίες
7 το βράδυ
μέσα σε σκοτεινά αλλαντοπωλεία
σε καπνοπωλεία
μια καρέκλα
δυό στρατιώτες
ο αντίχειρας του Ορέστη
σ’ ένα πλήκτρο του πιάνου
στο ημίφωτο του σύθαμπου —
αυτό που λέμε ομορφιά
αυτό ‘ναι — λέει —
αυτό που ετοιμάζει το σπέρμα
παύση του χρόνου
διάρκεια —
άραγε λίγο πιο μακριά;
πιο κοντά;

Διακοφτό 17.80

 

 

Λιμάνια πόλεις
ανάβουν τα φανάρια τους
ένα σκυλί στέκεται
έξω απ’ την πόρτα
δυό λαθρέμποροι
μπροστά στο τελωνείο
κόκκινες γυναίκες
μαύροι αχθοφόροι
αυτός
κρύβεται πίσω απ’ το σώμα του
παρατηρεί ξένος
λαθρεπιβάτης της νύχτας μας
ξένος να λέει — τί ξένος; —
μες στα βρεγμένα φώτα
υπάκουος επιστρέφει
κουρντίζει το ρολόι του
9 και 5′ περίλυπο αίμα βράδυ
σε απόβροχο.

Αθήνα, 19.11.80

 

 

Το σώμα σου στην αμμουδιά
η άμμος κολλημένη στη σάρκα σου
η άμμος στα χέρια μου
στη γλώσσα μου
να σε ανακαλύπτω
πίσω απ’ το λεπτότατο εμπόδιο
κι’ η άμμος να πέφτει απ’ τα μαλλιά μας
να κατακάθεται στο βυθό της σιωπής
κ’ εμείς
ωραίοι φρεσκολουσμένοι
απ’ τα δικά μας νερά αναδυμένοι
στο φώς και στο σώμα
τούτης της Γής.

Αθήνα, 23.11.80

 

 

Την έβδομη μέρα
(μάλλον την όγδοη)
μετά τη φυγή σου
(μετά το θάνατό μου)
γεννήθηκε ο άνθρωπος
η φυσαρμόνικα
και μια πεταλούδα
όχι κόκκινη
άσπρη
με μικρά μαύρα στίγματα —
ήμουν ελεύθερος.

Αθήνα 25.ΙΙ.80

 

 

Γυμνό σώμα

Ένα άστρο
έκαψε το σπίτι μου.

Οι νύχτες με στενεύουν
στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.

Η γλώσσα μου στο στόμα σου,
η γλώσσα σου στο στόμα μου —
σκοτεινό δάσος
οι ξυλοκόποι χάθηκαν
και τα πουλιά.

Όπου βρίσκεσαι
υπάρχω.

Τα χείλη μου
περιτρέχουν τ’ αυτί σου
τόσο μικρό και τρυφερό
πώς χωράει
όλη τη μουσική;

Ηδονή —
πέρα απ’ τη γέννηση,
πέρα απ’ το θάνατο•
τελικό κ’ αιώνιο
παρόν.

Αγγίζω τα δάχτυλα
των ποδιών σου.
Τι αναρίθμητος ό κόσμος.

Κάτω απ’ όλες τις λέξεις
δυό σώματα ενώνονται
και χωρίζουν.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πώς πλάθεται και καταρρέει
όλος ο κόσμος;

Η γλώσσα εγγίζει
βαθύτερα απ’ τα δάχτυλα.
Ενώνεται.
Τώρα
με τη δική σον αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου
κι ό σφυγμός μου.

Δυό μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κ’ εννιά δευτερόλεπτα.

Τι να τα κάνω τ’ άστρα
αφού λείπεις;

 

* * *
Το σώμα σου
μ’ εκτοπίζει,
με περιέχει.
Πλαγιάζω κ’ εγείρομαι
μέσα σου.

Τ απόκρυφα όργανα
σημαίνουν
έξω απ’ το χρόνο.
Πλοία με φώτα
έρχονται, φεύγουν
δε σφυρίζουν.

Έρωτας,
η βαθειά τομή —
αυτό που ονειρευτήκαμε
μισό στην άγνοια,
μισό στο απόλυτο,
εδώ.

* * *
Η κάθε σου χειρονομία
έχει αφήσει
πάνω στο τραπέζι,
μες στο ντουλάπι,
κάτω απ’ το προσκέφαλο,
ένα μικρό κιβώτιο μουσικής.
Ακούω μόνος.

Όλη νύχτα
τ’ όνομά σου
κελαϊδάει μέσα στο στόμα μου,
πίνει το σάλιο μου,
με πίνει.
Τ’ όνομά σου.

Απ’ το τηλέφωνο
ακούω να ρίχνεις
ένα ένα τα ρούχα σου
στο πάτωμα. Τελευταίο
το δαχτυλίδι σου.

 

* * *

 

Γυμνό το σώμα σου,
αυθεντικό —
τελεσίδικη απάντηση
στο τίποτα.
Έλα.

Πέντε ποτήρια,
γεμίζουν, αδειάζουν.
Με το μολύβι τα χτυπώ —
ήχο τον ήχο
η ιστορία.

Ήθελα κάπου να τα πω,
να τα μοιράσω —
τόσο μεγάλα.
Δεν τα είπα.
Ασφυκτικά μεγάλωσα,
μόνος.

 

* * *

Ένα μεγάλο ρόδο
ανεβαίνει ασυντρόφιαστο
στα σκοτεινά.

Χτυπάει ή πόρτα.
Χτυπάει το τηλέφωνο.
Τίποτα.
Λείπουμε.
Οι δυό μαζί
λείπουμε.
Κι η συνωμοτική βροχή.

Του σώματος σου το σχήμα
μες στις παλάμες μου
πηλός,
γίνεται υδρία,
λήκυθος,
εννέα αγάλματα
κ’ ένας αητός.

Τα χέρια μου σε θυμούνται
π ιό βαθιά απ’ τη θύμηση.

Τα σώματα αρνούνται τις λέξεις.
Γυμνά κι αμίλητα
συνεννοούνται.
Οι δυό πέτρινες σφίγγες
κοιτάζονται.
Απ’ τα χείλη τους ρέει
το γαλανό νερό.

Γδυθήκαμε.
Κλείσαμε έξω απ’ την πόρτα
τα σπίτια, τα σκυλιά,
τους κήπους, τ’ αγάλματα,
το θάνατο.

Το ξέρεις
Εκείνα τα δυό κάστανα
μένουν ακόμη
επάνω στο γυμνό τραπέζι.
Σ’ αγαπώ.

Πώς ζουν οι πεθαμένοι
χωρίς έρωτα;
Βαθειά συνουσία.
Πόλεις γκρεμίζονται,
άλογα καλπάζουν,
φανοστάτες πέφτουν,
άηχα, άηχα.

Θηλάζεις τον αντίχειρα μου
βρέφος, και τρέφεσαι,
και τρέφομαι.

 

* * *
Νέφος το ποίημα,
μπορεί και φως, —
σώμα δεν έχει.
Στο σώμα σου υπάρχω.

0που κι αν βρίσκεσαι
πλάι μου είσαι.
Σφίγγω τη ζώνη σου
στη μέση μου.
Βαθειά μου περηφάνια.

Όσα είπαμε,
όσα δεν είπαμε
υποβαστάζουν το ποίημα.
Στο αέτωμα
ένα ψηλό κυπαρίσσι
ανάμεσα
σε δυό μαρμάρινα άλογα.

 

* * *

Όταν ακουμπούσες το χέρι σου
στο γόνατο μου ή στον ώμο μου
ή στη μέση μου
άλλαζε στάση ό κόσμος.

Μακραίνει ο χρόνος,
μακραίνεις.
Η εικόνα σου ασάλευτη
στο μέσα τοίχο.

Ακούω.
Κάτι ραγίζει
στο ξύλο, στο τζάμι,
στον καθρέφτη

Όταν συναντηθούμε πάλι
θάμαστε οι ίδιοι;

Και βέβαια
υπάρχουν κι άλλα χρώματα
κι άλλα τοπία.
Στη μέση του ύπνου μου θυμάμαι.
Και ξυπνώ.

Τώρα
προς ποιά πλευρά του ορίζοντα
τα μαλλιά σου ανεμίζουν;

Ούτε Απόψε πανσέληνος.
Ένα κομμάτι λείπει.
Το φιλί σου.

* * *

 

Σάρκινος λόγος

Όταν λείπεις, δεν ξέρω που είμαι. Το σπίτι αδειάζει.
Οι κουρτίνες ανεμίζουν έξω απ’ τα παράθυρα.
Κλειδιά στο τραπέζι. Στο πάτωμα χάμω
βαλίτσες ανοιχτές από παλιά ταξίδια, με παράξενα κοστούμια
ενός θιάσου πού κάποτε θριάμβευσε κι αργότερα διελύθη •
η ωραία πρωταγωνίστρια αυτοκτόνησε μια νύχτα πάνω στη σκηνή.
Όταν λείπεις,
έξω στους δρόμους τρέχουν στρατιώτες• γυναίκες φωνάζουν
κροτούν τα βαριά μηχανοκίνητα σφυρίζουν οι σειρήνες •
περνούν τ’ ασθενοφόρα, σταματούν οι νοσοκόμοι στα άσπρα
μαζεύουν τραυματίες απ’ την άσφαλτο, μαζεύουν κ’ εμένα,
με μεταφέρουν σ’ ένα κάτασπρο νοσοκομείο χωρίς κρεβάτια
κλείνω τα μάτια σαν παιδί πολιορκημένο απ’ το επικίνδυνο άσπρο.
Μια νοσοκόμα
έχει μείνει στον κήπο, πλάι στο σιντριβάνι σκύβει και μαζεύει
κάτι λευκά λουλούδια που ‘ριξε ο αέρας απ’ τις ακακίες. Και, να, που
ανοίγει ή πόρτα•
μπαίνεις εσύ μ’ ένα καλάθι• — μυρίζουν τα ώριμα αχλάδια.
Κοιμάσαι; — λέει ή φωνή σου. Κοιμάσαι μόνος; Δε με περιμένεις;
Ανοίγω τα μάτια. Κ’ είναι εδώ τό σπίτι. ΑΓ’ είμαι εδώ. Κ’ οι δυό πολυθρόνες.
Κόκκινες πολυθρόνες. Και τί σπίρτα στο τραπέζι.
Ω, κατάλευκο φώς• ώ, κόκκινο αίμα, αγάπη, αγάπη.

Αθήνα 16.11.81

 

***

 

Ολόκληρο με πήρες. Ο θάνατος πια δε θα χει τίποτα να πάρει.
Μέσα στο σώμα σου αναπνέω. Χίλια αγόρια έχω σπείρει στον ιδρωμένο
αγρό σου
χίλια άλογα καλπάζουν στο βουνό, σέρνοντας πίσω τους ξεριζωμένα ελάτια,
κατηφορίζουν ως τα πρόθυρα της πολιτείας, υψώνουν το κεφάλι,
κοιτούν με τ’ αμυγδαλωτά μαύρα τους μάτια την Ακρόπολη, τους ψηλούς
φανοστάτες,
Ανοιγοκλείνουν τα κοντά τους τσίνορα. Τα πράσινα, κόκκινα σήματα
τούς φέρνουν
σε μια δυσάρεστη αμηχανία. Κι αυτός ο τροχονόμος
κουνάει τα χέρια του σαν για νι κόψει έναν αόρατο καρπό απ’ τη νύχτα
ή να πιάσει απ’ την ουρά ένα αστέρι. Στρέφουν τη ράχη
σαν ηττημένα σε μια μάχη που δε δόθηκε. Κι άξαφνα
τινάζουν πάλι τί χαίτη και καλπάζουν προς τη θάλασσα. Στο λευκότερο
απ όλα
καβάλα εσύ γυμνή. Σε φωνάζω. Στα στήθη σου
χιαστί ζωσμένα δυό κλωνάρια κισσού. Ένα σαλιγκάρι
ακινητεί στα μαλλιά σου. Σε φωνάζω, αγάπη. Τρεις ξενυχτισμένοι χαρτοπαίχτες
μπαίνουν στο γαλατάδικο της γειτονιάς. Ξημερώνει.
Σβήνουν τα φώτα της πόλης. Το μεγάλο ωχρό χύνεται λείο
πάνω στο δέρμα σου. Είμαι μέσα σου. Φωνάζω από μέσα. Σε φωνάζω
εδώ πού συγκλίνουν τα ποτάμια βουίζοντας κι ό ουρανός κυλάει
μες στο ανθρώπινο σώμα, ανεβάζοντας μαζί του
τά θνητά πλάσματα και πράγματα — αγριόπαπιες, παράθυρα, βουβάλια,
τα θερινά σαντάλια σου, το να βραχιόλι σου, έναν αχινιό,
δυό περιστέρια,
στόν ανοιχτό περίβολο μιας ανεξήγητης κι αζήτητης αθανασίας.

Αθήνα, 17.11.81

 

***

Τι όμορφη που είσαι. Με τρομάζει η ομορφιά σου. Σε πεινάω. Σε διψάω.
Σου δέομαι: Κρύψου, γίνε αόρατη για ήλους, ορατή μόνο σ’ εμένα.
Καλυμμένη οπ τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών με σκοτεινό διάφανο πέπλο
διάστικτο οπ τους ασημένιους στεναγμούς εαρινών φεγγαριών. Οι πόροι σου εκπέμπουν
φωνήεντα, σύμφωνα ιμερόεντα. Αρθρώνονται απόρρητες λέξεις.
Τριανταφυλλιές εκρήξεις απ τη πράξη του έρωτα. Το πέπλο σου ογκώνεται, λάμπει πάνω απ τη νυχτωμένη πόλη με τα ημίφωτα μπαρ, τα ναυτικά οινομαγειρεία.
Πράσινοι προβολείς φωτίζουνε το διανυκτερεύον φαρμακείο. Μια γυάλινη σφαίρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία της υδρογείου. Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει
σε μία τρικυμία φυσημένη απ την αναπνοή του σώματός σου. Μὴ φεύγεις. Μη φεύγεις.
Τόσο υλική, τόσο άπιαστη. Ένας πέτρινος ταύρος
πηδάει απ’ το αέτωμα στα ξερά χόρτα. Μια γυμνή γυναίκα ανεβαίνει
τη ξύλινη σκάλα
κρατώντας μια λεκάνη με ζεστό νερό. Ὁ ατμός της κρύβει το πρόσωπο.
Ψηλά στον αέρα
ένα ανιχνευτικό ελικόπτερο βομβίζει σε αόριστα σημεία. Φυλάξου.
Εσένα ζητούν. Κρύψου βαθύτερα στα χέρια μου. Το τρίχωμα
της κόκκινης κουβέρτας που μας σκέπει, διαρκώς μεγαλώνει.
Γίνεται μία έγκυος αρκούδα ἡ κουβέρτα. Κάτω από τη κόκκινη αρκούδα ερωτευόμαστε απέραντα, πέρα απ ᾿ το χρόνο κι απ ᾿ το θάνατο πέρα,
σε μια μοναχική παγκόσμια ένωση. Τί όμορφη που είσαι. Η ομορφιά σου με τρομάζει.
Και σε πεινάω. Και σε διψάω. Και σου δέομαι: Κρύψου.

Αθήνα 18.11.81

 

 

Ο κόσμος είναι ένας (1978-1980)

 

Στην οδό που δεν ονομάστηκε «οδός Παζολίνι»

Πλατύ πρωινό της Ρώμης που πλαταίνει το σύμφωνο λάμδα
μες στις φωνές των μικροπωλητών, στα λάστιχα των λεωφορείων,
και στη σιωπή των αγαλμάτων,
‘Ώχρα σκιασμένη στις ανατολικές προσόψεις
των μαγαζιών και των μεγάρων. Πόρτες και πόρτες
συγκρατούν τα ημικύκλια των ίσκιων σ’ ένα κάποτε. Παράξε¬νο, — είπε —
σε μιαν αρχαία πολιτεία, με κόκκινα και κίτρινα σκοτεινά χρώ¬ματα,
να υπάρχουνε παιδιά κρατημένα απ’ το χέρι της μάνας τους
σ’ αυτούς τούς πολυσύχναστους δρόμους, κάτω από αναρίθμητα
παράθυρα, εδώ
πού ό Παζολίνι σεργιανούσε τις νύχτες του, — Στατσιόνε Tέρμινι, εδώ
πού σ’ ένα υπαίθριο σανιδένιο κιόσκι ένας χοντρός σύγχρονος Νέρων
πουλούσε στους περιηγητές πολύχρωμα φουλάρια. Αγόρασα ένα κόκκινο
το ‘δεσα στο λαιμό μου, και καταμεσής του δρόμου σφύριξα:
Εμπρός της γης οι κολασμένοι, Εμπρός της γης oι κολασμένοι.

 

 

Υπόκωφα (1972)

 

Χαραματιά

Τη νύχτα, μέσ’ απ’ τη χαραματιά της πόρτας,
είδες την αλεπού μεταμφιεσμένη να τρυπώνει
στο σκουπισμένο κοτέτσι η ουρά της, ανασηκωμένη,
ξεσκόνιζε με μαλακές κινήσεις τ’ άστρα. Τότε
οι γέροι με τα σάπια δόντια πέσαν ανάσκελα
πάνω στις πλάκες της αυλής προσμένοντας ακόμα
μ’ ένα ξερό κλαδί κρυμμένο στο πουκάμισο τους.
Κι αυτό χρειαζόταν — έλεγε — κι αυτό. Φαινόταν πού ό ίδιος
δεν πίστευε καθόλου ούτε ζητούσε καν να τον πιστέψουν.
Η αδύνατη γυναίκα πήρε το ποτήρι, πήγε κοντά του,
λύγισε το μικρό της δάχτυλο και πέρασε τό δαχτυλίδι
απ’ τον καπνό του τσιγάρου του σαν να ‘χε μόνο αυτή πειστεί.

Αθήνα, 23.III.72

 

 

Η φτωχή πολυκατοικία

Είδαμε την κάππαρη του νησιού στο σακί του ζητιάνου
τις γερασμένες ανύπαντρες γυναίκες πίσω απ’ τις γρίλιες•
είδαμε απ’ το παράθυρο τη νύχτα να λιώνει στην αυγή.
Οι μυρωδιές απ’ τις κουζίνες έσμιγαν στο κλιμακοστάσιο.
Η μια γυναίκα είχε το πρόσωπο φαγωμένο. Η άλλη
φορούσε μια κίτρινη μάσκα στην τσέπη της ποδιάς της
είχε το καθρεφτάκι και το ρολόι. Στα κάγκελα της σκάλας
περνούσε το ποντίκι λυπημένο. Ανάμεσα στα δόντια του
κρατούσε το σοκολατάκι της νεκρής. Η τρίτη γυναίκα
κοίταξε κάτω στην αυλή με τις ξερές αγκινάρες
και μάζεψε τα δάχτυλά της σαν να τρυπήθηκε. Όλα — είπε —
όλα είναι μια μετάνοια, χωρίς κανένας να ‘χει αμαρτήσει.
Ο θυρωρός βγήκε στο διάδρομο κρατώντας μες στο δίσκο
το κεφάλι τού ταύρου ολοστόλιστο με κόκκινες ταινίες.

Αθήνα, 23.III. 72

 

Το σημείο

Ανάμεσα στους περιηγητές, στους εισπράκτορες των λεωφορείων,
στους μικροπωλητές, τους φωτογράφους, τ’ αυτοκίνητα,
τ’ αγάλματα πλάι στις πικροδάφνες κοιτούν προς το μέρος μας,
κοιτούν τ’ ορισμένο σημείο που εμείς το αποσκεπάσαμε
με φύλλα καπνού κι εφημερίδες. Τ’ αγάλματα
με τα γυμνά τους σώματα σκιασμένα απ’ τον ήλιο
προσβλέπουν ήσυχα, ανερώτητα, καθόλου επιτιμητικά,
τόσο πού στρέφουμε κι εμείς διακρίνοντας κι εμάς κι εκείνα,
ενώ στο χώμα οι ξένοι έχουν αφήσει τα καλάθια τους γεμάτα
με μικρούς μαύρους σταυρούς, κίτρινες χάντρες και ζώνες.

Δελφοί, 26.III.12

 

Ακρωτηριασμός

Στο σανιδένιο χαγιάτι οι καρέκλες
στεριωμένες ψηλά στην ησυχία. Δέντρα
και κόκκινες στέγες στον κατήφορο. Εκεί
μέσα στους καπνοδόχους έχει πήξει η καπνιά
απ’ το μαύρο πού αντάλλαζαν μέσα στα σπίτια
χρόνια και χρόνια μισαλλόδοξοι άνθρωποι
και τα μαύρα σταμνιά, παραταγμένα στο πεζοδρόμιο,
χωρίς νερό, χωρίς την τέφρα των ηρώων,
σε μιαν ανύποπτη μίμηση της διάρκειας. Τότε
φύσηξε απ’ την κοιλάδα, θα γυρίσουμε — είπε — πάλι,
να δούμε πάλι το βουνό, τακτοποιώντας στο τραπέζι
τα τέσσερα ταριχευμένα δάχτυλα, τα κομμένα,
σε σχήμα χειραψίας —ο αντίχειρας λείπει.

Δελφοί, 26.III. 72

 

 

Το τέλος της παράστασης

Να κλείσεις καλά τα παράθυρα. Να σύρεις τις κουρτίνες.
Το σκοτάδι είναι πράσινο κάτω απ’ τά δέντρα. Στα παγκάκια
κάθονται οι άρρωστες γυναίκες με τις μάσκες των τυφλών.
Βαραίνουν τα μαλλιά τους απ’ την υγρασία. Μην τις κοιτάξεις.
Μην τις ρωτήσεις τίποτα. Δεν απαντούν. Στα γόνατά τους κρατάνε
κείνο το κωνικό σκουφί του γελωτοποιού — το βρήκαν μια νύχτα
στο γήπεδο του ποδοσφαίρου κάτω απ’ το φεγγάρι. Κι είναι το ‘ίδιο
πού εσύ του ‘χες ράψει ένα σωρό μικρά κουδούνια να σημαίνουν
οικείες, παραπλανητικές γιορτές — μη λες όχι το ξέρω.
Τώρα αφαίρεσαν το μεταλλικό σφαιρίδιο μες’ από κείνα τα κουδούνια
και το κρατούν στο στόμα τους — ίσως το γεύονται* — γι’ αυτό δε μιλάνε.
Κάποτε, βλέπεις, φτάνει ή ώρα πού το ψέμα πια δεν το αντέχει
μήτε κι αυτός ό ωραίος, ευγενικός, ο αθωότερος ψεύτης του κόσμου,
αυτός με τα φαρδιά μανίκια να μη φαίνονται μέσα στα δεμένα του χέρια.

Αθήνα, 19.V.72

 

 

 

Οχτώ οχτάστιχα για τον Μιρο (1973)

 

1. Μετάπλαση

Ό ουρανός — είπε — δεν είναι καμπύλος• επίπεδος είναι•
περπατώ πάνω του• ό χαρταϊτός είναι γιος μου•
το ‘να φτερό μου είναι κίτρινο, τ’ άλλο μενεξεδένιο•
με το μικρό μου δάχτυλο ακουμπώ στο συρματόπλεγμα•
μες στον καφέ μου ανάστροφες τρεις πορφυρές πυραμίδες•
ένα φεγγάρι-κιθάρα, μια κουκουβάγια-έρωτας•
έκθαμβο χελιδόνι βγαίνει απ’ τη ρωγμή του δαμάσκηνου —
ή Μοίρα, ό Μιρό, ή Ερημιά, ό Καθρέφτης-ευλογία.

 

 

2. Μορφή σιωπής

Ένα πράσινο αστέρι, ένα μπλε, το ρουμπινί, το μαύρο•
το ‘να σου μάτι στα πουλιά, τ’ άλλο στα κόκκινα•
η σιδεροδεσιά σε φύλλα, φύλλα κι άλλα φύλλα•
το κίτρινο στη σωστή του θέση πού την ξέρει μονάχα
ό θεός κι ο Μιρό. Εγώ είμαι ο πρώτος φίλος — είπε —
κρατώ απ’ τη μασκάλη το μικρό, μαλακό σύννεφο,
περνάμε λυπημένα το λόφο. Το χρυσό μαχαίρι
το σφίγγω στα δόντια μου. Ή σιωπή μιλημένη με χρώμα.

 

 

6. Επέκταση

Το μυστικό της κύησης βαθιά βαθιά στη μήτρα τού θανάτου,
τί καλά πού το ξέρουν τα πουλιά σου κι ό λαγός σου με το ένα αυτί του
τεντωμένο προς τη σιωπή, και το μονόφθαλμο ψάρι σου, κι ό πετεινός σου
επάνω στο τραπέζι με το μύλο τού καφέ• το ξέρει και το άσπρο
φεγγάρι σου στη λεύκα. Ένα ολόκληρο απόγευμα αργό
πηγμένο στον καθρέφτη του αγροκτήματος. Κι εγώ να κοιτάω
το χέρι σου, Μιρό, (χρυσό πλατανόφυλλο, χειρόκτιο ή πεντάλφα,
γροθιά ή θωπεία) ν’ αγγίζει γαλήνια το χέρι του θεού.

 

 

7. Χρέος

Μιρό, σου χρωστάω αυτά τα δύο ανόμοια-όμοια χρώματα
στην πάνω αριστερή γωνία τού αόρατου κίτρινου (όχι κίτρινο,
μάλλον αχνά πορτοκαλί — όπως είναι το αόρατο πάντα)
και το φτωχό βαζάκι της μουστάρδας, πού σηκώθηκε ή μητέρα,
άρρωστη, με 40 πυρετό, όταν έλειπαν όλοι, κι έβαλε μέσα
δυό ερημικά λουλούδια, κι άξαφνα τα λουλούδια πολλαπλασιάστηκαν,
ευωδίασε το σπίτι ολόκληρο ως έξω στον πολυάσχολο δρόμο,
γιατί ‘ταν η λησμονημένη αορτή των Ηρώων και των Μαρτύρων.

 

 

 

Προθάλαμος (1973)

 

Προδοτικά σημάδια

Αναποδογυρίζει τα ρούχα του, το πρόσωπο του, το σπίτι, το χρόνο•
κάνει ν’ αναποδογυρίσει το ποτήρι• το ποτήρι σπάει• δε γυρίζει•
κόβει τα χέρια του, λεκιάζει τό τραπεζομάντιλο, το παντελόνι του, τον τοίχο•
μια κόκκινη μορφή τον κοιτάζει κατάματα• χαμηλώνει τό βλέμμα• δοκιμάζει
να δει τα παπούτσια του, το ρολόι του χεριού του• το κίτρινο δόντι
ακόμη φυλαγμένο στο κουτί των σπίρτων μ’ ένα μαύρο κουμπί•
αχ, – λέει – τί να πεις; όπου είναι τί αίμα δε χωράει άπατη.

Αθήνα, 16. IX. 73

 

 

Προσευχή τού αναμάρτητου

Κύριε των έχθρων μου — λέει• Κύριε των ανύπαρκτων φίλων•
Κύριε των σίγουρων νεκρών, αγκομαχώ, σκάβω το βράχο•
φαγώθηκαν τα νύχια μου, πέτρες και πέτρες, δίχως σπίτι•
έχω ένα σύγνεφο, μια πρόκα, πλαγιάζω στο χώμα•
αυτά άφησέ μου τα, Κύριε των λύκων• στο τρίτο σκαλοπάτι
ακουμπώ την τανάλια, τραβάω την κουρτίνα, σκεπάζω τη ρωγμή
τον τοίχο τον ξέρω καλά κι απ’ τις τέσσερις μέσα πλευρές του, —
άσε τουλάχιστον, Κύριε, θεόγυμνος να συνουσιαστώ με τον τοίχο
ματώνοντας αλλιώς τά γόνατά μου, Κύριε, αλλιώς πονώντας.

Αθήνα, 16.ΙΧ.73

 

Το λάθος

Κρύβει το μισθό του• κλειδώνει. Θυμάται: δεν έχει χρέη.
Βιάζεται, λαχανιάζει χωρίς λόγο, — να μη σταματήσει,
να πάει πιο πέρα απ’ τη δεύτερη μάντρα. Ένα κόκκινο φουγάρο,
ένα παράθυρο, ένα δέντρο. Αν αυτός δεν προσέξει
τι θ’ απογίνουν, τί θ’ απογίνουν τα πράγματα; Άναψαν τα φώτα
πριν ακόμη νυχτώσει. Ό φανοστάτης του δρόμου
μπήκε απ’ την πύλη του νοσοκομείου κουβαλώντας
ορθό τον κρεμασμένο. Λύσαν ήσυχα το σκοινί,
έδεσαν το σκυλί στο φεγγάρι μαζί με το βρέφος.
Αυτός σταμάτησε• κοίταξε. Δεν είχε κάνει λάθος.
Γυρίζει σπίτι• ξεκλειδώνει• — τα λεφτά του λείπουν.

Αθήνα, 21. IX. 73

 

Τοίχος

Ο χρόνος κι ό θάνατος – είπε. Δεν μπορείς να χωρίσεις
εσύ από σένα. Το ‘να σου χέρι κρατημένο μέσα στ’ άλλο.
Το χταπόδι καρφωμένο στο ξύλο. Το αλάτι στο κιούπι.
Στο πάτωμα ριγμένο το σακάκι μου και το μαχαίρι.
Απ’ το διάδρομο έρχεται ή τυφλή γυναίκα. Πλησιάζει.
Κρύβω το μαχαίρι κάτω απ’ το μαξιλάρι μου. Εκείνη
πηγαίνει κατευθείαν εκεί. Το παίρνει. Φεύγει.
Όλη τη νύχτα την ακούω να τριγυρίζει μέσα στον τοίχο.

Αθήνα, 23. IX. 73

 

 

 

Προσωπίδες (1973)

 

Όνειρο επιστροφής

θα ‘ρθουν και πάλι οι άπλες γραμμές, τα ορατά σχήματα, τα χρώματα
το χέρι παράλληλα στα πλευρά, δοσμένο ή κλεισμένο,
χωρίς άλλο νόημα, χωρίς δισταγμό, προφύλαξη, φόβο,
εύπιστο στη δική του μοναξιά — ένα ήσυχο χέρι, αφημένο
στο φως του παράθυρου, ν’ άκουε ι, να βλέπει μες στα φύλλα
τα πορτοκάλια σ ά ν χρυσά σπουργίτια — και το σ ά ν να ‘ναι δικό του
πάνω απ’ τις προσφορές και τις αιτήσεις πού το ‘χαν σφραγίσει.

Εσύ είχες βάψει κόκκινο τ’ άλογο εκείνο; Να το τώρα
κατάλευκο ξανά καλπάζοντας στο πεθαμένο δάσος.

Αθήνα, 15.1.73

 

 

Όρια

Πλύναμε τ’ αγάλματα, ταΐσαμε τούς νεκρούς υδρομέλι,
κολυμπήσαμε στο ποτάμι, καθίσαμε στον ήλιο, στεγνώσαμε
ο ένας ανέβηκε στη συκιά ο άλλος στο κυπαρίσσι εγώ
έμεινα μόνος στη ν όχθη, ρίχτοντας τα νομίσματα ένα ένα
μες στο νερό, διακρίνοντας την πιο μεγάλη διαφάνεια, καθώς
η ανάγλυφη ωραία εφηβική κατατομή μεγεθυνόταν
όσο πλησίαζε στο βυθό, λάμποντας πάγχρυση τη στιγμή πού πνιγόταν.
Τότε
φάνηκε πίσω απ’ τά καλάμια ό αγγελιαφόρος. «Ό βασιλέας — είπε –
τυφλώθηκε μονάχος του με το ψαλίδι. Ό θρόνος περιμένει». Εμείς
πέσαμε πάλι στο ποτάμι. Βγήκαμε στη ν αντίπερα όχθη. Μόνοι.

Αθήνα, 15.1.73

 

 

Κίβδηλες κινήσεις

Έφερε η γυναίκα τη λεκάνη• την ακούμπησε στό τραπέζι•
πρόσεξε μην πατήσει το χαρτονόμισμα. Πήρε το διαβήτη,
χάραξε στο νερό έναν κύκλο (διόλου άφηρημένη),
γύρισε ξαφνικά στο γέρο οργισμένη. «Εσύ — του είπε — εσύ».
«Ξέρω – είπε ό γέρος — άλλο ήθελες να πεις,
άλλο να κάνεις. Μη φοβάσαι. Δε θα μιλήσω.
Άλλωστε, αυτός που ξέρει τι μπορεί πια να πει;»
Αύτη τού πήρε το καπέλο οπ’ τα γόνατα τ’ απόθεσε
στη διπλανή καρέκλα πλησίασε πάλι τη λεκάνη,
έβρεξε το ‘να δάχτυλο της στο νερό και χάραξε
το σημείο τού σταυρού στον καθρέφτη. Σε λίγο
ό σταυρός εξατμίστηκε, μαζί και τα δύο πρόσωπά τους.

Αθήνα, 25.1.73

 

 

Αγάλματα και ιππείς

Τ’ αγάλματα ανασαίνουν ήρεμα κάτω οπ’ το χώμα.
Περιμένουν κι αυτά χαμογελώντας αόριστα. Το ‘να τους χέρι
ερωτικά κολλημένο στον αριστερό μηρό τους• τ’ άλλο
σε μια διφορούμενη χειρονομία προσφοράς ή παράκλησης, —
τί όμορφα στήθη, γόνατα, χείλη. Φτάνουν οι ιππείς, ξεπεζεύουν,
αφήνουν τ’ άλογά τους στο μεγάλο λιβάδι, πλαγιάζουν
κάτω οπ’ τα θολωτά πλατάνια. «Η ασάλευτη πέτρα
δεν αποτρέπει το αίμα», είπε ό μικρότερος κοιτάζοντας
τα δώδεκα άλογα ατμισμένα στο απερίγραπτο φώς. Οι άλλοι
βγάλαν τις μπότες τους και τα πουκάμισά τους. Αυτός έμεινε ντυμένος.

Αθήνα, 26.1.73

 

 

 

Ρωγμή (1974)

 

Ασφυξία

Στένεψε ό κύκλος φράξανε την τελευταία χαραμάδα όλο όλο
με μικρό γνέψιμο του κεφαλιού να πεις ένα ναι ή ένα οχ ι, —
δεν ξέρεις ποιος άκουει, ποιος βλέπει. Τους νεκρούς τούς κουβαλήσαν
άλλους στο θέατρο ή στο μαρμαράδικο, λιγοστούς άλλους στο νεκροτομείο —
αν σε καλέσουν για αναγνώριση, «δεν ξέρω» λες — κι αλήθεια δεν ξέρεις –
όλοι οι νεκροί έχουν το ίδιο πρόσωπο — δικοί μας όλοι
τα ρούχα τους ανάκατα, σωρός, τρύπια απ’ τις σφαίρες, όμοια.
Ξάφνου εκείνες οι πλατιές χειρονομίες των σκοτωμένων στο μαρμάρινο τραπέζι,
και συ να κάνεις πώς δεν ξέρεις ποιός τραβάει τούς σπάγκους.

Καρλόβασι. 16 VII 74

 

 

Χωρίς δικαίωση

Σ’ όλη του τη ζωή προσπάθησε, αγρύπνησε, ερεύνησε, εργάστηκε για να ετοιμάσει ένα μεγάλο ευχαριστώ.
Και τώρα να μην έχει σε ποιόν να το πει.

Καρλόβασι. 20 VII 74

 

 

Ανεξακρίβωτο

Οι προσωπίδες, τα τύμπανα, οι σάλπιγγες βήματα, βήματα πέρασμα σκοτεινό κρεμάστρα διαδρόμου με μαύρες ομπρέλες ό τρίτος διάδρομος πιο ελικοειδής παράθυρο στον κήπο η ακρίδα καθισμένη στο ρολόι του χεριού σου. Αυτό το ‘δα. Το πρόσεξα ιδιαίτερα. Το ‘ξερα. Φορούν και τ’ αγάλματα μάσκες.

Καρλόβασι. 24 VII 74

 

 

Ακροκέραμος (1974)

 

Παντοτινή διαπίστωση

Νεκροί λησμονημένοι κάτω απ’ τις μεγάλες παρελάσεις•
πόρτες κλειστές, προσχήματα, ο φόβος που σώπαινε, το παλιό πανωφόρι
πάνω απ’ τη σκάλα, η ομπρέλα, οι γαλότσες. Ό καθρέφτης θυμόταν.
Είχες μια τόσο ασυντόνιστη φωνή. Προσπάθησα — έλεγες — να πειθαρχήσω.
Το βράδυ φτάναν οι διαδηλωτές στο καφενείο• χτενίζονταν πάνω απ’ το νιπτήρα.
Τα συνθήματα στους τοίχους είχαν τη θλίψη της υπερβολής. Τότε
φοβήθηκαν τά σιωπηλότερα λόγια• βαλαν τα χέρια στις τσέπες,
άγγιξαν τα μεριά τους• έμαθαν πάλι. Αυτός πού βγήκε
δεν έκλεισε την πόρτα. Η νύχτα ερχόταν από κει θεοσκότεινη
μ’ όλη την ειλικρίνεια του ανεμπόδιστου μαύρου,
με τα κλεμμένα ψεύτικα σκουλαρίκια της. Τότε ό Σωτήρης:
«το πιο βαρύ φτερό, το ασήκωτο — είπε — είναι το σώμα». Κάποιος
έσβησε ανειδοποίητα τα φώτα• γδυθήκαμε• τ’ ανάψαμε πάλι.
Κανένας δε γνώρισε κανέναν. Όλοι ήμαστε αθώοι.

Αθήνα 25.Χ.74

 

 

Αδειοσύνη

Σκισμένη κουρτίνα με γερμένο τον ένα της ώμο. Το σπίτι
άδειο τώρα από μέρες. Ό καθρέφτης επίπεδος στην άρνηση του
να καθρεφτίσει το άδειο ή την κίτρινη κουβέρτα ή τη θύμηση
εκείνου του σώματος μεγαλωμένου στο φέγγος του Αυγούστου, — χτύπο το χτύπο,
η σάρκα, νύχια, δόντια, η ηδονή, το κόκκινο• – επίπεδος καθρέφτης —
τίποτα• μόνο τα καρφιά του τοίχου, απ’ τα πεσμένα κάδρα
φιλόδοξα ακόμη, επιμένοντας να φανούν έστω για λίγο
σαν επιχρυσωμένα απ’ την ύστατη ανταύγεια τού λυκόφωτος,
να φανούν σ’ ένα δεύτερο βάθος, περιμένοντας πάντα
να τους κρεμάσουμε μια ομπρέλα, ένα καπέλο, ένα στεφάνι
ή τα δυο χαρτονένια φτερά πού φορούσες εκείνη την πολυάνθρωπη νύχτα
όταν μες’ από το συνωστισμό αναλήφθηκες προς τον εξώστη τού πύργου
εκεί πού ανάβαν τα πολύχρωμα πυροτεχνήματα πάνω απ’ το σιδερένιο φέρετρο.

Αθήνα 6.ΧΙ.74

 

 

 

Αργά πολύ αργά μέσα στη νύχτα (1991)

 

Τα αρνητικά της σιωπής (1987)

 

Επιλογικό

Να με θυμόσαστε — είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα. Την ομορφιά
ποτές μου δεν την πρόδωσα. «Όλο το βιός μου το μοίρασα δίκαια.
Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ’ ένα κρινάκι του αγρού
τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε.
Και συγχωράτε μου αυτή την τελευταία μου θλίψη: Θα ‘θελα
ακόμη μια φορά με το λεπτό δρεπανάκι του φεγγαριού να θερίσω
ένα ώριμο στάχυ. Να σταθώ στο κατώφλι, να κοιτάω
και να μασώ σπυρί-σπυρί το στάρι με τα μπροστινά μου δόντια
θαυμάζοντας κι ευλογώντας τούτον τον κόσμο που αφήνω,
θαυμάζοντας κι Εκείνον πού ανεβαίνει το λόφο στο πάγχρυσο λιόγερμα. Δέστε:
Στο αριστερό μανίκι του έχει ένα πορφυρό τετράγωνο μπάλωμα. Αυτό
δεν διακρίνεται πολύ καθαρά. Κι ήθελα αυτό προπάντων να σας δείξω.
Κι ίσως γι’ αυτό προπάντων θ’ άξιζε να με θυμάστε.

 

 

Δευτερόλεπτα

1 .

Το βράδυ πέρασε στο δρόμο
ο τυφλός γέρος.
Κρατούσε μια μαργαρίτα —
το τελευταίο μου επιχείρημα.

2

Κι η τεφροδόχος κάποτε,
την ώρα που πέφτει το δείλι,
κοιτιέται στον καθρέφτη.
Τα πρόσωπα ροδίζουν.

3

Στο κέντρο της αίθουσας
ένα μεγάλο τραπέζι
πάνω του η άδεια θήκη
ενός βιολοντσέλου.
Θυμάσαι;

4

Καθώς κατέβαινε απ’ τη σκάλα
έπεσε απ’ τα μαλλιά της
ένα τριαντάφυλλο.
Δεν το σήκωσα.

5

Καλύτερα, λοιπόν, να σωπάσεις
Αν έλεγες «αύριο»,
θα ‘λεγες ψέματα.
Η νύχτα δε σε κρύβει.

6
Σφυρίγματα πλοίων διασταυρώνονται
με καμπανοκρουσίες. Τα καράβια
βγήκανε στη στεριά. Οι εκκλησίες
μπήκαν στη θάλασσα. Κι ένα σκυλί
γαβγίζει καταμόναχο μες στο φεγγάρι.
7
Εφέτος τα ηλιοτρόπια
θα στρέφουν προς το μέρος του ήλιου,
σκυφτά κοιτούν το στεγνό χώμα.

8

Τι να σκέφτονται τάχα τα πουλιά
αρχές φθινοπώρου
όταν το χειραμάξι του κήπου
με τις άδειες γλάστρες
προσηλώνεται στη σκιά του
κι οί γυμνές πέτρες
έχουν τον πρώτο λόγο;

9

Ένα άσπρο πούπουλο
διαβατικού πουλιού
έπεσε στ’ αγκάθια —
ένας κόσμος ελάχιστος,
ολόκληρος ό κόσμος.

10

Έφυγαν άλλοι με βαπόρια,
άλλοι με τραίνα.
Έμεινε η γριά με τη ρόκα της
και με μιά στάμνα.
Ο χάρτης στον τοίχο μένει άδειος.

11

Ψάχναν με λαδοφάναρα όλη νύχτα.
Άφησαν στο λιμάνι τους πνιγμένους.
Φόρτωσαν στο καράβι τ’ άλογα.
Το μεγάλο ρολόι του Τελωνείου
δεν έχει δείχτες.

12 .

Οι χτεσινοί στρατιώτες γέρασαν.
Λίγο- λίγο πεθαίνουν κι οι λέξεις.
Πάνω στο τραπέζι
ένα αυγό καταμόναχο.

13

Πέτρες ζωγραφισμένες.
Ωραίες μορφές, ωραία σώματα.
Δε σε συγκινούν.
Ένα τσιγάρο μόνο του καίγεται στο σταχτοδοχείο-
καπνός στη στέγη μιας χαμένης Ιθάκης,
κι η Πηνελόπη, μπροστά στον αργαλειό της,
νεκρή.

14

Τα πιο πολλά χρυσά σου νομίσματα
τα ‘κρυψες στις οπές του τοίχου.
Όταν θα γκρεμιστεί το σπίτι
ίσως τα βρουν.

15

Άνθισαν πάλι τα τριαντάφυλλα πολύχρωμα.
Λευκές πεταλούδες τα επισκέπτονται.
Γιατί, λοιπόν, θα πρέπει να πεθάνουμε;

16

Τον πνιγμένο τον ξάπλωσαν στην προκυμαία.
Νέος ωραίος, ολόγυμνος.
Στ’ αριστερό του χέρι, το ρολόι
δουλεύει ακόμα.

17

Κάποτε, ακόμη και τώρα, τις νύχτες,
ένα αηδόνι μου υπαγορεύει
να πω και πάλι « ν αι »

18

Αν δεν υπήρχε ό θάνατος,
ποιος γλύπτης, ποιος ποιητής θα δούλευε
για την αθανασία.

19

Ασάλευτο, αυστηρό σκοτάδι
υπογραμμίζει το άστρο.
Α, εσύ, πονηρέ μου.

20

Αν σου ‘πα ψέματα, δεν ήταν
για να σε ξεγελάσω.
Ήταν για να σε προστατέψω
απ’ τον Ίσκιο σου.

21

Όλα του τα χρυσά μετάλλια
κρεμασμένα στους τοίχους.
Κι αυτός, κάτω απ’ το χώμα,
μόνο με δυό χρυσές κι ολόγυμνες
οδοντοστοιχίες.

22

Ποιος άφησε αυτό το λουλούδι
πλάι στο τσιγάρο μου;
Ίσως για να πιστέψω.

23

Άνοιξε ή πόρτα μόνη της.
Κανείς δεν ήταν.

 

Το τελευταίο καλοκαίρι

Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών. Καιρός να ετοιμάσεις
τις τρεις βαλίτσες — τα βιβλία, τα χαρτιά, τα πουκάμισα —
και μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα πού τόσο σου πήγαινε
παρ’ ότι το χειμώνα δε θα το φορέσεις. Εγώ,
τις λίγες μέρες πού μας μένουν ακόμη, θα ξανακοιτάξω
τούς στίχους πού έγραψα Ιούλιο κι Αύγουστο
αν και φοβάμαι πώς τίποτα δεν πρόσθεσα, μάλλον
πώς έχω αφαιρέσει πολλά, καθώς ανάμεσα τους διαφαίνεται
η σκοτεινή υποψία πώς αυτό το καλοκαίρι
με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη θάλασσα του,
με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα,
με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο κάτω απ’ τα μπαλκονάκια
και με την υποκριτική ευσπλαχνία του, θα ‘ναι το τελευταίο.

Καρλόβασι, 3.IX.89

 

 

 

ΥΠΕΡΩΟΝ (2013)

 

ΣΥΧΝΑ

Στ’ αλήθεια
δεν είχα τίποτα να πω.
Έτσι
άφησα το παράθυρό μου
ολάνοιχτο.
Οι δύο κουρτίνες
έχουν αναλάβει τίς κινήσεις
των ξενιτεμένων,
ενώ εγώ προσπαθώ
να φέξω τη νύχτα
μ’ ένα μοναδικό
πορτοκάλι.

Αθήνα, 2.ΙΙΙ.85

 

 

ΕΙΚΟΝΕΣ

Στο βάθος
τα μυθικά νησιά
διάφανα
γλάροι και ιστία,
παράλληλη παρέλαση:
άλογα στη στεριά,
δελφίνια στη θάλασσα.
Στην ταράτσα του Αντίνοου
ένα μεγάλο παγώνι
ανοίγει
τα στρογγυλά του χρώματα.
Εγώ συμμερίζομαι
την αμηχανία του.

Αθήνα, 3.ΙΙΙ.85

 

 

ΣΤΟ ΥΠΕΡΩΟΝ

Μετά την παράσταση
έμεινε κρυφά στο υπερώων
στα σκοτεινά.
Η αυλαία ολάνοιχτη.
Εργάτες της σκηνής,
φροντιστές, ηλεκτρολόγοι
ξεστήνουνε τα σκηνικά,
μετέφεραν στο υπόγειο
ένα μεγάλο γυάλινο φεγγάρι,
σβήσαν τα φώτα,
έφυγαν,
κλείδωσαν τις πόρτες.
Σειρά σου τώρα,
χωρίς φώτα,
χωρίς σκηνικά και θεατές,
να παίξεις εαυτόν.

Αθήνα, 4.IIΙ .85

 

 

ΔΙΑΥΓΕΙΑ

Από ψηλά, απ’ το βουνό,
φαίνονται καθαρότερα
οι φωνές των πουλιών,
οι φωνές των τρυγητών,
τα μακρινά πλοία,
το σπασμένο χέρι του αγάλματος,
ο καπνοπώλης,
κι εσύ ο ίδιος,
απλησίαστος, άτρωτος,
ανέγγιχτος,
ενώ ο καπνός του τσιγάρου σου
σμίγει με τον καπνό του καραβιού
που σε γυρίζει πίσω.

Αθήνα, 4.IIΙ .85

 

 

ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ

Η σόμπα σκούριασε.
Τα μπουριά ξεφλουδάνε.
Οι τοίχοι ραγίζουν.
Στο κάδρο
ένα δέντρο ολομόναχο
πράσινο ακόμη.
Πούλησες και το ρολογάκι
του χεριού σου.
Νοθέψανε και τον καφέ.
Ένα τσιγάρο ξεχασμένο
καπνίζει στο σταχτοδοχείο.
Λοιπόν,
τόσο μεγάλο κενό,
τόση στέρηση,
η ελευθερία;

Αθήνα, 9.III.85

 

 

ΧΩΡΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

Πίσω απ’ τη μάντρα, σπασμένα γυαλιά,
σπασμένες στάμνες και κονσερβοκούτια,
τα λυπημένα σκυλιά, οι άγριες γάτες,
πλήθος τσουκνίδες κι ανάμεσα τους
ένα μικρό λουλούδι κίτρινο,
σαν άστρο παραμελημένο,
έχει αναλάβει να πληρώσει
όλα τα σπασμένα.
Μαζί κι εγώ.

Αθήνα, 14.III.85

 

 

ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Σαπουνόνερα, λάσπη, αγριόχορτα,
σημαδεμένοι τοίχοι —
πόσοι εκτελεσμένοι.
Τα κουμπιά απ’ τα σακάκια τους,
απ’ τα πουκάμισά τους,
μαζεμένα
σ’ ένα κουτί σιδερένιο,
κουδουνίζουν τις νύχτες.
Ράβω, ξεράβω στίχους
να τους κουμπώσω ως το λαιμό
μη μου κρυώσουν,
μη και μου ξεχαστούνε,
μην ξεχαστώ μαζί κι εγώ.

Αθήνα, 15.III.85

 

 

ΑΠΟΒΡΟΧΟ

Σταμάτησε η βροχή.
Και τί να κάνεις πια
μ’ αυτές τις λίγες στάλες
που μείναν στο αδιάβροχο;
Άχρηστη καρτερία:
να βρίσκεις δικαιολογητικά
και ξένα επιχειρήματα
μπροστά στη νύχτα.
Αν χτυπήσεις τα πλήκτρα
με το βρεγμένο χέρι σου
θα βγουν οι λέξεις μουσκεμένες,
κι ύστερα; — τίποτα;

Αθήνα, 16.III.85

 

 

Ο ΩΡΑΙΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φτηνότερα λόγια.
Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε.
Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε.
Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα.
Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου
μην καταλάβουν πώς εσύ πλανιέσαι
στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,
φορώντας τις λευκές σου μπότες.

Αθήνα, 18.ΙΙΙ.85

 

 

Τ’ ΑΣΠΡΑ ΒΟΤΣΑΛΑ

Ετούτα τ’ άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι
λάμπουν στον ήλιο. Κανένας δε μαντεύει
από ποιούς βυθούς ανασύρθηκαν. Κανένας
δεν υποπτεύεται με τί ριψοκίνδυνες
καταδύσεις τ’ ανέβασες’ με τί
στερήσεις κι αρνήσεις τ’ απέσπασες
από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων. Γι’ αυτό
λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια
ν’ αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ
να μη σε μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης.

Αθήνα, 21.ΙΙΙ.85

 

 

ΠΗΓΕΣ

Γιάννης Ρίτσος Ποιήματα Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ τομοι 1-7
Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου επιλογή Χρύσα Προκοπάκη Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Αργά πολύ αργα μέσα στη νύχτα Εκδόσεις Κέδρος
Υπερώον (2003)

 

Advertisements