ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΚΙΑΘΑΣ

17155747_603083946558315_2609913544992048534_n

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς γεννήθηκε στην Αθήνα. Έποικος των Πατρών από τις αρχές τις δεκαετίας του 1980, σπούδασε Χημικός Μηχανικός στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Έχουν εκδοθεί αρκετά βιβλία του, ενώ ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες. Διηύθυνε το λογοτεχνικό περιοδικό Ελί-τροχος. Άρθρα και δοκίμιά του για την ποίηση, την ιστορία και την εκπαίδευση έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ποίηση

Παραμεθόριο Νεκροταφείο, Αθήνα, 1983.
Ο ίππος των κυμάτων, Θέμα, Αθήνα, 1990.
Παραμεθόριο Νεκροταφείο-0 ίππος των κυμάτων, β’ έκδοση, Θέμα,
Αθήνα, 1992.
Θερινό Ανεμούριο, Αρχικές Εκδόσεις, Πάτρα, 1993.
Φαντασιώσεις ενός οδοιπόρου, Δελφίνι, Αθήνα, 1996.
Χαίρε Αιώνα, Χειροκίνητο, Αθήνα, 2002.
Ποιήματα-Περίληψη(1983-2006), I. Πικραμένος, Πάτρα, 2006.
Έρωτος επέτειος εαρινή, Συλλεκτική έκδοση (εκτός εμπορίου),
Αθήνα, 2008.
Φιλόξενος πόλις, I. Πικραμένος, Πάτρα, 2010.

Θέατρο
«Η ιστορία μιας γέφυρας», 2014
(Πρώτη παράσταση) 27 Σεπτεμβρίου 2014, Αρχαίο Θέατρο Μακύνειας,
από τη ΓΕΦΥΡΑΑ.Ε.

Ποιητική Ανθολογία
Ανθολόγιο Πατρινών Ποιητών 1940-1995, Δήμος Πατρέων, 1995.

Βιογραφική Παρουσίαση
Νικόλαος Εύζης, Το κρυφό σχολειό και η εποχή του, Ελίτροχος, 1999.

Περιοδική Έκδοση
Περιοδικό Ελίτροχος, τριμηνιαία έκδοση για τα γράμματα και τις τέχνες, Πάτρα 1993-1999.

 

1-ΒΙΒΛΙΟ

 

 

ΕΥΓΕΝΙΑ (2016)

 

ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ
ΣΤΑ ΙΕΡΑ ΤΟΥ ΜΕΛΑΜΠΟΔΑ

 

Η μεσιτεία των μπλε του Ιούδα ποιητή

Στην Ε.Κ.

Το ορατό
δεν είναι πάντα βιωμένο,
ούτε το βιωμένο
είναι πάντα ορατό,
έλεγε και ξαναέλεγε σκοντάφτοντας στις ανάσες του Εμείς
ο εραστής, κατά τον Σίγκμουντ Φρόυντ.

Μεγαλώνουμε στο μίσος του Εγώ
και φθάνουμε στο άπειρο
γρηγορότερα από τον τρομερό
βούρκο του φονικού Εμείς.

Είμαστε μόνοι στο νησί
και τελείως μόνοι στις ακτές.

Στα κυανόκρανο των παράκτιων πολυβολείων,
η θάλασσα γεμίζει πορφύρα
τα κορμιά του Διγενή
ξέμειναν χαράματα
να προσποιούνται
τους πνιγμένους,
έλεγε και ξαναέλεγε ο «κάντε» Ανδρέας Κάλβος.

0 τρόπος των ανθρώπων
πάντοτε
είναι ο ίδιος με αυτόν που ορίζουν
οι θεοί.

Μα, στους θεούς
αλλιώς το φως της γέννας
κι αλλιώς χρεώνεται η δωρεά
της πτώσης.

Ερήμωσαν οι αισθήσεις μου, του είπε ο Κ.Π. Καβάφης
κι εκείνος, με τον τρόπο του Αλιάκμονα, που βρέχει όλη την υδρόγειο,
μνημόνευσε ότι οι Άριστοι των χρόνων
που οι ημέρες έχουν ηφαίστεια
και θάλασσες με δύσκολους πλόες,
υιοθετούν αναίτια τα δόγματα των ποιητών
που ζουν απ’ τις θυσίες του φωτός
αυτοί και οι ομότεχνοί τους.

Επίγονοι λοιπόν όλοι αυτοί, οι λάτρεις,
της νύχτας των Θερμοπυλών,
στήνουν παγίδα στους αλιείς,
που ζουν απ’ το γαλάζιο
κι ας λένε
στα τραγούδια τους

πως δεν έχει αξία το νερό
χωρίς το μπλε του ουρανού
και το χρυσό της Δύσης.

 

 

Σελίδες Ημερολογίου για το κάλλος των προγόνων

Στην Τ.Μ.

Στο ιερό του Μελάμποδος
το μελαγχολικό μαύρο
των προγόνων,

ακούει πλέον τις ιαχές
των τροπαιοφόρων γενεών,

εκεί στις μοναχικές στιγμές των Μυκηνών.

Μετανάστης συνώνυμων παραδόσεων
δωρίζει στις απέραντες διαδρομές των επιγόνων
νόσους εαρινές
και ένα εφηβικό φθινόπωρο
στα χρώματα του σύμπαντος,
λίγο πριν
φορέσουν φως και πέτρα Αργολική
οι βασιλείς των Ατρειδών,
λίγο πριν αλλάξουν στο στέμμα τα κρανία.
Με μια τριχιά με βότανα,
που αντέχει τους βοριάδες,
θεσμοθετεί λώρους στις αναίτιες γέννες,
εκεί κοντά στην Αμφίπολη,
που έχουν αποικίες αμέτρητες ο ήλιος και η σελήνη,

που έχουν
καλά κρυμμένες
τις νίκες του Αλέξανδρου
ο Παρμενίωνας
και η Ρωξάνη του Οξυάρτη.

 

 

ΟΙ ΓΕΝΝΗΤΟΡΕΣ
ΣΤΗ ΝΗΣΟ ΤΩΝ ΣΠΕΤΣΩΝ

 

 

Λαθρεμπόριο ανέμων

Στη Ν.Κατ.

Μετρώντας το μαύρο και το λευκό
εκείνων
που φίμωσαν τις ώρες της σπασμένης
γέννας
με φονικό και λησμονιά.

Αφήσαμε τη νίκη ενέχυρο στα σπίτια των προγόνων.

Άδεια πλέον
τα σπίτια αυτά
αφημένα στη δόξα
του πρώτου ωμέγα
κι έπειτα
στα όψιμα χρόνια
του άλφα.

Ακούγονται επίμονα οι ήχοι
του σαρακοφαγωμένου χρόνου
επάνω στα κεραμίδια.

Από τότε, οι άνεμοι γεννούν
ρήματα μοιχείας
στο τίποτα της στέγης
και η στέγη
στο κουράγιο του ανέμου
φυσάει
γυμνό αιώνα.

Λαθρεμπόριο ανέμων, λοιπόν,
στις αρχές του έτους,
σε όσους καρτερούν το πρωινό φως
με ρημαγμένη τη βροχή, την πρώτη
του κατακλυσμού,
κι ας είναι
στην αγορά
η θάλασσα,
το μπλε και η ομίχλη
πληθωριστικά ποιήματα
σε παλιωμένες κάμαρες
με παιδικά παιχνίδια.

Σάπιος βοριάς της Κορσικής
στην τολμηρή σιωπή
της ποίησης.

Με αυτούς και με αυτούς τους ανοίκειους
τρόπους
η γλώσσα ξεβράστηκε
σε χειροποίητα χαρτιά,
να μην τη βρει

η λήθη
της ανθολογίας
των συγγενών
που ήξεραν αδέλφια θείους
και ξαδέλφια του
πρόστυχου ανθολόγου.

 

 

Σελίδες Ημερολογίου
για το κάλλος των γεννητόρων

Στον Δ.Σ.

Έτσι χαθήκαμε,
όπως η αγάπη της άνοιξης για τη Σέριφο,
που, αποφασισμένα και τολμηρά, έσβησε στους κήπους της Αντιόχειας,
μαντέμι του μεσημεριού, Φλεβάρη μήνα.

Στην Αντιόχεια, οι μοναχικοί βρίσκουν πατρίδα,
βρίσκουν σάπφειρους,
στα λιμάνια της ξενιτιάς,
πόρνες και εξόριστους αυτοκράτορες,
στα καπηλειά,
του Υπερμάχω της Βασιλεύουσας.

Στα ερείπια των ναών,
που είχαν πατρίδα με κώδικες και νόμους.
Που είχαν τοπία πυρπολημένα από δοσίλογους έρωτες,
και γεννήθηκαν αδελφοκτόνες ιαχές,
με βασιλικούς τοξότες και σταλινικούς υάκινθους,

η Μακεδονία της ψυχής μας,

έχει το τέλος που της αρμόζει,
χωρίς ολολυγμούς,
χωρίς ταφές και γιασεμιά,
χωρίς τις πομπές,
με τους ταπεινωμένους που νόμιζαν,
ότι είχαν ζήσει το όνειρο,

πού άραγε;

Μα, στις εργατικές κατοικίες της αιχμαλωσίας.

 

 

ΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ
ΣΤΑ ΙΑΜΑΤΙΚΑ ΛΟΥΤΡΑ
ΤΗΣ ΑΙΔΗΨΟΥ

 

Εξωδίκως στα ορεινά της ποίησης

Β’
Με ανυπόγραφα λοιπόν κοχύλια
με εξόρισαν
πρώτα οι συγγενείς,
μετά οι αναμνήσεις
και τώρα
τα λάφυρα μικρών τουριστριών
που βιάστηκαν στη Λίνδο.

Με έναν κύκλο
απ’ αυτούς που περιγράφουν
τ’ άπειρο στις αποσκευές των πρώτων μεταναστών
της Αμερικανικής Ηπείρου
ερημώνει ο τόπος.

Μαζί και το παράπονο
για τους γενναίους ποιητές
που τόλμησαν
τις λέξεις να φιλέψουν
στίχους,
στροφές
και ήχους μακρόσυρτους.

Κι ας είναι οι χρόνοι άλαλοι
και οι γραφές για λίγους.

 

 

Τίτλοι Ιδιοκτησίας

Στην Ε.Α.

Στην κατάνυξη των λεμονανθών
ο ποιητής
μιλώντας για τους καημούς
της τρικυμίας

μνημονεύει
ότι ο εραστής είναι αμετανόητος
στους χρόνους της μύησης.

Ανακαλύπτει
τα λάθη για τα Χερουβείμ.
Πάντοτε σε επιτύμβια γλώσσα
έτος γέννησης, έτος θανάτου
κι ένα ρητό στις μουσικές
της γνώσης.
Δωρίζει στη σιωπή
τίτλους ιδιοκτησίας.

Στα γραπτά λοιπόν
της μεγάλης αλύσου
το φως κοινοποιείται
με την επαφή,
περιγράφει τις σκιές
της λατρείας,
περιγράφει πώς η κτηνωδία
της κατάνυξης
κυριεύει και το μάρμαρο.

Κτήματα απουσίας
σε χρόνους θρυμματισμένους.
Γι’ αυτήν, λοιπόν,
ψ τελευταία απαγγελία
δεν ιστόρησε ποτέ κανένας.

Καθώς στο σμάλτο αυτών
των επισκέψεων,
μόνο τα κυπαρίσσια
αλλάζουν χρώμα
μάλλον και σχήμα
και ας είναι πάντα ορθά.

 

 

ΟΙ ΕΠΙΓΟΝΟΙ ΟΜΟΛΟΓΟΥΝ
ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΕΑΡΙΝΗ

 

 

Με τον τρόπο του ποιητή

Στα όρη του καλοκαιριού,
που οι έρωτες τυλίγονται βροχές
και αρώματα κανέλας,
αρμάτωσα Σπετσιώτικο σκαρί
για πλόες Μεσόγειους
τριγύρω στο κορμί σου.

 

 

Με τον τρόπο του γενναίου πατέρα

Αιώνιό μας ηδονή
αιώνες καρτερούσαμε
για να φανείς
στα κάτοπτρα της γέννας.

Αιώνες καρτερούσαμε
για να διαβείς
από το μηδέν στο ένα.

Εύχαρεις
λεηλατούσαμε το μπλε,
ελπίζοντας
πως, αν κάποτε τελειώσει το φως,
θα έχουμε τη θάλασσα
αντίδωρο ευγονίας
για τις φθορές
των τοκετών του έαρος

 

 

ΟΙ ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ
ΣΤΙΣ ΑΚΤΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΟΡΚΗΘΕΙΣΗΣ ΠΟΛΕΩΣ
ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

 

Η ηχώ της ψυχής

Β’

Έκτοτε,
κέρασαν χρόνια δίσεκτα,
κέρασαν επιτάφιες κουστωδίες
με λευκές βιολέτες
και μελισσοκέρι σε ξύλο ανύπαρκτο.

Πέρασαν οι μάχες
των γόνιμων εγώ
και οι μητριές αγωνίες
κεντημένες στο χέρι
του τέλους.

Πέρασαν τα όρια
των επαναστάσεων
γεμάτα ανθρώπινα μέλη
και μισοφαγωμένα σεντόνια
από κορμιά με ατελή σκέλη.

Στην άκρη του τοίχου
μια χάρτινη εικόνα του Εσταυρωμένου
να ψαχουλεύει
στο νοτερό παρελθόν
της Άνοιξης
τις μνήμες του κήπου των Ελατών,
που είχε γκρίζες βροχές
και ένα στεφάνι υάκινθων
δίπλα σε μπρούντζινο βενετικό
μανουάλι
γεμάτο λευκές λαμπάδες
και άμμο με ρόδια.

 

 

Σαρακοστή Μοιχείας

Αυτήν την άνοιξη
άρχισε να σαλεύει
νωρίτερα η νύχτα.

Η είσοδος στον κήπο
ματαίωσε
τους έρωτες
στα λείψανα των πεύκων.

Πρώτα χάθηκε το αγιόκλημα.

Μετά η μάντρα με τα καρφωμένα γυαλιά
που δώριζαν τους πολλαπλασιασμούς
της σελήνης, σ’ όλα τα ακρόκλαρα του κήπου.

Ακολούθησαν οι γαζιές που έγερναν
στη λίμνη και την έβαφαν κίτρινη.

Μετά όλα μαύρα.

Τέτοιες μέρες
ο μύθος του πνιγμού ήταν περιττός,
το ίδιο και οι σκήτες του κήπου.

Απέμεινε η στάχτη του φεγγαριού
στα δέντρα
και ο Αιώνας
από τους ανθούς του νυχτολούλουδου
στο σάβανο του κήπου,
Μεγάλη Πέμπτη πριν ξημερώσει.

Αυτή την άνοιξη
άρχισε να σαλεύει
νωρίτερα η νύχτα.

Το έστρωσε για τα
καλά ο θάνατος,
καταραμένο σκυλί,
τα αχαμνά του.

 

Οι τρόποι της Ανάστασης

 

Η Μνήμη

Β’
Καλοκαιράκι ακίνητο
στους άγιους του κήπου
σκίνους.

Έντομα
με φτερά ασήκωτα
δένουν νοτιά
στα φύλλα της ακακίας

Κίτρινο της Αρόης
στο μάρμαρο του πεύκου
και οι αγράμπελες
ολόγυμνες
στα πρωινά
πελάγη κυκλώνουν τις φωλιές μικρών αποδημητικών.

Μυρτώο είναι το πρώτο
μετά το Ιόνιο
και τελευταίο
το γερασμένο Αιγαίο.

Καθώς
σε μια παλάμη μούρα,
αλλάζει τα χρώματα
του μπλε κοβαλτίου
σε πράσινο του αηδονιού
λίγο πριν ξημερώσει.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

 

Σκέψεις για τις παρουσίες

Βαθιά μεσάνυχτα
ακούω το τραίνο των τρεις και πέντε,
στην ενδοχώρα του σώματος
οι ήχοι αποκρουστικοί,
κυριεύουν το ριζικό του σκότους,
μ’ αφήνουν και πάλι άυπνο
στου Άθω τις γαζίες.

Ασκήσεις νεκρού
λίγο πριν ξημερώσει.
Τι βλάσφημη νύχτα και αυτή.

Μετρώ τους μυρωμένους χρόνους
γράφοντας και σβήνοντας πάντα
του ίδιου ποιήματος το κάλλος.

Περιγράφω, λοιπόν, το βίο
των άτιμων λέξεων
που με βασάνισαν
τότε και τώρα
με χειρονομίες
σκέψεις και άυπνες μέρες.

Περιγράφω την
αλητεία της γλώσσας,
που μου έμαθε το
Ρο της πατρίδας
να τιμώ με δάφνες
και ας ανήκει
το Φι στη φωτιά

και το Δέλτα στο όνειρο του σώματος
Μα γιατί το Άλφα είναι η
αρχή
και το Έψιλον το έλεος
του χρόνου;

 

 

Σελίδες Ημερολογίου
για το κάλλος των σχολίων

Δυο κίονες
στην άκρη του κήπου,
ο ένας όρθιος
γδαρμένος από το βοριά
της εγκατάλειψης
κι ο άλλος ξαπλωμένος
με άλλου το στέρνο
και άλλου την κεφαλή.

Φάνηκε πίσω από
τα σπασμένα τζάμια
να μας παρακολουθεί γυμνός.

Εδώ γεννήθηκα
εδώ θα πεθάνω,
μου φώναξε,
κραδαίνοντας ένα
κομμάτι γυαλί.

Αγκάλιασε την όρθια κολόνα,
κομματιάστηκε μαζί της.

Γέμισε ο κήπος παπαρούνες,
τον είδα έτσι νέο
πριν φύγει για φαντάρο
τον πατέρα.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΣΚΙΑΘΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

diastixo 03/2/2017

Ο ποιητής Αντώνης Σκιαθάς είναι ευρύτερα γνωστός και από το περισπούδαστο έντυπο λογοτεχνικό περιοδικό Ελί-τροχος με έδρα την Πάτρα, του οποίου είχε τη διεύθυνση έξι χρόνια (1993-1999). Έχει εκδώσει δέκα ποιητικές συλλογές, μία ποιητική ανθολογία, έχει γράψει ένα θεατρικό και μια βιογραφία του Νικολάου Γύζη.

Η Ευγενία, που φέρει το όνομα της κορούλας του (Ευγενία-Μιχαέλα) περιέχει ποιήματα που «θα μπορούσαν να είχαν εκδοθεί σε τρεις αυτόνομες εκδόσεις» αλλά ο ποιητής προτίμησε «να εκδοθούν υπό τον γενικό τίτλο Ευγενία, μια συλλογή συμπληρωμένη από αναγκαία σχόλια και αντίστοιχες σελίδες ημερολογίου, υπηρετώντας με αυτό τον τρόπο το όλον της πυθαγόρειας σιωπής και της πλατωνικής θέασης τους κώδικες του ποιητικού βίου».

Η «Ευγενία» στην ποίηση του Αντώνη Σκιαθά είναι ένα πολυσυλλεκτικό πρόσωπο, μια ηρωίδα, που κουβαλάει μεγάλη κληρονομιά οικογενειακού και ιστορικού ελληνικού βίου. Και δρασκελώντας με τεράστιους διασκελισμούς χώρου, χρόνου και ιστορίας ενώνει και διαχωρίζει συγχρόνως τις διαστάσεις του χωροχρόνου και της ιστορίας:

Σ’ ένα μεγάλο μπόγο
όλα τα ασημικά της φάρας του Γιαννούλη Χαλεπά,
με μια αλλαξιά εσώρουχα του στρατηγού της επανάστασης,
Ιωάννη Ρούκη εξ Ευβοίας
[…]
Έτσι φορτωμένοι περάσαμε τη γέφυρα του Ευρίπου,
με χιλιάδες κλουβιά πουλιών
να γεμίζουν
πούπουλα με χρώματα τις όχθες του μοιραίου
τραβήξαμε κατά την άβυσσο των σιωπηλών λιμένων
της πόλεως του Ανακρέοντος.
(Δραπέτης χρόνος)

Με το περιεκτικό εισαγωγικό ποίημα, ο Αντώνης Σκιαθάς δίνει τις διαστάσεις και τις παραμέτρους πάνω στις οποίες κινείται όλη η ποιητική σύνθεση. Και βοηθάει τον αναγνώστη, τον μελετητή του να προσεγγίσει το έργο.

Ύστερα από το κατατοπιστικό προλογικό ποίημα, δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές της κίνησής του στον ανθρωπογεωγραφικό και τον ιστορικό/θρησκευτικό χώρο. Αρχίζει από τις «μέρες των πανηγυρισμών», κι αφού αναφερθεί επί τροχάδην στην πορεία του ελληνισμού –της ατομικής του περιπέτειας και του ιστορικού βίου των Ελλήνων– από νύχτες σε νύχτες καταλήγει στον αφανισμό:

Τις μέρες των πανηγυρισμών
του πολιούχου …
[…]
με λέξεις στίχους και σκέψεις
ανοίξαμε τις εκκλησιές
και σώσαμε στα μανουάλια μας φως
για τις μεγάλες νύχτες
[…] του θέρους
[…] και αυτού του αφανισμού.

Και καταλήγει στην απότιση φόρου τιμής στους πρωτεργάτες του ιστορικού γίγνεσθαι, θεωρώντας τον ιστορικό/ανθρωπογεωγραφικό χρόνο τρισδιάστατα: παρελθόν, παρόν και μέλλον:

Των προγόνων.
(Των γεννητόρων
Των συγγενών.)
Των επιγόνων

Χωρίζει την ποιητική του σύνθεση σε τέσσερις ενότητες, τις οποίες και αναφέρει στο αφιερωματικό πεντάστροφο ποίημα: «Οι πρόγονοι / στα ιερά του Μελάμποδα» και όπου εντάσσει εννέα ποιήματα. Θα μπορούσαν να αποτελούν την προϊστορία της γενιάς του, που τυχαίνει να είναι συγκαιρινά προϊστορία των συγχρόνων του Ελλήνων. Αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα και ονόματα σημαντικών δημιουργών που άφησαν τη σφραγίδα τους στην κοινωνία, την παιδεία, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό με συχνούς χρονικούς διασκελισμούς και αναδιπλώσεις. Από την πόλη του Τολέδο και τον τελευταίο ληστή:
Πηγαίνοντας προς τη βροχή,
ακούγονταν
ο ένας μετά τον άλλο
οι χρησμοί
της Ροδάνθης Σκεπαθιανού,
μητέρας
του τελευταίου ληστή
της πόλεως του Τολέδο

Αναφέρεται στον ποιητή Έκτορα Κακναβάτο, στο έθνος των τοκογλύφων στα όρια της Τροίας, στις βροχερές αγορές της μονής Δαφνίου, στον Φρόυντ, στον Διγενή, στις άηχες νύχτες του Ομήρου, μ’ έναν δικό του ιδιόμορφο, αφηγηματικό, εύρυθμο τρόπο, χωρίς να φοβάται να καλύπτει τις αποστάσεις με ανάλαφρες, έντεχνες κινήσεις στον ποιητικό χωροχρόνο, για να κλείσει την ενότητα καταφεύγοντας:

Στο ιερό του Μελάμποδος
Το μελαγχολικό μαύρο
των προγόνων
[…] στις μοναχικές στιγμές των Μυκηνών
[…] κοντά στην Αμφίπολη
[…] που έχουν
καλά κρυμμένες
τις νίκες του Αλέξανδρου
ο Παρμενίονας
και η Ρωξάνη του Οξυάρτη.

Ακολουθούν οι ενότητες «Οι Γεννήτορες στη νήσο των Σπετσών», για τους οποίους ορίζει τον τόπο και ζωγραφίζει τους «τίτλους ιδιοκτησίας» με ιλαρές εικόνες χρωματικής και αρωματικής πανδαισίας.

Στην κατάνυξη των λεμονανθών
Ο ποιητής
[…] ανακαλύπτει
τα λάθη για τα Χερουβείμ
[…] δωρίζει στη σιωπή
τίτλους ιδιοκτησίας.
[…] Κτήματα απουσίας
Σε χρόνους θρυμματισμένους.

Με τον ίδιο τρόπο συνεχίζει το ποιητικό οδοιπορικό αναφερόμενος στους συγγενείς και στη συνέχεια τον απασχολεί το μετά, οι επίγονοι, ο ιστορικός τους βίος.

Ο ποιητής μέσα σε τούτη τη συλλογική έκδοση των ποιημάτων του αποπειράται να ιστορήσει ποιητικά και να κλείσει τον ιστορικό και κοινωνικοπολιτικό βίο των Ελλήνων παράλληλα με της δικής του γενιάς την περιπέτεια. Να μετουσιώσει σε ποίηση, με λίγα λόγια, την ιστορία και τον πολιτισμό των Ελλήνων, με τα συν και τα πλην του. Και με το δικό του τρόπο πραγματοποιεί το όραμά του.
Θα κλείσω αυτό το σημείωμα με χαρακτηριστικούς στίχους από το ποίημα «Σκέψεις για τις παρουσίες»:

Βαθιά μεσάνυχτα
ακούω το τρένο των τρεις και πέντε,
στην ενδοχώρα του σώματος,
οι ήχοι αποκρουστικοί,
κυριεύουν το ριζικό του σκότους,
μ’ αφήνουν και πάλι άυπνο
στου Άθω τις γαζίες.
[…]Μετρώ τους μυρωμένους χρόνους
γράφοντας και σβήνοντας πάντα
του ίδιου ποιήματος το κάλλος.

Περιγράφω, λοιπόν, το βίο
των άτιμων λέξεων
που με βασάνισαν
τότε και τώρα
με χειρονομίες
σκέψεις και άυπνες μέρες.

Αυτός ο ατελείωτος, ο αδυσώπητος, ο ανηλεής αγώνας με τις «άτιμες λέξεις», τις αδάμαστες ενίοτε, η αναμέτρηση με την εύρυθμη, την εύθραυστη και απαιτητική ποιητική έκφραση, είναι που κάνει τη διαφορά ανάμεσα στον καθαρό, νοηματισμένο ποιητικό λόγο και στην προχειρότητα, την άνευρη στιχοπλοκή.

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

diavasame (7/3/2017)

Η αποσπασματικότητα της ποιητικής έκφρασης είναι (για τους μη πεζολογούντες) ανάλογη της σημαντικής των παγόβουνων, που προεξέχουν επιλεκτικά, όμως επιπλέουν, αφού ουδέποτε εδράζονται στα ριζά των ηφαιστείων. Με τούτο θέλω να πω ότι (με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Διονύσιο Σολωμό) η ευλογία της «έμπνευσης», η μαγική εκείνη στιγμή όπου οι λέξεις συνδέονται με απρόβλεπτο και πρωτότυπο τρόπο για να δώσουν καινούργιο νόημα στον κόσμο, αλλά μετά πρέπει και να καταγραφούν αμέσως, τάχιστα, έτσι ώστε να μην αλλοιωθεί η ποιητική ιδιόλεκτος από το αριστερό ημισφαίριο της Λογικής, η οποία όλα τα αναλύει κάνοντάς τα «φύλλο-φτερό»… Με τούτο θέλω να πω ότι η ευλογία της «έμπνευσης» (για όσους την παραδέχονται, την καταδέχονται, την υποδέχονται και στήνουν ευήκοον ους) προσιδιάζει σε προφήτες μάλλον παρά σε κοινούς ανθρώπους που εργάζονται πυρετωδώς στην Ελλάδα της Κρίσης για να πληρώσουν λογαριασμούς και να διεκπεραιώσουν τα τρέχοντα χωρίς να τα σπρώξουν κάτω από το χαλί. Με τούτο θέλω να πω ότι, ακολουθώντας τη διάκριση των αρχαίων Λατίνων θεωρητικών της Λογοτεχνίας, υπάρχουν ποιητές προφήτες (Poeta vates) και ποιητές τεχνίτες (Poeta faber) χωρίς να αποκλείονται και τα υβριδικά είδη. Φυσικά και είναι απολύτως σχηματική αυτή η κατάταξη, ας τη θέσουμε όμως ως υπόθεση εργασίας.

Ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς, γεννήθηκε το 1960, είναι διπλωματούχος χημικός μηχανικός του Πανεπιστημίου Πατρών, επιχειρηματίας και οικογενειάρχης. Εξέδιδε επί χρόνια το περιοδικό Ελί-τροχος, όπου φιλοξενήθηκαν πολλές άστεγες ελληνοκεντρικές κι ανθρωποκεντρικές πρωτότυπες φωνές.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες και είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Καταξιωμένος λοιπόν επιστήμων, επαγγελματίας, οικογενειάρχης και λογοτέχνης φαίνεται σαν να κινείται μεταξύ Poeta vates και Poeta faber. Αυτό προσδίδει μορφολογικά κι υφολογικά στην ποίησή του μια κάποια αποσπασματικότητα, δίκην ποιητικού ημερολογίου, του οποίου κάποια εκλεκτά φύλλα έχουν μουντζουρωθεί και ξαναγραφεί και καθαρογραφεί άπειρες φορές προτού να παραδοθούν στα αδηφάγα μάτια του επαρκούς (ή και ομότεχνου) αναγνώστη. Αυτή η επιμέλεια δεν οδηγεί αναγκαστικώς σε καλλιέπεια, αφού η λογοπλαστική ιδιόλεκτος και το εικονοκλαστικό σπάσιμο της καθεστηκυίας σύνταξης της ελληνικής γλώσσας αποτρέπουν τη μηχανική ανάγνωση και διαφοροποιούν α-τονικά τη μουσικότητα του στίχου, προκαλώντας διαρκώς έκπληξη, όχι όμως διά της αντιθέσεως, αλλά διά της μεταθέσεως λέξεων και νοημάτων ώστε να διεγείρουν την περιέργεια συνδημιουργικών εγκεφάλων, οι οποίοι επιθυμούν να πλάσουν το δικό τους έργο τέχνης άμα τη αναγνώσει αυτού του πολυποίκιλου κι ενδιαφέροντος βιβλίου.

Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι στον τόμο αυτό συστεγάζονται τρεις ποιητικές συλλογές: Οι πρόγονοι στα ιερά του Μελάμποδα, Οι γεννήτορες στη νήσο των Σπετσών, Οι συγγενείς στα ιαματικά νερά της Αιδηψού. Ο ίδιος δηλώνει ότι σπάζοντας τη σιωπή του κι αντί να βγάλει τρία βιβλία προτίμησε να καταθέσει αυτή την ανάσα ψυχής σε έναν κομψό, ευσύνοπτο και υπέροχα εικονογραφημένο τόμο, χάρη και στον εικαστικό Γιάννη Στεφανάκι, εκδότη του περιοδικού «Νέο Επίπεδο», που χάρισε σχέδιο ειδικά δημιουργημένο για αυτή την έκδοση.

Στο επίπεδο της θεματολογίας, κυριαρχεί η Ελλάδα, η παιδική αθωότητα και ο εφηβικός πανερωτισμός, ως ανάγκη απεμπολήσεως του εγώ κι ενώσεως με τη Φύση έτσι ώστε να επιτευχθεί η εκστατική ένωση με το Όλον, την οποία μπορούν να βιώσουν μόνον οι μύστες, Ορφικοί και Πυθαγόρειοι, Διονυσιακοί και Βακχικοί (ορθώς το διαχωρίζει ο ποιητής). Αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για ένα μυστικιστικό ή απόκρυφο βιβλίο, παρ’ όλο που πολλοί κώδικες χρήζουν αναλύσεως και μεταφράσεως. Αντιθέτως, κυριαρχεί το Ελληνικό Φως, ως αντίστιξη στο «σκότος που ωριμάζει» (τι ωραία σύλληψη!).

Στο επίπεδο της υφολογίας, η μεταμοντέρνα απλότητα βοηθάει στην ψηφιδοποίηση εμπειρίας και εμπνεύσεως.

Η ιδιόλεκτος, πεποικιλμένη κι επεξεργασμένη τεχνηέντως.

Η ρυθμολογία ακολουθεί τις σπασμένες αρμονίες της σύγχρονης υπερτονισμένης α-τονικότητας.

Στο διαλεκτικό επίπεδο, ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς βάλλει κατά της κακομασημένης κι άτσαλης εισαγόμενης Κοινωνίας της Αφθονίας κι ευαγγελίζεται την καταστροφή που θα επιτρέψει την Αναγέννηση των εποχών. Παραπέμπει μάλιστα στον Αντώνη Σαμαράκη, χαρακτηρίζοντάς τον δάσκαλο κι ενστερνίζεται την προτροπή του ότι πρέπει να γίνουμε όλοι «πατροκτόνοι» και «μητροκτόνοι» προκειμένου να αποφύγουμε την επανάληψη παθογενειών της μετεμφυλιακής Ελλάδας.

Είναι σαφώς πολιτική η στάση τού ποιητή κι αυτό τον καθιστά όχι απλώς σύγχρονο, αλλά μάχιμο και μαχόμενο. Κατατάσσεται (και το αποδέχεται) στη λεγόμενη γενιά τού 1980, όμως κατά τη γνώμη μου δεν την ακολουθεί, αφού εκεί κυριαρχεί η αποπολιτικοποίηση, ο ευδαιμονισμός και ο χαυνωτικός ηδονισμός τού ιδιωτικού.

Είναι πολύ ενδιαφέρον και προκλητικό αυτό το αμάλγαμα των τριών συστεγαζομένων ποιητικών συλλογών-ενοτήτων. Δώρο ζωής στους ασθμαίνοντες σκότος.

Ενώ συνήθως με εξαντλεί η αναλυτική ανάγνωση, εδώ ήθελα κι άλλο. Σημείωσα στο περιθώριο γνωμικά, διάλεξα ιδέες, χάρηκα πρωτόγνωρες εικονοποιήσεις και ανθολόγησα δύο ή τρία ποιήματά του από τα οποία θα καταλήξω σε ένα για τον τόμο «Τα ποιήματα του 2016».

Για την ώρα σταχυολογώ κάποιες εκλάμψεις όπως: «τις επτά ταριχεύσεις του Εγώ» (σελ. 17), «Ο τρόπος των ανθρώπων / πάντοτε / είναι ο ίδιος με αυτόν που ορίζουν / οι θεοί» (σελ. 23), «νεογέννητος ακόμα ο αοιδός χρόνος μου» (σελ. 25), «Βέβαια, άλλοτε με το φως και / άλλοτε με το σκοτάδι γράφουν / τις αξίες του Εγώ, / πάντα όμως με το πρώιμο γαλάζιο / γράφουν το Εμείς και ας είναι / ακόμα νύχτα» (σελ. 27), «τριζόνια / στις ήττες της γλώσσας / του Ρωμανού του Μελωδού» (σελ. 30)… Και το υπέροχο: «Μονολογούσε, / ο Περικλής Γιαννόπουλος / δεν αυτοκτόνησε / στη λιμνοθάλασσα του Σκαραμαγκά, / απλώς / δημιούργησε την αυτοκτονία της λίμνης / στο κορμί του. / Αιώνες τρεις / μετά την πρωία / της ταφής του» (σελ. 33).

Κι ένα ποίημα από τη σελίδα 34 με τίτλο:
«Η Μοναξιά του Νικολάου Καρούζου»
Ο Νίκος Καρούζος μιλούσε συχνά για τη ζωή όπως άκουγαν τα πουλιά τους ανέμους.
Ο Έντγκαρ Ντεγκά μιλούσε πολύκαλά για το σώμα και σίγουρα για την ψυχή τών χορευτριών του στη λίμνη τών κύκνων.
Αφύλαχτη είναι η ψυχή όταν τη βρίσκει ο βοριάς τής μοναξιάς έγραφε κάπου σε ένα μάρμαρο ο Γιαννούλης Χαλεπάς.
Όσο υπάρχει Ιόνιο, Αιγαίο, Άθως, δεν πρόκειται να χαθούμε ανέφερε ο παππούς Οδυσσέας Ανδρούτσος και επανέλαβε με τον τρόπο τών Βυζαντινών Ελλήνων ο Νικόλαος Καρούζος: Ήξερα για το πώς και το γιατί τών ύμνων για τους αγέρηδες τών πελάγων τών Ελλήνων.
Με αυτούς, είπε ο Γιάννης Τσαρούχης, ας κεντήσουμε και πάλι τις σημαίες τών ερώτων μας.

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΣ ΜΠΟYΡΑΣ

ΑΥΓΗ 2/4/17 Σελίδες ημερολογίου

Είναι γόνιμη η σιωπή για τους ποιητές. Αγρανάπαυση. Ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς επανέρχεται με όχι μία αλλά με τρεις συλλογές σε συσκευασία μιάς. Σε ενιαίο τόμο με τίτλο «Ευγενία» συστεγάζονται: Οι πρόγονοι στα ιερά του Μελάμποδα, Οι γεννήτορες στη νήσο των Σπετσών, Οι συγγενείς στα ιαματικά νερά της Αιδηψού. Λόγος ελλειπτικός, περιεκτικός αλλά όχι αφαιρετικός. Καμία μεταμοντέρνα α-νοησία δεν βλάπτει ως δάκος τον καρπό της ελιάς την πλούσια καρποφορία του ποιητή-καλλιεργητή. Γιατί τα ποιήματα, αγαπητοί μου φίλοι, είναι απλώς «η κορυφή του παγόβουνου». Ή ζούμε ποιητικά με αλληλεγγύη, ενσυναίσθηση και αγάπη προς τον πλησίον ή δεν είμαστε τίποτα. Ούτε καν «χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον». Στα χρόνια της Κρίσης, η ποίηση έφυγε από το ομφαλοσκοπούμενο «εγώ» της ψευδαισθητικής Αφθονίας, εγκατέλειψε τις χημικές ή φυτικές παραισθήσεις κι επέτρεψε στο έντρομο «εμείς» προκειμένου να συν-δημιουργήσουμε την επόμενη μέρα, με Ισότητα, Ελευθερία, Δικαιοσύνη, Αξιοπρέπεια για όλους τους ανθρώπους, χωρίς διακρίσεις, χωρίς αποκλεισμούς κι εξαιρέσεις.

Για τούτο αγαπώ την ποίηση του σεμνού Αντώνη Σκιαθά: γιατί είναι βαθιά ανθρωπιστική κι ανθρωποκεντρική. Δεν καταφεύγει σε εύκολες μεγαλοστομίες, ναρκισσισμούς κι εμπάθειες. Δεν πρόκειται διόλου για ένα κακομαθημένο «εγώ» που επιζητεί βραβεία κι επαίνους. Τουναντίον, ο συνδιευθυντής του περιοδικού Ελί-τροχος, ο αυθεντικός κι εμβριθής ποιητής, ο λάτρης της ελληνικής γλώσσας ως εργαλείου δημοκρατίας κι αναλαμπής, δεν πτοείται από τις συνήθεις υπαρξιακές μικροψυχίες πολλών ομοτέχνων του. Αγαπάει τη γυναίκα, τιμάει την κόρη του Ευγενία-Μικαέλα Α. Σκιαθά (που έδωσε, προφανώς και το όνομα σε αυτό το περιεκτικό βιβλίο). Είναι φιλαλήθης και γλωσσοπλάστης, αλλά με διακριτικό σεβασμό στον κοινόχρηστο κώδικα και χωρίς να επιδιώκει να μας εντυπωσιάσει. Παραπέμπει σε ομοτέχνους και εικαστικούς. Τον τόμο κοσμεί σχέδιο του ζωγράφου κι εκδότη του περιοδικού «Νέο Επίπεδο» Γιάννη Στεφανάκι, «ειδικά δημιουργημένο για την έκδοση Ευγενία». Αυτή η συνεργασιμότητα, η συνάντηση τεχνών κι ανθρώπων, η προσπελασιμότητα στο Άλλο, που συναπαρτίζει το «εμείς» είναι και η σεφερική αγωνία που σαρκώνεται εδώ με αισθητικό τρόπο, σχεδόν διαχρονικό.
Εξαίρετη η λακωνικότητα του ποιητικού λόγου. Το δίπτυχο ποίημα «Ήθη επαϊόντων» καταλήγει σε ένα τρίστιχο γνωμικό που λειτουργεί και ως αυτοτελές επίγραμμα και καταδεικνύει την συνθετική ικανότητα του έμπειρου ποιητή, δεξιότητα αξιομνημόνευτη: «Τριζόνια / στις ήττες της γλώσσας / του Ρωμανού του Μελωδού» (σελ. 30).
Και το ποίημα «Μια μακρινή πρόγονος η Ντόνα Μάαρ» καταλήγει: «Βούρκωσα γράφοντας / ονόματα / σε όσα χαρτάκια έμειναν / παγκάρια να στολίζουν» (σελ. 35).
Στο πεζό ποίημα με τίτλο «Η κόκκινη ομπρέλα» υπογραμμίζουμε το αριστουργηματικό: «Την πλησιάσαμε με τον τρόπο του ελαφιού που σκύβει να πιει νερό» (σελ. 81)
Πολλά τα ανθολογίσιμα ποιήματα. Τι να πρωτοδιαλέξει κανείς;
Από τις «Σελίδες Ημερολογίου το κάλλο για των παρουσιών»: «Τα λάθη μου εταίρες μεταβάλλουν, / όλους τους ορισμούς του Πλάτωνα / που έχω φυλακτό στο θωρηκτό μου στήθος» (σελ. 97).
Δεν θα επεκταθώ άλλο, στο σύντομο αυτό κριτικό μου σημείωμα. Το συνολικό έργο τού Αντώνη Δ. Σκιαθά χρήζει φιλολογικής μελέτης κι είναι άξιο μονογραφίας.

 

 

ΦΡΥΝΗ ΚΩΣΤΑΡΑ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 26/5/2017

Ένα μακραίωνο ποιητικό οδοιπορικό στο διάβα των αιώνων, ένα ταξίδι στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, ξεδιπλώνεται στις σελίδες της πρόσφατης ποιητικής συλλογής του Αντώνη Δ. Σκιαθά «Ευγενία», που κυκλοφόρησε ύστερα από ένα μακρό διάστημα ποιητικής σιωπής, από τις εκδόσεις Πικραμένος σε μια καλαίσθητη έκδοση, καταδεικνύοντας την άσβεστη αγάπη του για το λόγο και τη συγγραφή. Η συγκεκριμένη συλλογή αποτελεί στην ουσία μια μεγάλη ποιητική σύνθεση, δομημένη σε πέντε κύριες ενότητες, στις οποίες περιέχονται ποιήματα, αφιερωμένα σε παρόντα και απελθόντα αγαπημένα πρόσωπα, στα οποία είναι κυρίαρχη η λειτουργία της μνήμης, άρρηκτα συνδεδεμένης, όμως, με το παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου, ενώ συμπληρώνεται από διάφορα σχόλια, σκέψεις και αντίστοιχες σελίδες ημερολογίου στο τέλος κάθε ενότητας. Οι τρεις πρώτες εξ’ αυτών συνιστούν μια τριλογία, που θα μπορούσε να έχει εκδοθεί και σε αυτόνομες εκδόσεις, ωστόσο ο ποιητής προτίμησε συνειδητά την ταυτόχρονη έκδοσή τους. Πρόγονοι, γεννήτορες, συγγενείς και επίγονοι συνθέτουν τα βασικά σημεία αναφοράς της συλλογής, διαμορφώνοντας έναν τρισδιάστατο άξονα παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, που συνέχει το βιβλίο, παρασύροντας τον αναγνώστη σ’ ένα ταξίδι στον κόσμο των λέξεων, των αισθήσεων και των αισθημάτων, ένα ταξίδι στο παρελθόν, τη φύση και την τέχνη.

Ο τίτλος της συλλογής Ευγενία, αφιερωμένης στην αγαπημένη του κόρη, που φιλοτέχνησε την πρωτότυπη ζωγραφιά του εξωφύλλου, ενέχει συγχρόνως και το στοιχείο της «ευγένειας», αλλά και της «ευγονίας», ενώ θεωρώ ότι μ’ έναν εξαίρετο ποιητικά τρόπο, μέσα από αναφορές σε διάφορες ιστορικές στιγμές, γεγονότα και πρόσωπα, ο ποιητής επιτυγχάνει να πλάσει μια νοερή, πολυσύνθετη, πολύπτυχη και πολυδιάστατη ποιητική ηρωίδα που βαδίζει αγέρωχα μέσα στους αιώνες, σηκώνοντας στους ώμους της ολόκληρη την ιστορία του παρελθόντος, της γενιάς, του γένους και της πατρίδας της.

Κύριο χαρακτηριστικό της συλλογής η συνομιλία του συγγραφέα με την ιστορία και με πρόσωπα-σύμβολα που σηματοδότησαν ποικιλοτρόπως το παρελθόν αυτής της χώρας, ορίζοντας το γενεαλογικό δέντρο της ελληνικής οικογένειας και σχηματοποιώντας την πραγματικότητα του βίου μας ως σήμερα. Στην ουσία μέσα από τις σελίδες της συλλογής παρελαύνει ο σύγχρονος βίος των Ελλήνων του 20 αι. Το εισαγωγικό ποίημα «Δραπέτης Χρόνος» δίνει στον αναγνώστη μια πρώτη γεύση του ποιητικού οδοιπορικού, εισάγοντάς τον στον ιστορικό χρόνο της πορείας του ελληνισμού, μιας διαδρομής που ξεκινά από τις «μέρες των πανηγυρισμών», καταλήγοντας στις «νύχτες του αφανισμού». Στην πρώτη ενότητα με τον τίτλο «Οι πρόγονοι στα ιερά του Μελάμποδα» ο ποιητής με μεγάλες δρασκελιές στο χωροχρόνο της ιστορίας μας μεταφέρει από το ιερό του Μελάμποδα, το μυθικό Άργος, τις Μυκήνες και την αρχαία Σπάρτη στη λιμνοθάλασσα του Σκαραμαγκά, από τον Ανακρέοντα στον Πλάτωνα, τον Αλέξανδρο και τη Ρωξάνη, από το Βυζάντιο και την Άννα Κομνηνή στους χρόνους της Ελληνικής Επανάστασης, την Μαντώ Μαυρογένους, τον Σολωμό, τον Ιωάννη Ρούκη, τον Μπάιρον και τον Καποδίστρια. Σκορπίζει «στάχτες σπερνών» σ’ ένα ποιητικό μνημόσυνο τιμής στον Θεοτοκόπουλο, τον Βελουχιώτη, τον Κακναβάτο, την πολυαγαπημένη του μητέρα Ράμπελα Στυλιανού και άλλους Έλληνες, όμορφους Έλληνες, γόνους Ελλήνων. Αισθάνεται το παγερό φύσημα του «βοριά της μοναξιάς» μαζί τον Καρούζο, τον Ντεγκά και τον Γιαννούλη Χαλεπά. Η αναφορά και επαναφορά σε διάφορα πρόσωπα, ήρωες, καλλιτέχνες, λογοτέχνες και άλλους, που σε ορισμένα ποιήματα μοιάζει σαν συνάντηση μιας αρχαιοελληνικής συντροφιάς σε σύγχρονο μπαρ της πόλης, καταδεικνύει τη μύχια ανάγκη του ποιητή για επικοινωνία με το παρελθόν του και τους προγόνους του. Σαν ένας ομφάλιος λώρος που δεν έχει κοπεί, δεν θέλει να κοπεί, επιδιώκοντας εναγωνίως τη συνέχιση και επέκτασή του. Οι αντικατοπτρισμοί, άλλωστε, του παρελθόντος στο παρόν συνιστούν κινητήρια δύναμη στην ώθηση της ιστορίας.

Συνεχίζοντας το οδοιπορικό του στις επόμενες ενότητες με τους τίτλους «Οι γεννήτορες στη νήσο των Σπετσών», «Οι συγγενείς στα ιαματικά λουτρά της Αιδηψού» και «Οι επίγονοι ομολογούν του έρωτος επέτειος εαρινή» μας μεταφέρει σε νεώτερους χρόνους, εμμένοντας στο κάλλος των γεννητόρων και των συγγενών, και καταλήγοντας στους επίγονους. Στις ενότητες αυτές περιδιαβαίνοντας νησιά και όρη, καταμετρώντας ταξίδια και ναυάγια, ελπίδες και απογοητεύσεις, οδηγείται σε μια συνειρμική καταβύθιση στα υγρά βάθη λιμνών αυτοχειρίας Καρυωτακικών επιγόνων. Ο θάνατος, σωματικός και ψυχικός, επανέρχεται ως βασικό μοτίβο, όπως και ο έρωτας, η δύναμη του οποίου ξαναγεννά τη ζωή. Ο πόνος για την απώλεια αγαπημένων εναλλάσσεται με τη ζάλη του έρωτα και εντέλει αφομοιώνεται στον αναπόφευκτο βηματισμό του χρόνου που προχωρά αδυσώπητα.

Παράλληλα, μέσα από τη στροφή αυτή του βλέμματος στο παρελθόν οδηγείται στη θέαση του μέλλοντος και τον εξορκισμό του επαναλαμβανόμενου κακού μέσω χρησμών και προφητειών, που συνιστούν επίσης θεματική, στην οποία ο ποιητής επανέρχεται. Η προφητική φωνή στην ποιητική σύνθεσή του ακούγεται ως μέρος ενός συνόλου που υφίσταται τις συνέπειες του ιστορικού γίγνεσθαι, ως φωνή του ποιητή – γνώστη της αέναα επαναλαμβανόμενης ιστορικής αλήθειας, και συγχρόνως συντρόφου στο ανθρώπινο δράμα. Μετουσιώνοντας την ιστορία σε ποίηση επιτυγχάνει να τη μετατρέψει σε πνοή δημιουργίας, ξύπνημα μνήμης, η οποία καλεί σε εγρήγορση. Αποπροσανατολισμένοι μέσα στην παραζάλη της πολύπτυχης σημερινής κρίσης, οικονομικής μα πάνω απ’ όλα ηθικής, βυθισμένοι στο μίσος του Εγώ και στον τρομερό βούρκο του φονικού Εμείς, οι επίγονοι φαίνεται ότι άφησαν «τη νίκη ενέχυρο στα σπίτια των προγόνων», όπως δηλώνει ο ποιητής, απ’ όπου και πρέπει να βρουν τον τρόπο να την ξαναπάρουν.

Μεταξύ των επιγόνων και οι ποιητές, το χρέος των οποίων στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον εξαπολύεται ως ηθικό πρόσταγμα και αυτοαναφορικό μοτίβο. Ο ίδιος ο ποιητής χαρτογραφεί την περιδίνησή του ανάμεσα στο επιτακτικό παρόν και το βασανιστικό παρελθόν, απ’ όπου ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται το εκκρεμές του δισταγμού του μεταξύ μιας ζωής αισθημάτων και αισθήσεων και μιας βιωτής χρέους. «Δισέγγονα της αστραπής των ποιητών οι σκέψεις», δηλώνει στο ποίημα «Μνήμες Προγόνων», ενώ ο ίδιος με τον τρόπο του ποιητή, σαν επίγονος του Καβάφη, με τον οποίο συνδιαλέγεται μεταξύ άλλων κάποιες στιγμές στο ποιητικό του αυτό ταξίδι, «μετρά τους μυρωμένους χρόνους/ γράφοντας και σβήνοντας πάντα/ του ίδιου ποιήματος το κάλλος», «περιγράφει το βίο/ των άτιμων λέξεων/ που τον βασάνισαν/ τότε και τώρα/ με χειρονομίες/ σκέψεις και άυπνες μέρες», «κομίζοντας», θα έλεγα, «επιθυμίες και αισθήσεις εις την Τέχνη», όπως ο ομότεχνός του. «Η μαγγανεία της ποίησης», άλλωστε, όπως δηλώνει στο ποίημα «Εξωδίκως στα ορεινά της ποίησης», είναι αυτή που αναλαμβάνει να σώσει το έθνος». Ο Αντώνης Σκιαθάς γνωρίζει καλά ότι η ποίηση συνιστά λύτρωση, κάθαρση, εξαγνισμό, απαντοχή στον χρόνο, κι ας είναι πλέον, όπως δηλώνει, «οι χρόνοι άλαλοι/ και οι γραφές για λίγους».

Παράλληλα, μέσα από την περιδιάβαση σε μονοπάτια της ελληνικής ιστορίας αναζητά κι αναδεικνύει την ελληνικότητα, όπως αυτή πηγάζει από την ελληνική φύση, το βαθύ μπλε του ουρανού και των θαλασσών, το εκτυφλωτικό φως, την πελαγίσια αύρα. Το τοπίο δεν το βλέπουμε μόνο, το αναπνέουμε, το νιώθουμε, το βιώνουμε, σαν ένα μυστικό κάλεσμα ένωσης με τη Φύση και το Όλον. Σέριφος, Αστυπαλιά, Τήλος, Κύθνος, Σάμος, Ιθάκη, βράχια των Μυκηνών, πέτρες του Παρθενώνα, αμπέλια, ελαιώνες συνθέτουν το σκηνικό αυτού του τόπου που ταξιδεύει στους αιώνες και προβάλλεται από τον ποιητή σε μικρά κομμάτια έργων τέχνης, που μοιάζουν με πίνακες ζωγραφικής, άλλοτε φωτεινούς κι ελπιδοφόρους και άλλοτε σκοτεινούς και δυσοίωνους. Ήχοι, χρώματα, μελωδίες, εικόνες αναδύονται στον ποιητικό καμβά του και ζυμώνονται μ’ ένα λόγο δυνατό, λιτό και καθάριο, που αναδύει αρώματα φασκομηλιάς και λεμονανθών, κλειδώνοντας αριστοτεχνικά μέσα του το ιδεόγραμμα του ποιητικού του κόσμου. Το υφολογικό του μίγμα, καμωμένο από εκφραστική σαφήνεια και υποδόρια ρυθμικότητα, συμφιλιώνει την ακριβόλογη διάθεση με την ενδιάθετη ποιητικότητα του λόγου του, στον οποίο συνδυάζονται με μαεστρία ο ρεαλισμός με τον λυρισμό, ενώ υπάρχουν σημεία που γίνεται βιβλικός, θυμίζοντας περικοπές των Γραφών, όπως π.χ. στο ποίημα «Αιωνιότητα». Η μικρή βαρυσήμαντη φράση, η κατασκευή της, εξονυχιστικά δουλεμένη, η επιδέξια επανάληψη, η κατάνευση σε συμβολισμούς, η αιχμαλωσία του νοήματος σε μεταφορικά δίχτυα, ο εσωτερικός ρυθμός που δονείται πίσω από τις προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις, για τον Αντώνη Σκιαθά, άλλωστε, κάθε λέξη έχει τη σημασία της, τη θέση της, καθώς αυτές, όπως προσφάτως έχει αναφέρει, «αρματώνουν» το ποίημα, όλα αυτά εγείρουν την ποιητική μας συνείδηση, δημιουργώντας έναν λόγο αρμόζοντα στο περιεχόμενο, που συστεγάζει το σουρεαλιστικό όνειρο με το ρεαλιστικό παρόν και τη ρετρό αναπόληση.

Η ποίηση, λοιπόν, του Σκιαθά, υπαρξιακή, εναγώνια και στοχαστική, με την πνοή μιας εσωτερικότητας που τόσο απουσιάζει στις μέρες μας, πηγάζει από μια ευαισθησία που πυρώνεται από το ανθρώπινο δράμα που συντελείται στο διάβα των αιώνων, γεμάτο θύελλες, ελπίδες, ναυάγια και αναπάντητα ερωτήματα. Στίχοι – χρησμοί με την ένταση και την αίσθηση των τραγικών ποιητών, που διαβάζονται άλλοτε διθυραμβικά, σχεδόν δοξαστικά και άλλοτε ως θρηνωδίες σαν ψίθυροι καρδιάς ή ανάσες πικρών ανέμων, ξετυλίγουν το διαχρονικό ταξίδι του ανθρώπου στις θάλασσες του χρόνου, ο οποίος στην ποίηση του Σκιαθά παραμένει ενιαίος, καθώς το παρόν γίνεται ένα με το παρελθόν, εξυφαίνοντας ένα αδιαπέραστο νήμα, επεκτεινόμενο και σε μέλλοντες χρόνους. Η αύρα αυτή του παρελθόντος προσκαλείται να γίνει άνεμος πνοής και φως που φθάνει να διαλύσει το σκότος του χειμώνα του παρόντος. Ο ποιητής προσκαλεί, θυμάται, ονειρεύεται, παραθέτει γεγονότα, συνομιλεί με πρόσωπα, προφητεύει, προειδοποιεί, προτείνει, βιώνει, αισθάνεται. Η ποίησή του, προβάλλοντας την ιστορία ως μνήμη και ως μήτρα αιτιοκρατίας, το φως ως ηθική και ενεργειακή ποιότητα, τους προγόνους και επιγόνους ως πόλους στην ιστορική διαδρομή, τους γεννήτορες και συγγενείς ως ορίζουσες του παρόντος, ισορροπεί ανάμεσα στην υποκειμενική εμβάθυνση, το νόστο του παρελθόντος και τον ρεαλισμό, και αυτό που γοητεύει τον αναγνώστη είναι η προσπάθεια αναζήτησης του τι επιλέγει και γιατί ο ποιητής να κρατήσει από το παρελθόν, τι αναπολεί και ποια φίλτρα καθορίζουν τη θέασή του.

 

 

ΜΙΝΑ Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

FRACTAL (7/6/2017)

Γλωσσική και ιστορική πραγματικότητα στο έργο «Ευγενία»

«Ευγενία»: ένα βιβλίο που συνυπάρχουν ως μούσες τρία πολύ ξεχωριστά πρόσωπα: η μάνα Ράμπελα, η αγαπημένη Χρυσούλα και η λατρεμένη Ευγενία. Τη Ράμπελα και τη Χρυσούλα θα τις βρεις στις σελίδες του. Την Ευγενία, όμως, δε χρειάζεται να την αναζητήσεις. Εμβληματική η παρουσία της σε καλωσορίζει με το αιμορραγούν ουράνιο τόξο της στο εξώφυλλο και σε προτρέπει να βουτήξεις στις πληγές και να δώσεις χρώμα στη ζωή σου ντυμένος στα κόκκινα!

Το σημαντικό για τον καθένα είναι φτιαγμένο από αγάπη και αθωότητα. Πολύτιμο και σπανιότατο. Ή σπανιότατο, γι’ αυτό και πολύτιμο. Πάντως αξία αδιαπραγμάτευτη. Έτσι μας υποδέχεται η «Ευγενία» και μας συστήνεται εκ νέου μετά από χρόνια συνειδητής ποιητικής σιωπής ο Αντώνης Σκιαθάς. Συνυπάρχει συνδημιουργώντας με το σημαντικότερο πλάσμα για ‘κεινον, την 9χρονη κόρη του. Η μικρή με τη δική της ζωγραφιά, δικό της εικαστικό δημιούργημα, νικά την πλήξη που προκαλούν πολλά εξώφυλλα ποιητικών συλλογών και δίνει την ευκαιρία στο πνευματικό παιδί του πατέρα της, την εν λόγω συλλογή, να διαφοροποιηθεί, να καινοτομήσει με ένα παιχνίδισμα παιδικότητας απευθυνόμενη στους μεγάλους για την εσαεί διατήρηση της δικής τους αθωότητας.

Με την συμβολή και την οπτική παρέμβασης του πατρινού εκδοτικού οίκου Πικραμένος, που χρόνια επιμένει σε τέτοια δείγματα δουλειάς, έχουμε ένα εξαιρετικά άρτιο αποτέλεσμα. Ένα βιβλίο υψηλής ποιότητας και αισθητικής. Σύμμαχος ο Γιάννης Στεφανάκις και τα σχέδιά του, ειδικά φτιαγμένα για τη συγκεκριμένη έκδοση. Χαρακτηριστικό στοιχείο, που υποσυνείδητα σε υποβάλλει στο φως της σύγχρονης ποιητικής χροιάς του σκοτεινότερου στο παρελθόν Αντώνη Σκιαθά, το χρώμα του βιβλίου αλλά και των σχεδίων που φιλοξενεί.

Ο Αντώνης Σκιαθάς έχει μια βαθύτατη συναίσθηση χρέους απέναντι στους προγόνους, όχι μόνο τους δικούς του αλλά και όλης της ανθρωπότητας. Σα φύλαρχος φυλής στην αφρικανική ήπειρο του 18ου αιώνα –περίοδο διείσδυσης του δυτικού πολιτισμού μέσω ιεραποστολών, γεωγράφων, επιχειρηματιών, πολιτικών και βασιλικών αποστολών, που τελικά θα συμβάλλουν, αν δεν θα είναι οι πρωταίτιοι του μακελέματος του αφρικανικού πολιτισμού- αισθάνεται ότι έχει μεγάλο μερίδιο διαφύλαξης της ες αεί παρουσίας των προγόνων στον 21ο αιώνα. Μια αντίστοιχη εποχή μακελέματος της αυθεντικής και ουσιαστικής επικοινωνίας και της συστηματικής προσπάθειας αποδόμησης του λόγου και της σκέψης μέσω της προβολής του ανούσιου.

Είναι για ‘κεινον, λοιπόν, δύναμη και λύτρωση, ευχή και κατάρα η διατήρηση της πνευματικής τους υπόστασης στη ζωή, που εξελίσσεται φαινομενικά αδέσμευτη και ανεξάρτητη από το δικό τους αναπόφευκτο ταξίδι στο φως ή το απόλυτο σκοτάδι. Αυτή τη δήθεν ανεξαρτησία αποφασίζει να αποκαθηλώσει. Γίνεται γι’ αυτό τολμηρός με μια πολυπρισματική θρησκευτικότητα υμνεί τη φύση μέσω των τόπων της και τον άνθρωπο. Τον τελευταίο μέσω της ηγετικής παρουσίας μεγάλων ιστορικών μορφών που άλλαξαν τον ρου του πολιτισμού, αλλά και της καθημερινής προσπάθειας ανθρώπων απλών αλλά αποφασισμένων να μη γραφεί η ιστορία χωρίς το δικό τους σημάδι. Η διάθεση να αγωνίζεσαι με όποιο κόστος και ασχέτως αποτελέσματος, αποτελεί βασική αρχή κοσμοθεωρίας για τον Σκιαθά∙ γι’ αυτό στο πόνημα του «Ευγενία» τιμά και τους πολλούς, άγνωστους ιστορικά, ανθρώπους που όμως η παρουσία και η συμβολή τους καθόρισαν την ιστορία.

Ο ανιμισμός, η αδιαμφισβήτητη πίστη των ιθαγενών ότι όλα έχουν ψυχή – τα ζώα, τα δέντρα, τα φυτά, τα ποτάμια, τα βουνά, ο αέρας – και όχι μόνο ο άνθρωπος, τους οδήγησε σε μια σχέση βαθύτατης αλληλεξάρτησης και σεβασμού προς το περιβάλλον και δημιουργίας ενός πολιτισμού αξιοπρόσεκτου. Ο Σκιαθάς λειτουργεί ανιμιστικά σε σχέση με το χαρτί, το βιβλίο και κάθε γράμμα της αλφαβήτου. Έχουν γι’ αυτόν ψυχή και δύναμη διεξόδου από το επώδυνο. Όχι ανώδυνα. «Λαξεύοντας με το νύχι το μάρμαρο», πορεύεται ο δημιουργός και ξέρει να περιμένει. Ο κόπος μεγαλώνει την αναμονή του ποθητού αλλά δεν συντρίβει την επιθυμία. Φαίνεται από τον τρόπο γραφής του και τον χρόνο που χρειάζεται για να συνομιλήσει μαζί της ότι η προσδοκία ολοκλήρωσης, σε ότι τουλάχιστον αφορά στην «Ευγενία», είναι βίωση πραγματικής ευτυχίας.

Πρόγονοι, γεννήτορες, συγγενείς και επίγονοι έχουν την τιμητική τους στη σκιαθίεια γραφή. Αποτίνεται φόρος τιμής σε όλους και στον καθένα, χωρίς ποτέ να λησμονείται ο Άνθρωπος. Ιστορική, μυθολογική βιωματική, ανθρωπολογική, κοινωνιολογική, δοκιμιακή και πολιτική η οπτική της Ευγενίας δεν τρομάζει ούτε επειδή «είχε προχωρήσει για τα καλά ο αιώνας» ούτε και για «την άβυσσο των σιωπηλών λιμένων» που μας περιμένει. Αισιοδοξεί ότι

«ανοίξαμε τις εκκλησίες

και σώσαμε στα μανουάλια φως».

Συνοδοιπόροι για την πραγμάτωση του πονήματος οι πρόγονοι στα «Ιερά του Μελάμποδος»: Κάλβος , Όμηρος, Σολωμός, Διγενής, Καβάφης, Άννα Κομνηνή, Πλάτωνας, και «άλλοι τόσοι όμορφοι Έλληνες» Δομίνίκος Θεοτοκόπουλος, Άρης Βελουχιώτης, Γεώργιος Μπουζιάνης, Νικόλαος Πλουμπίδης, Έκτορας Κακναβάτος, η μητέρα του ποιητή Ράμπελα Στυλιανού αλλά και οι Ρωμανός ο Μελωδός, Ιωάννης Καποδίστριας, Θανάσης Κωσταβάρας, Γιώργος Σαραντάρης, Φρίντα Κάλο, Επικούρειος, Περικλής Γιαννόπουλος, Νίκος Καρούζος, Εντγκάρ Ντεγκά, Γιαννούλης Χαλεπάς, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Γιάννης Τσαρούχης αλλά και ο Αλέξανδρος, ο Παρμενίωνας, η Ρωξάνη.

Όλοι μαζί συνδράμουν τον Αντώνη Σκιαθά για να συγγράψει τις δικές του σκέψεις για το παρελθόν που λειτουργούν εν είδει χρησμών για το μέλλον. Οι πρόγονοι συμπορεύονται με τον ποιητή Σκιαθά και φυλάττουν τις Θερμοπύλες του Αντώνη. Ο ίδιος ό,τι «Νεογέννητος ακόμα ο αοιδός χρόνος του

προσπαθούσε να ανακαλύψει»

το αποκωδικοποιεί κωδικοποιώντας «με ρόδι και ζάχαρη» την ουσία της ζωής μέσα από τη δυναμική της ποίησης και την αμεσότητα της γραφής.

Η ζωή τολμά και ο ποιητής αποτυπώνει την τόλμη της μέσω του λόγου του. Διακρίνεται η εμμονή του στο μπλε του ουρανού, του Πελάγους, του Αιγαίου, της Ελλάδας, των παιδικών ονείρων και των ευφυών συνειρμών. Το μπλε των πλεούμενων και των νησιών, της παιδικότητας και της καθαρότητας. Γι’ αυτό και όσο και αν

«οι παλιές υποσχέσεις της

για τα τεκταινόμενα

και τις ωδίνες

τοκογλυφίες πλέον

του Μπλε.

Του μαύρου μπλε,

του άσπρου μπλε

του μπλε των ιστίων».

εκείνος στέφεται «στο απόμακρο μπλε του ωκεανού» και σκόπιμα διαλαλεί πως

«Εύχαρεις

λεηλατούσαμε το μπλε,

ελπίζοντας

πως, αν κάποτε τελειώσει το φως,

θα έχουμε τη θάλασσα

αντίδωρο ευγονίας

για τις φθορές

των τοκετών του έαρος».

Με τη γραφή του προσπαθεί να ανατρέψει το σύνηθες, το δεδομένο

« …. συνήθως όλοι μιλούν για το ταξίδι,

μα κάνεις για την ανάσα των νερών».

Δεν είναι τυχαίο ίσως ότι η αλήθεια των σκέψεων, των αισθημάτων, των επιλογών και των γεγονότων ταυτίζεται με την καθαρότητα αλλά και την επικινδυνότητα του νερού. Η σκληρή οπτική της πραγματικότητας λειαίνει με την ποιητική ρίμα, αλλά πάντως καταγράφεται χωρίς εκπτώσεις. Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης θέλει «…πάντα λυτρωμένους τους γονείς…» σε ένδειξη τιμής προς τη ζωή τους αλλά και ως απόδοση Δικαιοσύνης για τα πεπραγμένα.

Κι επειδή η Δικαιοσύνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τόπο και την ιστορία του, την αγάπη και το σεβασμό προς τον άνθρωπο, την μακραίωνη προσπάθεια να γίνει συνείδηση και τρόπος ζωής η πίστη στην ισότητα και την ελευθερία, απονέμει τη δική του δικαιοσύνη συνομιλώντας με τους τόπους. Προσκαλεί, προκαλεί, προτρέπει και προσμένει την κριτική και στοχαστική συνεύρεση με τον αναγνώστη αναφερόμενος στην Ίμβρο, την Τένεδο, την Οία, τη Ρώ, την Κορσική, την Εύβοια, την Αστυπάλαια, την Πύλο, την Κύθνο, τη Σέριφο, την Αντιόχεια, τη Βασιλεύουσα, τη Μακεδονία της ψυχής μας, τη γαλανότατη πατρίδα. Αλλά ταξιδεύει και μέχρι τις πληγές του Παγγαίου, την πλάνη του Ταϋγέτου, τα βράχια των Μυκηνών, τη Σπάρτη και «τους αρχαγγέλους της Αττικής που κάρφωσαν τις πέτρες του Παρθενώνα», φθάνει στον τόπο των Αχαιών, την πατρογονική Σινδόνη, , τη Λίνδο και ταξιδεύει από τις Σπέτσες και το Σαρωνικό μέχρι τους τόπους ολόκληρης της Μεσόγειου προσδοκώντας «πλόες γύρω στα κορμιά».

Το σύνολο του κειμένου διακατέχεται από μία ιστορική ευσυνειδησία που στιγματίζει τον δημιουργό ως άνθρωπο και ως ποιητή. Αναγνωρίζει την πραγματικότητα

«…δεν μιλώ ποτέ για τους νεκρούς

που έφεραν τις ήττες.

Μιλώ με ζήλο

μόνο για αυτές τις ήττες

που με έμαθαν το αίμα

να θαυμάσω

ως χρώμα στα φτερά

εδώδιμων πουλιών».

Η μνήμη και η συναίσθηση ταυτότητας που αποκτά λειτουργούν λυτρωτικά για το τώρα και το τότε

« Αφήσαμε τη νίκη ενέχυρο στα σπίτια των προγόνων».

Ο λόγος του είναι ένα διαχρονικό ταξίδι από τον Όμηρο και τους Μυκηναίους ως τον Παρθενώνα, απ’ το Βυζάντιο ως τον Πόντο, από τους Αχαιούς μέχρι τη Βασιλεύουσα, από την Αλεξάνδρεια μέχρι τις Θερμοπύλες, από τις αρχέγονες ρίζες μας μέχρι το σήμερα. Είναι ξεχωριστός ο τρόπος που ενώνει το χθες με το σήμερα· τους ήρωες, ιστορικά ή μυθικά πρόσωπα των ποιημάτων και κειμένων του με τους συγχρόνους του. Επιλέγει αυτοί να είναι άνθρωποι δικοί του, φίλοι, αγαπημένοι, συμπορευτές – ζώντες και τεθνεώτες. Τους συνδέει με το παρελθόν αφιερώνοντας τους το σύνολο τριάντα ποιημάτων, μεταφράζοντας και μετατρέποντας έτσι την αξία της δικής τους καθημερινότητας σε υπεραξία ζωής.

Με την ορμή της γραφής, ποιητική αδεία, κάνει αιωνιότητα τη στιγμή τους. Αφιερώνει σε πρόσωπα, που περιστατικά ή στιγμές δικές του με εκείνους τον ενέπνευσαν. Μούσα του λοιπόν, και πηγή έμπνευσης η ίδια η ζωή στην έκφραση κάθε ζώσας ύπαρξης που διασταυρώθηκαν οι δρόμοι τους. Δεν λησμονεί, δεν αποσιωπά· αντιθέτως αναγνωρίζει, προσμένει, μάχεται με τη δημιουργία προσπαθώντας να αποφύγει τη λιμνάζουσα κατάσταση των ημερών. Απογοητεύεται αλλά ξεκινά εκ νέου. Με τη δική του «Ασήμω», την ποίηση, πασχίζει για την προάσπιση του απόλυτα ιερού· της λεύτερης πατρίδας για τον Ανδρούτσο, της μοναδικής Ευγενίας για τον Σκιαθά. Έτσι προχωρά. Η ποίηση και η Ευγενία, μέσα και ιδανικά για τη συνεχή του πορεία.

Η ηθική του χρέους υποστηρίζεται και υπηρετείται γενικότερα στο βιβλίο. Εντονότατα προβάλλεται στο κλείσιμο του με την «Ωδή στον λεύτερο Δυσσέα». Αυτό το ποίημα ενέχει ισχύ πολιτικού μηνύματος καθώς μιλάει για τις «μοιρασμένες στους ξένους πατρίδες» και «τα κτερίσματα των αγωνιστών που χάλασαν κιοτήδες» αλλά και διαμηνύει ότι το

«… Αερικό πια λεύτερο

ξανατραβάει το σπαθί,

γιατί καλαμαράδες βγήκαν στα στενά

και μίκρυνε ο τόπος».

Επηρεασμένος από την άδικη μοίρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου αλλά και από την διαπόμπευση της πατρίδας μας πάλλεται η ψυχή του ποιητή και προσπαθεί με τους στίχους του να συμπαρασύρει στη διεκδίκηση του μέλλοντός μας· όχι μόνο για εμάς, όχι τόσο για εμάς. Κυρίως για την Ευγενία του καθενός μας, για το πολυαγαπημένο πρόσωπο που εξαιτίας του μπορεί να αγωνιάς αλλά και να πασχίζεις, να οραματίζεσαι∙ να δημιουργείς, μέσω μιας ανηφορικής πορείας, την ιδανική πολιτεία συνύπαρξης.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΝΙΚΗ ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗ

ΝΙΚΗ

ΝΙΚΗ2

 

Η Νίκη Χαλκιαδάκη γεννήθηκε το 1980 στα Τρίκαλα, με καταγωγή από την Κρήτη. Αποφοίτησε από το Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση γλωσσολογία. Στη συνέχεια παρακολούθησε το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Δημιουργικής Γραφής» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Ποιήματά της έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έχουν μελοποιηθεί (από το μουσικό συγκρότημα «khaki naive» του Αμβούργου) και έχουν αποσπάσει διακρίσεις.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:
(2012) Ανάσκελη με πυρετό, (Μανδραγόρας)
(2009) O έρωτας του Pied de Coq, (Λογείον)

 

 

1-ΑΝΑΣΚΕΛΗο ερωτας του pied de coq

 

 

ανάσκελη με πυρετό (2012)

 

Λαθρεπιβάτης ποδηλάτου

-κοίτα μπαμπά! χωρίς βοηθητικές, χωρίς χέρια
χωρίς εσένα σπάω το φράγμα της ενηλικίωσης
γερνάω, μηδενίζω
γίνομαι ωάριο έφηβης γαλανομάτας
σπέρμα ανειδίκευτου αρσενικού
bing bang
χτυπώ το κουδούνι… στην άκρη όλοι
βγάζω φρονιμίτες, έρχομαι να στο πω

σε βλέπω από μακριά να τινάζεις τα πέτα απ’ το χώμα
χαμογελάς, σωπαίνω

ανάβω κηρήθρες θλιμμένων μελισσών
τις μπήγω στο ύψος των ματιών σου
τις ποτίζω χρόνια, γίνονται φασολιές
ριζώνουν σε αμυντικές στάσεις εμβρύου
γιατί δεν ψηλώνουν Τζακ;

Πέρασε η ώρα και η μαμά θ’ ανησυχεί

οι αποχωρισμοί μας δεν έχουν συγκινήσεις
έχουν την οδύνη των πράσινων κυπαρισσιών

κάνω να φύγω… μα κάτι ήθελα να σου πω…
-κοίτα μπαμπά! χωρίς βοηθητικές, χωρίς χέρια

 

 

πι πι το παπί

Τον πατέρα μου δεν τον γνώρισα ποτέ
έμοιαζε, λένε, αποδημητικός
η μάνα μου από αριστοκρατική οικογένεια
δεν «ήτο ηθικόν» να κλωσάει μπάσταρδα

μεγάλωσα σε ράμφος πελαργού
χωρίς παραλήπτη
κατέληξα σε αναμορφωτήριο πτηνών

μου έμπηγαν στον κόκκυγα φτερά παγωνιού
μου μάθαιναν να κλίνω: η γλαυξ, της γλαυκός
ανεπίδεκτη υιοθεσίας
ανάξια κλουβιού
στολίζω σήμερα σύρματα
ηλεκτροφόρα
μαδώ τα πούπουλά μου
γεμίζω μαξιλάρια βεράντας
ζευγαρώνω με παπαγάλους Σενεγάλης
γεννάω τηγανητά αυγά
τη βγάζω με ψίχουλα περαστικών [κουλούρια – σταφιδόψωμα]

μα κάθε μέρα σχεδόν περνώ και από ’κείνον τον παραμυθά
που επιμένει να πιστεύει ότι θα γίνω κύκνος

 

 

Η αγαπημένη

Δεν ήμουν ποτέ

[μια κοπέλα στον δεύτερο όροφο
μ’ ένα χρυσόψαρο
για να φροντίζει
-έστω-
αυτό είμαι
μια κοπέλα στον δεύτερο όροφο
θα πουν ότι εκείνο το βράδυ
ξάπλωσε αθόρυβα
γιατί δεν ήθελε να ξυπνήσει
το λευκό πουκάμισο
που κοιμόταν δίπλα της
το άδειο, το βαμβακερό
χάιδεψε τις μανσέτες του
φαντάστηκε από ‘κει
να ξεκινούν οι καρποί σου
στους μηρούς της έκλεισε
το περίγραμμα σου
μέτρησε μια τελευταία φορά
τα μικρά του κουμπιά
και πέθανε
γιατί
δεν ήταν ποτέ]

 

 

catwoman

Περιμένω να γυρίσεις σπίτι, να βγάλεις τα ρούχα
-Θεέ μου πώς περιμένω να βγάλεις τα ρούχα-

τα πόδια σου αγαπώ
τις κνήμες
ό,τι σε πάει και σ’ επιστρέφει

Μ’ ένα σου νεύμα ν’ ανέβω στο κρεβάτι
να γίνω ολόκληρη κατοικίδια ηδονή

 

 

Νανούρισμα

Τα όνειρα δεν κοιμούνται πια στα κρεβάτια τους
Παίρνουν τις πάνινες κούκλες και φτάνουν στο Προσκεφάλι
Πιπιλίζουν τους αντίχειρες που φυλάω στο πρώτο συρτάρι
Είμαι ανήλικη. Δίποδη. Δυστυχώς
Δε νυστάζω
ΠΙΑΝΩ ΟΣΟ ΧΩΡΟ ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΙ ΖΩ ΑΝΑΣΚΕΛΗ
Suck my finger

 

 

Ιχνηλάτης

Οι νοικοκυρές ανοίγουν τα παράθυρα πριν ξημερώσει
Τινάζουν απ’ τις κουβέρτες τη μυρωδιά των σωμάτων
Σαπουνίζουν τ’ αποτυπώματα των χειλιών απ’ τα φλιτζάνια
Εξαφανίζουν τις δαχτυλιές, τα ψίχουλα
τα τσαλακωμένα χαρτάκια
Και μένα που δεν μου έμεινε παρά μόνο
ένα πάτωμα ή ένα ταβάνι γεμάτο σκόνη
αρνούμαι την ηλεκτρική μου σκούπα
που ρούφηξε όλη μου τη μνήμη
και ξεκουράζεται σαν φίδι
κάτω απ’ το κρεβάτι 

 

 

Συγγένειες

Χιλιάδες νεκροί στο σαλόνι
περιμένουν να ξυπνήσω.

Μοιάζουν με τον Πατέρα.
Έχουν δερμάτινα χέρια.
Λευκό κρανίο.
[Ξέρουν πως καπνίζω]
Καμαρώνουν το πρώτο μου δόντι.
Τα υπόλοιπα τα σφίγγω
μην πέσουν απ’ το στόμα.
Τα σφίγγω
μην κλάψει η μάνα μου
που ερμηνεύει τα όνειρα.

Δεν τους βλέπεις μαμά;
Είναι Χιλιάδες

 

 

1984

Κρύβομαι κάτω απ’ το κρεβάτι
Είμαι τεσσάρων
Χωρίς κυνόδοντες
Με άσπρο δέρμα/Μνήμη από βούτυρο
Μαδάω τ’ όνομά μου
Δεν είμαι σίγουρη αν μ’ αρέσει
[μ’ αρέσει
δεν μ’ αρέσει
μ’ αρέσει
δεν μ’ αρέσει]
ο μπαμπάς είχε τα μάτια μου
και η μαμά ήταν σίγουρα κορίτσι
-βγαίνει απ’ τους τοίχους όταν πεινάω-
Δεν με ψάχνει κανείς πια
Είμαι ακόμη τεσσάρων και κάτι
Σ’ αυτό το σπίτι
το χτισμένο από τσιμέντο και θάνατο
υπάρχει μόνο ένα κρεβάτι
για να μπορώ
να κρύβομαι
από
κάτω

 

 

Αρχές Ιουνίου [του θεριστή]

Γυμνή τριγυρίζω απ’ το νεροχύτη στο ντους
Γυμνή κάθομαι στην παλιό πολυθρόνα
που αγνόησες φεύγοντας
Και ’κείνη πιστή, βελούδινη
-όπως πάντα-
Έπαψε να είναι έπιπλο
Είναι η μάνα μου, ο πνευματικός μου
Το παιδί που δεν γέννησα ποτέ
-γιατί δεν ήσουν έτοιμος—

Μας καταδίκασες σε στείρα φθορά ανάμνησης
Αγκαλιαζόμαστε συχνά
Όταν μας λείπεις

Έχει χρόνια που ακούω τα σωθικά της να βογκούν

Χτες φώναξα το γιατρό

Είπε πως σαπίζει από μέσα
-είναι σκληρό να σαπίζεις από μέσα-

Άχρηστα ελατήρια και ωοθήκες γεμάτες σκουριά
σαν μια χούφτα με καρπούς
ξηρούς/νεκρούς
στολίζουν πια το σαλόνι
Τους βουτώ στη φορμόλη
Τους μασώ, Τους κατεβάζω με μια γουλιά κονιάκ
καθώς σου γράφω μια τελευταία της επιθυμία

Έλα/ Θα λείπω [τ’ ορκίζομαι]
Δυο μήνες ζωής έχει και είναι ήδη Αύγουστος

 

 

Τα βράδια βρέχω το κρεβάτι μου. κίτρινη θαλπωρή

η μαμά με πιάνει από το αυτί, με προορίζει για το εικόνισμα
είμαι κακό παιδί, τσιμπάω την αδελφή μου
τρώω δυο χαστούκια, ακολουθεί τελετή
προηγείται η απομάκρυνση των καρδιοπαθών. του θείου βρέφους
έξω ο μπαμπάς, έξω ο χριστός
γυναικεία υπόθεση η τιμωρία, κλείνουμε το σκατόπαιδο στο υπόγειο
γίνομαι ποντίκι, κατσαρίδα
στον πάνω κόσμο ζει η μαμά, πιο πάνω η μαντόνα
ακούω τα τακούνια της μιας, τη θλίψη της άλλης
ας έρθει μία από τις δυο. ας με πάρει αγκαλιά
να είμαι φασκιωμένη, ταϊσμένη από βυζί
στα πόδια μας να έρχονται οι άνθρωποι, να παραδέχονται τα Λάθη τους.

 

 

 

Ο Έρωτας του Pied de Coq, (2009)

 

αναρριχώμενο, απαγορευμένο

Ήμουν εσύ, και εσύ ήσουν πάλι εσύ
Μου έλειψα σήμερα
Να είμαι εγώ αυθυποβλήθηκα
Μάζωξα σε μια ύστατη αγκαλιά φωτογραφίες
Κατέβηκα στον κήπο και τις έθαψα

Και αυτές με τις πρώτες πόζες φύτρωσαν
Φύτρωσαν αναμνήσεις
Ήθελαν ποιητικά να με καταβροχθίσουν
Ήθελα να σαπίσουν στον παροξυσμό τους
Και αυτές νόθες φύτρες ξεπήδηξαν χρόνια μετά

—Ό,τι πιο λατρεμένο το ’χω θάψει
Και ό,τι θάβω φυτρώνει πιο λατρεμένο
Και διατηρεί το σχήμα μιας θλίψης
Όχι τη θλίψη
Απλά το σχήμα της—

Βύζαιναν το μαζοχιστικό μου ποτιστήρι
Ψήλωναν, θέριευαν, μ’ έζωναν
Και μ’ έπνιξαν συναινετικά
Δεν έκλαψα μπροστά μου
Άχνα, τσιμουδιά

Είμαι μεγάλο κορίτσι
Όχι δεν είμαι μεγάλο κορίτσι
Είμαι εσύ, και εσύ δεν κλαις
Εσύ είμαι άντρας
Μου λείπεις

 

 

π ρ ω θ ύ σ τ ε ρ ο

Μην κλαις γι’ αυτά που πέρασες
αλλά γι’ αυτά που δεν σε βρήκαν
αυτά που γεύση δεν πήρανε γλυκιά ή πικρή
τα χείλη σου να βρέξουν
την ψυχή να σιροπιάσουν

Να λαχταράς όσα δεν δοκίμασες
όσα αρνήθηκες
και όσα προσκύνησες να μην σου τύχουν
όσα με δάκρυα ξόρκισες να μην σε βρουν
σ’ όσα δείλιασες
και όσα καίγοντας τα κορδόνια σου
τα κλώτσησες στον Καιάδα του Ρίο ντι Τζανέιρο

Φοβόσουν το σάλτο
μα εκεί είναι που τώρα είσαι σίγουρος
πως θα ‘βγαζες φτερά
τώρα φοβάσαι
πως σ’ άκρη ξανά δεν θα βρεθείς
απόφαση να πάρεις
ας ήξερες πως μπορεί να τσακιστείς
και ας είχες υπογράψει στο συμβόλαιο της ζωής
πως θα έκανες γκελ στον ιστό του παρελθόντος σου

Η μετριότητα της ύπαρξής σου σε ανησυχεί
πιο πολύ από την ίδια σου τη ζήση
και δικαίως τρέχεις για να την τιμήσεις
Βιάζεσαι όμως και ας είναι αυτό μεμπτό
τα βράδια του απολογισμού σου νιώθεις
πως αυξάνονται πιότερο
απ’ τις μέρες δημιουργίας που σου λαχαίνουν
τραβάς λαχνό και απλά καθρεφτίζεσαι

Λένε πως η βιάση είναι των ανθρώπων που ζουν λίγο
και αναθεματίζεις τον Μαθουσάλα
που καταράστηκε τις γενετικές σου οδηγίες χρήσεις

Εκεί που νιώθεις πως αγγίζεις την κορυφή
εκεί ματώνουν τα γόνατά σου απ’ το μπουσούλημα
Εκεί που έτοιμος είσαι να φορέσεις το στέμμα
εκεί πονάνε οι κρόταφοι σου απ’ το αγκάθινο στεφάνι
που ‘χεις και καμαρώνεις
σ’ αυτό το κεφάλι που κουράστηκες να φοράς
Και τότε αποκαμωμένος θέλεις να βρίσεις
φωνήματα ιερά διαπερνούν χιλιόμετρα
βαφτίζονται ξυπνητήρια και χτυπούν
πριν ο τρίτος αλέκτωρ λαλήσει στον γόνιμο βράχο

Μην προκαλείς… έκανες τις επιλογές σου
με γεωμετρική πρόοδο έλαβες τις συνέπειές τους
Ζήσε ή πέθανε επιτέλους μ’ αυτές

 

 

αχερουσία λίμνη

Μαύρες οι σκέψεις μου δεν είναι
άσπρα θαρρώ φορά
αγνός, για λύτρωση φτιαγμένος
για αρχή μιλάει και όχι για τέλος
μονοπάτι εύκολο αλλά μοναχικό
θλίψη μου φέρνει δεν το αρνούμαι

Βήματα δειλά, σταθερά
λόγια δεν βγάζουν τα χείλη
σιωπή μιλά, λογία σοφά
νεύματα κάνει με σιγουριά
αβίαστα προσπερνά
όλες τις θλίψεις, τη συμφορά
το μίσος, το λάθος
και τα θνητά τα πρόστυχα
που έλεγχο κάνουν
που πόνο φέρνουν
και χρόνο παίρνουν
ρυτίδες φτιάχνουν
ρόζους στα χέρια
μ’ αίμα βάφουν
τη δόξα, το χρήμα
τη δούλεψη, το γήρας
……………………………….
και τον έρωτα, ναι και τον έρωτα

Τον είχα ξεχάσει, τον είχα αφήσει
—το πιο μάταιο από όλα—
το πιο πολυτελές

Και θράσος θα ‘χω
—γερή κληρονομιά—
θύμησες να ‘χω για συντροφιά

Μια αχτίδα και ένα κύμα σε παραλήρημα
μια βαθιά ανάσα απ’ τα ρουθούνια
και ένα δάκρυ καυτό ως το στέρνο
λίγα γέλια παιδιών και τη μάνα μου
τελευταίο κράτησα ένα φιλί
ένα φιλί εκείνου
το πιο μάταιο από όλα
το πιο οδυνηρό…
το πλέον απαραίτητο!

 

 

ΛΥΣΕ ΤΑ ΜΑΓΙΑ ΜΟΥ… ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ… 

Περνάει αλαζονικά μπροστά από την τραπεζαρία
απρόσκλητη ήρθε να μας διαλύσει
«σσσσσσσσς!» κάνει πίσω από την πλάτη του
συνωμοτικά της γνέφω και την τρέφω
… χωρίς αναπνοή δυο χρόνια ζω
μουγκή βουτιά· επίδειξη αρνησικυρίας
σιωπής μονάχα έχω ένσταση
«Για Σένα Το Κάνω»
θέλω να ουρλιάξω
καθώς εκείνος χαϊδεύει το ασθενικό μου χέρι
μα πνίγω την ανιδιοτελή μου φωνή
στην ιδιοτέλεια του άναρθρου έρωτά μου

[λαλιά να πιεις
λαλιά να καταπιείς
να μην μπορείς
κραυγή να βγάνε ΐς
να τρέχει ο χτύπος
να βιάζει η ώρα
και όλη η ζ ωή
στο στήθος θε να κομπιάσει
να μαζευτεί και να θρονιάσει
κ α τάΡ ας σ τ ε φάνι
γ ι α θάνα το η πλέξη
αν για δυο λο γάρ ι α σ ε
σαν να μην ήταν ένα
και έναν σκέφτηκε
σαν να ’ταν μόνος]

την η σχιζοφρενής μνηστεία
σταύρωσε τις σαγηνευτικές της απειλές
και κάθισε δίπλα του, στον καναπέ μας
…στέκω εμπρός σας
μίμος κακός των επιθυμιών μου
εγγαστρίμυθα ελπίζω μόνο σε σένα
να μ’ απαλλάξεις από τα εμμανή συμπλέγματα
από τις αυτεπάγγελτες νοσηρές ανασφάλειες
απόδειξε της πως μ αγαπάς, μόνο έτσι θα ξεκουμπιστεί
και έπειτα, στο υπόσχομαι
θα πάρω τα φάρμακά μου
διώξ’ τη… σου λέω! ακόμα με κοιτάει… 

 

 

ξέρξης

Εσύ που άλλοτε κολυμπούσες σε επικίνδυνες θάλασσες
Πνίγεσαι σε ένα ποτήρι κόκκινο στυφό κρασί
Εσύ που άλλοτε διαπερνούσες τις ομίχλες του κόσμου
Χάνεσαι στον καπνό ενός μόνο τσιγάρου
Εσύ που βαφτίστηκες στην Κασταλία την πληγή
Γέμισες πτέρνες Αχίλλειες, θνητές

Εσύ που λαβωνόσουν στις εσχατιές της Ιστορίας
Τώρα δεν έχεις δάχτυλα λάβαρα να σηκώσεις
Εσύ που απολύμανες το γένος από τους Εφιάλτες
Προδίδεις τα ιερά, τα όσια, τα μυστικά μας.
Εσύ που στις μάχες έπαιρνες θέση στην πρώτη τη γραμμή
Στρογγυλοκάθισες σε έναν θρόνο Ανυπολόγιστων καρατίων

Και ‘γω που τέντωνα τα βλέφαρά μου να σε δω
Που με ανακούφιζε ένα και μόνο χάδι
Που με θρυμμάτιζε σκέψη φτηνή
Σκύβω και απλώνω οίκτο

Πέρασε η ώρα και δεν ήρθες
Σε περίμενα…
Δεν φταις εσύ που σε περίμενα
Φταίω εγώ που δεν ήρθες

Πέρασαν τα χρόνια… δεν ήρθες
Σε περίμενα
Δεν φταις εσύ που δεν ήρθες
Φταίω εγώ που σε περίμενα

Τους δειλούς η μοίρα τους καταράστηκε
Ένα βήμα να κάνουν πίσω
Και χίλια να τους σπρώχνει χέρι ξένο

Και πόσα κουράγια να ‘χω;
Έπαψα πια…
Άνοιξα βήμα και έφυγα

ΔΙΠΟΛΙΚΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ

στο πατέρα μου

Εννιά χρυσά δάκρυα να σ αναστήσω
έξι κόκκινα φιλιά και ένα βλέμμα
μου χαμογέλασες, το είδα
—δεν είμαι τρελή! —
μου ’γνεψες και δείλιασα
χαμήλωσα τα μάτια
—ενοχικό το σύνδρομο—
Δεν μπορώ να σ’ ακολουθήσω
γιατί ακόμη σέρνομαι
… σαν φίδι στην κοιλιά μου
μόλις βγάλω φτερά
—γιατί θα βγάλω, τα νιώθω
να φυτρώνουν στα όνειρά μου—
θα ’σαι το πρώτο μου πέταγμα

Προς το παρόν δεν αναπνέω
βγάζω τους πνεύμονες μου
και κάνω λαθραία κουπί

Ήρθα μετά από χρόνια και ήσουν εκεί,
μακάρι να μην ήσουν εκεί
ξαναγύρισα στο ιερό σου κλουβί
γεμάτη ντροπή, ενοχές και φόβο
τα δάκρυα μου χοές στο χώμα
μουρμουρίζουν ανθρώπινες σαχλαμάρες
— μεταλαμβάνω και αποσύρομαι—
Κοιτώ ψηλά και δεν σε βλέπω
στήνω ξόβεργες για να σε πιάσω
τόσο μικρή για να σε καταλάβω
τόσο μεγάλη για να παίζω
Αν δεν ανέβω εγώ λίγο
αν δεν σκύψεις εσύ πολύ
Πώς θα σε ξαναβρώ;

Σε ποιο σταυρόλεξο θα σε συναντήσω
Σε δανεικό παράδεισο
βολεύομαι και αναπαύομαι…

Σαν χτες το τώρα, σαν ψέματα η ζωή μου
Σαν ξένος εσύ, σαν ζωντανή εγώ!

 

 

Βουλητικές προτάσεις

Να καβαλήσω ένα ταξιδιάρικο φύλλο,
ένα από τα πολλά των δέντρων,
ένα κιτρινωπό άλογο
και να πέσω στα μαλλιά τα στιλπνά.

Να γλιστρήσω σε μια λυγερή αχτίδα,
σε μια από τις ερωμένες του ηλίου,
σε μια πύρινη τσουλήθρα
και να ξεχυθώ στα μισόκλειστα τα μάτια.

Να βουλιάξω σε ένα θρασύ κύμα,
σε έναν από τους παραγιούς της θάλασσας,
σε ένα φλύαρο κελάρυσμα
και να πνίξω τα ματόκλαδα τα γυριστά.

Να γαντζωθώ σε ένα θλιμμένο ροδοπέταλο,
σε ένα από τα μαντζούνια της οσμής,
σε ένα μοσχομυριστό μυστικό
και να ποτίσω τα ρουθούνια τα πονηρά.

Να κρυφτώ σε μια γυάλινη σφαίρα,
σε μια από τις κόρες της βροχής,
σε μια υγρή στάλα
και να κυλήσω αργά στα ποθητά τα χείλια.

Να τρυπώσω σε ένα ζουμερό φρούτο,
σε ένα από τα δώρα της γης,
σε έναν λάγνο καρπό
και να γαργαλίσω τον ουρανίσκο τον ζωηρό.

Να παγιδευτώ σε ένα νόστιμο κοχύλι,
σε ένα από τα μυστικά του βυθού,
σε ένα ελεύθερο κελί
και να στολίσω τον ακριβό λαιμό.

Να ζέψω μια πλουμιστή πεταλούδα,
μια από τις παλλακίδες των λουλουδιών,
μια παιχνιδιάρα κυρά
και να ξαποστάσω στον ώμο τον κρατερό.
Να στροβιλίσω έναν άνεμο νοτιά,
έναν από τους πολεμιστές του αιθέρα
έναν ευγενικό ψίθυρο
και να χαϊδέψω το δέρμα το απαλό

Να υποτάξω ένα ανυπόμονο σύννεφο,
έναν δούλο του ουρανού,
ένα χλωμό καράβι
και να ακολουθήσω τα βήματα τα γοργά.

 

 

Ραντεβού I

Φυσάει…
τεντώνω τα αυτιά μου να ακούσω τα κλειδιά
αέρας κρύος
τρομάζει τις χαραμάδες από τα παραθυρόφυλλα
ψελλίζει έναν ήχο ζεστό
που γλυκά τρομάζει τη νύχτα
είναι που δεν σε αισθάνομαι
και προσπαθώ να σε μυρίσω
να γίνω λαγωνικό αγάπης
Ήρθες… ευτυχώς ήρθες τώρα

Βγάλε τα ρούχα σου
να μείνουμε εμείς, γυμνοί, αγνοί
να αγκαλιαστούμε, να αναπαρθενευτούμε

Να μείνουμε έτσι ώσπου…
ώσπου τα κορμιά μας να φαντάζουν ένα κορμί
Να γίνουμε άγαλμα, πίνακας, ποίημα
έρωτας, ελευθερία, αθανασία
σήριαλ, θρίλερ, σαπουνόπερα

Δίχως χρόνο, δίχως χώρο, δίχως φθορά…
Μην αργείς αγάπη μου!
Μην αργείς!

Στις δώδεκα κλείνει το μετρό
και καθώς χάνω το φουσκωτό μου φουρό
στις στάχτες του μισογύνη ανδρισμού μου βουλιάζω
για να βαφτιστώ «εις το όνομα» εκείνου
που καταχράστηκε το γοβάκι της αθωότητάς μου

 

 

ΚΙΡΚΗ

 

a
Κίρκη
που σε φυλάκισε με τα μάγια της
με τα αιώνια κάλλη της
… μα εσύ τον νου σου έχεις στο
Δεν είμαι εγώ η Ιθάκη σου
μουρμουρίζεις κάθε βράδυ
Και ’γω προκειμένου να πλαγιάσω δίπλα σου
κάνω πως δεν ακούω
εθελοτυφλώ και χάνομαι
χάνομαι και παραδίνομαι
Μάγισσα
δεμένη στο κατάρτι του ονείρου μου
πήρα τη θέση σου την ηγεμονική
γέμισα τα αυτιά μου με βουλοκέρι
έσφιξα τα μάτια μου με ξάρτια σκισμένων πόθων
για να μην ακούω τις Σειρήνες της αλήθειας σου, αλλάζω πλευρό
πόσα γητέματα να σκαρφιστώ, πόσες νοθείες να καμώσω;

 

b

Φοβάμαι τη μέρα εκείνη
που ο ήλιος θα ζητήσει την επιστροφή σου
Φοβάμαι εκείνη τη μέρα
που η σχεδία σου θα επιπλέει και εσύ χαρούμενος
δεν θα γυρίσεις βλέμμα να ρίξεις οπίσω
Πετάγομαι στον ύπνο μου ξανά, σε πίνω
στην τρίτη γουλιά ναρκώνομαι
κουρνιάζω δίπλα σου
Στο όνειρό μου κλαίω για το άδειο μου κρεβάτι
και στην αλήθεια άδειο είναι
μα ακουμπώ έστω το σώμα που φυλάκισα
Μπορώ να σε διώξω
να γεμίσω τα πανιά σου με σκόνης αέρα μαγικής
να σε ξεπροβοδίσω

 

C

Δεν έχω το θάρρος
θα βαφτιζόταν θράσος
Μπερδεύομαι και δένομαι στις λανθασμένες μου έννοιες
Τα δάκρυά μου όξινα καίνε και λύνουν τα δεσμά
μου ματώνουν τα χέρια, με γεμίζουν στίγματα
με κάνουν Αγία μέσα στις αμαρτίες μου
Πιο θνητή και από τα λάθη αισθάνομαι
δεν μπορώ να κρατήσω τον λόγο μου
Γιατί στο είπα ένα βράδυ λίγο πριν λύσω τα μαλλιά μου
Σου υποσχέθηκα πως θα σε λευτέρωνα

 

d

Κοιτάζω τα χέρια μου…
…το κρεβάτι…
…ξανά τα χέρια μου…
μα δεν τολμώ
Το αμελώ και με παραμελώ
Με τιμωρώ
Παρακαλάνε οι μάγισσες, πονάνε, ξευτιλίζονται για έρωτα;
Αν όχι τότε σίγουρα μάγισσα δεν είμαι πείτε του Ολύμπου
Αν ναι τότε γιατί λέγονται μάγισσες;
Και γιατί τότε Ποσειδώνα
που τα φονικά κύματα κάνεις να μοιάζουν ευχές
δεν μπορώ τούτο το ξερονήσι να ονομάσω Ιθάκη
και μένα Πηνελόπη να ντύσω
να πειστεί
να ξεγελαστεί να μείνει;
………………………………………………………………………………………………………….

e

Χαμογελώ στον ύπνο μου
με κάνω Μόνα Λίζα
με κρεμώ πάνω από το σβηστό μου τζάκι
στο άδειο το καταραμένο μου παλάτι
Συνωμοτώ και ντρέπομαι
………………………………………………………………

f
Μήπως τον Όμηρο τον τρανό να παρακάμψω;
άλλωστε πολλές φορές άκουσα
πως δικές του δεν λογίζονται οι αράδες τούτες
Μήπως να ξεστοιχειωθώ
και στίχους δικούς μου ιαμβικούς να υφάνω;
Να φτιάξω από νερό και χώμα έναν πόθο
να τον φυσήξω απαλά με μάτια κλειστά
να τον βαφτίσω σε καταρράκτη θυμωμένο
και αφού σε κοχύλι ιερό τον κλείσω
να σου τον φορέσω στον λαιμό
και να μείνουμε εδώ, εκεί, παντού, όπου, τώρα, πάντα
σαν μύθος, σαν επιμύθιο αγάπης
που δραπέτευσε από τη μοίρα του
από τη μοίρα των θνητών
και μίζερων προκαθορισμένων ορίων

,
Και αν χρειαστεί γι αυτήν τη χάρη
την αθανασία μου να κάψω
για ένα μονάχα βράδυ ακόμα
φωτιά ας πάρω ζωντανή

 

g

Ταράζεσαι! Ανήσυχος μοιάζεις…
Εφιάλτες θα βλέπεις, σε παρακολουθώ
Ξυπνάς από τον ήχο του ποτισμένου με μορφίνη σεντονιού μου
Σε φιλώ και μου αφήνεσαι
—εσένα τουλάχιστον δεν σε παραμελώ—
Στ’ ορκίζομαι με δάκρυα αποκαμωμένα
Ας μ’ άκουγες που στο ουρλιάζω στα όνειρά σου
στα γλυκά σου όνειρα —άλλωστε—
αφού τους εφιάλτες σου τους καταχράστηκα
τους άρπαξα και τους φόρεσα μονομιάς
τους ζω πλέον ες αεί
Ας κοιμηθώ και ας ξυπνήσω πλάι σου
Αρκεί

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΝΙΚΗ ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗ ΕΓΡΑΨΑΝ

 

Ανάσκελη με πυρετό

 

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

Αυγή(Αναγνώσεις)3/4/2016

Ανάσκελη, περιμένοντας ως ερωτικό αλλά και πάσχον σώμα , αλλά με πυρετό∙ ήτοι: σε κατάσταση ψυχικής έντασης ή έντονης διάχυσης ή ανάμνησης παθητικής. Δεν είναι μόνη η Νίκη Χαλκιαδάκη (γ. 1980) στο πεδίο της νεώτερης ποίησης, όπου το σώμα ως απείκασμα της ποίησης αρκετών νέων γυναικών έχει γίνει κιβωτός μνήμης, κοίτη χαμένων και κερδισμένων συναισθημάτων ή διάμεσο για τον σχηματισμό μιας ρευστής ταυτότητας που ζητάει να κρατηθεί από κάπου για ν’ αντέξει. Από συμβολικές μορφές, παραμυθένιες και τερατικές, ή από μυθικές μορφές που ανταποκρίνονται στο ποιητικό σύμπαν σε ανδρικές, γυναικείες ή ανδρόγυνες περσόνες. Μαζί της, λίγο μεγαλύτερες ή συνομίληκες, η Άννα Αφεντούλίδου, η Γεωργία Τρούλη, η Δώρα Κασκάλη, η Ευτυχία Παναγιώτου. Στο Ανάσκελη με πυρετό φαίνεται από την αρχή ότι υπήρξε μια εγγενής δυσκολία μετάβασης από την παιδική ηλικία στην εφηβεία∙ ο διακαής πόθος της επιστροφής, έτσι ώστε να ξαναγίνουν όλα όπως ήταν, σε μια κατάσταση πρωτογενούς αθωότητας και άγνοιας/ασφάλειας, δείχνει ότι η ενηλικίωση δεν ήταν για την πολυπρόσωπη (κορίτσι, έφηβη, γυναίκα, ίσως μητέρα) παρουσία της Χαλκιαδάκη ένα απλό πράγμα.

Ο πατρικός θάνατος, η απουσία του συμβόλου της ευστάθειας, δεν έστειλαν μόνο τα πράγματα πίσω από πλευράς ψυχικής, ανέστειλαν επίσης την οικείωση του φύλου, την αλλαγή του σώματος, την ενήβωση, την ενοχική ψαύση των ερωτογόνων πηγών, και την ταύτιση όχι με τον πατέρα μοιραία και τελειωτικά απόντα αλλά με το παρόν σώμα. Η μνήμη της απουσίας, μεγεθυμένη από την τραυματική στέρηση εκείνου, διατηρεί έτσι ανοιχτή την πληγή, μετεμψυχώνει τον απόντα στα πρόσωπα των εραστών και εμποδίσει την ενσωμάτωση στον ζωικό, δηλαδή στον σωματικό και παροντικό χρόνο. Το επιπρόσθετο όμως ενδιαφέρον στην ποίηση της Χαλκιαδάκη, όπως και των άλλων ποιητριών που αναφέραμε, βρίσκεται στο ότι όλες τους δεν σκοπεύουν στο ιδεοληπτικό γυναικείο, δεν κατασκευάζουν θηλυκά την ποιητική τους ταυτότητα: η ταυτότητά τους υπάρχει εν ταυτώ, είναι ως γραφή. Μάλιστα, είναι ως γλώσσα πρώτα πρώτα. Εδώ το θηλυκό, τραυματικό ή καταστροφικά θριαμβευτικό ως ποιητικό απείκασμά του, γίνεται πιο απτό μέσα από την γλωσσική του αμφισημία, τη θρυμματισμένη εικόνα του πάθους, τα σκοτεινά του αρχέγονα, σεξουαλικά σύμβολα. Όσο πιο σκοτεινά και μυστηριώδη, τόσο πιο αισθητό το νόημά του στα συμφραζόμενα του ποιητικού κειμένου.

 

 

ΜΑΙΡΗ ΚΛΙΓΚΑΤΣΗ

ΝΤΟΥΕΝΤΕ 21/1/2013

«Πρωτότοκα επισφαλής παρατηρούσα τη μαμά
να φουσκώνει επικίνδυνα
Στην κοιλιά της, είπαν, είχε μπει ένα σποράκι
Πέντε μήνες μετά πέθαναν οι αγκαλιές
Τα παιχνίδια
Ο μπαμπάς

Από έξι χρονών έχω να φάω πασατέμπο».

Απλοποίηση

Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;

Θέλω να θυμάμαι. Όχι σε στάση πεταλούδας, σαφώς όχι και μπρούμυτα. Θέλω να θυμάμαι και να θωρώ, να θυμώνω και να θητεύω τον κόσμο ανάσκελα.

Μόνο έτσι θα μπορούσα να ξεκινήσω να γράφω για το βιβλίο της Νίκης Χαλκιαδάκη «Ανάσκελη με Πυρετό» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μανδραγόρα, στα τέλη του 2012.

Το εναρκτήριο ποίημα του βιβλίου, μπορεί κανείς να το συναντήσει στη σελίδα 31. Κατά την άποψή μου, ευλόγως τοποθετημένο εκεί. Ένα βιογραφικό -διόλου τυχαία- ανοιγμένο ανάσκελα σε αυτήν τη σελίδα. Η Απλοποίηση της Νίκης Χαλκιαδάκη, εισάγει τον αναγνώστη άπαξ και διαπαντός στο δικό της ανθρωπόμορφο, λεκτικό σύμπαν. Ο μπαμπάς, η μαμά και το σπόρι που μεγαλώνει στην κοιλιά. Ο πασατέμπος ξαφνικά εξεικονίζει μια μη γενόμενη ή ακόμα καλύτερα μια διαρκώς μετατιθέμενη αναμέτρηση. Τα χρόνια που περνάνε και η ενηλικίωση που συμβαίνει έξω από τη φυσική των πραγμάτων ροή (βίαια όπως και ο θάνατος) ή και πρίν από αυτήν. Σίγουρα δεν συμβαίνει στην αναμενόμενη ώρα.

Το βιβλίο της Χαλκιαδάκη, μοιάζει με ομολογία ενηλικίωσης. Από το ποδήλατο με τις τρεις ρόδες και το πρώτο ψέλλισμα «πι πι το παπί» μέχρι τη γυναίκα που ομολογεί πως υπάρχουν στιγμές που δεν ξέρει πώς να ζήσει, η Χαλκιαδάκη επιλύει τον γρίφο της τραυματικής ενηλικίωσης -ενηλικίωσης-σφαγής- απλώνοντας στις σελίδες της Ανάσκελης μνήμες, απώλειες, προπατορικά αμαρτήματα και μια μήτρα ικανή να χωρέσει ξελευθερία και ενηλικίωση για όλους.

Κλείνω με δικά της λόγια, όπως δημοσιεύτηκαν σε προηγούμενο τεύχος του περιοδικού e-poema: «Ποιος θα τολμήσει να πει ότι έχει μετρήσει τη δική σου συγκίνηση;»

Η Χαλκιαδάκη ξέρει να το κάνει και έντιμα και πολύ καλά.

[Αν αυτό δεν εμπίπτει στις αναγκαιότητες της ποίησης, στα χρέη και τα ρέστα της τότε για τίποτα άλλο, εγώ προσωπικά, δεν είμαι σίγουρη].

«Πιστέψαμε ο ένας στον άλλον
Φυτέψαμε τα πόδια μας στην αυλή
και περιμέναμε να δούμε
ποιος
ποιος
ποιος θα κρατηθεί
Δεν άντεξες ούτε μισό αιώνα
Ψ’ήλωσα μόνη [και όπως όλοι
οι προδομένοι καρποί]
ανθίζω την Πρωταπριλιά».

 

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

VAKXIKON τ. 20

Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι αυτήν.

Πρώτο: Αποκτά σιγά σιγά την δική της αναγνωρίσιμη προσωπική γραφή.

Αυτό ξεκίνησε ήδη από την προηγούμενη ποιητική της συλλογή που είχε τίτλο Ο Έρωτας του Pied de Coque και αρχίζει να αποκρυσταλλώνεται στην ποιητική συλλογή Ανάσκελη με πυρετό εκδόσεις Μανδραγόρα 2012, που παρουσιάζουμε σήμερα.

Δεύτερο: Γράφει μέσα από το ΣΩΜΑ, με το ΣΩΜΑ, για θέματα συγκλονιστικά που προκύπτουν από τα μύχια βάθη της ύπαρξής μας για την γέννηση, την παραμονή μας στην γή, για τον έρωτα που ανακουφίζει, γλύφει και καρατομεί, για την παιδική ηλικία, για το τέλος της αθωότητας, για τα αρχετυπικά παραμύθια που κλείνονται στο ψυχιατρείο, για τον θάνατο. Ακόμα και ο τίτλος της ποιητικής συλλογής «Ανάσκελη με πυρετό» προϋποθέτει κορμί και μάλιστα γυναικείο. Ανάσκελη. Με δύο σκέλη. Δεν είναι άφυλη. Έχει γένος και μάλιστα θηλυκό. Απεκδύεται όμως όλα τα φρου φρου και αρώματα, τον ζαχαρωμένο συναισθηματισμό, το μελό που στερεοτυπικά και άδικα κάποιοι έχουν συνδέσει με τον όρο γυναικεία ποίηση. Η ποίησή της είναι κοφτερή, αιχμηρή, σκληρή, έξυπνη. Χωρίς να στοχεύει όμως στην εύκολη συγκίνηση, σε πιάνει από το λαιμό, νιώθεις έναν κόμπο και την κουβαλάς ακόμα μέσα σου και αφού έχεις κλείσει το βιβλίο.

ΘΗΛΥ

Το ξέραμε κάποια στιγμή πως θα συμβεί.
Το περιμέναμε.
Φάνηκε άλλωστε και στο υπερηχογράφημα
Το μωρό είχε δέκα δάχτυλα πάνω, δέκα δάχτυλα κάτω
και κλειτορίδα
Η Σελήνη κυλάει ανάμεσα στα πόδια μου.
Βάφει το λευκό μου βρακάκι.
Δύσκολος λεκές το αίμα.

Τρίτο: η ποίησή της έχει την έκπληξη, την ανατροπή, ο αναγνώστης καθόλου δεν ξέρει ποια λέξη θα διαδεχτεί την άλλη ή ποιος στίχος θα διαδεχτεί τον άλλο. Η γραφή της δεν θυμίζει εκείνης της κοπέλας του δεύτερου ορόφου με ένα χρυσόψαρο να φροντίζει, η γραφή της είναι αυτή ενός χρυσόψαρου που φροντίζει μια κοπέλα Με την ποίηση της Νίκης Χαλκιαδάκη δεν πλήττεις ποτέ. Σε κρατάει σε εγρήγορση από το πρώτο ποίημα μέχρι το τελευταίο γιατί υπάρχει συνέχεια δράση. Η ποιήτρια δεν θέλει να ξυπνήσει το λευκό πουκάμισο που κοιμάται δίπλα της, γεννάει τηγανητά αυγά, σήμερα χαρίζει το ένα της γόνατο, δεν θέλει να προδώσει την libido που φυλάει για χρόνια δύσκολα όπως η Τετάρτη και τα μεσημέρια με καύσωνα, ανεβαίνει στο κρεβάτι και γίνεται κατοικίδια ηδονή, τα μαξιλάρια ζευγαρώνουν μια τελευταία φορά, με φυτεμένα τα πόδια στην αυλή ψηλώνει μόνη και όπως όλοι οι προδομένοι καρποί ανθίζει την Πρωτομαγιά. Σ’ αυτή την ποιητική συλλογή συμβαίνουν περίπου τα πάντα. Ένα σκουλήκι με άρωμα μήλου αποπλανεί τα χαμομήλια, οι βελανιδιές αιμορραγούν, οι λύκοι βγάζουν κυνόδοντες. Παρόλα όμως τα υπερρεαλιστικά στοιχεία η ποίηση της παραμένει απόλυτα κατανοητή, καθαρη και διαυγής μια και αυτά τα στοιχεία είναι πλήρως ενσωματωμένα στην ροή των ποιημάτων. Ζωγραφίζει με την πένα της εικόνες ζωντανές τόσο που τις γεύεσαι τις ακους τις μυρίζεις τις νιώθεις πάνω στο δέρμα σου.

Τέταρτο: Η Νίκη Χαλκιαδάκη έχει ακόμα ένα μεγάλο προσόν. Δεν φοβάται να εκτεθεί και να εκθέσει. Να σαρκάσει και να αυτοσαρκαστεί. Να τσαλακώσει και να τσαλακωθεί. Άρα είναι ποιήτρια. Υπάρχει ένα νωπό τραύμα που ανασαίνει μέσα στην συλλογή, η Νίκη παίρνει τα δάχτυλά μας και τα βάζει επάνω του, μας αναγκάζει να το ψηλαφίσουμε, να το αγαπήσουμε σχεδόν, υπάρχει μία καρατομημένη παιδική ηλικία που δεν μεγαλώνει αλλά γράφει, που βρέχει το κρεβάτι της, βάζει το δάχτυλο στο στόμα της, κρύβεται κάτω από ένα μεγάλο κρεβάτι, ζηλεύει το αδελφάκι της, μία παιδική ηλικία που πρέπει να εξαγνιστεί, να εξιλεωθεί για να πάει η ποιήτρια παρακάτω. Όλοι όσοι γράφουμε γνωρίζουμε καλά την διαδικασία της γραφής. Πώς δηλαδή μπήγεις τον αιχμηρό κονδυλοφόρο στην αρχική σου πληγή, όλοι οι ποιητές εξάλλου έχουν μία αρχική πληγή, πώς λοιπόν ανατρέχεις σε αυτή την πληγή και με το αίμα της γράφεις. Αυτό κάνει λοιπόν και η Νίκη Χαλκιαδάκη και η γραφή είναι γι αυτήν ταυτόχρονα κάθαρση.

ΑΠΛΟΠΟΙΗΣΗ

Πρωτότοκα επισφαλής παρατηρούσα τη μαμά
να φουσκώνει επικίνδυνα
Στην κοιλιά της είπαν είχε μπει ένα σποράκι
Πέντε μήνες μετά πέθαναν οι αγκαλιές
Τα παιχνίδια
Ο μπαμπάς

Από έξι χρονών έχω να φάω πασατέμπο.

Πέμπτο Υπάρχει σ’ αυτή την ποιητική συλλογή μία γοητευτική αντίθεση. Είναι αυτή η συνεχής εναλλαγή, αντίθεση αλλά και συνύπαρξη τρυφερότητας και βιαιότητας, ρομαντισμού και υπερρεαλισμού, αθωότητας και κυνισμού, παιδικότητας και αισθησιακής θηλυκότητας, το λεκιασμένο με αίμα άσπρο βρακάκι, το κοριτσάκι των τεσσάρων χωρίς κυνόδοντες/με άσπρο δέρμα/μνήμη από βούτυρο (από το ποίημα 1984) αλλά και η cat-woman που περιμένει ένα νεύμα για να ανέβει στο κρεβάτι και να γίνει ολόκληρη κατοικίδια ηδονή (από το ποίημα cat-woman).

Στο ποίημα Από το Βόλγα μέχρι τη Ματζουρία Η στέπα μας θέλει γυμνούς να γλείφει ο ένας την υγρασία του άλλου σε αντίθεση με το κοριτσάκι που παίζει σκοινάκι, γιο γιο και τσιγκολελέτα και ισορροπεί στα τακούνια της μαμάς από το ποίημα Αγόρια Ιππότες, Κορίτσια Μαύρες κότες. Ένα παιδί λοιπόν ορφανό όμως πληγωμένο, ένα παιδί γυναίκα όμως με όλη την γυναικεία φύση του απόλυτα ανοιχτή, ανάσκελη στις σελίδες της συλλογής.

Έκτο μία ποιητική συλλογή είναι όλα αυτά που αναφέραμε παραπάνω όμως και κάτι ακόμα. Που δεν διατυπώνεται, που δεν αριθμείται, που δεν εκφέρεται με λόγια. Είναι η μαγεία που διατρέχει τους στίχους, οι εικόνες που κουβαλάς αφού την διαβάσεις, η διάρκειά της μέσα σου. Αυτή η ποιητική συλλογή της Νίκης Χαλκιαδάκη καίει από πυρετό και αυτός ο πυρετός είναι μεταδοτικός. Διαβάστε την!

 

 

Ο Έρωτας του Pied de Coq

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Αυτή η ποιητική συλλογή της Νίκης Χαλκιαδάκη είναι πρωτότυπη, ίσως γιατί το περιεχόμενο της δηλαδή τα ποιήματα συμπλέκεται απόλυτα με τις ασπρόμαυρες λήψεις που δίνουν ένα χαρακτήρα αγχωτικό και αδιέξοδο, όλα συντελούνται στο βιβλίο αυτό ανάμεσα σε μια εισπνοή και σε μια εκπνοή, στις αποχρώσεις του μαύρου και του γκρίζου, με γραμματοσειρές που γέρνουν, χορεύουν, παίζουν, ή απειλούν να εκτιναχτούν έξω από τα όρια των σελίδων, με τους τίτλους να εμφανίζονται απροσδόκητα πάνω, κάτω, δεξιά ή αριστερά, με τα γράμματα να αλλάζουν συνέχεια. Η ποιήτρια παίζει μαζί μας κρυφτό, μασάει μαστίχα κεράσι, δεν διστάζει να κάνει τούμπες με τις λέξεις και τους στίχους, χαρακτηριστικό είναι το ποίημα της συλλογής που ονομάζεται του «παλιμπαιδισμού» που απέναντι στην σοβαροφάνεια των υποτίθεται ενηλίκων, προτάσσει την παιδική φρεσκάδα και το παιχνίδι.
Όμως πως είναι ο έρωτας του pied de coq; Ένας έρωτας κατά τον οποίο ο άντρας και η γυναίκα ενώνονται, χωρίζουν, εναλλάσσονται σε ρόλους και ταυτόχρονα ταυτίζονται σε ένα ζευγάρι με μπλεγμένη ταυτότητα και φύλο
/ήμουν εσύ και εσύ ήσουν πάλι εσύ/ Είμαι μεγάλο κορίτσι/ όχι δεν είμαι μεγάλο κορίτσι/είμαι εσύ και εσύ δεν κλαις/ Εσύ είμαι άντρας, μου λείπεις.
Ή ένας έρωτας που αναπαράγει το ίδιο μοτίβο ξανά και ξανά σε μία ατέρμονη διαδοχή μέχρι την τελική συντριβή. Να είναι ο έρωτας μιας επαναλαμβανόμενης μνήμης, που μας τυραννάει αλύπητα, ή ένας έρωτας παρασιτικός που προτιμά τα υγρά εδάφη όπως στο πρώτο ποίημα της ποιητικής αυτής συλλογής που έχει τίτλο “αναρριχώμενο, απαγορευμένο”..
Ή τέλος μπορεί να είναι ένας έρωτας θυσία, όπως στο ποίημα «Στην σάρκα εκ σαρκός» που το δίπολο άντρας- γυναίκα με την θυσία- ένωση των σωμάτων που συντελείται σε έναν κρυφό ιδιωτικό ναό, αυτόν της ψυχής, ακυρώνει την ματαιότητα και έτσι εξασφαλίζεται η αθανασία και το ανθρώπινο γίνεται μεταφυσικό.
Λέει η ποιήτρια: Σμίγει η λαχτάρα/ γλείφει την άρμη/ τρυπά τον λωτό/και τον ρουφά/λευκή χοή περίσσεια, θυσία αναίμακτη στον βωμό του Πάνα.
Ο χοϊκός έρωτας σε άμεση επαφή με την φύση, διονυσιακός, ιερό μυστήριο, που μετατρέπεται στο βιβλίο σε Απολλώνιο με την απουσία του.
Στην ποιητική συλλογή αυτή η άφιξη ματαιώνεται συνεχώς
Ο Γκοντώ θεός δεν έρχεται. Η υπαρξιακή αγωνία της ποιήτριας ανθρώπου είναι έκδηλη και έντονη.
Πέρασε η ώρα και δεν ήρθες
Σε περίμενα…
Δεν φταις εσύ που σε περίμενα
Φταίω εγώ που δεν ήρθες
Δεν φταις εσύ που δεν ήρθες
Φταίω εγώ που σε περίμενα
Τέλος αυτό το βιβλίο έχει κάτι θεατρικό, υπάρχει μία συνεχής εναλλαγή ρόλων, ανάμεσα στον θύτη και στο θύμα, στο παιδί και στην γυναίκα, στον Αδάμ και την Εύα, στην Κίρκη και στον Οδυσσέα, στον άντρα και στην γυναίκα. Στο ποίημα Κίρκη. Η Κίρκη θέλει να γίνει Πηνελόπη, παίρνει την θέση της στο πορτρέτο της αινιγματικής Μόνα Λίζα, παίρνει την θέση του Οδυσσέα στο κατάρτι και δεν θέλει να ακούσει τις σειρήνες της αλήθειάς του,
Η ποιήτρια Νίκη Χαλκιαδάκη με αυτήν την ποιητική της συλλογή μας προτρέπει να υπερβούμε τα όρια, να περπατήσουμε στην άκρη του ξυραφιού, να καούμε ολόκληροι και μέσα από αυτήν την πυρκαγιά να νιώσουμε ζωντανοί.
Μην τρέμεις! Για να γίνεις ο Έρωτας του pied de Coq/θα πρέπει το αίμα μου να μεταλάβεις, έτσι το θέλουν οι χρησμοί/

 

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΖΑΡΩΤΗΣ

Μία καλαίσθητη και μικρόσχημη έκδοση που δεν αφήνει ανεκμετάλλευτη σχεδόν καμία σελίδα ούτε καν το εξώφυλλό της.
Πρόκειται για μια μοντέρνα έκδοση όχι μόνο με άποψη εικαστική αλλά κάτι παραπάνω: συνδυάζει λόγο και εικόνα σε ενότητα αδιάσπαστη. Η έκδοση όχι απλά στολίζεται με καλλιτεχνικές φωτογραφίες αλλά το κάδε ποίημα αντιστοιχεί σε μία από αυτές και συνομιλούν μεταξύ τους. Το στήσιμο κάδε ποιήματος στις σελίδες του βιβλίου και ακόμη κι ο τίτλος του έγινε καλλιτεχνική πρόκληση για τους συντελεστές της έκδοσης. Οι άνθρωποι που
δουλέψαν αυτή την έκδοση δεν διστάζουν να παντρεύουν την ποίηση με ό,τι πιο σύγχρονο (για τα εγχώρια δεδομένα τουλάχιστον) έχει να επιδείξει η φωτογραφική και εκδοτική τέχνη.
Θα υπέθετε κανείς με βάση τα παραπάνω ότι τα ποιήματα θα
είναι οπωσδήποτε «μοντέρνα» και δα υποκύπτουν σε όλες τις ενοχλητικές ευκολίες του ελεύθερου στίχου. Και όμως: η ποιήτρια Χαλκιαδάκη γνωρίζει να χειρίζεται τις στιχουργικές και μετρικές φόρμες, ο αναγνώστης εύκολα μπορεί να διακρίνει τις περισσότερες φορές στροφικά συστήματα [όπως π.χ. στον Ξέρξη (sic)] και δεν μπορεί να μη σημειωθεί ότι ο επίσης ευδιάκριτος ρυθμός, καλοδουλεμένος με τις εύστοχες τομές του, ενθαρρύνουν τη μεγαλόφωνη ανάγνωση. Σαφώς η ποιήτρια δεν αποκηρύσσει τον ελεύθερο στίχο μα η φιλολογική της σκευή της επιτρέπει να τον χρησιμοποιεί όσο
Θέλει κι όχι όσο θα της επέβαλλε η έλλειψη ρυθμού.
Τα θέματα που ντύνει μετρικά η Χαλκιαδάκη παραλλάσσουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε όλοι μας με το β’ πρόσωπό
και έχουν να κάνουν με το ποιον αντικρίζουμε κάθε φορά απέναντί μας και πώς τον αντιμετωπίζουμε, είτε πρόκειται για το ερώμενο πρόσωπο, για τον εαυτό μας ή τις ανασφάλειες και τις εμμονές μας.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

1-xloptsioudis

 

 

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης γεννήθηκε το 1973 και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι φιλόλογος και συγγραφέας. Γράφει δοκίμια και κριτικές ποίησης, παρακολουθώντας τις νέες τάσεις στην Τέχνη. Κριτικές του φιλοξενούνται
τακτικά στο διαδικτυακό τόπο τοβιβλίο.net και στο tvxs.gr. Άρθρα του δημοσιεύονται στο tvxs.gr, στα «Ενθέματα» της Κυριακάτικης Αυγής, στο school time.gr κ.ά. Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία του με πολιτικά και κοινωνικά δοκίμια και τέσσερεις ποιητικές συλλογές του.
Έχει πάρει μέρος σε πολλές λογοτεχνικές δράσεις.

 

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

Η δημαγωγία της δημοκρατίας, εκδ. ΣΥΝ(+)είδηση, Θεσσαλονίκη, 2009.
Τοπική Αυτοδιοίκηση, προοπτικές ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών, δοκιμιακή μελέτη, εκδ. τοβιβλίο, Θεσσαλονίκη, 2011.
7 δοκίμια, εκδ. τοβιβλίο, Θεσσαλονίκη, 2013.
Η οργή της πεταλούδας, ποίηση, εκδ. ebook τοβιβλίο, Θεσσαλονίκη, 2013.
Η μεσαία τάξη στην αγχόνη της κρίσης, πολιτικό δοκίμιο, εκδ. ebook τοβιβλίο,
Θεσσαλονίκη, 2014.
Κατάστιχα, ποίηση, εκδ. ebook τοβιβλίο, Θεσσαλονίκη, 2014.
Ημερο-ποίηση εκδ. ebook τοβιβλίο, Θεσσαλονίκη, 2014.
Ακατάλληλο εκδ. Μανδραγόρα 2016

 

202985g-c90c2df4-738e-46a7-99c2-a591e8b5905e

 

 

ακατάλληλο (2016)

 

ακατάλληλο

Ακατάλληλο
μου έλεγαν
όταν ήμουν παιδί
και λάθρα κοιτούσα
τη σάρκα την ερωτική.
Ακατάλληλο μου λεν
τ’ όνειρο για ενήλικο
και κρυμμένος
πίσω από σάρκες
ονειροπολώ.

Σε κασελάκι ξύλινο
κλείδωσα
όνειρα παιδικά
πλούσιος σαν ήμουν.

 

 

ποίηση ναυαγός

Πρόσφυγες λέξεις
ναυαγούν
σε πελαγίσιες σελίδες
με κουφάρια ποιητικών σχημάτων
φυλακισμένες σε χάρτινα
κέντρα υποδοχής
αποζητούν ελπίδα
εξόδου
προς τον ανθρώπινο πόνο.

Τόσα πτώματα δακρύων
λερώνουν το χαρτί
κι εμείς ακόμα αναζητούμε
έμπνευση.

 

 

μνήμη Κατερίνας Γώγου

Ξεχασμένες μολότοφ
γραμμή φωτιάς
αφήνουν να σκίζουν
το σκοτάδι της αυταπάτης.
Στον καθρέφτη
στολίζει το γυμνό κορμί της
πριν αντιμετωπίσει
το μίσος με το πυρωμένο
στήθος της
χαραγμένη ιστορία
καταστολής
στο δέρμα της
και μάτια μονίμως
δακρυσμένα.

 

 

δήλωση πορνείας

Πόρνη χορεύει
ξυπόλητη στο δρόμο
Εσμεράλδα κυνηγημένη
από στοιχειωμένους
ιεροεξεταστές της ηθικής
στο ξέφωτο των μαγισσών
συλλέκτες υπογραφών.

Όταν ακούω για πορνεία
τρομάζω
νομίζω ότι πρέπει να υπογράφω
σε ανακριτές αξιών
δήλωση μετάνοιας.

 

 

μάνα από τη Συρία

Σαν πάτησε στην κόκκινη πια άμμο
άφησε ελεύθερη
την κραυγή απ’ το χέρι
έλυσε ένα χαμόγελο
από τα μαλλιά
για να πετάξει
με της ελπίδας τα φτερά
και έσπρωξε τη βάρκα
με τα παιδιά στη θάλασσα
και συνοδό ένα θραύσμα τρόμου
να θυμούνται το σπίτι
μη γυρίσουν πίσω ποτέ.

 

 

τρομοκράτης χρωμάτων

Η αντιτρομοκρατική, λέει,
των παιδικών μου χρόνων
συνέλαβε
στο παζάρι των ευχών
ένα όνειρο ενήλικο
με κατηγορίες απόπειρας
χρωματισμού
με μολότοφ ουράνιου τόξου.

Μαζί με το πουκάμισο
θα φορώ πια
κουκούλα και παρωπίδες
να είμαι ασφαλής.

Ατρόμητροι εφιάλτες
κυνηγούν το πρωί
άυπνες συνειδήσεις.

 

 

υγρός τάφος

Βροχή καρφιά
σταυρώνουν όνειρα
θόρυβος πνίγει λαμαρίνες
σε τρύπιο φουσκωτό.
Πρόσφυγας ανήλικος
δίχως αδιάβροχο
η δικαιοσύνη.

 

 

προσκύνημα στ’ Αγιονήσι

Ερωτεύεται
η αγρίλα της ακροθαλασσιάς
τον μοναχικό βράχο
τραγούδι υγρό
ο ύμνος του τζίτζικα στον έρωτα.
Πέτρα που ερωτοτροπεί με θάλασσα
αφήνει αθέατα τα ενωμένα κορμιά.

Στο κύμα αντάμωσαν
τα βλέμματα,
οε ήχο παφλασμών
καλύπτουν τον οργασμό τους.

Στ’ Αγιονήσι απομονωμένοι καλόγεροι
προσεύχονται στον έρωτα.

 

 

IV

Αστράφτουν τη νύχτα
τα γυμνά κορμιά
πλάι στη φωτιά
που στην αμμουδιά φουντώνει.

Χορεύουν οι σπίθες
στον ήχο των κυμάτων
πριν ο έρωτας γίνει θάλασσα
κι η ηδονή βυθός.

 

 

VII

Χαμόγελα θερινά
δροσίζονται
σε θαλασσινό χορό.

Με καρφί στερεώνω
τα όνειρα στον τοίχο
ανάμνηση της νιότης.
Κάποια άλλα
κρέμονται σε ηλιακτίνες
στεγνώνουν.

 

 

ΙΧ

Κόκκινο πανί
σε μιαν αρένα
κυματίζω μπρος
σε κέρατα επικριτικά
με ένα διαζευτικό
ανάμεσα στην ποινή
και την αθώωση.

Θα περιμένω την ετυμηγορία
σε μάθημα
δημιουργικής σιωπής
μ’ ένα γιασεμί στο χέρι
για να θυμάμαι τα όνειρά

 

 

μετανάστευση ονείρων

Στρώματα λησμονημένα
γεωλογικής ωρίμανσης
εμπρός από
παλίρροιες ψευδαισθήσεων
κοιτούν πουλιά
όνειρα γεμάτα
να μεταναστεύουν.

Αγέλαστα πετρώματα
αντιστέκονται
στις ανασκαφές του θάρρους.

 

 

ω Άρτεμι

Πίσω μου
θ’ αφήσω
ένα χνάρι στον χρόνο
που ίσως βρουν
αρχαιολόγοι του μέλλοντος
μέσα σε παλαιολιθικά γραπτά’
κληρονομιά μου αφήνω
χειρόγραφους καημούς
και αυταπάτες μοναχικές
πόθους ανεκπλήρωτους
οδηγό
για τη δική σου
πλήρωση.

 

 

 

κατάστιχα (2014)

 

πολιτική, ανθρώπων φύσις

κάποιος βρήκε το κλειδί
κι απελευθερώθηκαν
οι τρελοί
τρέχουν στους δρόμους
με πανό τις αλυσίδες τους

κι αν αδυνατείς
να μιλήσεις με ανώνυμους
που δεν κατάφεραν να πεθάνουν
γιατί χάσαν το δικαίωμα
πώς θα σταθείς απέναντι στην κοινωνία;

μια παρένθεση
ήταν η προηγούμενη ζωή
και συνεχίστηκε το άσμα
σε μια κρίσης υποταγής και συναίνεσης

γράφω σε μια γλώσσα
πολυδιάσταση κι εγωιστική
όπου η λέξη «συμβιβασμός»
είναι προσβλητική

πάλλεται το εκκρεμές του δημοσίου λόγου
σάπιες λέξεις γεννήματα ψεύτικων ελπίδων,
τρομοκρατία και διλήμματα,
κι ο Χριστός πάλι ανέβαλε την ανάσταση

γκρεμίσαν μνημεία ανθρώπων και αδριάντες στήσαν
πριαπικών ρητόρων

το χαμόγελο προβάρει σε καθρέφτη μαγικό
«καθρέφτη, καθρεφτάκι μου,
ποιος είναι ο πιο αγαπητός;»
«Εσύ, κύριέ μου, όλες οι δημοσκοπήσεις
εσένα δείχνουν νικητή»

ανέστια κατάγματα αναλύσεων
στοχεύουν μυαλά μαστουρωμένα
από νοθευμένη δημοκρατία

φαντάσματα κάνουν
πλιάτσικο στης αγωνίας
το τέλμα,
λίστες αγνοουμένων κρεμούν
στης λαϊκής τον πάγκο
φορώντας κοστούμια ραμμένα
με κρασί
μαύρο σαν το αίμα

της αυταπάτης ο ιστός
μ’ αόρατες κλωστές
παίζει κουκλοθέατρο

χαρακωμένη δημοκρατία
χορεύει στο αμόνι
ακονισμένης αλαζονείας

ποτίζω την αισιοδοξία με αλκοόλ,
αφιονίζω κάθε μου κύτταρο,
πριν προλάβει να μ’ αποκοιμίσει η δημοκρατία τους

σύγνεφα κρέμασε ο Απρίλης,
γυμνά χορεύουν στον αιθέρα,
σκιές υγρές γεμίσαν την άνοιξη
κι εμείς ακόμα περιμένουμε
τον ήλιο

για να σκοτώσεις κάποιον δεν χρειάζονται πιστόλια,
μόνο άνοιξε την τηλεόραση…

ξεθωριασμένα χρώματα
συνθημάτων
επιτοίχιας ελπίδας
απειλούν την ευταξία

ερωμένες πολύχρωμες
φυλλάδια προεκλογικά
σε χαραμάδες ξεπέφτουν

…εσύ που θες να λέγεσαι Αντιγόνη πολεμώντας νόμους
άδικους και τυράννους,
μην ξεχνάς ού συνέχθειν αλλά συμφιλείν έφυς…

προχωρώ με όσα μας ενώνουν, με προσημείωση σ’ όσα μας χωρίζουν
κι υποθήκη για το μέλλον όσα κοινά κρατάμε

 

 

κοινωνοί της κρίσης

ξυπόλητος ποιητής σε δρόμους κοιμάμαι
ζωγραφίζω με λέξεις άστεγες πίνακες αυταπάτης

λέξεις χάρισα στη σιωπή
κι εκείνη απάντησε κρυφά
μ’ ένα ποίημα
αυτιστικό και κόκκινο

γεννήθηκα ένα πρωί
με ομίχλη στο παγκάκι,
άστεγη σύλληψη,
το μεσημέρι αναζήτηση
ταυτότητας,
το βράδυ
δελτίο απορίας

οι άνθρωποι αδειάσαν τους κάδους
και σκουπίδια γεμίσαν οι τηλεοράσεις,
ξεχείλισαν σύρματα ματωμένα, τα όνειρα δέσαν

σ’ ανταλλακτήριο επιδομάτων
προσφέρουμε όνειρα κι ελπίδες,
ενέχυρα σημειώματος
εκκαθαριστικού,
εξαθλίωσης απόδειξη

με συρματόπλεγμα δεμένο γένος
ανδράποδο κανιβάλων,
ευνουχισμένη γενιά,
όνειρα,
στάχτες βουτηγμένες
σε αυταπάτη δανεική.

όταν πεινούσε τον βοήθησε ένας φίλος κι ένας διάολος…
Τίμησε το φίλο εκείνον, τον έναν, το μοναδικό, τίμησε και το διάολο…
Όσοι κοιτούσαν και αποκαλούνταν φίλοι, όσοι μιλούσαν χωρίς να
συμπάσχουν, ας βρεθούν απέναντι από το διάολο…

εγκληματείς που αδρανείς
έγραφε ο στίχος του αυτόχειρα,
οι νέοι χωρίς μέλλον
κάποια μέρα θα πάρουν τα όπλα
έγραφε ο πρώτος επώνυμος
και η γριούλα κλαίγοντας δήλωνε
βάρος για την οικογένειά της.

Ψεύτικη ελευθερία,
που έμαθες να αποζητάς
σαν από συνήθειο,
σα γενετικό κληροδότημα.

σκουριασμένες λιμνοθάλασσες
χορεύουν σ’ ένα μουχλιασμένο λιμάνι
θίασος γυμνός
από ξεχασμένα μπορντέλα
που ισορροπούν σε άδεια ποτήρια
μπόμπας φτηνής και νοθευμένου έρωτα
στ’ ασπρόμαυρο λιβάδι
της πορνείας

σε πλακάκια
τακούνια ηχούν
νεκρόφιλων εραστών
π’ αναζητούν πουτάνες
να ξεράσουν περιπλανώμενη
ανικανότητα
στα λασπόνερα μπορντέλων

Δε φταίν’ οι σφαίρες.
Τι έκανε σε διαδήλωση παιδί 15 χρονώ; Δεν έφταιγ’ ο αστυνόμος.
Μα κανείς δε ρώτησετι έκανε παιδί 15 χρονώ στο ανθρακωρυχείο;

μέρα μαγιού εμίσεψες τη μάνα σου κι εσύ
δίχως να ζητιανεύεις
στου τρόμου στοές καρβουνιασμένες
με χέρια μαύρα και μάτια σβηστά
έφυγες και μόνη
κλαίει δίχως αγκαλιά
μα με μια φωτογραφία σου παλιά
άσπρος, ροδαλός.

στου μεροκάματου τις στοές
όνειρα ασπρόμαυρα από την καρβουνόσκονη
ταξιδεύουν με το Μεγάλο Βαρκάρη
δίχως κέρμα στο στόμα
τα τέλη μένουν ακόμα απλήρωτα

μουτζουρωμένα χέρια
δίχως σαπούνι και νερό
ταξιδεύουν
στου Απρίλη
το λιβάδι
άνθη θησαυρίζοντας…

φλογέρας ήχος παιδικός το όνειρο
μακριά φεύγει από μέλλον σκοτεινό
να δει της ζωής το φως

στους δρόμους νεκροί σπαρμένοι
παραστάδες που γεμίζουν σκιά
της νιότης τη φωνή,
του μέλλοντος το φως

στο μακελειό των παιδιών μην αναζητάς την ευθύνη του δολοφόνου
που πάτησε τη σκανδάλη,
αλλά εκείνου που υπερασπίζεται το δικαίωμά του να δολοφονεί.

βαμμένα μάτια στο δρόμο
περίγελος περαστικών
γραφική αδελφή, εκκεντρικός γκέι
εικάζεται
μα δε μάθαν ότι κάποτε
μόνο οι άνδρες βάφονταν

ένα παράθυρο μας χωρίζει απ’ τον κόσμο,
λίγο βλέπουμε απ’ το γυαλί
μα δεν ανοίγει να τον ακούσουμε
και κλειδωμένοι παραδιδόμαστε
στη μούχλα του
σπάστε με τη βαριά το τζάμι
ν’ ανοίξει το παραθύρι
να μπουν ήχοι κι αγέρας ουράνιος… 

 

 

θάλασσα ηδονής το κορμί της

 

πράσινα μάτια
σφύζουν από πουλιά,
κοχύλια θαλασσινής αύρας
ευωδιάζουν το χαμόγελο

στα μαλλιά της χελιδόνια ξαποσταίνουν
πριν την άνοιξη φέρουν στο πέταγμά τους,
φτερά σχίζουν σύννεφα
που σκιάζουν το χαμόγελό της
με τις ψαλιδένιες τους ουρές

στη μικρότερη νύχτα
μην κρυφτείς και σε χάσω.
στάσου αγκαλιά μου στο φως της σελήνης
να σε ζώσουν φεγγαρακτίνες
κι οπτασία στον έρωτά μου να γενείς

στο φως των αστεριών ψιθυρίζω το όνομά της,
αστράφτει ο ήχος του σα φεγγαρακτίνα πάνω σε ανεμώνη

καΐκι ερωτευμένο ταξιδεύει
στην τρικυμία των σεντονιών
αναζητώντας το φάρο της ηδονής

γυμνό σώμα παραδομένο
στου ήλιου τα χάδια,
βαριανασαίνουν τα μάτια
τα αιχμαλωτισμένα

στο ιδρωμένο κορμί
ρίγη προκαλεί η ψαύση
με υπόκρουση ψιθύρων
ερωτικών αυγουστιάτικης νύχτας

φεγγοβολούν υγρά τα πράσινα μάτια
στων σεντονιών τη μάχη,
θυσία στης Αφροδίτη το βωμό

ολόγιομη ηδονή
σεληνιασμένων εραστών
π’ ακροπατούν στου έρωτα
τους ήχους

στη σκιά μιας λεύκας
αγκαλιαστήκαμε,
σμίξαμε όλο πάθος,
και φώτισε ο πόθος
την αστεροντυμένη νύχτα

εισβολέας γυμνός
απρόσκλητος στου έρωτά της
τα αισθησιακά λιβάδια
απολαμβάνεις τα χάδια της

τα μάτια της σκούπισε
κάτω από τις στάλες
της βροχής,
ξεδίψασε μ’ ένα ποτήρι
γεμάτο φιλιά

την ακροθαλασσιά στολίζει
κορμί αποκαμωμένο
απ’ τις βουτιές
στου έρωτα του νερά

στο ποτάμι των γυμνών
μια νύχτα άψυχη
ο βαρκάρης ανιμένει
με νόμισμα οργασμού να πληρωθεί
για των εραστών το πέρασμα

στο σταυρό του έρωτα
δυο κορμιά καρφωμένα
με της ηδονής τους ήχους
αγκαλιάζονται

ένας νοτιάς, σκέτη γοητεία,
μετέφερε από τα βάθη
αύρα ερωτική γοργόνων,
γεμίζοντας με πόθο τα φύλα

χελιδόνια και γλάροι αντάμωσαν
στης Παναγιάς τον Όρμο,
σαν δάσος πράσινο
συνάντησε της θάλασσας το γαλάζιο

γαλάζιο και πράσινο αντάμα
σε ένα απάνεμο λιμένα
αγκαλιάστηκαν και φτιάξαν
τη Χαλκιδική

Αν Παράδεισος ήταν η Χαλκιδική, τότε δικαιώνω το Γιαχβέ που
τιμώρησε τον Αδάμ και την Εύα…
Αν όμως μήλο ήταν η δροσιά της θάλασσας στα νερά του
Τορωναίου, τότε μακαρίζω τους Πρωτόπλαστους δύτες που μας
κληροδότησαν την αμαρτία τους…

στο γυμνό της κήπο
κλέφτης επισκέπτης
κλέβει καρπούς
ώριμης ηδονής

πυγολαμπίδες χορεύουν
στον ήχο των κυμάτων
ντυμένες
με την αύρα της θαλάσσης

οδοιπορικό στον έρωτα
κινήσαμε να κάνουμε
στου κόσμου τις ηδονές
να περιπλανηθούμε

κραυγή ηδονής
κολυμπά στου έρωτα τα κύματα
με βάρκα σεντόνια ακατάστατα

στη σκιά του νυχτερινού ουρανού
ζωγράφιζαν ήλιοι μακρινοί το όνομά σου
με την αστεροουρά τους

μια ψύχρα τρύπησε το κορμί
κι αναζήτησε σκέπασμα
στου έρωτα τα ρίγη

πυγολαμπίδες χορεύουν
στον ήχο των κυμάτων
ντυμένες
με την αύρα της θαλάσσης

τις νύχτες σ’ έρημους δρόμους, σκιά σιωπηλή,
μαζεύω τα «σ’αγαπώ» που πέσαν κάτω
δίχως να ‘βρουν στόχο,
και προσπαθώ να τα αναστήσω

ημερο-ποίηση 2014
έτος el Greco

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Κλεμμένος αγέρας
στο νότο δραπετεύει
καναρίνια σε κλουβιά
να δροσίσει
που κελαηδούν
για φυλακισμένους
σε τσιμεντένια πολύβοα κελιά.
Αγέρας φύσηξε πάλι,
γαβγίσματα αγέλης έφερε
κι ο γείτονας νοστάλγησε
το κλειδί στις σιδεριές.
Κόκκινες κορδέλες παρασέρνει
γυμνές οι κοπέλες
στο ποτάμι τσαλαβουτούν
σε σύννεφα ταξιδιάρικα κρυμμένες
που ανάπαυλα ζήτησαν
σε μιας πεταλούδας τ’ άχρηστο κουκούλι.

 

 

μολότοφ ονείρων

Μια παλίρροια αστέρια
περιμένει το καράβι
δεμένο σε τυφλό καθρέφτη
με κομμένα φτερά.
Σχισμένα πανιά στου ζέφυρου το παιχνίδισμα,
σκιάχτρο που τρομάζει σουρωμένα πουλιά.
Ηρώδης βουτηγμένος
στο αίμα πρωτότοκων ονείρων,
μολότοφ νευρικού Νέρωνα
στης τράπεζας την πιστωτική βιτρίνα.
Σε κάδο ανακύκλωσης
αναζητώ ταυτότητα πλαστική,
σ’ απορρίμματα
ψάχνω οράματα πεταμένα.

 

 

Ισμήνη

Νότα μουσικής κατέβηκε στα χείλη της,
μπλέχτηκε στο σγουρό μαλλί,
φώτισε τα καστανά της μάτια.
Δυο βότσαλα σα φεγγάρια με κοιτούν,
λεύκα που γέρνει στο κορμί μου,
ηλιαχτίδα ζωηρή
που στεγνώνει στην αγκαλιά μου

 

 

Άρτεμις

Φλόγες πετούν
οι θάλασσες των ματιών της
ξανθό χαμόγελο
ποτίζει ανάσες στην αγκάλη μου,
ωκεανός φλιά λουλούδια
φυτρώνουν στα μάγουλά μου,
άγγελος που έβγαλε
φτερά στον αγριότοπο
και σπέρνει αγάπη στο σκοτεινό λιβάδι

 

 

δραπέτευση

Στο έλος προσάραξε
το καράβι
και σαπίζει μόνο του.
Δραπετεύσαμε
με πηδήματα βατράχων,
το βάλτο εγκαταλείψαμε,
σε σχεδίες από νούφαρα
κάναμε κουπί
κι αρμενίζουμε
με τα σύννεφα
πανιά,
καλπάζουμε στη ράχη των ονείρων

 

 

νέα γέννα

Νεογνό οργής
αντάμωσε τον πρώτο θυμό
σε μαιευτήριο ουρλιαχτών,
σφάγιο γενιάς υπηκόων
που το γόνα τους ατιμάζουν.
Γεννήσαμε απόψε
με καισαρική
χωρίς επισκληρίδειο
νέα γενιά.
Βρέφη οργής
σε βροχή δακρύων,
τοκετοί
λιτότητας απότοκοι.

Νέα γέννα σ’ ένα πρωινό
με ομίχλη στο παγκάκι,
άστεγη σύλληψη
στην αναμονή για συσσίτιο.
Το μεσημέρι αναζητούσα ταυτότητα
σε μια πορεία κλαίγοντας.
Το βράδυ πήρα
δελτίο απορίας.

 

 

δήλωση αθεΐας

Ο Θεός το θάνατο περιγελά μ’ αναστάσεις,
καταγγέλλει τον έρωτα
ως πορνεία
και αγγέλους άφυλους ποιεί
π’ από ζήλεια
τη λαγνεία τιμωρούν.

Κι οι παλιοί θεοί
έρμαια
ανθρωπομορφισμού
μάλωναν και πολεμούσαν
θνητούς τιμωρώντας.

 

 

ατέλειωτος χρόνος

Σύγνεφα στ’ άρμα
τ’ ουρανού καλπάζουν
καθώς κουφάρια ξεβράζει
η άμπτωτις
και μύδια που παραθερίζουν
στων μαργαριταριών τη χαίτη,
στο φως νυχτιάς άστερης
σαν ελπίδες που ξεφουσκώνουν
και φτύνουν μούχλα
στων γυμνοσαλιάγκων το διάβα
με νότες σκυλάδικου σπαρμένο.

Ένα δάκρυ, ένα γέλιο κι ένα
φεγγάρι χλωμό
το βράχο κατρακυλούν,
τη λίμνη στερεύουν
κι η ώρα παίζει τραμπάλα
στους δείκτες
χαλασμένου ρολογιού.
Κι ο χρόνος δεν περνά
σε δρόμο ξένο…

 

 

η οργή της πεταλούδας (2013)

 

είναι τόσο πλούσια η ζωή μου

Τα άστρα υποχρεώνονται
να ζήσουν αιώνες.
Ζουν μία θλιβερή ζωή,
σε συμπαντική μέτρηση χρόνου,
στη μοναξιά
ενός τρεμουλιασμένου φωτός
περιμένουν το χρόνο
να τα κάνει κόκκινους νάνους,
να τα σβήσει.

Αντίθετα, η δική μου ζωή
είναι τόσο πλούσια,
τόση κίνηση, τόσα χρώματα,
βλέπω νυχτερίδες τυφλές
να πετούν,
δελφίνια ακροβατούν
στην κορυφή αφρισμένου κύματος,
έντομα στήνουν
το σπιτικό τους στον αέρα, σε μία κλωστούλα.

Βλέπω ανθρώπους
να φιλονικούν,
να σχεδιάζουν
το εφήμερο μέλλον τους,
παιδάκια κλαίνε
που χάλασε το παιχνίδι τους,
γονείς τα μαλώνουν
που δεν τρώνε το φαί τους.

Βλέπω ανθρώπους
να φιλονικούν,
να σχεδιάζουν
το εφήμερο μέλλον τους,
παιδάκια κλαίνε
που χάλασε το παιχνίδι τους,
γονείς τα μαλώνουν
που δεν τρώνε το φαί τους.

Είναι τόσο πλούσια η ζωή μου,
αλίμονο στα αιώνια άστρα
που περιμένουν ακόμα.

 

 

στο φανάρι

Δρόμοι γεμάτοι φασαρία,
αυτοκίνητα για το πράσινο φως
στοιβαγμένα στη σειρά
μαρσάρουν ανυπόμονα
ένα σκυλάδικο σχίζει το θόρυβο των εξατμίσεων
(το μικρό κομπλεξικό αυτοκίνητο με τη μεγάλη εξάτμιση
θέλει να κάνει αισθητή την παρουσία
και την ηλικία του οδηγού του,
αδημονεί να ξεκινήσει)
η γειτόνισσα περπατά νωχελικά με τα ψώνια στο δρόμο.

Παλιά θα έκανε πιο αργά, θα είχε γεμάτη την τσάντα,
μα η άδεια τσάντα είναι πιο βαριά
βαραίνει από μελαγχολία,
σκοτεινιάζει το πρόσωπο
δεν ακούει το σκυλάδικο, δεν ακούει ούτε τον οδηγό
ωρύεται και βρίζει εγκλωβισμένος στη σειρά των φαναριών
Προχωρά βαριά κι αδιάφορα,
σκυμμένη μπάμπω,
σαν σε συνοδεία κηδείας
με μουσική υπόκρουση σκυλάδικο.

Άδειο το αργό περπάτημα
άδειος κι ο δρόμος
σα να σταμάτησε ο κόσμος με το κόκκινο φως,
τσιμέντο η τσάντα,
αργό, βαρύ, το βήμα,
έντονες οι διαμαρτυρίες των οδηγών,
ενοχλητικές καλύπτουν το σκυλάδικο…

 

 

ληξιπρόθεσμη ανοχή

Ξυπόλητος διασχίζω το δάσος,
αγκάθια υποσχέσεων τρυπούν
την υπόσταση,
παγωμένος αρρωσταίνω,
ζαλίζομαι στα απανωτά χτυπήματα
ενός σκαρπέλου υποδούλωσης,
κουρέλια κρέμονται
ματωμένα από θραύσματα υποτέλειας
μιας ζωής σμιλευμένης στο βράχο της υποταγής.
Σφυρηλατώ με σθένος τις αντοχές μου
στο αμόνι της μοίρας,
Αιχμάλωτη αντοχή
σε άτρωτες διαθέσεις πολιτικών.
Σε άλικο χαλί στη λεωφόρο της απάθειας
περιφέροντας τη γύμνια μου,
πλαστικά άνθη στο πέρασμά μου
οι διακηρύξεις,
φυλλώματα φθινοπωρινά
κίτρινα, τσαλαπατημένα και ξερά
η πίστη μου.

Μια κλωστή συγκρατεί ακόμα το κουράγιο,
οριακή η ατολμία μου,
ληξιπρόθεσμη πια και η ανοχή…

 

 

ο καθρέφτης

Θολό το τζάμι
κι η αντανάκλαση θαμπή
ραγισμένο το γυαλί
κι η όραση μουδιασμένη
σαν τη φωνή σου.
Δεν τολμάς ακόμα να μιλήσεις
περιμένεις τα αποτέλεσμα,
δε φοβάσαι,
ξέρεις το αποτέλεσμα
πάντα ίδιο, πάντα θολερό.

Γυαλί είναι,
καθρέφτης ραγισμένος η δημοκρατία,
την κοινωνία της φανερώνει,
τους φόβους, τις αγωνίες.
Το αποτέλεσμα πάντα ίδιο
κι εσύ ποτέ νικητής.
Ας αλλάξουμε καθρέφτη,
ίσως ένας νέος απεικονίσει
τις ελπίδες μας

 

 

η επιστροφή της Ιφιγένειας

Αντάμωσα στο δρόμο
την Ιφιγένεια,
μόλις έρχονταν
από το θυσιαστήριο.
Τελικά ο Κάλχας
δέχτηκε το δωράκι
και την ελευθέρωσε,
ο Κάλχας πάντα
δέχεται δώρα,
ξέρει να σιωπά
μπροστά στις φωνές
των θεών,
εύκολα αλλάζει
τη βούληση των θεών.
Στον πόλεμο πάντα πρώτος
στα λόγια
και στα λάφυρα.
Ειδικά στα λάφυρα
πριν ακόμα
αρχίσουν οι μάχες
πάντα χαίρεται
με τις ιαχές
γιατί απλά
ερμηνεύει τη φωνή των θεών.

 

 

ο ποιητής κι ο Θερσίτης

Διαφωνούσαν οι αρχηγοί
πώς να χύσουν αίμα.
Μα ο Θερσίτης
τόλμησε να σηκώσει
τη φωνή του,
έβρισε τον αρχηγό,
(πέταξε γιαούρτι, μούντζωσε, φώναξε),
κάλεσε σε ανταρσία,
να μη χυθεί
αίμα στρατιωτών στον πόλεμο
για τη μοιχαλίδα.

Ο Όμηρος ενοχλήθηκε,
(σα λακές περισπούδαστος
δημοσιολόγος ακριβοπληρωμένος
εκφραστής αριστοκρατών και βασιλέων)
τον λοιδόρησε,
τον εποίησε παρασιτικό, δειλό
που βρίζει και φιλονικά,
αυθάδη
που δεν υπακούει
στις αποφάσεις εκείνων
που ξέρουν καλύτερα.

Ο ένας ήρωας τον χαστούκισε
(με πανοπλία, κλομπ και ασπίδα πλαστική)
ο άλλος τον κέντρισε
με λόγχη (και φόρους)
γιατί άλλαξε
το ρου του αμαζόνειου φόνου.

Ο ποιητής και οι βασιλείς
δε συμπαθούν
τους Θερσίτες,
μόνο τους Εύμαιους
που συμμετέχουν σε φονικά
και υπακούν
με λαχτάρα
στην επιστροφή
του κυρίου τους

 

 

η οργή της πεταλούδας

Μια πεταλούδα είν’ τ’ όνειρο
πολύχρωμο
μα μόλις ακουμπήσεις τα φτερά της
παύει να πετά,
ένας σελιδοδείκτης σε σελίδα αλμυρή
μιας θάλασσας ερωτήσεων κι αγωνιών
λυγμός που χάνεται
μαχαιριά η λησμονιά του στόχου
ναυάγια οι προσμονές…

Η οργή δεν είναι δόγμα,
είναι η τροφή της προόδου,
της αλλαγής ο σπόρος.

Στις σκιές κρύβονται οι δειλοί
με χωσιά το όνειρο κλέβουν,
ανύποπτα τα ίχνη τους στο χιόνι
λιώνουν τις λάσπες που πετούν
σ’ όποιον αμύνεται,
τη φρίκη της αδύνατης επιστροφής
καλλιεργούν σε γλάστρες
ψεύτικο όνειρο υπακοής…

Σάπια όνειρα σα πέταγμα πεταλούδας
αφιονίζουν το ξύπνιο,
οργισμένοι εφιάλτες εκκολάπτονται
σε κουκούλια ασπρόμαυρα
ξυπνάνε τον ύπνο,
γκρεμίζουν την οπτασία που γεννά η αγωνία
ληστές ονείρων συλλέγουν
αποθηκεύουν σε απόρθητες συλλογές
οράματα και καημούς.

 

 

άδοξοι ποιητές σε κατάσταση πολιορκίας

Άγνωστοι ποιητές
ανεβαίνουν τη σκάλα
του κόσμου των ιδεών
αδιάφοροι για την αθάνατη δόξα,
την αίγλη των αιώνων για ποιητές,
άδοξοι με αγωνίες
παίζουν με τις λέξεις,
θρηνούν το χαμό
ζωγραφίζουν την αγωνία
(η δόξα τους ξέχασε
μόνο πόνος τους συντροφεύει)
παλεύουν, αφήνουν
υποθήκη σε γενιές άδοξων ποιητών
λέξεις γεμάτες οργή
και εικόνες αίματος.

Σα ζητιάνοι ψάχνουν τις λέξεις
στις προσευχές των αστέγων,
στις κραυγές της μάνας
(μια ακόμα πολιορκία είναι και τούτη),
στη νύχτα δρασκελίζουν
τις σκάλες της μοναξιάς
με μόνο ρούχο
τη βρωμερή προβιά της απαξίωσης
των φτασμένων ποιητών
που φοβούνται να μιλήσουν
για την πολιορκία,
π’ ακόμα σωπαίνουν.

Μοναχικοί Προμηθείς
τη φωτιά των λέξεων έκλεψαν
των φτασμένων θεών
που εγκατέλειψαν τους ανθρώπους
ελπίδα προσδοκώντας να ανάψουν,
τις καρδιές να ζεστάνουν,
τον πολιτισμό να φέρουν.

Περιμένουν καρτερικά την τιμωρία
στον τηλεοπτικό γύψο,
στο περιθώριο της άδοξης ποίησης

 

 

πρόσφυγας της μοίρας

Η αξιοπρέπεια έστριψε γρήγορα,
απομακρύνθηκε.
Μοιραίος πια ιχνηλάτης την αναζητά
στου πεπρωμένου τα δάση
με τη μελαγχολία συμπαραστάτη.

Στους δρόμους της πολύβοης πόλης γυρνά
εμιγκρές στην χώρα του.
Από το Βαρδάρη ως την Πλάκα,
Σύνταγμα και Διοικητηρίου,
δρόμοι γεμάτοι φωνές και διαμαρτυρίες,
Λαγκαδά και Πειραιώς, Σταδίου και Τσιμισκή,
ενοικιαστήρια σε άδειες βιτρίνες,
άστεγοι (οιονεί νεκροί) πλατείες πλημμυρίζουν
κι εκείνος κρίκος
στην αλυσίδα της αναμονής για επίδομα,
ένα πιάτο τον περιμένει στην εκκλησία.
Κομπάρσος σε μία σκηνή θεατρική
με φόντο μεσοπολεμικό σκηνικό ύφεσης
πάνω σε ένα σενάριο αρπαγής
με πρωταγωνιστές διαιρέσεις ατελείς,
πηλίκο ένα τυφλό φορτίο χρεών.

Στο συρματόπλεγμα του μέλλοντος,
λαθρομετανάστης εγκλωβίστηκε,
υφεσιακής μοίρας πρόσφυγας,
διαψευσμένης υπόσχεσης αξιοπρέπειας.

 

 

άτιτλο

Ένα στρατόπεδο έγινε το νησί,
σημαίες δειλά ξαπλώνουν χάμω
στη με βια χωρισμένη γαία
προδοσίες κι εισβολές
κρύβοντας στη μνήμη.
Το χώμα κόκκινο και γαλάζιο αντάμα
πράσινο το σύνορο ανάμεσώ τους.
Από τα γενέθλια χώματα οι αδελφοί εφύγαν,
γιοι μαυροφορεμένων γυναικών
ποτίζουν το χώμα το μαρτυρικό,
το νότο ατενίζουν που κλειστήκαν οι δικοί
κι εκείνοι στο βορρά βυθίζουν το βλέμμα
απλώνουν στη γης π’ αγάπησαν τους καημούς.

Τίτλος δε χωρά στου ξεριζωμού το μαύρο ποίμα.

 

 

πόρνες που σβήνουν

Θολό το φεγγαρόφωτο στολίζει την πόλη
νύμφες τη νύχτα ξεπροβάλλουν.
Χαλάρωσε τα μαλλιά της στο παραθυρόφυλλο
άπλωσε μαύρο καταρράκτη αρώματος,
φίλησε το φως της σελήνης,
άγγιξε με την άκρη των δακτύλων
τη δροσιά του ανέμου.

Αλυσίδες τις αμαρτίες που αρνήθηκε βαραίνουν
σε έναν ποταμό την αθωότητά της αποδεικνύει,
μάγισσα της πόλης που τόσο καιρό
τα όνειρα αρνήθηκε ν’ ανθίσει.

Πόσο δύσκολο να βρει πού οδηγεί ο καιρός…
Ποιος άραγε γνωρίζει πού πηγαίνει ο δρόμος…
Σε αδιέξοδο στριμώχνει ο χρόνος,
δακρύζουν οι δείκτες σα γερνούν,
τις ρυτίδες αγγίζουν περασμένης νιότης
αγκάλη αναζητούν με θέρμη
αναστενάζουν τα κύτταρα στο γύρισμα του χρόνου.

Ρημαγμένες σελίδες
σχισμένης ζωής,
αποκομμένη ευτυχία
τσαλακωμένου ονείρου
ανεξίτηλα χρώματα που τη χαράζουν
λέξεις που σβήνουν…

 

 

γελωτοποιοί και στρατιώτες

Γελωτοποιοί σε εγκαταλειμμένο στρατόπεδο
στερεωμένο σε αγκάθια και φωτιά
αναζητούν τρόπο την τραγωδία να γλιτώσουν,
καθώς ο θίασος ακόμα μία φορά αναχωρεί
με μουσικές και χορούς πάνω σε κηλίδες αίματος
πριν ξεσπάσει η μάχη.

Μα ένας στρατιώτης στις πρώτες γραμμές
μέσα από καπνούς και φλόγες
σε τρικυμία θάλασσας νεκρών φωνάζει
«αυτός ο πόλεμος είναι δικός μας,
δε χαρίζουμε τα κύματα ετούτα σε καπετάνιους
που πολεμούν με άγκυρα βυθισμένη».

 

 

2013 μ.Χ.

Ρακένδυτες εφημερίδες σε παγκάκια
στης αύρας το πέταγμα τ’ αστέρια πεινασμένα
στης νύχτας το πέπλο χλωμά φεγγοβολούν.

Θολοί στίχοι σε εικόνες μουντές,
θύρα κλειστή τα γράμματα παλεύουν να χαλάσουν
σε θαλπωρή όμορφων εικόνων να χωθούν,
μελωδίες να βάψουν με χρώματα ξενοιασιάς.

Ποιήματα όχι αντικλείδια,
λέξεις αντί κλειδαριών,
στο κλάμα του μωρού
το μπαλκόνι σα κοιτά
χάθηκε η μαγεία της ποίησης.

Βιβλία βρεγμένα στη μπουγάδα της ποίησης,
σελίδες σκισμένες στατιστικών ελέγχου
θανάτων και πείνας, πόνου κι αγωνίας,
στίχοι σε ζωγραφιά πολέμου με θύμα την αθωότητα.

Ποιος μιλά για όλα αυτά;

 

 

αποκαλυπτική εκδίκηση

Χλομός κοιτάζει μπροστά
μια αντανάκλαση στην πλαστική ασπίδα
κόκκινο το μέτωπο βαμμένο
θολή η εικόνα
δυνατή η κραυγή
βαθιά η πληγή
άφθονο ξερνά το αίμα.

Σφάγιο σε ένα βωμό,
τέρψη σε θεούς κανιβάλων,
γραμμές που ξεθωριάζουν
τα όρια της επιλογής
στο διαλυτικό της εξαθλίωσης,
σύνορα που προσπερνάμε
με τέλος το γέλιο και την ελπίδα.

Στύβοντας τις λέξεις
βγαίνουν συναισθήματα,
ήχοι που κροταλίζουν σκέψεις,
κύμβαλα που θρυμματίζουν
τη σιωπή των νεκρών,
χρώματα θαμπά στα χνώτα
των χαμένων θολώνουν το χώρο.

Ήρθε όμως η Ώρα.

Μαχαίρι κοφτερό η οργή,
ρομφαία η αγανάκτηση,
σχίζει το κρέας της τυραννίας
ρέει αίμα από τη μάσκα των υποκριτών.

 

 

κοινωνία στο αμόνι

Στο αμόνι ο σιδηρουργός
το ξίφος σφυροκοπά,
φόρους με λύσσα πελεκά
όργανο σφαγής οργώνει
στα χάραγμα της μέρας.

Στις χοάνες στο καυτό μέταλλο
δίνει ζωή, ζωή να πάρουν
οι μαχητές στις οθόνες,
που τον πόλεμο κατευθύνουν
στην ασφάλεια του Αιγάλεω
ωσάν κατακτητές ψυχών,
σ’ εξανδραποδισμένες συνειδήσεις
εντολές σφαγής να δώσουν,
σαν οι Αθάνατοι κινδυνεύσουν.

Θριαμβολογίες θα εκφωνηθούν,
πάνω σ’ αίμα άλλων
θα παιανίζουν οι σωτήρες,
και ο σιδεράς στο αμόνι
θα σφυροκοπά με μένος
στο ξίφος να δώσει πνοή,
το αίμα να πάρει πίσω…

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

 

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Στην εκδήλωση για τον ποιητή Δήμο Χλωπτσιούδη στην
Πρωτοπορία, Τετάρτη 13 Απριλίου 2016

Πάντα ήθελα να αλλάξω τους κανόνες.
Να απελευθερώσω τα άλογα
από τους πύργους
που τους προστατεύουν
και να τρέχουν ελεύθερα στο μαυρόασπρο τερέν
και οι αξιωματικοί
να κινούνται κυκλικά
γύρω από την τάφρο.
Θα ήθελα όμως κυρίως οι παίκτες
να σταματήσουν
να θυσιάζουν πιόνια
για να νικήσει ο βασιλιάς.

Ας σκεφτούμε μια φορά
τα πρώτα πιόνια που διπλά τρέχουν
προς τη θυσία.

Καλησπέρα. Σας διάβασα το ποίημα «Αλλαγή κανόνων» από τη συλλογή «Ακατάλληλο», 2016 του Δήμου Χλωπτσιούδη από τις Εκδόσεις Μανδραγόρας. Κατά κανόνα, οι κριτικοί της λογοτεχνίας δεν είναι ή δεν υπήρξαν καλοί ποιητές. Με χαρά διαπίστωσα ότι ο Δήμος αποτελεί μία από τις σπάνιες εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό.

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης γεννήθηκε το 1973 και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι φιλόλογος και συγγραφέας. Γράφει δοκίμια και κριτικές ποίησης, παρακολουθώντας τις νέες τάσεις στην τέχνη. Κριτικές και άρθρα του
φιλοξενούνται τακτικά στον διαδικτυακό τύπο και στην Κυριακάτικη Αυγή.
Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία του με πολιτικά και κοινωνικά δοκίμια και δύο ποιητικές συλλογές του. Έχει πάρει μέρος σε πολλές λογοτεχνικές δράσεις.

Ας διαβάσουμε λοιπόν ένα ακόμη ποίημά του από την ίδια συλλογή.

ποίηση ναυαγός

Πρόσφυγες λέξεις
ναυαγούν
σε πελαγίσιες σελίδες
με κουφάρια ποιητικών σχημάτων
φυλακισμένες σε χάρτινα
κέντρα υποδοχής
αποζητούν ελπίδα
εξόδου
προς τον ανθρώπινο πόνο.

Τόσα πτώματα δακρύων
λερώνουν το χαρτί
κι εμείς ακόμα αναζητούμε
έμπνευση.

Ο Δήμος συνεχίζει τη μακρά πλέον παράδοση της Θεσσαλονίκης στον χώρο της «κοινωνικής ποίησης» ή «ποίησης της κοινωνικής αγωνίας». Μετά την περίφημη τριάδα των Αναγνωστάκη-Κύρου-Θασίτη της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, τους Ευαγγέλου, Μάρκογλου, Μέσκο κι εμένα της γενιάς του “60, τον Καρατζόγλου και άλλους της γενιάς του “70. Μου θυμίζει τον εαυτό μου στην ίδια ηλικία, σε ηπιότερη εκδοχή.

Ποτέ βέβαια ένας κοινωνικός ποιητής δεν είναι αμιγώς κοινωνικός. Γιατί η έννοια του κοινωνικού προβληματισμού εμπεριέχει το υπαρξιακό αλλά και το ερωτικό στοιχείο. Εμπεριέχει ακόμη, όπως ακούσαμε στο προηγούμενο ποίημα, και τον προβληματισμό για τη δημιουργική διαδικασία.

Δαίδαλος

Παλαιοντολόγοι ανακάλυψαν
στη έρημο ίχνη
απολιθωμένων ονείρων
απόδειξη πως κάποτε
οι άνθρωποι ονειρεύονταν.

Φτερά ετοιμάζω
για ταξίδια μακρινά
ήρωας άχρωμος
ακρωτηριασμένος
σε θέατρο σκιών.

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης αποφεύγει τις λεξιλογικές ασκήσεις, τα σκοτεινά διανοήματα και τις ομιχλώδεις διατυπώσεις που τόσο συχνά εμφανίζονται στη σύγχρονη ποίηση. Ο λόγος του είναι ρυθμικός και τα ποιήματά του είναι εμπνευσμένα, απλά, λιτά και εύστοχα.

Η μοναξιά του σταθμάρχη

Ρημάζει ο σταθμός
με συντροφιά σκουριά
σε σιδερένιους δρόμους
κάτω από χόρτα
θαμμένους.

Σιωπηλά τα τρένα
δίχως γραμμές
βγαλμένα από τις στάχτες
ονειρεύονται ταξίδια
σε ράγες.

Κι ο σταθμάρχης
έρημος
φύλακας της ιστορίας
θυμάται μύθους
στοιχειωμένους
στην κάπνα.

Μου αρέσει η διπλή ή και τριπλή ιδιότητα του Δήμου Χλωπτσιούδη. Μου αρέσει η ποίηση του και την έχω ήδη ανθολογήσει στις θεματικές ανθολογίες που διατηρώ από το 2008 στο ιστολόγιο «Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται». Μου αρέσει ιδιαίτερα η ευθύτητα και η ευκρίνειά της και εύχομαι στο μέλλον να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στη ποίηση από εκείνη στις μελέτες και τη κριτική. Ευχαριστώ.

 

 

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗΣ

«Fractal», Δεκέμβριος 2016

Οι ματαιωμένες επιθυμίες ως πηγή δύναμης και ανάκαμψης

Ουσιώδη θα χαρακτήριζα τη συλλογή του Δήμου Χλώπτσιούδη από την πρώτη κιόλας ματιά. Ο ποιητής δεν ρεμβάζει, ούτε μας περιγράφει με αδολέσχια εικόνες και καταστάσεις, μα λειτουργεί ενεργά φέρνοντάς μας διαρκώς αντιμέτωπους με τις αντιφάσεις της ζωής. Θα μπορούσε σαφώς να γραφτεί ένα πολυσέλιδο δοκίμιο με βάση αυτά που αναφέρονται, αλλά δεν είναι αυτός ούτε σκοπός μου, ούτε ο σκοπός του ποιητή, μια και η τέχνη του λειτουργεί με άλλο τρόπο.

Το ότι έχει γράψει πολιτικά και κοινωνικά δοκίμια σαφώς επηρεάζει και την ποιητική του στάση, τόσο ως προς το περιεχόμενο, αλλά και διεγείροντας την ευαισθησία του και πολλές φορές οδηγώντας σε «συναισθηματικά πορίσματα», που έχουν λογικά ερείσματα:

«Ο φανατισμός
δεν σέβεται την Άνθρωπο,
την τέχνη θα σεβαστεί;»

(«Φονταμενταλισμός»/ σ.37)

μας λέει με ρητορική ερώτηση.

Το προσφυγικό θίγεται στα ποιήματά του («Μαρμάρινος πρόσφυγας», σ.32, «Μάνα από τη Συρία», σ.20), αλλού μιλά για την έλλειψη αλληλεγγύης («Αλληλεγγύη», σ.28), ενώ συνάμα μας λέει με ειρωνεία «Διαφημίσεις αντικολλητικές/ τηγανίζουν/ γκουρμέ αυταπάτες» («Λαθραίο παγκάκι», σ.36).

Μα κυρίως θα χαρακτήριζα τα ποιήματά του ως προβληματισμούς μιας αναστραμμένης πραγματικότητας, μια και η ήττα μετασχηματίζεται σε νίκη (π.χ. «Ακατάλληλο», σ.9, «Ξερολιθιά», σ.18, «Δαίδαλος», σ.19), η φαντασία επιβάλλεται στο υπαρκτό (π.χ. «Αλλαγή κανόνων», σ.20) και φτάνουμε να «στηριζόμαστε» στα ελαττώματα και στις ελλείψεις, ή αλλού απλώς να ζητούμε καταφύγιο («Φανάρια στο σκοτάδι», σ.12). Μου θυμίζει λίγο, νοηματικά και μόνο, την Ευλογία της έλλειψης της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ, αλλά εδώ με έναν πιο δραστικό και ενεργητικό τρόπο, καθώς το υποκείμενο δεν είναι παθητικό, αλλά εκκινεί μια μεταστροφή και δρα με κατεύθυνση τη λύτρωση.

Η ποίησή του είναι λυρική, με μια υποβόσκουσα θλίψη, αλλά ενέχει το σπέρμα του δυνατού ανθρώπου, που μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα, τουλάχιστον ψυχολογικά (π.χ. «Δαίδαλος», σ.19), μέσα από την οπτική της τέχνης του και όχι μόνο. Έτσι δεν συναισθάνεται το «βάρος» της έλλειψης και της ματαίωσης.

Ας δώσουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στο «ακατάλληλο» (σ.9) η ανεκπλήρωτη ερωτική επιθυμία και η απογοήτευση μεταλλάσσεται σε αποθηκευμένη «περιουσία», και έτσι φτάνουμε στην αντιστροφή, κάτι κακό γίνεται καλό. Καλό όμως γιατί; Μάλλον υπονοεί την ποιητική τέχνη και την έμπνευση ή την ενδυνάμωση του χαρακτήρα. Ας μην ξεχνάμε την φράση του Νίτσε «Ό,τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό». Στο τέλος το υποκείμενο μοιάζει ευτυχισμένο γιατί αποδέχεται την κατάστασή του και ίσως την εκμεταλλεύεται.

Τα ελαττώματα και τα πάθη ενανθρωπίζονται, καθώς τα αντικρίζουμε μέσα από τις πληγές και τις αιτίες τους, χωρίς να είμαστε ψυχροί απόμακροι κριτές (π.χ. «Τροτέζα» σ.40).

Εξίσου σημαντικές είναι οι επενέργειες της φαντασίας, της θυμίσεις και των ονείρων, που διαποτίζουν όλη τη συλλογή, όσον αφορά την αντοχή μας στις καταστάσεις και στον ψυχολογικό μας μετασχηματισμό (π.χ. «Η μοναξιά του σταθμάρχη», σ.24).

Μα το αντίπαλο δέος είναι η διαρκής ολίσθηση στη φθορά που επιφέρει η σκληρή πραγματικότητα και οι ματαιώσεις, που αντιπαρατίθενται με τις επιθυμίες μας και την παιδικότητα που έχουμε μέσα μας (π.χ.»Πραγματιστής», σ.30).

Αυτό τελείται σε μια κοινωνία που τα όνειρα «κόβονται και ράβονται» από τους ηθικόφρονες ιεροεξεταστές, που μας απομακρύνουν από την ευτυχία της ελευθερίας («Προκρούστης», σ.38), η αυταπάτη πνίγεται από την καταστολή («Μνήμη Κατερίνας Γώγου»), τα όνειρα νικιούνται («Άγιο Αιγαίο», σ.15), η διασκέδαση χωλαίνει («Καθαρά Δευτέρα», σ.14), οι πόρνες μοιάζουν καταφύγιο («Φανάρια στο σκοτάδι», σ.12), μα η φαντασία αλλάζει τους κανόνες («Αλλαγή κανόνων», σ.10) και οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες -όπως και προαναφέρθηκε- γίνονται ο θησαυρός μας («Ακατάλληλο», σ.9).

Σε μεγάλο βαθμό τα ποιήματα αυτά στηρίζονται σε αντιθετικά και ανταγωνιστικά δίπολα -κάτι που χρησιμοποιείται συχνά στις μυθιστορηματικές πλοκές- και στην καταπίεση της επιθυμίας.

Ιαματικός περιγράφεται ο έρωτας («Θερινά παιχνίδια», σ.42), που μαζί με το όνειρο και την ποίηση μας λυτρώνει, ενώ ευφραντικό ταξίδι, με κάποιες επιρροές από τον Οδυσσέα Ελύτη, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το «Προσκύνημα στ” Αγιονήσι» (σ.43), που μπορεί αρχικά να μοιάζει παράταιρο με το γενικότερο ύφος της συλλογής, αλλά νομίζω ότι τελικά περιγράφει γλαφυρά αυτήν την ίαση και τη ανάκαμψη, που εμποτίζει το βιβλίο, οπότε έχει συνάφεια με αυτή.

Σε μια άλλη «νησίδα» βλέπουμε την αλληγορική ερμήνευση των μύθων, με βάση τη δική του οπτική, λυρική θα έλεγα, καθώς μας απομυθοποιεί το έπος, με «όπλο» τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι μια πρωτότυπη αποδόμηση των Ομηρικών μύθων. Θα έλεγα ότι επιδιώκει τη δικαίωση της άποψής του εκ του αποτελέσματος. Την «Ελένη» του Σεφέρη μας θυμίζει το «αλληγορικό- Ελένη» (σ.25).

Έτσι το κλέος του Αχιλλέα χωλαίνει (σ.26) και η Κασσάνδρα (σ.27) δικαιώνεται από τα αποτρόπαια επακόλουθα. Εδώ θίγεται η ακαταλληλότητα σε μυθικό επίπεδο και αυτό είναι η γέφυρα με την υπόλοιπη συλλογή.

Όσον αφορά τη γλώσσα του, είναι εύληπτη, δεν καταφεύγει σε περίτεχνα λογοτεχνικά σχήματα, η «περιπέτεια του νου» προσανατολίζεται στο συναισθηματικό και νοησιαρχικό επίπεδο, κυνηγώντας έτσι την ουσία και όχι τη μορφή.

Κλείνοντας θα ήθελα να πω ότι η κοινωνική ευαισθησία παντρεύεται με τη λυρική αυτοαναφορά σε μια εύληπτη και βαθυστόχαστη συλλογή.

 

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

(Μανδραγόρας, Μάιος 2016)

Όνειρο ακατάλληλο για ενήλικο, όνειρα από τα οποία χτίζει κανείς ξερολιθιά, απολιθωμένα όνειρα που αφήνουν τα ίχνη τους στην έρημο, το όνειρο της Κασσάνδρας, όνειρα πυρπολημένα σε μια διαδήλωση, όνειρα σταυρωμένα από βροχή καρφιών, όνειρα μακρινά σαν τρένα, όνειρα γυμνά, όνειρα πνιγμένα, όνειρα στην αποβάθρα. Όλα αυτά τα όνειρα τα συναντάς μέσα στην νέα ποιητική συλλογή του Δήμου Χλωπτσιούδη που φέρει τον τίτλο ” ακατάλληλο‘‘ και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Ο ποιητής ‘‘σε μάθημα δημιουργικής σιωπής /μ’ ένα γιασεμί στο χέρι’‘ περιμένει την ετυμηγορία για τη ζωή και την τύχη των ονείρων του. Ανοιχτοί λογαριασμοί με τα όνειρα λοιπόν. Μια και είναι γκρίζα όνειρα αυτά ή πληγωμένα ή κουβαλούν μια νοσηρότητα. Ανοιχτοί λογαριασμοί με την απώλεια αυτών, την υφή τους, την ρωγμή τους, αλλά και την παρουσία τους. Με ποιήματα ισορροπημένα, σφιχτοδεμένα, που χαρίζουν μια αίσθηση ολότητας και πληρότητας, ψαχουλεύει και διερευνά το κοινωνικό γίγνεσθαι, κρατώντας σωστές αποστάσεις από το περιττό μελόδραμα. Συνδιαλέγεται με θάρρος με την εποχή του και τα φαινόμενα που τη συνοδεύουν.

Παλμογράφος του καιρού του ο Χλωπτσιούδης, έχει τον τρόπο να φιλτράρει καίρια τα ποικιλότροπα ερεθίσματα και να ” σχολιάζει ποιητικά ”,πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις, όλα σύγχρονα και αναγνωρίσιμα. Το υλικό του είναι υλικό που κυκλοφορεί ανάμεσά μας, μας αφορά ,μας αγγίζει. Ο τρόπος διαχείρισης του υλικού αυτού παραπέμπει σε μια ποιητική που ”λειτουργεί ”- αν μη τί άλλο στις συνειδήσεις μας και ερεθίζει τη σκέψη μας. Φαίνεται πως έχει βρει τη φωνή του και αφήνει τα ίχνη μιας ευαισθησίας με κοινωνικοπολιτική χροιά και διάσταση. Εκφράζει τον πόνο ,την οργή, τη θλίψη ,τον έρωτα, την αγωνία του μέσα από τα ολιγόστιχα αυτά ποιήματα. Προσδοκά μια Άνοιξη και μια Ανατροπή! Κοιτά τον Άνθρωπο και τη Ζωή που αυτός δημιουργεί. Πιστεύει βαθιά στον Άνθρωπο σε μια κοινωνία που όλα αλλάζουν
και αποδομούνται.
”Πρώτα δολοφονείται η ανθρωπιά” (Λβ964),επισημαίνει,Μέσα από συνειρμούς και με εργαλείο τον σουρρελισμό και τον σαρκασμό πολλές φορές, αντιστέκεται σε έναν επιβεβλημένο παλαιόθεν κομφορμισμό ,αναδεικνύοντας την αξία του να στοχάζεσαι ελεύθερα για τα πράγματα ,καθώς και την αξία της ανατροπής.”
Γράφει:

[…]

Θά ‘ θελα όμως κυρίως οι παίκτες
να σταματήσουν
να θυσιάζουν πιόνια
για να νικήσει ο βασιλιάς.
(αλλαγή κανόνων)

Όχι δεν είναι καθόλου ακατάλληλο να εκφράζεσαι όπως επιθυμείς. Aντίθετα, επιβάλλεται σε τέτοιους καιρούς. Είναι ο μόνος τρόπος να επιβιώνει κανείς, αλλά και να διασώζει μέσα του ό,τι αξίζει να διασωθεί.

Πρόσφυγας ανήλικος
δίχως αδιάβροχο
η δικαιοσύνη
(υγρός τάφος)

**

Μέσα στο γκρίζο τοπίο του βιβλίου, μπαινοβγαίνουν πρόσφυγες με τις ναυαγισμένες στο ” άγιο Αιγαίο” ελπίδες, πρωταγωνιστές σε ένα θέατρο σκιών με το πολυσυζητημένο τους δράμα, η μάνα από τη Συρία που κουβαλά το δικό της πρόσημο και ιστορία οι πόρνες στα βρόμικα μπορντέλα,η άλλη τροτέζα, ο μοναχικός σταθμάρχης, ένας πραγματιστής. Κάθε πρόσωπο και μια πικρή ιστορία. Πόνος φανερός και αφανέρωτος. Πόνος ηχηρός και βουβός. Και συ αναρωτιέσαι ,ποιός ο ρόλος της Τέχνης σε δύσκολους καιρούς. Τί νέο μπορεί να κομίσει; Σώζει εν τέλει; Aλλά πάλι, άλλος είναι ο ρόλος της. Ο ποιητής μας δεν καταγράφει απλά και μόνο μια πραγματικότητα. Την αναπλάθει με τρόπο που εισάγει τον αναγνώστη σε ” σκληρά σκηνικά” .Αναπόφευκτα τον κεντρίζει ,τον αφυπνίζει, και παράλληλα διαμαρτύρεται για την ”σκοτεινιά ” που μας περιβάλλει. Δεν έχουν οι ποιητές άλλο από τις λέξεις. Πάρε την λέξη του ποιητή. Δώσε μια σκέψη, τουλάχιστον.

**

O φανατισμός
δεν σέβεται τον Άνθρωπο,
την Τέχνη θα σεβαστεί;

 

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

(vakxikon, τεύχ. 34, Ιούνιος 2016)

Σε κασελάκι ξύλινο / κλείδωσα
όνειρα παιδικά / πλούσιος σαν ήμουν.

Το ακατάλληλο εισχωρεί με την ίδια ευκολία που εισχωρεί και το κατάλληλο στις λέξεις του πρώτου ομότιτλου ποιήματος. Η διττή διάσταση κόσμου και χρόνου παρατάσσεται πλάι στο διττό επίπεδο του “εγώ” κι “αυτοί”.
Ακατάλληλο / μου έλεγαν / όταν ήμουν παιδί
[…]
Ακατάλληλο μου λεν / τ’ όνειρο για ενήλικο / και κρυμμένος /
πίσω από σάρκες / ονειροπολώ

49 φωνές του ενός στόματος αντηχούν στην ποιητική συλλογή “Ακατάλληλο” των εκδόσεων Μανδραγόρας. 49 ποιήματα του προσώπου που ταλανίζεται σ’ αλλεπάλληλα στρώματα νίκης και ήττας του ανθρώπου μέσα στα στενά πλαίσια της κοινωνίας. Η εποχή της συλλογής είναι εποχή σύγχρονη και ο άνθρωπος της, ο σύγχρονος άνθρωπος που αδυνατεί να σηκωθεί στα δυο πόδια. Μπουσουλάει ακατάπαυστα ψάχνοντας ισορροπία ανάμεσα στο δίκαιο και μη, της κάθε μέρας, της κάθε εποχής, της κάθε πράξης. Τα όνειρα προσδίδουν την ύλη και την αξία του ανθρώπινου στοιχείου. Ο ακρωτηριασμός επιτελείται σταδιακά έως ότου το άτομο καταλήξει σκιά του τότε εαυτού του.

Παλαιοντολόγοι ανακάλυψαν / στην έρημο ίχνη / απολιθωμένων ονείρων / απόδειξη πως κάποτε / οι άνθρωποι ονειρεύονταν

Με ύφος σύμμεικτο, αλλού με ευαίσθητες χορδές κι αλλού με εικόνες σκληρών συνειρμών, με αλληγορίες προσφιλείς προς διευκρίνιση αμφίσημων εννοιών, ο ποιητής απογυμνώνει τα επίπλαστα και καταδεικνύει την αρρώστια του σύγχρονου ανθρώπου. Το “φαίνεσθαι” δηλώνει και παρόν και αξίωση.

Φαντάσματα τρομάζουν / την Κασσάνδρα / μα συμφορά /
κανείς δεν την πιστεύει. /Και μετά όλοι γίνονται / σωτήρες / και μοιρολογούν

Η πραγματικότητα καταγράφεται και το αυτονόητο του πραγματιστή εκλαμπρύνεται στον αυτοσκοπό της όποιας διεφθαρμένης σκέψης. Το κέρδος έχει παραγκωνίσει επικίνδυνα το πρόσωπο της δικαιοσύνης και ο πραγματιστής αυτοεπιβεβαιώνεται μόνο κατά βούληση.

Σκότωσα το παιδί / που μέσα μου έκρυβα / τα όνειρα πυρπόλησα
/ σε μία διαδήλωση. / τώρα πια / ελεύθερος μπορώ / να μιλώ για θυσίες / άλλων / και να επαινώ / το κέρδος

Με τις λέξεις “όνειρα” και “πρόσφυγας” να συνυπάρχουν πολλάκις στα ποιήματα του, ο Δήμος Χλωπτσιούδης τόσο με δηκτική διάθεση, όσο και κριτική τοποθέτηση στέκεται ακίνητος φάρος, στέκεται, ως αντιληπτικό όργανο κατά τον Vimél Flusser, και διηγείται τα ανεκδιήγητα των υγρών τάφων.

Βροχή καρφιά / σταυρώνουν όνειρα / θόρυβος πνίγει λαμαρίνες /
σε τρύπιο φουσκωτό.
Πρόφυγας ανήλικος / δίχως αδιάβροχο / η δικαιοσύνη

Αναμφισβήτητα η συλλογή αυτήν δεν αφορά στο προσωπικό ακατάλληλο του ποιητικού υποκειμένου αλλά το ακατάλληλο του κάθε αναγνώστη που απευκταία μεγαλώνοντας
-όχι κατ’ ανάγκη και ωριμάζοντας- εξώθησε τα όνειρα σε μια θέση παρατηρητή τόσο μακρινή και απλησίαστη που πια δεν του ανήκουν.

Όνειρα πνιγμένα / στη νικοτίνη /
παρατηρούν άοκνα βαγόνια / με θόρυβο να αναχωρούν

Η ύλη του παρελθόντος εξάλλου είναι πάντα η ίδια ύλη που θα κουβαλά ο άνθρωπος στο ταξίδι του προς το μέλλον και ο θόρυβος εσαεί θα του τρυπά τ’ αυτιά σαν ξεχασμένοι πόθοι ανεκπλήρωτοι στοιβαγμένοι με συνδετικό κρίκο της ελπίδας το βάρος. Εύλογο επομένως το ερώτημα τρυπάει και τα δικά μας αυτιά:

Πόσα πρόσωπα κρύβονται / σ’ έναν πρόσφυγα;

 

 

ΘΑΝΟΣ ΓΩΓΟΣ

(Θράκα, Ιούνιος 2016)

Ο πρώτος στίχος της συλλογής του Δήμου Χλωπτσιούδη «ακατάλληλο» είναι και ο τίτλος της συλλογής του. Ένας επιτυχημένος τίτλος καθώς και η αισθητική όλου του βιβλίου δε φεύγει μακριά. Κεντρικό ρόλο στα ποιήματα κατέχει η εποχή μας, το τώρα. Τα ποιήματα γράφονται έχοντας ως βάση την κοινωνική-οικονομική αλλά και προσωπικά συναισθηματική κρίση που βιώνουμε. Εκεί ο ποιητής πολλές φορές αποδέχεται την ήττα και κάποιες φορές εκφράζει επιθυμίες, σχέδια, ενάντια σε αυτή την αποδοχή. Αυτές οι επιθυμίες ωστόσο μοιάζουν και στον ίδιο τον ποιητή ουτοπικές μοιάζει ο ίδιος σα να αποσύρεται για λίγο στο φαντασιακό, στο ίσως πιο ανθρώπινο που μπορεί να συντηρήσει ένα όνειρο περισσότερο. Η κυνική διάθεση σύντομα όμως επιστρέφει, πολλές φορές ακόμα και στο ίδιο το ποίημα.

Η τεχνική της γραφής είναι άρτια και τα ποιήματα μικρά σε μέγεθος και καλά δουλεμένα.

Και επανέρχομαι στο ακατάλληλο. Ο Χλωπτσιούδης εκφράζει τη συναισθηματική κατάσταση, τη πολιτική μοναξιά πολλών αριστερών σήμερα. Εκεί όπου οι ιδέες υπάρχουν, τα όνειρα, μα η εφαρμογή τους φαντάζει ακατάλληλη με την εποχή, με τις συνθήκες του σήμερα. Η λογική απομακρύνει και λυγίζει την αισιοδοξία. Το ακατάλληλο παρόλα αυτά το εκφράζει με πολύ λεπτό τρόπο, χωρίς εκκωφαντικές καταγγελίες ή συναισθηματικές υστερίες, αλλά με την αποτύπωση της αισθητικής του σήμερα και το έδαφος που αυτό δίνει για τις ζωές των ανθρώπων.
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου

 

 

ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ

(TVXS.gr, Απρίλιος 2016)

Ποίηση ακατάλληλη σε μια εποχή ακατάλληλη για ποίηση. Ποίηση ακατάλληλη για όσους δεν προσπαθούν να ποιήσουν ένα βίο αξιότερο από την επιβίωση και να επιδιώξουν μιαν ουτοπία απύθμενης ελευθερίας σε ένα κόσμο στρωμένο με σύνορα και ναρκοθετημένες εκτάσεις γης.

Η ποίηση του Δήμου Χλωπτσιούδη είναι ακατάλληλη αφού αφυπνίζει μιαν Ελλάδα που ζει μακάρια στο επερχόμενο συμβάν του ολοκληρωτισμού που μας φτάνει γοργά από τις κραταιές μετανεωτερικές αυτοκρατορίες της Δύσης.

«Άνθρωποι / απρόθυμοι διαπραγματευτές/ κρύβουν τη δειλία/ σ’ έχθρητα/ φθονούν των μυρμηγκιών/ το δικαίωμα να παλεύουν». (Αλληλεγγύη)

Και κάπου εδώ ο άνθρωπος, ο σημερινός άνθρωπος ως ένας πράγματι απρόθυμος διαπραγματευτής που κατέχει το πρόσταγμα της ποινής του Κρέοντα. Μιας ποινής που λειτουργεί ως δαμόκλειος σπάθη απέναντι σε όσους δεν σέβονται τις δυτικόστροφες ιδέες της καθαρότητας.
«Πρόσφυγας δεμένος/ με φιρμάνι δουλεμπορικό/ άφωνα θρηνωδεί/ τη γη π’ αφήνει». (Μαρμάρινος πρόσφυγας)

Ο πρόσφυγας γίνεται άπολις και ποτέ υψίπολις. Δεν διανοείται να ζητήσει μερίδιο στην Πόλη και στη λειτουργία αυτής. Και αν το διανοηθεί τότε: «Βροχή καρφιά/ σταυρώνουν όνειρα/ θόρυβος πνίγει λαμαρίνες/ σε τρύπιο φουσκωτό./ Πρόσφυγας ανήλικος/ δίχως αδιάβροχο/ η δικαιοσύνη». (Υγρός τάφος)

Η ποίηση του Χλωπτσιούδη είναι μια ποίηση βαθιά πολιτική. Μια ποίηση έναυσμα για πολιτική σκέψη που καλεί σε ανασύσταση του κόσμου. Μας καλεί να απεκδυθούμε το μανδύα ενός πολιτικού καθωσπρεπισμού και να κατέβουμε στο παζάρι των ευχών με ένα όνειρο ενήλικο: «στο παζάρι των ευχών/ ένα όνειρο ενήλικο/ με κατηγορίες απόπειρας/ χρωματισμού/ με μολότοφ ουράνιου τόξου». (τρομοκράτης χρωμάτων)

Δεν είναι η ποίηση της επανάστασης. Είναι η ποίηση της οποίας οι στίχοι επαναστατούν. Είναι οι στίχοι που ορθώνουν ανάστημα (όσο της έχει απομείνει, πια, της λεκτικής αυτής τέχνης) απέναντι σε μια καθεστηκυία τάξη της βιοεξουσίας και του σκληρού πειθαναγκασμού. Σελίδες που «καίνε» τα χέρια του αναγνώστη διότι τον φέρνουν αντιμέτωπο με την ίδια την πραγματικότητα.

Ο ποιητής Χλωπτσιούδης δεν ωραιοποιεί την πραγματικότητα, δεν πλάθει την αλήθεια που βλέπει γιατί διαφορετικά θα κατέληγε σε ένα στείρο βερμπαλισμό. Με περίτεχνο τρόπο και υψηλή ποιητική δημιουργικότητα σαγηνεύει τον αναγνώστη και καταφέρνει να του περάσει τις εικόνες μιας αναγκαίας- και γιατί όχι- επερχόμενης αντίδρασης απέναντι σε μιαν τυραννική πραγματικότητα: «Αποστατεί ο Άνθρωπος/ από την τέχνη/ και το παρελθόν/ παρελαύνει μπρος/ από ακέφαλο μίσος/ καμμένης κληρονομιάς./ Ο φανατισμός /δεν σέβεται τον άνθρωπο,/ την τέχνη θα σεβαστεί;» (Φονταμενταλισμός)

Ανάμεσα στα σπαράγματα της κοινωνίας ορθώνεται ο ποιητής με κριτική ματιά έχοντας, όμως, στην ψυχή τα λαθραία όνειρα μιας μελλοντικής ύπαρξης όπου ο βίος θα μεταλαμπαδεύει τα μηνύματα μιας πανανθρώπινης ανάγκης για αποδοχή και συνύπαρξη: «Φεγγάρι κόσμημα/ στον λαιμό του ουρανού/ δακρύζει μαργαριτάρια/ και τα άστρα/ βεγγαλικά στου έρωτα/ την άμπωτη.»

Αυτά τα κλεμμένα όνειρα μας δίνει ο Χλωπτσιούδης μέσα στην ποίηση του. Μέσα στην «ακατάλληλη» για τις ρυπαρές εποχές μας ποίηση του εξακολουθεί να ονειρεύεται σαν γνήσιος συνεχιστής μιας γενιάς που επαναστατεί με λέξεις που βάζουν φωτιά σε οδοφράγματα και συνειδήσεις: «Ένας μονόφθαλμος/ ψάχνει κλεμμένα όνειρα/ σε νόθο κρεβάτι/ με στρωσίδια εφημερίδα/χαμένης αξιοπρέπειας χαλί. (Λαθραίο παγκάκι)».

Η ποίηση του Χλωπτσιούδη είναι λοιπόν ακατάλληλη. Είναι ακατάλληλη γιατί αφυπνίζει όλους εμάς βγάζοντας μας από τη μακαριότητα μας. Μια ποίηση ακατάλληλη σε μια εποχή κατάλληλη για βιοεξουσία…

 

 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

(fractalart, Ιούνιος 2016)

Πριν από λίγο καιρό, είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε το βιβλίο του Δήμου Χλωπτσιούδη «Ακατάλληλο», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μανδραγόρας». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που από τον τίτλο της γίνεται ήδη ελκυστική. Το ακατάλληλο είναι αυτό, που δεν πρέπει να δούμε. Είναι το απαγορευμένο και επειδή, δεν μας επιτρέπεται να το δούμε είναι αυτό, που έχουμε διακαή πόθο να εξερευνήσουμε. Επειδή, ακριβώς είναι απαγορευμένο, σκεπάζεται από ένα πέπλο μυστηρίου, που ανυπομονούμε να σηκώσουμε και να μάθουμε τι κρύβεται από κάτω. Δεν λογαριάζουμε κινδύνους, ούτε αν αυτό, που θα δούμε ικανοποιεί την περιέργειά μας. Βέβαια η ποιητική συλλογή του Δήμου Χλωπτσιούδη είναι ένα βιβλίο, που μπορούμε σήμερα να διαβάσουμε, όμως υπάρχουν μέσα ορισμένα ποιήματα, που σε άλλες εποχές θα ήταν απαγορευμένα.

Τι θεωρείται, όμως, ακατάλληλο στη σημερινή εποχή; Στην σύγχρονη κοινωνία της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο, θεωρείται ακατάλληλο το να κάνεις όνειρα. Όνειρα για μια καλύτερη ζωή. Όνειρα, που γκρεμίζονται σαν χάρτινος πύργος. Όνειρα, που κλειδώνονται «σε κασελάκι ξύλινο» γιατί για τον ενήλικο τα όνειρα είναι ακατάλληλα.

Όμως, ακόμα κι αν τα όνειρα είναι ακατάλληλα, ο ποιητής αντιστέκεται και δεν σταματά να ονειρεύεται. Τα όνειρα είναι καταφύγιο και τρόπος αντίστασης: «Ξερολιθιά / έχτισα απ’ όνειρα / προστασία / απ’ τη διάβρωση / της ήττας.»

Οι στίχοι του Δήμου Χλωπτσιούδη είναι απλοί και κατανοητοί. Ο ποιητής δεν χάνεται σε δαιδαλώδεις αναζητήσεις και με απλή γλώσσα δίνει νέα πνοή, σε θέματα, που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τετριμμένα γιατί πολλοί σύγχρονοι ποιητές έχουν ασχοληθεί με αυτά. Όμως, η ιδιαιτερότητα της γραφής του Δήμου Χλωπτσιούδη και η οπτική με την οποία αντιμετωπίζει τα ζητήματα, που αναφέρονται στους στίχους του, δίνει μια έκφανση πρωτοτυπίας, που σπάνια συναντάμε σε άλλους ποιητές.
Το «Ακατάλληλο» του Δήμου Χλωπτσιούδη περιέχει κυρίως ποίηση κοινωνικού προβληματισμού. Πέρα από τα ακατάλληλα όνειρα, που αναφέραμε πιο πάνω, οι πρόσφυγες, οι άστεγοι, οι άνεργοι και γενικότερα όλοι οι καταπιεσμένοι περνούν από τους στίχους του. Όμως, πέρα από τις κοινωνικά καταπιεσμένες ομάδες, θίγονται και άλλα ζητήματα, όπως ο έρωτας επί πληρωμή και η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Ο ποιητής μάχεται με την πένα του ενάντια στην καταπίεση της γυναίκας και αποτίει φόρο τιμής στην Κατερίνα Γώγου, που φαίνεται να τον έχει εμπνεύσει σε αρκετά ποιήματα.

Παρά την κοινωνική της διάσταση, η ποιητική συλλογή του Δήμου Χλωπτσιούδη «Ακατάλληλο» εμπεριέχει και ορισμένα ερωτικά ποιήματα, που ξεφεύγουν από τους τετριμμένους ερωτικούς στίχους, που διαβάζουμε στις περισσότερες ποιητικές συλλογές, δίνοντας έναν αισθησιακό τόνο στη συνολική της εικόνα.

Θα μπορούσαμε ακόμα να πούμε πολλά, όμως, θα προτιμήσουμε να αφήσουμε τον αναγνώστη να διαβάσει το «ακατάλληλο» του Δήμου Χλωπτσιούδη και να λάβει τα μηνύματα, που περνούν οι στίχοι του, γιατί όπως έχει γράψει και ο Vilém Flusser «Οι ποιητές είναι τα αντιληπτικά μας όργανα.» Ας διαβάσουμε και ας αντιληφθούμε.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΡΜΟΓΙΑΝΝΗΣ

(τοβιβλίο.net, Μάρτιος 2016)

Πολυγραφότατος με διαρκή παρουσία στο χώρο της ποίησης ο Δήμος Χλωπτσιούδης συχνά μας ταξιδεύει στο ρυθμικό κόσμο των λέξεων και των συναισθημάτων μέσα από την κριτική του ματιά. Δύο χρόνια μετά την προηγούμενη ποιητική του συλλογή («κατάστιχα») επανέρχεται πιο ώριμος και πιο δυναμικός.

Υπέρμαχος των πειραματισμών μας ξάφνιασε ακόμα μία φορά με τη νέα του συλλογή «Ακατάλληλο» (Μανδραγόρας, 2016). Ενώ η προηγούμενη διακρίνονταν από την ολιγόστιχη φόρμα που υιοθέτησε σαν ένα ποιητικό σημειωματάρι, η νέα του δουλειά ακολουθεί τη μέσης έκτασης φόρμα.

Από τον τίτλο ακόμα η συλλογή προκαλεί τον αναγνώστη. Ωστόσο, το πρώτο κιόλας ποίημα φανερώνει ότι η ποίηση του Χλωπτσιούδη αναζητά τα χαμένα παιδικά όνειρα σαν μία ακατάλληλη πράξη. Άλλωστε, το όνειρο επανέρχεται συχνά στην ποίησή του. Σχέδια που καταρρίφθηκαν μέσα στην κρίση, όνειρα που ναυάγησαν μέσα σε μία κοινωνία που πονά. Παιδικές παραστάσεις που ενηλικιώνονται μέσα στην τηλεοπτική ταχύτητα αφήνοντας χωρίς χαρταετούς την Καθαρά Δευτέρα.

Και η συλλογή γράφεται σε μία εποχή που η χώρα και ο κόσμος σείεται από τα ναυάγια στο Αιγαίο. Ένα πέλαγος που ποιητικά αγιοποιείται ως μία γεωγραφία ναυαγισμένων οστράκων. Και το προσφυγικό δράμα κατέχει σημαντική θέση στην συλλογή, τόσο σε αριθμό ποιημάτων όσο και ποιητικά. Με ευαισθησία και πηγαία αλληλεγγύη ο Χλωπτσιούδης συμπάσχει και αναδεικνύει μέσα από την Τέχνη τις εκατόμβες της Μεσογείου.

Η ποίησή του είναι βαθιά πολιτική. Δεν ακολουθεί όμως το δρόμο της πολιτικής ρητορείας. Σχεδιάζει το δικό του μονοπάτι στο δάσος των συναισθημάτων και μέσα από αυτό κάνει τον αναγνώστη να στοχαστεί και να συμπονέσει. Λέξεις πυρωμένες σαν μολότοφ και στίχοι δακρυγόνα χτίζουν μία ξερολιθιά από όνειρα ως αντίβαρο στην ήττα.

Άλλοτε με δηκτικό ύφος και άλλοτε με συνειρμικές αλληγορίες αντιμετωπίζει τα ατομικά και κοινωνικά βιώματα. Τόσα πτώματα δακρύων λερώνουν το χαρτί κι εμείς ακόμα αναζητούμε έμπνευση, αναρωτιέται.

σκότωσα το παιδί
που μέσα μου έκρυβα,
τα όνειρα πυρπόλησα
σε μία διαδήλωση

τώρα πια
ελεύθερος μπορώ
να μιλώ για θυσίες
άλλων
και να επαινώ
το κέρδος
(πραγματιστής)

Ακόμα και θέματα που φαντάζουν μακριά από την πολιτική, όπως για πόρνες που καταδιώκονται από ιεροεξεταστές της ηθικής, στην πραγματικότητα υποκρύπτουν μία πολιτική προσέγγιση του κοινωνικού περιθωρίου σε μία εποχή εκπόρνευσης των πάντων. Άλλωστε, όταν ακούει για πορνεία τρομάζει νομίζοντας ότι πρέπει να υπογράψει σε ανακριτές αξιών δήλωση μετάνοιας.

Σε έναν παράλογο κόσμο που μοιάζει να αδιαφορεί για τον ανθρώπινο πόνο, ο Χλωπτσιούδης υπερρεαλιστικά συνδέει τη μουσική του δρόμου με τους άστεγους μέσα από ένα κρεσέντο έγχορδο που στολίζει δρόμους παγωμένους. Η απεργία πείνας φέρνει κάθαρση σε μία κοινωνία που χρησιμοποιεί την αξιοπρέπεια ως μονάδα μέτρησης της διαφορετικότητας σε κόσμο κλώνων υποτακτικών.

Συνειρμικά ακόμα και η Νίκη της Σαμοθράκης αντιμετωπίζεται ως πρόσφυγας. Οι αλληγορίες έχουν μία διαρκή παρουσία στη συλλογή. Η Ελένη, ο Αχιλλέας και η Κασσάνδρα συνδέονται με το παρόν. Παραμύθια παιδικά συνδέονται με τις προσπάθειες αναστήλωσης της ζωής (το ποίημα IX που θυμίζει τα τρία γουρουνάκια), η τρομοκρατία των ονείρων με την ποίηση.

Και φυσικά ο έρωτας κατέχει σημαντική θέση στην ποίηση του Χλωπτσιούδη. Δεν είναι λίγες οι ερωτικές συνθέσεις. Συνθέσεις ρομαντικές που με λυρισμό και έξοχες εικόνες αποδεικνύουν τον έρωτα σε πρωταγωνιστή. Μοιάζει σαν η ελπίδα τούτου του κόσμου τελικά να κρύβεται ακριβώς στον έρωτα. Άλλοτε δε ο έρωτας εμφανίζεται σαν κοινωνική αναφορά παιδιών που μαδάνε τα φιλιά σε αφύλακτη διάβαση και για ερωτευμένες γοργόνες (για την ομοφυλοφιλία) ή για τους σατύρους και τις νύμφες (μία ερωτική αλληγορία).

Με τη νέα του ποιητική δουλειά ο Δήμος Χλωπτσιούδης μας δείχνει τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια. Γιατί όπως σημειώνεται και στο αρχικό μότο της συλλογής οι ποιητές -κατά τον Vilém Flusser- η ποίηση είναι παραγωγή βιωματικών μοντέλων και χωρίς τέτοια μοντέλα δε θα μπορούσαμε σχεδόν τίποτα να αντιληφθούμε. Οι ποιητές είναι τα αντιληπτικά μας όργανα.

 

 

ΜΑΧΗ ΤΖΟΥΓΑΝΑΚΗ

(τοβιβλίο.net, Μάρτιος 2016)

Συχνά όταν διαβάζω ποίηση ένα κομμάτι της ψυχής μου κάνει ένα αστρικό ταξίδι όταν οι στίχοι που συναντώ μου το επιτρέπουν. Σαν να κόβουν εισιτήριο για μια διαδρομή που δεν έχω ξαναπάει και που όμως μου φαίνεται τόσο οικεία. Η ποίηση είναι η γέφυρα που ενώνει τις ψυχές μας. Και αν το επιτρέψουμε οδηγούμαστε σε εκείνα τα συναισθηματικά μονοπάτια που συμπληρώνουν την ανήσυχη πλευρά μας.

Ο Δήμος Χλωπτσιούδης είναι ένας ποιητής που εμφανίζεται στεγνός και ξεκάθαρος στα έργα του. Στη συγκεκριμένη συλλογή, που κράτησα με χαρά στα χέρια μου, ο Δήμος έρχεται «ακατάλληλος». Ο τίτλος της συλλογής του ήδη μας δίνει την πρόγευση. Στέκεται με στίχους επιβλητικούς να μιλήσει με τη δικαιοσύνη της καρδιάς του για την ακατάλληλη εποχή που ζούμε.

«…ακατάλληλο μου λεν τ’ όνειρο για ενήλικο και κρυμμένος πίσω από σάρκες ονειροπολώ…»

Από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής έρχεται δυναμικά για να μιλήσει για τον ακρωτηριασμό του ονείρου στην εποχή μας. Για την απαγόρευση να ονειρευόμαστε και να κάνουμε σχέδια σε μια εποχή που μας θέλει ασθενικούς και παγωμένους.

Ζητά να αλλάξουν οι κανόνες. Φωνάζει πως χρειάζεται να μπει ένα τέρμα. «Να σταματήσουν κυρίως οι παίκτες να θυσιάζουν πιόνια για να κερδίζει ο βασιλιάς» και τούτο είναι η βασική επιθυμία του προσπαθώντας να στηρίξει τη δύναμη της Ποίησης σε μια εποχή που μοιάζει να στέκει ναυαγός στα γεγονότα γιατί και η Τέχνη βάλλεται χωρίς να μπορεί να λειτουργήσει ως επαναστατικό όπλο. Ζούμε σε μια πραγματικότητα πλέον που «Αποστατεί ο Άνθρωπος από την Τέχνη και το παρελθόν παρελαύνει μπρος από ακέφαλο μίσος καμμένης κληρονομιάς».

Με αναφορές σε τραύματα της Ιστορίας, όπως το ολοκαύτωμα και τα αιματοβαμμένα τρένα συνδέει τα βαγόνια με τα φουσκωτά της Μεσογείου γιατί πράγματι «πρώτα δολοφονείται η Ανθρωπιά» σε κάθε εποχή. Σε μια διαφορετική Καθαρά Δευτέρα η ποίηση του Δήμου θα παντρευτεί με τις δικές μου ματιές στον ουρανό που δεν πετάνε χαρταετοί πια. Μπερδεμένα κουβάρια, σπασμένοι σκελετοί. Η εικόνα μιας ρημαγμένης παιδικής χαράς στο μεγαλείο της. Πώς να πετάξουν όνειρα παιδιών; Πώς να λύσει το σχοινί, πώς να πιάσουν ουρανό; «Μόνο κάτι μαύρα πουλιά χοροπηδούν και άνθρωποι σκυθρωποί τρέχουν γρήγορα σε ασανσέρ τηλεοπτικής αγωνίας»

Σε μια εποχή που η προσφυγιά έχει θεριέψει και έχει συγκλονίσει ολόκληρο τον κόσμο, δε θα μπορούσε να λείπει η ματιά ενός άκρως ευαισθητοποιημένου ποιητή. Μουδιάζει η αναφορά στη «μάνα από τη Συρία» που «έσπρωξε τη βάρκα με τα παιδιά στη θάλασσα και συνοδό ένα θραύσμα τρόμου να θυμούνται το σπίτι να μη γυρίσουν πίσω ποτέ». Σε πολλά από τα ποιήματά του μέσα στη συλλογή επανέρχεται σε τούτον τον εσωτερικό πόνο. Σαν πληγή που πονά και δεν αφήνει τη σκέψη να ξεκορμίσει από ένα παγκόσμιο πρόβλημα. «Πόσα πρόσωπα κρύβονται σ’ έναν πρόσφυγα;» αναρωτιέται. Και η απάντηση κόβει σα μαχαίρι. «Όσα τα χρόνια οι εμπειρίες οι κατοικίες οι πόλεμοι όσα τα όνειρα και οι φοβίες»

Σε πολλά από τα ποιήματά του αναφέρεται στην πορνεία και θα έλεγε κανείς με μια επιφανειακή ματιά ότι δεν είναι ταιριαστή η αναφορά σε σχέση με το υπόλοιπο ποιητικό του υλικό. Όμως ο Δήμος κάνει βουτιά στα κοινωνικά προβλήματα, χρησιμοποιεί τις πόρνες για να δηλώσει πως ο κόσμος αναζητά μια προσωρινή χαρά, πως εκείνες υπάρχουν επειδή η κοινωνία τις δημιούργησε για να κάνει ακόμα περισσότερο συμβιβαστικούς τους ανθρώπους της. Τις αναφέρει για να δηλώσει ότι έχουμε εγκληματήσει κατά της αθωότητας. Πως αφήνουμε αδύναμες τις ευαίσθητες υπάρξεις αυτού του κόσμου. Όλα για τα λεφτά, την εξουσία και για εφήμερες χαρές που δεν προσθέτουν αλλά αφαιρούν από την ύπαρξή μας.

Με λιτή έκφραση και απογυμνωμένο τρόπο ο Δήμος «τσιμπά» την ψυχή μας συγκρίνοντας τα δεινά της εποχής με το «αδειανό πουκάμισο» της Ελένης. Μια αναφορά στον Τρωικό πόλεμο ταιριάζει με τη σημερινή πραγματικότητα. Όλος αυτός ο κόσμος που πενθεί, όλος αυτός ο κόσμος που περνάει τόσα δεινά αναρωτιέται: να περνάνε τόσα γιατί υπάρχει ένας σκοπός; Μια παρηγοριά που να τους εξηγεί πως δεν γίνονται όλα μάταια;

Στη συλλογή αλλά και στην ίδια την ψυχή του Δήμου όπως διάφανα παρουσιάζεται, υπάρχει ένα χρονικό σημείο που ο ίδιος επιζητά να δεσμεύσει την ελπίδα. Μια ξερολιθιά που σαν το γεφύρι της ‘Άρτας χτίζει μέσα της όνειρα. Χτίζεται από όνειρα. Για να μεταφερθεί στο μέλλον το υλικό των ονείρων ακέραιο, να διαβαστεί και επιτέλους να πραγματωθεί. Σε μια εποχή που ο κόσμος θα ξαναγεννηθεί καλύτερος. Στο σημείο αυτό, ο Δήμος Χλωπτσιούδης εναποθέτει όλες του τις ελπίδες. Είτε με οράματα χτισμένα μέσα σε κάστρα, είτε με όνειρα μέσα σε ξερολιθιές, είτε μέσα σε «παλαιολιθικά γραπτά», αφήνοντας την ποίησή του κληρονομιά στους επόμενους, εναποθέτοντας τις ελπίδες του σε μια μελλοντική πλήρωση των χαμένων ονείρων.

Οι ποιητές, συμφωνώντας με τον Flusser όπως κάνει αναφορά και ο ίδιος, είναι «τα αντιληπτικά μας όργανα» και ο Δήμος Χλωπτσιούδης ανήκει σε αυτή την ελίτ των ποιητών.

Με την προσωπική μου ευχή να ταξιδέψει σε πολλές καρδιές τούτη η συλλογή, θα κρατήσω ευλαβικά τούτο το σπόρι ελπίδας που φύτεψε και στη δική μου καρδιά. Τα όνειρα Δήμο δεν ακρωτηριάζονται. Προτιμώ να νιώθω πως έχουνε αφήσει μια ανοιχτή επιταγή που κάποτε θα εισπράξουμε όλοι μας..

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΑ ΛΑΤΣΑΡΗ

1-15645654_1340578932653624_864767375_n

 

 

Η Μαρία Λάτσαρη γεννήθηκε και ζει σιη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Βιολογία στο ΑΠΘ και έχει διδακτορικό στις Νευροεπιστήμες. Εργάζεται στο Τμήμα Κτηνιατρικής της Σχολής Επιστημών Υγείας του ΑΠΘ. Έχει παρουσία σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια και δημοσιεύσεις σε έγκριτα διεθνή περιοδικά. Συμμετείχε στη μετάφραση των βιβλίων Φαντάσματα στον εγκέφαλο (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2004) και Όραση και Τέχνη (Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιάνου, 2010).
Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό «Εντευκτήριο» (τεύχος 106) και στο συλλογικό έργο «Ο έρωτας στα χρόνια της κρίσης»
Από τις εκδόσεις Μανδραγόρας κυκλοφόρησε το 2016 η πρώτη της ποιητική συλλογή
ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

 

 

 

 

ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (2016)

 

Ι. ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ

 

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ

Πεθαίνουν τα κλαριά απ’ αγάπη
F.G. Lorca

Ρωτώ την ποίηση
για το σχήμα της λύπης
την ιτιά μου δείχνει
το δέντρο που πονά, αυτή
με γερμένα τα κλαριά
προσκυνά βουβά το χώμα
Νευρωνικό αντίστοιχο
λέει η επιστήμη
γυναίκας κλαίουσας που
με λυτά τα μακριά μαλλιά
θρηνεί ασάλευτη
του έρωτα
το φθαρτό σώμα

 

 

ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟΦΥΛΛΑ

Τράβηξε τον σιδερένιο γάντζο
που κρατούσε τα παντζούρια στον τοίχο
και τα έκλεισε
σα να κλείνει ντουλάπι
σα να κλείνει φέρετρο
σα να θάβει γονείς
στο μικρό δωμάτιο
χωρίς τύψεις
πατέρας μητέρα
θαμμένοι
ο κόσμος
απέραντος και ζωντανός
περιμένει
τον καλεί
να ζήσει
Μπαίνοντας
άκουσε τον πατέρα
«τόση ώρα
για δυο παραθυρόφυλλα»

 

 

ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Χρόνια γλυπτικής ο άνεμος
κι η θάλασσα
κι ο βράχος
λιγοστεύει φλούδα φλούδα
Έτσι σμιλεύεται ο στίχος
Με ινδιάνικο βλέμμα
ο ποιητής συνδέει την εξωτερική πραγματικότητα
με την εκδοχή που φτιάχνει ο νους του
δεν τραγουδά
δεν επιδίδεται σε ζωγραφική τοπίων
Με τη σοφία των κύκλων της φύσης
λειαίνει τη διαχωριστική γραμμή
ανάμεσα σε ζωή και θάνατο
αποσπά το ουσιώδες απ’ τα πράγματα
το αιώνιο απ’ το προσωρινό

 

 

ΜΙΣΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΚΑΦΕΣ

0 ύπνος ιερή συνήθεια
είτε ελαφρύς
εμβρυακός
είτε πολλά βαρύς
με χάπια παπαρούνας
άλλοτε πέφτεις για ύπνο
και πέφτεις και πέφτεις
όλο βαθύτερα
βυθίζεσαι στο κατακάθι
με τα τετράδια σου
άγραφα τριαντάφυλλα
να έχουν ήδη βουλιάξει
το χέρι μόνο που κρατάει το μολύβι
έχει μείνει απ’ έξω
τελευταίο σινιάλο
άλλοτε πλέεις στο καϊμάκι
φτερά από παιδικά φαντάσματα
τότε που ζεστός
τρελός ποιητής ξυπνούσες
κι έγραφες στίχους
στη γαλάζια πιτζάμα σου

 

 

ΙΙ. ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

 

ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ

Ξυρίστηκα
χτένισα τα μαλλιά μου
έβαλα τα καλά μου
κι όπως ο ερωτευμένος προτού
φιλήσει το κορίτσι τ’ αγκαλιάζει
χάιδεψα το βελούδινο δέρμα
παραδόθηκα στη μυρωδιά
πριν γευτώ τη γλύκα
της συλλογής
που μου χάρισε ποιητής αγαπημένος

 

 

ΕΚΤΗ ΑΙΣΘΗΣΗ

Η αίσθηση ότι
σε γεύεται
σε αγγίζει
σε ακούει
σε βλέπει
σε αναπνέει

μόνο εκείνος

 

 

ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Μάρτυς μου τα δάκρυα
ορκιζόταν
λες κι ο πόνος
είναι ζήτημα αλήθειας

 

 

ΙΙΙ. ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΙ

 

ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Ζω
για σένα
σε ακολουθώ
πιστά
σαν σκιά
η πιο διάσημη
στη δύση σου θα ιδωθούμε
είπε ο θάνατος στη ζωή

Πεθαίνω
για σένα
ξανά και ξανά
δεν θα αναστηθώ
δεν θέλω να σε συναντήσω
ξανά
είπε η ζωή στον θάνατο

 

 

ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ

Κάθισε στην ανάστροφη καρίνα
η μπλούζα ασήμιζε από τα λέπια
χαμογελούσε με επιφύλαξη
μην είχε φύκια
ανάμεσα στα δόντια
(πού να ψάχνει τώρα
τον μπόγο της για νήμα)
Βρίσκεται ινσαλάχ
μίλια μακριά από τη φρίκη της πατρίδας
πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου

 

 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Απ’ το μίσχο έκοψα
το πορφυρό κεφάλι
αίμα χύθηκε μελάνι

παπαρούνα αειθαλής
ανθίζει μες στις λέξεις
με τρεις-τέσσερις έρωτες ακόμη

η νοσταλγία τους μαζεύει
στα κλεφτά
με τα λεπτά της δάχτυλα

 

 

ΑΥΛΑΙΑ

Κοίτα τον Πάρη, τον Τριστάνο,
είναι ο έρωτας που τους έκανε να
αναχωρήσουν από τον κόσμο αυτόν
Δάντης

Χιόνι πέφτει απαλά
άσπιλο άχρονο
βάναυσα λευκό
σβήνει τις γραμμές
των κορμιών
ούτε ήχος ούτε φως
γλιστρά ανάμεσά μας

Τώρα για πάντα δική σου

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΊΑ ΛΑΤΣΑΡΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

 

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Στη παρουσίαση του βιβλίου.

Κοίτα τον Πάρη, τον Τριστάνο,
είναι ο έρωτας που τους έκανε να
αναχωρήσουν από τον κόσμο αυτόν
Δάντης

Χιόνι πέφτει απαλά
άσπιλο άχρονο
βάναυσα λευκό
σβήνει τις γραμμές
των κορμιών
ούτε ήχος ούτε φως
γλιστρά ανάμεσά μας

Τώρα για πάντα δική σου

Ήταν το ποίημα Αυλαία με το οποίο η Μαρία Λάτσαρη κλείνει την καλαίσθητη συλλογή της Εν δυνάμει πραγματικότητα, από τις Εκδόσεις του Μανδραγόρα. Το συγκλονιστικό αυτό ποίημα για το δίπολο έρωτας-θάνατος και το ανέφικτο του αιώνιου έρωτα στη γήινη πραγματικότητα, μου θύμισε τη κρυστάλλινη διαύγεια και εκθαμβωτική γοητεία μερικών μικρών ποιημάτων της Χλόης Κουτσουμπέλη, όπως Χρόνος και Αρχαίο Κόσμημα. Πρόσεξα και την αφιέρωση του βιβλίου, στον Θανάση και τον Δημήτρη, στον άντρα της και τον γιο της, όπως εγώ αφιερώνω όλα τα βιβλία μου στη Σοφία και τον Νίκο.
Γνώρισα τη Μαρία Λάτσαρη στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χαριλάου κατά τη διάρκεια της σειράς εκδηλώσεων για τους ποιητές της Θεσσαλονίκης από τον Νοέμβριο του 2015 ως τον Μάιο του 2016. ΄Εβλεπα τότε στην πρώτη σειρά των ακροατών ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο. Κρίνω ενστικτωδώς τους ανθρώπους από το χαμόγελό τους, αν με κοιτάζουν ίσια στα μάτια και αν μου σφίγγουν δυνατά το χέρι με ολόκληρη την παλάμη. Η Μαρία Λάτσαρη αρίστευσε και στα τρία αυτά κριτήρια. Αποδείχτηκε επιπλέον ότι είναι ήδη μια αξιόλογη ποιήτρια.
Παρουσίασα λοιπόν τη Μαρία Λάτσαρη στη σειρά αυτή των εκδηλώσεων μαζί με άλλους νέους ποιητές και ανθολόγησα τα ποιήματά της στις θεματικές ανθολογίες που διατηρώ από το 2008 στο ιστολόγιο Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται, αρχικά τον Νοέμβριο του 2015, στη συνέχεια τον Μάιο του 2016 πριν εκδοθεί η συλλογή της και τελικά μετά την έκδοση της εντελώς πρόσφατα.
Ας διαβάσουμε όμως ένα ακόμη ερωτικό της ποίημα με οπτική παρόμοια με το προηγούμενο. Μετά το τελευταίο, το πρώτο της συλλογής

Συνομιλία

Πεθαίνουν τα κλαριά απ’ αγάπη
Φ. Γκ. Λόρκα

Ρωτώ την ποίηση
για το σχήμα της λύπης
την ιτιά μου δείχνει
το δέντρο που πονά, αυτή
με γερμένα τα κλαριά
προσκυνά βουβά το χώμα
Νευρωνικό αντίστοιχο
λέει η επιστήμη
γυναίκας κλαίουσας που
με λυτά τα μακριά μαλλιά
θρηνεί ασάλευτη
του έρωτα
το φθαρτό σώμα

Στις πιο ευτυχισμένες της στιγμές, η Μαρία Λάτσαρη κάνει κάτι αν όχι μοναδικά, σίγουρα εξαιρετικά σπάνιο. Συνδυάζει ποιητικά με σημαντική επιτυχία τα επιστημονικά δεδομένα και την επίκτητη ψυχρή επιστημονική λογική με τον πηγαίο συναισθηματισμό. Είναι εξαιρετικά επικίνδυνη αυτή η ισορροπία. Πολλοί ποιητές πέφτουν σε ένα από δύο βάραθρα. Συνηθέστερα στην εποχή μας, στην επίδειξη μιας αμφίβολης ευφυΐας με ψυχρά, ανούσια και δυσνόητα αποκυήματα του εγκεφάλου, και όχι σπάνια στην τετριμμένη αχαλίνωτη ωραιολογία του δήθεν ποιητικού. Ο κίνδυνος για τη Μαρία Λάτσαρη, όχι μεγάλος αλλά υπαρκτός, είναι η υπερβολική χρήση επιστημονικών όρων στην προσπάθεια να τους προσδώσει ποιητικές διαστάσεις.
Η ποίηση είναι ένα ερωτικό φαινόμενο που επεκτείνεται σε όλους τους τομείς. Στον ίδιο τον εαυτό της, κάτι που ονομάζεται ποιήματα ποιητικής, και στο ευρύτερο πεδίο της τέχνης. Να δύο ακόμη ωραία ποιήματα της Μαρίας Λάτσαρη, συνδυασμός επιστημονικών γνώσεων και συναισθήματος.

Ενσυναίσθηση
Σε νιώθω
με τους νευρώνες κάτοπτρα
μυούμαι στον κόσμο σου
συναισθάνομαι τη γλώσσα σου
αυτήν
των ήχων
των γεύσεων
των χρωμάτων
των σκιών
των αρωμάτων
Παράδεισος των αισθήσεων

Εσένα Τέχνη
που με κάλτσες μεταξωτές
πολύ λεπτές
μυρίζεις τον κρίνο
και γεννάς

Και αυτό που έδωσε τον τίτλο του στη συλλογή

Εν δυνάμει πραγματικότητα

Χρόνια γλυπτικής ο άνεμος
κι η θάλασσα
κι ο βράχος
λιγοστεύει φλούδα φλούδα
Έτσι σμιλεύεται ο στίχος
Mε ινδιάνικο βλέμμα
ο ποιητής συνδέει την εξωτερική πραγματικότητα
με την εκδοχή που φτιάχνει ο νους του
δεν τραγουδά
δεν επιδίδεται σε ζωγραφική τοπίων
Mε τη σοφία των κύκλων της φύσης
λειαίνει τη διαχωριστική γραμμή
ανάμεσα σε ζωή και θάνατο
αποσπά το ουσιώδες απ’ τα πράγματα,
το αιώνιο απ’ το προσωρινό

Ως επιστήμων και ως άνθρωπος η Μαρία Λάτσαρη, έχει πλήρη επίγνωση της τραγικής μοίρας των θνητών. Μετά την αρχική μελαγχολία, υιοθετεί μια αγωνιστική στάση στη ζωή.

Μέχρι τότε

Από το τέλος αρχίζει η ιστορία
ο κόσμος αυτοκίνητος
όπως και χθες κι απόψε
ανυποψίαστο βγήκε το φεγγάρι
Της επανάληψης ο βαθύτερος γνώστης
δεν προσδοκά
τη δική του επιστροφή
Το μηδέν
χωρίς φωτοστέφανο
και φασματική υπόσταση
με καλεί στην αγκαλιά του
με τ’ οργανικά και τ’ ανόργανα
άμμος και κρύσταλλοι
Αρχαίος διαβαίνω
τη ζωή
θαύμα και λεβιάθαν
Σαν έρθει η ώρα
θα χαθώ
Μέχρι τότε
με το δάσος και το δέντρο
με το φύλλο και το κλωνί
θα χορεύω και θα τραγουδώ

Οι ποιητικές συλλήψεις της Μαρίας Λάτσαρη είναι κατά κανόνα πρωτότυπες, λιτές, πυκνές και διαυγείς με την κορύφωσή τους στους τελευταίους ή και στον τελευταίο στίχο. Γνωρίζω ότι υπάρχει ήδη μια πολύ ευνοϊκή ανταπόκριση στη συλλογή της από σημαντικούς ποιητές και άλλους ανθρώπους της λογοτεχνίας. Η Μαρία Λάτσαρη έχει κάνει μια θαυμάσια αρχή. Ο μοναχικός, όμως, δρόμος της ποίησης προς μια κορυφή που δεν υπάρχει απαιτεί ισόβια αφοσίωση και εργατικότητα. Από την ίδια εξαρτάται σε ποιο βαθμό θα αξιοποιήσει τις εμπνεύσεις της και θα βελτιώσει την τεχνική της, από την ίδια αποκλειστικά εξαρτάται πόσο ψηλά θα φτάσει. Της εύχομαι το καλύτερο.

 

 

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

Όλα συνδέονται με τα συναισθήματα

ΠΟΙΕΊΝ 21/5/2017

«Αν αληθινή ποίηση είναι εκείνη που κάνει τις τρίχες της κεφαλής μας να σηκωθούν όρθιες», όπως έλεγε ο βρετανός ποιητής Άλφρεντ Έντουαρτ Χάουσμαν στον Ρόμπερτ Γκρέιβς, η Μαρία Λάτσαρη αυτό πετυχαίνει. Στην ποιητική της συλλογή «Εν δυνάμει πραγματικότητα» μας δεξιώνεται στον ποιητικό της χώρο και μας αφήνει να ριγούμε μέσα στη σαγηνευτική ορμή του λόγου της.
Ποιήματα ποιητικής και στοχασμοί. 42 ποιήματα. Ο έρωτας, οι ανθρώπινες σχέσεις, οι γονείς. Ο κόσμος μας, που διαστέλλεται και συστέλλεται αδιάκοπα, πυροδοτώντας όνειρα και διαψεύσεις. Παλίμψηστο η ποίηση.
Κι «ο ποιητής δεν τραγουδά
δεν επιδίδεται σε ζωγραφική τοπίων
Με τη σοφία των κύκλων της φύσης
λειαίνει τη διαχωριστική γραμμή
ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο
αποσπά το ουσιώδες απ’ τα πράγματα
το αιώνιο από το προσωρινό».
Η ποιήτρια παρακολουθεί τον Φρόυντ, μισοξαπλωμένο στο ντιβάνι, να ερμηνεύει το όνειρο με βάση τα καινούργια επιστημονικά δεδομένα. Να αναρωτιέται αν οι αναμνήσεις και τα απωθημένα καταφθάνουν απρόσκλητα. «Απρόσεκτοι οι φρουροί του ύπνου, τα όνειρα, αφήνουν απροστάτευτα τα σύνορα του ονειρευόμενου να μπαίνουν ελεύθερα κατάσκοποι και τυχοδιώκτες». Ο πόνος «λούτρινο κλάμα» στο «ακρωτηριασμένο αρκουδάκι των παιδικών μας χρόνων». Να συμφιλιώνεται με τη συναισθηματική οδύνη και να αποδέχεται την πραγματικότητα. «Γέννημα δικό μας, εύρημα της προϊστορίας μας τα όνειρα, συνθέτουν σ’ ένα πρόσωπο τον αειθαλή και φυλλοβόλο εαυτό μας. Δεν υπάρχουν ομοενύπνιοι, μόνο επισκέπτες σε ξένα όνειρα υπάρχουν».
Το αισθητό σύμπαν τροφοδοτεί στοχασμό. «Απατηλές εικόνες των αισθήσεων ο ορατός κόσμος, σκιές στη σπηλιά του Πλάτωνα;».
Κι η ποίηση; Το καλειδοσκόπιο, ο διαμεσολαβητής ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό.
Σε νιώθω
με τους νευρώνες κάτοπτρα
μυούμαι στον κόσμο σου
συναισθάνομαι τη γλώσσα σου
αυτήν
των ήχων
των γεύσεων
των χρωμάτων
των σκιών
των αρωμάτων
Παράδεισος των αισθήσεων
Εσένα Τέχνη
Που με κάλτσες μεταξωτές
Πολύ λεπτές
Μυρίζεις τον κρίνο
Και γεννάς
Οι μεταμφιέσεις του ποιητικού υποκειμένου ευφάνταστες. Γίνεται κλαίουσα ιτιά με γερμένα τα κλαριά που θρηνεί για το φθαρτό σώμα του έρωτα. Γίνεται αμοιβάδα που λικνίζεται σε αιώρα πλεγμένη από αισθήσεις και αναμνήσεις. Είναι ψάρι που τη νύχτα βγάζει φτερά και πετάει πάνω από τη λίμνη. Είναι η Μαρί Τερέζ, η ερωμένη του Πικάσο, που πεθαίνει από έρωτα. Η Καμίλ Κλοντέλ, η σαλεμένη αγαπημένη του Ροντέν. Είναι μια πονεμένη γυναίκα-αράχνη που περπατάει στον τοίχο. Είναι ένα φίδι που κουβαλάει στη ράχη του όλα τα αλλαγμένα πουκάμισα. Η ποιήτρια «δεινή λύτης των κόμπων στο στομάχι». Κι ο έρωτας;
Ο έρωτας ενσωματώνεται
στο DNA ξενιστή
τρώει ζωή
εκκρίνει δηλητήριο
Κάθε στιγμή in vivo
ένα κλικ της ψηφιακής μηχανής
του θανάτου
Ο ξενιστής
εξόριστος στο ίδιο του το σώμα
σβήνει
Ο έρωτας ανθεκτικός
αναζητά άλλον ξενιστή
να την αντέχει την αγάπη
Οι σπουδές στις νευροεπιστήμες εμφανίζονται στον ποιητικό λόγο. Οι περισσότεροι τίτλοι ουσιαστικά οριοθετούν το χώρο μέσα στον οποίο μπαίνουμε και από τον οποίο παρακολουθούμε μια καθηλωτική συνήθως ποιητική ιστορία. Ο λόγος λιτός, με γλώσσα εικαστική. Ο στίχος κοφτός, χωρίς στίξη, με μόνο σημάδι αλλαγής στην περίοδο το κεφαλαίο γράμμα της καινούργιας πρότασης.
Ρυθμός έντονος και δραματικότητα. Ατμόσφαιρα ασθματική. Ένα παιχνίδι λέξεων και συναισθημάτων, συχνά με γκροτέσκο χαρακτήρα. Ένας παράδεισος τολμηρής φαντασίας και υπερρεαλιστικών αισθήσεων. Ένας τόπος χρωμάτων, ήχων, σχημάτων, γεύσεων και αρωμάτων. «Κηλίδες κόκκινες και μπλε» σε μουσαμάδες του Ζωρζ Σερά, «φιγούρες από πίνακες του πουαντιγισμού». Η ειρωνεία ταράζει. Ο στίχος καθηλώνει. Δεν γίνεται ωστόσο απαισιόδοξος. Τα ρήματα που έχουν κυρίαρχο ρόλο στη συλλογή φέρνουν το μήνυμα της αέναης αλλαγής που δικαιώνει τον τίτλο. «Η ζωή σε τραβάει απ’ το μανίκι. Μην φτάσεις να πενθείς το μέλλον».

http://www.poiein.gr/archives/36535/index.html

 

 

ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

Συνθέτοντας τον φυλλοβόλο εαυτό μας

FRACTAL 18/1/2017

Μέσα στις μέρες των Χριστουγέννων πήρα στα χέρια μου το βιβλίο ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ, εκδ. Μεταίχμιο 2013 που το είχα βάλει στην άκρη για διάβασμα γιατί με είχε γοητεύσει ο συγγραφέας του σε μια συνέντευξη – ή κριτική ήτανε;- στο διαδίκτυο. Ήταν ο δημοσιογράφος Κρίστοφερ Χίτσενς, που ζούσε μέρα τη μέρα τον εφιάλτη του καρκίνου και σκεφτόταν, έγραφε και αναστοχαζόταν, χαρίζοντας στον αναγνώστη με γενναιοδωρία «τους απειροελάχιστους νυγμούς και την έκσταση των αποχρώσεων της φωνής του, ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ», αναζητώντας ίσως ένα είδος συντροφικότητας, συναναστροφής, εκλογίκευσης των συναισθημάτων που ένιωθε -παιδί του Διαφωτισμού αυτός -καθώς ανέλυε και επεξεργαζόταν σκέψεις και ιδέες με ιερόσυλο χιούμορ ή σαρκασμό- κατά τα άλλα κύριε Λίνκολν, πώς ήταν η παράσταση; – και σπάνιο βάθος- λες κι έχει λογική να πεις ότι ο τάδε πέθανε ύστερα από μακρά και γενναία πάλη με τη θνητότητα. Και βέβαια δεν χρησιμοποιείται όταν πρόκειται για μακροχρόνια ασθενείς από καρδιοπάθεια ή νεφρική ανεπάρκεια.

Όταν ήρθε η σειρά της «ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ», εκδ.Μανδραγόρας 2016, της πρώτης ποιητικής συλλογής της φίλης μου Μαρίας Λάτσαρη, ξαναδιάβασα τα ποιήματα με άλλα μάτια, δεν είναι τα ποιήματα που συζητούσαμε και σκεφτόμασταν με χαμόγελο και προσδοκίες και τα ξεπροβοδίσαμε τελικά στον ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑ. Μια άλλη αίσθηση αφήνει αυτή η τυπωμένη καλόγουστη συλλογή με το φίνο εξώφυλλο- έτσι δεν συμβαίνει πάντα;- και δεν ήταν από κεκτημένη ταχύτητα που άρχισα να διαβάζω αλλιώς τα ποιήματα, βάζοντας στην άκρη τα εγκεφαλικά ευρηματικά ποιήματα της επιστημόνισσας βιολόγου που «συνθέτουν σ’ ένα πρόσωπο τον αειθαλή και φυλλοβόλο εαυτό μας..», που προτιμούσα ως τώρα εξάλλου, κι άρχισα να αναζητώ ποιήματα ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ. Βρήκα αρκετά, και τους παραδόθηκα. Αντιγράφω την ΠΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΕΛΟΥΣ: Λίγο πριν το τέλος/ ο αέρας αραίωσε/ η ανάσα ρηχή/ ρουφάει τις φράσεις/ ο φόβος στα μάτια σου/ ( δε θα γίνω καλά, ε; )/ έγινε τρυφεράδα/ δυο ακριβές λεξούλες/ψίθυροι δαχτύλων στα μαλλιά μου/ χώρες στου καρυδιού το τσόφλι/ τη λιπόσαρκη αγκαλιά σου/ μητέρα/η συγγνώμη έγινε ενσυναίσθηση/ “θα μου πεις ένα παραμύθι;»/ όπως λένε στα παιδιά καληνύχτα/πριν κοιμηθούν, ή από το FRAGILE αντιγράφω

Mητέρα γυάλινη/τι δεν θα’ δινα/να σε γεννήσω τώρας /εγώ /να’ σαι το κοριτσάκι μου/να σφίγγω μες στη χούφτα μου/ το αγγελικό φτερό σου, ή το πιο αγαπημένο μου, ανέντακτο αυτό: ΜΙΣΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΚΑΦΕΣ:Ο ύπνος ιερή συνήθεια /είτε ελαφρύς / εμβρυακός /είτε πολλά βαρύς / με χάπια παπαρούνας / άλλοτε πέφτεις για ύπνο/ και πέφτεις/ όλο βαθύτερα/βυθίζεσαι στο κατακάθι /με τα τετράδιά σου/ άγραφα τριαντάφυλλα / να έχουν ήδη βουλιάξει / το χέρι μόνο που κρατάει το μολύβι / έχει μείνει απ’έξω /τελευταίο σινιάλο/ άλλοτε πλέεις στο καϊμάκι /φτερά από παιδικά φαντάσματα /τότε που ζεστός /τρελός ποιητής ξυπνούσες/κι έγραφες στίχους/στη γαλάζια πιτζάμα σου

http://fractalart.gr/en-dynamei-pragmatikotita/

 

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

Η πραγματικότητα με τα μάτια του ασυνείδητου

TVSX/11/5/2017

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία στην ποίηση είναι η ενσωμάτωση των προσωπικών βιωμάτων και των επιστημονικών εμπειριών στην έκφραση. Τούτα πλουταίνουν την τέχνη τόσο σε επίπεδο αναζητήσεων όσο και εκφραστικής μέσα από το στιχουργικό διάλογο με τις επιστήμες και την κοινωνία. Και αυτό το συναντάμε συχνά τόσο σε ιατρούς ποιητές όσο και αρχιτέκτονες.

Τον ίδιο δρόμο ακολουθεί και στην πρώτη της ποιητική συλλογή η νευροεπιστήμονας Μαρία Λάτσαρη, «εν δυνάμει πραγματικότητα» (Μανδραγόρας, 2016). Με οδηγό τους συνειρμούς η δημιουργός συνδέει τον ποιητικό χώρο με στοιχεία της φυσιολογίας και της λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου. Έτσι μοιάζει μέσα από το θεωρητικό υπόβαθρο να συνηγορεί υπέρ των πρωτογενών ιμπεριαλιστικών αναζητήσεων και του καλλιτεχνικού αυθορμητισμού.

Μα η Μαρία Λάτσαρη δεν εκπονεί ένα ποιητικό δοκίμιο. Αξιοποιεί το συναισθηματικό βάρος των λέξεων μέσα στη στιχουργία της αναζητώντας εκφραστική διέξοδο και εκθέτοντας τις λειτουργίες αντίληψης και πρόσληψης του χώρου και των αλλαγών του, μιλώντας για τον συναισθηματικό χώρο, το μηνυόμενο σήμερα πια θυμικό. Άλλωστε, τόσο αβίαστη και με φυσικότητα εισαγωγή όρων δεν εμποδίζει ούτε τη συναισθηματική ροή των συνθέσεων ούτε τη «συμβολική λογική» τους.

Και οφείλουμε να υπογραμμίσουμε το αλληγορικό υπόβαθρο που δημιουργεί η Λάτσαρη. Στην πραγματικότητα συχνά στις συνθέσεις της διακρίνεται ένα δεύτερο επίπεδο προσέγγισης με σαφή εκκίνηση από τον νευροεπιστημονικό χώρο (ενσυναίσθηση, μία καλοκαιρινή μέρα της συναισθητικής φοιτήτριας Λ.Π., αντίληψη, από απόσταση, στις μύτες, στο τέλος του λαβυρίνθου, σωματοπαραφρένεια). Και το ενδιαφέρον είναι ακριβώς ότι ακόμα και αν δεν γίνει αντιληπτό το δεύτερο αυτό επίπεδο, το ποίημα δεν χάνει συναισθηματικά κι ούτε παρεμποδίζεται η πρόσληψή του.

Η Λάτσαρη διεισδύει βαθιά στο υποσυνείδητο με ένα λόγο φροντισμένο δίχως να χάνει την «αυτόματη» ειλικρίνειά του. Μοιάζει σαν να προχωρά σε σπουδές πάνω στην πρόσληψη της εικόνας του φυσικού τοπίου από την τέχνη και τον ανθρώπινο εγκέφαλο (εν δυνάμει πραγματικότητα, συμπληρώνοντας με τον νου το τοπίο, ανθολόγιο, συνομιλία, πεδίο αισθήσεων, μέχρι τότε), προσδίδοντας ταυτόχρονα και μία λυρική νότα στη στιχουργική της.

Βυθίζεται στη χώρα του ονείρου με τη δυναμική του πρώτου υπερρεαλισμού, μέσα όμως από το μεταμοντέρνο πλέγμα του εύληπτου μηνύματος και της συναισθηματικής ακεραιότητας (εξέλιξη, spiderwoman, μέχρι τότε, κόλαφος). Εισχωρεί στο ασυνείδητο (μισό σκοτάδι καφές, στις μύτες, ζήλεια, στο τέλος του λαβυρίνθου, στο βυθό, το άλλο μισό του έρωτα) με θέρμη, αναζητώντας τις ρίζες του ανθρώπινου ψυχισμού και στοχάζεται εστιάζοντας στη μνήμη (αυτόχειρ, ανθολόγιο, ανασκαφή, αναχώρηση, προοικονομία τέλους, κλειστά παραθυρόφυλλα, fragile, spiderwoman).

Πλούσιες παρομοιώσεις (αναχώρηση, κλειστά παραθυρόφυλλα) ή αναλογίες καταστάσεων (τα ανθεκτικά γονίδιά του έρωτα, ζήλια) και υπερρεαλιστικές μεταφορές (μισό σκοτάδι καφές, στις μύτες, αναχώρηση, προοικονομία τέλους, κόλαφος) πλουτίζουν την ποιητική της έκφραση με μία χαρακτηριστική σουρεαλιστική λυρικότητα.
Μιλά με ευαισθησία για τα ανθρώπινα πάθη, όπως ο φθόνος (ζήλεια) ή για σοβαρές κοινωνικές παθογένειες, όπως το προσφυγικό δράμα (είναι όλα ίδια, μισό σκοτάδι καφές) και η ενδοοικογενειακή βία (κόλαφος). Παράλληλα, ένα αδιόρατο ερωτικό συναίσθημα μοιάζει να εμποτίζει τις συνθέσεις της συλλογής, που συχνά εκφράζεται με το πρώτο ενικό υποκείμενο. Την ίδια στιγμή, όμως, εκφράζει την έμμεση αγωνία της για την ποίηση και την τέχνη (ιεροτελεστία ενσυναίσθηση, εν δυνάμει πραγματικότητα), ενώ συνδιαλέγεται με εργάτες της τέχνης με σημεία αναφοράς το όνειρο και την τρέλα (ακίνητο ταξίδι, δωμάτιο με γυμνά, ζωγράφος γυναικών, στον βυθό).

Η Μαρία Λάτσαρη συνεχίζει την παράδοση των υπερρεαλιστών που μελετούν τον τρόπο συναισθηματικής και αισθητηριακής λειτουργίας του ανθρώπου. Μέσα από την ποιητική έκφραση συμμετέχει στην καλλιτεχνική αναζήτηση της συναισθηματικής αντίληψης της πραγματικότητας, όπως με τα αισθητήρια και ψυχικά του όργανα την εκλαμβάνει κάθε άνθρωπος. Άλλωστε, η αναζήτηση του τρόπου που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται το περιβάλλον του, καθώς και τη θέση του σε αυτό, αποτελεί μία πανάρχαια ποιητική και φιλοσοφική στόχευση.

http://tvxs.gr/news/biblio/i-pragmatikotita-me-ta-matia-toy-asyneiditoy

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Μια νοητή πραγματικότητα

FRACTAL 24/5/2017

Στην προμετωπίδα του βιβλίου μια φράση του C.S. Sherrington:

[…]ο νους σπάνια, ή μάλλον ποτέ, δεν αντιλαμβάνεται κάτι με απόλυτη αδιαφορία, δηλαδή χωρίς «συγκίνηση». Όλα συνδέονται με τα συναισθήματα.

Θα μπορούσε η ποίηση να ξεκινά με αυτή τη διαπίστωση. Ο νους, η λογική, ο κόσμος του συνειδητού. Και κάτω από την επιφάνεια η κινητήρια δύναμη, ο κόσμος των συναισθημάτων, απρόβλεπτος και αφανής όσο το τεράστιο σώμα ενός παγόβουνου που απειλεί να διαλύσει τα πάντα με ένα του άγγιγμα. Το υποσυνείδητο που αποβαίνει κυρίαρχος του παιχνιδιού. Η ποίηση, η σιωπηλή κραυγή, ένας κόσμος υπαινιγμών και ενδείξεων, που αφήνει να υπονοήσουμε το απύθμενο βάθος, από όπου κινούν όλα για να φτάσουν στον λόγο. Ήδη η ποιήτρια έχει δώσει το στίγμα του δικού της λόγου. Και μας προκαλεί να εισχωρήσουμε σ’ αυτόν.

Χωρισμένη σε τρία μέρη η ποιητική συλλογή, με το πρώτο να φέρει τον τίτλο Συγγένειες. Συνδέσεις ανθρώπων, κάποιες φυσικές, κάποιες διαψευσμένες ακριβώς σ’ αυτό το αυτονόητο της φυσικής τους σχέσης, κάποιες άλλες πολύτιμες, ίσως γιατί δεν φέρουν φυσικούς δεσμούς, δεν ακουμπούν σε στέρεο έδαφος αλλά σε ένα τοπίο διαρκώς μεταλλασσόμενο. Δείγματα λόγου:

Ρωτώ την ποίηση / για το σχήμα της λύπης / την ιτιά μού δείχνει

σε μια φυσική σχέση εδώ το ποίημα με τη φύση, να μορφοποιεί το σχήμα του κατά τη δική της οπτική.

Και εδώ τα εξαιρετικά Κλειστά παραθυρόφυλλα (το παραθέτω ολόκληρο):

Τράβηξε τον σιδερένιο γάντζο
που κρατούσε τα παντζούρια στον τοίχο
και τα έκλεισε
σα να κλείνει ντουλάπι
σα να κλείνει φέρετρο
σα να θάβει γονείς
στο μικρό δωμάτιο
χωρίς τύψεις
πατέρας μητέρα
θαμμένοι
ο κόσμος
απέραντος και ζωντανός
περιμένει
τον καλεί
να ζήσει
Μπαίνοντας
άκουσε τον πατέρα
«τόση ώρα
για δυο παραθυρόφυλλα»

Στο ποίημα αυτό πόσο εύκολα καταργούνται οι στενοί δεσμοί, πώς ξεκλειδώνει η πόρτα που φυλάγει το υποσυνείδητο, πώς αναδεικνύεται ο ποιητικός λόγος σε οπτική που ανατέμνει βαθιά τη ζωή!

Γιατί ξεκάθαρα η ποιήτρια θα δηλώσει:

Βυθίζομαι
σαν φίδι που κουβαλάει στη ράχη του
όλα τα αλλαγμένα πουκάμισα
μοτίβο ψαροκοκόκαλο

Τα πάντα γράφουν πάνω μας και μέσα μας, χωρίς να αποκόπτεται κανένα κομμάτι – τουλάχιστον οικειοθελώς.

Και οι εκλεκτές συγγένειες συναντώνται άραγε στα όνειρα, αυτά τα δηλωτικά του υποσυνειδήτου; Στο Ντιβάνι θα ξαπλώσει ο Φρόυντ και θα σκεφθεί τη θεωρία των ονείρων. Ας μην έχουμε λοιπόν αυταπάτες:

Γέννημα δικό μας, εύρημα της προϊστορίας μας τα όνειρα, συνθέτουν σ’ ένα πρόσωπο τον αειθαλή και φυλλοβόλο εαυτό μας. Δεν υπάρχουν ομοενύπνιοι, μόνο επισκέπτες σε ξένα όνειρα.

Το δεύτερο μέρος της συλλογής, με τον τίτλο Πρόσωπα του έρωτα, μας δίνει τις εκδοχές (οδυνηρές με κάποιο τρόπο όλες) ενός έρωτα άλλοτε αποδομημένου:

όσο πλησιάζω
δεν είσαι συ
αποδομείσαι
κηλίδες κόκκινες και μπλε
φιγούρα από πίνακα πουαντιγισμού
άλλοτε ματαιωμένος παρά τους όρκους:
λες κι ο πόνος
είναι ζήτημα αλήθειας
έτοιμος να ξαναμπεί στην αναζήτηση ενός
ξενιστή
να την αντέχει την αγάπη

Αναπόφευκτα το τρίτο μέρος δεν μπορεί παρά για Αποχωρισμούς να μιλάει, τραγικά απότοκα του έρωτα, όπως τον όρισαν η Καμίγ Κλοντέλ και η Μαρί Τερέζ, μνημονευόμενες και σε δύο ποιήματα (αλήθεια, πώς εξαγοράζει ο έρωτας το πάθος του;) ή αλλού όπως ακόμα αναπνέει

Πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου.

Αν αυτό βέβαια θεωρείται ζωή και αναπνοή. Η ποιήτρια πάλι με απόλυτη φυσικότητα θα πει:

Η αναζήτηση του άλλου μισού
του Έρωτα
Μάταιη

Τονίζοντας έτσι με το κεφαλαίο γράμμα την τραγική ματαιότητα της αναζήτησης. Η φυγή είναι πρόσκαιρη; Υπάρχει επιστροφή;

Σε κάποιο στίχο αυτό μοιάζει αδύνατο:
τώρα
στους τοίχους
κρέμονται γυμνά του Μοντιλιάνι
κι οι καθρέφτες δεμένοι με σκοινιά
πάνω σε φορτηγά
Φεύγουν

Πάλι με τονισμένο το φευγιό για να μη μείνουν αυταπάτες.

Ακόμα όμως κι όταν ο έρωτας απομακρύνεται, μπορείς να κρατήσεις κάτι δικό σου. Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, άρα και των Αποχωρισμών, προτάσσεται ευφυώς αυτό του Δάντη:

Κοίτα τον Πάρη, τον Τριστάνο,
είναι ο έρωτας που τους έκανε να
αναχωρήσουν από τον κόσμο αυτόν

Αναχώρησαν. Όμως τους διέσωσε η τέχνη. Αυτούς και το ερωτικό τους σκίρτημα, όσο κι αν η ζωή το ματαίωσε. Έτσι, στο κλείσιμο της συλλογής η ποιήτρια θα πει:

Χιόνι πέφτει απαλά
άσπιλο άχρονο
βάναυσα λευκό
σβήνει τις γραμμές
των κορμιών
ούτε ήχος ούτε φως
γλιστρά ανάμεσά μας
Τώρα για πάντα δική σου

Το ποίημα αποφάσισε να κρατήσει την αίσθηση, το άγγιγμα. Ίσως αυτό να είναι και το σημαντικό, έτσι όπως οι στίχοι πλέοντας με τη δική τους δυναμική πολλαπλασιάζουν την εικόνα, την κρατημένη μέσα τους, σε όλες τις πιθανές αναγνώσεις. Η δύναμη της λογοτεχνίας. Άλλωστε, από τον τίτλο της συλλογής το έχει δηλώσει η ποιήτρια. Η εν δυνάμει πραγματικότητα. Αυτό που θα μπορούσε να είναι. Και ας μην είναι.

 

Χλόη Κουτσουμπέλη

Περιοδικό «Παρέμβαση», τχ. 183, Άνοιξη 2017

   Την μέρα είναι ψάρι, τη νύχτα βγάζει φτερά. Βυθίζεται σαν φίδι που κουβαλάει στην πλάτη του όλα τα αλλαγμένα πουκάμισα. 
   Είναι η γυναίκα αράχνη και δεν χρειάζεται σκάλα για να αφήσει πατημασιές στο ταβάνι.
   Είναι η Καμίγ Κλοντέλ και πάσχει από την τρέλα της λάσπης.
   Είναι η Μαρί Τερέζ ερωμένη του Πικάσο και θέλει να κρεμαστεί.
   Είναι μια ιτιά με γερμένα τα κλαδιά, νευρωνικό αντίστοιχο λέει η επιστήμη, γυναίκας κλαίουσας που θρηνεί του έρωτα το φθαρτό σώμα,
   είναι ο πίνακας, δέκα αυτόπτεις ζωγράφοι, το μοντέλο και ένα μαγικό κλειδί που ανοίγει δέκα κλειδαριές, όλα μαζί σε ένα.
   Είναι η Τέχνη που με κάλτσες μεταξωτές, πολύ λεπτές μυρίζει τον κρίνο και γεννά.
   Είναι Ο Φιλέας Φονγκ που δεν παραιτείται από το στοίχημα.
   Είναι μία μοβ φιγούρα από ένα πίνακα πουαντιγισμού.
   Είναι γοργόνα με την μπλούζα να ασημίζει από τα λέπια
   Κωδικό όνομα: Ποιήτρια
   Στην δική μας επιδερμίδα που αποκαλούμε πραγματικότητα, όλοι οι στίχοι της Μαρίας Λάτσαρη που αναφέρθηκαν πριν, ανήκουν στα ποιήματα της συλλογής της. Όμως στο άλλο σύμπαν, αυτό που ρέει κάτω από την επιδερμίδα, που φυτρώνει μέσα στο βιβλίο αυτό, σε μια εν δυνάμει πραγματικότητα, αυτή που δημιουργεί στην μικρή κοσμογονία της η Μαρία Λάτσαρη, οργανικά και ανόργανα, άμμος και κρύσταλλοι, θαύμα και Λεβιάθαν, ποίηση και επιστήμη συνδυάζονται όπως μέσα σε ένα καλειδοσκόπιο σχημάτων και χρωμάτων.
Η ημερομηνία μέσα στην συλλογή παραμένει σταθερά Μπλε Ιουλίου.
Οι νεροβούβαλοι βόσκουν, το ροζ που κρύβεται πίσω από τις καλαμιές
είναι τα φλαμίνγκο.
   Μέσα στην εν δυνάμει πραγματικότητα της Μαρίας Λάτσαρη υπάρχουν ζωντανοί οι σπόροι από άλλες πραγματικότητες, από πίνακες ζωγραφικής, από επιστημονικά συγγράματα, από παραμύθια, από κόμικς. Είναι εν δυνάμει η πραγματικότητα της Μαρίας Λάτσαρη γιατί είναι ζεστή, είναι φυχρή, κοχλάζει και παγώνει.
   Όπως πολλοί άλλοι ποιητές και ποιήτριες πριν και μετά από αυτήν, η
Μαρία Λάτσαρη διακατέχεται από μία αγωνία, που είναι ταυτόχρονα και
λαχτάρα. Θέλει να εξερευνήσει τα αχαρτογράφητα τοπία της έμπνευσης
και της ποιητικής τέχνης. Κατέχει ένα μυστικό. Γνωρίζει το ουσιώδες και
μπορεί να το απομονώνει. Είναι γνώστρια και μυημένη στα πεδία των
τεχνών και των θετικών επιστημών. Αντλεί επομένως ερεθίσματα από
διαφορετικούς και διάφορους κόσμους. Η πραγματικότητά της είναι στην πραγματικότητα, σύνθετη και πολύχρωμη, πολυμορφική.
   Η ποιητική αυτή συλλογή είναι χωρισμένη σε τρεις ενότητες.
Συγγένειες, πρόσωπα του έρωτα, αποχωρισμοί. Καλύπτει το τρίπτυχο
δηλαδή του ανθρώπινου κύκλου, γέννηση, έρωτας, θάνατος.
Πρώτη ενότητα Συγγένειες
Αριθμός ποιημάτων δέκα τέσσερα. Μέσα σε γυάλινο βάζο μία παιδική ηλικία χωρίς ετικέτα.
   Τα παραθυρόφυλλα παραμένουν σφραγισμένα. Φέρετρο, μπαούλο,
ντουλάπι, παντζούρια όλα κλειστά. Μέσα ο πατέρας και η μητέρα κάθονται με σταυρωμένα χέρια σιωπηλοί γύρω από το κρυφό τραύμα. Παρατημένοι γυάλινοι βόλοι και ασιδέρωτες σχολικές ποδιές. Ποιήματα ποιητικής ονειροπαγίδες.
Αμάρ πίσω από το οδόφραγμα στη Νταράγια, Γιονούς στον καταυλισμό στην Λέσβο, Τζαμίλ στο φυλάκιο της Ειδομένης, Αλζίνα και Μελέκ πίσω από πολύχρωμες μαντήλες, τα παιδιά. Όλα ίδια, συγγενικά, δικά μας.
   Ένα παιδικό τρενάκι που διασχίζει ηλικίες και γεφυρώνει την αρχή με το τέλος.
   Ήχος φτερών από παιδικά φαντάσματα, ένας ποιητής που γράφει στην
γαλάζια πυτζάμα του και ο Φρόυντ στο ντιβάνι του με τα χέρια πλεγμένα
πίσω από το κεφάλι του.
   «Τι είναι όνειρο;» ρωτάει.
   «Ποτέ ομοενύπνιοι, πάντα επισκέπτες στα όνειρα των άλλων» απαντάει η Μαρία Λάτσαρη.
   Δεύτερη ενότητα: Τα πρόσωπα του έρωτα
Δέκα ποιήματα, δέκα πρόσωπα
1. Η αισθησιακή ανάγνωση – ερωτική ιεροτελεστία- το χάδι στο βελούδινο εξώφυλλο αγαπημένου βιβλίου
2. ενσυναίσθηση: η μύηση στην τέχνη
3. η μοβ φιγούρα στον πίνακα πουαντιγισμού. Ο έρωτας δηλαδή της
τελείας, της απομάκρυνσης, της σμίκρυνσης και της ένωσης, της μίας
τελείας με όλες τις άλλες για να αποτελέσουν ένα μικρό σύμπαν ομορφιάς.
4. το όνειρο του έρωτα και η σκιά του στον τοίχο
5. πέντε αισθήσεις και μία έκτη, μόνον εκείνος, μόνο δική του, η αποκλειστικότητα του έρωτα.
6. έρωτας σε σπιρτόκουτο, μόλις που, στις μύτες, διαδικτυακή επικοινωνία και ντοπαμίνη στον εγκέφαλο
7. ζήλια
8. βία
9. όρκοι δακρύων
10. έρωτας στο DNA ξενιστή, αναζητά κάποιον άλλο ξενιστή που να τον
αντέχει
   Τρίτη ενότητα, η πιο δύσκολη. Η ενότητα των αποχωρισμών.
   Δέκα οκτώ ποιήματα.
   Η μητέρα που αναχωρεί, ένα ζευγάρι παρατημένα παιδικά παπούτσια,
ένα παραμύθι που δεν τελείωσε, χιονόνερο.
   Σε παλιό εργοστάσιο, σε άσυλο, στον βυθό, πάνω στο ταβάνι, σε μία ανασκαφή, σε άδεια πολυθρόνα, σε δωμάτιο με καθρέφτες, πρόσωπα γνωστά και άγνωστα, συγγενικά και οικεία, αγαπημένοι και ξένοι, αποχωρούν ο καθένας με τον τρόπο του, άλλος μέσα σε ένα πίνακα, άλλος μέσα στην τρέλα, άλλος μέσα στον θάνατο.
   Φτυαριές από χώμα, μνήμη και λήθη. Η πληγή γίνεται τέχνη. Είτε με
πηλό, είτε με πινέλο, είτε με λέξεις, το μυστικό είναι το ίδιο.
   Μεταμόρφωση, δημιουργία, εν δυνάμει. Πραγματικότητα. Η εν δυνάμει πραγματικότητα της Μαρίας Λάτσαρη.

 

Κρις Λιβανίου

στιγμα λόγου 3/5/2017

Η μνήμη ξεγυμνώνει τη φαντασία 

Η Μαρία Λάτσαρη γράφει στην Εν δυνάμει πραγματικότητα σαράντα δύο ποιήματα με ιδιάζοντα χαρακτήρα και πολύπλευρη «προσωπικότητα». Η πρώτη εντύπωση θα μπορούσε να είναι μια στακάτη γραφή και μια προσπάθεια να αποτυπωθεί η πραγματικότητα, συνδέοντας μεταξύ τους μεμονωμένα σύντομα περιστατικά με τις αναμνήσεις που είχαν προκύψει σε παλαιότερο χρόνο κι έμειναν παγωμένες εκεί. Η δεύτερη εντύπωση θα ήταν ότι βρίσκεται κανείς μπροστά σε μια ποίηση περισσότερο του βλέμματος, παρά του ήχου: οι λέξεις έρχονται και κάθονται εκεί που σταματάει κάθε φορά το βλέμμα της ποιήτριας, και σαν να προσαρμόζονται στο περίγραμμα των σκέψεων και των πραγμάτων. Το αποτέλεσμα είναι μια φρέσκια και ευπρόσδεκτη αντίθεση ανάμεσα στον ήχο της λέξης και το φως της εικόνας, με φόντο την κοινή ανάμνηση που αποτέλεσε το ερέθισμα της γραφής:

όταν ο ήχος της φωνής σου
έχει τη γεύση των σύκων
που τρώγαμε μαζί κάτω απ’ την κληματαριά 

Υπάρχουν πρόσωπα, όπως οι γονείς για παράδειγμα, που εμφανίζονται συχνά πότε σαν πρωταγωνιστές και πότε σαν «αθόρυβες» σκιές, για να λειτουργήσουν ως σταθερές σε μια ποίηση που γενικά δεν έχει πάρα πολλές. Η Μαρία Λάτσαρη προσπαθεί με διακριτικότητα να ψηλαφήσει τις «ρυτίδες» της ανάμνησης και τα μονοπάτια που ακολουθεί στο πέρασμα του χρόνου, και το κάνει αυτό με ένα ερευνητικό βλέμμα απαλλαγμένο από την βιαιότητα της ευθείας ερώτησης: το κέρδος είναι αναμφισβήτητο. Η αβίαστη πυκνότητα του λόγου έρχεται σε αντιδιαστολή με ένα παιχνίδι αποστάσεων, με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να διαχέεται στην φαντασία και τελικά να καταλαμβάνει τον χώρο.

Έγραφα πιο πάνω για τον τρόπο που ο ήχος ή μάλλον η σιωπή και η απουσία φθόγγων επιδρά στο σύνολο της συλλογής. Η πιο ενδιαφέρουσα παράμετρος αυτού είναι η σχέση που σταδιακά εδραιώνεται ανάμεσα στους ήχους και τον έρωτα. Τι ακούγεται, ποιες λέξεις βρίσκουν τον δρόμο τους και φτάνουν να αγγίξουν τον Άλλον, πότε είναι απαραίτητο να καταλυθεί η σιωπή για να γλυτώσουν και οι δύο από την μοναξιά που αντικαθιστά την κοινή τους υπόσταση;

ΕΚΤΗ ΑΙΣΘΗΣΗ
Η αίσθηση ότι
σε γεύεται
σε αγγίζει
σε ακούει
σε βλέπει
σε αναπνέει

μόνο εκείνος 

Η Μαρία Λάτσαρη χρειάστηκε 15 λέξεις για να γράψει ένα καταλυτικά ερωτικό ποίημα και να το τοποθετήσει μέσα στην απόλυτη ησυχία: δεν ακούγεται ο παραμικρός ήχος εκτός από την αναπνοή. Αν η αρμονία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους εδραιώνεται την στιγμή που οι λέξεις εξαϋλώνονται, τότε εδώ ο κύκλος έχει κλείσει και ο χρόνος έχει καταλυθεί: το παρελθόν και το μέλλον έχασαν την ιδιότητά τους να οριοθετούν το πέρασμά του, και αυτοί οι δύο άνθρωποι θα ακολουθήσουν μια πορεία έξω από τις χρονικές συντεταγμένες.

Προσωπικά απόλαυσα το γεγονός ότι σ’ αυτή τη συλλογή υπάρχει μια καλή ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό και στο εξωστρεφές. Η Μαρία Λάτσαρη διατηρεί τα ανοίγματα προς τον αναγνώστη, κρατάει τις πιθανότητες ενεργές. Άλλωστε η χαρακτηριστικά ερευνητική ματιά που ακουμπάει στα πράγματα, χωρίς ίχνος βιασύνης, συνεργεί στην ενίσχυση του διαύλου επικοινωνίας, και η σχέση της με τον αναγνώστη όσο προχωράει η ανάγνωση εδραιώνεται. Υπάρχει αυτή η απαραίτητη διαύγεια πνεύματος εκείνου που ενώ δεν αμφισβητεί την επαφή του με την πραγματικότητα, συνεχίζει να αναζητά πιθανότητες ευτυχίας: είναι μια ματιά γεμάτη ελπίδα και ταυτόχρονα χωρίς αυταπάτες, γενναία τελικά απέναντι σντα συμβαίνοντα.

ΣΤΙΣ ΜΥΤΕΣ
Μέσα στο σπιρτόκουτό μας
το περιφραγμένο
από σύρματα
απεριόριστης επικοινωνίας
(…) 

Οι αντιθέσεις βρίσκονται στο νόημα των λέξεων αλλά και στην σύνθεση του στίχου με το ένα να υποστηρίζει το άλλο, έτσι έχουμε ένα αρμονικό σύνολο και μια αίσθηση αβίαστης αρτιότητας:
(…)
έρωτα γήινο
με φαρέτρα γεμάτη
αντιασφυξιογόνους μάσκες
να διυλίζουν
την ατμόσφαιρα δηλητήριο

θα συναντηθούμε στην κραυγή
και στο σώμα
η ντοπαμίνη θα πλημμυρίσερι
τα Κύθηρα του εγκεφάλου 

Ο έρωτας είναι λοιπόν ταυτόχρονα χώμα και οξυγόνο, γη και αέρας. Η κραυγή που ως ήχος πηγαίνει προς τα πάνω και το σώμα ως «χους», τραβάει τον έρωτα πίσω στη γη, εκεί όπου ανήκει. Είναι η ένωση των δύο διαστάσεων και γι αυτό η μόνη σωτηρία των ανθρώπων. Παρόλη την ένταση των συναισθημάτων και των συγκινήσεων, η ποιήτρια πλησιάζει τις σκέψεις, τις δικές της και των άλλων, με σεβασμό, σχεδόν με ευγένεια. Και παραμένει σε ένα διαρκές κυνήγι του φευγαλέου, τελικά του άπιαστου.

Παρακάτω δύο από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ
Κάθισε στην ανάστροφη καρίνα
η μπλούζα ασήμιζε από τα λέπια
χαμογελούσε με επιφύλαξη
μην είχε φύκια
ανάμεσα στα δόντια
(πού να ψάχνει τώρα
Τον μπόγο της για νήμα)
Βρίσκεται ινσαλάχ
μίλια μακριά από τη φρίκη της πατρίδας
πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου 

ΠΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΕΛΟΥΣ
Λίγο πριν το τέλος
ο αέρας αραίωσε
η ανάσα ρηχή
ρουφάει τις φράσεις
ο φόβος στα μάτια σου
(δε θα γίνω καλά, ε;)
Έγινε τρυφεράδα
δύο ακριβές λεξούλες
ψίθυροι δαχτύλων στα μαλλιά σου
χώρεσα στου καρυδιού το τσόφλι
τη λιπόσαρκη αγκαλιά σου
μητέρα
η συγγνώμη έγινε ενσυναίσθηση
«θα μου πεις ένα παραμύθι;»
όπως λένε στα παιδιά καληνύχτα
πριν κοιμηθούν 

http://stigmalogou.blogspot.gr/2017/05/blog-post_3.html

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ

ΦΡΟΣΟΥΛΑ

 

 

Η Φροσούλα Κολοσιάτου γεννήθηκε στη Κύπρο το 1954 και ζει στην Αθήνα από το 1974.Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει κυκλοφορήσει 9 ποιητικές συλλογές και έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο ποίησης του Υπουργείου Παιδείας για το έργο της «Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος» το 2005

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Κατοχική Εποχή, (1979)
Διαγωγή, (1981)
Ηλικία, (1995)
Σα να συνέβη, (2002)
Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος,, (2005)
Μέσα από παλιά φινιστρίνια,, (2008)
Μισό σκοτάδι, (2010)
Σκοτεινή συγκατοίκηση  (2014)
Φοράει τα μάτια του νερού (2017)

 

12

34

56

 

 

ΦΟΡΑΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ (2017)

 

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Το άνεμο μην εμπιστεύεσαι
Είναι η θάλασσα χωρίς τα ανεμόφυλλα
Είναι το νερό της απώλειας
Με τη γραφή του γυρισμένη
Προς τα μέσα

Κάτω από λεπτό φιλμ αφρού
Άνθρωποι κρύφτηκαν
Σχεδόν τυφλό
Ένα μελτέμι ελλοχεύει την απόγνωση
Τον ορίζοντα πνίγει ο θάνατος

Παιδικά στόματα δίχως πνοή
Τυλίγουν το νερό
Αναλώσιμα όνειρα και άνθρωποι
Επιπλέουν

Φτερά έχουν τα φύκια
Δες πάλλονται
Πέλαγο πεινασμένο
Δάκρυ κρυστάλλωσε

Αυξάνεται ο χαμός
Σαν να είναι τέρας που ξαναγεννιέται
Όταν ξεφεύγουν από τον θάνατο
Και πάνε σε άλλο θάνατο

Με το πρώτο φεγγάρι της άνοιξης
Μολυσμένες χειρονομίες
Αντανακλούν στα τζάμια της νύχτας
«Θάνατος στην Μεσόγειο»

 

 

Η ΜΕΔΟΥΣΑ

Άκου σκάβουν το νερό
Αλλόκοτα
Με παφλασμό η Μέδουσα
Τους σαβανώνει
Σχεδόν γυμνή η νύχτα εμποδίζει
Με δουλεμπόρους
Θα έχει χαλάσει
Η αντανάκλαση του φεγγαριού
Δεμένη με μαύρο σκοινί
Στην ακτή

Ένα παιδάκι
Ικετεύει τα κύματα
Να ζήσει
Όταν αγγίζει το βυθό
Γίνεται κόκκινος
Μυρίζει φόβο
Αμετάκλητο κακό

Άλλαξε η γεύση του νερού
Ποιός κολυμπάει σε τούτο το γιαλό;

 

 

ΣΥΜΦΟΡΑ

Όταν χαράζει στο Αιγαίο
Ο κρότος του νερού τινάζεται

Φυσάει δυνατός πουνέντες
Όμως ο πνιγμός καταλήγει αθέατος
Οριοθετεί τα κύματα

Βαθύφωνη η μέρα υποκλίνεται
Αποσυντονίζει ο καιρός
Και ο κραδασμός της νύχτας τεμαχίζει

Μέσα σε λαβύρινθους υγρούς
Πέτρωσαν οι υπόγειες στοές
Και ο θάνατος

 

 

ΑΠΟΜΕΙΝΑΡΙΑ

Ηχώ του τρόμου
Αέρας που ρίχνει τα κίτρινα φύλλα

Απόκοσμη σιωπή
Φουρτουνιασμένα λόγια
Να τους πάρουνε λέει
Ό,τι πολύτιμο έχουν

Όταν οι λαοί χάνουν τις ευκαιρίες
Βάφουν τις πόρτες κόκκινες

 

 

ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Λέει το παιδί σαν να με διατάζει
– Προστάτεψε με
Δώσε μου στέγη και τροφή
Μην με σκοτώσεις

 

 

ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Προσωπείο κλειστό
Σαν φράχτης στημένος
Να χωρίζει

Σκέβρωσαν οι υποσχέσεις

 

 

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Κοιτάζουν το μεγάλο κύμα
Το κύμα τούς κοιτάζει θυμωμένο
Είναι το ταξίδι
Φυσικό φαινόμενο
Που τους προδίδει

Το φεγγάρι απελπισμένο
Βουτάει στο βυθό
Μέσα από στοίβες σωσίβια
Αντιφεγγίζεται

Να δραπετεύσουν
Να πάνε πού;

 

 

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ

Περίτεχνα ο τυφώνας
Φοράει τα μάτια του νερού

Δίχως επίθετο
Η αλμύρα διαβρώνει τους νεκρούς
Γωνία ακτής και θάλασσας

 

 

 

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ (2014)

 

Με εξαντλεί ό,τι αγάπησα
Η ζωή μας σε στασιμότητα
Μόνο ο χρόνος περνάει γρήγορα
Κραυγή για το αμετάκλητο
Όπως το σκοτάδι
Ό,τι με βασανίζει συρρικνώνεται
Αόρατος τυφώνας συμπαρασύρει
Υποβρύχιο παραμύθι σε περιδίνηση
Τρισδιάστατο ταξίδι
Κόσμος οικείος

Υπάρχει το σπίτι που αγάπησα
Η λαβή από το μπαστούνι
Της μητέρας
Και η φωνούλα από κουρδιστή κούκλα
Τραγουδά ένα πλεόνασμα αγάπης

Όταν φεύγουν οι άνθρωποι
Αφήνουν πίσω τους
Παράξενες μικρές αναμνήσεις
Έρχονται σαν απρόσκλητοι επισκέπτες
Ίσκιοι της μεταμόρφωσης
Κρατούν στα χέρια τους
Συμβολικούς θανάτους

Φέρνει τα μέλλοντα
Να μοιάζουν με τα παρελθόντα
Το μετέωρο βλέμμα τους

***

Η φωνή χάνεται
Ανεξήγητο δάκρυ
Το δάκρυ είναι ένδυμα
Κάτι ζητάει πίσω
Όπως ζητάνε πίσω τη ζωή τους
Πουλιά σε διάτρητο τοπίο
Σήμερα όμως βρέχει
Άκου…
Κακό δεν κάνει η βροχή
Μοιάζει να βγαίνει
Μέσα από πηγάδι
Σαν να είναι η φωνή απάντηση
Σε κάποιον που είναι απών
Και πρέπει να γυρίσει

***

Όταν οι ουρανοί της πόλης
Χειροκροτούν σε πάμφωτο ελεγκτήριο
Άνθρωποι φοβούνται τους ανθρώπους
Παραμένουν στα όνειρα σκοτεινοί
Σαν τις καταιγίδες
Παγωμένοι από αρχαία λάβα
Και σιωπές
Έχουν την γκριμάτσα του πόνου
Όπως ελέφαντες
Κάνουν μερικά βήματα πίσω
Και βγάζουν κραυγή
Σαν να κλαίνε

Όσοι ξέμειναν από κόσμο
Κινδυνεύουν

***

Δυτικός άνεμος
Έφερε τη λογοκρισία
Με το γιγαντισμό
Προϊστορικών ζώων

Πέτρινος φρουρός
Με δύσμορφη περικεφαλαία
Μοτοσικλετιστές
Στο γύρο του θανάτου
Μουσικοί συνωμότες
Έχουν φτηνές
Μικρές χρεώσεις
Ασυντόνιστα βήματα
Χωρίς πιθανότητες

Στις ακτές ξεβράζουν
Τα κύματα πνιγμένους

Παραπλανητικά
Από ήχο και φώτα
Νεογνά οχιάς
Με άκαμπτα μάτια
Τα υψωμένα φρύδια
Της πόλης

Κάθε μέρα
Σβήνει και ένα φως

***

Δεν υπάρχουν νέα
Πλοία φεύγουν
Άνεμος τρελός μας πλησιάζει
Οι μεγάλοι δρόμοι
Αόρατοι μοιάζουν
Διάπλατα ανοίγουν
Στενά και κτίρια
Μέσα στην μπόρα
Δημοπρατούν την αγωνία
Και το φόβο
Απόψε θα σκοτώσουν
Ένα αγόρι

Ένας ποδηλάτης
Διασχίζει την πλατεία
Ρουφάει το ποδήλατο η άσφαλτος
Γίνεται θάλασσα
Πιο κάτω
Αμετακίνητα τραπέζια
Στον πεζόδρομο
Τρέμουν από το κρύο
Παρκαρισμένα αυτοκίνητα
Φύλλα πέφτουν
Φύλλα στη θύελλα
Γεμίζουν δάκρυα πλανόδια
Ψυχή στους δρόμους
Τρίζει το ξεχασμένο πόμολο
Της πόλης
Όπως παράθυρο από μέσα
Στο δικό της λαβύρινθο
Η πόλη ολόκληρη
Χωρίς αισθήσεις

***

Όταν αγαπάς τον τόπο
Ο τόπος υπάρχει

Στην οθόνη του κινητού
Λευκωσία-Αθήνα
Φανερά και κρυφά
Σκιές και έρωτες
Πραγματικός χρόνος
Πάνω από την εποχή
Ο ύπνος έχει γεύση τρικυμίας

Έτσι αρχίζει ένας κόμπος στο λαιμό
Για τα ανάποδα κομμάτια
Και τα σύνορα αόρατα

Περίτεχνα στην γκρεμισμένη ώρα
Φτάσαμε τελευταίοι

***

Κόκκινες κούκλες
Τις σήκωσε ο αέρας
Αιωρούνται
Ένα μαχαίρι μαυρομάνικο
Κόβει το φεγγάρι
Ήταν μικρά
Πολύ μικρά παιδιά
Της μάνας τους τα χέρια
Ενώθηκαν ακριβώς στις άκρες
Του ολέθρου
Να μη μιλάει κανείς για θάνατο

Ξεχείλωσαν οι εικόνες
Μέσα από ματωμένες σελίδες
Σε λίγο ξεχασμένες ειδήσεις

Ζωή να ξαναδώσει ποιος μπορεί;
Ψυχούλες μου
Τα μωρά της Γάζας
Μέσα σε γάζες

13/1/2009

***

Πατρίδα μου είναι
Το φως
Και ένας ήλιος
Που καίει

Τα μαλλιά της
Βρεγμένα ωραία
Γυναίκα που δεν κλαίει ποτέ
Η άλλη της όψη
Έρχεται μέσα από τα κύματα

Σ’ αυτά τα άσπρα χώματα
Καινούργιος θρίαμβος
Και δικαστής
Το φως θα μας δικάσει

***

Αθροίζω αδιέξοδα
Σε ώρα ανάπηρη
Μα έτυχε
Λέξη από νερό
Ανυπόταχτη
Ανάσα του λυγμού
Άθικτη σχεδόν καινούργια
Ένας κόσμος που χάνεται
Εκεί που πάντα επιστρέφει η βροχή

Να ξεγελάσω τα λόγια μου
Να μη φωνάξω
Για τα χρόνια που έρχονται
Απλώνω το χέρι μου
Μια σπιθαμή από την άβυσσο

***

Δεν ξέρω παρά να γράφω στίχους

Στην αυτοτέλεια
Και ισομετρία της λέξης
Αυτοσχεδιάζω μικρούς στόλους

***

της μικρής Σάρας

Μακριά
Ένας γέροντας είδε στο όνειρο
Μια γειτονιά ολόκληρη
Συνεχώς ανοιγόκλεινε
Το σπίτι να γέρνει
Και ένα μάτι να κοιτάζει τα έγκατα
Άφωνη μέρα δίχως διήγηση
Τις φωνές του δρόμου
Δεν τις άκουγε ο ήλιος
Βόγκηξε το κορίτσι
Πριν ξυπνήσει ο κάτω κόσμος
Πριν την κλέψει
Ως άλλη Περσεφόνη ο Πλούτωνας

Τις κρύες νύχτες του χειμώνα
Να μην έχουν θέρμανση τα αστέρια
Θέριζε ο αέρας παγωμένα δάκρυα
Στις εκδορές του τοίχου
Ένα κορίτσι δίπλα στο μαγκάλι
Με κλειστά παράθυρα και μάτια
Να μη βλέπει το κακό που πλησιάζει
Μια μικρή ιερή θεότητα
Στο βωμό του ασύστολου κόσμου
Δίχως έλεος
Συναρμολόγησε το θάνατο
Χωρίς ανάσα

5/12/2013

***

Φωνές βραχνές
Όπως αυτές που έχουν οι ρεμπέτες
Υπονοούμενο σκοτεινό
Στεγνό τοπίο
Σαν άκρη από δωμάτιο χωρίς φως

Ακούγεται γλέντι μακρινό
Κάτι σαλεύει στα ερείπια
Αόρατες δυνάμεις
Και ένας μοναχικός θεός
Στο πέτο ενός παλιάτσου

Χλομιάζει το φεγγάρι
Ο μάγος του νερού
Λιπόθυμος

Πια δε χρειάζονται εποχές
Μικρής υποβαθμισμένης
Επιβίωσης ριπές
Και ο θάνατος

***

Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Σε μια κοινότητα πόνου
Ακόμα και οι άγγελοι κοιμούνται
Όταν άλλοι πεθαίνουν
Τα χαμένα λόγια
Κατεβαίνουν στη θάλασσα

Να προλάβουμε λέει
Πριν εξαφανιστούν οι μέλισσες
Την αυλή των ψιθύρων
Η φωνή της μέρας αντηχεί
Μια κουκκίδα στο χάρτη

Έχει αρχίσει να νυχτώνει
Ανοίγω την πόρτα
Νεκρά είδωλα
Πέφτουν μπροστά μου
Άλλος τώρα ο προσανατολισμός
Ολόκληρη η γεωγραφία
Η δική μας αλλάζει
Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Και ο πόνος

 

 

ΜΙΣΟ ΣΚΟΤΑΔΙ (2010)

Η ψιλή βροχή
Αναπνοή του φύλλου
Της ανεμώνης

Λαξευμένη τάφρος
Της εποχής του χαλκού
Και ασύλητη

Τόσοι άνεργοι
Παθητικοί αποδέκτες
Επιδομάτων

Λάμπει ο ήλιος
Κανένας δεν κοιμάται
Το φως του Μάη 

Γραμματόσημο
Χάλκινος πολεμιστής
Τρελά καλπάζει

Η εξουσία
Λατρεία παράλογη
Παγιδεύεται

Χιλιόμετρα
Της νέας παράκαμψης
Η ταπείνωση

Οι τόποι μικροί
Κενά κρύβουν μεγάλα
Και με φοβίζουν

Μ’ άρρωστες λέξεις
Μολύβι αόρατο
Κεντά το πένθος

Μισό σκοτάδι
Οι μικροί γαλαξίες
Σκύβω ν’ ακούσω

Προς τον ουρανό
Παιχνίδι βαρύτητας
Τα Μετέωρα

Οι εξεγέρσεις
Τα μαραμένα φύλλα
Και ο Οκτώβρης

Τα περασμένα
Μονολογούσες πάλι
Κύματα πλάνης

Ο παράδεισος
Όλο θυσιάζεται
Σ’ αδιέξοδα

Μόνο η θλίψη
Χωρίς το φως του ήλιου
Ξαναγεννιέται

Ίχνη ζωής
Τα μυστικά σου τώρα
Ν’ αποτυπώσω

Τραγούδα γέλα
Της νύχτας το σημάδι
Δε θα ξεχάσεις

Χλομέ ουρανέ
Σκορπισμένα τ’ αστέρια
Να ξημερώσεις

Το χιόνι πέφτει
Το γέλιο υπόκωφο
Μες στο φαράγγι

Το περίβλημα
Στα πρόσωπα των άλλων
Θάνατε μοιάζεις

Σε παράθυρο
Χωρίς τζάμι με θέα
Μόνο το κενό

Να που φύσηξε
Ο υγρός νοτιάς φέρνει
Μόνο τον πόνο

Είναι του πόνου
Τα αποτυπώματα
Μέσα στο βλέμμα

Χωρίς πιλότο
Και σε θολό ουρανό
Η τυφλή πτήση

Επιθυμία
Αστέρι τεράστιο
Των γενεθλίων

Μα απέτυχαν
Δε θα λυτρώσουν ποτέ
Οι ψευδαισθήσεις

Μη φανερώσεις
Μωσαϊκό του φλοίσβου
Την αγωνία

Χωρίς ενοχή
Σε χάδια αφήνεται
Κλέφτης ειδώλων

Ανεξόφλητα
Βαλκανικά χρώματα
Φτερά σε μπόρα 

Έχω αντοχές
Στην ίδια αυλαία
Χρόνια και χρόνια

Ανεξήγητα
Η θαμμένη ελπίδα
Φόβο θα φέρει

Φεύγει ο καιρός
Και η θάλασσα ακτές
Καταβροχθίζει

Ανυπάκουα
Ο λόγος πρωτότυπος
Της ανατροπής

Κοντοστέκεσαι
Και ένα χαμόγελο
Δες τρεμοπαίζει

Μας παραπλανείς
Προδοσία της λέξης
Γερά δεμένη

Μαγικής γραφής
Σύμβολα και φυλακτά
Κρύβουν οι φράσεις

 

 

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ (2008)

 

ΥΠΕΡΦΟΡΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ

Ουράνια χτυπήματα
Έγκαυμα από λευκό φώσφορο
Σφραγίζεται
Ανοίγει και αναφλέγεται
Δύσκαμπτη στάση
Του ουρανού θυγατέρες
Με ένα ποτήρι κρασί
Ξεμακραίνουν ώρες χωρίς ειδήσεις
Σαν ταραξίες εντός ορίων
Με θηλυκό νερό
Και τα δώρα της Δήμητρας
Ψάχνουν το άλλο πρόσωπο του δειλινού
Του φόβου αντίδοτο
Εικονολήπτες του αύριο

 

 

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΕΚΛΕΙΨΕΙΣ

Το χρυσό σεντούκι των παραμυθιών
Ψηφιακός καθρέφτης
Γέμισε κόκκινη παλίρροια
Σε ψυχρά νερά
Το βαθυσκάφος έχτισε με μουσική
Ηλιακές εκρήξεις
Τα χρώματα
Της τέχνης των σπηλαίων

Ιπτάμενη σανίδα των παιδιών
Εξαπάτησε το φως
Να μας καθησυχάσει
Στους δρόμους με τις κάμερες
Σύνολα αργυρά και χάλκινα
Πλαστά νομίσματα
Ρυθμίζουν τη ζωή μας

 

ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΠΟΛΕΜΟΥ

Όταν μάζεψαν
Τα αποκόμματα του μυαλού
Έγειραν προς το ποτάμι
Με την οσμή των νεκρών

Πόσο κοστίζει η ανάφλεξη;
Το φως είναι πρόσχημα
Από εκεί μέχρι το κάρβουνο

Κοράκια έγιναν οι ψυχές
Ολόκληρες ήπειροι
Καθησυχάζουν
Στην πίσω πλευρά της θάλασσας
Ξεδιπλώνοντας ένα προσχέδιο
Ρυθμού αλλόκοτου

Των αποστάσεων
Τούτες οι ώρες αιώνιες
Μόνο ο πόνος δεν έχει ρυθμό

Καταπακτές που άνοιξαν κρυφά
Ξεδίπλωσαν βασίλεια της χίμαιρας
Μόνο ο πόνος δεν έχει ρυθμό

 

 

ΑΞΕΔΙΑΛΥΤΟ ΑΡΩΜΑ

Ερασιτέχνες του ασπρόμαυρου
Σαν στάχυα που λικνίζονται
Πευκοβελόνες που τρίζουν
Είναι οι πολλοί
Του αυταρχισμού υποστηρικτές
Ο φόβος
Αναγραμματισμός της ελπίδας
Υπεροπτικά γοητευμένος
Από ραδιενεργές αμμοθύελλες
Συμπεριφορές εγκλείστων
Στο κλάμα της βροχής
Πυγολαμπίδες χάθηκαν
Σε λίμνες ανυπότακτων πουλιών
Εκεί που καθρεφτίζονται τα αστέρια

Επαναστατικές τοιχογραφίες
Για λίγους
Διαδοχικά
Πλωτές πολιτείες
Τα χαρακώματα του χιονιού
Φόρεσαν τα χρώματα που λιώνουν
Θυσία και πένθος

Στα παζάρια των μάγων
Οι Νέρωνες καίνε τις πόλεις

Αρχές Αυγούστου 2006

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ

Φλέβα
Φτιαγμένη από λέξεις
Χρώματα
Δίχως όνομα
Φωνή γεμάτη μυστικά
Με τη χροιά του τρόπου
Που λένε τ’ όνομά σου
Αυτοί που σ’ αγαπούν
Καρικατούρα μιας κούκλας
Του κοριτσιού
Ταξιδεύει
Με τον σιδηρόδρομο του μεταξιού
Να προλάβει τον ήλιο που δύει
Στις χούφτες της
Κρατάει ψιχάλες δειλινά
Ανηφορίζουν χειρονομίες
Σε κυλιόμενες σκάλες
Σαν ικεσίες Αμαδρυάδας
Στους υλοτόμους

Με τη μυρωδιά του Θεού
Ανάμεσα ηθικής και αισθητικής
Ήταν κάποτε ένας χάλκινος τρίποδας
Ήταν κάποτε
Ένα κορίτσι με τις κούκλες του

 

 

ΩΣ ΔΑΝΕΙΟ

Μούσα της μνήμης
Δεν ορίζω τις δυνάμεις του Αίολου
Με βρήκε ο ύπνος
Με τη μελαγχολία του Άμλετ
Είμαι μια τοξοβόλος σε υπέρβαση
Αφόρητα πλαγιοδρομώ
Τα επίσημα ψεύδη
Ανυπεράσπιστη
Με το πέπλο της μυθοπλασίας
Απέμεινε αίμα στον τοίχο
Και με εκθέτει

Την αϋπνία
Την απορροφάει το φως της μέρας
Έρχεται να μας βρει
Εκεί που αρνιόμαστε να φτάσουμε

 

 

ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ

Έκθεση
Με γκραβούρες
Και πάνινες χειροποίητες κούκλες
Επίσκεψη περαστική
Γυροβολιά της νιότης
Σιωπηλά φεύγει

Φθινοπωρινοί διάλογοι
Ιερά δώρα
Αποχαιρετιστήρια
Ο άγιος των χαμένων σκοπών
Με το ανελέητο βλέμμα του
Ταξίδι στον ήλιο

Η θυσία χαρίστηκε
Στους λωτοφάγους
Κοιτάς έξω
Μ ια σειρά πράξεις
Στοιχειοθετούν όρια
Να δικαιώσουν το θάνατο

 

 

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

Στα άκρα της λύπης
Το τέλος των πραγμάτων

Μας ελκύει
Στη μυστική την κρύπτη
Ο κόσμος της ομορφιάς

Να προλάβω το θάνατο;

 

 

ΥΠΑΙΘΡΙΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ

Δίνουν χρώμα
Στο γκρίζο της πόλης
Στην άλλη πλευρά
Μιας μαγικής πόρτας
Φλερτάρουν τα πρόσωπα
Σε φωτοσκιάσεις
Αρχαίοι αθλητές
Σε καλύμματα παλιών βιβλίων

Των γκράφιτι writers
Οι χαράξεις
Όπως στις παιδικές ζωγραφιές
Είναι οι μάγοι
Με τις πινελιές θραυσμάτων

 

 

ΤΑΡΙΧΕΥΣΗ

Δίγνωμη ματιά
Λεηλασία
Εισβολείς
Εγκληματούν και διαφεύγουν
Με ανανεωμένη διάθεση

Ένας μοναχικός γυπαετός
Με βαθύ πορτοκαλί
Λούζεται
Στη διαβάθμιση των χρωματισμών
Κλαίει

 

 

ΘΛΙΜΜΕΝΑ ΝΕΡΑΝΤΖΙΑ

Ένα περιβόλι ντάλιες
Μετατρέπεται
Σε χέρσα ζωή
Την καταπίνουν
Παράφωνες κουκουβάγιες
Του ψιθυρισμού
Το ασύντακτο σκοτάδι
Στα ναρκοπέδια
Μετέωρα δάκρυα
Τα τύλιξαν τρελοί αέρηδες
Στις αγορές της πόλης

Μέσα στη βουή των επερχόμενων
Το μέλλον θα το φοβούνται οι δυνατοί

 

 

Η ΣΑΛΙΜΕ

Στις λυόμενες αίθουσες του ονείρου
Η Σαλιμέ έμεινε ασάλευτη
Στο χρώμα της αγάπης
Το άπλωσε στα ραδίκια και στις μολόχες
Και στα μήλα που μας χάριζε
Σαν παίζαμε πόλεμο
Τούρκοι και Έλληνες μες στην αυλή της
Το σπίτι τώρα το γκρεμίσανε
Τα μήλα έγιναν πέτρες
Στα τζάμια του καφενείου σκιές
Θραύσματα αγγέλων
Τα πήρε ο στοιχειωμένος ύπνος
Την ώρα τη δύσκολη
Η Σαλιμέ
Όπως η Φαδίμη
Αποφάσισε να μείνει μαζί μας
Φύτρωσαν τότε λουλούδια τριγύρω μας
Στις αποχρώσεις της χένας
Τα σκόρπισε νύχτα ο άνεμος
Εκείνον τον παράξενο χειμώνα
Ανατολικά του αντίσκηνου
Ακούστηκε θρήνος βιολιού
Βγήκαν μοιρολογίστρες
Έσβησαν οι λάμπες ασετιλίνης
Και η εξόρυξη χαλκοπυρίτη
Υδρόχρωμα σκέπασε
Σκέλιθρα ξύλα στην αυλή
Κι ένα ειδώλιο του έρωτα
Στην πόρτα της
Τα ηχοπετάσματα
Τώρα σκοτώνουν τα πουλιά
Κι ένα ωραίο
Ειρηνικό κομμάτι της ζωής μας

 

 

ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΚΑΙ ΡΗΞΗ

Πρόσεχε τις παρουσίες μέσα στη θλίψη
Αδειάζουν βαθιά τον εαυτό σου
Σαν παλιά αγάλματα
Σε κοιτάζουν ακίνητα
Τις νοσταλγίες προσφέρουν
Σε μονοσύλλαβο χρόνο
Προθεσμίες που έληξαν
Μ’ ένα σπασμένο γέλιο
Η γιαγιά ντυμένη τη σκούρα ποπλίνα
Βγαίνει στον κήπο να μαζέψει ροδάκινα
Τώρα διαρκώς ταξιδεύει
Στο σπίτι
Είναι παλιός και σκουριασμένος
Ο καθρέφτης
Μπερδεύει το φως με τις σκιές
Τα περασμένα με τα τωρινά
Ποιος σηκώνεται νωρίς
Και βρίσκει το σκυλί πεθαμένο
Ποια μάνα ξαναπλένει
Το πουκάμισο του γιου
Και το απλώνει στα σύννεφα
Είναι φευγάτη σε ξένη χώρα
Και σε άδεια ερείπια
Μέσα σ’ αυτή τη νέα πραγματικότητα
Πέθανε η αγάπη
Ένα σπίτι δίχως παράθυρα και πόρτες
Είτε για σένα φτιάχνεται
Είτε για σένα πέφτει

 

 

ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΦΛΑΜΙΓΚΟΣ (2005)

 

Κρατικό Βραβείο ποίησης του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου.
Σκεπτικό βράβευσης: Η ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου διακρίνεται για την αισθητική αρτιότητα και την υποβλητικότητα. Η έντονη παραστατική δύναμη, η θεματολογική και υφολογική ομοιογένεια, η ελλειπτικότητα είναι κύρια χαρακτηριστικά του έργου. Μέσα από χαμηλόφωνους τόνους η ποιήτρια επιβάλλει το δικό της εσωτερικό ρυθμό αποτυπώνοντας υπαρξιακές ανησυχίες και αποκαλύπτοντας ένα πλούσιο συναισθηματικά κόσμο.

 

ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΔΕΝ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Κρεμάστηκε από τον ουρανό
Βροχή
Και απειλεί
Σαν την παράδοση της Ανδρομάχης
Έχει ακόμα χρόνο
Που λιγοστεύει
Καθώς αρχίζουν
Μέσα στην απορία τα θαύματα
Λοξοδρομούν
Στις συγκοπές των βημάτων
Που κάνουν το νερό να γλιστρά
Στα πόδια της μάνας
Να βρεθεί κάποιος
Να πάρει το μωρό που κλαίει

Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος
Φεύγει πίσω τους ο τόπος

 

 

ΜΕ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ

Τόσο σκιώδες
Τόσο εφήμερο
Είναι το γούρι των θνητών
Η μνήμη γράφεται
Στο νερό
Όταν φυσήξει ο άνεμος
Όλοι θα σ’ έχουν ξεχάσει
Φυσάει πάντα
Απλώς αλλάζει κατεύθυνση
Με την κλαγγή των όπλων
Προβάλλει μια γατοκέφαλη θεά
Με δίχρωμα μάτια
Φοράει το δαχτυλίδι του Μίνωα
Σιωπηλά
Βαλσαμώνει πτώματα

 

 

ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ

Ένας χείμαρρος
Ακούω τη βουή του
Τη νύχτα
Δισύλλαβο μοιρολόι
Μοίρα και πρόκληση
Με χωρίζει από τους άλλους
Ό,τι δεν χάθηκε
Είναι μέσα μου

 

 

ΣΥΝΕΝΟΧΟΙ

Θα μαζέψουμε τα σκουπίδια
Ενός πολέμου που δεν αποφασίσαμε
Με μάσκες που συγκαλύπτουν ασχήμιες
Θα ξεχάσουμε
Δύο τρύπια παπούτσια στις ερημιές
Δύο τρύπες άδειες τα μάτια
Θάνατος

 

 

ΦΡΟΥΡΟΙ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ

Μεγάλωσα σε σπίτια εκατό
Στις γειτονιές του ελάσσονος
Γι’ αυτό τρομάζω στους θυμούς
Μισώ να πιέζω τους ανθρώπους

Κάθε που έρχεται η άνοιξη
Μοσχοβολούσαν τα κρινάκια
Κρασί
Γλυκά
Κεντήματα
Τότε που τα παιδιά
Επινοούσαν ακόμα παιχνίδια
Ο συλλαβισμός της ομορφιάς
Να σκαλίζει μικρά αλλόκοτα είδωλα

Έρχονται από τον κόσμο του ονείρου
Τρυφερές διαφάνειες
Ακριβές
Της παιδικής ηλικίας

 

 

 

ΣΑ ΝΑ ΣΥΝΕΒΗ (2002)

 

ΤΟ ΜΙΣΟΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΟ «ΑΝΩΙ»

Το μισογκρεμισμένο «ανώι»
Δεν φτιάχτηκε
Για να διαρκέσει
Μ’ αυτό δεν θα μπορέσω άλλο να ζήσω
Κάτω απ’ τη στέγη
Στη μέση ακριβώς της καμάρας
Ένα φανάρι
Ανάβει ακόμη απ’ το χέρι της μάνας
Η σκάλα φαγωμένη πέτρινη κατεβαίνοντας
Μέσ’ στα αγριόχορτα λυπημένη
Για την αναχώρηση όλων μας
Οι νύμφες γύρω απ’ το ψηλό
Σιδερένιο νυφικό κρεβάτι του παππού
Στήνουνε χορό με μύθους και ήρωες
Το χαμομήλι σιωπηλό
Μέσα απ’ τις πλάκες της αυλής
Κ αι τα αδιάκοπα τζιτζίκια του καλοκαιριού
Ανάμεσα μια θεά άγνωστη
Μ’ όμορφα δάχτυλα να γνέθει
Πολλά γνωστά και άγνωστα
Πάνω απ’ τη στέγη τα σπουργίτια
Ψηλά μέχρι τον ανοιχτό αέρα και
Τ ι κεραμίδια του απέναντι σπιτιού
Εκεί που ε στηνε σκοπιά ο εγγλέζος στρατιώτης
Όταν μας βάζανε οι εγγλέζοι «κέρφιου»
Μέσα σε αφόρητη ζέστη και δέντρα ακύμαντα
Ακόμη μοσχοβολάει εκατόχρονος δυόσμος
Δεν έπρεπε να δεχτώ

Να χαλάσουν το φράχτη με τις φραγκοσυκιές
Ένα φίδι τράβηξε ίσια κατά την αυλή
Μέσα σε μια αδιαπέραστη ψύχρα ερήμωσης
Τ ο πέτρινο ανώι
Με την καμάρα και τα πολλά παράθυρα
Δεν υπάρχει παρά μονάχα
Για να πουληθεί
Οι αγοραστές του
Θα μεταλλάξουν το φως
Απ’ την πέτρα του
Και το φανάρι της μάνας θα σβήσει

 

 

ΚΑΤΑΔΥΣΕΙΣ

Το σκουπιδιάρικο περνάει στις τέσσερις κάθε πρωί
Μ e ξυπνάει
Με πιάνει αγωνία
Εφιαλτική εξάρτηση απ’ το χρόνο
Ξαγρυπνάω
Έρχονται τότε πράγματα της νοσταλγίας
Λέξεις της αγάπης
Λέξεις της θλίψης
Η μάνα μου γριά ντυμένη στα μαύρα
Μ’ αποχαιρετάει στο κατώφλι του σπιτιού
Λυπημένη
Εγώ φεύγω
Μεγάλα μυρμήγκια με φτερά και βατραχάκια
Οι γάτες μας μεγάλες σαν λιοντάρια και γουργουρίσματα
Η μάνα έχει μια στενοχώρια
Μεγάλη σαν τη νύχτα
Είναι ένα κύρτωμα στους ώμους της που τη γερνάει
Μα όταν γελά σκάνε τα ρόδια
Μου ’πες να τα κρατήσω
Μ* αυτά ξανάγιναν σπουργίτια και
Χελιδόνια που τριγυρνούν στις στέγες
Των σπιτιών της γειτονιάς
Αποδημητικά πουλιά ο τόπος μου έχει πολλά
Μου ‘λειψαν ας πούμε
Οι τσακιστές ελιές με κόλιανδρο
που τρώγαμε τ’ απόγευμα

Τα χαλίκια της αυλής
Τα μαντολίνα
Οι μυρωδιές…
Στην αυλή μας ένας σκαντζόχοιρος ήμερος
Περιφέρεται ακόμα
Δεν μας φοβάται
Όλο ξεχνώ τα πράγματα που έχω προγραμματίσει
Για να κάνω
Σήμερα όμως
Στη δροσιά του σώσπιτου με το φεγγίτη
Προς τη μεριά του Τροόδους
Στο φλιτζάνι του καφέ η Ξενοφίνα
Διαβάζει σημάδια των ονείρων
Μαύρο είναι το χρώμα στις μπλούζες των νέων
Γκρίζο είναι το χρώμα της θλίψης
Κόκκινο είναι… και όλα τ’ άλλα
Κοσμήματα της οικειότητας
Ύστερα ξημερώνει.

 

 

ΤΟ ΝΕΟ ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΞ

Ήδη το φεγγάρι
Ένα κενό ανάμεσα στα κύματα
Τόσα λείψανα αγαλμάτων
Τόσοι πολλοί αγώνες
Για λογαριασμό τρίτων
Τόσος καπνός από θυσίες
Που μυρίζουν ακόμα τα σκοίνα

Καθώς τα χαρακώματα έζωσαν
Τα πλευρά του τόπου
Εμείς παιδιά μάθαμε
Να μπαίνουμε στις καταιγίδες
Όπως κάποιος μπαίνει σ’ ένα δωμάτιο

Λες τώρα να στήσουν μνημείο
Στον Μαριγιάν το μονόφθαλμο λιοντάρι
Του ζωολογικού κήπου της Καμπούλ
Στο κέντρο της πόλης
Καταμεσής του πολέμου;

 

 

ΓΥΜΝΟΙ ΙΚΕΤΕΣ

Στην εξέδρα των δακρύων
Ένας λαός πολιορκημένος
Βρέχει σοβάδες και λυγμούς
Μα τα πουλιά δεν βρίσκουν τόπο να κουρνιάσουν
Τα πτώματα έμειναν άταφα
Τα μάτια στεγνά
Ένα φως ίδιο με λάμψη πυρετού
Άπληστη τυραννία
Μαχαραγιάδες με τα κυνικά φετίχ της ευμάριας
Άστοχοι εκ των πραγμάτων
Φωνή θανάτου στα σοκάκια της Ραμάλας
Παρατεταμένη αστάθεια του γρύλου
Με το τραγούδι της νύχτας πένθιμο
Η Ραμάλα των σκοτεινιασμένων αποκλεισμών
Στα οχυρά της άνοιξης ναυαγισμένη πόλη
Σε κατάσταση θανατηφόρα
Ζητάνε υποχωρητική συμπεριφορά
Αλαζόνες προς φτωχούς
Μια διέξοδος διαφυγής προς το θάνατο
Με τραγούδι γυμνό
Ιππότες της αποκάλυψης
Για να ερμηνευτεί η λυρική ανατολίτικη ομιλία
Σε πραγματική ταυτότητα
Χρονοφανάρια να φωτίσουν
Το ωραίο πρόσωπο της Παλαιστίνης
Η ισορροπία της αλήθειας
Ώσπου να αλλάξουν τα χρώματα

1-4-2002

 

Του Σολωμού Σολωμού
Του παλικαριού που τόλμησε

…Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου…
Τούτο εστί το αίμα μου…
Ένα τραγούδι μεσ’ στο καταμεσήμερο υψώνεσαι
Μεσ’ στην αγάπη μας μ’ όλους εμάς
Μόνος ή τον θάνατο
Γυμνός και λεύτερος
Το στιλπνό σου όνειρο
Αίμα αναβλύζον
Απ’ τις πληγές του κορμιού σου
Πατρίδα σου είναι ο άνθρωπος
Περήφανος
Και λεύτερος
Ένα ασθενοφόρο ολομόναχο πέρασε στους
Άδειους δρόμους ασθμαίνοντας
Μια αφόρητη λύπη
Χαιρετώ το παλικάρι
Που προσπάθησε να φτιάξει έναν κόσμο
Έξω απ’ την πραγματικότητα
Αυτός ο θάνατος είναι το όνειρο
Είναι ο θάνατος του φωτός
Ωστόσο
Ο ήλιος είναι η πηγή της ζωής
Γι’ αυτό γυρίζεις διαυγής στις αυλές
Των σπιτιών μας
Στη δροσιά των κληματαριών

Στο πρωινό φως
Στους αντίλαλους τ’ ουρανού
Πέρνα λοιπόν
Λεβέντη δικέ μας
Τίποτε δεν σου κλείνει τον δρόμο
Σ’ ένα άγιο Ιδανικό τέρμα
Γιατί ποτέ δεν ήλθες και ποτέ δεν έφυγες
Γεννημένος με το χαμόγελο της αθανασίας.
Στα χείλη σου

16-08-96

 

 

ΗΛΙΚΙΑ (1985)

 

ΧΑΡΤΕΣ ΚΑΙ ΑΤΛΑΝΤΕΣ

Μέσα στο σπίτι κοιμούνται οι παλάμες του έρωτα.
Κάπου εισδύει μια διαύγεια έξαλλη,
δεσπόζει η λατρεία μέσα στο παιδικό δωμάτιο
με τα παιχνίδια
και το καγκουρό που ήρθε απ’ την Αυστραλία.
Κάτωχροι τοίχοι εξάπτουν την πραγματικότητα,
εισδύουν στα παραμύθια του παιδιού.
Ποιος τυραννούσε άραγε τη μάνα μου,
κι ένα τοπίο γυμνό Κυπριακό
που στέκει αβίαστα μες στον καθρέφτη.

Μέσα στο σπίτι κολυμπάει μεταξένια αταξία.
Καλπάζουν χωματένιοι σβόλοι
στη φαντασία της κίτρινης μπάλας
κι ο Ιάσονας γελάει.

 

 

ΓΥΑΛΙΣΜΕΝΟ ΤΖΑΜΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ

Κουβαλήσαμε την αμφιβολία του αιώνα
στο σπίτι στην Καλαβασό.
Τ ο νερό στη γυάλα του ψαριού έμεινε ανάλλαχτο.
Με μάτια ατημέλητα οι άνθρωποι έρχονται.
Τι θέλουν;
Ξεθώριασε η μανταρινιά.
Τους κέρασε γλυκό κυδώνι η γειτόνισσα.
Η πρόθεση των χαλικιών ήταν να βαλσαμώσουν
την ακαμψία των βουνών,
ταράζει το ρυθμό της λάμπας η ροή των χειμάρρων.
Βραδιάζει σοκάκια και παιδιά που παίζουνε,
νυχτώνει ηρεμία και πεφτάστερα.
Μείναν σεντόνια απλωμένα στην αυλή οι θύμησες.

 

 

ΛΙΠΟΘΥΜΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Ανήκω σ’ έναν κόσμο που γοητεύεται να ακούει ιστορίες.
Ξεχάστηκα και φόρεσα τα ρούχα μου ανάποδα.
Κάνω κολάζ ανθρώπων αγαπημένων που μπαίνουν μέσα σ’ άλλες εποχές.
Έμαθα πάλι απ’ την αρχή κάτι απ’ τις μυρωδιές να ξεδιαλύνω.

Μου λείψαν ξαφνικά πολλά. Καπνίζω ακόμα.
Το πρόσωπό μου είναι χλωμό. Μη με κοιτάς.
Ο καιρός ετοιμάζεται πάλι να γυρίσει.
Όμορφοι που είναι οι άνθρωποι όταν γελάνε.

Τ α λόγια κλείνονται σε μια βαλίτσα αναχώρησης.
Τ α κλείνει η κυρία Νίκη η καθαρίστρια
κι ένας πντσιρικάς μαζεύει νομίσματα χρυσά.
Κάποιοι τουρίστες έγιναν πολύχρωμοι πίνακες.
Οικείος και μακρινός σ’ ολονύχτιο αεροπορικό ταξίδι.
« Έλα να δούμε από εδώ τη Λευκωσία»,
Μόνη διέξοδος μικρές αθώες εμμονές,
και η μνήμη να επιμένει σ’ αυτό που δεν υπάρχει πια.
Στα χέρια σου κρατούσες κάποτε υγρές νοσταλγίες.
Με τα δάκτυλα του μύθου περιεργάζεσαι ακόμα
μια απορία που έγειρε και κοιμήθηκε σ’ αυθαιρεσίες ονείρου.

Σου φώναξα δυνατά.
Κάτω από ένα δέντρο. Θα μ’ άκουσες.
Κάτι απ’ τα παλιά με άγγιξε.
Ξεχύθηκε μια ανατριχίλα απ’ το Φασούρι μέχρι το λιμάνι.
Πέρασε κάποτε ένα καράβι
τυλίγοντας τον καπνό του γύρω απ’ το σπίτι μου.
Με πήρε μαζί του και δεν θα γυρίσω ποτέ.

Την αγάπη σου την ματαιώνει ο χρόνος.
Προτιμώ να πιω έναν καφέ στο σπίτι της φίλης μου,
πριν με προλάβουν οι αιώνες του καλοκαιριού
και η κίνηση απ’ τα χιόνια του χειμώνα με φοβίζει.
Ένας φωτορεπόρτερ τραβάει σ’ επαναλήψεις
την γιαγιά μου να ερωτεύεται.

 

 

ΕΧΕΙ ΕΝΑΝ ΕΡΩΤΑ

Σε πόσες γιορτές θεών και σε χορούς ξεχάστηκε.
Άφωνη με γραμμένα στα πόδια χρυσά του έρωτα λόγια.
Ήσυχα μελετάει την απόφασή της μες στη νύχτα.
Κανείς δεν πρέπει να της έχει εμπιστοσύνη.

Χρησιμοποίησε τις μέρες της απλά.
Δεν την απασχολούνε πια πολλά
έχει έναν έρωτα που την ταράζει.
Τώρα της ανήκει η ομορφιά.

Λοιπόν όταν κανείς δεν την προσέχει, κοιτάζει τον καθρέφτη
και φτιάχνει τις ρυτίδες της.
Μετά πίνει ένα ποτήρι καφέ, ανάβει τσιγάρο,
μιλάει στο τηλέφωνο με τις ώρες. Γελάει.
Δε θα γεράσει ποτέ.

 

 

ΚΥΠΡΟΣ 15 TOY ΝΙΟΒΡΗ 1983

Η θλίψη σου πλανιέται στα μάτια μου
Και μας ανήκει

Σήμερα θα ‘χω γεράσει πάλι απότομα
Είμαστε μόνες
Τα ματαίωσε όλα
Η χειμερινή λευκή απεργία των μουσικών.
Μια άτυπη επέμβαση χωρίς ευθύνη.
Αν όλο και περισσότερο σ’ αγαπώ
όλο και πιο πολύ σε χάνω.
Οι πρώτες σοδειές σκορπίστηκαν.
Η γλώσσα σου τώρα βουβή.
Φοβούμαι δεν θα προλάβεις να μου μιλήσεις.
Ποια θέση να πάρω σε τούτο τον τόπο;
Είσαι ένα σώμα συνέχεια εκτεθειμένο στο θάνατο.
Μέσα στο μυστικό πηγάδι πνιγμένη,
Μια μακραίωνη συμβίωση
με το θυμωμένο ουράνιο τόξο.
Μια σύνθεση ωστόσο πολύμορφη
Επίμονα έρχεσαι απ’ το βυθό της θάλασσας αθάνατη.

 

 

ΔΙΑΓΩΓΗ (1981)

 

ΜΑΛΕΜΕ

Σε θυμήθηκα στο παράλογο πλάνο
να ριψοκινδυνεύεις τη ζωή σου
στις κυριακάτικες παρελάσεις.
Τώρα οι φίλοι μας απόχτησαν συνήθειες…
Παιδιά
βλέπαμε τους ξανθούς Άγγλους στο νησί μας
να παίρνουν το πρωινό τους πλάι στη θάλασσα.
Ήταν αγέλαστοι κι εμείς τρομάζαμε.
Τότε μια ριπή ανέμου
μας πήρε στο ταξίδι των καταιγίδων.
Αντικατοπτριστήκαμε στις λευκές επιφάνειες
και μεγαλώσαμε.
Στο μέσο κάπου του οχταώρου
αγαπηθήκαμε.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

Ο θρυμματισμένος κόσμος της Φροσούλας Κολοσιάτου

19/8/2013

Ως συνειδητοποιημένος ειδωλολάτρης αρέσκομαι στο να χτίζω κρυφούς προσωπικούς χώρους μέσα στους οποίους αποθέτω με πολύ μεγάλη αγάπη μικρά κομμάτια τέχνης . Εκεί λοιπόν γδύνομαι τη λογική και επιστρέφω στην πρωτόγονη γύμνια μας , την καμωμένη με τις ευλογίες του πλατωνικού «επιθυμητικού». Κολυμπάω σε μιαν απέραντη στιγμή που περιπαίζει τις ορατές εκδοχές της πραγματικότητας και προκαλεί το αφανέρωτο να εκτεθεί στο φως .Γιατί νομίζω πως αυτό είναι η τέχνη : μια τιτάνια μάχη του ανθρώπου με το αφανέρωτο , μια συνωμοσία με τον προσωπικό μας μύθο ,για να κρατηθούμε λίγο ακόμα στις άμορφες περιοχές του ,προτού μας συνεπάρει οριστικά ο χείμαρρος που λέγεται λογική . Όποτε βρίσκω επομένως την ευκαιρία ,θολώνω λίγο το τζάμι της καθημερινότητάς μου , για να μπορώ πάνω στην πάχνη της να ζωγραφίζω με το δάχτυλο δράκοντες και βασιλοπούλες ,όνειρα μέσα σε ρευστό περιτύλιγμα .Μόνο έτσι μπορώ και βάζω την ανθρωπιά μου σε κίνηση ,μόνο έτσι γλυκαίνει μέσα μου ένα κομμάτι πικρό που το σωρεύουν με πείσμα και με αναλγησία, μέρα με την ημέρα , άλλοι. Ανάμεσα σ’αυτές τις αλλόκοτες ζωγραφιές που αναστατώνουν κάποτε το βλέμμα μου είναι και η ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου .
Παρόλο που τ’ όνομά της είναι γνωστό σε όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις στο χώρο της νεοελληνικής ποίησης μετά το 1970 ,θα μπω στον κόπο να σας τη συστήσω .Γεννημένη στη Λάρνακα της Κύπρου ,η ποιήτρια ανήκει λογοτεχνικά στη λεγόμενη «γενιά της εισβολής» ,σε έναν κύκλο Κυπρίων δημιουργών που το έργο τους στιγματίστηκε έντονα από το γεγονός της κατοχής μεγάλου τμήματος του νησιού από τους Τούρκους εισβολείς το 1974. Ως εκ τούτου το στοιχείο του πατριωτικού ρομαντισμού χαρακτηρίζει σε ένα σημαντικό βαθμό το έργο πολλών από τους ποιητές εκείνης της γενιάς ,χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι πρόκειται για μια μανιέρα που δεν επέτρεψε στους δημιουργούς να αφήσουν πίσω τους αξιόλογο έργο .Η Κολοσιάτου ξεκίνησε τη λογοτεχνική διαδρομή της λίγο αργότερα ,το 1979 ,με την «Κατοχική εποχή» κι από τότε μέχρι σήμερα έχει δημοσιεύσει άλλες έξι ποιητικές συλλογές , κατορθώνοντας μάλιστα να αποσπάσει και τιμητικές διακρίσεις για τις δουλειές της .
Το πρώτο στοιχείο που θα παρατηρήσει κανείς μελετώντας την ποίησή της είναι ο διάλογος με την ηλικία , με το χρόνο . Ο χρόνος ωστόσο δεν αντιμετωπίζεται ως μία ποιότητα με απροσδιόριστα χαρακτηριστικά ,ως μία φιλοσοφική σύλληψη που απλώς εξιδανικεύεται ή ξορκίζεται από την ποιήτρια .Έχει συγκεκριμένες αποτυπώσεις σε απτά καθημερινά αντικείμενα , σε αγαπημένες μνήμες από το παρελθόν ,σε πρόσωπα που συμβολίζουν μια αλλοτινή ευτυχία καμωμένη με τα ευτελέστερα υλικά , με μυρωδιές και αγγίγματα . Ακόμη και το βάρος της τραγωδίας του τόπου της η ποιήτρια το αποδίδει με όρους που παραπέμπουν στη φθοροποιό δύναμη του χρόνου ,το μεταφράζει ως απότομο γέρασμα του δικού της σώματος [Η θλίψη σου πλανιέται στα μάτια μου/Και μας ανήκει / Σήμερα θα’ χω γεράσει πάλι απότομα]. Η γενικότερη όμως αίσθηση που αφήνουν πολλά ποιήματα είναι εκείνη μιας βαθιάς νοσταλγίας για κάτι που έχει αφεθεί οριστικά στο παρελθόν και είναι αδύνατο πια να επιστρέψει .Η μετάβαση μάλιστα σ’ αυτό γίνεται με μια τεχνική που θυμίζει το κολάζ . Το λέει άλλωστε η ίδια η δημιουργός «Κάνω κολάζ αγαπημένων ανθρώπων που μπαίνουν μέσα σ’ άλλες εποχές» . Χωρίς να φεύγει κάτω από τα πόδια της το παρόν , χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί ότι παγιδεύεται μέσα στις ψευδαισθήσεις της , αρπάζει μια εικόνα από δω ,μια εικόνα από κει , μια κίνηση , ένα νεύμα , και τα συντάσσει σε ένα σύνολο μέσα στο οποίο κυριαρχεί η χαμένη αθωότητα ενός άλλου κόσμου . Σ’ αυτό τον κόσμο έχουν θέση η συνομιλία με νεκρά αγαπημένα πρόσωπα που επιστρέφουν για να βάλουν σε τάξη τα πράγματα [ Μια γυναίκα ωραία , η μάνα μου , με κοιτάζει πίσω απ’ τα γυαλιά της /Γλιστράει μέσα από στρατιές αγγέλων /Είναι γλυκιά και όμορφη μα είναι πεθαμένη/Μου φτιάχνει το παιδί στην αγκαλιά , χαμογελάει ] ,η ανάκληση τρυφερών εικόνων της παιδικής ηλικίας που κρατιούνται μέσα σε ντουλάπια όπως τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα [Παιδικές φιγούρες που τις σιδέρωσες μες στο δωμάτιο/ Τις δίπλωσες μες στις ντουλάπες και τις φύλαξες ], οι εξομολογήσεις μεσήλικων γυναικών που θαρρείς παλεύουν για να κρατήσουν για λίγο ακόμη την άμμο της ηλικίας τους στο πάνω μέρος της κλεψύδρας [Έχω ήδη κρεμάσει ανάποδα /Τους καθρέφτες της σκέψης μου /Για να μη βλέπω τους φόβους μου], η παρηγορητική λειτουργία του ύπνου ,ο οποίος δίνει τη δυνατότητα στο ποιητικό υποκείμενο να απαλλαγεί προσωρινά από την ασκήμια του παρόντος και να μεταφερθεί σχεδόν σωματικά σε στιγμές περασμένης ευφορίας [Μυστική σύμβαση με τον ύπνο έχει / Η νοσταλγία της επιστροφής] [Να έρθει ένας ύπνος γλυκός ν’ απαλύνει τις σκέψεις σου] [Θα χρειαστώ ένα διαβατήριο να αποδράσω /Έναν ύπνο ας μοιάζει με θάνατο].
Θα τολμούσα να πω ότι μέσα από την ποίηση της Κολοσιάτου ξεπροβάλλει ένας θρυμματισμένος κόσμος , μια πραγματικότητα της οποίας τα κομμάτια ευελπιστεί να συρράψει η ποιήτρια .Όχι τόσο για να δημιουργήσει ένα σύνολο μέσα από το οποίο να μεταφέρει την εικόνα της ,όσο για να δείξει πως λειτουργούν μέσα στη μοναδικότητά τους αυτά τα κομμάτια ,ως αυτόνομες στιγμές μιας ζωής μοιρασμένης ανάμεσα σε δύο διαφορετικές διαστάσεις , σε δύο αλληλοσυγκρουόμενα χρονικά επίπεδα .Υπό αυτό τον όρο , τα ποιήματά της μοιάζουν με συστάδες από σπασμένες εικόνες που διατρέχουν με αστραπιαία ταχύτητα την απόσταση μεταξύ του κάποτε και του τώρα .Ξεκινούν από ένα μικρό ερέθισμα , περιφέρονται μέσα σε διαφορετικά τοπία χρόνου , συλλαμβάνουν αθέατες λεπτομέρειες και τις οδηγούν στο κέντρο της προσοχής του αναγνώστη , κάνουν το λίγο να φαίνεται πολύ και το αντίστροφο , μεταφράζουν το υπαρξιακό άγχος σε λέξεις, απαιτούν να τα προσεγγίσει κανείς κομματιάζοντας και όχι συγκεντρώνοντας τη σκέψη του .
Το βίωμα υπάρχει ασφαλώς ,είτε αυτόδηλα δοσμένο είτε υπαινικτικά . Στιγμές από τη ζωή της ποιήτριας ,από τον κόσμο μέσα στον οποίο κατέθεσε το σώμα και την ψυχή της ,από τις εικόνες και τα σύμβολα που αγκαλιάστηκαν μ’ αυτό τον κόσμο ,υπάρχουν σε πολλά ποιήματα [Βγαίνω με τα γκρίζα μαλλιά μου/ Φέρνοντας τοπία μέσα από άλλους αιώνες/Ξενόγλωσσα βιβλία στην τσάντα /Στη γιορτή της ανάγνωσης/ Διαβρωτικό φθινόπωρο να γλείψει /Τ’ αλάτι του καλοκαιριού και τις έγνοιες μου]. Δε θα έλεγα όμως ότι η ποίηση της Κολοσιάτου είναι αποκλειστικά πρωτοπρόσωπη .Δεν εκθέτει εύκολα το εγώ η ποιήτρια στους στίχους της , όσο κι αν το βιωματικό στοιχείο είναι προφανές .Συχνά επιλέγει το τρίτο πρόσωπο για να μιλήσει για δικά της τραύματα ή αφήνει τα τραύματα αυτά να περιβληθούν έναν πανανθρώπινο μανδύα [Μια πλανόδιος /Με πρόσωπο που είναι δύσκολο/Να το ορίσεις / Σε μεγάλο περίπατο στους αιώνες/Ελληνικό τοπίο και παράπλευρες εικόνες / Με ξύλινα πέδιλα τριγυρίζοντας /Τα είχε χάσει όλα/ Σκαλίζει τις λέξεις /Τίποτε δεν φυτρώνει/Παντού νεκροί]. Κι εδώ πάλι ,όταν η ποιήτρια , σκαλίζει ποιητικά τα δικά της βιώματα , κυριαρχούν αλλεπάλληλες εικόνες που θαρρεί κανείς ότι ξορκίζουν το άγχος της να προφτάσει να κλείσει στα σύνορα ενός ποιήματος μια πολύμορφη εμπειρία . Ή ότι πραγματοποιεί εσωτερικές ανασκαφές προς άγραν σκοτεινών πραγμάτων [Σα να σκάβω τάφους στο κορμί μου/ Προσπαθώντας να εμφανίσω σκιές].
Καίριο ρόλο στην ποιητική της παίζει επιπλέον η μνήμη ,ως μία ενοποιητική δύναμη που αναγκάζει το παρελθόν να πλησιάσει με τις ιαματικές του ιδιότητες το παρόν . Η είσοδος βέβαια στην περιοχή των αναμνήσεων δε γίνεται πάντοτε με τη βεβαιότητα της απόδρασης σε ένα σίγουρο καταφύγιο .Υπάρχει πολλές φορές ένα συναίσθημα ανασφάλειας , μια υποψία ότι τίποτε δεν είναι δεδομένο [Μπαίνουμε στις αναμνήσεις /Σαν σε αβέβαιο όνειρο/Γέφυρες αμφίδρομης νοσταλγίας]. Αυτό φυσικά που διεγείρει τις περισσότερες αναμνήσεις είναι ο τόπος από τον οποίο αποκόπηκε το ποιητικό υποκείμενο [Υπάρχει πάντα /Ο τόπος που συσσωρεύει αναμνήσεις]. Συνηθισμένοι χώροι , αντικείμενα , φωνές , αρώματα , πρόσωπα , ενός άλλου τόπου και μιας άλλης χρονικής στιγμής , εγγράφονται στους στίχους ως θολές και ανάλαφρες διαφάνειες [Έρχονται από τον κόσμο του ονείρου/Τρυφερές διαφάνειες/Ακριβές/Της παιδικής ηλικίας] , έτοιμες να διαλυθούν μόλις τις αγγίξει η παραμικρή πνοή του ανέμου [Η μνήμη γράφεται /Στο νερό/Όταν φυσήξει ο άνεμος/ Όλοι θα σ’ έχουν ξεχάσει]. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι η ποιήτρια αντιμετωπίζει τη μνήμη ως ένα παιχνίδι συγκέντρωσης γνώριμων εικόνων , θέλοντας να υποτάξει με αυτό τον τρόπο το άπειρο , να το ορίσει με κομμάτια από το δικό της οπτικό πεδίο [Άσκηση μνήμης /Συναθροίζοντας πουλιά/Στην κορυφή μιας γυμνής λεύκας /Οι πτήσεις είναι χαμηλές/Πολύ κοντά στη θάλασσα/Πολύ κοντά στον ουρανό/Στο όριο να γίνει/Το άπειρο /περατό].
Όπως ειπώθηκε παραπάνω , η μνήμη λειτουργεί συνήθως ως ένα προσωρινό παυσίπονο . Απλώνει πάνω στα πονεμένα σημεία του παρόντος μιαν ανακούφιση .Τόσο που το ποιητικό υποκείμενο να αισθάνεται πλήρη ευδαιμονία όταν κουβαλά τους νεκρούς του [Προτιμώ να γελώ/Έτσι που έμαθα να κουβαλώ τους νεκρούς μου/μαζί στις εκδρομές/Στη δουλειά κι όπου να ‘ναι] .Σε άλλα ποιήματα ωστόσο η μνήμη βιώνεται ως επίπονη σκέψη που φέρνει στην επιφάνεια της συνείδησης αλυσιδωτά ναυάγια [Πώς να τη διώξω /Αυτή τη σκέψη /Που δεν δένεται /Στοίχειωσε /Λυπημένο πλοίο που ναυάγησε /Και φέρνει άλλο ναυάγιο]. Μετατρέπεται σε μήτρα αγωνίας και άγχους για την ενδεχόμενη επιστροφή οδυνηρών συναισθημάτων [Πώς να σε συντηρήσω/Φοβούμαι την απορία που έχει ο θάνατος] [Η ανάμνηση μακρινή/Διευρύνει τα σβησμένα σύμφωνα/Τραυλίζουν περίεργα/Σε παιδική φωτογραφία /Κρεμασμένη στον τοίχο/Οι μεταλλαγές της απώλειας /Και το ανέφικτο με τατουάζ θανάτου]. Αυτή μάλιστα η αγωνία ξεπερνά τα όρια του παρελθόντος και κυρίως στα τελευταία ποιήματα της συλλογής «Μέσα από παλιά φινιστρίνια» ακουμπάει τις χορδές του μέλλοντος .Μεταμορφώνεται σε ένα είδος απειλής που υπονομεύει ό, τι καλό κατάφερε να σωρεύσει το παρόν [Έρχεται μες στην ακινησία/Βουίζοντας η καταιγίδα/Πίσω να πάρει/ Ό, τι έχει δώσει από την ψυχή της /Η άνοιξη] [Ταυτίζονται οι έξοδοι κινδύνου/Με τις εισόδους/Μ’ έναν τρόπο που αγγίζει/Τα όρια μιας απειλής]
Επιπλέον ,όπως συμβαίνει με τους περισσότερους από τους ποιητές που ανήκουν στη «γενιά της εισβολής» ,ο κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός διαπερνά ένα σημαντικό κομμάτι της ποίησης της Κολοσιάτου ,ιδιαίτερα στις πρώτες συλλογές της . Η ποιήτρια διυλίζει τη μοίρα του τόπου της και μεταφέρει στους στίχους χαρακτηριστικές παραστάσεις της .Δε μένει όμως μόνο εκεί . Τα τραύματα του δικού της λαού την κάνουν ν’ αφουγκραστεί με την ίδια συγκίνηση ανάλογες περιπέτειες άλλων λαών . Μιλά για τη φρίκη ομαδικών εκτελέσεων αμάχων , για πολιορκημένες πόλεις , για πρόσφυγες που γίνονται αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης .Μιλά για την Παλαιστίνη και το Ιράκ και τις πρωτόγονες φυλές που σφάχτηκαν στο όνομα της πολιτιστικής επανάστασης, και στέκεται στο πλευρό των κάθε λογής ηττημένων .Στήνει αδιάκοπα μικρές νάρκες στον οδοστρωτήρα ενός απάνθρωπου καπιταλισμού που σαρώνει σταδιακά τα πάντα κι εξορίζει την ανθρωπιά μας στο επίπεδο της ρομαντικής επιδίωξης .Περιγράφει το τεχνολογικό αδιέξοδο μιας εποχής που έχει για προορισμό της το πουθενά. Κατορθώνει όμως να αποφύγει τον άσκοπο μελοδραματισμό , την υπερβολή που απωθεί , τη ρητορεία που κουράζει ή το διδακτισμό .Η λυρική της πένα υπερβαίνει το εφήμερο των γεγονότων και των διαπιστώσεων ,και φέρνει στο προσκήνιο μια αυθεντικά βιωμένη αγωνία για το απότομο γκρέμισμα κάθε πανανθρώπινης αξίας .
Και είναι γενικότερο χαρακτηριστικό της ποίησης της Κολοσιάτου ότι απουσιάζουν οι ανέξοδοι συναισθηματισμοί .Το συναίσθημα ακουμπάει τους στίχους της με έναν συγκρατημένο τρόπο , αφήνοντας τον αναγνώστη να το αποστάξει μόνος του. Εκείνη απλώς παρατηρεί με διεισδυτικό βλέμμα τη διαδοχή των πραγμάτων γύρω της ,τη σύσταση και την εξέλιξη των εικόνων , την αναμέτρηση του ανθρώπου με τις δυνάμεις και με τη μοίρα που τον συντροφεύει . Μέσα σε αυτό το πλαίσιο , αφήνει την ανάγνωση των στίχων να είναι ρευστή , να επιτρέπει με την απουσία της στίξης και με τη θέση των λέξεων πολλαπλές ερμηνείες .Παράλληλα , ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι τίτλοι των ποιημάτων της . Στις περισσότερες περιπτώσεις μοιάζουν άσχετοι με το σώμα των ποιημάτων ,ως υποψήφιοι στίχοι που δεν μπόρεσαν ή δε θέλησαν να ενταχθούν κάπου και παρέμειναν εκεί , στην αρχή των ποιημάτων , ως σηματοδότες του ευρύτερου φιλοσοφικού πεδίου μέσα στο οποίο κινείται η σκέψη της ποιήτριας .
Κλείνοντας τη μικρή αυτή συνομιλία με την ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου ,θα μείνω στους παρακάτω στίχους από το ποίημα «Κέρινα ομοιώματα» : Ένα ποίημα/Οι στίχοι το ξεφυλλίζουν άσκοπα/Προσπαθώντας να σπάσουν το νήμα /που δένει τη σιωπή . Κάπως έτσι νομίζω ότι βιώνει την πράξη της ποίησης η ποιήτρια .Ξεφυλλίζει «άσκοπα» σελίδες από τον εαυτό της και τον κόσμο που την περιζώνει ,κι αφήνει τη σιωπή να βγάλει προς τα έξω την εξαγνιστική της δύναμη ,να μετουσιωθεί σε λόγο ζωντανό και γενεσιουργό υποσυνείδητων εκρήξεων .

 

 

Σα να συνέβη, (2002)

 

ΤΙΤΣΑ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Η γραφή της Φροσούλας Κολοσιάτου έχει άρωμα πατρίδας και συνάμα οικουμενικό στίγμα.
Γνωρίζει από γυναικεία θέση και διαίσθηση, πως ο κόσμος δεν πλάστηκε ιδανικός. θα μπορούσε η θα όφειλε όμως να είναι πιο ανθρώπινος.

Το φάσμα της αδικίας, της φτώχειας, των πολέμων είναι κάτι που έρχεται και ξανάρχεται στην ποίησή της και αποδεικνύει πως πέρα από τις υπερβατικές προσεγγίσεις στο βάθος έχουμε να κάνουμε με μια ποιήτρια που ζει με την επίγνωση της πραγματικότητας, που εκλογικεύει τους φόβους ,την αγωνία της για το αύριο και το μέλλον εν γένει μέσα σε ποιοτικούς στίχους. Η νοσταλγία της για το νησί των παιδικών ονείρων επανέρχεται στις τελευταίες σελίδες του του σαν εμμονή.

Η Φροσούλα Κολοσιάτου στην τελευταία συλλογή της εμφανίζεται να ψάχνει τις λέξεις, να συγκεκριμενοποιεί το ακαθάριστο και το αφηρημένο μέσα από ανεπιτήδευτα σχήματα. Αυτό που τη χαρακτηρίζει είναι η αντισυμβατικότητα. Οι ποιητικές της επιλογές βασίζονται στην έμπνευση και στη ρήξη. Παραμένει αφοπλιστικά αληθινή, τωρινή και συνάμα μια ποιήτρια που ανήκει στο μέλλον.

Οι λέξεις είναι γι αυτήν το μαγικά εργαλείο με το οποίο επιχειρεί νοητικές εκρήξεις και υψιπετή άλματα. Γοητευτικές στη διάταξή τους, κατάσπαρτες μέσα στο ταξίδι που λέγεται γλώσσα, συνιστούν απολαυστικούς σταθμούς στην πνευματική μας περιδιάβαση.

 

 

Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος,, (2005)

 

ΜΑΚΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΑΤΟΣ

Η Φροσούλα Κολοσιάτου αν και σχετικά νέα, δεν είναι τωρινή ποιήτρια, ούτε προέκυψε από το
πουθενά. Την γνώρισα σε Παγκόσμιο Φεστιβάλ Ποίησης στην τότε Ομόσπονδη Γιουγκοσλαβία
το 1983. Εκπροσωπούσε την Κύπρο κι εγώ την Ελλάδα. Έκτοτε το ποιητικό της ταλέντο μου αποκαλύπτει την ανοδική της πορεία. Μία πορεία σεμνή, διακριτική, χαμηλών τόνων, χωρίς τυμπανοκρουσίες. Αυτό το προσόν, έκδηλο στην ποιητική της γραφή, από τη μία αντικατοπτρίζει τον ψυχισμό της και από την άλλη, σιγά-σιγά κερδίζει έδαφος. Έτσι, όλο και πιο έγκυροι και περισσότεροι κριτικοί και δημιουργοί αντιμετωπίζουν το έργο της θετικά.

Σ΄ αυτή την πρόσφατη πέμπτη συλλογή της, νόστος και λυρισμός, φαντασία και σουρεαλιστι-κές εικόνες με ιμπρεσιονιστική πολυχρωμία, συνθέτουν συνεχόμενα και άρτια σύνολα υψηλής αισθητικής, ενώ ο στοχασμός της βαθύς και εύστοχος, φέρει τη σφραγίδα διεργασιών και βιωμάτων.

<<Η μνήμη γράφεται/Στο νερό/ Όταν φυσήξει ο άνεμος/Όλοι θα σ΄ έχουν ξεχάσει …>>.
Και αλλού θα πει <<Μπρούντζινα σώματα/Από τον ήλιο και την αλμύρα/Εδώ αφήσαμε τα παιδικά μας όνειρα/Το καλοκαίρι η θάλασσα/ Η άνοιξη/Με κήπους ανθισμένες τριανταφυλλιές(……)>>.

Εδώ, ο στοχασμός βάθους δίνει τη θέση του στο νατουραλισμό επιφανείας, με τα χρώματα να οργιάζουν σιωπηρά συνθέτοντας τη συμφωνία της τοπιογραφίας, ρεκβιέμ ίσως για έναν κόσμο που χάνεται. Πράγμα εμφανές στους επόμενους στίχους του ίδιου ποιήματος.<<(…) Καινούργιος μύθος/Ράβει στη μηχανή/Η Ανέζα/Με χιλιάδες μαργαρίτες/Κατακίτρινα χωράφια/Κόκκινα/Μώβ/Πολύχρωμα/Κάθομαι/Μπροστά στο παράθυρο>>.

Η Φροσούλα Κολοσιάτου ξέρει να αξιοποιεί το ταλέντο της, να δέχεται τα θετικά μηνύματα των καιρών και των ρευμάτων να τα μπολιάζει γόνιμα, με δημιουργικές παραμέτρους φανταστικών μεταπλάσεων ενός προσωπικού στύλ. Χωρίς μιμητισμό και κοινοτυπίες.

 

 

Μέσα από παλιά φινιστρίνια,, (2008)

 

ΦΡΑΝΤΣΕΣΚΑ Λ. ΜΑΝΟΥΣΟΥ

Λέξεις, στίχοι, εικόνες στην ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου

Η απόπειρα του αναγνώστη της ποίησης να σπάσει τον κώδικα της μοναχικής γραφής του ποιητή γίνεται πολλές φορές αποκάλυψη ενός άλλου κόσμου αλλιώτικου και απόκρυφου που αφυπνίζει τον δικό μας μικρόκοσμο. Έτσι ο δημιουργός ποιητής με τη «στιχουργημένη» επιστολή _ συλλογή
του, αυτοεξομολόγηση και καταγραφή του είναι του, ανοίγει παράθυρο στη δική μας ύπαρξη, παράθυρο που ίσως νάναι το φινιστρίνι του τίτλου. Διάφανο γυαλί το βλέμμα της Φροσούλας Κολοσιάτου αφήνει το φως της μέρας κι άλλοτε τη νυχτερινή μελαγχολία να διαχέονται σε τοπία αόρατα μα υπαρκτά.

«Υδρόχρωμα σκέπασε
Σκέλιθρα ξύλα στην αυλή
Κι ένα ειδώλιο του έρωτα
Στην πόρτα της
Τα ηχοπετάσματα
Τώρα σκοτώνουν τα πουλιά
Κι είναι ωραίο
Ειρηνικό κομμάτι της ζωής μας»

Ένα πολύπτυχο βιωματικών εικόνων, ήχων υγρών, φωνών απροσδιόριστων, συγκινησιακών κυμάτων και προσωπικών κραδασμών η ποίησή της ένα παιχνίδι πρόκληση με το χρόνο που άλλοτε παγώνει σε φωτογραφικό στιγμιότυπο, άλλοτε αναδιπλώνεται, επιταχύνεται, πισογυρίζει, αφήνοντας χαραμάδα φωτός σε σκηνικά αλλοτινά. Η διαλεκτική του τότε και του τώρα, τη νοσταλγίας και του πραγματικού, της ζωής και του θανάτου, του ιστορικού και του βιωματικού χρόνου, της γης και του νερού, όλα γίνονται στίχοι με τη γλυπτική του λόγου της Φ.Κ.
Το καράβι των στίχων της Φ.Κ. άλλοτε κυλά σε θάλασσες καλοτάξιδες κι άλλοτε τρικυμισμένες, θάλασσες ζωής με πυξίδα τη θύμηση και το όραμα. Μέτοχοι εμείς και συνταξιδιώτες στη διαδρομή της γραμμικής, τεθλασμένης ή κυκλικής χρονικής πορείας της ποιήτριας, μυούμενοι στη γνώση που η βίωση αποφέρει.

Σε κείνους που αντέχουν τον ίλιγγο της ζώσας μνήμης.
«Το βλέμμα των ανθρώπων
θάλασσα
Και μας ενώνει»

 

 

ΟΥΡΑΝΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Πιστεύω ότι π Φροσούλα Κολοσιάτου ανήκει στην κατηγορία εκείνη των ποιητών που έχει σχηματίσει, με την πάροδο του χρόνου, μια ταυτότητα, έχει βρει τα χαρακτηριστικά και το στίγμα της, την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της,
πράγματα αναγνωρίσιμα σ’ όλους όσους αγαπούν την ποίησή της. Η ποίησή της είναι σαν το καλό κρασί που διακρίνεται για τη στιβαρότητα της γεύσης
που του δίνει ο χρόνος, ενώ παράλληλα σε ξαφνιάζει ευχάριστα με τη φρεσκάδα που κρύβεται στις φρουτώδεις επιγεύσεις του. Η ποιητική της
γραφή αποπνέει ένα άρωμα ωριμότητας ανάμικτο με ένα άρωμα φρεσκάδας.
Στη νέα ποιητική συλλογή της με τίτλο «Μέσα από παλιά φινιστρίνια» διακρίνει κανείς χαρακτηριστικά σταθερά που συναντά και στις προηγούμενες συλλογές, όμως η γενική αποτίμηση είναι ότι αυτή η συλλογή είναι διαφορετική, με το δικό της φρέσκο αέρα, το δικό της άρωμα, μια γλύκα
στη ματιά ανάμικτη με την αστραπή.
Όταν πήρα στα χέρια μου τη συλλογή, εστίασα την προσοχή μου στον τίτλο της. Μ ‘ αρέσει η επιλογή του που ανακαλεί μνήμες, μια ιδιαίτερη ματιά που στρογγυλεύει την εικόνα του παρελθόντος και την ίδια στιγμή σε κρατάει στην άκρη της έντασης, της ρήξης, της άρνησης για παραίτηση, της άρνησης να παραδοθείς, στην ακμή αυτού του πρώτου «ν» που υπάρχει στη λέξη φινιστρίνι.
Η συλλογή μικρή, αλλά πλούσια, αποτελείται από 39 ποιητικές δημιουργίες. Η νέα αυτή συλλογή σηματοδοτεί μια αλλαγή στην ποιητική της Φροσούλας Κολοσιάτου, αλλαγή στην έκφραση, στη θεματική, στον τρόπο προσέγγισης. Μία αλλαγή που άρχισε η προηγούμενη συλλογή «Όταν φεύγουν τα φλαμίγκος» και που τώρα έχει αρχίσει να διαγράφεται ξεκάθαρα. Μια κρυμμένη υπόσχεση ότι έχει πολλά ακόμη να μας δώσει στο μέλλον
η Φροσούλα Κολοσιάτου.
Η εστίαση της προσοχής της σε ό,τι περιβάλλει το σύγχρονο άνθρωπο. 0 αστικός χώρος, η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, ο απεγνωσμένος αγώνας της ανθρώπινης ύπαρξης να μη χαθεί στο κενό, σε μια ζωή χωρίς νόημα, ανερμάτιστη, διεγείρουν την ευαισθησία της Φροσούλας Κολοσιάτου, προκαλούν το συναίσθημα της, την αγανάκτηση ,,το θυμό, τη θλίψη, την πίκρα της διαπίστωσης και της θύμησης, το πείσμα της αντίστασης, τη διάθεση να συμφιλιωθεί με το χθες, να αντισταθεί, να μην παραιτηθεί. Σημειώνει στην
σύνθεσή της «παραγγελία για φλάουτο» «…Πραγματικότητα εύθραυστη/σαν το χαλάζι σκληρή/όσο κρατάει μια στιγμή/εξαϋλώνονται οι άνθρωποι/και ο πράξεις τους/από φρίκη και νόημα». Ενώ στα «μικρόφωνα ψείρες» διαπιστώνει: «Η ατολμία χωρίζει/τα βήματα από το ρυθμό/τον ήχο
από το τραγούδι.
Η Φροσούλα Κολοσιάτου αναζητεί, όπως εκμυστηρεύεται στο «Γιγαντοαφίσες στον ουρανό», όψεις αλήθειας, ονειρεύεται τον άνθρωπο, «ελεύθερος/ο άνθρωπος στον τόπο του/να ζωστεί με το γέλιο/με το χάδι». Στιγματίζει τον πόλεμο, τους «Νέρωνες» που καίνε πόλεις, την «πλανητική σκίαση», «τον πόνο που δεν έχει ρυθμό», τις λεπτές επιδιορθώσεις του ολέθρου, το αξεδιάλυτο άρωμα του αυταρχισμού, του φόβου (που, σχολιάζει ανατρεπτικά, δεν είναι παρά ένας αναγραμματισμός της ελπίδας). Την προβληματίζουν και τη θυμώνουν σι κοινωνικές πραγματικότητες «των
νέων της προσωρινής απασχόλησης, η χέρσα γη στα «θλιμμένα νεράντζια» για να καταλήξει «Μέσα στη βοή των επερχόμενων/το μέλλον θα το
φοβούνται οι δυνατοί».
Εκείνο που ιδιαίτερα αγαπώ —και αναζητώ— στην ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου είναι οι αναφορές στο νησί της, την Κύπρο. Αυτή η μεγάλη αγάπη, αυτή η νοσταλγία για τον τόπο της, τα αγαπημένα μέρη, οι εικόνες της ζωής της νιότης, οι σκληρές μνήμες που ανατροφοδοτούνται από τη σύγχρονη πραγματικότητα με συγκινούν μ’ ένα ξεχωριστό τρόπο. Στα «κέρινα ομοιώματα» ξεχώρισα: «Κάθεσαι και κλαις στο βράχο/το να αγαπάς πολύ έναν τόπο/είναι μια πέτρα/ένα ποίημα/οι στίχοι το ξεφυλλίζουν άσκοπα/προσπαθώντας να σπάσουν το νήμα/που δένει τη οιωπή».
Στο «ως δάνειο» η ανάγκη της θύμησης, η δύναμη της μνήμης και της αγάπης θυμίζει στίχους του Γ. Σεφέρη, ανακαλεί στίχους από την «Ελένη», από τη συλλογή «Κύπρον ου μ’ εθέσπισε». Στο ποίημα «Σαλιμέ» σε συγκινεί η εικόνα της ζωής στην Κύπρο του τότε, σε προσγειώνει η πικρή διαπίστωση, η σκληράδα της πραγματικότητας «το σπίτι τώρα το γκρεμίσανε/τα μήλα έγιναν πέτρες» και πιο κάτω… «στην πόρτα της/τα ηχοπετάσματα/τώρα σκοτώνουν τα πουλιά/κι ένα ωραίο/ειρηνικό κομμάτι της ζωής μας/», όπως στη σύγχρονη πραγματικότητα όλων μας. Λάτρεψα στο «πεζοτράγουδο της σιωπής» αυτό το παιχνίδι με τις μνήμες, αυτό τον καταιγισμό από εικόνες, οπτικές, ακουστικές, οσφρητικές, γευστικές, αυτή τη βαθιά αγάπη για «μια παλάμη πατρίδα/ένα πείσμα των αιώνων». Στο ποίημα «Σε δυο καθρέπτες» η εικόνα «Ήρθε η μάνα με το καλό της φόρεμα/φερμένο από το Λονδίνο…/, όπως οι μικρές μαντλέν του Μ. Προυστ («Αναζητώντας το χαμένο χρόνο») μου έφερε στο νου την πρώτη μου επαφή με την ποίηση της Φροσούλας
Κολοσιάτου: μία συλλογή των εκδόσεων Καστανιώτη, μία ανθολογία με τίτλο «τα ωραιότερα ποιήματα για τη μάνα». Αυτή η συλλογή με βοήθησε να
ανακαλύψω την ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάτου. Το ποίημα, αν θυμάμαι καλά, είχε τον τίτλο «η Μάνα μου». Από το ποίημα αυτό, ένα υπέροχο
ξεχείλισμα αγάπης, έχω κρατήσει στη μνήμη μου το στίχο «και βγήκαμε στους κήπους της αγάπης της/να σημαδεύσουμε μαζί στρογγυλό το μέλλον». Αυτή η εικόνα της μάνας συναντά την εικόνα της άλλης μάνας, του βασανισμένου τό-
που, της Κύπρου. Εικόνες σε «δυο καθρέπτες», μία πικρή διαπίστωση «Αλλαξε ο καιρός…/».
Συμφιλίωση και ρήξη, στρογγύλεμα και αιχμές σαν την εικόνα των παλιών φινιστρινιών, σαν το «ν» που εμποδίζει τη γλώσσα να λειάνει τον ήχο, να κλείσει ο παράθυρο. Μια συλλογή μεστή. Προσεγμένη δουλειά των εκδόσεων Γαβριηλίδη. Η λεπτομέρεια από τον πίνακα της Φραντσέσκας Μανούσου επιτυχημένη. Προσωπικά θα ήθελα αντί για τις γωνίες του τετραγώνου, τη λείανση των αιχμών, το στρογγύλεμα της έλλειψης, σαν τα παλιά φινιστρίνια. Αλλά είπαμε συμφιλίωση και ρήξη ακόμη και στο εξώφυλλο.

 

 

Μισό σκοτάδι (2010)

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 22/4/2015

«Μισό σκοτάδι
Οι μικροί γαλαξίες
Σκύβω ν’ ακούσω»

«Μισό σκοτάδι» είναι ο τίτλος του προηγούμενου βιβλίου της Φροσούλας Κολοσιάτου. Ένα βιβλίο πριν τη «Σκοτεινή Συγκατοίκηση « δηλαδή που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Το «Μισό Σκοτάδι» περιλαμβάνει χάι κού και είναι διαποτισμένο από μελαγχολική και στοχαστική διάθεση, γνωρίσματα που συναντάμε σε ολόκληρο το έργο της ποιήτριας. Μπορεί το σκοτάδι να είvαι μισό; Το παράδοξον του τίτλου μάς εισάγει, κατά κάποιον τρόπο, στο κλίμα και στο πνεύμα του έργου, δίνοντας ένα πρώτο ουσιαστικό στίγμα. Όχι, το σκοτάδι δεν μπορεί να είναι μισό, παρά μόνο στην τέχνη και με το ανοίκειο βλέμμα ενός ποιητή. Το σκοτάδι είναι πάντα σκοτάδι και πρέπει να αναρωτηθούμε αν είναι αυτή η μοίρα του κόσμου τούτου τελικά. Η ποιήτρια ξαγρυπνά για αυτήν τη μοίρα. Είναι πολίτης της κοινωνίας, πολίτης του κόσμου. Η κοινωνική πραγματικότητα μέσα την οποία ζει σαφώς και δεν την αφήνει αδιάφορη. Χάι κού σχόλια, χάι κού διαμαρτυρίες:

«Tόσοι άνεργοι
Παθητικοί αποδέκτες
Επιδομάτων»

«Την περίοδο
Των μεγάλων πολέμων
Ούτ’ ένα θαύμα»

«Η εξουσία
Λατρεία παράλογη
Παγιδεύεται»

«Ο παράδεισος
Όλο θυσιάζεται
Σ’ αδιέξοδα».
Η αγωνία για τον χρόνο, για τον πόνο, για την απώλεια είναι εμφανής. Κυρίαρχη μια χαμηλών τόνων δραματικότητα ,σαν ήρεμη δύναμη που όμως ερεθίζει τον αναγνώστη. Μπορούν οι λέξεις να ξορκίσουν το κακό; Ή μήπως αρρώστησαν κι αυτές κι έχουν όλα το περίβλημα της θλίψης και σε πένθος της ψυχής μας οδηγούν; Και τον «ορίζοντα της απώλειας» ,καθώς και τα «κύματα της πλάνης» πώς τραγούδι να τα κάνεις; Είναι καίρια και ουσιαστική η ποιητική της Κολοσιάτου. Βάζει το μαχαίρι στο κόκαλο έχοντας επίγνωση ότι «Δεν θα λυτρώσουν ποτέ οι ψευδαισθήσεις». Και πώς η «θαμμένη ελπίδα φόβο θα φέρει».

«Μ ‘άρρωστες λέξεις
Μολύβι αόρατο
Κεντά το πένθος»

Το βλέμμα της ποιήτριας αποτυπώνει αισθήσεις, συναισθήματα, εικόνες, κεντά οπτικές και προοπτικές και διαθέτει μια σοφία για τα πράγματα ,μια σοφία τέτοια που σε έλκει να εξερευνήσεις την υφή της. Τα χάι κού από τη φύση τους, ως είδος, μας παραπέμπουν στο εύκολο παίγνιο. Όμως εδώ, δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για παιχνιδιάρικα χάι κού, που αβίαστα γραμμένα διεκδικούν αυθάδικα την προσοχή του αναγνώστη. Κάθε άλλο. Ασκείται έλεγχος στα εκφραστικά μέσα. Kατ’ επανάληψη υφαίνεται η απαισιοδοξία, την ίδια στιγμή ένα φως τρεμοπαίζει, αναζητείται η νέα εκδοχή.

«Επανάληψη
Να φέρει το καινούριο
Άλλον αέρα»

«Ανυπάκουα
Ο λόγος πρωτότυπος
Της ανατροπής»

 

 

Σκοτεινή συγκατοίκηση  (2014)

 

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

ΠΟΙΕΙΝ 22/3/2015

Η σε βάθος ενασχόληση του κριτικού με τα ποιήματα ενός δημιουργού αποτελεί ένα είδος αυταπάτης, καθώς ο κριτικός έχει την εντύπωση ότι μπορεί να σταθεί δίπλα στα ποιήματα και να τα βοηθήσει να μιλήσουν και να μεταδώσουν το ρίγος τους, τη στιγμή που εκείνα έχουν ήδη πει πολλά στους αναγνώστες. Από την άποψη αυτή κάθε απόπειρα κριτικής ενέχει το στοιχείο της τραγικής πλάνης. Παλεύει ο κριτικός να βάλει σε τάξη τα ύψη και τα βάθη του, να κουρντίσει τις λέξεις του με τρόπο που να πείθουν, να βάλει χαλινάρι σε τόσο απείθαρχα πλάσματα όσο τα ποιήματα και τα πεζά. Φτιάνει γεφύρια μεταξύ δημιουργού και αναγνώστη, αλλά ξεχνάει πάντα να κλείσει στα θεμέλιά τους τη γυναίκα του Πρωτομάστορα. Κι έτσι τα γεφύρια του, αβέβαια και κούφια, γονατίζουν στον πρώτο χείμαρρο που θα τα συναντήσει. Αλλά ο κριτικός επιμένει , δηλώνει αυτάρεσκα ότι πλάθει τέχνη μέσα στην τέχνη. Αισθάνεται χρέος του να προσεγγίσει τις αρετές ενός έργου με έναν κατά το δυνατόν αντικειμενικό κώδικα πρόσληψης του ωραίου. Μόνο και μόνο για να δώσει στο έργο τροφή, να το δυναμώσει, να το ξεγυμνώσει κι έτσι να αιφνιδιάσει πρώτος τους κάθε λογής ηδονοβλεψίες. Επιμένει πως η βούλησή του να γεννήσει τέχνη από την τέχνη, ενισχύει τελικά τις πιθανότητες για μία ψύχραιμη παρατήρηση εκείνων των παραμέτρων που χαρακτηρίζουν με καίριο τρόπο τα έργα. Κι αυτή η επιμονή γίνεται η δύναμή του.
Με τον ίδιο τρόπο επιμένοντας, πήρα να γράψω για την καινούργια δουλειά της Φροσούλας Κολοσιάτου. Με όλες τις δυσκολίες και τις αναστολές που γεννά η αναμέτρηση ενός περίπου άπειρου στοχαστή με μια ποιητική πορεία χρόνων. Η πρώτη ωστόσο δοκιμή να συναντήσω το έργο της ποιήτριας είχε γίνει πριν από δύο χρόνια. Και τώρα πάλι αντιμέτωπος μ’ ένα νεογέννητο έργο της και με το δέος που αισθάνεται κανείς, όταν αγγίζει κάτι τόσο ώριμο, αποκρυσταλλωμένο σε μια λογοτεχνική μορφή που αποπνέει σιγουριά για τον εαυτό της. Ο τίτλος είναι προσδιοριστικός της ατμόσφαιρας των ποιημάτων . Τα συστατικά του ένα επίθετο, η λέξη «σκοτεινός», πολυφορεμένη στην ποίηση, μυστηριώδης μα πάντα ελκυστική με την αοριστία της, κι ένα ουσιαστικό , η λέξη «συγκατοίκηση», η οποία προδίδει ένα είδος συνύπαρξης ετερόκλητων στοιχείων. Ουσιαστικό και επίθετο, ως σύνολο, διαγράφουν μία περίκλειστη ζωή δίπλα σε μιαν άλλη ζωή, μία συμβίωση μέσα στο μαύρο.

Ανέκαθεν η ποίηση της Κολοσιάτου είχε στα σπλάχνα της κάτι μαύρο . Ένα μαύρο που εκφραζόταν ως φυγή, ως φθορά, ως ηλικία , ως παλιό, ως κατοχή . Έβγαινε μέσα από τις μνήμες του τόπου της , μέσα απ’ το φόβο για τη ρηχότητα των πραγμάτων γύρω της . Άγγιζε με τρόπο τις λέξεις, τις φωνές , τις μουσικές των ποιημάτων της. Το ίδιο μαύρο είναι παρόν κι εδώ , αλλά θαρρεί κανείς γνώριμο και διακριτικό . Μοιάζει με απαλό αεράκι που φουσκώνει τα πανιά των ποιημάτων και τους δίνει κίνηση . Αποτελεί τη ρίζα απ’ την οποία βλασταίνει ο λόγος της. Δεν υπάρχει ωστόσο τίποτε το μελοδραματικό, το προσποιητό , το υπέρμετρο. Κι ούτε ξεπέφτει η ποιητική σ’ έναν ανέξοδο και φλύαρο ρομαντισμό. Η Κολοσιάτου ξέρει καλά πώς να ισορροπεί ανάμεσα στο λόγο και στο συναίσθημα. Εκεί που κινδυνεύει ένα ποίημα να εκτραπεί προς μία μεγαλόστομη ρητορεία, εκεί παρεμβαίνει το μέτρο κι επαναφέρει τις λέξεις στην ποιητική τους τροχιά.
Aς μείνουμε για παράδειγμα στο ποίημα «Αετοί μαζεύουν τα φτερά τους» , για να φανεί καλύτερα η παραπάνω παρατήρηση. Εκεί λοιπόν το αρχικό λυρικό σκηνικό με τους αετούς και το θαλασσινό νερό υπονομεύεται πρόσκαιρα από την επισήμανση της πανταχού παρουσίας του θανάτου, για να γίνει έπειτα η απροσδόκητη ταύτιση του θανάτου με το ρόδι που κυλάει «στα ελλείμματα του χρόνου» και να επανέλθει το ποίημα απολύτως φυσιολογικά στη μεριά του λυρισμού. Θα έλεγα παράλληλα ότι τα περισσότερα ποιήματα εδώ έχουν ως εκκίνηση την άρνηση . Ξεκινούν ως γκρίζες λέξεις [τέφρα , βουβά, ανοχύρωτη , θρυμματισμένο, τέλος ] ή ως γκρίζες διαπιστώσεις [με εξαντλεί ό,τι αγάπησα, η φωνή χάνεται, ισορροπία σε μια χιονοστιβάδα, δεν υπάρχουν νέα, μέχρι τις θυρίδες της ασφυξίας] και καταλήγουν πάλι στην άρνηση, στο φόβο, στον εφιάλτη. Ενδιάμεσα ωστόσο υπάρχει ανάταση, υπάρχει μία οξεία ποιητική ματιά που αντιστρέφει το σκοτάδι σε λόγο.

Θεματικά κυριαρχούν γνώριμα στην ποίησή της μοτίβα. Τα ποιήματα παίρνουν ανάσα από το βάρος των πραγμάτων που κουβαλάει στη μνήμη της η ποιήτρια , από την αναπόφευκτη πάλη του ανθρώπινου σώματος με το τέλος του , από την απορία για την όψη που τείνει να λάβει ο κόσμος γύρω μας , από το μικρό και ασήμαντο , στο οποίο ανακαλύπτει το αξιοπρόσεκτο και διαχρονικό . Το διαχρονικό, βέβαια, στην ποίηση της Κολοσιάτου δεν εμπεριέχεται σε ασκήσεις διδακτισμού ή σε στίχους -μηνύματα , αλλά κυρίως στην εντύπωση που αφήνουν οι στίχοι της ως βιωμένες αλήθειες, ως λυρικές εξάψεις ενός ανήσυχου υποσυνείδητου .
Επιπλέον, η έμπνευση πολλών ποιημάτων αντλείται από τις τραυματικές εμπειρίες της οικονομικής και θεσμικής κρίσης την οποία βιώνουμε τα τελευταία πέντε χρόνια. Ως μέρος αυτής της πραγματικότητας, η ποιήτρια συλλέγει τα τραύματα, μετασχηματίζει τα θραύσματα σε καθολικές εποπτείες, εγκλωβίζει την ατομική συγκίνηση σε λειτουργικά λογοτεχνικά σχήματα . Έτσι , ο ποιητικός της κόσμος δίνει στον κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό το αισθητικό κίνητρο που του επιτρέπει να ξεπεράσει το εμπόδιο της απλής και κάποτε γραφικής αποτύπωσης της επικαιρότητας. Η Κολοσιάτου άλλοτε σημαδεύει τα μικρά καθημερινά στιγμιότυπα που όμως,παρά τη μικρότητά τους, συλλαμβάνουν και ανακλούν τις ευρύτερες διαστάσεις μιας πανανθρώπινης απελπισίας. Κι άλλοτε βάζει το φακό πάνω στην ίδια την πανανθρώπινη απελπισία , για να τη φωτίσει ποικιλότροπα και να την καταστήσει αναπόσπαστο κομμάτι από την εμπειρία όλων μας . Μέσα σ’ αυτή την οπτική συνυπάρχουν η μικρή καθημερινή οδύνη ,όπως αυτή που βιώνουν «νοικοκυριά εύθραυστα / Σας πορσελάνη» και «Καταρρέουν χωρίς όνομα» , αλλά και πρόσωπα –θύματα της λογικής που επιβάλλει η νέα τάξη πραγμάτων ,όπως η μικρή Σάρα ,πάνω από την οποία στέκεται με συγκίνηση η ποιήτρια και ψάλλει ένα τρυφερό μοιρολόι . Κάποτε μάλιστα ο κύκλος ανοίγει , αγκαλιάζει τα μωρά της Γάζας , τη Φουκουσίμα, μαρτυρικές περιοχές όπως η Λιβύη και η Συρία .

Υφολογικά, μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι η αφηγηματική φωνή κινείται ανάμεσα στη συμμετοχή και στην αποχή . Συμμετέχει και δε συμμετέχει, αγγίζει και δεν αγγίζει. Βρίσκεται από μέσα κι απ’ έξω ταυτόχρονα . Η παρουσία άλλωστε του εγώ είναι εδώ ελάχιστη, κάτι που φανερώνει την επιδίωξη της ποιήτριας να κρατήσει σε απόσταση την αφηγηματική φωνή από το πρόσωπό της. Με τον τρόπο αυτό διευρύνει το οπτικό πεδίο των ποιημάτων της, τα απαλλάσσει από την ταύτισή τους με αποκλειστικά δικά της βιώματα ,στέκεται περισσότερο στο ρόλο του παρατηρητή παρά του πάσχοντος υποκειμένου . Αυτή η τεχνική της επιτρέπει να φέρνει στο προσκήνιο το «αντικείμενο» και μ’ έναν τρόπο ασφαλώς ποιητικό να το φωτίζει από απίθανες πλευρές. Ας δούμε τους παρακάτω στίχους : «Ψυχή στους δρόμους /Τρίζει το ξεχασμένο πόμολο της πόλης /όπως παράθυρο από μέσα / Στο δικό της λαβύρινθο / Η πόλη ολόκληρη / χωρίς αισθήσεις» . Θαρρείς πως το «αντικείμενο» , η πόλη σηκώνεται από το τσιμέντο κι ανασαίνει , αυτόνομη , ξέχωρη από τα βήματα κι από τις λέξεις της αφηγηματικής φωνής ,κι αποτυπωμένη με μια συνειρμική διαδοχή εικόνων .
Αυτή η παράταξη των εικόνων είναι ένα άλλο υφολογικό γνώρισμα της ποιήτριας και παραπέμπει στην τεχνική του διασπασμένου θέματος ,με την οποία οι καθολικές εμπειρίες κομματιάζονται και τοποθετούνται επιδέξια στο σώμα πολλών εικόνων του ίδιου ποιήματος , έτσι που τα ποιήματα της Κολοσιάτου μοιάζουν συχνά με σπασμένο καθρέφτη ,τα κομμάτια του οποίου ενώνονται με συνειρμούς , για να μεταφέρουν μία αντισυμβατική εικόνα της πραγματικότητας .Για παράδειγμα , στο ποίημα [Τέφρα και ατμός] , το θέμα της αναλγησίας του σημερινού κόσμου θρυμματίζεται σε εικόνες όπως της τέφρας και του ατμού, της κακοκαιρίας που σκιάζει τους πληθυσμούς , των χαρακτηριστικών του προσώπου , των λαοπλάνων , του παιδιού που γράφει ιστορία στις καταπακτές της φτώχειας .
Ο λόγος πάλι είναι πυκνός , αφήνει συχνά το ρήμα στην άκρη , φέρνει μπροστά χωρίς φόβο το ουσιαστικό και το επίθετο , σε διαδοχικές συνεκφορές , θα έλεγε κανείς για να νεκρώσει για λίγο την κίνηση , για να φωτίσει αυτά που στέκονται μέσα στη σιωπή . Με τον τρόπο αυτό η δραματικότητα επεκτείνεται και στα μη ζώντα και δίνει τη δυνατότητα να μετατοπιστεί έστω για λίγο η προσοχή από κέντρο στην περιφέρεια της πράξης .
Με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και λέξεις που μεταφέρουν ήχους ,ακουστικές εποπτείες , και που απαντούν με μεγάλη συχνότητα σε μία πληθώρα ποιημάτων . Το ηχητικό ρεπερτόριο ξεκινά από τον ψίθυρο . Έπειτα έρχονται οι τριγμοί «από το ξεχασμένο πόμολο της πόλης» , η φωνούλα «από κουρδιστή κούκλα» , το παράπονο . Η φωνή επιστρέφει σαν αντίλαλος , ακούγονται «βραχνές φωνές» , «φωνές του δρόμου» , «φωνές άλλων ανθρώπων» , σύντομα «θόρυβος» ,»μοιρολόι» , «τύμπανα πολέμου», ύστερα «μακρινές ιαχές» , «κραυγή». Σε όλες τις εντάσεις της , η φωνή χρησιμοποιείται από την ποιήτρια ως ένα ανιμιστικό εργαλείο , ως ένας τρόπος ανάστασης των νεκρών πραγμάτων. Γιατί όπως γράφει η ίδια «Όλα μπορούν να συμβούν /αν τα πεις δυνατά» ή «σαν να είναι η φωνή απάντηση / σε κάποιον που είναι απών /και πρέπει να γυρίσει» .
Στην ποίηση της Κολοσιάτου λοιπόν οι πιθανότητες είναι με το μέρος των απίθανων πραγμάτων , ο χρόνος άλλοτε παγώνει κι άλλοτε κινείται γοργά , οι εμπειρίες συμφύρονται , ανατρέπουν η μία την άλλη , αλληλοσυμπληρώνονται , συνθέτουν παράξενα ποιητικά ψηφιδωτά ,μέσα στα οποία διαγράφεται πάντα το πρόσωπο της ηλικίας . Κι αν όπως λέει ο Βαλερύ «η ποίηση είναι η γλώσσα όχι της αλήθειας αλλά της δημιουργίας» , η Φροσούλα Κολοσιάτου με τη «Σκοτεινή Συγκατοίκηση» κατορθώνει να μιλήσει αυτή τη γλώσσα με το δικό της ανορθόδοξο αλλά γοητευτικό τρόπο.

 

 

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΤΑ – ΛΑΖΑΡΟΥ

13 Απριλίου 2015

Ο Χρόνος κι η Μνήμη, ο Τόπος κι η Πόλη: Το τοπίο της «Σκοτεινής Συγκατοίκησης» της Φροσούλας Κολοσιάτου

Διαβάζοντας πάλι αυτές τι μέρες, και μετά που πέρασαν κάποιοι μήνες από τις πρώτες αναγνώσεις, το έργο της Φροσούλας Κολοσιάτου «Σκοτεινή Συγκατοίκηση», δοκιμάζω να γευτώ το τοπίο της Συγκατοίκησης ακολουθώντας ως οδηγό και ορίζουσες το Χρόνο και τη Μνήμη τον Τόπο και την Πόλη.
Ο Χρόνος περνάει γρήγορα, ακούμε την κραυγή του για το αμετάκλητο από το πρώτο ποίημα της συλλογής. Ωστόσο αμέσως τίθεται σε λειτουργία η μνήμη. Υπάρχει το σπίτι που αγαπά η ποιήτρια, η λαβή από το μπαστούνι της μητέρας, μια κούκλα , πλεονάσματα αγάπης, που σώθηκαν και μας σώζουν ίσως από το σκοτάδι. Στους τελευταίους στίχους του ποιήματος επιχειρείται ένας κύκλος από όπου θα μπορούσε κανείς να αντλήσει μια αίσθηση αιωνιότητας. «Φέρνει τα μέλλοντα να μοιάζουν με τα παρελθόντα» Μόνο που αυτό υπονομεύεται από μια λέξη. «Μοιάζουν» δεν είναι, ούτε καν υπονοείται πως το μέλλον βρίσκεται ήδη μέσα στο παρελθόν ή και αντίστροφα. Όσο για το παρόν ως να απουσιάζει. Επομένως όλα πάλι γλιστρούν, διαβαίνουν. Χάνονται.
Η ποιήτρια επιχειρεί για δεύτερη φορά με τη λειτουργία της μνήμης να διευρύνει το Χρόνο. «Ανεφοδιάζει λέξεις με μνήμες» και σε αυτή την αγωνία να σώσει από το σκοτάδι ό,τι χάνεται συνεπικουρείται τώρα από βιολιά, χαρά και αρμονία, που είναι τα υπόλοιπα του χρόνου. Μια πρόσκληση στο παρόν, σε αντίθεση προς την κραυγή για το αμετάκλητο που προηγήθηκε.
Ο διπλός αυτός λόγος συμβιβάζεται στο τέλος σε μια «ευρύχωρη ελευθερία» σαν αυτή που σχεδιάζεται με το πέταγμα των πουλιών, τελευταία εικόνα του ποιήματος. Ωστόσο το αίσθημα της ασφυξίας θα επανέλθει αρκετές φορές σε άλλα σημεία του έργου. Ο θάνατος παραμένει «ένα ενδεχόμενο κάθε στιγμής» και τελικά δεν είναι παρά « σα να μεγαλώνει η μέρα και δεν έρχεται φως». Όσο για το μέλλον « προδιαγράφεται με ένα προσχέδιο θανάτου»
Όσο ματαιώνονται η λειτουργία της μνήμης κι η διεύρυνση του χρόνου, η παρουσία του θανάτου πυκνώνει μέσα στο έργο. « Και κάθε μέρα σβήνει κι ένα φως». Νύχτα, σκοτάδι, σιωπή. « Το τέλος απέχει απ’ τη ζωή μια χαραμάδα». Η αντίσταση όμως της ποιήτριας εξακολουθεί, επειδή όπως μας λέει «Όταν αφηγείσαι, αντιστέκεσαι» Και πάλι όμως, κινούμενη προς το σκοτάδι και κάποτε πότε προς το φως, αποφαίνεται πως αυτό που ζούμε δεν είναι παρά «Μικρής υποβαθμισμένης επιβίωσης ριπές. Και ο θάνατος.»
Και ο τόπος ποιος είναι; Ένας τόπος που του αξίζει να αγαπηθεί γιατί « Όταν αγαπάς τον τόπο ο τόπος υπάρχει». Ποια είναι η πόλη που αναφέρεται συχνά; Κάποτε ονομάζονται πόλεις και χώρες: Λευκωσία, Αθήνα , Φουκουσίμα , Γάζα, Γιουγκοσλαβία, Αφχγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία. Γρήγορα όμως αυτά τα σημεία αφήνονται απλώς ως οδοδείχτες, που μας φέρνουν γύρω γύρω σε μια άχρονη πόλη, σε μια κοινότητα. « Σε μια κοινότητα πόνου»
Μέσα της παρακολουθούμε ανθρώπους πάντα να μετακινούνται, παιδιά να πεθαίνουν, παιδιά να κλαίνε, ανθρώπους να φοβούνται, να κινδυνεύουν, αγέλες πεινασμένων, κούκλες και ξυλοπόδαρους να παριστάνουν πλήθος προσώπων, χρηματολάτρες, παραχαράκτες, αργυραμοιβούς… Κάποτε η ποιήτρια από το πλήθος μας μεταφέρει στο πρόσωπο: ένα νηστικό παιδί, μια γυναίκα με μαύρα γυαλιά, έναν ποδηλάτη… κινούνται όλοι ως σε μια «λειτουργία θανάτου», ένας κόσμος με θρυμματισμένο το νόημα.
Έχουμε μπροστά μας ένα τοπίο σκοτεινό, ομιχλώδες, τοπίο θανάτου, «τέφρα και ατμό», «στεγνό τοπίο σαν άκρη από δωμάτιο δίχως φως»
« Όπως παράθυρο από μέσα
Στο δικό της λαβύρινθο
Η πόλη ολόκληρη
Χωρίς αισθήσεις»
Και το φως; Είναι η πατρίδα της ποιήτριας κι ο δικαστής που θα δικάσει το μέσα μας σκοτάδι. Δεν είναι αρκετό το φως. Ο τελευταίος λόγος της ποιήτριας – για αυτό και μόνο το έργο τελευταίος – είναι η απόφανση:
« Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Σε μια κοινότητα πόνου»

«Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Και ο πόνος»
Η διαφορά στον τελευταίο στίχο δεν είναι μια λέξη που έφυγε!!!

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Εφ. ο Φιλελεύθερος 14/9/2015

Στίχοι υψηλής περιεκτικότητας

Ποίηση ιδιωτικού αλλά και κοινωνικού χώρου γράφει η Κύπρια ποιήτρια Φροσούλα Κολοσιάτου, που ζει στην Αθήνα εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Η ποίησή της είναι χαρακτηριστική για τη νοηματική της συμπύκνωση, που δίνει τα διαπιστευτήριά της από τους πρώτους κιόλας στίχους του νέου της βιβλίου: «Με εξαντλεί ό,τι αγάπησα/ Η ζωή μας σε στασιμότητα/ Μόνο ο χρόνος περνάει γρήγορα/ …». (σελ. 9) Στίχοι υψηλής περιεκτικότητας, που θα μπορούσαν από μόνοι τους ν’ αποτελέσουν τίτλους άλλων ποιημάτων.
Οι στίχοι της Φρ. Κ. αναδίδουν μιαν αίσθηση γαλήνης και νηφαλιότητας. Είναι στίχοι ενός δημιουργού που γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει να πει, που μιλά με την αυτοπεποίθηση εκείνου που ξέρει πως δεν χρειάζεται να φωνάζει για ν’ ακουστεί. Αφού τα μηνύματά του είναι τόσο διάφανα, τόσο βέβαια και αδιαμφισβήτητα που μπορούν να εκπεμφθούν και χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά: «Πετούσαν τα πουλιά χαμηλά/ Έσβηναν την κίνησή τους κυκλικά/ Τακτοποιούσαν τις λεπτομέρειες/ Μιας ευρύχωρης ελευθερίας». (σελ. 10)
Η ποιητική της Φρ. Κ., διαυγής, συμπαγής και πλέρια κατακτημένη, είναι διάχυτη σε όλο το βιβλίο της. Ξεχώρισα όμως και κάποιους στίχους που έχουν να κάμουν αμιγώς, αποκλειστικά και μόνο, με την ποιητική της. Φρονώ πως εδώ η ποίηση σημασιολογείται ως μια σταθερή πορεία πλεύσης στη ζωή και τη δημιουργία: «Δεν ξέρω παρά να γράφω στίχους/ Στην αυτοτέλεια/ Και ισομέρεια της λέξης/ Αυτοσχεδιάζω μικρούς στόλους». (σελ. 40)
Η Φρ. Κ. καταγράφει χαμηλόφωνα, εξίσου χαμηλόφωνες, υπόκωφες συντριβές. Η φωνή της ωστόσο συνιστά μια κραυγή, έστω κι αν αυτή εκβάλλεται… ψιθυριστά. Πρόκειται για μια φωνή που δεν ακούγεται για να εντυπωσιάσει με τα ντεσιμπέλ της, αλλά για να προβληματίσει με το βάθος της: «Μόνο η μοναξιά της οικοδομής/ Και το κακό μέσα μας/ Μαζεύτηκαν πολλά/ Σαν τα πράγματα στην αποθήκη/ Λέμε το φως χαμηλό/ Τα γεγονότα αδύναμα/ Πληγή κρυφή/ Η τελευταία ελάχιστη πτώση/ Δε φαίνεται/ …». (σελ. 18)
Η κριτική θεώρηση των κοινωνικο-πολιτικών πραγμάτων από μέρους της ποιήτριας, έχω την αίσθηση ότι μονίμως συνοδεύεται κι από ένα αχνό πέπλο θλίψης. Ενδεχομένως βέβαια αυτό να συμβαίνει νομοτελειακά και μοιραία διότι, αλίμονο, τα δρώμενα της τρέχουσας επικαιρότητας είναι από μόνα τους, από την τροπή και τη φύση τους, θλιβερά: «Στις ακτές ξεβράζουν/ Τα κύματα πνιγμένους/ Παραπλανητικά/ Από ήχο και φώτα/ Νεογνά οχιάς/ Με άκαμπτα μάτια/ Τα υψωμένα φρύδια/ Της πόλης/ Κάθε μέρα/ Σβήνει και ένα φως». (σελ. 21)
Η επικαιρότητα την κατατρύχει συνεχώς, πρωτίστως με τη βαναυσότητα, την καταστροφική ορμή και τη δραματικότητά της: «Σε λίγο ξεχασμένες ειδήσεις/ Ζωή να ξαναδώσει ποιος μπορεί;/ Ψυχούλες μου/ Τα μωρά της Γάζας/ Μέσα σε γάζες». (Σελ. 32) Αυτός είναι ένας ενδεικτικός στίχος που πιστεύω ότι ηχεί στ’ αυτιά του αναγνώστη σαν ένας λυγμός.
Προσφιλή σύμβολα της ποιήτριας η βροχή, ο άνεμος, το νερό, η καταιγίδα. Κυρίως όταν πρόκειται να μιλήσει για τον σύγχρονο άνθρωπο και τη συναισθηματική τρικυμία που τον ταλανίζει. Δεσπόζον συναίσθημα βέβαια, ο πόνος: «… Άνθρωποι φοβούνται τους ανθρώπους/ Παραμένουν στα όνειρα σκοτεινοί/ Σαν τις καταιγίδες/ … Έχουν την γκριμάτσα του πόνου/ Όπως ελέφαντες/ Κάνουν μερικά βήματα πίσω/ Και βγάζουν κραυγή/ Σαν να κλαίνε/ …». (σελ. 15)
Έστω κι αν ζει σαράντα τώρα χρόνια στην Αθήνα, η ποιήτρια δεν λησμονεί τις νησιώτικες καταβολές της. Έτσι η θάλασσα, είτε ως θεματική είτε ως φιλοσοφική κατηγορία, αλληγορικά, μεταφορικά ή κυριολεκτικά, κατέχει σημαντική θέση στην ποίησή της: «Στο τέλος είναι πάντα η θάλασσα/ Με τη χροιά του ονείρου/ Θα έρθει από τους σκοτεινούς μου χρόνους». (σελ. 26)
Βέβαια το υγρό στοιχείο έρχεται και επανέρχεται στην ποίηση της Φρ. Κ. ως κυρίαρχο σύμβολο στη σημειωτική της, ανεξαρτήτως θεματικής στόχευσης: «Αθροίζω αδιέξοδα/ Σε ώρα ανάπηρη/ Μα έτυχε/ Λέξη από νερό/ Ανυπότακτη/ Ανάσα του λυγμού/ …». (σελ. 38)
Από την ποίηση της Φρ. Κ. δεν ελλείπει και η συμπαντική ματιά, με κοσμοθεωρητικό υπόβαθρο και κοινωνική ευαισθησία. Παραθέτω ένα παράδειγμα που συνειρμικά, εμένα τουλάχιστον, με οδήγησε στο χιλιοτραγουδημένο «Καληνύχτα Κεμάλ» του Νίκου Γκάτσου: «Τέφρα και ατμός/ Δεν άλλαξε ο κόσμος δυστυχώς/ … Ένα παιδάκι νηστικό/ Στα μικρά του γόνατα/ Γράφει ιστορία/ Στις καταπακτές της φτώχειας». (σελ. 19)
Η ποιήτρια βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση και ως πολίτης και ως χωριστή συναισθηματική υπόσταση: «Ο ύπνος έχει γεύση τρικυμίας» (σελ. 27), εξομολογείται.
Οι ποιητικές κεραίες της Φρ. Κ. δεν ενεργοποιούνται μόνο από την τρέχουσα επικαιρότητα και από τα κατά κόρον δραματικά γεγονότα που μας κατακλύζουν. Η σύγχρονη ιστορία είναι ζώσα μέσα στην ποιητική συνείδησή της. Κι η ενασχόλησή της, κυρίως πικρή, έχει να κάνει παραπάνω με την αμφισβήτηση, τις διαψεύσεις και την απομυθοποίηση αυτής της ιστορίας: «Μια αλήθεια διάτρητη/ Ό,τι δανείστηκες/ Τους νεκρούς μας ξεπέρασαν/ Μικροί επιζήσαντες». (σελ. 30)
Η «Σκοτεινή συγκατοίκηση» είναι η 8η ποιητική συλλογή της Φρ. Κ. και ίσως να μην είναι και τόσο «σκοτεινή» όσο η ίδια η ποιήτρια την εκλαμβάνει. Το «φως» που υπερνικά το όποιο «σκότος» στην ποίησή της, προφανώς έχει ιδιαίτερη δυναμική και λαμπρότητα…

 

 

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ
poeticanet

Σκοτεινή Συγκατοίκηση, Φροσούλα Κολοσιάτου ( Γαβριηλίδης 2015)
Η Φροσούλα Κολοσιάτου είναι μια κοντράλτο λυρική φωνή. «Πετούσαν τα πουλιά χαμηλά (…) ταχτοποιούσαν τις λεπτομέρειες μιας ευρύχωρης ελευθερίας», γράφει. Σε άλλους καιρούς θα ευδοκιμούσε σε ένα ποιητικό εύφορο κήπο με άνθη, καρπούς, κελαηδισμούς, έρωτες και όμορφα λαϊκά μοτίβα. Νιώθει όμως φαρμακωμένη στη ρίζα της και αποθαρρυμένη. «Με εξαντλεί ό, τι αγάπησα», λέει, καθώς, ενώ είχε αρχίσει να τραγουδά την ψυχή και το νησί της: «Απότομα νερό θαλασσινό με θόρυβο απλώθηκε σαν μοιρολόι». Οπότε, η ποιήτρια αναγκάζεται να αναπροσδιοριστεί, να γίνει μάχιμη και να αντισταθεί με τα όπλα της: «Δεν ξέρω παρά να γράφω στίχους / στην αυτοτέλεια/ και στην ισομετρία της λέξης / αυτοσχεδιάζω μικρούς στόλους»
Η Σκοτεινή Συγκατοίκηση είναι αυτό που λέει ο τίτλος – μια ισόβια συμβίωση των απόντων (και των αγνοούμενων), με το σκοτάδι του πυρήνα της φωτεινής ψυχής της. «Κάθε μέρα σβήνει κι ένα φως» παρατηρεί. Και αλλού: «Όταν φεύγουν οι άνθρωποι / αφήνουν πίσω τους παράξενες μικρές αναμνήσεις». Αυτές οι παράξενες μικρές αναμνήσεις είναι το DNA των απόντων που τα στοιχεία του εμποτίζουν τους στίχους. Και, μέσω των στίχων ανασυντίθεται και συνεχίζεται, άυλη, η ζωή τους, παράλληλα με τη ζωή του ποιητή.
Η Φροσούλα Κολοσιάτου «ανεφοδιάζει λέξεις με μνήμες » και εκθέτει το βιβλίο της ως «ένα δημόσιο μονόλογο » Δεν μπορεί πια να είναι ιδιωτικός ο μονόλογος της ποιήτριας – παραχωρεί ίσως σε άλλη τέχνη την μέριμνα των πιο ανάλαφρων και πτητικών συναισθημάτων, καθώς τώρα την καθησυχάζει η ιδέα πως: «Ό, τι έψαχνα να βρω φροντίζουν οι νότες». Είναι επειδή, εκτός από τη ζωή και το νησί της, την αφορούν και πολλά άλλα, την πονάνε τα πάντα: όλες οι «σε λίγο ξεχασμένες ειδήσεις, για τη Γάζα, το Αφγανιστάν, Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Λιβύη, Φουκουσίμα …» Όλα τα σε λίγο ξεχασμένα που διαπράττονται αδιάκοπα, ενώ κάθε τόσο «Στις φλόγες του Δεκέμβρη / καίγεται η γεωγραφία μιας είδησης»
Οι στίχοι της πενθούν, αλλά είναι νηφάλιοι -και σαν να συγχωρούν. Και, σχολιάζουν ανθρώπινα, αναφερόμενοι και στα απάνθρωπα μακροοικονομικά:
«Ό, τι έγινε έγινε / οι νεκροί ξεχάστηκαν στο δεύτερο διάζωμα / μιας συνεχώς μεταβαλλόμενης οικονομίας» Γιατί η ζωή, οι τόποι, οι τρόποι αλλάζουν με αδιανόητους ρυθμούς για τον ενεό παρατηρητή, τον αμέτοχο μέτοχο. «Άλλος τώρα ο προσανατολισμός / ολόκληρη η γεωγραφία η δική μας αλλάζει / Μόνο η σιωπή του ανθρώπου κι ο πόνος» – το μόνο που παραμένει ανάλλαχτο στους αιώνες. Κι όμως, διατηρεί μέσα στις στάχτες του χρόνου τη σπίθα της ελπίδας: «Ωστόσο», λέει, «όλα μπορεί να συμβούν / αν τα πεις δυνατά» Και επιμένει να προχωρά, διερευνώντας το βάθος των φαινομένων. Κάτι πρέπει να διασωθεί. «Να προλάβουμε», μας προτρέπει «πριν εξαφανιστούν οι μέλισσες».

 

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΣΙΤΣΕΚΛΗ

Στίγμα Λόγου 3/2/2017

Οι ποιητές μπορούν να δουν σε μια σταγόνα βροχής ένα δάκρυ, ένα διαμάντι, ολόκληρο τον κόσμο. Με ένα τέτοιο διευρυμένο δάκρυ η Φροσούλα Κολοσιάτου προσεγγίζει τον κόσμο, φτιάχνει το υλικό της ποίησης της, ταυτίζει τη μοίρα της με την ανθρώπινη μοίρα.

Πηγή της είναι οι παράξενες μικρές αναμνήσεις που άφησαν πίσω οι αγαπημένοι που έφυγαν… Έρχονται σαν απρόσκλητοι επισκέπτες/ ίσκιοι της μεταμόρφωσης/ κρατούν στα χέρια τους/ συμβολικούς θανάτους/ φέρνει τα μέλλοντα/ να μοιάζουν με τα παρελθόντα/ το μετέωρο βλέμμα τους.

Ο καημός της πατρίδας, ο πόλεμος, η προσφυγιά, ένα καράβι που απομακρύνεται στο βάθος και η αγωνία της ερώτησης, πόσο μακρυά μας πάει; Τι περιμένεις να γυρίσεις; Για εμάς που έχουμε φτιάξει τη ζωή μας αλλού, θα πει, την επιστρέφει ο αντίλαλος/ από όλες τις λύπες/ η πιο λυπημένη.

Οι λέξεις της εφοδιάζονται με μνήμες, μιλούν με τις φωνές άλλων ανθρώπων για το παρόν: όπου και να πας/ θα βρεις ανθρώπους/ πάντα να μετακινούνται/ γράφει, τυλιγμένα στον ύπνο/ μυριάδες χέρια/ υπνοβατούν/ με κύκλους του θανάτου. Οι λέξεις της εφοδιασμένες με ένα περίσσεμα αγάπης κυλούν σαν το νερό, ακουμπούν τη θάλασσα, σε λιμάνια, σε ακτές, όπου συνωστίζονται άνθρωποι σε ανάγκη, ντύνονται την ανθρωπιά τους.

…Εκεί περνούν τα τρένα
παιδιά με κλάματα
μην κοιμηθείς…

Ο κόσμος μετατρέπεται σε μια παγκόσμια σκηνή, καθώς στις φλόγες του Δεκέμβρη καίγεται η γεωγραφία μιας είδησης… Εικόνες υπερρεαλιστικές διαδέχονται εικόνες ωμού ρεαλισμού, σαν έκτακτα δελτία ειδήσεων, μας ταξιδεύουν στις ανοιχτές πληγές του πλανήτη, στην καρδιά του πολέμου. Φρεγάδες αναχώρησαν/ φέραν μικρά εμπόδια/ τενεκεδένιες σημαδούρες/ στη Μεσόγειο/ Γιουγκοσλαβία/ Αφγανιστάν/ Ιράκ/ Λιβύη/ Συρία… Ο τόπος διαρκώς αλλάζει. Ξεχείλωσαν οι εικόνες/ μέσα από ματωμένες σελίδες/ σε λίγο ξεχασμένες ειδήσεις/… Ζωή να ξαναδώσει/ ποιος μπορεί;…

Ο ποιητικός της φακός καταγράφει την προέλαση ενός αδυσώπητου κακού σε όλο τον πλανήτη, μια κοινότητα πόνου που διαρκώς αυξάνει.

Ο Μινώταυρος της παγκόσμιας οικονομίας αφήνει πίσω του τόσα ξερά στόματα… Νοικοκυριά εύθραυστα/ σαν πορσελάνη/ καταρρέουν χωρίς όνομα/… Ένα πλήθος αστέγων, προσφύγων και μεταναστών πλημμυρίζει τις πόλεις. Ολόκληρη η γεωγραφία αλλάζει…

Μια αγέλη πεινασμένων ανθρώπων
μεταμορφώθηκε
και εγκαταστάθηκε στην πόλη…
Έκαψα στα γρήγορα
όλες τις μέρες μου
τις χάρισα
σε ένα θίασο περιπλανώμενο
Μέσα ο Μινώταυρος
με πολλά ξερά στόματα
και μια θλίψη άηχη
Έπλυνα τα λόγια του
Στο ψέμα….

Στις φτωχογειτονιές του κόσμου, ένα παιδάκι νηστικό/ στα μικρά του γόνατα/ γράφει ιστορία/ στις καταπακτές της φτώχειας.

Σε φονικό ρεαλισμό
η Φουκουσίμα
ανελέητα φιλοτεχνεί
τη μεγάλη πληγή του πλανήτη…
Μέχρι τις θυρίδες της ασφυξίας
εξαντλεί τον ίλιγγο της ζωής…

Χρηματολάτρες και αργυραμοιβοί με ρούχα ραδιενεργά δημοπρατούν την αγωνία και το φόβο, εξαντλούν ακόμα και το θάνατο…

…Αν δεν αλλάξει ο κόσμος, οι πιθανότητες είναι με το μέρος τους…

Η Σκοτεινή συγκατοίκηση είναι η συνύπαρξη του ανθρώπου με τη διττή φύση του, τον εγωιστικό εαυτό του, εκείνον που προκαλεί τόσα δεινά. Όταν ο άνθρωπος ξεχνάει τη θνητότητά του, και γίνεται αλαζονικός απέναντι στη φύση και στον συνάνθρωπο.

Η Φροσούλα Κολοσιάτου νιώθει την κάθε γωνιά του πλανήτη γειτονιά της, ό,τι συμβαίνει εκεί την αφορά. Μαζεύτηκαν πολλά, θα πει, τα καταθέτει στα πρόσωπα του πλήθους, σε ένα δημόσιο μονόλογο… Στις σελίδες της δίνει φωνή στη σιωπή του ανθρώπου σε μια κοινότητα πόνου, όπου ακόμα και οι άγγελοι κοιμούνται…, εκφράζει την αγωνία της για το μέλλον, όταν τα παιδιά μας θα ζήσουν ερήμην μας…

Η ποιήτρια αφηγείται, γιατί όπως μας λέει, όταν αφηγείσαι αντιστέκεσαι, μια διαρκής αντίσταση είναι η αφήγηση…

Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:

Δε χάνονται οι χορευτές
Σε ανοιχτές πλατείες
Προσεγγίζουν το φως
Και ό,τι κρύβεται πίσω του
Συνδέονται με τη γιορτή
Μέχρι το άπειρο
Μα όσα συνοψίζονται μέσα στο χορό
Μένουν αθέατα
Στη χαραμάδα
Της τελευταίας εξάντλησης
Γέμισε η πόλη ευαισθησία
Ας γίνει ο χορός
Ανυπακοής γιορτή

../..

Όταν οι ουρανοί της πόλης
Χειροκροτούν σε πάμφωτο ελεγκτήριο
Άνθρωποι φοβούνται τους ανθρώπους
Παραμένουν στα όνειρα σκοτεινοί
Σαν τις καταιγίδες
Παγωμένοι από αρχαία λάβα
Και σιωπές
Έχουν την γκριμάτσα του πόνου
Όπως ελέφαντες
Κάνουν μερικά βήματα πίσω
Και βγάζουν κραυγή
Σαν να κλαίνε

Όσοι ξέμειναν από κόσμο

Κινδυνεύουν

 

 

Φοράει τα μάτια του ουρανού (2017)

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

Για τον σύγχρονο ξεριζωμό και το καινούριο προσωπείο της προσφυγιάς

Μέσα στη θάλασσα συναντιούνται οι ψυχές και ανεμοδέρνονται. Μέσα στο νερό της απώλειας κολυμπάνε γεμάτοι μοναξιά και απόγνωση. Με όνειρα χρόνων να έχουν πνιγεί σε δευτερόλεπτα και τη ζωή να φθίνει και να χάνει το νόημά της. Τί κι αν κάποτε υπήρξαν; Tί κι αν έζησαν σε κάποια γη, το τέλος τους βασανιστικό μέσα σε πεινασμένα πέλαγα και στεριές αφιλόξενες. Από τον ένα θάνατο στον άλλο, ο φόβος παντού. Με παιδιά που ικετεύουν τα κύματα και αντί για γάλα γεύονται το αρμυρό νερό. Η νέα ποιητική συλλογή της Φροσούλας Κολοσιάτου έχει για θέμα της τους πρόσφυγες και τη μαύρη ζωή τους, τον σύγχρονο ξεριζωμό που όμως ανιχνεύεται από τα βάθη της ιστορίας. Με γλαφυρές εικόνες και στίχους δυνατούς και εκφραστικούς αναφέρεται στο βίο αυτών των ανθρώπων που προσπαθούν μέσα από χίλιες περιπέτειες να σταθούν στα πόδια τους σε ξένο τόπο. «Πώς θα μπορέσουν /τα όνειρά τους να χωρέσουν /στη φυγή τους;» αναρωτιέται στο ποίημα με τον τίτλο «Αιρετικό». Ίσως απαντήσεις δεν υπάρχουν, ίσως μεταμφιέζονται αυτές ή χάνονται μέσα στα θολά και ανταριασμένα νερά του «πολυκατοικημένου» Αιγαίου. Άχαρη η αυγή, οι γλάροι ουρλιάζουν, το σκοτάδι είναι άγριο, η παραφροσύνη παραμονεύει, η ήττα είναι παρούσα, οι λέξεις τους πατάνε πάνω στα κύματα ή βουλιάζουν στο βυθό, κουβαλούν στους ώμους τους στοιχειωμένους τόπους αντί για μπαγκάζια! Ποιος θα νοιαστεί για αυτούς τους ανθρώπους ποιος θα προσευχηθεί για την τύχη τους και σε ποιον θεό! Συνηθίζεται η οσμή του θανάτου; Λαοί που έχασαν ευκαιρίες, άνθρωποι που χρειάζονται προστασία!«Βοηθήστε μας/Να ξαναγίνουμε πρόσωπα», ακούγεται η απελπισμένοι φωνή τους στο ποίημα «Η γάτα των προσφύγων». Μετέωρη θλίψη ανθρώπων που τρέχουν κατά τις γραμμές του ορίζοντα και έχουν για τραγούδι τους το θρήνο της βροχής για αγκαλιά τους την αγκαλιά της αρμύρας και φοράνε τα μάτια του νερού. Η ποιήτρια είναι με το μέρους, τους συμπονά, τους κατανοεί, τους αφιερώνεται. Τι να μιλάμε τώρα για διπλωματίες, πολιτικές και οικονομικά συμφέροντα, εδώ υπάρχουν οι ανθρώπινες ψυχές που έχουν το προβάδισμα. Είναι η ζωή που πρέπει να διασωθεί. Είναι ο άνθρωπος και ο πόνος του ο πυρήνας του ποιήματος, πηγή της έμπνευσης, ερέθισμα της γραφής. Η ποίηση που διαβάζουμε έχει ουμανιστικό πρόσωπο και αποπνέει ένα ενδιαφέρον για κάθε τι ανθρώπινο, αγγίζει σημαντικές χορδές της ύπαρξής μας. Τα τελευταία χρόνια γράφονται ποιήματα, διηγήματα, κείμενα γενικότερα που αφορούν στα θέματα των μεταναστών και των προσφύγων. Και είναι φυσικό, αφού ο συγγραφέας ζει μέσα στον κόσμο και αφορμάται από αυτόν. Δεν είναι αποκομμένος απ’ ό,τι συμβαίνει γύρω του. Η Κολοσιάτου φιλτράρει με τον δικό της προσωπικό τρόπο το δράμα τούτο, και γράφει με περίσκεψη και ευαισθησία, θίγοντας ποιητικώ το τρόπω ένα φλέγον ζήτημα, που απασχολεί όλους τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα. Όχι ότι δεν υπήρχαν πρόσφυγες…. Και πρώτα απ’ όλα, ας σκεφτούμε τους πολέμους από την αρχαιότητα ως σήμερα, τη Μικρασιατική Καταστροφή επίσης. Απλά στις μέρες που διανύουμε η προσφυγιά φοράει άλλο προσωπείο, καθορίζεται από άλλους παράγοντες, έχει άλλη υφή. Η ουσία του προβλήματος παραμένει αναλλοίωτη όσα χρόνια κι αν περάσουν, βέβαια… κι αυτό το καθολικό στοιχείο είναι που προκύπτει από αυτήν την συλλογή.

Είχα ασχοληθεί παλαιότερα και με το βιβλίο του Ζαφείρη Νικήτα με τίτλο «Τα Νερά του Μετανάστη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι. Και εκεί υπήρχε το τρυφερό βλέμμα και αγωνία απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους όπως και εδώ. Και κει υπήρχε η αμεσότητα, η λιτότητα, η καθημερινή αλήθεια των πραγμάτων, όπως και δω! Ο Ζαφείρης Νικήτας σε ρόλο-παρατηρητή- αφηγητή μας λέει πιο συγκεκριμένες ιστορίες από τον κόσμο των μεταναστών. Όμως, είναι πιο αισιόδοξος από την Κολοσιάτου. Είχα σημειώσει σε σχετικό κείμενό μου: «Ο Νικήτας βροντοφωνάζει πως, παρά τις αντιξοότητες, τίποτα δεν χάθηκε και κυρίως η ελπίδα. Ο άνθρωπος επιβιώνει όσο μπορεί να ακούει ακόμα τον ήχο των λέξεων, όσο μπορεί να ερωτεύεται σε καιρό πολέμου, όσο μπορεί ακόμα να επιθυμεί.».

Στην περίπτωση της Κολοσιάτου αντίθετα αισθάνομαι πως η ποιήτρια θεωρεί πως ελπίδα δεν υπάρχει, ή τουλάχιστον πως είναι αμυδρή. Όλη αυτή η νοσηρή κατάσταση, η απίστευτη ταλαιπωρία που βιώνουν αυτοί οι άνθρωποι δεν έχει τελειωμό και φως δεν διαφαίνεται πουθενά. Τα ποιήματα διαδηλώνουν θάνατο. Και τριγυρνά συνεχώς στο μυαλό μου η λέξη Κρίμα με κεφαλαίο κάπα. Κρίμα για την φθορά, την κατάντια, τον μαρασμό. Συνεχής εγκλωβισμός, ματαίωση. Κοινωνικός αποκλεισμός. Διάλογος με τα ερείπια. Από τα ερείπια γεννιέται συχνά η Ποίηση!

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ

 

Ο Επιτάφιος Θρήνος της Μεγάλης Παρασκευής σμίγει με τους στίχους των ποιητών της Κύπρου που σαράντα τρία χρόνια αρμενίζει στη προσδοκία της δικιάς της Ανάστασης.

 

 

Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.
Κώστας Μόντης

 

 

Εσύ δεν λες τίποτα
μα εγώ θα σου πω γι’ αυτό το νησί
που ήταν όνειρο χτες και θυμάρι κι αμίαντο
και σήμερα ποτάμι οδύνης
Μιχάλης Πασιαρδής

 

 

Μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,
ότι αυτό που συνέβηκε το 74
δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,
κάθε μέρα.
Νίκη Μαραγκού

 

 

Δεν έγραψα πολλά γι’ αυτά που μας χωρίζουν
μα ούτε και γι’ αυτά που μας ενώνουν.
Το χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
φουσκώνει χρόνο με το χρόνο
Λίλη Μιχαηλίδου

 

 

Μια πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα
τριάντα τρία τώρα χρόνια,
η πόλη μου.
Πώς ν’ ανασαίνει μέσ’ στον πνιγερό αγέρα;
Ντίνα Παγιάση-Κατσούρη

 

 

Να ‘βλεπες εγκαίρως τους καπνούς στον ορίζοντα
ν’ άκουγες τις ιαχές των βαρβάρων
να φορτωνόσουν στην πλάτη τον πατέρα σου
να μεταλάβαινες την τελευταία του λέξη!
Λεωνίδας Γαλάζης

 

 

Πριν από καιρό
ποιος θα πίστευε
πως θα ‘ρθω εδώ σε τούτη τη γη
καμένη του ήλιου και της προδοσίας.
Βασίλκα Χατζήπαπα

 

 

Μικρή μου πόλη, αγαπημένη Χώρα
δίχως συνθήματα θα ερωτευτούμε
στις στροφές των κλειστών δρόμων σου
παρατώντας ξόανα, ειδώλια, θεούς και δαίμονες
Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου

 

 

Πώς αγγίζει κανείς τη χώρα του
ξαφνικά στη μέση ηλικία
και του κόβεται η ανάσα
ακριβώς στα δύο; Έτσι
Νένα Φιλούση

 

 

Βραδιά ποιητική
στο σπίτι με τα συνθήματα
«Δεν ξεχνώ»…
«Δεν είναι εδώ τα σύνορά μας»…
Αλεξάνδρα Γαλανού

 

 

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.
Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Κυριάκος Χαραλαμπίδης

 

 

Παιδί στο προσφυγόσημο
ξυπόλυτο σαράντα χρόνους
ρακένδυτο και δακρυσμένο
πλάι στο συρματόπλεγμα
Αγγέλα Καϊμακλιώτη

 

 

Ποιοι είναι αυτοί που λένε ότι χάθηκε η Κερύνεια;
Είναι οι γνωστικοί.
Αυτοί ξέρουν καλύτερα πως ό,τι χάνεται
δεν επιστρέφεται
Γιώργος Χριστοδουλίδης

 

 

Λικνιζόμασταν ατάραχα στη θάλασσα
Της Κερύνειας
Ζώντας έκθαμβα σε φόντο
Παρωχημένων τραγουδιών.
Ανδρέας Μαλόρης

 

 

Κερύνεια
στ’ άπιαστα κι απροφήτευτα
αγκίστρωσες τη ζωή μας
Κερύνεια η μοίρα σου μοίρα δική μας
Βέρα Κορφιώτη

 

 

Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων
έφτασε στη Σαλαμίνα
φρύαξε ο Ονήσιλος.
Άλλο δεν άντεξε.
Παντελής Μηχανικός

 

 

Ανοίγει τα παράθυρα και μπαίνει
νάμα σα’ νόημα που κάπου με καλεί
άκουσμα γνώριμο από την Αγία Ζώνη
γιούλι μυρίζει και γιασεμί.
Νίκη Κατσαούνη

 

 

Τριάντα τρία χρόνια μέσ’ στο συρματόπλεγμα
η Αμμόχωστος
ονειρεύεται ριπές ανέμων.
Όλο γυρεύει λυτρωμό.
Κλαίρη Αγγελίδου

 

 

Δεν αφήνουν να ξεχάσουμε
ο Ονήσιλος, ο Πράξανδρος, ο Ευαγόρας,
η μάνα κι ο πατέρας που ’ναι κει,
νεκροί και ζωντανοί,
Ανδρέας Χατζηχαμπής

 

 

Αμμόχωστος.
Γη που έδινες ζωή.
Γη που χάριζες χαρά.
Γη του έρωτα και γη της ομορφιάς.
Ανδρέας Τιμοθέου

 

 

Ήταν καιρός…
η πανσέληνος του Ιούλη
παίρνει εκδίκηση.
Κάπου εδώ ο χρόνος σταματά.
Εύα Νεοκλέους

 

 

Φίλησα δάκρυ μάγουλο
δάκρυσες λόγια χώρια
Κάθε που θ’ αλλάζει ο χρόνος
με τον Ιούλιο ποτήρια θα τσουγκρίζεις
Πάμπος Κουζάλης

 

 

Κάπου εκεί,
πίσω απ’ το σκλαβωμένο Πενταδάχτυλο
είναι δεμένο, κόμπος αξεδιάλυτος,
το νήμα της ζωής μου.
Νίκος Κρανιδιώτης

 

 

Μα πώς ξηγείς του Πενταδάχτυλου
πώς όλα τούτα εσκεμμένα έγιναν,
πώς ξηγείς πώς ήταν εκ προμελέτης
πώς τούτος ο Ιούλης ήρθε με ψευδώνυμο
Ευρυδίκη Περικλέους Παπαδοπούλου

 

 

Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε
για τον Πενταδάκτυλο
είναι γιατί
μοιάζει χτυπημένο πουλί
Ανδρέας Πετρίδης

 

 

Της Μεσαριάς ο κάμπος ο ξανθόσπαρτος
Του Πενταδάκτυλου το στέμμα το πεντάκορφο
Τόσο κοντά
Τόσο μακριά
Ελένη Αρτεμίου – Φωτιάδου

 

 

Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά
της ξένης γης.
Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι
του νόστου.
Γιάννης Ποδηναράς

 

 

Κι ήταν Γενάρης
μα μύρισε λεμονανθούς και πάστρα
το ταξίδι της
στην ωραία Μόρφου των ουρανών.
Κατίνα Γιαννάκη- Παπαστυλιανού

 

 

0 λιόντας που καβαλλικάς ελούθηκεν το κλάμαν
’εν τζ’ έν’ αγκάθιν με γιαράς
μα ‘ν’ ο καμός της προσφυγιάς
βοσσέ μου Αη Μάμα.
Χρήστος Αργυρού

 

 

Χειρουργούν τη Γη των Κυπρίων
Την κόβουν οικόπεδα.
Περνούν οδοστρωτήρες
ν’ ασφαλτώσουν τη ράχη μας
Χρίστος Χατζήπαπας

 

 

καθρέφτης ζωής ξελογιασμένης
σε στιλπνό βράχο σπαράζει-πεταγμένο
περιορισμένη γραμμή παλλόμενη
σ’ ένα κλειστό άπειρο εγκαταλελειμμένο νησί
Αλεξάνδρα Ζαμπά

 

 

Μοίρα και πρόκληση
Με χωρίζει από τους άλλους
Ό,τι δεν χάθηκε
Είναι μέσα μου
Φροσούλα Κολοσιάτου

 

 

Ο κόσμος που αγαπήσαμε
απομένει πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
και τους ξένους στρατούς,
ζει σαν φάντασμα μέσα σε έρημα τοπία,
Γιώργος Μολέσκης

 

 

Για τη διαίρεση
από μικρός κουβαλώ το φόβο
Όταν την έμαθα στη δευτέρα
τον τόπο μου διαίρεσαν σε δύο πράξεις
Βάκης Λοϊζίδης

 

 

ο Μακρύδρομος δεν βγάζει
πια πουθενά
πίσω απ’ τις βιτρίνες των μαγαζιών σου
αιωρούνται πύργοι σιωπής.
Λεύκιος Ζαφειρίου

 

 

Η Λευκωσία μας αποδημεί στους χάρτες
σε αταχυδρόμητες φωτογραφίες
απ’ τις ψηλές ταράτσες την κοιτάμε
να ταξιδεύει στην ποδιά του Πενταδάκτυλου.
Κύπρος Χρυσάνθης

 

 

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου
ξεσχίσανε τα πλουμιστά πανιά των καϊκιών
στα πρωινά μελτέμια,
κουβάλησαν το θάνατο σε γραφικές ακρογιαλιές
Νίκος Πενταράς

 

 

η πόλη καιγόταν
άδειασαν τα ξενοδοχεία οι πολυκατοικίας τίποτα
άγρια αγκάθια και τσουκνίδας φυτρώνουν από τις ρωγμές τ’ αυλάκια
φτάνουν κάποτε ίσαμε το δεύτερο πάτωμα τα φίδια
Έλενα Τουμαζή

 

 

Πατρίδα πολυτάραχη το βιος
σου πάει και χάνεται.
Σε γέλασε το πράσινο σε μια γραμμή
και ορθώνεται σαν τείχος.
Αθηνά Τεμβρίου

 

 

Στη σκιά του δρεπανιού
τεντωμένο τόξο
δίκοπο μαχαίρι
η ελευθερία.
Ανδρέας Χατζηθωμάς

 

 

Βαδίζει, περνώντας απ’ την Κύπρο να βρει
τη μάνα Αφροδίτη, μαζί της να ανασύρει
τη χαμένη κάρα του συζύγου της Χαρίτας,
να την αρμόσουν στο σώμα να ‘ναι ακέραιο
Ιωσήφ Ιωσηφίδης

 

 

Η πατρίδα μου
έχει τα μάτια της υγρά, τα χείλη της κατάξερα,
απ’ την υπομονή και τα λυπημένα ακρογιάλια
λίγο πιο λίγα, λίγο πιο σκλαβωμένα.
Κλεοπάτρα Μακρίδου

 

 

φαντάσματα, φαντάσματα τού χθεσινού μας κόσμου
γιατί δε χάνεστε κι’ εσείς
μέσα στα βάθη της ψυχής
κι’ αβάσταχτη μάς φέρνετε ευωδιά χαμένου δυόσμου;
Έλλη Παιονίδου

 

 

Δίποδα όντα να κουρσεύουν κάθε χαρά
και μια μνήμη μακρινή οδοιπορώντας
να σκοντάφτει συνέχεια στο απέναντι ύψωμα
Άνθρωποι! Άνθρωποι με προσωπεία ξένα και κραυγές
Μιχάλης Ζαφείρης

 

 

Κράτα γερά στο πόστο, παλικάρι
Η εδώ μεριά αφουγκράζεται τους στίχους σου
Ουράνιο τόξο πάνω από τους λύκους.
Κράτα γερά για να κρατήσουμε.
Έλλη Παιονίδου

 

 

Σιωπώ
Τα χορικά του δράματός μας
Είναι ανόσιες παρεμβάσεις
Ενός ανύπαρκτου ποιητή
Μάριος Μιχαηλίδης

 

 

ποια αλήθεια
ποιος ήλιος και ποιο φεγγάρι
ποια λόγια και ποιοι στίχοι
θα φωτίσουν ξανά αυτό το τόπο
που ματώνει κάτω από τη θηλιά
ενός ατέλειωτου συρματοπλέγματος.
Ανδρέας Καρακόκκινος

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ

Η Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη είναι κλινικός ψυχολόγος –ψυχοθεραπεύτρια, (MSc) της Σχολής Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ουψάλα Σουηδίας και εργάσθηκε στην Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου. Εργάστηκε ως ψυχολόγος στην Ειδική αγωγή και Εκπαίδευση του ΥΠΕΠΘ, όπου διετέλεσε Προϊστάμενη ΚΕΔΔΥ Σερρών. Δίδαξε ψυχολογία και Ειδική αγωγή και είναι πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Εκπαιδευτών Ενηλίκων.
Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ).

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποιητικές συλλογές

Ο δρόμος (2006)
Συναισθηματικό αλφαβητάρι (2009)
Διαδρομές, (2015)
Λιγοστεύουν οι λέξεις (υπό έκδοση) (2017)

Μεταφράσεις

Δημοσίευσε ποιήματα μεταφρασμένα από τη σουηδική γλώσσα «Μανδραγόρας» & «Θευθ».

Μετάφραση ποιημάτων της

(2008) ДНИТЕ НИСАКЛАДА, Εκδόσεις «ЬЕЛЛОПРЦНМ»,
βουλγαρική γλώσσα, συμμετοχή
Μετάφραση ποιημάτων της στα ιταλικά από την ποιήτρια Αλεξάνδρα
Ζαμπά.

 

 

 

 

 

ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ 2017

(υπό έκδοση ποιητική συλλογή εντός του 2017 )

 

ΘΡΥΜΑΤΑ

θρύμματα
διάσπαρτα
διάτρητου δοχείου
περιεχόμενο
διάχυτο παντού
περιρρέουν
άμορφη μάζα
οι ρίζες τους
ρινίσματα
συμπαντικής σκόνης
στης νύχτας το βλέφαρο

 

 

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ – ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ

Κοιτώ το ρυάκι να ρέει αμέριμνο
το νερό να κυλά λαμπυρίζοντας
Αντανακλάσεις φωτός διαγράφουν
γιρλάντες στη ράχη του
Τα βότσαλα λάμπουν ατάραχα στο βυθό
Χρυσοκίτρινα φύλλα πέφτουν

και χάνονται βιαστικά
Η σκιά τους διαγράφεται σκοτεινή
περνούν γρήγορα και χάνονται
Βαθιά πηγή αναβλύζει μέσα μου
λόγια ακατάληπτα
Ψιθυριστά νανουρίσματα
συγχωνεύονται με του νερού το κελάρυσμα
για παιδιά που ‘χάσαν τον ύπνο τους
για παιδιά που κείτονται
στου βυθού την αταραξία
Μέσα σε τόση ομορφιά
κάτι με πνίγει κι εγείρεται μέσα μου
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου

και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο
«Κι αυτό το αγοράκι
δεν έχει κρεβατάκι»*
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου
και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο
14-12-2015

*Σεβιλλιάνικο νανούρισμα
[Στίχοι: F.G.Lorca. Απόδοση: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Γιάννης Γλέζος]

ΑΝΕΣΤΙΟΣ

Πρό-χωμα
απροχώρητο
κι ανα-χωρείς
και προ-χωράς
Ανέστιος
Όσο μπορείς είπε
κοίταζε πίσω αν θες να πας μπροστά
Επιστροφή ο δρόμος
ποτέ δε φύγαμε
Επι-στροφή
πέτρα στον ώμο
στη χούφτα βότσαλο
Γυρίνοι γυροφέρνουν γκιόλα πράσινη
η γλίτσα γλύφει κολλώδης
Πάλλονται οι ουρές
τριχιές δονούν τα σύμπαντα
χίλιες καμπάνες
Κοίτα πως έμεινα στην όχθη
Απολίθωμα
ηχώ αρχαίου όστρακου
Δεσμώτης της Ιθάκης
να ονειρεύομαι

ΛΙΓΟ ΝΕΡΟ

Αθώο αίμα παφλάζει
σε μετρό και σε πλατείες
Τυφλός ο μακελάρης
φούλι δε φίλησε
Αυγή δεν άνθισε ποτέ
κελάρι θεοσκότεινο

Φως λίγο φως να ψάξουμε τα έρημα κορμιά
Λίγο νερό να πλένουμε διαμελισμένα σώματα
Χώμα στεγνό να βρέξουμε στο δάκρυ μας

ΚΑΤΑ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Κατά το σούρουπο απ’ το βορρά
έρχονται ψίθυροι απαλοί
και με βυθίζουν σε γλυκιά μελαγχολία
Τότε στα μάτια μεταξωτές κλωστές
λικνίζονται Αλσηίδες νύμφες
Λουσμένες στο βόρειο σέλας
λαμπυρίζουν και με ζεστά αγγίγματα
σε δάση δύσβατα με παρασέρνουν

Βραδιάζει πάλι μέσα μου
σκοτάδι η απουσία με τυλίγει
Θέλω να κλάψω να βυθιστώ
σε κολυμβήθρας δάκρυα
Βρέφος που του προσδίδουν όνομα
πρόσωπο ν’ αντικρύσει τη μέρα
Βραδιάζει πάλι μέσα μου
απόψε δε θα κοιμηθώ

ΦΑΛΑΙΝΕΣ ΠΛΗΓΩΜΕΝΕΣ

Μέρες πολλές φάλαινες πληγωμένες
κολύμπαγαν στο πέλαγος
Κάποτε κύματα βίαια τις ξέβρασαν
σ’ ακτή βραχώδη κι έρημη
Άρχισαν να θρηνούν τον πόνο των βρεφών
και ν’ αποθέτουν τάματα σ’ αόρατο βωμό
Αρχαίος πόνος βρέφους άνθισε
σ’ όστρακο θεϊκό
κι η θάλασσα γαλήνη απύθμενη

ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Λιγοστεύουν οι λέξεις
Μουδιασμένες
λιώνουν στο στόμα
χάπι πικρό
Κόμπος στο λαιμό
με πνίγουν
Τελειωμένα λόγια οι λέξεις
Ακατάληπτα
μουρμουρητά και κραυγές
ανακούρκουδα καθισμένα
κουνιούνται πέρα δώθε
Θρηνούν
Θρήνος που λέξεις δε γίνεται
Φρίκη που δε τη φτάνουν λέξεις

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ (2015)

Διαδρομές

Ι

Σα να ’ταν χθες
δέντρα χυμώδη, λυγερά
πόθο γιομάτα
άνθιζαν κλαδιά
άπλωναν ρίζες
να ξεδιψάσουν στις αγκαλιές των ρυακιών
και στων χειμάρρων την ορμή
ηδονικά να ξαποστάσουν

Σα να ’ταν χθες
άγουρα χρόνια
χνούδια απαλά
ανήσυχα
φλόγα γιομάτα
το μέλι τρυγούσαν των λουλουδιών
τ’ αλάτι γεύονταν
στα τρίσβαθα ωκεανών

Σήμερα θάλασσες πλατιές
τους θησαυρούς γενναιόδωρα χαρίζουν

Σύντομα αλίμονο
τόσο σύντομα
αύριο κιόλας
καράβια ξέμπαρκα
γυμνά, ανάλαφρα, βαριά
γλυκόπικρο μειδίαμα απορούν
γέρνοντας προς την άλλη χώρα

ΙΙΙ

Οι χαρές που ζήσαμε χάθηκαν
πήραν μαζί τους ό,τι είχαμε αγαπήσει
όνειρα στέρνες δίχως νερό
Αφού οι πηγές στέρεψαν
και τα χείλη στεγνά
πεφταστέρια οράματα
φύσημ’ αγέρα συγκινήσεις
Από χρόνους τ’ αφήσαμε πίσω
πορευόμαστε δέντρα ξεριζωμένα

Μια βαθιά ερημιά κατοικεί μέσα μας
μια γαλήνη πετρωμένη
Κάπου κάπου ένα δάκρυ στεγνό
προσπαθεί κρυφά
να ραγίσει τη γαλήνη της πέτρας
Ποιο δάκρυ ωστόσο μπορεί
να ταράξει τη γαλήνη της πέτρας

Βότσαλα στο δισάκι
σημάδια για το δρόμο του γυρισμού
Ψαχουλεύουμε
το φως λιγόστεψε τώρα πια
και οι ρίζες κομμένες
Τώρα ήρθε ο καιρός των γαλήνιων πετρωμάτων
Τώρα ήρθαν τα χρόνια τα πέτρινα

Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας
σπίτια σωριασμένα κατάχαμα
Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας
άδειους περιστερώνες
Τα περιστέρια τα φυγαδέψαμε
μείναν ερημωμένοι περιστερώνες
αραδιασμένοι στο χρόνο

Τα ζεστά μονοπάτια τ’ αφήσαμε πίσω
Τώρα τα πέτρινα χρόνια
προδοσίες φυτρώσαν
ανθίσαν απώλειες
Πώς ν’ ανθίσουν στις πέτρες τριαντάφυλλα
Αυτό δεν έχει ξαναγίνει
Κάποια βρύα αν φυτρώσουν
θα ’ν’ αρκετό
να θυμίζουν πως περάσαμε απ’ εκεί

V

Ήταν ωραία τα παιχνίδια
που υποψιαστήκαμε στην παραλία
Χάθηκαν γρήγορα κι άφησαν την άλμη τους
τ’ αλάτι είχε κιόλας διεισδύσει
στα υπόγεια στρώματα
όπου ορυκτός πλούτος πλεόναζε
Ύστερα ουράνιο τόξο
ζωγράφισε την τροχιά της νιότης
και των ονείρων μας την αύρα
Τώρα ο άνεμος σβήνει τα χνάρια των βημάτων
και μεις χαμογελάμε
μες στων παιδιών τα βλέμματα

Μέχρι τις εκβολές του ποταμού

ΜΗ ΡΩΤΑΣ

Μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς
Προσπάθησε να δεις, ν’ αφουγκραστείς
Αφουγκράσου τη φύση
μήτρα σπαρακτική που εγείρεται
Αφουγκράσου το ποτάμι
το νερό κυλά και χάνεται
Βούτα, βούτα βαθιά να δροσιστείς
νιώσε την κάθε σταγόνα στο κορμί
Κοίτα με βαθιά μέσα στα μάτια
άσε με να χαθώ στο βλέμμα σου
Νιώσε τη μοναξιά της ανεμώνης
τη θλίψη νιώσε του σκύλου αυτού του άστεγου
Μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς
Οι ερωτήσεις χαλούν την ποίηση
Μη ρωτάς

ΠΗΓΑ ΠΑΛΙ ΑΠ’ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Πήγα πάλι απ’ το ποτάμι
ανταριασμένο κι αυτό
κυλά σκοτεινό μ’ έναν υπόκωφο ρόγχο
Ο ουρανός συννεφιασμένος
Κάποια γεράκια εδώ κι εκεί
κατά μόνας το καθένα στο δέντρο του
Παρατηρώ τους σπουργίτες
πετούν αδιάλειπτα σε σμήνη
σχηματίζουν σημαίες να κυματίζουν ελπιδοφόρες
Στη συννεφιά το πέταγμα ακόμη πιο αναγκαίο
πιο συναρπαστικό
Πού θα πάει
θα βγει κι ο ήλιος κάποια στιγμή

ΣΠΙΤΙΑ

Σπίτια μεγάλα και μικρά
ανήλιαγα και φωτεινά
σπίτια λιμάνια κι αγκαλιές
κιβώτια κλειστά και φυλακές
φυτώρια χαρούμενων παλμών
τράπεζες θλίψης, στεναγμών
στέρνες γεμάτες και στεγνές
εστίες πυρωμένες και σβηστές

Σπίτια που τις καρδιές μας δέσατε στις κόγχες σας
τις ενοχές και τις ντροπές μας φυλάτε μυστικά
τις λύπες μας κεντάτε ψιλοβελονιά
και τις χαρές μας γιορτινά φοράτε

Σπίτια αραδιασμένα στου χρόνου τη σκιά
μορφές καρτερικές δίχως ν’ αγκομαχάτε
τις ώρες μας μετράτε στωικά
και τις ζωές μας καταγράφετε και μελετάτε

Σπίτια περιστερώνες αδειανοί
σε κάθε κόγχη ψίθυροι, γέλια, λυγμοί
μες στα χαλάσματα, μες στις ρωγμές
πλανώνται ανήσυχες, χωρίς ανάπαυση ψυχές
ν’ αφουγκραστούν αγγίγματα, φωνές

ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΗ

Ακρωτηριασμένη τώρα πορεύομαι
ανάμεσα στους θάμνους και τα βρύα
ανάμεσα στις πέτρες που κείτονται αμίλητες
κρατώντας μυστικά βαθιά κρυμμένα
Αφουγκράζομαι τον ποταμό που αμέριμνος κυλά
πατώ πεσμένα φύλλα που αθόρυβα σήπονται σιγά σιγά

ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ
ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΑΜΕ

Τώρα που τους καθρέφτες θρυμματίσαμε
και μονοκοντυλιά διαγράψαμε τα είδωλά μας
απολιθώματα απομείναμε γυμνά
Το δάκρυ και το χαμόγελο στα στήθη πέτρωσαν
πέτρα ο λόγος και ο πόνος μας
πέτρα το όνειρο κι η ελπίδα πέτρα
πέτρα που την σηκώσαμε στο στήθος μας
Τώρα μ’ αυτήν πλαγιάζουμε και τα όνειρα αδειανά
Σίσυφοι που απόκαμαν στη ρίζα του βουνού γερμένοι
Τώρα μ’ αυτή οδεύουμε μετέωροι
στης ερημιάς την ανελέητη γαλήνη

ΗΡΘΕ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΑ

Ήρθε αναπάντεχα χωρίς σημάδι, χωρίς προειδοποίηση καμιά
πίσω από το παραβάν της θλίψης καθισμένη
Διάχυτο παγερής λευκότητας το φως
κι η λάμψη η ζεστή πουλί χαμένο
Στο πρόσωπο λαμπύριζαν κρυστάλλινα σπαθιά
Πώς είσαι; ρώτησα δειλά
Δεν είμαι, δεν είμαι τώρα πια, πώς θα μπορούσα τάχα
είπε και σα να υγράνθηκε ανεπαίσθητα
του παγερού σπαθιού η άκρη
Κι αμέσως το μαύρο που την περιέβαλλε στο χώρο απλώθηκε
και βίαια θρονιάστηκε στο στήθος μου επάνω

Κι όμως είχα ακούσει πως λέγαν οι παλιοί
«Αυτόν τον αθεόφοβο εφτά φορές τη μέρα να θυμάσαι»

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΣΤΙΣ
ΕΚΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ

Το ποτάμι άλλοτε ήρεμο κι άλλοτε μ’ ορμή
μας προσκαλεί να το διαβούμε
να ξεδιψάσουμε, να δροσιστούμε
Κάποιες φορές θολό κι ανταριασμένο
μας παρασέρνει στα βαθιά
Τη φλόγα που μας πυρπολεί να σβήσουμε
με μανιασμένα ρεύματα να μετρηθούμε
Κι αν αγριεμένο βρυχηθεί και ξεχειλίσει
και μας ξεβράσει σε λασπόνερα λερά
Πικροχαμογελώντας με λαχτάρα θα προσμένουμε
για να μας πάρει πάλι σε γάργαρα νερά

Κι αν οργισμένο στην κοίτη του μας παρασύρει ανελέητα
Ίσως εκεί παλεύοντας απεγνωσμένα στα θολόνερα
λιθάρια ξεχασμένα θά ’βρούμε
που τα πετούσαμε παιδιά
το βάθος του ν’ αφουγκραστούμε
και θα πατήσουμε σ’ αυτά να λυτρωθούμε
Ίσως ακόμη εκεί στης κοίτης τις καταχθόνιες πτυχές
κάποια φλέβα χρυσού ανακαλύψουμε
και στις χρυσίζουσες ανταύγειες της σκαλώσουμε
στην επιφάνεια να βγούμε

Αν όμως τέτοια τύχη δεν την έχουμε
ίσως η καλοσύνη του βυθού να μας ωθήσει γενναιόδωρα
και όχθη να πατήσουμε ξανά εξαντλημένοι ναυαγοί
Κι ανάσα αφού πάρουμε
λουφάζοντας κάτω από στρώματα σταχτιά
και ανασκουμπωθούμε,
Ξεθυμασμένα κάρβουνα π’ αναζωπύρωσαν
και σπινθηρίζοντας σιγαλά
θα ξαναλάμψουμε
Και πάλι με δέος θα βουτήξουμε
μέσα στην αύρα του να ονειρευτούμε
μέχρι να φτάσουμε στις εκβολές του ποταμού

Κι εκεί σε θάλασσα απύθμενη, άχρονη κι άπειρη
φθαρμένα πλέον και πολυταξιδεμένα ποταμόπλοια
στου ονείρου την αχλή και σε νεφέλη αστερόσκονης
βαρκούλες καλοτάξιδες θ’ απλώσουμε πανιά
για τα συμπαντικά πελάγη ν’ ανοιχτούμε

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ (2009)

Στα παιδιά με δυσκολίες μάθησης

Στην ποιητική συλλογή συναισθήματα όπως η αγάπη, η ζήλια, η ηρεμία, ο θυμός, η λύπη, η μοναξιά, η ντροπή, ο πόνος, η τρυφερότητα κλπ, καθώς και συναισθηματικές διαθέσεις και αξίες όπως η αποδοχή, η βοήθεια, η ισότητα, η καλοσύνη κλπ παίρνουν μορφή και περιγράφονται απλά και κατανοητά «διεκδικώντας» ν’ αγγίξουν την ψυχή του παιδιού και να του ανοίξουν το δρόμο για συμφιλίωση με τα δικά του συναισθήματα.
Αφιερώνω το «Συναισθηματικό αλφαβητάρι» στα παιδιά με δυσκολίες μάθησης, γιατί ερχόμενη σ’ επαφή μαζί τους, διαπίστωσα ότι πολλά απ’ αυτά τα παιδιά δεν χαίρονταν την σχολική τους ζωή και δυσκολεύονταν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά στην μαθησιακή διαδικασία λόγω των συναισθηματικών προβλημάτων που βίωναν.

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ

Φωνήεντα και σύμφωνα δεμένα
Μας βοηθούν να λευτερώσουμε
Να σμίξουμε φωνές
Χτίζουν γέφυρες
Ανοίγουν δρόμους

Ρυάκια γάργαρα
Τρεχούμενα νερά
Ανάπαυτα, θλιμμένα
Ποτάμια αγριεμένα

Να φιλιωθούμε
Nα φωνάξουμε
Να γίνουμ’ εαυτοί
Να ξανασμίξουμε
Να νιώσουμε εμείς
Να γίνουμ’ ένα

ΒΟΗΘΕΙΑ

Η Βοήθεια πηγή βαθιά
Με ευαίσθητη καρδιά
Έτρεχε και μελετούσε
Ποιον θα πρωτοβοηθούσε
Στα καθάρια της νερά
Ξεδιψούσαν τα πουλιά
Κι αυτή γέμιζε χαρά

Στην πλατιά της αγκαλιά
Έβρισκαν ζεστή φωλιά
Όλα του κόσμου τα παιδιά
Και σε δύσκολες στιγμές
Προσκαλούσε τη Βροχή
Βοήθεια ζήταγε κι αυτή
Μη στερέψει, μη σωθεί

ΙΣΟΤΗΤΑ

Ίσοι είμαστε και ίδιοι
Στις ανάγκες, στη ζωή
Ίσοι αλλά μοναδικοί
Με ικανότητες πολλές
Αρετές και αντοχές
Δυσκολίες και φραγμούς
Όνειρα, περιορισμούς

Νιώθοντας αποδοχή
Ο καθένας θ’ ακουστεί
Και τον δρόμο του θα βρει

ΛΥΠΗ

Η Λύπη, ανεμώνη μοναχή
Σε κάμπο ερημικό
Θλιμμένη, δακρυσμένη
Τον ουρανό κοιτούσε
Και τον λαμπρό τον Ήλιο
Θερμοπαρακαλούσε
-Ήλιε λαμπρέ και βασιλιά
Χάρισε λίγη ζεστασιά
Στην παγωμένη μου καρδιά

Κι ο Ήλιος στοργικά
Τα δάκρυα στεγνώνει
Την παίρνει αγκαλιά

ΣΥΜΠΑΝ

Σύμπαν! μα τι είν’ αυτό;
Άπειρο κι ασύλληπτο
Γαλαξίες και πλανήτες
Ήλιοι, αστέρες, κομήτες
Και η Γη που περπατώ
Κόκκος άμμου μέσα σε αυτό
Τότε τι είμαι εγώ;
Εκστασιάζομαι!
Σιγώ!
Τι μεγαλείο!
Προσκυνώ!
Και θαυμάζω κι απορώ!

Ο ΔΡΟΜΟΣ (2006)

ΜΥΛΟΠΕΤΡΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ

Πλήξη, ανία κι ακεφιά τις μέρες συνοδεύουν
Συχνά, πολύ συχνά, πίκρες παραμονεύουν
Καμιά φορά απρόσμενες χαρές ακολουθούν
Πλήξη, ανία, ακεφιά, στιγμές χαράς
Και πάλι πλήξη
Κι ύστερα λύπη
Και ξανά πάλι ακεφιά
Οι μέρες έρχονται και φεύγουν

Δεν το αντέχω
Να σκέφτομαι δε θέλω
Μυλόπετρες οι μέρες
Τη ζωή μου παγιδεύουν.

 

 

ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ

Θα σ’ ονόμαζα αστραπή
Σε πορεία απόλυτα ευθυγραμμισμένη
Αξιοθαύμαστο βεβαίως, δε λέω
Κι απορίας άξιο ωστόσο
Αλήθεια η απόλυτη σιγουριά
Ένδειξη σιγουριάς είναι;

Τρέχεις με το σώμα γερμένο μπροστά
Κι άλλο απ’ το τέρμα στο νου δεν έχεις
Μήπως βαρύ το φορτίο
Και βιάζεσαι να τα’ αποθέσεις;
Να ξαποστάσεις αδιανόητο
Περιθώρια για κάποιο «μήπως;»
Για κάποιο «μπορεί και να μην είναι έτσι»
Ανεπίτρεπτα

Ναι, μπορεί και να είναι έτσι
Αν όμως όχι
Πως θα τα’ αντέξεις;

 

 

ΣΑΝ ΘΑ ΝΤΥΘΩ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΟΥ

Σαν θα ντυθώ το βλέμμα σου
Περίλαμπρη θα διαβαίνω τους δρόμους
Δρόμους διάπλατους
Στα άνθη στολισμένους
Ορθό το ανάστημα θα έχω
Και στο κεφάλι φωτοστέφανο τη λάμψη σου
Εγώ αγέρι ανήσυχο
Σε αρμονία με το γύρω κόσμο
Σταγόνα της βροχής εγώ
Πολύτιμο κομμάτι του σύμπαντος

 

 

ΘΑΡΡΩ

Θαρρώ ότι πλησίασα
Θαρρώ πως ένιωσα την ύπαρξή του
Τους κραδασμούς του πως βίωσα θαρρώ
Μα δεν τον έζησα
Γιατί φοβήθηκα
Την ηδονή του δεν την απόλαυσα
Γιατί δεν τόλμησα
Κάποιες ελάχιστες στιγμές
Ανείπωτης χαράς
Στο πέρασμά του μ’ άφησε
Και σήκωσα στο στήθος
Τον πόνο τον βαθύ της λύτρωσής μου.

 

 

ΟΤΑΝ

Όταν λόγια ευχάριστα μου λένε
Με κάνουν να αισθάνομαι σημαντικός
Σπουδαίος
Με ξεγελούν, με γαληνεύουν
Προς στιγμήν βέβαια
Γιατί στο βάθος σιγανή βροχή
Νοτίζει την μπογιά από τα λαμπερά εξώτοιχά μου
Και τριβελίζει επίμονα τ’ αυτιά
Ας μπόραγα να την σταμάταγα
Τον πληκτικό τον ήχο της τουλάχιστον να μην ακούω
Ωτοασπίδες να προμηθευτώ
Είναι ίσως μια κάποια λύση
Αναγνωρίζω τη βροχή αυτή τη σιγανή
Την καθαρή
Μα είν’ ανυπόφορη και θλιβερή.

 

 

ΑΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ

Αυτός ο κόσμος που διαβαίνει αλαφιασμένος
Σε ποιο κυνήγι να ‘χει εμπλακεί
Τι να φοβάται
Τι να ψάχνει
Άνθρωποι που πάνε βιαστικοί
Χωρίς χαμόγελο
Χωρίς βλέμμα
Κι όλο τρέχουν, όλο τρέχουν
Κι οι δρόμοι κλείνουν
Κάτω από τρύπιες πατούσες
Κι οι δρόμοι χάνονται
Αφήνοντας το βήμα μετέωρο.

 

 

ΧΩΡΙΣ ΜΑΝΤΙΛΙ

Πως ν’ αντέξουμε την λαίλαπα της τύρβης
Τ’ ανούσια φτιασιδωτά κρωξίματα ταών
Πόρτες δίχως δωμάτια χάσκουν τριγύρω
Και στην καρδιά χέρσες αυλές
Στρωμένες πλαστικό γκαζόν
Αφόρητα σιωπηλές
Τον πετεινό τον πλουμιστό, το χρυσωπό
Σε σπίτια αθέμελα θυσιάσαμε
Θυμάσαι;
Αγέρωχα μας έφερνε τα πρωινά
Που να σταθούμε τώρα αλήθεια;
Πώς να μη χάσουμε την όσφρηση
Χωρίς το άρωμα της πασχαλιάς;
Πρόσφορο πώς να μοιράσουμε τα ψυχοσάββατα;
Χωρίς μαντίλι τους νέους
Πώς να ευχηθούμε κατευόδιο;
Της καλομάνας τ’ ολόλευκο μαντίλι
Πάει καιρός που κουρελιάσαμε
Κι αυτό το χαρτομάντιλο τ’ άβαρο, τ’ ακυμάτιστο
Μιας χρήσης μόνο δυστυχώς

*καλομάνα= γιαγιά στην ποντιακή

ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΕΙΔΩΛΩΝ

Μια αχτίδα ας έβρισκα
Μια αχτίδα μόνο
Κατασκευασμένη έστω
Να στη φόραγα
Φωτοστέφανο στο κεφάλι
Να μ’ έλουζες πάλι
Και μυριάδες αστέρια
Να λαμπύριζαν στην καρδιά
Να ξαναρούφαγα μούστο ζωής
Μεθυσμένος με ιαχές μαγικές
Ανάπλασης να ‘στηνα ωραίο χορό
Το πράσινο λέει των βουνών να διαβώ
Άγονες γραμμές να προσπεράσω
Στις κορφές να πατήσω
Και ν’ αγγίξω τ’ ουρανού το γαλάζιο
Κι απ’ εκεί σαν παιδί
Ν’ αγναντεύσω με δέος
Τον κόσμο αυτό το θαυμαστό, τον ωραίο.

 

 

ΓΑΛΗΝΗ

Ας μπορούσα γαλήνη να βρω
Πέρα απ’ τα πρέπει
Πέρα απ’ τα θέλω
Απλώς να υπάρχω
Σε αρμονία με τον κόσμο
Της ενδοχώρας και το γύρω
Του εδώ και του υπερπέραν
Τον νυν και τον αεί.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Διαδρομές (2015)

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 17/2/2016

«Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε»

Αυτές οι πέντε τόσο διακριτές όσο και ασαφείς στην ουσία τους διαστάσεις του χρόνου θέτουν και τα όρια του νοήματος στους στίχους της Δέσποινας Καϊτατζή – Χουλιούμη. Και, όπως συμβαίνει σε κάθε ανάλογη ποιητική απόπειρα να καθοδηγηθεί η σκέψη από τα χρονικά διαστήματα, έτσι κι εδώ η νοηματική συγκομιδή είναι και πλούσια και ενδιαφέρουσα.

Μένω περισσότερο στη χρήση των χρόνων (μας έχει προετοιμάσει άλλωστε με τους στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ που παραθέτει εν είδει προμετωπίδας: «ο παρών χρόνος και ο παρελθών χρόνος είναι ίσως και οι δύο παρόντες στον μέλλοντα χρόνο και ο μέλλων χρόνος να περιέχεται στον παρελθόντα χρόνο») καθόσον αυτοί αποκαλύπτουν καλύτερα το υποσυνείδητο που τους επέλεξε. Έτσι εδώ συναντάμε και τον ενεστωτικό χρόνο του αναπόφευκτου παρόντος, που με τον ρεαλισμό του τείνει να αποποιηθεί κάθε ποιητική διάθεση «πορευόμαστε δέντρα ξεριζωμένα», συναντάμε και τους παρελθοντικούς χρόνους, εκείνον τον παρατατικό με την απατηλή του διάρκεια «γεμίζαμε τον κόρφο μόρτες ανέμους», που λίγο κόντεψε να ξεγελάσει με την αιωνιότητα που είχε στην όψη, αλλά κι εκείνον τον αδυσώπητο αόριστο, τον κατ’ εξοχήν χρόνο της απώλειας, τον βιωμένο αόριστο, τόσο οριστικό όμως και τελεσίδικο «προδοσίες φυτρώσαν/ ανθίσαν απώλειες». Και ο μελλοντικός χρόνος της ελπίδας; Αυτός επιβιώνει μέσα από ερωτήματα που στην ουσία καταργούν το ευφρόσυνο της φύσης του: «πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας άδειους περιστερώνες;» θα μας προετοιμάσει ο στίχος και θα προλάβει την ερώτηση «μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς οι ερωτήσεις χαλούν την ποίηση μη ρωτάς», αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο αυτός ο μέλλοντας να είναι επίσης δυσοίωνος.

Μέσα από αυτές τις χρονικές διάρκειες η ποιήτρια ρίχνει ένα βαθύ βλέμμα στη ζωή που βίωσε, έτσι όπως ανοίχτηκε στο πέλαγος, αλλά και στη σοφία που αποκόμισε από τον κόσμο γύρω και μέσα της. Γιατί αυτοί οι δύο κόσμοι βρίσκονται σε μια συνομιλία μεταξύ τους, και όπως ο ένας γερνά στον χρόνο ο άλλος ο εσωτερικός τον παρακολουθεί με την αναπόφευκτη θλίψη που γεννά η βεβαιότητα της φθοράς.

«Τώρα που τους καθρέφτες θρυμματίσαμε
και μονοκοντυλιά διαγράψαμε τα είδωλά μας
απολιθώματα απομείναμε γυμνά
Το δάκρυ και το χαμόγελο στα στήθη πέτρωσαν
πέτρα ο λόγος και ο πόνος μας
πέτρα το όνειρο κι η ελπίδα πέτρα
πέτρα που την σηκώσαμε στο στήθος μας
Τώρα μ’ αυτήν πλαγιάζουμε και τα όνειρα αδειανά
Σίσυφοι που απόκαμαν στη ρίζα του βουνού γερμένοι
Τώρα μ’ αυτή οδεύουμε μετέωροι
στης ερημιάς την ανελέητη γαλήνη»

Η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή – Χουλιούμη έχει εσωτερικό ρυθμό, καλή γνώση της ροής του λόγου και ποικιλία στη μορφή. Εναλλάσσει τα πρόσωπα επιμένοντας στο πρώτο ενικό της αυτοσυνειδησίας και στο πρώτο πληθυντικό της συνύπαρξης με τους ομοειδείς ομοφρονούντες ή συμπάσχοντες. Νομίζω πως είναι συνακόλουθο της ώριμης ποιητικής ηλικίας αυτή η ανάγκη συμπόρευσης, εκεί που στα πρώτα στιχουργικά βήματα επικρατεί συνήθως η αυτάρεσκη απομόνωση του “εγώ”. Έτσι, λοιπόν, εδώ η ποίηση νιώθει την ανάγκη να ακουμπήσει σε συνομήλικους πόνους, να νιώσει την κοινή πορεία, να γίνει κατανοητή από αυτούς που έχουν βιώσει απώλειες καθοριστικές στη ζωή τους. Αυτή την εικόνα ζωής, για παράδειγμα, που δηλώνεται εδώ

«σιγά σιγά ψηλαφιστά στα σκοτεινά
να ψάξουμε να κρατηθούμε απ’ τις ρίζες
μη και κουτρουβαλώντας τσακιστούμε
μες στης επιστροφής το σκοτεινό κι άνυδρο ρέμα»

ίσως για να τη συλλάβεις θα πρέπει να έχεις βιώσει πάνω σου αρκετές πτώσεις και ματαιώσεις.
Αναπόφευκτα διαβάζοντας αποκομίζεις μια θλίψη (προσωπικά τη θεωρώ απαραίτητη σύντροφο της ποίησης) η οποία, ωστόσο, δεν είναι ταυτόσημη της συντριβής. Αποπνέει μια δύναμη ο στίχος και, αν και σε καταβυθίζει, έχει τον τρόπο να σε στηρίξει με το σχόλιο που σου φυλάει συχνά το ποίημα στο τέλος του

«Ήρθε αναπάντεχα χωρίς σημάδι, χωρίς προειδοποίηση καμιά,
πίσω από το παραβάν της θλίψης καθισμένη
Διάχυτο παγερής λευκότητας το φως
κι η λάμψη η ζεστή πουλί χαμένο
Στο πρόσωπο λαμπύριζαν κρυστάλλινα σπαθιά
Πώς είσαι; ρώτησα δειλά
Δεν είμαι, δεν είμαι τώρα πια, πώς θα μπορούσα τάχα
είπε και σα να υγράνθηκε ανεπαίσθητα
του παγερού σπαθιού η άκρη
Κι αμέσως το μαύρο που την περιέβαλλε στο χώρο απλώθηκε
και βίαια θρονιάστηκε στο στήθος μου επάνω

Κι όμως είχα ακούσει πως λέγαν οι παλιοί
“Αυτόν τον αθεόφοβο εφτά φορές τη μέρα να θυμάσαι”»

Μια ποίηση γεμάτη από εικόνες, άλλες πραγματικές φυλαγμένες στη μνήμη της ποιήτριας (τα σπίτια, η μάνα, οι φωτογραφίες) και άλλες επινοημένες, ένας αντικατοπτρισμός του εσωτερικού κόσμου, μια ανάγκη έκφρασης του μη ορατού

«δρόμοι πολλοί λαμπύριζαν

κι ένας είχε μουντές κηλίδες σκοτεινές
που όλο μεγάλωναν, μεγάλωναν
ώσπου σκέπασαν τον χαρταετό που ανέμελα πετούσε».

Μια αναβάθμιση του ποιητικού λόγου, λοιπόν, έχουμε εδώ, με όχημα τις λέξεις που φέρουν όλο το νοηματικό φορτίο και με δημιουργό μια ξεχωριστή φωνή. Μια ώριμη ποιητική φωνή.
Το περιεχόμενο σε αγαστή συνομιλία με το εξώφυλλο, όπου στο απόλυτο μαύρο του φόντου, εισβάλλει από τη μία πλευρά ο πανάρχαιος δίσκος με τα μυστηριώδη σύμβολα. Ένα σχόλιο στο πέρασμα του χρόνου που διασώζει όλα τα καλά φυλαγμένα σκοτεινά σημεία. Και ένας ρόλος, καλά φυλαγμένος κι αυτός, για τον άνθρωπο να ανοίξει δρόμο μέσα από τα δυσδιάκριτα περάσματα για να κατανοήσει έστω αυτό το ελάχιστο που του αναλογεί ως ερμηνεία. Εν προκειμένω, όλο αυτό συντελείται μέσω της ποίησης.

 

 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΡΑΠΤΗ

ΠΟΙΕΙΝ 31/1/2016

Στην νέα της ποιητική συλλογή “Διαδρομές’, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη καλεί τον αναγνώστη σε ένα καθαρτικό παιγνίδι αέναων διαδρομών στο χρόνο. Πρόκειται για ένα γεμάτο ευαισθησία παιγνίδι της μνήμης που ενεργοποιείται μέσα από τη φαινομενολογική, ευφάνταστη προσέγγιση της φύσης. Ο άνθρωπος-βλασταράκι-κλαράκι που ‘ βιάζεται ν’ ανθίσει’ βρίσκεται στη βάση της ποιητικής συνείδησης-δημιουργού και παρά τις αντιξοότητες τις οποίες υφίσταται και που “ότι θα μαραθεί καθόλου δεν τον μέλλει’ δίνει το στίγμα της αισιοδοξίας στη συλλογή αυτή. Σε πείσμα της αμείλικτης φθοράς, της απώλειας, του ακρωτηριασμού που επιβάλλει ο χρόνος, το ορμέμφυτο της ζωής αντιστέκεται και κρατιέται άσβηστο χάρη στη συμφιλίωση με την έννοια του ενιαίου του σύμπαντος και του άχρονου χρόνου: “Η γέννηση και ο θάνατος/ Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι/ το όλο και το μέρος του τ’ αδιαίρετο/Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν’ (20). Έξ ου και η φυσική αποδοχή της μεταφοράς στην πληθώρα των εκφάνσεών της. Η φρεσκάδα των εικόνων της φύσης που απλόχερα μας χαρίζει η ποιήτρια είναι από μόνη της απολαυστική αλλά σε αποζημιώνει ακόμη περισσότερο όταν περνά στο μεταφορικό επίπεδο οπότε οι διαδρομές τις οποίες καλείται ο αναγνώστης να διαβεί μεταμορφώνονται σε διαδρομές ενδοσκόπησης στον Χωροχρόνο, έναν χωροχρόνο απίστευτα οικείο, σχεδόν αρχετυπικό. Έχοντας θητεύσει στην Ελληνική ποίηση, και την παραδοσιακή και την νεωτεριστική, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, “συνομιλεί’ επιδέξια με τον Γεώργιο Δροσίνη αλλά και με τον Σεφέρη και τον Εγγονόπουλο. Εκεί που νομίζει ο αναγνώστης ότι βαδίζει σε στέρεα παραδοσιακά ποιητικά μονοπάτια, νάσουκαι ξεπετάγονται μπροστά σου τολμηρές εκπλήξεις με τη μορφή ρηγμάτων στον στίχο ή ακόμη και έσχατης ταλάντωσής του για να μοιάσει μιας τεράστιας αγκαλιάς που ν’ αγγίζει τ’ αστέρια, όπως μας το θυμίζει και το τελευταίο μέρος της συλλογής, αυτό που αποτελεί έναν καινούργιο Επιτάφιο είς μνήμην του αδικοχαμένου Φύσσα. Αυτό αποτελεί κατά τη γνώμη μου και τη μεγάλη καινοτομία της συλλογής που συγκεκριμενοποιεί με τον πιο δυνατό τρόπο την όλη φιλοσοφική διάθεση που διατρέχει όλη την ποιητική συλλογή: είναι η παραμυθία που αφήνουν οι γενναιόδωροι στίχοι του ανθισμένου κλωναριού που λύγισε νωρίς για να μεταμορφωθεί σε άχρονο αστέρι ψηλά στο σύμπαν.

Παράθεση αποσπασμάτων του βιβλίου

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

-VII-

Η θάλασσα, ο ορίζοντας, το ουράνιο τόξο και η πρώτη σταγόνα
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε
Η απορία που διαγράφεται στα χείλη
Το φτερούγισμα το ερωτικό, η γέννηση και ο θάνατος
Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι
Όλα σφιχτοδεμένο στεφάνι στην τροχιά του σύμπαντος
Το βουβό κλάμα, το χαμόγελο και η έκσταση
Η χαρά, η οδύνη, ο κόπος και η ανάπαψη
Οι αισθήσεις και η αντίληψη, ο λόγος και η συνείδηση
Το βίωμα και η ύπαρξη Η αναζήτηση που τέλος δεν έχει
Ο δρόμος ο πλατύς π’ ανοίγει άλλους δρόμους
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε
Η γέννηση και ο θάνατος Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι Το όλο και το μέρος του τ’ αδιαίρετο Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν

ΕΝΑ ΚΛΑΡΑΚΙ

Ένα κλαράκι σιγά σιγά φουντώνει
τα φυλλαράκια του στιλπνά
το χνούδι απαλό
Ένα κλαράκι βιάζεται ν’ ανθίσει
το μπουμπουκάκι έτοιμο να σκάσει
σειρά να δώσει στον καρπό
Ότι θα μαραθεί καθόλου δεν τον μέλει
Ένα κλαράκι στον κόρφο μου ήταν χθες
Σήμερα θέριεψε, βιάζεται ν’ ανθίσει
το άρωμά του στα πέρατα να σκορπιστεί

 

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tovivlio.net 5/1/2016

Ο χρόνος και η μνήμη στην ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή

Η μνήμη ως θέμα στην ποίηση κατέχει έναν κεντρικό ρόλο. Οι αναμνήσεις του παρελθόντος κατακλύζουν τον ποιητή κι εκείνος με οδηγό τις λέξεις και το στίχο αποτυπώνει τα συναισθήματα στο χαρτί. Άλλωστε η μνήμη είναι εκείνη που καθορίζει το παρόν μας, την ιδιοσυγκρασία και τη συμπεριφορά μας· οι αναμνήσεις κρατούν το δημιουργό άλλοτε δεμένο με δεσμά αίματος, άλλες φορές όμηρο των συναισθημάτων του, ευτυχισμένων που τον ωθούν προς τα εμπρός ή αρνητικών, μελαγχολικών που γκρεμίζουν το είναι του.
Ωστόσο, για την Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη («διαδρομές», Γαβριηλίδης, 2015) η μνήμη τροφοδοτεί με συναισθηματική ενέργεια για τη συνέχιση, μόνη κυρίως, του υπόλοιπου δύσκολου δρόμου. Η ποίηση της Καϊτατζή είναι υπαρξιακή· με ευαισθησία και γλυκιά μελαγχολία η ποιήτρια θυμάται με αγάπη και λαχτάρα προσφιλή πρόσωπα και στιγμιότυπα -σχεδόν φωτογραφικά- του παρελθόντος.
Η δημιουργός μιλά για τον χρόνο και την ίδια τη μνήμη (μήλο κόκκινο, ήρθε αναπάντεχα), στιχουργεί για οικογενειακά στιγμιότυπα (οικογενειακή φωτογραφία, τρεις επιθυμίες, να κρατάτε το σπίτι ανοιχτό), μιλά για το θάνατο και το χωρισμό (πώς γίνεται, πού πάει;, τρεις επιθυμίες, παραμυθία, να κρατάτε το σπίτι ανοιχτό).
Υιοθετεί ένα απέριττο αφηγηματικό ύφος από το οποίο εξάγεται η αναζήτηση ενός ρομαντικής οπτικής παρελθόντος. Η δημιουργός νοσταλγεί πρόσωπα και καταστάσεις του παρελθόντος. Η γραφή της Καϊτατζή είναι πλούσια, μολονότι η χρήση επιθέτων είναι περιορισμένη, υπηρετώντας το υπαρξιακό μήνυμα (κι όχι την εικόνα). Αντίθετα, αξιοποιεί αρκετά συχνά τη δυναμική των παρομοιώσεων. Οι μεταφορές και το ασύνδετο σχήμα ενισχύουν την ένταση και συμπυκνώνουν το χρόνο (διαδρομές VII).
Βέβαια, η μνήμη κινείται γύρω από ένα αυτοαναφορικό επίκεντρο. Η ποίησή της κλείνεται γύρω από ένα κλειστό κοινωνικό περιβάλλον και έχει μία εσωστρεφή ιδιοσυγκρασία, ενώ οι κοινωνικές αναφορές περιορίζονται στο εικονοπλαστικό φόντο.
Το α΄ πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο σε αρκετές συνθέσεις (μέχρι να φτάσουμε στις εκβολές του ποταμού) προδίδει ένα υπερενικό ποιητικό υποκείμενο· ωστόσο, και αυτή η πτυχή θεμελιώνεται σε μία εσωτερική υπαρξιακή αναζήτηση που στηρίζεται στην απώλεια (διαδρομές ΙΙΙ) ή έναν απολογισμό (διαδρομές ΙΙ και IV). Οι λίγες κοινωνικές αναφορές υποτάσσονται στον κύκλο της αυτοαναφορικής υπαρξιακής νοσταλγίας.
Ακόμα και ο χώρος και η εικονοπλασία αποτελούν μία εσωτερικευμένη αναπαράσταση του έξω, του περίγυρου. Το φυτικό στοιχείο κυριαρχεί σε όλα τα ποιητικά κάδρα· αν και η εικαστική της στηρίζεται σε μία κοινωνική εμπειρία, η χλωρίδα αποτελεί σταθερό στοιχείο σε κάθε σύνθεση, προσφέροντας χρώμα και νότες αισιοδοξίας. Την ίδια στιγμή όμως αναδύουν μία ρομαντική θέαση του παρελθόντος και μία λυρική διάθεση που έρχονται να ενισχύσουν το γενικότερο συναίσθημα νοσταλγίας.
Χαρακτηριστικό, εξάλλου, της ποιητικής της είναι η τάση στρογγυλοποίησης του χρόνου εκκινώντας από το παρελθόν και προχωρώντας προς το παρόν και καταλήγοντας στο μέλλον με μία αισιόδοξη διάθεση. Η αρχική απαισιοδοξία αλλάζει σταδιακά, μετασχηματίζεται σε μία πίστη για την καλή έκβαση των πραγμάτων και φωτίζει το τέλος της σύνθεσης τονίζοντας την οπτιμιστική οπτική ακόμα και μέσα στην -κοινωνική ή προσωπική- απογοήτευση. Συχνά αυτή η αισιοδοξία αποδίδεται με μία αίσθηση αλληγορίας (ένα κλαράκι, πήγα πάλι απ’ το ποτάμι).
Η εξαίρεση της κοινωνικής αγωνίας -και ευαίσθητης πολιτικής κατακραυγής- όπως εκφράζεται μέσα από την ποιητική σύνθεση για τον Παύλο Φύσσα, Killah P (κοίτα ψηλά τ’ αστέρια), δεν αναιρούν την εσωστρέφεια της ποίησης της. Και τούτη η ποιητική σύνθεση εκφράζεται με την ίδια ευαισθησία που αναδύεται από τα «προσωπικά» ποιήματα. Τούτη όμως η σύνθεση έρχεται σε αντίθεση με το γενικότερο αισιόδοξο πνεύμα της Καϊτατζή.
Πρόκειται για ποίηση του εσωτερικού, συναισθηματικού, χώρου που εξωτερικεύεται. Είναι ο ποιητικός μονόλογος με επίκεντρο τις αναμνήσεις του ατόμου και τις πολιτικές ακρότητες μίας εποχής συλλογικής κατάρρευσης. Για την άμυνα από μία εσωτερική κατάρρευση η ποιήτρια επιστρατεύει τις αναμνήσεις και τον παρελθόν αναζητώντας εκεί το στήριγμα.

 

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαΛόγου 30/11/2015

Η συλλογή Διαδρομές έχει ψυχή – κάτι που σπάνια πια συναντάμε με τόση αυθεντικότητα. Έχει επίσης ένα ηρωικό –αν όχι επικό– στοιχείο. Το επικό αυτό στοιχείο, το οποίο εμπλουτίζεται με απόηχους από το δημοτικό τραγούδι, παράγει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα που ωστόσο θυμίζει παλαιότερες εποχές της ποίησης. Παλαιότερες αλλά καλές εποχές:

Όταν τα χέρια απλώσαμε/ αγγίξαμε την ερημιά μας/γείραμε απόμερα/ κι αψιμαχούσαμε με τη σιωπή/ Τότε κοιτάξαμε το πέλαγος /όπου απλώσαμε το δάκρυ μας/ Το μπλε ήταν βαθύ/ μας χώρεσε/ κι ανθίσαμε θαλάσσιες ανεμώνες/ Τα πέταλα ανοίξαμε πανιά/ και με το μίσχο στήσαμε κατάρτι

Ο λυρισμός βέβαια ενέχει κινδύνους: τα γλυκά νοήματα μπορεί, αν δεν υπάρξει ισορροπία και δοθούν σε μεγάλες δόσεις, να γίνουν γλυκερά και οι προσωποποιήσεις μπορεί να παρατραβηχθούν και να καταστούν άκυρες. Νομίζω ότι η συλλογή της κ. Χουλιούμη κινείται οριακά εντός του αποδεκτού και ίσως μάλιστα σε ορισμένα σημεία ξεφεύγει. Όμως η ροή είναι καλή, οι μεταβάσεις ομαλές και οι λέξεις που διαχειρίζεται η ποιήτρια πραγματικά ωραίες, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μένει, τουλάχιστον αρχικά, αιχμάλωτος της ποίησης που διαβάζει.

 

 

ΤΑΣΟΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ Ν. ΣΕΡΡΩΝ

Γνωρίζοντας το πνευματικό και μορφωτικό της επίπεδο, μα προπαντός τη διαπιστωμένη της αγάπη για την ποίηση, ομολογώ πως δεν είχα την αγωνία του παλιού χρονογράφου Παύλου Παλαιολόγου. Ο γνωστός αυτός γραφιάς είχε εξομολογηθεί, πως κάθε φορά που του στέλνουν ένα ποιητικό βιβλίο καταλαμβάνεται από άγχος. Φοβόταν μήπως δεν το καταλάβει, δεν το εκτιμήσει όσο πρέπει, με αποτέλεσμα να χάσει την αυτοεκτίμησή του.
Διάβασα το ποιητικό της βιβλίο «ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ» με ανάμεικτα συναισθήματα. Μου άρεσε πολύ η καθαρή και ραφιναρισμένη γλώσσα που χρησιμοποιεί η ποιήτρια και ο συμπυκνωμένος της στίχος. Γράφει σε μοντέρνα γραφή. Αυτή που αποκαλούμε «ελεύθερο στίχο».
Το πόσο «ελεύθερος» είναι ή πρέπει να είναι ο στίχος στη νέα ποίηση είναι ένα μεγάλο θέμα και στο σημείωμα αυτό δεν έχουμε τη δυνατότητα να το αναλύσουμε. Μπορούμε όμως συνοπτικά να πούμε ότι η κατάργηση του μέτρου, της ομοιοκαταληξίας ή των ισοσύλλαβων στίχων δεν κάνουν την ποίηση «ελεύθερη» και «νέα».
Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη έχοντας τη γνώση και τη φρόνηση να κρατήσει την ποίησή της σ’ ένα επίπεδο μακριά από την πεζολογία, σέβεται τους παραδεχτούς αισθητικούς κανόνες που είναι απαραίτητοι σ’ ένα ποιητικό κείμενο. Ο λόγος της έχει ρυθμό, λυρική προδιάθεση, λυγερή και δροσερή γλώσσα κ.α.
Η ποίηση βέβαια δεν είναι ένα εύπεπτο και ελαφρό ανάγνωσμα. Είναι ποτό δυνατό και επικίνδυνο. Πρέπει να το πιούμε αργά, γουλιά γουλιά, για να νοιώσουμε τη γεύση και το άρωμά του. Τα η γνώση και τη συγκίνηση που κουβαλάει.
Διάβασα με προσοχή το βιβλίο της Δέσποινας Καϊτατζή- Χουλιούμη. Η συλλογή της μοιάζει με ποτάμι που μαζεύει νερό από πολλά ρυάκια. Μια ορχήστρα που παίζει με πολλά όργανα. Πάει να πει έχει ποικίλη θεματογραφία: Στιγμές περισυλλογής, νοσταλγία για το χτες, φύση, μελαγχολία για πρόσωπα και πράγματα που αγαπήσαμε και είναι πια μακριά, στις όχθες του ονείρου.
Η ποιήτρια δουλεύοντας ασταμάτητα και αθόρυβα σαν τον μεταξοσκώληκα, υπηρετεί την ποίηση με συνέπεια, με αγάπη, με πάθος και απόγνωση. Σε μια εποχή που ο πολιτισμός και οι αξίες υποτιμούνται, λίγοι είναι οι δημιουργοί που μοχθούν και αγωνίζονται με συνέπεια και ανιδιοτέλεια. Και όντας συνεσταλμένοι και σεμνοί περνούν δίπλα μας δίχως να σηκώσουν σκόνη.
Είναι άλλο πράγμα να λες «γράφω στίχους» κι’ άλλο η ποίηση. Αυτή είναι πολύ απαιτητική. Αυτός που γράφει στίχους είναι σαν τον ερασιτέχνη αθλητή. Ο ποιητής γράφει για να βρει το αναγκαίο οξυγόνο που το έχει ανάγκη η ψυχή του. Στην τελευταία κατηγορία ανήκει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη.
Όλα αυτά βέβαια άγια και σωστά. Εκείνο που ήθελα να προσθέσω σ’ αυτό το σύντομο σημείωμα είναι το εξής: Θα είναι καλό και ωφέλιμο η ποιήτρια, ώριμη πια, να στρέψει τα ενδιαφέροντά της και στον κοινωνικό περίγυρο, ν’ αφουγκραστεί τον πόνο και τα προβλήματα του λαού μας. Να τον παρηγορήσουμε, να τον νουθετήσουμε. Έχουμε υποχρέωση. Έχω γράψει σ’ ένα μου δοκίμιο: «Πολλοί αρνούνται στην τέχνη το δικαίωμα να διδάσκει και να νουθετεί. Να εμπνέει και να οδηγεί τον κοινωνικό άνθρωπο σε ανώτερες σφαίρες αξιών. Και αυτό με το επιχείρημα ότι για τη δουλειά αυτή υπάρχουν άλλοι, αρμοδιότεροι: Οι ρήτορες, οι κήρυκες, οι πολιτικοί,οι κοινωνιολόγοι, οι παιδαγωγοί, το ιερατείο. Γιατί αυτοί και όχι η τέχνη;Γιατί όχι και αυτοί και η τέχνη; Τι τους φοβίζει;»
Τόλμησε καλή μου ποιήτρια, ήρθε ο καιρός. Έχεις και χρέος σαν πνευματικός άνθρωπος. Και να έχεις στο νου σου τούτο:Οι ποιητές είναι ιερείς του λόγου, η λαϊκή συνείδηση, οι μεγάλοι πυρφόροι, οι αληθινοί προφήτες της αποκάλυψης, αυτοί που αφουγκράζονται τον καλπασμό των αιώνων.

 

 

ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ «ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ»

Με τις «Διαδρομές» η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη επιχειρεί μια εκ των έσω θέαση της ζωής. Το εγχείρημα αυτό κινείται στον άξονα του χρόνου, όπως αυτός ορίζεται ως παρελθόν-παρόν-μέλλον. Δεν πρόκειται λοιπόν για αναφορά στον εξωτερικό φλοιό της εμπειρίας (όσον αφορά το χθες και το
σήμερα) ούτε για προβολή της επιθυμίας (όσον αφορά το αύριο) αλλά για εσωτερικές διαδρομές σε τόπους που φωτίζονται και αναδύονται μέσα από μια καθαρή ποιητική σύλληψη και την ανάλογη έκφρασή της με το λόγο.
Πιο συγκεκριμένα:
Στο απ. I η ποιήτρια βυθομετρά το θέμα του χρόνου ώσπου ψηλαφεί με ένα «γλυκόπικρο μειδίαμα» την έκφανση του θανάτου.
Στο απ. II η εσωτερική αναζήτηση οδηγεί σε μια στάση απολογισμού: τίποτε σημαντικό δε χάθηκε, καθώς η αντιπαράθεση μεταξύ του «φαίνεσθαι» και του «είναι» κάνει το δεύτερο να υπερισχύει.
Διάχυτο είναι το αίσθημα της απώλειας στο απ. III, που, αν και συνυφασμένο με τη θλίψη, δεν καταλήγει σε απόγνωση. Η οδύνη της απουσίας αντισταθμίζεται από τη γεμάτη τρυφερότητα ποιητική ματιά, που, στη δομή του λόγου, κατέχει τη θέση του ουσιαστικού: «Μείναν ερημωμένοι περιστεριώνες», ή του ρήματος, «Ανθισαν απώλειες».
Στο απ. IV αυτό το αίσθημα της απώλειας μοιάζει να μετουσιώνεται σε βουβό θρήνο αρχαίου χορού και, αφού μετεωρίζεται μέσα σε μια απέραντη σιωπή, γεννά τη δύναμη της αναζήτησης και τον πόθο για νέα ταξίδια.
Το τέλος, με τη μορφή του θανάτου, επανέρχεται στο απ. V, υπογραμμίζοντας το εφήμερο της χαράς στη ζωή, όμως η συνέχεια, «μες στων παιδιών τα βλέμματα», ισορροπεί το αίσθημα του μάταιου.
Μέχρι εδώ το ταξίδι πραγματοποιείται σε ανοιχτούς τόπους. Στο απ. VI ο χώρος εσωτερικοττοιείται και, παίρνοντας τη μορφή της πρωτόγονης σπηλιάς, εγκολπώνεται υπαρξιακές αναζητήσεις.
Στο πρώτο σκίρτημα της ζωής θα βρούμε την απάντηση, σε όλη την προσπάθεια του ανθρώπου να διαφυλάξει ό,τι πιο ελπιδοφόρο και να το «θρέψει» με το ίδιο το απόσταγμα της ζωής του «με του μαστού το γάλα». Τότε και ο άνθρωπος περνά από την αγωνία της ύπαρξης στη θέαση της αλήθειας. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή καταργείται όχι μόνο ο χρόνος αλλά
και ο διαχωρισμός πραγματικότητας-ονείρου, καθώς το δεύτερο γίνεται το όχημα για να διανύσουμε αντίστροφα την πρώτη, να βιώσουμε τις αρχές που την διέπουν και να φτάσουμε σ’ ένα τέρμα που είναι συγχρόνως και αρχή. Με αυτήν την έννοια, όλα δένουν σε μια ενιαία οντότητα και ολότητα (απ. VII).
Στις «Διαδρομές» χαρακτηριστική είναι μια συνεχής κίνηση προς τα μπρος, μια εσωτερική δύναμη που διαποτίζει και οδηγεί τα πράγματα. Η μνήμη δε βαραίνει, αλλά ορίζει έναν ποιητικό χωροχρόνο γεμάτο «δέντρα χυμώδη, λυγερά», γεμάτο υπέροχες φωτοσκιάσεις.
Έτσι, όταν ο πόνος ή η στέρηση ή η ερημιά κυριαρχούν, οι ίδιες οι ποιητικές εικόνες μοιάζουν να αντιστέκονται στη φθορά (π.χ., «Όνειρα στέρνες δίχως νερό», «Πευταστέρια οράματα».
Κατ’ αυτήν την έννοια, η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη μπορεί να χαρακτηριστεί αισιόδοξη. Η ποιήτρια ακολουθεί τους νόμους και τους ρυθμούς μιας εσωτερικής πορείας και είναι τόσο συνεπής σ’ αυτούς, ώστε ο αναγνώστης εκούσια μένει μαζί της «έτσι στ’ ανοιχτά», αναβαπτίζεται σε μια «θάλασσα που έσκαγε χαμόγελα» και γίνεται —εντέλει- αποδέκτης και συν-λειτουργός ενός αδιαίρετου ποιητικού (και ίσως όχι μόνο) σύμπαντος.

 

 

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ν. ΑΚΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η συλλογή ποιημάτων «Συναισθηματικό αλφαβητάρι», της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη, αποτελεί παράδειγμα ζωντανού λόγου και μέσο αυτογνωσίας και αυτοσυνειδησίας για τον μικρό αναγνώστη.
Τα γράμματα της αλφαβήτου αποτελούν αφορμές, προσχήματα, ή ακόμη και ρητορικά σχήματα, που ανοίγουν στην προοπτική των νοημάτων, των εννοιών και των πραγμάτων και σηματοδοτούν ανθρώπινα συναισθήματα· κυρίως εκείνα που προβάλλουν τον άνθρωπο ως ανώτερο ον. Η στοχαστική διάθεση της ποιήτριας μετουσιώνεται σε λυρική φωνή συναισθημάτων που διακατέχουν την ανθρώπινη φύση. Η μετουσίωση αυτή αποτελεί τη λυρική φωνή της, η οποία δονείται κυρίως από τα καθημερινά ψυχικά προβλήματα των ανθρώπων. Εκείνα, τα θετικά ή και αρνητικά συναισθήματα που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ψυχή στην καθημερινή συμβίωση, αλλά αποτελούν καθολικά βιώματα και όχι ατομικά συναισθήματα. Θετικά και αρνητικά, λοιπόν, συναισθήματα μετουσιώνονται εδώ σε μια θετική στάση ζωής, με υπέρβαση των αρνητικών και με στόχο τη ζωή ως αυταξία, τη ζωή που αξίζει όχι υπό προϋποθέσεις, αλλά ως δώρο που χαρίζεται σε όλους τους ανθρώπους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα το βαθύτερο φιλοσοφικό υπόστρωμα της ποιητικής αυτής δημιουργίας, την ψυχολογική και ηθική διάσταση των ποιημάτων που αφορούν την ανθρώπινη ύπαρξη.
Η διαλεκτική, ως εσωτερική ψυχική πορεία, χαρακτηρίζει επίσης την ποιητική φωνή της. Τα συναισθήματα δεν απωθούνται, δεν συντρίβονται μέσα από οδυνηρές εμπειρίες. Τουναντίον, τιθασεύονται μέσα από τη διαλεκτική της ποιητικής αφήγησης, της ποιητικής εικόνας, των συμβόλων, και των συμβολισμών τους. Όπως λόγου χάρη στο ποίημα «Καλοσύνη», μέσα από το εννοιολογικό δίπολο «κακία» / «καλοσύνη», που δίνεται με ανθρωπομορφικά στοιχεία αλλά και ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά (φόβος – μοναξιά – στέρηση αγάπης, χαρακτηρίζουν την κακία· με τα αντίθετά της, χαρακτηρίζεται η καλοσύνη). Έτσι η ζωή δεν εξωραΐζεται, αλλά εξευμενίζεται: η κακία μεταμορφώνεται και γίνεται καλοσύνη με την επενέργεια της αγάπης, γίνεται ανθρωπιά.
Η συναισθηματική νοημοσύνη, η διαφορετικότητα προβάλλονται θετικά στο έργο, όπως παραδείγματος χάριν στο ποίημα «Νι το ντροπαλό». Η πρώτη, ως απόθεμα ψυχής που πρέπει να διακρίνει τους ανθρώπους, η δεύτερη, ως πραγματικότητα που πρέπει να γίνει αποδεκτή, χωρίς υστεροβουλίες και μέσα από θετικές εμπειρίες.
Μια αναγνωρίσιμη τεχνική της ποιητικής τέχνης της Δ. Κ.-Χ. είναι η λυρική αφήγηση: μια ιστορία ενός προσωποποιημένου ανθρώπινου συναισθήματος, λ.χ. η «Μοναξιά», αρχίζει ως βιωμένη εμπειρία και ως αρνητική κατάσταση ενός υποκειμένου, ενός λουλουδιού, παραδείγματος χάριν (Νυχτολούλουδο)· η αρνητική εμπειρία (Μοναξιά) στη συνέχεια, με τη διαλεκτική επίδραση άλλων αντίρροπων δυνάμεων που συμβολίζονται με ανθρωποποιημένα παραδείγματα και πάλι από τη φύση (μια Παπαρούνα), μεταβάλλουν με τις ενέργειές τους (με μια κόκκινη αγκαλιά), τη συναισθηματική κατάσταση και της προσφέρουν ισορροπία και ψυχική ευεξία.
Τα γράμματα της αλφαβήτου και οι ονομασίες τους γίνονται λόγος, λόγος ποιητικός που λειτουργεί συμβολικά ενσαρκώνοντας ανθρώπινες, κοινωνικές καταστάσεις, οι οποίες παραπέμπουν υποβλητικά σε συνήθειες ή συμπεριφορές και συναισθήματα των ανθρώπων, για να καταλήξουν στη νοηματοδότηση αξιών του πολιτισμού. Έτσι, λόγου χάριν, στο ποίημα «Λάμδα το λαλίστατο», «το λάμδα» προσωποποιείται, γίνεται λόγος, γίνεται φωνή, γίνεται λεξικό, γίνεται γλωσσικός θησαυρός και αξία πολιτισμού, χωρίς την οποία ο άνθρωπος θα ήταν φτωχότερος. Και σε τούτο κατατείνει η ποίηση της Δ. Κ.- Χ., να κάνει τον άνθρωπο πλουσιότερο, με την προϋπόθεση να αναγνώσει κανείς το «Συναισθηματικό αλφαβητάρι» της.
Η ποιητική έκφραση με διάφορες εικόνες, οι οποίες δεν είναι άλλο από ζωντανές μεταφορές, οδηγεί τον αναγνώστη σχεδόν πάντοτε στη φύση. Η «λύπη» παραδείγματος χάριν, ένα ανθρώπινο συναίσθημα και μια ποιητική personna στο ομώνυμο ποίημα, γίνεται «μοναχική ανεμώνη», και μέσα από τον διάλογο με τη φύση μεταβάλλεται, με την ευεργετική της επίδραση. «Ο ήλιος», με τη συμπαντική παρουσία του, επιδρά ευεργετικά σαν στοργικό χέρι, σαν αγκαλιά, και υποβάλλει τον αναγνώστη να την υπερβεί και να προχωρήσει σε κάθαρση της ψυχικής συντριβής.
Πρόκειται για ποίηση του εσωτερικού, του ψυχικού χώρου που θέλει να εξωτερικεύεται, μια εσωτερικότητα που (επι)κοινωνεί και μοιράζεται με τον άλλο. Και με δεδομένη την ηθική της διάσταση, θα λέγαμε ότι η ποίηση αυτή παρακινεί τον αναγνώστη σ’ ένα παράδοξο «ένδον σκάπτε»: στη μεταμορφωτική δύναμη μιας εξωστρεφούς ενδοσκόπησης που δίνει αισιοδοξία και χαρά στο παιδί, γιατί, όπως συμβαίνει και με τα υποκείμενα των ποιημάτων, έτσι και το παιδί-αναγνώστης μοιράζεται τα ίδια συναισθήματα με άλλα παιδιά.
Το «Συναισθηματικό αλφαβητάρι» ως φανέρωμα και έργο της Παιδικής Λογοτεχνίας θα μπορούσε να συμβάλει θετικά σε παιδιά-αναγνώστες ως υποστηρικτικό υλικό για την ψυχική υγεία, την έκφραση των συναισθημάτων, και την κατανόηση του εαυτού τους. Να αποτελέσει ένα βιβλίο θεραπείας ψυχικών παθών, ένα στήριγμα στις τρικυμίες της ψυχής, εφόσον η ποιητική ενέργεια που εκπέμπει μέσα από τα ολιγόστιχα, λιτά, αποφθεγματικά και γεμάτα ηθικό περιεχόμενο ποιήματά του κινείται στο υπαρξιακό υπόστρωμα της ανθρώπινης συνείδησης. Γίνεται πιο ενδιαφέρον μάλιστα, όταν επικεντρώνεται στις διαμορφούμενες παιδικές συνειδήσεις, στις οποίες και απευθύνεται η ποιήτρια.
Έτσι, στην παράδοση της Παιδαγωγικής και των Αλφαβηταρίων, και ειδικότερα των ποιητικών Αλφαβηταρίων, το βιβλίο θα μπορούσε να διαβαστεί αλληγορικά σε δύο επίπεδα : πρώτο, ως ο ανθρωπομορφισμός των γραμμάτων, δηλαδή των γραμμάτων με τις ανθρώπινες φωνές, όθεν κοινωνία γραμμάτων – κοινωνία ανθρώπων, και δεύτερο, ως το Αλφαβητάρι των συναισθημάτων, δηλαδή των θεμελιωδών ανθρώπινων συναισθημάτων σε ένα ποιητικό Λεξικό, με έμφαση σε εκείνα που από αρνητικά, με την επενέργεια του ποιητικού λόγου, γίνονται θετικά, και μεταμορφώνουν ευεργετικά τον άνθρωπο.

 

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ

 

Κ. ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη έχει το «προνόμιο» να είναι ψυχολόγος στο επάγγελμα, δηλαδή να έρχεται καθημερινά σε επαφή με τον εσωτερικό κόσμο του άλλου, τα άγχη και προβλήματά του, διαπροσωπικά, υπαρξιακά, αποδοχής και αναγνώρισης, με την ανθρώπινη αγωνία.
Αυτό είναι ένα προνόμιο-αυτή τη φορά χωρίς εισαγωγικά- για να εμβαθύνει κανείς στο ουσιώδες της ανθρώπινης ύπαρξης και της ζωής. Δεν εμβαθύνεις όμως από κάποια φιλοσοφική διάθεση ή από ιεραποστολική αγάπη ούτε θεωρητικά, αλλά εμβαθύνεις σε διάδραση των βιωμάτων και συναισθημάτων του άλλου και του εαυτού.
Αυτά τα βιώματα και τα άγχη περιορίζουν το λυρισμό και εξοστρακίζουν δόγματα και ιδεολογήματα κάθε είδους, προσγειώνουν την ποιήτρια πλέον Καϊτατζή-Χουλιούμη κσι την κάνουν να πατά γερά στα πόδια της. Όπως θα έλεγε και ο μεγάλος δάσκαλος της απλότητας, ο Γιάννης Σκαρίμπας, «με την χωμάτινη φωνή μου». με τέτοια φωνή απευθύνεται και η Καϊτατζή-Χουλιούμη. Αυτή η φωνή είναι που διαμορφώνει και τη μορφή και το περιεχόμενο της δουλειάς της.
Ούτε μια λέξη ανασυρμένη από μεσαιωνικά λεξικά, που η αντήχησή της θα δήλωνε τάχα μου ποιητικότητα. Ούτε μια λεκτική φιορετούρα που θα έκανε το φύκι να πουληθεί για μεταξωτή κορδέλα, ούτε ένα συντακτικό κατασκεύασμα που να δηλώνει τη στενότητα της γλώσσας στην έκφραση των δικών της νοημάτων. Καμιά διδαχή και κατήχηση του τι πρέπει και του τι δεν πρέπει.
Ένας άλλος μεγάλος δάσκαλος, ο Γιάννης Ρίτσος στο έργο του «Το καπνισμένο τσουκάλι» γράφει «Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε αδερφέ μου/ για να ξεχωρίσουμε από τον κόσμο/ εμείς γράφουμε για να σμίξουμε τον κόσμο».
Είναι βέβαιο ότι η Καίτατζή-Χουλιούμη δεν τραγουδά για να ξεχωρίσει από τον κόσμο, δεν τραγουδά όμως και για να τον σμίξει κάτω από μια ιδεολογία, από κάποιου είδους προστατευτική ομπρέλα σιγουριάς και ασφάλειας. Τραγουδά για την προσπάθειά μας ν’ αποδεχθούμε τη ζωή, την ανθρώπινη μοίρα μας, τη ζωή μας. το εφήμερο της ζωής μας, τη δίψα μας για ζωή, τις χαρές και τις πίκρες μας, τα ναυαγισμένα όνειρά μας, τις τσακισμένες φτερούγες μας.
Ο «Δρόμος», τι είναι τελικά η ζωή άλλο από ένα σύντομο διάβα και ποια η ουσία της; «Θέλω κλείνοντας ήρεμα τα μάτια / να σταθώ ανάλαφρα γαλήνια». Πιο απλά και πιο ανθρώπινα δεν μπορεί ν’ αποδοθεί η ζωή. Πόσο κοντά στη γνωστή ρήση «ματαιότης, ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότητς». Όχι όμως ως δύστηνη μοίρα, ως λάθρα βιώσας. Με όλες τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος στο άτομο, με όλη την ευθύνη του ατόμου προς το περιβάλλον. «Να κάνω αυτό που περιμένουν από μένα / Υπεύθυνα, δίκαια, σωστά».
Αλλά και «Θέλω να νιώσω το κάθε βήμα/ Το κάθε στραβοπάτημα και πισωγύρισμα», η αποδοχή της ζωής μας όλης, η ικανοποίηση αναγκών, η
ύπαρξη μέσα από το βίωμα, τη συγκίνηση και την εύρεση νοήματος, μας προετοιμάζουν για τον «άλλο δρόμο» του τέλους, του θανάτου.
Θα μπορούσα ν’ αναφερθώ σε πολλά από τα ποιήματα που μου έκανα πολύ θετική εντύπωση, αλλά δεν είναι αυτός ο στόχος του επίμετρου. Δεν μπορώ όμως να παραλείψω την αναφορά μου σε δυο ποιήματα. Στο «Μέγας Χαρισματικός», όπου διεμβολίζει τη μακαριότητά μας, στηλιτεύει τη δική μας ευθύνη «Τους ταπεινούς, μικρούς εραστές του» στην ανάδειξη κάποιου ως χαρισματικού, αφήνοντας ερωτηματικά για τους λόγους που κάποιος ωθείται να γίνει χαρισματικός ηγέτης, κάτι που είναι σίγουρο ότι Η Καϊτατζή-Χουλιούμη κατέχει πολύ καλά. Δεν της νοιάζει όμως αυτό, δεν προσπαθεί να συνειδητοποιήσει το χαρισματικό, αλλά να ταρακουνήσει όλους εμάς τους «υποτελείς του, τους άβουλους και πειθήνιους» και να μας βγάλει απ’ αυτή τη θέση.
Το δεύτερο ποίημα που αξίζει ιδιαίτερη αναφορά είναι το «Χωρίς μαντίλι».
Δεν πρόκειται για ρομαντική πεθυμιά. Λόγια μιας μεσήλικης που βλέπει τα νιάτα της να ξεμακραίνουν και τα αναπολεί με λαχτάρα. Δεν είναι ούτε η ξερή, από ανάγκη κριτική στο καινούργιο. Για την ποιήτρια το παλιό το εγκαταλειμμένο μορφοποιείται στο άρωμα της πασχαλιάς, στα ψυχοσάββατα, στο κεντητό μαντίλι, δηλαδή είναι οι ίδιες οι ρίζες μας οι πολιτισμικές, η συνέχειά τους. Κανένας κομπασμός γι’ αυτό που υπήρξε, καμιά κατάρα γι’ αυτό που έρχεται, απλά ένας προβληματισμός, μια αγωνία, ένα ερώτημα για τον καθένα μας, ‘Χωρίς μαντίλι τους νέους/ Πως να ευχηθούμε κατευόδιο;» για ν’ αναλάβουμε τις ευθύνες μας απέναντι στις επερχόμενες γενιές, ίσως απ’ τα καλύτερα ποιήματα αυτής της συλλογής.
Αυτή είναι η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη.

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑΚΟΥ

ΑΝΑΣΤΑΣΣΙΑ 2


Η Αναστασία Παρασκευουλάκου γεννήθηκε στο Άστρος Κυνουρίας της Αρκαδίας. Σπούδασε Αγγλική φιλολογία (Montclair State University, N. Jersey) και Συγκριτική Λογοτεχνία στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Ζει και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στην Αθήνα.
Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
Ο Ορφέας Ταξιδεύει, 1995
Εσώτερα, 2014
Λευκός Καμβάς, 2017

ΠΕΖΑ
Στηβ Ολιβερ, Συλλέκτης Ήχων, 2005

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Ο σκύλλος του Θεού, Νάνος Βαλαωρίτης, 1998

 

 

 

 

ΛΕΥΚΟΣ ΚΑΜΒΑΣ 2017

 

ΑΝΑΤΟΛΗ

Ανέτειλε ο ήλιος και σήμερα
να θρέψει τον παγετώνα.
Κρυσταλλωμένες σκέψεις
ανάμεσα σε κλαδιά.
Δέντρα,
γυμνές Μήδειες,
με θυμό και έπαρση.
Το φως θολώνει την όραση.
Πραγματικό και φανταστικό
εμπλέκονται στη θέρμη μιας αγάπης
Φως, ηλίανθος
στων λέξεων τη φθορά,
πώς να σε φέρω
πίσω στο καθημερινό
αγαπημένη,
να κοιταχτούμε
από έρωτα να σκιρτήσουμε;

 

 

ΛΕΥΚΟΣ KΑΜΒΑΣ

Παγερός χειμώνας το σαλόνι.
Ο καμβάς παραμένει λευκός.
Μόλις δυο εβδομάδων τα κυκλάμινα,
γλύτωσαν από την καταστροφή.
Ύλη βυθισμένη στο νερό,
στιγμή διαρκείας,
χωρίς ρίζες,
ανεξάρτητη από θλίψη
ενικού ή πληθυντικού αριθμού.
Όσες ώρες αγνοείσαι αγαπημένη,
κοιμάμαι σ’ αυτή τη γωνιά.
Έχω καταργήσει την καθημερινότητα,
είμαι μια πόλη με απρόσωπα κτίρια.
Απομακρύνω τα πουλιά μέσα μου,
φοβάμαι μη γίνω δέντρο
και χάσω από άνθρωπος.

 

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ

Καθηλωμένη μπροστά στον καμβά
με το λευκό να σε γδύνει,
τακτοποιείς το κραγιόν στο καθρεφτάκι.
Ακολουθεί η κάθοδος των σωμάτων,
τα φιλιά εκείνη την Άνοιξη
στο πάρκο με τους ερωδιούς.
Ακούς τα σκυλιά
πώς αλυχτούν στη γέφυρα
πάνω από το ποτάμι, ναι,
αυτός ο θρήνος φτάνει
μέχρι τη δική μας πόρτα.
Αναζητούν σαστισμένα
μια πατρίδα,
ένα χάδι.
Ποιος όμως
μπορεί να εγγυηθεί
την πολυτέλεια της αφής;

 

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ

Κάτι φιγούρες στα παράθυρα του τραίνου
με κατεβασμένα πρόσωπα,
παραδομένα στης νύχτας τις διαδρομές.
Τελευταίο δρομολόγιο.
Άνθρωποι βράχια.
Πόσο ν’ αντέξει κανείς
χωρίς αγάπη.
Απουσιάζεις και φλέγομαι.
Λησμόνησα όσα έμαθα
κι αναβλύζει μια γλύκα απ’ τον πόνο.
Καίγομαι από επιθυμίες.
Να σου ζεστάνω τα χέρια,
να φυσήξω στ’ αυτί ανάσες.
Η απουσία σου, έγκαυμα.
Όσο περνάει η ώρα,
γίνομαι ξένος
στο δικό μας σπίτι,
μια τελεία
στο δέρμα σου.

 

 

ΤΟΠΙΟ

Υπάρχουν θάνατοι και θάνατοι.
Πώς να υποψιαστείς αλήθειες,
να χτίσεις νοήματα
ενώ θα μπορούσα
να σου χαϊδεύω τα μαλλιά.
Δέσμιος στην πολυθρόνα
με μια κουβέρτα ριγμένη στα πόδια,
δεν αναγνωρίζω εαυτόν,
αρνούμαι να ωριμάσω,
Θόρυβος στην πόρτα.
Αναδύεται η μορφή σου.
Το αγιόκλημα
απλώνεται στους τοίχους.
Μια λευκή απουσία
τρυπάει το κουκούλι,
ορδές οι μεταξοσκώληκες.
Όσο σκοτάδι κι αν πιω,
δεν μεθώ να σε ξεχάσω.

 

 

ΒΡΑΧΙΑ

Αντικρίζω τη θάλασσα,
εσένα,
και συ, ξεμακραίνει.
Γύρε, ν’ ακουμπήσεις πάνω μου.
Οι πινελιές του λευκού
εγκαταλείπουν το σπίτι
καθώς η μοναξιά
αγγίζει την τελειότητα.
Χλωμό λουλούδι,
στην άκρη του δρόμου,
ποθώ να σε μυρίσω.
Παραμένω όμως δέντρο
πάνω σε βράχια,
πέρα απ’ την αντάρα των κυμάτων
κατά την εκβολή,
όπου χάνονται τα σύνορα.
Λεπτομέρεια από ρίζα ανάμνησης.
Υπήρξαμε κάποτε
από αγάπη.

 

 

ΣΙΩΠΕΣ

Πάνω στον λευκό καμβά
το κενό μοιάζει με τοίχο.
Στο επόμενο λεπτό με λιβάδι.
Πνίγομαι από στάχυα και σπαθάκια
Αλλά πώς μπορώ να είμαι
σίγουρος για το λευκό κενό.
Ντρέπομαι
επειδή είμαι άνθρωπος.
Ύστερα, μετρώ σιωπές,
πόσες σιωπές
συμπληρώνουν
την επιστροφή σου.
Μέσα στο λευκό κενό,
βλέπω στίχους
να φυτρώνουν στο κορμί σου,
λέξεις
από δική σου σάρκα.

 

 

ΕΣΩΤΕΡΑ 2014

 

Κίτρινο το γιασεμί στη φωτογραφία,
και μ’ ένα κορμί ξερολιθιά,
χαράζω χρόνους απόρθητους,
υπάρχω σα σκέψη.

Το σπίτι με κοιτάζει σαν ξένος,
τις αγωνίες μου δε συμπάθησε ποτέ.
Είναι αδύνατον να ζήσω στους δρόμους,
γι’ αυτό προσεύχομαι
να γλιτώσω από τα υπάρχοντα.

*

Στης νύχτας την ατέλεια
συμπλέει μια ανάμνηση
όταν παιδί φοβόμουν
τα σκοτάδια και φώναζα:
μητέρα, γιατί αργεί ο ήλιος.

*

Σέρνω τ’ αλέτρι
για ένα κομμάτι προσευχή,
ραντίζω το χώμα με ένα δάκρυ.
Δεν πρόκειται για έργο τέχνης
αλλά για μια υποψία από όνειρο.

*

Ουρανέ, δώσε πνοή στα όνειρα
κι ας μην υπάρχω,
προτιμώ την ανυπαρξία
στης πόλης το νεφέλωμα.

*

Πάσχω από όνειρα,
κουλουριάζομαι στο χρόνο,
εκεί που λέω γέρασα,
ένα γιασεμί ανθίζει
από το μικρό δάχτυλο.

*

Έχω μείνει πίσω λένε οι φίλοι.
Από τότε δεν ξαναβγήκα περίπατο,
φοβάμαι για το παρόν,
παρακολουθώ τα πάντα απ’ το παράθυρο.

*

Με το φως ανοιχτό και ένα βιβλίο,
αναπνέω τη ζωή αγνώστων
για να περάσει η νύχτα.
Το πρωί δε θυμάμαι τίποτα,
με σκεπάζει η σκιά της γλώσσας.

*

Εξετάζω τα όνειρα
κάτω από το φως της λάμπας
ψάχνω για ρωγμές
να κρυφτώ στις πέτρες

*

Ανοίγω φτερά σε ήλιο και ουρανό,
απορώ για όλα, τι συμβαίνει
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα,
σήμερα το απόγευμα,
παραμονή της Παναγίας.

*

κόβει τα νερά, αγριεύει.
Θάβω τις σκέψεις
με τη γάζα της θάλασσας-
δεν επιτρέπονται συγκινήσεις.

*

Τα όνειρα συνεπαίρνουν
πόλεις κι αλήθειες.
Δεν υπάρχω.
Απομίμηση ώρας,
ζω να τους αιώνες.

*

Κι αν βγω στους δρόμους
ποια πόλη, ποιοι άνθρωποι.
Τα τείχη είμαστε εμείς,
άνθρωποι με πέτρινο βλέμμα.
Εμμένω σε απορίες,
σύννεφο ελάχιστων τετραγωνικών.

*

Ένα σημάδι αγωνίας στο μέτωπο,
δεν με αφήνει σε ησυχία.
Κλείνω το φως τα βράδια
υπάρχω στο σκοτάδι,
σημάδι νοτισμένο από έρωτα.

*

Αγαπημένε,
σέρνεις τον έρωτα
λάφυρο στην ανέραστη πόλη.
Αποκοιμιέσαι στο αύριο,
αν είναι αλήθεια αύριο.

*

Ο έρωτας σαύρα στο λιοπύρι
κόβει δρόμο μέσα από το βλέμμα σου.
Εκεί μέσα αστράφτει το γκρίζο
μιας θλίψης και ανεβαίνει
ψηλά στον ουρανό.

*

Τη στιγμή που ερωτεύομαι,
διασχίζω την πύλη του παραδείσου.
Ο ταύρος άθικτος στο κόκκινο περιδέραιο
καθώς ο ταυρομάχος απομακρύνει τα όρνεα.

*

Αμμόλοφοι
στην άκρη του ουρανού,
στρατιές από μυρμήγκια.
Ένα κίτρινο γυροφέρνει
το διάσελο του κορμιού σου
μέχρι να βουλιάξει ο ήλιος.

*

Με το πρώτο χτύπημα
της καμπάνας, ταξιδεύουν
άγγελοι και δαίμονες στη γύμνια σου,
χτίζεται το σύμπαν.

*

Ο χρόνος κύλησε ανάμεσα
σε ουρανό και γη.
Δεν ξέρω πλέον
με πόσο παρελθόν
να αραιώσω το κρασί μου.

*

Είμαι ένα ποίημα εν διαστάσει,
με τη μια όψη στραμμένη στη φύση.
Η άλλη μισή σέρνει τη γλώσσα
στης πόλης τα στενά,
απλώνει πλοκάμια
να πνίξει τους προδότες.

 

 

Ο ΟΡΦΕΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ 1995 

 

Ι

Την ώρα που κοιμάσαι
σηκώνεις το χέρι
δείχνεις το χαμόγελο στον ουρανό
το φως στον ορίζοντα. 

*

Τα σύννεφα πλησιάζουν στα μάτια σου
που φυλάνε οι εποχές
μόνο που φοβούνται να κοιτάξουν.
Τα δέντρα κοιμούνται στο σώμα σου
που φυλάνε οι άγγελοι.

*

Ο άγγελος ο ήλιος είναι εδώ
Ηλιόσπορε ξύπνα
Αδελφέ κοιμήσου
Εραστή πάρε την ματιά σου απ’ την πλώρη

*

Ακόμα και οι άγγελοι αφήνουν πίσω τη μνήμη
ακόμα και όταν ο δικός τους χρόνος είναι μνήμη
Εσύ κρεμασμένος απ’ τα πέπλα τους
διασχίζεις την ουράνια σκόνη
διαγράφεις το χρόνο της μνήμης
με μια πινελιά απ’ τη γη μέχρι τον ουρανό
Μόνο που οι άγγελοι δεν θυμούνται
ακόμα και όταν ο δικός τους χρόνος είναι μνήμη 

*

Αναπαύσου.
Σε συνάντησα στο ταξίδι.
Η μακρόστενη είσοδος
του αεροπλάνου έκοβε
το φως στα δύο.
Βαλίτσες.
Απέναντί σου στη σκιά εγώ.
Εσύ με μια ανδρική παρέα στον
Ήσουν νεώτερος.
Δεν σε ήξερα για αδελφό μου.

*

Πλησιάζεις το ανεπιθύμητο
μ’ ένα σώμα όπως ο ξεροπόταμος:
κόκκαλα μ’ ελάχιστη σάρκα,
πέτρες, χαλίκια κρατημένα στην άμμο.
Εσύ κρατημένος απ’ τον πόνο
που όλο και σύρεται στην τροχιά
του ανεπιθύμητου στον πλανήτη του θανάτου.

 

ΙΙ

ΛΥΠΗ: Το ποτάμι που πλημμυρίζει κάθε Άνοιξη. 

 

Περνάς απ’ τον καθρέφτη
σιωπηλός
πέτρα που δεν κουνιέται απ’ τη θέση της.

*

Το πορτραίτο ομολογούσε:
λαιμός τεντωμένος σαν κορμός δέντρου,
προφίλ που κάλυπτε την αλλαγή της ώρας,
γύμνια που συναντούσε την υγρασία του λιμανιού.
Είναι το χέρι που προβάλλει
σ’ όλη τη διάρκεια της μέρας.

*

Θαυμάζω τ’ αστραφτερά σου μάτια
βλέπω μέσα απ’ τη σκιά τους
και ξαπλώνω στα φτερά της θάλασσας. 

*

Το κορμί δεν σου ανήκει πια.
Μιλάει διαφορετική γλώσσα
και σε προδίδει.
Μικραίνει και προειδοποιεί
αλλά αρνείται να εκφραστεί.
Ένα μικρό βήμα συμπίπτει με
μια συλλαβή μόνο, με μια ανάσα,
με το φρρ του περιστεριού
και την κίνηση των ματιών σου
που δεν αντιστέκονται στην προδοσία
του κορμιού — σε ξεπέρασε
όπως έναν έρωτα χωρίς εξήγηση
για να καταλάβεις την έννοια
της αυστηρής απουσίας. 

*

θλιμμένη τίγρη που περπατάει ώρες και μέρες
η προπέλα του έρωτα διαμελίζει το κορμί μου
στον κόσμο των αφρών.

Ξημερώνει, βραδιάζει και ο Ορφέας ταξιδεύει.

*

Όταν δεν είσαι ο εαυτός σου
είσαι η βροχή
που χτυπάει στα μάτια.

*

Η νύχτα σε φέρνει μέσα απ’ τα σκοτάδια
και παύει να ‘ναι νύχτα.

Η μέλισσα σου μιλάει με το μισό κορμί
στο μέλι και το άλλο μισό στον ουρανό.

Εσύ γέρνεις μια κατά την μέλισσα
και μια κατά τη νύχτα.

Πού είναι η γραμμή
εκείνη πάνω απ’ τα χείλια σου; 

*

Το απόγευμα
παρουσιάζεται η χρυσόμαυρη πεταλούδα.

Φτερουγίζει σε κύκλους μπροστά
στ’ αφοσιωμένο βλέμμα
της κοιλάδας των ματιών του.

Ζαλισμένη απομακρύνεται για τη θάλασσα.

Οδηγεί την κοιλάδα των ματιών του μαζί
μέσα απ’ το χρυσό μονοπάτι.

 

III

Ταχυδρομώ εξπρές τη ζωή ενός μήνα
στο χτήμα με τα λιόδεντρα.
Το γραμματόσημο δηλώνει επίσημη πραγματικότητα:
πύραυλος που σπρώχνει τη μελαγχολία στο διάστημα.
Στην κορνίζα του καθρέφτη είναι χωμένο το γράμμα.
Γέρνουν τα δυο πρόσωπα να το διαβάσουν.
Τα χείλια ανοιγοκλείνουν:
«Σας φιλώ με αγάπη.»

*

Την ημέρα οι γόνδολες κοιτάζουν τον ουρανό.
Το βράδυ φιλοξενούν τις μυρωδάτες κοιλιές κοριτσιών
που μοιράζουν ρόδα στους αγγέλους των μπαλκονιών.

*

Ανοίγουν τα παράθυρα
κι’ ο έρωτας πετάγεται
μαζί με τα πουλιά.

Στους δρόμους τα πρόσωπα
παραμένουν αφύλαχτα
με μάτια σαν ανοιχτά παράθυρα
περιμένοντας την επιστροφή του έρωτα. 

*

Μέχρι που να ‘ρθει ο χειμώνας
περιμένω μπρος στα σκαλιά της εκκλησίας
όχι για να προσευχηθώ αλλά
για να φανερώσω μια σιωπή
στους αγίους με τ’ αυστηρά πρόσωπα. 

*

Είναι ο καιρός θάλασσα
και τα φτερά της νύχτας μοναξιά.
Κλείνω τα παντζούρια με μανία
φέρνοντας την παλάμη δίπλα στην άλλη
για να προσευχηθώ στον ίσκιο της νύχτας. 

*

Μια ένταση κόκκινη
σαν ερωτικό αδιέξοδο
χορδή της ύπαρξης και μόνο
δίπλα στα μάτια με τις ακτινωτές ρυτίδες.
0 έρωτας μαζί του χρώμα
που δεν μοιάζει με τις παπαρούνες.
Το παίρνουν τα ποτάμια και το φυλάνε
σε σπήλαια ιερά που αντέχουν
περισσότερο απ’ την ερωτευμένη καρδιά.
Τα ποτάμια δεν την ξεχνούν.
Ασταμάτητα τη διασχίζουν
με ρεύματα φερμένα από μακριά.

*

Ύστερα μάθαμε απ’ την εμπειρία τους
ότι παρακολουθήσανε μονόπρακτο
παιγμένο στο φόντο
μακρόσυρτων σκιών που
όλοι είχανε καρφιτσώσει στο πέτο.

*

Μίλα με τα πουλιά όχι με τους ανθρώπους
Μίλα με τις καλοκαιρινές φωτιές όχι με τα ποτάμια
Μίλα με τους άφαντους ποιητές όχι με τους ηθοποιούς
Που παίζουνε Σοφοκλή, Αισχύλο, Ευριπίδη.

Μίλα με τον Τειρεσία όχι με την ξέμυαλη γειτόνισσα
Μίλα με τον αγέννητο έρωτα όχι με τον εραστή
Μίλα με την αμαρτωλή στιγμή όχι με τους εραστές
Μίλα με το καράβι όχι με τον πόθο του ταξιδιού
Μίλα με τις τολμηρές γυναίκες όχι με τις γοργόνες
Που λατρεύουνε τα κορμιά τους στην μπλε κόλαση

Μίλα με τις γυναίκες που υφαίνουνε σαν να τις έχουνε
Καταραστεί οι άντρες τους όχι με τις αναμνήσεις.

Μίλα με το στόμα στ’ άλλο στόμα.

Σύχασε

Σου μιλάω

 

 

ΣΤΗΒ ΟΛΙΒΕΡ, ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΗΧΩΝ 2005

ΣΠΟΝΔΥΛΩΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

 

ΟΝΕΙΡΑ, ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΤΙΡΙΑ

ΠΙΑΝΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ να ξαφνιάζεται με ασήμαντα πράγματα στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο. Τα νερά στο δικό μου ποτάμι ταράζονται.
Τα απομεινάρια της ημέρας γλιστρούν στη νύχτα.
Οι ελάχιστοι φίλοι με κοιτάζουν απορημένοι: «Στηβ, η δουλειά σου διαθέτει μεθοδικότητα και σενάριο. Ξέρεις πόσο σε ζηλεύουμε. Τι σε πιάνει και
ξαφνιάζεσαι τόσο εύκολα;» Αποφεύγω ν’ απαντήσω. Ξέρω ότι δεν υπάρχει
απάντηση.
(Χτυπά το τηλέφωνο.)
— Παρακαλώ.
— Ο κύριος Όλιβερ;
— Ο ίδιος. Ποιος στο τηλέφωνο, παρακαλώ;
— Είμαστε απ’ την εταιρία. Είναι επείγον!
— Ναι, σας ακούιυ, τι τρέχει;
— Συλλάβαμε μερικούς σπάνιους ήχους και πρέπει να γίνει διάγνωση.
— Τι ώρα τους συναντήσατε;
— Λίγο πριν το σούρουπο.
— Ασφαλίστε τους και θα κάνω τη διάγνωση νωρίς αύριο το πρωί.
— Εντάξει, θα τους ασφαλίσουμε στ’ ονειροκιβώτιο. Δεν θα τους πειράξει κουνούπι. Ευχαριστούμε κύριε Όλιβερ, καλές γιορτές!
— Επίσης, καλό βράδυ!
Αν συνδέσω καλύτερα τους άξονες της περιγραφής θα ξεγελάσω την προσωρινή ανία κάτω απ’ το τεράστιο φθινοπωρινό δένδρο, πάντοτε μέσα στην πόλη.
Η εταιρία στην οποία εργάζομαι διαθέτει σπουδαίο αρχείο. Σκοπεύει να ιδρύσει μουσείο ήχων, παρόμοιο με πεδίο μάχης. Οι επισκέπτες θα φοράνε
ειδικές στολές προς αποφυγή τραυματισμών.
Ας μην ξεχνάμε ότι τα βίαια ακούσματα προκαλούν ψυχικό κλονισμό. Λυπάμαι, λιγοστεύει ο χρόνος και δεν προλαβαίνω να σας εξηγήσω περισσότερα. Τι κρίμα! Με πνίγουν ανούσιες λεπτομέρειες. Αδύνατον να ξεφύγω. Καταδικασμένο έντομο της πόλης, φτερουγίζω στα ουράνια κτίρια.

 

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ

 

1.ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Τι κρίμα κυρία Κίρκη! Χάνω την ευκαιρία να μεταμορφωθώ. Ουφ, ξέμπλεξα με το μυστηριώδες άγνωστο. Ζήτω το προβλέψιμο! Και το κατακάθι των φόβων; Ξεχνάς ότι τους καταπολεμάς με την τεχνολογία! Διαθέτω μέτρια χρήση γλώσσας, άριστη τεχνολογία στη δουλειά και στο σπίτι. Αδιαφορεί με ευγενικό χαμόγελο για το εάν πρόκειται να χαθούν οι ισορροπίες. Κατάφερα επιτέλους να διασχίσω έναν ολόκληρο αιώνα, μάρτυράς μου η χιονόλευκη γενειάδα. Επιβιώνει) στήθος με στήθος ανάμεσα σε χιλιάδες λέξεις. Πραματευτής στο θεοπάλαβο τσίρκο των θνητών, κουβαλώ φανταστικές ιστορίες στην πλάτη.
Από πόλη σε πόλη, σφάλμα και αμαρτία τείνουν προς εξαφάνιση. Ξυπνάμε απ’ τη νάρκη στ’ όνομα του χρήματος, της ηδονής. «Σημασία έχει ότι αντιδρούμε», σκέφτηκα. «Αντέχεται η ηδονή χωρίς αμαρτία;», ρώτησε ο απέναντι ουρανοξύστης. Έβγαλα ψύχραιμα τα γυαλιά ηλίου, υψώνοντας το βλέμμα. Η φωνή της ύλης συνέχισε: «Μήπως η ηδονή φλέγεται από ανία, ενώνεται αρχικά με την ύλη, ύστερα συγκρούεται, εξουδετερώνεται στ’ όνειρο;»
Το προπατορικό αμάρτημα ξεπλύθηκε στο χρηματιστήριο. Από έννοια
εξελίχθηκε σε ύλη. Έκρουσε σήμα κινδύνου. Ο κίνδυνος χτύπησε και την
πόρτα της Λογοτεχνίας. Εκρηκτική, ευάλωτη, αισθαντική η αφεντιά της,
εγκατέλειψε τον επισκέπτη, τον όποιο κίνδυνο, το ίδιο απόγευμα. Βρόντηξε
την πόρτα, κατεβαίνοντας με πείσμα τις σκάλες. Το ίδιο απόγευμα, την είδα
πάνω στη σχεδία, να μετατρέπεται σε Οδυσσέα, χωρίς Ιθάκη, να νοιώθει εξόριστη στην αμαρτία της, επειδή όλα είναι ύλη.
Προτείνω λοιπόν να παγώσετε το χρόνο με αμήχανο μειδίαμα. Μάρτυρες της μεγάλης εξόδου της Γραφής, διατηρήστε τις απορίες. Σε στιγμές υψηλού κινδύνου, προέχει η κατανόηση. 

 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ-ΔΕΝΔΡΟ

ΟΙ ΠΡΟΒΟΛΕΙΣ ME ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΓΟΝΑΤΙΣΜΕΝΟ μπροστά σε δύο γάμπες. Η θέα εξαντλήθηκε σ’ ένα ζευγάρι γυαλιστερά, ψηλοτάκουνα πέδιλα κι ένα λουράκι δέσμευε τους λεπτούς αστράγαλους.
— Οου, συγγνώμη. τσίριξε το θηλυκό, για την ακρίβεια το κορίτσι του Θόροου.
(Πετάχτηκα σα να με χτύπησε κεραυνός.)
— Παρακαλώ, περάστε.
— Αου, δεν πειράζει.
(Σκύβει, ακριβώς όταν τελειώνει την πρόταση και ισιώνει την κάλτσα στο
δεξί πόδι. Σηκώνει τη φούστα. Η δαντέλα ανεβαίνει περήφανα. Εκεί, στηριζόταν η ζωή μιας ζαρτιέρας. Συνέχισε με τ’ άλλο πόδι.)
— Μπορείτε σας παρακαλώ να με βοηθήσετε; Φοβάμαι μη τη σκίσω. Να,
δείτε τα νύχια μου. Αρνούμαι να σκύψω για δεύτερη φορά. Παραδίνομαι.
Μακάρι η μεγαλοψυχία σας να μας σώσει όλους εδώ μέσα. Ίσως τότε επιστρέφουμε στην επίγεια ζωή. Ίσιος τότε ξαναδούμε το φως του ήλιου, ίσως ξαναζήσουμε έρωτες.
— Ορίστε, να σας βοηθήσω, είπατε; Χμ…
(Πριν από μερικά χρόνια, ένα κοπάδι με ηλιοτρόπια έγερνε το κεφάλι του
στο δειλινό. Επιστρέφαμε απ’ το αγρόκτημα, όταν εσύ αδελφέ κατέβαινες στ’
άδυτα. Τι γυρεύω εδώ κάτω μου εξηγείς; Τι μ’ έπιασε και χρησιμοποιώ την
απουσία σου μπροστά σε μία ωραία γυναίκα. Ντροπή μου! Γούρλωσα τα μάτια και συγκεντρώθηκα. Η γυναίκα έτεινε το πόδι. Τα χέρια μου, άγκυρες ριγμένες στη δαντελωτή φούστα.)
— Να, φοβάμαι μήπως…
Το κλαρινέτο σκόρπιζε τις σκιές. Διάβαζα τα σαρκώδη χείλη της. Απαιτητικό κείμενο. Κατέβασα το πηγούνι αργά. Σχεδόν νωχελικά. Δέχτηκα την παράκληση και ξαναγονάτισα. Η κόλαση ή ο παράδεισος μετρήθηκαν με δύο κινήσεις: πρώτα τράβηξα κι ύστερα στερέωσα τη δύναμη των χεριών στη σούστα.
— «Ελάτε, συμπαθητικέ κύριε. (βιαστείτε». είπε με νάζι η καλλονή. «Τι θα
λέγατε για ένα ποτό; Χρωστάω κέρασμα. Αποκλείεται να ξεφύγετε. Είμαστε
αιχμάλωτοι».
Ζέσταινα το προφίλ στα γόνατα της τραγουδίστριας. Αφουγκραζόμουν
την ιστορία όπως έκανα μικρός με τα δέντρα. Κουλουριασμένος πάνω στη
γυναίκα-δέντρο έμοιαζα με ωραιότατο θύμα. Όφις στο καλοκαίρι του κορμιού της.
«Αχ. μη γελάτε άλλο σας παρακαλώ Θα τσακιστώ αγαπητέ μου. Θα πέσω
πάνω σας… αχ!»

 

ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ

 

1.Ο ΕΝΟΙΚΟΣ

Ο χρόνος κατοικούσε στους πνεύμονες. Ζούσε στη δική του καμπούρας
τυφλός στον ανεμοστρόβιλο των λεπτών. Τα γεγονότα, ληγμένο εισιτήριο.
Σπανίως του κρατώ κλειστή την πόρτα. Εμπρός χρόνε, γίνε ματιά, δαγκωματιά στο στήθος του ερωτευμένου, λειψό μαγιάτικο φεγγάρι, απορία στους σπόνδυλους της Γραφής.
Πόσο χρόνο καταναλώνει η Γραφή εν αγνοία μας; Πως ελίσσεται στα κενά; Εδώ, αγαπητοί μου φίλοι, χρειάζομαι τη βοήθειά σας. Η Γραφή δανείζεται απ’ τον προσωπικό μας χρόνο, αναδιπλώνεται, γλιστρά στο στομάχι. Δεν κάνει διακρίσεις. Κολυμπά στις αρτηρίες, αρχαίο ψάρι, υπηρέτης του Ομήρου.
Περνούν, λοιπόν, τα χρόνια κι ο χρόνος των λέξεων ταξιδεύει στον πατέρα χρόνο. Ατενίζει τους αναγνώστες, αναπαύεται στα βλέμματα, δύει στην ψυχή. Συρρικνώνεται στο τοπίο, κυρίως όταν τον διαπερνά, τον διακόπτει το τρένο της μνήμης.
Ταράζεται ο χρόνος των λέξεων. Αποβιβάζεται η Γραφή. Στο κενό αυτό
ποντάρει η ειρωνεία. Καλείται ο ρόλος των συγγραφέων. Τυφλωμένοι από
κατάχρηση χάνουν τα χνάρια της. Χαριτολογούν, χτυπιούνται σα χταπόδια.
Σε ποιον Τειρεσία θ’ αποταθούν;
Ένα μεταλλικό κουτί στο παγκάκι, μου άναψε την περιέργεια. Χαμήλωσε το αληθινό πτηνό, έσκυψε να φλερτάρει τα πουλιά στην εικόνα. Άνοιξη, το κάρο σταματημένο έξω απ’ την αγροικία. «Τιτ-τατ» το πουλάκι, με λίγο πορτοκαλί στο λαιμό. Πάλι το γνωστό «τιτ-τατ». Ξεροκάταπια. Λύγισα στην ιδέα ότι μπορεί να είχε μεταμορφωθεί ο τρομερός —πως τον λέγανε— απ’ το Χάρλεμ Μπαρ. Με τα χέρια γροθιά στις τσέπες, βρήκα καταφύγιο σε μέρος σκιερό.
Υπάρχουν ειρωνείες κι ειρωνείες. Τίποτε όμως δεν είναι δεδομένο και,
για να περνάμε καλά, συμβιώνουμε με τις πιο αιχμηρές. 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΕΞΑΡΧΟΥ

1-Καλλιοπη

Η Καλλιόπη Εξάρχου γεννήθηκε στη Δράμα όπου και μεγάλωσε και σπούδασε γαλλική φιλολογία στο ΑΠΘ. Είναι Αναπληρώτρια καθηγήτρια θεατρολογίας στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ. Έχει εκδώσει επιστημονικές μελέτες για το θέατρο, θεατρικά έργα και ποιητικές συλλογές.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΕΡΓΑ
Εικόνες φωτός και σκότους στο θέατρο του Αρραμπάλ, 1995.
Histoire du theatre: la passion au feminin, 2008.
Δημήτρης Δημητριάδης: Το θέατρο του ανθρωπισμού  2016

ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ
Όταν πέφτουν οι μάσκες, 2002.
Ονομάζομαι… Γυναίκα, 2005.

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ
Μικρές ιστορίες μεγάλων εξομολογήσεων, 2006.
Περί Ιδεών, 2006.
Περιπλανώμενος Λόγος, 2009.
Βιβλιάριο Καταθέσεων, 2012.
Μάχιμα Χείλη (2014)

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Extra Large, 2011.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Φερνάντο Αρραμπάλ, Ο Αρχιτέκτονας και ο Αυτοκράτορας της
Ασσυρίας, 1997.

 

 

Μάχιμα χείλη (2014)

 

ΚΡΥΠΤΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Τις κρύπτιες στιγμές
να τις φυλάτε σαν τα μάτια σας
Μην τις αφήνετε λιμοκτονούν
στη μοναξιά τους
Αν δεν μπορείτε
φορτώστε τες στους Ποιητές
Διαθέτουν ίριδες
ανεξάντλητων μεταφορών
για να μην ξεστρατίζουν οι ανάσες

 

 

ΩΡΑΙΑ ΩΣ ΕΡΗΜΟΣ

Τι δουλειά έχω εγώ
με τους αρματωμένους;
Ούτε τα όπλα τους θέλω
ούτε το κακό τους
Με βαραίνουν
και δεν αντέχω

Ανυπόφορα φορτία

Και γέρνω
γερνώ
Εγείρομαι
ξημερώματα
στις όχθες
της εκλαμπρότατης αυγής
μέχρι
να νυχτώσει και πάλι
μοναξιά
ως Έρημος

Ανυπεράσπιστη
Ανεπίστρεπτη
Ωραία
ως θάνατος

 

 

ΣΗΜΑΔΕΥΕ

Να χαρείς
άκουσέ με
και μην απελπίζεσαι

Αν λιγοστέψει η ανάσα σου
πάρε μολύβι και χαρτί

Αν σε εγκαταλείψει
η λαλιά σου
σκάψε στα βράγχια των ψιθύρων

Αν σε προδώσει κι η σιωπή
σημάδευσε κατευθείαν
στο μεδούλι
και αποκοιμήσου

 

 

«ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΦΑΡΔΗΤΑ»

Έρχεται μια μέρα
που η περιβολή μας
φαντάζει στενή

Δεν μιλάει τη γλώσσα των θεών
δεν χωράει στους επαίνους

Τότε κι εμείς
επιστρατεύουμε τα «μεγάλα φάρδητα»
των αιρετικών
λιτανεύουμε τα όνειρα
της ανυπόδητης ζωής
και ψηλαφούμε τον κόσμο
με ένα χέρι
και μισό φιλί

Ακρωτηριασμένα τέκνα
αγνώστου πατρός
και παράφορης μητρός

 

 

ΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΙΝΕΤΙΚΟΣ

Τα απόμακρα λόγια
φοβού
που σ’ εξορίζουν
από τη γλώσσα σου

Μη ζηλέψεις
τα χέρια
τα υπερφίαλα

Μη συγκατανεύσεις
στους ήχους
των αλώσεων

Αφού γεννήθηκες
για να διακορεύεις
τα σύνορα
μεταξύ ζωής
και ονείρου

Πιάσε λοιπόν
το νήμα από εκεί
και βολέψου
στην κατάρα
κι ευλογία
του άμαχου πληθυσμού

 

 

ΕΠΙΔΟΣΗ

Τη ζωή σου
σού επιδίδω

Ανακεφαλαίωσέ την
εξ απαλών ονύχων
μήπως και καταλάβεις
πώς
πού
πότε
βολεύτηκαν οι πληγές

Σήκωσέ την
από το κρεβάτι
να κάνει μια βόλτα
να ξεμουδιάσει την ασφάλεια
να δει νέους πόθους
να εκπλαγεί
να φοβηθεί
να συντριβεί

Αν αντέξεις
θα συμπεριληφθείς
στους νικητές
Αν όχι
καλά να ‘ναι
οι ηττημένοι

Κρατούν
κράτος εν κράτει
ασάλευτο
τον κόσμο

 

ΑΝΤΙΦΡΟΝΟΥΝΤΑ ΣΤΟΜΑΤΑ

Κι έτσι όπως τα κύματα
παραδέρνουν
τις φωνές μας

Κι έτσι όπως
στους φορτωμένους ουρανούς
τραυλίζουν τα οράματά μας

αλίμονο

έτσι
κυρτώνουνε
τα βλέμματα
τα εκρηκτικά
τα στόματα
τα αντιφρονούντα

Δίκιο έχουν
τελικά
οι ελεγκτές των εναέριων ελπίδων

Τίποτε δεν πετάει
ελεύθερα
χωρίς Τους

 

 

ΑΠΑΛΕΙΨΕΙΣ

Πειράζει
να ελαφρύνω
τα λεξικά
από μερικά εμπόδια;
Να μην σκοντάφτω
στο «αδύνατον»
να μη με πληγώνει
το «αποκλείεται»;
Είναι που θέλω
να φαρδύνουν
οι αρτηρίες μου
να χωρούν
τρεχάμενο χυμό

 

 

ΟΔΙΚΟΙ ΧΑΡΤΕΣ

Ωραία κουβέντα
που κάναμε χθες
Τα είχε όλα
Καθαρότητα πνεύματος
Φωνή που ακουγόταν όσο έπρεπε
Χέρια διαχυτικά
κάτω από σχεδόν πανσέληνο
Βλέμματα αλληλέγγυα
Μιλούσες για την ευτυχία
και αφύπνιζες μνήμες
περασμένες
ξεχασμένες
Ιδού -σκέφτηκα-
τα μέγιστα καταχωνιάστηκαν
μας έφαγαν τα δύσκολα

Τελικά
με κείνα και με τ’ άλλα
κατάφερες σε λίγη ώρα
να με περιέχεις
να σε περιέχω
να περιέχουμε τον Κόσμο όλο
Παρόμοιες κουβέντες
γίνονται οδικοί χάρτες για τον βίο
όταν αποξεχνιόμαστε
σε αχάριστους βηματισμούς

 

 

ΜΟΙΡΑΣΙΑ

Όταν δεν με πιάνει ο ύπνος
παίρνω το μαχαίρι
κι αρχίζω τη μοιρασιά

Αυτό για το τώρα
αυτό για το μετά

Μένει πάντα ανέστιο
το ακριβό υπόλοιπο
εύθραυστο
σχεδόν αερικό
σαν εγκώμιο

Διαπιστώνω και ησυχάζω

Άπατρις γαρ ο Έρωτας
Μια εκκρεμότητα
ανάμεσα σε στύσεις ανεξόφλητες

 

 

ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Με τάραξες και σήμερα
σώμα φυλλοβόλο
με τις αμφιθυμίες σου
Θα αποφασίσεις
επιτέλους
τι είσαι;
Σοφό ή έφηβο;
Τι διαλέγεις;
Τη γεύση ή τη γνώση;
Καλό το ψήλωμα του νου
αλλά τι θα απαντήσεις
στις προσδοκίες της όρεξης;
Καλό και το ταξίδι
αλλά για πότε η άφιξη;
Αυτά και άλλα πολλά
με τάραξαν σήμερα
-ημέρα μοιραία-
και απόκριση δεν έχω
Σιωπάς με λύπη που υφέρπει
και σε συμπονώ
Κάποτε νόμιζες
αθάνατο τον χρόνο
κι έπαιζες με τις εποχές
Δεν σε ένοιαζε να χάνεις τα φύλλα σου
Έβγαζες καινούρια την άνοιξη
-κάθε άνοιξη-
Τώρα που έμαθες
κινδυνεύεις να μείνεις γυμνό
σαν τους χειμώνες

 

 

ΡΥΤΙΔΕΣ

Πολύ σας συλλογιέμαι
έτσι
καθώς με διατρέχετε
απ’ άκρη σ’ άκρη

Σκέφτομαι τις χαράδρες σας
ανορθόδοξες κοιλότητες
ακοίμητης ζωής
και με παίρνουν τα κλάματα

Κι όμως
αφήνετε
πάντα χώρο
για μερίδια ανθέων

Γι’ αυτό και εγώ
πολύ σας συλλογιέμαι
έτσι καθώς με ανασταίνετε
απ’ άκρη σ’ άκρη
με τη μέθοδο του αιφνιδιασμού

 

 

ΠΕΝΗΣ

Όταν μετράτε
τους πληθυσμούς της γης
μη με υπολογίζετε
Δεν ανήκω πουθενά
Δεν μου ανήκει τίποτε
και κανένας

Ένα καταφύγιο
με εμπιστεύτηκε
κι αυτό δανεικό
Έχει κι έναν κήπο
σπαρμένο με χόρτα της υπομονής
παντός καιρού
Όταν βρέχει
ζητάω βοήθεια
απ’ τους τέσσερις τοίχους
Όταν ευλογεί λιακάδα
τρέχω να προλάβω
μερτικό συμμετοχής

Μετρημένοι στα δάχτυλα
κι οι άνθρωποι που δεν τρόμαξαν
από την επιλήψιμη απειλή μου
Συνομόλογοι δηλώσαμε
και μετά
τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του

Αρκετά
δοκιμάστηκα ανάμεσά σας
Ζητώ να με εξαιρέσετε
από τον βίο
τον «προ ομμάτων τιθέμενον»
Καιρός να πάρω τον Λόγο
πριν φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο
Δική μου η ευθύνη
δική μου και η συνέπεια
της γνώσης
ή της απόγνωσης

 

 

ΜΟΝΑΞΙΑ

Έχω μια μοναξιά
που θέλει να τα πει όλα

Έχω μια σπάταλη καρδιά
που δεν συχνάζει
σε ευανάγνωστα ρυάκια
Χάνεται στις κοίτες
των σκοτεινών ποταμών
υφαρπάζοντας
την αφανή λεπτομέρεια

Έχω ένα γραμμάριο φωνής
για να μη μ’ απελπίζουν
τ’ αδιέξοδα φεγγάρια

 

 

ΡΕΜΒΑΣΜΟΙ

Με την απορία
θα μείνω
για τον δισταγμό
των ανεπίδοτων περιπτύξεων
Λέτε να μοιάζουν
με τον ρεμβασμό
των άγραφων λέξεων;
Αν ναι
τότε δεν ανησυχώ
Θα βρούνε τρόπο
να φτερουγίσουν
σε πρόθυμες αγκαλιές

 

 

ΔΕΙΛΙΑ

Φοβάστε
– κι αναρωτιέμαι γιατί –
το ιλιγγιώδες βήμα
Δεν γνωρίζετε
πού οδηγεί
Και λοιπόν;
Τι κακό κι αυτό
με τα σημεία αναφοράς
Λίγη ανισορροπία σας αναλογεί
πίσω από τις κρυφές πόρτες
του ατελούς
και τρέμετε
μην και σας μεταθέσουν
στη Χώρα των θαυμάτων

Παράδοξη αντίληψη
περί ασφάλειας
Τι να σας πω;
Κλειδώστε
αμπαρώστε
για να’ χετε την ησυχία σας

Μην παραπονεθείτε
όμως
ποτέ
για την πενία των ματιών σας
Τα ουράνια τόξα
είναι ορατά
μετά από βροχή
Και μόνο τότε

 

 

«ΔΕΥΤΕ ΑΡΙΣΤΗΣΑΤΕ»

Συντελέστηκε
– το θαύμα
εννοώ –
Το επερχόμενο
μέχρι πρότινος
Συντελέστηκε
σε μια ρωγμή
ευδαιμονική
ανεπίληπτη
σαν διαστολή ελευθερίας

Πήρε στα χέρια του
μια χούφτα φιλιά
και έπλασε τον Κόσμο
Σαν τελείωσε
ράντισε δυο στάλες μέθη
στον ουρανό
δυο στη θάλασσα
και είπε
«Δεύτε αριστήσατε»

 

 

ΕΥΚΡΑΤΑ ΜΕΡΗ

Φυσικός σαν τον Θάνατο
ο Λόγος
αγάπη μου
Για αυτό
παρακαλώ Σε
μην ξεχνάς
να μου στέλνεις κάρτες
από τα εύκρατα μέρη
της καρδιάς σου

Μη με λησμόνει
σαν ολιγοπιστώ
και δεν βρίσκω
πρόχειρους
τους ήχους του ανέμου

Μην αποστρέφεσαι
το θνητό μου στόμα
που βγάζει κραυγές
εν μέσω έαρος

Μην περιφρονείς
το ασθενές μου σώμα
Μόνο
εσύ ξέρεις
να το διασχίζεις με φιλιά
να το αναρριχάσαι με θωπείες

Έτσι ποτίζουμε εμείς τον Έρωτα-
χείλη με χείλη

 

 

ΜΑΧΙΜΑ ΧΕΙΛΗ

Και ενώ όλα μαρτυρούσαν
την επερχόμενη αντάρα
—ουρανός
θάλασσα
γη-
στο βάθος
ο ορίζοντας άφηνε υπαινιγμούς
για σπήλαια απολλώνια

Χάρηκα

Δεν ξέρω γιατί
θα έπρεπε
να δίνω σημασία
στις δυσοίωνες βροντές
Δεν ξέρω γιατί
δεν θα ’πρεπε
να εμπιστευτώ το μυστικό
των μάχιμων χειλιών
που τα βυζαίνεις
και σε τρέφουν
καί σε κάνουν
μεγάλο και τρανό

 

 

ΛΑΘΟΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗ

Κουράζεται κι ο έρωτας;
Πρήζονται τα πόδια του;
Λυγίζουν τα χέρια του;
Ματώνουν τα χείλη του;
Του φόβου και του ελέους
ο αγγελόπτερος;

Και τον νόμιζα υπεράνω

 

 

ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΛΗΨΗΣ

Εκεί όπου η άκρη της θάλασσας
εκεί όπου το πέρας του έρωτα
σκόνταψα σ’ ένα φιλί
Ανάσαινε ακόμη
στα δάχτυλά μου
Έναστρο
γλυκό του κουταλιού
Ίσως παράπεσε
από κάποιους
φοβισμένους εραστές
τη νύχτα
της μετάληψης

 

 

ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ

Δεν χάνω τις ελπίδες μου
όσο το σώμα σου μιλά
και ακούει το δικό μου
Δεν χάνω το κουράγιο μου
όσο η γλώσσα σου
τη γλώσσα μου σμιλεύει
Δεν μπορώ να φανταστώ αλλιώς
ούτε τις λέξεις
ούτε τον προορισμό του

 

 

ΔΙΑΘΗΚΗ

«Έζησε και πέθανε»
θα πούνε
όταν δεν θα ‘μαι εδώ

Τίποτε περισσότερο
τίποτε λιγότερο

Δεν υπάρχει εξάλλου
κάτι άξιο από εμένα
που να αφήσει το ίχνος του

Οι χίμαιρες που έφτιαξα
είναι προσωπική υπόθεση
δεν ενοχλούν κανέναν

Και οι λέξεις μου
άσφαιρες το πλείστον
κάτι μεταξύ
συνύπαρξης και συνεννόησης
παρατάσεις ζωής
με στόχο το ανείπωτο

Μόνο
το ερωτοχτυπημένο
σώμα μου
ίσως αφήσει διαθήκη
προς αποκατάσταση
της αληθείας του
Αυτήν που δεν τόλμησε
να κατονομάσει
στο ανοικτίρμον τώρα

Δεν θα την καταθέσει
σε συμβολαιογράφους
και τα τοιαύτα
Μαζί του θα την πάρει
να γίνει ένα με το χώμα
να γίνει λίπασμα
να βγάλει λουλούδια
να μυρίσει ο αγέρας
να σαρκωθούν οι άνθρωποι
να μην υπάρξει ξανά
παρεξηγημένο σώμα
του πάθους και της απωλείας

«Έζησε, ερωτεύτηκε
και πέθανε»
θα πούνε
όταν δεν θα ‘μαι εδώ

Τίποτε λιγότερο
τίποτε περισσότερο

 

 

Βιβλιάριο καταθέσεων (2012)

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Ιδού ο Ποιητής
Ένα δέντρο που ζει
από τη γενναιοδωρία των ολίγων.
Κάθε μέρα κρεμά τους μύθους του
καρπούς προφητικούς.
Αυτή είναι η μοίρα του.
Ανάμεσα
στην ασάφεια και την ευκρίνεια
Γεννήθηκε για να ανατρέφει
τις απροσκύνητες φωνές
που ανταριάζουν
το αίμα του
κι αναπαμό δεν βρίσκει.
Γι’ αυτό δεν έχει ηλικία
το δέντρο.
Για αυτό δεν έχει ηλικία
ο Ποιητής.
Γιατί φτιάχτηκαν με ριζικό
από ήλιους και φεγγάρια.

 

 

ΣΠΙΝΘΗΡΑΣ

Στα χέρια σου
εμπιστεύομαι
Ποίηση
τον σπινθήρα της ζωής μου
Ξέρεις εσύ
πότε να τον κάνεις φωτιά
και πότε στάχτη

 

 

ΛΟΞΟΔΡΟΜΗΣΗ

Λοξοδρομούν οι λόγοι
όταν μιλάει ο Ποιητής.
Εθίζονται
σε πλάγιες αποδράσεις
αβόλευτων συνομιλιών.
Αυτή είναι η φύση τους.
Να εγκαταλείπουν το σχήμα
Το ορισμένο
από τετράγωνα
τρίγωνα
ή κύκλους.

 

 

«ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ»

Χρόνια τώρα
ανασηκώνω τον πέπλο
του κόσμου.
Κατασκοπεύω
το μέσα της ζωής,
το διαφεύγον των ορίων.
Παρατηρώ πώς ξεδιπλώνεται
εν σιωπή
ο πόνος,
ο ιδιωτικός,
ο ένοχος,
ο απο-καλύπτων το διαφορετικό.
Η μοίρα του αποδιοπομπαίου
ενίοτε
αυτή, με θέλγει.
Το ομολογώ.
Σ’ αυτήν προστρέχω
κάθε φορά που αποζητώ
την επαλήθευση της ρήσης
«και εγένετο φως»

 

 

ΦΥΛΛΟΡΡΟΩ

Φυλλορροώ
όταν κενώνεται η ζωή
Σκορπίζομαι
σαν πούπουλο
πέρα-δώθε
αναζητώντας να μάθω
τη διαφορά
μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας
Δίχως αυτόφωτα μάτια
Τυφλός Οιδίποδας
προτού τα χέρια
προτού τα μάτια
και πάλι αυθαδιάσουν

 

 

ΕΝΔΕΙΑ

Πώς να τα βγάλω πέρα
με τόση ένδεια;
Μήπως
να εφεύρω
τη ζωή
εκ νέου;

 

 

ΥΜΝΟΣ

Ξέρετε γιατί υμνώ
τον Έρωτα;
Ουρανός αθάνατος
φαντάζει.
Λες και δεν στερεύουν εκεί
τ’ αστέρια.

 

 

ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ

Σώμα
σε προειδοποιώ
Θα κατεδαφίσω
τους αποφασιστικούς σου τοίχους.
Κι ας μείνεις
επί ξύλου κρεμάμενο
Αν δεν με συγχωρήσεις,
δεν θα σε συγχωρήσω
κι εγώ
που μ’ άφησες στην άγνοια
των μέγιστων επιθυμιών σου

 

 

ΕΞΟΡΙΑ

Φοβάμαι
την άγονη γραμμή
την εξ ορισμού
εξορία
Μην με αξιώσεις
Εσύ

 

 

ΕΛΠΙΔΑ

Μακράν
της βαρβαρότητας του «αντίο»
ο Έρωτας μετεωρίζεται
στη μειλίχια αβρότητα
του «εις το επανιδείν»

 

 

ΠΡΟΣΧΗΜΑ

Ψίθυροι
των συγκαλυμμένων κραυγών
και των αποκαλυμμένων ρυτίδων.
Δεν θα συμφιλιωθώ ποτέ
με τη συστολή σας.
Κουράστηκα
να περιθάλπω το πρόσχημα
της comme il faut καταγωγής σας.

 

 

ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ

Το παράδοξο της βεβαιότητας.
Απελθέτω απ’ εμού
το ποτήριον τούτο.
Ας παραμείνει
αποκλειστικό προνόμιο
της νεότητας
εις τους αιώνες
των αιώνων.

 

 

ΕΛΛΕΙΨΗ

Τόσα και τόσα
τεθλιμμένα λόγια
για την έλλειψη
Έτσι μας έμαθαν
Να μετράμε τα φεγγάρια
που πεθαίνουν
κι όχι εκείνα
που γεννιούνται

 

 

ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ

Είμαστε αναπόφευκτα
πολλαπλοί.
Δαιδαλώδεις.
Σαν τις συναναστροφές
των λόγων μας.
Τελικά
ένα διολισθαίνον ψέμα
η ζωή μας
στην προσπάθεια
να αποφύγουμε
το σημείο της θραύσης.

 

 

ΒΑΡΒΑΡΟΙ

Πήραν τα κοφτερά λεπίδια
και χρίστηκαν πάραυτα
εκδορείς ψυχών
ημών
υμών
ερήμην μας.
Έτσι απλά,
ανενδοίαστα.
Μανικά.
Για να τρωθούν οι δυνάμεις.
Να σωθούν τα αποθέματα.
Λες και το πυρ εκ τραγικού
θα πτοήσει το Κάλλος.
Πόσο αφελείς
αποδεικνύονται και πάλι.

 

 

ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Έφτασε και πάλι
ο καιρός
να γίνουμε πολίτες της φύσης
Να μαθητεύσει
το σώμα μας
στον ομφαλό των ποταμών
Ίσως καταφέρουμε
έτσι
να πιάσουμε ξανά
τον λώρο
Παρηγορίας ανάγνωσμα
για τους ασάλευτους χειμώνες

 

 

ΦΥΓΟΚΕΝΤΡΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Αντιστέκομαι
Ενάντια σε κάθε
κεντρομόλα δύναμη.
Το παρόν επιθυμώ
να διευρύνω
με φυγόκεντρες εξόδους.
Αφύλακτες
θα μου πείτε.
Αλλά πώς αλλιώς
θα δαψιλεύουν οι αισθήσεις
λησμονημένους θησαυρούς;
Πώς αλλιώς το τέλος
μπορεί να πάρει αναστολή;

 

 

ΠΙΘΑΝΟΙ ΚΟΣΜΟΙ

Να ξεπερνάς εαυτόν
μαγεύοντας αυλούς
Γι’ αυτήν την αναμέτρηση
δεν μας ετοιμάζει όλους
η ιστορία;
Να κάνουμε ευρέως γνωστή
την άλωση των ανθέων;
Αυτό έκανα και του λόγου μου
Μιαν ολόκληρη ζωή
άκουγα για τους πιθανούς κόσμους
Τώρα που άρχισε να θαμπώνει
η όραση
περνώ στην αντιπέρα όχθη
Είναι και τα χρόνια
που συμμάχησαν
Είμαι καλά εκεί
Εν μέσω απρόβλεπτης φιλοξενίας
Χαλαρώνει και η καρδιά
τιμής ένεκεν
Λέω να παραμείνω
όσο μου παρέχουν στέγη γηγενή
Για να έχουν τουλάχιστον
καλά γεράματα
τα δάκρυά μου

 

 

ΕΦΗΜΕΡΙΑ

Σαν άνεμος
με μαστιγώνει ο χρόνος

ξανά και ξανά

εκεί που ματώνει
η πληγή

αδύνατον, αδύνατον

να συνηθίσω
ό,τι κι αν λένε
οι σοφοί.

Προτιμώ
την Ποίηση
να εφημερεύει
πάντα.

Για πάντα μέσα μου
Μέχρι την ύστατη στιγμή.

 

 

ΒΙΒΛΙΑΡΙΟ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ

Αν μου έκαναν τη χάρη
οι ειδήμονες
να συνεισφέρω
στο αδιέξοδο της ύπαρξής μας,
θα έδινα
την εξής πρακτική συμβουλή
προς την πολύπαθη ανθρωπότητα.

Ανοίξτε
όσο πιο γρήγορα μπορείτε
έναν λογαριασμό
στο όνομα της μνήμης.

Ξεκινήστε
από την αποστασία των ονείρων.
Ξέρετε ποια εννοώ.
Αυτά που μόνον εσείς θεραπεύετε.
Φυλάξτε τα στο βιβλιάριο
για ώρα ανάγκης,
όταν ξεθυμάνουν
οι εξάψεις των αντιστάσεων. 

Κάποια μέρα
που θα πλεονάζει
ο ενθουσιασμός
ξεκλέψτε του λίγα γραμμάρια
και αποθηκεύατε τα σε είδος
– το δέχεται η τράπεζα.
Γιατί, τι νομίζετε;
Μεγαλύτερη είναι η αξία του χρυσού;

Όσο για τον Έρωτα,
θα έλεγα
να τον φυτέψετε,
να βγάλει ρίζες
στις γραμμές των καταθέσεων.
Ξέρει εκείνος.
Επιστρατεύει το φιλί
και διαλύει τους συνδέσμους.
Θα μου πείτε
πώς θα τα καταφέρετε
σαν πολιορκηθείτε
από τα αρθριτικά.
Μην ανησυχείτε.
Η μνήμη αναλαμβάνει
αναδρομικά τα έξοδα
των παράπλευρων απωλειών.

Τελευταία άφησα
την αποταμίευση
της παράβασης.
Μην φοβάστε.
Απλά η θύμησή της
θα σας επιβεβαιώνει
μέχρι τέλους
πόση ενοχή χρειάζεται
η ανθρώπινη φύση
για να επισφραγίσει
τη θνητότητά της.

 

 

ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΛΟΓΟΣ (2009)

 

ΔΙΠΛΗ ΖΩΗ

Μου χαρίστηκε το προνόμιο
να κλέβω το χρόνο.
Να διαθέτω δύο ζωές.
Δύο σώματα.
Δύο πνοές.
Η μία τα ίχνη της
στο χώμα να αφήνει,
η άλλη
απείθαρχη
στο πνεύμα του αέρα
να πετά.
Κάθε που το αίμα
διαψεύδει τις προθέσεις,
προσφεύγω
στου λόγου την ευεργεσία,
-την εξ ορισμού αόριστη-
στη συνδρομή των στοχασμών,
παυσίλυπων ακροβατών
στων ματαιώσεων την ερημία.
Μυήσεις ομοούσιες
του ουρανού οι λέξεις
ανοίγματα υπόσχονται
στου ρήματος τα σταυροδρόμια.
Περιούσιος αφηγητής εγώ
παραθέτω δίσημες υπογραφές
στην προστακτική
της εγγεγραμμένης Επιστροφής.

Τι ανατροπή σπερματική
του Λόγου
η αιωνιότητα!

 

 

ΛΕΞΕΙΣ

Ω! Λίκνο της ψυχής μου εσείς,
αφυπνίστε την απελθούσα νιότη
την κλαίουσα
των ανθών το μαρασμό.
Του έρωτα το άρωμα,
αποστάξτε μυστικά
σε αιώνιους στίχους αναμάρτητους
αντιστάθμισμα ακριβό
στου χρόνου την αμετροέπεια.

 

 

Η ΑΥΘΑΔΕΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Στη νύχτα της γραφής μου
οι λέξεις ζευγαρώνουν
πυρακτωμένες σαν τη λάβα
που σιγοβράζει
στο άμοιρο κορμί μου.
Για να με κάνουν να ζηλέψω
οι άσωτες.

 

 

ΘΗΛΥΚΟ

Διαθέτω ένα σώμα πολύχρωμο,
ψηφίδες ακανόνιστες λόγου και σάρκας
ομονοούντων στη φύση των αισθήσεων,
τοπίο χοϊκό
στην εν κρυπτώ
φαντασιακή του υπόσταση.
Το διατρέχουν αγγεία
εμφορούμενα από υγρά
ποικίλης σύστασης,
εκκρίσεις διεγέρσεων,
ίχνη ανεξίτηλα.
Θα αναρωτιέστε
προς τι παρόμοια γνωριμία
σε μιαν εποχή
αιματηρών τραυμάτων.
Έχετε δίκιο
μέχρι του σημείου εκείνου
που ετούτο το σώμα
δηλώνει μετέχον στην αμηχανία
των εξεγερμένων ομοιοπαθούντων,
με προεξάρχουσα την κεφαλή,
φιλοξενία παρέχουσα
στην κοιλότητα του στόματος,
εκπέμποντος φωνή
έναρθρων,
ενίοτε άναρθρων φθόγγων.
Καλλίγραμμα σαρκώδη χείλη,
διαφόρων αποχρώσεων
ανάλογα με τη διάθεση,
υπόσχονται πολλά,
εκπληρώνοντας λίγα.
Ίσως δεν βρίσκουν
ή δεν τους δίνουν την ευκαιρία.
Εν αδρανεία σαρκική χρόνια τώρα,
περιορίζονται στην αλαλία
μεταμφιεσμένη σε πολυσημία
έγγραφων καταθέσεων.

 

 

ΑΡΣΕΝΙΚΟ

Τον κοιτούσα τον αισθητή.
Φλέγονταν τα μάτια μου.
Αγκυροβόλησαν στα δικά του.
Να διακρίνουν
επιθυμούσαν διακαώς
απαγωγή απόκοσμη,
μοναχική στης νύχτας τη συνωμοσία.
Σώμα γυμνό στα χέρια μου απόθεσε.
Ευθύς ανέλαβαν οι θωπείες το έργο τους.
«Εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα»,
το θυμάμαι.
Διάφανη η κόρη του βλέμματός του.
Με διασκορπίζει.
Ναι, εκεί στο κέντρο των οφθαλμών του
διυλίζονται τα άδυτα των σημείων,
εκφρασμένων ή μη παντοιοτρόπως.
Αυτόν τον οίστρο να συλλάβω,
πριν κατέλθω στις παρειές.
Να ηρεμήσει το δέρμα
ερεθισμένο στο άγγιγμα του στόματος.
Τα χείλη να δαγκώσουν τα χείλη αποφασιστικά.
Εξάλλου αυθαδίασαν συμμέτοχα
της αυτοκρατορίας των αισθήσεων.
Συγκοινωνούντα δοχεία με τη ρωμαλέα στύση
κλείνουν τα εισαγωγικά της ακατανίκητης έλ
του έρωτα,
της κατά φύσιν συμμόρφωσης στην Ομορφιά,
υπό συνθήκες αιωνιότητας.

 

 

EROS/THANATOS

Φύτρωσες ανάμεσα στις πέτρες.
Δώρο ανέλπιστο
της αγονίας.
Ερυθρίασες
στον πρώτο υπαινιγμό
του ήλιου.
Και όταν η γη
σού ζήτησε υπακοή,
ανέτρεψες την τάξη.
Εκπορθώντας το θάνατο,
άνθισες
μέχρι το τέλος
εν δόξη και τιμή.

 

 

ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ

Και παρετέθη Συμπόσιο.
Και κατέφθασαν οι εκλεκτοί.
Η φιλοσοφία στην κεφαλή,
η φιλία en face,
ο έρωτας εξ ευωνύμων.
Και εκφωνήθηκαν
λόγοι τερπνοί.
Και προσεφέρθη
οίνος ερυθρός
σαν των αισθήσεων
τις προθέσεις.
Και επετεύχθη πόθος ανεμπόδιστος,
μικρότατη παρένθεση
ακάματου πόνου.
Και ανεδύθη μέθη ηδεία,
συνένοχη πρόσκαιρης ανακωχής.
Και εφωτίσθη η νύχτα,
παρέκκλιση πελιδνή
στου πένθους τη μανία.
Και διεγέρθη η ευμένεια,
ύστατη πνοή
σπουδαίας ιστορίας.
Στην αποφώνηση
συνετρίβη ο ίμερος,
θάνατος προσφωνητικός,
υπεύθυνος οικείων κακών.

 

 

ΣΙΩΠΗ 2

Πήρα βαθιά εισπνοή
να αντέξω το έρεβος.
Από ψηλά
ο ουρανός συγκάλυπτε την προφητεία.
Διαρρηγμένη η γη.
Δεν έμεινε χώρος ευμενής
να με στεγάσει.
Κοίταξα εντός μου.
Την προοπτική της κατοικίας μου.
Την βρήκα άναρχη.
Πήρα δεύτερη εισπνοή
και εισχώρησα στα ενδότερα.
Χωρίς μίτο.
Χωρίς τίποτε.
Ο Μ ινώταυρος
με περίμενε
όπως πάντα. 

 

 

ΣΙΩΠΗ 7

Ενθύμιον έρωτα
τα δάκρυα τα φύλαξα
στην παλάμη
να την ποτίζουν.
Την λυπήθηκα μόνη,
αξόδευτη,
μόλις αναχώρησε το χάδι.

Να ξανάρθει,
αναφωνεί η παλάμη
αρνούμενη
να κουνήσει το μαντίλι
του αποχαιρετισμού.

 

 

ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Μια στιγμή.
Μια τόση δα στιγμή απορημένη
χωρίζει
το λίκνισμα από τη σφαγή.
Μια λέξη.
Μια ανάσα
και το έρεβος διαχέει την πολυφωνία της ευμένειας.
Χαίνει το τραύμα ανεπούλωτο.
Των ανθέων
ούτε πέταλο δεν μένει όρθιο.
Το παίρνει ο στρόβιλος των φωνών.
Παραζάλη οικείων κακών.
Τι θέα αβάσταχτη,
τόσοι τάφοι στη γη.
Να στεγάζουν
δεν φτάνουν τους σταυρούς της αλήθειας.
Εξάλλου η αλήθεια υπάρχει για να διαψεύδεται.
Μετράμε θανάτους κάθε μέρα.
Ατελείωτες μέρες.
Σκοτεινές, ηλιόλουστες, δεν έχει σημασία.
Σιγεί η πλάση όλη.
Κόνις αόρατη διασκορπίζει ακέφαλους τους πεσόντες
στου πόνου την αρχειοθέτηση.
Γερνούν τα σώματα
εν μία νυκτί.
Εν μία στιγμή.
Μιαν ολόκληρη ζωή,
μια μακρά ζωή,
λόγοι λυγροί καρπίζουν πληγωμένους καρπούς.
Σε λάθος εποχές.
Μπερδεύονται πια και αυτές
θραύοντας
θάβοντας τους σμαραγδένιους σπόρους
τερπνών προθέσεων.
Έτσι κατάντησε η φύση.
Να εκπνέει ανίσχυρη.
Αγιάτρευτη.
Αφρόντιστη.
Έτσι θα καταντήσουμε και εμείς,
υπάρξεις ατελείς.
Αδηφάγες.
Μη εκτιμώντας το αγαθό της επάρκειας.
Πόσος αστόχαστος διχασμός εις το διηνεκές.
Πόσες συγκρούσεις εναντιωματικές.
Πόση επιθυμία για λίγη συμφιλίωση.
Φθίνει χωρίς εισαγωγικά, άνθρωποι, η ζωή
με φόντο την ενθύμηση αποποιήσεων.
Ας αλλάξουμε καρδιές
στο όνομα των συγχωρήσεων.
Μη και αξιωθούμε
τη φιλόκαλη αντοχή της αγάπης.
Σε πείσμα της υπερφίαλης αποκλειστικότητα
του έρωτα.

 

 

ΤΕΛΟΣ

Στα χρόνια του Χριστού
επήλθε το τέλος.
Τριάντα τρεις σιωπές
και μια μετωνυμία
επιβληθείσα διά παντός.
Έτσι ώστε να νεφελοκρατείται η εικόνα.
Να αχνοφέγγουν τα μάτια
στο χρώμα της χλόης.
Να μνημονεύουν το νόστο
τα χείλη της γεύσης,
οινώδους κοινωνίας ενστάλαξη
στις παρυφές της ηδονής.
Τριάντα τρεις σιωπές
και ένας θάνατος.
Πού να χωρέσει η ζωή;

 

 

ΕΞΟΔΟΣ

Με σένα θα σιγήσει
η ζωή μου.
Θα σβήσω
στην πλησμονή
του θαύματος.
Καταμεσής στο τραύμα
που διασχίζω
χρόνια τώρα.
Ως εάν αντίδοτου κηλίδα
που βιάζεται
να κάνει το αίμα
ίαμα,
τον πόνο
βάλσαμο,
να υφαρπάξει
το δάκρυ
το διαφεύγον
των ματιών μου
στη θύμηση και μόνο
του απράγματου.

Κοίταξέ με,
το αποφάσισα.
Θα τυλιχτώ μανδύα
μαγικό
αόρατη να αιωρούμαι
στα μυστικά της γης,
να κρυφοπερπατώ
στις απολήξεις των ονείρων σου.
Εκεί που μ’ ανασταίνεις
αβαρής
από τους λογισμούς
της μέρας.
Εκεί,
ναι, εκεί,
θα κρυφακούω
επιτέλους
τους στεναγμούς σου.
Μάρτυρες απερίσταλτους
των επιφωνημάτων
των απαγορευμένων,
για μιαν αγάπη
χωρίς αντωνυμίες.

 

 

EXTRA LARGE (2011)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 

(1) EXTRA LARGE

 

ΤHN ΕΛΕΓΑΝ NTEZIPE. Το σπίτι της ήταν ενωμένο ασφυκτικά με τα υπόλοιπα, πανομοιότυπα, μικρά, φτωχικά σπίτια της Περίθαλψης. Ένας χωματόδρομος στοιχισμένος, αριστερά και δεξιά, από χαμηλά σπίτια με μια μικρή είσοδο που έβλεπε σε μια λιλιπούτεια αυλή, αρκετή όμως για τις νοικοκυρές που είχαν μεράκι να είναι γεμάτη λουλούδια, παστρική και ευφρόσυνη. Τα κάγκελά της μικροσκοπικά και αυτά, όλα τελικά σου έδιναν την εντύπωση ότι εκεί μέσα ζούσαν άνθρωποι διαφορετικοί, άλλων διαστάσεων, νάνοι, ίσως; Στα παιδικά μάτια της Ιωάννας, πάντως, φάνταζαν κουκλόσπιτα, σαν εκείνα των παιχνιδιών της. Όταν μάλιστα της επιτράπηκε πια να απομακρύνεται λίγο περισσότερο από τον ελεγχόμενο χώρο του σπιτιού της, πήγαινε κατευθείαν στη γειτονιά των «κουκλόσπιτων», ίσως γιατί ζωντάνευαν την παραμυθένια πλευρά της ζωής της.
Έπρεπε μάλιστα να βρει έναν τρόπο να περιδιαβαίνει χωρίς να φαίνεται αδιάκριτη, να περπατάει δήθεν γρήγορα, σαν να είχε κάποια δουλειά, αλλά με τα μάτια κατευθείαν στα παράθυρα ή πολλές φορές στις ορθάνοιχτες πόρτες για να προλάβει να καταγράψει τα συμβαίνοντα στο εσωτερικό
τους. Δεν είχε, εννοείται, την τόλμη να χαιρετήσει ή να πλησιάσει τις γυναίκες που μαζεύονταν με τις καρέκλες τους έξω από τις αυλές, στο δρόμο επάνω κυριολεκτικά, δημιουργώντας μια συνέχεια της αυλής τους, λες κι ήθελαν να προεκτείνουν ακόμη περισσότερο τα περιορισμένα τετραγωνικά των σπιτιών τους. Αυτή η συνήθειά τους την εντυπωσίαζε φοβερά. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς εξέθεταν τον εαυτό τους στο δρόμο, τρώγοντας, πίνοντας και κουβεντιάζοντας, χωρίς να κοιτιούνται μεταξύ τους, αλλά καταγράφοντας τα τεκταινόμενα δίπλα τους, μπροστά τους, πίσω τους. Επρόκειτο δηλαδή για ένα καλά οργανωμένο σύστημα ενημέρωσης, αλάνθαστο, ανελέητο, που δεν άφηνε όρθιο τίποτε σ’ εκείνη την περίεργη, διαφορετική γειτονιά.
Εκεί, λοιπόν, ζούσε η Ντεζιρέ. Η Ντεζιρέ, αδύνατο να προσδιορίσει κανείς την ηλικία της, γύρω στα σαράντα, ήταν για την Ιωάννα η απόλυτη έκπληξη. Η Ντεζιρέ ήταν πολύ ΞΑΝΘΙΑ! Μη γελάσετε με αυτή την καθ’ όλα αδιάφορη παρατήρηση, γιατί η ξανθιά Ντεζιρέ δεν είχε καμιά σχέση με τις υπόλοιπες ξανθιές που κυκλοφορούσαν. Λες και της είχαν ρίξει έναν κουβά χρώμα πάνω στο κεφάλι της και εκείνο έβγαζε λάμψεις ατελείωτες και εκτυφλωτικές. Ναι, αυτή είναι η λέξη που χαρακτήριζε το ξανθό χρώμα της
Ντεζιρέ, εκτυφλωτικό! Σε τύφλωνε όταν τα μάτια ξεχνιόνταν λίγη ώρα παραπάνω στους κυματισμούς των μαλλιών της.
Το συγκλονιστικό χαρακτηριστικό του προσώπου της ήταν τα φρύδια της ή καλύτερα η έντονη μαύρη γραμμή που τραβούσε με το μολύβι των ματιών σχηματίζοντας αυτά τα μακριά και λεπτά μαύρα φρύδια. Μια γραμμή όλη και όλη έκανε τα μάτια της να φαντάζουν από άλλον κόσμο, άγνωστο σε μένα. Κατεβαίνοντας στα χείλη, εκεί και αν γινόταν πανηγύρι, κόκκινα σαν να έσταζαν φρέσκο αίμα, τα χείλη της αιχμαλώτιζαν τα βλέμματα μικρών και μεγάλων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πάνω ακριβώς από εκεί που τελείωνε το περίγραμμά τους στη δεξιά πλευρά είχε μια ελιά, μπορεί να ήταν και ψεύτικη, ναι, μάλλον ήταν ψεύτικη, γιατί είχε το ίδιο έντονο χρώμα με τα φρύδια της. Στα αυτιά, κρέμονταν δυο τεράστιοι κρίκοι, χρυσοί, που
έκλειναν χρωματικά τον κύκλο του ξανθού περιβλήματος της κεφαλής.
Η Ντεζιρέ, επιπλέον, ήταν ΠΛΗΘΩΡΙΚΗ από τη μέση και επάνω και ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ από τη μέση και κάτω. Εξηγούμαι. Πλούσια τα ελέη της που στέναζαν μέσα στο στηθόδεσμο στις εν κοσμώ εξόδους της, αλλά που κάλπαζαν ασυγκράτητα στις εν οίκω εισόδους της — φαντάζομαι το πρόσωπο του αγαπημένου της να χάνεται κυριολεκτικά μέσα τους, αναπαυόμενο εν ηδονή σ’ αυτή την ξέχειλη λευκή μαλακή σάρκα.
Η μέση της, σαν να ήθελε να εξιλεωθεί, είχε αποφασίσει να συρρικνωθεί όσο την έπαιρνε, σε τόσο παράδοξο και αφύσικο σημείο που τίποτε δεν άφηνε την παραμικρή υποψία —αν υπήρχε ο χρόνος— ότι θα ακολουθούσε το σπάνιο, μοναδικό μεγαλείο της περιφέρειας μ’ εκείνη την ανεπανάληπτη, ανεκδιήγητη, προκλητική έκρηξη πάχους, ακατάταχτου σε
μέγεθος, σε εκτόπισμα, διπλό διαφορικό και βάλε.
Η Ιωάννα, όταν την έβλεπε, ένιωθε τα μάτια της να ανοίγουν διάπλατα. Τους ήταν αδύνατο να αντισταθούν στο υπερθέαμα αυτής της περιφέρειας που κινούνταν απροκάλυπτα, ρυθμικά, με μια μεταδιδόμενη, μετατοπιζόμενη, αργή, νωχελική, ράθυμη, λάγνα κίνηση, σαν να ήθελε να αποδείξει το απίστευτο κι όμως αληθινό της σπανιότατης διαφορετικότητάς της — κλατς, κλουτς, κλατς, κλουτς, τι θόρυβος αθόρυβος, υποχθόνιος, υπόγειος, αυτής της μεγαλοπρεπούς περιήγησης της περιφέρειας πόλεως και περιχώρων. Καλυμμένη κάτω από κλαρωτές, πολύχρωμες φούστες που δια-
τυμπάνιζαν χαρμόσυνα την εξουσία της, η περιφέρεια της Ντεζιρέ δεν άφηνε περιθώρια για συζητήσεις και σχόλια.
Η περιφέρεια της Ντεζιρέ βασίλευε σ’ αυτή τη γειτονιά των μικρών και φτωχικών σπιτιών, τους έδινε έναν αέρα, μιαν άπλα, μιαν ευρυχωρία που την είχαν απόλυτη ανάγκη, ζωτικής σημασίας, όπως καταλαβαίνετε, μια φαντασιακή επέκταση των ορίων τους, της στενότητας, της μίζερης ζωής τους. Αχ! Αθάνατη περιφέρεια της Ντεζιρέ! Ενσάρκωνες τόσο θριαμβευτικά μακρόθυμες προσδοκίες συμπτυγμένης Επιθυμίας!

 

 

(10) ΤΟ ΦΙΛΙ

 

ΤΟ ΓΥΡΙΖΕ ΑΠΟ ΔΩ, το γύριζε από εκεί το περιοδικό, τελικά το φιλί των πρωταγωνιστών στο φωτορομάντζο ήταν μεγαλείο! Δεν χόρταιναν τα μάτια της Ιωάννας να μελετούν, με περιέργεια συνδυασμένη με ένα πετάρισμα στο
μέρος της καρδιάς, το φιλί στο περιοδικό που αγόραζε κάθε βδομάδα η μαμά της, το απαγορευμένο διά ροπάλου ακριβώς για αυτόν το λόγο. Η μητέρα της το είχε ξεκαθαρίσει από πολύ νωρίς. Επιτρέπονταν μόνο τα βιβλία που της
έφερνε, αφού θα τα διάβαζε πρώτα εκείνη. Θυμάται να περιμένει με ανυπομονησία τη διαδικασία της λογοκρισίας ενός βιβλίου της Περλ Μπακ για να μπορέσει να φτάσει επιτέλους στα χέρια της.
Η Ιωάννα όμως στα δεκαεπτά της λαχταρούσε να βλέπει τα φιλιά. Να βλέπει τα χείλη ενός άντρα και μια γυναίκας να ενώνονται. Στο σπίτι της, το φιλί στο στόμα ήταν πράξη προς αποφυγή. Δεν μπορούσε να ξεχάσει με τίποτε όταν, καλεσμένη στο σπίτι μιας φίλης της, θα ήταν δώδεκα χρονών
περίπου, είδε με δέος τους οικοδεσπότες να ανταλλάσσουν φιλί στο στόμα. Έμεινε άφωνη για μερικά δευτερόλεπτα. Φυσικά και δεν τόλμησε να πει τίποτε στη μητέρα της για να μην τη μαλώσει. Όμως αυτό το φιλί θα έπαιρνε διαστάσεις μυθικές στην ψυχή της Ιωάννας, κάτι σαν το κυνήγι του χαμένου θησαυρού που θα τη συνόδευε σε όλη της τη ζωή. Μια αίσθηση δίσημη ανάμεσα στην ηδονή και την αμαρτία, μια γεύση συγκινητική που θα συμπύκνωνε για τον θηλυκό της ρομαντισμό σχεδόν όλη την ουσία του έρωτα.
«Κούκλος ο ηθοποιός» σκέφτηκε βλέποντας για πολλοστή φορά τον νεαρό που φιλούσε την πρωταγωνίστρια. Αχ! Και να ήταν στη θέση της! Ευθύς τρόμαξε και μόνο στη σκέψη αυτή. Το αίμα κατέκλυσε σαν χείμαρρος το σώμα
της και αισθάνθηκε, για τρίτη φορά τούτη τη χρονιά, μια λιγούρα στο κάτω μέρος του κορμιού της, κάτι σαν μέλι να το γλυκαίνει. Ευτυχώς ήταν ολομόναχη στο σπίτι και μπορούσε να απολαύσει ανενόχλητη όλη αυτή την αμαρτία. Είχε τόσο έντονη τη βεβαιότητα ότι ζούσε στην παρανομία εκείνες τις στιγμές.
Ειλικρινά δεν ήξερε τι συνέβαινε ακριβώς με το σώμα της. Παρατηρούσε διαρκείς αλλαγές, περίεργες αντιδράσεις, αλλά δεν είχε κανέναν απολύτως να τις συζητήσει. Με τη μαμά της ούτε λόγος! Με φίλες επίσης ντρεπόταν πολύ. Και τι να πει; Ότι τόλμησε μια μέρα που ήταν μόνη να
μείνει ολόγυμνη μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη της ντουλάπας; Ήταν τότε που έπιασε για πρώτη φορά το στήθος της και ένιωσε να σκληραίνει εκείνη η καφετιά προεξοχή στην άκρη του. Περίεργη αίσθηση, ανάμεσα σε ελαφρύ πόνο και ανατριχίλα. Είχε διστάσει πολύ πριν αρχίσει να βγάζει τα ρούχα της. Δεν είχε περί πολλού το σώμα της και δεν ήθελε να επιβεβαιωθεί από την εικόνα που θα έβλεπε. Είχε φτάσει δεκαεπτά χρονών και δεν το είχε δει ποτέ μέχρι τότε ολόκληρο γυμνό στον καθρέφτη. Σε μια στιγμή θάρρους μονολόγησε ότι «ήρθε πια ο καιρός» και έβγαλε αποφασισμένη την κιλότα της. Δάκρυα της ήρθαν στα μάτια. Τα μπούτια της, αχ, αυτά τα στρουμπουλά, αφράτα μπούτια της! Τι πόνο της προξενούσε η θέα τους! Ήταν σίγουρη ότι
δεν θα βρισκόταν άντρας να την παντρευτεί. Με τίποτε. Απογοητευμένη κοίταξε το τριχωτό τρίγωνο ανάμεσα τους, αλλά βιαστικά, γιατί ήταν απαγορευμένη η περιοχή. Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξερε τι ακριβώς γινόταν εκεί. Όλα ήταν καλά κρυμμένα και απροσπέλαστα. Κι όμως στο σημείο εκείνο αισθανόταν κάποιες φορές μικρές εκρήξεις. Και μετά όλα ησύχαζαν. Ταράχτηκε και μόνο στην ιδέα τους. Βιάστηκε να ντυθεί ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά, όσο μπορούσε, στο πίσω κάτω μέρος του κορμιού της. Σκέτη απαξίωση. Το αντιπαρήλθε πάραυτα. Τόσο πολύ ντρεπόταν για την ύπαρξη και τη λειτουργία του.
Τελικά η λιγότερο ανώδυνη επαφή με το σώμα της ήταν από το λαιμό και πάνω. Ίσως και για αυτόν το λόγο είχε εστιάσει όλο της το ενδιαφέρον στο φιλί. Μάλλον θεωρούσε ότι είχε κάποιες πιθανότητες να τη βγάλει ασπροπρόσωπη το στοματάκι της, καθότι διέθετε ένα γλυκό χαμόγελο και
όμορφα ζουμερά κόκκινα χείλη. Χωρίς ουδεμία φυσικά ένσαρκη εφαρμογή τους σε άλλα χείλη, και, όταν έλεγε άλλα χείλη, ο νους της Ιωάννας πήγαινε κατευθείαν στον Νίκο, το αγόρι που είχε κλέψει την καρδιά της από το δημοτικό. Χρόνια κρατούσε αυτός ο έρωτας, μονόπλευρος μέχρι τα δεκαέξι τους, ώσπου —ω, του θαύματος!— ο Νίκος ξάφνου στα δεκαεπτά είδε για πρώτη φορά την Ιωάννα αλλιώς. Με την αναμονή αυτού του «αλλιώς» έζησε η Ιωάννα οκτώ χρόνια, δίνοντας νόημα στην πληκτική και μονότονη κατά τ’ άλλα ζωή της.
Ξανακοίταξε αναστενάζοντας το φιλί στο φωτορομάντζο και ονειρεύτηκε τα χείλη του Νίκου. Ωραίος ο Νίκος, ένα παλικάρι δυο μέτρα, από καλό σπίτι, που έλεγε και η μαμά της, χωρίς να υποψιάζεται τι συνέβαινε στην ψυχή της. Ευτυχώς! Γιατί λαχταρούσε τόσο πολύ να μπορεί να τον βλέπει έστω μόνο τα σαββατόβραδα, καθώς ετοιμάζονταν κι οι δυο πυρετωδώς για τις εισαγωγικές στο πανεπιστήμιο.
Άριστος μαθητής ο Νίκος, μεγαλωμένος όπως η Ιωάννα. Σε μια οικογένεια αυστηρή με συντηρητικές αρχές, που μόνο σε μοναστήρια θα συναντούσε κάποιος. Εύλογα μπορούσε λοιπόν κανείς να καταλάβει την εξέλιξη του έρωτα αυτών των δυο εφήβων που έτρεμαν και μόνο στη σκέψη των μαμάδων τους. Τελικά τι καθοριστική δύναμη διέθεταν αυτές οι τρομερές μανάδες. Αόρατη με μιαν ορατότητα ξεκάθαρη που δεν σήκωνε αμφισβητήσεις, υπόγεια με μιαν επιφάνεια διαυγέστατη που δεν διανοούνταν να λερώσουν.
Όταν ο Νίκος ερωτεύτηκε την Ιωάννα, οι κανόνες επιβλήθηκαν σιωπηρά και από τους δυο. Γνώριζαν πολύ καλά, χωρίς καν να μιλήσουν, αυτό που ήταν απαγορευμένο. Και φυσικά αυτό το «αυτό» ήταν το φιλί και για τους δυο. Μην πάει ο νους σας σε τίποτε μα τίποτε άλλο. Ο έρωτας τους ήταν βουβός, περιορισμένος μόνο σε φλεγόμενες ματιές, «ούτε τη χείρα», για να καταλάβετε καλύτερα.
Της Ιωάννας της έφτανε που έβλεπε τον Νίκο και έλιωνε από έρωτα, της έφτανε που ο Νίκος την έβλεπε και δεν ξεκολλούσε τα μάτια του από πάνω της, που καμιά φορά της έλεγε ότι ήταν «όμορφη», που κάθονταν δίπλα-δίπλα σαν έβγαιναν με τη μικρή τους παρέα τα σαββατόβραδα, που τη
χόρευε στην τρυφερή αγκαλιά του, όταν έκαναν πάρτι, που διάλεξαν ένα τραγούδι να το κάνουν δικό τους -αχ, ναι, αυτό το μελωδικό Betty Blue!—, που άκουγαν μουσική παρέα, που έκαναν όνειρα για τη ζωή που ανοιγόταν μπροστά τους, αλλά τρελαινόταν και λιγουλάκι στην ιδέα ενός και μόνο
φιλιού από τα χείλη του. Πόσες φορές δεν είχε καρφώσει το βλέμμα της πάνω σ’ αυτό το μαλακό σχήμα τους σαν καρδιά που πάλλονταν την ώρα που της μιλούσε! Της ερχόταν να ορμήσει, να κολλήσει τα δικά της πάνω τους μέχρι να πάψει να ανασαίνει. Φανταζόταν γεύσεις καραμελένιες, αστεράκια ολοφώτεινα και καρδιοχτύπια άρρυθμα.
Στον αντίποδα όμως αυτής της επιθυμίας αιωρούνταν η απειλή που κατεδάφιζε μονομιάς κάθε απόπειρα και μόνο ανάλογης σκέψης, η γνώριμη ματιά της μητέρας της, όταν ήταν θυμωμένη και αυστηρή! Απερίγραπτο βλέμμα! Τα μάτια της πάγωναν καρφωμένα πάνω της, μεγάλωναν οι κόρες
και τα συναφή και μετά εκτόξευαν κεραυνούς κατευθείαν πάνω στην Ιωάννα. Δεν υπήρχε γλυτωμός από αυτή την αδυσώπητη ματιά! Ούτε συγχώρεση!
Προτιμούσε λοιπόν να παραμείνει παρατηρητής των φιλιών στα φωτορομάντζα, έστω και στα κρυφά, παρά να διακινδυνεύσει την ψυχική της ακεραιότητα. Εξάλλου, οι ονειροπολήσεις ήταν το φόρτε της Ιωάννας, το καταφύγιό της, ασφαλές, πολύχρωμο, ευωδιαστό, γεμάτο ήχους και
συγκινήσεις! Εκεί μαζευόταν σαν την περικύκλωναν η απογοήτευση, η θλίψη, ο φόβος, τελικά αυτή η ανεπαρκής, ανίσχυρη πραγματικότητά της.
Στα δεκαεπτά αθώα της χρόνια, η Ιωάννα, εν μέσω ανεπαίσθητων επαναστάσεων, μόνο και μόνο για να βεβαιώνεται ότι ζούσε, έχτισε έναν κόσμο, όπου το φιλί έμελλε να γίνει η τερπνή συνοδεία της περιπλάνησής της στον κόσμο των αδιάκριτων, άτσαλων, αφυπνισμένων εφηβικών αισθήσεων.
Κάθε βδομάδα ανανέωνε με συνωμοτική συνέπεια το μυστικό της ραντεβού με το μυστήριο που την είχε σκλαβώσει κυριολεκτικά. Έτσι, με την ονειρεμένη γλύκα του ανεπίδοτου φιλιού, οι μήνες κυλούσαν μέχρι το τέλος της περίκλειστης σχολικής ζωής της Ιωάννας.
Και την ημέρα των αποτελεσμάτων για την εισαγωγή τους στο πανεπιστήμιο, ξαφνικά ο ουρανός κατέβηκε στη γη και τα όνειρα απέκτησαν ύλη. Ο Νίκος είχε μάθει ότι η Ιωάννα πέρασε στη σχολή που ήθελε και έγινε άνεμος για να φτάσει κοντά της, στο σπίτι της. Τη βρήκε μόνη στο δωμάτιό της αποσβολωμένη από χαρά, μια χαρά ασύνορη, σαν αυτές που σε κάνουν να χάνεις τη μιλιά σου. Ενθουσιασμένος προχώρησε προς το μέρος της και είπε με τρεμάμενη φωνή:
— Σε είχα προειδοποιήσει ότι θα σου έδινα ένα χαστούκι, αν περνούσες στο πανεπιστήμιο, γιατί μας είχες τρελάνει τόσο καιρό με την απαισιοδοξία σου. Λοιπόν, ήρθε η στιγμή να πραγματοποιήσω την υπόσχεσή μου.
Ο Νίκος την πλησίασε με ορμή, την τράβηξε στην αγκαλιά του και της έκλεισε το στόμα με ένα φιλί! Η Ιωάννα δεν πρόλαβε να αντιδράσει, δεν πρόλαβε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει, πού θα έβαζε τη μύτη της, πόσο θα άνοιγε τα
χείλη της, όλα αυτά που την απασχολούσαν και την έκαναν να φαντάζεται διάφορα. Το μόνο που θυμάται ήταν ότι ανάμεσα στο φόβο μην μπει η μαμά της στο δωμάτιο και στην απρόσμενη ευτυχία που την κατέκλυζε, πρόλαβε να ακουμπήσει αυτά τα μικρά, βελουδένια χείλη του Νίκου για πρώτη φορά. Και είχαν πράγματι καραμελένια γεύση και φώτισαν, στ’ αλήθεια, τα άστρα του κόσμου της μονομιάς, και αναχώρησε επιτέλους η καρδιά της φτεροκοπώντας
άταχτα σε άλλα μέρη, πιο θερμά.

 

 

 ΓΙΑ ΤΗ ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΕΞΑΡΧΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Μάχιμα χείλη 2014

 

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

Diastixo 21 Μαρτίου 2015

Σκέφτηκα να φορέσω/ μια χάντρα μνήμης/ Λένε ότι κάνει θαύματα/ ειδικά αν είναι στο χρώμα της θάλασσας/– έτσι κι αλλιώς γαλάζιες/ ήταν πάντα οι πτυχές/ των ονείρων μου – «Χάντρα» (σελ.45)
Ένας κόσμος ονείρου που φωτίζεται από γαλάζια χάντρα. Που προσπαθεί να ορίσει τον έρωτα. […] μοναξιά ως έρημος/ Ανυπεράσπιστη/ Ανεπίστρεπτη/ Ωραία/ Ως θάνατος (σελ.14). Ώσπου, με τρυφερότητα η στραγγισμένη σάρκα αναβαπτίζεται στην κοίτη του ποταμού, ξεπροβάλλουν τα στήθη προτεταμένα, όλο το σώμα τεντωμένο σε μια προσμονή, να ηχήσει με ένα τραγούδι ηδονής.
Τα Μάχιμα χείλη είναι η πέμπτη ποιητική συλλογή της Καλλιόπης Εξάρχου, η οποία δοκιμάζεται και σε άλλα είδη λόγου: στην πεζογραφία αλλά και στον θεατρικό και στον επιστημονικό λόγο – επίκουρη καθηγήτρια Θεατρολογίας, άλλωστε, στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ.
Στην πρόσφατη συλλογή της, στην οριοθέτηση του ποιητικού ερωτικού κόσμου βοηθούν χάρτες οδικοί, χάρτες πορείας. Από το συν (συνεγείρει, συνυφαίνει, συν-χωρεί, συνεύρεση, συν-πόρευση) στο στερητικό α- και στο α-συν-τρόφευτο, και στο άνευ και στην απο-συν-άγωγη, και τούμπαλιν, γιατί κυκλικός μοιάζει να είναι ο κόσμος του ποιητικού υποκειμένου –«του κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνουν», για να θυμηθούμε τον Ερωτόκριτο– όπου όλα να κορυφώνονται, να λιγοστεύουν, να χάνονται και να ξανακερδίζονται. Καθότι αγωνίζονται τα μάχιμα χείλη να αγνοήσουν τα σημάδια που προμηνύουν κακοκαιρία και με ελπίδα, αλλά και άνευ ελπίδας, επιμένουν να εμπιστεύονται το μυστικό/ των μάχιμων χειλιών/ που τα βυζαίνεις/ και σε τρέφουν/ και σε κάνουν/ μεγάλο και τρανό (σελ.59). Αγωνίζονται να κρατήσουν του έρωτα τα ανθισμένα φιλιά, που διατοξεύουν μικρή επίγευση ψυχής.
Ο έρωτας προσεγγίζεται με την αφή. Στα ποιήματα προς το τέλος της συλλογής, καθώς η κίνηση γίνεται ανοδική προς μια κορύφωση, το σώμα υπερασπίζεται το σώμα, πλήρες πόθου γίνεται κομμάτια, σαν θυσία.
Έτσι, προσεγγίζεται ο τόπος του έρωτα, μάλλον ο «ερωτευμένος τόπος», και το ποιητικό υποκείμενο τείνει να γευτεί το φως το ντροπαλό/ το σχεδόν κόκκινο. Με την ελπίδα να φθάσει και να μείνει εκεί χωρίς επιστροφή. Όμως τι σημασία έχει που ο ερωτευμένος τόπος έχει ημερομηνία παραμονής και σύνορα που κλείνουν; Τι είναι προσωρινό, άραγε, όταν η στιγμή έχει την ανείπωτη ένταση; Όταν εκείνος ξέρει το σώμα και το δέχεται ως έχει, και το διασχίζει με φιλιά και το αναρριχά με θωπείες! Ώστε το ποιητικό υποκείμενο να πει, πρώτη φορά στο α’ πληθυντικό πρόσωπο, πρώτη φορά στο εμείς: Έτσι ποτίζουμε εμείς τον Έρωτα/ – χείλη με χείλη (σελ.58).
Ωστόσο, η αμφιβολία ταράζει τη βεβαιότητα. Κουράζεται ο έρωτας που έμοιαζε αλώβητος; Το ποιητικό υποκείμενο παρατηρεί εικόνες καθημερινές της κόπωσής του: πρησμένα πόδια, λυγισμένα χέρια, ματωμένα χείλη. Για να εκφράσει την απορημένη θλίψη: κι εγώ τον νόμιζα υπεράνω… (σελ.60).
Τότε είναι που έρχονται στις παρυφές του κόσμου αυτού, του ερωτικού τόπου, το σκοτάδι και οι επισκέπτες της μνήμης. Οι μνήμες φέρνουν τους απόντες, αυτούς που ζουν ακόμα και αυτούς που πέρασαν απέναντι. Ο οίνος γίνεται χοϊκός, σπονδή στην απώλεια. Και το σκοτάδι μοιάζει να κερδίζει τη μάχη, μια που τα ερέβη γνωρίζουν/ καλύτερα τα κατατόπια. Κι εκείνος ο έρωτας, μολονότι σπρωγμένος από τη γλύκα του κρασιού, μένει μαζεμένος, δεν διεκδικεί την υπεροχή του. Για να φιλοσοφήσει το ποιητικό υποκείμενο τα σχετικά με τη ζωή, πως έτσι είναι, μια του ύψους μια του βάθους, αλλιώς πώς θα υπήρχε ισορροπία (σσ.31, 63-64).
Και μέσα στην ταραχή του προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς με την αμφιθυμία και προκαλεί το σώμα να διαλέξει ανάμεσα στη γεύση και στη γνώση (σελ.39). Να επιλέξει ένα από τα δυο, από την αρετή ή την αυθάδεια των επιθυμιών (σελ.42). Έτσι ξαναγυρνά ο τροχός. Οι μνήμες των απόντων αντιπαλεύουν με το παρόν του έρωτα.
Ο έρωτας προσεγγίζεται με την αφή. Στα ποιήματα προς το τέλος της συλλογής, καθώς η κίνηση γίνεται ανοδική προς μια κορύφωση, το σώμα υπερασπίζεται το σώμα, πλήρες πόθου γίνεται κομμάτια, σαν θυσία. Μέσω της ελπίδας ανασυσταίνεται, προσδοκά και αγγίζει το αντικείμενο του έρωτα: άπαν, με μια θωπεία συνολική, το υποδέχεται με «χάδια στα χέρια». Είναι σαφής η κυριαρχία της αφής σε όλη τη συλλογή, προσδίδοντας την αναγκαία σωματικότητα στη συγκρατημένη ποιητική έκφραση.
Όλη η αντίθεση ανάμεσα στον έρωτα και στην απώλεια εκφράζεται με ένα πλήθος προθέσεων και επιρρημάτων. Η επιλογή αυτή δίνει στη γλώσσα των ποιημάτων ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Από τη μια η αίσθηση μιας λογιότητας καθόλου ενοχλητικής ή ψυχρής, γιατί ταυτόχρονα με τις επιλεγμένες λέξεις ψαύονται μικρές και δυσπρόσιτες γωνίτσες της ψυχής και των αισθημάτων, κι απ