ΕΙΡΗΝΗ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

ειρηνη2

 

Η Ειρήνη Ιωαννίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1967 όπου και ζει.
Απόφοιτος του τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και φιλολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του Α.Π.Θ. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά και στα περιοδικά Εντευκτήριο, Εμβόλιμον και Αίτιον. 

 

1-σωμα δρομολογιο εξ

 

 

Σώμα Δρομολόγιο (2016)

 

ΒΡΑΔΙΝΟ

Με κρύο νερό
ξεπλένω χλόη για βραδινό
Σ’ ένα μεγάλο μπολ
κόβω καρδιά, μαρούλι, δυόσμο
Στην άκρη του δωματίου
σε βλέπω να με τρως
Εγώ
μικρές μπουκιές
αμάσητα φιλιά
να κατεβαίνω στο λαιμό
Στις σκοτεινές γωνιές σου
Να κρύβομαι
Με καταπίνεις
Σε κατοικώ –

Ποιήματα ανθολογούνται τώρα
πάνω στο σώμα σου

 

ΣΤΙΓΜΗ

Το σώμα γλιστράει
στον υγρό δρόμο
Τα γκάζια πατημένα τέρμα

Στη στροφή
οι κορυφές των δέντρων
αδυνατούν να ρυμουλκήσουν
το φαιό

Τοξικές εκκενώσεις
Παιδικά δάχτυλα
Διαμπερή τραύματα

Στο τραπέζι χορεύουν φράσεις
κάτω απ’ τα μάτια
κάτω απ’ το βάρος

απειλούν, ικετεύουν, σκοτώνουν

Η στιγμή είναι κάθετη και περιεκτική
χωράει μια αιωνιότητα
κορεσμού

Αύριο θα χρησιμοποιώ και πάλι λέξεις
φθόγγους
Θα λέω
Βγάλτε μου τις χειροπέδες
Εξημερώθηκα

 

ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΛΩΤΟΦΑΓΟΥΣ

Η μνήμη απωλέσθη
ως καρπός ώριμος και γευστικός.
Έγκαιρα από κυνόδοντες θρυμματίστηκε και κοπτήρες επιδέξιους
και μόνο ως ανάμνηση πλέον
ως τοξικό απόβλητο
στο παχύ έντερο περιφέρεται

Η γνώση και αυτή θα υποκύψει,
αργά ή γρήγορα, ακολουθώντας•
και η γλώσσα θα πλαταγίζει άσκοπα
αναζητώντας τα τείχη της εκφοράς των λέξεων

εκεί που τώρα άνθη φύονται

 

ΣΥΜΠΑΝ

Κάθε που το μάτι στρέφεται στο πλάι
μη και χαθεί το στίγμα το αυθαίρετο της ύπαρξης
ίσαμε να πιεις μια γουλιά και να αφουγκραστείς
από πού αυτές οι αχτίνες φωτός…
Το Σύμπαν καταγράφεται

Το συναίσθημα της πρόωρης διεκπεραίωσης
καταγράφεται
με κάτι σκούρα πέταλα τριαντάφυλλου
εκφυόμενα τώρα στο τραπέζι, σκληρό υλικό
με ρίζες στο υπέδαφος

 

ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ

Κοιτάς το ηλεκτρονικό ξυπνητήρι
είσαι η ωραία κοιμωμένη
σ’ ένα δάσος με τριανταφυλλιές

Ακουμπάς το πόδι σου στο δάπεδο
Διαπιστώνεις ότι το χώμα είναι
ένα σκούρο καφέ [λάμινεϊτ το λένε]
ασορτί με τις πόρτες
Καμία που να γράφει

Έξοδος Κινδύνου

Μόνο ένα αντίγραφο του Γκογκέν στον απέναντι τοίχο
Άλλωστε, και η δική του Ταϊτή ψεύτικη ήταν

 

ΚΥΛΙΟΜΕΝΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ

Λάνσελοτ σου φωνάζω
ρίχνοντας σκάλες τα μαλλιά
Σε άλλη εποχή
θα έπρεπε να ζούμε –

Οι κυλιόμενες εμπορικού
δεν βοηθάνε στην απαγγελία
των προϊόντων ομορφιάς

Σήμερα φοράω όλη μέρα
νεότητα κατάσαρκα
Κοιτάζω στον καθρέφτη
όλα τα σημάδια είναι ακόμη εκεί:
ένα πόδι χήνας,
μια σκιά στα κάτω βλέφαρα,
χρόνια αϋπνίας
και ήλιου

Κι η αγάπη μαζεμένη
σε ένα χαμόγελο
– Μάζεψες αρκετή ζέστη τα καλοκαίρια,
μου ψιθυρίζω στο ταμείο

(δικαιούστε δώρο μια κρέμα νυκτός)

 

ΙΕΡΗ ΝΟΣΟΣ

Ανοίγεις την σελίδα –
ένα ποίημα
Δεν θα το διαβάσεις
η απόσταση θα το σβήσει
ο χρόνος θα θέσει τα όρια

Ένα ποίημα
δεν διαβάζεται
σε καταβροχθίζει
σαν ιερή νόσος
σου τρώει τα σωθικά
σε κάνει δικό του

Όπως το σκοτάδι ακουμπάει
στη στέγη του σπιτιού
και οι τοίχοι σε συνθλίβουν
με αγάπη λευκή και ακατέργαστη –

κλείνεις τη σελίδα έξω
από το μυαλό σου

 

ΑΙΘΟΥΣΑ ΘΕΑΤΡΟΥ

Μια ανάσα ή δύο
η απόσταση ανάμεσα
Ίσαμε τέσσερα ζευγάρια μάτια
αλλά τα χέρια δεν φτάνουν
ούτε ο χρόνος

Η υγρασία επικάθησε σε φύλλα
Τα ίχνη καλύφθηκαν
οι γερανοί στην αποβάθρα
δεν ερωτεύτηκαν

Στο στήθος
η ορατότης μηδέν
Τα μάτια εκείνα Στεγνά δεν υπήρξαν

 

ΠΑΡΑΛΙΑΚΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ

Παγωμένη λίμνη κάτω από τα πόδια
πάλι από μανίκι γραπώνεσαι

Δείξε μου τώρα
εκείνη την πιρουέτα

Θα σε ακολουθώ όπως πάντα στις μύτες
πρώτα όμως
κατέβασε κάτω τα σκουπίδια –

η σκάλα γλιστράει Είμαστε μιούζικαλ τελικά

 

ΔΕΙΠΝΟ

Ένα τραπέζι στρωμένο
Δυο στόματα καθηλωμένα
στο ερώτημα της τροφής:
και τώρα που τελείωσε η επιθυμία;
τι προς βρώση; τα οστά μήπως;

Και τα μέλη αυτά που τόσο εξαίσια μαζί,
επί ξύλου κρεμάμενα
Και το μαρτύριο εις σάρκα μία
εσαεί και εις τους αιώνας ανυπόστατο –

Τι και αν τον χυμό με ζήλο ρούφηξαν
Τώρα η ερώτηση καθηλωτική:
Πόσο το μαχαίρι εις βάθος
θα λάμψει την αλήθεια των σπλάχνων;

 

ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ (ΜΠΛΕ)

Στον Πάνο Σταθόγιαννη

Αν μπορείς να καταπιείς τόσο μπλε
που να κυματίζει η ανάσα μεσίστια
εν είδει προφητείας
Να βάφει μπλε το ήδη μπλε
τόσων χρόνων

Ωκεανός Αιθέρας Ουρανός

Τότε η χρωστική του λόγου σου
θα γεννήσει τον τόπο
τον ύστατο της θαλπωρής
εναέριο και επίγειο
ώστε
τα πέλματα μέσα του
να κυοφορούν άλματα θεσπέσια
και εγώ να χρειαστώ κι άλλο μπλε
για να βάψω τα τείχη μου

 

ΠΙΝΑΚΑΣ

Να υπνωτίζεις εαυτόν δύσκολο
Τα προβατάκια
στη χλόη αμέριμνα
ατελέσφορα
Το σκληρό προσκεφάλι ίσως να φταίει

Θα του ανοίξω τη ραφή
μέσα θα ζωγραφίσω τοπία ήσυχα
με γάργαρα νερά και δείπνους μυστικούς
Με πίνακα του Καραβάτζιο
στα φωτεινά του δέρματος
θα μοιάζει

 

ΣΩΜΑ

Σε υφαίνω
με λέξεις
σε φοράω

Ανίσχυρο
έτσι σε θέλω
απ’ τα μαλλιά να κρέμεσαι

Σε εκείνο το δωμάτιο
επί πληρωμή
Δεσμό γόρδιο
να σε λύνω

να σε κόβω

 

ΕΡΩΤΩΝ ΑΡΧΗ

Ερώτων αρχή, ερώτων τέλος
Μεσούσης της επιθυμίας
Αναρωτιούνται και οι δύο:

ουκ εκ του ασφαλούς το ευ
και ύδωρ αρκετό για να αποσβέσει
τις πληγές ημών
και ευθύτητα αρκετή
όση χρειάζεται
για να μπεις ολόκληρος στο φως

και θάρρος
για να απωλέσεις το προσωπείο αυτό
γιατί το κρυφό
ουδέν φανερότερον του φανερού
και η σφαγή παρούσα και αμετάκλητη

 

ΥΔΑΤΟΓΡΑΦΙΑ

Κάποτε ξύπνησα μετά από χρόνια
δίχως πόδια και χέρια
Ανάλαφρη σαν παιδική υδατογραφία
με κόκκινα χείλη από τα βυσσινάδα

Είχα μια σιδηροδρομική γραμμή
για σπονδυλική στήλη
Είχα ρυάκια πάνω μου
ήχους κελαριστούς

Όταν λέω «στάση»
θα ανταμώνουμε
εγώ θα αλλάζω χρώματα
στο ουράνιο τόξο
την ώρα που θα περνάει
το τρένο από πάνω μας

 

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΠΙΑΝΟ

Το πιάνο στην εσοχή του τοίχου
κάτω από το παράθυρο
Εγώ με την ράχη στητή
Τα χέρια διατρέχουν την λευκή
κοιλάδα των ήχων
Το μαύρο φόρεμα γλιστρά απ’ τους ώμους
στην επιθυμία.

Μια λεπίδα φωτός διχοτομεί
την αριστερή κόρη του οφθαλμού,
καθώς τα δάχτυλα πετάνε με ταχύτητα
Στην άλλη άκρη του δωματίου
-κάπου στην μέση της κλίμακας-
ακούγεται το σφύριγμα του πλυντηρίου
να υπενθυμίζει ότι η πλύση
συντελέστηκε επιτυχώς

Ανοίγω την πόρτα:
Ένα τοπίο πορσελάνης και γυαλιού λάμπει
Μ’ ένα μαλακό πανί καθαρίζω
τους υδρατμούς του απογεύματος
-Το στιλβωτικό έκανε καλά την δουλειά του-
Μια σχεδόν καινούργια προοπτική
στο ξέφωτο του χρόνου με κοιτά κατάματα

Στο επόμενο ημιτόνιο,
ένα δάχτυλο εκτινάσσεται στον αέρα
η κλίμακα περιμένει

 

ΤΟΙΧΟΣ

Τοίχος σε καθιστικό
-δεν τρώγεται αλλά μπορεί
και να συμβεί-
είναι βαμμένος σε μια ώχρα κακιά,
που θυμίζει ίκτερο

Εκείνη καθότι ρομαντική
με ένα Stucco Veneziano,
ύστερα από χρόνια
τον κάνει να μοιάζει
με απόδραση στη Τοσκάνη

Να σας τρατάρω ένα κομμάτι,
θα σας ταξιδέψει όπως και ο Proust !
Έχει και φωτογραφίες πάνω του
από το τελευταίο ταξίδι περιφρούρηση
οικογενειακής ευτυχίας

– Θα ανέβει η θερμοκρασία απόψε,
το δήλωσε εκείνος και το δελτίο καιρού
Τον κόβει σε τετράγωνα
Τοίχος Επιδόρπιο προς ψύξη
Προσεχώς έχουν επέτειο φιλίας

 

ΒΑΖΟ

Έβγαλε ένα μεγάλο βάζο από το ντουλάπι
Τα χρυσάνθεμα την κοίταζαν λιγόθυμα
πάνω στο μικρό σεκρετέρ
αγορασμένο πρόσφατα
-σ΄ένα λευκό κρεμ ανγκλέζ-
Έπρεπε με κάθε τρόπο να επιζήσουν
όπως οι μεγάλοι έρωτες στις ιλουστρασιόν ταινίες

Το γέμισε με νερό,
τα τοποθέτησε ανάλογα με το ύψος τους,
σήκωσε μερικά απείθαρχα κεφάλια
και έκοψε όσα έφεραν αντίσταση.
Η δύση συνεργάστηκε δημιουργώντας
μια νεκρή σύνθεση σχεδόν ζωντανή
στο ημίφως

Ξάπλωσε στον καναπέ ακριβώς απέναντι,
η διάρκεια έχει να κάνει με την αντοχή σκέφτηκε
Τα χρυσάνθεμα συμφώνησαν
καθώς το επίχρισμα της γύρης
άλλαζε το χρώμα του τοπίου
μέσα στο σαλόνι

Μια έρημος, ένας άγγλος ασθενής
και ένα παράφορος έρωτας γεννιόταν
-στις δώδεκα ακριβώς μπροστά στη οθόνη-
Ναι, ο θάνατος θέλει να αντέχεις την ζωή,
ύστερα εκείνη κυλάει ήσυχα σε συνέχειες

 

ΕΝΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙ…

Ενηλικιώνεσαι ξαφνικά
όπως ακούγεται -το ασθενοφόρο σε δρόμο ταχείας κυκλοφορίας-
Το σώμα υπερίπταται ήδη
πάνω από την πόλη της αθωότητας
με το σφρίγος της γνώσης
Επιθυμώ
τώρα η σωστή λέξη
ως την στιγμή
που κάποιος θα σου δέσει πάλι τα κορδόνια
Παιδί
Με ψίχουλα στα χέρια
σημαδεύεις την διαδρομή
σαλόνι – κουζίνα
ψάχνεις την λέξη
για να πεις σ’ αγαπώ
Το βλέμμα καταγράφει την απώλεια-

Ο Όλυμπος έξω από το παράθυρο
συνεχίζει να σε προκαλεί

 

ΑΤΙΤΛΟ Ι

Γύρω σου κάστρα φωτισμένα,
πλανόδιοι δεξιοτέχνες να σε αλώσουν
καρτερούν
μα εσύ αγέρωχη, σαν το αρπαχτικό
που λεία οσφρίστηκε,
καμώνεσαι σαν την γλυκιά παρθένα
με σκέλια ανοιχτά

Στις παρυφές σου τώρα,
δάση αργοσάλευτα αποκοιμούνται,
έτοιμα, σε κάθε αχνιστή κραυγή σου
να ενδώσουν

 

ΑΤΙΤΛΟ ΙΙ

Αποδείξεις
κοστολογούν τις στιγμές
Ένα κολάζ
των κατά συρροήν εγκλημάτων
μετά θα σε αποκαθηλώσω
από τις λέξεις
όπως το καρφί από τον τοίχο

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΊΟΥ

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΕΥΧ. 111 /2017

Το σώμα ως όχημα Και ως δρομολόγιο

Υπάρχουν ποιητικά βιβλία τα οποία προσφέρουν γόνιμο έδαφος να μιλήσεις γι αυτά και πέραν του προφανούς. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι το Σώμα δρομολόγιο της Ειρήνης Ιωαννίδου, η δεύτερη μόλις ποιητική της συλλογή, σε απόσταση μάλιστα μιας εικοσαετίας από την πρώτη.
Ξεκινώντας από τον τίτλο, κι αν θέλουμε να αναζητήσουμε σε αυτόν κάποια ίχνη του περιεχομένου, οφείλουμε να σταθούμε στα σημαίνοντα των λέξεων που τον συνθέτουν: Σώμα και Δρομολόγιο. και να επισημάνουμε τη μεταφορική έννοια του σώματος και ως όχημα, αλλά και ως ένα δρομολόγιο, όπου το φαντασιακό συναντάται με το φυσικό-πραγματικό, σε μία διαρκή κίνηση. Ή ακόμη να χαρτογραφήσουμε τη διαδρομή του, από το ερωτικό σώμα σε ένα σώμα πιο συμβατικό, αυτό της μητέρας-νοικοκυράς, και αντίστροφα, με τούτη τη δεύτερη εκδοχή να υποβαθμίζεται, μιας και το ποιητικό υποκείμενο δείχνει να νιώθει άβολα στην πραγματικότητά της.
Ως πρώτη διαπίστωση, φαίνεται ότι τα σημεία αφής, τα άκρα, η γλώσσα, τα χείλη, το δέρμα γενικά, είναι η αφετηρία των αισθημάτων, ή αποτελούν προϋπόθεσή τους. Η Ιωαννίδου δείχνει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο με το σώμα, να αγγίζει πρώτα τα αντικείμενα ή τα υποκείμενά του –τους άλλους–, προκειμένου να φτάσει στον πυρήνα της ύπαρξής τους. Το τι σημαίνει ο άλλος ξεκινά από το τι σημαίνει η επαφή με το σώμα του, από το ποιές αισθήσεις δοκιμάζονται και ποιες κινητοποιούνται, μέχρι σε ποιο βάθος, ώστε να ανιχνευθούν, να αναταραχθούν, να βγουν στην επιφάνεια τα πιο αφώτιστα σημεία του άλλου. Μια προσέγγιση ωστόσο που μπορεί να αποσταθεροποιηθεί από διαφορετικές ερμηνείες.
Επειδή η Ιωαννίδου, τουλάχιστον καταγωγικά, μετέχει και αυτή στη μυθολογία του φύλου της: από τη γονιμότητα της αρχετυπικής Μητέρας Τροφού και την ερωτική βεβαιότητα της Αφροδίτης, από την αγνότητα της Αρτέμιδος μέχρι την πρωτόπλαστη λαγνεία της Λίλιθ.
Τούτη η πολλαπλότητα είναι που αντανακλάται στα ποιήματα αυτού του βιβλίου, και κρυσταλλώνεται στη μεταφυσική μιας μετουσίωσης, μιας αλληλομετάληψης των σωμάτων, μιας αλληλοκατοίκησής τους. Αλλά ακόμη και αν τον ορίσουμε (τον έρωτα) στην πιο ακραία του μορφή, το ανεξέλεγκτο πάθος, το στοιχείο της ιερότητας που υποβάλλεται, ως τελετή μιας Το οιονεί στοιχείο της ιερότητας που υποβάλλεται , ωσάν τελετουργία μιας θυσίας, καθώς τα σώματα αλληλοσπαράσσονται, γίνονται κομμάτια σάρκας και γεύση αίματος, υπαγορεύει και έναν άλλο τρόπο ανάγνωσης.
Διαβάζουμε:
Εγώ/μικρές μπουκιές/αμάσητα φιλιά/να κατεβαίνω στο λαιμό/[…]Με καταπίνεις/Σε κατοικώ. Και αλλού: Να κατασπαράξουμε/Να φάμε σάρκες/
Εγώ θα σου χαρίσω τα χέρια μου/αιμοσταγή[…]
O φόβος περισσεύει, διαβάσουμε σε άλλο σημείο. Να ένα ακόμη συναίσθημα που έρχεται να προστεθεί στη γυναικεία πολλαπλότητα, στην μαιανδρική πορεία ενός δρομολόγιου όπου οι πιο ανοίκειές στάσεις του είναι το ίδιο το σώμα. διαφορετικά: Είτε ως κυνηγός είτε ως θήραμα, η ποιήτρια μετέχει στο ίδιο κυνήγι. Γλείφοντας τις πληγές του άλλου, πληγές που η ίδια προκάλεσε, μαρτυρώντας παράλληλα το μαχαίρι του άλλου στα βάθη της. Όμως ποιός είναι ο άλλος, που και για εκείνον είμαστε άλλοι; Πρόσχημα της ανάγκης τάχα, αλλά και πραγματική παρουσία; Σωματικός ερεθισμός, αλλά και συνθήκη της φαντασίωσης; Η μέθεξη που προφυλάσσει από την ύβρη; αλλά και η βέβηλη διείσδυση της φύσης του στην υποκείμενη φύση; Τούτη η διαλεκτική, που ορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού δύο σωμάτων, παραμένει, ωστόσο, αμήχανη μπροστά στην επόμενη στιγμή., τη στιγμή των φοβικών ερωτημάτων: Και τώρα που τέλειωσε η επιθυμία / τί προς βρώση; Τα οστά μήπως;,
Είναι προφανές ότι, καθώς το σώμα δοκιμάζεται μέχρι, ή πέρα από τα όριά του, εισέρχεται σε έναν χώρο γεμάτο μεταβλητές, όπου τα παραπάνω ερωτήματα φαντάζουν άτοπα. Η «επόμενη στιγμή», όταν η επιθυμία τελειώνει και κατασιγάζει η έξαψη, είναι η στιγμή όπου ο άλλος μεταβάλλεται σε τέρμα της διαδρομής, το σώμα του νοείται πλέον απλώς ως φαινόμενο, αφού η ουσία του έχει μεταληφθεί και έχει ήδη εκμηδενιστεί μέσα στον πόθο.
Υπάρχει, ωστόσο, η ίδια η ποίηση, η ίδια η πράξη της γραφής και οι δυνατότητές της. Σε τούτες τις δυνατότητες ασκείται η Ιωαννίδου, επιδιώκοντας να ελαχιστοποιήσει την απόσταση που χωρίζει τη δεδομένη εκφραστική της ανάγκη από τη μετουσίωσή της σε ποίηση. Τότε που οι λέξεις επιχειρούν να σφετεριστούν το κενό ανάμεσα στην τεντωμένη χορδή και τη χορδή που χαλάρωσε μετά την εκτόξευση του βέλους. Ή τότε που αναμετριέται το βλέμμα με αυτό που αρνείται να δει, παρά μονάχα φαντασιώνεται στον καθρέφτη, και το περίγραμμα αποσύρεται για χάρη ενός μεσσιανικού, θα έλεγα φετιχισμού. Για χάρη μιας παιδικής μπούκλας ή ενός φτερού παγωνιού, για χάρη μιας κόκκινης ζακέτας: Την έχω χρόνια αυτή την κόκκινη ζακέτα […] Ξυπνάω και κοιμάμαι μαζί της […] Μόνο τώρα τελευταία πρόσεξα κάτι κόμπους μικρούς, ανεπαίσθητους […]
Όμως, όσο και αν το περίγραμμα αποσύρεται, ο χρόνος αρνείται να αποσυρθεί. Ο δαίμονας της επιθυμίας που μεσιτεύει είναι πρόκληση και ειρωνεία μαζί. Καθώς ξετυλίγεται το ποιητικό νήμα που συνδέει τα θραύσματα της μνήμης με το επισφαλές, διαπιστώνεις οι μικροί, ανεπαίσθητοι κόμποι της αρχής, γίνονται ολοένα πιο εμφανείς, ολοένα και περισσότεροι, και πια δεν μπορείς να τους αγνοήσεις. Το σώμα που φλέγεται να υπάρξει, το σώμα που ενδίδει κι εξημερώνεται, το σώμα που εξακολουθεί να πεινάει, όσο και να ξορκίζει τον χρόνο, θα ακολουθήσει το δρομολόγιό του. Προς εκείνο το μη μετρήσιμο […] / καθόλου κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν / μόνον ως ύπαρξη / της οποίας ουκ έσται τέλος.
Προσπάθησα, να τοποθετήσω το Σώμα δρομολόγιο σε ένα στοχευμένο πλαίσιο. Ίσα-ίσα για να δείξω ότι το σώμα δεν είναι ένας τόπος κοινός αλλά ένα τοπίο άγνωστο, που η εξερεύνησή του, και η οικείωσή του, είναι εξίσου δύσκολη, αν όχι αδύνατη, με την εξερεύνηση του μέρους εκείνου του ανθρώπινου ψυχισμού που ο Φρόυντ ονομάζει «Id – το Εκείνο», και βρίσκεται στο ασυνείδητο μέρος του νου. Στο πιο σκοτεινό και απρόσιτο κομμάτι της φύσης μας, αυτό που προέρχεται από τα ένστικτα και παράγει τον αγώνα για την ικανοποίησή τους. Έναν αντίστοιχο αγώνα, αγωνιά να μετασχηματίσει σε γλώσσα η Ιωαννίδου, μέσω μιας διαδρομής από το σώμα προς το πιο κρυφό της σημείο, -το σώμα της-, και κυρίως: μέσω μιας ποιητικής κατάθεσης που αναζητά τα μονοπάτια της φυγής, από την αρχή της πραγματικότητας προς μια αρχή ανάλαφρη, όπως μας λέει η ίδια, σαν παιδική υδατογραφία.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

vakxikon

Καταφύγιο πυρπολημένο
το μισό πρόσωπο
τοπίο εντός των τειχών

Η διαδρομή έξω από τα τείχη αποπειράται το βράδυ. Ιεροτελεστία λεπτομερειακά περιγραφόμενη σε λειτουργική θέση εισαγωγής με κατάληξη την ανθολόγηση ποιημάτων πάνω σε σάρκα.

Στην άκρη του δωματίου / σε βλέπω να με τρως / Εγώ / μικρές μπουκιές
/ αμάσητα φιλιά / να κατεβαίνω στο λαιμό /
Ποιήματα ανθολογούνται τώρα / πάνω στο σώμα σου

Καμία τελεία δεν διακόπτει τη ροή των 45 ποιημάτων παρά μόνο στο ποίημα “Τζοκόντα” που σκαλώνει στον στίχο

Στο κομοδίνο, ένα ποτήρι με γάλα κάθε βράδυ /
σου σκοτώνει τις σκέψεις.

Η ποιήτρια περιγράφει στιγμές καθημερινής εξοικείωσης αλλά και εξόντωσης με τα αντικείμενα του σπιτιού και τις κινήσεις του σώματος, αιωρούμενη συχνά μέσα σε δύο χώρους. Ο εσωτερικός χώρος προεκτείνεται κι ο εξωτερικός περιβάλλεται, συνέχονται κι αλληλοφωτίζονται μέσα σε λέξεις που γεννούν εικόνες

Πέφτει σκοτάδι / Τώρα το πλατύσκαλο φαντάζει χάρτινο
/ Αιωρείσαι / φιγούρα ανυπόστατη / στο φύσημα του ανέμου

Με ύφος άλλοτε επιτακτικό, άλλοτε αποφθεγματικό η Ειρήνη Ιωαννίδου στην ποιητική της συλλογή μοιάζει με την θεατρική εκείνη persona που στέκεται στο ημισκότεινο σημείο της σκηνής πίσω από τους ανθρώπους ηθοποιούς και τους ψιθυρίζει χαμηλόφωνα εκκωφαντικές αλήθειες, τόσο της ημέρας όσο και της νύχτας, μιας ζωής που θυμίζει θεατρική παράσταση. Με διάθεση περιπαιχτική προσεγγίζει την τραγικότητα της όποιας αλήθειας κάθε σπιτιού και κάθε σχέσης.

Δεν χρειάζεται θόρυβος σε αυτό το σπίτι /
Δεν στήνεται έτσι ένα σπίτι / Οι ένοικοι απουσιάζουν /
(όπως συνήθως γίνεται) / Δεν έχει σημασία να περπατάς στις μύτες /
να κλείνεις την πόρτα, ενώ πλένεις τα πιάτα /
Αυτό που πρέπει είναι να καταπίνεις λόγια / σοκολατάκια—

Οι λέξεις έχουν την διαδρομή τους στο ποιητικό δρομολόγιο της Ειρήνης Ιωαννίδου, επαναλαμβάνονται πολλάκις στα ποιήματα προφανώς επειδή έφτασε η στιγμή τους να παραστούν εκτός του ασφαλούς (βασανιστικού ωστόσο) πεδίου μιας χρόνιας σιωπής με αλυσίδες σε λαιμό και πόδια

έτσι είναι η ζωή / δεν γλιστράνε τα βήματα / αλυσίδες σέρνουν /
χλιμιντρίζουν μόλις τεντωθεί το σχοινί

Η διαδρομή γίνεται αντιληπτή αν την παρατηρήσει κανείς, σαν το τρίτο μάτι που παραμένει εσαεί άγρυπνο ακόμη κι όταν ο άνθρωπος κοιμάται. Πρώτα η παραδοχή της πληγής, κατόπιν η επούλωση. Η εσωτερική φωνή γίνεται λέξη και οι συλλαβές στόμα που άλλοτε καταπίνουν άλλοτε ξερνάνε την πικρή γεύση της ζωής

Παράξενο πράγμα η επούλωση / με ένα τσάι και μια κουταλιά δάκρυα /
Οι λέξεις γνωρίζουν να κολυμπούν / κι ας μην σώζονται

Με την συλλογή αυτή των εκδόσεων Σαιξπηρικόν η ποιήτρια μας συστήνεται σε 45 διαδρομές σταυροβελονιά με σώματα και στόματα μπερδεμένα, με την ίδια όμως πάντα φωνή στο ημισκότεινο σημείο της σκηνής να μουρμουρίζει ακατάπαυστα πως όλα τα υψηλά σαρκικά πάθη στο πέρας τους στο ίδιο σημείο καταλήγουν

Όμως, το δέρμα και στάχτη να το κάνεις / από τα περιγράμματα πάντα θα διαρρέει /
θα ματώνει, όπως το δάχτυλό σου στα κεντήματα
που τα χαράματα στις τέσσερις / τα ξηλώνεις και τα ξανακεντάς /
κάθε φορά με άλλο χρώμα στην κλωστή.

Όσο κι αν αλλάζουν τα χρώματα στις ανθρώπινες επαφές και στις υπαρξιακές διαδρομές, όσο και αν ο εραστής/ερωμενη ορέγεται την πολυγλωττία της επιθυμίας και του πάθους, η αρχή επιφέρει το τέλος ενώ στο πίσω μέρος των backstage η σφαγή δηλώνει την παρουσία της χωρίς φώτα και προβολείς

Ερώτων αρχή, ερώτων τέλος
[…]
γιατί το κρυφόν
ουδέν φανερότερον του φανερού
και η σφαγή παρούσα και αμετάκλητη.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

TUGÇE TEKHANLI – ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

1-ΒΙΒΛΙΟ

 

Ποιήματα δύο νέων ποιητών, της Τουρκοκύπριας Τούγτσε Τέκχανλι και του Ελληνοκύπριου Αντρέα Τιμοθέου, που βραβεύτηκαν σε δικοινοτικό διαγωνισμό για νέους ποιητές τον οποίο διοργάνωσαν η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου και η Ένωση Τουρκοκυπρίων Καλλιτεχνών και Λογοτεχνών.

 

 

Η Τούγτσε Τέκανλι γεννήθηκε στην Λευκωσία το 1990. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Διερμηνείας και Μετάφρασης στην Αγγλική του Πανεπιστημίου Χατζέτεπε. Ποιήματα της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά στην Κύπρο, την Τουρκία και τη Γερμανία. Συμμετείχε στο Διεθνές
Φεστιβάλ Νέων Ποιητών, το οποίο διοργανώθηκε από το Ιδεόγραμμα. Ασχολείται με το θέατρο και τον χορό.

Ο Αντρέας Τιμοθέου γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1990. Σπούδασε με υποτροφίες, Επιστήμες της Αγωγής και Διδακτική του Γλωσσικού Μαθήματος, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και μία συλλογή διηγημάτων. Ποιήματα και διηγήματά του μεταφράστηκαν σε αρκετές γλώσσες και δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες.

 

 

Τούγτσε Τέκχανλι/ Tuğçe Tekhanlı  

 

ΗΜΟΥΝ ΣΤΑ ΒΑΘΙΑ
ΠΕΙΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ

 

ME TON BAN ΓΚΟΓΚ ΣΤΗΝ ΕΝΑΣΤΡΗ ΝΥΧΤΑ

είσαι μια νύχτα με έντεκα αστέρια
το κυπαρίσσι… τα μαλλιά της θεάς
στο πλάι

βυθίστηκα στη δίνη του μυαλού σου και
στο στόμα σου περιπλανήθηκα

τα υπόλοιπα είναι ψευδαισθήσεις του ζωγράφου

 

TO ΠΑΛΕΥΩ

επίτηδες
ψάχνω τα πράγματά μου σε λάθος βεστιάριο
αν ο λαιμός μου δεν ενοχληθεί, δεν ζητώ το κασκόλ μου

αν μου διαβάσεις μια δημηγορία
αν χάσεις τα λόγια σου
ή αν έχεις στο πρόσωπο σου μια γκριμάτσα,
τότε δεν φεύγει η Οφηλία

 

ΒΡΕΓΜΕΝΟΙ

 

Ι

μια χελώνα είμαι που δεν μπόρεσε
να αποφύγει την κούραση της υπομονής

εσύ, τα πορτοκαλί ψάρια που τόσες φορές χάιδεψα
στον πάτο εκείνης της τεχνητής λίμνης με τα φύκια

 

ΙΙ

στα χέρια μου σταματάει για λίγο η γύμνια σου
ανάρμοστα ένστικτα πέφτουν από το συρτάρι
και από το αλάτι εσύ/εγώ

 

III

τις ρωγμές της καρδιάς μου γέμισέ τες σε έναν καμβά
τώρα

η θλίψη δεν έχει εγκατασταθεί

μην ξεχάσεις τα πτερύγιά μου

 

AN ΓΝΩΡΙΖΕ Η ΠΕΤΡΑ TON ΕΡΩΤΑ

εξοργίζομαι

τα πόδια μου
ταράζουν τον βαθύ ύπνο της πέτρας
τη σπρώχνουν στην ακτή, σε κάτι που μοιάζει με λίμνη

λένε ότι εκεί υπάρχει κάποια
που τον αγκαλιάζει ασταμάτητα

υπάρχει κάτι· λάθος γνωρίζουν
αν ο ρυθμός της μουσικής είναι προβλέψιμος,
αυτό το λέμε «αφοσίωση στα λόγια»

πάντα η ίδια χλιαρότητα
και εάν αποτραβηχτεί θα γυρίσει αναγκαστικά, λένε,
και θα αγγίξει την πέτρα στην ακτή της

ήμουν στα βαθιά
πολλές φορές είχα πειστεί για το αντίθετο·

αν η πέτρα γνώριζε τον έρωτα θα αγαπούσε την ψύχρα
αν μη τι άλλο, θα πολλαπλασιάζονταν τα νεογιλά δόντια
στο στόμα των πουλαριών

εκείνος ο κολπίσκος δεν είναι δικός μου, εκείνη η ακτή
μην τα ανακατεύετε

δεν μαζεύεται χιόνι στο σβέρκο της πέτρας

 

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

ήταν θρασύς

λες και διαπερνώντας τον ουρανό
θα έμπαινε μέσα μου

παρατήσαμε για μια στιγμή

ξεθώριασε το ύψος του ώμου μας

μια ατελής καμπύλη
που μείναμε να την επαναλαμβάνουμε στον εαυτό μας

 

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΥΝΟΥΣΙΑ

η πλάτη σας πώς μπορεί και δείχνει
ότι κοιμάστε μόνοι
μετά από μια συνουσία
αμέσως πριν στο μπαλκόνι

εγώ
ακόμη και το να ντυθώ μπροστά σας
το θεωρούσα αγκάλιασμα με κάποιον
τώρα μπαίνω μέσα σε ένα τσουβάλι
πρέπει να καταφέρω να περπατήσω έτσι μέχρι να βγω από την πόρτα
έτσι κι αλλιώς δεν θα με έβλεπε κανείς αν κυλούσα από τις σκάλες

πριν χρόνια είχα πει σε κάποιον:
μην κοιτάξετε στην κατεύθυνση που πηγαίνω
μαζέψτε με από τα μέρη όπου πέφτω
ο άνθρωπος είναι εκείνες τις στιγμές που θέλει πιο πολύ
κάποιον να τον μαζέψει
αφού πέσει από το κλαδί του

καθώς σκόνταφτα στις πέτρες των προσώπων σας
θυμήθηκα·
πριν λίγο χάιδεψα την πλάτη σας
με την άκρη των μαλλιών μου

το λουρί είναι κάποτε τα ίδια τα μαλλιά του, του ανθρώπου
καστανό και με λεπτές τρίχες

 

ΚΡΕΜΑΣΤΟ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙ

θα βάλω τα κρεμαστά μου σκουλαρίκια σήμερα
γιατί πρέπει να κρεμαστεί κάτι από μένα στο έξω μου
αυτά θα πουν
αυτά να ρωτήσουν
τη φωνή που δεν κατάφερα να βγάλω σε σένα

μήπως αρχίζει από τα σκουλαρίκια
η αίσθηση ότι δεν φτάνεις κάτι
σε ένα ακίνητο λαιμό για παράδειγμα

 

ΠΕΤΟΝΙΑ

 

Ι

το ψάρι μένει να κρέμεται με την υπνηλία του
στην πετονιά
η αιχμαλωσία του μετράει για κατόρθωμα

εγώ δεν μπορώ να το δω έτσι

 

II.

ενώ τα πρόσωπα είναι μια αμελητέα ανάμνηση στους δρόμους
τα αμάξια με άφησαν χωρίς απαντήσεις

 

III.

πρέπει κι εγώ να βυθιστώ στην περισυλλογή ενός τζαμιού
υπάρχει άραγε κάποιος που θα καταλάβει καλύτερα την ομίχλη μου
και θα αναλάβει την ευθύνη για το έγκλημα;

 

IV.

θα έλεγα ότι με πρόσβαλε αυτός ο κόσμος
αν έμενε ένα κομμάτι μου που να μπορεί να μιλήσει

 

 

Αντρέας Τιμοθέου

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΓΕΝΝΗΣΗ

Με γέννησε
γενεά προηγούμενη
γυναίκα λεβαντωμένη
γυναίκα μυρωμένη
γυναίκα.
Μ’ έναν σπασμό μουσικής
με έφερε στον κόσμο
και μου τραγούδησε
να ’χω υπομονή
και μου φόρεσε ανθούς
να έχω χάρη
και να προσέχω μου ‘τάξε
μια αγάπη.
Με γέννησε ένας στεναγμός
κι ένα χαμόγελο,
η ανάσα και η ματιά σου.
Με τούτα γεύτηκα τον κόσμο.

 

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Οι ποιητές,
τα χαρακώματα της κοινωνίας,
οι κοινωνοί του κενού
οι μυημένοι της απώλειας,
δεν έπαψαν ποτέ
να μαρτυράνε εκείνη την πρώτη πληγή.
Σιωπούν μέσα στους στίχους
τις φωνές που πνίγονται κι όλο μεγαλώνουν.
Πλάθουν καταφύγια αθόρυβα.
Μεριμνάνε
για τα αρπακτικά που κουβαλούν.
Τεκμήρια, οι λέξεις τους…

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Στην ποιήτρια Ναδίνα Δημητρίου

Το σπίτι μονάχα «θύμιζε»…
Ένα ρήμα που την πρόδωσε
μα εκείνη ακόμα χαμογελούσε.
Οι λέξεις της σκόρπιες μέσα στο σπίτι,
δίπλα απ’ τα πορτρέτα και τους πίνακες.
Οι στίχοι της κρεμάμενοι δίπλα στις κουρτίνες
να αντικρίζουν το φως,
ν’ αναγνωρίζουν το αύριο ερήμην της,
μα πάντα εντός της.
Το σπίτι μονάχα «θύμιζε»…
Το πέρασμα των εποχών και των ανθρώπων.
Ένα κομμάτι παρελθόν
διακοσμητικό στοιχείο σπάνιο των ημερών
σε όλους τους χώρους…
Μαρτυρούσε, πιο πολύ τα δειλινά θαρρώ.
Αιφνιδίαζε τις σιωπές, κατοχύρωνε τις σκέψεις.
Το σπίτι μονάχα «θύμιζε»…
Την περασμένη αίγλη του
που κατοικεί ολόκληρη
στις ανατολές της αγάπης του
φοβούμενο τη δύση.
Το σπίτι μονάχα «θύμιζε»…
Μα τώρα πια δεν είχε και τόση σημασία.
Στα μάτια της χαραγμένη η ευλάβεια του ποιητή
και στα χέρια οι κόσμοι που τώρα ζούσε…

 

Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ

Υπάρχουν κι απ’ την άλλη πλευρά ποιητές.
Υπάρχουν κι απ’ την άλλη πλευρά
άνθρωποι που ζήσαν τον ξεσπιτωμό,
που είδαν να μεγαλώνει τ’ άδικο
μες στους κροτάφους τους,
που γέρασαν μέσα σε σπίτια ξένα
με μνήμες μιας άλλης γης.
Υπάρχουμε κι εμείς γι’ αυτούς,
η άλλη πλευρά.

 

ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Τις Κυριακές του χειμώνα
πετάω το σώμα μου
απ’ τα πλεκτά του ρούχα.
Οι κόμποι γίνονται ένα δοχείο διαδρομής
και μοτίβα διαλεκτών υαλικών
ιταλικής προέλευσης, κατά προτίμηση.
Παραδίδεται το σώμα
σε μια καταδικαστέα νοσταλγία
κι αναζητά τον χρόνο,
τον χρόνο που ήταν πάντα λίγος.
Τις Δευτέρες, ως διά μαγείας,
το σώμα επανέρχεται οικειοθελώς
μου ψιθυρίζει αναγεννημένο
τα χατίρια της άνοιξης…
Ευγνώμων, προσδοκώ.

 

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΑΠ’ ΤΗ ΣΡΙ ΛΑΝΚΑ

Κοίταζαν κι οι δυο στο κενό.
Η μια τη ζωή που άφησε
η άλλη τη ζωή που έχανε.
Σχεδόν αδιάφορη η μεταξύ τους παρέα
σχεδόν ανέγγιχτα τα χέρια του βραδινού περιπάτου.
Τα χέρια που τη σήκωναν, την τάιζαν, την έπλεναν.
Τα χέρια που της άναβαν το κερί
τις Κυριακές στην εκκλησιά,
σε απλήρωτες υπερωρίες.
Τα ίδια χέρια που θα της άλλαζαν τις πάνες
στις δύσκολες μέρες.
Τα χέρια που λάμβαναν
σ’ έναν καθωσπρέπει φάκελο εξιλέωσης
μια μηνιαία οφειλή, στα γηρατειά.
Τα χέρια που θα της έκλειναν
κάποιο ξημέρωμα τα μάτια.

 

ΕΞΙΛΕΩΣΗ ΑΓΑΠΗΣ

Καθάρισα την ξύλινη καρέκλα σου με ανθόνερο,
όπως καθαρίζαμε τότες
τα εικονίσματα των Αγίων.
Σε ρωτούσα γιατί
και μου απαντούσες «από αγάπη».
Από αγάπη και τώρα…
μοιάζει να ‘ναι ο μόνος ήχος πίσω σου,
ο μόνος αντίλαλος φωνής στο βουβό σου σπίτι…

 

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Το δέντρο σου δεν στόλισα
τούτα τα Χριστούγεννα.
Τα στολίδια απ’ το Έσσεξ
και τους κόσμους που με ταξίδευες
κλαίνε μονάχα στην αποθήκη
παρέα με τον σκόρο.
Μα προνοώ ακόμα
για τα λουλούδια της αυλής και τα υπάρχοντά σου.
Προνοώ και το καντήλι σου,
πάντα μετά τη βροχή.
Υπόσχομαι να προλαβαίνω.

 

Μεταφράστρια τουρκικών κειμένων: Μαρία Σιακαλλή
Μεταφραστής ελληνικών κειμένων: Ahmet Yikik

Επιμελητής ελληνικών κειμένων: Λευτέρης Παπαλεοντίου
Επιμελητής τουρκικών μεταφράσεων: Γκιουργκέντς Κορκμάζελ

 

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Τούγτσε Τέκχανλι – Αντρέας Τιμοθέου

Δυο κατασταλαγμένες νεανικές φωνές

«Ο Φιλελεύθερος» 4/12/2017

«Ποιήματα», έκδοση ΕΛΚ, 2016.

Η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου και η Ένωση Τουρκοκυπρίων Καλλιτεχνών και Λογοτεχνών, εδώ και πολλά χρόνια, συνδιοργανώνουν δικοινοτικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς ανάμεσα σε Ε/κ και Τ/κ νέους δημιουργούς. Τα τελευταία χρόνια τα βραβευμένα έργα εκδίδονται και σε βιβλία. Έτσι προέκυψαν τρεις αξιόλογες εκδόσεις με ποιήματα των Σενέμ Γκιοκέλ και Μαρίας Σιακαλλή το 2012, με διηγήματα των Μεχμέτ Αράπ και Σωτηρίας Κ. Βασιλείου το 2014, και με ποιήματα των Τούγτσε Τέκχανλι και Αντρέα Τιμοθέου το 2016, τα οποία και παρουσιάζουμε με το παρόν σημείωμα.

Λίγα λόγια αρχικά για τα κοινά στοιχεία των δύο διακριθέντων δημιουργών. Η βραβευθείσα Τούγτσε Τέκχανλι και ο βραβευθείς Αντρέας Τιμοθέου έχουν την ίδια ηλικία. Αμφότεροι γεννήθηκαν το 1990. Στα ποιήματα και των δύο είναι ευδιάκριτη η προσπάθεια για νεωτερικές προσεγγίσεις, ενώ η ερωτική θεματική κατέχει δεσπόζων ρόλο. Άλλο κοινό χαρακτηριστικό είναι οι υπαρξιακές αναζητήσεις και οι φιλοσοφικού περιεχομένου προβληματισμοί. Η δε σύγχρονη ιστορία της πατρίδας μας δεν αφήνει αδιάφορους τους δύο νέους δημιουργούς.

Η Τ/κ ποιήτρια Τ.Τ. συνδυάζει το ερωτικό με το υπαρξιακό στοιχείο έχοντας συνάμα κι ένα ευρύτερο φιλοσοφικό υπόβαθρο: «Πήγαινέ με στην αυλή σου / πριν ξεριζωθούν τα αγριόχορτα / δείξε μου / τα πέριξ του λόγου σου / χωρίς να σκεφτείς το κουσούρι / βρες την απομόνωσή μου / οδήγησέ την στο ποτάμι σου /αδιάκοπα και με διάρκεια». (σελ. 17)
Ο Αντρέας Τιμοθέου, παρά το νεαρό της ηλικίας του, προβάλει ως δημιουργός με κατασταλαγμένες αισθητικές στοχεύσεις, με αποκρυσταλλωμένες αντιλήψεις περί ποιητικής, με διαύγεια και διακηρυκτικούς τόνους, με οικονομία λόγου και νοηματική πυκνότητα: «Ήμερα να πέφτουν οι λέξεις / απ’ τα σώματα. / Το φως να είναι φως. / Ο ουρανός να είναι ουρανός. / Η μήτρα να είναι μήτρα. / Το χάδι να είναι χάδι. / Και ο θάνατος σιωπή / και ο έρωτας, πάλι σιωπή να είναι… / Να ξορκιστούν τα στόματα / ν’ αναστηθούν οι λέξεις…». (σελ. 58)

Η Τ.Τ. μιλά για τα πηγάδια, χρησιμοποιώντας τα ως το αρνητικό αλλά εμβληματικό σύμβολο της σύγχρονης πικρής ιστορίας της πατρίδας μας. Τα πηγάδια, ένα σύμβολο που αξιοποίησαν αρκετοί ποιητές μας, Ε/κ και Τ/κ, με πρώτο διδάξαντα τον Χρίστο Χατζήπαπα: «Ο λαιμός σου / αρνείται να αγαπηθεί / σε εξαφανισμένα λεωφορεία αναπνέουν / τα μάτια σου που γέμισαν αμφιβολία / τραβάω και βγάζω / το έγκλημα από τα πηγάδια σου». (σελ. 38)

Από δικής του πλευράς ο Α.Τ. επιδεικνύει αξιοσημείωτη πολιτική ωριμότητα, που εκφράζεται με διαυγείς, εύστοχους και βαθιούς στίχους. Ο νέος ποιητής κοιτάζει και στην αντίπερα όχθη με τα δικά της μάτια: «Υπάρχουν κι απ’ την άλλη πλευρά ποιητές. / Υπάρχουν κι απ’ την άλλη πλευρά / άνθρωποι που ζήσαν τον ξεσπιτωμό, / που είδαν να μεγαλώνει τ’ άδικο / μες στους κροτάφους τους, / που γέρασαν μέσα σε σπίτια ξένα /με μνήμες μιας άλλης γης». (σελ. 68)
Γενικά, οι στίχοι της Τεκχανλί χαρακτηρίζονται από αξιοπρόσεκτη διεισδυτικότητα και ωριμότητα. Η ποίησή της έχει δύσκολα κλειδιά, που κυρίως παραπέμπουν στον έρωτα και σε ό,τι αυτός διεγείρει, εξάπτει, προκαλεί και επιφέρει.

Ούτε οι φιλοσοφικοί στοχασμοί λείπουν από την ποίηση της Τ.Τ. Πχ διαθέτει τη βαθύτητα να υμνήσει την αξία των μικρών και ταπεινών πραγμάτων. Και κυρίως τη χρησιμότητα τους για τα μεγάλα και τα σπουδαία: «από τα χόρτα έμαθα πώς να κρατιέμαι / από τις σχεδίες των μυρμηγκιών πώς να μη βυθίζομαι». (σελ.26) Συχνά η νεαρή ποιήτρια διαλογίζεται με τον εαυτό της. Λίγες σελίδες παρακάτω, με το ίδιο υπαρξιακό υπόστρωμα αλλά περίπου και τα ίδια σύμβολα, θεματοποιεί την ανάγκη του ανθρώπου για ανέλιξη, εξέλιξη, άνοδο, εξύψωση, πρόοδο: «Τα χορτάρια στα οποία ξάπλωσες με εμπιστοσύνη / δεν μπορούν να σε κρατήσουν όσο ο κισσός». (σελ.31)

Από την άλλη, ο Α. Τιμοθέου χαρακτηρίζεται επίσης τόσο από την ευρύτητα των θεματικών του, όσο και από την πολυποικιλότητα των συμβολισμών που αξιοποιεί. Συχνά τους στίχους του διαπνέει και μια γεύση ανατρεπτικότητας. Πχ αναδομεί ένα αφήγημα από την Παλαιά Διαθήκη και του δίνει άλλη διάσταση, άλλη δυναμική και άλλη προοπτική: «Ο Αδάμ συνωμότησε με το φίδι, / του χάρισε ένα κομμάτι απ’ τη μέση της Εύας / και γι’ αντάλλαγμα πήρε ένα μήλο. / Η Εύα δεν το κατάπιε ποτέ / μα προνόησε με αυτό για τη νέα εποχή. / Το μοίρασε στα δυο / κι απέκτησε δυο ολοκόκκινα στήθη / έτσι έγινε τροφός και μητέρα της ηδονής». (σελ. 80)

Ο Α.Τ. γράφει όμως και ποίηση με ευρύτερα ουμανιστικά, κοινωνικά μηνύματα και νοήματα ευαισθησίας και αλληλεγγύης. Ενδεικτικά αναφέρω το ποίημα «Το κορίτσι απ’ τη Σρι Λάνκα» (σελ. 82) από τις καλύτερες στιγμές ολόκληρου του βιβλίου.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Αλεξανδρα

 

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου και ζει. Εργάστηκε ως καθηγήτρια αγγλικών. Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν πρώτη φορά στο περιοδικό «Διαγώνιος» το 1983 και έκτοτε σε διάφορα έγκυρα περιοδικά. Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα οκτώ ποιητικές συλλογές Ποιήματά της μεταφράστηκαν στα αγγλικά, στην έκδοση: «Lovers and Lairs. Poems from the Greek», μετ. Richard Scorza (Samkaleen Prakashan, New Delhi, 1992).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

(2012) Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων, Σαιξπηρικόν
(2009) Ηδονή και εξουσία, Μεταίχμιο
(2005) Πεδίο πόθου, Μεταίχμιο
(2000) Παρακαταθήκη ηδυπάθειας, Εντευκτήριο
(1997) Μαυλιστικά, Μπιλιέτο
(1994) Θείο κορμί, Διαγώνιος
(1992) Lovers and lairs
(1990) Το γυμνό ζευγάρι, Διαγώνιος
(1984) Ανοικτή γραμμή, Διαγώνιος

 

 

ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΗΜΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ (2012)

 

ΤΟ ΚΡΗΣΦΥΓΕΤΟ

Στο δωμάτιό σου που κάναμε έρωτα
κυριαρχούσε ένα σκούρο, καφέ χρώμα,
από τη μοκέτα, τα έπιπλα, τα σκεπάσματα.
Σχετικά σκοτεινά ήταν,
γιατί όταν μπήκα-απομεσήμερο, τέλη Μαΐου-
είχες ήδη κατεβάσει τα ρολά,
και οι κουρτίνες μπροστά στα παράθυρα
δεν άφηναν κανένα φως.
Σαν σκοτεινή σπηλιά και κρησφύγετο κολασμένων
έμοιαζε το δωμάτιό σου,
σε συνδυασμό με την ηδονή στο κρεβάτι.
Μετά, όταν κατέβηκα στο δρόμο
και περπάτησα αρκετή ώρα,
το δυνατό και διάχυτο φως του Μαΐου,
η πανδαισία των χρωμάτων παντού,
και η ζεστή ατμόσφαιρα
που τόσο ταίριαζε με τη διάθεσή μου

 

 

Η ΠΡΟΒΑ

Στο θίασο που έκανε πρόβα για τη θεατρική παράσταση
ο σκηνοθέτης συχνά επαναλάμβανε
στους ηθοποιούς του:
«Άμεσα βγάλτε έξω τον πυρήνα των συναισθημάτων,
άμεσα εκτεθείτε.»

Σκέπτομαι:
Ό,τι εξουθενωτικά ζητάει κι η ποίηση,
τον απόκρυφο εαυτό σου να εκθέτεις,
μέχρις εσχάτων.

 

 

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Στη συνάντηση της παρέας στο υπαίθριο μπαρ
ήρθε περιποιημένη, μακιγιαρισμένη.
Ήταν σούρουπο και πριν πέσει εντελώς ο ήλιος,
ζήτησε από τον φίλο που στεκόταν δίπλα μου
να την φωτογραφίζει.
Όχι τόσο επειδή τον φλέρταρε,
αλλά με έναν εσωστρεφή ναρκισσισμό
που εκείνη τη στιγμή διόλου δεν κρυβόταν,
συνέχεια του ζητούσε να τη φωτογραφίζει,
στρέφοντας με ωραιοπάθεια το κεφάλι της
σε κάθε στάση, χαμογελώντας ελαφρά.
Την ήξερα: ώριμη στην ηλικία
και με συναισθηματικά αδιέξοδα.
Πλάνταζε να αρέσει, να αγαπηθεί, να ζήσει.
Με συγκατάβαση έκρινα αυτό το ξέσπασμα
του ναρκισσισμού της,
με συγκατάβαση για τον φόβο, την απελπισία της
από τη φθορά του χρόνου.

 

 

ΣΥΓΧΡΩΤΙΣΜΟΣ

Δεν περιφρονώ την πεζή καθημερινότητα.
Μέσα στο συγχρωτισμό με τον κόσμο
για δοσοληψίες και πρακτικά ζητήματα,
διακρίνεις τακτικές, ελιγμούς, σχέσεις εξουσίας.
Από την πεζή καθημερινότητα
καταλήγεις σε συμπεράσματα και πικρές αλήθειες.

 

 

ΦΑΝΕΛΑΚΙ

Έγειρα στην αγκαλιά σου
και το φανελάκι σου μοσχοβολούσε,
καθαρό, φρεσκοπλυμένο ρούχο.
Η μυρωδιά του μου άναψε τις αισθήσεις.
Και η αγάπη μας ανθηρή, πεντακάθαρη είναι
χωρίς σκιές και ραγίσματα.
Δοσμένοι ο ένας στον άλλο,
τη λαμπρότητα της αγάπης μας απολαμβάνουμε.

 

 

ΨΗΦΙΔΑ

Με αυτοπεποίθηση για την ομορφιά της
ίσως και με κάποια αλαζονεία,
η ξεναγός ανέβηκε τα σκαλοπάτια του πούλμαν
και πήρε το μικρόφωνο για να ανακοινώσει στους ταξιδιώτες
το πρόγραμμα της μέρας.
Ήταν η αγάπη του και συνταξίδευε μαζί της,
η θέση του στην πρώτη σειρά.
Ακόμη και την αλαζονεία της τη συγκεκριμένη στιγμή
τη λάτρευε, την καμάρωνε,
την εξέταζε σαν μια ψηφίδα
από τον θαυμάσιο κόσμο της,
το λαμπερό παρουσιαστικό της.
Ήταν η αγάπη του, τέλεια αισθαντική γυναίκα.
Η αλαζονεία της τη συγκεκριμένη στιγμή
σαν μια πρόκληση τον ξετρέλαινε.

 

 

ΗΤΤΑ

Ίσως επειδή ένιωσε οικειότητα
–το φιλικό γεύμα ήταν μόνο για γυναίκες–
μίλησε για ό,τι μύχιο τη βασάνιζε:
«Αξιολύπητη ήττα η μοναξιά μου.
Η χειρότερη ώρα είναι το πρωί,
η απελπισία κάνει κουμάντο.

Διαχειρίζομαι το πιο σκληρό,
διαχειρίζομαι τον πόνο της μοναξιάς.»

 

 

ΜΕ ΚΡΙΤΙΚΟ ΜΑΤΙ

Ούτε συντριβή, ούτε αγάπη
μόνο πόθο και λαγνεία έδειξες για μένα
με τον τρόπο που έκανες έρωτα.
Πρόβαλε ξανά η γνώριμη ορμή σου,
ένας κατακλυσμός ακολασίας
που σε παρέσυρε και σε αφιόνιζε.
Με ξεζούμισες από πόθο για το σώμα μου,
και ήταν ένα είδος αποθέωσης
που γενναιόδωρα μου χάρισες.
Ούτε αγάπη, ούτε αφοσίωση περίμενα από σένα,
γι’ αυτό όταν μετά από ώρα
σηκώθηκα από το κρεβάτι για να ντυθώ,
καθώς παρέμενες ξαπλωμένος
παγερά με έβλεπες,
τώρα με κριτικό μάτι για τις ατέλειες
στο γυμνό σώμα μου.
Η αποθέωση που μου χάρισες είχε ήδη τελειώσει.

 

 

ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ

Στη ζωή ένα γύρο να κάνεις
οι ματαιοδοξίες μπόλικες, κάθε είδους,
ακόμη και από ανθρώπους που δεν το περιμένεις,
διαλαλούν την πραμάτεια τους,
περιφέρουν την ευτέλειά τους.
Ματαιοδοξίες που δεν συμμαζεύονται,
επιθετικές, κακόβουλες.

 

 

ΦΕΤΙΧ

Άδειος από συναίσθημα ήσουν στον έρωτα,
βίαιος και απότομος.
Κρυφοκαμάρωνες για τον εαυτό σου
και διασκέδαζες να είμαι ένα τίποτα
στα χέρια σου για να με ταπεινώσεις.
Βιάστηκα να ντυθώ και να φύγω.
Με μια αστραπιαία κίνηση,
και σαν τον κλέφτη, γιατί αντί στάθηκα,
μου άρπαξες ένα εσώρουχο
να το έχεις φετίχ από μένα, όπως μου είπες.

 

 

ΔΕΝ ΕΞΑΛΕΙΦΕΤΑΙ

Ακόμη σε ποθώ
κι ένα ξεμυάλισμα με πιάνει.
Χαρισματική η έντονη προσωπικότητά σου
πέρα από καθετί μέτριο και τετριμμένο.
Συνδύαζες εξωστρέφεια, δυναμισμό
και μια καίρια ευαισθησία.

Ένα ξεμυάλισμα με πιάνει.
Το παρελθόν δεν εξαλείφεται
ούτε χειραγωγείται.

 

 

ΝΥΧΤΑ

Κατά μήκος του στενού πεζόδρομου
μπαρ και καφετέριες.
Καθώς πίνει το ποτό της
διακρίνει στο απέναντι μπαρ την αγάπη της.
Η ψιλόλιγνη κορμοστασιά του
μετακινείται ανάμεσα στα υπαίθρια τραπέζια
για να μιλήσει με φίλους του.
Μέσα στο πλήθος εκείνος δεν την βλέπει.
Σαν το κεράκι καίγεται από τον πόθο,
όμως δεν θα πάει κοντά του,
πριν από ένα χρόνο την παράτησε.
Στον πανέμορφο πεζόδρομο
με τα φώτα, τις σκιές και τους θαμώνες
μένει καθηλωμένη στη μοναξιά της.

 

 

ΓΙΑ ΕΥΝΟΗΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ

Ο κόσμος μοιάζει με θηριοτροφείο.

Στην κυριολεξία, μαφιόζικες τακτικές
βρίσκουν εφαρμογή στο ευυπόληπτο σπίτι τους.
Γιατί ανάμεσά τους υπάρχουν οι καταπιεστές
και οι καταπιεζόμενοι.
Για ευνόητους λόγους, όσα φρικτά
συμβαίνουν στο σπίτι τους κανείς δεν τα μαθαίνει.

 

 

ΒΙΤΡΙΝΑ

Πέρασες μπροστά από την ομήγυρη
και άρχισες τα χαμόγελα,
τις χειραψίες με όλους,
μοίραζες φιλοφρονήσεις
-τόσο ευγενικός και εγκάρδιος.

Για μένα αυτά τα χαμόγελα και οι διαχύσεις σου
ψεύτικη βιτρίνα.
Μόνο εγώ ήξερα τις κατάπτυστες αθλιότητές σου,
και τι στυγνό μούτρο ήσουν.
Να έφευγες αμέσως, να εξαφανιζόσουν.

 

 

ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ (2009)

 

ΟΙ ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ

Γίναμε εραστές μόνο μια φορά,
πρώτα εσύ αδιαφόρησες
και το ειδύλλιο χάθηκε,
ωστόσο παραμείναμε φίλοι.
Κάτι ξεχωριστό αποπνέεις ως άτομο,
εκείνη η λαμπερότητα στο πνεύμα σου.
Ενώ αποφεύγω να σε προκαλώ,
με κολακεύει που στη ματιά μου
κάποιες στιγμές ερωτικά υποταγμένο σε αισθάνομαι,
σαν να αναθερμαίνεις μια προσέγγιση.
Προτιμώ να σε έχω φίλο, όχι εραστή μου.

 

 

ΜΕΤΑΝΟΙΕΣ

Ενάργεια είχαν τα λόγια της:
«Από ένστικτο και πείρα δύσκολα ενδίδω.
Θέλω ο άνδρας να με πολιορκεί επίμονα,
να παρακαλάει, να χάνει τον εαυτό του για χάρη μου.
Αλησμόνητος μένει στο μυαλό μου ένας θαυμαστής
σε κάποιο ταξίδι.
Πριν πέσουμε στο κρεβάτι και όπως ήμουν όρθια,
με λατρεία έσκυψε στα πόδια μου, κι έκανε μετάνοιες
στο γυμνό μου σώμα,
μετά από τα γόνατα άρχισε να με φιλάει.»

 

 

ΤΑ ΞΕΣΠΑΣΜΑΤΑ

A ν και σπούδασε θετικές επιστήμες
δεν του λείπει η μόρφωση,
οι γνώσεις από Ιστορία και τέχνη.
Ώριμος στην ηλικία και με ευφράδεια,
ρητορική ικανότητα.
Σε συναναστροφές και όπως κυλάει η συζήτηση
για σπουδαία, ίσως και ασήμαντα θέματα,
αν κάποιος διαφωνήσει μαζί του
συχνά αρπάζεται άσχημα και με τραχύτητα τον προσβάλλει.
Αναμφίβολα θέλει να έχει την πρωτοκαθεδρία.
Δείχνουν άνθρωπο ευέξαπτο τα ξεσπάσματά του.

Έναν πληγωμένο εγωισμό κουβαλάει κι αυτός,
οι φιλοδοξίες της ζωής του απέτυχαν.

 

 

ΤΟ ΧΑΡΤΟΜΑΝΤΙΛΟ

Αραιά τη συναντούσε,
συνήθως όταν ταξίδευε στην πόλη της.

Δεν τη φίλησε, ούτε τη χάιδεψε,
με τραχύτητα της έκανε έρωτα
σίγουρος για τον εαυτό του.
Όταν σηκώθηκε για να ντυθεί
της έφερε στο κρεβάτι χαρτομάντιλο,
χωρίς να το ζητήσει η ίδια,
για να σκουπίσει τον ιδρώτα της.
Ήταν η μόνη κίνηση αβρότητας εκ μέρους του.

Ως εραστή δεν τον απέρριπτε τελείως,
αν κι από διαίσθηση γινόταν επιφυλακτική,
αμφέβαλλε αν θα συνέχιζαν.

 

 

ΒΑΚΧΙΚΟ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ

Το εκδρομικό πούλμαν έκανε στάση στην ειδυλλιακή κωμόπολη.
Το κασετόφωνο συνέχιζε να παίζει μουσική στη διαπασών
καθώς κατέβαιναν οι επιβάτες.
Προηγουμένως στη διαδρομή είχε φουντώσει μεγάλο κέφι
με τραγούδια, μάλιστα οι πιο ζωηροί
έριξαν χορό στον στενό διάδρομο του πούλμαν.
Για να απολαύσω τη μουσική, καθυστέρησα να κατεβώ,
το ίδιο και μια νεαρή κοπέλα.
Σαν σε έκσταση, σε βακχικό παραλήρημα,
σε μια εκτός εαυτού κατάσταση
άλλαζε και καθόταν από τη μια άδεια θέση στην άλλη,
τραγουδώντας παθιασμένα με τη μουσική της κασέτας
και χορεύοντας στις ενδιάμεσες μετακινήσεις της.
Μαρτυρούσε ερωτική στέρηση ο παροξυσμός της,
και κάθε άδεια θέση που καθόταν
έμοιαζε με αγκαλιά που απεγνωσμένα αποζητούσε.

 

 

ΔΙΑΠΑΛΗ

Όπως στριμώχτηκαν στο ταξί
έβαλε το χέρι του στο γόνατό της.
Αλλά και στον δρόμο που περπάτησαν
το χέρι του έψαχνε τις καμπύλες της
στη μέση, στους γοφούς και στο στήθος
πάνω από τα ρούχα.
Σύγκορμος αγαλλίαζε που του επέτρεπε
να την αγγίξει μέσα σε τόσους που τη διεκδικούσαν,
καθώς ήταν η μοναδική γυναίκα στην ανδροπαρέα τους,
έτσι όπως ξεκίνησαν και βρέθηκαν στην ξένη πόλη.
Αγαλλίαζε όπως ένα παιδί που του αφήνουν πρόσβαση
σε απαγορευμένο θησαυρό, και φωναχτά
εκθείαζε τις καμπύλες της.
Υπήρχε συναγωνισμός και διαπάλη ανάμεσά τους
ποιος θα την αποκτήσει.
Μόνο που εκείνη με όλη την άνεσή της
δεν δόθηκε σε κανέναν τους ποτέ.

 

 

ΓΙΟΡΤΗ

Από ερωτικό οίστρο με το γόνατό σου
με πιέζεις στο πόδι κάτω από το τραπέζι,
καθισμένοι ανάμεσα σε πλήθος καλεσμένων
και σε όλη τη διάρκεια της γιορτής.
Με πιέζει και με πονάει το γόνατό σου.
Οι χωρισμοί και οι επανασυνδέσεις μας κατά καιρούς,
οι θύελλες και παλίρροιες των συναισθημάτων,
η ασίγαστη ανάγκη μου να σε αποκτήσω ξανά
συνωστίζονταν, έμπαιναν στον ηδονικό πόνο
που μου έδινε το γόνατό σου.

 

 

ΠΑΘΟΣ

Μου έτυχε χωρίς φιλί
να απολαύσω τον έρωτα.
Όμως εσύ ήσουν γενναιόδωρος,
με πάθος με φίλησες στο στόμα, στο στήθος
και στο αυτί.
Η ανάσα και το στόμα σου στο αυτί μου.
Ο αχαλίνωτος παλμός από τις συστροφές
των χειλιών και της γλώσσας σου στις πτυχές του
με διέγειραν.
Άκρως τολμηρά και πρωτόγνωρα
τα χάδια σου που ακολούθησαν.

 

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, 1985

Η παραλία λεγόταν Πάλιουρας, έξω από τη Μηχανιώνα.
Απογεύματα κολυμπούσαμε,
όταν βράδιαζε, καθόμασταν στην ταβέρνα δίπλα στο κύμα.
Η φίλη μου γύρω στα σαράντα διατηρούσε την εντυπωσιακή
ομορφιά και τη ζωντάνια της.
Κάποια φορά ένας άνδρας που μας κοίταζε με ενδιαφέρον
ζήτησε την άδεια να καθίσει στο τραπέζι μας,
και πάντα μέσα στο πλαίσιο της ευπρέπειας,
γιατί πέρα από τη συντροφιά και τις κουβέντες
δεν συνέβη τίποτα.
Η μεγάλη της διασκέδαση ήταν όταν ο άνδρας
προθυμοποιήθηκε και πλήρωσε τον λογαριασμό,
μας έκανε το τραπέζι.

Παντρεμένη με έμπορο δεν της έλειπε η οικονομική άνεση,
με κατάπληξη διαπίστωσα και σε άλλες περιπτώσεις μαζί της
ότι μεταχειριζόταν τους άνδρες σαν παιχνιδάκια,
και χωρίς αντάλλαγμα εκ μέρους της,
έπρεπε να πληρώσουν και να εξυπηρετήσουν.

 

 

ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ

Πολλά την ενοχλούσαν και την κούραζαν στην πόλη,
η μιζέρια, κάτι σαν παρακμή τις τελευταίες δεκαετίες.
Ύστερα εν τη ρύμη του λόγου συνέχισε:
«Στον σφοδρότερο έρωτά μου έδινα ραντεβού
στην πλατεία Άθωνος.
Με ταξί ή περπατώντας καταλήγαμε στο δωμάτιό του,
σε ένα από τα πολυτελέστερα ξενοδοχεία στο Βαρδάρι,
επί της Μοναστηρίου.
Υπέρ το δέον φλογερή η έξαψή μας,
άρχιζε και κορυφωνόταν στον έρωτα,
ένα ρίγος για ό,τι φανερό ή μυστικά ανεκδήλωτο μας έδενε.
Από τότε στο μυαλό μου νοσταλγικά κουβαλάω
την εικόνα της πόλης από την Άθωνος μέχρι το Βαρδάρι,
τους ενδιάμεσους δρόμους, την αγορά.»

 

 

ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ

Κανένα είδος εξάρτησης
δεν είχα ποτέ από σένα.

Με απωθεί το βλοσυρό ύφος σου,
ο στόμφος στη φωνή σου.
Μία επιθετικότητα βγάζεις
που σε προσδιορίζει.
Γυρεύεις να κυριαρχείς, να επιβάλλεσαι
να λύνεις και να δένεις.

 

 

ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Στοργικά με τάισαν συγγενικά μου πρόσωπα,
καθώς και μια μοδιστρούλα
στη γειτονιά που έπαιζα παιδί.

Μετά την εφηβεία το τάισμα
είχε τη σημασία του στο ερωτικό παιχνίδι.
Θυμάμαι ένα καλοκαιρινό γλέντι,
ο άνδρας δίπλα μου, που από καιρό ήθελε να με προσελκύσει,
γύριζε προς το μέρος μου και με τάιζε.
Σχεδόν σιωπηλός, χωρίς γαλιφιές και γλυκόλογα,
με ανυπόμονη ορμή μού έβαζε την τροφή στο στόμα.
Τη δύναμη και τη βιασύνη του αρσενικού
που θέλει να κατακτήσει μου μετέδιδε η κίνησή του.

 

 

ΟΣΟ ΠΟΤΕ ΑΛΛΟΤΕ

Από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες της πόλης,
φιλόδοξος, πραγματιστής.
Στα σαλόνια και τις δεξιώσεις
βρισκόταν στο επίκεντρο της προσοχής,
συνήθιζε να περιαυτολογεί για τις επιτυχίες του
στις δουλειές, και πολλοί τον πλησίαζαν με δέος.

Στην αίθουσα του σινεμά κάθισε μόνος του
μερικές σειρές πιο μπροστά από μένα.
Ερωτική η ταινία, καλογυρισμένη,
ένα έργο τέχνης.
Τον είδα μελαγχολικό, με την ανάγκη
να βυθιστεί στην πλοκή της ερωτικής ιστορίας,
την ίδια ανάγκη που είχε ο καθένας
μέσα στην αίθουσα.
Τον είδα μελαγχολικό και όσο ποτέ άλλοτε ανθρώπινο.

 

 

ΤΟ ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ

Με ειρωνεύτηκες για τα ποιήματά μου,
μίλησες απαξιωτικά.

Αν κάτι με προασπίζει και μου δίνει στήριγμα
ενάντια στις ειρωνείες σου, είναι ένα απόσταγμα ζωής,
είναι τα τραγικά βιώματα που έζησα
– δεν εννοώ μόνο τα τραύματα από τον έρωτα.
Με διαμόρφωσαν, είναι το βαθύ μου υπόστρωμα
για την τέχνη.
Η τραγικότητα, η οδύνη τους υποκινούν την έμπνευση,
κατευθύνουν την αισθητική μου.

 

 

Η ΑΛΒΑΝΙΔΑ

Πάνω από δεκαετία, κάθε καλοκαίρι
στο ξενοδοχείο που έκανα διακοπές με την ίδια μεγάλη παρέα,
ήταν καμαριέρα.
Έτσι κατόρθωνε να συντηρείται,
ο μισθός της στην Αλβανία πενιχρός,
γυμνάστρια σε σχολείο τον χειμώνα.
Από τη σκληρή δουλειά ρυτίδες χαλνούσαν το πρόσωπό της,
τα αισθηματικά της πάντα σε αδιέξοδο,
ερωτικό σύντροφο δεν είχε.
Με έμφυτη εγκαρδιότητα και σπασμένα ελληνικά
λαχταρούσε να μας μιλάει στα δωμάτια, όταν καθάριζε,
ή στους διαδρόμους.
Όσο πλησίαζε ο καιρός να φύγουμε στεναχωριόταν.
«Εσάς θυμάμαι στην ερημιά μου τον χειμώνα» μας έλεγε.

Ένα βράδυ σφίχτηκε η καρδιά μου
όταν την είδα να κάνει βόλτα μόνη στον παραλιακό πεζόδρομο.
Μέσα στον πολύ κόσμο μια μοναχική φιγούρα,
που ακόμα και εκείνη την ώρα, ενώ είχε ήδη σχολάσει,
φορούσε τη γαλάζια στολή της καμαριέρας.

 

 

ΤΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΕΞΑΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ

Μέσα από γεγονότα
για κάποιους από τον κοινωνικό σου περίγυρο
διαπιστώνεις:
άδικοι, αναίσχυντα βίαιοι άνθρωποι.
Περιφρουρούν την ιδιοτέλειά τους,
ξεκάθαρα πράγματα.
Αν είσαι εμπόδιο,
και επειδή τους δίνει αίσθηση υπεροχής,
θα σε συντρίψουν.

 

 

ΠΕΔΙΟ ΠΟΘΟΥ (2005)

 

ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΑ

Στο νυχτερινό περίπατο με κάθε προφύλαξη
έπιασε το χέρι μου. Μια χειρονομία που σήμαινε πολλά.
Και δεν ήταν επιτρεπτό από κοινωνικές συμβάσεις
να μας αντιληφθούν οι υπόλοιποι της παρέας
που ακολουθούσαν.
Με θέρμη τρίβαμε τα μπλεγμένα μας δάκτυλα.
Κι όπως με ένα ελάχιστο, στιγμιαίο
αγκάλιασμα χωρίσαμε,
η στύση του κλεισμένη στο παντελόνι του
σκληρή σαν πέτρα.

 

 

ΗΜΙΦΩΣ

Θριαμβευτικά και ξέφρενα βίωσε την ηδυπάθειά της.
Αγαπήθηκε και από άνδρες και από γυναίκες.
Γνώρισε κάθε μορφής έρωτα.

Στο ημίφως της βεράντας όπου γινόταν
το πολύβουο πάρτι, την περισσότερη ώρα
καθόταν σε μια άκρη, ηθελημένα μόνη της
και έπινε.
Βρισκόταν στην κρίσιμη καμπή της ηλικίας
μετά τα σαράντα,
στην κρίσιμη καμπή που το παρόν
αλλά και οι προοπτικές της από δω και πέρα
δεν της πρόσφεραν εξάρσεις και σαγήνη.
Στο ημίφως της βεράντας έπινε,
καρφί δεν της καιγόταν για το πάρτι
και τις συντροφιές που μαζεύονταν εκεί.
Το πολυτάραχο παρελθόν της νοσταλγούσε.

 

 

ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ

Θαλερός, και με την αλαζονεία
του ακαταμάχητου επάνω του.
Τον παίδεψα μέχρι να πέσω στην αγκαλιά του.

Όταν πρωτοφιληθήκαμε
ακάθεκτος έτριβε το πρόσωπό του
στο δικό μου.
Με γέμισε αμυχές και σημάδια
στα χείλη και στο λαιμό.
Για μέρες μού άναβαν μια φλόγωση τα σημάδια.

 

 

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ

Και τι δεν ετοίμαζε,
η συλλογή με τα νέα διηγήματά του
προχωρούσε για έκδοση, το ίδιο και το βιβλίο
με τα δοκίμιά του, όσο για το καινούριο μυθιστόρημα
κλεισμένος στο εξοχικό σπίτι το δούλευε.
Αυτά για το πόσο δημιουργικός παρέμενε.
Ίσως το είχε ανάγκη έτσι να επιβεβαιώνεται με το γράψιμο,
κι ό,τι δημοσίευε δεν περνούσε απαρατήρητο.
Όμως σε εμάς τους φίλους αρκετές φορές
δεν έκρυψε κάτι πιο μύχιο:
ότι έπινε συχνά χωρίς σταματημό,
μουντή σύνθεση, μουντό σκόρπισμα η άχαρη ζωή του –
έπινε με μια τάση αυτοκαταστροφής.

 

 

Η ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

«Άπειρη είσαι, δεν ξέρεις τι γίνεται έξω,
δεν κυκλοφορείς, μένεις κλεισμένη στο καβούκι σου,
στην ασφάλεια του σπιτιού σου».
Ήταν η παρατήρησή του εναντίον μου,
τον ενοχλούσα επειδή είχα αντιρρήσεις
για κάποιες απόψεις του.

Με τα χρόνια ρίχτηκα στα βαθιά,
εκτέθηκα στα καλύτερα και στα χειρότερα,
στις πιο ακραίες καταστάσεις.
Λογαριασμό, τελικά, δίνει κανείς στον εαυτό του.

 

 

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ

Αναγκαστικά μέσα στο ίδιο περιβάλλον
τους έζησα από κοντά:
τη μοχθηρή και ανάλγητη εγωπάθειά τους,
τη μανία τους να καταδυναστεύουν άγρια,
τα μυστικά τους εγκλήματα.
Τέτοια καθάρματα.

 

 

Ο ΠΥΡΗΝΑΣ

Με κάλεσε για τραπέζι.
Πέντε έξι φίλες και φίλοι της
που τους είχα συναντήσει και σε άλλη περίσταση
ήταν οι συνδαιτυμόνες, όλοι τους εκλεκτοί
για την ευρυμάθειά τους, τις καλλιτεχνικές ενασχολήσεις,
το χιούμορ και τη γνησιότητα των αισθημάτων τους.
Κι όπως εκείνη λίγο τους ξεπερνούσε σε όλα αυτά,
και την παραδέχονταν και κρέμονταν από τη γοητεία της,
είχα την αίσθηση ότι οι συγκεκριμένοι φίλοι της
σχημάτιζαν κάτι σαν αυλή,
έναν πολύ αφοσιωμένο πυρήνα ανθρώπων
γύρω από το πρόσωπό της, όπου έτσι κι αλλιώς
η συναλλαγή και το συμφέρον δεν είχαν θέση.
Και μόνο για τους φίλους της τη ζήλεψα.

 

 

ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ ΣΤΗ ΒΕΣΠΑ

Δεινοπάθησε η βέσπα σου
από τις πέτρες και την ανηφόρα
στον απόμερο χωματόδρομο που πήρες.
Με σκοπό τον πήρες,
αφού γνώριζες ότι μέσα στην ερημιά
θα διαλύονταν οι αντιστάσεις μου.
Ένα φανελάκι φορούσες
και δεν άργησα να κάνω την αρχή,
παράφορα σε φιλούσα
καθώς καθόμουν από πίσω σου κι εσύ οδηγούσες.
Εκδηλώθηκε το σπαρτάρισμά μου.

 

 

ΜΥΣΤΙΚΑ ΕΝΩΘΗΚΑ

Κάποιες σταγονίτσες απ’ το σάλιο σου
αιωρήθηκαν στον αέρα, καθώς μιλούσες δυνατά
και γελούσες, κι όπως βρισκόμουν δίπλα σου
τις δέχτηκα στα χείλη.
Πιο πολύ και από αγίασμα οι σταγονίτσες απ’ το σάλιο σου,
κι όταν διαλύθηκαν στο στόμα μου,
ήταν σαν μυστικά να ενώθηκα μαζί σου,
σαν μυστικά να σε έβαζα μέσα μου.
Πιο πολύ κι από αγίασμα το σάλιο σου,
κι ας μην έχουμε φιληθεί ποτέ στο στόμα,
κι ας τρέμει το φυλλοκάρδι μου
πως πάλι θα απομακρυνθείς και θα σε χάσω –
και η συμπεριφορά σου δείχνει
πως δεν μετράω πια για σένα.

 

 

ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ

Περπάτησα μαζί της μέχρι το κοσμηματοπωλείο της
στην πλατεία Άθωνος.
Και στην αγορά Μοδιάνο και στο Καπάνι
που περάσαμε, κάποιοι πωλητές
με ασυγκράτητο λίγωμα στη φωνή τους
την πείραξαν.
«Μαγεύτρα είσαι, χαλνάς, κομματιάζεις κόσμο»
ένας από τους πρώτους της φώναξε.
Έφαγε τη ζωή με το κουτάλι,
μέστωσε στην ηλικία,
και απ’ όπου περάσει, αυτό το λίγωμα
στη φωνή των ανδρών σαν αύρα την ακολουθεί.

 

 

ΟΡΜΗΤΙΚΑ

Μια και μοναδική ήταν η ερωτική τους συνεύρεση,
κι όπως έμεναν σε διαφορετική πόλη ο καθένας,
η ζωή και η απόσταση τους χώρισαν.

Πιο πολύ από το πρόσωπο και το χαμόγελό του
την περικυκλώνουν οι εικόνες από τα λάβρα φιλιά του,
κι όταν όρθια τη γύμνωσε
κι ύστερα ορμητικά την ξάπλωσε μπρούμυτα στο κρεβάτι
και πριν ακουμπήσει το στήθος του στην πλάτη της,
όχι πολύ δυνατά την μπάτσισε πίσω στους μηρούς
ξεστομίζοντας γλυκόλογα.

 

 

ΣΕ ΕΜΑΘΑ

Το χέρι σου, με καθένα από τα δάκτυλα
ελάχιστα ανοιγμένα, είναι ακουμπισμένο
πάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο.

Λίγο πολύ σε έμαθα,
μετά από τόσα γεγονότα λίγο πολύ πλησίασα
την υφή του χαρακτήρα σου.
Δεν έχει ταίρι ο αυθορμητισμός
και η σεξουαλικότητά σου,
αλλά και η οξύνοια, οι βαθυστόχαστες σκέψεις σου
ούτε μου διαφεύγει κάποια ροπή σου
για μελαγχολία.

Θ ταραχτώ αν κοιτάξω το χέρι σου
που ακουμπά στο τραπεζομάντιλο,
γιατί το χέρι σχετίζεται πολύ με τη σεξουαλικότητα.

 

 

ΟΙ ΚΑΠΝΕΡΓΑΤΡΙΕΣ

Γύριζε στο παρελθόν του και ανάμεσα στα άλλα
μου τόνισε επί λέξει:
«Έμαθα τον έρωτα νωρίς,
στα δεκαπέντε χρόνια μου, το 46.
Έξω από τα κάγκελα του σχολείου
περίμεναν οι καπνεργάτριες.
Έπαιρναν εμένα, ήμουν ήδη ανεπτυγμένος
και μου είχαν αδυναμία,
καθώς και δύο φίλους μου.
Το βράδυ πηγαίναμε στο παρκάκι
κοντά στο Λευκό Πύργο.
Την επόμενη χρονιά πάλι με τις καπνεργάτριες.

 

 

ΟΙ ΣΤΑΣΕΙΣ

Ταίριαζαν και αγαπιόντουσαν.
Όταν ανέβηκαν στην γκαρσονιέρα του
ο άνδρας πήρε την πρωτοβουλία των κινήσεων.
Κατέβασε το ρολό στο παράθυρο για να γίνει σκοτάδι
και έδειξε στη γυναίκα ποιο πορτατίφ να ανάψει
που έδινε αδύναμο, χαμηλό φως.
Στις περιπτύξεις στο κρεβάτι
-ήδη ρούχο δεν έμεινε επάνω τους-
της υποδείκνυε να γυρίζει πότε μπρούμυτα,
ανάσκελα ή επάνω του-
και η γυναίκα γινόταν προκλητική στο έπακρο.

 

 

ΕΝΔΟΤΕΡΟΣ ΧΩΡΟΣ

Το διπλό κρεβάτι και παραδίπλα ένας μικρός καναπές.
Τα φιλιά, το πέταγμα των ρούχων
και το υπέροχο, χωρίς ίχνος συστολής, σμίξιμό τους
έγινε στον καναπέ.
Χρησιμοποίησαν το κρεβάτι μετά
για να χαλαρώσουν,
να συνέλθουν από τη μανία τους για ηδονή,
να στεγνώσει ο ιδρώτας.

Παρέμειναν ξαπλωμένοι ανοίγοντας μια ατέλειωτη συζήτηση
για θέματα που τους ενδιέφεραν.

 

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΑΞΙΔΙ

Το καράβι ξεκίνησε από Θεσσαλονίκη
για Λήμνο τα μεσάνυχτα.
Υπήρχε τόσο πλήθος κόσμου
ώστε μόλις πρόλαβα να πιάσω κάθισμα στο κατάστρωμα.
Για να μη χάσω τη θέση μου
αναγκάστηκα να περάσω εκεί όλο το βράδυ.
Την απόλαυση του ταξιδιού και τη διάθεσή μου
τη χάλασε μια παρέα νεαρών.
Άξεστοι και βίαιοι. Οι άγριες φωνές τους,
οι κραυγές, τα φτηνά αστεία τους
στιγμή δεν σταμάτησαν στο κατάστρωμα
μέχρι να ξημερώσει.
Οι άγριες φωνές τους ξέθαβαν βαθιά μου τραύματα
από αδυσώπητη βία και βαναυσότητα
που έχω υποστεί στη ζωή μου.

 

 

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Κλείστηκαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του.
ήταν περαστικός στην πόλη της για επαγγελματικές υποχρεώσεις.
Άλλωστε από τη δουλειά γνωρίστηκαν.

Έσκυψε να τη φιλήσει και για λίγο σταμάτησε,
ασχολήθηκε με το πρόσωπό της.
Βρήκε έξοχα, καλοσχηματισμένα καθένα
από τα χαρακτηριστικά της, μάτια, μύτη, στόμα, τα πάντα-
κι ότι σαν σύνολο έδενα τέλεια μεταξύ τους.
Στον έρωτα έκλυτοι έγιναν,
πρόστυχα λόγια και κινήσεις.

Δεν ξεγελιόταν ότι ο άνδρας την ήθελε
για μια μόνο φορά,
τα ίχνη του θα χάνονταν.
Δεν μετάνιωσε για τον έρωτα μαζί του,
υπήρχε τραχύτητα αλλά και ομορφιά,
η ζεστασιά του όταν έκρινε κάθε λεπτομέρεια του προσώπου της
για να της δείξει πόσο ποθητή ήταν.

 

 

ΦΑΡΔΙΕΣ ΠΛΑΤΕΣ

Έχω την αφοσίωσή σου,
στα τρίσβαθα της ψυχής μου το συνειδητοποιώ.

Βρίσκουμε δωμάτιο.
Το μπουφάν σου, που σε λίγο θα βγάλεις,
τονίζει τις φαρδιές πλάτες σου.
Με αγκαλιάζεις. Για προκλητικές κινήσεις
έτοιμη είμαι,
στην ορμή μας τίποτα να μην είναι βαρετό.
Και η τέχνη της πρόκλησης στο κρεβάτι
φρεσκάρει και τονώνει το συναίσθημα.

Έχω την αφοσίωσή σου.

 

 

ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΗΔΥΠΑΘΕΙΑΣ (2000)

 

ΑΠΑΙΤΗΣΕ

Όταν πλάγιασα μαζί του θυμάμαι τη φράση του:
«Σήκω να μου δείξεις τα κάλλη σου».
Μου φάνηκε σαν προσταγή και δεν μου καλοάρεσε.

Ήρθε και το χειρότερο:
Καθώς ντυνόμασταν απαίτησε
να του φέρω τα παπούτσια.
Λες και ήμουν υπνωτισμένη
του έκανα το χατίρι.
Σέρνοντας τα προσεκτικά με τα πόδι μου
–απ’ τη γωνιά που ήταν πεταμένα–
του τα έφερα.
Θύμωσε που δεν έσκυψα
και δεν τα πήγα με το χέρι.
Το θεώρησε παράλειψη εκ μέρους μου:
έπρεπε να σκύψω,
χωρίς σκύψιμο δεν μετριέται η υποταγή.

 

 

ΕΧΑΝΑ

Για να βρούμε μιαν άκρη στο αίσθημά μας
με περίμενε σπίτι του.
Πήγα νωρίτερα και τον βρήκα
να κοιμάται στον καναπέ,
πρόχειρα με μια κουβέρτα.
Για να ζεστάνει λίγο η ατμόσφαιρα
έσκυψε ν’ ανάψει το τζάκι.
Τέλειος, ολόκληρος μια θέλξη οφθαλμών
απ’ όποια γωνία κι αν τον παρατηρούσα,
καθώς μάζευε τις στάχτες,
άπλωνε τις εφημερίδες και τα ξύλα.
Σάρωνε με τις επιτυχίες του στις γυναίκες,
διαισθανόμουν πως κάποτε, πολύ σύντομα,
θα μ’ άφηνε.
Δεν είχα ψευδαισθήσεις. Κράτησα αρνητική στάση
και τον απέκρουσα.

Δεν είχα ψευδαισθήσεις, ούτε μου έτυχε συχνά
παρόμοιο άντρα δυνατό και αγέρωχο να κουρελιάσω
– στο παιχνίδι, βέβαια, έχανα εγώ.
Κι όμως ήταν απόκτημα για μένα η συντριβή του,
το βουβό του παράπονο, ο τρόπος που με ικέτεψε
για ένα άγγιγμα που δεν χάρισα.

Δεν μου έτυχε συχνά άνδρα δυνατό
και αγέρωχο να κουρελιάσω.

 

 

ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Απλωμένα σε καναπέδες , πατώματα και τοίχους
εκθέτονταν χαλιά εισαγωγής από την ανατολή.
Η συντροφιά που ακολούθησα συναγωνίζονταν
ποιος θα διαλέξει το καλύτερο,
και ποιος θα πληρώσει περισσότερο.
Έφερναν βαβούρα και υστερία επιδειξιομανίας.
«Παραδέξου το, είναι άχαρα άτομα
κι εσύ πνίγεσαι ανάμεσά τους.
Μια ανοησία η βαβούρα τους,
απορώ πως τους ανέχεσαι.»
Γύρισα και τον κοίταξα καθώς απρόσμενα
εμφανίστηκε μπροστά μου και έκανε την υπόδειξη.
Με μάλωνε και τα μάτια του υπέφεραν από αγάπη,
με μάλωνε και η φωνή του λιγωμένη
κόμπιαζε από αγάπη-
με τον πιο μειλίχιο τρόπο με μάλωνε.
Και ήταν το αντίδοτό μου,
το πιο αληθινό αντίδοτο
για τις άχαρες και άχρηστες συναναστροφές μου με άλλους.

 

 

ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ

Στην παραλία αντί για άμμο
υπάρχει μικρό, λευκό βότσαλο.
Πονάει να περπατήσεις πάνω του με γυμνά πόδια
και να ξαπλώσεις χωρίς πετσέτα.

Τον παρατηρώ που μόλις βγήκε
από τη θάλασσα και ξάπλωσε δίπλα μου.
Λέει αστεία, είναι ευδιάθετος
και οι άλλοι ανταποκρίνονται.

Μέσα στη γενική ευθυμία
λίγο αργώ ν’ αντιληφθώ πως σέρνεται,
αναδιπλώνεται και ξαναπέφτει πότε πλάγια
και πότε ανάσκελα.
Μ’ αναζητάει, μετατοπίζεται
και κάνει κύκλους γύρω μου,
πάνω στα σκληρά βότσαλα,
χωρίς να νοιάζεται αν τρυπιέται και πονάει.
Γέμισε σημάδια να τ’ ανακατεύει,
να χώνεται βαθιά τους.
Κάποτε κάνει πως μπερδεύεται,
στηριγμένος στην πλάτη σηκώνει τα πόδια στον αέρα
και με δεξιοτεχνία τα φέρνει δίπλα στα δικά μου.
Μόλις αγγιζόμαστε στ’ ακροδάχτυλα.
Μου αρκεί που σε μία ελάχιστη επιφάνεια μ’ αγγίζει:
μέσα απ’ αυτήν δίνομαι και αποδέχομαι.
Αμοιβαία μέσα από τα ακροδάχτυλα επικοινωνούμε.

 

 

ΤΟ ΑΣΤΡΑΦΤΕΡΟ ΣΟΥ ΤΖΙΠ

Ό,τι κι αν οδήγησες,
βέσπα, κοινό αυτοκίνητο, και τώρα τζιπ,
το πρόσφατο απόκτημά σου-
κατοχυρώνονται, γίνονται φετίχ για μένα.
Τα τζιπ που κυκλοφορούν
και τόσο μοιάζουν με το δικό σου
μου προκαλούν ανασκιρτήματα.
Από μακριά χαϊδεύω τις λαμαρίνες τους,
το σκαλοπατάκι της πόρτας και τα χοντρά λάστιχα.
Ο φετιχισμός με κατέλαβε και συνυπάρχουμε,
καταθρονιάστηκε μέσα μου.
Τέτοιες μυσταγωγίες δεν διανοούμε να καταπνίξω.

 

 

ΜΗΤΡΙΑΡΧΙΚΟ ΑΡΧΕΤΥΠΟ

Αξίζει για τη θέρμη, την αψηφισιά της.

Υπήρξε καλλονή, τι πιο φυσικό
ότι της έκαναν τεμενάδες.
Ποικίλους τεμενάδες δέχεται ακόμη
και τώρα, που με τα χρόνια έμεινε
σκιά του εαυτού της.
Αξίζει για την αψηφισιά, το σταθερό βήμα της.

 

 

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΗΣ

Ανεβοκατεβαίνει τον διάδρομο του θεάτρου
τάχα για να ψάξει καλύτερες θέσεις
από αυτές που βρήκαμε.
Άλλος είναι ο στόχος της: να κατοπτεύσει
πόσοι θα την κοιτάξουν λαίμαργα.

Όσο ένα μυθιστόρημα οι ερωτικοί δεσμοί της
κι όσα άγνωστα και μυστήρια την περιβάλλουν.
Το έκπαγλο παρουσιαστικό της ακτινοβολεί
και εκπέμπει την υπεροχή.
Με θεωρεί ασήμαντη,
κι αν με συναναστρέφεται είναι από περιέργεια
για τους στίχους που γράφω.

Είναι πρωτόφαντος για μένα ο κόσμος της,
με ξεπερνάει και με πανικοβάλλει
με τις εκλάμψεις του.
Εισπράττω την ασημαντότητά μου.

 

 

ΕΝΤΡΥΦΩ

Σαν το θρύψαλο παραχώνομαι
σε οτιδήποτε τον θυμίζει.

Για πράγματα που απεχθάνονταν
ή λάτρευε είχε μια ιστορία.
Περιπλανήθηκα στην αγάπη του
και με τυλίγουν οι ιστορίες του,
εντρυφώ σε λεπτομέρειες απ’ τα βιώματά του.

 

 

ΣΤΟ ΣΕΪΧ-ΣΟΥ, 1968

Άστραφταν από νιάτα, κι ένα πρωί
στις αρχές μόλις της γνωριμίας τους
ανηφόρησαν στο Σέιχ-Σου.
Μπήκαν σ’ ένα ξέφωτο, και χωρίς καν να τη ζεστάνει
με τα απαραίτητα προκαταρκτικά χάδια,
την πρόσταξε να βγάλει τα ρούχα της
για να τη δει πρώτη φορά γυμνή στο φως της μέρας.
Παρά τη θέλησή της
-έτσι κι αλλιώς η προσταγή την πάγωσε-
προσπάθησε να την ξεγυμνώσει ο ίδιος με το ζόρι.
Εντελώς απρόσμενα το φέρσιμό του απότομο,
η αλαζονεία του ένα κράμα κυνισμού
και απροκάλυπτης ωμότητας.
Του έκοψε τη φόρα έστω κι ένα ρούχο να της βγάλει,
αν κάτι από το βάθος του είναι της απεχθανόταν
ήταν η τραχύτητα από σκληρά, άτεγκτα αντράκια.

Σταμάτησε κάθε σχέση μαζί του μια κι έξω.

 

 

ΣΤΗΡΙΧΤΗΚΑ ΣΤΟ ΜΠΡΑΤΣΟ ΣΟΥ

Δική σου η επιλογή να πάμε σινεμά.
Ένας ποιητικός αισθησιασμός
όλο το έργο που είδαμε,
ζεστάθηκα από τέχνη ωραία δοσμένη.
Και ο πρωταγωνιστής θύμιζε τον παλιό μου έρωτα,
τον μοναδικό λάγνο έρωτά μου
που με παράτησε πριν λίγα χρόνια.

Βγήκαμε από το σινεμά
και στηρίχτηκα στο μπράτσο σου.
Στηρίχτηκα στη θαλπωρή
και στην επιθυμία για το σώμα σου.
Όσο δεν φαντάζεσαι σε είχα ανάγκη
να ξεχάσω, να καταστείλω μέσα μου
τον παλιό μου έρωτα.

 

 

ΠΛΑΤΕΙΑ ΣΙΝΤΡΙΒΑΝΙΟΥ

Ένα κομψοτέχνημα το σιντριβάνι
με τον ψηλό οβελίσκο και τις γωνίες του
φωτισμένο τη νύχτα.
Γύρω η πλατεία του, κι ό,τι λίγο φαίνεται
από τις συστάδες των δέντρων της Ευαγγελίστριας
και την άνω πόλη που ανηφορίζει.
Το βλέπω στο πέρασμά μου
από έναν κάθετο δρόμο εκεί γύρω –
και είμαι ξεθεωμένη
έχοντας μόλις τελειώσει το ωράριο
στο επάγγελμα που κάνω.

 

 

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Βαθιά, αδιάλειπτα αγέρωχος
όμως η αδρή αρρενωπότητά του
πώς και με τι να συγκριθεί;
Άγρια κι ακμαία η αρρενωπότητά του
σαν καλοκαιριάτικο λιοπύρι
με καθηλώνει και την αποθησαυρίζω.

 

 

ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ, 1992

Είναι ποιητής που παραδέχομαι,
του βγάζω το καπέλο, οι στίχοι του με θέλγουν.
Είχε την ονομαστική του γιορτή
και πρώτη φορά θα τον επισκεπτόμουν σπίτι του.
Με κατείχε αδημονία να βρεθώ στον χώρο του,
να δω και να αγγίξω κάτι από την ατμόσφαιρα
όπου ζούσε, σκεπτόταν και έγραφε.

Φτωχικό και λαϊκό το μικρό του διαμέρισμα.
Τα λιτά έπιπλα και οτιδήποτε άλλο
όπως κιλίμια, κεντήματα και αντικείμενα,
ήταν πολύ παλιά, από τα χρόνια του ’20 ή ’30.
Ο χώρος και ο διάκοσμος μου θύμιζε
κάποια προσφυγικά σπίτια φίλων μου στην παιδική μου ηλικία.

Φτωχικό το σπίτι του ποιητή,
αλλά και με ένα ιδιαίτερο, δικό του χρώμα.

 

 

ΣΥΣΤΕΛΛΕΤΑΙ

Το μυστικό και ανεκδήλωτο πάθος του
γι’ αυτήν θεριεύει.
Χαμηλοβλέπει εξαιτίας της.
Έγινε άλλος άνθρωπος.
Από άνδρας δυνατός στη μορφή και την ψυχή
τώρα χαμηλοβλέπει, μελαγχολεί και συστέλλεται

 

 

ΠΕΡΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

Γνώρισα τον λογοτέχνη
που ήταν και ερασιτέχνης φωτογράφος
πρώτη φορά σε κάποιο σπίτι,
Ιδιόρρυθμος, και μου είπε κοφτά:
«Έλα στο στούντιο μου, θέλω να φωτογραφίσω
στήθος σου γυμνό».

Σε αντίθεση, μετά από χρόνια,
ένας επαγγελματίας φωτογράφος γεμάτος λαγγεμένη
αβρότητα μου είπε: «Μέσα από το πρόσωπό σου
θέλω να φωτογραφίσω την ψυχή σου».

 

 

ΔΕΞΙΩΣΗ

«Καυλόφλογα μου προκαλείς
όπως στέκεσαι δίπλα μου,
και σαν μπουρλότο με διαπερνάει.
Οι πόρτες μας στο ξενοδοχείο είναι κοντά,
έλα στο δωμάτιό μου το βράδυ
να γίνουμε ζευγάρι».
Της το ψιθύρισε στη λαμπρή δεξίωση
όπου ήταν προσκαλεσμένοι ως τιμώμενα πρόσωπα,
κι έπρεπε να συναντήσουν
σοβαροφανείς διπλωμάτες, τραπεζιτικούς
κι άλλα επιφανή μέλη της κοινότητας.

 

 

ΠΑΡΑΔΟΧΗ

Στάθηκες καμαρωτός στον καθρέφτη
του διαδρόμου, έσιαζες τα μαλλιά σου
και κοιταζόσουν.
Κι εγώ διπλά σε θαύμαζα
διαποτισμένη όπως ήμουν από τα χάδια
και το σώμα σου τη νύχτα που πέρασε.
Άριστος δεξιοτέχνης αποδείχτηκες για τα ακόλαστα,
σε χάδια και αγγίγματα ασυναγώνιστος.

Άστραψε η παραφορά στην ένωσή μας
τη νύχτα που πέρασε.

 

 

ΤΟ ΔΕΣΙΜΟ

Όταν τελείωσε η διάλεξη, προς την έξοδο,
προθυμοποιήθηκε να με πάει με ταξί μέχρι το σπίτι μου
για να μην ταλαιπωρηθώ με το λεωφορείο,
αλλά και για να βρούμε την ευκαιρία
να κουβεντιάσουμε, να μάθει τα πιο πρόσφατα νέα μου.
Σχετικά με το καινούριο βιβλίο μου που θα εκδίδονταν,
θα του έδινε χαρά να μου έκανε παρουσίαση
σε βιβλιοπωλείο.
Και χαμηλώνοντας τη φωνή του συμπλήρωσε:
«Φρόντισε η έκδοση να μην καθυστερήσει
πολύ σε χρόνο
για να προλάβω να σε παρουσιάσω
με τα χάλια που έχει η υγεία μου
ο θάνατος με αρπάζει στο άψε-σβήσε.»
Όταν βγήκα από το ταξί
ένα βούρκωμα ανέβαινε στα μάτια μου,
τα μαντάτα για την υγεία του
δεν ήθελα να τα πιστέψω.
Μέσα στο τόσα χρόνια που τον γνώριζα
το δέσιμο, η αγνή φιλία μας, η λαχτάρα
για συνάφεια μεταξύ μας άφθαρτη, αδιάλειπτη.

 

 

Μαυλιστικά (1997)

 

ΔΙΑΠΛΑΣΗ

Όπως στριμώχτηκαν στο ταξί
έβαλε το χέρι του στο γόνατό της.
Αλλά και στο δρόμο που περπάτησαν
το χέρι του έψαχνε τις καμπύλες της
στη μέση, στους γοφούς και στο στήθος
πάνω από τα ρούχα.
Σύγκορμος αγάλλονταν που του επέτρεψε
να την αγγίξει μέσα σε τόσους που τη διεκδικούσαν,
καθώς ήταν η μοναδική γυναίκα στην ανδροπαρέα τους,
έτσι όπως ξεκίνησαν και βρέθηκαν στην ξένη πόλη.
Αγάλλονταν όπως ένα παιδί που του αφήνουν πρόσβαση
σε απαγορευμένο θησαυρό, και φωναχτά
εκθείαζε τις καμπύλες της.
Υπήρχε έξαψη, συναγωνισμός και διαπάλη
ανάμεσά τους ποιος θα την αποκτήσει.
Μόνο που εκείνη με όλη την άνεσή της
δεν δόθηκε σε κανένα τους ποτέ.

 

 

ΣΥΣΤΕΛΛΕΤΑΙ

Το μυστικό και ανεκδήλωτο πάθος του
γι’ αυτήν θεριεύει.
Χαμηλοβλέπει εξαιτίας της.
Έγινε άλλος άνθρωπος.
Από άνδρας δυνατός στη μορφή και την ψυχή,
τώρα χαμηλοβλέπει, μελαγχολεί και συστέλλεται.

 

 

ΜΑΥΛΙΣΤΙΚΑ

Σταμάτησες παθιάρικα να με προσελκύεις
και να με κυνηγάς.
Πια αποσύρθηκες.
Σίγουρα σε κούρασαν
και οι τόσες αρνήσεις μου.

Τα πολλά χρόνια
που μαυλιστικά με κυνηγούσες
φτιάχνουν μια ολόκληρη,
περασμένη εποχή.

 

 

ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ

Με ρωτάει αν είναι φαντασιώσεις
ή βιώματα, όσα ερωτικά καταγράφω
στα ποιήματά μου –
και αυτό σαν μια παρένθεση,
καθώς διακριτικά με φλερτάρει.
Ευχάριστα έρχεται η συμπεριφορά του,
τονώνει τη φιλαρέσκειά μου.

 

 

Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ

Συγγραφέας όπως και οι άλλοι
στον στενό κύκλο που βλεπόμαστε.
Πάντα μαχητικός –στην ηλικία
μόλις πλησιάζει τα εξήντα–
πάντα ακατάβλητος με τα επιχειρήματα
και τις απόψεις του, ιδίως για τα λογοτεχνικά,
και μια αρέσκεια να επιβάλλεται.
Μόνο τις προάλλες που βρεθήκαμε οι δυο μας
είδα την άλλη, διαφορετική όψη του.
Μια επώδυνη θλίψη τον περιέκλειε,
και μου εξομολογήθηκε την ανέραστη ερημιά του –
ότι τα έντονα ειδύλλιά του
που στην κάψα τους εκλύθηκε κάθε έκσταση,
τελειωμένα πια, ξέμακρα εντελώς στο παρελθόν.
Και υπομένει τη νέκρα,
το ανέραστο σεργιάνι του που διαιωνίζεται.

 

 

ΔΙΑΠΛΑΣΗ

Όπως στριμώχτηκαν στο ταξί
έβαλε το χέρι του στο γόνατό της.
Αλλά και στο δρόμο που περπάτησαν
το χέρι του έψαχνε τις καμπύλες της
στη μέση, στους γοφούς και στο στήθος
πάνω από τα ρούχα.
Σύγκορμος αγάλλονταν που του επέτρεψε
να την αγγίξει μέσα σε τόσους που τη διεκδικούσαν,
καθώς ήταν η μοναδική γυναίκα στην ανδροπαρέα τους,
έτσι όπως ξεκίνησαν και βρέθηκαν στην ξένη πόλη.
Αγάλλονταν όπως ένα παιδί που του αφήνουν πρόσβαση
σε απαγορευμένο θησαυρό, και φωναχτά
εκθείαζε τις καμπύλες της.
Υπήρχε έξαψη, συναγωνισμός και διαπάλη
ανάμεσά τους ποιος θα την αποκτήσει.
Μόνο που εκείνη με όλη την άνεσή της
δεν δόθηκε σε κανένα τους ποτέ.

 

 

ΘΕΙΟ ΚΟΡΜΙ (1994)

 

ΤΟ ΦΥΛΑΚΙΟ

Ο εραστής της ήταν σημαίνον πρόσωπο
κι υπήρχε φυλάκιο με αστυνομικούς
στο σπίτι του για ασφάλεια.
Όποτε τον επισκεπτόταν, διέκρινε πίσω απ’ το τζάμι
να λάμπουν οι στολές και τα νεανικά τους πρόσωπα.
Σύμφωνα με τους τύπους
δήλωνε το όνομά της στον επικεφαλής,
και μετά άνοιγε η πόρτα για τα ενδότερα.

Ακολουθούσε άνετα ένα δίωρο,
ύστερα κατέβαιναν στην παραλία.
Ήταν μια μικρή δοκιμασία
μετά τον έρωτα, να περάσουν
μπροστά απ’ τους φρουρούς με άψογο τρόπο.

Με τον καιρό το φυλάκιο έγινε σημείο αναφοράς.
Από εκεί άνοιγε η πόρτα, κι όπως πάντα ο φρουρός
-συνήθως κουρασμένος απ’ τη βάρδια-
έλεγε καληνύχτα στους εραστές που έφευγαν στην παραλία.

 

 

ΣΤΟ ΜΠΑΡ

Με την κοπέλα του πήγαιναν
ν’ ακούσουν έναν περίφημο νέγρο τραγουδιστή
σ’ ένα από τα πολυσύχναστα μπαρ της νεολαίας.
Πριν από την είσοδο την προειδοποίησε:

«Μου αρέσει μια γυναίκα
που ίσως έρθει στην παρέα απόψε.
Με το δέος και την κατάνυξη
που μπαίνει κανείς σε μια εκκλησία
έτσι θα έμπαινα στο σώμα της,
και θα με έτρωγε η αγωνία
να την ευχαριστήσω,
και να φανώ αντάξιος-
ενώ με σένα δεν με νοιάζει,
με σένα κάνω έρωτα αδιάφορα,
όπως μιλάω».

Ήταν μαγευτική η ατμόσφαιρα στο μπαρ,
ο κόσμος είχε ενωθεί με τους ρυθμούς
και τη φωνή του τραγουδιστή.
Η κοπέλα μουδιασμένη καταλάγιαζε
την ταραχή της.
Η ωμότητα του φίλου της
την εμπόδιζε να ενωθεί με οτιδήποτε.

 

 

ΠΡΟΧΕΙΡΟ ΣΤΡΩΜΑ

Αφού έφυγαν οι υπάλληλοι,
αργά το απόγευμα, την περίμενε
στο γραφείο του.
Ξεντύθηκαν, και η λαίμαργη γλώσσα του
έφτασε μέχρι τα πόδια της,
κι όπως ήταν παγωμένα
με το στόμα του τα ζέστανε.
Έσμιξαν στο πάτωμα,
σ’ ένα πρόχειρο στρώμα
από μαξιλάρια του καναπέ.

 

 

Η ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Μου σύστησαν την ποιήτρια
από την Καλιφόρνια της Αμερικής,
που έδινε σειρά διαλέξεων στο πανεπιστήμιο.
«Σε γενικές γραμμές δεν μ’ ενθουσίασε η πόλη σας.
Κοινότυπη, δεν προσφέρεται για καλλιτέχνες.
Εμπνέεσαι, μπορείς και γράφεις μένοντας εδώ;»
με ρώτησε. Εκείνη τη στιγμή ένας πληθωρικός
γεροντάκος ξεσήκωνε την ταβέρνα με τις φωνές του:
«Αχ, Μάρκο, φίλε μου, έσβησαν τα νιάτα σου,
έχασες τη λεβεντιά σου με τα χρόνια,
είσαι αγνώριστος».
Σπάραζε, σχεδόν έκλαιγε για τη φθορά του χρόνου.
Ήταν τόσο πηγαίος, ώστε αντί για θλίψη
ένιωθα ανάταση.

Το στιγμιότυπο ανέτρεπε, έκανε σκόνη
τους αβάσιμους ισχυρισμούς της για την πόλη.
«Όλο και κάτι βρίσκει να γράψει κανείς»,
της απάντησα, καθώς αποτύπωνα τον σπαραγμό
του ζωηρότατου, πληθωρικότατου γεροντάκου
κι εμπνεόμουν.

 

 

ΣΥΝΤΟΜΟ ΤΑΞΙΔΙ

Όση ώρα ήμουν μαζί της
ήταν απασχολημένη στο τηλέφωνο.
Προσπαθούσε να αγοράσει φτηνό εισιτήριο
για ένα σύντομο ταξίδι στο εξωτερικό.
Το αποφάσισε ξαφνικά
και δυσκολεύονταν να βρει θέση.
Στα ενδιάμεσα της τηλεφωνούσαν
διάφοροι φίλοι,
ακόμη και παλιές της αγάπες.
Παλιές αγάπες που ζητιάνευαν
για μια συνάντηση.
Μ’ ευγνωμοσύνη έγινα θεατής στις δοσοληψίες της.
Δοσοληψίες της φυγής, της ξενοιασιάς
και του απρόοπτου.

 

 

ΨΗΣΤΑΡΙΑ

Στη στοά Μοδιάνο η ψησταριά είναι μικρή
με πάγκους στους τοίχους, αντί για τραπέζια
και καρέκλες.
Έρχονται άνδρες της πιάτσας που μιλάνε δυνατά
για το κυνήγι, τα κόμματα και τα βρώμικα
νερά του Θερμαϊκού.
Ο συνοδός μου είναι σαν τη μύγα
μες στο γάλα ανάμεσά τους,
είναι ένας φίνος κουλτουριάρης
που με ορέγεται.
Πότε-πότε μου κολλάει το πόδι,
περιμένει να ενδώσω.
Υποπτεύομαι πως μπορεί να χαρίσει ηδονή,
γι’ αυτό δεν με πειράζει που δεν έχει πλάτες
και στιβαρά πόδια.
Στο μεταξύ για κάποιο γνωστό τους
μπαινοβγαίνουν οι άνδρες.

 

 

ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ

«Δες ένα αριστούργημα
νεοκλασικής αρχιτεκτονικής»,
μου είπες, «το ξενοδοχείο στη γωνία.
Σ’ ένα από τα παλιά κι ευρύχωρα
δωμάτιά του πάμε να πλαγιάσουμε μια μέρα.
Στα καλέσματα και τις επινοήσεις μας,
στην ιεροτελεστία του έρωτα,
μ’ επηρεάζουν οι χώροι με τη δική τους ατμόσφαιρα».

 

 

Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Ιούλιο μήνα, νωρίς το απόγευμα,
στην Προξένου Κορομηλά, ένας ζωγράφος
σχεδόν συνομήλικός μου, έκανε ποδήλατο.
Πολυμαθής και ενήμερος
ακόμη και για τις πιο πρόσφατες
τάσεις στα εικαστικά – όμως το έργο του
μια μετριότητα.
Ήταν ο μοναδικός άνθρωπος
που κυκλοφορούσε στο στενό της παραλίας,
απ’ την πολλή ζέστη δεν υπήρχε ψυχή.
«Σε καταλαβαίνω, φίλε μου»,
ψιθύρισα μέσα μου, «σε βασανίζει η τέχνη,
και σου είναι άγνωστη η σκοτεινή δίοδος
που οδηγεί στο μυστικό της.
Αν δεν το ανακαλύψεις, δεν γίνεσαι αληθινός τεχνίτης–
τίτλος σπάνιος και δυσεύρετος.
Σ’ έρημους δρόμους, μα και σε κατάμεστες αίθουσες,
όμοια σε αναλώνει, σε βασανίζει η τέχνη».

 

 

ΛΑΤΙΝΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Στροβιλίστηκαν και πύρωσαν στον έρωτα.
Ναρκωμένη ακόμη απ’ τα φιλιά του
νόμισε πως έβρεχε έξω, αλλά εκείνος την πρόλαβε:
«Δεν είναι βροχή παρά οι κρότοι απ’ τα ξερόκλαδα
που καίει ο κηπουρός στον κήπο».

Ντύθηκαν, και αφού της έβαλε κάτι να πιει,
άνοιξε και της διάβασε ποίηση του Οράτιου
απ’ το πρωτότυπο.
Της διάβασε γαμήλιους ύμνους.
Ιδιόρρυθμοι λαρυγγισμοί και φθόγγοι
και χυμώδεις λέξεις των λατινικών.
Μετά τον έρωτα τελείωσαν με στίχους.

 

 

ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ

Όποιο περιοδικό ήθελε θα της το χάριζε,
άλλα έπρεπε ν’ ανεβεί στο δωμάτιό του,
να διαλέξει μόνη της.
Τα περιοδικά δεν την ενδιέφεραν,
από ματαιοδοξία τον ακολούθησε
– να καταλάβει αν σαν γυναίκα
τον τραβούσε ακόμη.
Γεμάτος φροντίδα κατέβασε τα περιοδικά
από ένα ψηλό ράφι,
και τ’ άπλωνε στο καθαρό σεντόνι
του κρεβατιού του να διαλέξει.
Τον έκαιγε ο πόθος
και δεν τολμούσε να εκδηλωθεί,
να την αγγίξει.
Μαζί με τα εξώφυλλα
της άπλωνε και την υποταγή,
την τρυφερότητά του, να διαλέξει.

 

 

ΠΛΑΝΕΣ ΚΑΙ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ

Αποδείχτηκε σκάρτος και κάλπικος.
Τόσο απέτυχα στις προβλέψεις μου
ώστε αντί για άνετο περίπατο
μου ετοίμαζε πανωλεθρία.

Τις μέρες που ξεχείλιζε το ποτήρι
ανάμεσά μας, και θα χωρίζαμε,
του ξέφυγε κάτι, που όπως φαίνεται
τον απασχολούσε:
«Όμοιος με τους λαχταριστούς άνδρες
που βασανιστικά επιθυμείς στα ποιήματά σου
θέλω να είμαι.»
Δεν του έδωσα καμία απάντηση.
Ένα μίασμα ήταν στη ζωή μου —
ένα μίασμα που ο χρόνος σύντομα
θα έσβηνε.

 

 

ΚΑΛΟΔΕΧΟΥΜΕΝΗ

Στα υπαίθρια γλέντια μας
άφηνε κάπου μακριά τον άνδρα της
–ήταν μεγάλοι, κάπως γερασμένοι και οι δύο–
κι έπιανε θέση ανάμεσα σε λεβέντες.
«Θέλω άνδρες», φώναζε, «άνδρες να κάθονται
δίπλα, απέναντί μου».
Ήταν καλοδεχούμενη γιατί ήξερε να δίνει κέφι,
να δημιουργεί ατμόσφαιρα.
Ήταν καλοδεχούμενη γιατί τους παίνευε
κι έλεγε γλυκό λόγο στον καθένα τους.

Ξεπερνούσε ευπρέπειες και προσχήματα.
Οποιαδήποτε αφοσίωση απ’ τους άνδρες που πλεύριζε
δεν περίμενε – ούτε είχε αυταπάτες να ελπίζει.

Μια παράσταση έδινε και γλεντούσε.

 

 

ΛΙΓΟ ΑΠ’ ΤΗ ΘΩΡΙΑ ΤΟΥ

Ήταν το παράπονό του:

«Της αρέσουν μόνο οι γεροδεμένοι.
Τα έχει μ’ ένα στρατιώτη
που την εξευτελίζει.
Φέρνει γυναίκες και την απατάει
μπροστά στα μάτια της.
Κλαίγεται, κι όμως πάντα
στην αγκαλιά του γυρίζει.
Έχω κουραστεί να την παρακαλώ
να έρθει μαζί μου».

Αν ορέγονταν την κοπέλα
άλλο τόσο θαύμαζε τον στρατιώτη,
που ήταν σκληροτράχηλος και δυνάστης.
Λίγο από τη λάμψη και τη θωριά του
να είχε, θα της έκανε τα τρισχειρότερα.

 

 

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΟΥΧΟ

Από καιρό την πολιορκούσε
κι όταν τη βρήκε στην αμμουδιά,
ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους –
άπλωσε την πετσέτα δίπλα της,
κι όπως ξάπλωναν κοντά, την άγγιζε.
Στάθηκε τυχερός με την άμεση
ανταπόκρισή της: Σηκώθηκε και τον οδήγησε
στο απόκρυφο ακρογιάλι.
Σταμάτησαν απόμερα,
και με την πείρα της στους άνδρες
– γνώριζε την έξαψη που προκαλούσε ολόγυμνη,
πέταξε και το τελευταίο ρούχο από πάνω της
και μπαινόβγαινε στο νερό.
Μπαινόβγαινε πολλές φορές
κι επιδειχτικά, σαν να του έλεγε
«θα πεθάνεις από λατρεία για μένα».

 

 

ΣΥΓΚΡΙΣΗ

Η γνώμη του με κέντρισε:
«Είναι φτηνά και άνοστα τα πορνογραφικά έντυπα,
ενώ τα ποιήματά σου διεγείρουν
και συγχρόνως προκαλούν ανάταση ψυχής.
Έχω εξάρτηση, είμαι ναρκομανής με τους στίχους σου.»

Ξανασκέφτηκα την άποψή του.
Διόλου αμελητέος αντίπαλος η πορνογραφία,
πανστρατιές με βουλιμία τη διαβάζουν.
Τιμή μου να βγάζω άχρηστα τα έντυπα
και την παραλογοτεχνία της.

 

 

ΝΥΧΤΟΠΕΡΠΑΤΗΜΑΤΑ

«Έχει ξεσηκώσει το ξενοδοχείο με τα θέλγητρά της,
την περιστοιχίζουν θαυμαστές, όμως το μυαλό της
στο νεαρό της ρεσεψιόν.
Ομορφόπαιδο και χρόνια μικρότερός της,
τον έχει εκμαυλίσει, τον απολαμβάνει μέχρι το πρωί.
Τα βράδια που έχω αϋπνίες,
τους βλέπω να επιστρέφουν απ’ τις ερημιές
και τα ξενύχτια.»

Με φόντο τις αϋπνίες της πρόβαλλε το ζευγαράκι.
Πικάντικα κι ευφρόσυνα τα νυχτοπερπατήματα.

Είχα σταμπάρει το ομορφόπαιδο της ρεσεψιόν.
Η στόφα, η μαγιά του σύναζε όνειρα:
πράος κι αισθαντικός.
Μαινάδες του έκαναν σινιάλο.

 

 

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΟΣ ΕΜΠΟΡΟΣ

Απ’ τη συγκίνηση που είχε η φωνή του
κατάλαβα ότι αναπολούσε τα ταξίδια του:
«Πήγαινα στην Κωνσταντινούπολη για δουλειές,
έκλεινα παραγγελίες με ομογενείς μεγαλέμπορους∙
έγινα και επιστήθιος φίλος με τους περισσότερους.
Φιλόξενοι κι ανοιχτοχέρηδες με γύριζαν παντού,
απ’ τ’ αριστροκρατικότερα κέντρα μέχρι
τις πιο κακόφημες συνοικίες.
Όλο «πατρίδα» με φώναζαν,
«πατρίδα πιες», «πατρίδα χόρεψε»,
κι εγώ δεν τους χαλνούσα χατίρι.»

Το κάλλος που είχε του έδινε
μεγαλοπρέπεια και φινέτσα,
κι η λαϊκή καταγωγή του
ευθύτητα κι ερωτισμό –
ιδιότητες ακατάλυτες.
Αυθόρμητα τον φώναζαν «πατρίδα».

 

 

Ο ΣΚΟΤΣΕΖΟΣ

«Σ’ ένα δρόμο στο Χονγκ Κονγκ
πουλούσαν ερωτικά φίλτρα∙
μάλιστα ένας πραματευτής επέμενε
ν’ αγοράσω μια σκόνη από όρχεις ρινόκερου.
Με χιουμοριστική διάθεση ψιθύρισα στη φίλη μου:
«Σκέψου εκατομμύρια, μιλλούνια Κινέζων
στην απέραντη επικράτειά τους,
αυτή τη στιγμή να επιδίδονται στην πράξη του έρωτα».
Αντί να διασκεδάσει, ενοχλημένη με τράβηξε
να φύγουμε. Όμως, αρκετά με τα ταξίδια μου.
Εσύ με τι ασχολείσαι;» ρώτησε ο συνομιλητής μου,
ένας κατάξανθος Σκοτσέζος που κατέβαζε
το ένα ποτό μετά το άλλο.
Άναβαν τα φώτα στην παραλία που έπηζε
από κόσμο. «Με ποίηση», του απάντησα,
«Δεν υπάρχει ποίηση, μάλλον χάνεις τον καιρό σου»,
ήταν η απότομη αντίδρασή του.

Τυχαία, μετά από χρόνια
σε μια εφημερίδα διάβασα
για το Χονγκ-Κονγκ και τον θυμήθηκα.
Το περιστατικό με τα φίλτρα
–έτσι όπως μου το είχε διηγηθεί–
έφτιαχνε ποίημα.
Κι ας ειρωνευόταν, κι ας μην πίστευε
ο ανίδεος στην ποίηση.

 

 

ΟΙ ΘΑΜΩΝΕΣ ΣΤΟ ΣΤΕΚΙ

Σκαρφαλωμένο στην αρχή του δάσους
κάτω από ψάθες και πολύχρωμα λαμπιόνια,
ήταν το στέκι που έχει θέα
το βουνό και τη θάλασσα.
Με ανοιχτές αγκάλες με υποδέχτηκαν
όταν ανέβηκα∙ μαζί τους άρχιζε η σύναξη της νύχτας.

Εκεί στο πιο όμορφο μπαλκόνι,
ήσουν και ήμουν η σάρκα που γυαλίζει
και υποβάλλει∙ η σάρκα που εξευγενίζει
χαίρεται, και μαθαίνει να πεθαίνει.

 

 

ΥΠΟΨΗΦΙΑ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

Χωρίς υστεροβουλία μού άνοιξε τα χαρτιά της:
«Όσο κι αν με πιέζουν, θα αρνηθώ
να κατέβω στις εκλογές: Τα έξοδα για την προβολή
είναι τεράστια, θ’ αναγκαστώ να πουλήσω το σπίτι.
Οι γονείς μου ήταν φτωχοί, ζούσαμε σε υπόγειο.
Ο χώρος στενός και τα έπιπλα τόσο στριμωγμένα
που όλο κτυπούσα, μελάνιαζα απ’ τις γωνίες τους.
Γλίτωσα απ’ τα υπόγεια – χιλιοστό δεν ξεπουλάω
απ’ το σπίτι μου για φιλοδοξίες.»

Γυναίκα σπαθί, απογυμνώνονταν.
Όχι όπως τόσοι και τόσοι που κομπάζουν
για τα σαλόνια που κατάγονται.

 

 

ΧΩΡΙΣ ΕΛΕΟΣ

Την κτύπησαν αντιξοότητες,
τσαλαπατήθηκε, έγινε σμπαράλι.

Για να ξεχνιέται, στα τυφλά πηγαίνει
και χώνεται σε συντροφιές που παλιά
την καταδέχονταν.
Παλιά απέδιδε, πουλούσε πνεύμα και αστεία.
Όμως τώρα τους ενοχλεί με την ασκήμια,
τη βουβαμάρα, την παθητικότητά της.
Για να σε δεχτούν ανάμεσά τους
κάτι σπουδαίο πρέπει να διαθέτεις σε εμφάνιση,
αυτοπεποίθηση – και προπαντός να τους διασκεδάζεις.

Τα αυστηρά κριτήρια φυλάχτηκαν.
Της φέρθηκαν ελεεινά∙
σαν κουρέλι την ξαπέστειλαν
– σύμφωνα με την απέχθεια της συντροφιάς
για τους αποτυχημένους.

 

 

ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ ΜΟΥ

Απανθρωπιές και τραγωδίες
δεν μου είναι άγνωστες.
Δια πυρός και σιδήρου τις έζησα.
Αν με ψάξεις θα βρεις τα βαθιά τους σημάδια.
Σκοτάδια, καταχνιές και θλίψεις
τα κουβαλάω στις αποσκευές μου.

Έχω πιστοποιητικά, συστατικές επιστολές
για δοκιμασίες που άντεξα.
Παίρνω, λοιπόν, το δικαίωμα να στραφώ
και να βιώσω τα φωτεινά και τα χαρούμενα.
Το συναπάντημα, το βύθισμά μου στη χαρά
–που τόσο σπάνια συμβαίνει–
είναι δικαίωμα και κερδισμένος χρόνος.
Δεν έχω ενοχές για τις εξάρσεις της χαράς.

 

 

LOVERS AND LAIRS (1992)

 

THE LAST PIECE / ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΟΥΧΟ

For a long time he laid siege to her
and when he found her on the beach
among acquaintances and friends,
he spread his towel beside her,
and as they lay very close, he touched her.
He got lucky
and was somehow surprised
by her immediate response:
she stood up and led him
to a secluded beach.
Remote, they stopped,
and from experience gained from former
love affairs
she knew the heat
she caused when stark naked.
She threw off the final piece
and started going in and out of the water.
She got in and out many times
and flamboyantly,
as if to tell him:
“ You will die adoring me”

 

Από καιρό την πολιορκούσε
κι όταν τη βρήκε στην αμμουδιά,
ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους-
άπλωσε την πετσέτα δίπλα της,
κι όπως ξάπλωναν κοντά, την άγγιξε.
Στάθηκε τυχερός με την άμεση
ανταπόκρισή της: Σηκώθηκε και τον οδήγησε
στο απόκρυφο ακρογιάλι.
Σταμάτησαν απόμερα,
και με την πείρα της στους άνδρες
-γνώριζε την έξαψη που προκαλούσε ολόγυμνη,
πέταξε και το τελευταίο ρούχο από πάνω της
και μπαινόβγαινε στο νερό.
Μπαινόβγαινε πολλές φορές
κι επιδειχτικά, σαν να του έλεγε:
«Θα πεθάνεις από λατρεία για μένα».

 

 

THE YOUNGEST SON / Ο ΜΙΚΡΟΤΕΡΟΣ ΓΙΟΣ

After the concert
we packed into the car.
Of her four sons
she sat with the youngest in her lap.
All the way back she ignored us.
His blond hair, his tender body,
which in a short time would ripen,
she counted more important.

The group wanted her to be exciting
but she wasn’t in the mood
-she knew her youth was fading away.
She fondled him and kissed him.

 

Μετά τη συναυλία
χωθήκαμε στο αυτοκίνητο.
Από τους τέσσερις γιούς της
κάθησε με το μικρότερο στην αγκαλιά της.
Σ’ όλη τη διαδρομή μας παράτησε,
τα ξανθά μαλλιά του,
το τρυφερό σώμα του
που σε λίγα χρόνια θα μέστωνε
μετρούσαν περισσότερο.

Η παρέα ήθελε νεύρο
αλλά εκείνη δεν είχε διάθεση
-έβλεπε τα νιάτα της να χάνονται,
τον έτριβε και τον φιλούσε.

 

 

PERFORMANCES / ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ

He impudently said to me:
“Your poems are flooded with sensualism and passion
and something related,
something exquisite
I expected from you
the few times we made love-
but I can’t conceal from you
that you have disappointed me”

For his own performance
in bed
and my appraisal of it,
he neither asked
nor cared to know.

 

Ασύστολα μου ανέφερε:
«Τα ποιήματά σου πλημμυρίζουν
από αισθησιασμό και φλόγα
και κάτι ανάλογο, κάτι εξαιρετικό
περίμενα από σένα,
τις λίγες φορές που κάναμε έρωτα.
Δεν σ’ το κρύβω ότι με απογοήτευσες».

Για τις δικές του επιδόσεις στο κρεβάτι,
και πώς τις έκρινα,
δεν ρώτησε, ούτε νοιάστηκε να μάθει.

 

 

SWEET EVENING / ΓΛΥΚΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

The share of the square,
the shape of the houses which delineate it,
with lit arcades, open air restaurants
and cafes.
Here the young people gather,
flooding the sidewalks,
not leaving an empty table.

The futility and the sensual life of the city
are drowned together, dissolved
into the sweet evening.

And yet it was inescapable:
here where beauty thickened
I entered with awe.

 

Το σχήμα της πλατείας,
το σχήμα των σπιτιών που την καθόριζαν,
με φωτεινές καμάρες, υπαίθρια εστιατόρια
και καφετέριες.
Σ’ αυτόν τον χώρο συνωστίζονταν η νεολαία,
κατέκλυζε τα πεζοδρόμια,
δεν άφηνε τραπέζι για τραπέζι.

Η ματαιότητα κι η τρυφηλή ζωή της πόλης
πνίγονταν, διαχέονταν
μες στο γλυκό απόγευμα.

Κι όμως ήταν αναπόφευκτο:
σ’ αυτόν τον χώρο που έπηζε η ομορφιά
μπήκα με δέος.

 

 

FROM THE BEGINNING / ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

We met after some time
and it was as if we started from the beginning.
I surveyed your face
and didn’t manage to restrain
the desire which blazed
because it awaited your body,
the harmonic junctions and its lines.

I sought its weight,
I sought its rage.

 

Ύστερα από καιρό συναντηθήκαμε
κι ήταν σαν να ξεκινούσαμε
απ’ την αρχή.
Ανέτρεξα τη μορφή σου
και δεν πρόλαβα ν’ αναχαιτίσω
τον πόθο που φούντωσε,
γιατί περίμενε το σώμα σου,
τ’ αρμονικά δεσίματα και οι γραμμές του.

Γύρεψα το βάρος του,
γύρεψα τη λύσσα του.

 

 

THE NAKED COUPLE / ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ

He got lost in the thick lushness
trying to find a path to the sea.
We stood above waiting.
He climbed back up huffing:
“Let’ s go further, the slope here
is steep,
but they were fine, they were beautiful,
uncovered among the trees
one body the two of them,
joined together.”

Like a valued trophy
of the most innocent exploration
he pointed out to us the couple later,
when they as well descended to the beach.

 

Χάθηκε στην πυκνή βλάστηση
να βρει δρομάκι για τη θάλασσα.
Εμείς σταθήκαμε ψηλά και περιμέναμε.
Ανέβηκε λαχανιασμένος:
«Πάμε παρακάτω, η πλαγιά
είναι απότομη-
αλλά ήταν φίνοι, ήταν ωραίοι,
ακάλυπτοι ανάμεσα στα δένδρα
ένα σώμα οι δυο τους,
ενωμένοι.

Σαν πολύτιμο τρόπαιο
της πιο αθώας εξερεύνησης,
μας έδειξε αργότερα το ζευγάρι,
όταν κατέβηκε κι αυτό στην αμμουδιά.

 

 

ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ (1990)

 

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Καθόταν στο διπλανό τραπέζι,
είχε δική του παρέα κι όμως κάθε τόσο
γύριζε να με κοιτάξει,
με έψαχνε στα μάτια.
Πριν καθήσει απέναντί μου
υπήρχε το νωχελικό φως του απογεύματος
που έλουζε τα τραπέζια,
τα καθαρά τραπεζομάντιλα
και πιο πέρα τις πέτρες και τα δένδρα.
Μα πριν συμβούν όλα αυτά
ήμουν βυθισμένη σε μια απέραντη νωχέλια,
σε μια απέραντη ηρεμία
που προδιέθετε και προετοίμαζε
μια τέτοια απόλαυση:
μέσα στο εξαίσιο φως
ένας άνδρας να με κοιτάζει.

 

 

ΔΥΟ ΑΝΤΡΕΣ

Στο τραπέζι της μεγάλης παρέας
κάθισα ανάμεσά τους,
με ήθελαν και οι δύο, ήθελα και τους δύο
-δεν ξέρω ποιον περισσότερο.
Η νύχτα θα περνούσε μ’ αυτή την επιθυμία
που δεν θα γινόταν ποτέ πράξη.
Κι όμως κανείς όσο εμείς οι τρεις
δεν σκόρπισε τόσο κέφι εκείνο το βράδυ.

 

 

ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ

Ο περίεργος τρόπος που κρατάς
το μολύβι μ’ ερεθίζει.
Νιώθω την πίεσή σου στο χαρτί,
την αφή σου στην άκρη.
Τα δάκτυλά σου έχουν υπόσταση
και σχήμα κι είναι μπλεγμένα
γύρω απ’ το μολύβι
σαν τον πόθο που τρέφει
την ψυχή μου.
Ακόμη κι όταν γράφεις χύνεται ορμή.

 

 

ΜΑΥΡΙΛΑ

Πήγα στην έκθεση ζωγραφικής
– εκλεκτή γκαλερί, υπόγειο
σε κεντρικό δρόμο.

Η ματαιότητα της ζωής
και το υπαρξιακό αδιέξοδο
δέσποζε στο όραμα του καλλιτέχνη.
Είχε άψογη, τέλεια τεχνική.
Με τι ευαισθησία το χεράκι της τέχνης
σερβίριζε μαυρίλα,
έλα όμως που έρχονται στιγμές
που δεν δέχεσαι άλλη μαυρίλα
και δεν σου κάνουν πια τ’ αδιέξοδα.

Γύρισα ξανά μέσα στα φώτα
και την κίνηση,
με στέγνωσαν οι φοβερές εικόνες τους.

 

 

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Ο ερωτισμός ξεχύνεται
εκεί που δεν το περιμένεις.
Όχι μόνο στο πρώτο ταξί
αλλά και στα επόμενα που χρειάστηκα
έπαιζε μουσική μ’ ερωτικά τραγούδια.

Η ανάγκη και οι έγνοιες της μέρας
μου αμβλύνουν τις αισθήσεις,
τις εχθρεύονται, τις αμπαρώνουν,
κι όμως μέσα στην αγωνία
και την απάνθρωπη κίνηση
η μουσική ήταν τρυφερή
κι ακαταμάχητη συνάμα,
κι από το άκουσμά της γλίστρησε
γλυκιά επιθυμία γι’ αγαπημένο πρόσωπο.

 

 

ΤΟ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ

Η ομορφιά θέλει να δείχνεται
δεν αντέχει τα σκεπάσματα.
Ήταν κάτι άλλο οι γοφοί της,
της ταίριαζε το εφαρμοστό παντελόνι∙
λίγο να ζέσταινε η μέρα
έβγαινε χωρίς παλτό,
ούτε μπουφάν δεν έριχνε στους ώμους της.

 

 

Η ΚΡΙΤΙΚΗ

«Είσαι πολύ φλου», μου είπαν,
«δεν αρέσουν οι στίχοι σου,
αόριστα, πολύ αόριστα πράγματα».
Με τρόπο άλλαξα συζήτηση
ήμασταν μια μεγάλη παρέα
κι απέφυγα να δώσω εξηγήσεις.

Όσο κι αν μ’ επηρέαζε η έντονη κριτική
κι ήταν αγκάθι τα λόγια τους,
εκείνο το διάστημα κρατιόμουν καλά
κι ερωτικά με υπολόγιζαν,
αναζητούσαν τη συντροφιά μου∙
εκείνο το διάστημα έγραφα συνέχεια
για τη ζωή που έσφυζε γύρω μου.

 

 

ΕΞΟΝΤΩΣΗ

Κι οι πιο απίθανοι άνθρωποι
έρχονται με κάτι άγριες φωνές
να με τρομάξουν, να μ’ εξοντώσουν.

Όταν με λιώσουν, ζωντανεύουν,
και το κορμί μου αδύναμο,
χωρίς πνοή,
κορμί για πέταμα.

 

 

ΒΙΒΛΙΑ ΤΣΕΠΗΣ

Πουλιούνται αβέρτα στα περίπτερα
ερωτικά βιβλία τσέπης
– ιδίως για γυναίκες.

Και ιδού η συνταγή:
οι εραστές είναι νέοι και ωραίοι,
το περιβάλλον πλούσιο, παραδεισένιο∙
υπάρχει φλόγα, υπάρχει πάθος,
ωστόσο οι έρωτες παραμένουν
διακριτικά ρομαντικοί.

Φτηνές συνταγές κι όμως πουλιούνται∙
έχω δει με τι μανία τις διαβάζουν,
όπως τα περιοδικά μόδας, τ’ αστυνομικά
κι άλλα.

 

 

Η ΕΙΚΟΝΑ

Η ψυχή σου με ηρεμεί
και το σώμα σου μ’ ελκύει,
και δεν υπάρχει τίποτα μίζερο
και τιποτένιο
σε όσα έζησες σε ό,τι είσαι.
Κι αυτή είναι μια τέλεια εικόνα
για να σε απομονώσω
και ν’ αντιπαρέλθω το πάθος μου
για σένα
-όμως οι κινήσεις σου κρύβουν
έναν ανυπέρβλητο, έναν ζωικό ερωτισμό
κι αυτό είναι η πιο μεγάλη δυσκολία.

 

 

Ο ΧΟΡΟΣ

Σ’ έφερα στο νου μου καθώς χόρευα
και σκέφτηκα με τι φλογερότητα
με τι παλμό θα χόρευες
και τι καημούς θα σκόρπιζες.
Σ’ έφερνα μπροστά μου
και πέρασα όλη τη λαγνεία μου για σένα
σε κάθε μου βήμα.

 

 

ΣΤΗΝ ΓΚΑΛΕΡΙ

Δεν ήμουν παρά μια ονειροπόληση
να σε κουβαλάω στο μυαλό μου,
σ’ αυτή την κατάσταση κατέβηκα
στην έκθεση ζωγραφικής,
κι εκεί μ’ αγκάλιασε ο ερωτισμός του καλλιτέχνη
με τα δικά του οράματα τριγύρω
– όλο γυμνές νεράιδες κι αγαλλίαση χρωμάτων.

 

 

ΦΙΛΗΔΟΝΙΑ

Η πιο φιλήδονη κίνηση στην ομιλία σου,
είναι όταν φέρνεις την γλώσσα
ανάμεσα στα χείλη,
για να εκφράσεις
απόρριψη ή θαυμασμό.

Κάποτε θα ήθελα να αποσπάσω
την πιο φιλήδονη κίνηση
του σώματός σου στην επαφή.

 

 

ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ

Χάθηκε στην πυκνή βλάστηση
να βρει δρομάκι για τη θάλασσα.
Εμείς σταθήκαμε ψηλά και περιμέναμε.
Ανέβηκε λαχανιασμένος:
«Πάμε παρακάτω, η πλαγιά
είναι απότομη∙
αλλά ήταν φίνοι, ήταν ωραίοι,
ακάλυπτοι ανάμεσα στα δένδρα
ένα σώμα οι δυο τους,
ενωμένοι».

Σαν πολύτιμο τρόπαιο
της πιο αθώας εξερεύνησης,
μας έδειξε αργότερα το ζευγάρι,
όταν κατέβηκε κι αυτό στην αμμουδιά.

 

 

Η ΦΩΝΗ ΣΟΥ

Το βλέμμα μου εστιάζεται
γύρω από τη μέση σου,
εκεί που μόλις ενώνεται με τους γοφούς
και πλησιάζει στο στήθος∙
αν δε σε κοιτάξω,
με την ίδια ευχαρίστηση μπορώ
ν’ αφεθώ στη φωνή σου∙
γιατί η φωνή σου
έχει την ευελιξία της σάρκας σου,
προέρχεται από τη σάρκα σου
και την εκφράζει.

 

 

Η ΜΠΟΥΚΙΑ

Χωρίς να το περιμένω
μέσα σε τόσο κόσμο,
με πόθο και τρυφερότητα,
για ν’ αγγίξεις έμμεσα το στόμα μου
έκοψες μπουκιά με το πιρούνι σου
και μου έδωσες να φάω.

 

 

ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ

Ήταν δοσμένη στο τραγούδι
κι εμείς μισοβαρεμένοι ξαπλώναμε
στην αμμουδιά,
όταν σε είδε να πλησιάζεις
το τραγούδι έγινε παθιασμένο,
το έλεγε για σένα.

Η σκηνή μου θύμιζε ανεκπλήρωτους πόθους,
πλησίαζες κι ήσουν περιζήτητος,
κι η γυναίκα που τόσο φανερά εκδηλώθηκε,
είχε μια συντηρητική, μια ανέραστη ζωή.

 

 

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΑΒΕΡΝΑ

Μίζερη παρέα, μίζερες κουβέντες
αναγκαστικά κάπνιζα κι έπινα
για να περάσει η ώρα.
Όταν φύγαμε, στο σπίτι
χύμηξα επάνω σου,
κι όπως κυλιόμασταν,
χύμηξα στον ίδιο μου το φόβο
αν τύχει και δεν έφτανα στην ηδονή.

 

 

ΤΟ ΠΑΡΑΜΙΛΗΤΟ

«Πηγαίνω βόλτα με το σκύλο
στα περίχωρα,
μέσα στην ερημιά και τα χωράφια
παραμιλάω δυνατά».

Είχε τα χάλια της,
κι αν κάτι μ’ άγγιξε
ήταν επειδή το είπε απλά,
χωρίς οίκτο.

 

 

ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΟΣ ΠΡΑΚΤΩΡ

Δούλευε στο λιμάνι, ναυτιλιακός πράκτωρ,
τα λόγια του ήταν καταρράκτης,
έλεγε για κόλπα και κομπίνες
που γίνονται,
και πόσο ατσίδα πρέπει να είσαι
για ν’ αντεπεξέλθεις.

Ένιωθα άβολα μπροστά του,
δεν του είπα τίποτα για μένα,
για τα καλλιτεχνικά μου,
για τις παρορμήσεις των στίχων μου
και τη μοναξιά τους.

 

 

ΠΑΡΤΙ ΣΕ ΤΑΡΑΤΣΑ

Ένα νεύμα μου μόνο περίμενες
που το ανέβαλλα,
που ακόμη νοιαζόσουν για μένα
μου αρκούσε,
και ξεπέρασα την αίσθηση
πως όλα ήταν γνωστά,
αφάνταστα γνωστά εκείνη την ώρα:
το ζεστό κι άπλετο φως
στην ταράτσα που συγκεντρωθήκαμε,
η μελαγχολία των φίλων μας τριγύρω
και τα παλιά τραγούδια που ζητούσαν.

 

 

ΤΑ ΓΛΥΠΤΑ

Στην αίθουσα υπήρχαν γλυπτά
που για μένα συμβόλιζαν το θάνατο,
κι άλλα που ο πεσιμισμός τους
ισορροπούσε με μια σπίθα
ζωής και αισθήσεων.

Και βέβαια υπήρχαν ερωτικά έργα
μ’ απροκάλυπτη τολμηρότητα,
με τη λάμψη ή τη δύναμη της σάρκας
που δε χαρίζει.
Με γονάτιζαν, με ξεγύμνωναν
όταν τα κοίταζα,
κι ήταν απαράμιλλα
και πιο πάνω από εκείνα του θανάτου
και τα άλλα των ποικίλων αποχρώσεων.

 

 

ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΣΟΥ

Οι πιο σκοτεινές
οι πιο αδίστακτες ορμές σου
μ’ εξουσιάζουν.
Και να μιλούσες
δεν θ’ άκουγα,
εμένα με τραβούσαν τα χείλη σου,
όλη η ηδονή που υπόσχεσαι
έχει το σχήμα τους.

 

 

Η ΥΠΕΡΟΨΙΑ ΣΟΥ

Για ό,τι λατρεύτηκες
σε θέλω,
λατρεύτηκες για το κορμί
για ό,τι είσαι,
για την ευκολία σου
να επιλέγεις και να παίρνεις,
όταν οι άλλοι σε γυρεύουν
εσύ να προσπερνάς.

Σε θέλω κι όσο μπορώ
όλο πιο σπάνια σε σκέπτομαι
– σε χάλασε η υπεροψία σου.

 

 

ΕΠΛΗΤΤΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ

Νοιάζονταν αν κρύωνα
απ’ το θαλασσινό αεράκι
κι έλεγε να καθίσουμε πιο μέσα
σ’ άλλο τραπέζι.

Δίπλα η γυναίκα του
–ένα ερωτικά θεσπέσιο πλάσμα–
τον κοίταζε αδιάφορα,
έπληττε μαζί του.
Ήταν υπερβολικά γεροδεμένος
κι είχε μια τρυφερή ψυχή
σαν μικρού παιδιού.
Σε λίγο έφερε τη συζήτηση
γύρω από τη γνωριμία τους:
«Μετά τις ταβέρνες και τα ποτά
κλεινόμασταν στην κάμαρά μου,
κι εκεί με μεθούσε,
χόρευε για μένα ολόγυμνη
πριν πλαγιάσει».
Ήταν επίκληση για την παλιά
ιδανική τους σχέση,
το ανεξίτηλο δόσιμο του έρωτά τους,
ό,τι τον έσπρωχνε ν’ αποκαλύψει.
Εκείνη δεν άλλαζε, τον κοίταζε αδιάφορα.

 

 

ΤΟ ΠΑΛΤΟ

Ξαφνιάστηκα όταν το φώναξε:
«Άνοιξε το παλτό σου
ή καλύτερα πέταξέ το,
θέλω να βλέπω το σώμα σου».
Σε λίγο όταν όλοι εμείς θα φεύγαμε
θα έπαιρνε τη γυναίκα
που το παλτό έκρυβε το ωραίο της σώμα
και θα πήγαιναν αγκαλιά σπίτι τους.

Μα ήθελε να το φωνάξει
εκεί μπροστά μας,
η πιο ζωντανή του υπόσταση
είναι εραστής.

 

 

ΑΠΕΡΙΤΤΗ

Ο άνδρας την ενδιέφερε
κι είχε τη λαχτάρα της ανίχνευσης
των πρώτων εντυπώσεων.
Και να στολίζονταν
δεν θα ομόρφαινε,
αλλά τη χάρηκα
που βγήκε να τον συναντήσει
τόσο απέριττη
μέσα στον ίδιο τον εαυτό της,
μ’ ένστικτο και ταμπεραμέντο μόνο.

 

 

ΣΤΙΛΠΝΟΤΗΤΑ

Όταν έμεινες έκθαμβος
πόσο έλαμπε το φεγγάρι,
αναλογιζόμουν πως είχα χρόνια
να συναντήσω τρυφερό άντρα
σαν και σένα.

Είναι χιλιοειπωμένο το φεγγάρι
δεν με απασχολούσε,
ούτε είχα την άνεση
να το προσέξω
απ’ την αρχή που βγήκαμε
– καλοβολεμένη μέσα στα ρούχα
η δική σου στιλπνότητα υπήρχε.

 

 

ΠΡΟΤΑΣΗ

Κολυμπούσαν στα βαθιά
και του πρότεινε να βρεθούν
για έρωτα οι δυο τους ένα βράδυ.
Ό,τι τόσα καλοκαίρια του αρνιόταν
τώρα το άκουγε απ’ τα χείλη της.
Συμφώνησαν μόλις βοηθούσαν
οι περιστάσεις ένα βράδυ,
για το πρωτόγνωρο γύμνωμα,
την πρωτόγνωρη επαφή τους.
Στην παραλία ανάμεσα στους φίλους
δεν κάθισε μαζί της,
πήγε πιο πέρα κι έριξε
τη βάρκα του στη θάλασσα,
τη βούλιαζε παντού, την έπλενε.

 

 

ΤΟΛΜΗ

Όσο με φιλούσες
περίμενα το άγγιγμα της γλώσσας,
το στριφογύρισμά της μέσα στο στόμα μου.
Όσο με φιλούσες
είχα την αναίδεια να κρίνω την τέχνη σου,
να μελετάω την υφή και την ένταση
απ’ τα χείλη σου.
Για να σωπάσω,
να πάψω να σε κρίνω,
ήθελα την πρόστυχη τόλμη σου.

 

 

ΤΟ ΦΙΛΙ

Ο ήλιος έκαιγε, ο αέρας μάς δρόσιζε
η θάλασσα είχε ένα σκούρο μπλε χρώμα.
Στο πιο ψηλό κατάστρωμα του πλοίου
φίσκα οι ταξιδιώτες
κι ανάμεσά τους ένα ζευγάρι που φιλιόταν.
Το στόμα της ήταν χαμένο στο δικό του,
κι αν έκρινα απ’ το φιλί
δεν ήταν δύσκολο να φανταστώ
σε τί κραδασμούς ήταν δοσμένοι,
και ποια τέλεια ένωση τους περίμενε.

Παλιά, και σ’ άλλα καράβια
έτυχε να φιλιούνται ατέλειωτα,
ίσως τους εμπνέει η θέα
του ανοικτού ορίζοντα,
ίσως να είναι από σύμπωση-
πριν ανεβώ τη σκάλα
αυτή τη σκηνή την περίμενα.

 

 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Το καφέ βιβλίο με το χοντρό κάλυμμα
έχει τα ποιήματα που αγαπάω,
τα ποιήματα που λένε ιστορίες
για φθορά, για έρωτα και θάνατο
νεαρών εραστών.
Σέρνω μαζί μου αυτό το βιβλίο,
το χρώμα του που αρχίζει να ξεβάφει
έχει δεθεί μες στο μυαλό μου
με την απόχρωση της σάρκας τους
που αποθεώνεται στους στίχους.

 

 

Ανοικτή γραμμή (1984)

 

ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ

Ξέφυγε τη στενή πολιορκία των ανθρώπων,
ξεγέλασε τους φωτογράφους
κι ύστερα χάθηκε αθόρυβα
στους πολυσύχναστους δρόμους∙
πότε πότε σφυρίζοντας
το ξεχασμένο τραγουδάκι
ή κάποιο τρελό ρυθμό της εποχής
να ξεγελάσει την πολιορκία
οποιασδήποτε μελαγχολίας,
κι ας είχε στο νου του
το λίγο χρόνο που έμενε
να διαγράψει χαρτιά, τηλεγραφήματα
απεγνωσμένους έρωτες.

Όταν συναντηθήκαμε με ρώτησε:
«Λοιπόν η κατάσταση
όπως πάντα ενθαρρυντική;»

 

 

ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Η υγρασία γίνεται πιο έντονη το πρωί,
κάτι σαν πάχνη που θολώνει
όταν κοιτάξεις στον καθρέφτη
τις λεπτομέρειες και την ασκήμια που συνήθισες.

Είναι βαριά τα λόγια,
και πιο πολύ όταν οι άνθρωποι
γίνονται ανυπόφοροι,
κι είναι μια ζωή μετρημένη
που αλλάζει,
αν κι αυτό πρέπει κάποτε
να το αποδείξεις.

Σε λίγο έρχεται η Στέλλα,
καθαρίζει τους καθρέφτες
και βάφει τα μάτια μας μεγάλα
με πράσινο και μαύρο,
ύστερα χαμηλώνει το φως
και μας κοιτάζει.

Όμως το πιο ενθαρρυντικό
στοιχείο ανάμεσά μας
είναι ότι επικοινωνούμε χωρίς φόβο.

Φοράμε ελαφρά, άνετα ρούχα,
χορεύουμε ξυπόλυτες, πετάμε τα τηλέφωνα
και δυναμώνουμε τη μουσική
ενώ οι χορευτές μάς αγκαλιάζουν τρυφερά
και μας φέρνουν στον υγρό κήπο
με τα τριαντάφυλλα.

 

 

ΦΩΤΟΣΚΙΑΣΕΙΣ

Η φωτογραφία την κολάκευε ιδιαίτερα
κάπου στη μέση της κάμαρας,
ρίχνοντας φως και πολλά αντικείμενα τριγύρω,
το καθένα στη σωστή απόσταση
για τις φωτοσκιάσεις που μεγάλωναν,
καθώς κατέβαινε ο ήλιος
τυλίγοντας τα μαλλιά και τα λεπτά της δάκτυλα
μέσα στην κάμαρα με τα πολύχρωμα βιβλία
και την κλειστή πόρτα για καταφύγιο.

Στο σπίτι της θείας
είχαν ένα στενό διάδρομο
κι ένα μεγάλο γιο που γκρίνιαζε.

Τώρα μπαίνουν άνθρωποι
που ανοίγουν με πάταγο
και με κλoτσιές τις πόρτες∙
Δεν έχουν συγκέντρωση,
δεν έχουν τεχνική.

Η κάμαρα μένει άδεια
χωρίς το όμορφο κορμί της,
τους φωτισμούς, τους υπολογισμούς,
τα μακριά φουστάνια
και τα διάφορα αντικείμενα τριγύρω της.

Αυτή η απουσία φοβερά
τον βασανίζει∙
περνάει το διάδρομο, σβήνει τους προβολείς,
περπατάει σταθερά και αδέξια συγχρόνως,
φεύγει και τους αφήνει ατιμώρητους,
γυρίζει στα καταφύγια
και στα θαλάσσια σπορ
το καλοκαίρι.

 

 

ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ

Το μεσημέρι πλαγιάσαμε δίπλα στο παράθυρο
με το σπασμένο τζάμι,
ήταν μια λεπτομέρεια παράξενη
σ’ αυτό το μέρος όπου οι άνθρωποι
πληρώνουν για να χαίρονται
ανάμεσα στις λεμονιές
και τα μεγάλα, ξύλινα δωμάτια,
τραγουδώντας μαζί με τα παιδιά
και τις παρέες τους
πάνω στην πράσινη χλόη
που απλώνεται στρέμματα ολόκληρα.

Είναι μαζί και κάποιος θίασος,
όλοι αυτοί που ναύλωσαν καΐκι
κι ετοιμάζονται με ζωηρά σχέδια
και μουσική,
ενθουσιασμένοι από το πράσινο
και τα βουνά τριγύρω.

Αύριο νωρίς το πρωί
θα κοιτάξουμε γι’ αστακούς
που ξετρυπώνουν πάνω στα βράχια∙
ύστερα θα πλύνουμε τα γόνατα
και θα ετοιμάσουμε τα δώρα
για το υπαίθριο γλέντι
σ’ ένα μεγάλο τραπέζι
στη μέση του κήπου∙
έτσι όπως τον περιμένουμε
δροσερό κι ευρύχωρο,
ανάμεσα στα πανύψηλα δένδρα
και τις φυλλωσιές του.

 

 

Η ΣΥΓΚΡΙΣΗ

Δεν σου ταιριάζουν μελαγχολίες,
δεν σου ταιριάζουν θλίψεις,
κουραστικά συμπεράσματα∙
συγκριτικά τον κέρδισες τον έρωτα,
έδρεψες κι έδρεψες απ’ τη λατρεία
που αποπνέουν τα μάτια τους
όταν σε κοιτάζουν.

Δεν σε αφάνισε ο έρωτας,
όταν για το κορμί βαθιά εντός μας
καταιγισμοί λυσσομαχούν.

 

 

Ο ΚΥΚΛΟΣ

Τα δένδρα αγριεύουν,
τα παράθυρα σκεβρώνουν,
οι δουλειές με πνίγουν,
εποχιακές και προαιώνιες,
όμως οι άνθρωποι στο σπίτι
ασχολούνται με την υποδοχή των ξένων∙
αλλάζουν υπνοδωμάτια,
στοιβάζουν καρέκλες, πολυθρόνες,
μέχρι να βραδιάσει περιμένουν.

Εδώ ψηλά η περιοχή ερημώνει
χωρίς θήραμα και δίχως ομορφιά,
κι όλο λέω να βρω ένα ήσυχο μέρος
κάτω από τα δένδρα
ολάκερη να με γυρεύεις.

 

 

ΤΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

Οι ερωτευμένοι δεν φιλιούνται
μόνο πίσω από τις βάρκες,
τρέχουν και κρύβονται στα δάση∙
όταν γυρίζουν μαζεύουν τα ρούχα τους
κι ανεβαίνουν στα ποδήλατα.

Οδηγούν απρόσεκτα,
έχουν ορμή κι ευελιξία,
χαλαρωμένα, φωτεινά πρόσωπα
και σώματα.

Χωρίς ν’ αντιλαμβάνονται κοινές συνομιλίες
και βαρετές συνήθειες,
κυκλοφορούν μ’ επικίνδυνη ταχύτητα∙
κάνουν ξυστά ανέμελα περάσματα,
μπαίνουν στη μέση τού δρόμου,
στρίβουν απότομα.

Πηγαίνουν όπου θέλουν,
σε έρωτες μυστικούς,
σε γνωριμίες που τελειώνουν κάπως έτσι∙
και καθώς στο πέρασμά τους
μαγνητίζουν την προσοχή του κόσμου,
πέφτουν συχνά σε μικροατυχήματα,
σε απότομες συγκρούσεις.

 

 

Η ΑΝΟΙΚΤΗ ΓΡΑΜΜΗ

Η ομίχλη καθυστερεί την αναχώρηση
από το αεροδρόμιο,
υπάρχει κίνδυνος ν’ αναβληθεί το ταξίδι∙
σαν τρελός με παίρνει στο τηλέφωνο,
έχει εξαντληθεί να με βλέπει παντού
χωρίς να με αγγίζει,
να φαντάζεται τη συνάντησή μας
σ’ ένα εξοχικό σπίτι
κι ο έρωτας στο πείσμα του καιρού
να μεγαλώνει.

Εδώ μας διακόπτουν,
η γραμμή αρχίζει να βουίζει,
ακούγονται ανακοινώσεις
μέχρι να φύγει το αεροπλάνο,
αν τελικά φύγει∙
προσπαθώ ν’ ακούσω τη φωνή του
κάτι μισές λέξεις, σχεδόν ψιθυρίσματα∙
δεν προλαβαίνει να μιλήσει∙
πρέπει να τρέξει για εισιτήρια,
φοβάται μόνο τη συνεχή αναβολή
του έρωτα
σ’ ένα λευκό αεροδρόμιο.

 

 

ΕΝΑ ΚΟΙΝΟ ΘΕΜΑ

Πέφτει βροχή, αέρας,
η θάλασσα αγριεύει,
καθόμαστε στην παραλία
και κοιτάζουμε τους νεαρούς
που παλεύουν με τ’ αγριεμένο κύμα.

Λέμε να δυναμώσει η μπόρα,
να τρέξουνε στην αγκαλιά μας.

Όμως αυτό ήταν μια υπόθεση,
ήταν μια τρέλα.
Εκείνοι γονάτισαν το κύμα,
πήραν την ψυχή του κόσμου
με τα τραγούδια και το σώμα τους

κι εγκατέλειψαν την υγρή άμμο
τυλιγμένοι την αγάπη, το χορό της βροχής
που δεν έγινε, που θα ήταν
η αρχή μιας υπέροχης γνωριμίας.

 

 

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΗΣ

Βραδιά υπέροχη,
άνθρωποι υπέροχοι,
όμως η μουσική απόψε δεν αρκεί
δεν γεμίζει,
ούτε οι κουβέντες ούτε τα χαμόγελα∙
η καμπυλόγραμμη γυναίκα
που όλοι μάταια γυρεύουν,
βυθισμένη, απόμακρη,
μιλάει ατέλειωτα για τέχνη,
δεν σηκώνει βλέμμα.

Η μοναδική παρουσία της επηρεάζει,
η αδιαφορία της πληγώνει,
αναπόφευκτα επιδρά επάνω τους,
καταλύει τη νύχτα.

 

 

ΑΔΕΙΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Καθώς την περίμενε,
πάλευε και πάσχιζε να τελειώσει
το κείμενο μπροστά του,
ενοχλημένος, με σύντομες φράσεις
απαντούσε και στο τηλέφωνο∙
καθώς την περίμενε αγνοούσε
τακτές ημερομηνίες και χειρόγραφα.

Μόνο να επιστρέψει,
να μένει ανοικτό το φωτάκι του πικάπ
κι ο δίσκος να παίζει,
να μιλάνε για ταινίες το σαββατόβραδο,
για τρελές παρέες,
αναδυόμενα πάθη.

 

 

ΣΤΕΝΟ ΔΡΟΜΑΚΙ

Έγραψε με μολύβι στον καθρέφτη:
«απόψε δεν έχω κέφι —
πάμε σινεμά ή συναυλία»,
δίπλα στην υπογραφή διέκρινα φευγαλέα
και την απαίσια όψη μου∙
εκείνο το βράδυ χωρίσαμε
σ’ ένα στενό δρομάκι,
σ’ ένα στενό δρομάκι μέσα στο πλήθος∙
ήμουν η αγάπη του που δεν περίμενε,
η ερωμένη που ήθελε ν’ αποφύγει,
μια άγνωστη που τον είδε τυχαία
να περιφέρεται εκεί όπου υπήρχαν στη σειρά
φωτεινές επιγραφές, χορευτικά κέντρα
και πολλή βοή για ό,τι έπρεπε
καθένας ν’ αποφασίσει.

 

 

ΑΓΩΝΕΣ ΤΑΧΥΤΗΤΑΣ

Η «Αφροδίτη» περνάει τον «Ρινόκερο»
και τρέχει σαν βολίδα,
προσπαθεί να κρατήσει τη θέση της
αλλά ο «Κένταυρος» που την ακολουθεί επίμονα
μ’ ένα επιδέξιο χειρισμό
περνάει πρώτος
και γίνεται το αυτοκίνητο-θρύλος.

Η ζωντανή μετάδοση συνεχίζεται,
παρακολουθούμε την αποθέωση του νικητή,
τον ενθουσιασμό του πλήθους
που περικυκλώνει το αυτοκίνητο
και πανηγυρίζει.

Σηκώνουμε το τραπέζι
και το μεταφέρουμε δίπλα στο ανοικτό παράθυρο
αργότερα θα δείξουν σ’ επανάληψη
όλες τις φάσεις του αγώνα,
αλλά τώρα μας ενδιαφέρει
να βρούμε καρέκλες και ποτήρια,
η ατμόσφαιρα είναι έντονη, ερωτικά ηλεκτρισμένη,
όταν καθίσουμε στο τραπέζι
θα δουλεύουν τ’ αστεία, θα δουλεύουν
τα κρυμμένα αισθήματα.

Η ζωντανή μετάδοση συνεχίζεται.

 

 

ΕΛΞΗ

Διστάζω στους χορούς
και στα τραγούδια,
δεν λέω τσαχπίνικα αστεία,
μένω κλειστή και άπραγη
στη ζωντανή παρέα,
και το πιο περίεργο απ’ όλα
είναι ότι εσύ όλο και πιο επίμονα
με προσέχεις και με θέλεις,
με μια έλξη ακατανίκητη
που με πνίγει
γιατί είσαι ο πιο λαμπρός ανάμεσά τους,
είσαι πανέμορφος και δυνατός.

 

 

ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Πέταξε τη ρόμπα που φορούσε
κι έβγαλε το φόρεμα απ’ την ντουλάπα,
βρήκε τη χτένα, τα στολίδια
που της ταίριαζαν
κι ετοιμάστηκε χαρούμενη,
συμφιλιωμένη με το ευέλικτο κορμί της,
συμφιλιωμένη με τη σκληρή μέρα
που τελείωνε,

έπειτα φρόντισε τη διακόσμηση,
έβαλε αναψυκτικά στη σειρά,
το πικάπ με τους δίσκους
στο μπαλκόνι,
η βραδιά ήταν γλυκιά,
και προπαντός εκεί
θ’ άναβε το γλέντι.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων

 

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

Η δωρική γραφή της αισθαντικότητας

 

Η ερωτική ποίηση, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, εξιδανικεύει το ερωτικό αντικείμενο, με εικόνες, αρχέτυπα και μελωδικούς ρυθμούς. Σε περίπτωση άνδρα ποιητή, η εκθαμβωτική ομορφιά της αγαπημένης συμβολίζει την τελειότητα του σύμπαντος. Από τις πρώτες της ποιητικές συλλογές, η Αλεξάνδρα Μπακονίκα ανατρέπει και αναπλάθει την παράδοση της ερωτικής ποίησης με απόλυτα φυσικό τρόπο. Το γεροδεμένο ανδρικό κορμί γίνεται η αντανάκλαση της Ιδέας της ομορφιάς στα μάτια του ποιητικού υποκειμένου, που είναι μια αισθησιακή γυναίκα. Σε κάποια ποιήματα δίνει τον λόγο σε ποιητικό εγώ που είναι άνδρας — η γυναίκα παίρνει τη θέση του
αντικειμένου —, αλλά τότε αναδύεται ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της τέχνης της: η διαλογική κοσμοθεωρία, που βοηθά τον αναγνώστη να φτάσει στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής και όχι απλώς της γυναικείας. Γι’ αυτό δεν έχει σημασία αν η εξουσία βρίσκεται στα χέρια άνδρα ή γυναίκας. Η υπέρτατη εξουσία, αυτή που απονέμει αθανασία με αντάλλαγμα την ερωτική εύνοια, ανήκει αποκλειστικά σε διακόνους της ποίησης.
Το πρώτο ποίημα της νέας συλλογής, έξοχο παράδειγμα θεατρικής δομής που οδηγεί σε βαθύτερα νοήματα, χωρίζεται σε δύο “σκηνές”. Στην πρώτη, δύο εραστές βρίσκονται στον χώρο του αρσενικού, σεληνιακού ήρωα, με υπόβαθρο μια ποιητική πράξη που ανατρέπει τα αιώνια σύμβολα, άνδρας-ήλιος, γυναίκα-σελήνη. Το δωμάτιο σκοτεινό. Ο άνδρας έχει κατεβάσει τα ρολά πριν από την άφιξή της, και δεν υπάρχει ίχνος φωτός. Η λέξη «κολασμένων» εμφανίζεται αναπάντεχα, παραπέμπει μεν στην κόλαση, αλλά συνδηλώνει την απαγορευμένη ηδονή και όχι κάποια κοινωνική ή θεϊκή τιμωρία. Στη δεύτερη “σκηνή” βρισκόμαστε σε φωτεινό δρόμο, με χρώματα και ζεστή ατμόσφαιρα. Το σκοτάδι, αναγκαίο για την ερωτική πράξη, οδήγησε στον ανοιχτά χώρο, η «κόλαση» γέννησε τον παράδεισο. Κάθε λέξη του ποιήματος χτίζει μια κόλαση που όχι μόνο δεν τιμωρεί, αλλά και παρέχει υλική απόλαυση. Η έννοια της αμαρτίας, της παράβασης ηθικών νόμων, έχει αμετάκλητα εξοστρακιστεί. Η ποίηση, όπως η θεατρική σκηνή, απαιτεί «τον απόκρυφο εαυτό σου να εκθέτεις/ μέχρις εσχάτων», γράφει η ποιήτρια στο ποίημα «Η πρόβα». Και τα ποιήματα γίνονται σκηνές θεάτρου, με το σκηνικό να αλλάζει διαρκώς: δωμάτιο αλλά και πεζοδρόμιο, κατάστημα αλλά και υπαίθριο μπαρ.
Ήδη από τον 15ο αι., ο Villon χρησιμοποιούσε λυρισμό για να περιγράψει τα πιο συνηθισμένα συναισθήματα, σαν να είναι όλα τα ανθρώπινα ξεχωριστά, όπως ήταν μόνο οι αιώνιοι έρωτες για τον Πετράρχη και τους επιγόνους του, μέχρι και τον ρομαντισμό. Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα ψάχνει να εξηγήσει την πτώση των αξιών γύρω της, με προσοχή στα μικρά και ασήμαντα της ζωής. Στο ποίημα «Τα κεράσια», τα μαραμένα κεράσια στην άκρη του πιάτου σηματοδοτούν το περιθώριο, την κοινωνική θέση στην οποία περιορίζει την οικονομική μετανάστρια η αφεντικίνα της. Βγαίνουν κατ’ ευθείαν από τη ρυτιδωμένη ψυχή της βολεμένης γυναίκας, για να ταπεινώσουν μιαν άλλη γυναίκα, κοινωνικά αδύναμη.
Η μεταφορά σπανίζει, ενώ η μετωνυμία πρωταγωνιστεί στη σκηνή του ποιητικού λόγου, αναδεικνύοντας τις πεζολογικές του δυνατότητες. Η κυρίαρχη θεματική του έρωτα χωρίς συναίσθημα, του αισθησιασμού χωρίς αισθαντικότητα, αποκτά διττή μετωνυμική ισχύ. Απεικονίζει τη μάχη για απελευθέρωση και μαζί την πάλη για κυριαρχία, και τα δύο σε μια παρακμιακή κοινωνία. Και έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι η παρακμή δεν οφείλεται στον ελεύθερο έρωτα ούτε τον προκαλεί, αλλά στην ανικανοποίητη επιθυμία, όταν αυτή δεν μετουσιώνεται και δεν εξιδανικεύεται, οδηγώντας σε ελευθερία χωρίς σύνορα, σε εξουσία χωρίς ενοχές.
Το Εγώ, είτε είναι ποιητικό είτε προσωπικό, ανάγεται σε μια συλλογική οντότητα που ασκεί υπογείως κριτική στην κοινωνία, με μικρές, συγκεκριμένες αφηγήσεις. Οι τίτλοι των συλλογών ανακοινώνουν κραυγαλέα τη θεματική. Στο τελευταίο βιβλίο, το τραγικό της ζωής μάς σπρώχνει, και κατόπιν μας εγκλωβίζει, στο λημέρι των αισθήσεων. Ποιήματα-στιγμιότυπα, γραμμένα με ελλειπτικό λόγο, σχεδόν αποσπασματικά, καλούν τον αναγνώστη να σκεφτεί, να συμμετάσχει, να ολοκληρώσει την κριτική εικόνα.
Ένας κόσμος χωρίς αξίες είναι ένας κόσμος αφημένος στην τύχη του, χωρίς πεπρωμένο. Η ποιήτρια αντιδρά και μας δίνει μια γραφή πυκνή και απέριττη, κυρίως απροσποίητη, και μαζί μια μετωνυμική εικόνα δύο αντιμαχόμενων δυνάμεων: της εξουσίας και της απελευθέρωσης από κάθε εξουσία, κοινωνική, λογοτεχνική. Στα εντυπωσιακά λόγια της λυρικής ποίησης απαντά με λιτότητα, στις μεγάλες αφηγήσεις του μοντερνισμού με απλά συμβάντα. Ψάχνει να βρει την ανθρωπιά μέσα στον άνθρωπο και όχι στους μύθους που υμνούν το πιθανό μεγαλείο του. Όταν οι δικές της καθημερινές ιστορίες συναντούν αλληγορίες και σύμβολα, τα δαμάζει και τα αποκαλύπτει στις ρεαλιστικές τους διαστάσεις.
Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γράφει μια ποίηση που, αν αφεθείς στη γοητεία της, θα σε μεταφέρει, με τέχνη και συνέπεια, στα βάθη της δικής σου ψυχής. Γράφει επιπλέον μια σύνθετη ποίηση που συναρπάζει με τη δωρική απλότητά της και την ανυποκρισία της. Μια ποίηση που γράφεται για να ξαναδιαβαστεί.

 

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

e-poema. τχ. 18,

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου και ζει. Φοίτησε στην Ιατρική σχολή του Α.Π.Θ. χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Εργάστηκε ως καθηγήτρια Αγγλικών. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, καθώς και της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Πρώτη φορά δημοσίευσε ποιήματά της στο περιοδικό «Διαγώνιος» το 1983. Έχει εκδώσει τις εξής ποιητικές συλλογές: «Ανοικτή Γραμμή» «Το Γυμνό Ζευγάρι» «Lovers and Lairs»
«Θείο Κορμί» «Μαυλιστικά» «Παρακαταθήκη Ηδυπάθειας» «Ηδονή και Εξουσία» «Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων».

Ποιήματά της δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά: Τραμ, Παρατηρητής, Εντευκτήριο, Ένεκεν, Παρέμβαση, Πανδώρα, Ρεύματα, δέκατα, Πάροδος, Γραφή. Το έργο της παρουσιάστηκε στο Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα το 1994. Επίσης, το 1996 προσκεκλημένη από το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού στο Λονδίνο μαζί με άλλους ομότεχνούς της, συμμετείχε στο Συμπόσιο για τη σύγχρονη Ελληνική λογοτεχνία, όπου και παρουσιάστηκε το έργο της. Εκτός από την αγγλική μετάφραση επιλεγμένων ποιημάτων της με τον τίτλο «Lovers and Lairs», ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά, Σουηδικά, και Αλβανικά.

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα οριοθετεί, εδώ και εικοσιοκτώ χρόνια, στον χώρο της ποίησης, ένα ιδιαιτέρως προσωπικό λεκτικό και νοητικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται με ακρίβεια και λιτότητα τέτοια και τόση που δεν ξαφνιάζει δυσάρεστα, τουναντίον ανακουφίζει, άμα τη αποκάλυψει της ταυτότητάς του. Iδιον χαρακτηριστικό δημιουργών που καθιερώνονται στον χώρο της τέχνης με τη σταθερή παρουσία τους και πιστότητα στην ουσία του λόγου και όχι στην τυχαιότητα των όποιων συγκυριών τους προσφέρονται ή επιδιώκουν μετά μανίας.

Προσηλωμένη στο ερωτικό. Μελετητήτρια των κινήσεων της ηδονής. Σκηνοθέτιδα των κινήσεων της σάρκας. Πειθαρχημένη στην ολιγόστιχη φόρμα. Πιστή στις ευθυτενείς εκφράσεις. Στακάτη στην εκφορά του λόγου. Αυθεντικά βιωματική στις σκηνές. Εξαιρετική αφηγηματογράφος αλλότριων παθών. Επίμονη παρατηρήτρια ίδιων και ετέρων έξεων. Κυρίως όμως η Μπακονίκα είναι λάτρης της ρεαλιστικής και περιγραφικής ανατομίας του χωροχρόνου. Καδράρει τη σκηνή της δίχως εξωραϊσμούς και περιττές πληροφορίες, επιτυγχάνοντας έτσι στο μέγιστο την αμεσότητα της πράξης που αφηγείται.

Καταργεί ακαριαία τη διάσταση μεταξύ της πραγματικότητας του στίχου και της φαντασίας του αναγνώστη, καθιστώντας τον αυτουργό της πράξης. Στον αναγνώστη η πρόσληψη της ποιητικής στιγμής υπεισέρχεται αυτόματα με την ανάγνωση του ποιήματος χωρίς τα ενδιάμεσα διαστήματα σκέψης ή φαντασίας. Το σκηνικό δίδεται αυστηρά από τη δημιουργό και δεν επιτρέπει περαιτέρω παρεκκλίσεις. Η θεατρικότητα αναδύεται σε λίγους μόνο στίχους. Εδώ έγκειται και η τεχνική της ποιητικής της τέχνης.

Στον χώρο της ποίησής της, η Μπακονίκα φαίνεται να υπεισέρχεται σαν παρατηρητής που ανατέμνει τα γεγονότα μέσα από μια διαθλασμένη οπτική γωνία, την οποία αφηγείται εκ νέου φωτίζοντας τις λεπτομέρειες με σκηνογραφική μαεστρία τόσο σε επίπεδο χωροχρόνου, όσο και σε επίπεδο συναισθημάτων. Το λημέρι των αισθήσεων λειτουργεί ως πλαίσιο που αποκαλύπτεται το τραγικό στη διττή του υπόσταση, την ερωτική και την κοινωνική. Η ωμότητα με την οποία περιγράφονται συμπεριφορές ανθρώπινες, είτε στο κρεβάτι είτε στον χώρο εργασίας, δεν αφορμάται από τη διάθεση της ποιήτριας να γίνει ωμή αλλά κυρίως από τη βαθιά της πεποίθηση πως οι άνθρωποι οι ίδιοι, άλλοτε εκ φύσεως, άλλοτε εκ πεποιθήσεως είναι ωμοί.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ-ΊΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ

«Lifo», τχ. 328, 21.2.2013

«Κι εμείς μ’ αυτούς κι αυτοί μαζί μας»,

Λιτά, μα και λυτά, τα ερωτικά της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, καθώς θύει στον ίμερο και, μαζί, καταφεύγει στην περίσκεψη, ξέροντας ωστόσο ότι στο λάθος φωλιάζει η γοητεία, ότι η ασύνετη οδήγηση σε φέρνει στο συναρπαστικό. «Πέρα από τις δυνάμεις μου» τιτλοφορεί το ποίημα και πλουτίζεται έτσι το καθημερινό «κατά δύναμιν», και μπαίνει και στάζει λίγη μαγεία στο εικοσιτετράωρο: «Φέγγος, αγλάισμα της ψυχής μου. Σ’ ερωτεύτηκα, και το λάγγεμα απύθμενο, ίμερος ολοκληρωτικός. Πέρα από τις δυνάμεις μου να λύσω τα δεσμά που με φέρνουν σε σένα. Μαγικά δεσμά, ισόβια»

 

 

ΕΛΕΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ

«varelaki», 3.1.2015

Στη συλλογή «το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων» η Αλεξάνδρα Μπακονίκα συνεχίζει το μοτίβο των ιδεών, των εικόνων και των λεκτικών εκφορών, οι οποίες αποτελούν τον αναγνωρίσιμο πια ποιητικό της χαρακτήρα. Σύντομα ποιήματα, με πλήθος πεζολογικών στοιχείων, με ύφος ευθύ, διόλου υπαινικτικό, άμεσο, λιτό. Θεματική της η κοινωνική υπόσταση του ατόμου, όπως ποικιλότροπα εκφράζεται μέσα από τον έρωτα, τη φιλία, τις εργασιακές ή άλλες διαπροσωπικές σχέσεις. Ενδιαφέρουσα η οπτική της γωνία. Η ποιήτρια αποτυπώνει ιστορίες της καθημερινότητας, περιγράφει τύπους ανθρώπων, ξεσκεπάζει τα τρωτά τους, καυτηριάζει τις αδυναμίες τους. Και το κάνει αυτό χωρίς να ρητορεύει, χωρίς να ηθικολογεί ή να υποδεικνύει στάσεις και συμπεριφορές.
Χρησιμοποιεί τον εσωτερικό μονόλογο για να βοηθήσει το ποιητικό υποκείμενο να αντιληφθεί καλύτερα τις όποιες καταστάσεις και να βρει τη δύναμη να εξωτερικεύει όσα οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μάθει να καταπνίγουμε. Οι περιγραφές της είναι τόσο λιτές μα εύστοχες, οι χαρακτήρες τόσο ρεαλιστικά δοσμένοι, ο τόπος των ποιημάτων τόσο ποικίλος και οικείος (αίθουσες δεξιώσεων, γκαλερί, πολυκαταστήματα, γεύματα σε φιλικά σπίτια, τα δωμάτια των εραστών) που εύκολα παρασύρεται κανείς και πέφτει στην παγίδα των «ερωτήσεων κλειδαρότρυπας», όπως μου αρέσει να της ονομάζω, αν δηλαδή έζησε όσα περιγράφει, αν είναι βιώματά της. Διόλου δεν πρέπει να μας αφορά, εμένα δε σίγουρα. Αυτό που μου δείχνει η θεματική και η έκφρασή της είναι ότι μοιάζει να έχει ζήσει στωικά και τα πάθη και τα λάθη της. Αυτά είναι που χάλκευσαν ένα χαρακτήρα, τον ποιητικό της έστω, ειλικρινή, ανυποχώρητο, ευθύ.
Ασχέτως, λοιπόν, αν ποιήτρια και ποιητικό υποκείμενο ταυτίζονται ή όχι (αυτό είναι θέμα που αφορά τον βιογράφο και τον κριτικό) συνεχίζω παρατηρώντας μια συνέπεια στην ποιητική της έκφραση, δηλαδή καθαρότητα σκέψης και ευθύτητα λόγου από το πρώτο ποίημα ως το τελευταίο. Και εξηγούμαι. Το ποιητικό υποκείμενο γοητεύεται και απογοητεύεται, υφίσταται την εκμετάλλευση του εργοδότη, ανέχεται την προδοσία του φίλου, παρατηρεί το παιχνίδι εξουσίας, ομολογεί την απέχθεια για τους ματαιόδοξους, εν ολίγοις σκιαγραφεί το τοπίο της απέραντης αυτής έκτασης που λέγεται «εγώ και οι άλλοι».
Όμως, δεν χτυπά την πλάτη, ούτε χαϊδεύει αυτιά, ακόμη κι όταν πρόκειται για τα δικά του. Δεν εθελοτυφλεί, δεν χαρίζεται. Με βλέμμα οξύ και γλώσσα αιχμηρή καταδεικνύει ό,τι σαθρό χαρακτηρίζει την «πεζή καθημερινότητα». Διακρίνει «τακτικές, ελιγμούς, σχέσεις εξουσίας». Παρακολουθεί τους έχοντες την εξουσία να είναι κυνικοί, σκληροί, άπληστοι, σφετεριστές, να πατούν επί πτωμάτων.
Και κάποια παραδείγματα. Στο θέμα της ματαιοδοξίας το ποιητικό υποκείμενο είναι αμείλικτα αποκαλυπτικό:
«Στη ζωή ένα γύρο να κάνεις/ οι ματαιοδοξίες μπόλικες, κάθε είδους,/ακόμη και από ανθρώπους που δεν το περιμένεις,/ διαλαλούν την πραμάτειά τους,/περιφέρουν την ευτέλειά τους…» (Κάθε είδους)
Ομοίως και στο θέμα της φιλίας δεν συμβιβάζεται με τη σιωπή και ομολογεί:
«Πια δεν σε εμπιστεύομαι./ Η φιλία που μου δείχνεις μασκάρεμα/λίγο πριν εξαφανιστείς.» (Μασκάρεμα)
και με αποφασιστικότητα
«Η υποκρισία και οι δήθεν φιλίες να τελειώνουν./ Είσαι σαν τις κακοτοπιές και τα αγκάθια,/ σαν μια απειλή πάνω από το κεφάλι μου.» (Στήνουν καρτέρι)
Υπάρχουν, όμως, και οι αναξιοπαθούντες. Από όσα ποιήματα της συλλογής θίγουν ζητήματα κοινωνικής ανισότητας και αδικίας ξεχωρίζω για την ευαισθησία του την Ντουλάπα. Εδώ τα θύματα της ζωής, για να εκτονωθούν, γίνονται θύτες, όταν τους δίνεται η ευκαιρία. Σαφώς, σημεία των καιρών.
«Λαϊκή οικογένεια. Ο πατέρας ναυτεργάτης./…Το αγόρι, ένας θηριώδης/ για το τίποτα ξυλοφόρτωνε την αδερφή του/ και ύστερα την έκλεινε σε μια ντουλάπα./ Από την κακομεταχείριση λιποθυμούσε.» (Η ντουλάπα)
Όμως, το τραγικό δεν είναι ο μοναδικός χαρακτηρισμός της κοινωνίας σήμερα. Υπάρχει και το συναίσθημα, το φλερτ, το λάγγεμα. Στον αντίποδα του ψευδούς, του ευτελούς και του άδικου βρίσκεται το καταφύγιο, το άσυλο, το λημέρι των αισθήσεων. Έτσι, η ισορροπία αποκαθίσταται και η κοινωνία, αν και τραγική, δεν είναι καταδικασμένη.
Στα ερωτικά ποιήματα της συλλογής ο έρωτας είναι «εκτυφλωτικός και πανίσχυρος», η «αγάπη ανθηρή και πεντακάθαρη/ χωρίς σκιές και ραγίσματα». Είναι πανταχού παρών. Οι εραστές συναντιούνται σε δωμάτια σπηλιές, κρησφύγετα κολασμένων, σε δάση, ξενοδοχεία, μπαρ. Επινοούν τρόπους «να κρατιούνται σε αδημονία/ να υποδαυλίζουν το ήδη έντονο πάθος». Τρέχουν με τη μοτοσυκλέτα «κατευθείαν μπροστά/ σα να βιάζονται να προλάβουν κάποιο θρίαμβό τους».
Κάποτε, όμως, τα ευγενή συναισθήματα αντικαθίστανται από ωμό πόθο και λαγνεία. Οι γυναίκες γίνονται ματαιόδοξες, οι άντρες εκμεταλλευτές, βίαιοι κι απότομοι. Τα ζευγάρια μιλούν στυγνά «ούτε αγάπη, ούτε αφοσίωση περίμενα από εσένα» (Με κριτικό μάτι). Η ανατροπή αιφνιδιάζει το έτερον ήμισυ. Η συνειδητοποίηση πονάει «σε λίγο καιρό/ μου συμπεριφερόσουν/ σαν να ήμουν αντικείμενο./ Ντράπηκα για τον εαυτό μου» (Το δάσος). Καταλήγει να συμπεράνει κανείς ότι ο σεβασμός στον έρωτα είναι θέμα κοινωνικό, είναι θέμα παιδείας, όπως όλα άλλωστε.
Διπολικός, λοιπόν, ο τίτλος της συλλογής, για να συμφωνεί με το περιεχόμενό της. «Τραγικά» κι «ερωτικά» τα ποιήματα, όπως «τραγικός» κι «ερωτικός» ο κόσμος, ο εντός μας κι ο περιβάλλων. Το προς τα πού κλείνει η ζυγαριά του καθενός είναι υπόθεση άλλη. Εδώ ας μείνουμε στη διαπίστωση.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΔΡΟΥΓΑΛΑΣ

bibliotheque.gr, 1.4.2013

Τρία χρόνια μετά την τελευταία της ποιητική συλλογή η Αλεξάνδρα Μπακονίκα επιστρέφει με το Τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων, αυτή τη φορά στις εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Η συλλογή περιλαμβάνει 39 ποιήματα στο γνώριμο, προσωπικό ύφος της Μπακονίκα που καθιερώθηκε με το πέρασμα του χρόνου: φράσεις ανεπιτήδευτα κοφτές και μεστές νοημάτων· η προτίμησή της για μικρά, ολιγόστιχα –στην πλειοψηφία τους –ποιήματα· αμέτρητα αυτοβιογραφικά γνωρίσματα –κυρίως ερωτικού περιεχομένου· ερωτική και ηδονική θεματική.

Τα ποιήματα της συλλογή καταδεικνύουν πως, αν μη τι άλλο, η Μπακονίκα έχει στυλ, μια ποιητική προσωπικότητα που την κάνουν να ξεχωρίζει από το πλήθος· ο ανεξοικείωτος αναγνώστης θα διαπιστώσει πως η ποιήτρια ανήκει σε εκείνον τον στενό κύκλο των καλλιτεχνών που εκτίθενται, χωρίς να τους ενδιαφέρει το αποτέλεσμα –πέραν του καλλιτεχνικού: το σεξουαλικό στοιχείο δίνεται ωμά, όπως ωμή (με τη θετική έννοια) μοιάζει η αντιμετώπισή του από την ίδια την ποιήτρια· χωρίς βερμπαλισμούς, περιττολογίες και ακκισμούς η Μπακονίκα προσεγγίζει το βαθύτερο νόημα του έρωτα και του ερωτισμού με τολμηρό λεξιλόγιο και ακόμη τολμηρότερο περιεχόμενο.

Εκτός από το ερωτικό στοιχείο υπάρχει και ένα δεύτερο μοτίβο που σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί· σε πολλά ποιήματα της συλλογής βρίσκουμε εκτός από το προσωπικό-ερωτικό επίπεδο και το κοινωνικό-καθημερινό, που μοιάζει αξεδιάλυτο από το πρώτο· ο λόγος είναι απλός: η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο υφίσταται τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο επίπεδο· η ιστορία της ερωτικής έλξης ανάμεσα στα φύλα είναι η ιστορία επικυριαρχίας και καταπίεσης του δυνατότερου πάνω στον αδύνατο. Αυτό φαίνεται να αποδεικνύουν οι λυκοφιλίες και οι σχέσεις εργοδότη-εργαζομένου που επεξεργάζεται σε ποιήματά της η Μπακονίκα: «Άθλιες οι αντιδράσεις τους./ Η κακεντρέχειά τους κατασπαράζει./ Άπειρες φορές το ένιωσες,/ η ζωή εμπόλεμη κατάσταση».

 

 

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ

fractal 7/5/2015


Υπάρχει όμως και ενός άλλου είδους ποίηση που μιλάει καθαρά και ξάστερα, αποτυπώνοντας συναισθήματα και συμπεριφορές με τρόπο ιδιότυπο και με μια γλώσσα κατακτημένη, που δεν προσποιείται μήτε ναρκισσεύεται. Αυτού του είδους η ποίηση θέλει γερά κότσια για να την κατακτήσεις, γιατί οποιοδήποτε ατόπημα γλωσσικό ή θεματικό διακρίνεται αμέσως. Είναι ποίηση που ρισκάρει να μιλήσει απλά, συγκεκριμένα και άμεσα, για πράγματα που αφορούν όλους μας, αλλά ελάχιστοι μπορούν να παρατηρήσουν, να συναισθανθούν και να σχολιάσουν ποιητικά. Αυτού του είδους η ποίηση είναι μια ποίηση που μένει στην ψυχή και στο νου του αναγνώστη, ο οποίος δεν μπερδεύεται έχοντας μια λέξη αβέβαιη στου μυαλού τ’ αυλάκια, όπως λέει και ο Ποιητής, μήτε αμφιβάλλει για την αξία της.

Αυτήν την ποίηση αντιπροσωπεύει η ποιήτρια της Θεσσαλονίκης, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, ήδη από το 1984 με την ΑΝΟΙΧΤΗ ΓΡΑΜΜΗ μέχρι και πρόσφατα, με τη συλλογή της ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΗΜΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, 2012. Πιστή μαθήτρια των λογοτεχνικών επιταγών της Σχολής Διαγωνίου της συμπρωτεύουσας ακολουθεί πάντα τη νομοτέλεια της Σχολής, οδηγώντας την από συλλογή σε συλλογή σε μία δική της όμως αυτοτέλεια και δυναμική αισθητική. Η φωνή της ξεχωρίζει αμέσως και την κάνει αποκλειστική ποιήτρια της πόλης της, κάτι που το χαιρόμαστε ιδιαίτερα, αφού κανείς ομότεχνός της από την Θεσσαλονίκη μήτε και από την Αθήνα δεν γράφει ανάλογα ποιήματα, ούτε τολμά να γράψει, αφού το λογοτεχνικό στίγμα κυρίως της Αθήνας, με τον καταξιωμένο εδώ και πολύν καιρό τον ποιητικό λόγο της Κικής Δημουλά που, έχει επηρεάσει, (σαρώσει μάλλον), ένα μεγάλο πλήθος ποιητικής παραγωγής ναρκισσεύεται με μετέωρους εγκεφαλικούς εκφυλισμούς και αδιέξοδους στίχους. Για τους θιασώτες της ποίησης της Δημουλά δεν υπάρχουν αδυναμίες και ακροβατισμοί. Αποτελεί μοναδική και αμετάκλητη αξία και η οποιαδήποτε αμφισβήτηση της ποιητικής της κατάθεσης προκαλεί τοπικό αναβρασμό στους κριτικούς και στο κοινό. Στην Αθήνα, που ως πόλη αποτελεί την αιτία της σύγχρονης κακοδαιμονίας μας, αποτελεί και την κακοδαιμονία της κριτικής μας, αφού τα λογοτεχνικά ντόπια αναστήματα πάντα καταξιώνονται και ουδέποτε αμφισβητούνται, λες και κριτικοί και λογοτέχνες έχουν δια βίου συμπράξει κάποιο σιωπηλό συμβόλαιο αλληλλοπαραδοχής, εδικά αν οι κριτικοί λογοτεχνίζουν πετυχημένα.

Ο τίτλος της συλλογής της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΗΜΕΡΙ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ, εξαίρετος και αρκετά πετυχημένος, ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως: Η λέξη «τραγικό» αφορά τόσο τις ανθρώπινες καθημερινές σχέσεις όσο και τις ερωτικές σχέσεις, ενώ η φράση «το λημέρι των αισθήσεων» που στοχεύει κυρίως στην ερωτική ατμόσφαιρα μεταξύ δύο ανθρώπων, καλύπτεται άριστα και στοχεύει και στη λέξη «τραγικό», λέξη με σπουδαία σημασία αφού απευθύνεται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Η Μπακονίκα θεωρείται κυρίως ερωτική ποιήτρια γιατί γράφει και αναλύει στις συλλογές της κυρίως ερωτικές συμπεριφορές. Αυτό όμως που την τιμά ιδιαίτερα, δεν είναι πως ο στόχος της είναι μόνο αυτός, αλλά και ο κόσμος του φαύλου περίγυρου με τις ιδιοτροπίες και τα συμπλέγματά του, καθώς και η ερωτική στάση του ανθρώπου και ο σκοπός της Τέχνης. Ο Καβάφης είναι και θα είναι ο μεγάλος μας δάσκαλος. Αυτός που μας καθόρισε πώς οφείλει ένας ποιητής να αντικρίζει τον κόσμο: σφαιρικά, και μέσα από πολλαπλές εκφάνσεις της ζωής για να μπορεί ένα έργο να μείνει αιώνια, γι’ αυτό και ο ίδιος κατέθεσε πλήθος ποιημάτων με ιστορική, ερωτική και φιλοσοφική προοπτική. Η Μπακονίκα, βαθιά εμποτισμένη στα σύγχρονα ανθρώπινα προβλήματα, μιλάει για ερωτικές και ανθρώπινες συμπεριφορές, ίσως τα μόνα που αντέχουν σήμερα στην ποιητική δημιουργία, αφού ένα ιστορικό ή φιλοσοφικό ποίημα για ένα ποιητή των ημερών μας μπορεί να τον οδηγήσει εύκολα σε κακότεχνο ποιητικό βερμπαλιστικό μαρασμό, για να μην πω σε ολοκληρωτική αποτυχία. Η Μπακονίκα λοιπόν γράφει για αυτά που γνωρίζει, γι’ αυτά που βιώνει κι αυτό το πράττει σωστά.

 

 

Ηδονή και εξουσία

 

OUT OF THE WALLS BLOGSPOT/4/2/2010

0 τίτλος «Ηδονή και εξουσία» (2009) της τελευταίας συλλογής ποιημάτων της Αλεξάνδρας Μπακονίκα μού έφερε στο νου τον τίτλο «Όργια και εμπόδια» ενός αρκετά παλαιότερου ποιητικού έργου του Αντρέα
Παγουλάτου. Η γλωσσοκεντρική γραφή του Παγουλάτου δεν θυμίζει σε
τίποτα τους εκφραστικούς τρόπους της Μπακονίκα, στο επίπεδο όμως του περιεχομένου υπάρχει κάποια -έστω και μικρή- συνάφεια. Η Μπακονίκα, πιστή στο δρόμο που έχει χαράξει από τα πρώτα της βήματα στην ποίηση, εστιάζει την προσοχή της σε προσωπεία κατοίκων της πόλης και σε σκοτεινές πλευρές των επιθυμιών τους. Έναυσμα για τη γέννηση ενός ποιήματος της μπορεί να είναι μία συζήτηση με τη φίλη της, μία κοινωνικού χαρακτήρα συνάντηση, ένα άγγιγμα κάτω από το τραπέζι. Καταγράφει ασυνήθιστες, παράξενες ή και οικείες καταστάσεις, σκέψεις και συμπεριφορές και ψάχνει για αγάπη, τρυφερότητα και πάθος, αλλά συναντά εγωπάθεια, δίψα για δύναμη και εξουσία και ταυτόχρονα αδυναμία και υποταγή, αισθήματα μειονεξίας και μια αδιάκοπη συναλλαγή. Μερικές από τις σύντομες ιστορίες της θυμίζουν τις καλές στιγμές του ιταλικού και του γαλλικού κινηματογράφου των δεκαετιών του 1950 και 1960. Η αυθεντικότητα της γραφής και των καταγραφών δίνει στα ποιήματά της ένα ιδιαίτερο χρώμα, που γίνεται τόσο
περισσότερο ενδιαφέρον όσο περισσότερο μεγαλώνει η αποστασιοποίησή της από αυτά που περιγράφει (αλλά και το αντίθετο). ΔΣ

 

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

ΕΝΕΚΕΝ Τ. 15 /2010

Οι ανεξάντλητες αποχρώσεις του έρωτα και των αισθήσεων

 

Είχα γράψει παλιότερα για την Αλεξάνδρα Μπακονίκα πως στα ποιήματά της «βλέπει τον έρωτα, που κατ’ εξοχήν την απασχολεί στα βιβλία της, στην πιο πλατιά του διάσταση, στην πιο ευρεία του εκδοχή» (Εντευκτήριο, τ. 69, για το Πεδίο πόθου). Με την τελευταία της συλλογή Ηδονή και εξουσία, που και σ’ αυτήν συνειδητά ακολουθεί το ίδιο τεχνικό και θεματικό μοτίβο. επιβεβαιώνεται η διαπίστωσή μου. Τα νέα της ποιήματα, ερωτικά στην πλειοψηφία τους, καταγίνονται με ιδιαίτερες, έντονες, σχεδόν πάντα ακραίες, εκδοχές και αποχρώσεις του ερωτικού παιχνιδιού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι λάθος να λέμε πως «επαναλαμβάνεται» σε κάθε νέο της βιβλίο, αφού οι πτυχές, οι διαστάσεις, οι διακυμάνσεις και οι παράμετροι του ερωτικού παιχνιδιού, ανεξάντλητες ούσες, ποικίλουν σε κάθε συλλογή της, δίνοντας ξε-
χωριστό τόνο και ιδιαίτερο φωτισμό κάθε φορά στο πανάρχαιο παιχνίδι του έρωτα και των αισθήσεων.
Στην καινούρια της ποιητική συλλογή η ποιήτρια εστιάζει κυρίως στο δίπολο ηδονή και εξουσία, στοιχεία απαραίτητα, αναπόσπαστα και δραστικά, όχι μόνο σε σχέσεις ερωτικής υφής αλλά στο σύνολο των ανθρωπίνων σχέσεων. Οι πάσης «ρύσεως εξουσίες πάντα γεννούν το αίσθημα της ηδονής, αλλά και η ερωτική ηδονή έχει σαν επακόλουθο την υποταγή (ψυχική ή σωματική) του ενός στον άλλον, δημιουργώντας αυτομάτως σχέσεις
εξάρτησης και εξουσίας. Αποθησαύρισα σκόρπιους στίχους της ποιήτριας που φανερώνουν τον άρρηκτο δεσμό που υπάρχει στο δίπολο των παραπάνω λέξεων:
«Με κολακεύει που στη ματιά μου / κάποιες στιγμές ερωτικά υποταγμένο σε αισθάνομαι» (σελ. 9, Οι αποχρώσεις), «το έντονο βλέμμα της επάνω μου / σα να θέλει να με σβήσει, να με εξαφανίσει / γιατί απειλώ την κυριαρχία της να γοητεύει τους άνδρες/της κλέβω την πρωτιά» (σελ. 14, Αντιζηλία), «οι δρόμοι μας σαν εραστές χωρίζουν. / Όσο κι αν συντρίβομαι δε δα τον παρακαλέσω» (σελ. 18, Λίγες ώρες), «έκοψα κάδε συνάφεια μαζί του /θέλει να εξουσιάζει…» (σελ. 21, Χαρακτήρας), «Μεταχειριζόταν τους άνδρες σαν παιχνιδάκια / και χωρίς αντάλλαγμα εκ μέρους της, / έπρεπε να πληρώσουν και να εξυπηρετήσουν.» (σελ. 27, Καλοκαίρι 1985), «κουρέλιαζε τον άνδρα της με άγριες επιπλήξεις, / του έδινε διαταγές για το παραμικρό /…/ αν δεν κυριαρχήσω εγώ, δα κυριαρχήσει εκείνος» (σελ. 38, Ζευγάρι), «αν είσαι εμπόδιο, /και επειδή τους δίνει αίσθηση υπεροχής/ δα σε συντρίψουν» (σελ. 42, Τα χαμόγελα εξαφανίζονται).
Σε άλλη κατηγορία ποιημάτων που συμπεριλαμβάνονται στο Ηδονή και εξουσία γίνεται μια προσπάθεια (ίσως και ακούσια) ψυχαναλυτικής ερμηνείας ερωτικών συμπεριφορών διαφόρων προσώπων, ενώ σε άλλα η ποιήτρια στέκεται στην ερωτική στέρηση που έχει ως επακόλουθο αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές η υπέρμετρη σκληρότητα και κακότητα εκ μέρους κάποιων εκ των πρωταγωνιστών της.
«Μα αυτός δεν έζησε, / οι γυναίκες που πόθησε τον προσπέρασαν/με αδιάφορο βλέμμα» (σελ. 18, Εκ των πραγμάτων), ενώ ο φιλόδοξος και πραγματιστής επιχειρηματίας της πόλης που περιαυτολογεί για τις επιτυχίες του στις δουλειές και συχνάζει σε σαλόνια και δεξιώσεις… «Στην αίθουσα του σινεμά κάθισε μόνος του/μερικές σειρές πιο μπροστά από μένα /…/ Τον είδα μελαγχολικό, με την ανάγκη / να βυθιστεί στην πλοκή της ερωτικής
ιστορίας, /… / Τον είδα μελαγχολικό και όσο ποτέ άλλοτε ανθρώπινο» (σελ. 37, Όσο ποτέ άλλοτε).
Τα ποιήματα της συλλογής μπορεί να είναι ερωτικά στην πλειοψηφία τους αλλά όχι στο σύνολό τους. Υπάρχουν ποιήματα με κοινωνική διάσταση, καταγραφή χαρακτήρων ή φευγαλέες σκηνές, εικόνες, βλέμματα, περιστατικά, που αφήνουν ως γεύση μια ξεχωριστή αίσθηση, αφού όλα τους πρωτίστως στοχεύουν στο συναίσθημα. Κάποια ποιήματα, στα οποία η Μπακονίκα ενσταλάξει τις σωστές δόσεις του κοινωνικού και του ερωτικού στοιχείου —ερωτική στέρηση για την ακρίβεια— είναι αληθινά διαμάντια. Ξεχωρίζω ανεπιφύλακτα το ποίημα «Η Αλβανίδα», που βρίσκεται στο μεταίχμιο κοινωνικού και ερωτικού ποιήματος, αφού θίγεται ένα κοινωνικό πρόβλημα σε συνδυασμό με το αίσθημα της μοναξιάς και της ερωτικής στέρησης που βιώνει η ηρωίδα της.
Η Μπακονίκα με συνέπεια, ήθος, τόλμη και πάνω απ’ όλα με ευρεία ποιητική όραση, συνεχίζει τη γόνιμη της πορεία, εκδίδοντας ποιήματα. Στον ερωτικό τομέα καταγίνεται με τις ανεξάντλητες ιδιαίτερες αποχρώσεις του προαιώνιου ερωτικού παιχνιδιού, ενώ η ματιά της σε ζητήματα καθημερινότητας, κοινωνικής παθογένειας ή σκιαγράφησης προσώπων και χαρακτήρων, είναι εξίσου ενδιαφέρουσα. Μπορεί το μοτίβο των ποιημάτων της να είναι γνωστό κι αναμενόμενο, ωστόσο η ίδια έχει πάντα κάτι καινούριο

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Περιοδικό «Ένεκεν», τχ. 13/5/2009

Σώματα και χώρος,

Με το έργο του σπουδαίου Αυστριακού ζωγράφου Έγκον Σίλε «Fe- ^ male Nude Lying on Her Stomach» και σε σχεδίασμά της Χρυσής · Συριανόγλου κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο η τελευταία ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Μπακονίκα. Εύκολα κανείς μπορεί να διακρίνει τις πνευματικές γειτνιάσεις του ποιητικού λόγου της Μπακονίκα με την αισθητική του Σίλε, αφού το ερωτικό στοιχείο κυριαρχεί αμφότερα. Η ποίηση της Μπακονίκας, χαρακτηριστική για τη λιτότητα, την ένταση και το βάθος και την ποιότητα της σκέψης της, συνθέτει στη συγκεκριμένη συλλογή μιαν ενότητα χαμηλών τόνων όπου η διάσταση της εξουσίας έρχεται να υπενθυμίσει την κοινωνική παράμετρο και τον ιστορικό ορίζοντα της θεματικής του έργου της. Στη συλλογή της Μπακονίκα τη μελωδία του έρωτα ορίζει βέβαια η ταξική συναρμογή των σωμάτων και βέβαια αυτό το ανέκφραστο της επιθυμίας που τόσο πολύ μας υπενθυμίζει το μέτρο της απώλειας της σιωπής του θανάτου.

 

 

Πεδίο πόθου

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ

ATHENS VOICE Τ.110 2/2006

ΛΟΓΟΚΡΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

 

ΑΣ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ ότι υπάρχει μια ποιήτρια ονόματι Αλεξάνδρα Μπακονίκα, την οποία ο πολύς κόσμος αγνοεί. Η Μπακονίκα δεν είχε την τύχη να είναι της μόδας, όπως, φερ’ ειπείν, η Κική Δημουλά, τη γνωρίζουν ελάχιστοι μόνο άνθρωποι από τη λογοτεχνική πιάτσα. Εξάλλου ποιος διαβάζει σήμερα ποίηση, εκτός από όσους προανέφερα;
ΑΣ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ ότι έχει εργαστεί ως καθηγήτρια αγγλικών, έχει δημοσιεύσει ως τώρα έξι ποιητικές συλλογές, και η τελευταία της, με τον τίτλο «Πεδίο πόθου», κυκλοφόρησε φέτος από το «Μεταίχμιο». Μιλάμε για μεγάλο εκδοτικό οίκο της Αθήνας, που η παραγωγή του διαφημίζεται και παρουσιάζεται στον ημερήσιο Τύπο. Αλλά η Μπακονίκα είχε την ατυχία να γεννηθεί και να ζει στη Θεσσαλονίκη, τα προηγούμενα βιβλία της βγήκαν στη συμπρωτεύουσα, ίσως από τη «Διαγώνιο» ή το «Εντευκτήριο», και ασφαλώς δεν έχει την ευκολία να προβληθεί όπως όσοι ζουν εδώ. Έτσι, από το 1984 που κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο, επί είκοσι δύο χρόνια τώρα, παραμένει μάλλον άγνωστη.
ΑΣ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ ακόμη ότι τα ποιήματά της έχουν καβαφικούς απόηχους (όχι από τα διδακτικά ή τα ιστορικά, αλλά από τα ερωτικά ποιήματα του Αλεξανδρινού), ότι είναι με λίγα λόγια τολμηρά, κι ας μην είναι ομοφυλόφιλα. Απλώς, επειδή τα γράφει γυναίκα, τυχαίνει το αντικείμενο του πόθου της να είναι, όπως και στην περίπτωση του Καβάφη, ο άντρας. Και εφόσον είναι αρκετά τολμηρά, όχι τόσο ως προς το λεξιλόγιό τους, όσο ως προς το περιεχόμενο, δεν προσφέρονται και πολύ για Κρατικά Βραβεία κι άλλες τιμητικές εκδηλώσεις, στις οποίες μετέχουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, οι αρχές της χώρας.
ΑΣ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ ότι της ανήκουν στίχοι όπως οι παρακάτω: («Οι στάσεις») «Ταίριαζαν και αγαπιόντουσαν. / Όταν ανέβηκαν στην γκαρσονιέρα του /ο άνδρας πήρε την πρωτοβουλία των κινήσεων. /Κατέβασε το ρολό στο παράθυρο για να γίνει σκοτάδι / και έδειξε στη γυναίκα ποιο πορτατίφ να ανάψει/ που έδινε αδύναμο, χαμηλό φως. / Στις περιπτύξεις στο κρεβάτι /ήδη ρούχο δεν έμεινε επάνω τους / της υποδείκνυε να γυρίζει πότε μπρούμυτα, / ανάσκελα ή επάνω του / και η γυναίκα γινόταν προκλητική στο έπακρο».
Ή ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ας πούμε, σαν το «Ορμητικά»: «Μια και μοναδική ήταν η ερωτική τους συνεύρεση, / κι όπως έμεναν σε διαφορετική πόλη ο καθένας, / η ζωή και η απόσταση τούς χώρισαν. /Πιο πολύ από το πρόσωπο και το χαμόγελό του / την περικυκλώνουν οι εικόνες από τα λάβρα φιλιά του, / κι όταν όρθια τη γύμνωσε / κι ύστερα ορμητικά την ξάπλωσε μπρούμυτα στο
κρεβάτι / και πριν ακουμπήσει το στήθος του στην πλάτη της, / όχι πολύ
δυνατά την μπάτσισε πίσω στους μηρούς / ξεστομίζοντας γλυκόλογα».
Η ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ σήμερα δεν εξασκείται όπως παλιά, με επιτροπές και απαγορεύσεις. Η λογοκρισία σήμερα είναι τα βουνά των βιβλίων που κυκλοφορούν και των εντύπων στα οποία παρουσιάζονται. Αυτά καταπλακώνουν και θάβουν και φιμώνουν τις ενδιαφέρουσες φωνές κάτω από τον άμορφο, τερατώδη όγκο τους. Η λογοκρισία σήμερα είναι η κακόφωνη χορωδία από δεκάδες, εκατοντάδες συγγραφείς, οι οποίοι διαγκωνίζονται για τα αλά Γουόρχολ δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας που τους αναλογούν.
ΚΙ ΕΤΣΙ, ακόμη κι αν υπάρχει όντως μια ποιήτρια ονόματι Αλ. Μπακονίκα, ακόμη κι αν κάποιος σαν εμένα γράφει και δημοσιεύει ένα κείμενο για τη δουλειά της, όπως αυτό που διαβάζετε, η μοίρα της παραμένει προδιαγεγραμμένη. Η λογοκρισία σήμερα είναι η αφάνεια στην οποία σπρώχνονται τόσοι και τόσοι, χωρίς να μπορούν να της εναντιωθούν, χάνοντας την ευκαιρία να επικοινωνήσουν με τους αναγνώστες, που θα είχαν ίσως ανάγκη τη δουλειά τους.
ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ότι, διαβάζοντας τα ποιήματα της Μπακονίκα, ένιωσα την επιθυμία να μιλήσω γι’ αυτά και στους άλλους, αποδεικνύει ότι εγώ τουλάχιστον τα είχα ζωτική ανάγκη.

 

 

Παρακαταθήκη ηδυπάθειας

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ

Περιοδικό ΑΝΤΙ τ.733 3/2001

Στίχοι του «παθιασμένου καημού»

 

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα είναι ποιήτρια κατ’ εξοχήν ερωτική. Ο ερωτισμός, που αναδύεται από τα ποιήματά της, εκπηγάζει από την σωματική-βιωματική πτυχή του έρωτα και όχι από εξιδανικευμένες του προεκτάσεις. Η Παρακαταθήκη ηδυπάθειας είναι η πέμπτη ποιητική συλλογή της Μπακονίκα
και δεν αποστασιοποιείται από τις βασικές συντεταγμένες που η ποιήτρια έθεσε και με τις προηγούμενες συνεισφορές της. Ο έρωτας στην σωματική-υλική δυναμική του θεματικά υπερτερεί και αναδεικνύεται.
Στο ποιητικό σώμα της Μπακονίκα ενίοτε διεισδύουν σαν θεματικές νησίδες και ορισμένες άλλες πτυχές των διαπροσωπικών σχέσεων («Το βάπτισμα του πυρός», «Ονομαστική γιορτή, 1992», «Το δέσιμο»), αλλά ο έρωτας δίνει σαφέστατα τον κύριο τόνο. Οι εκφραστικοί τρόποι που η ποιήτρια έχει διαμορφώσει, συγκροτούν ένα ρυθμό εσωτερικό και αισθαντικό, εντελώς απόμακρο από τη λογοτεχνική πόζα του εξεζητημένου λυρισμού: Ο στίχος είναι ελεύθερος, το λεξιλόγιο απλό, οικείο και «γήινο», η δραματικότητα (υπό την έννοια της διαδοχής εικόνων, σκέψεων και συναισθημάτων) υψηλόβαθμη.
Θα μπορούσαμε υπό τύπον αφορισμού να υποστηρίξουμε ότι ενώ αρκετοί πεζογράφοι αξιοποιούν στη γραφή τους και υλικά της ποίησης, η Μπακονίκα, ακολουθώντας μιαν αντίστροφη πορεία, αρύει για την ποίησή της και υλικά από την πεζογραφία, χωρίς να απεμπολείται η ποιητική δύναμη των στίχων
της: Τα πιο πολλά ποιήματα κατακτούν την ποιητικότητα τους εδραζόμενα στο βίωμα, στην μνήμη, στην πλήρωση ή στην στέρηση και σε μία συγκινησιακή σκευή υψηλής θερμοκρασίας, η οποία «χτίζεται» με τα υλικά που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν και ένα διήγημα ή και ένα μονόπρακτο. Στην ποίηση της Μπακονίκα δεν υπάρχει υπερρεαλίζουσα έκφραση ούτε και διανοητική σκοτεινότητα, αλλά η ανάγνωση ή και η ανάμνηση των στίχων αναδίδει το άρωμα του μοντερνισμού εκφρασμένο ως απλότητα, ως βιωματική γνησιότητα, ως πυκνή δραματικότητα και ως ευχάριστο ξάφνιασμα (αρκετοί ποιητές -και όχι μόνον παλαιότεροι- προσεγγίζουν τον έρωτα περισσότερο ως εξιδανικευμένη κορύφωση ή περιπλοκή και λιγότερο ως σωματικό βίωμα).
Το θεματικό και εκφραστικό στίγμα της ποίησης της Μπακονίκα δεν παραλλάσσεται από συλλογή σε συλλογή. Το γεγονός δεν είναι κατ’ ανάγκην αρνητικά φορτισμένο’ μπορεί να εκληφθεί και ως συνεχής και γόνιμη ποιητική υπόμνηση αλλά και ψηλάφηση ενός θεμελιώδους άξονα της ανθρώπινης ζωής. Η ποίηση της Μπακονίκα είναι συγκινησιακά θερμή, θεματικά ιδιότυπη και γι’ αυτό αναγνωρίσιμη’ αυτό δεν είναι λίγο. Σε κάποιες μάλλον μικρόψυχες αιτιάσεις απαντά η ποιήτρια με την τέχνη της, προτάσσοντας εκφραστική διαύγεια και αφοπλιστική ειλικρίνεια.

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ

 

Περιοδικό Εντευκτήριο τ. 57 /4-6/2002

Το ανδρικό κόλλημα στην ποίηση της Μπακονίκα

Με την έκδοση της πέμπτης ποιητικής συλλογής της, Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000), η Αλεξάνδρα Μπακονίκα ολοκλήρωσε έναν κύκλο ερωτικής ποίησης, που μάς δίνει τη δυνατότητα, πέρα από αποτιμήσεις, να κάνουμε και ορισμένες επισημάνσεις.

Μπορούμε, για παράδειγμα, να επισημάνουμε πως σε κάθε καινούρια
ποιητική της συλλογή βαίνει αύξουσα μια σκληρότητα στον ποιητικό της λόγο, πού εκφράζεται με “μάγκικες”, συχνά αντιποιητικές εκφράσεις, που όμως αντισταθμίζεται με μια εξίσου προϊούσα τρυφερότητα σε ορισμένα ποιήματα. Η σκληρότητα αυτή απευθύνεται κυρίως (αλλά όχι μόνον) στο ανδρικό φύλο, το όποιο μερικές φορές αντιμετωπίζεται σχεδόν απαξιωτικά.
Μια άλλη επισήμανση, που θα μας απασχολήσει εδώ, είναι η συχνή παρουσία στην ποίησή της μιας ερωτικής πρόσκλησης, “κολλήματος”, που μερικές φορές καταλήγει να γίνεται “σεξουαλική παρενόχληση”, όπως λέμε στις μέρες μας. Ένα σημαντικό στοιχείο που υπάρχει στην γυναικεία αυτή ποίηση είναι το θέμα του ερωτικού καλέσματος, που θα μας απασχολήσει εδώ.
Στην πρώτη της συλλογή, το κλίμα της ερωτικής πρόσκλησης παίρνει διάφορες μορφές: από το κλασικό “κόλλημα” μέχρι τη σεξουαλική παρενόχληση, όπως λέμε στις μέρες μας. Κι αυτή η παρουσία τού ερωτικού καλέσματος βαίνει με αυξανόμενη πρόοδο από την πρώτη προς την τελευταία συλλογή της (Ανοικτή γραμμή, 1984 Το γυμνό ζευγάρι. 1990 Θείο κορμί, 1994· Μαυλιστικά. 1997· Παρακαταθήκη ηδυπάθειας, 2000).
Στην Ανοικτή γραμμή το κλίμα της ερωτικής πρόσκλησης είναι ακόμα
υπαινικτικό, πράγμα πού φαίνεται κι από το ότι σε ένα μόνον ποίημα θα εντοπίσουμε ένα έμμεσο, αμφίσημο ερωτικό κάλεσμα:
Όταν συναντηθήκαμε με ρώτησε:

«Λοιπόν ή κατάσταση
όπως πάντα ενθαρρυντική;»

Στο Γυμνό ζευγάρι ο ερωτισμός είναι πιο αποκαλυπτικός.

Ο ερωτισμός ξεχύνεται
εκεί που δεν το περιμένεις

[«Τά τραγούδια»]

Σε ένα ποίημα, («Δύο άντρες»), Εκείνη κάθεται σε ένα τραπέζι ανάμεσα σε
δύο άντρες, όπου

Με ήθελαν και οι δυο. ήθελα και τους δυο

όμως η νύχτα εξελίσσεται διαφορετικά: οι τρεις τους σκορπούν διαβολεμένο κέφι στην παρέα και η ερωτική ατμόσφαιρα δεν φαίνεται να οδηγείται πουθενά άλλου.
Σε ένα άλλο ποίημα, Εκείνος περιμένει μέσα στο πάρτι ένα νεύμα της,
όμως εκείνη δεν το στέλνει. Το ερωτικό κάλεσμα “αναβάλλεται”.

Ένα νεύμα μου μόνο περίμενες
που το ανέβαλλα…

[«Πάρτι σε ταράτσα»]

Στην «Πρόταση», το ερωτικό κάλεσμα είναι ρητό:

Κολυμπούσαν στα βαθιά
και τού πρότεινε να βρεθούν
για έρωτα οι δυο τους ένα βράδυ.

Στη συλλογή της Μπακονίκα Θείο κορμί ανιχνεύουμε περιπτώσεις “σεξουαλικής παρενόχλησης”.
Στο ποίημα «Ψησταριά», γράφει:

Είναι ένας φίνος κουλτουριάρης
που με ορέγεται.
Πότε-πότε μου κολλάει το πόδι,
περιμένει να ενδώσω.

Στο «Λεωφορείο μακρινών διαδρομών», Εκείνη βρίσκεται μέσα σε λεωφορείο, κι εκείνος, περνώντας απ’ τον στενό διάδρομο για να βρει θέση, της ζουλάει το χέρι. Το ποίημα έτσι ξεκινάει με έναν υπαινιγμό σεξουαλικής παρενόχλησης. ‘Όμως ή συνέχεια είναι διαφορετική:

Όσα ερωτικά μηνύματα
περνούν με χίλιες λέξεις, τώρα περνούσαν
με το ζούληγμα, που ήταν επίμονο
παρακλητικό. Κι όλο το σφρίγος
τού νεανικού κορμιού του μεταδόθηκε.

Ή ερωτική πρόκληση υπάρχει και στο ποίημα «Προάστια», όπου εκείνος

Μου πρότεινε μια ορισμένη ώρα
να περάσω το δρόμο του σπιτιού του.
Αυτός ολόγυμνος θα με περίμενε
πίσω απ’ τις μισάνοιχτες κουρτίνες.
Έτσι για λίγα λεπτά θ ’ αντικριζόμασταν.

Στο «Τελευταίο ρούχο», Εκείνος την πολιορκούσε από καιρό κι όταν τη
βρίσκει στην αμμουδιά, εκείνη ανταποκρίνεται αμέσως. Πηγαίνουν σε ένα διπλανό ακρογιάλι, όμως εκείνη τον περιπαίζει:

Σταμάτησαν απόμερα.
Και με την πείρα της στους άνδρες
— γνώριζε την έξαψη πού προκαλούσε ολόγυμνη
πέταξε και το τελευταίο ρούχο οστό πάνω της
και μπαινόβγαινε στο νερό.
Μπαινόβγαινε πολλές φορές
κι επιδειχτικά. σαν να του έλεγε
«θα πεθάνεις από λατρεία για μένα».

Στο «Ξενοδοχείο», η ερωτική πρόταση γίνεται σταράτη:

«Δες ένα αριστούργημα
νεοκλασικής αρχιτεκτονικής»
μου είπες, «το ξενοδοχείο στη γωνία.
Σ’ ένα απ τα παλιά κι ευρύχωρα
δωμάτιά του πάμε να πλαγιάσουμε μια μέρα.

Πρόκληση ή παρενόχληση υπάρχει στο ποίημα «Διάπλαση» των Μαυλιστικών, αναρωτιέται στην αρχή ο αναγνώστης:

Όπως στριμώχτηκαν στο ταξί
έβαλε το χέρι του στο γόνατό της.
Αλλά και στο δρόμο που περπάτησαν
το χέρι του έψαχνε τις καμπύλες της
στη μέση, στους γοφούς και στο στήθος
πάνω από τα ρούχα.

Το αρχικό ερώτημα απαντάται από τον παρακάτω στίχο:

…τού επέτρεψε
να την (αγγίξει μέσα σε τόσους που τη διεκδικούσαν

Στη συλλογή Παρακαταθήκη ηδυπάθειας το παιχνίδι της ερωτικής πρόκλησης είναι πολύ πιο ορατό.
Η ανδρική υπεροψία εμφανίζεται εναργώς στο πρώτο ποίημα της συλλογής, «’Απαίτησε», όπου η ερωτική πρόκληση-κάλεσμα παίρνει τη μορφή
προσταγής:

Όταν πλάγιασα μαζί του θυμάμαι τη φράση του:
«Σήκω να μου δείξεις τα κάλλη σου».
Μου φάνηκε σαν προσταγή και δεν μου καλοάρεσε.

Στο «Στόχαστρο», Εκείνος την ήθελε ολοκληρωτικά, δεν του έφταναν μόνο
τα φιλιά, ήθελε το τέλειο ξεμονάχιασμα. ’Έτσι, όταν ο περίπατος στο λιμανάκι οδήγησε στις ερημιές και τούς θάμνους,

Επέμενε να προχωρήσουμε
και να ξαπλώσουμε στους θάμνους,
μέσα στη σκόνη και στο φώς
που ανελέητα κυριαρχούσε…
Όταν του αρνήθηκα, το είχα κιόλας μετανιώσει.

Στον «Ζιγκολό», ο άνδρας

Απ’ την αρχή. όταν με συνόδευε, είχε τη μανία
να με στριμώχνει στις γωνιές.

Παρενόχληση; Ας διαβάσουμε τη συνέχεια.

Αντιμετώπιζα έναν μύστη, έναν γητευτή της αφής.
Στο άγγιγμά του το σώμα μου παθιάζονταν.
σάστιζα απ’ τα αλλεπάλληλα ρίγη της διέγερσης.

Η ανδρική προσταγή υπάρχει πάλι στο ποίημα «Στο Σέιχ-Σού, 1968». Το ζευγάρι ανηφορίζει προς το Σέιχ-Σού, στις αρχές μάλιστα της γνωριμίας τους, κι Εκείνος

… χωρίς καν να τη ζεστάνει
με τα απαραίτητα προκαταρκτικά χάδια,
την πρόσταξε να βγάλει τα ρούχα της
για να τη δει πρώτη φορά γυμνή στο φώς
της μέρας.
Παρά τη θέλησή της […]
προσπάθησε να την ξεγυμνώσει ό ίδιος με το ζόρι.

Μετά την παραπάνω παρενόχληση, φυσιολογική έρχεται η συνέχεια και το
τέλος τού ποιήματος:

Σταμάτησε κάθε σχέση μαζί του μια κι έξω.

Ένα πολύ τρυφερό, διατακτικό “κόλλημα”, περιγράφεται στο ποίημα «Με
ξαναφίλησε». Εκείνος, πριν τελειώσει κάποια διασκέδαση, τη φιλάει σταυρωτά στο μάγουλο, όπως και οι υπόλοιποι άνδρες της παρέας. Όμως σε λίγο,

Πριν ξεκινήσω με το αυτοκίνητο. ξαναήρθε.
και ατό το ανοικτό παράθυρο
με φίλησε ερωτικά πολλές φορές στο μάγουλο.
Στο στόμα δεν θα συγκατένευα
και δεν τόλμησε.

Περιπτώσεις πιο άμεσης ερωτικής πρόσκλησης αποτελούν και τα δύο
επόμενα παραδείγματα. Στο ποίημα «Περί φωτογραφίας», ένας λογοτέχνης
που είναι ταυτόχρονα και ερασιτέχνης φωτογράφος, της προτείνει μόλις κάνουν την πρώτη τους γνωριμία:

«Έλα στο στούντιο μου. θέλω να φωτογραφήσω
το στήθος σου γυμνό».

Ενώ από την άλλη πλευρά, σε μια δεξίωση με «σοβαροφανείς διπλωμάτες,
τραπεζικούς κι άλλα επιφανή μέλη της κοινότητας», το αρσενικό της λέει χωρίς περιστροφές:

«Καυλόφλογα μου προκαλείς
όπως στέκεσαι πλάι μου.
και σαν μπουρλότο με διαπερνάει.
Οι πόρτες μας στο ξενοδοχείο είναι κοντά,
έλα στο δωμάτιό μου το βράδυ
να γίνουμε ζευγάρι».
[«Δεξίωση»]

Το ποίημα αυτό είναι και το πιο “έκμαυλιστικό” όσον αφορά την πρόκληση-πρόσκληση του αρσενικού προς το θηλυκό, το πιο ώμό κάλεσμα για
έρωτα, αλλά ίσως και το πιο γλαφυρό. Δυστυχώς στη συνέχεια του ποιήματος
δεν μαθαίνουμε τί τύχη είχε αυτή η ωμή ειλικρίνεια του αρσενικού.
Το ποίημα όμως που καταγράφει με πιο περιγραφικό τρόπο μια περίπτωση ερωτικού φλερτ είναι το «Ελάχιστη επιφάνεια». Εκεί το “αρσενικό”, σε μια παραλία γεμάτη με βότσαλα, βγαίνει απ’ τη θάλασσα και πλαγιάζει δίπλα στο “θήλυ”. Έχει τα κέφια του, λέει αστεία και οι γύρω διασκεδάζουν. Όμως, ό σκοπός του βρίσκεται αλλού: στην κατάκτηση του θηλυκού. Δείτε πώς περιγράφει τη συνέχεια η Μπακονίκα:

Μέσα στη γενική ευθυμία
Λίγο αργώ ν αναληφθώ πως σέρνεται.
Αναδιπλώνεται και ξαναπέφτει πότε πλάγια
και πότε ανάσκελα.
Μ’ αναζητάει. μετατοπίζεται
Και κάνει κύκλους γύρω μου.
Πάνω στα σκληρά βότσαλα.
Χωρίς να νοιάζεται αν τρυπιέται και πονάει.

Είναι προφανές από τή μέχρι τώρα περιγραφή ότι το αρσενικό-’’κυνηγός”
γυροφέρνει το “θύμα” του παρά το γεγονός ότι υποφέρει από τα βότσαλα,
ενώ ετοιμάζεται για την επόμενη του κίνηση.

Κάποτε κάνει πώς μπερδεύεται.
Στηριγμένος στην πλάτη σηκώνει τα πόδια στον αέρα
Και με δεξιοτεχνία τα φέρνει δίπλα στα δικά μου.
Μόλις αγγιζόμαστε στ’ ακροδάχτυλα.

Είναι λοιπόν τώρα το κρίσιμο σημείο του φλερτ: πώς θα αντιδράσει το θηλυκό; Στο ποίημα ή αντίδραση είναι ευνοϊκή για τον ερωτιδέα:

Μου αρκεί που σε μια ελάχιστη επιφάνεια μ’ αγγίζει:
Μέσα απ’ αυτήν δίνομαι και αποδέχομαι.

Και η ποιητική σκηνή τελειώνει έξοχα με την εικόνα αυτής της αποδοχής:

Αμοιβαία μέσα από τα ακροδάχτυλα επικοινωνούμε.

Όπως επισημάνθηκε εξαρχής, με την Παρακαταθήκη ηδυπάθειας φαίνεται
σαν να ολοκλήρωσε η Μπακονίκα έναν κύκλο ερωτικής ποίησης, όπου κύρια
πηγή της είναι «απανθρωπιές και τραγωδίες» τις όποιες έζησε «διά πυρός
και σιδήρου». Μήπως τώρα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να εκπληρώσει
την υπόσχεση που μας έδωσε στο ποίημα «Οι αποσκευές μου», στο Θείο κορμί

Παίρνω λοιπόν το δικαίωμα να στραφώ
Και να βιώσω τα φωτεινά και τα χαρούμενα.

και να στραφεί πράγματι σ’ αυτά;

Φεβρουάριος 2002

 

ΝΙΚΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ

Οι κανόνες του ερωτικού παιχνιδιού

Παρακαταθήκη ηδυπάθειας

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα είναι μια ποιήτρια που διακατέχεται από ένα έντονο ερωτικό, για την ακρίβεια σεξουαλικό πάθος. Σε όλα σχεδόν τα ποιήματα που έχει δημοσιεύσει μέχρι σήμερα (πέντε ποιητικές συλλογές στο διάστημα μιας
δεκαοχτάχρονης πορείας στα γράμματα), δεν κάνει τίποτε άλλο από το να περιγράφει, να αποδελτιώνει και να αναλύει, μέσα από μια γραφή άμεση, λιτή, ουσιαστική, τις διακυμάνσεις αυτού του πάθους. Η Μπακονίκα ξεκινάει από τη βασική θέση ότι κάθε ερωτική σχέση, και ειδικότερα αυτή που ταυτίζεται με τον ωμό σαρκικό έρωτα, η απαλλαγμένη από πλατωνικές εξιδανικεύσεις και ρομαντικά νεφελώματα, δεν είναι μια ανέμελη ειρηνική συνθήκη αλλά ένα πεδίο σκληρής, κάποτε ανελέητης μάχης, ένα παιχνίδι ανάμεσα στο αιώνιο αρσενικό και το αιώνιο θηλυκό. Σε αυτό το παιχνίδι, που έχει τους δικούς του κανόνες και τη δική του άτεγκτη λογική, ουσιαστικά δεν υπάρχει νικητής ή ηττημένος. Ή, μάλλον, για την Μπακονίκα, νικητής είναι αυτός που κατά την περίσταση θα κάνει τη σωστή ψυχολογική κίνηση, η οποία θα του επιτρέψει να έχει προς στιγμήν το επάνω χέρι- συχνά όμως διαπιστώνει ότι η νίκη του είναι πύρρειος και του αφήνει μια πικρή γεύση στο στόμα. Η Μπακονίκα, καταγράφοντας τις ερωτικές εμπειρίες ή τις φαντασιώσεις της, επιχειρεί ταυτόχρονα να συλλάβει και να φέρει στο φως, στα ποιήματά της, τον αντίκτυπο που έχουν οι λεπτές, ανεπαίσθητες αυτές ψυχολογικές μεταπτώσεις στον εσωτερικό κόσμο των εφήμερων εραστών, που υποκινούνται από ένα δυνατό, άλογο πάθος.
Στην Παρακαταθήκη ηδυπάθειας, που είναι η πιο ώριμη ποιητική συλλογή της, το ερωτικό παιχνίδι ωθείται στα ακραία ψυχολογικά του όρια. Οι χειρονομίες, τα βλέμματα, οι δισταγμοί, οι αναστολές, η λαγνεία, η ζήλια, οι παλινδρομήσεις, ο φόβος, ο οίκτος, ο ίμερος, η παραφορά, ή παραδοχή, ή απόρριψη, όλα τα μεγάλα ή μικρά συναισθήματα που συνθέτουν τα κομμάτια ενός ερωτικού πάζλ, φωτίζονται εδώ μ’ έναν πλάγιο, διακριτικό τρόπο και προσδίδουν σ’ αυτή την ποίηση ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Έγινε συμπτωματικά. απρογραμμάτιστα
και διαγράφηκε στην εντέλεια.
Διαγράφηκε όσο κράτησε
ο περίπατός μας στο λιμανάκι.
Μετά τη στροφή άρχιζαν οι ερημιές
και οι θάμνοι.
‘Ηλιοκαμένος και ντυμένος στα λευκά
έμοιαζε με φιγουρίνι.
Επόμενε να προχωρήσουμε
και να ξαπλώσουμε στους θάμνους
μέσα στη σκόνη και στο φως
που ανελέητα κυριαρχούσε.
Παράτολμος και αδίσταχτος.
Όταν του αρνήθηκα, το είχα κιόλας μετανιώσει.

(«Στο στόχαστρο»)

Η οπτική γωνία της Μπακονίκα στην Παρακαταθήκη ηδυπάθειας είναι καθαρά γυναικεία (Θα λέγαμε φεμινιστική, αν ο όρος δεν είχε φθαρεί ανεπανόρθωτα τα τελευταία χρόνια) Η ηρωίδα της Μπακονίκα είναι μια γυναίκα απελευθερωμένη σεξουαλικά, που έχει –μέσα σε μια κοινωνία βαθύτατα συντηρητική, με ριζωμένες πατριαρχικές δομές— ξεκάθαρες αντιλήψεις για τον έρωτα και το σεξ. Ξέρει τί θέλει και συχνά βρίσκει τον τρόπο να το αποκτήσει. Φιλάρεσκη, φιλήδονη, φίλανδρη, δεν είναι τόσο
τολμηρή, ώστε ν’ αποφασίσει να κάνει αυτή το πρώτο βήμα. Της αρέσει να την επιλέγουν, όχι να επιλέγει. Από την άλλη, ό εγωισμός της και ίσως κάποια κατάλοιπα μικροαστικών αντιλήψεων την εμποδίζουν να δοθεί ψυχή τε και
σώματι στον έρωτα, να γίνει παρανάλωμα, στις φλόγες του. Κρατάει πάντα κάτι για τον εαυτό της, κάτι αποκλειστικά δικό της πού της εξασφαλίζει μια ούτως ή άλλως εύθραυστη ισορροπία. Έτσι, αυτή η γυναίκα απεχθάνεται τα
σκληρά, άτεγκτα αντράκια και αρνείται να γίνει άθυρμα ή σκεύος ηδονής στα χέρια τους:

Μπήκαν σ’ ένα ξέφωτο, και χωρίς καν να τη ζεστάνει
με τα απαραίτητα προκαταρτικά χάδια, την πρόσταζε να βγάλει τα ρούχα της
για να τη δει πρώτη φορά γυμνή στο φως της ημέρας.
Παρά τη θέληση της
—έτσι κι αλλιώς ή προσταγή την πάγωσε—
προσπάθησε να την ξεγυμνώσει ό ίδιος με το ζόρι.
Εντελώς απρόσμενα το φέρσιμό του απότομο,
η αλαζονεία του ένα κράμα κυνισμού
και απροκάλυπτης ωμότητας.
Του έκοψε τη φόρα έστω κι ένα ρούχο να της βγάλει·
αν κάτι από το βάθος του είναι της απεχθανόταν
ήταν η τραχύτητα από σκληρά, άτεγκτα αντράκια.
Σταμάτησε κάθε σχέση μαζί του μια κι έξω.

(«Στο Σέιχ-Σού», σ. 25)

Αισθάνεται όμως ικανοποίηση όταν της δίνεται ή ευκαιρία να νικήσει στα σημεία έναν αγέρωχο άντρα, παρόλο πού γνωρίζει ότι στο ερωτικό
παιχνίδι αυτή είναι η χαμένη:

Δεν είχα ψευδαισθήσεις, ούτε μου έτυχε συχνά
παρόμοιο άνδρα δυνατό και αγέρωχο να κουρελιάσω
— στο παιχνίδι, βέβαια, έχανα εγώ.
Κι όμως ήταν απόχτημα για μένα η συντριβή του,
το βουβό του παράπονο, ο τρόπος πού μέ ικέτεψε
για ένα άγγιγμα που δεν χάρισα.
Δεν μού έτυχε συχνά άνδρα δυνατό
και αγέρωχο να κουρελιάσω.

(«’Έχανα», σ. 12)

Από την άλλη πλευρά οι άντρες —το αντικείμενο του πόθου στην Παρακαταθήκη ηδυπάθειας — παραπέμπουν κατευθείαν στο πρότυπο
του ιδανικού άντρα που έχει επιβληθεί από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τον κινηματογράφο, τη μόδα και τη διαφήμιση. Είναι ιδιαίτερα ελκυστικοί με μια αρρενωπή ομορφιά που αξίζει να την αποθησαυρίσει κανείς· έχουν πλούσιες
ερωτικές εμπειρίες και μια ικανότητα να προκαλούν μ’ ένα απλό άγγιγμά τους «αλλεπάλληλα ρίγη διέγερσης» στο άλλο φύλο· αποπνέουν έναν αέρα σιγουριάς και αυτοπεποίθησης· και μόνο όταν ο δαίμονας του ερωτικού
πάθους κατορθώσει να τους κυριεύσει αισθάνονται το έδαφος να χάνεται κάτω απ’ τα πόδια τους:

Το μυστικό και ανεκδήλωτο πάθος του
γι’ αυτήν θεριεύει.
Χαμηλοβλέπει εξαιτίας της.
Έγινε άλλος άνθρωπος.
Από άνδρας δυνατός στη μορφή και την ψυχή
τώρα Χαμηλοβλέπει, μελαγχολεί και συστέλλεται.

(«Συστέλλεται», σ. 3ο)

Η Μπακονίκα είναι μια ποιήτρια με ικανότητες. Ξέρει να δημιουργεί κλίμα και να υποβάλλει μια ατμόσφαιρα, ξέρει να προσελκύει την προσοχή και το ενδιαφέρον τού αναγνώστη με έξυπνα συγγραφικά τεχνάσματα, ξέρει να αυξομειώνει την ένταση στα ποιήματα της. Η μαθητεία της στην ποίηση του
Κ. Π. Καβάφη, αλλά κυρίως του Ντ. Χριστιανόπουλου (δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί αποκαλούν την Μπακονίκα «ο θηλυκός Χριστιανόπουλος») την έχει
ωφελήσει πολλαπλά. Από τον Χριστιανόπουλο η Μπακονίκα έχει διδαχτεί να εκφράζεται με απλότητα, αμεσότητα και διαύγεια· να εστιάζει το βλέμμα της στο ουσιώδες· να αποφεύγει τον λυρικό διάκοσμε» και τα «βαθυστόχαστα» νοήματα· να μην ενδίδει στην κενολογία και στην εύκολη συγκίνηση. Από τον Χριστιανόπουλο φαίνεται επίσης πως έχει πάρει τη γυμνή, ωμή εκφορά του λόγου, πού δίνει στα ποιήματά της ένα ιδιαίτερο χρώμα και χαρακτήρα.
Αλλά το γεγονός ότι η Μπακονίκα έχει δεχτεί επιδράσεις από τον ποιητή των Ισχνών αγελάδων (επιδράσεις που έχουν αφομοιωθεί απόλυτα στο έργο της) με κανέναν τρόπο δεν σημαίνει ότι είναι ένα ποιητικό αντίγραφο — ένα κακέκτυπό του. ’Αντίθετα, έχει τη δική της προσωπικότητα και τη δική της φωνή.
Η Μπακονίκα ανήκει στην κατηγορία των ποιητών που αδυνατούν (ή τουλάχιστον δυσκολεύονται πάρα πολύ) να γράψουν άλλα ποιήματα εκτός από ερωτικά. Πράγματι, τα πιο αδύναμα κομμάτια στην Παρακαταθήκη ηδυπάθειας είναι εκείνα στα οποία προσπαθεί να ξεφύγει από τις ερωτικές έμμονές της και να προσεγγίσει άλλα θέματα. Στα ποιήματα αυτά ή Μπακονίκα είναι φανερό ότι βρίσκεται έξω από τα νερά της. Ο λόγος της γίνεται δύσκαμπτος, ο ρυθμός είναι υποτονικός, η ματιά της αφηρημένη, η σκέψη της κοινότοπη. Αν όμως θέλουμε νι είμαστε δίκαιοι και ειλικρινείς μαζί
της, πρέπει να πούμε ότι και στα αμιγώς ερωτικά ποιήματα δεν επιτυγχάνει πάντα ένα αξιοπρόσεκτο αισθητικό αποτέλεσμα. Μερικές φορές ολοκληρώνει τα ποιήματά της με βιασύνη και προχειρότητα, αφήνοντας τα ουσιαστικά
ημιτελή («Μυρίστηκε χαρά», «Το αστραφτερό σου τζιπ»). Άλλοτε το πεζολογικό στοιχείο πλεονάζει, ενώ ορισμένες γλωσσικές επιλογές της (π.χ. αψηφισιά, σβάρνισες, έσιαζε, μπόλιαζες, παραχώνομαι, λιοπύρι, φιγουρίνι) δεν είναι εύστοχες.
Παρ’ όλα αυτά, η ποίηση της Μπακονίκα αξίζει να διαβαστεί. “Έχει ζωντάνια, νεύρο, γνησιότητα. Κυρίως όμως έχει επίγνωση των ορίων της. Δεν παριστάνει κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που είναι.

 

Μαυλιστικά

 

ΜΑΡΗ ΘΕΟΔΟΣΟΠΟΥΛΟΥ

Η ΕΠΟΧΗ 26/4/1998

 

Στους νεώτερους ποιητές που ξεκίνησαν από το περιοδικό «Διαγώνιος», ανήκει η Αλ. Μπακονίκα. Κι αυτή ποιήτρια κατ’ εξοχήν ερωτική. Όπως παρατηρεί ο Π. Σφυρίδης, “στα ποιήματα της ο έρωτας καιροφυλακτεί παντού· σε πλατείες, σε φωτεινές κάμαρες, σε ταβέρνες, σε γκαλερί, στην εξοχή, ακόμα και μέσα σε ταξί. Αυτό που τη διαφοροποιεί από τους βασικούς ποιητές της «Διαγώνιου» είναι η έλλειψη προσήλωσης, ικεσίας και συντριβής. Απεναντίας ο έρωτας προσφέρει τη γαλήνη της ψυχής και του σώματος…”
Στα οκτώ καινούργια ποιήματα, που έρχονται να προστεθούν στα ποιήματα της «Ανοικτής γραμμής» του 1984 αλλά και στα ερωτικά από «Το
γυμνό ζευγάρι» του 1990 (και τα δύο βιβλία στις εκδόσεις της «Διαγωνίου»), κυριαρχεί το μαύλισμα του έρωτα μαζί με τη μελαγχολία για τη στέρηση του. Ωστόσο, δεν λείπει και μία ειρωνική χροιά. Αναγράφουμε απόσπασμα από το τελευταίο ποίημα; «Συγγραφέας όπως και οι άλλοι /στο στενό κύκλο που βλεπόμαστε / Πάντα μαχητικός – στην ηλικία μόλις πλησιάζει τα εξήντα – / πάντα ακατάβλητος με τα επιχειρήματα / και τις απόψεις του, ιδίως για τα λογοτεχνικά, / και μια αρέσκεια να επιβάλλεται. / Μόνο τις προάλλες που βρεθήκαμε οι δυο μας / είδα την άλλη, διαφορετική όψη του. / Μια επώδυνη θλίψη τον περιέκλειε, / και μου εξομολογήθηκε την ανέραστη ερημιά του….»
Ένα Μπιλιέτο που προετοιμάζει για την επικείμενη επίσκεψη. Ένα Οκτασέλιδο, πρώτη γεύση, το πιθανότερο, μιας κατοπινής ποιητικής συλλογής.

 

 

Θείο κορμί

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΦΑΣ

Αυγή 13/11/1994

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ για το τρίτο ποιητικό βιβλίο που κυκλοφορεί – όλα στις κομψές και λιτά μοντέρνες εκδόσεις της «Διαγώνιου» – η ποιήτρια Αλεξάνδρα Μπακονίκα- το πρώτο Ανοιχτή γραμμή (1984) και το δεύτερο Το γυμνό ζευγάρι (1990) από τα βιβλία της προδιαγράφουν ήδη με περισσή ευκρίνεια το κλίμα μέσα «το οποίο κινείται ο ποιητικός της κόσμος: γλώσσα απλή, κοφτή,
απέριττη, γλώσσα του καθημερινού: λόγου χωρίς ποικίλματα και
επιδεικτικές ρητορείες. Από την άλλη μεριά, η θεματολογία- η αναζήτηση του έρωτα, της συνεύρεσης με τον άλλον, η ουσιαστική εκείνη γλύκα που ενώνει δύο ανθρώπους- και όχι μόνον η ρηχή σεξουαλικότητα. Αυτό που, ωστόσο, κάνει την ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα ποιητικά ενδιαφέρουσα δεν είναι – εν γένει-ο ερωτισμός για τους γνωρίζοντες την ποιητική τοπιογραφία της Θεσσαλονίκης η «Διαγώνιος» του Ντίνου Χριστιανόπουλου (το περιοδικό αλλά και οι εκδόσεις της «Διαγώνιου») καλλιέργησαν αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον ύφος της απλής γλώσσας που περιγράφει με δραματική ειλικρίνεια το σαράκι του έρωτα` ας θυμηθούμε εδώ και το ομότροπο έργο δύο άλλων κορυφαίων ποιητών που εξέθρεψε η ιδιάζουσα ατμόσφαιρα του περιοδικού, του Γιώργου Ιωάννου και του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου. Στην περίπτωση, όμως, της Αλεξάνδρας Μπακονίκα το ερωτικό σαράκι δεν προέρχεται από την απελπισία της μοναξιάς ούτε από την αδυναμία εύρεσης συντρόφου- δεν χρειάζεται εδώ δηλαδή ο καημός της να εκλιπαρήσει ξένα γόντα. Το αντίθετο
μάλλον ισχύει: είναι προκλητική, γνωρίζει την ομορφιά της, απαιτεί και κερδίζει το δικό της μερίδιο στον έρωτα. Ενδεικτικό αυτής της στάσης είναι το ποίημα «εκμετάλλευση», το τελευταίο ποίημα της δεύτερης συλλογής της.

Σε φανερές
w ανύποπτες λεπτομέρειες
απ’ όσα πρόσφατα έζησα,
υπήρχε αισθησιασμός.
Για ένα ή δύο ποιήματα
πήγα και τον βρήκα,
τον ξεζούμισα
τον έκανα εκμετάλλευση.

Εκτός από το διεκδικητικό έρωτα, ένα άλλο χαρακτηριστικό της ποιήτριας που εξετάζουμε είναι η οξύτατη κριτική ματιά, η παρατηρητικότητα, η οποία, εκκινώντας από επιφανειακές και πρόχειρες κουβέντες για τον έρωτα, ανατέμνει την κοινωνική υποκρισία, την αμήχανη στάση (διάβαζε: μικροαστική συμπεριφορά) ή την ψευδοαπελευθέρωση – σε άνδρες και γυναίκες- ιδιαίτερα έντονο νιώθει ο αναγνώστης το αίσθημα αυτό στην τελευταία ποιητική δουλειά της Μπακονίκα’ δείγματος χάριν, το ωραίο ποίημα Επιδόσεις.

Ασύστολα μου ανέφερε:
«Τα ποιήματά σου πλημμυρίζουν
από αισθησιασμό και φλόγα
και κάτι ανάλογο, κάτι εξαιρετικό
περίμενα από σένα,
τις λίγες φορές που κάναμε έρωτα.
Δεν σ’ το κρύβω ότι με απογοήτευσες».
Για τις δικές του επιδόσεις στο κρεβάτι,
και πώς τις έκρινα,
δεν ρώτησε, ούτε νοιάστηκε να μάθει.

Ποίηση λιτή, λοιπόν, που μιλά με απλότητα και ειλικρίνεια για πράγματα και ονόματα δικά μας (της μακεδονικής υγρασίας, εννοώ) με φινέτσα και – κυρίως – ανυπόκριτα.

 

 

ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

ΜΕΘΕΞΗ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ

Περιοδικό Ρεύματα τ.3 /9/1991

ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Φυλλομετρώντας μια πρόσφατα δημοσιευμένη ανθολογία νέων ποιητών από τη Θεσσαλονίκη, όπου πρωτεύοντα ρόλο έπαιζε το γούστο του επιμελητή και ανθολόγου Βασίλη Δημητράκου, διαπίστωσα με κάποια έκπληξη, ότι ένας ικανός αριθμός τους όχι μόνο προβάλλει με επιμονή την ερωτική συγκίνηση ή μέθεξη στην ποιητική πράξη, αλλά, το κυριότερο, προβάλλει τη συγκίνηση ή τη μέθεξη περιγραφικά και όχι σπάνια κυριολεκτικά. Εννοείται ότι με αυτά δεν επιχειρούμε να μετρήσουμε και να ελέγξουμε το ήθος του βιώματος το οποίο μεταμορφώνεται σε ήθος του ποιήματος. Κάθε άλλο. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το κατά πόσο το ήθος του ποιήματος μάς επιβάλλεται μέσα από τις δικές του αρχές. Το κατά πόσο δηλαδή ένα ερωτικό ποίημα, κυριολεκτούν και «αποκαλυπτικό», στηρίζεται ή όχι στη μυθολογία που συνήθως σέρνει πίσω της η κυριολεξία, για να αποκτήσει το ποίημα μ’ αυτό τον τρόπο εκτόπισμα στην αναγνωστική μας εμπειρία.
Οπωσδήποτε, στην περίπτωση της ερωτικής ποίησης που γράφεται από ποιητές της Θεσσαλονίκης, τα κρατούμενα είναι περισσότερα από αυτά που ήδη μνημονεύσαμε. Και αν ο μύθος της Θεσσαλονίκης ως ερωτικής πόλης εξακολουθεί να έχει μια αρκετά ευρεία απήχηση (και πέρα από κάθε λογοτεχνικό συμφραζόμενο), στη μεταπολεμική, ιδιαίτερα, περίοδο, δεν έχουν συμβάλλει λίγο προς αυτή την κατεύθυνση οι ποιητές που είχαν αποτελέσει την ομάδα της Διαγωνίου-Ντίνος Χριστιανόπουλος, Γιώργος Ιωάννου και Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου. Ωστόσο, από τους τρεις που έτσι κι αλλιώς διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους (προπάντων, ως προς τον τρόπο μεταβολής της συναισθηματικής συγκίνησης σε δραματικό αίσθημα), είναι αλήθεια ότι αυτός που απεδείχθη ισχυρότερη-δηλαδή, πιο ευδιάκριτη-ποιητική φωνή ήταν ο ] Ντίνος Χριστιανόπουλος. Και, οπωσδήποτε, δεν  είναι τυχαίο το ότι πολλοί από τους νεότερους ποιητές έχουν μεταβολιστεί, όχι μόνο αρκετά από τα υφολογικά του χαρακτηριστικά-πεζολογική ανάπτυξη του ποιήματος, απομάκρυνση από το άμεσα εκφρασμένο δραματικό συναίσθημα και επιγραμματική διατύπωση-αλλά έχουν εντάξει στο ποιητικό τους λεξιλόγιο λέξεις συνήθως ιδιωματικές ή λαϊκότροπες, όπως παιδεμός», «μίζερο», «σερβίρω», «αβέρτα», οι οποίες όμως ανακαλούν συνειρμικά την ποιητική γλώσσα του Χριστιανόπουλου. Είναι μια ένταξη, όπως εύκολα εννοείται, που δεν παρουσιάζεται πάντοτε χωρίς κινδύνους, στο βαθμό που η ομοιομορφία της ποιητικής φωνής, σε σχέση με κάποιαν άλλη, την κάνει ανενεργή.
Με την προϋπόθεση ότι δυο ή περισσότεροι τρόποι γραφής που μοιάζουν μεταξύ τους προδίδουν συγγενικές ποιητικές ιδιοσυγκρασίες, ξεκίνησα να δω τα ποιήματα της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, στη συλλογή της «Το Γυμνό Ζευγάρι». Δεν θα ήταν δύσκολο να τα χαρακτηρίσουμε απαρχής ποιήματα αισθησιακά από όποια μεριά κι αν τα δούμε. Το ότι ακόμα και η συναισθηματική τους ατμόσφαιρα, η ρέμβη στην οποία βρίσκεται συχνά
η περσόνα της ποιήτριας, αναλογεί ευθέως σε αισθητηριακούς της κώδικες, είναι ενδεικτικό της θεματικής αλλά και των ορίων μέσα στα οποία η ποιήτρια θέλει να διακινεί το έργο της. Είναι ποιήματα αισθησιακά, θα έλεγα, ως προς όλο το φάσμα της λειτουργίας τους, Και ως προς την κινητήρια ιδέα η αίσθηση που τα προκάλεσε, και ως προς αυτό που θέλουν να πουν ή και ως προς αυτό που συνδηλώνουν, ρητά η υπαινικτικά. Και λέω «ρητά ή υπαινικτικά», γιατί παρά το ότι είναι ποιήματα που κυριολεκτούν, λέγοντας ό,τι έχουν να πουν απερίφραστα, αρκετά συχνά η αισθησιακή εντύπωση προέρχεται όχι από την άκρως ρεαλιστική διατύπωση της ποιητικής εικόνας, αλλά από την υποβολή προς τον αναγνώστη αυτού που ενδέχεται να
συμβεί-της ερωτικής συνάντησης, λ.χ., η οποία υπάρχει ως υπόσχεση, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι. Γιατί οι μεγάλοι του είδους το γνώριζαν καλά-ο Μπωντλέρ, ας πούμε: η έξαψη της λαγνείας προάγεται περισσότερο και περισσότερο αποτελεσματικά με την υποκίνηση της φαντασίας. Σαν υπόμνηση/ με ταράζουν/ οι μεταπτώσεις, οι αλλαγές/ στη διάθεση και τη συμπεριφορά σου/ -γιατί έτσι είσαι και πάνω στον έρωτα. (Μεταπτώσεις, σ. 55), λέει σ’ ένα από τα πιο χαρακτηριστικά της ποιήματα η Αλεξάνδρα Μπακονίκα, με αρκετά ορατές, όπως πιστεύω, τις μεταγγίσεις της χριστιανοπουλικής φόρμας. Αλλά αισθησιακή, δηλαδή σωματικά μετρήσιμη, μπορεί να είναι και η διαγραφή μιας εικόνας η οποία, υπαινικτικά ή απερίφραστα, προβάλλει τη στέρηση ως μορφή ανεκπλήρωτου πάθους. Γιατί αυτό που έχει σημασία δεν είναι βέβαια η περιγραφή, ακόμα και με τις πιο «αποκαλυπτικές» λεπτομέρειες, μιας ερωτικής συνάντησης, όσο η αναγωγή της όλης ποιητικής σκηνοθεσίας στο δραματικό της κορύφωμα: είτε με τη μορφή της συναισθηματικής και αισθησιακής πληρότητας, είτε με τη μορφή της απώλειας και της στέρησης. Σ’ έφερα στο νου μου καθώς χόρευα/ και σκέφτηκα με τι φλογερότητα/ με τι παλμό θα χόρευες/ και τι καημούς θα σκόρπιζες/Σ’ έφερνα μπροστά μου/ και πέρασα όλη τη λαγνεία μου για σένα/σε κάθε μου βήμα. (Ο Χορός, σ. 47).
Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να επιμείνουμε στην εξακρίβωση της γενεαλογίας ποιημάτων όπως αυτά που ήδη παραθέσαμε. Σαν το κρεμμύδι που ξεφλουδίζεται, βρίσκουμε κατά σειρά: την ποίηση του Χριστιανόπουλου, έπειτα του Καβάφη και τέλος τους ποιητές των επιγραμμάτων της Παλατινής Ανθολογίας. Στην ουσία πρόκειται στην περίπτωσή μας για ποιήματα που πέρα από την ερωτική θεματογραφία τους θα μπορούσαν να ειδωθούν
μέσα από την διερεύνηση των στερεοτύπων μιας σύγχρονης λαϊκής μυθολογίας των αστικών κέντρων, την οποία σίγουρα αναπαράγουν-αν και όχι με τον ίδιο τρόπο. Στον Χριστιανόπουλο και σε μεταγενέστερους, νεότερους ποιητές, όπως ο Κώστας Ριτσώνης, ο Βασίλης Δημητράκος, ο Σπύρος Λαζαρίδης, η ποιητική περσόνα που συνήθως ομιλεί στο ποίημα για λογαριασμό του ίδιου του δημιουργού, δεν δημιουργεί αποστάσεις ανάμεσα
στην εμπειρία και στην ανάμνησή της-δεν μεταμορφώνει καν την εμπειρία. Η ποιητική και η ερωτική πράξη συμβαίνουν στο παρόν και η ανάκληση της απόλαυσης ή της απώλειας που συνέβη στο παρελθόν, όταν γίνεται, σκοπό έχει την ενίσχυση του συναισθήματος που κατακλύζει την περσόνα τώρα.
Στο βιβλίο «Το Γυμνό Ζευγάρι» οι μικρές ιστορίες-στιγμιότυπα διαδέχονται η μια την άλλη, κινούμενες σ’ ένα ορισμένο και περιορισμένο φάσμα, ως προς τη θεματική τους. Αλλά και ως προς την ανθρωπογεωγραφία τους, πάλι ομοειδείς είναι. Τύποι που θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε λαϊκούς: τουλάχιστον έτσι καθρεφτίζονται στην πράξη του ποιήματος. Τόποι και σημεία που η σκηνική τους ανάδειξη έρχεται σε ευθεία αναλογία με τους ανθρώπινους τύπους που συχνάζουν εκεί: ταβέρνες, πλαζ, πάρτι, πολυσύχναστοι δρόμοι, αυτοκίνητα. Πέρα όμως από αυτή τη συσσώρευση κοινότοπων περιστατικών, συμβάντων που δεν ξεφεύγουν από μια καθημερινότητα τυπική, υπάρχει η αισθησιακή σχέση της περσόνας που χρησιμοποιεί η ποιήτρια: είναι μια σχέση, θα έλεγα εξοντωτική, στο βαθμό που η λαγνεία είναι φωλιασμένη για τα καλά μέσα στη φαντασία της και που περιμένει την παραμικρή αφορμή για να απλωθεί και να καταλύσει. την ύπαρξή της. Ο περίεργος τρόπος που κρατάς/ το μολύβι μ’ ερεθίζει/Νιώθω την πίεσή σου στο χαρτί/ την αφή σου στην άκρη/ Τα δάχτυλά σου έχουν υπόσταση/ και σχήμα κι είναι μπλεγμένα/ γύρω απ’ το μολυβί/σαν τον πόθο που τρέφει/ την ψυχή μου/ Ακόμη κι όταν γράφεις χύνεται ορμή. (Το Μολύβι, σ.39)
Αν λάβουμε υπόψη μας την αισθησιακή σχέση ως συνεκτική γραμμή, οπωσδήποτε τα ποιήματα που έχει συγκεντρώσει η Αλεξάνδρα Μπακονίκα
στη συλλογή της «Το Γυμνό Ζευγάρι», είναι παραλλαγές ενός κατά βάση θέματος: της απελπισμένης αναζήτησης του άλλου-όχι όμως του άλλου σώματος, όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, αλλά του άλλου, ως οντότητας ερωτικής με συνολικό τρόπο. Αλλά και η εντύπωση της παραλλαγής ενισχύεται ακόμα περισσότερο, όταν δούμε τα ποιήματα από την άποψη της μορφής και του τρόπου με τον οποίο αναπτύσσονται, όπως επίσης από την άποψη της γλώσσας τους, με την έννοια ότι αρκετές ιδιωματικές εκφράσεις ή λέξεις παραπέμπουν σ’ ένα κώδικα σημασιολογικό, εύκολα αναγνωρίσιμο σε μερικούς από τους νεώτερους ποιητές της Διαγώνιου: Σε θέλω κι όσο μπορώ/όλο πιο σπάνια σε σκέπτομαι/ -σε χάλασε η υπεροψία σου. (σ.50) ή Για ένα ή δύο ποιήματα/ πήγα και τον βρήκα/ τον ξεζούμισα/ του έκανα εκμετάλλευση. (σ. 68)
Ενδιαφέρον έχει στα ποιήματα της Αλεξάνδρας Μπακονίκα ο τρόπος ανάπτυξής τους. Όχι μόνο γιατί από εκεί μπορούμε να καταλάβουμε αρκετά
πράγματα για το πώς αυτή ή αυτός που μιλούν στο ποίημα έχουν μια σταθερή θέση κατόπτευσης της ιστορίας, στην οποία «συμμετέχουν» εντούτοις,
αν και προσπαθούν πάντοτε να βγαίνουν απ’ έξω, αλλά και γιατί η ανάπτυξη του ποιήματος είναι αυτή που δημιουργεί εδώ τα περισσότερα προβλή-
ματα σύνθεσης και ολοκλήρωσης του ποιητικού δρώμενου. Γενικά, θα έλεγα πως υπάρχει ένα πρότυπο τεχνικής που ορίζει σχεδόν πάντοτε την ποιητική μορφολογία. Το ποίημα συνήθως ξεκινάει από μια κατόπτευση του χώρου ή από μια περιγραφή, όπου το εκάστοτε πρόσωπο της ποιήτριας στέκεται από μια απόσταση και αποφαίνεται: για τα χαρακτηριστικά του ερωμένου σώματος και για τις ιδιομορφίες της συμπεριφοράς του, για το περιβάλλον όπου πραγματοποιείται η συνάντηση ή διογκώνεται το συναίσθημα της ερημιάς. Σ’ αυτό ακριβώς το «τμήμα» του ποιήματος είναι που συναντούμε και τις πιο οφθαλμοφανείς παρεκβάσεις (περιγραφές πάνω σε περιγραφές), οι οποίες και δυσχεραίνουν την κίνησή του. Προφανώς δεν ξεχνούμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση που ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της είναι η αφηγηματικότητα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ποιητική ιδέα ή ένα στιγμιότυπο, γενικότερα, μπορούν να σηκώνουν ανέξοδα το βάρος ενός πλεονάζοντος σχολιασμού. Το αν ήταν «υπερβολικά γεροδεμένος» (σ.52), αν «φρενάριζε απότομα» κι «ερχόταν στην ώρα του» (σ.60), αν η γκαλερί ήταν «εκλεκτή» σε «υπόγειο» και σε «κεντρικό δρόμο» (σ.12), αναμφίβολα έχουν μπει ως παραπομπές σε μια ρεαλιστική αναπαράσταση του σκηνικού ή της διάθεσης πάνω στα οποία θα στηριχθεί η αντικειμενικότητα του ποιήματος. Αναρωτιέμαι όμως: υπάρχει όντως ανάγκη συσσώρευσης τόσων σκηνοθετικών στοιχείων για να δρομολογηθεί η φαντασία του αναγνώστη προς μια ορισμένη κατεύθυνση; Προσωπικά αμφιβάλλω. Ούτε η παραστατικότητα και η αληθοφάνεια έχουν να κερδίσουν, ούτε-το κυριότερο-θα αποδοθεί λειτουργικά ο αισθησιασμός, ο οποίος αξίζει να σημειωθεί ότι μάλλον με υποβλητικά μέσα τονίζεται παρά με την τυραννική επιβολή της κυριολεξίας…
Το ποίημα συνήθως κλείνει με έναν κάπως αποφατικό τρόπο. Η περιήγηση του προσωπείου που έχει διαλέξει σε κάθε περίπτωση η ποιήτρια, ολοκληρώνεται με μια αποστροφή, όπου αποκρυσταλλώνεται η συναισθηματική σχέση της με όσα προηγήθηκαν-πάντοτε όμως ευσύνοπτα. Ας δούμε δύο παραδείγματα προς αυτή την κατεύθυνση: Ύστερα από καιρό συναντηθήκαμε/ κι ήταν σαν να ξεκινούσαμε/ απ’ την αρχή/ Ανέτρεξα τη μορφή σου/και δεν πρόλαβα ν’ αναχαιτίσω/τον πόθο που φούντωσε /γιατί περίμενε το σώμα σου/τ’ αρμονικά δεσίματα και οι γραμμές του. Γύρεψα το βάρος του, γύρεψα τη λύσσα του. (Απ’ την Αρχή, σ. 40). Για ό,τι λατρεύτηκες / σε θέλω/ λατρεύτηκες για το κορμί/ για ό,τι είσαι/[…] Σε θέλω κι όσο μπορώ/ όλο πιο σπάνια σε σκέπτομαι/ -σε χάλασε η υπεροψία σου. (Η Υπεροψία σου, σ. 50).
Εδώ, νομίζω ότι χρειάζεται να υπογραμμίσουμε δύο πράγματα, σχετικά με τον αποφατικό/διδακτικό χαρακτήρα του τέλους του ποιήματος, με την παράλληλη υπόμνηση ότι υπάρχουν μέσα στο βιβλίο της Αλεξάνδρας Μπακονίκα αρκετά ποιήματα που από την αρχή τους ως τον τελευταίο στίχο αποτελούν ανάπτυξη μιας ιδέας με καθαρά διδακτικό τόνο-π.χ. στο ποίημα «Βιβλία Τσέπης», έστω και αν είναι πολύ αδύναμο ως αποτέλεσμα.
Θα πρέπει, λοιπόν, να υπογραμμίσουμε ότι πρώτ’ απ’ όλα, όταν το ποίημα κλείνει διδακτικά, συνήθως η κίνηση που έχει πραγματοποιηθεί στη σκηνοθεσία του είναι από το γενικό στο προσωπικό, από το εξ αντικειμένου στο υποκειμενικό. Και έπειτα, ότι το πέρασμα αυτό από το έξω στο μέσα, επειδή ακριβώς έχει τη σημασία της δραματικής κορύφωσης στο δέσιμο του ποιήματος, αποτελεί και αποφασιστικό σημείο για την αισθητική του ολοκλήρωση. Σε όχι λίγα ποιήματα, έμεινα με την υποψία ή ότι το ποίημα σκηνοθετήθηκε πάνω σε ελάχιστα βιωμένα και περισσότερο επινοημένα
στοιχεία, ή ότι το βίωμα ήταν εξαρχής τόσο ισχνό ώστε να μη διατηρηθεί η πνοή του ποιήματος ως το τέλος. Έτσι, το ποίημα “Πρόταση» (σ. 66), είναι κατά τη γνώμη μου ανολοκλήρωτο-το κλείσιμό του μένει κυριολεκτικά στον αέρα, και μάλιστα χωρίς να υπάρχει λόγος για κάτι τέτοιο ή χωρίς να υπάρχει βούληση της ποιήτριας να δημιουργήσει μια υποβλητική κατάσταση μέσω του ημιτελούς. Το ίδιο θα μπορούσα να πω για το ποίημα «Τα Γλυπτά» (σ. 45) και ως ένα σημείο για το ποίημα «Τραπεζάκι» (σ. 36). Και αυτά βέβαια με δεδομένη την παρουσία κάποιων άλλων ποιημάτων μέσα στο
«Γυμνό Ζευγάρι», όπου η Αλεξάνδρα Μπακονίκα έχει επιτύχει μια ισορροπία τέτοια, ώστε να εναρμονίζεται ο αισθησιασμός του καβαφικού διδάγματος, με το προσεκτικά αναπτυγμένο κυριολεκτούν αλλά και υποβλητικό ποιητικό βίωμα. Μια περίπτωση, όπως αυτή του ποιήματος «Το Φως του Απογεύματος» (σ. 24): Καθόταν στο διπλανό τραπέζι/είχε τη δική του παρέα κι όμως κάθε τόσο/γύριζε να με κοιτάξει/ με έψαχνε στα μάτια/ Πριν καθίσει απέναντι μου/ υπήρχε το νωχελικό φως του απογεύματος/ που έλουζε τα τραπέζια/ τα καθαρά τραπεζομάντιλα/ και πιο πέρα τις πέτρες και τα δέντρα/ Μα πριν συμβούν όλα αυτά/ ήμουν βυθισμένη σε μια απέραντη νωχέλεια/ σε μια απέραντη ηρεμία/ που προδιέθετε και προετοίμαζε/ μια τέτοια απόλαυση:/ μέσα στο εξαίσιο φως/ένας άνδρας να με κοιτάζει.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ

Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Από το βιβλίο Ποιητικός Ρυθμός 2006

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα είναι ποιήτρια κατ’ εξοχήν ερωτική. Ο ερωτισμός, που αναδύεται από τα ποιήματά της, εκπηγάζει από τη σωματική-βιωματική πτυχή του έρωτα και όχι από εξιδανικευμένες του προεκτάσεις.; Οι έξι ποιητικές συλλογές της Μπακονίκα (Ανοικτή γραμμή – 1984, Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα – 1990, θείο κορμί – 1994, Μαυλιστικά – 1997, που
ενσωματώθηκαν στην Παρακαταθήκη ηδυπάθειας – 2000 και Πεδίο πόθου – 2005) δεν αποστασιοποιούνται από τις βασικές συντεταγμένες που η ποιήτρια έθεσε στην αφετηρία της καλλιτεχνικής πορείας της. Ο έρωτας στη σωματική-υλική δυναμική του θεματικά υπερτερεί και αναδεικνύεται, ιδίως από τη δεύτερη ποιητική συλλογή και μετά: Στο «Πάρτι σε ταράτσα» η ποιητική φωνή εξομολογείται σε δεύτερο ενικό ρηματικό πρόσωπο πως «ένα νεύμα μου μόνο περίμενες / που το ανέβαλλα», ενώ στην «Πρόταση» αφηγείται ότι «Κολυμπούσαν στα βαθιά /και του πρότεινε να βρεθούν / για έρωτα οι δυο τους ένα βράδι». Στο Θείο κορμί το ερωτικό βίωμα γίνεται κυρίαρχο: Στο ποίημα «Λεωφορείο μακρινών διαδρομών» ο νεαρός, που περνά από τον στενό διάδρομο, πιέζει κινούμενος το γυναικείο χέρι:

Όσα ερωτικά μηνύματα
περνούν με χίλιες λέξεις, τώρα περνούσαν
με το ζούληγμα, που ήταν επίμονο
παρακλητικό. Κι όλο το σφρίγος
του νεανικού κορμιού του μεταδόθηκε

και στο ποίημα «Πρόχειρο στρώμα»

Αφού έφυγαν οι υπάλληλοι,
αργά το απόγευμα, την περίμενε
στο γραφείο τον.
Ξεντύθηκαν, και η λαίμαργη γλώσσα του
έφτασε μέχρι τα πόδιά της,
κι όπως ήταν παγωμένα
με το στόμα τον τα ζέστανε.
Έσμιξαν στο πάτωμα,
σ’ ένα πρόχειρο στρώμα
από μαξιλάρια τον καναπέ
και μερικές καρέκλες.

Ο έρωτας δίνει σαφέστατα τον κύριο τόνο στην ποίηση της Μπακονίκα, αλλά στο ποιητικό σώμα της διεισδύουν σαν θεματικές νησίδες και ορισμένες άλλες πτυχές των διαπροσωπικών σχέσεων: Από το Θείο κορμί μπορούμε να αναφέρουμε τα ποιήματα «Οι αποσκευές μου» και «Υποψήφια βουλευτής» από την Παρακαταθήκη ηδυπάθειας «Το βάπτισμα του πυρός», το «Ονομαστική εορτή, 1992», «Το δέσιμο»’ από το Πεδίο πόθου το «Ανθρώπινη φύση» και «Με το κύμα των παλιννοστούντων»:

Στο κουπέ του τρένου
για να τοποθετήσω τη βαλίτσα μου στο ψηλό ράφι
με βοήθησε ένα γεροντάκι.
Αδύνατος, με γαλανά μάτια και πρόσωπο
σπασμένο από τις ρυτίδες.
Ήταν Πόντιος, στην καταστροφή τον 22 οι γονείς του
κατέφυγαν στον Καύκασο της Γεωργίας.
Εκεί γεννήθηκε και έζησε.
Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε όταν άνοιξαν τα σύνορα
πριν μερικά χρόνια,
με το κύμα των παλιννοστούντων το ’93.
Λίγα χωράφια τού έδωσε το κράτος κοντά στη Φλώρινα,
κουτσά στραβά τα βόλευε.
«Στον Καύκασο καταραμένη φτώχεια είχαμε
όσο κι αν δουλεύαμε σε όλη τη ζωή μας
και πάντα ξένοι ήμασταν εκεί, δεν μας ήθελαν,
δύσκολα ήταν όπως και αν το ψάξεις», μου τόνισε.

Με το ταξίδι η οικειότητά μας μεγάλωνε.
Εκφραστικός, μειλίχιος άνθρωπος.
Η ποιητική φωνή εξομολογείται στο «Δέσιμο» τα ακόλουθα,
αναφερόμενη σε φίλο —προφανώς ποιητή— για τον οποίο
πλησίαζε απειλητικά το τέλος:
Όταν βγήκα από το ταξί
ένα βούρκωμα ανέβαινε στα μάτια μου,
τα μαντάτα για την υγεία του
δεν ήθελα να τα πιστέψω.
Μέσα στα τόσα χρόνια που τον γνώριζα
το δέσιμο, η αγνή φιλία μας, η λαχτάρα
για συνάφεια μεταξύ μας άφθαρτη, αδιάλειπτη.

Οι εκφραστικοί τρόποι, που η ποιήτρια έχει διαμορφώσει, συγκροτούν ένα ρυθμό εσωτερικό και αισθαντικό, εντελώς απόμακρο από τη λογοτεχνική πόζα του εξεζητημένου λυρισμού: Ο στίχος γενικά είναι ελεύθερος ενώ ενίοτε εμφωλεύουν σε αυτόν και έμμετρα φορτία, το λεξιλόγιο απλό, οικείο
και «γήινο», η δραματικότητα υψηλόβαθμη. Θα μπορούσαμε υπό τύπον αφορισμού να υποστηρίξουμε ότι ενώ αρκετοί πεζογράφοι αξιοποιούν στη γραφή τους και υλικά της ποίησης, η Μπακονίκα, ακολουθώντας μιαν αντίστροφη πορεία, αρύεται για την ποίησή της και υλικά από την πεζογραφία. Σε κάθε ποίημά της έχει να ενσαρκώσει με λέξεις μια ιστορία, χωρίς κατά τη διαδικασία αυτή να απεμπολείται η ποιητική δύναμη των στίχων. Τα πιο πολλά ποιήματα κατακτούν την ποιητικότητα τους εδραζόμενα στο βίωμα, στη μνήμη, στην πλήρωση ή στη στέρηση και σε μία συγκινησιακή σκευή υψηλής δραστικότητας, η οποία «χτίζεται» με τα υλικά που θα μπορούσαν να
συγκροτήσουν και ένα διήγημα ή και ένα θεατρικό μονόπρακτο. Στην ποίηση της Μπακονίκα δεν υπάρχει υπερρεαλίζουσα έκφραση ούτε και διανοητική σκοτεινότητα, αλλά η ανάγνωση ή και η ανάμνηση των στίχων αναδίνουν το άρωμα του μοντερνισμού εκφρασμένο ως απλότητα, ως βιωματική γνησιότητα, ως πυκνή δραματικότητα:

ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ ΣΤΗ ΒΕΣΠΑ

Δεινοπάθησε η βέσπα σου
από τις πέτρες και την ανηφόρα
στον απόμερο χωματόδρομο που πήρες.
Με σκοπό τον πήρες
αφού γνώριζες ότι μέσα στην ερημιά
θα διαλύονταν οι αντιστάσεις μου.
Ένα φανελάκι φορούσες
και δεν άργησα να κάνω την αρχή
παράφορα σε φιλούσα
καθώς καθόμουν από πίσω σου κι εσύ οδηγούσες.
Εκδηλώθηκε το σπαρτάρισμά μου.

Στον ποιητικό ρεαλισμό της Μπακονίκα διακρίνονται γόνιμα αφομοιωμένες επιρροές από τους πρωτεργάτες του ποιητικού ρεαλισμού ως ρυθμικής έκφρασης. Ανιχνεύονται αδρά τα ποιητικά χνάρια του Ντίνου Χριστιανόπουλου, αλλά η φωνή της ποιήτριας αναδεικνύει την ιδιότυπη χροιά της, όχι απλώς επειδή εκκινεί από γυναικεία ματιά, αλλά κυρίως επειδή συσσωματώνεται στο ερωτικό βίωμα του γυναικείου σώματος ως πομπού και δέκτη ερωτικής φόρτισης, η οποία αποδίδεται στη σωματική εκδοχή της. Αντίθετα από την Μπακονίκα κινούμενοι αρκετοί ποιητές, αλλά και ποιήτριες, προσεγγίζουν τον έρωτα περισσότερο ως εξιδανικευμένη κορύφωση ή περιπλοκή και λιγότερο ως σωματικό βίωμα, συντηρώντας μια κοινότοπη ερωτογραφία, από την οποία η γραφή της Μπακονίκα απέχει.
Τα θεματικά και εκφραστικά σημάδια της ποιήτριας δεν παραλλάσσονται ιδιαίτερα από συλλογή σε συλλογή. Το γεγονός δεν είναι κατ’ ανάγκην αρνητικά φορτισμένο- μπορεί να εκληφθεί και ως συνεχής και γόνιμη ποιητική υπόμνηση αλλά και ψηλάφηση ενός θεμελιώδους άξονα της ανθρώπινης ζωής. Η ποίηση της Μπακονίκα είναι συγκινησιακά θερμή, θεματικά επικεντρωμένη και σε μεγάλο βαθμό αναγνωρίσιμη- αυτό δεν
είναι λίγο. Σε κάποιες μάλλον μικρόψυχες αιτιάσεις απαντά η ποιήτρια με την τέχνη της, προτάσσοντας εκφραστική διαύγεια και αφοπλιστική ειλικρίνεια («Πρόσωπο με πρόσωπο» από την Παρακαταθήκη ηδυπάθειας):

Όποτε με κλονίζουν οι επιθέσεις τους
με τη σκέψη περιπλανιέμαι σ’ ένα παλιό μου ταξίδι.
Επισκεπτόμασταν με πούλμαν διάφορες πόλεις,
διανύαμε τεράστιες αποστάσεις.
Μας λίκνιζε ο δρόμος και η μουσική στο κασετόφωνο.
Αργόσυρτοι αμανέδες ακούγονταν
γεμάτοι από το πάθημα της αγάπης.
Γίνονταν πια ανεξάντλητο το ρεπερτόριο της αγάπης.
Στον ίδιο ρυθμό, στο ίδιο μοτίβο
η μια κασέτα διαδέχονταν την άλλη,
που ο κόσμος στο πούλμαν αποζητούσε —
τόσο που οι διαδρομές και οι επισκέψεις
ήταν ένα πρόσχημα γι’ αυτά τα ακούσματα,
γι’ αυτές τις μουσικές της αποχαύνωσης.

Συνειδητά οδηγούμαι στο ίδιο μοτίβο στα ποιήματά μου.

Αφήσαμε για το τέλος ορισμένους στίχους από το Θείο κορμί,
αρκούντως αντιπροσωπευτικούς της όλης ποιητικής συνεισφοράς της Αλεξάνδρας Μπακονίκα. Σε αυτούς τους στίχους, η σωματική υπόσταση του ερωτικού βιώματος εμπλουτίζεται από ποιητικά ακούσματα, θεματολογικά οριοθετημένα, εν μέρει ακατάληπτα από σημασιολογικής πλευράς, αλλά συναισθηματικούς διαυγέστατα και από συγκινησιακής πλευράς ρωμαλέα:

Στροβιλίστηκαν και πύρωσαν στον έρωτα […]
Ντύθηκαν, και αφού της έβαλε κάτι να πιει,
άνοιξε και της διάβασε ποίηση του Οράτιου
απ’ το πρωτότυπο.
Της διάβασε γαμήλιους ύμνους.
Ιδιόρρυθμοι λαρυγγισμοί και φθόγγοι
και χυμώδεις λέξεις των λατινικών.
Μετά τον έρωτα τελείωναν με στίχους.

 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΣΦΥΡΙΔΗΣ

Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και παλιά εργαζόταν ως δασκάλα αγγλικών. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1983 με ποιήματα από το περιοδικό Διαγώνιος. Ακολούθησαν οι ποιητικές συλλογές Ανοιχτή γραμμή (1984), Το γυμνό ζευγάρι (1990), Θείο κορμί (1994), Μαυλιστικά (1997), Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000) Πεδίο πόθου (2005). Τα τρία πρώτα βιβλία είναι των Εκδόσεων Διαγώνιου, τα Μαυλιστικά οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, η Παρακαταθήκη ηδυπάθειας κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις του Εντευκτηρίου και το Πεδίο πόθου, που σηματοδοτεί την εκδοτική της κάθοδο στην Αθήνα, από το Μεταίχμιο. Ένα σύνολο 208 ποιημάτων στην εικοσιδιάχρονη ποιητική της παρουσία, παραγωγή καθόλου ευκαταφρόνητη. Αν εξαιρέσουμε τον τίτλο της πρώτης συλλογής, που είναι ένας φλου τίτλος -δεν καθορίζει δηλαδή το περιεχόμενο των ποιημάτων-, όλοι οι άλλοι τίτλοι δεν αφήνουν αμφιβολία ότι το ενδιαφέρον της Μπακονίκα επικεντρώνεται στον έρωτα. Και δεν είναι τυχαίο ότι άρχισε την ποιητική της πορεία από το περιοδικό Διαγώνιος και έγινε ευρύτερα γνωστή μέσα από τις εκδόσεις του. Είναι γνωστό ότι η Διαγώνιος, με πρώτη και βασική τριάδα τους Ντίνο Χριστιανόπουλο, Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου και Γιώργο Ιωάννου, καλλιέργησε συστηματικά (έγινε φυτώριο: Νίκος Γρηγοριάδης, Κώστας Ριτσώνης, Τάσος Κορφής, Θεοδώρα Ντάχου, Βασίλης Καραβίτης, Χρίστος Λάσκαρης, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Νίκος Βασιλάκης, Σπύρος Λαζαρίδης, Βασίλης Δημητράκος κ.ά.) την ερωτική ποίηση στη Θεσσαλονίκη. Ενδιαφέρον, επομένως, υπάρχει να επισημάνουμε τι καινούργιο έφερε η Μπακονίκα -ή πώς διαμόρφωσε το προσωπικό της ύφος- στον κύκλο των ποιητών της Διαγώνιου.
Στην πρώτη συλλογή Ανοιχτή γραμμή ο έρωτας υπάρχει ως
περιρρέουσα ατμόσφαιρα ή σαν επιθυμία συνήθως ανεκπλήρωτη. Οι ερωτευμένοι, π.χ.,

Οδηγούν απρόσεκτα
έχουν ορμή κι ευελιξία
χαλαρωμένα, φωτεινά πρόσωπα
και σώματα.

Χωρίς να αντιλαμβάνονται κοινές συνομιλίες
και βαρετές συνήθειες,
κυκλοφορούν μ’ επικίνδυνη ταχύτητα.

(«Τα ποδήλατα»)

Ο συναισθηματικός ίλιγγος του έρωτα καταχωρείται στα πρώτα αυτά ποιήματα ως επικίνδυνη ταχύτητα, όπως όταν τρέχουμε ξέφρενα με τα ποδήλατα ή και με τα αυτοκίνητα. Μια ερωτική περιπέτεια παρομοιάζεται με «Αγώνα ταχύτητας» (τίτλος ποιήματος), τον οποίο η ποιήτρια παρακολουθεί από την τηλεόραση και παρατηρεί:

Σηκώνουμε το τραπέζι
και το μεταφέρουμε στο ανοικτό παράθυρο.
Αργότερα θα δείξουν σ’ επανάληψη
όλες τις φάσεις τον αγώνα,
αλλά τώρα μας ενδιαφέρει να βρούμε καρέκλες και ποτήρια,
η ατμόσφαιρα είναι έντονη, ερωτικά ηλεκτρισμένη,
όταν καθίσουμε στο τραπέζι
θα δουλεύουν τ’ αστεία, θα δουλεύουν
τα κρυμμένα αισθήματα.
Η ζωντανή μετάδοση συνεχίζεται.

Κρυμμένα, λοιπόν, συναισθήματα, με κάτι λέξεις, σχεδόν ψιθυρίσματα, στην πρώτη συλλογή της Μπακονίκα, κι αυτό διότι υπάρχει ο φόβος του έρωτα, που πρέπει, επειδή είναι επικίνδυνος, να τον αποφύγουμε:

Αν κτυπήσει το κουδούνι
θα κλείσου με τις πόρτες.
Αν βάλει τις φωνές κι επιμένει
με κάποιον τρόπο θα εμποδίσουμε
την παρουσία του, τον πανίσχυρο ερωτισμό τον.

(«Απατηλά τεχνάσματα»)

Με τέτοια ποιήματα η Μπακονίκα έρχεται στη Διαγώνιο και γνωρίζεται με τον Χριστιανόπουλο. Η επίδραση του «κλίματος» της Διαγώνιου γίνεται αμέσως αισθητή -ολοφάνερη για την ακρίβεια- με τη δεύτερη συλλογή Το γυμνό ζευγάρι:

Η ομορφιά θέλει να δείχνεται
Δεν αντέχει τα σκεπάσματα.

(«Το παντελόνι»)

Μ’ αυτούς τους δύο στίχους αρχίζει το δεύτερο βιβλίο της. Αυτό το άλμα, από τις «μισές λέξεις» και τα «ψιθυρίσματα» στην απροκάλυπτη ομολογία του ερωτισμού, θυμίζει το αντίστοιχο, πριν από χρόνια, άλμα του Χριστιανόπουλου, όταν από την Εποχή των ισχνών αγελάδων, με τα προσωπεία και τα υπονοούμενα, περνούσε στα Ξένα γόνατα, με τη γυμνή τους ερωτική αλήθεια. Δεν ξέρω ως ποιο βαθμό ο Χριστιανόπουλος παρότρυνε την Μπακονίκα για το τόλμημά της, γνωρίζω, όμως, ότι στο δρόμο αυτόν οδήγησε αρκετούς νέους ποιητές με τους οποίους συνεργάστηκε.
Η Μπακονίκα, ωστόσο, σαν γυναίκα, δίνει άλλη διάσταση στην ποίησή της. Μπαίνει στο ερωτικό κυνήγι όχι μόνο ως θήραμα, αλλά και ως κυνηγός. Στίχοι όπως:

Η βεβαιότητα πως με ισάξια ομορφιά σ’ έφτανα
Με ισάξια ομορφιά σ’ έλιωνα

(«Συνάντηση»)

αποτελούν, νομίζω, την «ποιητική έκφραση» της απελευθερωμένης γυναίκας για ισότητα των δύο φύλων στο δικαίωμα της ερωτικής συμμετοχής (ή μήπως απόλαυσης;) χωρίς αναστολές και προκαταλήψεις. Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμα, εξίσου σημαντικό, που τη διαφοροποιεί από τον Χριστιανόπουλο. Ο έρωτας στα ποιήματα εκείνου είναι ένας έρωτας τραυματικός. Προέρχεται από τη σύγκρουση που προκαλεί στον ποιητή το ερωτικό του πάθος με τη χριστιανική ηθική, από την οποία έχει εμποτιστεί η ύπαρξή του στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια με τα κατηχητικά. Το ερωτικό πάθος, και ειδικά η ιδιαιτερότητα του πάθους, ερμηνεύονται ως αμαρτία. Και είναι αυτό το συναίσθημα της αμαρτίας που γεννάει τη δραματική ερωτική ποίηση του Χριστιανόπουλου. Η Μπακονίκα, ελεύθερη από κάθε είδους χριστιανικές ενοχές και όντας «φυσιολογική» στην ερωτική συμπεριφορά της, δέχεται τον έρωτα ως ηδονή, χωρίς τύψεις, κάτι που τη φέρνει θεματικά πιο κοντά με τα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη, ο οποίος προσανατόλισε την ποίησή του στην αρχαιοελληνική αντίληψη του έρωτα και έγινε ο σύγχρονος αισθητικός
εκφραστής της. Έτσι η ποιήτρια, έχοντας συναίσθηση της ομορφιάς της, μπαίνει στον ερωτικό στίβο για να κατακτήσει κι όχι να κατακτηθεί.

εκείνο το διάστημα κρατιόμουν καλά
κι ερωτικά μ’ υπολόγιζαν,
αναζητούσαν τη συντροφιά μου

(«Η κριτική»)

Στο τραπέζι της παρέας
κάθισα ανάμεσά τους
με ήθελαν κι οι δυο, ήθελα και τους δυο
– δεν ξέρω ποιον περισσότερο.

(« Δύο άντρες»)

Η επιρροή του Χριστιανόπουλου φαίνεται να σταματάει στην ώθηση που της έδωσε να μιλήσει με λόγια σταράτα -«η ποίηση μας θέλει γυμνούς» είναι η πιο προσφιλής του έκφραση- και σε κάποια στοιχεία ύφους και τεχνικής, π.χ. την πυκνότητα και λιτότητα του στίχου, που ανιχνεύονται κοινά σ’ όλους τους ποιητές της Διαγώνιου. Τέλος, πρέπει να την επηρέασε και η κριτική
που της ασκήθηκε για την πρώτη συλλογή της, κάτι που ομολογεί στο ομότιτλο ποίημα του δεύτερου βιβλίου της:

Είσαι πολύ φλου», μου είπαν,
«δεν αρέσουν οι στίχοι σου,
αόριστα, πολύ αόριστα πράγματα».

(«Η κριτική»)

Όπως έχουμε, ήδη, επισημάνει, από το δεύτερο βιβλίο της Μπακονίκα λείπουν τελείως οι τύψεις, αφού απουσιάζουν οι όποιες κοινωνικές ή ηθικές αναφορές, που θα μπορούσαν να τις δημιουργήσουν.

Η ψυχή σου με ηρεμεί
και το σώμα σου με ελκύει
και δεν υπάρχει τίποτα μίζερο
και τιποτένιο
σε ότι έζησες, σε ότι είσαι.

(« Η εικόνα»)

Ο έρωτας καιροφυλακτεί παντού: σε πλατείες, σε φωτεινές
κάμαρες, σε ταβέρνες ή υπαίθρια εστιατόρια, σε καφετέριες, σε
γκαλερί, στην εξοχή, σε παλιά αρχοντικά, ακόμα και μέσα σε
ταξί:

Ο ερωτισμός ξεχύνεται
εκεί που δεν τον περιμένεις.
Όχι μόνο στο πρώτο ταξί
αλλά και στα επόμενα που χρειάστηκα
έπαιζε μουσική μ’ ερωτικά τραγούδια.

(«Τα τραγούδια»)

Τέλος, το ερωτικό ερέθισμα ξεπετιέται κι από τις πιο απίθανες συνθήκες, όπως, για παράδειγμα, από τον τρόπο με τον οποίο ο εραστής κρατάει το μολύβι:

Ο περίεργος τρόπος που κρατάς
το μολυβί μ’ ερεθίζει.
Νιώθω την πίεση σον στο χαρτί
την αφή σου στην άκρη.

(«Το μολύβι»)

Στο ποίημα «Τα γλυπτά», ο έρωτας διαθέτει τη δύναμη να υπερβεί ακόμα και το φόβο του θανάτου.

ΤΑ ΓΛΥΠΤΑ

Στην αίθουσα υπήρχαν γλυπτά
που για μένα συμβόλιζαν το θάνατο,
κι άλλα που ο πεσιμισμός τους
ισορροπούσε με μια σπίθα
ζωής και αισθήσεων.

Και βέβαια υπήρχαν ερωτικά έργα
μ’ απροκάλυπτη τολμηρότητα,
με τη λάμψη ή τη δύναμη της σάρκας
που δε χαρίζει.
Με γονάτιζαν με ξεγύμνωναν
όταν τα κοίταζα,
κι ήταν απαράμιλλα
και πιο πάνω από εκείνα του θανάτου
και τα άλλα των ποικίλων αποχρώσεων.

Θα πρέπει να σχολιάσουμε, επίσης, το γεγονός ότι, ενώ η λέξη πάθος απαντάται συχνά στα ποιήματα της Μπακονίκα, το πάθος απουσιάζει από την ποίησή της. Ο έρωτας παραμένει ένα παιχνίδι προκλήσεων και ηδονής. Η απουσία του αγαπημένου προσώπου, όπου αυτή υπάρχει, δεν πληγώνει. Η προσήλωση, η ικεσία και η συντριβή είναι ανύπαρκτες καταστάσεις. Δεν
υπάρχει ούτε η διάψευση των προσδοκιών, που συχνά ακολουθεί την περίοδο των αλησμόνητων πανηγυρισμών της ερωτικής παραζάλης.
Την απάντηση έδωσε η Μπακονίκα με το ποίημα «Οι απο-
σκευές μου» στην τρίτη ποιητική της συλλογή:

Απανθρωπιές καί τραγωδίες
Δεν μου είναι άγνωστες.
Διά πυράς και σιδήρου τις έζησα.
……………………………………………………………….

Το συναπάντημα, το βύθισμά μου στη χαρά
-που τόσο σπάνια συμβαίνει-
είναι δικαίωμα και κερδισμένος χρόνος.
Δεν έχω ενοχές για τις εξάρσεις της χαράς.

Τα νέα στοιχεία που η Μπακονίκα εισάγει στην ποίησή της με το τρίτο βιβλίο είναι ο θαυμασμός του λαϊκού άντρα και μια κριτική διάθεση για το περιβάλλον της. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο ότι το Θείο κορμί αρχίζει με το ποίημα «Ψησταριά».

Στη στοά Μοδιάνο η ψησταριά είναι μικρή
με πάγκους στους τοίχους, αντί για τραπέζια
και καρέκλες.
Έρχονται άνδρες της πιάτσας που μιλάνε δυνατά
για το κυνήγι, τα κόμματα και τα βρώμικα
νερά τον Θερμαϊκού.
Ο συνοδός μου είναι σαν τη μύγα
μες στο γάλα ανάμεσά τους,
είναι ένας φίνος κουλτουριάρης
που μ’ ορέγεται.
………………………………………………….

Στο μεταξύ για κάποιο γνωστό τους
μπαινοβγαίνουν οι άνδρες.

Το λαϊκό στοιχείο και ο ανδρισμός στο ποίημα «Θεσσαλονικιός έμπορος» ταυτίζονται ακόμα και με την πατρίδα. Ο έμπορος πάει στην Κωνσταντινούπολη για δουλειές και δέχεται τη φιλοξενία των ομογενών:

Φιλόξενοι κι ανοικτοχέρηδες με γύριζαν παντού,
απ’ τ’ αριστοκρατικότερα κέντρα μέχρι
τις πιο κακόφημες συνοικίες.
Όλο «πατρίδα» με φώναζαν,
«πατρίδα πιες», «πατρίδα» χόρεψε»,
κι εγώ δεν τους χαλνούσα χατίρι.

Το κάλλος που είχε του έδινε
μεγαλοπρέπεια και φινέτσα,
κι η λαϊκή καταγωγή του
ευθύτητα κι ερωτισμό –
ιδιότητες ακατάλυτες.
Αυθόρμητα τον φώναζαν «πατρίδα».

Με την τρίτη συλλογή της η Μπακονίκα ασκεί πλέον κριτική σ’ αυτά που τις λένε, κι όχι μόνο για τα ποιήματα της, αλλά και για τον έρωτα, όπως αυτός μορφοποιείται μέσα από τους στίχους της, και μερικές φορές περνάει στην αντεπίθεση, σχολιάζοντας τη ζωή και το έργο ανθρώπων του κύκλου της. Τεχνοτροπικά εισάγει έντονα το διάλογο στα ποιήματά της.

ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ

Ασύστολα μου ανέφερε:
«Τα ποιήματά σου πλημμυρίζουν
από αισθησιασμό και φλόγα
και κάτι ανάλογο, κάτι εξαιρετικό
περίμενα από σένα,
τις λίγες φορές που κάναμε έρωτα.
Δεν σ’ το κρύβω ότι με απογοήτευσες».

Για τις δικές του επιδόσεις στο κρεβάτι,
και πώς τις έκρινα,
δεν ρώτησε, ούτε νοιάστηκε να μάθει.

«Ζηλεύω τις πισίνες τους, τα πανάκριβα κολλέγια
που στέλνουν τα παιδιά τους και την ευκολία
να ξοδεύουν. Μαζί τους δεν συγκρίνομαι».

Χωμένος στη μεγαλομανία του κλαψούριζε.
Με πάγωσε ο υλισμός του, ο άκρατος υλισμός του.

(«Παλιός γνωστός»)

Στην τρίτη συλλογή της εμφανίζεται επίσης το χιούμορ. Ένα χιούμορ συγκρατημένο, που κάποτε εξελίσσεται σε υποδόριο σαρκασμό.

ΣΥΓΚΡΙΣΗ

Η γνώμη του με κέντρισε:
«Είναι φτηνά και άνοστα τα πορνογραφικά έντυπα,
ενώ τα ποιήματά σου διεγείρουν
και συγχρόνως προκαλούν ανάταση ψυχής.
Έχω εξάρτηση, είμαι ναρκομανής με τους στίχους σου».

Ξανασκέφτηκα την άποψή του.
Διόλου αμελητέος αντίπαλος η πορνογραφία,
πανστρατιές με βουλιμία τη διαβάζουν.
Τιμή μου να βγάζω άχρηστα τα έντυπα
και τη παραλογοτεχνία της.

Η Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (συμπεριλαμβάνει και τέσσερα ποιήματα από το οκτασέλιδο Μαυλιστικά) κινείται στο ίδιο περίπου κλίμα. Η κριτική επισήμανε ότι επαναλαμβάνεται, αλλά η ποιήτρια, έχοντας συνείδηση του γεγονότος, δίνει –όπως το συνηθίζει- την απάντησή της με το ποίημα «Πρόσωπο με πρόσωπο»:

Ας τον θεωρούν συγγραφέα ολκής
κι ας τον προσέχουν. Εμένα δεν με πείθει.
Οι παθιασμένοι καημοί που μ’ ενδιαφέρουν
δεν υπάρχουν στα γραπτά του.
Κάποτε μου επιτέθηκε –
«Η έμμονη σου με τα ερωτικά θα σε βλάψει.
Κάθε ποίημα στο ίδιο μοτίβο,
επαναλαμβάνεσαι και μας κουράζεις».

Όποτε με κλονίζουν οι επιθέσεις τους
με τη σκέψη περιπλανιέμαι σ’ ένα παλιό μου ταξίδι.
Επισκεπτόμασταν με πούλμαν διάφορες πόλεις,
διανύαμε τεράστιες αποστάσεις.
Μας λίκνιζε ο δρόμος και η μουσική στο κασετόφωνο.
Αργόσυρτοι αμανέδες ακούγονταν
γεμάτοι από το πάθημα της αγάπης.
Γίνονταν πια ανεξάντλητο το ρεπερτόριο της αγάπης.
Στον ίδιο ρυθμό, στο ίδιο μοτίβο
η μία κασέτα διαδέχονταν την άλλη,
που ο κόσμος στο πούλμαν αποζητούσε —
τόσο που οι διαδρομές και οι επισκέψεις
ήταν ένα πρόσχημα γι’ αυτά τα ακούσματα,
γι’ αυτές τις μουσικές της αποχαύνωσης.

Συνειδητά οδηγούμαι στο ίδιο μοτίβο στα ποιήματά μου.

Στη συλλογή αυτή, οι αναφορές σε πνευματικά πρόσωπα της
Θεσσαλονίκης έχουν αυξηθεί. Άλλοτε η επισήμανση του φυσικού προσώπου (π.χ. του λογοτέχνη ή καλλιτέχνη) είναι εύκολη, όπως είναι στο ποίημα «Ονομαστική γιορτή, 1992» που αναφέρεται στον Χριστιανόπουλο, κι άλλοτε η ταύτιση είναι αδύνατη, εκτός από έναν στενό κύκλο ανθρώπων που η Μπακονίκα συναναστρέφεται.
Πολλοί αναρωτιούνται από πού η Μπακονίκα αντλεί τα ερεθίσματα. Χωρίς αμφιβολία το βιωματικό στοιχείο είναι έντονο στην ποίησή της. Είναι το στοιχείο που αφθονεί στους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης -ποιητές και πεζογράφους- και είναι κυρίαρχο σ’ εκείνους του «κύκλου» της Διαγώνιου. Τώρα, αν τα βιώματα αυτά υπήρξαν πραγματικά γεγονότα (της ποιήτριας ή άλλων) ή φαντασιώσεις, δεν έχει σημασία. Εκείνο που μετράει είναι η αλήθεια την οποία «εκπέμπουν», άσχετα με την ποσότητα της μυθοπλασίας με την οποία έχουν ζυμωθεί. Και από την άποψη αυτή τα ποιήματα της Μπακονίκα πείθουν για τη γνησιότητά τους.
Το νέο στοιχείο που αχνοφαίνεται στην Παρακαταθήκη ηδυπάθειας είναι το σπάσιμο του «ερωτικού τσαμπουκά».

Έπρεπε να σκύψω,
χωρίς σκύψιμο δεν μετριέται η υποταγή.

(«Απαίτησε»)

Παράτολμος κι αδίστακτος,
όταν του αρνήθηκα, το είχα κιόλας μετανιώσει.

(«Στο στόχαστρο»)

Διαισθανόμαστε ότι αρχίζει μια στροφή της Μπακονίκα προς το θεματικό κλίμα του πρώιμου Χριστιανόπουλου. Την εξήγηση ομολογεί, ίσως, στο ποίημα «Ημίφως» των Μαυλιστικών:

Βρισκόταν στην κρίσιμη καμπή της ηλικίας
μετά τα σαράντα,
βρισκόταν στην κρίσιμη καμπή που το παρόν
αλλά και οι προοπτικές της από εδώ και πέρα
δεν της πρόσφεραν εξάρσεις και σαγήνη.

Στο Πεδίον πόθου έχουμε μια ακόμα επανάληψη ερωτισμού με άλλες εικόνες, π.χ. έρωτας στη βέσπα («Οι δυο μας στη βέσπα»), που θυμίζει το ποιητικό μοτίβο του Σπύρου Λαζαρίδη. Άλλοτε η ερωτική διάθεση παραμένει ανεκπλήρωτη ως «πράξη» αλλά ((υλοποιείται» ακόμα και με τις σταγόνες του σάλιου που αιωρούνται στον αέρα, καθώς ο ποθητός άντρας μιλάει δυνατά:

Πιο πολύ και από αγίασμα οι σταγονίτσες απ’ το σάλιο σου,
κι όταν διαλύθηκαν στο στόμα μου
ήταν σαν μυστικά να ενώθηκα μαζί σου.

(«Μυστικά ενώθηκα»)

Και τέλος, ως καταστάλαγμα, «αδέκαστος κριτής», εμφανίζεται και η θλίψη, που εξετάζει έναν έναν τους στίχους της γυρεύοντας τα «ουσιώδη».
Στη συλλογή αυτή συνεχίζονται επίσης οι αναφορές σε λογοτέχνες καθώς προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τον ψυχισμό τους («Βιβλία για έκδοση») ή να κρίνει τη συμπεριφορά τους («Ο διηγηματογράφος»). Ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζει το γεγονός ότι στρέφει τώρα την προσοχή της και σε άγνωστους ανθρώπους που συναντάει και γνωρίζει τυχαία (π.χ. στο τρένο), όπως έναν Πόντιο πρόσφυγα («Με το κύμα των παλιννοστούντων» – ποίημα που παραπέμπει σε μια ανάλογη θεματική στροφή του Χριστιανόπουλου με τη συλλογή του Η πιο βαθιά πληγή) ή έναν τύπο μποέμ («Ο συνταξιδιώτης») που Είχε γυρίσει όλη την Ελλάδα για να βρει/ το πιο ωραίο μέρος να μείνει. Κι ακόμα γίνεται καυστική κι επιθετική όταν σε ταξίδι με πλοίο μια παρέα νεαρών, αδιαφορώντας για τους συνταξιδιώτες τους, φωνασκούν όλη νύχτα:

Άξεστοι και βίαιοι. Οι άγριες φωνές τους,
οι κραυγές, τα φτηνά αστεία τους
στιγμή δεν σταμάτησαν στο κατάστρωμα
μέχρι να ξημερώσει.
Οι άγριες φωνές τους ξέθαβαν βαθιά μου τραύματα
από αδυσώπητη βία και βαναυσότητα
που έχω υποστεί στη ζωή μου.

(«Θαλασσινό ταξίδι»)

Δεν θα ήταν ολοκληρωμένη η παρουσίαση του ποιητικού έργου της Μπακονίκα χωρίς κάποιες γενικές παρατηρήσεις: Η Μπακονίκα χρησιμοποιεί τον ελεύθερο στίχο χωρίς υπερρεαλιστικές ή άλλου είδους αλχημείες. Πρόκειται για μια ποίηση εξομολογητική, ευθύβολη και τολμηρή, ικανή να επικοινωνήσει με τον κάθε αναγνώστη. Οι επιδράσεις, καλά αφομοιωμένες, προέρχονται από τους ερωτικούς ποιητές της Διαγώνιου – κυρίως από τον Χριστιανόπουλο (κραυγές πάθους, οι πιο σκοτεινές / οι πιο αδίστακτες ορμές σου μ’ εξουσιάζουν, με στέγνωσαν οι φοβερές εικόνες σου, άνοιξε το παλτό σου / ή καλύτερα πέχαξέ το / θέλω να βλέπω το σώμα σου, γύρεψα το βάρος του, / γύρεψα τη λύσσα τον, μπράτσα και αυχένες που σε τύλιξαν, και άλλα), και βεβαίως από τον ερωτικό Καβάφη (φωτογραφίες με γυμνά νεανικά σώματα, γλυκιά επιθυμία γι’ αγαπημένο πρόσωπο, γιατί σε λίγο θα έφταναν τ’ αυτοκίνητα / κι οι ζωηρές παρέες να τον πάρουν μαζί τους, οι λεβέντες που θαυμάζεις / και δεν βγαίνουν απ’ τη σκέψη σου / εδώ μεταναστεύουν / εδώ καταχωνιάζονται τη νύχτα, και άλλα). Βέβαια, η θεματική εμμονή της στον έρωτα, χωρίς ουσιαστικά να ανανεώνει τα εκφραστικά της μέσα, την ανάγκασε, στις τελευταίες τουλάχιστον δύο συλλογές, να επαναλαμβάνεται συχνά, καθώς μηρυκάζει ερωτικά μοτίβα και αισθήματα. Έτσι, η φρεσκάδα που υπήρχε στα ποιήματα των πρώτων συλλογών της των Εκδόσεων Διαγώνιου, έδωσε τη θέση της σε ποιήματα μιας κάποιας «εγκεφαλικής» σύλληψης με επένδυση ερωτικής εσθήτας.
Τα εξώφυλλα των τριών πρώτων βιβλίων των Εκδόσεων Διαγώνιου, κατασκευασμένα από τον καλλιτέχνη γραφίστα και ζωγράφο Κάρολο Τσίζεκ, είναι πρωτότυπα και ανταποκρίνονται απόλυτα στο θεματικό πεδίο των ποιημάτων. Τα Μαυλιστικά έχουν ένα. ωραίο σχέδιο πεταλούδας, που, συμβολικά έστω, μας παραπέμπει σε ατμόσφαιρα ερωτική. Το εξώφυλλο της Παρακαταθήκης ηδυπάθειας, των Εκδόσεων Εντευκτηρίου, είναι πέρα για πέρα αποτυχημένο, αφού έχει ως σχέδιο έναν νεαρό που αγκαλιάζει ένα αρνάκι! Το εξώφυλλο πρέπει να δένει απόλυτα με το θέμα του κάθε βιβλίου, να «μιλάει» για το περιεχόμενό του. Τα ποιήματα της Μπακονίκα είναι «μαυλιστικά» και «ηδυπαθή» και δεν τους ταιριάζει ένα σχέδιο που παραπέμπει σε χριστιανικές αγάπες και ιδεώδη. Θεώρησα την παρατήρηση αυτή αναγκαία, διότι προσωπικά δίνω μεγάλη σημασία στην αισθητική εμφάνιση κάθε εντύπου, και ο Άρης Γεωργίου, που επιμελείται τα εξώφυλλα των Εκδόσεων Εντευκτηρίου, είναι έμπειρος γραφίστας και μας έχει δώσει εξαιρετικά δείγματα της δουλειάς του. Τέλος, το εξώφυλλο της συλλογής Πεδίο πόθου, μ’ ένα γλυπτό ερωτικό σύμπλεγμα (χωρίς να αναφέρεται πουθενά ο τίτλος του αγάλματος και το όνομα του γλύπτη), είναι ένα τυπικό εμπορικό εξώφυλλο, συμβατό, όμως, με το περιεχόμενο του βιβλίου.
Η ερωτική ποίηση έχει μακρά ιστορία στα γράμματά μας.
Ας σημειωθεί ότι και όλοι α ποιητές που ξεπήδησαν από τα σπλάχνα της Διαγώνιου είναι όλοι, με τον τρόπο του ο καθένας, ερωτικοί. Αυτή την ιστορία ήρθε, με τη δική της πορεία, να πλουτίσει και η Μπακονίκα.

 

ΒΑΣΙΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

ΕΝΕΚΕΝ Τ. 24/2012

Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε το 1951 στη Θεσσαλονίκη, όπου και
ζει. Εργάστηκε ως καθηγήτρια Αγγλικών. Πρωτοδημοσίευσε στο περιοδικό Διαγώνιος το 1983. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Ανοιχτή Γραμμή το 1984, Το γυμνό ζευγάρι το 1990, Θειο κορμί το 1994, Μαυλιστικά το 1997, Παρακαταθήκη ηδυπάθειας το 2000, Πεδίο πόθου το 2005, Ηδονή και εξουσία το 2009. Ποιήματα της δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά: Τραμ, Παρατηρητής, Εντευκτήριο, Ρεύματα, Δέκατα, Ένεκεν, Πανδώρα, Λέξη, Πάροδος, Παρέμβαση. Παρουσίασε το έργο της στο συμπόσιο «Νέες τάσεις στην ελληνική λογοτεχνία» στο ίδρυμα ελληνικού πολιτισμού, στο Λονδίνο το 1996. Μέσα από ανθολογίες μεταφράστηκαν ποιήματά της στα γερμανικά, σουηδικά, αλβανικά.
Στην εικοσιπενταετή παρουσία της στην ποίηση η Μπακονίκα έχει 
στο ενεργητικό της 7 συλλογές με σύνολο ποιημάτων γύρω στα 250.
Υπήρξε βασική συνεργάτης της Διαγώνιου κατά την τελευταία περίοδο
λειτουργίας της, από την οποία και εξέδωσε τα τρία πρώτα βιβλία της.
Οι τίτλοι των συλλογών βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία με το περιεχόμενο και δίνουν καθαρά εξαρχής το στίγμα της ποίησής της. Οι ισόχρονες αποστάσεις στην έκδοση των ποιητικών συλλογών, η απουσία ριζικών θεματικών και μορφικών μεταβολών, η επιμονή και προσήλωση στο ερωτικό πάθος, ιδιαίτερα στο σεξουαλικό, μια που ο έρωτας αντιμετωπίζεται περισσότερο ως σωματικό βίωμα, δείχνουν ένα άτομο μεθοδικό, πειθαρχημένο. σταθερό, με προσδιορισμένους στόχους, χωρίς εκρήξεις και ευμετάβλητες διαθέσεις.

«Η ομορφιά θέλει να δείχνεται /…/ Θριαμβευτικά και ξέφρενα βίωσε την ηδυπάθειά της. / Αγαπήθηκε και από άνδρες και από γυναίκες /…/ Στον έρωτα έκλυτοι έγιναν,/ πρόστυχα λόγια και κινήσεις. / Δεν ξεγελιόταν ότι ο άνδρας την ήθελε / για μία μόνο φορά… / Δεν μετάνιωσε για τον έρωτα μαξί του, / υπήρχε τραχύτητα, αλλά και ομορφιά».

Η Μπακονίκα δομεί το ποίημα με τρόπο νηφάλιο, στέκεται απέναντι στο βίωμα αποστασιοποιημένη σαν παρατηρητής και ανατόμος. Το βάρος πέφτει στη στερεότητα και στην αρτιότητα της κατασκευής, στην καθαρότητα της ιδέας και στη δύναμή της, στην κατάλληλη επιλογή των εργαλείων, στη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητά της. Επιστρατεύονται η αφήγηση, η υιοθέτηση συχνά του τρίτου προσώπου, του πλάγιου λόγου, η τεχνική των προσωπείων (προσφιλής στον Καβάφη), ο διάλογος, οι παρελθοντικές ιστορίες σε αφηγήσεις του παρόντος. Τα ποιήματα, της αποτελούν ιστορίες-στιγμιότυπα με πεζολογικά στοιχεία χωρίς να απεμπολείται η ποιητική αξία τους. Προεξάρχει η στιγμή, ο συμπυκνωμένος χρόνος που μετατρέπεται σε πυρήνα και ουσία της ύπαρξης αποκτώντας άλλη σημασία, δυναμική και περιεχόμενο. Η ποιήτρια μοιάζει με συλλέκτρια θραυσμάτων ζωής, στιγμιαίων κορυφώσεων που, για να μη χαθούν, αναδεικνύονται, ακινητοποιούνται και κρυσταλλώνονται σε αισθητικές αξίες.

«Στο νυκτερινό περίπατο με κάθε προφύλαξη/ έπιασε το χέρι μου /…/ Στο κουπέ του τρένου… / με βοήθησε ένα γεροντάκι /…/ Δεινοπάθησε η βέσπα σου / από τις πέτρες και την ανηφόρα /…/ βγήκαμε από το σινεμά / και στηρίχθηκα στο μπράτσο σου».

Το βλέμμα της εστιάζεται στο κορμί, το θείο, όπως το αποκαλεί στον τίτλο της τρίτης συλλογής της, στη σαρκική ηδονή, στην ομορφιά και σφριγηλότητα του νεανικού σώματος, στην πρόσκαιρη ευδαιμονία και χαρά που προσφέρει, αντίδοτο και αντίβαρο στην αναπόφευκτη φθορά του.

«Εκεί στο πιο όμορφο μπαλκόνι / ήσουν και ήμουν η σάρκα που γυαλίζει / και υποβάλλει- η σάρκα που εξευγενίζει / χαιρετά, και μαθαίνει να πεθαίνει».

Η ερωτική διέγερση -αναφύεται από παντού, οπτικό, ή εξ επαφής, από κάθε σημείο του ποθούμενου σώματος, από τη συμπεριφορά, τις χειρονομίες, τις κινήσεις, τον τρόπο ομιλίας, από την ατμόσφαιρα του ιδιωτικού χώρου, από τα προσωπικά αντικείμενα που ανάγονται σε φετίχ.

«Ο περίεργος τρόπος που κρατάς / το μολύβι μ’ ερεθίζει /…/ εμένα με τραβούσαν τα χείλη σου, / όλη η ηδονή που υπόσχεσαι / έχει το σχήμα τους /…/ ο φετιχισμός με κατέλαβε και συνυπάρχουμε, / καταθρονιάστηκε μέσα μου /…/ο ερωτισμός ξεχύνεται / εκεί που δεν το περιμένεις. /…/ πιο πολύ κι από αγίασμα το σάλιο σου, / κι ας μην έχουμε φιληθεί ποτέ στο στόμα /…/ με τα μάτια ανοίγω συνομιλία / και με το πιο μικρό στολίδι στο γραφείο σου».

Διεκδικεί ισότιμα το δικαίωμα για αυτοδιάθεση, για σεξουαλική απελευθέρωση, απόλαυση και χαρά και όταν αυτό δεν της παραχωρείται, το κατακτά με κάθε τρόπο. Γίνεται επιθετική, προκλητική, καταγγελτική,
απορριπτική. Το πεδίο του ερωτικού πόθου δεν είναι μόνο πεδίο σαρκικής ηδονής, είναι και πεδίο σύγκρουσης, σκληρού ανταγωνισμού, το εφαλτήριο για άσκηση εξουσίας, για ικανοποίηση από την καθυπόταξη του άλλου.

«Ήρθε και το χειρότερο: / καθώς ντυνόμασταν απαίτησε / να του φέρω τα παπούτσια../ χωρίς σκύψιμο δεν μετριέται η υποταγή /…/ Στο Σέιχ-Σου… / την πρόσταξε να βγάλει τα ρούχα της… / προσπάθησε να την ξεγυμνώσει ο ίδιος με το ξόρι…/ του έκοψε τη φόρα /…/ Δεν μου έτυχε συχνά άνδρα δυνατό / και αγέρωχο να κουρελιάσω».

Σπάνια γίνεται το πεδίο αρμονικής και αμοιβαίας ερωτικής συνεύρεσης και σπανιότερα μιας ολοκληρωμένης σεξουαλικής και συναισθηματικής επικοινωνίας.

«Με μάλωνε και τα μάτια του υπέφεραν από αγάπη, / με μάλωνε και η φωνή του λιγωμένη / κόμπιαξε από αγάπη—/ με τον πιο μειλήχιο τρόπο με μάλωνε /…/ έκανε πανάκριβα δώρα / στη γυναίκα του που λάτρευε… / ο ψυχισμός του. που παραήταν πλούσιος, / τα βαθιά του αισθήματα / πήγαιναν στη γυναίκα του».

Ποίηση διεκδικητική απέναντι στον έρωτα, καμιά απόκρυψη, κανένα ίχνος υποτέλειας, ενοχικής ή φοβικής συμπεριφοράς. Η Μπακονίκα δεν φέρει το στίγμα μιας ιδιότυπης ερωτικής λειτουργίας που να τη θέτει σε κοινωνική αμφισβήτηση και περιθωριοποίηση. Εφορμά από ένα σταθερό περιβάλλον, από την αποδοχή και ασφάλεια του μεσοαστικού χώρου όπου ανήκει, με τον οποίο ωστόσο αρκετές φορές βρίσκεται σε δυσαρμονία και βρίσκει το θάρρος να τον αμφισβητήσει και να τον στηλιτεύσει για την έπαρση, την υποκρισία, την πρόσδεση στις υλικές αξίες, την ανάγκη για εξουσία, την έλλειψη πνευματικότητας. Ανάλογη κριτική στάση, ειρωνική και δηκτική επιδεικνύει κάποτε απέναντι και στο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό σινάφι.

«…έπρεπε να συναντήσουν / σοβαροφανείς διπλωμάτες, τραπεζιτικούς / κι άλλα επιφανή μέλη της κοινότητας /…/ χωμένος στη μεγαλομανία του κλαψούριζε. / Με πάγωσε ο υλισμός του, ο άκρατος υλισμός του /…/ Γνωστός ποιητής… /εμφανέστατη η οίησή του… / εντόπισα σημάδια της αλαζσνίας του».

Οι επιρροές του Χριστιανόπουλου, εμφανείς στους περισσότερους ποιητές της Διαγώνιου τους μεταγενέστερους της γενιάς του, οι οποίοι και παρουσιάζουν αρκετά κοινά στοιχεία μεταξύ τους, διακρίνονται και στην
ποίηση της Μπακονίκα, όπως ο έντονος ερωτικός προσανατολισμός, ο ευθύς, σταράτος, τολμηρός και εξομολογητικός λόγος, η πυκνότητα, η λιτότητα και η καθαρότητα του στίχου, η πεζολογική ανάπτυξη των ποιημάτων, η ενσωμάτωση λέξεων ιδιωματικών ή λαϊκότροπων. Με τον Καβάφη συγγενεύει στη σκηνογραφική απόδοση των ποιημάτων, τα οποία μπορούν να συγκροτήσουν θεατρικά μονόπρακτα ή διηγήματα, στην αρχαιοελληνική αντίληψη του έρωτα που είναι απαλλαγμένη από τις αναστολές της χριστιανικής ηθικής και τις εσωτερικές συγκρούσεις. Ωστόσο στην ποίησή της το σκηνικό, κυρίως αναπαριστά παρά υποβάλλει και είναι μεταβλητό, μπορεί να στηθεί οπουδήποτε. Υπάρχει πολυμορφία του χώρου, αξιοποιείται κάθε δυνατότητα. Ο χώρος έρχεται σε πλήρη αντιστοίχιση με τους ανθρώπινους τύπους που παρευρίσκονται εκεί. Η Μπακονίκα δεν κρύβει την συμπάθειά της προς τη γνησιότητα και απλότητα των λαϊκών ανθρώπων στα λίγα αλλά αποκαλυπτικά ποιήματα που αναφέρονται σ’ αυτούς. Εκεί, όπως και σε μια μικρή ακόμα κατηγορία ποιημάτων, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση ή στην απόδοση κάποιων πορτρέτων τρίτων, αναδεικνύεται ένας καλά κρυμμένος
πλούσιος συναισθηματικός κόσμος, μια διάθεση μελαγχολική, ευαίσθητη
και δοτική, μια ανάγκη για βαθύτερη ερωτική και ανθρώπινη επικοινωνία.

«…οι γονείς μου ήταν φτωχοί, λούσαμε σε υπόγειο… / Γυναίκα σπαθί απογυμνώνονταν./όχι όπως τόσοι και τόσοι που κομπάζουν / για τα σαλόνια που κατάγονται /…/είναι ποιητής που παραδέχομαι. / Φτωχικό και λαϊκό το μικρό του διαμέρισμα…/ Φτωχικό το σπίτι του ποιητή, /αλλά και με ένα ιδιαίτερο, δικό του χρώμα».

Η ποιήτρια μπροστά στην αδυναμία μιας βαθιά ερωτικής προσέγγισης,
προτείνει μια περήφανη και δυναμική μοναχική πορεία βιώνοντας με τρόπο ακόρεστο σε φαντασιακό ή πραγματικό επίπεδο τον έρωτα και θησαυρίζοντας μέσα της ανεπανάληπτες στιγμές από το σφρίγος και τη δροσιά της νεότητας. «Στέριωσα μέσα στην ηδυπάθεια / και δεν την απαρνιέμαι». Αντιπαρέρχεται έτσι και αποτινάσσει την προδιάθεσή της στη θλίψη και τη μελαγχολία.

«Έχω προδιάθεση στη θλίψη, / σαν μελαγχολικό σκοτάδι με διακατέχει».

Κλειδί ερμηνευτικό ολόκληρης της ποίησής της, αλλά και της ερωτικής συμπεριφοράς και της στάσης της απέναντι στη ζωή αποτελεί το ποίημα «Οι αποσκευές μου» από τη συλλογή Θείο κορμί.

«Απανθρωπιές και τραγωδίες / δεν μου είναι άγνωστες /…/ Αν με ψάξεις θα βρεις τα βαθιά τους σημάδια /…/ Παίρνω, λοιπόν, το δικαίωμα να στραφώ / και να βιώσω τα φωτεινά και τα χαρούμενα /…/ το βύθισμά μου στη χαρά / —που τόσο σπάνια συμβαίνει— / είναι δικαίωμα και κερδισμένος χρόνος. / Δεν έχω ενοχές για τις εξάρσεις της χαράς».

Όπως επίσης και το ποίημα «Το υπόστρωμα» από τη συλλογή Ηδονή και εξουσία. Παρόμοιες αναφορές στις απανθρωπιές και τα βαθιά σημάδια που αυτές άφησαν πίσω τους βρίσκουμε και σε άλλα ποιήματα σχεδόν σε όλες τις συλλογές: «Εξόντωση», «Χωρίς έλεος», «Απαίτηση», «Το βάπτισμα του πυρός», «Στο Σέιχ-Σου, 1968», «Ανθρώπινη φύση», «Θαλασσινό ταξίδι», «Εκ των πραγμάτων», «Ο κόμπος στο χτένι», «Τα χαμόγελα εξαφανίζονται». Παίρνει λοιπόν το δικαίωμα η ποιήτρια και καταλήγει συμπεραίνοντας στη συλλογή της Πεδίο πόθου:

«Με τα χρόνια ρίχτηκα στα δαδιά / εκτέθηκα στα καλύτερα και στα χειρότερα, /στις πιο ακραίες καταστάσεις. / Λογαριασμό, τελικά, δίνει κανείς στον εαυτό του».

Απρίλιος 2009-Μάιος 2012

 

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

Ε-περιοδικό Στάχτες 28/7/ 2013

Το γεγονός ότι η ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα έχει επιτύχει να είναι αναγνωρίσιμη, διά μέσου ενός προσωπικού στυλ γραφής, δεν οφείλεται αποκλειστικά ούτε στην πεζολογική/ ρεαλιστική φόρμα, που η ποιήτρια υιοθετεί, ούτε στη θεματική (έρωτας, κοινωνικός προβληματισμός) που επιλέγει. Όσον αφορά στη μορφή, αυτή κινείται στο πλαίσιο μίας ήδη γνωστής ποιητικής παράδοσης· όσον αφορά, από την άλλη, στο περιεχόμενο, η θεματική είναι κοινός τόπος τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία. Προσπερνώντας «τον σκόπελο» της αγωνίας της επίδρασης, ο οποίος αφενός δεν συνεισφέρει ιδιαίτερα σε μία κριτική παρουσίαση, με την απαρίθμηση ομοτέχνων που κινήθηκαν ή κινούνται στους ίδιους δρόμους (άλλωστε οι βασικές οδοί κάποτε εξαντλούνται), και ο οποίος είναι και άκρως επικίνδυνος, διότι, κάποτε, δίνει την εντύπωση ότι υποτιμά ως «αντιγραφέα» τον δημιουργό, έχει κανείς να εστιάσει στον ιδιαίτερο τρόπο (όταν, βεβαίως, διακρίνεται) με τον οποίο εισέρχεται ο ίδιος για να υποστηρίξει τις προθέσεις και τις επιλογές του.
Ως εκ τούτου, οι βασικές αρετές, στις οποίες οφείλεται και το ιδιαίτερο ύφος στην ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα —τις οποίες θα προσπαθήσω να επισημάνω, δίνοντας παραδείγματα—, μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

1. Αυστηρή αρχιτεκτονική δόμηση κάθε ποιήματος : α. εισαγωγή στο θέμα β. πολλαπλά ενσταντανέ με «σβήσιμο», για το πέρασμα στο επόμενο γ. κορύφωση. Τα ποιήματα χτίζονται με την ακρίβεια που ένας καλός σκηνοθέτης της μεγάλης οθόνης δημιουργεί τα πλάνα του: με χειρουργική ακρίβεια, ώστε τίποτε να μην είναι περιττό, προκειμένου να αποφευχθεί η «μουντζούρα» μίας άστοχης κίνησης του χεριού, ενός βλέμματος εκτός κάδρου, η «κοιλιά» στο χρόνο και ένα μακρινό, πιθανώς, πλάνο ή τραβηγμένο από μη κατάλληλη γωνία λήψης, που δεν επιτρέπει να εισαχθεί στο βλέμμα ο χώρος με σαφήνεια.

Το τελευταίο ρούχο

(Από τη συλλογή «Θείο κορμί», Διαγώνιος, 1994)

1ο πλάνο : Πολύ γενικό πλάνο (εισαγωγή στο θέμα «πολιορκία», χρόνος)

Από καιρό την πολιορκούσε

2o πλάνο : Μεσαίο πλάνο (είσοδος στο χώρο, περιγραφή)

κι όταν τη βρήκε στην αμμουδιά,
ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους-

3o πλάνο: Πολύ γκρο πλάνο (λεπτομέρεια)

άπλωσε την πετσέτα δίπλα της,

4o πλάνο: Πολύ γκρο πλάνο ( λεπτομέρεια)

κι όπως ξάπλωναν κοντά, την άγγιζε.

5o πλάνο: Μεσαίο πλάνο (χώρος, περιγραφή)

Στάθηκε τυχερός με την άμεση
ανταπόκρισή της: Σηκώθηκε και τον οδήγησε
στο απόκρυφο ακρογιάλι.

6ο πλάνο: Μεσαίο πλάνο (χώρος, περιγραφή)

Σταμάτησαν απόμερα,

7o πλάνο: Πολύ γκρό πλάνο ( λεπτομέρεια)

και με την πείρα της στους άνδρες
-γνώριζε την έξαψη που προκαλούσε ολόγυμνη,
πέταξε και το τελευταίο ρούχο από πάνω της

8o πλάνο: Μεσαίο πλάνο (χώρος, περιγραφή)

και μπαινόβγαινε στο νερό.
Μπαινόβγαινε πολλές φορές
κι επιδειχτικά, σαν να του έλεγε:
«Θα πεθάνεις από λατρεία για μένα».

Εν ολίγοις, η Αλεξάνδρα Μπακονίκα κρατάει μια πένα ιδιόρρυθμη: με κάμερα. Tα ποιήματά της θα μπορούσαν να είναι ταινίες μικρού μήκους, καλλιτεχνικά διαφημιστικά σποτ, σκηνές από μία ταινία, ασπρόμαυρες φωτογραφίες. O Ζαν Κοκτώ έλεγε, χαρακτηριστικά, ότι «μια ταινία είναι μια γραφή με εικόνες». Δεδομένης της πρόθεσης της ποιήτριας να επαναδημιουργήσει, διά μέσου της ποιητικής πράξης, σκηνές ή σεκάνς, και να μεταφέρει με καθαρότητα και ένταση τόσο τη δράση όσο και την εντύπωση που προκαλούν, η Αλεξάνδρα Μπακονίκα δεν μπορεί παρά να επιλέξει, για να υπηρετήσει το στόχος της, τη συντομία και τη λιτότητα.

2. Mικρά ποιήματα με: α. κεντρικό μοχλό πλοήγησης της ποιητικής πράξης το ρήμα β. έντονη χρήση του ουσιαστικού γ. φειδωλή χρήση του επιθέτου δ. απλά επιρρήματα. Στο ποίημα που ακολουθεί μπορούμε να παρατηρήσουμε τόσο την όμοια αρχιτεκτονική δόμηση με αυτήν του προηγουμένου, όσο και τη λειτουργία του ρήματος σε αντιδιαστολή με τα ελάχιστα επίθετα.

Το κρησφύγετο

Από τη συλλογή «Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων», Σαιξπηρικόν, 2012)

Στο δωμάτιό σου που κάναμε έρωτα
κυριαρχούσε ένα σκούρο, καφέ χρώμα,
από τη μοκέτα, τα έπιπλα, τα σκεπάσματα.
Σχετικά σκοτεινά ήταν, γιατί όταν μπήκα-απομεσήμερο, τέλη Μαΐου-
είχες ήδη κατεβάσει τα ρολά,
και οι κουρτίνες μπροστά στα παράθυρα
δεν άφηναν κανένα φως.
Σαν σκοτεινή σπηλιά και κρησφύγετο κολασμένων
έμοιαζε το δωμάτιό σου,
σε συνδυασμό με την ηδονή στο κρεβάτι.

Μετά, όταν κατέβηκα στο δρόμο
και περπάτησα αρκετή ώρα,
το δυνατό και διάχυτο φως του Μαΐου,
η πανδαισία των χρωμάτων παντού,
και η ζεστή ατμόσφαιρα
που τόσο ταίριαζε με τη διάθεσή μου

Ο χρόνος και ο ρυθμός του ποιήματος οφείλει να είναι γρήγορος και στακάτος, για να ανασυντεθεί η δράση, διά μέσου της δύναμης, που επιφυλάσσει αποκλειστικά και μόνον η χρήση του ρήματος. Έτσι, τα ποιήματα, αν και είναι μικρά σε έκταση, λειτουργούν, επιτυγχάνοντας τη ζητούμενη ισορροπία ανάμεσα σε μορφή και περιεχόμενο – τα ενσταντανέ δεν μπορούν να αποδοθούν με μακροσκελείς αναλύσεις, και για το λόγο αυτό απαιτούν ουσιαστικά που καλύπτουν το πράγμα, δημιουργώντας τα αντικείμενα του σκηνικού· λιγοστά επίθετα που δεν «βαραίνουν», δημιουργώντας συνειρμούς εκτός «κάδρου»· απλά επιρρήματα για να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο το ρήμα σε μία τόσο σύντομη αφήγηση.

3. Κίνηση: Οι πρωταγωνιστές των ποιημάτων κινούνται πρωτίστως (και δευτερευόντως σκέπτονται). Κι εδώ, υπάρχει μία αξιοσημείωτη ιδιαιτερότητα: η ρεαλιστική αφήγηση, η οποία δίνει στιβαρότητα στη φόρμα, λειτουργεί ως κινηματογραφικό κάδρο, που επιτρέπει αυτό που ονομάζουμε στον κινηματογράφο τράβελιγκ: την κίνηση της κάμερας πάνω σε ράγιες, για να παρακολουθήσουμε το αντικείμενο από την οπτική γωνία που κάθε φορά μάς ενδιαφέρει. Δεν είναι εύκολη υπόθεση η παγίωση του χώρου στον οποίο επιθυμούμε να εντάξουμε είτε τη δράση είτε την ιδέα. Πάρα πολλά ποιήματα είναι κακά, και ένας από τους λόγους είναι ότι ο χώρος στον οποίο στήνονται είτε είναι ανύπαρκτος είτε πλαδαρός με χρήση γενικόλογων σημαινόντων. Παραδείγματα:

Στην παραλία αντί για άμμο/υπάρχει μικρό, λευκό βότσαλο./Πονάει να περπατήσεις πάνω του με γυμνά πόδια/και να ξαπλώσεις χωρίς πετσέτα. (…) Κάποτε κάνει πως μπερδεύεται, /στηριγμένος στην πλάτη σηκώνει τα πόδια στον αέρα/και με δεξιοτεχνία τα φέρνει δίπλα στα δικά μου./Μόλις αγγιζόμαστε στ’ ακροδάχτυλα./Μου αρκεί που σε μία ελάχιστη επιφάνεια μ’ αγγίζει:/μέσα απ’ αυτήν δίνομαι και αποδέχομαι./Αμοιβαία μέσα από τα ακροδάχτυλα επικοινωνούμε. (Ελάχιστη επιφάνεια, από τη συλλογή «Παρακαταθήκη Ηδυπάθειας»

Η ψιλόλιγνη κορμοστασιά του/μετακινείται ανάμεσα στα υπαίθρια τραπέζια/για να μιλήσει με φίλους του./ Μέσα στο πλήθος εκείνος δεν την βλέπει./Σαν το κεράκι καίγεται από τον πόθο,/όμως δεν θα πάει κοντά του,/ πριν από ένα χρόνο την παράτησε. (Νύχτα, από τη συλλογή «Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων»)

4 . Κατ’ επίφαση «περιγραφή»

Σκηνές και σεκάνς, απλές δηλαδή εικόνες ή πολλαπλές εικόνες που αφηγούνται μία μικρή ιστορία θα μπορούσαν να νοηθούν ως μία απλή επιφανειακή ρεαλιστική περιγραφή. Στην ποίηση όμως της Αλεξάνδρας Μπακονίκα λειτουργούν μόνον κατ’ επίφαση σε αυτό το επίπεδο, για να επιτευχθεί, αυτό που άλλωστε είναι και ένα από τα πιο σημαντικά ζητούμενα, η ανατροπή, και μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, με τρόπο αποκαλυπτικό. Μπορεί να δημιουργεί εντύπωση το πώς μία γυναίκα «τολμά» να μιλά απροκάλυπτα για την ερωτική πράξη, αλλά η αποκάλυψη της γυναικείας σεξουαλικότητας είναι θέμα σχετιζόμενο περισσότερο με φραγμούς κοινωνικούς και στερεοτυπικές απόψεις (οι οποίες αφορούν, τουλάχιστον προς το παρόν, ένα μεγάλο ακόμη μέρος της ελληνικής κοινωνίας). Σε κάποια άλλη χώρα θα θεωρούνταν απολύτως φυσιολογικό. Και είναι!

Τα σημάδια
(Από τη συλλογή «Πεδίο πόθου» Μεταίχμιο, 2005)

θαλερός, και με την αλαζονεία
του ακαταμάχητου επάνω του.
Τον παίδεψα μέχρι να πέσω στην αγκαλιά του.

Όταν πρωτοφιληθήκαμε
ακάθεκτος έτριβε το πρόσωπό του
στο δικό μου.
Με γέμισε αμυχές και σημάδια
στα χείλη και στο λαιμό.
Για μέρες μού άναβαν μια φλόγωση τα σημάδια.
Ορμητικά
(Από τη συλλογή «Πεδίο πόθου» Μεταίχμιο, 2005)

Μια και μοναδική ήταν η ερωτική τους συνεύρεση,
κι όπως έμεναν σε διαφορετική πόλη ο καθένας,
η ζωή και η απόσταση τους χώρισαν.

Πιο πολύ από το πρόσωπο και το χαμόγελό του
την περικυκλώνουν οι εικόνες από τα λάβρα φιλιά του,
κι όταν όρθια τη γύμνωσε
κι ύστερα ορμητικά την ξάπλωσε μπρούμυτα στο κρεβάτι
και πριν ακουμπήσει το στήθος του στην πλάτη της,
όχι πολύ δυνατά την μπάτσισε πίσω στους μηρούς
ξεστομίζοντας γλυκόλογα.

5. Το γυναικείο

Συνεπώς, εκείνο που είναι σημαντικό να δει κανείς είναι το πώς τίθεται η Αλεξάνδρα Μπακονίκα απέναντι στο «γυναικείο» και, κατ’ επέκτασιν, ποια είναι τα μηνύματα που η ποίησή της φέρει, αντισταθμίζοντας όχι μόνον τις στερεοτυπικές φαλλοκρατικές θέσεις αλλά και προτάσσοντας έναν άλλο διαφορετικό λόγο απέναντι σε μία άλλου τύπου «γυναικεία» ερωτική ποίηση, η οποία έχει ως κύρια χαρακτηριστικά της μία άνευ προηγουμένου ευθραυστότητα, παθητική θέση, συναισθηματική ρευστότητα, ελάχιστη χρήση των εκλογικευτικών μηχανισμών, και, εν τέλει, τη δημοσιοποίηση ενός ανεπεξέργαστου ή δύσκολα επεξεργάσιμου ψυχικού κόσμου, ο οποίος χρίζει περισσότερο ιατρικής παρά αναγνωστικής παρακολούθησης. Και μόνον τα χαρακτηριστικά αυτά, ανεξαρτήτως της φόρμας που υιοθετείται, κάνουν την ποίηση κακή ή, θα το προχωρούσα περισσότερο, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ημερολογιακή καταχώριση χωρίς κοινωνική δυναμική . Η επισήμανση αυτή σχετίζεται με το ρόλο (για όσους συμφωνούν ότι υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα) που έχει να διαδραματίσει ο δημιουργός στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Εκείνος που δημοσιεύει οφείλει να ανοίγει δρόμους και όχι να αναπαράγει τους γνωστούς. Οφείλει να αντιπροτείνει, έχοντας αφενός γνώση του ανθρώπινου ψυχισμού, έχοντάς τον αγαπήσει και αποδεχθεί ακόμη και στην τραγικότερη διάστασή του, αλλά και παίρνοντας, ταυτόχρονα, απόσταση από το βίωμα, επειδή έχει «διδαχθεί» διά μέσου της πορείας του στα ανθρώπινα. Ούτε ο χλιαρός συναισθηματισμός ούτε η τραχιά λογική μπορούν από μόνα τους παράγουν τέχνη, απαιτείται εξισορρόπηση. Η ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα διακρίνεται από αυτό το προτέρημα. H υπόθεση και η υπεράσπιση του γυναικείου θα μπορούσε να συνοψιστεί στα παρακάτω. Μία πραγματική γυναίκα:

1. δεν είναι απλώς αντικείμενο πόθου, αλλά έχει και αντικείμενο πόθου : Εκεί στο πιο όμορφο μπαλκόνι, αγαπημένε μου, /ήσουν και ήμουν η σάρκα που γυαλίζει/και υποβάλλει, η σάρκα που εξευγενίζει/ χαίρεται, και μαθαίνει να πεθαίνει. (Oι θαμώνες στο στέκι, από τη συλλογή «Θείο κορμί») 2. είναι διαφορετική από τον άνδρα αλλά την ίδια στιγμή και ισότιμη. Οι επιθυμίες της είναι διαφορετικές αλλά υπαρκτές : Μα πριν συμβούν όλα αυτά/ήμουν βυθισμένη σε μια απέραντη νωχέλεια,/σε μια απέραντη ηρεμία/που προδιέθετε και προετοίμαζε/μια τέτοια απόλαυση:/μέσα στο εξαίσιο φως/ένας άνδρας να με κοιτάζει. (Το φως του απογεύματος, από τη συλλογή «Το γυμνό ζευγάρι») 3. επιθυμεί να την επιθυμούν, και μόνον όταν την επιθυμούν παραδίδεται. Η πραγματική γυναίκα δεν δίνει, δίνεται. Μόλις αγγιζόμαστε στ’ ακροδάχτυλα./Μου αρκεί που σε μία ελάχιστη επιφάνεια μ’ αγγίζει:/μέσα απ’ αυτήν δίνομαι και αποδέχομαι./Αμοιβαία μέσα από τα ακροδάχτυλα επικοινωνούμε. (Ελάχιστη επιφάνεια, από τη συλλογή «Παρακαταθήκη Ηδυπάθειας») 4. είναι θηλυκή και σαγηνευτική. Γνωρίζει τα παιχνίδια της σαγήνης. Μπαινόβγαινε πολλές φορές /κι επιδειχτικά, σαν να του έλεγε:/ «Θα πεθάνεις από λατρεία για μένα». (To τελευταίο ρούχο, από τη συλλογή «Θείο κορμί») 5. αποχωρεί, όταν την απορρίψουν : Σαν το κεράκι καίγεται από τον πόθο,/όμως δεν θα πάει κοντά του,/ πριν από ένα χρόνο την παράτησε. (Νύχτα, από τη συλλογή «Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων») 6. ανταμείβει τους γενναιόδωρους : κι όπως ξάπλωναν κοντά, την άγγιζε. /Στάθηκε τυχερός με την άμεση/ανταπόκρισή της: Σηκώθηκε και τον οδήγησε/στο απόκρυφο ακρογιάλι. (To τελευταίο ρούχο, από τη συλλογή «Θείο κορμί») Ενάργεια είχαν τα λόγια της:/“Από ένστικτο και πείρα δύσκολα ενδίδω./Θέλω ο άνδρας να με πολιορκεί επίμονα,/ να παρακαλάει, να χάνει τον εαυτό του για χάρη μου. (Από τη συλλογή “Ηδονή και εξουσία”) 7. υπερασπίζεται τη σεξουαλικότητά της το ίδιο καλά με την πνευματικότητα και τη λογική της. Κι αυτό η Αλεξάνδρα Μπακονίκα το υπηρετεί, κάνοντας ακόμη μιαν ανατροπή, αποδεικνύοντας πως η ερωτική ποίηση μπορεί να έχει αυστηρή δόμηση και πεζολογική μορφή: Χρησιμοποίησαν το κρεβάτι μετά/για να χαλαρώσουν,/να συνέλθουν από τη μανία τους για ηδονή,/να στεγνώσει ο ιδρώτας./Παρέμειναν ξαπλωμένοι ανοίγοντας μια ατέλειωτη συζήτηση/για θέματα που τους ενδιέφεραν. ( Ενδότερος χώρος, από τη συλλογή “Πεδίο πόθου” Μεταίχμιο, 2005) Ντύθηκαν, και αφού της έβαλε κάτι να πιεί,/ άνοιξε και της διάβασε ποίηση του Οράτιου/ απ’ το πρωτότυπο./Της διάβασε γαμήλιους ύμνους./ Ιδιόρρυθμοι λαρυγγισμοί και φθόγγοι/και χυμώδεις λέξεις των λατινικών./Μετά τον έρωτα τελείωσαν με στίχους. (Λατινικά ποιήματα, από τη συλλογή «Θείο κορμί») 8. δεν αποδέχεται κοινωνικά ή ηθικά μη αποδεκτές συμπεριφορές:

Στο μπαρ
(Από τη συλλογή «Θείο κορμί»)
.
Με την κοπέλα του πήγαιναν
ν’ ακούσουν έναν περίφημο νέγρο τραγουδιστή
σ’ ένα από τα πολυσύχναστα μπαρ της νεολαίας.
Πριν από την είσοδο την προειδοποίησε:

«Μου αρέσει μια γυναίκα
που ίσως έρθει στην παρέα απόψε.
Με το δέος και την κατάνυξη
που μπαίνει κανείς σε μια εκκλησία
έτσι θα έμπαινα στο σώμα της,
και θα με έτρωγε η αγωνία
να την ευχαριστήσω,
και να φανώ αντάξιος-
ενώ με σένα δεν με νοιάζει,
με σένα κάνω έρωτα αδιάφορα,
όπως μιλάω».

Ήταν μαγευτική η ατμόσφαιρα στο μπαρ,
ο κόσμος είχε ενωθεί με τους ρυθμούς
και τη φωνή του τραγουδιστή.
Η κοπέλα μουδιασμένη καταλάγιαζε
την ταραχή της.

Η ωμότητα του φίλου της
την εμπόδιζε να ενωθεί με οτιδήποτε.

Συνοψίζοντας, η ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, δικαίως διεκδικεί και κερδίζει θέση στα ελληνικά γράμματα για τρεις πάρα πολύ σημαντικούς λόγους: τεχνική, προσωπικό ύφος και κοινωνικό προσανατολισμό.

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλο

vakxikon Τεύχος 24

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα, εδώ και τριάντα χρόνια, χαράσσει στο ποιητικό τοπίο το δικό της μοναδικό αστέρι. Η ποίηση της θυμίζει τα επιγράμματα της πλούσιας Παλατινής Ανθολογίας. Ερωτικά ολιγόστιχα αριστουργήματα που ξυπνούν τις πιο μύχιες αισθήσεις• αρθρώνουν βλέμματα-χάδια-σκιρτήματα-ηδονές κι απελευθερώνουν τον αναγνώστη από τις συστολές, που οι λέξεις κουβαλούν στο καβούκι τους.Η ποιητική της, όμως, δεν περιορίζεται στο καθαρά ποιητικό κι απόκρυφο• οι εικόνες πολλών τις ποιημάτων αποτελούν ζωντανή απεικόνιση της πραγματικότητας. Ο κινηματογραφικός ρεαλισμός και η ατμόσφαιρα που δημιουργείται, φέρνει ένα μεθυστικό άρωμα ερωτισμού – διαποτισμένο με την σκληρότητα που ενέχει κάθε τι ανθρώπινο… ειδικά στις μέρες μας.
Παρά την βαθιά σχέση της γραφής της με τα καβαφικά έργα, η δική της γραφή αποτυπώνεται καθαρά και με όλο το φορτίο αυτού που ονομάζουμε «καθημερινό».

Τέλος, όπως γράφει και η Ιφιγένεια Σιαφάκα: «είναι σημαντικό να δει κανείς είναι το πώς τίθεται η Αλεξάνδρα Μπακονίκα απέναντι στο «γυναικείο» και, κατ’ επέκτασιν, ποια είναι τα μηνύματα που η ποίησή της φέρει, αντισταθμίζοντας όχι μόνον τις στερεοτυπικές φαλλοκρατικές θέσεις αλλά και προτάσσοντας έναν άλλο διαφορετικό λόγο απέναντι σε μία άλλου τύπου «γυναικεία» ερωτική ποίηση, η οποία έχει ως κύρια χαρακτηριστικά της μία άνευ προηγουμένου ευθραυστότητα, παθητική θέση, συναισθηματική ρευστότητα, ελάχιστη χρήση των εκλογικευτικών μηχανισμών, και, εν τέλει, τη δημοσιοποίηση ενός ανεπεξέργαστου ή δύσκολα επεξεργάσιμου ψυχικού κόσμου, ο οποίος χρίζει περισσότερο ιατρικής παρά αναγνωστικής παρακολούθησης» (Δομικά Χαρακτηριστικά και το «γυναικείο» στην ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, περιοδικό Στάχτες).

Πότε ξεκινήσατε να γράφετε ποίηση και με ποια αφορμή;

Ξεκίνησα να γράφω 27 χρονών από μια ισχυρότατη εσωτερική παρόρμηση να εκφραστώ για ότι μύχιο με συντάραζε.

Κεντρικό θέμα στην ποίηση σας είναι ο έρωτας. Αυτό ήταν το κύριο θέμα σας από τα πρώτα σας ποιήματα ή συναντάται μόνο στα ποιήματα της ώριμης Αλεξάνδρας Μπακονίκα;

Το ερωτικό στοιχείο υπάρχει κάπως συγκαλυμμένο στην πρώτη μου ποιητική συλλογή Ανοικτή γραμμή (εκδόσεις Διαγώνιος 1984). Όμως από τη δεύτερη συλλογή μου και πέρα (έχω γράψει 7 συλλογές μέχρι τώρα) κατέχει κύρια θέση και με τρόπο τολμηρό και αποκαλυπτικό.

Θα θέλατε να μας εισάγεται στο ποιητικό σας εργαστήρι;

Ξεκινάω από κάτι που αφάνταστα με συγκινεί και διαθέτει βάθος, αλήθεια, δραματικότητα, συγκλονισμό πνεύματος και ψυχής- κάτι που από το μερικό οδηγεί στο γενικό, ως προς την αντιστοιχία του με την πραγματικότητα που μας συνέχει και μας περιβάλλει. Με ενδιαφέρει το θέμα να κεντρίζει τις εσώτερες πτυχές του ψυχισμού μας, δίνω σημασία πρώτα στο περιεχόμενο και στη συνέχεια προσπαθώ να το εκφράσω με τις πιο σωστές λέξεις, έτσι ώστε θέμα και έκφραση να φτάνουν σε τέλειο αποτέλεσμα.

Ποιοι είναι οι ποιητές και οι συγγραφείς που σας έχουν επηρεάσει;

Οι Αρχαίοι Έλληνες λυρικοί ποιητές, ο Καβάφης και ο Χριστιανόπουλος.

Ποιες κατά την άποψη σας είναι η λειτουργίες ενός ποιήματος;

Να μας μαγεύει με την αισθητική και την αλήθεια του.

Σ’ ένα ποίημα έχει μεγαλύτερη σημασία η δομή ή το θέμα;

Πάντα πρώτα το θέμα και ασφαλώς μετά η δομή και η έκφραση να το υποστηρίζουν στο έπακρο, γιατί αλλιώς δεν είναι ολοκληρωμένο.

Πόσο συχνά γράφετε;

Παλιά, πριν από τέσσερα χρόνια, δεν έγραφα πάνω από δέκα με δώδεκα ποιήματα το χρόνο. Όμως τα τελευταία τέσσερα χρόνια γράφω σχεδόν σε διπλάσιο αριθμό, χωρίς να είμαι βέβαιη αν αυτό θα συνεχιστεί.

Τι προσφέρει η Ποίηση στον σημερινό αναγνώστη; Κι όταν λέω σημερινό αναφέρομαι στην πραγματικότητα που όλοι βιώνουμε σήμερα.

Η ποίηση πρέπει να είναι διαχρονική, να αντέχει στη φθορά του χρόνου, γιατί αλλιώς δεν είναι ποίηση. Τα θέματά της πάντα ήταν και είναι περίπου τα ίδια: ο έρωτας, ο θάνατος, η μοναξιά, οι σχέσεις εξουσίας, η απόγνωση, οι ενοχές, ο οίκτος, η θλίψη, η αναπότρεπτη φθορά του χρόνου, η φιλία, η προδοσία, το ανυπόφορο και το ασύμπτωτο στη σχέση μας με τους άλλους κι αν θέλετε η αηδία που έχουμε πολλές φορές νιώσει. Γενικά όλα τα συναισθήματα και οι σκέψεις που δίνουν απάντηση στο ερώτημα ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και πού πηγαίνουμε. Επομένως η ποίηση είναι ένα στήριγμα ζωής με την αυτογνωσία που παρέχει και γι’ αυτό έχει αξία και σημασία σε κάθε εποχή- είναι παντός καιρού και εποχής. Η υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, που ποτέ δεν λείπει, την καθιστά αναγκαία και σε εύκολες και σε δύσκολες περιόδους.

Πιστεύετε πως η καλή ποίηση υποχρεωτικά θα πρέπει να έχει και μια κοινωνική / πολιτική πλευρά;

Όχι δεν είναι απαραίτητο να έχει και κοινωνική πλευρά. Η ερωτική πλευρά είναι πανίσχυρη και εξουθενωτικά ενδιαφέρουσα, κάνει τη ποίηση αθάνατη. Όμως αν παράπλευρα με την ερωτική υπάρχει και κοινωνική διάσταση στην ποίηση ενός δημιουργού, το σύνολο παρουσιάζει μεγαλύτερη ευρύτητα και ενδιαφέρον.

Εντάσσετε την ποίηση σας στον χώρο της Φεμινιστικής Λογοτεχνίας-Ποίησης;

Όχι δεν είναι μια φεμινιστικά «στρατευμένη» ποίηση, δεν κάνει κήρυγμα, δεν κουνάει το δάκτυλο, δεν κραυγάζει. Ασφαλώς, βέβαια, προβάλλει δύσκολες εμπειρίες (βία, καταναγκασμό, εκμετάλλευση) που θίγουν αδικίες στις σχέσεις των δύο φύλων- στις σχέσεις του ισχυρού προς τον αδύναμο.

Ποια είναι η γνώμη σας για την σύγχρονη ελληνική ποίηση; Περνάει κρίση, όπως μερικοί υποστηρίζουν;

Νομίζω ότι η ποίηση στην εποχή μας έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Της λείπει μια καινούργια πνοή να μιλήσει για κάτι συντριπτικά ενδιαφέρον και ουσιαστικό, που θα δίνει μια βαθύτερη αποκάλυψη του ψυχισμού μας με τρόπο ευθύβολο και άμεσο. Με τρόπο κατανοητό και διόλου σκοτεινό, μπερδεμένο, ερμητικά κλειστό, που φέρνει πλήξη και αφόρητη ανία. Της λείπει μια φρεσκάδα που θα δίνει ανάταση αισθητική, διανοητική, συναισθηματική.

Έρωτας- Αγάπη

Τι είναι ο έρωτας και ποια η διαφορά του από την αγάπη;

Ο έρωτας είναι παράφορο πάθος, μανιακή έκσταση και μέθη, είναι η διάπυρη τρέλα της επιθυμίας, η λυσσαλέα ανάγκη της ένωσης με το αγαπημένο πρόσωπο που καταλυτικά μας θέλγει και μας μαγεύει. Ο έρωτας εμπεριέχει κίνδυνο, γιατί χάνουμε τον έλεγχο του εαυτού μας. Η αγάπη έχει πιο κατευνασμένο το ερωτικό πάθος, δεν έχει μανίες και εξάρσεις. Υπάρχει γαλήνη, σταθερότητα, σιγουριά κι ένα σύμπαν ολοκληρωμένης προσήλωσης και πίστης.

Κοινωνία και Social Media

Είστε μια καλλιτέχνιδα που χρησιμοποιεί το facebook. Ποια πιστεύετε πως πρέπει να είναι η σχέση του ποιητή με το αναγνωστικό του κοινό και τι σας προφέρει το facebook;

Απαράβατος κανόνας είναι ότι η σχέση πρέπει να βασίζεται πάντα στον σεβασμό προς το αναγνωστικό κοινό. Το facebook είναι ένα μέσο που βοηθάει να ανοιχτεί ο κάθε δημιουργός σε ένα ευρύτερο κοινό, πιο μεγάλο από αυτό που του δίνουν τα λογοτεχνικά περιοδικά, τα βιβλία και οι παρουσιάσεις που κάνει. Η φύση της Τέχνης είναι εξωστρεφής, πρέπει να απλώνεται, να ενδιαφέρει, να συζητιέται, να διαβάζεται όσο το δυνατόν περισσότερο.

Η ποίηση μπορεί να «επιβιώσει» σ’ αυτή την εποχή της τεχνολογίας και των social media;

Ασφαλώς και μπορεί να επιβιώσει λόγω της μικρής φόρμας που έχει και με την προϋπόθεση ότι έχει ποιότητα και περιεχόμενο. Η καλή ποίηση ποτέ και πουθενά δεν χάνεται.

Το τελευταίο διάστημα είχαμε πολλές αντιδράσεις που αφορούσαν δηλώσεις ποιητών και γενικά συγγραφέων για διάφορα κοινωνικά φαινόμενα. Ποια είναι η άποψη σας; Μήπως οι καλλιτέχνες θα πρέπει -ως διανοούμενοι κι ως άνθρωποι με δημόσιο λόγο- να είναι πιο προσεχτικοί στο τι ακριβώς λένε και πως το διατυπώνουν;

Πιστεύω στην ελεύθερη έκθεση απόψεων από τους πάντες και γιατί όχι από δημιουργούς και διανοούμενους, φτάνει να γίνονται με ειλικρίνεια, ευθυκρισία, τιμιότητα, ανιδιοτέλεια, πλήρη γνώση του αντικειμένου και των καταστάσεων.

Οι νέοι διαβάζουν ποίηση; Τι γνώμη έχετε για τους νέους ποιητές;

Νομίζω ότι η ποίηση ενδιαφέρει ένα μικρό μέρος του αναγνωστικού κοινού. Βέβαια, τα μεγάλα ονόματα όπως Καβάφης, Ρίτσος, Καρυωτάκης, Σεφέρης κ.ά. διαβάζονται πολύ και με μανία και από μεγάλους σε ηλικία και από νέους. Κάποιοι από τους νέους ποιητές είναι αρκετά καλοί και το μέλλον θα δείξει πώς θα εξελιχθούν.

Πως βλέπετε την σημερινή κατάσταση; Σας φοβίζει η πολιτική κατάσταση της χώρας μας;

Ναι, από πολλές απόψεις με φοβίζει, όλα κρέμονται από μια κλωστή.

Τι στάση κρατάτε μπροστά σ’ αυτές τις εξελίξεις;

Προσπαθώ να κρατήσω μια στάση αισιοδοξίας, όσο μπορώ. Νομίζω ότι σαν λαός πρέπει να αντέξουμε για να έρθει η πολυπόθητη στιγμή που θα βγούμε επιτέλους από αυτό το τέλμα και την αφόρητη παρακμή, κάνοντας παράλληλα και την αυτοκριτική μας για τα τόσα στραβά που κουβαλάμε.

Ποίηση και Μετάφραση

Ποιήματα σας έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Πιστεύετε ότι με την μετάφραση χάνεται η μαγεία των ποιημάτων; μπορεί να υπάρξει -λειτουργικά- ακριβής απόδοση ενός ποιήματος σε ξένη γλώσσα;

Ποιήματά μου έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε βιβλίο στην Ινδία και στον Καναδά στην Αγγλική γλώσσα. Μέσα από ανθολογίες έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά, Σουηδικά, Αλβανικά. Ασφαλώς κάτι χάνεται από τη μαγεία των ποιημάτων στη μετάφραση, είναι αναπόφευκτο.

Επίλογος

Σε δύο χρόνια αφαιρείται το μάθημα της λογοτεχνίας από τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα. Θα πρέπει στα σχολεία να διδάσκεται η ποίηση ή πρέπει να αποτελεί προσωπική ενασχόληση του καθενός;

Θα πρέπει να διδάσκεται η ποίηση στα σχολεία, όμως με έναν πιο ελεύθερο τρόπο, πιο ελκυστικό, καθόλου πιεστικό, κουραστικό και ανιαρό. Ο στόχος είναι το μάθημα της ποίηση να δίνει απόλαυση στο μαθητή για να την αγαπήσει μέσα από τα θρανία- μετά θα την αναζητεί συνεχώς, θα του έχει γίνει όμορφο βίωμα.

Ποιες συμβουλές θα δίνατε στους εκπαιδευτικούς που διδάσκουν λογοτεχνία;

Να αγαπήσουν οι ίδιοι οι δάσκαλοι την ποίηση και να μεταδώσουν αυτή την αγάπη τους με έναν ευέλικτο τρόπο- διόλου διδασκαλίστικο και καταναγκαστικό- στους μαθητές τους.

Τι θα θέλατε να πείτε στους μαθητές για την ποίηση;

Η ποίηση είναι μια μύηση στο βαθύτερο είναι μας. Ρίχνει φως στο σκοτάδι του ασυνείδητου, αποκαλύπτει κρυμμένες πτυχές μας. Η φωτεινότητα, η αποκάλυψη που παρέχει, είναι στήριγμα και δώρο ζωής ανεξάντλητο. Πέρα από την αισθητική απόλαυση που εξευγενίζει, η ποίηση δείχνει δίαυλους και μονοπάτια για το δυσκολοκατάκτητο και πολύτιμο αγαθό της αυτογνωσίας μας.

 

…συνέντευξη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη

VARELAKI 2/11/2014

Θα σας γυρίσω χρόνια πίσω. Πότε γράψατε το πρώτο σας ποίημα. Πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία με τη γραφή:

Έγραφα στίχους στην εφηβεία μου, όμως ασχολήθηκα συστηματικά, και με την προοπτική να εκδώσω συλλογή, πολλά χρόνια μετά. Η πρώτη μου συλλογή εκδόθηκε το 1984 από τις εκδόσεις της Διαγωνίου του Ντίνου Χριστιανόπουλου.

Πώς βλέπετε το μέλλον της Ποίησης στον τόπο μας;

Η ποίηση είτε καλή είτε κακή ή μέτρια θα συνεχίζει να γράφεται στον τόπο μας, είμαστε συναισθηματικός λαός και επιζητούμε να εκφραζόμαστε μέσα από την τέχνη των στίχων.

Ποιες οι σχέσεις σας με την πεζογραφία;

Την παρακολουθώ και να τη διαβάζω, όμως προς το παρόν δεν έχω αισθανθεί την ανάγκη να γράψω πεζογραφία.

Ποιο από τα δικά σας ποιητικά βιβλία αγαπάτε περισσότερο και γιατί.

Έχω εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές, τις αγαπάω εξίσου όλες εκτός από την πρώτη, που θεωρώ ότι δεν με εκφράζει απόλυτα- μόνο τα μισά από τα ποιήματα αυτής της συλλογής με ικανοποιούν.

Αγαπημένοι σας ποιητές , συγγραφείς και μεταφραστές.

Όμηρος, αρχαίοι λυρικοί ποιητές, Θουκυδίδης, Κ. Καβάφης, Ντ. Χριστιανόπουλος, Δ. Χατζής, Σ. Δούκας, Μάριος Χάκκας, Γιώργος Ιωάννου, Θ. Βαλτινός, Χ. Οικονόμου, Σ. Δημητρίου, Α. Τσέχοφ, Ντ. Λώρενς, Τζ. Όργουελ, Π. Όστερ, Τ. Ουίλλιαμς.

Πιστεύετε στην κριτική; Η ίδια διαβάζετε τις κριτικές που γράφονται για τα έργα σας;

Όταν έχει πειστικά κριτήρια πιστεύω στην κριτική και ασφαλώς διαβάζω τις κριτικές που γράφονται για το έργο μου.

Από τα διαβάσματά σας….αν σας ρωτούσα να μου επισημάνετε 3 βιβλία που διαβάσατε και σας σημάδεψαν τόσο που σας άλλαξαν το βλέμμα για τα πράγματα ,τί θα απαντούσατε;

Η ποίηση του Καβάφη, τα δοκίμια του Ντ. Λώρενς, τα δοκίμια του Κωστή Παπαγιώργη « Η κόκκινη αλεπού».

Γίνονται πολλές προσπάθειες τα τελευταία χρόνια για την υποστήριξη του ψηφιακού βιβλίου..

Δεν ξέρω πόσο θα υποσκελιστεί το έντυπο βιβλίο από το ψηφιακό, αυτό θα φανεί στο μέλλον, αν και δηλώνω λάτρης του έντυπου βιβλίου

Υπάρχει από πολύ κόσμο μια αγανάκτηση απέναντι στους εκδοτικούς οίκους και τις πολιτικές τους. Είναι δικαιολογημένη η αγανάκτηση αυτή;

Όντως υπάρχει αγανάκτηση για τους εκδοτικούς οίκους, ακούω πολλά παράπονα, έχω κι εγώ αρκετά από την πείρα μου( φυσικά όχι για όλους τους εκδοτικούς οίκους με τους οποίους συνεργάστηκα). Ως εξουσία εκμεταλλεύονται τους συγγραφείς ή φέρονται ανάρμοστα.

Υπάρχουν νέοι εμπνευσμένοι ποιητές σήμερα;

Ασφαλώς και υπάρχουν νέοι εμπνευσμένοι ποιητές.

Ποιά λόγια θα απευθύνατε σε έναν νέο ποιητή;

Η συμβουλή μου σε έναν νέο ποιητή θα ήταν να είναι όσο πιο γνήσια ειλικρινής με τον εαυτό του και να μην επαναπαύεται σε προχειρότητες, να επιζητά την τελειότητα.

Αν σας έλεγαν να αλλάξετε κάτι από την σημερινή λογοτεχνική πραγματικότητα…τί θα ήταν αυτό;

Αν και δεν είναι καθόλου στο χέρι μου, θα άλλαζα το καθεστώς των δημοσίων σχέσεων που κυριαρχεί. Μέσα από κλίκες και γνωριμίες προωθούνται σε μεγάλο βαθμό μετριότητες- χωρίς βέβαια αυτό να είναι ο κανόνας.

Λογοτεχνία και Διαδίκτυο.

Νομίζω ότι το διαδίκτυο βοηθάει την προώθηση της λογοτεχνίας.

Ποιά άλλη μορφή τέχνης σας γοητεύει….

Μπορώ να πω όλες.

Διαβάζουν οι Έλληνες σήμερα ή είναι τόσο βαθιά χωμένοι στα προβλήματά τους που το διάβασμα μοιάζει όνειρο θερινής νυκτός;

Ως λαός δεν διαβάζουμε πολύ, και τώρα με την κρίση η κατάσταση χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο.

Γράφετε κάτι τώρα;

Ναι, συνεχίζω να γράφω, μάλιστα τα τελευταία τέσσερα χρόνια ήταν εξόχως παραγωγικά.

Ποίηση είναι….

Ποίηση είναι μια μαγευτική έκφραση συγκίνησης, είναι η εμβάθυνση στον απόκρυφο εαυτό μας για να ανασύρουμε ό,τι καταλυτικά μας καίει και μας συγκλονίζει

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ. ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ 26/6/2005

Ερωτική, ηδονική, τολμηρή, είναι τα συχνότερα επίθετα με τα οποία χαρακτηρίζεται η ποίηση της Αλεξάνδρας Μπακονίκα – ποίηση της
λαγνείας, της σεξουαλικότητας, του απροκάλυπτου ερωτισμού. Παράλληλό
με το εξωστρεφές θέμα, όμως, θα πρέπει να επισημάνουμε την ήρεμη, κουβεντιαστή έκφραση, το συγκρατημένο ύφος, την εσωτερική συγκίνηση, τον εξομολογητικό τόνο, το κυνήγι της ουσίας των πραγμάτων. Ενταγμένο στη μακρά παράδοση της ελληνικής ηδονιστικής ποίησης, το έργο της Θεσσαλονικιάς Αλεξάνδρας Μπακονίκα εμφανίζεται σήμερα ως μια μοναχική αλλά ιδιαίτερα χαρακτηριστική περίπτωση. Το «Πεδίο πόθου» είναι η πέμπτη συλλογή της και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Κυρία Μπακονίκα, κυρίαρχο, σταθερό και επαναλαμβανόμενο θέμα στην ποίησή σας είναι το ερωτικό/σεξουαλικό. Θεωρείτε πως το έργο σας είναι περισσότερο ένα work in progress ή κάθε συλλογή σας διαφέρει από τις προηγούμενες;

Στις μέρες μας, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, η ποίηση δεν διαβάζεται, δεν πουλάει. Όταν αποφάσισα να ασχοληθώ με την ποίηση, έκανα μια συμφωνία με τον εαυτό μου. Αποφάσισα τα ποιήματα που θα γράψω να εξομολογούνται ό,τι μας καίει και μας συγκλονίζει, ό,τι μας αφορά σπαρακτικά. Επομένως το κεντρικότερο θέμα στο έργο μου είναι η λαγνεία που κουβαλάμε μέσα μας, το ερωτικό/σεξουαλικό στις ποικίλες εκφάνσεις του. Δεν ξέρω τι θα γράψω στο μέλλον, όμως σχετικά με τις τέσσερις από τις πέντε δημοσιευμένες συλλογές μου –την πρώτη μάλλον την αποκηρύσσω- νομίζω ότι δεν επαναλαμβάνομαι ούτε κουράζω, αν και το κύριο μοτίβο είναι το ερωτικό/σεξουαλικό. Κάθε μία θίγει καινούργιες εμπειρίες, διεισδύει σε διαφορετικές καταστάσεις, βγάζει στο φως άλλες κρυμμένες όψεις.

Φαντάζομαι πως θα έχετε ακούσει τον χαρακτηρισμό «προκλητικά» για τα ποιήματά σας. Σε μια εποχή ανάλογων εικόνων, τις οποίες όμως τείνουμε πλέον να συνηθίσουμε, πιστεύετε πως ο λόγος μπορεί να διατηρήσει την προκλητικότητά του;

Αντί για «προκλητικά» εγώ θα προτιμούσα τη λέξη τολμηρά. Οι προκλητικές εικόνες που μας κατακλύζουν σχετίζονται με το φτιαχτό, το ψεύτικο, που σκοπό έχει να τραβήξει την προσοχή για κάτι το επιφανειακό, για μια διέγερση αισθησιακή χωρίς αλήθεια και βάθος που δεν αγγίζει την καρδιά. Ενάντια σε αυτή την επιδερμική προκλητικότητα, ο δικός μου λόγος επιδιώκω να είναι τολμηρός, που σημαίνει να μη φοβάται να μιλήσει για τον έρωτα και τη σεξουαλικότητα με διαύγεια και ειλικρίνεια, χωρίς φόβο να αποτινάξει τον κορσέ του καθωσπρεπισμού που περισφίγγει τον συγκινησιακό αυθορμητισμό μας. Βέβαια, ένας τολμηρός λόγος δεν είναι εύκολη υπόθεση, γι’ αυτό τον αποφεύγουν οι περισσότεροι. Ο τολμηρός λόγος θέλει γερά κότσια, σκάψιμο επίμοχθο, γενναία καταβύθιση στα μύχια του είναι και της ψυχής.

Ποιον ρόλο παίζει στην ποιητική έκφρασή σας ο υπαινιγμός και ποιον
η σαφής διατύπωση; Νομίζω κλίνετε περισσότερο προς τη δεύτερη…

Χρησιμοποιώ τη σαφή διατύπωση, είναι πιο δραστική και άμεση. Οι υπαινιγμοί, οι αμφισημίες και τα δήθεν δεν έχουν θέση στην έκφρασή μου. Το βαθύ και το απλό είναι η επιδίωξή μου, όλη η γοητεία και η μαγεία εδώ βασίζεται. Θέλει πολλή δουλειά και η σαφήνεια και η απλότητα, είναι μεγάλο παίδεμα. Θέλει να πετάξεις ένα σωρό μπάζα από κλισέ για να φτάσεις στην αυθεντικότητα.

Υπάρχει στο έργο σας μια σχέση, συνήθως αντιθετική, ανάμεσα στο ιδιωτικό (φλερτ, σεξ…) και το δημόσιο (παρέες, λογοτεχνικές εκδηλώσεις…).
Θα θέλατε να το σχολιάσετε;

Ένα μέρος στο έργο μου αποτελεί αυτό που λέτε «δημόσιο», που αναφέρεται
σε καταστάσεις που με αφορούν και με προβληματίζουν όπως η αλαζονεία, η
εξουσία, η βία, η δυσκολία στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν συμφωνώ ότι έρχεται σε αντίθεση με το «ιδιωτικό», μάλιστα από μία άποψη εμπλουτίζει θεματικά το έργο μου.

Ποια η σχέση σας με την ελληνική παράδοση της ερωτικής ποίησης (Καβάφης, Λαπαθιώτης, Εμπειρικός, Χριστιανόπουλος, Παλατινή Ανθολογία, κ.ά.); Τους θεωρείτε προγονικές μορφές; Ίσως και κάποιους ξένους ποιητές; Τι παίρνετε απ’ αυτούς και τι αφήνετε;

Έχω διαβάσει πολλή ποίηση, όμως η συνταρακτική στιγμή, το θαύμα, συνέβη στην εφηβεία μου όταν πρωτοδιάβασα Καβάφη. Είναι ο ποιητής που μου άνοιξε τα μάτια. Αργότερα εντρύφησα στην Παλατινή ερωτική Ανθολογία και
στον Χριστιανόπουλο. Θα έλεγα ότι προγονική μορφή είναι η Παλατινή Ανθολογία και όλη η αρχαία ερωτική ελληνική ποίηση που περιλαμβάνει Σαπφώ, Αρχίλοχο, Ανακρέοντα, Αλκαίο. Ο Καβάφης, που παγκοσμίως θαυμάζεται, στους αρχαίους ποιητές στηρίχθηκε και όχι στους Ευρωπαίους, και αυτό είναι προς τιμήν του. Από το τρίπτυχο Αρχαίοι – Καβάφης- Χριστιανόπουλος πήρα τη δωρικότητα, την ευθύβολη εξομολόγηση, τη δραματικότητα, τη διαύγεια. Από τους ξένους ποιητές διέκρινα πολλά σημαντικά ποιήματα, τίποτα παραπάνω. Αντίθετα, επηρεάστηκα από αρκετούς Ευρωπαίους πεζογράφους με κυριότερο τον George Orwell, επίσης έμαθα πολλά διαβάζοντας τα δοκίμιά του Τ. Η. Laurence για την τέχνη. Όμως πέρα από τις όποιες επιρροές μου με πολύ κόπο κατάφερα να βρω τη δική μου προσωπική έκφραση.

Η συνήθης εικόνα είναι οι γυναίκες να γράφουν ερωτική ποίηση με κάποια εσωστρέφεια και με έμφαση στο συναισθηματικό μέρος, ενώ οι άντρες να ασχολούνται στα ποιητικά τους έργα με τη σεξουαλική, εξωστρεφή πτυχή του έρωτα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως εσείς, αντιστρέφοντας τους ρόλους, προτείνετε την ποίησή σας και ως ένα φεμινιστικό σχόλιο πάνω στο λογοτεχνικό αυτό στερεότυπο;

Η ποίησή μου δεν είναι εγκεφαλική ούτε στρατευμένη, επομένως η σεξουαλικότητα στο έργο μου σαφώς και δεν είναι φεμινιστικό σχόλιο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχω ως άτομο τις όποιες φεμινιστικές απόψεις. Πάντως το θεωρώ υποκρισία να γράφεις για τον έρωτα και τον ερωτισμό και να αποκρύπτεις τη λαγνεία, το σωματικό-σεξουαλικό στοιχείο του.

 

 

ΣΕ Α’ ΠΡΟΣΩΠΟ

diastixo.gr Δημοσιεύτηκε 10 Δεκεμβρίου 2013

Το κακό απειλεί και πληγώνει, ανακατεύει την τράπουλα και φέρνει τα πάνω κάτω. Είναι πανίσχυρο και ακατάβλητο, γιατί ενεδρεύει στην πρωτόγονη φύση του ανθρώπου, που καμιά επίστρωση πολιτισμού και ελέγχου των ενστίκτων δεν μπορεί να εξαλείψει. Το κακό, ως έπαρση, αδικία, βία, εκμετάλλευση, φθόνος, απύθμενος εγωκεντρισμός, μας περιμένει στη γωνία ανά πάσα στιγμή για να κτυπήσει, να τσαλαπατήσει αδυσώπητα. Τα πολλά και δαιμονικά πρόσωπα του κακού με την τραχύτητα, τη φονική τους τραχύτητα, παρουσιάζονται ανάγλυφα και με σαφήνεια στους στίχους μου. Μια σαφήνεια που δεν αφήνει καθόλου χώρο για μελοδραματισμούς, δειλίες και κλάψες. Επίσης, μια αιχμηρή ειρωνεία κι ένας υπόγειος σαρκασμός καυτηριάζει καθετί βάναυσο. Γιατί αυτός είναι ο κόσμος μας, όχι όλος ο κόσμος, όμως ένα σκοτεινό, σκοτεινότατο μέρος του, όπου σαν αχόρταγο θηρίο άπειρες μορφές βίας ελλοχεύουν γύρω μας. Το «ένδον σκάπτε» αναπότρεπτα οδηγεί να αφουγκραστούμε, να αναρωτηθούμε, να μελετήσουμε και το πιο «βρόμικο», με την ευρύτερη έννοια, σε συμπεριφορές ατομικές ή της κοινωνίας, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς και να φτάσουμε στην αυθεντική αίσθηση των πραγμάτων.

Αναμφίβολα είμαστε όντα τραγικά, καθώς η φθορά του χρόνου, η μοναξιά κι ο θάνατος έχουν τη σφραγίδα τους στην υπόστασή μας. Από την άλλη μεριά, οι δυνάμεις της φωτιάς, ο ερωτισμός και η λίμπιντο κατευθύνουν με ισχύ και μας διαμορφώνουν – είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε παίγνια στα χέρια τους. Το «λημέρι των αισθήσεων», σαν τις ακούραστες κι αιώνιες σειρήνες, μας προσκαλεί για να βρούμε απάγκιο, σωτηρία κι ευδαιμονία. Πρόκειται για τον ερωτικό χώρο με τους παραδείσους , αλλά και τα τόσα απρόοπτα, τις απότομες ανατροπές, τις επικίνδυνες παγίδες. Περνάς το πύρινο κατώφλι του πάθους και ενδέχεται να βρεις την υπερκόσμια ομορφιά που λαχταράς. Όπως ενδέχεται χάνοντας κάθε έλεγχο του εαυτού σου να καταποντιστείς από προδοσία, απελπισία και οικτρές διαψεύσεις. Με το πάθος διακινδυνεύουμε, γιατί όλα τα μεγάλα και συνταρακτικά στη ζωή έχουν κίνδυνο και τίμημα. Ποιος μπορεί να αγνοήσει τη δύναμη που ασκούν οι ορμές και η λαγνεία; Συνιστούν τη μοιραία οδό, την ονειρεμένη περιδίνηση, την κάθοδο που οδηγεί στη μύηση, τη γνώση του καλού και του κακού, την ολοκλήρωσή μας ως άτομα.

Αυτή την πληθώρα των ερωτικών συναισθημάτων, με τις πολυσύνθετες όψεις και αντιθέσεις τους, εκφράζω στα ποιήματά μου με λόγο ευθύβολο, απέριττο, σαν κουβεντιαστή αφήγηση και βαθιά εξομολόγηση, που έχει τον δικό της εσωτερικό ρυθμό. Ο έρωτας παρουσιάζεται αχαλίνωτος, οργιαστικά ηδονικός, υπέρλαμπρα τρυφερός, υπερπλήρης αγάπης και αφοσίωσης, αλλά και απαίσια κυνικός σε πολλές περιπτώσεις ή βίαιος με τη δολιότητα της εξαπάτησης.

Ο άνθρωπος γυρεύει τον άνθρωπο, να τον μάθει, να τον πλησιάσει, να ζεσταθεί άλλοτε με τη στοργή της φιλίας, άλλοτε με τη φλόγα του έρωτα. Μια προσπάθεια, ένα λιθαράκι στη διερεύνηση του ανθρώπου, του λαβύρινθου της ψυχής και των επιθυμιών του είναι οι στίχοι της συλλογής μου.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΒΕΡΑ ΚΟΡΦΙΩΤΗ

2

 

 

Η Βέρα Παναγιωτίδου-Κορφιώτη γεννήθηκε στη Μόρφου της Κύπρου και κατάγεται από πατέρα Μικρασιάτη και μητέρα από τη Μόρφου. Αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο, τη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού και τη Δημοσιογραφική Σχολή Αθηνών. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός σε σχολεία της Μέσης ’Εκπαίδευσης της Κύπρου και αφυπηρέτησε ως διευθύντρια. Παρακολούθησε με υποτροφίες στην Αγγλία και στην Αμερική μαθήματα με θέμα τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες.
Τιμήθηκε από το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου δύο φορές. Σκεπτικό Επαίνου Υπ. Παιδείας 1978: « Η ποίηση της Βέρας Κορφιώτη χαρακτηρίζεται από μια πνευματική θεώρηση του φαινομένου της ζωής. Στην έκφραση υπάρχει λιτότητα κι επιγραμματικότητα. Το έργο της αποτελεί μια ουσιαστική παρουσία». Σκεπτικό Επαίνου Υπ. Παιδείας 1985: «Η στοχαστική ποίηση της Β. Κορφιώτη κατορθώνει να μετουσιώσει λυρικά κι ανάλαφρα σκέψεις από την αρχαία και νεώτερη φιλοσοφία

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ:

Ποιήματα, (1971)
Ποιήματα ΙΙ, (1975)
Θέμα: Ποίηση, (1978) (Έπαινος Υπουργείου Παιδείας Κύπρου),
Αν Απλώσω τη σφαίρα της ψυχής μου (1986) (Έπαινος Υπουργείου Παιδείας Κύπρου),
Κι επανέρχομαι στη ποίηση (1995)

Πού Πορευθώ από Προσώπου σου Ποίηση (1999)
Poems (Translated by Demetrios Hadjihambis and Penelope Sotteriou (2007)
Ποίηση Ωραία μου Έγνοια  (2008)

ΜYΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Αυτός Εφα! Πυθαγόρας ο Σάμιος (2012)

 

ΜΕΛΕΤΕΣ:

Δυσλεξία (μετάφραση από τα Αγγλικά), Λεμεσός 1983, Αναγνωρίζοντας την Κώφωση, Λεμεσός 1995.
ΔΟΚΙΜΙΟ- ΚΡΙΤΙΚΗ:

Λογοτεχνικό πορτρέτο Σοφοκλή Λαζάρου, Sofocles Lazarou (Literary Profile) Μετάφραση στην αγγλική: Ιρένα Ιωαννίδου, PEN, Nicosia 2000. Λογοτεχνικές αναγνώσεις εν είδει Δοκιμίου, Λεμεσός 2005.

 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ:

Face of an Island (25 Poets from Cyprus-Anthology of Poems). Μετάφραση στην αγγλική: Ιρένα Ιωαννίδου, (2000)
Της Κερύνειας (Ποιήματα Κυπρίων για την Κερύνεια), (2002)

 

ΘΕΑΤΡΟ:
Ευαγόρας Παλληκαρίδης,  (2009)

 

Ωραια μου εγνοια

1-βιβλια - 0001

1-βιβλια - 0002

 

ΠΟΙΗΣΗ ΩΡΑΙΑ ΜΟΥ ΕΓΝΟΙΑ (2008)

ΜΕΡΟΣ Ι

 

ΑΣΗΜΑΝΤΟΤΗΤΕΣ

Δεν θυμόμαστε
έχουμε ήδη όλα
όσα χρειαζόμαστε
ξεχνάμε το ουσιώδες
κάποιος πρέπει να μας δείξει
να πιστέψουμε αδύνατον
τω όντι τίποτα δεν λείπει
θεμελιώδες

Εκ του μηδενός
εμφανίζεται κάποιος ασήμαντος
συνήθως ξένος
εντελώς
λογικά δεν ταιριάζει πουθενά
κάποιος τελείως περιττός
να ξαναδώσει ζωή στη γνώση
που κουβαλάμε ασύνειδα

Οι Διδάσκαλοι
εμφανίζονται αυθωρεί
χωρίς προειδοποίηση
ασημαντότητες
κοντολογίς
εμφανώς δεν δίνουν
απολύτως τίποτε

Οι Διδάσκαλοι
σαν τον άνεμο τη νύχτα
δεν αφήνουν ίχνη
περνά βουίζοντας από μέσα
εν είδει μαγικού κυμβάλου
ολοκληρωτικά σε αλλάζουν
αφήνοντας τα πάντα εξωτερικά
ανάλλαγα
παρασύρουν κάθε ιδέα
τι ήσουν πριν
αποσβήνουν τη λήθη
σ’ αφήνουν αυτό που ήσουν πάντα
απ’ την αρχή

 

ΤΟ ΕΣΩ

Ενίοτε αποκαλύπτεται
ως κενόν
με ιδιαίτερο τρόπο
εντός
δύναται να αισθάνεται
δύναται να παρακολουθεί
αμέτοχο ως ο χώρος
ούτε επιχαίρει
ούτε πενθεί
γλυκύτητα ειρήνης εμπεριέχει
ανέμελο ως η ανοχή
ανέμελο ως η άγνοια φόβου
ή ως η άγνοια τύψεων
αμέτοχη κατανόηση γεγονότων

Έσω Σιγή
τα πέρατά της
όποιον δρόμο
κι αν ακολουθήσεις
προχωρώντας
δεν θα μπορούσες να βρεις

 

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Εντελώς
γεγονότα συνηθισμένα
μη ενταγμένα εμφανώς
συμβάντα έως τα άκρα
ανεπαίσθητα
μόλις έχουν επιπέσει
στου ματιού ίσως την άκρια
πρωτίστως η σημασία τους αφανής
γλιστρούν και σβήνουν
αέρινος, αξεδιάλυτος μίτος
ανάμεσα σ’ ένα βλεφάρισμα του νου
ούτε θυμόμαστε

Η διάσταση ομοιάζει
μη σιωπηλό κεραυνό
τόσο ακαριαίο ένα γεγονός
δεν μπορείς να το ακούσεις
ομοιάζει με αόρατη αστραπή
τέτοια η ένταση στιγμιαίας λάμψης
δεν μπορείς να τη δεις

Ο νους τα χάνει
ανατρέπεται η πρόσληψη
τα δεδομένα
δραματικά αδιόρατη εμπλοκή
επιτέλους τι επισυνέβη
μόλις προ ολίγου
άγνωστη πραγματικότητα
ακροθιγώς παρενέβη
όλα φαίνονται να συνεχίζουν
σχεδόν όπως πριν

Το μέλλον… πού… εκεί…
οι αποδείξεις είν’ επαρκείς;
Η αντίληψη μας
θέλει να φθάσει…
είναι ικανή;

 

ΑΡΑΓΕ…

Πόσο μεγάλο
να ήταν
το θάμβος
στου Πυθαγόρα το βλέμμα
όταν διαπίστωνε το δεσμό
όταν ανακάλυπτε
όταν αναγνώριζε
επιστήμη και μυστικισμός
να είναι ένα

 

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ

Στην αιώνια σφαίρα
ήδη σπινθηροβολεί
αγνό το Πνεύμα
ανέκαθεν εκεί
θρησκεία, ποίηση,
φιλοσοφία, επιστήμη
ήταν ένα

 

ΝΟΜΟΘΕΤΕΣ

Θρύλοι και μύθοι
περί τους αρχαίους Νομοθέτας
ως η ομίχλη
τυλίγει
αόρατη κουστωδία

Κι όμως από άποψη κοινωνική
μπορεί να ήταν ασήμαντοι
οι φτωχότεροι των φτωχών
αρκούντο δίχως
κανένα βιος

Κι όμως
δεν σήμαινε
ότι δεν τους ύπολήπτοντο
ότι δεν τους έπαιρναν στα σοβαρά
δεν τους προσέφεραν
τιμή
ακόμα κι όταν ανοιχτά
αποκάλυπταν σε όλους
—αδιανόητον σήμερον—
ακόμα κι όταν ευθαρσώς
έθεταν εν περιωπή
το ακατανόητο

Μέσα σε όνειρο
είχαν εμφανιστεί Θεοί
και είχαν δώσει
Νόμους

 

ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Είχαν γητευθεί
από τόσο παλιά
τόσοι πολλοί
κάτι τους τραβά
κι ούτε μπορούν ν’ αντισταθούν
έως τα τώρα προσπαθούν
να εκλογικεύσουν
ποιά η πηγή της γοητείας
δεν αντιλαμβάνονται
αλλάζουν το νόημα
άλλα τι είναι εκείνο που θέλγει
δίνουν μια πιο αποδεκτή ερμηνεία
άλλα τι εξακολουθεί
να ακτινοβολεί

Αποσπάσματα μιας Ποίησης
κάθε λέξη μαγική
κατέχουν δύναμη μυστική
λόγοι φιλοσόφου
σφραγίδες
δεν είναι απλώς μονάχα λέξεις
μια ή δυο να σου ψιθύριζαν στ’ αυτί
είχαν τη δύναμη να σε καθηλώσουν
επιτόπου

Αποσπάσματα μιας Ποίησης
το τραγούδι λεγόταν οίμη
κι ο δρόμος λεγόταν οίμος
εξαρχής
Ποίηση ρητά βιωματική
Ωδή του ποιητή
εντελώς ήτανε δρόμος
το ποίημά του δεν περιγράφει
απλώς
ένα ταξίδι
το κάνει να συμβεί

 

ΕΝΣΤΙΚΤΩΔΩΣ

Ανέκαθεν
ο άνθρωπος πλασμένος
από το πλήρες και το κενό
ενστικτωδώς
στρέφεται προς το φώς
αναζητά το ιδεώδες
ειδύλλιο
στρέφεται αιώνια
προς τον ‘Ήλιο

 

ΕΝΔΟΜΥΧΩΣ

Όπως οι μάντεις των χρησμών
εξ ίσου των μυστηρίων της ύπαρξης
οι ερμηνευτές
προέτειναν εν’ άλλο είδος

Γνώριζαν της ερμηνείας
το μέρος το πιο σημαντικό
δεν παρενέβαιναν

Μονάχα να παρακολουθείς
μονάχα να είσαι ικανός ν’ ακούς
αφήνεις τα πράγματα
σιωπηρώς
να αποκαλύπτουν το νόημά τους

Προφανώς
γεγονότα, αριθμοί, ημερομηνίες
ένα τέχνασμα είναι
μια προς όψιν γνωριμία
προμετωπίδες
εν ολίγοις

Ποιά να κρύβεται
ενδομύχως
πραγματικότης

Δεν έχει όνομα
παρελθόν ή μέλλον
δεν έχει
όλα πού ξέρουμε
τα έχειν

Ενδομύχως
αν αφήσεις
μονάχα να σ’ αγγίξει
τίποτα πια δεν θα ‘ναι
το ίδιο

 

ΕΔΡΕΥΕΙ

Ούτε στο ύψος
ούτε στο πλάτος

Η Ελευθερία
εδρεύει
μονάχα
στο βάθος

 

ΕΙΔΟΠΟΙΟΣ ΔΙΑΦΟΡΑ

Όταν οι Έλληνες διηγούντο
περί θεών τε κι ανθρώπων
ένιωθαν κατακόρυφα
ειδοποιό διαφορά

Καθώς οι άνθρωποι από πανικό κυριεύονταν
καθώς διέτρεχαν όλο το φάσμα συναισθημάτων
αγαλλίαση μέχρι τρόμο
οι θεοί παρέμεναν ίδιοι
αινιγματικά ολωσδιόλου ήρεμοι

Τί πιο απρόσμενα θαύματα
η πιο δραματική ένδειξη
δύναμης
τόσο εμφαντικά
δεν τόνιζαν τη διαφορά

Αναντιρρήτως οι άνθρωποι
ως ένθερμοι συναίτιοι
όλοι εμείς
μπορεί να προσπαθήσουμε
να γίνουμε καλοί
ενίοτε
μπορεί και να τα καταφέρουμε
ίσως
όμως η παραφορά
αναφανδόν μάς αφορά
η ησυχία είναι πέραν από μας

Αν σιγή τηρείς
σ’ ένα βαθμό ορατά πιο βαθύ
αγγίζεις σημείο κρίσιμο
έστω ακροθιγώς
αγγίζεις τη διαφορά

Τείνεις στο θεϊκό

 

ΕΤΣΙ ΛΟΙΠΟΝ ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Σε ό,τι αφορά τούς τυράννους
είναι σχεδόν ανάλλαγα
και σε ό,τι αφορά τον αμαθή λαό
ανίκανο να ελέγξει τις διαρκείς επιθυμίες του
σε ό,τι αφορά τη νωθρή άσκηση
των δήθεν δημοκρατικών προνομίων του
έτσι λοιπόν έχουν τα πράγματα

Ποιος τολμά τάχα
ν’ αποστρέφεται το σεβασμό
που περιβάλλει τον άνδρα
με τα πολλά αγαθά

Ποιος τάχα τολμά
ν’ αποστρέφεται
την απουσία ενδοιασμών
ευτελές προνόμιο της εξουσίας
καθώς οι άρχοντες κατατρύχονται
από τον πόθο της δόξας
κατατρύχονται από τον πόθο
να κατέχουν την ισχύν
τους επιτρέπει
να πράττουν τα χείριστα
ατιμωρητί
κομίζοντες ύβριν τοις θεοίς

 

ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ

Ούτος
ως ο εξίσου ωραίος
με τον θεό που υπηρετεί
ιδιόμορφος άνδρας
παράστημα θαλερό
και συγκρατημένο συγχρόνως
«μηδέν άγαν»

Προσωπικότητα που υπερέχει αδιάλειπτα
ευνοημένης από τη μοίρα
ντυμένος στα λευκά όπως κάθε μυημένος
ο χρησμός των Δελφών
απέκρυβε ένα πεπρωμένο
εκτός συναγωνισμού
θείος δαίμων

Σ’ αυτόν που δώρισαν οι Θεοί
εκπληκτικά τόλμη δεινή
επικεντρώνει την προσοχή
στις μεταρσιωμένες συμφωνίες
των ουρανίων σφαιρών
των κινουμένων γύρω αστέρων
κι οριοθετεί τις σχέσεις συνηχήσεων

Εναπόκειται να μην απογοητεύσει
τους αθανάτους

Σε παρακινδυνευμένα μονοπάτια ταξιδευτής
όπου και το πνεύμα συνάμα
πλόες, περιπλανήσεις έως το ακρότατο
θα συναντήσει μυστικούς, σοφούς, αφανείς
έχουν επαφή με το Αόρατο

Μυστηριώδης γύρω του αύρα
ίδιον γνώρισμα καθοδηγητών
μεταφέρει ήρεμο βαθύ ενθουσιασμό
χωρίς αυτόν οι άνθρωποι
δεν είναι άξιοι να επωφεληθούν
της ανοχής των Θεών

 

ΓΙΑ ΠΟΙΑΝ ΑΡΕΤΗ

Καθημερινοί άνθρωποι
επιεικώς ενάρετοι
περίπου όπως εμείς
εμφανιζόμενοι έως και αφελείς
όπου δει
μετρίως άκακοι
διακηρύσσουν μετά πεποιθήσεως
και στεντόρειας φωνής
«ή αρετή δεν έχει τιμή»

Ο πλούσιος
εν τω μεταξύ
συγκατανεύει υποκριτικά
ενώ υπομειδιά
είναι ο μόνος που ξεύρει
τί κατόρθωσαν τα λεφτά
να του προσκομίσουν
από την αγορά

 

ΕΠΙΜΕΝΙΔΗΣ

Θα θυμάστε ίσως
έναν άνδρα από την Κρήτη
με βαθειά μελωδική φωνή
γύρω από μια κοσμογονία

Λέγεται κοιμόταν χρόνια
σ’ ένα σπήλαιο
όταν αργότερα έγινε διάσημος
κι ερωτήθη
εξήγησε πως δάσκαλός του
ήταν τ’ όνειρο
έμαθε σε συναντήσεις με θεούς
καθώς ονειρευόταν
σε συναρτήσεις και μυήσεις με θεές
την Αλήθεια και τη Δίκη

Τεθρύληται Κυλώνειον Άγος
να θεραπεύσει την Αθήνα εκλήθη

Εν μέρει
απαιτούσε τελετουργίες, θυσίες, εξορκισμούς
η θεραπεία Επιμενίδη
επετεύχθη εν τέλει
με την εισαγωγή Δικαιοσύνης

Ακούγεται ως ιδέα αυθαίρετη
ολωσδιόλου μια εξαίρεση
δίκαιη νομοθεσία
ή θεραπεία;

Εκμυστηρεύσεις
ενός ιατρομάντη εξαγνιστή
νόμοι χρηστοί
τω όντι
θεράπευαν την πόλη

Και περί των δικών μας καιρών
τα σημεία;

 

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Έτσι όπως συνονθυλεύονται
τ’ ανθρώπινα
πότε σε άμπωτη
πότε σε παλίρροια
βοήθησε με, Κύριε,
πιο πέρα απ’ το ανθρώπινο δίκιο
πιο πέρα απ την ανθρώπινη λογική
βοήθησε να παραμένω
μέσα στην επιείκεια

 

ΤΑ ΑΦΑΝΗ ΕΧΕΓΓΥΑ

(Για τα παιδιά μου, τον Θάνο και τη Μαρία-Αγνή)

Τα φόντα του νου
και τ’ αποθέματα της καρδιάς
αφανή εχέγγυα
διαγράφουν του πνεύματος
την ευδιάκριτη ευγένεια

 

ΩΣ 0Ι ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

(Στή Ζιράνα Ζατέλη)

Ποιητές, διάφανοι συγγράφεις
ως οι μυστικές διαδρομές
ως απόκρυφες υδρορροές
που μεταλαμπαδίζουν φωνές
που αναβλύζουν ψιθύρους
αξεδίψαστοι δισταγμοί
πένητες στο κατώφλι
ες αεί

Ανοιχτοί στο άπειρον
συλλέγουν
του πρώτου φωτός ευωδίες
ως οι πίδακες κραυγών
οι κατά Θεόν σαλοί
ελλοχεύουν επί δακρύων
σμιλεύουν το πιο ελάχιστο επουσιώδες
κρεμάμενοι εν ύδασι
περιφέρονται εν νεφέλαις
ως πλανόδιου φωνή παρείσακτοι

Οξυήκοοι ειδικοί
οξύνοοι λόγιοι ή κριτικοί
τους συλλαμβάνουν
δήθεν εδώ κι εκεί
σε κάποια μιλήματα εφηβείας
είτε και σε τμήματα φιλολογίας
ειδήμονες επί θεμάτων αισθημάτων
τέλος πάντων

Διάφανοι ήδη έχουν φύγει
πέραν απ’ την ανθρώπινη συνθήκη
η ονειρική τους παρουσία μονάχα
διαποτίζει την ψυχή
κάθε πρωινό
το πρώτο στο σύμπαν

 

ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ

Συμβολική μήτρα της Σχολής
των μυημένων περίφημος όρκος
εσώτατος ιερός χαρακτήρ

Είναι ήδη εκπληκτικό
η προσέγγιση ασύλληπτων
σχέσεων αριθμητικών
τόσο θεμελιωδών
σχεδιάζουν τα πέντε κανονικά πολύεδρα
το τετράεδρο που έδωσε την πυραμίδα
σχεδιάζουν το εξάεδρο ή κύβο
το οκτάεδρο, το δωδεκάεδρο, το εικοσάεδρο
ήδη επιχειρούν να υπολογίσουν
τη διαγώνιο τού ορθογωνίου
λύση αφηρημένη, δυναμική,
λύση αναγκαία, οικουμενική

Εξ άλλου έχουν εγγράψει
το πεντάγωνο σε κύκλο
περιεργάζονται θαυμάζουν την εικόνα
σαν αποκάλυψη θεϊκή
πεντάκτινου άστρου της θάλασσας
θα αποτελεί σημείο αναγνώρισης
μεταξύ των μυημένων
εφεξής

 

ΕΙΝ’ ΕΝΑΣ ΜΥΘΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΜΥΗΤΟ

Ο Μύστης τρέμει
μπροστά σε όσα εναπόκεινται
στους θνητούς να διαλευκάνουν
το Σύμπαν θέτει
ακατάπαυστα ερωτήσεις
αφορούν όσα βλέπονται
αφορούν όσα φαντάζονται

Προσκαλούνται οι θνητοί
οφείλουν να βρουν απαντήσεις
στων καθρεφτών το αέναο παιχνίδι
μονάχα που δεν έχουν επιλογή
για τω ποιος είν’ ο προορισμός

Διακαώς την ευθύνη της ένδειας
της εξαθλίωσης
της ενδογενούς αταξίας
εναποθέτουν στους θεούς οι θνητοί
κατά τα καθιερωμένα
τείνουν διακαώς να μην κατανοούν
την ευθύνη των οδυνών
ευλόγως προφανώς ποθούν
αναζητούν κύριοι να καταστούν
μιας διαύγειας
ήθος που δεν παρέχεται όμως ανοικείως

Ανάγκη η προσπάθεια νι φθάνει
μέχρι της πρόκλησης το εύρος
μέχρι της πρόκλησης το ύψος
αν οι θνητοί θα δουν
των ψευδαισθήσεων το πέπλο
που οι ίδιοι γεννούν

Για τον αμύητο είν’ ένας μύθος…

 

Ο ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Καμιά μνεία για τιμωρία
ανάμεσα σε μια ύπαρξη
και στην επόμενη
όλα παίζονται
κάτω από τον έλεγχο
μιας αυστηρής αλληλουχίας

Οι πράξεις γεννούν πράξεις
γεννούν η μια την άλλη
ένα βέλος καρφώνει εδώ κι εκεί
τα οφθαλμοφανή
οι κόμποι σφίγγουν
ή λύνονται

Θέατρο
με μεγάλο βεληνεκές θεάματος
οι σκηνές παίζονται εναλλάξ
στο βούρκο ή στο πέταγμα
ενός άλμπατρος

Μοναδικός συγγραφέας
μοναδικός ηθοποιός
η αρχή της ζωής
τόσο άπιαστη όσο ο αέρας

Έστω
την ονομάζουν ψυχή
αλλ’ όμως θα μπορούσαμε
να την αποκαλούμε
Πνεύμα

 

ΠΕΡΙ ΑΡΕΤΗΣ…

Λόγος ουδείς
παρά μόνον για το συμφέρον

Και κατατρυχόμαστε
με τόσο πάθος
ν’ αποδείξουμε το δίκιο μας
σε επίπεδο ατομικιστικό
με το τι και με το πώς

Χανόμαστε σε λαβυρίνθους
ρηχού νοός
κι αποστερούμαστε το φως
παταγωδώς
που δίνει άλλες διαστάσεις των πραγμάτων
και παραμένουμε έκτος
των οραμάτων

 

ΙΔΙΟΜΟΡΦΗ ΠΑΡΑΔΟΞΟΛΟΓΙΑ

Το να πετάς
είναι ίσως το ύψιστο προνόμιο
εκείνο πού προέχει
ν’ αποκτήσει κανείς

Την απαράμιλλη δοκιμασία
γνωρίζει ο Άβαρις
κι ο Αριστέας επίσης
το σύνολο των Υπερβορείων
ομοίως

Συναντούν κάθε χειμώνα τον Απόλλωνα
όταν απομακρύνεται από τους Δελφούς
τρεις μήνες μόλις παραχωρεί
στον αδελφό του Διόνυσο τη θέση
αντιστοιχεί στην ίδια του την εικόνα
ανεστραμμένη

Το μεγάλο, ακτινοβόλο πέταγμά του
ο άνθρωπος δεν θα οφείλει
παρά μονάχα
σε σοβαρές αυταπαρνήσεις
είναι πρωταρχικό
τεράστιο καθήκον
αυτό της ύπαρξης
αντικειμενικών μαρτύρων
φωτισμένων
ετοίμων να ακολουθήσουν
όλους τους μαιάνδρους
να εισχωρήσουν στους δαιδάλους
να τοποθετηθούν στις τροχιές
του ανεξήγητου
Διόνυσος-Απόλλωνας

Με την παράδοξη συμπληρωματικότητα
θα ευθυγραμμισθεί
όλη η ύπαρξη εκείνου
που θεωρεί εαυτόν Διδάσκαλον
και θα υλοποιήσει όλα όσα κρίνει
αυτού του ορισμού
για να είναι αντάξιος

 

ΕΝΑΤΕΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Καιρός γλυκός
το λυκαυγές διαγραφόταν
σαν μια φθαρμένη ζωγραφιά
είδα που ο αέρας κέντησε
τούτο τον κόσμο και τον άλλο
κι έδεσε ωσάν με αέρινη κλωστή
όλες τις υπάρξεις μαζί

Απόρησα μ’ έμενα
δεν μου τελειώνει
η αγάπη οριστικά

Κι απόστρεψα το πρόσωπό μου
από της μοίρας μου τα τρόπαια
Ποίηση
διεπέτασα προς Σέ
τας χείρας μου

ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΜΑΣ ΠΡΟΝΟΜΙΑ

Αν η ζωή μας
έχει πια μεταβληθεί
σε μια ατέρμονη προσπάθεια βελτίωσης
περισσότερα κι όλο περισσότερα
ν’ αποκτήσουμε
να ζήσουμε
να επιτύχουμε

Αν εκ των πραγμάτων όντως
ούτως έχει η βίωση
απλώς
χωρίς ούτε ίχνος μετουσίωσης
ένας ζωικός χορτασμός
άνευ εγρήγορσης
κύριο μέλημα η τροφοδοσία
αγαθά, πληροφορίες
νέα στοιχεία
το αντιστάθμισμα
στην έσω πείνα

Φιλοπόνηση όλο προς τα έξω
και τα παρόμοια
όλο πιο πέρα
κι η υπέρτατη απλότητα
το εντός έλλειμμα;

Η ύπαρξή μας ένα φορτίο
και βαραίνει επικινδύνως
ως ένας αξεδιάλυτος γρίφος
καθώς εκποιούμε
τ’ ανθρωπινά μας
προνόμια

 

Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Μεγεθύνει
κάτι πού ίσως δεν υπάρχει

Παρατείνει
εκείνο που έχει πάψει να υπάρχει

Εφελκύει
κάτι που ίσως θα υπάρξει

Φωνή δουλεμένη μυστικά
από μια αγαλλίαση δίχως αντικείμενο
φωνή κρατημένη συνετά
εν εφεδρεία

Μεγαλύνει
τον απειροελάχιστο ψίθυρο

 

ΟΛΟΝΥΚΤΙΑ

Πόσο επιβλητική
των γρύλων η απλή χορωδία
πληθώρα παρουσίες
παράγει
κάτω απ το καλοκαιρινό φεγγάρι
αθώρητες
κάνουν να χάσκει
το ουράνιο κενό
όπου μέσα του οι πλανήτες βομβούν
ως ν’ απαντούν

 

Η ΠΑΦΟΣ

Σαν πορευθείς πέρα απ’ τη Σαλαμίνα
κι απ της Μεσαορίας πιο πέρα τ’ αλώνια
στην άλλη άκρη αναδύεται η Πάφος
μ’ ένα δικό της Ευαγόρα
ατελέσφορα ερωτευμένο με τον ήλιο
μ’ ένα σύφλογο
ες αεί στο στήθος

Όλως ανεξήγητα σμιλεμένη
όλως δυσδιάκριτα
στις απαρχές μιας μακρινής νεότητας
ανάμεσα σε κορυφές
την περιέκλειαν βουνά
με μια εξίσου εμφανή μοναχικότητα

Ωστόσο οι υποσχέσεις των οριζόντων
έκπαλαι τη νανούριζαν δαψιλείς
κι ήταν τα κύματα που πρόβαλαν
την πιο θελξικάρδια θεά
που είχε μια επαγρύπνηση
γιό όλα τα πέριξ
και που καλλιγραφούσε
ακόμη και την τελεία
καθώς τάραζε τους κύκλους του νυσταγμού
με ρόδα και ία

Όποιος κίνησε να την εξολοθρεύσει
κατέληξε να τη φιλοτεχνεί
μ’ αυτό επ’ ουδενί
μείωνε τη ρέμβη
που προανήγγελλε το πέρασμά της
κι έκρυβε άλλες έγνοιες

Ως χρυσόφαιο φώς
η Παλαίπαφος λάμπει
οι λεύκες ιστορούν ανασκαφές
σε άντρες περήφανους και βλοσυρούς
πλην ευφυείς κι ευφάνταστους
που δίχως να ταπεινωθούν
ως ανήξεροι
δίχως εύκολα δάκρυα μες στα μελτέμια
δεμένοι χεροπόδαρα
από συγκίνηση
θαυμάζουν άφωνοι
και χαϊδεύουν
κι ανατριχιάζουν
και ψιθυρίζουν μετέωροι
ψήγματα ελπίδας
την κληρονομιά του Κινύρα

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ

Λάμπουσα καλλονή Βυζαντινή
αναδύεται Σιβυλλική ή Πόλις
μέσα απ’ τον υδάτινο εναγκαλισμό
Δύσης κι Ανατολής
δύο ανόμοιων αδελφών

Μορφή πού χάνεται στην αχλή των θρύλων
η ίδια η φύση της ένα μυστήριο
οι πιο παράξενοι λόγοι
οι πιο παράξενοι μύθοι
κάθε είδους εξηγήσεις
επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά

Ποιά νά ήταν πραγματικά;

Προσπαθούμε να κατανοήσουμε
την ιστορία του εαυτού μας
τα ερωτήματα μάς κοιτάζουν κατάματα
αλλά εμείς ας μην κοιτάμε αλλού
οπουδήποτε αλλού

Όσα η Πόλις έχει δει
τυλίγονται στη σιωπή
διαχρονική παρουσία αλκής
εκπέμπει αθέατη ακτινοβολία
εμπεριέχει σημασία και νοήματα
ένα θάμβος αόρατης ενότητας
η άφθαρτη ομορφιά της
αναγελά μ επίγνωση τ’ ανθρώπινα

Κωνσταντινούπολή

Ωραία και πέραν των στυγερών δολοπλοκιών
Ωραία και πέραν των αιματίνων ιματίων
ως γενναιόφρων, αναδίνει θεϊκή μαρμαρυγή
το κάλλος της εκτυφλωτικό διά μέσου αιώνων
το κάλλος της οικουμενικό ως το Θείον
μοιάζει ν’ αποτελεί εμπόδιο
στο να καταλάβουμε ποιά είναι

Αλλ’ η Πόλις ανήκει σε μια άλλη διάσταση
ο λόγος της είναι η σιωπή
όπως ένας χρησμός
κι όταν δεν κατανοείς
το χαμόγελό της μοιάζει με θλίψη
επιτέλους τη συναντάς
και την αποκαλείς
Θεά

Στέκει στο βάθος
Βασιλεύουσα
κι αναμένει να μας υποδεχτεί
καλοσυνάτα

 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΗ ΒΑΡΣΟΒΙΑ

Σκηνικό εξόχως ποιητικό
αλέες ένθεν κι ένθεν να χρυσίζουν
κάθε που πέφτουν ακτίνες ήλιου
και με τη μαρμαρυγή των κίτρινων φύλλων καταγής

Κι αν λάχει να ‘σαι ποιητής γίνεσαι της Βαρσοβίας ένας ένοικος
που σε προσμένει στη μικρή πλατεία ο Κοπέρνικος
μαζί με τη λύση για την περιστροφή της γης
ωστόσο η δίνη της Ποίησης κυριαρχεί

Κάπου εκεί στο μικρό παλάτι του πάρκου
το τριγυρισμένο με τους πολύχρωμους τάπητες
τα φθινοπωρινά φύλλα
με τις θεόρατες καστανιές
να πλαισιώνουν τις μελαγχολίες τού Σοπέν
τα ποιήματα σαν ασημένια άστρα καταμεσήμερα
σμίγουν με τα θροΐσματα των φύλλων
ως να ήταν των κυμάτων ένας φλοίσβος

Ανάμεσα σε ροζ βαλανιδιές ανθίζουν ποιήματα
το καθένα σε μια άλλη γλώσσα
σαν αρωματικά σπιθίσματα
ένα μωσαϊκό ρυθμών
μετρικά σχήματα λεπτά
άλλοτε πιο πολύπλοκα
να συγκροτούν την ίδια την καρδιά του στίχου
που κτυπά μέσα σε μια πόλη διάτρητη
μια πόλη που η σκουριά του χρόνου κι η σκουριά του τρόμου
δεν μπόρεσαν να αυλακώσουν
που αψήφησε την απύθμενη δίνη του σκότους

Τώρα είναι η ώρα που αναπνέεις
Με μόνη τη διαίσθηση
Καθώς η Ποίηση περνά
Κάτω απ’ την έλξη της πτύχωσης
Πάντα νέα, άπιαστη
λυγερή, νευρώδης
με περπατησιά ίδιας θεάς προς το αιώνιο έαρ
με άρωμα που δεν χάνεται, δεν σβήνει

Ποιός δρόμος
Ποίος τρόπος οπτασίας
ποιό το ταξίδι
για τα επέκεινα;

Ποίηση, ωραία μου έγνοια

 

Ο ΟΠΙΣΩ

Πείτε στον τρόμο να κατέβει
από το άτι του
ότι θα λείψω
δεν μπορεί πια
να με σύρει στο κρεβάτι του
έχω ανασύρει το προσωπείο που φορούσε
αποξηράθηκαν οι κάκτοι
στο τοπίο που αλυχτούσε
οι ασπάλαθοι απέμειναν χωρίς αγκάθι
η εποχή του έχει λήξει
την κατάπιε αμετάκλητα η πλήξη

Δάκρυα, μετέωρες, δειλές χειρονομίες
ίσως μένουν
μένει κι εκείνη η ασάφεια
η στέρηση η μη εντελής
η ματαίωση εν τέλει
είναι πράγματα που μάς θέλουν να τα κάνουμε
χωρίς να ξέρουμε γιατί

Ευσυγκίνητη που είναι σήμερα η θάλασσα
αφουγκράστηκε ήρεμο φλοίσβο
η ευμένεια
οδεύει να ελλιμενισθεί

 

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

 

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΚΕΡΥΝΕΙΑ

Κερύνεια, μαντεύω
αόρατο στους άλλους χάος να σε τύλιξε
την ώρα της αφηνιασμένης επιδρομής
είναι πικρό
μαντεύω καλπασμούς τη χαραυγή
μάθε, το βρίσκω πιθανόν
η ζωή καθημέραν να επανέρχεται
σχεδόν σε αναγνωρίσιμες διαστάσεις

Με θλίβει να σε ανακαλώ γενναιόδωρη
αυτάρκη
απαράλλακτα όμορφη
όμοια ένα χτυποκάρδι
και οι επισκέψεις σου αραιές, διακριτικές
αλλά οι ευωδίες σου ανυποχώρητες
ανείπωτα ευφραντικές

Ναι τούς έθελγε και ο ερωτισμός σου
ή μήπως ήταν όλα ειρωνικά;

Αλλά τί χρείαν έχεις εγκωμίων

Όμως θαρρείς απολησμονώ
τα όμορφα μάτια των Αγίων
θεωρούν ανέκαθεν
μια δύναμη που σε συντρίβει
τα μάτια των εικονισμάτων
με το απεριόριστο μακρόθυμο βλέμμα
παρακολουθούν το απρόσμενο
ασκίαστα από έγνοιες, οδυρμούς
δεν εξαλείφουν το αναπάντεχο

Παρασύρομαι και μακρηγορώ
να ξέρεις πως μαζί σου υπομονεύω
μικρή η ζωή μας με μεσούρανους καημούς
μην συλλογίζεσαι τις πικρές σου πίκρες
κατέχεις πια το γεγονός της αθανασίας
μην αναφέρεσαι σ’ αυτές
μα τι λες τώρα
να σου εξηγήσω

Ώ, μην μου πεις είσαι τόσο όμορφη
σαν ένα κοπάδι πουλιά
με κείνο το έκπαγλο βαθυκόκκινο χρώμα
ίδιο χειμωνιάτικο μέλι
νομίζεις πως υπεκφεύγω
έτυχε να τα έχω πιο πρόσφατα

Κερύνεια, τύπτομαι
με τη δική σου ρίμα
μοιραίνω κι επικλώθω
το βουνό πενθηφορεί με γυμνά κλαδιά
στο σχήμα του ιχνεύονται πάνυ αντρειωμένοι
μαντάτεψαν αρετή, στερνή συγκομιδή

Περιεργώ, ανοίκειοι αλλότριοι
να ριζώσουν σ’ ένα βράχο, σε μια θίνη
και πώς άραγε;
Αγνώριστον
αλλά και επί ποιου όρου;

Λάβε μόνο τόσο. Όχι πλέον
πέμψε τους πια, κοντεύει μεσονύκτι
έχουν σβήσει οι λύχνοι
Εμείς θα παραμένουμε επ’ αόριστον
ως ένδειξη όρκου

 

ΑΠΑΡΑΜΙΛΛΗ ΑΦΗΓΗΣΗ

Αργά με γοητεία απαράμιλλης αφήγησης
ξετυλίγει η ζωή
τα νήματα του μύθου της
ώστε ν’ αφηνόμαστε
γενναία και μάταια
να πολεμούμε τ’ αμετάκλητα

Κι είναι βεβαίως μια εξήγηση
για το εγχείρημα
μολονότι συχνά με ξένιζε
ως επιχείρημα

Ακόμη κι η απουσία διαφάνειας
κι η ενδεχόμενη απουσία
αλληλουχίας
είναι καθόλα θεμιτά για τη ζωή

Ώστε κανείς
μην καταλάβει πού οδηγείται
και τρομάξει
και παραιτηθεί

 

Η ΠΑΡΟΔΙΚΟΤΗΤΑ

Δεν διαθέτει
παρά κρίση ψευδή
δεν μπορεί να κυβερνηθεί
απ’ τη λογική

 

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΣΟΥ

Παράβλεπα το πεπρωμένο
το αρχαιότερο αίνιγμα
και αγνοούσα

Τη στιγμή που τα γεγονότα
με δικαίωναν
εγώ πονούσα
και μ’ ένα γέλιο
χωρίς χαρά
είχα συνθλίβει
γιατί ήσουν ηττημένος
εσύ

 

ΑΦΟΥ ΜΑΘΕΙΣ

Το παράπονο
είναι προέκταση αγάπης
δεν το χαρίζεις
όπου λάχει

 

ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΟΜΟΥ

Το δροσάτο ύστερο αστέρι
της αυγής
που θέσπισε να προμηνύει
καθαρότατον ήλιον
πού θέσπισε να παραστέκει
μην ξεστρατίσει ο νους
σε ρύμες κι αγυιές
στενού λογισμού
μην ολισθήσει
σε στοχασμούς μηδαμινούς

 

ΑΛΚΜΕΩΝ Ο ΠΕΙΡΙΘΟΥ

Αυτό που κάνει τους ανθρώπους
να πεθαίνουν
ο Αλκμέων βεβαιώνει ευθέως
είναι επειδή
είν’ ανίκανοι
να ενώσουν την αρχή
με το τέλος

 

ΜΑΗ ΜΗΝΑ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ

Πόσο μ’ αρέσει
να περπατώ ξυπόλυτη
σαν ένα χαμίνι
στην ακροθαλασσιά
πλάι στο Δημόσιο Κήπο
αναζητώντας ίχνος
αν έχει ξεμείνει
ελπίδας στον κόσμο
να περιεργάζομαι στον αφρό
τη γιρλάντα

Οι ερωτικοί μένουν απαρηγόρητοι
πάντα

Αθώα κι η θάλασσα
χωρίς κανένα αίσθημα εκδίκησης
πολυτελής και ενδεής
ωσάν η ποίηση

Η απομυθοποίηση συμβαίνει
κάθε μου βήμα
καθώς το μικρό κοπάδι αθερίνας
μπαινοβγαίνει μες στο κύμα

 

ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΛΕΜΕΣΙΑΝΟ

Κι έσβηνε το δειλινό
ροζ-μωβ η θάλασσα
ροζ-μωβ ο ουρανός
κι ανάμεσα τους
ολόγιομο κι ολόχλωμο
ένα φεγγάρι αιωρούμενο
μόλις μετέωρο
ξεκρέμαστο
σχεδόν
να με κοιτά εκστατικά

Χαράματα τ’ άλλο πρωί
ολόγιομο κι ολόχλωμο
παράστεκε μες στην αυγή
μιαν ασημένια «καλημέρα»
να μου πει

 

ΕΠΙ ΛΕΞΕΙ

Προφανώς
θεός πού επιλέγει
εντελώς
και δεν είναι
Θεός

 

ΕΥΦΥΗΣ

Πάει να πει
να μεταλλάσσεις τις γνώσεις
σε αρετή

 

 Η ΒΕΡΟΝΙΚΑ

(Για την εγγονή μου Βερόνικα)

Είναι ένα χελιδόνι
με ολόξανθα μαλλιά
φεύγει, έρχεται, ζυγώνει
και πετά ξανά μακριά

Έχει ολάνθιστη καρδιά
σαν της Άνοιξης περβόλι
κι η ματιά σπιθοβολά
ηλιαχτίδα πα’ στο χιόνι

Χελιδονάκι μου, Βερόνικα,
είσαι μια έμπνευση
μες’ στον αέρα
που δεν πιάνεται
είσαι ένας στίχος
στον αιθέρα
που δεν γράφεται

Χελιδονάκι μου, Βερόνικα,
με τα φτερά σου τ’ ανοιγμένα
ταξιδεύεις στα όνειρα
μερόνυχτα
και μαζί σου παίρνεις
κι εμένα

 

ΤΟ ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ

( Για τον εγγονό μου Χάρη)

Νωρίς το δειλινό
κατέφθασε τόσο γλυκός
όσο μπορεί να είν’ ένας γιος
μόλις ν’ αγγίζει δυο χρόνων

Στον κήπο οι βουκεμβίλιες
πετάξαν τρυφερά κλαδιά
κι ανέμιζαν χαμόγελα χαράς

Γραμμή ένας στρατός τα μυρμηγκάκια
γέμισαν τους εξώστες της βεράντας
μην χάσουν ούτε μια πράξη
απ’ την παράσταση «το θαύμα»

Και το μικρό γατί
τρίβεται απάνω στο παιδί
που άργησε
παραπονιάρικα ρωτά, γιατί

Στα σύρματα, πρώτη σειρά
κάθισαν σπουργιτάκια
στο κελάδημα τ’ αγοριού
κάθε φορά φτεροκοπούν

Κι η θάλασσα στο βάθος
τη βλέπεις που κρυφοκοιτάζει
μην τύχει και δεν φτάσει
στο εγγονάκι ένα χάδι
πού στέλνει με τον δροσερό της μπάτη

 

 

ΠΟΥ ΠΟΡΕΥΘΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΟΥ
ΠΟΙΗΣΗ (1999)

 

Ο ΠΛΑΝΗΣ

Άλλοτε πένης
κι άλλοτε άρχοντας
πλανεύεται
από τα παράξενα
έως και τα υπέροχα
εντός του σέρνει
θωπευτικό μονόλογο

Αλλά ο Έρως
είναι πρωτίστως φιλόσοφος
και η ψυχή
η αγαπημένη
εξαρχής

 

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ;

Την κάθε λέξη
που συνέλεξα με προσοχή
που με στοργή σμίλεψα
μες στην ψυχή
για να συνθέσει
γραμμή τη γραμμή
κάθε στροφή
η ζωή αυθαίρετα
την έχει ανατρέψει

Κι αναρωτώ
ποιά απ τις δυο
είναι η ποίηση
και ποιά η αντιποίηση

 

Η ΣΙΩΠΗ

Η σιωπή παρουσιάστηκε
ανέβηκε ψηλά
γράφοντας οχτάρια
στον αέρα
πετώντας κατέβηκε ξανά

Ένα φιλί διάφανο
σαν κρύσταλλο
κρατούσε στο στόμα

Την παρακολουθούσα
νοερώς
ήταν η σιωπή του απογεύματος
στολισμένη με δανδέλες
από φως

 

ΟΙ ΕΛΠΙΔΕΣ

Οι ελπίδες πού συντρόφεψαν
χειμωνιάτικες σελίδες
και με τη γλυκειά τους θαλπωρή
απάλυναν τις εντυπώσεις
στην ψυχή
κι έπειτα εναποθέτοντας
μύρα ευγένειας στο προσκεφάλι
έφευγαν αγάλι αγάλι
στις μύτες των ποδιών
έτσι όπως εγκαταλείπουμε
το δωμάτιο του ασθενή
λίγο πριν ο ήλιος βγει

 

ΤΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ

Δεν αποκρύβεται το γεγονός
ότι μπορείς
με τρόπους χίλιους δυο
να με πληγώσεις στη στιγμή
και να θριαμβεύσεις
ανάμεσα στα γεγονότα
νικητής

Κι εγώ μετέωρη στο κενό
μ όλα εκείνα τα διαβήματα
που έχω υπόψη μου
για να προβώ
που μένουν πάντα
σκιώδη επινοήματα
στο μυαλό

Κι εγώ το μόνο
που τελικά μπορώ
να κατορθώσω
είν’ ένα ποίημα
στον αέρα να καρφώσω

 

ΤΗΝ ΕΙΡΩΝΕΙΑ

Και δεν είχα άλλο τρόπο
τον κυνισμό των γεγονότων
για ν αποδυναμώνω
και δεν είχα άλλο μέσο
τις ατέλειες και τα λάθη μου
να εμπαίζω

Παρά μονάχα την ειρωνεία
την ποιητική
σαν ένα μειδίαμα ανεπαίσθητο
μέσα στων αντιθέσεων τη συρροή
κι ας φαινόταν ενίοτε
ως να μην ήταν απαραίτητο

Αλλά ομοίαζε μ’ ένα παιγνίδι
μια ανάσα
μέσα στων αντιφάσεων τη δίνη

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

α

Ο δρόμος σηκώθηκε
κι ήρθε να με προϋπαντήσει
άρχισε να λέει χωρίς μιλιά
ιστορίες για θεούς

Σαν αράχνη
το νήμα έχει κλώσει
βαμβάκι
της θνητής ανθρώπινης καρδιάς

 

β

Δεν αντιλήφθηκε καθόλου
τη χειραγώγηση
παρόλο που γνώριζε πλαίρια
πως κάποια μέρα
η Ιστορία θα τον έπιανε
στο χέρια

Ό,τι είχε συμβεί
ήταν μια τρύπα στο σύμπαν
μια τρύπα
στης ιστορίας το σχήμα

 

γ

Η αυλή ήταν σπαρμένη
φεγγάρια
ένα σε κάθε λακκούβα

Είχε ακουστά
το μυστικό
των μεγάλων ιστοριών
είναι πώς δεν έχουν μυστικά

Οι ιστορίες είναι όλες οικείες
όπως το σπίτι όπου ζεις
ξέρεις πώς τελειώνουν
ήδη απ την αρχή

 

δ

Η Ιστορία εμπεριέχει
τη φαντασία της
με επιμέλεια αποφεύγω
να τη σύρω στο φώς
με ενδιέφερε απολύτως
η νηφάλια εσωτερίκευση
το δίσημο ύφος

Εντελώς συνειδητά
γινόταν παράλληλη
αποσιώπηση

Έδινε ένα κυμάτισμά

 

ΣΤΑΓΟΝΑ ΣΙΩΠΗΣ

Περπατούσε σαν έντομο
που βρίσκει το δρόμο
με σιγουριά μυστήρια
ένα λευκό χαμόγελο
μοναδική αποσκευή
κουβαλούσε
απ τα παιδικά του χρόνια
ως τα σήμερα

Με τον καιρό
είχε αποκτήσει
την ικανότητα να σβήνει
να μοιάζει άψυχος
σχεδόν διάφανος
να χάνεται απ’ το βλέμμα
του ομίλου
έπιανε τόσο λίγο χώρο

Μια σταγόνα σιωπής
που κολυμπούσε
σε μια θάλασσα θορύβου

 

ΤΑ ΑΠΡΟΣΜΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Η νύχτα καθότανε
με τους αγκώνες της στη θάλασσα
και μιλούσε ψιθυριστά

Τώρα που εναγκαλίζεσαι
ό,τι σ αρέσει
να θυμάσαι
με την ίδια θέρμη
εναγκαλίζεσαι και ό,τι πρόκειται
αύριο να μη σ αρέσει

Μονάχα ο Θεός
των απρόσμενων χαμόγελων
κατέχει τα μυστικά

Η φλυαρία της σιωπής
θα κολυμπήσει στο βυθό
αλλά σε μια μετέπειτα στιγμή
πικρά θ’ απογοητευθείς

 

ΟΛΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Σάς χαρίζω
όλα του κόσμου
τα επιχειρήματα
αφήστε μου εμένα
μονάχα τα ποιήματα

 

ΟΙ ΣΥΓΚΥΡΙΕΣ

Οι τρεις Μοίρες
καθώς υφαίνουν
τον ιστό τους
νηστεύουν

Από το λογικό
και το συναίσθημα
απέχουν

Καλώς ηξεύρουν
αυτά ανήκουν
στον Κύριό τους

 

Η ΤΑΞΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Ο ποιητής δεν είναι
για να επιχειρηματολογεί
ούτε και προορίζεται
να δικαιωθεί
όχι γιατί είναι τα χέρια του άδεια
ούτε γιατί του λείπει η ευφράδεια

Μονάχα που κάθε απόγευμα ακούει
τις μπλε σταυροβελονιές
καθώς τον μελετά η σιωπή

Έστω κι αν προσπαθεί
προορισμό έχει
με τον ένα ή τον άλλο τρόπο
να θυσιαστεί
ενδόμυχα γνωρίζει
η Τάξη των Πραγμάτων
αυτό ορίζει

 

ΕΣΥ ΠΟΥ ΗΣΟΥΝ;

Όταν αφήναμε πια
τα εφηβικά ιδανικά
και βγαίναμε
προς την κομματικοποίηση
εσύ πού ήσουν;
-Γλίστρησα κοντά στην Ποίηση

Όταν οι καιροί ζητούσαν
επιτακτικά αλλαγή
και τα πλεονεκτήματα
κατόρθωναν να πείθουν
για την ανάγκη τροποποίησης
εσύ πού ήσουν;
-Μαθήτευα στο φως της Ποίησης

Κι όταν καθορίζαμε τον συνδικαλισμό
ως πρωτεύοντα
και χωρίς αιδώ ούτε προσποίηση
όλα τ’ άλλα γίνονταν δευτερεύοντα
εσύ πού ήσουν;
-Μυήθηκα στην Ποίηση

Κι όταν τα πασιφανή
κέρδη των άλλων
παρουσιάζονταν συμπαγή να βρίθουν
και εκτός απ’ την εκποίηση δε μας συνέφερε τίποτ’ άλλο
εσύ πού ήσουν;
-Έγραφα Ποίηση

 

ΑΠ’ ΑΛΛΟ ΔΡΟΜΟ

Μένουμε οι Ίδιοι
που κλέβαμε τα όνειρα
και τα ονειρευόμασταν
απ την αρχή

Κι όμως η αγάπη
μπορεί ν αναγνωριστεί
από την απουσία τις εκλογές
μέσα σ’ αυτή

Απ’ άλλο δρόμο
κάτι στην ατμόσφαιρα
έχει σταθεί και περιμένει

Βλέπεις δεν έχεις άλλη επιλογή
όπως διαλέγεις νύμφη
ή εραστή
το νιώθεις κατά βάθος

Είν’ η αγάπη που σε επιλέγει
και δεν κάνει λάθος

 

ΤΑ ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΑ

Με τον καιρό
εκπρόθεσμα και καθυστερημένα
με ανέτρεπαν
τα ίδια τα δεδομένα
έτσι που θα φοβόταν ο καθένας
καθώς ενεργούσα
χωρίς περίσκεψη
και συσσώρευσα λάθη
περίβλεπτη

Με κυνήγησαν
βουνού τρομαγμένο ελάφι
φταιξίματα άμυαλου μυαλού

Και τώρα που το κουβεντιάζω
καθώς κοιτάτε όλοι σας
με δυσπιστία σιωπηλοί
όσο κι αν έχω αγαθέ
εκ των υστέρων πρόθεση
το βλέπετε και μόνοι σας
ήδη είμαι εκπρόθεσμη

 

Ο ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ

Μα και βέβαια
δεν το αμφισβητώ
ο ρομαντισμός εξωραΐζει
την κάθε μας πεζή στιγμή
τη μεταβάλλει σε μοναδική
ανεπανάληπτα γοητευτική

Έλα όμως που μπορεί
και ν’ αποβεί
η δυστυχία μιας ζωής

 

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΟΝ ΛΟΡΚΑ

Ό Γκουανταλκιβίρ
σύρεται κατά μήκος
ένα ποτάμι ήρεμο μακρύ
κι ούτε που τον ακούει κανείς
καθώς μονολογεί
για όλα εκείνα πού έχει δει
με φωνή άηχη
υγρή

Ο Γκουανταλκιβίρ
παρέμεινε ένα μεγάλο
ήρεμο παιδί
που σε καλεί
μαζί του να ονειρευτείς

Μουρμουρίζει ένα τραγούδι
ιστορεί
το παραμύθι της σιωπής
ιχνηλατεί
το ερωτικό ταξίδι
όσο κρατά η ροή
από την Κόρδοβα ως τη Σεβίλλη

 

ΣΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

Όσο και να με γυρόφερναν
εφήμεροι στόχοι
έβγαινα από τη θάλασσα
με στίχους γεμάτη
την απόχη

Το λιοπύρι
έσερνε το καλοκαίρι
απ’ τη μύτη

Κι οι ακτίνες τού ήλιου
να ερωτοτροπούν
με τα λέπια τού νερού

Ως να ήταν ή Ίρις
χοροπήδησε στα βότσαλα
ό σπουργίτης
άφησε τα τιτιβίσματα
και ρέμβαζε κατάφατσα
τα κύματα

Μες την αχλή τού ιριδισμού
έβλεπε νύμφες Νηρηίδες
πού άποπλάνευαν το νου

Το ίδιο το κύμα
είχε τις δικές του ρυτίδες

 

Η ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ

Σβήνει το πανηγύρι
όλα κυλούν
τόσο απαλά
στο παραθύρι τού Φθινόπωρου
το κύμα, η βάρκα του ψαρά
ο φλοίσβος
που τα βότσαλα φιλά
φαίνεται πιο συγκρατημένος
ο ήλιος
το παιδί ξεχάστηκε
μες στο θαμπό ουρανί
ένα ακύμαντο σεντόνι
σκέπασε
πέρα του ορίζοντα τη γραμμή
η αφή της θάλασσας
έγινε ακόμη πιο τρυφερή
έχει μια τόσο διάφανη
επιδερμίδα
που δε σου αφήνει
καμιά αμφιβολία

Χαμήλωσαν οι τόνοι

Ανασαίνεις την ατμόσφαιρα
να λούζεται γυμνή
μάς στην ανέμελη θαλπωρή

Παράξενη ευτυχία
να είσαι μόνη

 

ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΦΡΑΓΚΟΚΛΗΣΙΑ

Τι να γύρευε
πρωί πρωί
η άσπρη πεταλούδα
καταμεσής
πάνω απ’ τα κύματα
μια κοπελούδα
κι ανοιγόκλεινε
τα φτερουγίσματα

Και να ’ταν μόνο αυτό
η παρέα τα κεφαλόπουλα
να πηδούν έξω απ’ το νερό
το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο
να παίζουν ποταμό

Και το σαφρίδι
χόρευε κατρίλιες στον αφρό
με τις ηλιαχτίδες
σκορπώντας τριγύρω του
υδάτινες ριπίδες

Γύρισα ξανά να δω
χάιδεψε το βλέμμα
η σαγήνη
που άπλωνε ως πέρα
η γαλήνη

 

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

Με μεγαλοπρέπεια και φροντίδα
έχει αποτυπωθεί
ο στολισμός της νύμφης
στη φωτογραφία
ζωντανή η ανάμνηση να μένει

Όμως λίγο μετά την τελετή
τι θα προκύψει
ποιος μπορεί να ξέρει…

Κι όταν επισυμβούν
τα γεγονότα
βλέποντας την ξανά
έπειτα από χρόνια
φέρνει τόση θλίψη…

 

ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΕΙΝΕΤΑΙ

Μέσα στου χρόνου τη ροή
ισορροπεί
το κάθε τί
σαν μια ασημένια σταγόνα
βροχής
να κρέμεται από τ’ αυτί

Των πραγμάτων η φορά
περικλείει ιώβεια υπομονή
και παρατείνεται σοφά
περιμένοντας να ξεδιπλωθεί
η θεία δικαιοσύνη
παντοτινά ασύλληπτη
στη θνητή νοημοσύνη

 

ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ

Έχετε προσέξει λοιπόν
πως δεν υπάρχουν αδιέξοδα
παρά μονάχα στο στενό
ανθρώπινο μυαλό

Η ζωή φυλλαράκι που κυλά
στο ρυάκι που της έτυχε
απ τη γέννησή της
έχει διδαχτεί
να μην παρεμβαίνει

Το κάθε τι επισυμβαίνει

 

ΜΟΛΙΣ

Όταν θα πεθαίνω
μ ένα μειδίαμα
και με μια απορία
θα συμπεραίνω

Αυτή λοιπόν ήταν η ζωή
που τη φοβήθηκα
τόσο πολύ
μόλις μια απόσταση αναπνοής

 

ΜΙΑ ΔΗΛΩΣΗ ΜΕ ΠΝΕΥΜΑ

Κρατώντας τα ερωτηματικά
πελώρια σαν τις θημωνιές
στο όνειρο του Ιωσήφ
έδινε την εντύπωση
ότι διαπραγματευόταν
με αισιοδοξία τα απότομα
ολισθηρά σκαλοπάτια
της ζωής

Τελικά κατήλθε
σε μια συμβολική
απεργία πείνας
ο Αινείας

Από τα πλήθη
η επευφημία ήταν
μαζί και έντρομη
μια δήλωση με πνεύμα
ανταπέδωσε ανήσυχα

Δεν είστε εσείς οι ένοχοι
αλλά είναι οι ένοχοι
που σας αδίκησαν

 

ΑΛΛΑ ΕΝ ΤΩ ΜΕΤΑΞΥ…

Τις Κυριακές τα πρωινά
σιλουέτες μελαχρινές
προβάλλουν απ’ τα στενά
είναι ημέρα
που έχουν ρεπό
σπεύδουν ολόγυρα
να συμπυκνώσουν
μες στην ανάπαυλα
λίγα απ τις χαρές
και τα όνειρα

Για χάρη τους
ας ήταν δυνατό
να μάκραινε σήμερα
ο καιρός

Συνομιλούν βιαστικά
τιτιβίσματα πουλιών
ενός κατώτερου Θεού
Με συναντούν
στο δρόμο προς την εκκλησιά
καθώς πηγαίνω για προσευχή

Αλλά εν τω μεταξύ…
ο Θεός μαζί μας
με άλλους όρους
συνομιλεί

 

ΠΟΤΕ ΔΕ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ

Δυο μικροί
παγιδευμένοι ηθοποιοί
σ’ έργο δυσνόητο
δεν έχουν ιδέα για την πλοκή
τραυλίζοντας λένε τα λόγια τους

Κι αν επιλέγεις ανάμεσα
μ’ αρέσει δε μ’ αρέσει
ποτέ δε μαθαίνεις
ότι ο πόνος ακολουθεί
την τέρψη

Από γωνιά σε γωνιά
ιστοί αράχνης
που είχαν αντέξει
στη βροχή
απλώνονταν
σαν κουτσομπολιά

 

ΑΝΕΜΕΛΑ

Σαν τα νερά
τα ξέβαδα
κύμα θεριό ήπιε
τα όσα έπαθα

Και μιας κι είμαι Θεός
ανέγνοιαστα
απόψε ας κοιμηθώ

 

ΑΝΑΠΑΜΕΝΑ

Όταν άρχιζα αργά
να συνειδητοποιώ το νόμο
πως η γη θα γυρίσει
και χωρίς εμένα
κατά κάποιο τρόπο
πέταξα από πάνω μου
για μια στιγμή την έγνοια

Τη νύχτα εκείνη
κοιμήθηκα αναπαμένα

ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥΣ

Δεν επιθυμώ ν’ αμφισβητώ
τους ειδικούς
όμως δηλώνω
με δίχως φόβο

Γράφω ποιήματα
για λόγους πρακτικούς
και μόνο
μαζί μ ένα κλωνάρι δυόσμο
σ ένα απελπισμένα πρακτικό
κόσμο

 

ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΔΗΛΟ ΤΟ ΔΕΙΛΙ

Εν κατακλείδι
το πόσο δύσκολο είναι
να μη σε πληγώσει κανείς
θα το κατάλαβες ήδη

 

ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ

Με δίχως να χειραγωγήσουμε
το συναίσθημα προηγουμένως
με δίχως να το πελεκήσει ένδον
το ιερό μένος
ολισθαίνουμε
προς τω λείο λυρισμό
μ ένα φορτίο επιθέτων
χωρίς πύκνωση στα νοήματα
με ύφος γνωμολογικό
δίχως να λύσουμε τα νήματα
του εγώ
τολμούμε να εκδιδόμαστε
ως ποιητές
Κάι διεκδικούμε
να πολιτογραφηθούμε
στην πόλη των ιδεών
με ταυτότητες πλαστές

 

ΚΙ ΕΠΑΝΕΡΧΟΜΑΙ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (1995)

Κερύνεια του Ομήρου

Κερύνεια του Ομήρου
με χίλιες φωνές κρένεις
μεταγγισμένη στη ζωή μου
με χίλιους τόνους πάθος
μη μ’ αφήσεις κι αφανιστώ
μέσα στο χάος

Κερύνεια του Ομήρου
που έμαθες να περιμένεις
στ’ ακροδάχτυλα της υπομονής μου

Μαύρη δαφνοελιά
η πίκρα του χαμού σου
μες την ψυχή

Στο βράχο τ’ Αρχαγγέλου
μερόνυχτα στριφογυρνά
ο θρήνος της φυλής μου
σαν τη βουή τ’ ανέμου

Τα βουνά της Τραμουντάνας
είναι πλασμένα για να ζήσουν πάντα
το χάλασμα τους να το δει
δε θα προφτάσει κανείς

Μα η πίκρα του χαμού τους
μαύρη δαφνοελιά
μες την ψυχή

Κερύνεια
στ’ άπιαστα κι απροφήτευτα
αγκίστρωσες τη ζωή μας
Κερύνεια η μοίρα σου
μοίρα δική μας

ΠΟΙΗΜΑΤΑ II (1975)

Εν Κύπρω 1974 Η επόμενη μέρα

Το χτεσινό πρόσωπο
προσπαθεί ν’ αυτογνωρισθή σήμερα
ν’ αυτοβεβαιωθή ότι υπάρχει
εμπειρίες πυκνές
ποίημα οδυνηρό, αδούλευτο
αέναη αντίσταση
εσωτερική αναδίπλωση
συστολή,
εκείνο που λέγεται είναι βαρύ
δεν επιδέχεται διαχύσεις.

Όλο αναμένει ένα σήμα εξόδου
μια φωνή ανοικτή
παντού ενεδρεύει το ενδεχόμενο
όσο κι αν περπάτησαν
κατέχουν πάντα τη συνείδηση
πως δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει

ενεδρεύουν μνήμες
ενεδρεύουν ρωγμές
ενεδρεύουν…………..

Μετέωρα πλάσματα
ανάμεσα γης κι ουρανού
με την πόρτα ανοικτή στους ανέμους
πού φυσούν από παντού
ακατάσχετη έκφραση δράματος
την κάθε στιγμή
μέρα και νύχτα.

Μετασχηματίστηκαν οι πόλεις
μετασχηματίστηκαν οι αγροί
μετασχηματίστηκε η φυσιογνωμία.

Το καθημερινό αδιέξοδο
που ωθείται σε άλλο αδιέξοδο
κηρύγματα ενταφιασμένα στους κάμπους
να κοιμούνται μαζί με τους ήρωες
οικουμενική εκκρεμότης.

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ II (1975)

 

Εν Κύπρω 1974 Η επόμενη μέρα

Το χτεσινό πρόσωπο
προσπαθεί ν’ αυτογνωρισθή σήμερα
ν’ αυτοβεβαιωθή ότι υπάρχει
εμπειρίες πυκνές
ποίημα οδυνηρό, αδούλευτο
αέναη αντίσταση
εσωτερική αναδίπλωση
συστολή,
εκείνο που λέγεται είναι βαρύ
δεν επιδέχεται διαχύσεις.

Όλο αναμένει ένα σήμα εξόδου
μια φωνή ανοικτή
παντού ενεδρεύει το ενδεχόμενο
όσο κι αν περπάτησαν
κατέχουν πάντα τη συνείδηση
πως δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει

ενεδρεύουν μνήμες
ενεδρεύουν ρωγμές
ενεδρεύουν…………..

Μετέωρα πλάσματα
ανάμεσα γης κι ουρανού
με την πόρτα ανοικτή στους ανέμους
πού φυσούν από παντού
ακατάσχετη έκφραση δράματος
την κάθε στιγμή
μέρα και νύχτα.

Μετασχηματίστηκαν οι πόλεις
μετασχηματίστηκαν οι αγροί
μετασχηματίστηκε η φυσιογνωμία.

Το καθημερινό αδιέξοδο
που ωθείται σε άλλο αδιέξοδο
κηρύγματα ενταφιασμένα στους κάμπους
να κοιμούνται μαζί με τους ήρωες
οικουμενική εκκρεμότης.

 

 

ΑΥΤΟΣ ΕΦΑ!
ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ Ο ΣΑΜΙΟΣ (2012)

 

(Οπισθόφυλλο)

Η φήμη του Πυθαγόρα μαζί με τη διδασκαλία του ταξίδευαν, ενώ ακόμη ζούσε, απ’ άκρη σ’ άκρη σ’ όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Θρυλείτο ότι ήταν προικισμένος με πλήθος προτερημάτων και ικανοτήτων. Άκουγε την αρμονία των ουρανίων σφαιρών. Έβλεπε και προφήτευε το μέλλον διά «των κληδόνων και οιωνών». Ποταμοί άλλα και αετοί υπάκουαν στο νεύμα του και τον χαιρετούσαν. Μπορούσε να θεάται την ίδια στιγμή δέκα έως είκοσι προγενέστερες εποχές. ‘Ομολογούσε ότι παρέλαβε τα διδάγματά του από
τον Θεό και η διδασκαλία του ήταν θεία αποκάλυψη. Είχε μεταβεί στον ‘Άδη και επέστρεψε εκ των νεκρών. ’Εκείνοι που τον γνώριζαν μιλούσαν για το φωτοστέφανο που περιέβαλλε το μεγαλειώδες κάλλος τού προσώπου του και για τον μαγνητισμό που εξέπεμπε. Αναφέρονταν στην ικανότητά του να συνομιλεί ταυτόχρονα με φίλους ή ομάδες μαθητών του πού βρίσκονταν σε διαφορετικά μέρη, σε διάφορες αποστάσεις, σε άλλες πόλεις. Μιλούσαν για την προς ίαση ικανότητά του, για τη δύναμή του προς την αλάθητη
προφητεία και για τον χρυσό μηρό. Τον είδαν να αιωρείται, να θεραπεύει ασθενείς και να ανασταίνει νεκρούς.

 

ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΡΑ ΚΟΡΦΙΩΤΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
«ΚΙ ΕΠΑΝΕΡΧΟΜΑΙ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ»

 

Νίκος Κρανιδιώτης

Θυμάμαι την παλιά σου ευαισθησία και αισθαντικότητα, τα πρώτα σου
ποιήματα… Με χαρά βλέπω ότι η ευαισθησία αυτή εξακολουθεί να σε διακρίνει. Τα νέα σου ποιήματα έχουν μια ιδιαιτερότητα. Συνδυάζουν λυρική αίσθηση, γνώση, εμπειρία και φιλοσοφικό στοχασμό.

 

Μιχαλάκης Μαραθεύτης

Ο μεταφυσικός προβληματισμός συμπλέκεται μέ προσωπικά βιώματα καί
ντύνεται με εικόνες από τη φύση, έτσι ώστε να μεταποιείται σε ποίηση
πανανθρώπινη και διαχρονική. Η ανάγνωση της ποίησής σας, μάς έδωσε
ευκαιρία πνευματικής ανάτασης, περισυλλογής και ευχαρίστησης.

 

Βασίλης Βισταξής

Γνήσια γραφή πού δεν ζητάει με ψεύτικα στολίδια να εντυπωσιάσει και που
μιλάει το τραγούδι της σε όσους θα σταθούν να το ακούσουν και είμαι
βέβαιος πώς θα είναι πολλοί που θα το ακούσουν. Ευχόμενα να συνεχίσετε
την προσφορά σας στα ελληνικά μας γράμματα.

Μόνα Σαββίδου-Θεοδούλου

Όλα τα ποιήματα διαπνέονται από το συγκρατημένο λυρισμό της ποιήτριας καί
τον εξομολογητικό της τόνο. Με μια υπερβατική νηφαλιότητα, ένα υπόβαθρο
αμετακίνητης πίστης σε σταθερές αρχές, μια νοσταλγία για το ηρωικό παρελθόν τού τόπου μας και με μια αποστασιοποιημένη απάθεια ή φιλοσοφική αταραξία θάλεγα, που όπως διαφαίνεται είναι επίπονο επίτευγμα προσωπικό, η ποιήτρια είναι ένας παρατηρητής του κόσμου που ενώ εντοπίζει τη λεηλασία της ψυχής, δεν σταματά σ’ αυτή γιατί μαγεύεται από το θαύμα της ζωής, την έκσταση της φύσης και την υπόσχεση της υπερκόσμιας αυγής.

Κώστας Βασιλείου

Θα ήταν κρίμα να μην επανερχόσουν για να μας δώσεις αυτό τον ώριμο καρπό
της ποιητικής σου ευαισθησίας. Ποίηση κατασταλαγμένη όσον αφορά τη
βιοθεωρία σου, φιλτραρισμένη όσον αφορά τα εκφραστικά σου μέσα, ήρεμη,
νηφάλια, αυθεντική.

 

Κώστας Μόντης

Η Βέρα Κορφιώτη μας χαρίζει μια σημαντική φιλοσοφημένη λυρική ποίηση με
έκδηλους υπαρξιακούς προβληματισμούς. Κοιτάζει μέσα της με ειλικρίνεια κι
εξομολογείται και παράλληλα κοιτάζει και κρίνει την ανθρώπινη συμπεριφορά
στις ποικίλες εκδηλώσεις της, ατομικές και κοινωνικές, όχι όμως από καθέδρας μα με συναισθηματική θεώρηση καθαρά ποιητική. Οι στίχοι της, αφετέρου, ουσιαστικοί κι υπεύθυνοι, απέχουν από τις αοριστολογίες και τις ακατάληπτες εκφράσεις μερικών συγχρόνων ποιητών.

 

Γιώργος Κεχαγιόγλου

Δεν ξέρω αν είναι σωστή η αίσθησή μου, άλλα ο αναμφίβολα σημαντικός
ανθρωπιστικός και ακέραιος λυρικός πυρήνας της ποίησής σας, βρίσκει καλύτερη διέξοδο στα πιο κάτω ποιήματα…
Απ’ αυτή την άποψη βρίσκω πολύ πιο ενδιαφέρουσα την τελευταία ποιητική
σας συλλογή Κι επανέρχομαι στην ποίηση.

Ν. Δ .Τριανταφυλλόπουλος

Διαπιστώνω στα ποιήματά σας παρατηρητικότητα, αρετή σημαντική για τους
ποιητές, εγρήγορση ψυχική και αληθινά και όχι πλαστά αισθήματα.

 

Παναγιώτης Περσιάνης

Το θεματολόγιό σας είναι πολύ ευρύ και ποτέ δεν είναι κανείς βέβαιος ποιά
χορδή θα κτυπήσει το επόμενο ποίημα της συλλογής. Έτσι προχωρεί με πολλή ευχαρίστηση από το ένα ποίημα στο άλλο πλουτίζοντας και βαθαίνοντας διαρκώς τα συναισθήματά του. Στάθηκα ιδιαίτερα σ’ αυτά πού έχουν εξομολογητικό τόνο, κι έτσι μπόρεσα να καταλάβω τι σημαίνει για σας η ποίηση και γιατί επανέρχεσθε στην ποίηση. Σας είδα σαν ιέρεια να λειτουργείτε στο βωμό της ποίησης όχι γιατί το βλέπετε ως καθήκον αλλά γιατί το νιώθετε ως τρόπο ζωής έτσι απλά όπως αναπνέει ή μιλά κανείς.

 

Μάνια Γεωργιάδου Κωνσταντινίδη

Το εξώφυλλο της νέας σου συλλογής το έχω κάνει από μια φωτογραφία με
τίτλο Focus on Michigan που πήρα από τη γέφυρα με τούς αφρούς του
καταρράκτη που έπεφτε λίγο πιο πάνω. Έχει ένα ρυθμό και μια ροή ποιητική που μου θύμισε τη φυσική και απλή ανάπτυξη των σκέψεων σου στα ποιήματα που μας διάβασες και που είναι γραμμένα με ανάλαφρα αφηρημένο κάπως τρόπο.

 

Γλαύκος Χριστής

Είναι ποίηση απλή, λιτή και με έντονη φιλοσοφική διάθεση. Παράλληλα
ξεχειλίζει μέσα από τις σελίδες της ο λυρισμός, κι η αισθαντικότητα. Και δυο
λόγια για τον τίτλο της συλλογής Τί μπορεί να σημαίνει ο τίτλος. Υπήρξε
εποχή στη ζωή της ποιήτριας πού δεν ανήκε στο μαγικό χώρο της ποίησης,
πρόδωσε ποτέ την ποιητική της φύση; Ή μήπως επιστρέφει στην ποίηση, γιατί είναι το αιώνιο καταφύγιο της ψυχής, όπου διασώζονται οι αρχέγονες μνήμες της υπάρξεως, η Άλλη Αλήθεια, σ’ αυτούς τούς χαλεπούς αντιποιητικούς καιρούς.

 

Σοφοκλής Λαζάρου

Επανήλθες στην ποίηση πληθωρική σε σελίδες και σε λυρικά βιώματα. Κάτω
από τη γραμμική πορεία των ποιημάτων σου κυλάει ένας λυρισμός γεμάτος
λεπτομέρειες που διεγείρει το ενδιαφέρον και συγκινεί. Αυτός ο λυρισμός των
πραγμάτων πού κατατείνει προς την υπερβατικότητα πηγάζει από ψυχή
ευαίσθητη, την ψυχή σου. Η ποίησή σου αποπνέει ένα άρωμα λεπτότητας και
ανθρωπιάς.

 

Κλαίρη Άγγελίδου
τ. Υπουργός Παιδείας καί Πολιτισμού

Ξαναδιάβασα τα ποιήματά σου της τελευταίας συλλογής είναι τόσο ανθρώπινα. Θαυμάζεις τα πιο ταπεινά πράγματα και τους δίνεις υπόσταση. Βλέπω μέσα στους στίχους σου την πίκρα για τα καθημερινά κι ανώφελα, όμως βλέπω και την πηγή της ψυχής σου, απλή, γεμάτη αγάπη. Οι προβληματισμοί σου δείχνουν τον άνθρωπο που αγωνιά, αγωνίζεται, αλλά μέσα από μια ηρεμία, ένα φως ανέσπερο.
Αγάπη δοσμένη απλόχερα. Ξαναβρήκα τη Βέρα πού ήξερα, τον άνθρωπο.

 

 

ΑΥΤΟΣ ΕΦΑ! ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ Ο ΣΑΜΙΟΣ

 

 ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ 

Για το εργώδες του αξιόλογου πονήματος της ευπαίδευτης φιλολόγου και ποιήτριας Βέρας Κορφιώτη, που εντρυφώντας σε πρωτογενείς κειμενικές πηγές και νεότερες βιβλιογραφικές μελέτες αναπλάθει με επιδέξια σύνεργα δοκιμιακής γραφής και μυθιστορηματικής βιογραφίας σε 453 μεγάλου μεγέθους σελίδες την επική ζωή και το πολυδιάστατο φιλοσοφικό σύστημα του Πυθαγόρα, η επιμελήτρια του βιβλίου Ανδρούλα Τουμάζου επισημαίνει εγκωμιαστικά: «Τεράστιο υλικό, απόλυτα τεκμηριωμένο, συμπλέκεται χωρίς διόλου να συγχέεται με πλούσιο φαντασιακό σε ενιαίο όλο […], προκαλώντας και προσκαλώντας μας να κατανοήσουμε τη θέση μας στον κόσμο και τον σκοπό της ύπαρξής μας.

Ως αληθινή Πυθαγόρεια, η Βέρα Κορφιώτη διακονεί τούτη την αποστολή με σεμνότητα και ταπεινότητα, με αληθινό δέος μπροστά στη μεγαλοσύνη του Πυθαγόρα, λειτουργώντας ως διάμεσος μεταξύ του Πυθαγόρα και του καιρού μας, μεταξύ Πυθαγόρα και παντός καιρού».

Ενώ η συγγραφέας στις εισαγωγικές σελίδες της άνευ υπερβολής Πυθαγόρειας διατριβής της, επεξηγώντας τις δυσκολίες του εγχειρήματός της και «βαδίζοντας στο μεταίχμιο θρύλου και ιστορίας», διερωτάται αν ήταν θεμιτή η αναμέτρηση μ’ έναν άνθρωπο, που όσο κανένας άλλος «έχει επηρεάσει της σφαίρα της τέχνης», κατά τον Ράσσελ. Κάτω από τον εμβληματικό τίτλο «Αυτός έφα», που παραπέμπει στο παροιμιώδες κρυπτικό δόγμα της πυθαγορικής αδελφότητας, το βιβλίο συναρθρώνει με σπονδυλωτή αφήγηση αυτοτελών οκτώ κεφαλαίων σε τέσσερεις συνεκτικές ενότητες μιαν αδρομερή σκιαγράφηση του περιεχομένου του.

Με την παρατήρηση ότι η Β.Κ. αρχίζει πρωθύστερα στο Α΄ κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Τετρακτύς, αγνή αρμονία, όμοια με των Σειρήνων» την ενδελεχή της εξιστόρηση σχετικά με την «τετρακτύν», τη βασική μουσικομαθηματική θεωρία του Πυθαγόρα, προκαλεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον και χωρίς να το μειώνει κουράζοντας τον αναγνώστη με δύσκολες έννοιες και παρεμφερείς θεωρίες μεταθέτει πιο κάτω το ΣΤ΄ κεφάλαιο, που τιτλοφορεί «Ο Πατέρας του αριθμού», στοιχειοθετώντας την ενότητα του φιλοσοφικού και επιστημονικού Πυθαγορισμού.

Η δεύτερη ενότητα αφορά στις πολυκύμαντες καμπές του πολυτάραχου και μυστηριώδους του βίου, όπως τον διασώζουν οι διαφορετικές εκδοχές των βιογράφων του, από τη Σάμο της καταγωγής του μέχρι τα ταξίδια του στην Ιωνία και τη νότια Ιταλία, καθώς και τις αλλεπάλληλες παιδευτικές του μυήσεις. Με υποβλητική παραστατικότητα γλαφυρής περιγραφής και αφηγηματική δύναμη μυθοπλαστικής πλοκής η συγγραφέας απομυθοποιεί τα δρώμενα των πυθαγόρειων έργων και ημερών μέσα από τα αντίστοιχα κεφάλαια:

«Ο εν Σάμω Κομήτης», «Ένας εκπληκτικός περίπλους» και «Η παλιννόστηση». Τα κεφάλαια «Ένα πεπρωμένο εκτός συναγωνισμού. Η φρυκτωρία του Κρότωνα» και «Οι αλκυονίδες μέρες πέρασαν» μάς μεταφέρουν στον Κρότωνα, την ίδρυση της Σχολής των Πυθαγορείων με εκπαιδευτικό πρόγραμμα, τις επιθέσεις κατά των Πυθαγορείων και τη διάλυσή τους μέχρι την καταστροφή και την αποτέφρωση της Σχολής. Η τελευταία ενότητα περιλαμβάνει το κεφάλαιο «Πυθαγόρεια κληρονομιά», ήτοι των Πυθαγορείων επιγόνων με φανατικότερο τον Πλάτωνα, καθώς και το Επίμετρο. Το κάθε κεφάλαιο υπομνηματίζεται με διαφωτιστικές υποσημειώσεις πραγματολογικών σχολίων.

Από το μνημειώδες έργο αναφοράς της Βέρας Κορφιώτη, που εμπλουτίζει την πανελλήνια φιλοσοφική Γραμματεία, παραθέτουμε ένα άκρως ενδιαφέρον και επίκαιρο απόσπασμα:

«Ήταν υψίστης σημασίας οι μελέτες που γίνονταν στην τάξη των πολιτικών επιστημών. Ο Πυθαγόρας επιζητούσε να ενώσει την πολιτική ιδέα με την επιστημονική και θέλησε να κάνει την ανθρώπινη κοινωνία εικόνα του μακρόκοσμου του Σύμπαντος, που βρίσκεται μέσα σε αρμονία. Απέβλεπε στην ενότητα των φυσικών νόμων και των νόμων της πολιτείας, επιθυμώντας μια ενιαία, αρμονική και εποικοδομητική προσέγγιση ζωής. Πρέπει να καταπολεμηθεί η απάθεια και η αμάθεια και να μειωθεί η αδικία και η ανισότητα. Οι άνθρωποι οφείλουν να προστατεύουν και να διαφυλάσσουν τη φύση σε όλες τις εκφάνσεις της. Τα ζώα, τα φυτά και κάθε άλλο στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος επιβάλλεται να μη βλάπτονται, αλλά να εξασφαλίζεται η ευημερία τους. Το αποτέλεσμα θα είναι να διάγουν οι άνθρωποι μια ζωή με περισσότερο νόημα μέσα σ’ ένα φιλόξενο περιβάλλον συνδιαλλαγής και αρμονίας. […] Την ισορροπία ανάμεσα στη γη και τον ουρανό ο Πυθαγόρας τοποθετούσε στη συνείδηση της ανθρώπινης ελευθερίας».

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΜΙΧΑΛΗΣ Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

1-%ce%bc%ce%b9%cf%87%ce%b1%ce%bb%ce%b7%cf%82

 

Ο Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλος γεννήθηκε στη Λεμεσό, φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Aix-en-Provence στη Γαλλία όπου πήρε πτυχίο και μεταπτυχιακό τίτλο στην Ψυχολογία. Την περίοδο 1976-2013 εργάστηκε στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου, από το 2002 ως Ανώτερος Εκπαιδευτικός Ψυχολόγος.
Το 1996 αναγορεύτηκε Αριστούχος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Δίδαξε την περίοδο 1997-1999 ως Επισκέπτης Αναπληρωτής Καθηγητής στο «Τμήμα Επιστημών της Αγωγής» στη «Σχολή Ψυχολογίας και Επιστημών της Αγωγής» του Πανεπιστημίου Aix-Marseille Ι, την περίοδο 2000-2002 ως Ειδικός Επιστήμονας στο «Τμήμα Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών» στο Πανεπιστήμιο Κύπρου σε Προγράμματα Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών και Διευθυντικού προσωπικού.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

σωΜα το Ποίηση  εκδ. Νήσος (2012)
Ανατολή ηλίου Αναστολή θανάτου εκδ. Μανδραγόρας (2014) 
Ανθρω πεινώ εκδ. Μανδραγόρας  (2016)
Ποίηση και ζεϊμπέκικος Χαρμολύπη  εκδ. Μανδραγόρας (2017)

 

1-ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟ

2 ΑΝΘΡΩΠΙΝΩ

3 ΑΝΑΤΟΛΗ ΗΛΙΟΥ

4 ΣΩΜΩΤΟΠΟΙ

 

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟΣ ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ (2017)

ΠΟΙΗΣΗ
Η ποίηση
χορεύει τις λέξεις
Ζεϊμπέκικο
Στους τεκέδες
Του έρωτα και
Του θανάτου
(Ανθρω πεινώ 2016)

1. ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΔΥΝΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

1.1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το ανά χείρας βιβλίο προέκυψε από μια συνάντηση σε μια ρεμπετοταβέρνα της Λεμεσού. Συνάντησα εκεί το μουσικό τραγουδιστή Γιώργο Τζώρτζη που πήγα να ακούσω. Έκανα παραγγελιά για το ζεϊμπέκικο «Ένα φθινόπωρο» το οποίο χόρεψα κλεισμένος στο καβούκι μου και κατευθύνοντας το βλέμμα στη γη, στον ουρανό και ενίοτε προς την ορχήστρα και ιδιαίτερα τον κύριο τραγουδιστή τον Τζώρτζη με τον οποίο ένιωθα μια ιδιαίτερη στι(η)χουργική επικοινωνία. Από την πλευρά του ο Τζώρτζης έκανε προσπάθεια να συμπορευθεί με τον «αλλόφρονα χορευτή». Εγώ ένιωθα να διαπερνά όλο μου το σώμα και να καταλήγει στα πόδια μου ο ήχος και ο στίχος. Στίχο γύριζα σαν υπερ ηχη τικό αεροπλάνο χωρίς να μετακινούμαι πολύ από τη θέση μου.
Πώς αλλιώς να εκφράσεις το βαρύ και ασήκωτο φορτίο της λύπης για αυτό που λείπει; Πώς να γίνεις ποιητής όπως όρισε τους ποιητές ο μέγας Τάσος Λειβαδίτης «Ποιητές ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις και γίνονται πουλιά.» Ο ήχος, ο στίχος, ο στ ήχος, τελικά πυροδοτούν όχι μόνο τα πόδια του χορευτή, αλλά και τη στάση του, τις χειρονομίες, τα χέρια, τα μάτια, τον εγκέφαλο με τα δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρα του. Παράγουν ένα ζεϊμπεκο γράφημα το οποίο καταγράφει την κυοφορία του πόνου, του πόθου, του πάθους και τη συνεπακόλουθη γέννηση των πουλιών, τη γέννηση και το θάνατο. «Η ποίηση χορεύει τις λέξεις ζεϊμπέκικο στους τεκέδες του έρωτα και του θανάτου.» (Ανθρω-πεινώ, ποίηση, εκδ. Μανδραγόρας, 2016). Ζεϊμπέκικο και ποίηση δημιουργούνται από τα υλικά του Διόνυσου και του Άδη.
Ο Γιώργος Τζώρτζης είναι ένας μουσικός, διανοούμενος «άνευ χαρτοφυλακίου», εκτός από το μουσικό ταλέντο και την οξύνοια του, έκανε πράξη ζωής την ποίηση. Η συνάντηση μας, έδωσε έναυσμα για την ικανο ποίηση της φαντασίωσης μου για την αρχαιολογική διερεύνηση της κοινής πηγής που υδροδοτεί το όνειρο, την ποίηση και το ζεϊμπέκικο.
Η ένταση των συναισθημάτων, των παρορμήσεων και των τόσο πρωτόγονων ενστικτωδών κινήσεων, τόσο στην ποίηση όσο και στο ζεϊμπέκικο φτάνουν στα τόσα πολλά μποφόρ που συχνά εμποδίζουν τον απόπλουν. Για αυτό οι περισσότεροι χρειάζονται πριν να χορέψουν να «φτιαχτούν» με αλκοόλ ή με ουσίες.
«Αν δεν πονέσεις, δεν μπαίνεις στη μουσική. Η τρέλα επικοινωνεί αμέσως με τη μουσική. Εννοώ πάντα, για τη τρέλα που είναι ένα φευγιό. Που εγώ δεν το λέω τρέλα, το λέω επικοινωνία με πολλές διαστάσεις. Αν με ρωτήσεις (στη νεότερη μου ηλικία) θα σου πω ήθελα προστασία να εκθέσω τα συναισθήματα μου. […]έπρεπε να νιώθω ασφαλής, από φίλους, ότι προστατεύομαι […]» (Τζώρτζης)
Με αυτή του την περιγραφή, ο Τζώρτζης ερμηνεύει τις δύο πραγματικότητες σύμφωνα με τη ψυχαναλυτική θεωρία, την Αρχή της Πραγματικότητας και την Αρχή της Ηδονής τονίζοντας σε ένα σημείο της συνέντευξης του πως αυτό που λέμε πραγματικότητα « μπορεί να είναι αυτό που ζητάει το μέσα σου για να πάει ». Αυτό ίσως είναι πιο πραγματικό από τα υπόλοιπα. Την Αρχή της Πραγματικότητας την ορίζει με τον τρόπο του ο Τζώρτζης λέγοντας «είναι αυτό που πρέπει να κάνω, αυτό , εκείνο, το πώς θα το κάνω. Όσο πιο βαθιά μπαίνεις στον ήχο ή στην εικόνα τόσο το άλλο τοπίο παραμερίζεται. Ωραία, αυτή είναι η πραγματικότητα της δημιουργικότητας που φεύγει. Η συνάντηση με τον άλλο. Είσαι στο πάρκο και τραγουδάς… φεύγεις από την πραγματικότητα. Φεύγεις από τους ανθρώπους που σε ακούνε; Καμία φορά ναι. Όταν πραγματικά νιώθεις, φεύγεις, δηλαδή χτες που χόρευες ήθελα να πάρω από σένα τις κινήσεις σου.»
Κατά τη διάρκεια μιας συνεστίασης που μου είχαν παραθέσει οι συνάδελφοι μου στην Αγία Αννα, (ένα χωρίο της Λάρνακας) είχα χορέψει το «Βρέχει Φωτιά στη στράτα μου» και μια αντροπαρέα χωρικών που παρίσταντο είχαν ανάψει ένα πιάτο με ζιβανία. Η όλη εμπειρία της τελετουργίας του χορού αυτού, πυροδότησε την δημιουργία του πιο κάτω ποιήματος που θεωρώ ότι εικονογραφεί τη φιλοσοφία του ζεϊμπέκικου.
Ζεϊμπέκικος ηδονή και οδύνη
Τα μάτια κλειστά. Το σώμα σχεδόν ακίνητο
Σκύβει στη γη
Ερωτοτροπεί μαζί της
Αυτή τον καταβροχθίζει
Σαν Αδη φαγον αιδοίον
Αυτός εκσπερματώνοντας την απελπισία του
Πεθαίνει
Ξαναγεννιέται
Ανάβει τσιγάρο
Υψώνει τα χέρια προς τον ουρανό
Θέλει να πετάξει
Το σώμα του
Να απαλλαγεί από το βάρος του
Να πάρει τη ψυχή του ανα χείρας
Και να αποδημήσει
Όπως τα αποδημητικά πουλιά.
(Μιχαήλ Κ.Παπαδόπουλου, Ανατολή ηλίου Ανατολή θανάτου , εκδ. Μανδραγόρας, 2014)

Η γνωριμία μου με το Τζώρτζη έγινε σε μια περίοδο της ζωής μου που άφηνα τα λημέρια της ψυχολογίας για να αλητεύω σ΄ αυτά της Ποίησης και του Ζεϊμπέκικου. Στην αρχή μου φάνηκε περίεργη αυτή η στροφή. Στη συνέχεια όμως συνειδητοποίησα ότι ποίηση και ψυχολογική κλινική εργασία εκπηγάζουν από τον ίδιο ψυχολογικό χώρο. Το χώρο του ονείρου που οι ψυχαναλυτές αποκαλούν ασυνείδητο.

Η ποίηση όπως και το όνειρο εγγράφονται στη σφαίρα της πρωτογενούς ψυχολογικής διαδικασίας όπου κυριαρχεί η «Αρχή της Ηδονής», έν αντιθέσει με τη δευτερογενή ψυχική διαδικασία η οποία λειτουργεί σύμφωνα με την «Αρχή της Πραγματικότητας». Με ότι αυτό συνεπάγεται σε έλεγχο της ψυχικής ενέργειας, αναβολή της ικανοποίησης και της προσαρμογής στις απαιτήσεις της καθημερινότητας. Αν θεωρήσουμε το ψυχαναλυτικό πλαίσιο ανάλυσης της ψυχικής πραγματικότητας τότε θα κατανοήσουμε πιο εύκολα τη ψυχική συγγένεια της ποίησης καθώς και όλων των τεχνών με την ονειρική διαδικασία. Από την ίδια πηγή με το όνειρο εκπορεύεται και το παιδικό συμβολικό παιχνίδι, Ο Φρόιντ είχε εξηγήσει πως κάθε παιδί που παίζει συμπεριφέρεται ως ένας ποιητής δημιουργώντας για τον εαυτό του ένα δικό του κόσμο ή για να το πούμε ορθότερα μεταβιβάζοντας τα πράγματα του δικού του κόσμου σε νέα αρεστή σε εκείνον τάξη… O ιδρυτής της ψυχανάλυσης μας διδάσκει πως ο ποιητής κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα όπως το παιδί που παίζει. Δημιουργεί ένα φαντασιακό κόσμο τον οποίο λαμβάνει σοβαρά υπόψη αφού τον εξοπλίζει με ισχυρή συναισθηματική επένδυση διακρίνοντας τον σαφώς από την πραγματικότητα. Ο ενήλικας αντικαθιστά αυτό τον ψυχικό χώρο του παιχνιδιού με τις ονειροπολήσεις και τις φαντασιώσεις του. Ο Φρόιντ, στο ίδιο κείμενο του για το παιδικό παιχνίδι, γράφει πως «η ποίηση όπως και η ονειροπόληση αποτελούν συνέχιση και υποκατάστατο του παιδικού παιχνιδιού». Ο Σάββας Μιχαήλ στο βιβλίο του Homo Poeticus υπογραμμίζει πως «Δεν υπάρχει μέλλον για την ποίηση εάν δεν γίνει η ποίηση του μέλλον των Ανθρώπων».

Μεγάλοι ποιητές αναγνωρίζουν το γεγονός πως η ποίηση προέρχεται από άλλο ψυχικό χώρο. Ο Ελύτης δηλώνει πως «Αν ζητούσα κάτι από την πεζογραφία για να μπορέσω να την ανεχθώ ήταν η διάλυση στα εξών συνετέθη της πραγματικότητας και η επανασύνδεση της επάνω σε μια βάση όπου ο χρόνος και η αιτιότητα να μη διατηρούν πλέον καμία ισχύ. Το τηγάνι ναι αλλά όχι για να τηγανίζει. Που σημαίνει: οι σχέσεις των ανθρώπων ναι- η οργάνωση της πολιτικής ναι- αλλά όχι πάλι και πάλι ανάμεσα στις δαγκάνες του δέοντος και του ωφελίμου… Η αληθινή επανάσταση δεν εξαντλείται στα φαινόμενα εισχωρεί βαθιά στη ψυχή, φτάνει στα όνειρα κι΄ ας φαίνεται αυτό αφέλεια η παραδοξολογία.»

Ο Σεφέρης προσθέτει: «Δεν θέλω να πω ότι δεν πρέπει να περιέχει η ποίηση νόημα λογικό. Υποστηρίζω μόνο πως η ύπαρξη των νοημάτων είναι συχνά άσχετη με την ποιητική αξία. Η ποίηση είναι καλυμμένη από λόγο και σιωπή, σμιλεύει τη σιωπή κατά κάποιο τρόπο.»
Η γνωστή ψυχαναλύτρια Άννα Ποταμιάνου (poeticanet.gr, Ομιλία στο 32ο Συμπόσιο Ποίησης Πάτρα ,2012) σχολιάζοντας τις τοποθετήσεις αυτές του Σεφέρη επισημαίνει πως ο λόγος του στήνει μια γέφυρα ανάμεσα στα ποιήματα της εγρηγόρσεως ενός ποιητή και στα ποιήματα της νύχτας των ανθρώπων αφού από τα βάθη μιας σκέψης στην οποία αλήθεια σμίγουν όλα τα νερά, ξεπροβάλλουν όσα ο άνθρωπος πλάθει. «Ον βαθύτατα ποιητικό ο άνθρωπος ψυχικά βρίσκεται σε συνεχή κίνηση μετασχηματισμών, και περιπλανήσεων, η δε λειτουργία κάθε ψυχισμού θεμελιώνεται με τις μεταλλαγές των ερεθισμών και διεγέρσεων που έρχονται από το σώμα. Η ονειρική διαδικασία αναδεικνύει την «δυνάμει υπάρχουσα ποιητικότητα του κάθε ατόμου.» Ο ψυχαναλυτής Γεράσιμος Στεφανάτος προχωρά ακόμα περισσότερο γράφοντας «η γλώσσα του άλλου εν εαυτώ που διακινεί και διερωτά τον γράφοντα δεν εξαντλείται στη λογική του σημαίνοντος, είναι γλώσσα ένσαρκη. Η γραφή δυνητικά οδηγεί πέρα από τις παραστάσεις λέξεων όσο εγγύτερα γίνεται στο πράγμα και στις παραστάσεις πράγματος του ασυνείδητου τότε το γράφειν επανακτά τη σχέση του με το ονειρεύεσθαι.» Και η διεργασία της γραφής προσομοιάζει με την εργασία του ονείρου:

«Κι΄ εσύ δεν κατάλαβες ακόμη
Πως οι λέξεις έχουν σάρκα και οστά,
και τις εκφέρεις με τα οστά,
έτσι που να μην μπορούν
να συνουσιαστούν με
τις δικές μου.»

(Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλος, Σωματοποίηση εκδ. νήσος 2012)

 

Ανθρω πεινώ (2016)

 

ΑΝΘΡΩ ΠΕΙΝΩ

 

ΤΟ ΑΙΜΑ TOY ΑΕΤΟΥ

Ο πυροβολισμός που δέχτηκε
ο αητός στη δεξιά φτερούγα
προκάλεσε ακατάσχετη αιμορραγία
στο φεγγάρι με το οποίο συνομιλούσε
Οι εξ αίματος και μη συγγενείς
καθώς και πολλοί φίλοι
πανικόβλητοι, έτρεχαν να κρυφτούν
πίσω από δέντρα, βράχια και άλλους
ανθρώπους
Μόνο οι νεκροί δεν φοβούνται
το αίμα και τις νύχτες εξέρχονται από
την τελευταία τους κατοικία
για να τον επισκεφθούν
Μαζί τους και κάτι
γκρίζα θανατηφόρα φίδια

 

 

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΑΙΜΟΡΡΑΓΕΙ

Θρυμματισμένα κύτταρα
Θρυμματισμένα όνειρα
Εγκατάλειψη
Ερήμωση
Αφωνία
Απουσία
Αγωνία
Στη γωνία
Και το ποίημα αιμορραγεί

 

 

ΦΘΟΝΟΣ, ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΦΟΝΟΣ

Στον καθηγητικό σύλλογο:
«Εφηβική κατάθλιψη, πιθανές
αυτοκαταστροφικές αντιδράσεις»
Διάγνωση Ψυχολόγου
Ακούστηκε ένας πυροβολισμός
Ο Ψυχολόγος νεκρός
Η ομάδα υποχθόνιων καταστροφών
Απαγγέλει το κατηγορητήριο
Στη συνέχεια αφού ανέσυραν
τα Καλά σνικόφ τους
άρχισαν να πυροβολούν
Αυτοί που δεν ξέρουν να μιλούν
Αυτοί που αρνούνται να σκεφτούν
Αυτοί που δεν ξέρουν ν’ αγαπούν
τον εαυτό τους μισούν
Το παιδί που είναι μέσα τους φθονούν
Και πυροβολούν και το πυροβολούν
Με την αφέλειά τους ανά χείρας
Χειροκροτούν τον θάνατό τους
Η μειοψηφία των δασκάλων
εξερχόμενοι της αιθ ούσης
διε ρωτήθηκαν: Ω! οι πτωχοί
συνάδελφοι δεν κατάλαβαν πως
δεν πρόκειται για φόνο
Αλλά για αυτοκτονία

 

 

ΤΟΥ ΧΑΡΟΥ-ΠΙΑ

Σαρκοβόρα πουλιά
επέδραμαν νύκτωρ
κατά της αιωνόβιας
λεμονιάς
ξεσκίζοντας σάρκες
της Μνήμης
Η οποία αιμάσσουσα
τρέχει να κρυφτεί
Πισω από μια
Χάρου πια

 

 

ΜΑΘΗ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΤΕΤΡ ΑΔΕΙΑ

 

ΜΙΑ ΖΩΗ ΤΕΤΡ ΑΔΕΙΑ

Μια ζωή κρυβόσουν
Σε βιβλία και τετράδια
Και αφού μαθη ματώθηκες
Τώρα πενθείς
Για τη ζωή σου
Την τετρ άδεια

 

 

ΜΑΘΗ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΤΕΤΡ ΑΔΕΙΑ

Εσύ τα Μαθηματικά
Εγώ τα Παθηματικά
Εσύ τη Γραμματική
Εγώ τη Γαματική
Εσύ το Πρόγραμμα
Εγώ το Γράμμα
Εσύ το «Εγώ»
Εγώ το «Εμείς»

 

 

ΤΑ ΣΤΗΘΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

 

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Η Ανατολή χτες
Μας έστειλε τα πουλιά της
Εκατομμύρια
Για να καθαρίσουνε το τοπίο
Από τα πεθαμένα μας όνειρα

 

 

ΟΙ ΕΦΤΑ ΑΝΑΤΟΛΕΣ

Χρειάστηκα εφτά
Ανατολές
Για να ζεστάνω
Τις Λέξεις που
Πάγωσες χτες

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

ΠΟΙΗΣΗ

Η ποίηση
χορεύει τις λέξεις
Ζεϊμπέκικο
Στους τεκέδες
Του έρωτα και
Του θανάτου

 

 

Ο ΦΘΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Ο ποιητής άναψε όλα
τα καντήλια στα ξωκλήσια
του σώματός της
με τις πολυτιμότερες
Λέξεις-κεριά
Εκείνη μη αντέχοντας
το φως της ποίησης
άρχισε να του εκσφενδονίζει
χαρούπια στο πρόσωπο
ν’ αρπάζει τις λέξεις
από το λαιμό
και να τις ρίχνει σε παρακείμενο πηγάδι 

 

 

ΔΕΛΤΙΟΝ ΚΑΙΡΟΥ

Ναι φ ώσεις με βροχές στίχων
ρημάτων, ποιημάτων και άλλων
«άχρηστων» σωματιδίων
αναμένονται κατά την ογδόην
μεταμεσημβρινή στο Σπίτι της Κύπρου
Η θερμοκρασία στους 46 βαθμούς φιλίας
Τότε ο Απόκληρος ποιητής
ανοίγοντας το αλεξιβρόχιό του
ανέβηκε με ζεϊμπέκικα βήματα
στο φεγγάρι ανα φωνω όντας
Αυτό είναι πράγματι μια
Παρ ουσία ιαση!

 

 

ΣΤΙΧΟ ΖΩΑΡΙΑ

ΣΤΙΧΟ ΖΩΑΡΙΑ

Ουδέν σχολείον
Άλμα εις ήθος
Με διαφορά στίχους
Θα σε συναντήσω Πόθου και Οδύνης γωνία
Μήλα μας και μη μας απατάς
Το σύκο και το σήκω
Ποιήματα γονέων παιδεύουσιν τέκνα
Το αυγόν και χάριν έχει
Πάλι μ’ έστυσες κι εγώ σε γράφω
Καλώ βρ άδει
Να σε συνα ντύσω Ή να σε συναγδύσω;
Σύκο χόρεψε κουκλί μου
Προσοχή και οι ψύλλοι έχουν αυτιά
Ψύλλοι στ’ αυγά μου μπήκανε
Χρόνου φιδου
Ματωμένα Χρώματα

Διακοπές στα θερινά φέρετρα
Χριστι αμνοί

Αν έχεις σ τίχοι διάβαινε
Αν έχεις στύση πήδα

 

 

Ο ΘΗΛΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

ΣΑΝ ΡΩΣΙΔΑ ΠΑΝΑΓΙΑ

Συνάντηση
«Θαλασσάκι» &
Ονείρου γωνία
Κι εσύ άγνωστη
Γυμνή με μανδύα
Σαν από Αρχαία Τραγωδία
Ή σαν Ρωσίδα Παναγία
Αναζητώντας τον Χριστό
Με μια τρελή μανία

 

 

Ο ΘΗΛΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Οι λέξεις που κοιμούνται
Θα ξυπνήσουν
Όπως ξυπνάνε
Τ’ αγόρια χο πρωί
Και θ’ απαιτήσουν
Άμεσον θηλασμόν
Των ονείρων τους

 

 

ΜΗΝ ΩΜΗΛΕΙΤΕ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟΝ

Ένα λουλούδι
Ένα σώμα
Ένα σωματικό λουλούδι
Το για σε αιμί
Τυλίγει τα σώματα
Την ώρα της συνωμηλίας

 

 

ΑΠΟ ΣΩΜΑΤΟ ΠΟΙΗΣΗ

PARKING SON

Μαγνητική τομογραφία
Ο εγκέφαλος μου στη γωνία
Αγωνία
Αποτέλεσμα: καθαρόν
Ουδέν το μεμπτόν
Αθωωθείς από την τεχνολογία
Παίρνω τον εγκέφαλόν μου ανά χείρας
Και εις την έξοδον του Νοσοκομείου
Επανα συλλαμβόνομαι από όνδρες
Της Νεύρο λογικής Κλινικής
«Πρέπει να ανα κριθείς»
«Και να διαγνωσθείς»
Μετά το πέρας της κλινικής εξετάσεως
το Νεύρο λογικόν εύρημα
με οδήγησε στον χώρο
στάθμευσης του Νοσοκομείου
με την ετυμηγορία
parking son

 

* * *

Η Ποίηση είναι πόνος
πόθος
πένθος
πεν θυμός
πυρά
πυροβολισμός
πουλί
ουλή

 

* * *

Η Ποίηση είναι Παραγγελιά
Ζεϊμπεκιά

 

* * *

 

ΑΝΑΤΟΛΗ ΗΛΙΟΥ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΘΑΝΑΤΟΥ (2014)

 

ΤΑ Ψ ΑΙΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΤ ΟΡΓΗΣ

Ο ΠΝΙΓΜΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Ο έρωτας εθεάθη
Να επιπλέει
Αιμόφυρτος
Μέσα σε μια μπανιέρα
Που τη γέμισες ψ αίματα

 

 

ΘΑ ΣΕ ΖΩ ΓΡ ΑΦΗ ΖΩ

Θα σε ζω γρ αφή ζω
Θα σε περί στίχοι ζω
Κι εσύ θα συνεχίσεις
να μου βγάζεις τα ποιη μάτια μου

 

 

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Κι αυτή η πανσέληνος
Στάζει αίμα
Στην αυλή σου
Και δεν υπάρχει κανείς
Να την παρηγορήσει
Μόνο οι μαύρες γάτες
Περιφέρονται απειλητικά
Έτοιμες να ξεσκίσουν
Τα μάτια της επιθυμίας

 

 

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΜΑ ΧΑΙΡΙΑ

Και η αποψινή πανσέληνος
Πάει χαμένη
Μαχαιρωμένη
Όπως και οι προηγούμενες
Από τα μα χαίρια
Των εν οχιών σου

 

 

ΤΟ ΦΥΛΑΘΛΟΝ ΒΛΕΜΜΑ

Από τη χαραγ ματιά
Του Ονείρου
Ξεπρόβαλε
Το βλέμμα
Το δειλό
Ήθελε λέει
Να κοιμηθεί
Με το φεγγάρι
Να συνουσιασθεί
Με τ’ αστέρια
Να νιώσει τη φλεγμονή
Από το χάδι του Ήλιου
Τότε άρπαξε τους στίχους
Που είχε αγκαλιά
Και ιππεύοντας επί του εν πλήρει στύση
Ποιήματος
Ανήλθεν εις τους Ουρανούς
Καλπάζοντας
Ένας διερχόμενος ποιητής
Που παρηκολούθησε τη σκηνή
Αναφώνησε κάθυγρος
θεέ μου Αυτό το βλέμμα
Είναι φύλαθλον

 

 

ΜΟΥ ΛΥΠΗΣ

ΜΟΥ ΛΥΠΗΣ

Μου λείπεις
Μου λύπης
Δεν ξέρω πού να δώσω τις λέξεις μου
Άρχισα να τις πίνω στην υγειά σου

 

 

ΑΠ ΟΥΣΙΑ 2

Απόψε είμαι μόνος
Προσπαθώ να σκαρφαλώσω
στις λέξεις μου
Για να βγω από το πηγάδι
της Απουσίας σου

 

 

ΑΠ ΟΥΣΙΑ 3

Εγώ πια κοιμάμαι με τις λέξεις
Τα ποιήματα μου εφιάλτες
Καίνε τα παιδιά εντός μου
Η μνήμη μένει διάτρητη
Σα βομβαρδισμένο Σεράγιεβο

 

 

ΑΦΩΝΟΣ ΣΧΕΣΙΣ

Όταν ο ένα συμφωνεί
Κι ο άλλος συν φονεί
Τα φωνήεντα γίνονται φονοι εντα
Φωνή εντός
Και η σχέση μένει άφωνη

 

 

ΕΛΕΥΘΕΡ ΟΙΑ

Μικρή μου Σαντορίνη
Γιατί αφαίρεσες από τα
ΜΑΤ ΟΙΑ σου την ΟΙΑ
Και τα ΜΑΤ που σου απομένουνε
ξυλοκοπούνε του Ηλιοβασιλέματος
την Ελεύθερ ΟΙΑ

 

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Ταξίδι στο κοιμητήριο των αναμνήσεων
Κάθε λέξη σου κι ένας τάφος
Προσπαθώ να σε αναγνώσω
Σκοντάφτω στις ταφόπλακες
που εκπυρσοκροτούν
θρυμματίζοντας τα κύτταρα
του εγκεφάλου μου

 

 

ΑΝΑΤΟΛΗ ΗΛΙΟΥ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΕΘΝΟΣ-ΚΡΑΤΟΣ

Ο ποιητής ζει
Υπό το κράτος του βλέμματός της
Στο έθνος των ματιών της

 

 

ΤΑ ΜΑΤΙΑ

Άμα φορέσω τα Μάτια σου
Θα μπορέσω να δω τον Θεό

 

 

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ

Άμα μου δώσεις το βλέμμα σου
Θα μπορώ να μιλήσω με τον Ήλιο

 

 

ΧΡΩΜΑΤΟΣ ΕΦΗΒΙ

Το φεγγάρι μισοφαγωμένο
Από τα δόντια της ενοχής
Μισό αιώνα τώρα
Η πιο ερυθρή φωτιά
Χρώματος εφηβί
που έκρυβε στα σωθικά του
Το πρώτο μου φιλί
Κοιμότανε
Στο κρεβάτι των ανεκπλήρωτων
πόθων
Ξύπνησε όμως
Ετούτο το καλοκαίρι
Όταν ξενο-Κυμη θηκε
και σε συνάντησε στο
όνειρο
Τωρινό και εφηβικό μα-ζει
Όταν γεμίσει το φεγγάρι
Θα σκαρφαλώσω στο
γέλιο σου
Και θ’ανέβω
να καταθέσω
Το κομμάτι της ψυχής μου
που σου ανήκει

 

 

ΣΚΟΠΕΥΤΗΡΙΟ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ

Επί Σκέψη
Προς Κίνημα
Η Μνήμη Πολυβολεί
Βαδι ζώντας πάνω
Στην εκκωφαντική σιωπή
Που αρθρώνει το
στενό δρομάκι προς το
χώρο της εκτέλεσης

 

 

ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

SUN… AND MOON.Ι

Όταν το ZEI μπέκικο
Συναντά την ποίηση
Είναι σαν το ερωτοκύλισμα
Σωμάτων
Που το βλέμμα πυρπολεί
Σαν το σμίξιμο των χεριών
Δύο παράνομων εραστών
Σαν την ηδονή του βρέφους
Που απολαμβάνει το βυζί
Σαν το χάδι του ανδρός
Στα μαλλιά μιας γυναικός
Που τον παίρνει αγκαλιά
Σαν…
Sun… and moon…i

 

 

ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΜΑΧΑΙΡΩΜΑ

Τράπεζα
Εφ Άπαξ
Χρήμα
Κρίμα
Κανένα νήμα
Ούτε ρήμα
Την άλλη μέρα
Ταβέρνα
Πάρτυ αφυπηρέτησης
Πραγματικό εφ Άπαξ
Ποίημα
Αφή και Πυρ Φιλίας
Βρέχει φωτιά Αγάπης
Λιώσαν οι πάγοι της μοναξιάς μου
Ο Γιώργος μού ’δώσε το Μαχαίρι του Καββαδία
Για να μαχαιρώνω
Τον Πόνο του Αποχωρισμού
Εγώ επιμένω:
«Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» και
«Βρέχει φωτιά στη στράτα μου»
Καταθέτοντας τα Ζεϊμπέκικο βήματά μου στην Τράπεζα της Φιλίας

 

 

σωΜα το Ποίηση (2012)

 

 

Μ Η Π ΟΙΗΣΗ

ΠΟΙΗΣΗ

Ποίηση είναι
Το ηδονικό παιγνίδι των λέξεων
Που συνευρίσκονται στις ακρογιαλιές του ονείρου
Ποίηση είναι
Η αντίσταση του Λόγου
Στην τάξη της Λογικής
Το πήδημα του Αλόγου
Η εκσφενδόνιση του σπέρματος
Στο σώμα του φεγγαριού
Ποίηση είναι
Η έκρηξη μολότοφ
Στα μούτρα του Ορθολογισμού
Ποίηση είναι
Η εμπειρίκειος στύση των λέξεων
Η συνουσία των Κυκλάδων
Στο κρεβάτι του Ελύτη
Ποίηση είναι
Η νικηφόρος ρομφαία της Επιθυμίας

 

* * *

 

Η γραφή
Ως απόπειρα χειραγώγησης
Του πονοχρόνου
Και κάθε ποίημα
Ως κατεξοχήν πονοχρονογράφημα
Και άθυρμα εγκλωβισμένο
Στον ιστό του πονοχρόνου

 

 

ΠΟΙΗΤΟΓΕΝΕΣΗ

Όταν το χάδι ενός στίχου
Φθάνει από το δέρμα
Στα βάθη της ψυχής
Προκαλώντας σεισμικές δονήσεις
Στις ευαίσθητες περιοχές
Που πάλλονται και γονιμοποιούνται
Ποίηση είναι τελικά
Η οργασμιαία έκρηξη των λέξεων
Επί του γυμνού σώματος της πανσελήνου

 

* * *

 

Αν μου δώσεις τις λέξεις σου
Θα σου φτιάξω ένα ξωκλήσι
Για να σε παντρεύομαι
Κάθε ηλιοβασίλεμα

 

* * *

 

Οι λέξεις μου αγριέψανε
Και δαγκώνουν τη σιωπή σου

 

* * *

 

Οι λέξεις σου ξυράφι
Κόβουν το νήμα της επιθυμίας μου

 

* * *

 

Οι λέξεις μου
Σε κοιτούν στο πρόσωπο
Προσπαθούν να σκαρφαλώσουν
Στο βλέμμα σου
Να συγχρονιστούν
Με την ανάσα σου
Να μεθύσουν
Με τη μυρωδιά σου
Όταν κουραστούν
Θ’ αποκοιμηθούν
στα μαλλιά σου

 

 

ΣΠΟΥΔΕΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΠΕΡΣΙ ΝΟΥ ΚΟΛΠΟΥ
ΜΗΤΡΟ ΠΟΛΙΤΗΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΜΗΤΡΟ ΠΟΛΙΝ
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ Η ΔΟΝΗΣ

Στην Παναγία των μαστών σου
Εκ κλησιάζομαι εγώ ένας άθεος
Καπνίζοντας την ανάσα σου μεθώ

 

* * *

 

Το ερώ τημα που τίθεται στον μητρο πολίτη
Είναι υπαρξιακό
«Και τώρα πώς θα λειτουργήσω αυτήν την εκκλησίαν
Που το εικονοστάσι της μετατράπηκε σε εικονο στύση;

 

* * *

 

Το Τμήμα Ηθών σε μια επιχείρηση σκούπα
Συνέλαβε τα επικίνδυνα
Διά την δημοσίαν αιδώ γ (ρ) άματα
Και τα παρέδωσε στον Αρχιεπίσκοπο

 

* * *

 

Στο μπλουζάκι σου εκσφενδονίζω τις λέξεις μου
Για να στρατοπεδεύσουν στα μαστιχοχώρια σου
Στο λαιμό σου ζω γραφίζω ονειρογρ αφή ματα
Το βλέμμα σου το έκρυψα κάτω από το μαξιλάρι
Πολύτιμο φυλακτό
Και με οδηγούσε στους κήπους με τις τουλίπες

 

* * *

 

Το βλέμμα της άλλαξε
Τη βλάστηση του τοπίου εντός μου
Που ξαφνικά γέμισε τουλίπες

 

* * *

 

Μια σπίθα φωτός από το βλέμμα σου
Κι εγώ υπάρχω

 

* * *

 

Το οινό πνευμα του βλέμματός σου
Είναι καθαρό
Κι εγώ το καταναλώνω
Καθώς το βρέφος το γάλα το μητρικό
Μ’ έχεις καταντήσει αλκοολικό

 

* * *

 

Το άγγιγμα της πεταλούδας
Προκάλεσε ισχυρότατες δονήσεις
Στο σώμα των λέξεων μου
Που εξερχόμενες από τον εγκέφαλό μου ανέκραξαν
«Πού είναι η κόρη που μας χρωμάτισε;»

* *

Στα λιβάδια της ποίησης
Οι πεταλούδες ιερουργούν
Προκαλώντας δονήσεις στο σώμα της άνοιξης

 

ΓΥΝΑΙΚΑ

ΤΙ ΕΠΙΘΥΜΕΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ

Τι επιθυμεί η Γυναίκα
Ιδού το μέγα ερώτημα
Που ο Μέγας Φρόυντ
Παρέπεμψε στους ποιητές
Οι ποιητές βρήκαν τη λύση
Και αναφωνώντας με παράπονο
Απάντησαν
«Μα είναι απλό, πρόκειται περί
Ανορθογραφίας
Το πήδημα το γράφουν ως π οίδημα
Τη σχέση ως κατά-σχεση
Το πέταγμα ως πέταμα
Το χάδι ως χΆδη
Τα χρώματα ως χώματα
Το χέρι ως μαχαίρι
Το όνειρο ως όμηρο
Τα ρήματα ως βλήματα»

 

* * *

 

Αίφνης ο ποιητής σκαρφαλώνοντας στους στίχους του
Ανέβηκε στο ρετιρέ του ποιήματος
Κι άρχισε να χαϊδεύει τις λέξεις στο λαιμό
Μια νεάνις που καθόταν στο απέναντι μπαλκόνι
Καπνίζοντας γυμνή
Ανέκραξε «Θεέ μου! Ο ποιητής τρελάθηκε»

 

* * *

 

Στεκόσουν γυμνή πίσω από την πόρτα
Ωραία μορφή και απορημένη
Εγώ άρπαξα το βλέμμα σου
Για να το φυτέψω στον κήπο μου
Να γεννήσει ορχιδέες
Εσένα σε σκέπασα με ένα υφαντό από μετάξι
Και άλλα πολύτιμα υλικά

 

* * *

 

Μια λευκοντυμένη νεάνις
Σκαρφάλωσε στον τοίχο
Και ερωτοτροπούσε με τα χρ ώ ματα
Ένας διερχόμενος ποιητής αναφώνησε
«Ζήτωσαν τα χρ ώ ματα»

 

* * *

 

Ξυπόλυτη γυρίζεις
Στις αυλές των ονείρων μου
Γλυκό σπαθί το βλέμμα σου
Καρφώνει τη φωνή μου

 

 

ΕΝ ΟΧΗ ΜΑΤΙ ΚΑΙ ΕΡΗΜΙΑ

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΚΥΡ ΟΔΥΣΣΕΑ

Η ερήμωσή σου
Τεμαχίζει τις λέξεις μου
Καθώς το βλέμμα μου
Σκοντάφτει στο πρόσωπό σου
Που φωτίζει μνήμες
Μιας άλλης εποχής

 

 

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΠΟΝΟΥ

Η ετυμηγορία της ιατρικής
Ήτο σαφής και αμετάκλητος:
«Η κατηγορουμένη κρίνεται
Ένοχη καρκινικών κυττάρων»
Απόδειξη: οι μοβ κηλίδες
Ορατές διά του μικροσκοπίου
Απόφαση: θάνατος με αναστολή

Τώρα η αναστολή τελείωσε
Η εκτέλεση άρχισε και συνεχίζεται
Εσύ δεν καταλαβαίνεις
Και μας ρωτάς με αγωνία
Εμείς ανήμποροι πιότερο από σε
Δεν σου απαντούμε
Φόβος, φόβος, φόβος, φόβος
Και οδύνη, οδύνη, οδύνη

 

* * *

 

Κι εγώ σκυφτός μαζεύω
Τ’ αποτσίγαρα
Των ερώτων μας
Για να τα φυτέψω
Στον αμπελώνα των αναμνήσεων

 

* * *

 

Οι έναστροι οφθαλμοί σου
Ταξιδεύουν στο μαύρο πέλαγος
Της μοναξιάς μου

 

* * *

 

Απόψε
Οι θύμησες οι εν οχιές
Προκάλεσαν επιληψία
Στην πανσέληνο
Των ονείρων μου

 

* * *

 

Η πανσέληνος απόψε
Ουρλιάζει
Θέλει να κατασπαράξει
Την απουσία σου

 

* * *

 

Ο εγκέφαλός μου είχε μετατραπεί
Σε τοπίο ερειπωμένο
Τότε οι λέξεις μου
Μη έχοντας πού αλλού να πάνε
Στρατοπέδευσαν στο χαρτί
Αγνοώντας όμως τους υφιστάμενους
Στρατιωτικούς κανόνες
Και την πειθαρχία του νοήματος

Ο εγκέφαλός μου είχε μετατραπεί
Σε τοπίο ερειπωμένο
Τότε οι λέξεις μου
Μη έχοντας πού αλλού να πάνε
Στρατοπέδευσαν στο χαρτί
Αγνοώντας όμως τους υφιστάμενους
Στρατιωτικούς κανόνες
Και την πειθαρχία του νοήματος

 

* * *

 

Μια μέρα το ουράνιο τόξο
Κατέπεσε σ’ ένα ψαροντούφεκο
Που του ξέσχισε τον εγκέφαλο
Προκαλώντας του οξείαν
Αλλά παροδικής μορφής αφασίαν
Την επομένην ένας κολυμβητής
Που διέσχιζε τον τόπο του εγκλήματος
Ανέκραξε
«Θεέ μου, οι λέξεις επαναστάτησαν
Εγκατέλειψαν τον εγκέφαλο
Και εθεαθησαν να κολυμπούν αμέριμνες».

[16.8.1987]

 

* * *

 

Απόψε μ’ άφησες μόνο
Φοβάμαι το φεγγάρι
Δαγκώνει τη μοναξιά μου

 

* * *

 

Το κείμενο της επιθυμίας μου
Αναμένει τη δική σου ανάγνωση
Η οποία καθίσταται αδύνατη
Λόγω της λιβιδινικής σου δυσλεξίας

 

* * *

 

Σταμάτα να χαϊδεύεις τις αράχνες
θα βραχυκυκλώσεις τα όνειρά σου
θα προκαλέσεις σύγκρουση
Εντός της κεφαλής μιας πεταλούδας
Λευκής και κοιμωμένης

 

* * *

 

Απόψε καταβρόχθισα τα ποιήματά μου
Δάγκωσα το φεγγάρι
Και πυροβολώντας τις φαντασιώσεις μου
Παραδόθηκα στην Ιεράν Εξέτασιν

 

* * *

 

«Είμεθα όλοι εντός του μέλλοντος μας»
Λαλεί ο ποιητής
Εσύ όμως αγνοείς τους ποιητές
Προσδένεσαι με πείσμα τη γνωστή
Κι οξειδωμένη ζώνη αφελείας
Κι επιχειρείς κατάδυση
Στ’ αραχνιασμένο παρελθόν
Μ’ αφού επιτέλους γνωρίζεις πως
Οι αράχνες σε πληγώνουν
Γιατί επιμένεις να τις χαϊδεύεις;
Δεν βλέπεις τα λόγια σου που ματώνουν
Χειρονομώντας με σκουριασμένες θεωρίες;

* * *

 

Όταν έπεσε η αυλαία
Έντυσα τα όνειρά μου
Με τα καλά τους ρούχα
Όπως ντύνουν τους νεκρούς
Τα χτένισα
Και τα εναπόθεσα στο νεκρικό κρεβάτι
Ύστερα πυρπόλησα
Τις λέξεις μου
Και πορεύθηκα στην εκκλησία
Για να παρακολουθήσω την κηδεία μου

 

 

Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΑΘΕΤΕΙ ΤΑ ΟΠΛΑ

Ο ποιητής κουράστηκε
Ετοιμάζεται να καταθέσει
Τις λέξεις του
Τα μόνα όπλα που διαθέτει
Και ν’ αποχωρήσει
Αφού ακόμη μια φορά
Έγινε μάρτυρας
Πως οι μετοχές της ποίησης
Στο χρηματιστήριο του Έρωτα
Δεν πουλάνε τελικά
Παρά τα αρχικά ενθουσιώδη σχόλια

 

* * *

 

Ο ποιητής
Παρακολουθώντας
Την εξόδιον ακολουθίαν
Του έρωτός του
Αναφώνησε σφαδάζοντας
«Γιατί άραγε πάντα
Να σκοτώνουν τα πουλιά;»

 

* * *

 

Το φιλί
Έγινε φίδι
Αφού του ξερίζωσες
Το Λάμδα
Και του πρόσδεσες
Το δηλητηριώδες Δέλτα

Στον κήπο του βλέμματός σου
Παραδείσια πουλιά
Τα οποία οι ενεδρεύοντες εντός
Του εγκεφάλου σου δεινόσαυροι
Εξακοντίζοντας δηλητηριώδεις εν οχιές
Τα μετατρέπουν σε αρπακτικά
Που τρώνε τα εντόσθια των ερωτευμένων ποιητών

Εκείνο το βράδυ
Η αυλή της γέμισε
Σφαγμένα πουλιά
Τα χέρια της κατακόκκινα
Από το αίμα
Τα μάτια της μαύρα
Σαν σπίτια που τα
Κατοικούσε ο θάνατος
Το βλέμμα της σκληρό
Σαν του στρατιώτη
Που σημαδεύει τον εχθρό
Η φωνή της καταπέλτης
Απαγγέλλει το κατηγορητήριο
«Σε κατηγορώ
Γιατί μου άνοιξες
Την πόρτα του ονείρου
Και αφού συνουσιάστηκα
Με τις λέξεις σου
Με κοίμισες αγκαλιά
Με το φεγγάρι

 

* * *

 

Εκείνο το βράδυ
Ανέσυρες το περίστροφο
Του Αφέντη σου
Έστησες στον τοίχο
Τα ποιήματα
Και η αυλή σου
Γέμισε με σφαγμένες
Λέξεις

 

* * *

 

Εκείνο το βράδυ
Στην Ανώγυρα
Το ηλιοβασίλεμα
Έσταζε αίμα
Και οι μνήμες
Έκοβαν το δέρμα των λέξεων μου
Με κοφτερό λεπίδι

 

* * *

 

Εκείνο το βράδυ
Κατά την αναχώρηση του εραστή της
Εκείνη στεκόταν γυμνή στη γωνία του δωματίου
Με μάτια παιδιού φοβισμένου
Πουλιού κυνηγημένου, ενώ
Από την παρακείμενη ταβέρνα
Ακουγόταν βαριά η φωνή του Καζαντζίδη
«αν είν’ η αγάπη έγκλημα, έχω εγκληματήσει….»

 

Ρ ΩΔΗ ΚΑΙ ΡΟΔΟ ΠΑΙΓΝΙΑ/ ΙΔΟΥ Η ΡΟΔΟΣ
ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ;

Τα ρόδα η ροδιά
Το ροδόδενδρο η ροδακινιά
Το βλέμμα σου η μεγάλη δωρεά
Ιδού η Ρόδος
Χρειάζεται και το πήδημα;

 

* * *

 

Τα ρόδα ως δωρεά εναπόθεσα
Στο ροδόδενδρο
Της ηβικής σου χώρας

 

* * *

 

Εναπόθεσα τα ρόδια των λέξεων μου
Επί των μαστών σου
Και γέμισαν μαστιχόδενδρα της ηδονής

 

 

ΠΑΙΡΝΩ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ
ΑΠΟ ΤΟ ΣΒΕΡΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΧΟΡΕΥΩ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ

Στο ζεϊμπέκικο μοιράζω το σκοτ Άδη
Στο ’να μου χέρι κρατάω τη χαρά
Στ’ άλλο κρατώ τη λύπη
Και τα δύο μου πόδια υφαίνουνε
Τον ιστό της χαρμολύπης

 

* * *

 

Χορεύω ζεϊμπέκικο
Καπνίζοντας τον καπνό
Της απουσίας σου

 

* * *

 

Βρέχεις φωτιά στη στράτα μου
Και δε σε νοιάζει αν με κάψει

 

* * *

 

Κάθε ζεϊμπέκικο και ένας θάνατος

 

 

ΜΑΚΡΥ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΣΤΗ ΣΚΟΠΕΛΟ

Στην αρχή ήταν ο Κρητικός
Που μας θύμισε
Το μακελειό του ’74
Και τις λέξεις «λεβεντιά»
«αδελφοσύνη», «αρχίδια»
«τρέλα», «πυρ»

Ύστερα ήταν η Άννα
Που αιμορραγούσε
Από τις πολλές πληγές
Μιας θανατηφόρας σχέσης
Ανέβηκε στον καπνό του τσιγάρου της
Σκαρφάλωσε στο πρώτο σύννεφο
Κι έβρεχε αίμα

Ο Γρηγόρης δίπλα μου προσπαθούσε
Να τη συναντήσει
Αναζητώντας μέσα από τα τραγούδια
Λέξεις-ιώδιο
Χρόνια τώρα ζωγραφίζει
Την απ-ουσία
Εσύ γέμισες
Τη φτωχική αυλή

Με το φως της πανσέληνου σου όπως
Τη βραδιά που πυρπολήσαμε
Το διαμέρισμα
Πήρα το φως
Από το βλέμμα σου

Και ταξίδεψα στη Δραπετσώνα
Με βήματα αργά
Σ’ ένα μακρύ ζεϊμπέκικο
Για να σε ξανασυναντήσω
Το μισό κο χείλη
Που μου χάρισες απόψε
Γλυκιά μου πεταλούδα
Θα το φυλάξω στο εικονοστάσι
Της ψυχής μου
Για να το προσκυνώ κάδε πρωί
Το βράδυ
Θα το χορεύω ζεϊμπέκικο

 

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟΣ ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ (Υπό έκδοση)

ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΔΥΝΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

ΜΑΚΡΥ ΖΕΪΜΠΕΚΟΓΡΑΦΗΜΑ ΜΕ ΤΟ ΓΙΩΡΓΟ ΤΖΩΡΤΖΗ,
ΜΟΥΣΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟ ΑΝΕΥ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ

(Απόσπασμα)

1.3. ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟΣ ΧΟΡΟΣ ΚΑΙ ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ
Το ίδιο και για το Ζεϊμπέκικο για το οποίο οι παρατηρήσεις του Γιώργου Τζώρτζη στη συνέντευξη που ακολουθεί υποδηλούν μια ψυχαναλυτική αντίληψη παραπέμποντας το Ζεϊμπέκικο στην πρωτογενή διαδικασία, μαζί με το όνειρο, τη φαντασίωση, το παιδικό παιχνίδι. Χαρακτήρισε το χορευτή (εμένα στην περίπτωση) «ως ένα αλλόφρονα αλλά υπάρχοντα άνθρωπο που αιωρόταν στον αέρα σε σχήματα που εγώ δεν τα έχω ξαναδεί… Τέτοια έκθεση κινήσεων δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου.» και πράγματι όλα τα σχόλια του Τζώρτζη για τον αυθεντικό χορευτή του ζεϊμπέκικου μας οδήγησαν, όπως και η ποίηση, στην «Αρχή της ηδονής» της Άλλης φρόνησης, του ανθρώπου που βρίσκεται «εκτός εαυτού, που έχει χάσει τα λογικά του». Του δημιουργού που για να δημιουργήσει μια καινούργια πραγματικότητα χρειάζεται να διαλύσει την υφιστάμενη.
Το Ζεϊμπέκικο που χόρεψα ήταν το «Πρώτο φθινόπωρο». Ένα Ζεϊμπέκικο που χορεύει την απώλεια, το θάνατο τον οποίο τελικά παίρνει από το σβέρκο λέγοντας του να μην ξανάρθει. Ένα Ζεϊμπέκικο το οποίο ήτανε και η αιτία να «αδελφοποιηθούμε» με τον Τζώρτζη όπως οι πόλεις. Ο Τζώρτζης στη συνέντευξη εκφράζοντας την ευχάριστη έκπληξη του και διαπιστώνοντας πως χόρευα με αυτό που ήμουνα σε αντίθεση με τους μετρημένους και τους άρρυθμους… Οι άρρυθμοι και οι μετρημένοι έρχονται μέσα από ένα δρόμο σχολών χορού… Δεν πείθουν, συνεχίζει, γιατί δεν χορεύουν για να εκφράσουν τον εαυτό τους. Ο ίδιος, ως μουσικός θέλει μια βαθιά επικοινωνία με το χορευτή μια ειλικρίνεια της σχέσης γιατί «εκείνη τη στιγμή γίνεται μια μορφή έρωτος, Συν ουσίας, Συν Μουσίας».
Οι παρατηρήσεις του Τζώρτζη οριοθετούν την ουσία του Ζεϊμπέκικου χορού όπως με εξαιρετικό τρόπο τον περιγράφει ο Διονύσης Χαριτόπουλος «Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό που τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Και όσο χορεύει τόσο μαυρίζει. Πότε μ΄ ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αητό που επιπίπτει κατά παντός υπευθύνου για τα πάθη του. Και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς την μοίρα και το θείο. Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι Έλληνες ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανάφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 είναι σύμφωνα με τον Μάνο Χατζιδάκι «ο ποιο καθαρός Ελληνικός ρυθμός». (Χαριτόπουλος Διονύσης, Ημών των Ιδίων, εκδ. ΤΟΠΟΣ)
Ο Θωμάς Κοροβίνης στο βιβλίο του « Ο Ζεϊμπέκικος της Μικράς Ασίας» (2005) εκδ. ΑΓΡΑ ορίζει ως ουσία του Ζεϊμπέκικου την αντιθετική αρμονία αφού πρόκειται για ένα εσωτερικό και ψυχικό χορό ο οποίος αφηγείται, με τον τρόπο του τις περιπέτειες του καινούργιου και του παλιού της χαράς και της λύπης. Δηλαδή η ουσία του Ζεϊμπέκικου είναι η Χαρμολύπη.
«Ο Ζεϊμπέκικος χορός περιέχει με το δικό του τρόπο συστατικά από παγανιστικές και θρησκευτικές εκδηλώσεις, όλα εκείνα τα στοιχεία του ενθουσιασμού της έκστασης του μυστικιστικού πάθους και της εξουθένωσης, τα οποία όπως αναφέρεται στους αρχαίους συγγραφείς ήταν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Διονυσιακών οργιαστικών χορών» (Κοροβίνης) Ένα παράδειγμα της συνύπαρξης της χαράς και της λύπης σ΄ ένα ζεϊμπέκικο που τραγουδά ο Τζώρτζης είναι τα πιο κάτω:

«Δεν φεύγω που δεν μπόρεσα τα χρόνια να κρατήσω
Μα που δεν μπόρεσα τίποτα στον κόσμο ν΄ αγαπήσω.
Ακόμα κι΄ όταν η ζωή παραγγελιά ζητάει
στην άκρη κάνει η ψυχή κι΄ ο πόνος τραγουδάει.»

Σύμφωνα με το συγγραφέα Γεώργιο Σιέντο οι ρίζες της διονυσιακής λατρείας που εμφανίζονται στη Θράκη, στη Μικρά Ασία, στη Φρυγία και στην Ινδία χάνονται στην αχλύ του χρόνου.
Τα βασικά στοιχεία της Διονυσιακής λατρείας είναι ο ενθουσιασμός δηλαδή το μπάσιμο του θεού μέσα στον άνθρωπο, ο χορός πανάρχαιο έθιμο κάθε λατρείας και ο μυστικισμός, που βασίζεται στις ιδέες της γέννησης και του θανάτου…» Και αυτό έχει αναφερθεί, σύμφωνα με τον Κοροβίνη από Έλληνες και Τούρκους λαογράφους οι οποίοι υποστηρίζουν πως ο Ζεϊμπέκικος της Μικράς Ασίας συντηρεί ίχνη επιβιωμάτων από τις αρχαίες λατρευτικές τελετές προς τιμήν του Διόνυσου.
Τα θρησκευτικά και μυσταγωγικά στοιχεία της επιβλητικής οργής, της αργής και ήρεμης κίνησης καθώς και η βαθύτατη ενδοσκόπηση, η μυστικοπαθής ψυχοσωματική αφοσίωση του χορευτή του Ζεϊμπέκικου παρατηρούνται και στους χορευτές των αναστενάρικων χορών όσο και στους χορευτές των δερβίσικων χορών σεμα (sema). Ταυτόχρονα οι Ζεϊμπέκοι θεωρούνται παλικαράδες σε όλες τις εποχές της δράσης τους, έκαναν έντονη ερωτική ζωή και ξεσήκωναν άγρια πάθη στις καρδιές των γυναικών. Πολλοί απέχτησαν πλήθος παιδιά από διαφορετικές γυναίκες, με τις οποίες διατηρούσαν επίσημες ή ελεύθερες σχέσεις.
Ιδού που πήγε και βρήκε εκείνον τον «Αλλόφρονα» ο Γιώργος Τζώρτζης ως βιωματικός Αρχαιολόγος της μουσικής γνώσης. Με σκαπάνη τη μουσική του ευαισθησία τη βαθιά βιωματική του γνώση για τον Άνθρωπο και την ιδιαίτερη οξύνοια του ανέσκαψε πολύτιμα αρχαιολογικά ευρήματα που σηματοδοτούν τη σχέση του σημερινού Ζεϊμπέκικου με τους αρχαίους Διονυσιακούς χορούς.

Η καταγωγή του Ζεϊμπέκικου της Χαρμολύπης ή της Ηδονής και της Οδύνης όπως το αποκαλώ εγώ, μας παίρνει μέχρι την Αρχαία Ελλάδα και ως προς τη συνύπαρξη της Χαράς και της Λύπης. Ο Γεωργουσόπουλος μας θυμίζει πως ο Ηράκλειτος θεωρεί πως ο Διόνυσος και ο Άδης είναι ένας και ο αυτός:
«Γιατί αν δεν ήταν ο Διόνυσος αυτός για τον οποίον κάνουν πομπή και τραγουδούν τον ύμνο για τα αιδοία θα έπρατταν έργο εντελώς αναίσχυντο. Όμως ο Άδης και ο Διόνυσος, προς τιμήν του οποίου μαζεύονται γιορτάζοντας τα Λήναια είναι ένας και ο αυτός»
Έρωτας και θάνατος κατά Φρόιντ είναι οι δυνάμεις που κυβερνούν τη ψυχική μας ζωή.Για πολλούς συγγραφείς Έλληνες και Τούρκους ο νεοελληνικός Ζεϊμπέκικος ανάγεται σε αρχαίους ελληνικούς χορούς οι οποίοι χορεύοντο κατά την αρχαιότητα από τους φρυγικής, ιωνικής και λυδικής καταγωγής κατοίκους των μικρασιατικών παραλιών ( Βελλούδιος, Ταχτσής, Τσαρούχης κ.α.)
Στο σημερινό τουλάχιστον, ζεϊμπέκικο ο Γιώργος Τζώρτζης θέτει το θέμα της σχέσης μουσικού και χορευτή προσδοκώντας από πλευράς του ως μουσικός να υπάρχει μια ειλικρινής σχέση, ένας διάλογος «γιατί ο χορευτής με το μουσικό ταυτίζεται, γίνεται ένας έρωτας.» Πρόκειται «για μια συγχορδία, συμπόρευση συναισθημάτων, αντιδράσεων αλληλοεκπομπής.» Ο Τζώρτζης μιλάει για συναισθήματα αλληλοεκπομπή με το χορευτή και είναι επόμενο στη συνέχεια να μιλά για αξίες, να είσαι μάγκας, τίμιος, λεβέντης, διαχωρίζει τη ψυχαγωγία από τη διασκέδαση και αναλύει πως μετά ήρθαν τα φράγκα και χάθηκαν οι αξίες.
Οι Αξίες εμπεδώνονται στην οικογένεια και αφορούν και την αποχή από τα ναρκωτικά και τότε το 60 η ηθική του αριστερού χώρου σε ότι αφορά στην αποχή από τα ναρκωτικά ήταν πλήρης. Εκτός από το οικογενειακό φρένο υπήρχε και η αριστερή ηθική. Ο Τζώρτζης εξηγεί πως παρόλες τις ακραίες συμπεριφορές του και το είδος του χώρου που δούλευε δεν χρειάστηκε να πάρει ναρκωτικά, ούτε καν κάνναβη «Τι να το κάνω το ναρκωτικό, το είδος ναρκωτικού μπροστά στη νάρκωση που είχα εγώ δεν μπορούσε να με φτάσει.» Αυτή η δήλωση ενός ανθρώπου που πήρε πολλούς κινδύνους στη ζωή μας διδάσκει πως τις ουσίες της ηδονής τις παράγει ο εγκέφαλος μας, δεν χρειάζεται να τις ψάχνουμε αλλού. Μέσα στα πλαίσια των αξιακών του αναζητήσεων στην εφηβεία του βρίσκεται στο Άγιο Όρος όπου και συναντάει και τον Παΐσιο.

 

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΚΡΙΣ ΛΙΒΑΝΙΟΥ

Σφηνάκι μονό: «Ανθρω πεινώ» του Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλου

 

ΠΟΙΗΣΗ
Η ποίηση
χορεύει τις λέξεις
Ζεϊμπέκικο
Στους τεκέδες
Του έρωτα και
Του θανάτου[1]

Ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος στο Ανθρω πεινώ γράφει μια μοντέρνα, εκκεντρική και ζωντανή ποίηση, και για να το κάνει αυτό, επιλέγει -συνειδητά υποθέτω- να βγει απ’ την πεπατημένη και να αρχίσει να παρατηρεί και να αποτυπώνει αυτά που συμβαίνουν και διαδραματίζονται σήμερα, τώρα. Η κρυμμένη αλληγορία και ο υπερρεαλισμός, το αναμφίβολο θάρρος της ανατροπής και οι ανεστραμμένες ισορροπίες είναι τα δομικά συστατικά αυτής της συλλογής που παίζει με την επικαιρότητα και που αναγκάζει τελικά τον αναγνώστη να ξανασκεφτεί τα στεγανά του.

Αυτό που προσωπικά μου άρεσε ιδιαίτερα είναι το ότι ο Μ. Παπαδόπουλος παίζει με τις λέξεις ως αντικείμενα, τις «αντικειμενοποιεί» για να τις περιεργαστεί, να τις κόψει και να τις ράψει στα μέτρα του, να δει αν μπορούν να δείξουν κάτι άλλο από την όποια έννοια εξέφραζαν ως τώρα. Παίζει με τον ρυθμό και τον ήχο σχεδόν πριν αγγίξει το ίδιο το νόημα και ταυτόχρονα αποστασιοποιείται και από τις λέξεις και από τις έννοιες για να κρυφτεί πίσω από τη μορφή. Τα ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή (εξαιρετικά δομημένη παρεμπιπτόντως), στηρίζονται στις ανατροπές για να παράγουν σκέψη και θέληση και κυρίως περιέργεια στον αναγνώστη όχι μόνο για την επόμενη σελίδα αλλά και για το πώς και το γιατί εδραιωμένων καταστάσεων και συνθηκών.
Διαλέγω ένα ακόμα από τα πολλά που απόλαυσα περισσότερο:

ΜΑΥΡΑ ΠΟΥΛΙΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ

Επέδραμαν νύκτωρ
Κατά του κειμένου-σώματος
του φεγγαριού
αφού το διαμέλισαν
έφαγαν τα συκώτια
και τις λέξεις του
Ένας Γλέζος
που κουβαλούσε στους ώμους του
την Ιστορία
Απ ορώντας
Μονολογούσε:
Ω αγράμματοι Δυτικοί Τοκογλύφοι
Δεν γνωρίζετε
Πως το φως και
Η γνώση του φεγγαριού
Δεν τρώγονται;[2]

 

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ

 

Ανθρω πεινώ» του Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλου,
εκδόσεις ‘’Μανδραγόρας’’ 2016. Σημειώσεις μύησης.

 

Με τον Μιχάλη επικοινωνούμε με ποίηση και internet. Εκείνος στη νήσο των συνόρων• γη προμαχώνας. Του λόγου μου στην Αθήνα• κέντρο σε αέναη φθίνουσα κατάσταση. Κοινός τόπος η γλώσσα, η Μεσόγειος και το κρεμεζί της ιστορίας. Σύμπαν που ως συνήθως φλέγεται φωτίζοντας τόσες λαλιές ένα γύρω. Ο Μιχάλης, δεν έχει σημασία αν μιλά για θάλασσα , κρατάει όμως απ΄ την ψυχή της καθώς οι λεξεις του, συγκρουόμενες, εξατμίζονται αφήνοντας το αλάτι τους. Λόγος που στροβιλίζεται . Χοροί θαλασσινοί. Εκρηκτική γεύση. «Κοιμήθηκε το Φεγγάρι/Ανάμεσα στα πόδια της/Κι εγώ διψώ/Για λίγα ψίχουλα/ Φωτός».
Πίστη, πλάνη, γνώση. Έρωτας για ζωή. Έρωτας για λάθος. Άρα έρωτας για μετασχηματισμούς εντός περιβάλλοντος συμβολισμού. Υπερρεαλισμός; Όχι. Ουσία ζωής; Ναι. Και μια πορεία φωτογραφίζοντας το άπιαστο . «Αυτή δεν είναι/Ανατολή είν΄ ο/Λυγμός της».
Τρίγλυφα και μετώπες στο διάζωμα της επιβίωσης. Αφή αιωνιότητας. Μια σταγόνα κύματος κάθε στροφή. Κυματαγωγή οι σελίδες. Σχεδόν αστραπιαία διανύσματα. Τεθλασμένη κίνηση. Αιρετική ματιά. «Σαρκοβόρα πουλιά / επέδραμον νύκτωρ / κατά της αιωνόβιας / λεμονιάς / ξεσκίζοντας σάρκες / της Μνήμης / Η οποία αιμάσσουσα / τρέχει να κρυφτεί /πίσω από μια / Χάρου πια». Αιωρούνται θαλασσοπούλια κόντρα στον μαΐστρο. Σχεδόν παιχνίδι στα όρια του ακατόρθωτου. Ένα μικρό θαύμα κάθε σελίδα. Συχνά στα όρια του λογισμού. Κάτι που μοιάζει παράλογο απέναντι στα τρέχοντα, εντούτοις εμπαίζει απλά την κατάσταση γραφειοκρατίας που μας συντρίβει. Ειρωνεύεται πρώτα τον εαυτόν του και ύστερα εμένα, τον ανυποψίαστο, που δεν μπορώ να καλοχωνέψω τροφή χωρίς μαχαιροπήρουνα στην πρέπουσα διάταξη. « Η ποίηση μου είναι / Εγκε φαλλική/ Οι λέξεις που εκκρίνονται/ Ζω γρ αφή ζουν/ Συν άψεις/ Με τα φεγγάρια-ωάρια/Εντός του βαθέως-κράτους/Του Ισθμού της Κορη νθου». Δημιουργία μυστηρίου; Όχι. Ελλειπτικότητα που βοηθά στην κατανόηση της εξέλιξης; Ναι. Αφαίρεση μέσω συμβολισμών που οδηγεί τη συνείδηση σε πορεία επικοινωνίας. Συνεχής εξέλιξη επικοινωνίας. Μέθεξη αντιθέτων. Μια ποίηση που τρέχει σαν αστραπή από σύννεφο σε σύννεφο. Παίζει με τις λέξεις , με τις συλλαβές, με την άρθρωση, διεισδύοντας και εξορύσσοντας. Μια διαδικασία αποδόμησης που δεν διαλύει. Αντίθετα μετασχηματίζει έννοιες θέτοντας τον λόγο στην υπηρεσία τού κοινωνικού και προσωπικού γίγνεσθαι. Ο Μιχάλης μάς πάει από άλλο δρόμο. «Ένα λουλούδι / Ένα σώμα / Ένα για σε αιμί / Τυλίγει τα σώματα / Την ώρα της συνομιλίας». Λες και ακολουθεί κατά γράμμα τη ρήση «όταν κλείνει μια πόρτα ανοίγει ένα παράθυρο» ή εκείνη την άλλη, που επιμένει πως «για να κτίσεις πρέπει να γκρεμίσεις». Ξέρετε κάποτε ήταν από τα πιο επαναστατικά συνθήματα. Σήμερα, μετά πενήντα έτη, όταν δίκαια για άδικα έχουμε βυθιστεί σε μια κατάσταση που όλα αυτά τα αντιμετωπίζουμε σαν προκαθορισμένα δρομολόγια ανέμων, σαν γραφειοκρατική διαδικασία, σαν υποδιαιρέσεις σε ιστογράμματα, ή κι επικίνδυνους βερμπαλισμούς, ο Μιχάλης κρατάει υπό έλεγχο τις «γραμμές» του και ίσταται με πείσμα στην αποβάθρα παρατηρώντας, κρίνοντας, περιμένοντας. Είναι έτοιμος να επιβιβαστεί με εισιτήριο ένα ποίημα που δεν ακολουθεί κανόνες. Μια γραφή που ανοίγει το παράθυρο και πηδάει στο δρόμο δίχως ένστικτο αυτοσυντήρησης. Μια ποίηση που δεν ακολουθεί σήμανση πορείας. Ένα συλλαλητήριο που καταφτάνει αιφνιδιαστικά δια μέσου ατραπών στην πλατεία. Και οδηγός ένα κερασφόρο αγρίμι τριποδίζοντας στα γκρεμνά των όψεων. Διακρίνει κανείς σε τούτη τη δυναμική, σαρκασμό, ειρωνεία, πρόταση, αποδοχή, οδύνη, κριτική. Δεν είναι απαραίτητο να συμφωνείς με τούτες τις μορφικές επιλογές και το περιεχόμενο. Αλλά οπωσδήποτε πρέπει να συμφωνήσουμε ότι, σήμερα που όλα είναι στο τραπέζι, ο λόγος του Μιχάλη είναι σαν κέντρισμα οίστρου. Ένας δρόμος έμπνευσης και έξαρσης. «Οι λέξεις μου κοιμούνται / Θα ξυπνήσουν / Όπως ξυπνάνε / Τ΄ αγόρια το πρωί / Και θ΄ απαιτήσουν / Άμεσον θηλασμόν / Των ονείρων τους».

 

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

 

1.
ανθρω πεινώ

Τον Μιχαήλ Παπαδόπουλο τον είχαμε πρωτογνωρίσαμε με την «ΣωΜΑ το ποίηση» (νήσος, 2012) και την «ανατολή ηλίου, αναστολή θανάτου» (Μανδραγόρας, 2014) όπου παρατηρήσαμε ότι ανοίγει νέους δρόμους στην ποίηση με την ιδιαίτερη αποφθεγματική του διατύπωση που στηρίζεται σε γλωσσικά λογοπαίγνια και μία αξιόλογη κι ευρηματική έκφραση… μέσα από το πρίσμα ενός ιδιάζοντος γλωσσοκεντρικού υπερρεαλισμού εμπλουτίζει τις συνθέσεις του με τη δύναμη της πολυσημίας των λέξεων[1].
Στο ίδιο πνεύμα ο Κύπριος ποιητής ακόμα μία φορά μας αναστατώνει με τη νέα του συλλογή «ανθρω πεινώ» (Μανδραγόρας, 2016). Στην ολιγόστιχη κατά βάση και χωρισμένη σε εννιά ευρύτερες ποιητικές συνθέσεις νέα του δουλειά, ο γλωσσικός υπερρεαλισμός βρίσκει έκφραση σχεδόν σε κάθε στίχο του.

Αξιοποιεί την υπερρεαλιστική μεταγλώσσα σε μία επανάσταση του ασυνείδητου και του συναισθήματος και της προσδίδει την ανοίκεια δομή μίας ποιητικής διαλέκτου. Ας μη λησμονούμε πως ο σουρεαλισμός δεν είναι μορφή της ποίησης. Είναι μια κραυγή του πνεύματος που ξαναγυρίζει στον εαυτό του με την απεγνωσμένη απόφαση να σπάσει τις αλυσίδες του. Και στην ανάγκη με υλικά σφυριά[2], ένα επαναστατικό κίνημα που λειτούργησε απελευθερωτικά για τον ποιητή και τη γλώσσα ως δομικό του υλικό.

Ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος εγκαταλείπει όμως την εικαστική του αποτύπωση και τον αναπροσανατολίζει στον γλωσσικό ορίζοντα. Ως αυθύπαρκτο γλωσσικό επίνειο ο στίχος του ξεπερνά την υποκειμενική θολότητα και την ονειρική αναπαραστατική αποτύπωση του παραδοσιακού σουρεαλισμού και γεννά μία πολύτροπη και πολυδιάστατη γλωσσική αντικειμενικότητα με έναν συναισθηματικό πλούτο (έκπληξη, αιφνιδιασμό, σαρκασμό, οργή) δίχως εξάρσεις· το συναίσθημα τίθεται πάντα από τον έλεγχο του ποιητή.

Η υπερρεαλιστική του όμως τοποθέτηση είναι πάντα ευδιάκριτη, καθώς στηρίζεται στη συνειρμική δύναμη του σημαινόμενου· ωστόσο ακόμα και η «διαλυμένη» λέξη διατηρεί την αυτοτέλειά της ως αυθυπόστατο ποιητικό θεμέλιο, άλλοτε ως σημαίνον κι άλλοτε ως σημαινόμενο· άλλες φορές παρα-ποιεί το σημαινόμενο μέσα από το ασυνείδητο δέσιμο του συναισθηματικού φορτίου με κάποιο ομόηχο ή παρώνυμο ως μία υπερρεαλιστική μετάλλαξη από την ακτινοβολία του πειραματισμού.

Η ποίηση του Μιχαήλ Παπαδόπουλου είναι οπτική και εγκεφαλική. Η δημιουργία ή ο (αν)ορθογραφικός (ανα)σχηματισμός μίας λέξης προσθέτει ένα ακόμα περιεχόμενο στο ποίημα, εύκολα αντιληπτό από τον αναγνώστη μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό (πχ το «ζω φρ αφή ζουν» στο ποίημα η ποίησή μου είναι που αποκτά το νόημα της ερωτικής ψαύσης).

Λεξογραφήματα με οδηγό τους συνειρμούς και την αυθόρμητη διάσπασή τους σε ένα υπερρεαλιστικό παιχνίδισμα λέξεων (το ποίημα αιμορραγεί, ανθρω πεινώ, 43, 49, 57). Ο ποιητής πλάθει λέξεις μέσα από διαλυμένα τμήματα άλλων, ανασκευάζει φωνήματα ορίζοντας εκ νέου την ορθογραφία τους και μεταθέτοντας το νοηματικό βάρος στη νέα «ανορθόγραφη» λέξη (η ποίησή μου είναι, ανθρω πεινώ, μια ζωή τετρ άδεια, αριθμητικές αρρυθμίες, το εγκόλπιον του καλού εραστή, μην ωμηλείτε εις τον οδηγό, η ποίηση είναι πόνος, από σωματοποίηση, εγώ).

Η ποιητική του όμως, εξαιρώντας τις αυτοαναφορικές συνθέσεις για την ποίηση (ανατο λυγμός, ο φθόνος της ποίησης, ο θηλασμός των ονείρων), είναι εξωστρεφής μέσα σε ένα εξπρεσιονιστικό πλαίσιο με μία λανθάνουσα σκηνική διάσταση. Μιλά για τη μοναξιά, την ασθένεια, τον πόνο και την απόγνωση, τον χορό, την διαλεκτική σχέση του ελληνικού πολιτισμού με την ανατολή. Το σχολείο αποτελεί ένα κομβικό σημείο του ποιητικού του ενδιαφέροντος (φθόνος, φόβος και φόνος, μια ζωή τετρ άδεια, μάθη ματωμένα τετρα άδεια, αριθμητικές αρρυθμίες), χωρίς να απουσιάζει η πολιτική ή κοινωνική κριτική (μαύρα πουλιά της δύσης, της ανατολής, το αίμα του αετού, parking son) ή το προσφυγικό (τα πουλιά της ανατολής) και η γυναίκα (σαν ρωσίδα Παναγία). Εξάλλου, ένας διάχυτος ερωτισμός εμβάλλει σε όλη τη συλλογή (λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω, ερωτικός αναλφαβητισμός, περί στήθους με διαφορά στίχους, ο καλπασμός της νεανίδος, το εγκόλπιον του καλού εραστή, εκείνο το βράδυ, η ποίησή μου είναι).

Αξίζει να επισημάνουμε την συχνή εμφάνιση του ζεϊμπέκικου στην ποιητική του (ποίηση, δελτίον καιρού, η ποίηση είναι πόνος), καθώς και την έμμεση αναφορά στον Νίκο Εγγονόπουλου με υιοθέτηση ενός τίτλου του μεγάλου υπερρεαλιστή ποιητή (μην ωμηλείτε εις τον οδηγό) ως. Ομοίως και η αναφορά στον Οδυσσέα Ελύτη (περί στήθους με διαφορά στίχους) αναγνωρίζοντας πώς όρισε το ποιητικό ήθος ο ποιητής όταν έγραφε για στήθος, δίχως ίχνος χυδαιότητας. Στην ποιητική όμως του Μιχαήλ Παπαδόπουλου υποβόσκουν οι επιρροές του Εμπειρίκου από την ορμή και την αγνότητα του ερωτισμού του.

Ως αρχιτέκτων σχεδιάζει και επιβλέπει την ανόρθωση ποιητικών τεχνουργημάτων με έναν γλωσσοκεντρικό προσανατολισμό. Μία ποιητική ανατολή φωτίζει το γλωσσικό του πειραματισμό. Άλλωστε τι θα ήταν ένας ποιητής χωρίς να πειραματίζεται με το βασικό του υλικό; Λέξεις διασπώμενες σε ηχητικά γραφήματα για τη σχάση του πυρήνα τους και τη διάχυση της συναισθηματικής έκρηξης του αναγνώστη.

Στην εποχή της εικόνας και του εύπεπτου προϊόντος προς πώληση, ο Μιχαήλ Παπαδόπουλου επιτίθεται με λέξεις και έναν συναισθηματισμό που φαντάζει τόσο παράλογος. Και γλωσσικός παραλογισμός του λειτουργεί ως αντίδοτο στην απολυτότητα του στείρου πολιτικού και δημοσιογραφικού λόγου με τη νατουραλιστική λογική του. Και ακριβώς αυτό το λεκτικό ρασιοναλισμό επιχειρεί να αποδομήσει συναισθηματικά μέσα από τις εκφραστικές του υπερβάσεις που ισορροπούν στην άκρη του ασυνείδητου με την υποστήριξη ενός γλωσσικού ονείρου.

 

2.
ΑΝΑΤΟΛΗ ΗΛΙΟΥ, ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ο υπερρεαλισμός για πολλούς αναλυτές και κριτικούς αποτελεί μία διαφορετική ποιητική διάλεκτο, ξεπερνώντας κατά πολύ την τάση όπως εμφανίστηκε κατά το Μεσοπόλεμο. Η υπερρεαλιστική έκφραση είναι μια μεταγλώσσα, μία επανάσταση του ασυνείδητου και του συναισθήματος κόντρα στη μηχανοποιημένη και λογικοκρατούμενη πραγματικότητα που εξοστρακίζει το θυμικό ως παρία.
Δεν είναι τυχαίο ότι επηρέασε όσο κανένα άλλο ρεύμα τις Τέχνες. Στην ποίηση ακόμα και σήμερα είναι εμφανής η παρουσία του. Ο θρυμματισμός του στίχου και η εικονοπλαστική εμμονή της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής αποτελούν σουρεαλιστικούς επιγόνους. Ωστόσο, καθώς η ποίηση είναι ένας γλωσσικός πειραματισμός με έμφαση στο συναίσθημα, ο υπερρεαλισμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος.
Και ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος -με την συλλογή «ανατολή ηλίου, αναστολή θανάτου» (Μανδραγόρας, 2014)- ακολουθεί τη μαχητική σουρεαλιστική πρωτοπορία του Μεσοπολέμου, δίνοντας μία γλωσσοκεντρική διάσταση. Στην ποίησή του ανθίζει ο κόσμος των λέξεων και αναδύεται το γλωσσικό υποσυνείδητο, η μαγεία μιας λεκτικής υπερπραγματικότητας που υποκαθιστά τη νοητική συμβατικότητα της γλώσσας προς όφελος της συναισθηματικής και συνειρμικής της ισχύος.

ο ποιητής ζει
υπό το κράτος του βλέμματός της
και υπό το έθνος των ματιών της

Η ποίηση του Παπαδόπουλου είναι ερωτική· χωρίς να προκαλεί, κινείται μεταξύ λαγνείας και ερωτικού συναισθήματος. Κυριαρχεί ο ρομαντισμός (πανσέληνος, μάτια, φιλί, ήλιος). Το ύφος του δεν είναι εξομολογητικό. Ποιητικό υποκείμενο είναι ένας -ανώνυμος- ποιητής, γοητευμένος από το αντικείμενο του πόθου του.
Η λιτή του διατύπωση διανθίζεται με επίθετα κι επιρρήματα που ενισχύοντας τη ρομαντική διάθεση αναδεικνύουν τη γλωσσική ευρηματικότητα της ποιητικής του. Η θραυσματική στιχουργία εντείνει το ανεκπλήρωτο πάθος σαν κραυγή πόνου. Ωστόσο, στην ποίηση του Παπαδόπουλου δεν κυριαρχεί κάποιο αίσθημα απογοήτευσης, παρά την ύπαρξή της σε κάποια λανθάνουσα μορφή. Ισορροπεί μεταξύ αισιοδοξίας κι απαισιοδοξίας· χαρακτηριστικό είναι ότι η «έκπληξη» του αναγνώστη από τη γλωσσική του εφευρετικότητα μειώνει/εκμηδενίζει τον όποιο πόνο και θλίψη.

βουβός ποιηματογράφος

Ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος ανοίγει νέους δρόμους στην ποίηση με την ιδιαίτερη αποφθεγματική του διατύπωση που στηρίζεται σε γλωσσικά λογοπαίγνια και μία αξιόλογη ευρηματική διατύπωση. Μέσα από το πρίσμα ενός ιδιάζοντος γλωσσοκεντρικού υπερρεαλισμού αξιοποιεί τα συνθετικά μέρη των λέξεων και τα συνδέει συνειρμικά με άλλες ομόηχες λέξεις, όπως βλ-αίμα, εφη-βία, μα-χαίρια (πανσέληνος μαχαίρια, αγαποιημένη και πάλιν, πανσέληνος ανορθογραφία) κι άλλοτε καινοτομεί με τη χρήση παρώνυμων (φύλαθλον βλέμμα, μου λύπης) ή παρηχήσεων (άφωνος σχέσις, δι-Αλογος).

Με τη γλωσσική προσέγγισή του εμπλουτίζει τις συνθέσεις του με τη δύναμη της πολυσημίας των λέξεων. Οι θρυμματισμένοι -παρώνυμοι- όροι ξεπερνούν το τυποποιημένο περιεχόμενο της λέξης με τη συμβατική ορθογραφία και επικονιάζονται με το μήνυμα της νέας λέξης (βλέμμα->βλ αίμα, συν φωνία->συν φονία κλπ). Έτσι μέσα από τη γλωσσική σουρεαλιστική του γραφή προστίθεται μία ακόμα έννοια στο στίχο, αλλάζοντας στην ουσία συνειρμικά το συναισθηματικό βάρος του.

Η ποίηση του Παπαδόπουλου δεν είναι απαγγελίας/ακουστική, αλλά οπτική/ανάγνωσης. Ο ακροατής αδυνατεί να συλλάβει το μήνυμα και το γλωσσικό ριζοσπαστισμό του δημιουργού, καθώς χάνεται η λεκτική αποτύπωση. Ωστόσο, οπτικά οι λέξεις με την ανορθογραφία, τη θρυμματισμένη σε συνθετικά μορφή τους και την αποκωδικοποίηση και επανακωδικοποίησή τους, ενισχύουν ακριβώς την αισθητικοαναρχική ουσία του αρχέγονου υπερρεαλισμού, μόλο που εκείνος στηρίζονταν στην εικόνα και το μήνυμα.
Ακόμα και η εικονοπλασία του υποτάσσεται στην εκφραστική δεινότητα του δημιουργού. Η εικόνα χάνει το λειτουργικό της ρόλο μέσα στο χώρο των συνθέσεών του, ακόμα κι αν οι μεταμοντέρνες υπερρεαλιστικές πινελιές σε συνδυασμό με τη γλωσσική δημιουργικότητά του επεκτείνονται χωρικά και θεματικά ως αλληγορική εικαστική αναπαράσταση με κεντρικό θέμα πάντα τον έρωτα. Μέσα από τη γλωσσοκεντρική σουρεαλιστική γραφή του Παπαδόπουλου αναδύεται ένας κόσμος ερωτικός και ονειρικός, άλλοτε λάγνος κι άλλες φορές αναζήτησης.
Ας μην παραβλέπουμε, εξάλλου, πως ο υπερρεαλισμός ήταν ένα κίνημα μέσα στη γενική δραστηριότητα της ανθρώπινης παρουσίας. Ο ευρύτερος στόχος του είναι ν’ απελευθερώσει όλες τις παραμέτρους που στοιχειώνουν το ανθρώπινο πρόσωπο, ν’ αποκαταστήσει στο λειτουργικό τους ρόλο την ύλη που αδρανοποιείται κάτω από την συντριπτική πίεση της νοησιαρχίας. Και αυτό ακριβώς επιτυγχάνει ο Παπαδόπουλος.
Αναδεικνύει όχι μόνο την οπτική απεικόνιση μιας λέξης ή την ηχητική της διάσταση, αλλά ταυτόχρονα τη διασπά μέχρι να βρει εκείνο το συναισθηματικό υπόβαθρο στα συνθετικά της μέρη -ή στα γράμματά της- που να εξυπηρετεί το δικό του μήνυμα, δίχως να απεμπολεί το αρχικό νόημα. Διαμαρτύρεται καλλιτεχνικά για τη συμβατική μονοκρατορία της χρήσης των λέξεων στην ποίηση με ένα μόνο σημαίνον και ένα συγκεκριμένο σημαινόμενο. Θέλει να φέρει στο φως από το χώρο του ασυνείδητου το γλωσσικό απωθημένο από το λογικό/συμβατικό με εισβολές και παύσεις αναδεικνύοντας ένα νέο σημαινόμενο και μία ρηξικέλευθη αλλαγή του σημαίνοντος.

 

 

ΜΕ ΤΟΝ «ΑΡΧΑΙΟ» ΨΥΧΟΛΟΓΟ ΔΡΑ Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ

του Μάριου Δημητρίου στην Εφημερίδα Σημερινή 25/8/2016

«Θεωρώ ότι η ελευθερία μου να γράφω ποίηση, συμπίπτει με την ελευθερία του ζεϊμπέκικου – δεν χρειάζομαι αλκοόλ ή άλλη ουσία, για να βγω να χορέψω, γιατί το ζεϊμπέκικο είναι ένα ελεύθερο, υπερρεαλιστικό ποίημα, όπου καταθέτω την ψυχή μου»

ΦΘΟΝΟΣ, ΦΟΒΟΣ και ΦΟΝΟΣ
Στον καθηγητικό σύλλογο:

«Εφηβική κατάθλιψη, πιθανές
αυτοκαταστροφικές αντιδράσεις»
Διάγνωση Ψυχολόγου
Ακούστηκε ένας πυροβολισμός
Ο Ψυχολόγος νεκρός
Η ομάδα υποχθόνιων καταστροφών
Απαγγέλει το κατηγορητήριο
Στη συνέχεια αφού ανέσυραν
τα Καλά σνικόφ τους
άρχισαν να πυροβολούν
Αυτοί που δεν ξέρουν να μιλούν
Αυτοί που αρνούνται να σκεφτούν
Αυτοί που δεν ξέρουν ν’ αγαπούν
τον εαυτό τους μισούν
Το παιδί που είναι μέσα τους φθονούν
Και πυροβολούν και το πυροβολούν
Με την αφέλειά τους ανά χείρας
Χειροκροτούν τον θάνατό τους
Η μειοψηφία των δασκάλων
εξερχόμενοι της αιθ ούσης
διερωτήθηκαν: Ω! οι πτωχοί
συνάδελφοι δεν κατάλαβαν πως
δεν πρόκειται για φόνο
Αλλά για αυτοκτονία
(Από τη συλλογή «Ανθρω πεινώ)

Μια νύχτα του καλοκαιριού του 2013, ο Δρ Μιχάλης Παπαδόπουλος, «αρχαίος… ψυχολόγος και νέος ποιητής», όπως ο ίδιος προσδιόρισε τον εαυτό του μιλώντας την περασμένη Δευτέρα (8 Αυγούστου 2016) στη «Σημερινή» του Σαββάτου, χόρεψε το βαρύ ζεϊμπέκικο «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου», σε μια ταβέρνα στην Αγία Άννα, σε πάρτι για την αφυπηρέτησή του, που οργάνωσαν οι συνάδελφοί του στο Υπουργείο Παιδείας.

Ενώ χόρευε, κάποιοι παρακείμενοι θαμώνες, ενθουσιασμένοι από τον αυθορμητισμό του, τον συνόδευσαν και συντρόφεψαν, τραγουδώντας και ανάβοντας ζιβανία σε ένα πιάτο! Μετά από 37 χρόνια συνεχούς υπηρεσίας ως εκπαιδευτικός ψυχολόγος, με σημαντικό έργο στα θέματα της σχολικής βίας και της νεανικής παραβατικότητας, ο Δρ Παπαδόπουλος αφυπηρετούσε πρόωρα, στα 61 του χρόνια, από τη θέση του Αναπληρωτή Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας.

Την άλλη μέρα το πρωί, όπως μας είπε, κάθισε κι έγραψε το ποίημα με τίτλο «Ζεϊμπέκικος ηδονή και οδύνη», που περιλαμβάνεται στη δεύτερη ποιητική συλλογή του, «Ανατολή ηλίου, αναστολή θανάτου», που εκείνη την περίοδο την είχε στα σκαριά και την εξέδωσε το 2014. To ζεϊμπέκικο είναι αναπόσπαστο μέρος της σκέψης του και έρχεται κι επανέρχεται στην ποίησή του. Να το συγκεκριμένο ποίημα:

Τα μάτια κλειστά
Το σώμα σχεδόν ακίνητο
Σκύβει στη γη
Ερωτοτροπεί μαζί της
Αυτή τον καταβροχθίζει
Σαν Αδη φαγον αιδοίον
Αυτός εκσπερματώνοντας την απελπισία του
Πεθαίνει
Ξαναγεννιέται
Ανάβει τσιγάρο
Υψώνει τα χέρια προς τον ουρανό
Θέλει να πετάξει
Το σώμα του
Να απαλλαγεί από το βάρος του
Να πάρει τη ψυχή του ανά χείρας
Και να αποδημήσει
Όπως τα αποδημητικά πουλιά

Όταν είσαι εκτός θέματος…

«Αυτό το τραγούδι με εκφράζει φιλοσοφικά, γιατί το ζεϊμπέκικο εκπηγάζει από την ίδια πηγή, του ονείρου και της ποίησης, δηλαδή από το ασυνείδητο, όπου καταθέτεις τη βαθιά ψυχή σου, χωρίς όρια, με πλήρη ελευθερία», παρατήρησε ο Δρ Παπαδόπουλος, μιλώντας στη «Σημερινή», στο σπίτι του στη Λεμεσό.

«Μου το είπε κι ο φίλος μου, ο ρεμπέτης τραγουδιστής Γιώργος Τζώρτζης: “Σε είδα που χόρευες ένα ζεϊμπέκικο, πραγματικό, βαρύ, σαν αλλόφρονας, δηλαδή δεν ήσουν από αυτούς που εκτελούν κάποια προκαθορισμένα βήματα, κατέθετες ψυχή”. Έτσι γίναμε αδελφοί και φίλοι με τον Γιώργο. Θεωρώ λοιπόν ότι η ελευθερία μου να γράφω ποίηση τα τελευταία χρόνια, συμπίπτει με την ελευθερία του ζεϊμπέκικου. Δεν χρειάζομαι αλκοόλ ή άλλη ουσία, για να βγω να χορέψω και θεωρώ ότι εκφράζω τον εαυτό μου αυτοσχεδιάζοντας – και κάθε φορά είναι διαφορετική.

»Είναι ένα ελεύθερο, υπερρεαλιστικό ποίημα το ζεϊμπέκικο, όπου καταθέτω την ψυχή μου. Μια φορά, χορεύοντας ένα από τα τελευταία ζεϊμπέκικα του Γιώργου Τζώρτζη, εντελώς αποκομμένος από τον κόσμο, πρόσεξα στο βίντεο που είδα αργότερα, ότι με είχε προσεγγίσει μια ωραιοτάτη κυρία κι εγώ… ούτε καν την είδα… όταν χορεύεις ζεϊμπέκικο, είσαι μόνος με τα πιο απόκρυφα μέρη της ψυχής σου, που δεν λογοκρίνει η λογική και η πραγματικότητα. Είσαι εκτός θέματος, που θα έλεγε και μια νομιμόφρων δασκάλα…».

Ένα πρωί στη θάλασσα της Λεμεσού

Να σημειώσουμε ότι ο ποιητής εμπνεύστηκε τον τίτλο της ποιητικής του συλλογής κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες, όπως μας τις περίγραψε: «Ένα βράδυ ένιωθα μια δυσθυμία… ήμουν λίγο down, για να το πω στην αγγλική έκφραση, που το αποδίδει καλύτερα… το πρωί που ξύπνησα, πήγα στον μώλο, στη θάλασσα της Λεμεσού, που είναι πολύ κοντά στο σπίτι μου, να δω την ανατολή. Όταν είδα εκείνο το ζεστό φως, μου ήρθε ο στίχος “ανατολή ηλίου, αναστολή θανάτου” και έτσι τιτλοφόρησα τη συλλογή…».

Όπως έγραψε μεταξύ άλλων ο ιστορικός και φιλόλογος Δήμος Χλωπτσιούδης, «ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος, με τη συλλογή “Ανατολή ηλίου, αναστολή θανάτου”, ακολουθεί τη μαχητική σουρεαλιστική πρωτοπορία του Μεσοπολέμου, δίνοντας μία γλωσσοκεντρική διάσταση. Στην ποίησή του ανθίζει ο κόσμος των λέξεων και αναδύεται το γλωσσικό υποσυνείδητο, η μαγεία μιας λεκτικής υπερ-πραγματικότητας, που υποκαθιστά τη νοητική συμβατικότητα της γλώσσας, προς όφελος της συναισθηματικής και συνειρμικής της ισχύος.

»Ο ποιητής ζει υπό το κράτος του βλέμματός της και υπό το έθνος των ματιών της. Η ποίηση του Παπαδόπουλου είναι ερωτική· χωρίς να προκαλεί, κινείται μεταξύ λαγνείας και ερωτικού συναισθήματος. Κυριαρχεί ο ρομαντισμός (πανσέληνος, μάτια, φιλί, ήλιος). Το ύφος του δεν είναι εξομολογητικό. Ποιητικό υποκείμενο είναι ένας ανώνυμος ποιητής, γοητευμένος από το αντικείμενο του πόθου του. Η λιτή του διατύπωση διανθίζεται με επίθετα κι επιρρήματα που ενισχύοντας τη ρομαντική διάθεση, αναδεικνύουν τη γλωσσική ευρηματικότητα της ποιητικής του.

» Η θραυσματική στιχουργία εντείνει το ανεκπλήρωτο πάθος σαν κραυγή πόνου. Ωστόσο, στην ποίηση του Παπαδόπουλου δεν κυριαρχεί κάποιο αίσθημα απογοήτευσης, παρά την ύπαρξή της σε κάποια λανθάνουσα μορφή. Ισορροπεί μεταξύ αισιοδοξίας κι απαισιοδοξίας· χαρακτηριστικό είναι ότι η “έκπληξη” του αναγνώστη από τη γλωσσική του εφευρετικότητα, μειώνει/εκμηδενίζει τον όποιο πόνο και θλίψη».

Ένας γλωσσοκεντρικός υπερρεαλισμός

«Ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος ανοίγει νέους δρόμους στην ποίηση, με την ιδιαίτερη αποφθεγματική του διατύπωση που στηρίζεται σε γλωσσικά λογοπαίγνια και μία αξιόλογη ευρηματική διατύπωση. Μέσα από το πρίσμα ενός ιδιάζοντος γλωσσοκεντρικού υπερρεαλισμού, αξιοποιεί τα συνθετικά μέρη των λέξεων και τα συνδέει συνειρμικά με άλλες ομόηχες λέξεις, όπως βλ. αίμα, εφη βία, μα χαίρια (πανσέληνος μαχαίρια, αγαποιημένη και πάλιν, πανσέληνος ανορθογραφία) κι άλλοτε καινοτομεί με τη χρήση παρώνυμων (φύλαθλον βλέμμα, μου λύπης) ή παρηχήσεων (άφωνος σχέσις, δι Αλογος).

»Με τη γλωσσική προσέγγισή του, εμπλουτίζει τις συνθέσεις του με τη δύναμη της πολυσημίας των λέξεων. Οι θρυμματισμένοι παρώνυμοι όροι ξεπερνούν το τυποποιημένο περιεχόμενο της λέξης με τη συμβατική ορθογραφία και επικονιάζονται με το μήνυμα της νέας λέξης (βλέμμα>βλ αίμα, συν φωνία>συν φονία κλπ). Έτσι μέσα από τη γλωσσική σουρεαλιστική του γραφή, προστίθεται μία ακόμα έννοια στο στίχο, αλλάζοντας στην ουσία συνειρμικά το συναισθηματικό βάρος του. Η ποίηση του Παπαδόπουλου δεν είναι απαγγελίας/ακουστική, αλλά οπτική/ανάγνωσης.

»Ο ακροατής αδυνατεί να συλλάβει το μήνυμα και το γλωσσικό ριζοσπαστισμό του δημιουργού, καθώς χάνεται η λεκτική αποτύπωση. Ωστόσο, οπτικά οι λέξεις με την ανορθογραφία, τη θρυμματισμένη σε συνθετικά μορφή τους και την αποκωδικοποίηση και επανακωδικοποίησή τους, ενισχύουν ακριβώς την αισθητικο-αναρχική ουσία του αρχέγονου υπερρεαλισμού, μόλο που εκείνος στηρίζονταν στην εικόνα και το μήνυμα.

»Ακόμα και η εικονοπλασία του υποτάσσεται στην εκφραστική δεινότητα του δημιουργού. Η εικόνα χάνει το λειτουργικό της ρόλο μέσα στο χώρο των συνθέσεών του, ακόμα κι αν οι μεταμοντέρνες υπερρεαλιστικές πινελιές σε συνδυασμό με τη γλωσσική δημιουργικότητά του επεκτείνονται χωρικά και θεματικά ως αλληγορική εικαστική αναπαράσταση, με κεντρικό θέμα πάντα τον έρωτα».

Ένας ερωτικός και ονειρικός κόσμος

«Μέσα από τη γλωσσοκεντρική, σουρεαλιστική γραφή του Παπαδόπουλου, αναδύεται ένας κόσμος ερωτικός και ονειρικός, άλλοτε λάγνος κι άλλες φορές αναζήτησης. Ας μην παραβλέπουμε, εξάλλου, πως ο υπερρεαλισμός ήταν ένα κίνημα μέσα στη γενική δραστηριότητα της ανθρώπινης παρουσίας. Ο ευρύτερος στόχος του είναι ν’ απελευθερώσει όλες τις παραμέτρους που στοιχειώνουν το ανθρώπινο πρόσωπο, ν’ αποκαταστήσει στο λειτουργικό τους ρόλο την ύλη που αδρανοποιείται κάτω από τη συντριπτική πίεση της νοησιαρχίας.

»Και αυτό ακριβώς επιτυγχάνει ο Παπαδόπουλος. Αναδεικνύει όχι μόνο την οπτική απεικόνιση μιας λέξης ή την ηχητική της διάσταση, αλλά ταυτόχρονα τη διασπά, μέχρι να βρει εκείνο το συναισθηματικό υπόβαθρο στα συνθετικά της μέρη ή στα γράμματά της που να εξυπηρετεί το δικό του μήνυμα, δίχως να απεμπολεί το αρχικό νόημα.

»Διαμαρτύρεται καλλιτεχνικά για τη συμβατική μονοκρατορία της χρήσης των λέξεων στην ποίηση με ένα μόνο σημαίνον και ένα συγκεκριμένο σημαινόμενο. Θέλει να φέρει στο φως από το χώρο του ασυνείδητου, το γλωσσικό απωθημένο από το λογικό/ συμβατικό, με εισβολές και παύσεις, αναδεικνύοντας ένα νέο σημαινόμενο και μία ρηξικέλευθη αλλαγή του σημαίνοντος».

Μια ενότητα για το ζεϊμπέκικο

Ο Δρ Μιχάλης Παπαδόπουλος 64 χρονών, πατέρας ενός γιου 38 και μιας κόρης 32 χρονών, είχε για το ζεϊμπέκικο ολόκληρη ενότητα, στην πρώτη ποιητική του συλλογή, «σωΜα το Ποίηση», που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Νήσος και είναι αφιερωμένο στον πατέρα του Κώστα «ποιητή της ζωής», όπως τον ακοκαλεί – ένα βιβλίο ερωτικής, υπερρεαλιστικής ποίησης, που εξέδωσε λίγους μήνες πριν αφυπηρετήσει, το 2012. Να ένα δείγμα της γραφής του:

Κάθε ζεϊμπεκιά
Του χάρου μαχαιριά
Παραγγελιά «Βρέχει φωτιά…»
Κι εγώ τη σβήνω με βήματα αργά

Τα καλύτερα ποιήματα τα γράφω
Με του ζεϊμπέκικου τα βήματα

Παίρνω τον θάνατο από το σβέρκο
Και τον χορεύω ζεϊμπέκικο

Στο δρόμο του φεγγαριού σου
Χορεύω χίλια ζεϊμπέκικα

Του ζεϊμπέκικου τα βήματα
Με οδηγούν στα μνήματα

Αφού μαχαίρωσα την απουσίαν σου
Θήλασα το γάλα του φεγγαριού
Ύστερα κοιμήθηκα
Και ξύπνησα χορεύοντας
Στο ζεϊμπέκικο σώμα σου

Βρέχεις φωτιά στη στράτα μου
Και δεν σε νοιάζει αν με κάψει

Επάγγελμα άνθρωπος και υπάλληλος…

Όπως αναφέραμε σε προηγούμενη συνέντευξη, τώρα βιώνει με ενθουσιασμό την ελευθερία να υπηρετεί ταυτόχρονα τις δύο μεγάλες του αγάπες, την ψυχολογία, εργαζόμενος ως ιδιώτης ψυχοθεραπευτής και την ποίηση, χωρίς τα βαρίδια των δημοσιοϋπαλληλικών περιορισμών.

«Έγραφα ποιήματα και στίχους επί των μεταλλικών φοριαμών, στα γραφεία της δημόσιας υπηρεσίας, για 33 χρόνια», μας είχε πει γελώντας, λίγους μήνες μετά την αφυπηρέτησή του. Έγραψε μεταξύ άλλων σε συγκινητική επιστολή του προς τους συναδέλφους του, τη μέρα της αφυπηρέτησής του: «Σε όλη τη διάρκεια της “θητείας” μου στο Υπουργείο της Παιδείας προσπαθούσα να “συμβιβάσω” τα δύο επαγγέλματα, τα οποία ο Σεφέρης θεωρεί “δραματικά ασυμβίβαστα”, το επάγγελμα του ανθρώπου και το επάγγελμα του υπαλλήλου.

»Γιατί είχα κι έχω πάντοτε επίγνωση πως η ψυχολογία είναι η κατ’ εξοχήν επιστήμη που ασχολείται με τον άνθρωπο, την ανάπτυξη και την εσωτερική του απελευθέρωση. Με τον λόγο της ψυχής εν τη κοινωνία. Γι’ αυτό και δεν ένιωσα ποτέ ως δημόσιος υπάλληλος, αλλά ως “μαχητής” που καλείται να υπερασπιστεί τον λόγο της ψυχής στην κοινωνία, όταν οι κοινωνικοί θεσμοί, οι νομοθεσίες και οι κοινωνικές πρακτικές τον υπονομεύουν».

Στους τεκέδες του έρωτα και του θανάτου

Τρία χρόνια μετά, το 2016, με τις τρεις ποιητικές συλλογές του που εκδόθηκαν στην Αθήνα, έχει ήδη αναγνωριστεί ως ένας από τους νέους ταλαντούχους ποιητές στην Ελλάδα, από σημαντικούς κριτικούς ποίησης, σε λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ άκουσε κολακευτικά σχόλια για την ποίησή του από τον 95χρονο σήμερα Νάνο Βαλαωρίτη, «τον μεγαλύτερο εν ζωή Έλληνα ποιητή και φίλο του Οδυσσέα Ελύτη και του Ανδρέα Εμπειρίκου», όπως τον χαρακτήρισε.
Φέτος, εκδόθηκε στην Αθήνα η τρίτη ποιητική συλλογή του, «Ανθρω πεινώ». Να το ποίημά του με τον τίτλο «Ποίηση»:

Η ποίηση
χορεύει τις λέξεις
Ζεϊμπέκικο
Στους τεκέδες
Του έρωτα και
Του θανάτου

Έγραψε για τη συλλογή η φιλόλογος Κρις Λιβανίου: «Ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος στο “Ανθρω πεινώ” γράφει μια μοντέρνα, εκκεντρική και ζωντανή ποίηση, και για να το κάνει αυτό επιλέγει -συνειδητά υποθέτω- να βγει απ’ την πεπατημένη και να αρχίσει να παρατηρεί και να αποτυπώνει αυτά που συμβαίνουν και διαδραματίζονται σήμερα, τώρα. Η κρυμμένη αλληγορία και ο υπερρεαλισμός, το αναμφίβολο θάρρος της ανατροπής και οι ανεστραμμένες ισορροπίες είναι τα δομικά συστατικά αυτής της συλλογής που παίζει με την επικαιρότητα και που αναγκάζει τελικά τον αναγνώστη να ξανασκεφτεί τα στεγανά του.

»Αυτό που προσωπικά μου άρεσε ιδιαίτερα, είναι το ότι ο Μ. Παπαδόπουλος παίζει με τις λέξεις ως αντικείμενα, τις “αντικειμενοποιεί” για να τις περιεργαστεί, να τις κόψει και να τις ράψει στα μέτρα του, να δει αν μπορούν να δείξουν κάτι άλλο από την όποια έννοια εξέφραζαν ώς τώρα. Παίζει με τον ρυθμό και τον ήχο σχεδόν πριν αγγίξει το ίδιο το νόημα και ταυτόχρονα αποστασιοποιείται και από τις λέξεις και από τις έννοιες για να κρυφτεί πίσω από τη μορφή.

»Τα ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή (εξαιρετικά δομημένη παρεμπιπτόντως), στηρίζονται στις ανατροπές για να παράγουν σκέψη και θέληση και κυρίως περιέργεια στον αναγνώστη όχι μόνο για την επόμενη σελίδα, αλλά και για το πώς και το γιατί εδραιωμένων καταστάσεων και συνθηκών. Διαλέγω ένα ακόμα από τα πολλά που απόλαυσα περισσότερο, με τον τίτλο “Μαύρα πουλιά της Δύσης”»:

Επέδραμαν νύκτωρ
Κατά του κειμένου-σώματος
του φεγγαριού
αφού το διαμέλισαν
έφαγαν τα συκώτια
και τις λέξεις του
Ένας Γλέζος
που κουβαλούσε στους ώμους του
την Ιστορία
Απ ορώντας
Μονολογούσε:
Ω αγράμματοι Δυτικοί Τοκογλύφοι
Δεν γνωρίζετε
Πως το φως και
Η γνώση του φεγγαριού
Δεν τρώγονται;

Ένα ποίημα για τη Πάρκινσον

Από την ποιητική συλλογή «Ανθρω πεινώ», το ακόλουθο ποίημα, που αφορά τη νόσο Πάρκινσον, την οποία αντιμετωπίζει ο ποιητής τα τελευταία οκτώ περίπου χρόνια:

PARKING SON
Μαγνητική τομογραφία
Ο εγκέφαλός μου στη γωνία
Αγωνία
Αποτέλεσμα: καθαρόν
Ουδέν το μεμπτόν
Αθωωθείς από την τεχνολογία
Παίρνω τον εγκέφαλόν μου ανά χείρας
Και εις την έξοδον του Νοσοκομείου
Επανα συλλαμβάνομαι από άνδρες
Της Νευρο λογικής Κλινικής
«Πρέπει να ανα κριθείς»
«Και να διαγνωσθείς»
Μετά το πέρας της κλινικής εξετάσεως
το Νευρο λογικόν εύρημα
με οδήγησε στον χώρο
στάθμευσης του Νοσοκομείου
με την ετυμηγορία
parking son

«Έγραψα το ποίημα αυτό», μας είπε, «ως έκφραση κάποιων συναισθημάτων, όταν βρίσκεσαι υπό το κράτος της ασθένειας… γιατί όταν το εκφράσεις, το καταπολεμάς ταυτόχρονα. Πρέπει να πω ότι νιώθω πολύ καλά, το παλεύω και παλεύοντάς το, γίνομαι ακόμα πιο δημιουργικός και στη δουλειά μου ως ψυχολόγος και στο έργο μου ως ποιητής».

Με τη Δόμνα Κώστα Παπαδόπουλου

Με την ευκαιρία της συνάντησής μας με τον Δρα Παπαδόπουλο, επισκεφθήκαμε μαζί τη μητέρα του Δόμνα, στο σπίτι της στην ενορία Αϊ-Γιάννη, κοντά στα Φώτα Συμιλλίδη στη Λεμεσό, που την περασμένη Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016, είχε τα 96α γενέθλιά της. (Τα γιόρτασε σε πάρτι που οργάνωσε η κόρη της, Δρ Νίκη-Παπαδοπούλου Παπά, Προϊστάμενη του Γραφείου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Υπουργείου Παιδείας).

«Το μυαλό μου είναι καλό, το φως μου είναι καλό, δόξα σοι ο Θεός πλέκω ακόμα», μας διαβεβαίωσε χαμογελαστή η κυρία Παπαδοπούλου, που κατάγεται από την Ανώγυρα και μας είπε πολλές ιστορίες από τα χρόνια της εκεί, πριν παντρευτεί τον Κώστα Παπαδόπουλο κι εγκατασταθούν στη Λεμεσό. (Ο Κώστας πέθανε πριν 18 χρόνια). «Με αγαπούσε και τον αγαπούσα πολύ», μας είπε. «Όταν ήμασταν αρραβωνιασμένοι και εγώ έμενα για πεντέξι μέρες στο χωριό μακριά του, μου έγραφε γράμματα και ποιήματα όπως αυτό: “Στην εκκλησία που θα πας, προσκύνα και για μένα, γιατί για σε Δομνίτσα μου, τα μάτια μου εν κλαμένα”…».

Ο Δρ Παπαδόπουλος περιέγραψε τη μητέρα του, πάντα πολύ δυναμική και ρεαλίστρια. «Ήταν ο υπουργός Οικονομικών που συστάριζε τα πράγματα στο σπίτι», σχολίασε χαριτολογώντας.

«Ο πατέρας μου δεν σκεφτόταν τα χρήματα, αλλά ήταν για εμάς ένα χρηματιστήριο αξιών και πάντως αν δεν ήταν η μάνα μου, θα κοιμόμασταν στις πέτρες, που λέει ο λόγος. Όταν ήμουν μικρό παιδάκι, ήταν υπερπροστατευτική μαζί μου, αλλά παραδεχόταν το μυαλό μου – γι’ αυτό και έγινα διανοούμενος… Το πρώτο μάθημα που πήρα από τη μητέρα μου, ήταν η δημιουργικότητα, η εργατικότητα και βέβαια η αισιοδοξία για τη ζωή, γιατί ήταν και είναι πάντα αγωνίστρια και πατά στη γη. Και το πιο σημαντικό, είναι ότι είχε πάθος για τα γράμματα, διάβαζε πολύ, παρά το ότι πήγε μόνο στο δημοτικό σχολείο και έγραψε και η ίδια δύο αυτοβιογραφικά βιβλία. Πρόκειται για κείμενα ποταμούς, όπου νομίζω έχει μόνο μια τελεία… είναι συνειρμική η γραφή της… και μιλά πολύ… εκείνο που τη χαρακτηρίζει είναι ο έρωτας του λόγου… να σου λέει συνεχώς ιστορίες».

……………………………………………

25/8/2016 Με το Μάριο Δημητρίου

Σε συνέχεια του προηγούμενου άρθρου μου για το προσχέδιο του βιβλίου του εκπαιδευτικού ψυχολόγου Δρα Μιχάλη Παπαδόπουλου με τίτλο «DSM, η αυτοκτονία της ψυχιατρικής», να αναφέρω ότι ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στη θεωρητική κριτική στο κυρίαρχο -αμερικανικό – μοντέλο της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας. Mε έμφαση σε αυτό που αποκαλεί «επινόηση “νέων ασθενειών” και “διαταραχών”, ιδιαίτερα στον χώρο της ψυχολογίας του παιδιού», αναλύει διεξοδικά και με επιστημονική τεκμηρίωση τα δεδομένα που αφορούν κυρίως την «περιβόητη», όπως τη χαρακτηρίζει, ΔΕΠΥ («Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής με ή χωρίς Υπερκινητικότητα») και περιγράφει τη δική του, προσωπική εμπλοκή, στο ζήτημα.

Γράφει μεταξύ άλλων: «Από την 37χρονη εμπειρία μου ως εκπαιδευτικός ψυχολόγος στο Υπουργείο Παιδείας, κλήθηκα και εξέτασα εκατοντάδες παιδιά, τα οποία διαγνώστηκαν από διάφορους ειδικούς ως “πάσχοντα” από ΔΕΠΥ. Σε πολλές από τις περιπτώσεις που μου παραπέμπονταν, μια αλλαγή σε παραμέτρους που σχετίζονταν με το σχολείο ή την οικογένεια, ανέτρεπε τη διάγνωση, εξαφανίζοντας τα κύρια σημεία της υπερκινητικότητας.

Σε μια περίπτωση, κλήθηκα επανειλημμένα από τον δάσκαλο και τον επιθεωρητή ενός μονοθέσιου αγροτικού σχολείου, να αντιμετωπίσω την περίπτωση ενός αγοριού που δεν μπορούσε να περιοριστεί μέσα στην τάξη, λόγω της υπερκινητικότητάς του, σε σημείο που έβγαινε συχνά έξω από την τάξη και ανέβαινε στα δέντρα της αυλής. Στα αγωνιώδη αιτήματα του δασκάλου, προς εμένα, για βοήθεια, δεν μπορούσα να ανταποκριθώ, καθώς τότε, τη δεκαετία του 1980, για περίπου δέκα χρόνια, ήμουν ο μόνος ψυχολόγος για όλα τα σχολεία της Λεμεσού και της Πάφου.

Τον επόμενο χρόνο πληροφορήθηκα ότι το παιδί δεν είχε πια πρόβλημα προσαρμογής και ότι άλλαξε ο δάσκαλος. Ο δάσκαλος είναι ένας παράγοντας που δεν θεωρείται από το DSM (αμερικανικό διαγνωστικό σύστημα ψυχικών διαταραχών) ότι διαδραματίζει κάποιο ρόλο στη συμπεριφορά των παιδιών.

»Ακόμη μια άλλη περίπτωση, είναι αυτή ενός αγοριού τρίτης τάξης δημοτικού, που διαγνώστηκε από ιδιώτη παιδοψυχίατρο με ΔΕΠΥ και μαθησιακές δυσκολίες, που ανέφερε στους γονείς πως το παιδί μετά δυσκολίας θα μπορούσε να ολοκληρώσει το Γυμνάσιο. Συνέστησε, δε, φαρμακοθεραπεία. Στη συνέχεια κλήθηκα να εξετάσω το παιδί, στο πλαίσιο της δουλειάς μου. Το παιδί ζωγράφισε μια οικογένεια, τοποθετώντας τον πατέρα στο κάτω δεξί μέρος της κόλλας, πολύ μακριά από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και συνάμα μικροσκοπικό.

Από την ένδειξη που μου υπεδείκνυε το σχέδιο της οικογένειας και την όλη κλινικο-ψυχολογική εξέταση, κατέληξα στο συμπέρασμα πως η πηγή της ανησυχίας και της υπερκινητικότητας του παιδιού, καθώς και οι δυσκολίες στη μάθηση, δεν οφείλονταν στη χημεία του εγκεφάλου, αλλά σε ψυχολογικούς λόγους που σχετίζονταν με την “απουσία” του πατέρα του. Αφού εξήγησα στον πατέρα τις αιτίες του προβλήματος, αυτός συνεργάστηκε, αλλάζοντας τη στάση του.

Τότε η δήθεν ΔΕΠΥ του παιδιού ετράπη εις άτακτον φυγήν και σήμερα το αγόρι είναι απόφοιτος αγγλικού πανεπιστημίου με μεταπτυχιακό δίπλωμα και ξεκίνησε να εργάζεται σε μεγάλη εταιρεία. Αυτές οι δύο περιπτώσεις, που είναι αντιπροσωπευτικές και πολλών άλλων, αποδεικνύουν το αυτονόητο, πως δηλαδή η επίδοση και η συμπεριφορά ενός παιδιού δεν μπορεί να καθορίζεται από έναν παράγοντα, τη βιολογία του, αγνοώντας το σχεσιακό, οικογενειακό, σχολικό και ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο».

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΔΑΝΙΗΛ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 26.10.2016

Η συλλογή Ανθρω πεινώ είναι η τρίτη ποιητική συλλογή του Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλου. Ο Παπαδόπουλος είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση ποιητή. Γεννημένος στη Λεμεσό της Κύπρου το 1952 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στα νεοελληνικά γράμματα, ώριμος εκφραστικά και ποιητικά, με τη συλλογή σωΜα το Ποίηση, εκδόσεις νήσος, το 2012, δηλαδή σε ηλικία εξήντα χρονών. Μολονότι το φαινόμενο της όψιμης εμφάνισης νέων και ταυτόχρονα ολοκληρωμένων δημιουργών, δεν είναι εντελώς ασυνήθιστο στην εποχή μας, τούτο εντοπίζεται περισσότερο στο χώρο της πεζογραφίας κι όχι της ποίησης (παράβαλε την περίπτωση του πεζογράφου Γιάννη Ατζακά: 1941, 2007, χρονιές γέννησης και πρώτης εμφάνισης στα γράμματα, αντίστοιχα). Οφείλω βέβαια να διευκρινίσω πως όψιμη χαρακτηρίζεται μόνο η δημόσια εμφάνιση του ποιητή και όχι η ενασχόλησή του με την ποίηση. Στην πρώτη του συλλογή συμπεριλαμβάνονται ποιήματα τα οποία φέρουν ως χρονολογική ένδειξη συγγραφής το 1987, το 1996 κ.ά. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι αλλιώς; Ο Παπαδόπουλος είναι από τις πλέον χαρακτηριστικές και ενδιαφέρουσες περιπτώσεις δημιουργών που για χρόνια ασχολούνται με την τέχνη τους σε ένα ιδιωτικό επίπεδο, διαμορφώνουν την εκφραστική και τα μέσα τους με συνεχόμενη τριβή με αυτή, και όταν αποφασίζουν τη δημόσια παρουσίασή τους, συνήθως η επιλογή αυτή συνδέεται με προσωπικές ή επαγγελματικές αλλαγές, παρουσιάζονται ως ολοκληρωμένοι δημιουργοί.
Ο Παπαδόπουλος σπούδασε ψυχολογία στη Γαλλία, εκπόνησε διδακτορική διατριβή για τον λειτουργικό αναλφαβητισμό και τον σχολικό αποκλεισμό, δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής σε Πανεπιστήμια της Γαλλίας και της Κύπρου, και εργάστηκε στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου. Πρόκειται για έναν μάχιμο επιστήμονα με συχνές δημόσιες παρεμβάσεις αναφορικά με ζητήματα που άπτονται του επιστημονικού του πεδίου: σχολική αποτυχία, ενδοσχολική βία, νεανική παραβατικότητα κ.ά. Η εμφάνισή του στα γράμματα συνέπεσε περίπου χρονικά με την αφυπηρέτησή του από την εργασία του. Έκτοτε ο Παπαδόπουλος, απελευθερωμένος από επαγγελματικές ή άλλες υποχρεώσεις και δεσμεύσεις υπηρετεί την ποίηση με πάθος και συνέπεια (τρία ποιητικά βιβλία σε διάστημα 4 χρόνων). Εισαγωγικά οφείλω επίσης να σημειώσω πως μολονότι ο Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλος είναι Κύπριος και έχει ως χώρο δράσης του την Κύπρο, η ποίησή του εντάσσεται στον ενιαίο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όχι λόγω της επιλογής του να εκδίδει σε ελλαδικούς εκδοτικούς οίκους, αλλά γιατί σε αυτό συντείνουν, όπως θα δούμε στη συνέχεια, οι τεχνοτροπικές, θεματικές και γλωσσικές του επιλογές.
Ένα από τα πρώτα ποιήματα της πρώτης του συλλογής επιγράφεται «Ποίηση» και ουσιαστικά αποτελεί τη δημοσιοποίηση της ποιητικής του ταυτότητας, καθώς σε αυτό εντοπίζονται τόσο οι καταβολές του όσο και οι αντιλήψεις του περί ποίησης και ποιητικής:

Ποίηση

Ποίηση είναι
Το ηδονικό παιγνίδι των λέξεων
Που συνευρίσκονται στις ακρογιαλιές του ονείρου
Ποίηση είναι
Η αντίσταση του Λόγου
Στην τάξη της Λογικής
Το πήδημα του Αλόγου
Η εκσφενδόνιση του σπέρματος
Στο σώμα του φεγγαριού
Ποίηση είναι
Η έκρηξη μολότοφ
Στα μούτρα του Ορθολογισμού
Ποίηση είναι
Η εμπειρίκειος στύση των λέξεων
Η συνουσία των Κυκλάδων
Στο κρεβάτι του Ελύτη
Ποίηση είναι
Η νικηφόρος ρομφαία της Επιθυμίας

Και πράγματι στην περίπτωση του Παπαδόπουλου παρατηρούμε την ευτυχή σύμπτωση προγραμματικών επιδιώξεων και ποιητικού αποτελέσματος. Η ποίησή του εγγράφεται στο ευρύτερο πλαίσιο της υπερρεαλιστικής ποίησης καθώς αντιστρατεύεται της Λογικής, επαναστατεί ενάντια στην μονοκρατορία του Ορθολογισμού, ανοίγεται στην απελευθέρωση της Επιθυμίας, στην καταγραφή του Ονείρου και στην νικηφόρα προέλαση του Έρωτα. Για τον Παπαδόπουλο οι λέξεις δεν είναι απλά το μέσο έκφρασης του ποιητικού του λόγου, είναι το υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα όνειρα, είναι η ίδια η φύση της ποίησής του. Ένας γλωσσοκεντρικός υπερρεαλισμός που ξαφνιάζει με την καινότροπη, την απρόσμενη, την ανοίκεια χρήση των λέξεων· οι λέξεις ανατέμνονται, με τρόπο που δεν υπακούει σε ετυμολογικούς ή γλωσσολογικούς κανόνες, και επαναλειτουργούν με σημασιολογικά φορτία που ενυπήρχαν σε αυτές, ήταν όμως αθέατα στην κοινή τους χρήση:

Της Ανατολής
Ιδού γιατί αγαπάμε
Την Ανατολή
Επειδή θηλά-ζει
Τα πουλιά και τις
Λ έξεις μας

ή

Η ποίησή μου είναι
Εγκε φαλλική
Οι λέξεις που εκκρίνονται
Ζω γρ αφή ζουν
Συν άψεις

Σε αυτήν όμως την ανοίκεια χρήση των λέξεων εδράζεται και μία επιφύλαξη που διατηρώ αναφορικά με την ποιητική του Παπαδόπουλου. Γνώμη μου είναι πως ορισμένες, ευτυχώς λίγες, φορές γίνεται κατάχρηση αυτής της τεχνικής, και ο στίχος εκπίπτει στο εύκολο λογοπαίγνιο, στο αφελές ευφυολόγημα: Σύκο χόρεψε κουκλί μου ή Ψύλλοι στ’ αυγά μου μπήκανε ή μου σπάσανε το ipad/ δυο παλιό χάκερς ψες αργά
Από τα παραπάνω, και από τον τρόπο που ο Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλου χειρίζεται τη γλώσσα, γίνεται κατανοητό πως η ποίησή του είναι μια ποίηση αμιγώς ελληνική, καθώς απευθύνεται αποκλειστικά στους χρήστες της ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για μια ποίηση που είναι αδύνατο να μεταφραστεί: Εμείς ή Αφτί ή υψηλή θερμό κρασί Αν ή το ποίημα «Αριθμητικές Αρρυθμίες»: Αρίθ μιση Αρ θυμοί ες/ Αρίθ μισοί Αρρυθ μύες […] ή το ποίημα «Ενοχές» Εν Όχι/ Εν Οχιές […]. Η ποίηση του Παπαδόπουλου απαιτεί την εγρήγορση, τη δημιουργική συμμετοχή του αναγνώστη, ο οποίος και θα πρέπει να εντοπίσει και να καταστήσει λειτουργικά τα ποικίλα σήματα που εκπέμπει το κάθε ποίημα· για το λόγο αυτό και είναι μια ποίηση που προορίζεται πρωτίστως για ανάγνωση και όχι για ακρόαση, καθώς καθίσταται πλήρως λειτουργική στην γραπτή της εκδοχή. Ελληνική όμως είναι η ποίηση του Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλου και για τον πρόσθετο λόγο ότι στο υπόστρωμά της εντοπίζει κανείς πτυχές του σύγχρονου νεοελληνικού πολιτισμού: τη δημιουργική συνομιλία με άλλους ποιητές, π.χ. Εμπειρίκο ή Ελύτη

«Περί στήθους με διαφορά στίχους»

«‘Ένα στήθος νέας γυναίκας
είναι ήδη άρθρο μελλοντικού Συντάγματος»
Χρειαζόταν ένας Ελύτης για να αναγν ορίσει
Το ήθος μέσα στο στήθος

ή τη συνομιλία με το λαϊκό τραγούδι και τον αγαπημένο στον ποιητή ζεϊμπέκικο χορό: Η ποίηση είναι Παραγγελιά / Ζεϊμπεκιά ή αλλού: η ποίηση/ χορεύει τις λέξεις/ Ζεϊμπέκικο/στους τεκέδες/ του έρωτα και/του θανάτου.
Στη θεματολογία της συλλογής Ανθρω πεινώ θα συναντήσουμε τη θεματική που χαρακτήριζε και τις δύο προηγούμενες ποιητικές συλλογές του Παπαδόπουλου: έρωτας και θάνατος, πόνος και πένθος, τραγούδι και χορός, ποίηση και ελευθερία. Εξίσου όμως ενδιαφέροντα είναι και τα ποιήματα εκείνα στα οποία η θεματική στρέφεται και σε άλλες κατευθύνσεις: π.χ. ποιήματα στα οποία διαφαίνεται η επαφή του ποιητή με το εκπαιδευτικό σύστημα, όπως το ποίημα «Μια ζωή Τετρ άδεια», ο ποιητικός σχολιασμός της νέας τεχνολογίας, όπως οι στίχοι Βλέμμα ή Ανάρτηση/ Χέρι ή Like […], ή η αναφορά του ποιητή στην ασθένειά του, με το πικρό, λυτρωτικό της χιούμορ:

Parking Son

Μαγνητική τομογραφία
Ο εγκέφαλός μου στη γωνία
Αγωνία
Αποτέλεσμα: καθαρόν
Ουδέν το μεμπτόν
Αθωωθείς από την τεχνολογία
Παίρνω τον εγκέφαλόν μου ανά χείρας
Και εις την έξοδον του Νοσοκομείου
Επανα συλλαμβάνομαι από άνδρες
Της Νευρο λογικής Κλινικής
«Πρέπει να ανα κριθείς»
«Και να διαγνωσθείς»
Μετά το πέρας της κλινικής εξετάσεως
το Νευρο λογικόν εύρημα
με οδήγησε στον χώρο
στάθμευσης του Νοσοκομείου
με την ετυμηγορία
parking son

Η όλη συλλογή είναι διαρθρωμένη σε εννέα ενότητες, διάρθρωση, κατά τη γνώμη μου, σχετικώς αμήχανη και διεκπεραιωτική. Τούτο γιατί φρονώ πως οι ενότητες είναι σχετικά άνισες και ετεροβαρείς ενώ δεν διακρίνεται κάποια εσωτερική συνοχή μεταξύ τους. Κατά τη γνώμη μου, οι ενότητες θα μπορούσαν να ήταν λιγότερες ή πιο ενισχυμένες από άποψη περιεχομένου· άλλωστε η όλη συλλογή είναι αρκετά σύντομη για να διαιρεθεί σε τόσες πολλές ενότητες: 35 συνολικά σύντομα ποιήματα.
Όταν το 2012 είχα έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με την ποίηση του Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλου μέσω της συλλογής του σωΜα το Ποίηση είχα εντυπωσιαστεί από τον τρόπο που χειρίζεται τη γλώσσα και τα ποιητικά του μέσα, από την ένταση και την ειλικρίνεια της φωνής του. Είχα όμως επιφυλάξεις για το εάν αυτή η ποιητική θα μπορούσε να δώσει και νέα κείμενα ή είχε εξαντληθεί σε εκείνη την εντυπωσιακή πρώτη εμφάνιση χωρίς στη συνέχεια απλά να επαναλαμβάνεται ή να τρέπεται σε μανιέρα. Οι δύο συλλογές που ακολούθησαν με τα ποιοτικά ποιητικά τους αποτελέσματα αποτελούν απάντηση σε εκείνες τις πρώτες μου επιφυλάξεις. Η πρώτη συλλογή είχε παρουσιαστεί σε εκδήλωση τον Δεκέμβρη του 2014 στο Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια της οποίας, εκτός από τις εισηγήσεις και τα ποιήματα που ακούστηκαν, ο ποιητής, όπως πληροφορήθηκα αργότερα, χόρεψε τον αγαπημένο του χορό. Μια ποιητική παρουσίαση εκείνης της παρουσίασης περιλαμβάνει ο Παπαδόπουλος στο νέο του βιβλίο. Το θέμα εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί αποτελεί μια από τις ελάχιστες ποιητικές μαρτυρίες που διαθέτουμε για το πώς οι δημιουργοί βιώνουν τις ολοένα και πιο συχνές στις μέρες μας παρουσιάσεις των βιβλίων τους. Παραθέτω ολόκληρο το ποίημα καταληκτικά, για τον επιπρόσθετο λόγο πως θεωρώ ότι είναι ένα αξιόλογο ποίημα που συμπυκνώνει εξαιρετικά τον ποιητικό κόσμο Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλου:

Δελτίον Καιρού

Ναι φ ώσεις με βροχές στίχων
ρημάτων, ποιημάτων και άλλων
«άχρηστων» σωματιδίων
αναμένονται κατά την ογδόην
μεταμεσημβρινή στο Σπίτι της Κύπρου
Η θερμοκρασία στους 46 βαθμούς φιλίας
Τότε ο Απόκληρος ποιητής
ανοίγοντας το αλεξιβρόχιόν του
ανέβηκε με ζεϊμπέκικα βήματα
στο φεγγάρι ανα φωνω όντας
Αυτό είναι πράγματι μια
Παρ ουσία ιαση!

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ

 

βαγγελης

 

Ο Βαγγέλης Τασιόπουλος γεννήθηκε στο Μελιγαλά της Μεσσηνίας. Σπούδασε παιδαγωγικά, ειδική αγωγή και ελληνικό πολιτισμό και εργάζεται στην εκπαίδευση. Έχει εκδώσει 8 ποιητικές συλλογές, 9 βιβλία για παιδιά και έχει μεταφράσει γύρω στα 60 παιδικά βιβλία.

Ποιητικές Συλλογές: (8)

Η εποχή της Άνοιξης, 1983
Το Νέον της Οδού, 1987
Το δάκρυ του Πολύφημου, 1992
Η μνήμη της σιωπής, 1995,
Οι Λάμιες του θολού βυθού, 1999
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979-1995, 2000
Γράνα, 2007
Οι μπαλάντες των εύχρηστων πραγμάτων 2017

Βιβλία για παιδιά: (9)

Δρακοντομυστικό, 1997
Κόσμο λένε την αυλή μας, 2000
Χίλιοι μύθοι ένα μαρούλι, 2000
Ο καλικάντζαρος που έχασε το δρόμο, 2000
Μύθοι από τους μύθους του Λαφονταίν 2001
Ο Τούφας στο Μεγάλο Δάσος, 2003
Η συμμορία του ΠΟΥΡ ΠΑΣ, 2006
Γιατί απέναντι; 2013
Τα καινούρια μου πόδια, 2015

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2003) Ο Τούφας στο μεγάλο δάσος

Μεταφράσεις παιδικών (60)

 

 

 

ΟΙ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ