ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

νασια

 

Γεννήθηκε στην Κύπρο το 1979. Σπούδασε Νομική και Διεθνές Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αντικείμενο με το οποίο ασχολείται επαγγελματικά. Είναι μητέρα της Μυρτώς.
Διηγήματά της έχουν περιληφθεί στη συλλογική έκδοση: «Η πόλη αυτή τη νύχτα» (Poema, 2014) και έχουν, επίσης, δημοσιευθεί σε έντυπα (Cadences, The Books’ Journal) και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά (poema, bibliotheque, falaina, frear, popaganda). Το 2017 εκδόθηκε η πρώτη της συλλογή διηγημάτων, με τίτλο «Περιττή ομορφιά» (εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα).

 

βιβλιο

 

ΠΕΡΙΤΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ (2017)

Δώδεκα διηγήματα απαρτίζουν το πρώτο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου.
Οι δώδεκα ιστορίες περιστρέφονται γύρω από ένα. κάθε φορά, πρόσωπο, το οποίο παρουσιάζεται σαν αποσπασμένο από τους άλλους ανθρώπους, έξω από κάποιο καθιερωμένο πλαίσιο. «Έχει πάντα την αίσθηση πως περπατά μόνη, ειδικά σήμερα, ολομόναχη στον κόσμο», διαβάζουμε στο διήγημα «Μια ευθεία», ενώ στη «Σχετικότητα»: «Κατέβαζε τα σκουπίδια, είχε γείτονες, τους απαντούσε· τους απαντούσε Όλα καλά». Χάρη στη συντομία, την ακρίβεια και τον ρυθμό τους που τα διηγήματα της συλλογής καταφέρνουν να αποτυπώσουν ή να υποδηλώσουν οριακές και απόλυτα προσωπικές για την ανθρώπινη ύπαρξη στιγμές, όπου ένα άτομο βρίσκεται σε πλήρη δοκιμασία ή πλήρη μοναξιά ή σε πλήρη ρήξη με τον υπόλοιπο κόσμο.
Η συγγραφέας καταπιάνεται με φαινομενικά «ασήμαντες» καταστάσεις, αποσκοπώντας όχι τόσο στο να διεισδύσει σε «σημαντικά» ή «σημαντικότερα» ζητήματα, όσο στο να αναδείξει ότι η ζωή ενυπάρχει, ενδεχομένως και με μεγαλύτερη ένταση, σε αυτά ακριβώς τα «μικρά»: τις απροσδόκητες φευγαλέες, ασύνδετες, ασυνάρτητες ή ανομολόγητες λεπτομέρειες της πράξης ή της συνείδησής μας. Ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα της κηδείας του παππού, η ασφυκτική ζέστη μέσα σ’ ένα καθηλωμένο αυτοκίνητο σε μια διάβαση πεζών, η πρώτη νυχτερινή περιπολία
ενός αστυνομικού, η ξενάγηση σε έναν υπαίθριο χώρο γλυπτικής, ένα παιδί που τρέχει πίσω από τη μαμά του σε ένα πάρκο, μια γυναίκα που προσπαθεί να κατανοήσει τη θεωρία της σχετικότητας… Με αυτές και άλλες αφορμές, σε ιστορίες χωρίς ιδιαίτερη πλοκή, γνωρίζουμε ή διαισθανόμαστε κάποια λανθάνουσα ή αποσιωπημένη εκδοχή του ψυχισμού του προσώπου -του πρωταγωνιστή ή του εαυτού μας- μια ενδότερη αλήθεια, μια ενδόμυχη καθήλωση σε έναν κόσμο στον οποίο, συνάμα, πρέπει διαρκώς
κανείς να επιβιώνει, είτε κυριολεκτικά («αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα του προσώπου το ψωμί, κατάρα. βλέπεις, κατάρα του Θεού» στο διήγημα «Ανάποδα») είτε με όρους ταυτότητας και ιδιοπροοωπίας («Εγώ ο πρώτος νεκρός Εγώ τα παιδιά και τα κεντήματα μου», στο διήγημα «Στο φως»).
Παρόλο που η συγγραφέας εκκινεί από διαφορετικούς θεματικούς άξονες ολόκληρη η συλλογή συγκροτείται ως ενότητα με άξονά της τη γυναικεία φιγούρα και τη διαχρονική σύνδεσή της με την αρχετυπική μορφή της Εύας την οποία ωστόσο επεκτείνει ή ανατρέπει. Ταυτόχρονα, ενώ αξιοποιούνται ποικίλες τεχνικές αφήγησης, το βιβλίο χαρακτηρίζεται συνολικά από τη χρήση συμβόλων και μεταφορικών αναγωγών, από την ποιητικότητα και την ποιότητα της γλώσσας και από την ένταση του πυκνού και αφαιρετικού λόγου.

 

ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

 

«Χαίρετε», είπε ο άντρας.
Ο αέρας ήταν παγωμένος, ασάλευτος, αψύς. Μύριζε λάσπη και σαπισμένα φύλλα, όχι ακόμα καπνό από οξιές, οι πυροστιές θα άναβαν σε λίγο.
Κάτω από τη χοντρή ζακέτα της —θα ’μοιάζε ίσως με σκιά πού γλιστράει μες στο σύθαμπο— βάδιζε γρήγορα προς τα κλουβιά. Όσο βαριά κι αν ήταν τα κιλίμια που ’ρίχνε πάνω τους, είχε πουλιά πεταρούδια, κουνέλια με μάτια μισόκλειστα- μακάρι να τα ’βρίσκε κουρνιασμένα το ένα στ’ άλλο, να ’χαν βαστάξει. Μονάχα τα βήματά της άκουγε ν’ αντηχούνε όσο σίμωνε. Ακόμα οι κραξιές, οι συριγμοί και τα φτερουγίσματα. Η μέρα χάραζε αβρή, σαν κάθε μέρα.
«Χαίρετε», της είπε κι ο πετεινός τινάχτηκε.
Πώς βρέθηκε μπροστά της, από πού, τί γύρευε εδώ στη γη της, τι τέτοιαν ώρα, ποιος ήταν ό ξένος;
«Χαίρετε», ξανάπε εκείνος.
Το χέρι της κύλησε αργά στην τσέπη κι έσφιξε τον μικρό σουγιά που κουβαλούσε, άλλοτε για τα φθαρτά, άλλοτε για τα ζιζάνια.
«Μη φοβάσαι», της μίλησε πάλι. Η αχλή σάμπως ν’ αραίωσε κι η λιγνή μορφή αχνοφάνηκε απέναντι της. «Τον άντρα σου ψάχνω.»
Ο παγωμένος αέρας αντιλάλησε συλλαβιστά τις λέξεις κι η γυναίκα αποκρίθηκε, σαν να υπάκουε σε διαταγή ή σε στερνή επιθυμία, φωνάζοντας δυνατά τ’ όνομα τού άντρα της.
Μια κίσσα σφύριξε την ίδια ώρα.
Καθώς ο άντρας πήγαινε σκυφτός στους στάβλους για το πρώτο άρμεγμα, έστρεψε το κεφάλι κι αντάμωσε από μακριά το βλέμμα της γυναίκας του. Πότε πρόλαβε και τη ζύγωσε, πότε έβαλε το κορμί μπροστά απ’ το δικό της, πότε η πάχνη παραμέρισε και φάνηκαν χλωμές οι πρώτες ηλιαχτίδες.
Έβγαλε τότε μια κραυγή: «Τί γυρεύεις εσύ μέσα στους ζωντανούς;
Με τα χέρια μου τράνταξα το σώμα σου και δε λύγιζε… Με τα δάχτυλά μου άγγιξα τη φλέβα σου και δε χτυπούσε… Με τα μάτια μου είδα τα πόδια σου μελανιασμένα, το πρόσωπο κάτωχρο…»
Λάλησε δεύτερη φορά ο πετεινός και σκίστηκε ο αέρας.
Ένα φορτηγό περνούσε από τον δρόμο κείνη την ώρα και μερικά άδεια κιβώτια ανεβοκατέβαιναν σκορπίζοντας ολόγυρα έναν τσίγκινο ήχο. Στα κλουβιά οι κότες αναπηδούσαν κι οι κατσίκες βέλαζαν στους στάβλους. Απ’ τις υδρορροές έσταζε νερό. Η γυναίκα έμενε γραπωμένη στο σώμα του άντρα της. Και, πίσω απ’ όλα, το ποτάμι κύλαγε αθόρυβα.
«Μη φοβάσαι», είπε ο ξένος. «Δεν ήρθα για πολύ. Ούτε για κακό ήρθα. Ποτέ για πολύ και ποτέ για κακό δεν ερχόμαστε.»
«Μη μιλάς, μη! Ήσουνα ζαρωμένος στο βαθούλωμα», απάντησε ο
άντρας, «δεν ήτανε για να ξαναμιλήσεις».
Δειλά η γυναίκα κοιτούσε τα μάτια που αντίκρυ της τρεμόπαιζαν —
αδρά, υγρά, μάτια του κόσμου τούτου. Ήταν τα ίδια σκούρα μάτια με του κοριτσιού που, λίγες μέρες πρωτύτερα, τυλιγμένο στο πανωφόρι του, είχε φέρει ο άντρας της από τις όχθες κοντά στο πέρασμα. Τάλα τους είπε πως τη λέγανε, μπορεί και Τάρα — το «ρ» φαίνεται πως δεν το ’χε πει ακόμα. Ένα βήμα στο πλάι έκανε τότε η γυναίκα, ξεσφίγγοντας τον σουγιά στην τσέπη της. «Αν ήρθες για την κόρη σου, δεν την έχουμε πια μαζί μας, άλλα είναι καλά.»
Τα λόγια της γλύκαναν σαν μύρο την παγωνιά και με μάτια πιο υγρά
απάντησε ευθύς ο ξένος: «Ήμουν εκεί, όλα τα είδα, το παιδί μαζεμένο δίπλα στο κουφάρι μου, σκοτάδι πίσσα, κι εγώ ούτε ένα χάδι, ένα νανούρισμα, να πέφτει η νύχτα, η πάχνη, να τρέμει το παιδάκι, κάπου να φωλιάσουνε τα δάχτυλά του, ύστερα η αυγή, ο θόρυβος του αυτοκινήτου, κάποιος να μας βοηθήσει, φώναξα’ στ’ αλήθεια φώναξα, κι ας ξέρω πώς δεν έχουν ήχο οι ψυχές- όμως μπορεί ένας Θεός να τις ακούει.»
«Μια κουκκίδα ήταν, μια τοσηδά σκιά ανάμεσα στις άλλες, πλάι στο
ποτάμι, εκεί στο πέρασμα.» Έτσι αποκρίθηκε ο άντρας. «Ο Θεός το
θέλησε, δεν ήτανε για να χαθεί. Πάμε τώρα μέσα, ξένε, μη στέκεις άλλο
στην παγωνιά.»
Στην κουζίνα η γυναίκα είχε νερό που κόχλαζε, θα ’κόβε φύλλα μέντας απ’ τις γλάστρες της στο λιακωτό, θά του ’φτιάχνε τσάι γλυκό, πολύ γλυκό, όπως το φτιάχνουνε στον τόπο του, να καρδαμώσει.
«Δεν έχει παγωνιά εκεί που θα περάσω, για μένα πια τελείωσαν τα
πάθια κι οι καημοί», απάντησε ο ξένος. «Μονάχα θα ’θελα, πριχού διαβώ,
τα γόνατά σας να αγκάλιαζα, να σας φιλούσα τις παλάμες. Ξέρω όμως
πως δεν γίνεται οι πεθαμένοι ν’ αγγίζουνε τους ζωντανούς.»
Τρίτη φορά λάλησε ο πετεινός, θρόισαν τα κυπαρίσσια στα χωράφια
αντίπερα, το κάλεσμα της καμπάνας έφτασε μερωμένο από το βάθος
του χωριού. Στους στάβλους τα ζώα δεν άντεχαν να περιμένουν άλλο. Ό άντρας κι η γυναίκα είχαν να ετοιμαστούνε για τη λειτουργία. Ξημέρωσε. Κυριακή.
«Σούκραν*», ήταν ή τελευταία λέξη πού άκουσαν.
«Σούκλαν», είχε πει δειλά και η Τάλα, που, από όλες τις σκιές, σκιές που χάνονται, εκεί, εδώ, στο πέρασμα, εκείνη ακόμα δεν ήτανε για να χαθεί.

* Σούκραν (Αραβική λέξη). Ευχαριστώ

 

ΑΝΑΠΟΔΑ

Κοιτώντας χάμω.
Έμειναν αντικριστά.
Ολάνθιστη μια κιτρομηλιά* στο πεζοδρόμιο.
Η σειρήνα του περιπολικού.
Για μερικές σοκολάτες.
Ρεύμα κρύου αέρα.
Η ντροπή στα σώματά τους.
Για μερικές σοκολάτες.

Από μέσα είχαν πεταχτεί τρία πακέτα τσιγάρα και μερικές σοκολάτες.
Η νάιλον σακούλα ανάμεσα, τριγύρω σκορπισμένες καραμέλες, κίτρινες, πράσινες, μπλε, κομμάτια από γυαλί, τσίχλες, γαριδάκια, χυμοί, ένα σταντ πεσμένο χάμω. Κοίταζαν χάμω.
Αναψοκοκκινισμένοι και οι δύο, αποκαμωμένοι
.
Κάθισε κι αυτός στο πάτωμα με την πλάτη στον απέναντι τοίχο.
Η καρδιά του κόντευε να σπάσει.
Δεν έβγαλε τσιμουδιά.
Η πόλη θα του φαινόταν κάποτε παράδεισος.
Ένα παιδί, σχεδόν παιδί.
Σύρθηκε κι ακούμπησε στον τοίχο.
Ένα παιδί ήτανε.

«Στάσου. Κοίταξε εκεί. Λοξά, εκεί, στο ψιλικατζίδικο. Τί γυρεύει μισάνοιχτη ή πόρτα τέτοια ώρα; Πάω να ρίξω μια ματιά. Ναι, εγώ. Εσύ μείν’ εδώ. Τον βλέπεις; Εσύ μείνε, ειδοποίησε. Εγώ τρέχω. Να τος, εκεί, μέσα, ένας είναι, στο βάθος, μόνος του, τον βλέπω καλά, δυο βήματα το μαγαζί όλο κι όλο, κρατά μια σακούλα, κάνει να σκαρφαλώσει, είναι στενό το παράθυρο, δε θα χωρέσει, τον έφτασα, έλα δω, πού θα πας, δε μου ξεφεύγεις, ρε μπαγάσα, στα πράσα πιάστηκες, στη φάκα, πού νομίζεις πως θα πας ρε, τον τραβώ απ’ το μανίκι, τον αρπάζω απ’ τον ώμο, γλιστράει, τον πιάνω απ’ τη μέση, μια σταλιά μέση, γλιστράει πάλι, τί ’ναι τούτος, τον κρατάω, τον κρατώ γερά, πώς κλοτσάει έτσι ο άτιμος, χέρια-πόδια το κεφάλι του, τινάζεται ισαπάνω, κάτσε κάτω, κάτσε σου λέω, βρομοαράπη, κάτσε, τον πιάνω τώρα απ’ τα μπράτσα, του ρίχνω μια στο στόμα, πέφτει στο πάτωμα, τού περνώ τις χειροπέδες.»

Με τα καλά της.
Η πόλη.
Πάτησε γκάζι.
Η πόλη τη νύχτα.
Έβαλε ταχύτητα.
Πώς θα ’ταν η πόλη με τους ανθρώπους να φορούν τα καλά τους;
Αναρωτήθηκε πώς θα ’τανε.
Γύρισε το κλειδί.

Δουλειά.
Και πώς αλλιώς θα σπούδαζε το κορίτσι του;
Πώς θα τα έβγαζαν πέρα;
Στην αστυνομία νυχτέρια, μεροκάματα το πρωί.
Ένα παιδί ήτανε, σχεδόν παιδί.
Έπειτα δουλειά, μόνο δουλειά.
Η πόλη του φαινόταν τότε παράδεισος.
Ένα παιδί ήτανε όταν πρωτοήρθε.
Δεν θυμάται από πότε είχε να κατέβει βραδιάτικα στην πόλη.
Μπαίνει στο αμάξι.

Άνοιξη δείλι γεννήθηκε.
Αυτή η μυρωδιά του θύμιζε την κόρη του.
Είχε φεγγάρι, μοσχοβολούσαν οι κιτρομηλιές.
Βγήκε έξω.
Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη.
Βούρτσισε τα παπούτσια, έδεσε τα κορδόνια, πέρασε τη ζώνη του.
Έβαλε ριγέ πουκάμισο και το μοναδικό του τζίν παντελόνι.
Τί φοράνε σε τέτοιες περιπτώσεις;
Πασαλείφτηκε με κολόνια.
Ξυρίστηκε.
Νερό.

«Πώς είσαι, κορίτσι μου; Στη δουλειά σε πετυχαίνω; Μα ακόμα δουλεύεις; Ναι, η διαφορά στην ώρα, το ξέρω, αλλά και πάλι αργά δεν είναι;
Εντάξει, δε γκρινιάζω. Σου τα ’λεγα όμως, να ’βρισκες κάτι εδώ, συγυρισμένα πράγματα, εδώ, κοντά μας. Να δεις πώς φούντωσαν οι κιτρομηλιές στον κήπο! Καλά, δεν ξαναρχίζω, ένα αστείο έκανα, μη θυμώνεις. Οι τρελοί σου καλά; Πώς αλλιώς να τους πω, βρε κορίτσι μου;
Εντάξει, η δουλειά σου είναι, το ξέρω, μη θυμώνεις. Εντάξει, γι’ άλλο σε πήρα.
»Απόψε βγαίνω την πρώτη μου περιπολία. Μάλιστα, εγώ. Τώρα
στα γεράματα, ναι, θα το ζήσω κι αυτό. Καταργήσανε τις κρατικές φρουρές, θέλουνε, λέει, ιδιώτες. Κι έτσι, στο άψε-σβήσε, μάς έδωσαν άλλα καθήκοντα.
»Τί να γίνει, αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα
του προσώπου το ψωμί, κατάρα, βλέπεις, κατάρα του Θεού.
»Μην ανησυχείς, όχι, δε θα ’μαι μόνος. Μα, κι έτσι να ’ταν, κρατιέται ο γέρος σου, ακόμα κρατιέται. Το άλλο δε σ’ το ’πα, θα είμαστε
υπό κάλυψη. Με πολιτικά, μάλιστα. Να ήσουν εδώ να με καμάρωνες!
«Γελάς, κορίτσι μου, γελάς, πάντα να γελάς. Ναι, παιδί μου, σε
ζητάνε, κλείνω, ναι, ακούω πού σε φωνάζουν, τ’ ακούω, κι ας μην καταλαβαίνω γρι. Μια λέξη ξέρω μόνο απ’ αυτή τη γλώσσα, “chocolates”,
ναι, από τότε τη θυμάμαι, τότε που τρέχαμε ξοπίσω στους Εγγλέζους,
μωρά ακόμα, για μερικές σοκολάτες. Για μερικές σοκολάτες.
«Γεια σου, κορίτσι μου. ’Εσύ να προσέχεις. Εσύ.»

* κιτρομηλιά Η νερατζιά στα Κυπριακά.

 

ΔΥΟ ΓΑΤΕΣ

Είναι το σπίτι μου. Στο κέντρο του δυο γάτες. Δεν ξέρω το φύλο τους.
Τις φωνάζω «Άννα».
Η μία παρδαλή. Με λευκό φουντωτό τρίχωμα, αφήνει σημάδια όπου
κι αν τρίβεται. Και με κανελιές βουλές, σαν σκορπισμένες λίμνες, μπορεί σαν αραιωμένα σύννεφα, μπορεί σαν πεσμένα φύλλα.
Στο χρώμα της στάχτης η άλλη — χρώμα σκούρο, παχύ, ομοιογενές. Με μακριά μουστάκια κι έντονα μάτια —κατάμαυρες κόρες, ίδιες
πευκοβελόνες, κατάμαυρα φρύδια, τεντωμένες χορδές— που με ακολουθούν.
Με ακολουθούν καθώς αυτή περπατά ολόισια, ανασηκώνοντας ένα- ένα τα πόδια. Κάθε της κίνηση ακριβής, αυτοτελής, σίγουρη, αλλά και
σε απόλυτη αρμονία με την επόμενη· θυμίζει σχοινοβάτη, θυμίζει χειρουργό η μπαλαρίνα. Η άκρη της ουράς ανασηκωμένη, ευθυγραμμισμένη η ραχοκοκαλιά, στητό το κεφάλι, τα αυτιά της ακονίζουν τον αέρα, καραδοκώντας. Ξύνει τον τοίχο και λυγίζει επιδέξια περνώντας κάτω από την καρέκλα ή πηδώντας στο σκαμπό πλάι στο κλειδωμένο παράθυρο. Η κουρτίνα θροΐζει, αυτή σταματά τότε απότομα, εστιάζει, κυρτώνει τη ράχη- τίποτε δεν μπορεί να πλησιάσει, περιφρουρεί τα σύνορά μας. Άγρυπνη. Τα μάτια της δυο καθρέφτες —γνώση: το καλό ή το κακό— που αντανακλούν στο σκοτάδι.
Η άλλη γέρνει νωχελικά στον καναπέ μισοκλείνοντας τα βλέφαρα.
Ρονρονίζει ξαπλωμένη ανάσκελα και αλλάζει θέση ανάλογα με το πού
πέφτει ο ήλιος. Κυλιέται και γραπώνεται από τα κρόσσια. Βγάζει έπειτα
γλώσσα και πιάνει να γλείφεται από τα μαξιλαράκια των πελμάτων μέχρι το κεφάλι, στο σβέρκο, στην κοιλιά, ανάμεσα στα σκέλια. Η κίνησή της θυμίζει βρύα που κυματίζουν, ολόκληρη μια λίμνη, μπορεί σύννεφα που πάλλονται, μπορεί φύλλα πού ξεσηκώνουν το χώμα.
Απλώνω τα δάχτυλα, τα κοφτερά δοντάκια της γαντζώνονται στο δέρμα μου, τραχιά ηδονή το σύρσιμο της γλώσσας της τα ποδάρια της τυλίγονται γύρω από το χέρι μου, το κορμί της συστέλλεται, κορμί και χέρι πια δεν ξεχωρίζουν, σπαρταρούν ρυθμικά. Σπαρταρούν ρυθμικά οι κουρτίνες, το παράθυρο ανοίγει —ζωή — , οι κουρτίνες ξεχύνονται, χρώματα.
Η άλλη σέρνεται κροταλίζοντας. Κάθεται στα πισινά πόδια και στήνει το σώμα της παράλληλα στο δικό μου. Η σκιά μου πέφτει πάνω της και παίρνει το καθαρό, αλύγιστο σχήμα της. Η άλλη νιαουρίζει ζωηρά και συνεχίζει να πιπιλά τα δάχτυλά μου, τρίβει τη μουσούδα της στον λαιμό μου, ξετυλίγει ανάμεσα στα πόδια μου κουβάρια χρωματιστό μαλλί. Η άλλη δείχνει τα νύχια της, βγάζει μικρούς υπόκωφους ρόγχους και μου φέρνει έναν πνιγμένο ποντικό. Η άλλη συνεχίζει ξέπνοη να κλώθει ολόγυρά μου χρωματιστό μαλλί. Η άλλη στοιβάζει μπροστά μου κι άλλους πνιγμένους ποντικούς. Η άλλη κι άλλο μαλλί. Η άλλη κι άλλους ποντικούς.
Πώς βρέθηκαν τόσοι ποντικοί μέσα στο σπίτι μου — είναι αυτό το σπίτι μου; Το κεφάλι μου βουίζει, θέλω να βγω έξω, κλειδωμένα τα
παράθυρα, χρειάζομαι σώμα — ποιο είναι το σώμα μου; Τα παράθυρα
ορθάνοιχτα, ρουφούν τον αέρα μου, θέλω να βγω έξω, ανοίγω το στόμα — είναι αυτό το στόμα μου; Κανένας ήχος — ποια είναι ή φωνή μου; Χώνω τα δάχτυλα στο λαρύγγι- φτύνω χρωματιστούς κόμπους, φτύνω διαμελισμένους ποντικούς. Θέλω το έξω, το έξω μου.
Απλώνω τα χέρια στο δέντρο — ποιο δέντρο είναι αλήθεια αυτό; Δυο
δέντρα, δυο γάτες σκαρφαλώνουν στα δέντρα, ζωή, γνώση, η μια κι άλλο μαλλί, ή άλλη κι άλλους ποντικούς, βλέπω τα χείλη μου να σχηματίζουν ένα όνομα, βλέπω τα χέρια μου ν’ ανεβαίνουν πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις γάτες, βλέπω ένα ξίφος, βλέπω τώρα το ξίφος να πέφτει με φόρα.

Ξέρω πως αμέσως μετά δεν θα υπάρχω.
Ποιό είναι το όνομά μου;
Πετάγομαι.
Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα.
Με λένε Ένα.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Δρ. ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής Περιττή Ομορφιά της Νάσιας Διονυσίου (Αθήνα: Το Ροδακιό 2017), το οποίο τιτλοφορείται «Στην Έξοδο» (σσ. 52–56), μια γυναίκα κινείται προς την άκρη μιας ξύλινης προβλήτας. Η κίνηση αυτή έχει κάτι από τη βιβλική Έξοδο· είναι η απαραίτητη τελική δοκιμασία, που απαιτείται πριν από την απόλαυση της μεγάλης Επαγγελίας, της μετάβασης σε έναν άλλο κόσμο, όπου «άφθονο θα ρέει το μέλι και το γάλα» (σ. 54). Πριν περάσουν, όμως, οι άνθρωποι στη νέα αυτή σφαίρα της ύπαρξής τους, πρέπει να ρίξουν στο νερό το ένα πράγμα που θα ήθελαν να μεταφέρει η θάλασσα ­­— μια προσωποποιημένη δύναμη, περισσότερο σκοτεινή παρά σωτήρια — στον νέο τους κόσμο.

Η γυναίκα δεν κουβαλάει τίποτα, παρά μόνο το παιδί που μεγαλώνει στα σπλάχνα της και το οποίο παλεύει τώρα να γεννηθεί με τους πόνους που η Κατάρα έχει επιβάλει στην ανθρωπότητα. Η γυναίκα κάνει αυτό που κανείς άλλος δεν επιχειρεί: δεν κινείται προς την έξοδο μηχανικά, σαν ρομπότ. Προσπαθεί να ελέγξει την κίνησή της, να κρατηθεί, να μην γεννήσει τώρα, να μην βασιστεί στη θάλασσα να μεταφέρει το παιδί της στον άλλο κόσμο· να κρατήσει μέσα της το παιδί και να το γεννήσει με τους δικούς της όρους, αφού άλλωστε «στον τόπο της Επαγγελίας, στον Παράδεισο, στον Κήπο της Εδέμ» δεν θα υπάρχει πόνος, θλίψη ή στεναγμός.

Τη γυναίκα τη διαχωρίζει από το πλήθος η εμμονή του διερευνητικού της πνεύματος, μια φωνή που ακατασίγαστη μέσα της κραυγάζει και αμφισβητεί τα ηγεμονικά αφηγήματα (της πατριαρχίας και του χριστιανισμού — του χριστιανισμού που κατάντησε συνώνυμος της πατριαρχίας και μιας κοσμοθεώρησης που θέλει να κάνει τη ζωή σκέτη προσμονή θανάτου). Αν όλα θα είναι τέλεια στον τόπο της Επαγγελίας, τότε τι; Όλα αυτά που ζήσαμε μέχρι τώρα ήταν μάταια, περιττά; Άραγε ο Κήπος –– που ολοένα και περισσότερο μοιάζει με την επιστροφή στην απώτατη Αρχή αλλά ταυτόχρονα και με την κατάληξη στην ύστατη γαλήνη της ανυπαρξίας –– ο Κήπος, λοιπόν, άραγε, ακυρώνει τη ζωή; Η απάντηση είναι προφανώς καταφατική. Ναι, σύμφωνα με τη δεσπόζουσα, δεσποτική αφήγηση, ό,τι υπάρχει έξω από τον Κήπο δεν είναι παρά γύμνασμα για την επιστροφή σε αυτόν, γύμνασμα που χάνει την αξία του τη στιγμή της επιστροφής. Αλλά καθώς οι ανταύγειες από το σέλας «βάφουν με φως το νερό, τον ουρανό, τη στεριά» πριν σβήσουν (σ. 56), η Γυναίκα ­­— και μαζί η συλλογή — καταλήγουν στο συμπέρασμά τους: ναι, η ζωή, αφού προέρχεται από την άβυσσο και καταλήγει στην άβυσσο, μπορεί να είναι περιττή, αλλά είναι όμορφη. Είναι Περιττή Ομορφιά.
Το καταληκτικό διήγημα της συλλογής συμπυκνώνει τα βασικά θεματικά και τεχνοτροπικά της χαρακτηριστικά. Η συλλογή αποτελείται από δώδεκα «διηγήματα»· σε λίγα όμως από αυτά ο αναγνώστης θα εντοπίσει τα γνωρίσματα της παραδοσιακής μυθοπλασίας (καμπυλοειδείς μύθους με αρχή, κορύφωση και τέλος· ολοκληρωμένους, ρεαλιστικούς, τρισδιάστατους χαρακτήρες, κ.λπ.). Πρόκειται περισσότερο για ποιητικότροπα αφηγήματα, πυρηνικές μονάχα ιστορίες, πλούσιες σε εικόνες, μεταφορές, αφαιρέσεις, αισθήσεις και αισθήματα, κάποιες από τις οποίες (π.χ. το εναρκτήριο, «Στο φως») διαβάζονται αβίαστα ως πεζά ποιήματα. Το αφηγηματικό πλαίσιο είναι πότε συγκεκριμένο (η ελληνική επαρχία, μια πόλη, ένα διαμέρισμα η Κύπρος του σήμερα), πότε αφηρημένο (ένα «κάπου»), πότε εντελώς (παρα)μυθικό ή συγχωνευμένο με το μυθικό του φόντο.

Η συλλογή κλείνει με μια πορεία προς την «Έξοδο», αλλά ανοίγει, όπως είπαμε, με μια κίνηση «Στο φως» (σσ. 9–11). Το αρχικό αφήγημα είναι το πιο ποιητικό ίσως κείμενό της. Τα δύο, αρχικό και τελικό, είναι ποικιλοτρόπως συνδεδεμένα και στο θεματικό επίπεδο. Η συλλογή είναι στην ουσία της μια συνεκτική, ενιαία αφηγηματική σύνθεση, μια κυκλική πορεία από την Απαρχή στην Έξοδο της ζωής, από το Φως στο Σκοτάδι και πάλι στο Φως (ή έστω την ανακάλυψη πως και μες στο σκοτάδι μπορεί να λάμψει για λίγο το φως, ως Σέλας). Στους ενδιάμεσους σταθμούς αυτής της πορείας διαδραματίζονται όλα εκείνα τα συμβάντα, που καθιστούν τη ζωή Περιττή αλλά Όμορφη, ακόμη και μες την ασχήμια της: ο Έρωτας, η Σεξουαλικότητα, η Μητρότητα, η Βιοτική Πάλη, η Κοινωνική Αδικία, η Μετανάστευση, η Προσφυγιά, η Επιβίωση, η Απώλεια, η Μοναξιά, η Επανασύνδεση, η Γαλήνη.

Όπως υπονοεί τόσο η «Έξοδος» όσο και το «Φως» («…καὶ ἐγένετο φῶς…») την Περιττή Ομορφιά διατρέχει ως βασικό διακείμενο η Βίβλος:

Το Βιβλίο της Εξόδου: Η Έξοδος είναι κίνηση προς τη Γη της Επαγγελίας αλλά και προς τον Θάνατο (κίνηση αντίθετη με τα διδάγματα του ενστίκτου αλλά ταυτόσημη σύμφωνα με τα διδάγματα του χριστιανισμού). Κάποτε, όπως στο τελευταίο διήγημα, γίνεται εκούσια και με μια αίσθηση αυτοδυναμίας και πληρότητας. Άλλοτε όμως, όπως «Στο πέρασμα» (σσ. 20–23), είναι κίνηση τραγική: είναι η μακρά πορεία των Σύρων προσφύγων προς τη δική τους έξοδο από την απειλή του πολέμου, η οποία επίσης προϋποθέτει τη διάβαση του υγρού στοιχείου –– μόνο που γι’ αυτούς κανείς Γιεχβά και κανείς Μωυσής δεν θα ανοίξει πέρασμα μέσα από το νερό. Στο «Πέρασμα», ο ποταμός Έβρος γίνεται άλλη Νεκρά Θάλασσα, αλλά αυτός επειδή ξεβράζει τους πρόσφυγες νεκρούς –– αν και, ως εκ θαύματος, όχι όλους: κάποιοι θα σωθούν, κάποιοι άλλοι θα επιστρέψουν προσώρας από τον κόσμο των πνευμάτων, για να ευχαριστήσουν τους αγαθούς ανθρώπους που περιέσωσαν την ελπίδα της αναγέννησης.
Η Καινή Διαθήκη και ειδικά η προσευχή του Χριστού στο Όρος των Ελαιών εμφανίζεται στο διήγημα «Γιος Γυναίκας» (σσ. 30–32), στο οποίο μαεστρικά η εστίαση μετατοπίζεται από τον αμφιταλαντευόμενο Χριστό στη Μητέρα του, από τον Ευαγγελιστή στον Ρίτσο και από τον δοκιμαζόμενο Θεάνθρωπο στον νεκρό εργάτη της Θεσσαλονίκης του 1936, τον οποίο θρηνεί σπαρακτικά η μάνα του στον «Επιτάφιο», όπως η Παναγιά τον νεκρό Ιησού, χωρίς όμως να μπορεί να ελπίζει σε Ανάσταση. Ο «Γιος Γυναίκας», όπως και το «Ανάποδα» (βλ. παρακάτω) είναι τα μοναδικά διηγήματα στα οποία η αφηγηματική φωνή είναι ανδρική· και στα δύο όμως είναι οι γυναίκες πίσω από τους άνδρες που όντως πρωταγωνιστούν. Στον πειρασμό του, ο Ιησούς της Διονυσίου αρνείται το παραδοσιακό ανδρικό πρότυπο του ηρωισμού, το οποίο ταιριαστά αρθρώνεται με πλαστά ποιητικά τσιτάτα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που παραπέμπουν σε ηρωικά δημοτικά τραγούδια (ακριτικά, κλέφτικα, παραλογές). Τα ποιήματα αυτά κατασκευάζουν πρότυπα για «του ανδρειωμένου το παιδί». Καθώς όμως η φωνή του Ιησού τα συμπλέκει αφενός με τον «Επιτάφιο» αφετέρου με τον «Θρήνο της Παναγιάς», είναι λες και οι γυναικείες φωνές των δύο τελευταίων ποιημάτων κατακεραυνώνουν και ματαιώνουν, ματαίως έστω, το αξιακό σύστημα που οδήγησε τα παιδιά τους στον θάνατο.
Πρωτίστως, όμως, στη συλλογή κυριαρχεί ως κεντρικό διακείμενο το Βιβλίο της Γένεσης. Η ιστορία του Κάιν και του Άβελ είναι το υπόβαθρο του πιο εκτενούς, διαπεραστικού και άρτιου από τα διηγήματα της Περιττής Ομορφιάς, του «Φράκτη» (σσ. 24–29). Το θέμα του διηγήματος είναι η υποκριτική, αδαής μας ξενοφοβία. Στις πρώτες του παραγράφους το διήγημα έχει κάτι από την ειρωνεία της πολιτικής παραβολής-αλληγορίας ενός Βασιλικού, ενός Φραγκιά, ενός Μαλεβίτση. Το βιβλικό διακείμενο του Κάιν εισάγεται στο δεύτερο μέρος –– υπέροχα υπονομευμένο: διότι, όπως και στον «Γιο Γυναίκας» πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας δεν είναι ο άνδρας που κυριαρχεί στο πρωταρχικό κείμενο, αλλά μια γυναίκα, η Μάνα: η Μάνα του Φονιά και η Μάνα του Νεκρού, που εν προκειμένω είναι βεβαίως μία και η αυτή.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: αυτή η μορφή, στις ποικίλες μυθικές και κοινωνικές υποστάσεις της, είναι ο κεντρικός πρωταγωνιστής των αφηγημάτων της Περιττής Ομορφιάς. Πάντοτε (σχεδόν) ανώνυμη, αλλά πάντοτε τοποθετημένη σε ευδιάκριτα ρεαλιστικά πλαίσια, τα οποία όμως προβάλλονται στην προοπτική του μύθου και δη του βιβλικού. Γιατί το αρχέτυπο της Γυναίκας που διατρέχει τη συλλογή είναι εκείνο που κυριαρχεί στο ιουδαιοχριστιανικό φαντασιακό, η Εύα:

Η Εύα ως η εκπεπτωκυία δύναμη της απόκλισης από τα Πατριαρχικά προτάγματα και τις Αρσενικές επιταγές, που επισύρει εις βάρος και του Αρσενικού τη θεϊκή οργή και δέχεται ως ποινή για την υπερβασία της «τα πάθια και τους καημούς του κόσμου» (η φώκια του Παπαδιαμάντη που μοιρολογεί καθίσταται ένα ακόμη αρχέτυπο αυτής της εκδοχής του Θηλυκού): τους πόνους της γέννας, τον σπαραγμό της μάνας που στερείται το παιδί της («Γιος Γυναίκας», σσ. 30–32· «Ο φράκτης», σσ. 24–29), την ανάγκη της καρτερικής υποταγής στην ανδρική βιαιότητα («Τα κλειδιά», σσ. 16–19), τον κοινωνικό ρατσισμό και τη μοναξιά εξαιτίας μιας ασήμαντης φυσικής ατέλειας («Μια ευθεία», σσ. 37–40).
Είναι όμως επίσης και μια άλλη Εύα, η ασυγκράτητη δύναμη της γυναικείας σεξουαλικότητας, η επιθετική, λυτήρια Ορμή του Θηλυκού, η Γυναίκα που οι άνδρες θέλουν να παραμερίσουν ως επικίνδυνη, άτοπη, «τρελή», να τη δαμάσουν ενσωματώνοντάς τη βίαια στις δικές τους δομές, να την καταστήσουν ήμερο κατοικίδιο («Δυο Γάτες», σσ. 41–43). Αλλά εκείνη επιστρέφει σε όλο της το γυμνό μεγαλείο πίσω στον Κήπο της Εδέμ, για να διεκδικήσει όσα της στερήσανε («Ζωντανή Γυμνή Γυναίκα», σσ. 12–15). Η Γυναίκα ως Λίλιθ, το Αρχέτυπο πριν από το Αρχέτυπο του Θηλυκού, το σύγχρονο φεμινιστικό σύμβολο, που εξορίζεται τόσο από τον κήπο της Εδέμ όσο και από το βιβλίο της Γενέσεως. Εξορίζεται, εξορκίζεται, αλλά δεν εξαφανίζεται και είναι έτοιμη να βυθίσει ακόμη και το ξίφος στο στήθος της, να θυσιάσει το φθαρτό σώμα που έχει γίνει σῆμα της ψυχής της, φυλακή χτισμένη από το Αρσενικό, προκειμένου να αποτάξει το δοτά ονόματα («Άννα», «Αθανασία») και να επιστρέψει στο μόνο όνομα που της ανήκει: «Εύα. Με λένε Εύα» («Δυο Γάτες», σ. 43).
Η Περιττή Ομορφιά της συλλογής είναι εν τέλει η Γυναίκα, η Ομορφιά που ενίοτε φαντάζει Περιττή στον κόσμο των ανδρών: διωκόμενη, βαλλόμενη, θυματοποιούμενη. Το αφηγηματικό νήμα που συνδέει τα αφηγήματα της Περιττής Ομορφιάς είναι, όπως σημειώνει η ίδια η Διονυσίου σε ιδιωτική μας συνομιλία, «η σχέση της σύγχρονης γυναίκας με τη γεννήτορά της, καθώς κι η οριζόντια σχέση ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες κάθε εποχής και τόπου». Η Γυναίκα ως αρχέγονη μήτρα, ως τροφός, ως ζωτική ορμή, που εγκλωβίζεται και καλουπώνεται και ετεροπροσδιορίζεται ασφυκτικά, αλλά παλεύει, σε ένα αιώνιο παράδοξο, να ανακτήσει, να επαναβιώσει την πρώτη συνείδηση του Εαυτού της, να υπάρξει εκ νέου «Στο φως».

Σε ένα μόνο διήγημα της συλλογής συμβαίνουν όλα «Ανάποδα» (σσ. 33–36), κι όμως κι εδώ η σκληρότητα της κόρης είναι μορφή αντίστασης, επανάστασης και δίκαιης τιμωρίας. Το αγόρι, που κάποτε ζητιάνευε σοκολάτες από τους Εγγλέζους αποικιοκράτες, τώρα, όντας ο ίδιος όργανο ασφαλείας, συλλαμβάνει και βρίζει έναν «βρωμοαράπη», σχεδόν παιδί, που επιχειρεί να σουφρώσει λίγα γλυκά από ένα ψιλικατζίδικο. Το πρώην παιδί, που δεν έζησε ως παιδί, διότι πάντοτε έπρεπε να δουλεύει, γίνεται πατέρας, που δεν χαίρεται το παιδί του, γιατί η κόρη του, την οποία σπούδασε με αίμα, κάνει καριέρα και ζωή, πού αλλού, στην Αγγλία. Η ελευθερία της κοπέλας είναι σχεδόν σαδιστική, ο τρόπος που αδειάζει τον πατέρα της βάναυσος, αλλά κάτι στο διήγημα αυτό δεν σε αφήνει να τον λυπηθείς και πολύ.

Όταν πιάνεις στα χέρια σου ένα από τα κομψοτεχνήματα των εκδόσεων Το Ροδακιό της Τζούλιας Τσιακίρη, προκαταλαμβάνεσαι θετικά έναντι του βιβλίου και του συγγραφέα μόνο και μόνο από τη σαγήνη της τυπογραφίας, πριν καλά-καλά διαβάσεις έστω μία λέξη: ιδανικό μεσαίο σχήμα, εξώφυλλα που τραβούν το μάτι χωρίς να είναι κραυγαλέα, χαρτί που το νιώθεις στα δάχτυλα σαν λείο δέρμα γυναίκας και μια υπέροχη, στρογγυλή γραμματοσειρά σαν καλοσχηματισμένο στήθος, που πολύ θα ήθελα να μάθω πώς λέγεται και πώς θα μπορούσα να την κλέψω (Ναι, μην σοκάρεστε, η ανάγνωση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ερωτική πράξη)! Το Ροδακιό το αγάπησα κυρίως χάρη στις ποιητικές συλλογές του Πέτρου Στεφανέα. Τώρα προσθέτω στα θέλγητρά του την Περισσής Ομορφιάς, αφηγηματικής δύναμης, θεματικής ρώμης και γλωσσικού κάλλους συλλογή της Νάσιας Διονυσίου.

Το βιβλίο αυτό προσθέτει μία ακόμη αιτία να πιστεύουμε ότι κάτι καλό συμβαίνει, μια άνοιξη συντελείται, στα κυπριακά γράμματα τα τελευταία χρόνια. Καλώς ή κακώς οι Κύπριοι καλλιτέχνες αποδεσμεύονται σιγά­-σιγά από τη θρηνωδία της χαμένης πατρίδας και αναζητούν νέους ορίζοντες –– ακόμη και όταν γράφουν για την ίδια την κυπριακή ιστορία, όπως ο… έτερος Καππαδόκης της σύγχρονης (γυναικείας) γραφής στην Κύπρο, η Κωνσταντία Σωτηρίου. Η Σωτηρίου έκανε αίσθηση με την Αϊσέ και μπορεί να θεωρείται πλέον καθιερωμένη χάρη στις Φωνές από Χώμα. Η Διονυσίου δείχνει με την Περιττή Ομορφιά ότι διαθέτει γραφίδα αλλιώτικη, αλλά εξίσου διεισδυτική και ελπιδοφόρα. Αναμένουμε με ενθουσιασμό τα επόμενα βήματά της.

https://antonispetrides.wordpress.com/2017/08/07/nasia-dionysiou-peritti-omorfia/

 

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Άνευ 64 (Φθινόπωρο 2017) 102-109

Με το πρώτο αυτό βιβλίο της η Νάσια Διονυσίου δείχνει ότι κατέχει το χάρισμα της γραφής· μιας γραφής ιδιαίτερης, στην οποία επανέρχονται στοιχεία της ποίησης (η εικόνα, η μεταφορά, η αφαίρεση, η υποβολή) και μια ιδιόμορφη προσέγγιση στα πράγματα. Όμως χρειάζεται να προσεχθεί αυτό το πάντρεμα της ποίησης με την πρόζα, ώστε η πρώτη να μη λειτουργεί σε βάρος της δεύτερης.
Δεν πρόκειται για διηγήματα με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Ούτε ζητάμε από τους νέους συγγραφείς να γράψουν παραδοσιακά διηγήματα ή να εφαρμόσουν πιστά οποιαδήποτε δομικά ή άλλα συστατικά του είδους. Αλλά, από τη στιγμή που η συγγραφέας επιλέγει να καλλιεργήσει το διήγημα ή το ποιητικό αφήγημα (δεν μιλάμε για πεζό ποίημα), θα ήταν καλά να μείνει στην περιοχή της πρόζας. Δηλαδή, όση γοητεία ή μυστήριο και αν προκαλούν η αμφισημία, η αφαίρεση και η υποβολή, θα θέλαμε μια πιο αφηγηματική, πιο εμπράγματη γλώσσα, που να μη χάνεται μέσα σε ασάφειες και υπονοούμενα.
Ακόμα και όταν η συγγραφέας εκκινεί από προσωπικές εμπειρίες και άλλα γεγονότα (η κύηση μιας νέας ζωής, η κηδεία του παππού, ο θάνατος ενός πρόσφυγα από τη Συρία στον Έβρο κτλ.), προτιμά να τα αποδώσει με φευγαλέες εικόνες, με αφαιρετική γραφή και υπονοούμενα, με τεμαχισμένη, σπειροειδή αφήγηση. Επιλέγει να υπαινιχθεί τα πράγματα και να σκιαγραφήσει έναν ρευστό, ομιχλώδη αφηγηματικό κόσμο, που χάνει το περίγραμμά του ή δεν μας αποκαλύπτει τα μυστικά του. Ο αναγνώστης καλείται να ξαναγράψει τα αφηγήματα αυτά, να βάλει σε τάξη το ρευστό αφηγηματικό υλικό και να δώσει δικές του ερμηνείες ή προεκτάσεις σε ό,τι υπονοείται ή αποσιωπάται.
Στα περισσότερα κείμενα δεσπόζει ως κεντρική μορφή η γυναίκα· η γυναικεία ευαισθησία και αντίληψη, το γυναικείο σώμα, που συνταιριάζονται με μια ενδοσκοπική γραφή, η οποία αποδιδόταν παλαιότερα σε γυναίκες συγγραφείς (αν και η άποψη αυτή είναι μάλλον ξεπερασμένη). Στο πρώτο κείμενο της συλλογής («Στο φως»), μέσα από αφαιρετικές και αλληγορικές εικόνες, υποψιαζόμαστε ότι το γυναικείο σώμα βρίσκεται στην κορύφωση της άνθισης και της έκρηξής του (παραλληλίζεται με σεισμό και λάβα), τη στιγμή που φέρνει στο φως μια νέα ζωή. Στην εμπειρία της εγκυμοσύνης αναφέρεται και το τελευταίο αφήγημα του βιβλίου («Στην έξοδο»), που είναι ακόμη πιο σιβυλλικό. Εδώ παρακολουθούμε μια νέα γυναίκα να περπατά πάνω σε μια ξύλινη προβλήτα δίπλα στη θάλασσα, ενώ νιώθει μέσα της το σκίρτημα του εμβρύου που κυοφορεί. Καθώς είναι υποχρεωμένη να μεταβεί σε έναν άλλο, ιδανικό τόπο, χωρίς να πάρει οτιδήποτε μαζί της, αποφασίζει να πέσει στη θάλασσα και να πνιγεί. Το αφήγημα αυτό, ίσως το καλύτερο του τόμου, κλείνει με τα λόγια: «Περιττή ομορφιά. Η ζωή». Οι δύο πρώτες λέξεις αποτελούν τον τίτλο του βιβλίου και, μαζί με τα συμφραζόμενά τους, τον φωτίζουν.
Και στα υπόλοιπα κείμενα η Ν. Διονυσίου δεν αποβλέπει να διηγηθεί μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, αλλά να αποτυπώσει φευγαλέες εικόνες και μετέωρες καταστάσεις, που δεν καταλήγουν πουθενά: Μια γυναίκα τρέχει γυμνή στον δρόμο και προκαλεί ερωτηματικά σε όσους τη βλέπουν («Ζωντανή γυμνή γυναίκα»). Στο χιονισμένο τοπίο που κατακλύζει το αφήγημα «Ο φράχτης», με τους «χιονοσκεπτικιστές» και τον «χιονένιο φράχτη», τα δημοψηφίσματα, τις συγκρούσεις και τις διμερείς συμφωνίες, αντιλαμβανόμαστε ότι υπόκειται το άλυτο πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου. Αλλού («Γιος γυναίκας»), μέσα από στίχους από τον Επιτάφιο του Ρίτσου και από δημώδη άσματα, παρακολουθούμε την ανθρώπινη διάσταση του Ιησού στο Όρος των Ελαιών, καθώς αρνείται να θυσιαστεί για τους ανθρώπους. Μια απόπειρα ληστείας («Ανάποδα»), η σχέση μιας έγκλειστης γυναίκας με τις δύο γάτες της («Δύο γάτες»), η εικόνα μιας ξένης γυναίκας που περπατά σε απόσταση από το κοριτσάκι της σε πάρκο («Μια ευθεία»), ένα αρχετυπικό ζευγάρι που επιχειρεί να ανα-γνωρίσει το έτερον ήμισυ («Σημάδια αναγνώρισης») και οι σκέψεις μιας άλλης μοναχικής γυναίκας που απευθύνεται στον εαυτό της («Σχετικότητα») είναι οι βασικοί θεματικοί άξονες που περνούν στα υπόλοιπα κείμενα της συλλογής.
Ανεξάρτητα από τις παρατηρήσεις ή επιφυλάξεις που σημειώνονται εδώ, πιστεύουμε ότι η πρώτη αυτή εμφάνιση της Ν. Διονυσίου αξίζει να προσεχθεί. Αναμένουμε όμως να δούμε τη συνέχεια.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ

Περιοδικό Διόραμα

Μια ιχνηλασία αυτοσυνείδησης και αυτοεπικοινωνίας

Καθόλου δεν περιττεύει η ομορφιά, η επάρκεια της αισθητικής πρόθεσης,
το υψηλό επίπεδο στοχασμού εφοδιασμένου με νόημα και αξία στα δώδεκα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου
«Περιττή Ομορφιά», η πρώτη εντύπωση που κυριαρχεί και προβάλλεται
είναι μια ποιητική γραφή που επιτυγχάνει με αφαιρετική τεχνική να εμβαθύνει στα υπαρξιακά ερωτήματα των όντων.
Τα διηγήματά της είναι ένα ανιδιοτελές παιχνίδι μιας άκρως ευαίσθητης ψυχής, η οποία επενδύει στη διανοητική πράξη, για να αποκωδικοποιήσει και να αποκρυσταλλώσει με τόλμη μια σειρά βιωματικών εμπειριών, στοχασμών και προκλήσεων, ως ιχνηλασία αυτοσυνείδησης και αυτοεπικοινωνίας.
Η συλλογή της Νάσιας Διονυσίου «Περιττή Ομορφιά» εμφανίζεται σε μια χρονική περίοδο που επικρατούν άλλου είδους ρητορικές, αυθαιρεσίες, ελλείψεις και εξοικείωση με τη σύγχυση. Μέσα από ένα εντελώς νέο πρίσμα αντίληψης της γραφής και του στοχασμού επιτυγχάνει να ξεφύγει από τις υπάρχουσες ανούσιες καταγραφές και να προβάλλει ως μια ενόραση και παλινόρθωση ενός πνεύματος και μιας εμπνευσμένης καρδιάς. Οι ιστορίες της εμφανίζονται μέσα από μια ιεροτελεστία γραφής, αναγνώρισης, ανάλυσης και ομολογίας.
Η συγγραφέας διοχετεύει στα κείμενά της βαθύτατους ανθρωπιστικούς στοχασμούς, υπαρξιακούς προβληματισμούς και μια υψηλή αισθητική διατύπωσης των σκέψεών της.

…«Απλώνω τα χέρια στο δέντρο – ποιο δέντρο είναι αλήθεια αυτό; Δυο δέντρα, δυο γάτες σκαρφαλώνουν στα δέντρα, ζωή, γνώση, η μια και άλλο μαλλί, η άλλη κι άλλους ποντικούς, βλέπω τα χείλη μου να σχηματίζουν ένα όνομα, βλέπω τα χέρια μου ν’ ανεβαίνουν πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις γάτες, βλέπω ένα ξίφος, βλέπω τώρα το ξίφος να πέφτει με φόρα.
Ξέρω πως αμέσως μετά δεν θα υπάρχω.
Ποιο είναι το όνομά μου;
Πετάγομαι.
Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα.
Με λένε Εύα…»

(Δύο γάτες)

Αποκαλυπτική, θεμελιωμένη σε μια συνεκτική στάση, παραστατική και αληθινή η γραφή της, γίνεται προϊόν γενεσιουργό ταυτισμένο με την ποιότητα, την επινόηση και την αξίωση.
Ειλικρινής, στοχαστική και, προπάντων, ποιοτική μετρά τις δυνάμεις της με πάθος, σκέφτεται με το σώμα, πλουτίζει το συναίσθημα με τη δριμύτητα της καρδιάς. Περνά μέσα από τη δοκιμασία ψυχής – σώματος γνώσης και επίγνωσης, μνήμης και ανάμνησης, παραληρήματος και σιωπής, αισθησιασμού
και τραγωδίας. Η συγγραφέας εντοπίζει τη σχέση αυτών των ζευγαριών και νιώθει στο πετσί της τη σκληρή και χαοτική κατάσταση που την περιβάλλει. Όμως, γύρω της αναπτύσσει ένα πνευματικό περίβλημα που αφενός την προστατεύει ως άνθρωπο και αφετέρου της δίνει τη δυνατότητα, με βάση τους ηθικούς και συναισθηματικούς της άξονες, να συνδυάσει το πολύ προσωπικό της ύφος – μεγάλο πλεονέκτημα – με την εικονοποιία και το πλούσιο διανοητικό στοιχείο που κατέχει.
Οι αισθήσεις της κατακλύζονται από τη μοναξιά των ανθρώπων, την αδιαφορία των πολλών, τον πόνο των αδικημένων, την απώλεια αγαπημένων προσώπων, τον αποκλεισμό του χρώματος από τη ζωή και τη διαφάνεια του σύμπαντος.
Αιώνια υπαρξιακά θέματα αναζητούν την κάθαρση. Αδημονούν για μια καινούργια αρχή, μια νέα αυγή.
Η Διονυσίου γίνεται καθρέφτης των προσώπων που τη συνοδεύουν στην καθημερινότητα, γίνεται φωνή στη σιωπή τους, κραυγή στη δοκιμασία τους, συνέχεια και γι’ αυτούς που έχουν φύγει μια ανάμνηση.

… «Άνοιξη δείλι γεννήθηκε.
Αυτή η μυρωδιά του θύμιζε την κόρη του.
Είχε φεγγάρι, μοσχοβολούσαν οι κιτρομηλιές.
Βγήκε έξω.
Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη.
Βούρτσισε τα παπούτσια, έδεσε τα κορδόνια, πέρασε τη ζώνη του.
Έβαλε ριγέ πουκάμισο και το μοναδικό του τζιν παντελόνι.
Τι φοράνε σε τέτοιες περιπτώσεις;
Πασαλείφτηκε με κολόνια.
Ξυρίστηκε.
Νερό…»
(Ανάποδα)
Συμμετέχει και συμπάσχει με τον άνθρωπο, όχι συμβατικά και παθητικά. Κάνει μαζί του κρυφή συμφωνία. Να τον πάρει από το χέρι να τον οδηγήσει στο ξέφωτο, να του μιλήσει με ευθύ και πλάγιο λόγο, για να του προσδώσει βάθος και ουσία στο φάσμα της ύπαρξης, όραμα και πεμπτουσία σε μια πραγματικότητα που περιδινίζεται στον ανύπαρκτο χρόνο, στον
απροσδιόριστο χώρο.
Αυτό που εντυπωσιάζει στη συλλογή διηγημάτων της Νάσιας Διονυσίου πέρα από τα πιο πάνω, είναι η κλίμακα πάνω στην οποία κινείται τόσο η σκέψη όσο και το υλικό που χρησιμοποιεί για να εκφραστεί και να αποκαλύψει τη νοητική
καταβύθισή της στο θαύμα της ύπαρξης, στο πρωτεϊκό και το πρωταρχικό σύστημα αρχέτυπων της ψυχολογίας, παραπέμποντας, μάλιστα, σε θεοσοφικά και ανθρωπομετρικά θεωρήματα.

…«Ανέπνεα. Μέσα στην κοιλιά μου πλάθονταν οι νέοι ωκεανοί και με κατέκλυζαν, στα πέλματά μου στεκόταν το σύμπαν, χωρούσα τα μουρμουρητά και τις εκρήξεις του, τα νανούριζα. Κι όταν ξεσπούσαν οι πόνοι της γέννας μου και με σάρωναν, βράχοι που ξεκολλούσαν και γκρεμίζονταν, μια τρομερή κραυγή από στόματα άγνωστα σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη: εγώ ο σει-
σμός, εγώ η λάβα, εγώ η πράσινη χλόη….»
(Στο φως)

Η εκφορά του λόγου της, συγκροτημένη, καλά προφυλαγμένη από περιττή περιγραφή, από πλεονασμούς και εκφραστικές διαθλάσεις, εκπηγάζει ως εσωτερική ανάγκη την οποία υπαγορεύει ο προσωπικός της στοχασμός και η ψυχικής της επάρκεια.
Αυτό εκδηλώνεται με αναγνωστική πρόσληψη και μητρική, εμπειρική και βιωματική διαίσθηση ως ειδικού βάρους του τελετουργικού και προσωπικού φορτίου που επωμίζεται για να συγγράφει και να διεκδικήσει τον τίτλο της συγγραφέως.
Τα κατάφερε περίφημα. Την υποδεχόμαστε με γηθοσύνη και απροσπέλαστη πληρότητα, μ’ ένα ακόμη απόσπασμα από τη συλλογή της που φέρει τον τίτλο,
«Σχετικότητα».

… «Μια μέρα άναψες ένα μαγκάλι.
Τη θέλω τη στάχτη μου…
Έριξες μέσα αποκόμματα εισιτηρίων, φωτογραφίες, την κόκκινη
φανέλα του.
Αφού ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω…
Μια μεγάλη φωτιά.
Αφού δεν καταλαβαίνω πως γίνεται να γυρίσει…
Στάχτη, όλα στάχτη.
Τη θέλω, τη θέλω τη στάχτη μου!
Μάζεψες μετά αυτή τη στάχτη.
Ας τρέξει λοιπόν ο χρόνος, ας τρέξει μπροστά ο χρόνος,
γρήγορα, πιο γρήγορα…
Την έκλεισες σε μια τεφροδόχο.
Να τελειώνει.
Τώρα πια κοιμάται αγκαλιάζοντας σφιχτά την τεφροδόχο.
Ήλιος. Περιστρέφεσαι. Γύρω του.
Καμιά φορά – συχνά, πολύ συχνά – ονειρεύεται πως ξεφεύγει
από την τροχιά της και πέφτει με φόρα μέσα του.
Πέφτεις. Με φόρα. Μέσα του.
Καμιά θεωρία τότε, κανένας νόμος. Μόνο ύλη που έλκεται.
Μόνο. Μαζί. Τα σώματά σας.
Ξυπνά, βλέπει τον ακίνητο ουρανό από την ανοιχτή μπαλκονό-
πορτα, κλείνει την τεφροδόχο στο συρτάρι του διπλανού κομο-
δίνου και ένα σημείωμα που μόλις έγραψε, παλιό σημείωμα, το
πρώτο της.
Η στάχτη μου να μπει κι αυτή μαζί στην τεφροδόχο…»

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΕΤΤΟΣ

tvxs /biblio 20/8/2017

Η ομορφιά του απόντος νοήματος

Στην ταινία «Το θεώρημα»1, του Πιερ Πάολο Παζολίνι, μία τυπική μιλανέζικη μεγαλοαστική οικογένεια διαλύεται στα εξ ων συνετέθη εξαιτίας της παρουσίας και της διάδρασης μαζί της ενός μυστηριώδους ξένου. Ο ξένος έρχεται από το πουθενά και αιφνιδίως ξαναφεύγει για το πουθενά αχρηστεύοντας την ιταλική εκδοχή του πατρίς-θρησκεία-οικογένεια: στην τελευταία σκηνή, ο pater familias, αφού έχει παραδώσει το εργαστάσιό του στους εργάτες, χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποια δυναμική απεργία, βγάζει τα ρούχα του σε έναν κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό και καταλήγει στις καμένες πλαγιές της Αίτνας όπου τρέχει γυμνός, κραυγάζοντας άναρθα ανάμεσα στους καπνούς και τις αναθυμιάσεις του σικελικού ηφαιστείου.

Διαβάζοντας τα διηγήματα ‘’Περιττή Ομορφιά’’ της Νάσιας Διονυσίου (Εκδόσεις Ροδακιό,2017), αντιμετώπισα μία συγγραφέα που πια δεν αφουγκράζεται –αν ποτέ αφουγκράστηκε- μεγάλες αφηγήσεις και δραματικές λύσεις στα μεγάλα ζητήματα του κόσμου και του εαυτού. Η Διονυσίου φαίνεται ότι δεν προσέρχεται καν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης στο οποίο πολλοί συνομήλικοι ομότεχνοί της, ειδικά κατά την διάρκεια της παρούσας κοινωνικής κρίσης, έχουν αυτόκλητα παρακαθίσει τραπέζι γύρω από το οποίο διαμείβονται αυτοαναφορικές διακηρύξεις ατομικιστικών δικαιωμάτων. Αντίθετα, εισφέρει ακομπλεξάριστα μία μεταφυσική, αποδεχόμενη το γεγονός ότι πολλά πράγματα δεν τα καταλαβαίνει. Πράγματα απλά και καθημερινά όπως το βάδισμα μιας γάτας, ένα φανάρι της τροχαίας, μια τυχαία συνάντηση ψάχνουν απεγνωσμένα το αρχέτυπό τους: η συγγραφέας δεν πιστεύει θρησκευτικά σε μια άλλη τους διάσταση∙ θαμπώνεται, εισπνέει, γρατζουνιέται, ακροάται, συνομιλεί με την άλλη τους διάσταση ξέροντας ότι δεν μπορεί ούτε να την καταλάβει, ούτε να την αποδείξει. Έτσι αποφασίζει να οδηγήσει στη λεωφόρο διπλής κατεύθυνσης που ενώνει τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, μέσα από ελλειπτικές τροχιές αλλά με αποφασιστικότητα.
Να κάποια πράγματα που η Διονυσίου αποδέχεται ότι δεν καταλαβαίνει:

Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση συνέβη, συμβαίνει και σαν εικόνα κατέκλυσε όλο τον πλανήτη προσφέροντας άλλοθι και έξοδο διαφυγής στα ασθμαίνοντα πανανθρώπινα ιδανικά του δυτικού κόσμου. Στην ταινία «Η ανακάλυψη»2 του Charlie McDowell, ο γιος (Brian Mc Carthy) ενός επιστήμονα (Robert Redford) που ανακάλυψε και απέδειξε επιστημονικά την μεταθανάτια ζωή, εμφανίζεται μέσα στην σύγχυσή του να λέει: ‘’είναι, υπάρχει∙αλλά τι σημαίνει;’’. Για την συγγραφέα (Στο πέρασμα, Ο φράχτης) η φρίκη, η αδικία, η βαρβαρότητα δεν φτάνει να αποδειχθούν συνθηματολογικά: ‘’ήταν και μερικοί, θαρρώ οι περισσότεροι από εμάς, που δεν έλεγαν τίποτα…’’ (Ο φράχτης). Αντίθετα πρέπει να διερευνηθεί φιλοσοφικά αν η ρεάλ-πολιτίκ του «δεν υπάρχει φύλαξη των συνόρων αν δεν υπάρχουν νεκροί»3 είναι συμβατή με τον αρχέτυπο της ανθρώπινης φυλής. Γιατί -υπενθυμίζει η Διονυσίου- εκτός από τον Σαμαρείτη υπάρχει και ο Κάιν.

Εκτός από το θανατηφόρο μίσος για τους άλλους που ρέει σαν υπόγειο ρεύμα και εκπυρσοκροτεί στα σύνορα του δυτικού πολιτισμού, η Διονυσίου επιμένει ότι , πριν ερμηνεύσουμε και καταγγείλουμε τον κόσμο, πρέπει να αντιμετωπίσουμε και το μούδιασμα απέναντι στην δική μας ύπαρξη που δεν νοείται παρά μέσα από τον φτωχό εξοπλισμό επιβίωσης: το ανθρώπινο σώμα. Πρέπει πρώτα να νιώσουμε τις χημικές αντιδράσεις του έρωτα, του φόβου, της ηδονής∙ δεν χρειάζεται να είναι κανείς νευρολόγος, ψυχολόγος ή ψυχίατρος για να δώσει την μητέρα των μαχών του σύγχρονου ανθρώπου: να ανασύρει τις αισθήσεις, να θυμηθεί πως νιώθει αληθινά και όχι ψηφιακά.

Η διηγηματογράφος ακούει τα καλώδια τους σώματός της να δουλεύουν. Μέσα στον ηλεκτρισμό του έρωτα και του θανάτου, ανάμεσα στα φορτία του χρόνου ψάχνει να βρει το δικό της σωματίδιο του θεού (Δύο γάτες, Σημάδια αναγνώρισης, Σχετικότητα). Ο τελεσίδικα λυτρωτικός ισχυρισμός του Κωστή Παπαγιώργη ότι ‘’ουσιαστικά δεν έχουμε καμιά δυνατότητα να αλλάξουμε στο παραμικρό το σώμα μας’’4γλυκαίνει στα δάχτυλα της Διονυσίου: ‘’Έγειρα τότε στο χώμα. Με πόδια ανοιχτά, ανοιχτά χέρια, ανοιχτά δάχτυλα, στο χώμα, σαν πάνω σε σταυρό. Ανέπνεα. Κι είδα το κορμί μου στο φως. Και δεν ήταν μόνο ένα κομμάτι πλευρό, ένα κομμάτι, αγαπημένε μου, έστω από το πλευρό σου. Στο φως είδα το κορμί μου∙ κι ήταν καλό’’ (Στο φως). Η αλλαγή θα έρθει, αν έρθει, από μία Διεθνή των Αισθήσεων. Οι άνθρωποι θα αναγνωρίζονται από την υφή της παλάμης τους, από την βραχνάδα της φωνής τους, από τις λίγες γκρίζες τρίχες στα γένια τους και από τα σίγουρα στήθη τους.

Τέλος η συγγραφέας δεν παύει να ξαφνιάζεται από την μητρότητα (Μια ευθεία, Στην έξοδο). Φαίνεται να καταφάσκει ότι η υπερπροστασία αντανακλά ψυχική φτώχεια, ξέρει ότι θα γεννήσει έναν Μικρό Πρίγκηπα και διακηρύσσει το οικουμενικό μητρικό δικαίωμα στο λάθος. Κι αυτό γιατί στην χειρότερη περίπτωση η ομορφιά είναι το μόνο νόημα της ζωής και της ύπαρξης. Είμαστε ευτυχώς καταδικασμένοι να είμαστε περιττοί. Είμαστε ευτυχώς καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΥΘΡΕΩΤΗΣ

Εφημερίδα των Συντακτών, 12.8.2017

Με γλώσσα ευρηματική και ελλειπτική, αρκετές φορές στα όρια της ποίησης, χωρίς όμως ποτέ να χάνει την ακρίβειά της, η Νάσια Διονυσίου κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην πεζογραφία με τη συλλογή διηγημάτων «Περιττή ομορφιά». Πρόκειται για δώδεκα κομψά, ατμοσφαιρικά κείμενα, στις λίγες σελίδες των οποίων η συγγραφέας αφηγείται υποβλητικά «παράξενες» ιστορίες που κινούνται στα όρια του ρεαλισμού.

Οι πυκνές αναφορές στα βιβλικά κείμενα συμβάλλουν σε μια μορφή «κατανυκτικότητας» που χαρακτηρίζει τα διηγήματα της Διονυσίου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ήρωες των διηγημάτων ή οι φιγούρες που περνάνε μέσα σε αυτά είναι «άυλες» η αποπνευματωμένες –αντίθετα είναι στέρεα δεμένες στη σωματικότητά τους, με τρόπο ώστε συχνά να αποδίδεται στο σώμα ο χαρακτήρας του ιερού.
Το πλαίσιο των ιστοριών της συλλογής συχνά μοιάζει άχρονο –ή τουλάχιστον ο σαφής καθορισμός του σε χρόνο και τόπο δεν φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα της Διονυσίου, που επιμένει να εστιάζει στη δύναμη της γλώσσας της και να πειραματίζεται επιτυχημένα με μια σειρά από αφηγηματικές τεχνικές.

Ο πειραματισμός αυτός όμως δεν είναι στείρος, ούτε δίνει την εντύπωση απλής μαθητείας, καθώς «κουμπώνει» κάθε φορά με το περιεχόμενο του διηγήματος, ενώ εξάλλου, παρά τη χρήση ποικίλων τεχνικών, η συλλογή διακρίνεται από μια καθαρή υφολογική και αισθητική σφραγίδα.

Ως συνέπεια το βιβλίο δεν φέρει τα χαρακτηριστικά του πρωτόλειου, αλλά αποτελεί μια ολοκληρωμένη κατάθεση και μια πολλά υποσχόμενη πρώτη εμφάνιση.

 

ΑΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΡΤΑΣ

bookpress.gr, 26.6.2017

Οι κραδασμοί της ομορφιάς
Σε φαινομενικά τετριμμένες μέχρι ανίας συνθήκες, μια ασήμαντη λεπτομέρεια, μια απρόσμενη κίνηση εκτροχιάζει από την ασφυκτική επαναληπτικότητα της καθημερινότητας, κινητοποιεί το εσωτερικό τοπίο και φουντώνει τη φωτιά που σιγοκαίει στον μέσα κόσμο. Τέτοιες συνθήκες μπορεί να είναι μια βόλτα στο πάρκο, δυο γάτες που αγωνίζονται να συνυπάρξουν σ’ ένα σπίτι, η πρώτη περιπολία ενός αστυνομικού, η τροχαία κίνηση στον δρόμο, μια παρατεταμένη χιονοθύελλα, ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα μιας κηδείας… Σε αυτές και άλλες, η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου, στην πρώτη συλλογή διηγημάτων της, διακρίνει τον ανομολόγητο μύχιο σπασμό που διαχέεται και συγκαθορίζει την πολύπλοκη και αντιφατική ανθρώπινη ύπαρξη.
Τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής δεν συνιστούν μελλοντικές υποσχέσεις μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως, αλλά αποτελούν μια ώριμη και ολοκληρωμένη συγγραφική κατάθεση. Η συγγραφέας καθιερώνει το δικό της προσωπικό και διακριτό ύφος, φτιάχνοντας ένα καλά οργανωμένο, πολύχρωμο και πυκνά υφασμένο πλέγμα ιστοριών, χωρίς ρωγμές και κενά, με αρκετές δόσεις ποιητικής αύρας. Πρόκειται για ιστορίες γραμμένες με γλώσσα που συμπυκνώνει έντονο, πλην όμως, κατασταλαγμένο βιωματικό φορτίο.

Aφηγημένες σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο, οι ιστορίες έχουν ενιαίο και στέρεο θεματικό πυρήνα, υπαρκτό και ευδιάκριτο, καθόλου όμως υπερφωτισμένο. Η καθεμία από αυτές δεν αποτελεί ένα αύταρκες και περίκλειστο σύμπαν. Απεναντίας, στο εσωτερικό τους συγκροτούνται αυθύπαρκτες, επιμέρους νοηματικές ενότητες και εικόνες. Μολονότι η πολλαπλότητα και η ποικιλία της γυναικείας εμπειρίας διαπερνά τα σύνορα των περισσότερων διηγημάτων, η αρχετυπική μορφή της Εύας, ως αστείρευτη πηγή άντλησης συμβόλων και ως ύπαρξη ανήσυχη, μοναχική και πολλαπλή, διαχέεται βουβά και υπόγεια σε όλα τα στρώματα της αφήγησης. Και μάλιστα, με τρόπο μυθοπλαστικά και λογοτεχνικά πρωτότυπο, εντάσσοντας π.χ. μαγικά, μη ρεαλιστικά στοιχεία ή ακόμα κρυπτικά εκφραστικά μέσα φορτισμένα με αρχέτυπα και σύμβολα.

Ξεφεύγοντας από τους κλασσικούς αφηγηματικούς τρόπους, η συγγραφέας μεταπλάθει την πραγματικότητα φτιάχνοντας ιστορίες καθόλου προφανείς. Περιβάλλει την αφήγησή της με διαλόγους αποκαλυπτικούς στην οικονομία τους και πολυσήμαντους στην απλότητα τους, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί ποικίλες υφολογικές λύσεις, όπως εσωτερικούς μονόλογους, πολλαπλές φωνές στο μικρό εμβαδόν ενός διηγήματος και συνεχή αλλαγή της αλληλουχίας του χρόνου («Κλειδιά», «Γιός Γυναίκας», «Έξοδος»).

Έπειτα, με κλινική ακρίβεια και λιτό ύφος αναπλάθει τις παράλληλες ψυχικές διαδρομές, ταλαντεύσεις, αμφιθυμίες και μεταπηδήσεις των χαρακτήρων της, την αργόσυρτη ανάδυσή τους από τη δύσβατη μυστική τους ζωή για να αναμετρηθούν με την προοπτική της συντροφικότητας και της συνύπαρξης. Και όσο πιο άπιαστο το όνειρό τους τόσο πιο μεγάλη η προσπάθεια να το αποτυπώσουν. Το συλλαβίζουν, βέβαια (μά-μά), όχι όμως από εμμονικό πείσμα, αλλά επειδή το φορτίο των βιογραφικών θραυσμάτων προσδίδει λυτρωτικό ρίγος στο πλησίασμα των παρυφών του («Μια ευθεία», «Σημάδια αναγνώρισης»).
Η κατασκευή της ιδιότυπης υπόστασης των χαρακτήρων γίνεται με ιδιαίτερες αφηγηματικές τεχνικές, αλλά κυρίως με στοχαστική διάθεση που αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Πρόκειται συνήθως για πρόσωπα αποστασιοποιημένα από τα κοινωνικά τους συμφραζόμενα ή ακόμα από αιματοσυγγενικές σχέσεις πρώτου βαθμού, δύσπιστα απέναντι σε σταθερά αγκυροβόλια. Δεν λογοδοτούν παρά μόνο στον εαυτό τους, ενώ εκτίθενται στη δοκιμασία της αυτογνωσίας κατά τρόπο που επικαθορίζει τη δημόσια και ιδιωτική τους ταυτότητα.

Διεμβολίζοντας το παρελθόν τους με διεισδυτικό και ανατρεπτικό βλέμμα, η συγγραφέας συναντάται μαζί τους σε δύσκολα περάσματα της ζωής τους, διερωτάται για τις συνθήκες και τα στερεότυπα που στενεύουν ασφυκτικά το παρόν. Αν και δεν κηρύσσουν καμιά αλήθεια, έχουν κάτι κοινό που τους καθορίζει: ζώντας όπως ζουν έχουν αυτές και μόνο τις δυνατότητες εξωτερίκευσης του κόσμου τους –όχι άλλες, όχι διαφορετικές, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες– αυτές μόνο που αναλογούν και αντιστοιχούν στο δικό τους εσωτερικό υπαρξιακό φορτίο.

Το σκηνικό της συλλογής δονείται από μια εσωτερική εκρηκτική ατμόσφαιρα, ενώ σε κάποια διηγήματα («Φράκτης») εικονογραφείται σαν ένα μέρος αλλόκοσμο, μυστηριακό και άχρονο. Η ελλειπτικότητα της γραφής, η ένταση και η πυκνότητά της δείχνουν ότι τις πιο μύχιες έγνοιες μας, τις πιο αποκαλυπτικές εκλάμψεις μας, δεν μπορούμε να τις περιγράψουμε ή να τις εκφράσουμε αναλυτικά παρά μόνο ελλειπτικά, με πολλά αποσιωπητικά και μετέωρους υπαινιγμούς. Στην Περιττή Ομορφιά όταν αυτές συναρμόζονται με το συναισθηματικό βάρος των χαρακτήρων εγκιβωτίζονται σε εμβόλιμες, εντυπωτικές, συμβολικού βάρους εικόνες περισσής ομορφιάς: «… ολομόναχη στον κόσμο. Δεν γίνεται βέβαια να είναι μόνη, κανείς δεν γίνεται να είναι μόνος στον κόσμο, κανείς ακόμα και σήμερα, στο πάρκο, καταχείμωνο, μεσημέρι οικογενειακών συνάξεων, Κυριακή».

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ

FRACTAL 31/5/2017

Η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου, αν και πρωτοεμφανιζόμενη, δείχνει να είναι αρκετά έμπειρη και ικανή στη γραφή και στην απόδοση της ομολογουμένως δύσκολης και απαιτητικής επινόησης του διηγήματος. Επινόηση, γιατί, ως γνωστό στους μυημένους, το σύγχρονο διήγημα απαιτεί τη δημιουργία νέων κόσμων ή τουλάχιστον την αναθεώρηση του τι είναι πραγματικότητα μέσα ή έξω από τον άνθρωπο.

Η συγγραφέας λοιπόν έρχεται να μας εκπλήξει με μια ανατρεπτική συλλογή, όπου τα σύντομα αλλά περιεκτικότατα σε εναλλαγές αφηγηματικής δεινότητας διηγήματα, αμφισβητούν την κοινότυπη τοποθέτηση της ψυχής. Ιστορίες που δίνουν μια εναλλακτική διάσταση της σχέσης του σύμπαντος με το εγώ, ενώ σε κάθε ένα από αυτά, ένα σπιράλ συναισθημάτων και εικόνων καταφέρνει να ξεφύγει από τα στεγανά του στυγνού μοτίβου αφήγησης. Η συγγραφέας καταφέρνει να πάρει τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι λεξιλογικού ελεγείου, όπου η γλώσσα εξυπηρετεί με αρτιότητα τη δομή, και η δομή αγκαλιάζει την ευαισθησία σε όλα τα επίπεδα. Ο ερωτισμός, ο ρομαντισμός, είναι απέναντι από την αποξένωση και την αλλοτρίωση. Ο πόνος και η γλυκύτητα πρέπει να συμβιώσουν μέσα σε έναν ανυψωμένο Φράκτη.

Όλα αρχίζουν με την απόφαση της ηρωίδας να ξεφύγει από τον παράδεισο, μιας Εύας που επιθυμεί τη γήινη πραγματικότητα, και είναι πρόθυμη να εγκαταλείψει την τελειότητα για να τη γνωρίσει. Μιας Εύας που για πρώτη φορά ανακαλύπτει το σώμα της και επιθυμεί να το χαρίσει, ενώ δεν είναι καν σίγουρη για την ύπαρξη του άλλου ως οντότητα. Η αβεβαιότητα αυτή για το έτερον ήμισυ και η αναζήτηση μιας εξόδου από την ψυχική απομόνωση είναι διάχυτη σε όλη τη συλλογή. Μια συλλογή ταυτόχρονα συναισθηματική και εγκεφαλική, και επαρκώς αφαιρετική για να δώσει στον αναγνώστη αρκετό περιθώριο να εισχωρήσει ο ίδιος μέσα στο κάθε διήγημα και να προσδώσει στην προτεινόμενη απατηλότητα των εύπλαστων κόσμων τη δική του ταυτότητα.

Η Νάσια Διονυσίου κατέθεσε μια δυναμική άποψη για την κοσμογονία, μια νέα κοσμοθεωρία για το γίγνεσθαι, καθώς και ο ίδιος της ο λόγος, υποστηρίζοντας αυτή την αμφιταλάντευση μεταξύ παραδείσου και γήινης πραγματικότητας, μεταξύ της ομορφιάς και της έλλειψης αυτής, είναι συνάμα και πεζός και ποιητικός, σε μια συνεχή εναλλαγή. «Στην κουζίνα η γυναίκα είχε νερό που κόχλαζε, θα ‘κοβε φύλλα μέντας απ’ τις γλάστρες της στο λιακωτό, θα του ‘φτιαχνε τσάι γλυκό, πολύ γλυκό, όπως το φτιάχνουνε στον τόπο του, να καρδαμώσει». Και μαζί με αυτή την ομορφιά της χρήσης της γλώσσας, η συγγραφέας καταφέρνει να είναι και δυναμική στη χρήση νέων εννοιών που εξυπηρετούν τις παράδοξες, αινιγματικές ιστορίες: «Οι άλλοι, οι χιονοσκεπτικιστές, καταπώς τους είπαμε, διέφεραν».

Η συλλογή αυτή διαφέρει, καθώς θα ανιχνεύσει το στίγμα της
αυτο-αμφισβήτησης μέσα μας ως την Έξοδο, και θα υπενθυμίσει ότι τα αρχέτυπα είναι πλέον προς συζήτηση.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΧΡΙΣΤΟ Ρ. ΤΙΣΑΗΛΗ

Η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου εξομολογείται στον συγγραφέα Χρίστο Ρ. Τσιαήλη: η απαρχή του συγγραφικού ταξιδιού της στον χρόνο, η ανάγκη τού να μιλήσει προσωπικά στους αναγνώστες της, η θέση των γυναικών στη λογοτεχνία και μια συγγραφική Ομορφιά, που μόνο… Περιττή δεν είναι.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ: Αγαπητή μου Νάσια, να σε ευχαριστήσω για την προθυμία σου να μου παραχωρήσεις αυτή τη συνέντευξη. Θα ήθελα να αρχίσουμε, αφού πρώτα μου ονοματίσεις το αγαπημένο σου βιβλίο και τον αγαπημένο σου συγγραφέα. Δεν είναι απαραίτητο να απαντήσεις και στα δύο ερωτήματα ή το βιβλίο να ανήκει στον συγγραφέα που θα αναφέρεις.

ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ: Θα ’λεγα πως οι πεζογράφοι στους οποίους καταφεύγω ξανά και ξανά, είναι οι δύο μεγάλοι Ρώσοι -ο Ντοστογέβσκη κι ο Τσέχοφ. Από τα βιβλία που αγαπώ, ξεχωρίζω «Το φθινόπωρο του πατριάρχη» του Μάρκες, το «Ανάμεσα στις πράξεις» της Γουλφ και το «Οι χρόνοι του σώματος» του Ντελίλο.

Χ.Τ.: Αρχίζουμε, λοιπόν, με το πιο συνηθισμένο ερώτημα που ρωτάνε έναν συγγραφέα. Πότε και πώς ξεκίνησαν τα πρώτα συγγραφικά ερεθίσματα;

Ν.Δ.: Από τη στιγμή που έμαθα γραφή κι ανάγνωση! Διάβαζα από πάντα μανιωδώς οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου και μαγευόμουν από όλους αυτούς τους άλλους τόπους, τους άλλους χρόνους, τους άλλους ανθρώπους των βιβλίων -που όμως την ίδια στιγμή θα μπορούσαν να ήταν εγώ, εδώ, τώρα. Και λίγο από ζήλεια να φτάσω αυτά που διάβαζα, λίγο απ’ τη λατρεία που είχα στις λέξεις, στους ήχους, στους πιθανούς κι απίθανους συνδυασμούς τους, βάλθηκα από πολύ μικρή να παιδεύομαι μαζί τους. Στην πέμπτη τάξη του δημοτικού, μάλιστα, έκανα την πρώτη μου -αποτυχημένη, εννοείται– απόπειρα να γράψω βιβλίο!

Χ.Τ.: Τι ήταν αυτό που σε ώθησε προς την αφοσίωση στη συγγραφή και προς την απόφαση να δημιουργήσεις τις συνθήκες εκείνες που θα σε οδηγούσαν στον να εκδόσεις ένα βιβλίο;

Ν.Δ.: Η ανάγκη να μιλήσω πιο προσωπικά, μα και συνάμα να συνομιλήσω. Ήταν η στιγμή που αισθάνθηκα πως η συγγραφή θα με βοηθούσε να εξερευνήσω πτυχές του εαυτού μου, τις οποίες απλώς υποψιαζόμουν ή ίσως και να αγνοούσα, να εμβαθύνω σ’ αυτές, να τις κατανοήσω, να τις σχηματοποιήσω, να τις εκφράσω και εν τέλει να τις μοιραστώ μέσα από τη δική μου ιδιοπροσωπία. Αποφάσισα τότε να παρακολουθήσω εξ αποστάσεως μαθήματα δημιουργικής γραφής, με δασκάλους τους συγγραφείς Μισέλ Φάις και Δημήτρη Τανούδη, και να μαθητεύσω σ’ αυτή την τέχνη που όπως κάθε άλλη απαιτεί συστηματική δουλειά -μελέτη, εξάσκηση, αυτοπειθαρχία, επιμονή…

Χ.Τ.: Πρόσφατα, είχες λάβει μέρος σε μια συζήτηση Ανοικτού Πανεπιστημίου με θέμα τις γυναίκες συγγραφείς στην Κύπρο. Παρουσίασες ένα απόσπασμα από την πιο πρόσφατή σου έκδοση, το βιβλίο «Περιττή Ομορφιά». Από ποιο διήγημα επέλεξες να διαβάσεις και για ποιον ειδικά λόγο;

Ν.Δ.: Πράγματι, τον περασμένο Δεκέμβρη μαζί με τις συγγραφείς Μυρτώ Αζίνα, Μαρία Α. Ιωάννου και Κωνσταντία Σωτηρίου, συμμετείχα σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, υπό τον συντονισμό των καθηγητών Δήμητρας Δημητρίου και Αντώνη Πετρίδη, με τίτλο «Η γυναίκα στο κείμενο». Στόχος της συζήτησης, ήταν η διαπραγμάτευση του ερωτήματος κατά πόσο είτε στη διαδικασία της γραφής, είτε στο αποτέλεσμά της, δηλαδή στο ίδιο το λογοτεχνικό έργο, επενεργεί το φύλο του συγγραφέα ή εάν η γραφή στέκεται ουδέτερη απέναντι σ’ αυτό.
Στη δική μου παρέμβαση σημείωσα πως συνειδητά ψηλαφώ κι αξιοποιώ στη γραφή μου βιωμένες εμπειρίες που συνδέονται με το φύλο μου και με έχουν καθορίσει, γιατί απλούστατα χωρίς αυτές δεν θα μπορούσα να μιλήσω ειλικρινά, να μιλήσω, δηλαδή, ως εαυτός.
Στην εκδήλωση διάβασα το διήγημα με το οποίο ξεκινά η συλλογή μου, που έχει τον τίτλο «Στο φως». Σ’ αυτό, παρακολουθούμε πώς η πρωτόπλαστη Εύα, έχοντας αποκτήσει συνείδηση της αυθύπαρκτης υπόστασής της, της ζωογόνου δύναμης και των ασύλληπτων δυνατοτήτων που έχει ως γυναίκα, αποφασίζει να αυτοεξοριστεί από τον κήπο της Εδέμ, έστω κι αν γνωρίζει πως αυτό που την περιμένει στον αληθινό κόσμο είναι «ορδές βαρβάρων».

Χ.Τ.: Πιστεύεις ότι η αντιμετώπιση της γυναίκας συγγραφέα στην εποχή μας είναι δίκαιη;

Ν.Δ.: Η γυναίκα διαχρονικά έχει γνωρίσει αποκλεισμούς από όλο σχεδόν το φάσμα της δημόσιας σφαίρας και της δημόσιας έκφρασης. Όταν πλέον οι γυναίκες άρχισαν να διεκδικούν χώρο και ρόλο στη δημόσια ζωή, η αντιμετώπισή τους στηρίχθηκε σε στερεοτυπικά πρότυπα και κοινωνικά προσδιορισμένους διαχωρισμούς, κάτι που ίσχυσε και στον χώρο της λογοτεχνίας, σε σχέση με την αντιμετώπιση της γυναίκας τόσο ως συγγραφέως, όσο και ως αναγνώστριας. Στη δική μας εποχή και κοινωνία, οι γυναίκες συγγραφείς -όπως και κάθε συγγραφέας, ανεξαρτήτως των πολλαπλών και ιδιαίτερων ταυτοτήτων και χαρακτηριστικών του– αξιώνουν -και σε σημαντικό, αλλά όχι απόλυτο, βαθμό το έχουν κατακτήσει- να μπορούν να εκφράζονται, να αποτιμούνται και να επιδρούν πέρα και έξω από ψευδεπίγραφα και παραπλανητικά σχήματα, τα οποία εν τέλει δεν έχουν και καμία σχέση με την τέχνη.

Χ.Τ.: Πόσο δύσκολο, πιστεύεις, είναι για μια εργαζόμενη μητέρα να αφοσιώνεται και στη γραφή;

Ν.Δ.: Η Αλίς Μονρό, η σπουδαία αυτή Νομπελίστρια διηγηματογράφος, έχει δηλώσει πως έγραφε μόνο όταν οι κόρες της κοιμούνταν ή πήγαιναν σχολείο κι αυτός ήταν ένας απ’ τους λόγους για τους οποίους δεν ασχολήθηκε ποτέ με τη συγγραφή μυθιστορήματος, παρά μόνο διηγημάτων. Ο Ρίλκε είχε πει πως, «Για να γράψω χρειάζομαι κάτι περισσότερο από την απαραίτητη γραφική ύλη: λίγη σιωπή και μοναξιά», και πραγματικά για εμένα αυτό ισχύει απόλυτα, αφού για να μπορέσω να γράψω χρειάζομαι αδιάσπαστο χρόνο, αποστασιοποίηση, νηφαλιότητα, επαφή με τον εαυτό μου. Σίγουρα, αυτό είναι πιο δύσκολο όταν η καθημερινότητά μου εν πολλοίς μοιράζεται ανάμεσα στην κόρη μου και την πρωινή εργασία μου, αλλά παλεύω να βρίσκω τους τρόπους, έστω κι αν η προσπάθεια που απαιτείται -συναισθηματική, ψυχική, σωματική- είναι, νομίζω, μεγαλύτερη.

Χ.Τ.: Επιστρέφοντας στο βιβλίο σου, πώς προέκυψε η ιδέα για το «Περιττή Ομορφιά»; Δηλαδή, το έναυσμα της ιδέας ποιο ήταν; Πες μας λίγα λόγια για το βιβλίο αυτό.

Ν.Δ.: Η «Περιττή ομορφιά» αποτελείται από δώδεκα αυτοτελείς και αυθύπαρκτες μικρές ιστορίες, που δεν γράφτηκαν με σκοπό να αποτελέσουν μέρος κάποιου ενιαίου συνόλου. Συνειδητοποίησα όμως πως συγκροτούνται ως ενότητα γύρω από τη γυναικεία φιγούρα και γύρω από αυτό τον άξονα στήθηκε τελικά αυτή η πρώτη συλλογή διηγημάτων μου. Η συλλογή μοιάζει να αποτελεί μια συνεκτική και ενιαία σύνθεση, η οποία παρακολουθεί και αναπλάθει την πορεία της πρωτόπλαστης Εύας από την εγκατάλειψη του κήπου της Εδέμ και την είσοδό της στον σύγχρονο κόσμο μέχρι την τελική έξοδό της απ’ αυτόν. Στο ενδιάμεσο αποτυπώνονται στιγμές και καταστάσεις που περιστρέφονται γύρω από οικεία θεμελιώδη θέματα του σύγχρονου ανθρώπου τα οποία θα έλεγα πως αποτελούν συγγραφικές, κι όχι μόνο, εμμονές μου: την αναζήτηση της ατομικής ταυτότητας, τη μητρότητα, τον έρωτα, την απώλεια, τη μοναξιά, την πάλη για επιβίωση, τη μετανάστευση, τη βία, τη μισαλλοδοξία…

Χ.Τ.: Αλήθεια, ο τίτλος πώς έδεσε;

Ν.Δ.: Ο τίτλος προέκυψε από την καταληκτική φράση του βιβλίου: «Ομορφιά. Περιττή ομορφιά. Η ζωή». Είναι μια φράση που συμπυκνώνει τη δική μου αδιάκοπη απορία για το αν αυτό το απειροελάχιστο μεσοδιάστημα φωτός που μας χαρίστηκε μέσα στο απέραντο σκοτάδι της ανυπαρξίας έχει κάποιο, ελάχιστο έστω, νόημα. Κι αν κατ’ επέκταση υπάρχει οποιαδήποτε αξία στην προσπάθεια του ανθρώπου να δημιουργήσει οτιδήποτε που υπερβαίνει τις καθαρά βιοτικές του ανάγκες, αφού κι αυτό είναι καταδικασμένο στη φθορά και τη λήθη. Αν, με άλλα λόγια, αξίζει που γράφουμε, που διαβάζουμε, που ερωτευόμαστε, που μοιραζόμαστε, αν αξίζουν οι προσωπικές μας αγωνίες, οι συλλογικοί μας αγώνες, οι σκέψεις μας… Δεν ξέρω, πάντως στις στιγμές της μεγάλης απελπισίας, βρίσκω πως η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω στο ερώτημα αν στη ζωή η ομορφιά έχει κάποιο νόημα είναι πως η ομορφιά μπορεί και να ’ναι τελικά το μοναδικό νόημα, γι’ αυτό κι είναι πάντα τόσο εύθραυστη κι όλο εξοστρακίζεται ως περιττή.

Χ.Τ.: Πολύ όμορφο αυτό που είπες. Να δώσουμε μια εικόνα για κάποια από τα διηγήματα μέσα στο βιβλίο, ίσως αυτά που εσύ θεωρείς τα πιο αγαπημένα σου;

Ν.Δ.: Σε όλα τα διηγήματα, ακόμα και σε αυτά που φαίνεται να απουσιάζει κάποια εμφανής ή συγκεκριμένη πλοκή, οι εικόνες είναι κυρίαρχες, φορτισμένες θα έλεγα, δηλωτικές. Η Εύα που συνειδητοποιεί τον εαυτό της σαν δέντρο, μια γυναίκα μέσα στο ακινητοποιημένο αυτοκίνητό της που βλέπει τον δρόμο κι όσα τον συναποτελούν -πεζοδρόμια, πινακίδες, δέντρα κ.λπ.- να της επιτίθενται, μια άλλη που προσπαθεί να κάνει ένα ετοιμοθάνατο πουλί να πιει νερό, ένα αγρόκτημα στα σύνορα που το επισκέπτεται το φάντασμα ενός μετανάστη, ο φράχτης που δημιουργείται όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να τα βάλουν με το χιόνι που έφτασε απροσδόκητα στην πόλη τους, ένα αναποδογυρισμένο σταντ και τριγύρω σκορπισμένες σοκολάτες, ό,τι έμεινε από την πάλη ενός αστυνομικού κι ενός κλέφτη, μια γυναίκα στο πάρκο που ακολουθεί ένα κοριτσάκι που τρέχει πίσω από τη μαμά του, μια γάτα που κλώθει χρωματιστό μαλλί και μια άλλη που στοιβάζει πνιγμένους ποντικούς, η εικόνα του δάσους που μεταβάλλεται μέσα από την περιστροφή ενός μεγάλου διαμπερούς κύβου, μια γυναίκα που ανεβοκατεβαίνει τις κυλιόμενες σκάλες στο εμπορικό κέντρο, μια ξύλινη προβλήτα απ’ άκρη σ’ άκρη της θάλασσας που μεταφέρει τους ανθρώπους στον «άλλο τόπο» ενώ το νερό γίνεται ολοένα πιο κόκκινο…

Χ.Τ.: Τι ήθελες να δείξεις γενικά στους αναγνώστες σου μέσα από τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής «Περιττή Ομορφιά»;

Ν.Δ.: Τίποτα, στην πραγματικότητα… δεν νομίζω πως έχω να κομίσω κάποιο μήνυμα ή μια αλήθεια, αφού αυτό που κάνει η λογοτεχνία είναι μόνο να υπενθυμίζει, όπως έγραψε ο Τσέχοφ, πως τίποτε σ’ αυτό τον κόσμο δεν είναι απλό. Αν κάτι, όμως, υποδηλώνεται μέσα από τα διηγήματά μου είναι, νομίζω, πως η ζωή δεν ενυπάρχει μόνο σε αυτά που θεωρούνται μεγάλα ή σπουδαία, αλλά και σε αυτά που αγνοούμε, προσπερνούμε ή υποτιμούμε, σ’ αυτά που μένουν άρρητα κι ανομολόγητα, στις φαινομενικά ασήμαντες στιγμές και σε κάποιες αδιόρατες λεπτομέρειες, χειρονομίες, συσπάσεις, μέσα από τις οποίες αναβλύζουν, όμως, ρεύματα ευαισθησίας, πόνου, αγωνίας, που πυροδοτούν το «πρωτογενές» και το «οριακό» της ανθρώπινης ύπαρξης.

Χ.Τ.: Θα ήθελα να μας χαρίσεις έναν από τους βασικούς σου συμβολισμούς στη συλλογή και να μας εξηγήσεις το σκεπτικό πίσω του.

Ν.Δ.: Όπως προανέφερα, παρότι τα διηγήματα διαφέρουν μεταξύ τους θεματικά και υφολογικά, ολόκληρη η συλλογή περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της γυναικείας φιγούρας. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρησιμοποίηση ποικίλων αναφορών στην πρωτόπλαστη Εύα ή σε άλλες γυναικείες μορφές που στην ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση είτε την ανταγωνίστηκαν, όπως η Λίλιθ, είτε την διαδέχθηκαν, όπως η Παναγία, καθώς και την αξιοποίηση άλλων βιβλικών μοτίβων ή συμβόλων. Στόχος μου, ωστόσο, δεν ήταν να αναπαραστήσω ή να διαιωνίσω στατικές, μονοδιάστατες και στερεοτυπικές απεικονίσεις της γυναικείας προσωπικότητας ή θηλυκότητας, αλλά να τις διερευνήσω, να τις επεκτείνω, να τις αμφισβητήσω ή να και τις διαθλάσω ως πηγή σύνθετων και πολυφασματικών υποστάσεων. Αυτό που με ενδιαφέρει, παράλληλα, είναι να φωτίσω τις ποικίλες, συχνά μύχιες ή απροσδιόριστες, συνδέσεις ανάμεσα στις γυναίκες, αλλά και να υπαινιχθώ πως τα ζητήματα που άπτονται της πεμπτουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης, ίσως τελικά παραμένουν κοινά και διαχρονικά ανάλλαχτα.Χ.Τ.: Πού έγιναν παρουσιάσεις του βιβλίου; Ποια τα μελλοντικά σχέδια;

Ν.Δ.: Το βιβλίο εκδόθηκε στην Αθήνα από «Το Ροδακιό» τον περασμένο Μάη κι αμέσως μετά έγινε η παρουσίασή του στη Λευκωσία, με τη συμμετοχή του συγγραφέα Δημήτρη Τανούδη και της εικαστικού Αντρεάνας Καμπανέλλα, η οποία ζωγράφισε το σχέδιο του εξωφύλλου. Τέλη Οκτωβρίου το βιβλίο παρουσιάστηκε στη Λεμεσό από τη φιλόλογο και κριτικό θεάτρου, Νόνα Μολέσκη, και τη συγγραφέα Μυρτώ Αζίνα, ενώ τον Νοέμβριο είχα τη χαρά να φιλοξενηθώ στην Αθήνα από τη Λέσχη Ανάγνωσης «Φάλαινα» και να συνομιλήσω με τα μέλη της. Επίσης στις 5 Φεβρουαρίου θα βρεθώ ξανά στην Αθήνα, στο βιβλιοπωλείο «Επί Λέξει», ώρα 19:00, μαζί με τους συγγραφείς Τασία Βενέτη, Εύα Μαθιουδάκη και Δημήτρη Χριστόπουλο, σε μια συζήτηση που θα συντονίσει ο συγγραφέας και μεταφραστής λογοτεχνίας Μιχάλης Μακρόπουλος, με θέμα «Τα πολλά πρόσωπα της διηγηματογραφίας».

Χ.Τ.: Τι άλλες δημοσιεύσεις ή εκδόσεις έχεις ως σήμερα;

Ν.Δ.: Η «Περιττή ομορφιά» είναι το πρώτο μου βιβλίο. Είχε προηγηθεί η συμπερίληψη ενός διηγήματός μου στη συλλογική έκδοση: «Η πόλη αυτή τη νύχτα» (Poema, 2014), ενώ άλλες μικρές ιστορίες μου έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα (Cadences, The Books’ Journal) και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά ή ιστοσελίδες (poema, bibliotheque, falaina, frear, popaganda).

Χ.Τ.: Ποια πιστεύεις είναι τα βασικά συστατικά που πρέπει να διαθέτει ένα βιβλίο για να έχει αυτό που λέμε «εκτόπισμα»; Τι πρέπει να αποφεύγεται;

Ν.Δ.: Μπορώ να μιλήσω περισσότερο ως αναγνώστρια, παρά ως συγγραφέας, λέγοντας πως εγώ εκτιμώ τα βιβλία στα οποία η ομορφιά της μορφής, της γλώσσας, της πλοκής, της αφήγησης, συμπίπτει με την αποκάλυψη μιας βαθύτερης αλήθειας, ενός ουσιαστικού νοήματος, μιας άλλης θεώρησης που με οδηγεί πιο κοντά στην καρδιά ή την πρώτη αίσθηση των πραγμάτων. Αγαπώ τα βιβλία τα οποία με βγάζουν από τις ευκολίες μου, γελοιοποιούν προσφιλείς μύθους, με ξεβολεύουν, αναγκάζοντας με να σκεφτώ και να κατανοήσω εξ υπαρχής τον εαυτό μου και τον κόσμο. Εκείνα τα βιβλία που με βοηθούν να ζω με συνειδητότητα, κι όχι απλώς να υπάρχω, έτσι, τυχαία, στα τυφλά. Και που μου υπενθυμίζουν την κοινή μοίρα των ανθρώπων –τους κοινούς πόνους, τις κοινές χαρές, τις θαυμαστές δυνατότητες, την κοινοτυπία, όπως είπε η Χάνα Άρεντ, του κακού, την αιώνια σύγκρουση, τη θνητότητά μας… Τα βιβλία που με διδάσκουν να συμπάσχω και να μην επαναπαύομαι.

Χ.Τ.: Αν το βιβλίο σου θα ταξίδευε τον αναγνώστη στον χώρο και τον χρόνο ενός υπαρκτού σύμπαντος, τι θα βιώναμε σε πέντε λέξεις;

Ν.Δ.: Μπρος, πίσω – εδώ, αλλού – ταχύτητα, ακινησία – σκοτάδια, φως – το διηνεκές, η στιγμή.

Χ.Τ.: Τέλος, ποια είναι τα συναισθήματα με τα οποία πιστεύεις ότι κλείνει ο αναγνώστης του «Περιττή Ομορφιά» και τι αποκομίζει στο τέλος;

Ν.Δ.: Όποιο συναίσθημα ή σκέψη κι αν μπόρεσε να προκαλέσει το βιβλίο μου, ακόμη και το πιο ελάχιστο θραύσμα συγκίνησης, τον παραμικρό κλονισμό ή αμφιβολία, για εμένα είναι σημαντικό, ιδίως σ’ αυτούς τους καιρούς, που όλα μοιάζουν να μας κατακλύζουν, χωρίς όμως να κατορθώνουν να μας βρέξουν -χωρίς να αγγίζουν το μέσα μας. Από ’κει κι έπειτα, η ανάγνωση είναι μια τόσο προσωπική κι ελεύθερη εμπειρία, που ουδόλως ορίζεται ή μπορεί να ερμηνευθεί από τον συγγραφέα, κι αλίμονο, αν ήταν αλλιώς.

Χ.Τ.: Ας κλείσουμε τη συνέντευξη με ένα μικρό αγαπημένο σου χωρίο από το βιβλίο.

Ν.Δ.: «Όμως τώρα ξέρω· μακριά, πέρα από τα κτίσματα, στο βάθος, ο κήπος περιμένει.
Ένας κήπος χωρίς γεωμετρία, χωρίς περιγράμματα και όγκους, μονάχα ένας άπλετος πράσινος χώρος· μπορεί και μπλε και πορτοκαλής και μωβ και ροζ και κίτρινος κι όλες οι αποχρώσεις τους, οι τόνοι, οι συνδυασμοί τους. Ύστερα άλλα χρώματα, νέα χρώματα, νέα πλουμιά, μουσικές, λέξεις, κορμί εύπλαστο, πνοή και χώμα, κι απίθανοι κυματισμοί, σαν αυτούς που ξεσπούν στον ουρανό την ώρα του δειλινού, την ώρα του έρωτα και της γέννησης, χωρίς να επαναλαμβάνονται ούτε μια φορά, ούτε μια φορά στο όλο του χρόνου».

Χ.Τ.: Αγαπητή Νάσια, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη αυτή. Πραγματικά έχεις δώσει μια νέα διάσταση στον όρο «περιττή ομορφιά». Θα περιμένουμε με χαρά την επόμενή σου δουλειά.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

αναστασια

 

Η Αναστασία Γκίτση είναι θεολόγος καθηγήτρια της Μ.Ε. με μεταπτυχιακές σπουδές στο Α.Π.Θ και στο Centre Orthodoxe du Patriarcat Εcumenique (Ελβετίας). Υποψήφια διδάκτωρ στον τομέα της Δογματικής, Α.Π.Θ. Ποιήτρια κι αρθρογράφος σε έντυπο κι ηλεκτρονικό τύπο, έχει στο ενεργητικό της δύο προσωπικές ποιητικές συλλογές και μία συμμετοχή σε συλλογικό τόμο. Εμπνεύστρια και δημιουργός του καλλιτεχνικού τριπτύχου «Sygorma» όπου η ποίηση εναρμονίζεται με την μουσική και τα εικαστικά. Άρθρα, μελέτες, μεταφράσεις και ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους, εφημερίδες, περιοδικά (ελληνικά και ξένα), και ανθολογίες. Έχει βραβευτεί/επαινεθεί για ποιήματά και διηγήματά της, μεταξύ άλλων, από τους: Σ.ΕΚ.Β.Ε, Griechischer Kunst und Literatur Verein, Union of European Writers και MusicHeaven. Στο θέατρο έχει μεταφερθεί μονόλογός της από την ομάδα Contact Ensemble και ποιήματά της από τις ομάδες Trickortreat και Persona non grata.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

(2000) Ξέρω! Είναι κάπως αργά…, Παρατηρητής
(2010) Κορίτσι των σκοτεινών δασών, Μπαρμπουνάκης Χ.

Συλλογικό έργο

(2011) Λόγια ελπίδας, Μπαρμπουνάκης Χ.

 

 

 

ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΩΝ ΣΚΟΤΕΙΝΩΝ ΔΑΣΩΝ (2010)

στη γυναίκα… αυτή την άνθρωπο

 

ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΩΝ ΣΚΟΤΕΙΝΩΝ ΔΑΣΩΝ

Chapitre I

Θα μπορούσες να μου κρατάς το χέρι
στο πιο πηκτό σκοτάδι;
Έλα, σίμωσε κοντά μου και ας μη διακρίνεται το πρόσωπο μου,
το σκοτάδι ας καλύπτει τα μάτια μου…

Μπορείς να μ’ αγγίξεις…
δεν θ’ αναρριγήσω, σ’ το υπόσχομαι,
και ας πατώ ξυπόλητη σε χιλιάδες κόκαλα
αιώνων που περνάνε φυσώντας τα παραθυρόφυλλα
τούτου του μοναστηριού…

Εδώ ήρθα, πάει στ’ αλήθεια πολύς καιρός, το ξέρω…
Τα χέρια μου γερασμένα χώνονται στα σπλάχνα της σιωπής,
αναζητάνε τα δικά σου…
Έτσι ήταν πάντοτε θαρρώ…
Ακόμη κι όταν τα έχωνα στην καυτή την αμμουδιά
τα καλοκαίρια,
ήταν για να γευτώ τη ζεστασιά των δικών σου χεριών,
και ας μην σ’ είχα ακόμα γνωρίσει.

Έτσι με θυμάμαι πάντοτε θαρρώ…
Να διψώ για σένα
και το νερό να μη με ξεδιψά…
Να μη με σώνει…
Αχ! Η ψυχή μου είχε ήδη σωθεί
τη μέρα που γεννιόσουνα …

Εδώ ήρθα, για να ξαποστάσω,
βαριά η πόλη πάνω μου…
Με τις σκιές να παλεύεις τί ωφελεί!
Γι’ αυτό και εγώ τις έκανα φίλες μου
και παίζαμε θέατρο τις νυχτιές στους τοίχους.
Αλίμονο!
Το σκοτάδι συνήθισα και το φως
μου φαινόταν αφιλόξενο…
Μακρινό…
Άχρωμο…

Κορίτσι των σκοτεινών δασών… δασών… σών… σών…
θυμάμαι τη φωνή σου που αντανακλούσε
στα παλιά σανίδια του μοναστηριού…

Έχει αλλάξει από τότε, σου το είπα;

Τα παντζούρια δεν στάζουν πια γκριζωπές προσευχές
μήτε μελαγχολικές μελωδίες.
Μυρίζουν άγιο βασιλικό, ωσάν τις βυζαντινές εικόνες
πίσω από καντηλάκια…

Έλα κοντά μου και ας μη φαίνεται αν σου χαμογελώ
ή αν σου δακρύζω…
Η νοσταλγία δεν αποτυπώνεται πουθενά,
σταλάζει νωχελικά σε μιαν άκρια της ψυχής
ωσάν λαδάκι ευλογημένο,
ωσάν κοινωνία με το Θεό,
μυστική, ολότελη.
Κι έπειτα μας αναγεννάει,
ωσάν ενανθρώπηση,
ωσάν ανάσταση…

Θα μπορούσες να μου κρατάς το χέρι
στην πιο πηκτή φωτοχυσία;

Γι’ αυτό ήρθα εδώ, σου το είπα;
Το φόρεμα να ενδυθώ, το ολόχρυσο,
εκείνο που σε κάνει να μοιάζεις μ’ άγγελο ταπεινό…

Besançon / Ιούνιος 2001

 

ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Παράπλευρες ιστορίες,
μονόδρομες επιθυμίες που καταλήγουν
στο τίποτα και στα πάντα,
ίσως γιατί άθελα μας υφίστανται οι πιο όμορφες
ιστορίες ή τραγωδίες…

Κόψε λίγη από τη νυχτιά σου
να’ χω να σε ποθώ τα βράδια
σε υπνώδεις αγναντεύσεις της αφής
θα ‘ρθω να ξαποστάσω
σ’ εσένα που θεϊκά υπήρξαν
τα καλέσματά σου
χωρίς να το θελήσεις.

( Γι’ αυτό σου λέγω)
οι ομορφότερες ιστορίες
άθελά μας υφίστανται.

Χαλκιδική / Σεπτέμβριος 2004

 

ΕΡΩΤΙΚΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Τόσο πολύ είχε κολλήσει πάνω σου
η αθωότητα που σ’ ένιωθα διάφανο
ν’ ανασαίνεις στο λαιμό μου…

Της σιωπής σου
έψαξα ρούχο να την ντύσω
να μην σεργιανάει μονάχη
και γυμνή στο άσβεστο
ης ψυχής μου…
Της μοναξιάς σου
λαχτάρησα αιτία να της χαρίσω
να’χω να παρηγορώ
το κλάμα μου
τα βράδια που αμίλητο
σε νιώθω να περπατάς
οτονύπνο μου…
Την απουσία σου
ορέχτηκα σ’ υπόσταση
να μεταπλάσσω
κάθε φορά
που σκιά θα διασχίζεις
τον τοίχο μου,
σημαίνοντας υπόσχεση παντοτινή.
Διαιωνίζοντας το χτες
της ανθρωπότητας
σε αύριο…
Το κάθε τώρα σ’ απαρχή…
Το όποιο δάκρυ σ’ ελπίδα…

Αστυπάλαια / Νοέμβριος 2005

 

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ ΘΥΜΗΣΗ

Όσο κι όσο!
Αρκεί να μου κόψεις κάτι για απόδειξη.
Να αυτό το κομματάκι ξένης επιθυμίας.

Στα απερπάτητα όνειρα
της ευρύχωρης ζωής μου,
Ρόδιζες αμίλητος.
Αυτόκλητος επισκέπτης
εκκρεμών χρόνων
οε κρεμασμένα ρολόγια τοίχου,
εντοιχιζόμενος αυτόπτης μάρτυρας
των καλοραμμένων ονείρων μου.

Μόνο εσύ έμεινες να μαρτυρείς
την κατοικία μου,
να μου θυμίζεις
πως η μνήμη
δεν νοικιάζεται..

Valencia / Αύγουστος 2009

 

ΠΟΙΟΣ ΒΥΖΑΞΕ ΤΑ ΣΤΗΘΗ ΣΟΥ;

Και οι πυρκαγιές στο χώμα σου, αλατισμένα χείλη στις πληγές σου
που χαίνουν απ’ αρχής συστάσεως του κόσμου…

Χορός αλλόφρων: Γη, γη, γη πανάρχαια και παντάνασσα,
ποιος βύζαξε τα στήθη σου και είναι πετρωμένα;
Σαν γυναίκα μοιάζεις που την λεηλάτησαν στρατιώτες βιασμένη
από τις αρβύλες τους το σκληρό τακούνι και την αδιάβροχη λούστρινη
μπότα τους.

Πληγιασμένη Γης: Οι κραυγές με στοιχειώνουν. Οι κραυγές των πεθαμένων
με κατατρύχουν. Αίμα άλλο αδυνατώ να στεγνώσω, κόκκινη έγινα κι εγώ.
Φρυγμένη γης απόμεινα. Γογγύζω, υποφέρω.

Προφήτης περιφερόμενος στου χρόνου την ρότα: Στα σιωπηλά νεκροκρέβατα
των στρατοπέδων θα περιδιαβαίνει ο πιο σπλαχνικός μου στεναγμός…

Χορός ενεός: Γη, γη, γη πολύπαθη και λεηλατημένη
ποιος διακόρευσε τη μήτρα σου κι είναι τώρα στείρα;
Σαν θάλασσα μοιάζεις που την πνίξανε τα ίδια τα κύματά της βουλιαγμένη
στην χλαπαταγή των ανίερων πολέμων και στην σπερματόρροια σαθρών
ιδεολογιών.

Βιασμένη Γης: Ανατριχιασμένη ανθρωπότητα με σπασμένα κόκαλα πόσο
ακόμη θα αντέχεις την κατάντια σου; Πόσο θα ξεσκίζεις τα παιδιά σου;
Μέσα στην κοιλιά μου η βρώμα της βιαιότητάς σου διαχέεται παντού.
Μ’ εξαθλιώνει, μ’ αρρωσταίνει.

Προφήτης περιφερόμενος στου χρόνου την ρότα: Στις αποτρόπαιες μάχες
θανάτου, θ’ απλώνω το χέρι μου να σκεπάζει τα βλέφαρα των νεκρών.
Να μην κοιτάνε άλλο πια τον τρόμο…

Χορός σιωπηλός: Γη, γη, γη μονάχη κι αβοήθητη
ποιος έκαψε το σώμα σου και στάχτη τώρα μυρίζεις;

Κομμένη Γης: Σάπιοι άνθρωποι και όχι χοϊκοί. Άνθρωποι λασπωμένοι.
Αποσυνθεμένοι άνθρωποι.

Προφήτης περιφερόμενος στου χρόνου την ρότα: Κλάψε ψυχή μου, κλάψε…

Synagogue in Slovakia / Σεπτέμβριος 2008

 

ΑΝΟΙΚΕΙΑ ΜΕΡΑ

Να ξημερώσω θέλω,
να ξημερώσω με άυπνο πνεύμα, σώμα,
να εξημερώσω θέλω μέσα μου…

Ανοίκεια ημέρα,
«κοιτώ γη
και να με πνίγει ο ουρανός.
Να ζητώ ήλιο πατρίδας
οι να με ντύνεται
η συννεφιασμένη
ντροπή της αλλοδαπής.

Ανοίκεια ημέρα.
Άνθρωπος ευάλωτος,
πού ν’ αντέξει τόσα
πήγαινε – έλα
στον αεροδιάδρομο
των αεροστεγών επιταγών σου!

Zurich/Αύγουστος 2009

 

ΑΝΔΟΡΡΑ

Λέξεις δεν κράτησα για σένα.
Τις όσμωσες όλες με τις αισθήσεις σου.

Μύριζες
χίλια στόματα
και μια φωνή.
Μα απ’ όλα περισσότερο
τα’ αστέρια σου νοστάλγησα,
έτσι όπως τρυφερά
τυλίγαν
το κορμί μου.

Andora / Αύγουστος 2009

 

ΕΞΟΔΟΣ ΔΙΑΦΥΓΗΣ

Να βάλω άσπρο χρώμα
οε ολόμαυρη παλέτα,
να ‘πεθυμώ πάντα το γαλάζιο.

Στα σύννεφα κολλούσες
τη θύμησή σου.
Και έσταζε το μέσα σου
καθώς σε άλλα βλέμματα
το δικό μου έσβηνες

-αποχρωμάτιζες μνήμες-
αζητώντας έξοδο διαφυγής.

Zurich / Αύγουστος 2009

 

ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΣΥ ΣΙΓΑΛΙΑ ΕΓΩ

Μοσχοβολάς φως!

Στη μοιρασιά
θαρρείς πως μ’έριξες.
Εσύ να διαλέγεις τη θάλασσα
να ντύνεσαι.
Εμένα να μου χαρίζεις τη σιγαλιά
να φορώ.

Μα κάθε που νηνεμεί ο χρόνος ανάμεσά μας
έρωτα σου κάνω,
καθώς ενάλια κάθε σου κύμα
ξεδιπλώνεις
σάρκα και ψυχή
στα σιωπηλά μου χείλη.
– ανάθεμα εθελούσιας προσφοράς-

Μέσα μου σε φέρω να ταξιδεύεις.
Αιώνια αγαπημένη.

Costa Brava / Αύγουστος 2009

 

ΤΑΜΕΝΗ ΝΗΣΤΕΙΑ

Όλα σού τα έταξα…
Σαν Αγίου τάμα
που δεν εκπληρώθηκε ποτέ!

Να διακλαδίζεται η σκέψη μου
-αναρριχώμενο φυτό που ευδοκιμεί πάνω σου-

Να στεγανοποιείς την ψυχή μου.
-σπασμωδική ανάσα που δανείζεται την αναπνοή σου-

Και το ταπεινό κορμί
-ό,τι πολυτιμότερο έχω κρατήσει για μένα-
να σ’ το προσφέρω θυσία ολοκαυτώματος.

Προτίμησες τη νηστεία
πάραυτα!

Barcelona / Αύγουστος 2009

 

ΕΡΩΤΙΚΑ ΣΑΚΑΤΕΜΑΤΑ

Και άντε τώρα να χωρέσουν φωνήεντα και σύμφωνα μαζί
σ’ έναν τρεμάμενο στεναγμό!

Σαν κοχύλι απλώθηκες
στης εμπύρετης σου ηδονής το σθένος
και δαγκώθηκες στο ύστατο φωνήεν
της ξαναμμένης σου ανάσας.
Φαλλός πανάρχαιου χρησμού,
αιδοίο πυθιακής αμφιλαφίας.
Απλώθηκα σε…

Σαν άστρο σελάγισες
στου πρώτου σου οργασμού το τίναγμα
και έσβησες στο τελευταίο σύμφωνο
ίου ανακουφιστικού σου στεναγμού.
Αφουγκράστηκα σε…

Επισκέπτης αιρετικής σαλότητας,
ιερόδουλη σαρκικής ευσπλαχνίας.
Τετέλεσται η σκηνή.
Κορμιά πεταγμένα σαν βότσαλα στην άκρια της ακτής.
Πόθοι αφυδατωμένοι, σπόγγοι κούφιοι στην ακτή της άκριας.
Εκεί που ανθρώπου μάτι και πρόνοια Θεού
αγκομαχεί να καταφτάσει.
Αγιάζει όμως… Αγιάζει…

Θεσσαλονίκη / Αύγουστος 2009

 

ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΡΩΤΗΣΕΣ

Μέσα στο σκοτάδι ακόμη και η σπίθα μοιάζει σαν πυρκαγιά!
Για μένα όμως δεν ρώτησες…

i.

Δεν σου μίλησα, είναι αλήθεια δεν σου μίλησα
τις ώρες των μεγάλων ρολογιών
εκκρεμή τροχιοδείκτες μιας άλλης σημαινόμενης στιγμής.
Δεν σου μίλησα, είναι αλήθεια δεν σου μίλησα
τις ώρες των μικρών στιγμών που κούρνιαζες τις φλύαρες λέξεις σου
στις δικές μου άυπνες σιωπές
δεν σου άρθρωσα
-φωνή πού να βρω να σου ταιριάζει!—
ούτε μια λέξη δεν όρθρισα,
κατάνυξη λειτούργησα ούσα μη χειροτονημένη.

ii.

Μη θαρρείς από φόβο,
τίποτε δεν με φόβισε παρά μόνο η ανάσα σου
όταν ξεμάκραινε από σιμά μου.
Και η βαριά σου σκιά στον τοίχο που δεν μου άφηνε
περιθώρια ασφαλείας να δω τα μάτια σου,
τα μάτια σου,
σκοτεινές χαντρίτσες σε στριμωγμένα απόκρυφα ευαγγέλια.
Κομποσχοίνι μετά προσευχής και ασκήσεως
κρατούσα στα χέρια να τ’ αντέχω
βασιλικό στα δόντια.

iii.

Και αν κατέβαζα τα δικά μου κάθε που τ’ αναζητούσε το βλέμμα σου,
από ντροπή για κείνο το φύλλο της γέρικης βελανιδιάς
που μας είδε να κρυφαγγίζουμε τυχαία
-τάχα μου τάχα μου- το χέρι, ήταν.

… τερπνόν όμως και καλόν επί πλέον ώφελεν είναι…

iv.

Ξελαρυγγιασμένες γούρνες οι κινήσεις σου,
και σου ‘λεγα, χαμήλωσε τη φωνή σου!
Πες μου κείνη τη στερνή καλημέρα
με την χαμηλωμένη φωνή του μεσημεριού!
Πόσο με γοήτευε ο τρόπος που κούρνιαζες τη γλώσσα σου στο
«ρο» σαν τύχαινε ανάμεσα με φωνήεντα.
Δεν σου το πα.

v.

Για μένα όμως δεν ρώτησες…

vi.

Ρυτίδα άπλωσες στο ξύλινο τραπέζι
όλα σου τα «απολαμβάνω»
-κράτησες και ένα στερνό για το τέλος-
και μ’ έμπηξες αγκίδα ροκανιδιού στο μικρό σου δαχτυλάκι,
του δεξιού που το είχες μαγκώσει στην πόρτα βιαστικά θυμάσαι;
Έτσι έκλεινες πίσω σου τις πόρτες και τα φώτα.
Βιαστικά,
σαν αποτρόπαιες ιαχές πολεμιστών στην νηνεμία λίγο μετά τους
πυροβολισμούς.

vii

Και έπειτα ο πόθος σου να το πιέζεις
στο κρύο μπουκάλι της μπύρας.
Η ηδονή του πόνου, μανία -έμφυτη, επίκτητη δεν ξέρω-
να ακροβατείς στ’ άκρα.
Ίσως γι’ αυτό να συμπονάς τόσο τους ακροβάτες,
σαλοί μιας άλλης ισορροπίας, που του Θεού το μοίρασμα ανατάραξε.

viii.

Για μένα όμως δεν ρώτησες…

ix.

Ποια γεύση να ‘χει το αίμα που αυλάκωνε η αγκίδα στο πρόσωπό μου.
Άραγε με θυμάσαι;
Πώς περπατώ στον πόνο μου τρεκλίζοντας,
πώς σιωπώ σαν υποφέρω αγκομαχώντας ανάσες,
πώς αγαπώ στην πρωινή μου ανακούφιση,
στην νυχτωμένη μου ανάγκη, του κορμιού μου
-όταν ζυγιάζω στο περίγραμμα του δικού σου-
στάση (περίσταση πες το όπως θες!) τη θυμάσαι;
Σιωπώ, μαζεύομαι, ένα κομματάκι ακινησίας
ν’ απλώσεις κατάσαρκα τις πυρακτωμένες
λέξεις σου στο παρθενικό κορμί μου.

x.

Έλεγες ότι απο-λάμβανες.
Τίποτα επίμεμπτο στ’ αλήθεια!
λάμβανες-από όμως
το υστέρημα μιας περισσής αντοχής.
Αγαπώ σου ‘λεγα,
πρισματικά καθρεπτίζομαι ν’ αντέξεις το άδειο της δικής σου υποταγής.
Κι έπειτα έφευγες λες και τίποτε δεν βλέπεις
-και ήμουν, είμαι, θα μείνω εκεί που πάντα προσπερνάς-
Μη γυρίσεις γυναίκα του Λωτ. Μη γυρίσεις δις!
Δεν θα σε γράψει η ιστορία…

xi.

Για μένα όμως δεν ρώτησες…

xii.

Βιαστική, γρήγορη, ανυπόμονη, όπως θες πες το
-σου χαλάω εγώ χατίρι!—
η παρουσία σου, αμήχανη απουσία σχημάτιζε
παρά σάρκινη εικόνα.
Τι βιαστικά να ονειρευτείς!
Τι να ματαγαπήσεις!
Τι να μάθεις να ψελλίζεις σε καιρούς μουγγούς!
Τι ν’ ακούσεις σε ξένες θάλασσες που τίναξες τα κύματα σου;
Κομματάκια ψωμιού που μοιραζόμασταν μήνες ψημένου πυρετού.

xiii.

Και όταν έκλαιγα στο παλιό κομοδίνο του ξύλινου σαλονιού
μακριά, κρυφά τον πόνο μου μην κοινωνήσεις
-λάθος που μόνο χαρά κράτησα για σένα;-
έλεγες πως σε ξέχασα, πως μούτρα σου ‘κανα.

xiv.

Μούτρα δε σου ‘κανα ματάκια μου.
Και αν κρατούσα με τα χέρια το πρόσωπό μου κρύβοντάς σου την πίκρα μου,
ήταν που ποθούσα το άγγιγμά σου στο μάγουλό μου
καθώς θα μ’ άγγιζες να μου τα κατεβάσεις…
Ούτε μια φορά δεν το ‘κάνες!

xv.

Ιχνηλατούσες έλεγες την ψυχή μου.
Αφουγκράζομαι ακόμη τα θλιμμένα πρωινά της στερημένης καλημέρας σου
που ανήλια μαραζώνουν το κορμί μου.
-Κατέβασα τα παραθυρόφυλλα μην κουτσομπολεύει η γειτονιά-
Όχι αγάπη μου γλυκιά, εσύ δεν με ιχνηλατούσες
με περπατούσες κανονικότατα με τα μυτερά μαύρα τακούνια της θεάς
απόλαυσής σου.

xvi.

Γα μένα όμως δεν ρώτησες…

xvii.

Πώς τις τρύπες της γόβας που στιγμάτισες τη σάρκα μου
ασβέστωνα τα ηλιοβασιλέματα,
πώς κάθε πληγή σου επούλωνα δίχως κόπωση να ξεστομίσω.
Κάθε καλημέρα, κάθε καληνύχτα μια πληγή, δύο και πάει λέγοντας.

xviii.

Και τόσο εσύ μου ‘λεγες καλημέρα όσο εγώ ποθούσα την καληνύχτα σου.
Σε ποια συγχρονία της στιγμής επιτέλους θα σημάνουμε!
Ξεγλιστρούσες όμως επιδέξιος ακροβάτης των άκρων που
τέντωνε το σχοινί στων ακονισμένων μου αισθήσεων τις χορδές.
Γι’ αυτό λοιπόν συμπονάς τους ακροβάτες.

xix.

σ’ αγαπώ
σού ‘λεγα,
σιωπούσα…
σ’ αγαπώ
έτσι απλά
για όσα δεν θα μάθεις

xx.
Για μένα όμως δεν ρώτησες…

xxi.
Ούτε τότε που μάτωσα τα χείλη σου
στο πρώτο μας φιλί θυμάσαι;
-ή μήπως το φαντάστηκα αυτό;-
σάρκινη σκιά εσύ
προσευχή άυλη εγώ
που να συναντηθούμε
ποια πίστη θα μας σώσει!

xxii.

Γα μένα όμως δεν ρώτησες…

xxiii.

Ποια είμαι, ποια έγινα
πώς αγαπώ όταν πονώ
και πώς σωπαίνω σαν τίποτα για μένα δεν κρατώ
παρά την έγνοια μου να σε ποθώ (πονώ ένα «θου» δεν κάνει τη διαφορά)
για όσα ποτέ δεν θα μάθεις…

xxiv.

Μέχρι να ακούσω την καλημέρα σου δεν θ’ ανασάνω
σου ‘λεγα
δεν θ’ ανασάνω.
Πάνε μέρες δίχως νέα σου.
Ασφυκτιώ.

xxv.

Γα μένα όμως, για μένα δεν ρώτησες…

Θεσσαλονίκη / Αύγουστος 2009

 

 

ΛΟΓΙΑ ΕΛΠΙΔΟΣ (2011)

 

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ

Μην πλησιάζεις εδώ… μην…
γοργά θα μεταμορφωθώ… δεν θα με πιάνει βλέμμα…

Μέσα από το ελάχιστο της όρασής μου
συμμαζεύω εικόνες τ’ ουρανού
μαρμαρωμένος βασιλιάς του τόπου μου
υπάρχω
γυμνοσάλιαγκας ανελέητο φορτίο φέρω,
με φέρει
τί έχω να μετρώ σαν πλαγιάζω στο υγρό του σκεπάσματός
των θλιμμένων πρωινών που ανήλια
υπάρχουν.
αναρωτιέμαι…

Κι όσο ο γλάρος το μπλε βαθύ θα θρέφεται σε βράχους αιωνόβιους
Θα ‘ρθω… πάλι θα ‘ρθω,
ανάλαφρος άνθρωπος θα ‘ρθω.
Ναι. Σώμα δεν θα μ’ ορίζει
περίγραμμα ουδέν, μήτε ανάγκη
φλοιός κανείς, ίχνος δέρματος
τριγμός ανάλαφρος
ανελέητα θα ‘ρθω!
Φλογισμένη αύρα σ’ ασκέπαστο ουρανό,
κύκλος χωρίς α-γωνίες.
υπόσχομαι…

 

ΞΕΡΩ! ΕΙΝΑΙ ΚΑΠΩΣ ΑΡΓΑ (2000)

ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ

Βροχή στάλαζε στα θολά τζάμια
του λεωφορείου
με τα παλιά λάστιχα που
τρίβονταν στους δρόμους
της Θεσσαλονίκης.
Τούτη η βροχή δεν
έφτασε να ξεπλύνει
τις λέξεις μου
που τριγυρνούν μονάχες
στα κάστρα θωρώντας
το ανείπωτο.

 

ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΕΣ

Κοιμόμουν νωρίς λοιπόν
τα βράδια γιατί
ήταν η ώρα που θα περνούσε
ο υπόγειος και δε θα ‘χε
κανέναν να κατεβάσει.
Έτσι κι εγώ,
τον περίμενα
με το παλτό μου,
να ‘χει κάποιον να μεταφέρει
μέσα στη νύχτα.
Γιατί αλλιώς πως θα
υπήρχε η πόλη;
παρά μόνο σαν φάντασμα
που αιωρείται στα σοκάκια.

 

ΣΑΝ ΠΛΑΓΙΑΖΟΥΝ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Ίσως τις μελαγχολικότερες ιστορίες τις λέμε
μόνοι μας τα βράδια,
για να βαστάμε τον θάνατο των άλλων
και την μοναξιά τους.
Και σαν πλαγιάζουμε έχουμε πάντοτε
το χέρι μας ξεσκέπαστο
γιατί…
για φαντάσου να έρθουνε όλοι οι λυπημένοι
τη νύχτα και να μην βρουν
ούτε ένα χέρι για να κρατηθούν!

 

ΣΚΟΝΕΣ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΦΕΡΜΕΝΕΣ

Είναι και κάτι σκόνες
παράξενα φερμένες,
στριμωγμένες
στις πιο σκοτεινές ρωγμές
του εαυτού μας
– αυτού του άλλου –
που μόνο σαν σιωπούμε
τον αφήνουμε να γίνει
διάφανος.

 

ΛΟΝΔΙΝΟ

Στις απρόσιτες παρυφές
των κεραμιδιών της καφέ
πόλης κρέμασα κόκκινα
χαμόγελα, μπας και γίνει
γιορτινή,
πάψει να κλαίει μέσα
στον ύπνο μου
και με στεναχωρεί.

 

Επιλογή από το project 3×3+1 /
Θεσσαλονίκη / 15η Biennale Νέων μεσογείου 25-28 Οκτωβριου 2011

 

WOMAN IN SALE (Η ΑΛΛΙΩΣ ΧΙΟΝΑΤΗ)

Και οι επτά με διεκδίκησαν
από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.
Αφέθηκα
-άλλο που δεν ήθελα!
σε ορέξεις λάγνες
σε επιθυμίες τεμαχισμένες
την δική μου την κράτησα καλά φυλαγμένη ωστόσο.
Με διεκδίκησαν και οι επτά
από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.
Μετρούσα
-ανάγκη βλέπετε!
λαχτάρας πόντους
μοναξιάς μήκη
και πήρα κοντές ξεφτισμένες λινάτσες
παραμυθιών που κανείς πια δεν διαβάζει.
Προσύμφωνα γάμου, γάμου προσύμφωνα
παράφωνα ερώτων.

Ξεπουλήθηκα
από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο
κι ας με διεκδικούσαν σαν γίγαντες.

Μα να μην προσέξω πώς ήταν νάνοι!

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Κορίτσι των σκοτεινών δασών

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

BOOKPRESS 15/7/2015

Μικρές ερωτικές προσευχές

Η φράση «ερωτική πόλη», που επικράτησε και κατά κόρον αποδόθηκε στην πόλη της Θεσσαλονίκης, αντικειμενικά είναι ένα μύθευμα, ένα εφεύρημα κάποιων ευφάνταστων, κυρίως Αθηναίων επισκεπτών της, οι οποίοι ανηφορίζοντας προς τον Βορρά για να συμμετάσχουν σε διάφορα καλλιτεχνικά ή οικονομικά γεγονότα της πόλης (στον καιρό της Διεθνούς Εκθέσεως, στη διάρκεια των φεστιβάλ κινηματογράφου ή τραγουδιού, σε εκδηλώσεις των Δημητρίων ή άλλων) και για λόγους «ευνόητους», την έβρισκαν ερωτική.

Η ερωτική παράδοση της πόλης

Ως κλίμα και ατμόσφαιρα, όμως, πρώτος ο Χατζιδάκις την χαρακτήρισε ερωτική, επηρεασμένος από την ομίχλη της, τον συναισθηματισμό των ανθρώπων της και εκείνη τη γλυκιά μελαγχολία που αποπνέει, αλλά η «τιμή» ανήκει στον Κωστή Μοσκώφ, που την πρόβαλε ως τέτοια. Σ’ αυτό συνηγόρησαν και αρκετοί φιλόλογοι ή κριτικοί λογοτεχνίας, που διέκριναν στα έργα των θεσσαλονικιών δημιουργών έναν ιδιότυπο ερωτισμό, μια ιδιάζουσα υγρή νοσταλγία, ένα βαρύ, παχύρευστο συναίσθημα. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η πόλη έχει μια παράδοση στην ερωτική ποίηση, μια παράδοση που ξεκινά από τη Ζωή Καρέλλη, τον Βαφόπουλο, τον Πεντζίκη, τον Θέμελη, την ερωτική, κατά Χριστιανόπουλο, τριάδα (Ασλάνογλου, Ιωάννου, Χριστιανόπουλος), όπου οι δύο πρώτοι αισθάνονται και εξιδανικεύουν το αντικείμενο του πόθου τους, ενώ ο τελευταίος, περισσότερο ρεαλιστής στη γραφή του, στέκεται κυρίως σε ζητήματα ερωτικής ματαίωσης, στέρησης αλλά και αποτύπωσης του βουρκώματός του για τον αφανισμό της ερωτικής πιάτσας της πόλης, όπως εκείνος την έζησε στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ικανοποιώντας την ερωτική του κλίση. Διάχυτο ερωτισμό θα βρούμε επίσης και σε ποιήματα του Βαρβιτσιώτη, του Στογιαννίδη, του Γιάννη Καρατζόγλου, του Τόλη Νικηφόρου (καλύπτει μια μεγάλη γκάμα ερωτικών συναισθημάτων, ένα μεγάλο κομμάτι του ποιητικού του έργου), σε ενδιαφέρουσες ποιητικές μινιατούρες του Βασίλη Ιωαννίδη, σε τολμηρά, εξομολογητικά, πεζόμορφα ποιήματα της Αλεξάνδρας Μπακονίκα, αλλά και σε άλλους δημιουργούς που εντάσσονται στο κλίμα της πόλης, ακόμη κι αν δεν ζουν σ’ αυτήν (Αδαλόγλου, Δημητράκος, Χουβαρδάς κ. ά.). Ακόμη και ο πολιτικός (ή κοινωνικός) ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης σε πολλά του ποιήματα ή μεμονωμένους στίχους του είναι ένας βαθιά ερωτικός ποιητής, κι ας μην το αποδέχονται αυτό κάποιοι που θέλουν τους λογοτέχνες (εν προκειμένω τους ποιητές) ταξινομημένους, για φιλολογικές σκοπιμότητες, σε ταμπέλες και περιορισμένους σε κουτάκια. Νομίζω πως οι στίχοι του Αναγνωστάκη «δεν θέλω να γνωρίζω πάρα πολύ τους ανθρώπους», «αγαπούσε ακόμη και τον αριθμό του τηλεφώνου της», «ύστερα από οχτώ χρόνια έμαθε πως το τηλέφωνό της εκείνο το βράδυ ήταν χαλασμένο» ή «πόσα άλλα κρυμμένα βαθιά…» είναι στίχοι βαθιά ερωτικοί, και μόνο μ’ αυτούς κερδίζει άνετα μια θέση στον κατάλογο των ερωτικών ποιητών της πόλης.

Συναλλαγές που ακυρώνουν την τέχνη

Παρακάμπτοντας τις ενδιάμεσες κατηγορίες δημιουργών της Θεσσαλονίκης που γράφουν και ποιήματα για τον έρωτα (άλλοι ικανότατοι, άλλοι λιγότερο ικανοί) και προσεγγίζοντας τη νέα γενιά των δημιουργών, τη γενιά φέρ’ ειπείν που τύπωσε ποιήματα από το 2000 και μετά (ποιητές-ποιήτριες του 21ου αιώνα), η γενική αίσθηση που αποκομίζει κανείς είναι πως σχεδόν όλοι τους είναι αποκομμένοι από την παράδοση της πόλης αναφορικά με την ερωτική ποιητική δημιουργία. Και όχι μόνο αυτό. Έχουν παρεξηγήσει, δυστυχώς οι περισσότεροι, και τον έρωτα και την ποιητική δημιουργία. Υπάρχει μια υπερπροβολή του εκάστοτε προσώπου δυσανάλογη με την αξία και τη σημασία του έργου τους, μια υπερπροβολή που σ’ αυτήν συνεισφέρουν το διαδίκτυο και τα ηλεκτρονικά μέσα αλλά και τα λογής βιαστικά αφιερώματα σε έντυπα μέσα, και που από μόνη της τελικά αδυνατίζει το έργο τους.

Παράλληλα υπάρχει η αντίληψη, αφ’ ενός στις γυναίκες ποιήτριες, πως ερωτικό ποίημα είναι οι σκέψεις τους για τον ερωτικό τους σύντροφο, η προβολή μιας γυναικείας φιλαρέσκειας, η αποτύπωση των ερωτικών εμπειριών τους, οι τολμηρές περιγραφές των όποιων ερωτικών συνευρέσεων, και γενικά η αφελής και φτηνή επίδειξη μιας γυναικείας γραφής, του τύπου: εγώ είμαι η αισθαντική και ο παρτενέρ μου κάποιος συναισθηματικά ανεπαρκής, που δεν μπορεί να νιώσει τίποτα από τον ψυχισμό μου. Φοβάμαι πως αυτές οι νέες ποιήτριες (ή, πολλές απ’ αυτές, για να μην παρεξηγούμαι) δεν είναι ούτε ερωτικές ούτε καν ποιήτριες. Στους νέους, πάλι, ερωτικούς ποιητές (μιλάω για τους μη ομοερωτικούς, οι οποίοι στη γραφή τους έχουν άλλου τύπου αισθαντικότητα) ίσως βρούμε, κατ’ αντιστοιχία με την προηγούμενη περίπτωση, έναν υπέρμετρο αρσενικό ναρκισσισμό, έναν κυνισμό, ενίοτε άκρατη βωμολοχία, μια απαξίωση της θηλυκής αισθαντικότητας, τον κατακτητή που καίει καρδιές και τελικώς προσπερνά και εκδικείται ή έναν μοναχικό δρόμο ως ερωτική επιλογή, που απαξιώνει τον έρωτα ως ύψιστη πράξη, ως αίσθηση και ως στάση ζωής. Τελικά, διαβάζοντας, πολλά ποιητικά βιβλία σημερινών ερωτικών δημιουργών της πόλης, έχω την αίσθηση ότι εκλείπει, δυστυχώς, ο ίδιος ο έρωτας. Φταίει και το λογοτεχνικό τοπίο της Θεσσαλονίκης, οι στενές επαφές των δημιουργών, αυτό το αρρωστημένα παρεΐστικο δούναι και λαβείν, η ασύστολη και ανεξέλεγκτη επικοινωνία, όπου όλοι βρίσκονται και συναλλάσσονται με όλους, και είναι τόσο εύκολο να μάθεις –ακόμη κι αν δεν είσαι περίεργος, αδιάκριτος ή κουτσομπόλης– ποιος μπλέχτηκε με ποιαν, ποια συνευρέθηκε ερωτικά με ποιον, ποιος κρύβεται πίσω από τους τάδε στίχους, ποιαν ερωτική κατάκτηση υπονοεί ο δείνα στίχος. Όλα στη φόρα, όλα στο κύμα, όλα στο φως. Τίποτε το μυστηριώδες, το μαγικό, το απόκοσμο, το κρυφό, το βαθιά αισθαντικό, το έντεχνα κεκαλυμμένο, το αιθέριο, το μυστηριώδες, ακόμα και το αδικαίωτο ή το ανεκπλήρωτο. Όλα ολοκληρώνονται, όλα εκπληρώνονται, όλα δικαιώνονται τόσο κοινότυπα και αναμενόμενα, σχεδόν πληκτικά, ώστε η γραφή ενός ποιήματος να καταντά άχρηστη ενασχόληση. Αν κυκλοφορούσε η Έμιλυ Ντίκινσον, έστω ως μεταφυσική φιγούρα, για ένα μόνο βράδυ, στα λογοτεχνικά στέκια και στους σταμπαρισμένους χώρους αυτής της πόλης και γνώριζε τους «ερωτικούς» δημιουργούς της και τις συνήθειές τους, κατάχλομη, νευρωτική, εύθραυστη, μυστηριώδης και απόκοσμη όπως ήταν, νομίζω πως, μέσα σε ελάχιστες στιγμές, θα κατέρρεε, όχι από ντροπή αλλά από αηδία. Μα, θα μου πείτε: Ζούμε στην εποχή της Ντίκινσον; Θα σας απαντήσω: Ναι, αλλά κι αυτό είναι τέχνη;

Ένα κορίτσι στο σκοτεινό δάσος

Η Αναστασία Γκίτση (Θεσσαλονίκη, 1977), απόφοιτος του Τμήματος Θεολογίας, με μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό, στη δεύτερη αυτή συγγραφική της απόπειρα, προσεγγίζει τον έρωτα ως μυστηριακό γεγονός και με τους στίχους της προσπαθεί να γειώσει υπαρξιακές ή θεολογικού τύπου ανησυχίες της, φέρνοντας σε επαφή τα ουράνια με τα γήινα. Αυτή της η απόπειρα ενδιαφέρει τόσο σε ποιητικό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο, γιατί διακρίνονται μέσα από τους στίχους της οι ρωγμές της ψυχοσύνθεσής της και το ευάλωτο του χαρακτήρα της. Από την αφιέρωση της πρώτης σελίδας του βιβλίου της (στη γυναίκα… αυτή την άνθρωπο), ήδη διαφαίνεται κάποια εκλεκτική συγγένεια (ή καλύτερα θαυμασμός και αποδοχή) με τη μεγάλη θεσσαλονικιά ποιήτρια Ζωή Καρέλλη, κυρίως ως προς την τάση αυτονόμησης και αυθυπαρξίας της γυναικείας φύσης της, αλλά και στο αίσθημα της θρησκευτικότητας που διαπνέει τους στίχους της. Φυσικά, αυτό από μόνο του δεν αρκεί, ούτε την καθιστά αυτομάτως συνεχίστρια καμιάς ερωτικής ή υπαρξιακής παράδοσης της πόλης, δείχνει πάντως έναν δρόμο, μία δίοδο επικοινωνίας με το ποιητικό παρελθόν της. Μου άρεσαν αρκετά ποιήματα του βιβλίου, ιδίως τα τρία ομότιτλα της συλλογής, που μεταφέρουν ένα γοητευτικό, μεταφυσικό και αρκετά απόκοσμο τοπίο-σκηνικό-κλίμα – μάλλον αφορούν το μοναστήρι, όπου έζησε κάποιο διάστημα με υποτροφία. Μου άρεσαν επίσης πολλοί μεμονωμένοι στίχοι της. Γενικά, η Γκίτση, γράφει ευαίσθητα, εξομολογητικά, αληθινά, αλλά νομίζω πως κάποιες φορές πέφτει στην παγίδα της αισθηματολογίας και υπερισχύει ο ενθουσιασμός της (ή η απογοήτευσή της) για πρόσωπα και καταστάσεις. Ωραίος και ο καταληκτικός ερωτικός μονόλογος, όπου ο επαναλαμβανόμενος στίχος της «Για μένα όμως δεν ρώτησες» λειτουργεί καλά και δίνει συνοχή (και σπαραγμό) στις εξομολογήσεις-σκέψεις της. Αυτός ο τελευταίος ποιητικός της μονόλογος, έχει μεταφερθεί στη θεατρική σκηνή το 2011. Στα πιο πρόσφατα ποιήματά της (δημοσιευμένα στο περιοδικό «η Παρέμβαση») γίνεται πιο πυκνή και αφαιρετική, αφαιρεί φλοιό και υπερβολικό συναίσθημα, και γίνεται πιο καίρια και ερμητική. Με αυτή της την αλλαγή (που εγώ τουλάχιστον διακρίνω) σε άλλα σημεία κερδίζει και σε άλλα όχι. Κερδίζει σε πύκνωση λόγου, νοηματική μεστότητα και συναισθηματικό έλεγχο, χάνει σε φρεσκάδα, αυθορμητισμό και ρέον συναίσθημα, που νομίζω πως, όταν δεν ξεφεύγουν κάποια επιτρεπτά όρια, της ταιριάζουν περισσότερο.

Αντιγράφω ως δείγμα γραφής δύο μικρά της ποιήματα: σελ. 27 Κάνει ερημιά απόψε: Και σαν κλείνεις τα βλέφαρά σου / νυχτώνει το βλέμμα / νηστεύει η επαφή / κι εγώ / πώς να σ’ το πω! // Παύω να υπάρχω, / μέχρις ότου να τα / εξημερώσεις.
Και από τη σελ. 29 Ανοίκεια μέρα: Ανοίκεια ημέρα, / να κοιτώ τη γη / και να με πνίγει ο ουρανός. / Να ζητώ ήλιο πατρίδας / και να με ντύνεται / η συννεφιασμένη / ντροπή της αλλοδαπής. // Ανοίκεια ημέρα. / Άνθρωπος ευάλωτος, / πού ν’ αντέξει τόσα / πήγαινε-έλα / στον αεροδιάδρομο / των αεροστεγών επιταγών σου!

Όλο το βιβλίο είναι διάσπαρτο από φράσεις και ρήσεις της Βίβλου και θεολογικών κειμένων, και ως προς αυτό συγγενεύει υφολογικά με τους ποιητές Γιώργο Χ. Στεργιόπουλο και Βασίλη Ζηλάκο, με τη διαφορά πως οι δυο τελευταίοι κινούνται περισσότερο σε ένα υπαρξιακό-φιλοσοφικό-μεταφυσικό ποιητικό χώρο, ενώ η Γκίτση, στη συντριπτική πλειοψηφία των ποιημάτων της, είναι ερωτική. Η γοητεία του βιβλίου και της ποιητικής φωνής της Γκίτση έγκειται στο ότι πολλά από τα ποιήματα ακούγονται στο αυτί του αναγνώστη ως μικρές προσευχές, στο ότι, παρά τη γυναικεία της φιλαρέσκεια και γυναικεία γραφή της, ο ερωτικός της σύντροφος είναι τουλάχιστον ισότιμος με κείνην (συχνά οι επιθυμίες του, οι αποφάσεις του και οι πράξεις του την υπερβαίνουν, κάποιες στιγμές, μάλιστα, την συνθλίβουν), ενώ κάποιες φορές αδυνατείς να αντιληφθείς αν η ποιήτρια, γράφοντας, απευθύνεται σε κάποιο υπαρκτό, υλικό πρόσωπο ή σε κάποιον αόρατο θεό, που τον λατρεύει αλλά την δυναστεύει. Γενικώς η συνύπαρξη του θεϊκού στοιχείου με τη σωματική επιθυμία είναι κάτι το ξεχωριστό στην ποίηση της Γκίτση, και σε συνδυασμό με την αισθαντικότητα και ευαισθησία των στίχων της, δημιουργούν ένα γνήσιο, αληθινό, εξομολογητικό ερωτικό κλίμα που γοητεύει, υποβάλλει και πείθει τον αναγνώστη.

Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω ένα υπαρκτό πρόβλημα που πιθανόν να αντιμετωπίσει η Γκίτση μελλοντικά, αναφορικά με την ποιητική της εξέλιξη. Όντας η ίδια δημιουργική ποιήτρια και πολυτάλαντη ως προσωπικότητα, και έχοντας μια ολιστική αντίληψη-άποψη περί τέχνης (μελοποιούν ποιήματά της τραγουδοποιοί, την ενδιαφέρει η τέχνη της φωτοποίησης και της εικονοποίησης, συμμετέχει σε θεατρικές παραστάσεις, π.χ Φαίδρας Πρόβα- ένα Μελόδραμα / Πανσέληνος, εκδοχή Β´ / Lemon Blossom / Κανελόριζα: μια παράσταση φυσικού θεάτρου, τόσο με την συγγραφή ποιημάτων-κειμένων για την παράσταση, όσο και με την απαγγελία τους επί σκηνής), θα πρέπει να σκεφτεί σοβαρά αν θα συνεχίσει μια πολυπρισματική, πολυδιάστατη και πολυδιασπασμένη καλλιτεχνική δημιουργία (που κι αυτό, φυσικά, είναι ένας δρόμος, δίχως απαραίτητα αδιέξοδη έκβαση ή αρνητική κατάληξη) ή αν θα επικεντρωθεί αποκλειστικά στην ποίηση, για να ακονίσει και να εξελίξει δραστικότερα και πιο ουσιαστικά την ποιητική της αλήθεια.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΑΝΑΣΚΙΔΗΣ

vakxikon

Κορίτσι των σκοτεινών δασών, Ποίηση, Αναστασία Γκίτση, Εκδόσεις Μπαρμπουνάκης, 2010

Με διάχυτο τον ρομαντισμό της αγνότητας της γυναίκας, αυτής της ανθρώπου όπως την χαρακτηρίζει κι η φίλη Αναστασία, εισέρχεται στο σκοτεινό δάσος της τεράστιας πανανθρώπινης γυναικείας ψυχής το κορίτσι… συγγραφέας, το κορίτσι – πολεμικός ανταποκριτής, το κορίτσι… που αναπνέει ευρύχωρα ιδέες και φυτεύει λέξεις σε κάθε σελίδα του βιβλίου αυτού, μέσα από την γραφή της Αναστασίας.
Κάθε σελίδα κι ένα μικρό βότσαλο, χαλίκι, λουλούδι, διαμάντι, δάκρυ για να στοχεύει και να επαναπροσδιορίζει την επιστροφή του αναγνώστη – ταξιδιώτη στο νάμα της ψυχής. Την συγχώρεση, την λησμοσύνη, την κατανόηση. Την επιστροφή στην συνειδητοποίηση και την συνειδητότητα του φθαρτού και του τρωτού, της πραγματικότητας, της αλήθειας, της συνοχής.

Ρήματα – Σταυροί (αναρριγήσω, μεριζόμουν, ματώνω, περίσσεψα, ορέχτηκα, χρεώσουν, σκοντάφτω, αιωνίασε), ρήματα που εκφράζουν την δυναμική τους μέσα από την ταυτοποίησή τους με το ουσιαστικό που επιλέγει η Αναστασία για να δώσει άλλη ώθηση στον αναγνώστη όπως (παραληρίες, αγναντεύσεις), εικόνες και μυρωδιές από Θεό και Άγιο Φως φτιαγμένες, με όλο το ψάγμα του Ίστασθαι της Θεανθρώπινης παρουσίας, εντός μας… όπως χαρακτηριστικά αναφέρει κι η ίδια στο τρίτο κεφάλαιο του ποίηματός της «Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών» … «Πως να μάθουν να περπατούν στον ουρανό; Στο κατ’εικόνα συνηθίσανε, στο καθ’ομοίωση πορεύονται».

Με ένα πλέγμα από γυναικείο πόνο και την εσώτερη αυτοαπορία της για τις διαστάσεις της απόστασης, οδηγεί τις λέξεις σε έναν δρόμο επιστροφής στο μέσα της, τον πιο βαθύ της αναρριχόμενο κισσό αναζήτησης ενός χαδιού, ενός βλέμματος, μιας κουβέντας ερωτικής, μιας αστρικής πληρότητας και πορεύεται σε στίχους γεμάτους από φως της ψυχής της αλλά και λίγο αλάτι πάνω στις πληγές σαν να προσπαθεί να επιτύχει την αυτοκάθαρση όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται στον ανυπέρβλητης αρτιότητας στίχο «Αλλά χοϊκή απέμεινα πλευρό ενός πλευρού που τ’άλλο μισό δεν βρίσκει».

Την Αναστασία θα την χαρακτήριζα ως μία γυναίκα ποιήτρια, υφάντρα της σκιάς των πραγμάτων και όχι παρατηρητή της επιφάνειας, ποιήτρια ασφυκτικά γεμάτη από το πάθος, που προσμένει μια μικρή χαραμάδα απ’ όπου θα μπορούσε να διεισδύσει ένα φτερούγισμα από το δικό της εσώτερο πέταγμα. Και πάντα ανακαλύπτεται αυτό που αξίζει να ανακαλυφθεί και ποιήματά της, βρίθουν από ασκούς πλέριας αγάπης, ευθύνης, συμπόνοιας, ζωής, ανεμούριας ονειροπόλησης.

Μία ποιήτρια που συνταιριάζει το Αγαθόν του Ελεήμονος Θεού που φέρουμε σε ψήγματα ο καθένας μας εντός μας βαθιά σε έναν λήθαργο και που ένα φιλί, το χάδι ή και το βλέμμα που αποζητάμε, φέρει και το πλήρωμα για να φυσήξει ζεστό χνώτο και να το ξυπνήσει.
Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την ποίησή της καθαρά γυναικεία, ως εκείνη δηλαδή που η Ακαδημαϊκός μας Κική Δημουλά είχε πει κάποτε πως είναι η ποίηση γραμμένη από γυναίκα προς την γυναίκα και μόνο χωρίς ίχνος αντρικού μάγματος…

Όμως θα κάναμε μέγα λάθος, γιατί η ίδια η ποιήτρια μας επαναπροσδιορίζει ότι ναι μεν η ποίηση αυτή είναι γραμμένη από γυναίκα αλλά όχι μόνο προς γυναίκα, καθώς στο εισαγωγικό της αφιέρωμα αναφέρει τόσο καλά τοποθετημένη στον αρμό και την αρμονία της πρότασης, «αφιερωμένο στην γυναίκα, αυτήν την άνθρωπο».

Προσέξτε… αυτήν, την άνθρωπο. ΌΧΙ ΑΥΤΟΝ τον άνθρωπο. Ο γενετικός κώδικας δηλαδή, είναι καθαρά και αρτιότατα ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ. Προκαθορισμένος και προορισμένος αποκλειστικά μεν για την γυναίκα, για να εκφράσει ελεύθερα και αδέσμευτα την υπόσταση και τον προβληματισμό της ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ και ΕΠΑΝΑΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ σχεδόν ΟΡΙΟΘΕΤΩΝΤΑΣ την ισχύ της στην κοινωνία που πλινθοχτίστηκε από χέρια αντρικά και με πατριαρχική δεοντολογία, ας μου επιτραπεί αυτή η ορολογία.

Κι έρχομαι να σας συμπληρώσω εδώ πως η ποίηση αυτή, απευθύνεται και σε άντρες. Όπως δεν έχουν φύλο τα συναισθήματα έτσι και η ποίηση δεν μπορεί να έχει αποδέκτες μόνο τις θηλυκές ευαισθησίες. Και παρόλο που η ευαισθησία είναι γένους θηλυκού, προέρχεται από την μήτρα της τρεμάμενης ψυχής, όπως και η αγάπη, και η αφοσίωση, και η σιωπή πριν το φιλί και το αντίο, κι η αυτοπραγμάτωση, κι η εκδίκηση, κι η αναπόληση, κι ο έρωτας, όλα τα συναισθήματα, μια τεράστια ευγενική συμμορία, σαρώνουν ολόκληρο το έργο της, με την ευκολία που στροβιλίζονται τα φθινοπωρινά φύλλα στον αέρα.

Η ηδονή της σάρκας, ο πόνος του κορμιού, το μάτωμα της παλάμης, είναι κινήσεις όχι τυχαίες αλλά πολύ καλά αρχιτεκτονημένες μέσα στα ποιήματα της Αναστασίας, καθώς καταφέρνει να επιτύχει να μας προσγειώσει από την ιδεατή κι απλή αναφορά των συναισθημάτων και του ρομαντισμού, στην υλιστική και χειροπιαστή αλήθεια, αυτή που εκφράζεται με το σώμα και μέσα από αυτό. Οι χειρονομίες και τα κινητικά ρήματα, ξυπνούν τον αναγνώστη που πραγματικά βυθίζεται στον ονειρικό κόσμο των ρημάτων που στάζουν μέλι και αμάρυνθο καθώς και στην αιώρα των λέξεων που τον οδηγούν σε υπνώδη κατάσταση με όλο το μελίχροο του έρωτα.

Η ποίηση της Αναστασίας, προσομοιάζει στην ποίηση της Μάτσης Χατζηλαζάρου, της πρώτης συζύγου του Ανδρέα Εμπειρίκου, που δεν έγραφε απλά ποίηση, την ζούσε την ποίηση ανήκοντας σε κείνους τους τυχερούς, που έχουν την δυνατότητα να ταξιδέψουν προς την αρμονία. Χρησιμοποιούν και οι δύο ως κύριο μέσο τον ρεαλισμό και σκάβουν τις φλέβες του υπερρεαλισμού, χρωματίζοντας τις λέξεις, χρησιμοποιώντας την γλώσσα, όχι σαν εργαλείο και μέσο επικοινωνίας, όπως θα λέγαμε στην Δημοσιογραφία, αλλά σαν αποδέκτη και συγχρόνως ως μέσον εκφοράς της ειλικρίνειας της αγωνιώδους αγάπης.
Οι απορίες που εκφέρει στο ποίημά της «Για μένα όμως δεν ρώτησες, με την πληθώρα της ανεξάντλητης ερωτηματικής ύπαρξης του ανθρώπου, είναι απορίες που εσωτερικά εύχεται να τις είχε φιλοξενήσει ο άγνωστος άνδρας, που σε άλλες στροφές θεοποιείται και τοποθετείται σε ένα βάθρο κι αλλού καταγκρεμίζεται μέσα από την συνειδητοποίηση της αδιαφορίας, της ανεπάρκειας, της απουσίας του.

Το παιχνίδι των λέξεων κι η αλληλοδιαδοχή της ισχύος μίας φράσης που αυτοαναιρείται στον επόμενο κι όλας στίχο όπως «Μη θαρρείς από φόβο, τίποτε δε με φόβισε παρά μόνο η ανάσα σου όταν ξεμάκραινε από σιμά μου», είναι το όπλο της για να αποδείξει την αυτοδιαχείρηση, την αυτοδυναμία, την αυτοκυριαρχία της στον πόλεμο της ανταμοιβής συναισθημάτων και αγάπης που διεκδικεί.

Και το ερώτημα παραμένει μέσα από προτάσεις που χτίζουν όλες μαζί σιγά σιγά ένα τεράστιο πηχτό σκοτάδι… απόγνωσης… αυτοαπομάκρυνσης, αυτοαποδοχής της πραγματικότητας… «Για μένα όμως δεν ρώτησες»…

Με κυκλότερη επαναληπτική γραφή όπως και στο ποίημα «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» του Φρεδερίκο Γκάρθια Λόρκα, όπου η ώρα του θανάτου του μεγάλου ταυρομάχου, είναι και ο συνδετικός κρίκος που επιστρέφει το μυαλό στην πραγματικότητα και την απαρχή και το τέλος της ίδιας της κατάστασης. «Πέντε η ώρα που βραδιάζει»… για να ενδυναμώσει το σουβλί που μπήγεται πιο βαθιά ολοένα στο δέρμα του ποιητή και συνειδητοποιεί τα πεπραγμένα. Έτσι και «Για μένα όμως δεν ρώτησες» η επαναφορά της εσωτερικής απορίας, αποχρωματίζει το μυαλό και αποσυνδέει το όνειρο.

Η ποίηση της φίλης Αναστασίας, έχει φως και σκοτάδι μαζί. Έχει ουρανό και γη μαζί. Έχει εγώ κι εσύ μαζί. Έχει το έχειν και το απέχειν μαζί. Είναι το μαζί του έρωτα, το μαζί της ζωής, το μαζί που χρειάζεται δύο για το τανγκό του ολοκαυτώματος που σπέρνει ο έρωτας. Φοράει το συναίσθημα σε κάθε μικρή ή μεγάλη λέξη, προσπερνά σχεδόν σαν να μην ενδιαφέρεται και πολύ για το βλέμμα των άλλων αν και καλεί τον άνθρωπό της να κατεβάσει τα παντζούρια να μην κοιτά η γειτονιά παρόλα αυτά ομως παρατηρεί σχολαστικά τα ζευγάρια που έπνιγαν τα εροτόλογα στα τσόφλια σπόρια σιωπηλά ανταλάσσσοντας λόγια αγάπης μεταξύ τους.

Η γλώσσα της, το στιχουργικό της καλέμι καλύτερα, χτίζει το σήμερα με λάσπη και ιχώρα από άλλες εποχές, με προσεγμένα ρήματα, λέξεις, άναρχη τοποθέτηση υποκειμένου, αντικειμένου, ρήματος, δομημένη με πληθώρα αρχαιοελληνικών επιρροών από κείμενα μεγάλων πατέρων και μητέρων της γραφίδας, όχι τυχαία. Περνάει θαρρείς μέσα από τις φλέβες και τα κύτταρά της, όλο το νάμα των αιώνων που διαβάστηκαν σε κείμενα μέγιστης γραφής και αρτιότητας όλου του συναισθήματος όπως της Σαπφούς.

Αν και καταγεγραμμένα σε διαφορετικές χρονολογίες και σε διαφορετικές περιοχές μεταξύ τους τα ποιήματα, όλα κουβαλάνε τον ίδιο πολυπλεγματικό χάρτη της Αναστασίας. Το αιώνιο ψάξιμο στα ανασκαλέματα της σακατεμένης ψυχής της, σαν άλλη μετανάστρια που ψάχνει την πατρίδα της και βολοδέρνει σαν το κύμα από πλοίο σε αεροπλάνο κι από εκεί στον ουρανό…

Κάποτε ρώτησαν τον μεγάλο μεταρρυθμιστή της Γερμανίας, Χέλμουτ Κολ αν διαβάζει γυναικεία ποίηση και εκείνος απάντησε, «ναι διαβάζω, γιατί έτσι μαθαίνω τι δεν πρέπει να κάνουμε ως άντρες και δηλητηριάζουμε μία σχέση».

Μην ανησυχείς Αναστασία μου, εμείς σε τόσο σκοτεινούς καιρούς, θα ανάψουμε το φως και θα στιχοποιήσουμε το θα σε θάλασσα, το ζήτα σε ζωηρότητα, το θήτα σε θέληση και θα χτίζουμε μέρα τη μέρα μέσα μας, μεταποιημένη την ποίησή σου, σε ένα τεράστιο φοιτητοδιαπαλευόμενο ζητοτράνταγμα ψυχής. Βήμα το βήμα, σκέψη τη σκέψη, λέξη τη λέξη θα πλάθουμε το φως για το κορίτσι των σκοτεινών δασών. Την βαθιά ελληνική ασύμφορη ψυχή που ψάχνει αέρα να περάσει ευρύχωρα και να στεριώσει με χάδια και φιλιά την αλήθεια της αγάπης μας.

Το φως. Το αιωρούμενο μανουάλι του μεγάλου ποιητή του Αιγαίου. Καλοτάξιδο στα πλέρια κύματα πεμπτουσίας το βιβλίο σου Αναστασία. Σας ευχαριστώ.

Και μην ξεχνάτε. Όλοι μας με ένα μικρό κερί… χτίζουμε την εκκλησία της ειλικρίνειας. Αρκεί να ανάψουμε αυτό το κερί με ένα φύσημα. Τολμήστε το. Δεν σβήνει με το φήσιμα. Με το φήσιμα ΑΝΑΒΕΙ, ΦΟΥΝΤΩΝΕΙ, ΔΙΑΤΡΑΝΩΝΕΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΜΑΣ. Ένα κερί για την ψυχή.

 

ΝΙΚΗΤΑΣ ΖΑΦΕΙΡΗΣ

ο αναγνώστης

Ψαλμικές παραληρίες

Ξεχωριστή θέση στην εκκλησιαστική παράδοση κατέχει η θρησκευτική υμνογραφία, η οποία περιλαμβάνει ήδη το βιβλίο των Ψαλμών από την Παλαιά Διαθήκη, κι έπειτα ανθεί την βυζαντινή περίοδο με υμνογράφους όπως ο Ρωμανός ο Μελωδός. Παράλληλα, δίπλα στην λειτουργική ποίηση αναπτύσσεται και η ιδιωτική θρησκευτική ποίηση, είδος λογοτεχνικό που ανήκει στην λόγια βυζαντινή λογοτεχνία. Εδώ ο ποιητής καταγράφει τις προσωπικές του κυμάνσεις και χωρίς να αποκόπτεται από την παρακλητική διάσταση προς το θείο, δίνει χώρο στην ιδιωτική διάσταση, την προσωπική του ενδοχώρα.

Η Αναστασία Γκίτση, με το βιβλίο της Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών (Μπαρμπουνάκης, 2010) καταθέτει μια σύνθεση ερωτικών ψαλμών, που ακροβατούν ακριβώς ανάμεσα στο θρησκευτικό και το προσωπικό, ανατέμνουν την ίμερου επιθυμία, επιστρατεύοντας μια μορφολογία και ένα αίσθημα απεύθυνσης που παραπέμπει άμεσα στην εκκλησιαστική παράδοση. Μόνο που εδώ το Κορίτσι που προσεύχεται, ο ενδεής πιστός, δεν απευθύνεται στον άυλο Κύριο αλλά στον υλικό και γι’ αυτό σπαραχτικά ποθούμενο: τον κρύφιο εραστή.

Καθώς περιηγούμαστε στο ομώνυμο ποίημα, διαβάζουμε:

Κορίτσι των σκοτεινών δασών… δασών… σών… σών…
Θυμάμαι τη φωνή σου που αντανακλούσε
στα παλιά σανίδια του μοναστηριού…

κι αργότερα:

Κορίτσι των σκοτεινών δασών… σών… σών…
Θυμάμαι τη φωνή σου που αντανακλούσε στο πρόσωπό μου,
γιατί κρατάς ένα λευκό κερί σε τούτο το σκοτάδι;

H ποιήτρια λοιπόν άλλοτε επικαλείται το προσωπείο της, κι άλλοτε το φορά. Προστρέχει και συνομιλεί με την παρουσία που της διαφεύγει, το κάτοπτρο του εαυτού της. Η παρακλητική της φωνή σπάει σε συλλαβές (δασών… σών… σών) που παραπέμπουν ηχητικά στην εκκλησιαστική ευχή – «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν» – που ακούγεται κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Η γυναίκα που μιλά στα ποιήματα της συλλογής δείχνει πρόθυμη να προσφέρει τα πάντα – όπως ακριβώς συμβαίνει και με την εν λόγω ευχή: «σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα». Μόνο που ο αποδέκτης της προσφοράς είναι αμφίβολος, αδιευκρίνιστος, φευγαλέος.

Στο βιβλίο αυτό ο θείος έρως και ο κοσμικός γειτνιάζουν επικίνδυνα. Ο προσευχητής, ο εραστής γονατίζει και επικαλείται, ορθώνεται και απαιτεί. Η βιβλιογραφία των εξομολογήσεων είναι πλούσια παραδειγμάτων. Το Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών λοιπόν είναι μια διαρκής απεύθυνση στον Εαυτό και τον Άλλο. Οι λέξεις είναι θυμιάματα που αναθρώσκουν προς τον ουρανό της πίστης, προς τον πτωτικό γκρεμό των αμφιβολιών. Το Κορίτσι επιθυμεί, επιζητά, γίνεται ένα λάλον κύμβαλο της πλήρωσης.

Πανταχού παρόν είναι το σώμα. Σημειώνω χαρακτηριστικά:

«σε κάθε σου χάδι / μεριζόμουν αμερίστως», «σε υπνώδεις αγναντεύσεις της αφής / θα ‘ρθω να ξαποστάσω», «αλλά χοική απέμεινα / πλευρό ενός πλευρού / που τ’ άλλο μισό δεν βρίσκει», «αδειανό σαρκίο απόκαμε η επιθυμία μου» και το έντονο «σέρνομαι μέσα στο δέρμα μου».

Το σώμα εδώ είναι μια διαρκής οδύνη, μια αβέβαιη χώρα για την ψυχή. Σαν ένας βαρύς χιτώνας περιπλέκει τη διάθεση μιας αγνότητας που καίει, μιας πυροφλεγούς ηθικής. Το Κορίτσι ζει στα Σκοτεινά του Δάση, που είναι δάση μετέωρα – ούτε του ουρανού, ούτε της γης.

Αξιοσημείωτες είναι οι σημειώσεις τόπου στο τέλος κάθε ποιήματος. Εδώ η ποιήτρια διευκρινίζει πού έχει γραφτεί και πότε το κάθε ποίημα: Γαλλία και Besancon, Γερμανία και Bielefeld, Αυστρία και Strasbourg. Τα ονόματα των πόλεων γράφονται με ξενικά στοιχεία, όπως άλλωστε στα γαλλικά επισημαίνονται και τα κεφάλαια των τριών μερών του ομώνυμου ποιήματος – επιγράφονται με τη λέξη Chapitre I – III.

Στον ψαλμό 10 ο Δαυίδ (κι εδώ δεν είναι η στιγμή να συζητήσουμε την πατρότητα των ψαλμών) σημειώνει: «έπί τῷ Κυρίῳ πέποιθα· πῶς ἐρεῖτε τῇ ψυχῇ μου· μεταναστεύου ἐπὶ τὰ ὄρη ὡς στρουθίον;» Ως στρουθίο λοιπόν, ως ζώο μεταναστευτικό, το Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών περιφέρεται από πόλη σε πόλη, από οίκο σε οίκο, από ξένη σε ξένη γη, επικαλούμενη διαρκώς το αγαπημένο της πρόσωπο, εκκλησιαζόμενη ανά πάσα στιγμή στην πανταχού εκκλησία της φλέγουσας οδύνης της, της βαρυκάρδιας εμμονής της.

Η συλλογή κλείνει με ένα εκτεταμένο συνθετικό ποίημα, με τον τίτλο «Για μένα όμως δεν ρώτησες». Το ποίημα αυτό αποτελεί μια ισχυρή αντιφώνηση, μια εξόδιο διαμαρτυρία, που αντιτάσσεται στο προηγούμενο, παρακλητικό ύφος της συλλογής. Με αυτή την τελική της ποιητική σύνθεση, η ποιήτρια, ή μάλλον το Κορίτσι των Σκοτεινών Δασών, εγείρεται κατά του εραστή της, διαμαρτύρεται, οργίζεται και αμαρτάνει – η ένταση την λυτρώνει πια περισσότερο από την αναμονή.

 

ΝΕΣΤΟΡΑΣ Ι. ΠΟΥΛΑΚΟΣ

VAKXIKON

Από έξω με βγάζεις.
Και κάνει ερημιά απόψε!

Και σαν κλείνεις τα βλέφαρά σου
νυχτώνει το βλέμμα,
νηστεύει η επαφή,
κι εγώ
πώς να σ΄το πω!

Παύω να υπάρχω
μέχρις ότου να τα
ξημερώσεις.

Η ποίηση της Αναστασίας Γκίτση είναι ερωτική. Τελεία και παύλα. Και την κοινωνική της διάσταση έχει, και με τα νοήματα του θανάτου και της ύπαρξης ανακατεύεται, και με τις σχέσεις τις ανθρώπινες (φιλικές, γονεϊκές κτλ) καταπιάνεται, όμως καδράρει το στίχο της πάντοτε στον έρωτα. Είναι η αρχή και το τέλος του βιβλίου της, αυτής της δεύτερης ποιητικής συλλογής, που εκδόθηκε φέτος δέκα ολόκληρα χρόνια από το πρώτο της ποιητικό βιβλίο (εκδ. Παρατηρητής).

Η -εκ Θεσσαλονίκης- ποιήτρια, θεολόγος στο επάγγελμα, πάνω απ’ όλα είναι καλλιτέχνις. Αυτό φαίνεται και από τις παράπλευρες ενασχολήσεις της, δηλαδή την επιθυμία της ν’ ανακατέψει το στίχο της με τη μουσική σύνθεση και τα εικαστικά, να γράψει δοκίμια και να τριφτεί με τη θεωρία, αυτό όμως που τη διακρίνει περισσότερο είναι η αισθαντικότητα της ποίησής της. Ξεπερνώντας το μπανάλ, ως κλασική παγίδα ενός ερωτικού ποιητή, δίδει συναισθήματα αφειδώς ένθεν κακείθεν σπείροντας το μικρόβιο του έρωτα και το συστατικό της αγάπης σε άπαντες, εν είδει χριστιανικής ευλάβειας και θρησκευτικής αποστολής, τόσο από κοινωνικής όσο και από ποιητικής άποψης.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΠΕΡΣΑ ΖΗΚΑΚΗ

ΠΕΡΣΑ

 

Η Πέρσα Ζηκάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας γαλλική φιλολογία, ελληνική φιλολογία (Τμήμα Ιστορικό – Αρχαιολογικό) και παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης μαθήματα ιστορίας της τέχνης. Υπηρέτησε τη Μ. Εκπαίδευση  στην Πάτρα, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε πριν λίγα χρόνια.
Έχει συμμετάσχει σε σεμινάρια θεάτρου και ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο.

 

Εργογραφία:

(2016) Η τεθλασμένη, [Δρόμων] (Μυθιστόρημα)
(2012) Πάντα κάτι θα λείπει…, [Δρόμω]ν (Μυθιστόρημα)
(2009) Οι κληρονόμοι της σιωπής, [Δρόμων] (Νουβέλα)
(2008) Τύψεις και μαργαριτάρια, Δρόμων
Υπό έκδοση «Εν α(γ)νοία»

 

 

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΜΟΥ

 

27939756_1644336272311802_191551420_n

Δε φοβάμαι τις αναμονές
μήτε χαμένους ορίζοντες θρηνώ,
μόνο οιωνούς γυρεύω,
να μου ψιθυρίσουν
πώς να κλειδώσω
την πείρα μου

(ΑΤΕΡΜΩΝ ΧΡΟΝΟΣ)

Πόση άραγε «ποίηση» χωράει μέσα σε ένα διάλογο με τον εαυτό μας;

Πάντα της άρεσε ν’ ανιχνεύει το χτες. Αυτή η ευλυγισία της σκέψης, αυτό το ξάνοιγμα στους περασμένους ορίζοντες την έθρεφαν για να ζει το τώρα. Αναζητούσε παλιά και περασμένα μέσα στις μαυρόασπρες φωτογραφίες του μυαλού της, έτσι για να ξαποσταίνει στην απλή και μονότονη καθημερινότητά της. Κάρφωνε το βλέμμα επάνω τους μέχρι να εξαντληθεί το μάτι και να δακρύσει.

Μια φωνή μέσα της ωρυόταν: «ρομαντική και συναισθηματικούλα μας βγήκες σε τέτοιους καιρούς, για μαζέψου».
Αυτή η φωνή σημάδευε κατευθείαν στη καρδιά της και την πυροβολούσε ασύστολα με την κάνη του όπλου της επίγνωσης. Έβγαζε φωτιά και την έκαιγε στα καλά καθούμενα μ’ εκείνη τη θερμοκρασία του μετάλλου που τσουρουφλίζει. Πράγμα περίεργο, αλλά όλο αυτό της άρεσε. Το είχε καταχωρίσει στον απαραίτητο μαζοχισμό της φύσης της,πράγμα που θεωρούσε αναγκαίο για να επιβιώνει.

Μερικές φορές εναντιωνόταν στον εαυτό της, σχεδόν με παραμιλητό.
«Άφηνέ με στις σκέψεις μου. Μου κάνει καλό τούτος ο συνωστισμός εικόνων. ‘Αφηνέ με να εξασκούμαι στον πόνο με το ρεαλισμό και την τρυφερότητα που του πρέπει. Άφηνέ με πού και πού να εξασκώ την ωριμότητά μου»
Κι ο εαυτός ξεσπάθωνε.
«Πρέπει να το’ χεις μέσα σου το γαλάζιο, κορίτσι μου, για να μπορείς να αντέξεις το βαθύ μπλε της τρικυμισμένης θάλασσας».
Ενώ το αντίφωνο αντιστεκόταν.
«Άφηνέ με σε παρακαλώ να το ανακαλύπτω σιγά σιγά. Οι πράξεις είναι που ρόζιασαν, όχι οι λέξεις μα ούτε και οι σκέψεις. Είσαι μάρτυρας, χρόνια τώρα, σ’ αυτό το ξεψάχνισμα της φύσης μου».
Μόνο έτσι κατάφερνε να περνάει ο χρόνος αφήνοντας στο δέρμα και την ψυχή της μοσχομυρισμένο το χνώτο του, κάτι σαν χάδι, ενώ..πάντα στο νου έφερνε τα λόγια της Simone de Beauvoir
«Δέχομαι με αγάπη τη μεγάλη περιπέτεια της ύπαρξής μου»

 

Η ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ (2016)

Είναι άραγε οι ευτυχισμένες μας ώρες που μας παραπέμπουν σε μία αναθεώρηση ζωής; Ή μήπως οι δύσκολες, αυτές που αναπόφευκτα κάποια στιγμή θα κληθούμε όλοι να αντιμετωπίσουμε, να επιβάλλουν αυτό το φλας μπακ; Και στις δύο περιπτώσεις θέλουμε μάλλον να αντλήσουμε δύναμη από αυτήν που κρύβουμε μέσα μας, να ανασύρουμε άλλοτε χαρά κι άλλοτε ελπίδα από εκείνο το «ντέπο» που φυλάμε όλοι για τέτοιες ώρες και το οποίο θα μας επιτρέψει να προχωρήσουμε με τη βεβαιότητα ότι έχουμε κάπου να στηριχτούμε. Απαραίτητος αυτός ο ανεφοδιασμός ψυχής για τη συνέχειά μας.

Αποσπάσματα από Κεφάλαιο 6

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΗΣ

Δεν είχα προλάβει να τελειώσω την ανάγνωση του γράμματος όταν… ένα χαρτάκι μέσα στον ίδιο φάκελο «γλίστρησε» στα χέρια μου. Ήταν διπλωμένο στα τέσσερα. Το άνοιξα με κομμένη την ανάσα. Ένα ποίημα ήταν γραμμένο.
Πάνω-πάνω έγραφε:

«Του Θάνου»

Ποτέ δεν σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ,
όπως εκείνο το δείλι που σε άφησα,
με κατάπιε το βαθυγάλαζο δάσος,
ψυχή μου,
που πάνω του στα δυτικά,
κρέμονταν κιόλας
χλωμά τα άστρα.

Γέλασα αρκετά,
καρδιά μου,
γιατί συγκρούστηκα παίζοντας
με το σκυθρωπό πεπρωμένο
την ίδια ώρα
μέσα στο γαλανό δείλι του δάσους
αργοσβήναν κιόλας πίσω μου τα πρόσωπα.

Εκείνο το μοναδικό σούρουπο
όλα ήταν τόσο γλυκά
όσο δεν ήταν ποτέ ξανά να γίνουν.
Αλλά αυτό που μου απόμεινε είναι
μόνο πουλιά μεγάλα που το δείλι
πετούν πεινασμένα
στο σκοτεινιασμένο ουρανό.

Μπέρτολτ Μπρεχτ

Μια ζωή είχα αποκηρύξει τις «ευθείες» που με καταδίωκαν, μια ζωή ζητούσα έστω και μία «τεθλασμένη» για να αποφύγω το μονόδρομο που με είχε τελματώσει. Τέτοιας μορφής όμως τεθλασμένη δεν την ήθελα ούτε στους εφιάλτες μου.

………

Πόσα κενά και πόσα ερωτηματικά γεννήθηκαν μέσα μου. Τι
αντίτιμο πλήρωνα; Μήπως για τον Μάρκο; Ή μήπως όλα ήταν μια ακόμη δοκιμασία που μου έστελνε ο Θεός για να διαπιστώσει αν άξιζα σαν άνθρωπος;
Τελικά μια «εξωμοσία» μού χρειαζόταν. Έπρεπε ν’ αποκηρύξω
όλα τα προηγούμενα πιστεύω μου. Είχα υποπέσει σε «δογματική πλάνη».
Δεν υπήρχε αδελφή, συγγένεια, αδελφικό αίμα, δεν υπήρχε σύζυγος, ούτε καν εγώ, τίποτα.
Όλα ήταν τα αίτια ενός αποτελέσματος που έβλεπα να με διακτινίζει στο υπερπέραν. Από εδώ και στο εξής θα έπρεπε να υποστώ τις συνέπειες κάποιων «λανθασμένων» κινήσεων και επιλογών που θα όριζαν από εκείνη τη στιγμή τη «λάθος» ζωή μου.
Απίστευτα πράγματα είχε ξεβράσει η θάλασσα στη στεριά. Ποιος άραγε θα μπορούσε να με σώσει; Ποιες παράλογες σκέψεις παράσερναν το άρμα του μυαλού μου; Πού με πήγαιναν; Πού θα κατέληγαν;
Μου ήταν αδύνατο να αποδεχτώ μια τέτοια αλήθεια. Έρχονται στιγμές που νιώθεις πως θέλεις να κοιμηθείς ώρες, μήνες, ίσως και χρόνια. Να μη βλέπεις, να μην ακούς, να μη διαβάζεις, να μη γράφεις. Μια αφύσικη αδράνεια σε κυριεύει, μια «ακαμψία» λες και σε κυβερνά, ενώ σε διακατέχει ένας άσβηστος πόνος που ζητάει τα δάκρυά του. Συναισθήματα ανεξέλεγκτα και ίσως όχι ακίνδυνα που προκαλούν σε μια νέα θεώρηση ζωής. Υπάρχει κι εκείνο το συναίσθημα απώλειας που σε διαφεντεύει κι αναρωτιέσαι από πού
άραγε να προέρχεται. Τελικά, κάποια γεγονότα σού διαμορφώνουν το χαρακτήρα μέσα σε ώρες όταν για κάποια άλλα έχουν χρειαστεί χρόνια.

 

ΠΑΝΤΑ ΚΑΤΙ ΘΑ ΛΕΙΠΕΙ…(2012)

Κάποια πράγματα στη ζωή αυτή μοιάζουν παράλογα. Μπορεί και να είναι. Κάποια άλλα τα διέπουν αλήθειες που τα κάνουν να φαίνονται εξωπραγματικά. Τις περισσότερες φορές παραπέμπουν σε αποκυήματα φαντασίας! Είναι τόσο απίστευτα που δεν θέλουμε ούτε να τα σκεφθούμε, πόσο μάλλον να δεχτούμε ότι μας συμβαίνουν! Στα μυθιστορήματα συνήθως η πραγματικότητα δίνει άλλοθι στη μυθοπλασία επιτρέποντας έτσι στην αλήθεια να εισχωρήσει στο δρόμο του μύθου, με τελικό σκοπό να μας αποδείξει πως μόνον η ζωή μπορεί να παίξει τέτοιου είδους παιχνίδια.

Δώδεκα γράμματα με μυστηριώδη παραλήπτη, η Άννα, μια νέα και όμορφη ζωγράφος που κάνει μια φορά το μήνα την εμφάνιση της στο ταχυδρομείο, ένας παράνομος έρωτας, και η περιέργεια του Αγγέλου, ενός ταχυδρομικού υπαλλήλου που εισβάλλει άθελα του στη ζωή της ηρωίδας, συνθέτουν το απίστευτο σκηνικό αυτού του μυθιστορήματος.

Δύο παράλληλες ιστορίες που μπλέκονται μεταξύ τους και υφαίνουν μία τρίτη που μοιάζει εξωπραγματική, που διεισδύει βαθιά στις ψυχές των ηρώων και τις γδύνει από τα βάρη και τις ενοχές τους. Μια ιστορία που άλλοτε φωτίζει την αλήθεια που λυτρώνει κι άλλοτε ενοχοποιεί το μύθο, βυθίζοντας στα σκοτάδια τους ήρωες της. Η μνήμη είναι αυτή που θα καθορίσει, όχι τυχαία, την τελική έκβαση της δύσκολης πορείας τους!

 

ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ (2009)

Ποιος είναι εκείνος που μπορεί να ισχυρισθεί ότι η ευτυχία μπορεί να παραμείνει σε μονιμότητα;
Ο συγγραφέας Μάρκος Βερόντης σχεδόν το είχε πιστέψει. Τα είχε όλα! Υγεία, επαγγελματική καριέρα, φήμη, πλούτο και προπάντων μια υπέροχη οικογένεια.
Ως τη στιγμή που μια προδιαγεγραμμένη μοίρα του αποκαλύπτει απρόσμενα ένα τρομερό μυστικό και του επιβάλλει ένα τυραννικό δίλημμα:
Η αποκάλυψη του μυστικού θα έχει σαν αποτέλεσμα την επώδυνη ανατροπή όχι μόνον την δικής του ζωής αλλά και των ανθρώπων που αγαπά!
Η μη αποκάλυψή του θα στερήσει την ευτυχία από πρόσωπα αγαπημένα που την δικαιούνται.
Ποια από τις δυο λύσεις θα επιλέξει;
Μήπως όταν παίρνουμε σοβαρές αποφάσεις πρέπει πάντα να έχουμε υπ’ όψιν ότι «άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε θεός κελεύει;»

 

ΤΥΨΕΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ (2008)

Ο πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου δεν είναι τυχαία έμπνευση, ούτε κύημα φαντασίας. Είναι υπαρκτός και ζει ανάμεσά μας. Θύτης και θύμα μαζί. Αποδέκτης μιας καταπιεστικής αγάπης, της πρώτης που δεχόμαστε, της αρχέγονης, της μητρικής. Αυτή είναι που θα καθορίσει την τύχη της υπόλοιπης ζωής του.
Έξι γυναίκες παίζουν η κάθε μία το δικό της καταλυτικό ρόλο στην πορεία του.
Ερωτεύεται, αγαπά, βυθίζεται, καταστρέφει και καταστρέφεται. Οι τύψεις που έρχονται ποτέ δεν είναι αρκετές για λύτρωση.
Θα υπάρξει άραγε κάποια έξοδος που να τον οδηγήσει σε ένα καινούργιο δρόμο;
Η ίδια η ζωή, που μας καλεί να επιλύσουμε τέτοιου είδους προβλήματα, αποδεικνύεται πως είναι η μόνη που μπορεί να τα λύσει.

 

ΕΝ Α(Γ)ΝΟΙΑ Υπό έκδοση

(Απόσπασμα)
Δεν θα συγχωρήσω ποτέ στον εαυτό μου τη δειλία, την αδυναμία, δεν ξέρω πια πώς να χαρακτηρίσω την απουσία μου από το προσκεφάλι της εκείνες τις τελευταίες της στιγμές.
Μιας ολάκερης ζωής παρουσία αρνήθηκα να τη δω σαν επικείμενη απουσία. Αρνήθηκα να δω τη ζωή της να φεύγει ίσως γιατί εκείνη την ώρα συνειδητοποιούσα ότι έφευγε μαζί της και η δική μου. Η απώλειά της είναι η αιτία που το προσωπικό μου κενό θα είναι πάντα απόλυτα διακριτό, προσδιορισμένο και τεράστιο.
Το κενό δεν έχει ορισμό. Είναι από μόνο του ορισμός. Δημιουργεί ένα συναίσθημα που σε αγκαλιάζει τόσο σφιχτά που στο τέλος σε πνίγει. Δεν έχει χώρο, μόνο χρόνο. Είναι προσωπικό και συνάμα απρόσωπο. Ένα «άδειο» που με τίποτα δεν μπορείς να γεμίσεις.

 

Συνέντευξη στη Μαρία Τσιράκου

BIBLIOTHEQUE 5/12/2012

Κάποια πράγματα στη ζωή αυτή μοιάζουν παράλογα. Δώδεκα γράμματα με μυστηριώδη παραλήπτη, η Άννα, μια νέα και όμορφη ζωγράφος που κάνει μια φορά το μήνα την εμφάνισή της στο ταχυδρομείο, ένας παράνομος έρωτας, και η περιέργεια του Άγγελου, ενός ταχυδρομικού υπαλλήλου που εισβάλλει άθελά του στη ζωή της ηρωίδας, συνθέτουν το απίστευτο σκηνικό του μυθιστορήματος: «Πάντα κάτι θα λείπει…» της Πέρσας Ζηκάκη. Μαζί με τη συγγραφέα αναζητήσαμε και εμείς, αυτό που (της- μας) λείπει.

 

Κυρία Ζηκάκη, στο μυθιστόρημά σας, παρακολουθούμε τους ήρωές σας να μπλέκονται σε παράλληλες ιστορίες, στη βάση τους ερωτικές, συνάμα όμως και αυτογνωσίας. Τι σας οδήγησε να μπείτε στις ζωές αυτών των ανθρώπων;

Μια απόπειρα αυτογνωσίας και διείσδυσης στην ανθρώπινη ψυχή ήταν το κίνητρο συγγραφής και των τριών βιβλίων μου.
Δικαίως τα αποκάλεσαν ψυχογραφήματα νομίζω.
Κάποιες αλήθειες, επέδρασαν επάνω μου με μία παράφορη ορμητικότητα και με προέτρεψαν στη διερεύνηση χαρακτήρων με ιδιαιτερότητες. Μέσα μας κρύβουμε πολλά, τις περισσότερες φορές ανομολόγητα.
Τα βιβλία μου, μου επιτρέπουν να ανιχνεύω τις ανθρώπινες ψυχές και ν’ αγγίζω τα τραύματά τους, πάντα δια μέσου των ηρώων μου.
Η συγγραφή τού “Πάντα κάτι θα λείπει”, υπήρξε για μένα μια συναισθηματική δοκιμασία, δεδομένου ότι ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα που αφορούσαν σε συγκεκριμένα κομμάτια ζωής φιλικού προσώπου, που δεν είναι πια ανάμεσά μας.
Ο θάνατός του, μου έδωσε το έναυσμα να ξεκινήσω να γράφω μια ιστορία που θα είχε σαν ζητούμενο τη διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής κάτω από ειδικές συνθήκες. Φυσικά το όλο θέμα δεν ήταν μόνον η εξιστόρηση μιας παράνομης σχέσης, αλλά το βάθος των συναισθημάτων των ηρώων που εμπλέκονται σ’ αυτήν. Θέμα ίσως “φθαρμένο” από την πολλή χρήση και κακοποίησή του.
Όμως εγώ το εξετάζω κάτω από διάφορες οπτικές γωνίες. Οι ήρωες σκέπτονται, παροπλίζονται μερικές φορές, απενοχοποιούνται άλλες.
Γύρω από κάθε ιστορία με παρόμοιο περιεχόμενο υπάρχει πάντα μια ενοχή κρυμμένη, ενίοτε και μια συνενοχή.
Αυτός ο μύθος δεν θα λήξει ποτέ. Εγώ τον απενοχοποιώ.
Ένα ξαφνικό καθρέφτισμα που πολλές φορές σοκάρει, αλλά τις περισσότερες, σε οδηγεί σε μία και μόνη διαπίστωση…
Η αληθινή αγάπη πάντα θα είναι η τροφή της ψυχής και ποτέ τ’ αποφάγια πονηρών και υστερόβουλων σκέψεων!

Ο Άγγελος, ο πρωταγωνιστής σας, προσπαθεί να σώσει την Άννα εισβάλοντας στη ζωή της μέσα από μια πράξη επιλήψιμη. Αυτή της κλοπής. Ταυτόχρονα όμως, προσπαθεί να σώσει και τον ίδιο του τον εαυτό από τη μιζέρια της καθημερινότητας που βιώνει. Κατά τη γνώμη σας, η ανάγκη μπορεί και, αν ναι, πότε μπορεί να δικαιολογεί την πράξη;

Ανάγκη! Μεγάλη λέξη!
“Η βαρύτητα, η ανάγκη και η αξία είναι τρεις έννοιες στενά και βαθιά ενωμένες. Δεν είναι βαρύ παρά αυτό που είναι αναγκαίο,
δεν έχει αξία παρά μόνον ό, τι βαραίνει” λέει σε βιβλίο του ο Κούντερα.
Τι είδους ανάγκη είναι αυτή που μπορεί να σε ωθήσει σε μια επιλήψιμη πράξη.
Εδώ δεν πρόκειται για τον Γιάννη Αγιάννη του Hugo, που έκλεψε ένα ψωμί επειδή πεινούσε.

Εδώ, αποκαλύπτεται ότι μιλάω για άλλου είδους ανάγκη, αυτήν της εσωτερικής επαφής με έναν άλλο άνθρωπο,
κάτι αρκετά δυσεύρετο, αν όχι σπάνιο, στην εποχή που ζούμε, όπου όλα είναι κατ’ επίφασιν.

Η διαφορά με τον ήρωά μου είναι ότι η επιλήψιμη πράξη του δεν ξεκίνησε από την εσωτερική ανάγκη προσέγγισης
μιας άλλης ψυχής, αλλά από απλή περιέργεια ή επιπολαιότητα, άσχετα αν στην εξελικτική πορεία, αυτή η περιέργεια μεταβάλλεται
σε έναν βαθύ έρωτα.

Σ’ αυτήν την περίπτωση αυτή η εσωτερική ανάγκη μετατρέπεται από την πρωτογενούς μορφής επιλήψιμη πράξη, σε αυθεντική και συνάμα ζωτικής σημασίας ενέργεια. Κυριολεκτικά αναδύεται.

Παρατηρώ ότι και σε αυτό το βιβλίο σας, όπως και στα προηγούμενα, γράφετε από τη θέση του άντρα. Τι είναι αυτό που σας κάνει να μπαίνετε σε ρόλο αντρικό;

Στο πρώτο μου βιβλίο και σ’ αυτό το τρίτο, πράγματι υπάρχει σε πρωτοπρόσωπη γραφή, αφήγηση, η οποία κρύβει πίσω της μια ανδρική φωνή.
Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με ωθεί σε έναν τέτοιο τρόπο αφήγησης. Οπωσδήποτε βγαίνει αυθόρμητα από μέσα μου.

Έχω προσπαθήσει κι εγώ να αναλύσω αυτή μου την προτίμηση. Τελικά πιστεύω ότι-όσο κι αν αυτό που θα σας πω ακουστεί παράξενο- ως γυναίκα, περισσότερο προσεγγίζω την ανδρική ψυχή, που θεωρώ ότι είναι πιο άδολη, πιο “τίμια” και πιο ευθύβολη από αυτήν που διαθέτουμε εμείς οι γυναίκες.

Η γυναικεία μου εμπειρία με οδηγεί με “περισσότερη ασφάλεια” στην απόπειρα ψυχογράφησης του άνδρα, δεδομένου ότι έχω να διερευνήσω απλές και ειλικρινείς συμπεριφορές και δεν έχω να “παλέψω” με την πολυπλοκότητα της γυναικείας ψυχής.

Φυσικά δεν είναι θέμα αδυναμίας προσέγγισής της, αλλά απλής και ξεκάθαρης προτίμησης.

Επιπλέον όλο αυτό, είναι ένα στοιχείο που αφενός δημιουργεί ενδιαφέρον στον αναγνώστη και αφετέρου δεν είναι τόσο κοινότοπο, πράγμα που αποδεικνύεται και από τη συγκεκριμένη ερώτησή σας.

Γράφετε κάπου: «είναι θλιβερή η απομόνωση των ανθρώπων σήμερα […] επιχειρούν να φλερτάρουν με πρόσωπα που δεν γνωρίζουν, μέσα από το διαδίκτυο». Τι συνέπειες έχει αυτού του είδους η απομόνωση και ο συγκεκριμένος τρόπος απόδρασης, κυρία Ζηκάκη;

Εδώ μοιάζει να αμφισβητείται η γνησιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Η ρεαλιστική άποψη λέει ότι το διαδίκτυο μπήκε δραστικά και ενεργά στην καθημερινότητά μας. Είναι ένας διαφορετικός
δρόμος από αυτόν που ακολουθούσαν οι προηγούμενες γενιές και όλο αυτό είναι σίγουρο ότι θα είχε τις γνωστές επιπτώσεις στις ανθρώπινες σχέσεις. Από την άλλη, είναι μια μορφή επικοινωνίας άμεση, στιγμιαία θα έλεγα, που δεν χάνει τη γλύκα της, να… κάτι σαν τον στιγμιαίο καφέ που όλοι πίνουμε μετά μανίας. Το φραπεδάκι μας εν’ ολίγοις!
Όμως έτσι δημιουργήσαμε μια δεύτερη ζωή, της οποίας το μήκος κύματος “παίζεται” ανάμεσα στην εικονική πραγματικότητα και στην καθημερινή αλήθεια που ηθελημένα βιώνουμε.

Η οικονομική κρίση βοήθησε πολύ, έτσι ώστε αυτός ο τρόπος επικοινωνίας να οδηγήσει στην συγκεκριμένη τάση απομόνωσης την οποία παρουσιάζουν οι περισσότεροι χρήστες του διαδικτύου, οι εξαρτημένοι φυσικά από αυτό. Έγινε έξις, δευτέρα φύσις, και φυσικά τρόπος ζωής, που αποστέρησε από τους εμπλεκόμενους τη χαρά των “λαιβ” συναντήσεων, του φλερτ, και της απευθείας προσωπικής επαφής.
Όλα πλέον βασίζονται σε μία illusion /ψευδαίσθηση, που προσφέρει μια πρόσκαιρη ικανοποίηση, ενώ όλο και περισσότεροι δεν θέλουν ή δεν μπαίνουν στον κόπο ν’ αποζητήσουν τη χαρά μιας αληθινής συντροφιάς, μιας και βρίσκουν όλα όσα ζητούν πίσω από το προφίλ της αρεσκείας τους.
Εν ολίγοις χάσαμε το αληθινό αγκάλιασμα του φίλου, το χάδι του συντρόφου, το φιλί του αληθινού έρωτα.

Από την άλλη μάθαμε να πιστεύουμε στα όνειρά μας, να δημιουργούμε ελπίδες και να αγκαλιάζουμε ένα παρόν που μας προσφέρει απλόχερα αυτός ο τρόπος επικοινωνίας, όλα όσα η “μίζερη” και στυγνή καθημερινότητά μας, μας έχει στερήσει.

Και κάπου αλλού: «δεν λες που κρατάς αυτή τη δουλειά, τώρα που όλους τους απολύουν. Φίλοι σου με πτυχία και περγαμηνές δεν έχουν βρει ακόμα την κατάλληλη εργασία πάνω στο αντικείμενό τους ή μάλλον, τι λέω, άνεργοι είναι». Τι επιπτώσεις, κατά τη γνώμη σας, θα έχει η οικονομική κρίση στον τρόπο που αντιμετωπίζουν τη ζωή οι άνθρωποι και κυρίως οι νέοι;

Αυτό πλέον είναι ήδη εμφανές. Οι τόσες αυτοκτονίες, η κατάθλιψη, όχι μόνον ενηλίκων αλλά και ανθρώπων νεαρής ηλικίας. Αυτό είναι πλέον δεδομένο.
Όμως η πίστη μου στα νέα παιδιά, και ο φύσει αισιόδοξος χαρακτήρας μου, με ωθούν σε έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης από τον οποίο κι εγώ αντλώ δύναμη.

Πιστεύω πως καμία αρνητική δύναμη δεν θα καταφέρει να αναχαιτίσει την ορμή των νέων ανθρώπων, αυτήν με την οποία είναι εμποτισμένοι εκ γενετής νομίζω.

Τα νέα παιδιά, είναι η ελπίδα του αύριο, κάτι που καθημερινά αποδεικνύεται ,έστω και με αργούς ρυθμούς, πως είναι πια τα φανάρια που ήδη φωτίζουν τη σκοτεινή πορεία ,αυτή που όλοι εμείς οι μεγαλύτεροι ακολουθούμε, άξια παιδιά να παλέψουν και να κερδίσουν όλα αυτά που η δική μας γενιά, στη συγκεκριμένη φάση, έχασε αμαχητί.

Ερωτευτήκατε ποτέ την Ιδέα, την οποία περιγράφετε;

Αν και ο έρωτας είναι στοιχείο που υπονομεύει την ανθρώπινη ελευθερία, μπορώ να δηλώσω ανεπιφύλακτα ότι μια τέτοιου είδους
“υπονόμευση”, όχι μόνον σ’ εμένα, αλλά και στους περισσότερους νομίζω ανθρώπους, μετατρέπεται σε πηγή έμπνευσης, και τελικά γίνεται εφαλτήριο πολλών δημιουργικών καταστάσεων!

Δεν λέω κάτι καινούργιο, αφού όλοι γνωρίζουμε ότι τα μεγαλύτερα έργα τέχνης, φυσικά κι εννοώ την τέχνη σε όλες τις μορφές της, είχαν σαν έμπνευση-απόρροια εσωτερικής ενδοσκόπησης και εξωτερίκευσης- τον έρωτα.
Στην ερώτησή σας απαντώ “ναι”. Ερωτεύθηκα την Ιδέα με όλο μου το είναι και ίσως γι’ αυτό κατάφερα να τελειώσω αυτό το τόσο δύσκολο, από συναισθηματικής απόψεως, για μένα βιβλίο. Έπρεπε να είναι αληθινές κι όχι αληθοφανείς και “φτιαχτές” οι περιγραφές μου.

Πάντα κάτι θα λείπει… κυρία Ζηκάκη, τελικά αυτό που λείπει οδηγεί στη δράση για τη γνώση, ή στην απόγνωση;

Αν η πληρότητα σ’ αυτή τη ζωή είναι κάτι το σχεδόν ανέφικτο, τότε η πλήρης συνειδητοποίηση τού “πάντα κάτι θα λείπει” είναι το μόνο δεδομένο. Φυσικά ο τίτλος του βιβλίου δεν έχει να κάνει με “έλλειψη” αντικειμένου.
Μιλώ για εκείνη την έλλειψη, που όταν τη νιώθουμε στη ζωή μας, είναι σαν να είμαστε μετέωροι.

Είναι η έλλειψη που μας αφαιρεί το θεϊκό όραμα της πληρότητας συναισθημάτων, ή μας αποκλείει και από την ίδια την παρουσία αγαπημένων προσώπων.

Σε ένα βαθύτερο επίπεδο ενδοσκόπησης ο κάθε άνθρωπος διαχειρίζεται όπως μπορεί τις αντιδράσεις του.

Οπωσδήποτε μια προσωπική συγκρότηση δεν σε αφήνει να “βυθιστείς” στην απόγνωση και κατά συνέπεια να αυτοακυρωθείς σαν υπόσταση. Αντίθετα σε προκαλεί να παλέψεις για την προσωπική σου επιβίωση, έστω και βαθιά τραυματισμένος κυρίως από τραύματα συναισθηματικής μορφής, που είναι και τα πιο οδυνηρά. Σε προκαλεί να αποκτήσεις μια καινούργια γνώση, δομημένη επάνω στην επίγνωση των λαθών σου, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η επανάληψή τους δεν θ’ αποτελέσει ένα νέο έναυσμα για καινούργιες εμπειρίες, αυτές που δίνουν αξία στην έσω αλλά και στην κοινή εμπειρία.

Έτσι έχουμε αυτό που λέμε “φτάσιμο”, ή τουλάχιστον άγγιγμα του οράματος εκείνου που η ψυχή μας θεωρεί ως πληρότητα.

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

2

 

Η Νίκη Μαραγκού γεννήθηκε στις 23 Μαίου 1948 στη Λεμεσό. Η Κύπρια λογοτέχνης και ζωγράφος έχασε τη ζωή της σε τροχαίο, στις 7 Φεβρουαρίου 2013 κοντά στη πόλη Φαγιούν της Αιγύπτου (100 χλμ από το Κάιρο).
Ποια ήταν η Νίκη Μαραγκού? Στο τελευταίο βιβλίο που εξέδωσε το 2012 «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» και στη τελευταία σελίδα γράφει η ίδια το βιογραφικό της.
«Γεννήθηκα στη Λεμεσό το 1948. Ό πατέρας μου ήταν από την Αμμόχωστο και η μάνα μου από την Κοζάνη. Αυτό με βοήθησε να διατηρήσω μια πλατιά εικόνα του ελληνικού ορίζοντα μεγαλώνοντας στο ανατολικότερο σημείο του. Υπήρξαμε μια τυχερή γενιά πού βίωσε ακραίες καταστάσεις. Από τη γιαγιά μου στον αργαλειό, από τους γύφτους με αρκούδες πού χόρευαν, στους σημερινούς υπολογιστές. Σπούδασα στο Βερολίνο κι έπειτα χρειάστηκα τα αποχαυνωτικά μεσημέρια της Λευκωσίας για να θυμηθώ ποια είμαι. Έκανα διάφορες δουλειές, δίδαξα κεραμική σε τυφλούς, εργάστηκα δέκα χρόνια στο θέατρο, έκανα εκθέσεις ζωγραφικής και χαρακτικής. Το κεντρικό σημείο όμως στη ζωή μου ήταν πάντα η σχέση μου με τη γλώσσα, την αρχαία, τη βυζαντινή, τη νέα. Έτσι, έγινα βιβλιοπώλης για 27 χρόνια, για να έχω όλα τα βιβλία πού θέλω και γι’ αυτό ξαναπήγα στο Πανεπιστήμιο ψάχνοντας λέξεις για τα νέα παιγνίδια μου.»

 

 

 

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΤΑ ΑΠΟ ΚΗΠΩΝ, ποίηση, εκδόσεις ΑΓΡΑ, 1980.( Κρατικός έπαινος ποίησης 1981)
ΑΡΧΗ IΝΔIΚΤΟΥ, ποίηση, Λευκωσία, 1987. (Κρατικό βραβείο ποίησης 1988)
ΜIΑ ΣΤΡΩΣΗ ΑΜΜΟΥ, διηγήματα, Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝIΩΤΗ, 1990.(Κρατικό βραβείο πεζογραφίας 1991)
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ 1994.
ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1998 (κρατικό βραβείο πεζογραφίας)
ΓΙΑΤΡΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΕΝΝΗ, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα 2003
ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ, 2000 Λευκωσία.
DIVAN, ποιήματα 1967-2000, Ροδακιό, Αθήνα 2005, βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών
ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ ΜΕ ΤΟ ΤΑΣΙ, Αθήνα 2005, Εκδ. Ταξιδευτής
Ο ΤΣΑΓΓΑΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ. Αθήνα 2005, Εκδ. Ταξιδευτής
ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ (φωτογραφίες και κείμενο για τον ζωγράφο Αλέξη Ακριθάκη), Αθήνα 2007
Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ, διηγήματα, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2007
ΓΕΖΟΥΛ, Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2010
ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ Το Ροδακιό 2012
ΠΡΟΣ ΑΜΥΔΡΑΝ ΙΔΕΑΝ, Το Ροδακιό 2013

Μεταφράσεις
(1999) Sartorius, Joachim, Αλεξάνδρεια, Το Ροδακιό
(1992) Esteban, Claude, Αϋπνία, ημερολόγιο. Ζωγραφιστές εικόνες., Ερατώ
(1992) Longley, Michael, 1939-, Ποιήματα, Ερατώ

(1992) Deluy, Henri, 1931-, Πρώτες σουίτες, Ερατώ

 

 

 

Προς Αμυδράν ιδέα (2013)

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ

Επειδή μιλώ για τριαντάφυλλα,
για τη διάχυση του φωτός,
την ανημποριά της αγάπης,
και την παροδική ζωή μας,
μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,
ότι αυτό που συνέβηκε το 74
δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,
κάθε μέρα.

Το φεγγάρι ξεπροβάλλει σα μια φέτα καρπουζιού
από τη θάλασσα
και η πεθαμένη μητέρα μου στη βεράντα του
σπιτιού μας στην παραλία της Αμμοχώστου να μας
φωνάζει να βγούμε από το νερό.
Είδα έναν πίνακα που ζωγράφισε τις προάλλες
στον τοίχο μιας ταβέρνας στο Καρπάσι.
Μιας ταβέρνας που την αποτελούσαν κλεμμένες
καρέκλες, κλεμμένα τραπεζομάντηλα, κλεμμένες
πόρτες, κλεμμένα χερούλια.
-Είναι της μάνας μου, είπα στον ταβερνάρη, εδώ
είναι γραμμένο το όνομα της.
-Τώρα όμως είναι δικό μου, είπε ο άντρας που ήρθε
από το μέρος που ανατέλλει ο ήλιος,
(έτσι μου τον περιέγραψε η γυναίκα του).
-Είναι δικό μου τώρα, είπε, ganimet,*
έτσι το λένε στα τουρκικά.

ganimet λάφυρο πολέμου

  

Ο ΦΙΛΗΣΥΧΟΣ ΕΡΩΣ

Τα σημεία των καιρών έδειχναν
πως πλησίαζε το τέλος του κόσμου
κι έτσι ο Ιωάννης ο Κύπριος
ο καλύτερος μαθητής του Jacopo
βιαζόταν να τελειώσει τη μέλλουσα κρίση στον
τρούλο
δεν το παρενοχλούσε πια νυχθημερόν ο φιλήσυχος
έρως
έβαζε τα χρώματα στη σειρά,
το χονδροκόκκινο, την όχρα,
και απλά ξεκινούσε κάθε πρωί
τη δουλειά.

  

ΥΠΟΛΕΙΜΜΑΤΑ ΦΩΤΙΑΣ

Αργεί το μνημόσυνο
και κοιτάζω τις τοιχογραφίες.
Κάτω από τη σκηνή της ανάστασης
σε μαύρο φόντο
κλειδιά, καρφιά, αλυσίδες,
υλικά του Άδη,
όπως αυτά που έβρισκα
στο χώρο στάθμευσης του κοιμητηρίου
απομεινάρια από τη φωτιά του
Μεγάλου Σαββάτου.
Τα μάζευα για να της φτιάξω ένα έργο.

Ιούνιος 2008

  

ΑΓΙΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ KIRKLAR TEKKE

Στον Τεκκέ
υπήρχε μια σκιερή αυλή
ένα περιβόλι με αμυγδαλιά
ροδιά και συκιά
για να τρώνε οι πιστοί
κι ένα αρχαίο πηγάδι
με νερό.
Οι δερβίσηδες ήταν σαράντα
38 Τούρκοι και 2 Έλληνες.
Εκεί ήταν θαμμένοι και οι τεσσαράκοντες
μάρτυρες της Σεβάστειας, αλαμάνοι. Άγιοι,
που ήρθαν από την Παλαιστίνη.
Στο πανηγύρι στις 9 Μαρτίου
μαζεύονταν χριστιανοί και Οθωμανοί
και γιόρταζαν μαζί.

  

ΤΡΟΟΔΟΣ

Είδα στο βουνό
το ύδωρ των αετών*
την θαυμαστήν μπαμπακόπετραν
μα πιο πολύ ατένισα
τις πτυχώσεις,
τα λαμπρά ενδύματα,
τα πορφυρά,
το στόλισμα του ξύλου,
με το χονδροκόκκινο, την ώχρα, τα χρυσά,
τους μαίανδρους, τα φύλλα και τους πάνθηρες
που τα έτρωγε όλα σιγά-σιγά
το σαράκι.

  

Η ΧΑΡΟΥΠΙΑ ΣΤΟ GOOGLE

Στον Νίκο Νικολάου

Το δωμάτιο που είχε χωματένιο πάτωμα
ήταν το πιο ζεστό,
έφερνε στη θεία νερό
να το ραντίζει και να το σκουπίζει.
Κάθε βράδυ
περιδιάβαζε το σπίτι και τον κήπο,
θυμόταν ακόμα και τις τρύπες από τα καρφιά στον τοίχο.
Έμπαινε σ’ όλα τα σπίτια στο Βασίλι,
μετρούσε τα βήματα μέχρι την Κανακαριά
τριγύριζε στα γύρω χωριά.
Όταν είδε στο Google Earth την χαρουπιά
όπου άφηνε το τράκτορ δωδεκάχρονος
και έτρεχε
πρώτα στο θάμνο με τα σκίνα
και μετά στη θάλασσα
για να μην κάψει τα πόδια του
έκλαψε πικρά.

  

ΧΩΡΙΣ ΨΩΜΙ

Ο Αλύπιος που κατασκεύαζε σέλες
και ο γείτονάς του σκαλιστής σεντουκιών,
ο Πέτρος που μάζευε αυγά της ακρίδας
και ο Γιώργος Μηνάς που πουλούσε παστέλι
μαζεύτηκαν στην Κάτω Πλατεία
την Piazza di Basso,
να διαμαρτυρηθούν για την έλλειψη ψωμιού
γιατί ο Ρήγας έστελνε με τα πλοία
όλο το σιτάρι στη Βενετία
και έμενε η Λευκωσία χωρίς ψωμί

  

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ

Όλοι αυτοί που παίρνουν το λεωφορείο
από το «άγαλμα»
ή δίνουν εκεί ραντεβού
πάνω στα τείχη της Λευκωσίας
ξέρουν άραγε πως το «άγαλμα» αυτό
με την μπέρτα και το όρθιο ανάστημα
είναι ο Διονύσιος Σολωμός
που κοιτάζει απορημένος πάνω από την τάφρο
προς το “nandos flame grilled chicken”
γιατί η λέξη φλόγα κάτι του θυμίζει.

  

ΡΑΜΑΖΑΝΙ ΣΤΟ ΚΑΪΡΟ

Πήγαμε με την Αν στα εγκαίνια
μετά το βράδυ στο παζάρι στο Φιασιάουι
κόσμος παντού, γυναίκες να καπνίζουν ναργιλέ,
ήπια σαλέπι με καβουρδισμένα αμύγδαλα
φουντούκια, σταφίδες.
Εκείνη ήπιε χυμό από ρόδι και μάγκο
με τους κόκκους του ροδιού να επιπλέουν.
— Ο κροκόδειλος που κρεμόταν στο ταβάνι,
είπε η Αν είναι ο ίδιος με αυτόν που κρεμόταν παλιά
στο τζαμί Μπαρκούκ.
Γυρνώντας στο ξενοδοχείο μεσάνυχτα, αγόρασα
μια ζακέτα με λουλούδια.
Αδύνατον να κοιμηθώ.

  

ΓΑΛΑΝΑ ΜΑΤΙΑ

Η Αγγελική έλεγε
καθώς καθόμασταν στο Φίλοιστρον
και τρώγαμε μεζέδες
ότι η μάνα της
πρόσεξε πόσο γαλανά
ήταν τα μάτια του άντρα της
όταν του τα έκλεισε
για τελευταία φορά.

  

ΚΗΠΟΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ

Να σε αφήνουν τα άλογα στην Πύλη
να περνάς από σιντριβάνια,
κήπους νυχτερινούς,
νούφαρα, υάκινθους,
μήλα των Εσπερίδων.
Το φως τα ανατρέπει όλα,
αλλά εσύ επιμένεις να διασχίζεις τα άδυτα,
τα σκοτεινά, τα αμίλητα

  

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ

Επιστρέφοντας
βήμα βήμα
στο καλτερίμι του παλιού χειρογράφου
περιμένω το σύνηθες θαύμα
που είναι κρυμμένο με επιμέλεια
στην 25η σελίδα.
Οι φαγωμένες πλάκες λάμπουν στη βροχή,
οι βάρκες ανεβοκατεβαίνουν τον Βόσπορο
και ο έρωτας μου φαίνεται
υπόθεση πια μακρινή.
Συνεχίζω λοιπόν την ανάγνωση.

  

ΑΥΡΙΟ

Αύριο
θα ανατείλει ο ήλιος στην ώρα του
γιατί ο κόσμος τούτος
έχει κανόνες απαράβατους
και περιγράμματα αμετακίνητα
που δεν είμαι σε θέση να κατανοήσω
κρατώ λοιπόν την ψευδαίσθηση
της ελευθερίας
και ευφραίνομαι
στην θέα των καραβιών με φώτα
στην παραλία της Λεμεσού
διαβάζοντας για την Άννα Λουζινιάν
που κυκλοφορούσε με τον παπαγάλο της
ενώ στον γάμο της ένα γιγάντιος αετός περπατούσε μέσα στο πλήθος
κινώντας μηχανικά τις φτερούγες

  

ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Περασμένα μεσάνυχτα
βροχή, άνεμος δυνατός
μόνη στο σπίτι
η αίσθηση της μοναξιάς σχεδόν ηδονική
όπως το απόγευμα
που έκοβα φρούτα στην κουζίνα
ήρεμα
και τα ρούχα που άπλωσα
έσταζαν τιπ, τιπ, τιπ

  

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

Οι οδοκαθαριστές μάζεψαν τα φύλλα
όμως μέχρι το άλλο πρωί
είχαν ξαναγεμίσει οι δρόμοι
και μια ψιλή βροχή
τα μαλάκωσε
έτσι που πατούσα μαλακά
και προσεκτικά
προχωρώντας στα μονοπάτια της μνήμης
σε σταθμούς υπογείου που άλλαξαν
μαλλιά λευκά
μέλη βαριά
νέα παιδιά,
η γυναίκα μπήκε στην κουζίνα
κι αυτός έκλεισε την πόρτα
πέρασαν σαράντα χρόνια.

  

ΣΤΟ ΚΑΙΡΟΥΑΝ

Στο Καϊρουάν άκουσα τους αργαλειούς της Αμμοχώστου
όπως τους περιγράφουν παλιοί χρονικογράφοι
ήπια από το νερό του πηγαδιού
που ενώνεται υπόγεια με τη Μέκκα.
Το νερό ξεπήδησε όταν ο Όκμπα σκόνταψε
σε χρυσό κύπελλο στην άμμο και έκτισε εκεί την πόλη.

Ο σιδεράς Αμόρ Αμπάντα,
που είχε το χάρισμα της προφητείας
κατασκεύασε τεράστιες άγκυρες
για να κρατούν την πόλη
αγκυροβολημένη στη στεριά.
Έτσι περπάτησα με ασφάλεια στα παζάρια
είδα τις γυναίκες με τα ενδύματα
που τα συγκρατούσαν
χρυσές πόρπες
και τον γεροντάκο
που περνούσε σε φοινικοβελόνες
ένα ένα τα γιασεμιά.
Τα πουλιά έπιναν νερό από τις παλάμες των νεκρών.

  

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Είναι στιγμές που μένω έκθαμβη
μπροστά σ’ αυτό το μυστήριο,
μπροστά σ’ αυτό το θαύμα του κόσμου
το θαύμα που είναι μια γλώσσα,
το θαύμα που είναι μια θρησκεία,
το θαύμα που είναι μια ορχήστρα,
όλα αυτά που έφτιαξε ο άνθρωπος με υπομονή και γνώση
αλλά πιο πολύ μένω έκθαμβη μπροστά στο θαύμα
του μεταξοσκώληκα που μπλέκει το κουκούλι του
που θα το υφάνουν νεαρά παιδιά σε σκοτεινά δωμάτια
στη Μπενάρες και θα το μεταφέρουν στις αγορές
πάνω σε καμήλες
που απλώνουν το πόδι για να μη βουλιάζουν στην άμμο.

  

ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ ΣΤΙΣ 13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Κάθε χρόνο στις 13 Αυγούστου
τη μέρα που ο τουρκικός στρατός
μπήκε στην Αμμόχωστο
και ο Κωνσταντής οκτάχρονος
έφυγε με την οικογένεια του,
πάει και καθαρίζει την παραλία
από τα αποτσίγαρα, τα πλαστικά,
τα τενεκεδάκια, τα κουκούτσια τα γυαλιά.

  

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Αυτό που λένε «νεκρή ζώνη» δεν υπάρχει
γιατί πάντα ανήκε σε κάποιους ζωντανούς.
Στο σκοινί με τα ρούχα της μνήμης
μικρές φανέλες σκάζουν στον ήλιο
ένα αγόρι πέφτει κάτω
και πληγώνει το γόνατο του
Μια γυναίκα κλαίει.
Ευτυχώς η γη δε γνωρίζει τίποτα γι’ όλα αυτά
και διακοσμεί τους πεσμένους τοίχους με κισσό
τις πληγές με παπαρούνες
τους τάφους με θυμάρι

 

ΤΟ ΠΡΟΖΥΜΙ

Σκέφτομαι τις γυναίκες που ξυπνούσαν
με το άστρο της πορνής για να ζυμώσουν
Τις Χριστιανές με προζύμι που είχαν φτιάξει
από τον αγιασμό της ημέρας του Σταυρού
και τις Τουρκάλες με νερό από τα πρωτοβρόχια.
Και οι δυο κουβαλούσαν τα βρέφη στη ράχη τους
και τη γνώση τους για την ιερότητα της ζωής.
Οι άντρες τους καμιά φορά το ξεχνούσαν.

  

ΔΕΝ ΤΗΣ ΠΗΡΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Για την επέτειο του θανάτου της μητέρας μου
Δεν της πήρα λουλούδια αλλά σηκώθηκα νωρίς
να βρω ψάρι καλό στην αγορά
βρήκα και μήλα καθιστά για τάρτα
έτσι όπως τα έφτιαχνε αυτή,
μες τις καλές της μέρες.
Στρούντελ και σνίτσελ απ’ τη Βιέννη
και σβίγγους όπως η θεία Ματίνα.

Δεν της πήρα λουλούδια
αλλά έσβησα στην ώρα του τον φούρνο
για να προλάβω την συνάντηση στο μαγαζί
πήρα τον Γιώργο από το σχολείο
κάναμε μαζί μπάνιο το σκυλί
κι ύστερα ήθελε να του διαβάσω εφτά βιβλία

Δεν της πήρα λουλούδια,
κατάφερα όμως να δουλέψω δυο ώρες
στον υπολογιστή.
Πήγα να δω και την κυρία Δήμητρα,
με κατάλαβε από τη φωνή μου
Είχα καιρό να πάω να την δω, της πήρα γλύκισμα
νηστίσιμο
και κάθισα κοντά της και μου έλεγε.

Δεν της πήρα λουλούδια
κλάδεψα όμως τη λουίζα και έβαλα λίπασμα
στα δέντρα. Μετακίνησα τις γαρδένιες έτσι που να
πιάνουν ήλιο το πρωί
και φύλαξα τα ρούχα τα χειμερινά,
με προσοχή να μην τα φάει ο σκόρος

Με προσοχή αντιγράφω τις κινήσεις της
πως έπλαθε ζυμάρι, έβαζε λάδι στα κιχιά,
ανέβαινε, κατέβαινε, και όλους τους εφρόντιζε.

Δεν της πήρα λουλούδια
μα προσπαθώ ισάξια τ
ούτο το σπίτι να φροντίζω,
τούτο το σπίτι και τους ένοικους του
όπως με έμαθε αυτή σωστά και μετρημένα.

Με προσοχή αντιγράφω στις κινήσεις της
με προσοχή να μην τις φάει ο σκόρος.

  

ΜΗ ΔΩΣΕΙΣ ΣΑΠΟΥΝΙ

Μη δώσεις σαπούνι
γιατί μπορεί να ξεπλύνει την αγάπη
μπορεί να ξεπλύνει τα δάκρυα
μπορεί να ξεπλύνει το νεκρό
μπορεί να ξεπλύνει τα σημάδια
από τον ιδρώτα, από το σπέρμα σου
μη δώσεις σαπούνι
μπορεί να γλιστρήσεις πάνω στα μάρμαρα του χαμάμ
και να μην είμαι εκεί για να σε αρπάξω.

  

Η ΤΡΟΜΕΡΗ ΣΤΙΓΜΗ

Την τρομερή στιγμή που
η Αριάδνη είδε το πλοίο του Θησέα
να χάνεται στον ορίζοντα
δεν την ξέχασε ποτέ.
Και δεν την παρηγόρησε
ούτε το χρυσό στεφάνι του Διόνυσου
ούτε η corona borealis
που έλαμπε κάθε βράδυ στον ουρανό.

  

 

DIVAN (2005) 1967-2000

  

Αρχή Ινδίκτου (1987)

  

ΟΝΕΙΡΕΤΗΣΙΑ

Καθώς προσπαθείς να ισορροπήσεις
στο σπίτι με τους εξαίσιους ανεμοδείκτες
ανάμεσα στην ενήδονη και την ασκητική ζωή
όπως λέει ο Άραβας ποιητής
είναι μια γέφυρα λεπτότερη απ’ την τρίχα
που τη διαβαίνεις πάνω στο άτι του έρωτα
ένας αέρας από τη δύση σε τυλίγει
ούτε ηδύς ούτε αλγεινός
και η εγγύτητα των ανατολικών συνόρων
την ώρα που ο ήλιος βασιλεύει πίσω από τα κεραμεία
και ο ελληνικής καταγωγής ερμηνευτής του κορανίου
ανάβει τη λάμπα του
μνήμην ποιείς
της άμμινης κύτης
άλλα και του φενόλου και του χιτώνος
ιδιόχρωμου, λευκού,
γράψον το όνομα εις χαρτάριον
ή εις φύλλον
ονειρετησία.

  

ΑΡΧΗ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

Αρχή Ινδίκτου
που μπορεί να είναι και Μάρτης
όταν πάλι σε αλώνει ο έρωτας
δεν αντιστέκεσαι
φτιάχνεις ένα άγαλμα
και το κοσμείς με τιμές και όργια
που εφάπτονται της μνήμης
μαράθων, θριδάκων, λέκτρων,
το πράσινο του παγονιού
στις φτερούγες του Αρχάγγελου
οι μέρες με τους ένθεους φίλους
πριν απ’ την Καθαρά Δευτέρα
ομόπτερου έρωτος χάριν
και οι άλλες στο Rajastan
η ακινησία που τις ακολουθεί
ενός ανθρώπου διαβασμένου που αγωνίζεται
να βρει την εσωτερική φωτιά
την αναχώρηση από την ηδονή
πού πρόβλεψαν οι αστρολόγοι
όταν στις υπαίθριες κουζίνες
στο έμπα του νέου χρόνου
οι οδηγοί των ρίκσο κοιμόντουσαν ο ένας πλάι στον άλλο
περπάτησες ως το ξενοδοχείο
ενώ γίνονταν ερωτικές οι αόρατες πόλεις
οι δρόμοι, τα φύλλα.

  

ΥΠΕΡ ΑΥΤΩΝ

Το σταχτόχρωμο πέτρωμα — σάρδιο,
με τις ερυθρές αποχρώσεις
φανερώνει το μυστικό τοπίο της ψυχής
αιθάλεια, ανεμόεσσα,
τώρα που τελειώνουν τα ταξίδια
σε πόλεις που οι τοίχοι τους
είναι ζωγραφισμένοι με πλοία
Ραβέννα, Βουκουρέστι, Κωνσταντινούπολη,
Οδησσό, Σμύρνη, Πέργαμο, Αλεξάνδρεια,
η θάλασσα σκουριάζει το σίδερο
και ξεφυλλίζει τη μπογιά

καιρός να μαζευτείς στο σπίτι σου
να αξιωθείς να γράψεις
υπέρ αυτών
γράμματα μη ειδότων.

Λήμνος – Λευκωσία, φθινόπωρο 1987

  

ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΣΤΟ ΝΑΥΠΛΙΟ

Το κρεβάτι γλίστραγε από δύση σ’ ανατολή
άντίθετα άπό τή φαινομενική κίνηση των άστρων.
Μ. Γϊουρσενάρ, ’Άβυσσος

Το μεσημέρι στο Ναύπλιο
Ο χρόνος μαζεύεται σε αμμωτό
οι καφέδες ακινητοποιούνται στα φλιτζάνια
τα νερά αντανακλούν μες στα ποτήρια
τον Τίβερη
περίεργα πουλιά
κι αυλές όπου εξάγουν ίασεμόλαδο
το βουητό της μύγας
τετραγωνίζει τα μωσαϊκά
ένας κύκλος, ένας ρόμβος, δύο ψαθάκια,
τρία συμβολαιογραφεία, τέσσερα μπαστούνια,
πέντε γλόμποι
παίζοντας μ’ ένα νόμισμα του Ιουστινιανού
αραδιάζω τα λόγια σου πάνω στα φύλλα
πού ανεπαίσθητα κινεί
ένας ξαφνικός μεσημεριάτικος άνεμος

  

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΔΙΟΝΥΣΗ

Ουκ αν έχομεν ειπείν βεβαίως
ούτ’ αλκυόνων περί ούτ’ άηδόνων
Λουκιανός

Γιατί ρε Διονύση,
δεν είναι εύκολο να μίλα κανείς σήμερα
με βεβαιότητα ούτε για αλκυόνες ούτε για αηδόνια
όταν κατοικεί σε σπίτι
που δε θυσιάστηκε πετεινός στα θεμέλιά του
κι ούτε έχει κοιμηθεί σε στρώμα
με σταυρούς ραμμένους στις τέσσερις γωνιές του
όπου πέφταν τα νομίσματα
χρυσά και αργυρά
κι οι σπόροι από βαμβάκι και σησάμι
ή έχει χυθεί μαζί με τους άλλους στους δρόμους
ως βαθιά μέσα στη νύχτα
στα λαμπρά φωτισμένα σπίτια
με τούς Λάζαρους ντυμένους με κίτρινα λουλούδια
και γύρω απ’ τα γεμάτα άνθη στρώματά τους
στέφανα και δημητριακά
πουλιά ερπετά πέταλα
αλεύρι μάραθο κεριά και μέλι
πιο μαλακά απ’ τον ύπνο

Έτσι Διονύση,
μέσα στο γενικό θαλάσσωμα
της ανακρίβειας
των αισθημάτων
πίνοντας καφέ, Παρασκευή πρωί,
δεν έχω παρά να σου πω
πως σε πεθύμησα πολύ.

  

ΟΠΟΙΟΣ ΠΕΡΑΣΕΙ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΟΧΘΗ

Όποιος περάσει στην άλλη όχθη
δε γυρίζει πίσω ποτέ
με το καράβι που μια ζωή συναρμολογούσε
με σκοινί γέρο και ξύλο αρωματικό
θα ταξιδέψει τις δώδεκα ώρες της νύχτας
και το πρωί θα τριγυρνά
σε συνοικίες αράπικες
μικρομάγαζα στολισμένα
με χρωματιστά λαμπιόνια
γλυκά αμύγδαλα ποτά
θα μπαίνει μες στα σπίτια τα κτισμένα με πλιθάρι
θα βάζει στα μαλλιά του λάσπη
και θα πενθεί όπως κι αυτοί τον Άδωνη.

Ανάμεσα στους κίονες
με τ άνθη του λωτού και του παπύρου
θα βλέπει κάποτε αργά το απόγευμα
κάποια ρωμαϊκή επιγραφή
κάποιον άγιο χριστιανό ζωγραφισμένο
ή ένα άλογο ή μια ρομφαία
και θα ξαναθυμάται
μόνον σαν μια σκιά σαν αστραπή
την περασμένη του ζωή
το γενεαί πάσαι τούς ευκάλυπτους στο κυβερνείο
τον τοίχο τον ψηλό με τα γυαλιά
κάποτε ακόμα και τη θάλασσα
αύτη αλήθεια πια σαν όνειρο τη θάλασσα.
Έτσι θα εντρυφείς μες στη σιωπή σου
θα κουβαλείς μια μουσική που πέτρωσε
θ’ ακούς τα κρόταλα το φίδι το αιγυπτιακό
μόνη εσύ θα τα ακούς
μόνη εσύ θα τα διηγείσαι.

  

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΕΜΕΣΙΑΝΟΣ

Στη γυναίκα έφτανε η μέρα
και η υπακοή στα σήματα των ζώων
Εκείνος, μόνο ο ύπνος και ο έρωτας του θύμιζαν
πως ήταν θνητός
μηχανικός στο φτωχό συνεργείο
με τα ωραία τα βλέφαρα τα δυνατά του χέρια
τα χείλη της Χαρούλας ’Αλεξίου στην αφίσα
ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΔΑ στην καρφωμένη πόρτα του λουτρού
πλάι στα ναυτιλιακά γραφεία της πόλης
που δεν ταξιδεύει πια
που δεν χασομερεί δεν παίζει
που της αρνήθηκαν τα γηρατειά της
γέμισε πράκτορες μεσίτες μερσεντές
γυναίκες έντρομες
που μόνο να ψωνίζουν ξέρουν
να θυμάται την καμπύλη της ράχης της
ενώ χαλαρώνει τις βίδες
τα άσπρα τα στήθη την κοιλιά
καρποί και κολοκύθες που στεγνώνουν πάνω στα δώματα
με τον αχό της μάχης
μόνος αητός και παντοδύναμος, τουρκομεγαλωμένος
εγκλωβισμένος και αγνοούμενος μες στη δική του πόλη
Λεμεσιανός μηχανικός από τον Άη Αντώνη
και η μέρα με αέρα φωτεινή
τα ήμερα δέντρα οι σκιές
η κρήνη του ήλιου
η θάλασσα της Λεμεσού στο βάθος.

  

 

Divan (2000)

  

ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ TOΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Οι άνεμοι, του Σεπτέμβρη
φέρνουν τα πέταλα της βουκεμβίλιας
στο μαγαζί
κοσμούν το πάτωμα
ακούω τα ψιθυρίσματα των φύλλων
κάτι σαν
«αμφιπότατε», «πότε»
«πάντα»
κάτι μου έρχεται να πω
μα τρέμω μην ταράξω την ευτυχία.

Σεπτ. 1988

  

ΒΡΟΧΗ ΣΤΗ ΦΙΚΑΡΔΟΥ

Η Μαρία πέρασε τα δάχτυλά της
πάνω από το πανί
το υφαντό που σκέπαζε το τραπέζι
ήχησε το ξύλινο κουτάλι
στην πήλινη κούπα
ανακαλώντας ήχους
παλιότερους από μάς
έτσι όπως η μυρωδιά
που έβγαινε από το λινό
και οι πρώτες σταγόνες της βροχής
στις σκληρές γωνιές της πέτρας
φέρναν μαζί τους
μέσα από ένα λουτρό φωτός
αφηγήσεις της Χαλιμάς
σε κάμαρες χαμηλοτάβανες κλειστές
στρωμένες με κιλίμια
διηγήσεις του Πρωτομάστορα
Μιχαήλ Χριστόφορου Γούναρη έκ Φαρμακά
που ήταν κεραμιδάς, παρπέρης, κοφινάς,
χτίστης, μαχαλεπάρης.
Το μολυβί χρώμα της πέτρας
είναι συνέχεια του ουρανού

Όκτ. 1988

  

Η ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ

Ανήμερα του Προφήτη Ηλία
στη Φανερωμένη, άπλωνε ο διάκος
τη σημαία για το μνημόσυνο των πεσόντων,
«Η εις ουρανόν πυρφόρος ανάβασις»
άναψα κερί και κοίταξα τις φαγωμένες ζωγραφιές του θόλου
«θα τον έπιανε σίγουρα ίλιγγος πάνω στις σκαλωσιές»,
σκέφτηκα.

  

ΟΙ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΕΣ

Παρέα με το γεωμέτρη και τον κηροπλάστη
φύτεψα φέτος τριανταφυλλιές στον κήπο
αντί να γράφω ποιήματα
την εκατόφυλλη από το σπίτι με το πένθος στον Άγιο Θωμά
την εξηντάφυλλη που έφερε ό Μίδας από τη Φρυγία
την Μπαγκσιανή που ήρθε από την Κίνα
μοσχεύματα από τη μοναδική μουσσιέττα που επέζησε
μες στην παλιά την πόλη
άλλα προπαντός τη Rosa Gallica πού έφεραν οι σταυροφόροι
που αλλιώς τη λέμε και δαμασκηνή
με το εξαίσιο άρωμά της.

Παρέα με το γεωμέτρη και τον κηροπλάστη
άλλα και τον τετράνυχο, τον τίγρη, το φυλλοδέτη
τη μηλολόνθη, τη χρυσόμυγα
το αλογάκι της Παναγίας πού τα τρώει όλα
θα μοιραστούμε φύλλα, πέταλα, ουρανό στον αφάνταστο αυτό κήπο
κι αυτοί κι εγώ περαστικοί.

Γενάρης 1993

  

ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Τα σύμφωνα, τα φωνήεντα,
από τον λάρυγγα, τα χείλη, τα δόντια
σχηματίζουν την κοινή Αλεξανδρινή
δε με βοηθάει όμως για να σου πω
αυτό ποy νιώθω
μένω αναγκαστικά στη ρευστότητα
του κειμένου
στο σχολιασμό του επιμελητή
και την αδυναμία του έρωτα
όλα τούτα τα πρωινά με βροχή.

1993

  

ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Κι όμως το γέλιο αντηχούσε
στην αυλή του Άγιου Λαζάρου
καθώς περπατούσαμε στον άδειο δρόμο
πριν από το δείπνο.
Μιλούσες για την αίθουσα
Όπου πρωτακούστηκαν οι θρήνοι
για τον Αλέξανδρο
σου ‘λεγα για τη ματιά που έριξα
στον άλλο κόσμο
πίσω από τα κλουβιά με τα γεράκια
και τις κουκουβάγιες
όπου το ένα ψαθί άγγιζε τ άλλο,
ευτελή κλουβιά
καμωμένα με καλάμια από τα έλη του νότου
δεμένα πρόχειρα με νήμα
νήμα όπως αυτό που ενώνει τις ζωές μας.
Οι ψυχές ετοιμάζονταν για το μεγάλο ταξίδι
στις ακτές της Συρίας, στην Πέτρα, την Ιεριχώ,
δρόμοι του Στράβωνα, του Πτολεμαίου,
για να φτάσουν σούρουπο
στην Πύλη των Λεόντων.
Τη θυμάσαι την κουκουβάγια πού έκλαιγε, εκεί
πάντα το βράδυ, ιδία ώρα?

Οκτ. 1993

  

ΠΑΡΑΛΟΓΗ

Κουνάει ακόμα το καράβι
μια δεξιά, μια αριστερά,
ή και βουλιάζει
σε ταραγμένο ύπνο
μαύρα νερά
περάσματα
φτερουγίσματα πουλιού
ρηχό βουβό
σαν κλάμα \
που δεν φαίνεται
που δεν το βλέπει άλλος
αχνό τρεμούλιασμα χειλιών
παίξιμο των βλεφάρων
βάραθρο ανοίγει στην καρδιά
και πέφτω όλη μέσα

ψάχνω ένα λόγο να πιαστώ
κλαδάκι να πατήσω
μα όλο πέφτω σε βαθύ
και πιο πυκνό σκοτάδι

μη δεις μην ακούσεις μάτια μου
τί λένε τα πουλάκια.

Δεκ. 1994

  

ΜΑΓNAYPA

Ακόμα κι αν έχεις περάσει από τη Μαγναύρα
και έμαθες ν’ αμφισβητείς την εγκυρότητα
του γραπτού λόγου
δε μπορείς καθόλου να εξηγήσεις
πως κάποτε χωρίζει το σώμα και η ψυχή
πως παίρνει καθένα άλλο δρόμο
το σώμα αναζητά το οικείο χάδι
ενώ η ψυχή το άγνωστο
ευφραίνεται στις σιωπές
στην αβέβαιη κίνηση του νέου άντρα
που κάθεται στη μέση της ομήγυρης
και μέ τα μάτια ελαφρά κλεισμένα
παρακολουθεί.

 

Ποιήματα μιας άλλης εποχής

  

ΣΕ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ

Σε μυστικές ομάδες ετοιμάζω την αναχώρηση μου
σε μια γωνιά το πανέρι με τα νήματα
και τις χρωματιστές κλωστές
στην άκρη του τραπεζίου τα τετράδια και οι μπογιές
στο ντουλάπι το μπλε παντελόνι
και η μεταξωτή μπλούζα με τους αγγέλους

Οκτώ το πρωί
το ροζ δωμάτιο σχεδόν όμορφο
σε μια γωνιά ένας πόθος πού ξεραίνεται
δίπλα ο περδικοδέτης του και το κερένιο τάμα
στο πάτωμα γυάλες γεμάτες λάζαρους
σήμερα πρέπει να φύγω.

Γιαλούσα 1974

  

ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ

—Κάθε φορά πού περνούσα από δω, είπε η γυναίκα του Θωμά,
με πονούσε το στομάχι,
τώρα θέλω να μείνω εδώ,
από την ταράτσα φαίνεται το χωριό,
—Δε μπορώ να ησυχάσω εδώ, είπε ο Αντώνης
είχα πορτοκάλια στο χωρίο,
—Δε θα πάρω δάνειο από την κυβέρνηση, είπε ο Αντρέας,
το μωρό της Χρυστάλλας έκλαιγε,
ο άντρας της δεν είχε στείλει ακόμα τις προσκλήσεις
για την Αυστραλία,
ο κάμπος απλωνόταν κίτρινος και αποπνικτικά ζεστός,
και η κυρία Ελένη είχε πάει με τα εφτά παιδιά της
στη θάλασσα
με το λεωφορείο του καταυλισμού

  

ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Ούτε που το φαντάστηκα πως μου ’μελλε
η ώριμη γνώση
η κατάφαση του πάθους
και η αβεβαιότητα του έρωτα
μια Κυριακή με Μάλερ πάνω από τη θάλασσα
με τα τζάμια να λάμπουν στο απογευματινό φως
και τις μικρές ακροπόλεις
πάνω στις ταράτσες
για τούς ουράνιους και τους θαλασσινούς θεούς
χωρίς πουθενά για να πιαστώ

Να φεύγουν με το φως τα σμαραγδένια τα νερά
πάνω από την πλατεία που σκοτείνιαζε
τις ομπρέλες που αραίωναν
αφήνοντας πίσω χώμα, λάσπη, πέτρες και κλαράκια
σελίδες τετραδίων, καράβια μέ φώτα
πράξεις ανώφελες αλλά αναγκαίες,
κύβους, κολόνες, τριγωνάκια.

 

Τα από κήπων (1980)

  

ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Ακόμα ένα καλοκαίρι
μέσα στα σχήματα και τα χρώματα
της νεκρής του θάλασσας
πίσω απ’ την πόρτα με τα καφασωτά
άλλο πού να βουλιάζεις μέσα μου
άλλο που να βουλιάζεις μέσα μου
τότε που τα ‘χα όλα μα δεν ήξερα
την ένταση τη διάρκεια την ομογένεια του σώματος μου
την περιστέφανη τις κοιλάδες την ελεούσα
στην άκρη των χειλιών στο βάθος της παλάμης
αποικία της θάλασσας
αύριο θα ‘ρθω να σε βρω
αργά το απόγευμα
θα στάζω από παντού νερό κι αλάτι
πλάι στο θαλασσινό κρεβάτι
εσύ θα στέκεσαι ακίνητος
στη διχάλα των αισθητών πραγμάτων
με φύκια φύλλα φτέρη να ορίζουν τη θέση της ψυχής σου
τώρα πού θα υποστείς σ’ όλα σου τα μέλη την καταστροφή
φυγάς θεόθεν κι αλήτης
οχι προφήτης οδηγός θεραπευτής
εγώ πού κινούμουν στο ρυθμό σου σ’ αποχαιρετώ
έχουν έρθει οι ονειροτόκες μέρες
τα θαλασσοκτόνα λόγια
ο ανεμοπλάστης απέραντος ουρανός

  

ΝΑ ΜΗΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Να μην τελειώνεις με το παρελθόν
να το πλησιάζεις τόσο
που να φαίνονται από μακριά οι φωτιές
κι ύστερα πάλι ν’ απομακρύνεσαι
μετά απ’ τον βαθύ τον ύπνο
πλάι στην ακίνητη λίμνη
το μεσημέρι
με την αραιή φιλτραρισμένη της ζωή
τη σμίκρυνση του φόβου
και τον homo ludens
και τη συκιά την άκαρπη
όπου πρωτάκουσες απόγευμα το θρόισμα του φιδιού
και μάζεψες ύλες ταις αμαρτίες ενώπιον σου
η μια να σου χαϊδεύει τα μαλλιά
η άλλη νι σου φτιάχνει τα ρούχα
η τρίτη να κάθεται στα πόδια σου και νι σου τραγουδάει
μην κλαις μικρή Ερμιόνη
πλάι στον αρχαίο ερειπιώνα
κοίτα τι λαμπερά φτερά άκου τραγούδια
ξέχασε τα σύντομα διαστήματα του θανάτου
τα πεύκα στον ανήφορο
πριν απ’ τις τουρκικές γραμμές
τις σκοτεινές τις τρύπες τ’ ουρανού
θα ’ρθει πάλι η μαμά σου
θα δεις, θα ’ρθει πάλι η μαμά σου

Αγλαντζιά, καλοκαίρι 1977

 

 ΜΕ ΤΗΝ ΥΓΡΗ ΖΩΗ ΣΟΥ

Με την υγρή ζωή σου
νι σου κολλά ανάμεσα στά πόδια
και να μη σ’ αφήνει
να ετοιμαστείς για τη συνηγορία
την εσωτερική σου αναχώρηση για το νότο
ο άντρας πού κάθεται κάτω απ’ το γυμνό δέντρο
για τρία χρόνια και δεν βλέπει τίποτα
ούτε το ξύλο που σπρώχνει το χώμα προς τα πάνω
ούτε τους πολλούς τους οικτιρμούς σου
μέχρι πού έγινες μικρή και ασήμαντη
κουρασμένη διψασμένη
μόνη
να πλανιέσαι μες στους ανθισμένους κάμπους
και τους μικρούς βυζαντινούς σου ουρανούς
με κίτρινα σχεδιασμένα συννεφάκια

Γιαλούσα, άνοιξη 1974

  

ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Εσύ που με το αλφαβητάρι της θάλασσας στο χέρι
μου ’μαθές γραφή κι ανάγνωση
τη γεύση τού αχινού
το φιλί της αχιβάδας
το κυμάτισμα των φυκιών
και τα μικρά τα πράσινα τα ξέφωτα
απ’ όπου έμπαινε ορμητικά το πέλαγος
πού χάθηκες και ποιός
πρωτοστατεί τώρα στα κύματα
πώς μ’ άφησες κι έφυγα
συλημένη κι ελεύθερη μες στους νεκρούς
σφίγγοντας τα δικά σου λόγια τ’ απογεύματα
τού Αη Μέμνιου στην ατέλειωτη σειρά με τ’ αυτοκίνητα
πού κάθε τόσο σταματούσαν οι εθνοφρουροί

«Προσδοκώ ανάσταση των αμμουδιών» είπες
στην ’Αμμόχωστο στο έμπα του Σεπτέμβρη
τραβιέται πίσω η θάλασσα και σχηματίζονται μικρές λίμνες

Μη μου μιλάς για το βαθύ κρεβάτι
το σπίτι με τις αγριοσυκιές
τις πέτρες τις αστραφτερές
και τις επαναληπτικές φωνές
σε λίγο θα ’ρθουν οι βροχές
κι ή παραλία θα ’ναι έρημη χωρίς σκιές

  

ΣΤΗ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

Στη Λεμεσό μια θάλασσα θολή
κι αδιόρατη
σα να ’πεσε γκρίζο χιόνι
στους κυματοθραύστες και στην προκυμαία
και στο παλιό το σπίτι
με την πλαϊνή τη σκάλα και τα εμπορικά
κοιμισμένο στα φύλλα τού υμενόκαλου

Όμως είναι άλλο πράγμα η θάλασσα
έτσι που σου αφήνεται
έτσι που σε σέρνει
έτσι που σου απλώνεται πέρα από τους ευκάλυπτους
φορτωμένη αροδάφνες σάπιο ξύλο θαλασσινά λουτρά
άλλο πράγμα η θάλασσα
έτσι που εισχωρεί στην πόλη καλπάζοντας στις γωνιές
σκαρφαλώνει στις ταράτσες
μπλέκεται στα φαρμακεία
φτάνει στα δικαστήρια
σέρνοντας μαζί της καρίνες και χαρταετούς
μια μυρωδιά από χαρούπια
σκουριά φιλιά ναυάγια
για να με ξαναφέρνει κάθε πρωί
στον αληθινό μου προορισμό

  

ΕΝΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΑΝ ΚΛΩΣΤΗ

Τη νύχτα μας επήραν στο Σεράι.
Από κείνη τη νύχτα δεν ξαναείδα
τον πατέρα μου.

Κατάθεση Χριστάκη Μαύρη

Ένα φεγγάρι σαν κλωστή
πάνω απ’ τη Λευκωσία
20 του ’Ιούλη 1979,
πάνω από τη γη όλο ξεχνάς
το κοφτερό μαχαίρι

  

ΘΑ ΞΑΝΑΒΡΕΙΣ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ

Θα ξαναβρείς τα βήματά σον
Τάκης Σινόπουλος

Θα ξαναβρείς τα βήματά σου
Θα σκαρφαλώσεις σε βουνά περήφανα
Δίπλα σε ρίζες καλαμιού μες στο νερό θα ξαναβρείς
τα βήματά σου
θα κοιμηθείς στο ’Άβατο
θα πιεις νερό απ’ το βαθύ πηγάδι
θα μπεις στο ιερό το μυρωμένο με λιβάνι
με τις μετόπες και τους ρόδακες
και τα περίτεχνα φατνώματα της οροφής
θα βρεις τον Ύπνο και τον ’Όνειρο την Ηπιόνη
και την Ιασώ κι απ’ το βαθύ λήθαργο θ’ ανασύρεις
δεντροστοιχίες καστρόπορτες δρόμους με πέτρες
απογεύματα στο Ναύπλιο
χωρίς σύντροφο πια εξόν για το κρεβάτι σου
με μια ευτυχία πλατάνου ή βαθυπράσινου νερού
μια Κυριακή να αιωρείται μες στα δέντρα
ένα κελάηδισμα πουλιού να μπαίνει μες στις λέξεις σου
ένα αχνό πορτοκαλί στην άκρη των νησιών

Παλιά ’Επίδαυρος

  

ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΠΑΣΙΑ

«Ελείφκαν μου οι ώρες τζει πάνω», είπε,
«ώσπου να ρίξω τα δίχτυα μου
να πάω στου Μελισσάκρου
ετέλειωνεν η μέρα
και εξύπνουν που τα χαράματα
μεν χάσω ούτε λεπτόν»

Τώρα γυμναστής σ’ ένα απογευματινό Γυμνάσιο
γυρίζει τα καφενεία
τα κέντρα της Λευκωσίας
τις χαρτοπαικτικές λέσχες τον ιππόδρομο
προσπαθώντας μάταια να σκοτώσει
τ’ ατέλειωτα μεσημέρια
τα πρωινά
«τουλάχιστον να ’ταν η θάλασσα κοντά»

  

ΑΡΧΕΣ TOT ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Αρχές του Σεπτέμβρη στην Αγία Νάπα
γαλήνεψαν οι σορκοί
κάτω από την επιφάνεια του νερού
νιώθω παντού την παρουσία σου

Φθινόπωρο 1976

   

18 Αφηγήσεις  (2012)

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ

Όταν έστραφήκαν οι αιχμάλωτοι, τζιαί έπέρασεν καιρός, τζιαί δεν ηρτεν κανένα μήνυμα, εκατάλαβα ότι ό άντρας μου ήταν χαμένος. Είπα στον εαυτό μου: «Μαρία, είσαι πέντε μηνών έγκυος, έχεις δυο μωρά, με τον άντρα μου θα εζούσαν τούτα τα μωρά μια χαρούμενη τζιαί καλή ζωή, έτσι πρέπει να ζήσουν, κάμε την καρδιά σου πέτρα, ούτε κλάματα ούτε τίποτε, έχεις μωρά νά άναγιώσεις.» Έτσι έκαμα, εστάθηκα τζιαι εμεγάλωσα τα μωρά μου, σε ένα σπίτι που δεν ήταν σπίτι με πένθος, σε ένα σπίτι κανονικό. Επαρασταθήκαν μου τα αδέρφια μου, ή μάνα μου, ας έν’ καλά. Βέβαια ήταν δύσκολο να γεννήσω, να μεν έσιει παπά το μωρό, ερωτούσαν με τα μωρά: «Πότε έν’ να ‘ρτει ό παπάς μας;» έλεά τους: «Έτο μια νύχτα έν’ να χτυπήσει ή πόρτα, τζιαί έν’ να ‘ρτει ο παπάς σας.» Τι εμπορούσα να απαντήσω, εν ήξερα ούτε εγώ, αφού ό γιος μου πού αρραβωνιάστηκε άκουσα τον που έλεε της νύφης μου ότι έγινεν δεκαοκτώ χρονών τζιαί ακόμα κάθε φορά που εκτύπαν η πόρτα ενόμιζεν ότι έν’ να ‘ν’ ό τζιύρης του. Τον πρώτον καιρόν εθώρουν τον Αντρέα στον ύπνο μου, κάθε νύχτα, ότι είχα να συζητήσω μαζί του, έλεά του τα στον ύπνο, είχα παράπονο, έλεα γιατί να μείνει, γιατί να μεν φύει όπως οι άλλοι. Μια νύχτα είδα τον εστέκετουν στο χωράφι, κοντά στη μάντρα, είπα του: «Γιατί, γιατί εν έστράφηκες κοντά μας;» «Μαρία», άπάν- τησέν μου, «ήθελα αλλά εν εμπορούσα». Που τότε εν τον εξαναεΐδα στον ύπνο μου.

  

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΚΚΑΣ

Ό άντρας μου είχε δύο σκυλιά κυνηγετικά. Τη Λάσσυ τζιαί τον Πέτρο, δυο σκυλιά πανέμορφα. Τα είχαμε στο περβόλι στο Κάτω Βαρώσι. Τους είχαμε δικό τους κλουβί μεγάλο. Μια εβδομάδα πριν την εισβολή έσκαψαν το χώμα τζιαί βγήκαν. Φοβηθήκαμε μην τα χάσουμε τζιαί κάναμε τσιμέντο τό πάτωμα. Για να μην μπορούν να φύγουν. Είκοσι οκτώ χρόνια ακόμα τα βλέπω στον ύπνο μου

 

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΙΝΕ

Ετο, κόρη μου, το ’63 έγιναν κάτι φασαρίες στον Άι-Σωζόμενο, το διπλανό χωρκό τζιαί ειδοποίησαν μας να φύουμεν, έφοηθήκαμεν τζιόλας. Είχα τέσσερα μωρά, ο μιτσής έπαιζε μέσα στην αύλή, είχα αυλή με τοίχο γυρόν-γυρόν τζιαί έπιασα τα δκυό μωρά μου, που κάθε χέρι έναν, τζιαί έφυα, επήα στη Λουρουτζίνα, που ήταν χωρκό τούρκικο. Μες στη βιάση μου εν είδα ότι το μιτσίν το μωρό εν είσιεν παπούτσια τζιαί επήρα το ανυπόλυτο. Κλάμα τα μωρά, θέλουμε τον παπά μας, που έν’ ο παπάς μας, ήρτεν ο άντρας μου, εβοήθησέ μας ο αρφός μου τζιαί ηύραμεν σπίτι στη Λευκωσία, άμμα ήμαστεν δκυό οικογένειες μέσα στο σπίτι, εμαλλώναν τα μωρά, ήταν δύσκολα, είπα του αρφού μου που ήταν ζαπτιές να μου εύρει άλλο σπίτι ας έν’ τζιαί μιτσίν. Ηύρεν μου έναν άλλον δκυό κάμαρες ίσια που μας εχώρεν. Επήαν τα μωρά σχολείο. Επεράσαν λλία χρόνια, σαν να εσάσαν τα πράματα, λαλεί μου ό άντρας μου: «Θέλω να πάω πίσω στο χωρκό μου.» Εν’ αλήθκεια στην Ποταμιά επερνούσαμεν πολλά καλά, είχαμεν τζιαί χωράφκια τζιαί κτηνά. Έπαίρναμεν το γάλα στον τζιύρη του Συλλούρη πού έκαμνεν χαλλούμια τζιαί έδίαν μας πάντα, είχαν έτσι ύπόγειο τζιαί εβάλαν τα τυρκά τζιαί κάθε μέρα άλατίζαν τα για να γίνουν, καλά πλάσματα. Ήθελα τζιαί εγώ να πάω στο χωρκό μου, αλλά για τα μωρά εν είσιεν σχολείο τούρκικο. Είπεν μου ό τζιύρης μου: «Άφησ’ μου τά μωρά κοντά μου νά πηαίνουν σχολείο, τζιαί πάτε εσείς πίσω.» Έπήαμεν. Άλλα πάλε το ’74 έξεσπιτωθήκαμεν. Εγυρίσαμεν τρία σπίθκια ώσπου τζιαί έδώκάν μας ένα σπίτι στο Άκάκι. Πριν πού μας ήταν μέσα ο στρατός τζιαί έν άφησαν τίποτε, να τα φυλάξουμε των πλασμάτων πού ήταν δικό τους το σπίτι. Το σπίτι που κάθουμαι έν’ του ανιψιού του γιατρού του Πίπη, αν τούς ήξέρεις. Πάω στην Ποταμιά, στες γειτόνισσές μου, κάμνουν χαρά άμα με δουν, τηλεφωνούν μου να πάω. ‘Αμαν μπορώ, πηαίνω, ίντα νά κάμουμε, κόρη μου, εγεράσαμεν. Οι τωρινοί ούτε μπορούν νά καταλάβουν τι βάσανα επεράσαμε, έν πειράζει, να με γίνει όμως πόλεμος, να μέ ξαναγίνει έτσι κακόν, τζι’ έν πειράζει, να τα ξηχάσουμεν.

  

Ο δαίμων της πορνείας  (2007)

  

NICOSSIESES (απόσπασμα)

…Η διαχωριστική γραμμή έκοβε την πόλη στη μέση ακριβώς, στην οδό Ερμού. Ήταν η περιοχή που περνούσαμε σχεδόν καθημερινά με τη μητέρα μου. Ατέλειωτα μακρόστενα μαγαζιά με γυαλικά, πιάτα, ποτήρια, παιγνίδια, ένας καταρράκτης χρωμάτων, τα πρώτα τότε πλαστικά που με εντυπωσίαζαν με τα χρώματά τους, εμαγιέ κούπες κινέζικες με ψάρια ζωγραφισμένα. Η περιοχή ερήμωσε, τα μαγαζιά μεταφέρθηκαν αλλού, σκόρπισαν, στο καφενείο SPITFIRE μόλις που διαβάζεις πια την επιγραφή, μια παλιά βέσπα σε μια χορταριασμένη βιτρίνα, σάκοι με άμμο, χαρακώματα. Έφυγα το 1965 από τη Λευκωσία. Πήγα στο Βερολίνο για σπουδές, εκεί βίωσα μιαν άλλη Λευκωσία, τη νοσταλγία της. Γύρισα πίσω το 1970. Βρήκα μια πόλη αρκετά αλλαγμένη, είχα αλλάξει όμως και εγώ, είχα χάσει τα νερά μου και δεν μπορούσα πια ούτε να γράψω, ούτε να ζωγραφίσω. Έγραφα άρθρα σε εφημερίδες «για τις νέες τάσεις του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού» για τα οποία έπαιρνα πολύ καλά σχόλια, αλλά είχα μπολιαστεί από τη βορειοευρωπαϊκή θλίψη. Είχα χάσει τα μολύβια μου. Μόνον τα αποχαυνωτικά μεσημέρια της Λευκωσίας με βοήθησαν να ξαναθυμηθώ ποια είμαι. Η απραξία και οι φοινικιές στον ορίζοντα. Και η θάλασσα. Πριν από την εισβολή του 1974 η Λευκωσία ήταν σχεδόν μια παραθαλάσσια πόλη. Σε είκοσι λεπτά βρισκόσουν στη θάλασσα, ανέβαινε το αυτοκίνητο στο βουνό κι ο δρόμος κατέβαινε κα¬τακόρυφα προς την Κερύνεια, προς τη θάλασσα, μια μαγεμένη θάλασσα. Συχνά κλείνω τα μάτια και κάνω νοερά το ταξίδι αυτό προς τη θάλασσα. Πάνε πια 26 χρόνια. Για να πας πια σε αντάξια θάλασσα θέλεις δυόμισι ώρες ταξίδι. Η θάλασσα χάθηκε από την καθημερινότητα της πόλης. Κοιτάζοντας προς το βορρά το βουνό του Πενταδάκτυλου, που κρύβει τη θάλασσα, βλέπω μια τεράστια τουρκική σημαία σχηματισμένη πάνω στο βουνό. Αποφεύγω να κοιτάζω το βορρά…

  

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 23/5/2013

 

 

1-ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΝΙΚΗΣ2

Στις 23 Μαΐου 2013 σε εκδήλωση στη Κεντρική Βιβλιοθήκη του Δήμου Θεσσαλονίκης κάναμε μια εκδήλωση προς τιμή της όπου μίλησαν για τη ζωή και το έργο της οι Βικτωρία Καπλάνη, Αρχοντούλα Διαβάτη,ο Βασίλης Καραγιάννης και ο Ανδρέας Καρακόκκινος .

  

Η Βικτωρία Καπλάνη 

Διαβάζοντας τη Νίκη Μαραγκού

Η Νίκη Μαραγκού έρχεται στα γράμματα από το δρόμο του Καβάφη. Δρόμος με ευρύτατους ορίζοντες, μας οδηγεί σε μια πλατιά αντίληψη του ελληνισμού στο χώρο και στο χρόνο μέσα από τη γλώσσα, τη δομή της αίσθησης, το συγκερασμό και τη δημιουργική αφομοίωση ιδεών και εκφραστικών μέσων για την αναπαράσταση και την κατανόηση του κόσμου. Το φιλοπερίεργον πνεύμα της την ωθεί να παρατηρεί, να διαβάζει, να ερευνά. Αναγνώστρια φανατική μελετά με πάθος ιστορία, ενδιαφέρεται για την αρχαιολογία, τη ζωγραφική, την αγιογραφία, τη φωτογραφία και τη λογοτεχνία. Λατρεύει τα παραμύθια, τις λαϊκές αφηγήσεις, τη μαγειρική και τις λαϊκές τέχνες. Το ποιητικό και πεζογραφικό της έργο είναι ενιαίο. Η Μαραγκού είναι συγγραφέας και κάθε φορά επιλέγει το είδος του λόγου που ταιριάζει στο υλικό που έχει να εκφράσει. Γι’ αυτό άλλοτε επιλέγει τον ποιητικό λόγο, άλλοτε την προσωπική αφήγηση ή το διήγημα και σε άλλες στιγμές το μυθιστόρημα, κάποιες φορές γραμμένο με πιο παραδοσιακό τρόπο (Γιατρός απ’ τη Βιέννη) και άλλοτε πάλι εφαρμόζοντας σ’ αυτό πιο μοντέρνες τεχνικές στην αφήγηση (Γεζούλ).
Ο λόγος της μεστός και περιεκτικός ξέρει να εστιάζει στο καίριο και ουσιαστικό και χαρακτηρίζεται από την απουσία συναισθηματικών εξάρσεων και εκρήξεων. Δεν εκφωνείται ποτέ εν βρασμώ ψυχής, παρά αφού η ένταση έχει καταλαγιάσει. Η αφήγηση, η περιγραφή και το λιτό εύστοχο σχόλιο πάνω σε μια λεπτομέρεια χαρακτηρίζουν την τεχνική των περισσοτέρων ποιημάτων της. Το πρώτο πρόσωπο έχει πολύ διακριτική παρουσία στον ποιητικό της λόγο και δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να σχηματίσει με ακρίβεια το πορτρέτο ούτε να υποθέσει τη βιογραφία του ποιητικού υποκειμένου, παρά μόνο να διασταυρωθεί μ’ έναν άνθρωπο που νοιάζεται βαθιά για την ανθρώπινη κατάσταση. Έναν άνθρωπο που έχει αποδεχτεί τη θνητότητα και το φθαρτό των πάντων, που είναι συμφιλιωμένος με την παραδοχή ότι όλα χάνονται, όλα ενέχουν το στοιχείο της απώλειας. Οι έρωτες, οι άνθρωποι, οι πόλεις. Η εμμονή στην αναζήτηση των λέξεων από όλες τις περιόδους της ιστορίας της γλώσσας είναι φανερή στα ποιήματά της καθώς και η συνομιλία με άλλους ποιητές και συγγραφείς από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή.
Τα ποιήματά της μπορούμε να τα χωρίσουμε αρκετά αυθαίρετα και σχηματικά, χάριν περιγραφής, σε τρεις μεγάλες ομάδες, που σε μεγάλο βαθμό αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοεπικαλύπτονται. Τα ποιήματα της Κύπρου είναι μια ομάδα, εκείνα των ταξιδιών η δεύτερη και η τρίτη εκείνα που λειτουργούν περισσότερο ως σχόλια ή αυτοσχόλια με ένα πνεύμα αναστοχασμού και μια πιο ευδιάκριτη φιλοσοφική διάθεση. Στα περισσότερα ποιήματα το ποιητικό υποκείμενο παίρνει αποστάσεις από το βιωματικό υλικό, καθώς αυτό μεταπλάθεται σε τέχνη. Είναι φανερό ότι αντιλαμβάνεται πρωτίστως νοητικά τον κόσμο και ελέγχει τα έντονα και βαθιά συναισθήματά του. Αυτή η συναισθηματική απόσταση καθιστά τον ποιητικό της λόγο πιο δραστικό, καθώς ο πόνος δεν εκδραματίζεται, αλλά παραμένει στο υπόστρωμα του ποιήματος και προκαλεί τις δονήσεις στη γλώσσα.
Ο γενέθλιος τόπος, η Κύπρος, τροφοδοτεί τη γραφή της με εικόνες, μνήμες και λέξεις. Τα ιστορικά δραματικά γεγονότα του νησιού και τα συλλογικά τραύματα που αυτά προκάλεσαν, υπογείως διατρέχουν όλο το έργο της. Στο βάθος το πρόβλημα της Κύπρου μοιάζει να κινεί τα νήματα της γραφής της με διακριτικότητα και ποιητική αφαίρεση. Η διαμαρτυρία, η καταγγελία για το κακό δηλώνονται άλλοτε πιο φανερά κι άλλοτε υπαινικτικά μέσα από στιγμιότυπα του καθημερινού βίου, μέσα από τις έγνοιες των ανθρώπων, χωρίς κραυγές και συνθήματα. Η Μαραγκού συνομιλεί με τον τόπο, την ιστορία και τον πολιτισμό του, όχι με έναν στενά εννοούμενο και μίζερο πατριωτισμό, αλλά με αληθινή αγάπη και σεβασμό προς όλους τους κατοίκους αυτού του τόπου, με κατανόηση και στη μοίρα του αντιπάλου. Δεν προκρίνει σε καμιά περίπτωση την έχθρα, το μίσος και το φανατισμό αλλά την ειρήνη και το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και τη ζωή. Όποιος, άλλωστε, αγαπά πραγματικά το γενέθλιο τόπο του, σέβεται και το γενέθλιο τόπο των άλλων.
Άνθρωπος με δυτική παιδεία, ενστερνίζεται πολλές αρχές της δυτικής σκέψης, αλλά βρίσκει το κέντρο της στον κόσμο της Ανατολής. Η φιλοσοφία της Ανατολής αντιλαμβάνεται το συντονισμό του ανθρώπου με τη ροή της ζωής, τη δύναμη του να αλληλεπιδρά ενεργειακά με το σύμπαν και την ενότητα του χρόνου. Αυτές οι βασικές αρχές γοητεύουν τη Μαραγκού και τις ενσωματώνει στο καλλιτεχνικό της σύμπαν. Η ευρυμάθεια και η ανοιχτή ματιά της αφήνουν τα περιθώρια για να συνυπάρχουν στο έργο της η Ανατολή και η Δύση.
Αν κοιτάξουμε και το αφηγηματικό της έργο, θα παρατηρήσουμε ανάλογες τάσεις και συμπεριφορές. Το έπος της καθημερινότητας κι οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα στο χρόνο είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της Μαραγκού. Οι ήρωές της πρόσωπα ιστορικά, προερχόμενα από το οικογενειακό ή το ευρύτερο κοινωνικό της περιβάλλον και δίπλα σ’ αυτά πρόσωπα που επιμελώς πλάθει η φαντασία για να μπολιάσει την πραγματικότητα με διαφορετικές αντιλήψεις, στάσεις κι οπτικές, προκειμένου εκείνη να αναπαρασταθεί και να αποκαλυφθεί με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πληρότητα. Μέσα από τα πρόσωπα και τη δράση τους αναβιώνουν κι ανασταίνονται δημιουργικά διάφορες εποχές.
Η Μαραγκού παίρνει σελίδες της ιστορίας του 19ου και 20 αιώνα και μέσα σ’ αυτές ενσωματώνει πολλά γεγονότα της ζωής της και της οικογενειακής της ιστορίας. Βαδίζει παράλληλα, ανακαλύπτει τα σημεία επαφής και εκλεκτικής συγγένειας με πρόσωπα αλλοτινών εποχών που μέσω της συναισθηματικής ταύτισης τής γίνονται οικεία και κατορθώνει να τα ψυχογραφήσει ουσιαστικά και αποτελεσματικά. Αν εξαιρέσουμε μερικές αφηγήσεις, όπου δηλώνονται κάποια πραγματολογικά στοιχεία του βίου της, τα αυστηρά προσωπικά της βιώματα μεταπλάθονται και καθρεφτίζονται στο σώμα των φανταστικών ηρώων ή ακόμη και κάποιων ιστορικών προσώπων. Αξίζει να επισημανθεί ότι η συγγραφέας δεν ψυχαναλύει τους ήρωες της. Δεν αναλώνεται καν σε ψυχολογικές αναλύσεις και αφήνει μέσα από σκηνές του καθημερινού βίου να φαίνονται οι περίπλοκες διαδρομές των αισθημάτων.
Κοσμοπολίτες πολλοί ήρωες της Μ. κοσμοπολίτισσα κι η ίδια. Το ταξίδι, η περιήγηση, προσφιλής της ενασχόληση, επιδρά στη διαμόρφωση του ψυχικού της πεδίου και τροφοδοτεί το αφηγηματικό της έργο με εμπειρίες, εικόνες και γνώσεις. Περιπλάνηση σε χώρες της Δύσης και κυρίως της Ανατολής, μελέτη με ενσυναίσθηση της ζωής σε άλλους τόπους, άλλες εποχές και διαφορετικές συνθήκες της δίνουν τη δυνατότητα με λογισμό και όνειρο, με φαντασία και γνώση να συλλάβει την αίσθηση, την αντίληψη, την ανάσα και το βηματισμό της ζωής που είχαν οι άνθρωποι που έζησαν άλλοτε και αλλού. Ανήσυχη περιηγήτρια η Μαραγκού αναζητά να κατανοήσει την αλληλεπίδραση ανθρώπου και τόπου. Οι πόλεις, οι τόποι με τη στρωματογραφία αιώνων που κουβαλούν κεντρίζουν διαρκώς το ενδιαφέρον της, όπως και οι ποικίλοι τρόποι , οι παραλλαγές με τις οποίες οι άνθρωποι υποδέχονται τη ζωή, τη μοίρα, το θεό και το θάνατο. Όλη αυτή η αναζήτηση της επιτρέπει να αντιλαμβάνεται τη ζωή με περισσότερη ανοιχτοσύνη και να συμπεριφέρεται με την ευρύτητα πνεύματος που διαθέτει ένας πολίτης του κόσμου.
Το ταξίδι υπάρχει πάντα στις αφηγήσεις της. Επιστρέφει σε μέρη αγαπημένα μέσω του λόγου και κοινωνεί τη γνώση και την εμπειρία που της χάρισαν. Κάθε χορταριασμένος τόπος έχει μνήμη κι αυτή τη μνήμη η συγγραφέας θέλει να την αποκαλύψει, γιατί κρύβει ακριβά μυστικά, πολύτιμα δώρα. Υπάρχει ένα εσωτερικό νήμα που δίνει ενότητα στο αφηγηματικό της έργο. Τάσεις και διαθέσεις, παρόμοια ερωτήματα και προβληματισμοί, τόποι και ιστορικά γεγονότα επανέρχονται, ήρωες και περιστατικά ξαναγυρίζουν πολλές φορές αθόρυβα και διακριτικά για να προστεθεί κάθε φορά μια καινούρια λεπτομέρεια.
Η Μαραγκού αναβιώνει έναν κόσμο που συχνά ερχόταν αντιμέτωπος με οριακές καταστάσεις, που θεωρούσε δεδομένο τον αγώνα για την επιβίωση και δεχόταν την περιπέτεια, τη μεταβολή της τύχης με μαχητικότητα, αλλά και όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν με αποδοχή και καρτερικότητα. Έναν κόσμο που ως συλλογική μνήμη τον κουβαλάμε μέσα μας, έναν κόσμο που αναγνωρίζει την αξία της ζωής και παλεύει γι’ αυτήν, έναν κόσμο που για τους νεότερους είναι πιο κοντά στο παραμύθι και το θαύμα. Οι ήρωες της Μαραγκού σε όποια κοινωνική τάξη κι αν ανήκουν είναι άνθρωποι με βίο πολυτάραχο και περιπετειώδη και τα γεγονότα τα ιστορικά αλληλοεπιδρούν με τις εσωτερικές τρικυμίες της ψυχής τους. Κάπως έτσι όμως είναι και η ζωή, ένα αξεδιάλυτο μίγμα αυτού που βιώνουμε
και στο βάθος σκεφτόμαστε για αυτήν και αυτού που οι συνθήκες οι ιστορικές δημιουργούν.
Η απλότητα και η αμεσότητα χαρακτηρίζουν τις αφηγήσεις της Νίκης Μαραγκού. Μοιάζει η τέχνη της με κείνη των παραμυθάδων που όσο επώδυνα και τρομερά πράγματα κι αν αφηγούνται, αυτό που μένει στο τέλος είναι η γλύκα και η ομορφιά της ζωής. Απουσιάζει η υπερβολή, η επιτήδευση, απουσιάζει ο ναρκισσισμός και η νοσηρότητα. Στην πάλη του φωτός με το σκοτάδι, το φως κερδίζει τις μάχες και παραμένει στόχος κι αυτοσκοπός. Από τα βιβλία της μένει η κατάφαση στη ζωή, η αποδοχή της ζωής όσο δύσκολη, σκληρή και τραγική κι αν είναι.
Τα γυναικεία πρόσωπα στο έργο της Μαραγκού παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλομορφία. Γυναίκες αρχόντισσες, αστές, διανοούμενες, λαϊκές κι αγράμματες που μεταφέρουν τη σοφία της φύσης, το πνεύμα διάκρισης που έχουν κατακτήσει μέσα στις δυσκολίες και τους κόπους, που προτάσσουν την αξία της ζωής, της αγάπης, της ειρήνης και της εστίας. Γυναίκες που δημιουργούν, που αναζητούν το δικό τους δρόμο στην τέχνη και τη ζωή. Γυναίκες γήινες σε επαφή με το συγκεκριμένο που γνωρίζουν την ενέργεια της γης και της φύσης, συμφιλιωμένες και με το άλογο στοιχείο της ύπαρξης το μαγικό και παραμυθένιο. Γυναίκες που γνωρίζουν την αξία της προσφοράς, της φροντίδας, γυναίκες που δημιουργούν νόστιμα φαγητά, ανοίγουν φύλλο με τέχνη, υφαίνουν αριστουργήματα στους αργαλειούς, νοικοκυρές με τα προσεγμένα σπίτια τους αρχοντικά ή φτωχόσπιτα, σπίτια με τη φτερούγα της στοργής και της αγάπης.
Αξίζει να σταθούμε στο τελευταίο της βιβλίο με τον τίτλο «18 αφηγήσεις». Εδώ η Μαραγκού καταγράφει αφηγήσεις γυναικών Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που δέχτηκαν να της μιλήσουν για τις ανατροπές που η ζωή τους έχει υποστεί, εξαιτίας των παιχνιδιών της ιστορίας, τόσο στη δεκαετία του 60, όσο και μετά την εισβολή. Από τις αφηγήσεις τους προκύπτει μια ιστορία της Κύπρου, έτσι όπως δεν θα την έγραφε κανένας ιστορικός, ιδωμένη από τη ματιά των ηττημένων. Και ηττημένοι σ’ αυτή την ιστορία είναι κυρίως αυτοί που δε ρωτήθηκαν και μόνο κλήθηκαν, θέλοντας και μη, να υποστούν τις συνέπειες του ανελέητου πολιτικού παιχνιδιού. Μια ιστορία γραμμένη από τις γυναίκες, βιωμένη από την οπτική του φύλου τους, αφηγημένη στη δική τους ντοπιολαλιά. Η μόνη παρέμβαση της συγγραφέως είναι να διαγράφει τα περιττά λόγια, τις επαναλήψεις, να επεξηγεί ό,τι δεν είναι κατανοητό, ώστε να προκύπτει ένα κείμενο μεστό και αναγνώσιμο.
Η Νίκη Μαραγκού, όπως ισχυρίζονται οι άνθρωποι που τη γνώρισαν, κυκλοφορούσε πάντα με ένα μπλοκ. Όχι μόνο για να γράφει, αλλά και για να ζωγραφίζει. Δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε τη σημασία που έχει η ζωγραφική στη συνολική πολιτισμική παρουσία της Νίκης Μαραγκού. Ζωγράφιζε ακουαρέλες, έκανε κολάζ, χαρακτικά, αγιογραφίες. Στα περισσότερα έργα της απουσιάζει η προοπτική, μια ένδειξη ότι η τέχνη της έχει επιρροές από τη βυζαντινή ζωγραφική. Το ενδιαφέρον της για τους ανθρώπους, τα τοπία και για τα απλά καθημερινά πράγματα φαίνεται και στη ζωγραφική της, όπου σχεδιάζει προσόψεις κτιρίων, αντικείμενα του σπιτιού, νεκρές φύσεις, διακοσμητικά σχέδια με έντονα χρώματα, αλλά και προσωπογραφίες. Τα υδατοχρώματα ευνοούν τη διαφάνεια και το λυρισμό στις εικόνες της.
Στις μέρες μας, όπου η μόνη βεβαιότητα είναι η αβεβαιότητα, τώρα που η Ελλάδα κι η Κύπρος δοκιμάζονται σκληρά μέσα στο απάνθρωπο παιχνίδι του σύγχρονου οικονομικού πολέμου και που έχουν αρχίσει φανερά και απροκάλυπτα πάλι να χτίζονται τείχη, να χαράζονται με βία οι διαχωριστικές γραμμές και να ακούγεται η ρητορεία του μίσους, τέτοιες φωνές, όπως αυτή της Νίκη Μαραγκού μας υπενθυμίζουν ότι η ζωή πάντα παλεύει για να υπάρχει, μας δίνουν το κουράγιο, όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, να πατάμε στη γη και προπαντός να μην χάνουμε την ανθρωπιά μας.

 

 Αρχοντούλα Διαβάτη:

Δεν της πήρα λουλούδια

Γνωριστήκαμε στην Διεθνή έκθεση βιβλίου, εδώ, στη Θεσσαλονίκη, μπρος στο σταντ του Ροδακιού όπου είχες εκδώσει τότε το Γιατρό από τη Βιέννη κι εγώ Στη μάνα του νερού. Ανταλλάξαμε τα βιβλία μας με αφιέρωση, εγώ γεμάτη προσδοκίες για την τύχη του πρώτου βιβλίου κι εσύ συγκρατημένη – είχες πίσω σου δρόμο μακρύ στην ποίηση και στη ζωγραφική, στη δραματουργία και στο παραμύθι, στα διηγήματα, στις μεταφράσεις και στο μυθιστόρημα. Πολυβραβευμένη, καταξιωμένη, μια τυχερή γυναίκα.
Επικοινωνούσαμε με μηνύματα ηλεκτρονικά που γεφυρώνονταν με επισκέψεις ανάμεσα στα άλλα ταξίδια σου ξανά και ξανά στη Θεσσαλονίκη, καλεσμένη κάθε τόσο από συλλόγους και σε συνέδρια ή σταθερά καλεσμένη στη Διεθνή Έκθεση βιβλίου. Και μια δική μου επίσκεψη υπήρξε μια φορά, στη Λευκωσία, μαζί και μια παρουσίαση του βιβλίου μου στον ΚΟΧΛΙΑ, στο δικό σου βιβλιοπωλείο, από σένα βέβαια με τη γνωστή σου γενναιοδωρία, και αυτή την παράξενη ακτινοβολία ενός πνευματικού ανθρώπου με γνώση και ήρεμη καλοσύνη.
Και τα μηνύματα συνεχίστηκαν – ευχές και ποιήματα και φωτογραφίες ταξιδιών και μικρά κείμενα ή ανήσυχες αιτιάσεις κάποτε- από μένα κυρίως για τη δύσκολη δημιουργικότητα τη δική μου ή τον αρνητισμό των εκδοτών. Μου έστειλες ζωγραφισμένες χειροποίητες -όπως τις έλεγες- ευχές για το νέον έτος 2013, και σου έστειλα τον Ιούνιο την κριτική στα Νέα -δεν την είχες δει;- για τις Δεκαοκτώ Αφηγήσεις, από το ΡΟΔΑΚΙΟ και πάλι. Στη μέρα της γυναίκας μου έστειλες φέτος Το προζύμι, ενώ πέρυσι την ίδια μέρα μου είχες στείλει το ποίημα για την επέτειο του θανάτου της μητέρας – Δεν της πήρα λουλούδια.
Και μετά ήρθε κεραυνός η είδηση του θανάτου σου από τροχαίο στο Φαγιούμ, στην Αίγυπτο που αγαπούσες να μελετάς κι όλο εκεί ήθελες να γυρνάς πάλι και πάλι, στην Αίγυπτο του αγαπημένου αλεξανδρινού που αυτός ήταν το πρώτο σου ηδονικό διάβασμα όταν ήσουνα παιδί και σου άρεσε να αντιγράφεις τους ποιητές. Μια Πέμπτη, στις 7 Φεβρουαρίου 2013 – κι ας έμοιαζες άτρωτη έτσι ήρεμη, ευλογημένη θαρρείς, μητέρα και γιαγιά και κοσμοπολίτισσα και καταξιωμένη συγγραφέας και ανήσυχη και δημιουργική: μια πανοπλία αγάπης απέναντι στη συνηθισμένη κακοτυχία και φθορά. Μια πανοπλία που, τελικά, δεν τη φόρεσες πολύ. Αλίμονο.
Τι μεγάλη λύπη, τι μεγάλη απώλεια για τους δικούς σου ανθρώπους και για την Κύπρο, έναν τόπο όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη, για τους φίλους σου στον κόσμο όλο. Τώρα είσαι ακόμα στα κοινωνικά δίκτυα με τις φωτογραφίες και τα λόγια σου, ένα ανοιχτό βήμα να ερχόμαστε και να ανταλλάσσουμε λύπη και ποιήματα. Xτες μάλιστα, στις αναγγελθείσες μέλλουσες εκδηλώσεις στο facebook ήταν καρφιτσωμένα τα γενέθλιά σου, σαν να μην έφυγες ποτέ, στις 23 Μαΐου.
Ξεφυλλίζω τα ποιήματά σου – Προς αμυδράν ιδέαν, Ποιήματα 2003-2013.
Μια πρώτη εκτύπωση από το ΡΟΔΑΚΙΟ, παλιά μήτρα των ποιημάτων σου και σήμερα πάλι της νέας υπό έκδοσιν συλλογής. Είναι μια δίγλωσση έκδοση -αγγλικά, ελληνικά–, η μετάφραση από τα ελληνικά της Ξένιας Ανδρέου. Τα της Κύπρου, Τα Αλεξανδρινά, Περίπλους, Τα Αμετάφραστα, οι επιμέρους ενότητες. Ταξιδιώτης, flaneur, αναζητάς αδιάκοπα την ταυτότητά σου στις χώρες της Ευρώπης, στην Αίγυπτο ή στην Τουρκία ,στον μυστηριακό κόσμο της Ανατολής ή σταθερά στις κοινότητες της Κύπρου, συνομιλώντας με τους λαϊκούς ανθρώπους, κερδίζοντας ολοένα σε ωριμότητα, ήρεμη καλοσύνη και σοφία. Ωστόσο, «μη νομίζετε, φίλοι από το βορρά,/ ότι αυτό που συνέβηκε το’ 74 / δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου/, κάθε μέρα.».
Φτιάχνεις τα ποιήματά σου με απλά χωμάτινα υλικά της καθημερινότητας, της ιστορίας και της μνήμης με έναν ήρεμο στοχασμό στο τέλος, κερδίζοντας έμπνευση από τις ασταμάτητες διαδρομές σου στο χώρο και στο χρόνο. Τα σκηνοθετείς μετά αφήνοντας για το τέλος πάντοτε μια συγκινημένη σκέψη σαν κατακλείδα.
«…Όταν είδε στο Google Earth τη χαρουπιά / όπου άφηνε το τράκτορ δωδεκάχρονος / κι έτρεχε / πρώτα στο θάμνο με τα σκίνα / και μετά στη θάλασσα /Για να μην κάψει τα πόδια του / έκλαψε πικρά.».
Δεν ενδίδεις στην παραγραφή της μνήμης και την αλλοτρίωση, «αυτό που λένε νεκρή ζώνη δεν υπάρχει», γιατί « Στο σκοινί με τα ρούχα της μνήμης / μικρές φανέλες σκάζουν στον ήλιο.». Εσύ ανένδοτη κοιτάζεις νοσταλγικά μέσα σου «τον αιωρούμενο κήπο / που ήταν η Κερύνεια…»
Γιατί οι γυναίκες ξέρουν οι Χριστιανές και οι Τουρκάλες «αυτό που οι άντρες τους καμιά φορά το ξεχνούσαν» – « και οι δυο κουβαλούσαν τα βρέφη στη ράχη τους / και τη γνώση τους για την ιερότητα της ζωής».
Υπάρχει το αύριο. «Αύριο / θα ανατείλει ο ήλιος στην ώρα του…», παρόλο που στον ΠΕΔΟΥΛΑ, «Στριφογυρίζουν τα κλήματα / στις έρημες αυλές / φυτεμένα από άλλες γενιές / σκαρφαλώνουν στις σιδεριές / σε μια άναρχη διάταξη, / ένα χάος από κλαδιά, ξερά τσαμπιά,/ χωρίς πουλιά /, ανεβαίνουν προς τον ουρανό, / κατεβαίνουν προς το πλακόστρωτο / με τα σάπια κίτρινα φύλλα / μάρτυρες μιας ζωής που τέλειωσε./»
Στα ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΑ η γυναίκα περιδιαβαίνει στις ημέρες του ταξιδιού με τις αισθήσεις ζωντανές ζωγραφίζοντας εικόνες μιλώντας μας εμπιστευτικά σε πρώτο πρόσωπο «…τα καροτσάκια πουλούν / φούλια , γλυκοπατάτες, αχιβάδες με λεμόνι, σπόρια /. Νοικιάζουν πατίνια για τα παιδιά.» Ή σε άλλο ποίημα, «ήπια σαλέπι με καβουρδισμένα αμύγδαλα / φουντούκία, σταφίδες.»
Στον ΠΕΡΙΠΛΟΥ, τα μπλε παπούτσια ενός άντρα, προφανώς ενός αγαπημένου άντρα, είναι ένα ποίημα που παραπέμπει σε ένα τότε που φέρνει δάκρυα ασταμάτητα και ίσως συνδέεται με το ποίημα επιστρέφοντας, όπου «και ο έρωτας μου φαίνεται / υπόθεση πια μακρινή / Συνεχίζω λοιπόν την ανάγνωση» και λιγότερο με το ποίημα Περασμένα μεσάνυχτα, όπου «…η αίσθηση της μοναξιάς σχεδόν ηδονική…».
Εδώ διαβάζω και το ποίημα Δεν της πήρα λουλούδια, αποθέωση της αγαπημένης μητέρας, γυναίκας αεικίνητης «μες τις καλές τις μέρες», «με προσοχή αντιγράφω τις κινήσεις της», κι αυτό είναι αρκετό. Εξάλλου οι γυναίκες και στο Βουκουρέστι «…φροντίζουν να ανατέλλει ο ήλιος στη σωστή ώρα / κάθε μέρα.»
Περιδιαβάζοντας ζωγραφίζει εικόνες, όπως ΣΤΟ ΚΑΙΡΟΥΑΝ, «και το γεροντάκο (είδα)/ που περνούσε σε φοινικοβελόνες / ένα-ένα τα γιασεμιά. /Τα πουλιά έπιναν νερό από τις παλάμες των νεκρών» ή μένεις έκθαμβη μπροστά στο μυστήριο του κόσμου, στη Μπενάρες.
Κάποτε σταματά την αγχωμένη περιδιάβαση: ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΜΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΜΠΡΟΣ, μεγαλύτερο απ’ τη φθορά,λέω εγώ, «μόνο βήματα αργά/ που μου επιτρέπουν να παρατηρώ / τον κάλυκα του άνθους / πώς τεντώνεται/ τις τελευταίες ακτίνες/ να αγγίξει/ του φωτός…». Να μη μας αιφνιδιάσει το αναπότρεπτο τέλος.
Με τα Συρόμενα φύλλα φαίνεται η ανάγκη για μια νέα ταξινόμηση /καθώς προχωρούμε προσεκτικά / στην αρχή διστακτικά / σε μια καινούρια διάταξη, μέχρι το ποίημα, Σαν λιμπελούλα, όπου διακηρύσσεται δοξαστικά η πίστη σε έναν ευτυχισμένο έρωτα επιτέλους, μια συνεχή ευτυχία / που πεταλίζει γύρω μου / σαν λιμπελούλα. Αλλά «…καθώς το μαλακό φως του φθινοπώρου / άναβε τους φοίνικες στο παράθυρο» – ακριβή μεταφορά για την δειλινή εκείνη μεταιχμιακή ώρα – μια εμπνευσμένη παρομοίωση μετά για μια ερωτική σχέση βραδυφλεγή και δύσκολη της παρακμής των ημερών μας, που δυσκολεύεται να μεταδώσει τη φλόγα και την έκρηξη, «που (όμως) ξαφνικά ανάβει και φωτίζεται / όπως οι φοίνικες στο παράθυρο, / αφήνοντας όλα τ’ άλλα στο σκοτάδι», ξημερώνει.

Αντίο ή Γεζούλ( =όλα χάνονται ) και πάλι αντίο.

 

 

Από δυο  Κύπριους ποιητές που ζουν στη Κύπρο, ήταν φίλοι της και η ίδια τους εκτιμούσε όπως μου είχε πει, ζήτησα δυό λόγια για την αποψινή βραδιά.

Ο Βάκης Λοιζίδης μου έστειλε ένα ποίημα που έγραψε:

Σήμερα δε θα φυλάξω στο συρτάρι το ποίημα

Στη Νίκη

Σήμερα δε θα φυλάξω στο συρτάρι το ποίημα
Θα σε ρωτήσω αν ένιωσες ποτέ
τις ακουαρέλες σαν τις λέξεις στο ποίημα
Αν εκεί που νιώθεις το ζόφο
κερδίζεις τελικά στο χαρτί την διαύγεια Τ
ι σημαίνουν τα κοφρέ χαρτιά για σένα
Κατά πόσον οι νέες τεχνικές χαρακτικής
στερούν την μαγεία από την πράξη της δημιουργίας

Κάθε φορά που φτάνει ζεστό φαγητό στο τραπέζι
μαγειρεμένο με φροντίδα λες και πρόκειται για ποίημα
θα σε θυμόμαστε, Θα σε θυμόμαστε
κι όταν πίσω από παράθυρα καφασωτά στεκόμαστε
Κι αν κανείς την ζωή σου ζηλέψει
ας δανιστεί από την Κατερίνα ένα μπλοκάκι
με σκίτσα, τόπους , ημερομηνίες κι ανθρώπους
καθώς εσύ θα ταξιδεύεις αιώνια

 

Κι ο Πάμπος Κουζάλης μου έγραψε.

Αγαπητέ Ανδρέα. Επειδή είναι πολύ δύσκολο να αποδεχτώ ότι η φωνή της Νίκης σίγησε για πάντα κι ότι δεν θα την ξανασυναντήσω σε κάποια από τις ποιητικές συναντήσεις μας εντός ή εκτός Κύπρου, θέλω να πιστεύω ότι λείπει σε ένα από τα πολλά κι αγαπημένα ταξίδια της. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα λάβω σε ένα email της λίγα από τα χρώματα, τις γεύσεις, τι ομορφιές, τις εικόνες που αντίκριζε κι ήθελε να μοιραστεί μαζί μας. Το μόνο που κατάφερα να αρθρώσω για τη Νίκη τη μέρα που την αποχαιρετήσαμε ήταν οι εξής στίχοι:
Στο πένθος το γλυκύτατο
του μακρινού Φαγιούμ
τόσο κοντά γιατί επήγες, Νίκη;
Ενύσταξεν η ψυχή σου;

  

 

Μαρία Παναγιώτου
Ο Φιλελεύθερος Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Κατερίνα Ατταλίδου: Η εικαστικός μιλά για τη μητέρα της Νίκη Μαραγκού

Η Νίκη με έμαθε να έχω ενθουσιασμό για τα μικρά και τα μεγάλα θαύματα

Η Νίκη Μαραγκού έφυγε σε μια πολύ δημιουργική περίοδο της ζωής της, προτού προλάβει να δει τυπωμένες δυο σημαντικές εκδόσεις που είχε στα σκαριά. Την ποιητική συλλογή «Προς αμυδράν ιδέαν», ποιήματα 2003-2013, εκδόσεις Ροδακιό, και ένα άλλο βιβλιαράκι, με τον τίτλο «Θάλασσα», εκδόσεις Rimal, με ένα κείμενο της ίδιας και φωτογραφίες της Μεξικανής μεταφράστριας και φίλης της Σέλμα Ανσίρα. Τα δυο αυτά βιβλία παρουσιάστηκαν πρόσφατα στην Αθήνα, στο Βερολίνο και στη Λευκωσία. Την έκδοσή τους προώθησε η κόρη της, εικαστικός Κατερίνα Ατταλίδου, η οποία μας μίλησε για τη μητέρα της και για όσα έμαθε να αγαπά μαζί της… Κλείσαμε ραντεβού στο σπίτι της Νίκης Μαραγκού στον Άγιο Δομέτιο. Ένα όμορφο αστικό σπίτι τις δεκαετίας του ’60 γεμάτο με έργα της ίδιας, αναμνηστικά από ταξίδια της και πολλά βιβλία. «Εδώ έρχομαι κάθε μέρα τα πρωινά, καταγράφω τα βιβλία της και φροντίζω το σπίτι», θα μου πει η Κατερίνα.

Ήταν ολοκληρωμένα τα τελευταία βιβλία της Νίκης προτού φύγει;
Η ποιητική συλλογή ήταν σχεδόν έτοιμη και η παρουσίαση είχε οριστεί για τον Μάρτιο. Συγκεντρώνει τα ποιήματά της των 10 τελευταίων χρόνων. Μέρος των ποιημάτων τα εξέδιδε σε χειροποίητα βιβλιαράκια που τύπωνε μόνη στον υπολογιστή, τα έδενε με μια κορδέλα και τα χάριζε σε φίλους. Μετά από το ξαφνικό συμβάν του Φεβράρη ένιωσα την επείγουσα ανάγκη να ζητήσω από την εκδότριά της Τζούλια Τσιακίρη να προχωρήσει με την έκδοση. «Η Θάλασσα» ήταν ένα κοινό όνειρο της Νίκης και της Σέλμας και βοήθησαν στην ολοκλήρωσή της και οι δύο αδελφές της Νίκης, η Άννα και η Μαρίνα καθώς και η εκδότριά της Νόρα Σιάουα.
Απ’ ό,τι ξέρω ετοίμαζε μια σειρά ζωγραφικά έργα για τα Καβάφεια, εμπνευσμένα από την πόλη Φαγιούμ. Τι έγινε με αυτά τα έργα;
Ναι, υπάρχει μια σειρά από μονοτυπίες που έγιναν για τα Καβάφεια, η οποία πιθανόν να εκτεθεί το φθινόπωρο στο σπίτι του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια. Επίσης, βρήκα στο γραφείο της κάποια κείμενα για την Αλεξάνδρεια, με τα οποία έφτιαξα με τη βοήθεια του φίλου της Νίκου Νικολάου ένα βιβλιαράκι σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, το οποίο έχει ήδη σταλεί στην Αλεξάνδρεια.

Στον πρόλογο του «Προς αμυδράν ιδέαν» γράφεις ότι η Νίκη έφυγε σε μια στιγμή της ζωής της πολύ δημιουργική και ευτυχισμένη. Αυτό το στοιχείο σού έδωσε δύναμη να αντιμετωπίσεις τον θάνατό της;
Η είδηση με βρήκε ανέτοιμη και αδύναμη. Χάρη σε ένα ένστικτο πρωταρχικό, αλλά και χάρη στη σοφία και συμπαράσταση του γιου μου, και γενικότερα όλης της οικογένειας και των φίλων μας, μπόρεσαν να γίνουν όλα όπως έπρεπε. Το ταξίδι στην Αίγυπτο, ο αποχαιρετισμός του σώματος, το πέρασμα από το σπίτι, η επιστροφή στη γη, η φροντίδα του τάφου. Το τελετουργικό υπήρξε πολύ πηγαίο, βαθύ και σημαντικό.

Σε έκανε να δεις τη ζωή αλλιώς ο θάνατός της;
Συνειδητοποίησα πόσο εύθραυστοι και ευάλωτοι είμαστε. Πώς μια στιγμή μπορεί να ανατρέψει τα πάντα. Πως είναι καλά να χαιρόμαστε κάθε στιγμή που είμαστε ζωντανοί. Η Νίκη έφυγε σε μια στιγμή όπου ήταν ευτυχισμένη και αυτό με οδηγεί σαν φάρος. Νιώθω πως ο καλύτερος τρόπος να τιμήσω τη μνήμη της είναι να αγαπώ τη ζωή και τους ανθρώπους με την ίδια χαρά και δημιουργικότητα με την οποία η ίδια διέσχισε τη ζωή.

Τι την έλκυε στην Αίγυπτο;
Διάβασα σε ένα κείμενο της ιδίας πως στην Αλεξάνδρεια έβρισκε τα κομμάτια ενός παζλ που είχε την ανάγκη να συμπληρώσει. Πιστεύω πως την έλκυαν τα επίπεδα της ιστορίας που είναι εμφανή σ’ αυτή την πόλη, οι άνθρωποι και οι ρυθμοί. Επίσης, όταν βλέπω φωτογραφίες της παραθαλάσσιας αυτής πόλης σκέφτομαι πως ίσως να έβρισκε εκεί κάτι από τις μνήμες της Αμμοχώστου. Συνήθιζε να πηγαίνει συχνά με τον φίλο της ζωγράφο Αντρέα Καραγιάν και να περνά μέρες φτιάχνοντας ακουαρέλες σε διάφορα σημεία της πόλης.

Πώς οδηγήθηκε στη ζωγραφική;
Η γιαγιά μου η Καίτη ζωγράφιζε και έφτιαχνε ξυλόγλυπτα. Ήταν μια δυναμική γυναίκα από την Κοζάνη, μαία στο επάγγελμα. Κρατούσε την κλινική του παππού, μεγάλωνε τις κόρες της και στον ελεύθερο της χρόνο είχε φτιάξει μια απίστευτη σειρά από λάδια με ελαιοχρώματα, εξαιρετικά προχωρημένα για την εποχή της. Εκτός από τις αντίκες, το σπίτι του παππού ήταν γεμάτο με τα έργα της. Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους…

Οπόταν θα ‘λεγες ότι η ζωγραφική ήταν στο DNA σας;
Ίσως. Η Νίκη είχε την ανάγκη να δημιουργεί από πολύ νωρίς. Τα ημερολόγιά της ήταν πάντα διακοσμημένα, ζωγραφισμένα. Αργότερα, στο Βερολίνο εμφάνιζε μόνη της τις ασπόμαυρες φωτογραφίες που τραβούσε. Δούλεψε για χρόνια τον πηλό, τη χαρακτική, μάζευε πάντα αντικείμενα με τα οποία δημιουργούσε μικρές κατασκευές, και είχε πάντα στην τσάντα της το κουτί με τις ακουαρέλες και το μπλοκ ζωγραφικής. Θεωρούσε ότι η δημιουργικότητα είναι το πιο μεγάλο δώρο για τον άνθρωπο.

Οι αδερφές Μαραγκού, η Νίκη και η Άννα, θεωρούνταν αντισυμβατικές και προοδευτικές για την εποχή τους. Τι καθόρισε τον χαρακτήρα τους;
Είχαν καλή μόρφωση και ταξίδεψαν πολύ νέες. Είχαν ανοίγματα προς τη ζωή. Πιθανόν να έπαιξε ρόλο και το Βαρώσι που ήταν ένα κέντρο για τις νέες ιδέες και τάσεις. Η Νίκη περνούσε τα καλοκαίρια ατελείωτες ώρες στη βιβλιοθήκη του θείου της Μήτσου Μαραγκού με τις πολύτιμες και σπάνιες εκδόσεις. Μετά πήγε στο Βερολίνο, όπου έζησε τον Μάη του ’68, μια πολύ ιδιαίτερη εποχή. Έκανε παρέα με καλλιτέχνες όπως τον Αλέξη τον Ακριθάκη. Η Νίκη ήταν ανοιχτή και απενοχοποιημένη, περισσότερο κι από τις γυναίκες του σήμερα.

Η αγάπη
της θάλασσας

Στα βιβλία και στους πίνακές της πρωταγωνιστεί η θάλασσα. Πώς εξηγείς αυτή την αγάπη;
Η αγάπη της για τη θάλασσα είναι συνδεδεμένη με το Βαρώσι. Κάθε φορά που υποψιαζόταν ότι ίσως να υπήρχε μια πιθανότητα να επιστρέψουμε, έλαμπε ολόκληρη. Την πρώτη φορά που πήγαμε μαζί, παρόλο που η εικόνα της πόλης ήταν τόσο σκληρή, η Νίκη ήταν σαν μαγεμένη με τη θάλασσα. Μου έλεγε: «Δες την άμμο, έχεις δει πιο ωραία άμμο στη ζωή σου; Δες την πέτρα την «καμήλα» όπου κολυμπούσαμε… έλα να κολυμπήσουμε ώς εκεί».

Πηγαίνατε ταχτικά στην Αμμόχωστο;
Πιο συχνά πηγαίναμε μαζί στο Ριζοκάρπασο, όπου κάναμε με τον Στέφανο Καράμπαμπα, τον σύντροφό μου, μαθήματα τέχνης στα παιδιά. Πήγαινε συχνά στην Κερύνεια με τον στενό της φίλο Πέτρο Αντωνίου και κολυμπούσε. Της άρεσε να πηγαίνει στα βαθιά και γυρνώντας προς τη στεριά να παρακολουθεί την κορυφογραμμή του Πενταδάκτυλου.
Σ’ έναν στίχο γράφει «μην νομίζετε φίλοι στον βορρά ότι αυτό που έγινε το ’74 δεν απλώνει σαν λεκές στη ζωή μου κάθε μέρα».
Την πονούσε η κατάσταση και την άγγιζε βαθύτατα. Αλλά δεν αναλωνόταν σε οποιουδήποτε είδους παράπονο. Στη ζωή της δεν στεκόταν να μακρηγορήσει για τα δυσάρεστα. Ο μεγάλος πόνος και η αγάπη της για την Κύπρο υπάρχει βαθύς μέσα στο συγγραφικό της έργο.

Είχε φίλους στα κατεχόμενα;
Είχε πάρα πολλούς φίλους Τουρκοκύπριους που ήρθαν στην κηδεία της και στην παρουσίαση του βιβλίου στην Πύλη Αμμοχώστου. Ήταν ιδιαίτερα αγαπητή και υπήρξε η πρώτη Κύπρια που βιβλίο της μεταφράστηκε στα τουρκικά.

Πώς ήταν στις φιλίες της;
Ήταν πολύ καλή φίλη, αγαπούσε τους φίλους της, τους φρόντιζε. Όποτε πήγαινε ένα ταξίδι είχε το συνήθειο να γράφει ένα κείμενο που το έστελλε στους φίλους της και ήταν σαν να πήγαιναν και αυτοί στο ταξίδι. Χάριζε τα βιβλία της, άνοιγε το σπίτι της και φιλοξενούσε συχνά κόσμο. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήξερε τι σήμαινε φθόνος, κακία.

Τα βιβλία
και ο Κοχλίας

Γιατί άνοιξε τον Κοχλία;
Για να έχει τα βιβλία που ήθελε και δεν έβρισκε και για να συμβάλει στην κίνηση ιδεών στον κυπριακό χώρο. Ο Κοχλίας ήταν κάτι περισσότερο από ένα απλό βιβλιοπωλείο. Ήταν ένα κέντρο πολιτισμού.

Τι βιβλία διάβαζε;
Τα πιο σημαντικά βιβλία στη ζωή της ήταν τα ιστορικά μυθιστορήματα και γενικότερα τα ιστορικά βιβλία. Όποτε δούλευε σ’ ένα νέο μυθιστόρημα μπορούσε να περάσει κάποια χρόνια να μελετά την περίοδο για την οποία έγραφε, σε βιβλία και σε βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο.

Εσύ τι μνήμες έχεις από τον Κοχλία;
Το ’80, όταν άνοιξε το βιβλιοπωλείο, ήμουν εφτά χρονών. Περνούσα όλα μου τα απογεύματα ανάμεσα στα βιβλία. Μου άρεσε πολύ να τα συγυρίζω και να τα ταξινομώ.

Τι οδήγησε στο κλείσιμο του βιβλιοπωλείου;
Όταν άνοιξαν τα μεγάλα βιβλιοπωλεία στη Λευκωσία επηρεάστηκε πολύ η δουλειά. Όταν της έγινε η προσφορά από τον Κυριάκου να το αγοράσει, ήταν έτοιμη να αφιερωθεί σε άλλα πράγματα. Και η Νίκη είχε αυτή την απίστευτη ικανότητα, όσο πολύτιμο και να ήταν κάτι, να μπορεί να το αφήνει όταν πια δεν είχε τη χρησιμότητά του. Μετά τον Κοχλία ξεκίνησε να γράφει, να ζωγραφίζει και να ταξιδεύει με απίστευτο ρυθμό.

Ποιο θεωρείς το πιο σημαντικό της έργο;
Η ίδια θεωρούσε τις «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» ως το πιο σημαντικό. Αγαπούσε πολύ αυτό τον τόπο και με τις «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» ήθελε να δώσει φωνή στις γυναίκες της Κύπρου. Είναι ένα έργο ζωής. Δημιούργησε σχέσεις με τις γυναίκες, πήγαινε ξανά και ξανά και τις άκουγε, περνούσε χρόνο μαζί τους έτσι ώστε να αφομοιώσει τον λόγο τους. Εγώ αγαπώ όλα της τα βιβλία και βρίσκω ιδιαίτερα σπουδαία τη νέα της ποιητική συλλογή. Τα ποιήματά της έχουν μια αμεσότητα και με αγγίζουν βαθειά.

Έχεις βρει στο σπίτι της υλικό που δεν είναι γνωστό;
Υπάρχουν τα τετράδια ταξιδιών της. Όποτε ταξίδευε είχε ένα τετράδιο όπου σχεδίαζε. Επίσης υπάρχουν ταξιδιωτικά διηγήματα, όλη η αλληλογραφία της. Ακόμη δεν έχω ψάξει όλο το υλικό. Η Μεξικανή φίλη της Σέλμα Ανσίρα, μου εισηγήθηκε να γίνει ο χώρος ένα μουσείο λογοτεχνίας. Κάθε αντικείμενο εδώ έχει μια ολόκληρη ιστορία. Έχει ένα έπιπλο γεμάτο με βιβλία από τη βιβλιοθήκη του Μήτσου του Μαραγκού, τα οποία αγόρασε από παλαιοπώλες στο εξωτερικό.

Πιστεύεις ότι το έργο της μπορεί να αξιοποιηθεί από την πολιτεία;
Το πλούσιο συγγραφικό της έργο αναφέρεται στον τόπο με μια σύγχρονη ματιά. Θα ήταν πιστεύω πολύ σημαντικό κάποιο από τα βιβλία της να διδάσκεται στα σχολεία. Επίσης οι «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» είναι ένα έργο που θα χαιρότανε να έβλεπε να ανεβεί σε θεατρική παράσταση ιδιαίτερα από τον ΘΟΚ με τον οποίο είχε μακροχρόνια σχέση. Επίσης είναι σημαντικό κάποια στιγμή να γίνει μια αναδρομική έκθεση με όλο το ζωγραφικό της έργο.

Σε σένα τι έμαθε η Νίκη;
Η Νίκη ήταν ένας πολύ ιδιαίτερος και χαρισματικός άνθρωπος. Μου έμαθε να έχω ενθουσιασμό και περιέργεια για τα μικρά και τα μεγάλα θαύματα της ζωής. Χάρη στη Νίκη έχω μια επείγουσα αίσθηση ότι είναι πολύ σημαντικό να λέω ευχαριστώ για το θαύμα της ύπαρξης, για ό,τι έχω, και μετά να ξεκινώ τη μέρα μου. Η αγάπη της για τη ζωή, η δημιουργικότητά της, η χαρά της, η δεκτικότητά της, η τρυφερότητά της, η διακριτικότητά της και η αμεσότητα και η ειλικρίνεια με την οποία προσέγγιζε τα πάντα είναι τα μαθήματα που έχω να εμπεδώσω!

  

Κέντημα με φθαρμένες κλωστές
Νίκη Μαραγκού, Γεζούλ
μυθιστόρημα, εκδόσεις Εστία

Το βιβλίο αυτό ξεκίνησα να το γράφω κομμάτι κομμάτι, σαν ένα πάτσγουερκ, καμωμένο με παλιά υλικά, ένα κέντημα με φθαρμένες κλωστές. Ξεκίνησα από τη γειτονιά τού Ψυρρή, όπου με έφερε μια περίεργη σύμπτωση, έψαξα εκεί τ’ αχνάρια μιας άλλης εποχής, και άρχισα να αφηγούμαι μια παλιά ιστορία, βασικά για να μιλήσω για το σήμερα.

Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι η Τερέζα Μακρή (Λούλα), που ενέπνευσε τον Βύρωνα, χωρίς το όνομα του να αναφέρεται πουθενά στο βιβλίο. Παρακολουθούμε την ανάδυση της γυναίκας αυτής πέρα από την εποχή της. Ξεκίνησα στα τυφλά, μέσα από μια περίεργη παρόρμηση, και άρχισα να διαβάζω για την περιοχή και την εποχή. Για την Αθήνα δηλαδή στις αρχές του 19ου αιώνα. Περπατούσα με τις ώρες στους δρόμους τού Ψυρρή, στην περιοχή γύρω από την Ακρόπολη, ανέβαινα στο Αστεροσκοπείο, στα δρομάκια πίσω από την Πνύκα, στους βράχους απ’ όπου φαίνονταν η Αίγινα και τ’ άλλα νησιά. Πήγαινα στη Γεννάδειο, στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβαζα τις αφηγήσεις των περιηγητών. Και κομμάτι κομμάτι άρχισε να κτίζεται η ιστορία.

Ξεκίνησε μια περιπέτεια που με πήρε στην Αθήνα του 19ου αιώνα, στην Αίγινα, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι, την Κωνσταντινούπολη, αλλά και την Αμμόχωστο του Μεσοπολέμου, και στο σήμερα των Bodyshop και Starbucks. Ταξίδεψα στα διάφορα μέρη όπου συγκεντρώνεται η δράση.

Ιστορικές λεπτομέρειες φώτιζαν ξαφνικά μια ολόκληρη εποχή και έτσι γίνεται το μυθιστόρημα αυτό κι ένας οδηγός της Αθήνας, χωρίς να είχα μια τέτοια πρόθεση από την αρχή και συγχρόνως μια σπουδή για το πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα, μια και ανοίγω στον αναγνώστη τα χαρτιά μου. Αυτή είναι και για μένα η γοητεία της γραφής, βουτιά σε βαθιά νερά, χωρίς καθόλου να ξέρω πού θα με βγάλει αυτή η περιπλάνηση. Δεν έχω ποτέ πρόγραμμα ή πλάνο όταν γράφω, ξεκινώ και όπου με βγάλει η τύχη, η τέχνη και η τόλμη, που έλεγε και ο Ελύτης, τα τρία Τ. Ψάχνοντας λοιπόν βρέθηκα με ανθρώπους που μου είπαν ιστορίες, έμαθα πράγματα και θάματα, πήγα στην Κωνσταντινούπολη, που την ήξερα καλά, αλλά που αυτή την φορά έπρεπε να τη δω με άλλο μάτι, όπως θα την έβλεπε μια Αθηναία που θα βρισκόταν εκεί την εποχή του Κριμαϊκού πολέμου, έψαξα τους στρατώνες, τα παλιά τζαμιά, τις διαδρομές με τα βαποράκια. Πήγα στη Σαλαμίνα, όπου κατέφευγαν οι Αθηναίοι όταν τα πράγματα γίνονταν δύσκολα στην Αθήνα, πήγα στην Αίγινα του Καποδίστρια στα δύσκολα εκείνα χρόνια που κτιζόταν το νέο ελληνικό κράτος, στην Αγία Πετρούπολη των Τσάρων, αλλά και στην Αμμόχωστο, τη δική μου Αμμόχωστο των παιδικών μου χρόνων, που βρίσκει πάντα τρόπο να μπαίνει από το παράθυρο ακόμα και σ’ ένα βιβλίο η δράση του οποίου συγκεντρώνεται κυρίως στην Αθήνα του 19ου αιώνα.

Ο περίεργος τίτλος του βιβλίου Γεζούλ είναι από ένα παλιό πλακάκι που αγόρασα κάποτε στο Κάιρο, η λέξη αυτή στα αραβικά σημαίνει «όλα περνούν, όλα χάνονται». Είχα πάντα δυσκολία να βάζω τίτλους στα βιβλία, είναι το σημείο που μπλοκάρω και δεν μπορώ πια να σκεφτώ. «Γεζούλ» λοιπόν, όλα περνούν και χάνονται, ή μήπως όχι;

«Ξεκίναγα από Ασωμάτων και έφτανα στον Κεραμεικό κοιτάζοντας τα σπίτια, τους δρόμους, τους Αέρηδες από την Αιόλου, να δω με τα δικά της μάτια, να αποκλείσω τα μαγαζιά, τους νέγρους με τις τσάντες, τα Benneton, τα Bodyshop, να δω τη θέα της Ακρόπολης όπως θα την έβλεπε εκείνη από τα διάφορα σημεία του δρόμου. Και καμιά φορά στεκόμουν έκθαμβη μπροστά σε κάποιο κτήριο, κάποια εσοχή του δρόμου, κάποιο ετοιμόρροπο μπαλκόνι, με μια αίσθηση λες και ήθελαν κάτι να μου πουν σε μια γλώσσα που όμως δεν γνώριζα, που δεν ήμουν σε θέση να αποκρυπτογραφήσω. Περπάταγα λες και ήμουν τυφλή για όλα τα σημερινά, και τα μάτια έψαχναν να βρουν αυτά που δεν διακρίνονται εύκολα, τα κρυμμένα και παλιά».

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 627, 30.10.2010
Επιμέλεια Μισέλ Φάις

 

 Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 22/01/2011

«Γεζούλ» σημαίνει στα αραβικά «όλα χάνονται». Για την Κύπρια Νίκη Μαραγκού, η λέξη αυτή ως τίτλος στο καινούργιο μυθιστόρημά της αποκτά συμβολική σημασία, καθώς ολόκληρο το βιβλίο είναι ένας αγώνας να μη χαθούν κάποια πράγματα, εκ πρώτης όψεως ασήμαντα
Στα παλιότερα μυθιστορήματα και διηγήματά της, αρχίζοντας από το 1991(«Μια στρώση άμμου» , «Είναι ο πάνθηρας ζωντανός» , «Γιατρός από τη Βιέννη»και «O Δαίμων της πορνείας»), η Νίκη Μαραγκού αναστήλωνε με χαρισματική τέχνη και διέσωζε πρόσωπα και στιγμές της πρόσφατης ελληνικής και κυπριακής ζωής, συχνά στηριγμένη σε αυτοβιογραφικό υλικό. Σήμερα χτίζει μια σύνθεση με παράλληλες αφηγήσεις για πρόσωπα από διαφορετικές εποχές.

Τα δυο κεντρικά γυναικεία πρόσωπα έχουν κοινό σημείο εκκίνησης τη γειτονιά του Ψυρή στην Αθήνα. Η πρώτη από τις δυο, η Λούλα, γεννήθηκε και μεγάλωσε εκεί στις αρχές του 19ου αιώνα. Στο πατρικό της, το σπίτι του προξένου της Αγγλίας Προκόπιου Μακρή, φιλοξενήθηκε το 1809 ο λόρδος Βύρων. Η Λούλα δεν είναι άλλη από τη Θηρεσία ή Τερέζα Μακρή, την περίφημη «κόρη των Αθηνών», την παιδούλα που ερωτεύτηκε ο ποιητής τουChild Ηarold. Τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας των προσώπων και οι συνθήκες διαβίωσής τους αποδίδονται ελλειπτικά- ο Βύρων αναφέρεται στο βιβλίο ως ο «Εγγλέζος» και το όνομά του αναγράφεται μόνο στο οπισθόφυλλο. Η αφήγηση της ιστορίας της Λούλας, του γάμου της με έναν άλλο Εγγλέζο, των ταξιδιών της και των περιπετειών της εκτυλίσσεται παράλληλα με την αφήγηση μιας άλλης γυναίκας, που βρέθηκε έπειτα από τις δικές της περιπλανήσεις και αναζητήσεις στη γειτονιά του Ψυρή της σύγχρονης Αθήνας, και ξεδιπλώνει αποσπασματικά, σε λόγο πρωτοπρόσωπο και συχνά εξομολογητικό, θραύσματα μνήμης από ιστορίες ζωής, της δικής της και άλλων.

Κριμαία και Κύπρος
Οι ιστορίες των δυο γυναικών μοιάζουν να απλώνονται σε έναν κοινό χάρτη μετακινήσεων σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, της Ευρώπης και της Μεσογείου, από τα κέντρα και τις υπό κατασκευή πρωτεύουσες των νέων κρατών στις εξίσου σκονισμένες επαρχιακές πόλεις και αντιστρόφως- στοιχειοθετώντας έναν τρόπο ζωής τόσο οικείο για τον μείζονα ελληνισμό του 19ου αιώνα, «αυτόχθονα» και «ετερόχθονα», που οι περιπέτειές του συνεχίστηκαν και σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα: Αθήνα, Αίγινα, Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Κέρκυρα, Πειραιάς, Μάλτα, Κωνσταντινούπολη, Αγία Πετρούπολη, Μεσολόγγι, Αμμόχωστος.

Οι παράλληλες αφηγήσεις των δυο γυναικών πλαισιώνουν η μια την άλλη σε ένα ιστορικό φόντο από σημαντικά γεγονότα, την Ελληνική Επανάσταση, τον Κριμαϊκό Πόλεμο, διεθνείς συρράξεις και διπλωματικά επεισόδια στην Ελλάδα και αλλού, όπως τα «Πατσιφικά» στην Αθήνα του 1849-50, που είχαν ως συνέπεια τον αποκλεισμό του Πειραιά. Οι ιστορικές αναφορές φτάνουν μέχρι την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Το βιβλίο, κεντημένο με το υλικό της ιστορίας, διαφοροποιείται ωστόσο ριζικά από άλλα σύγχρονα μυθιστορήματα με ιστορικό θέμα- μία από τις κυρίαρχες τάσεις της πεζογραφίας μας. Η συγγραφέας, αν και γράφει, όπως και άλλοι ομότεχνοί της, ύστερα από προσεκτική τεκμηρίωση και μελέτη ιστορικών ντοκουμέντων, καθώς γίνεται αντιληπτό στον έμπειρο αναγνώστη, ωστόσο υπονομεύει ό,τι θα μπορούσε να υπηρετήσει μια κυρίαρχη ιστορική αφήγηση, την τελεολογία της και τα όποια μηνύματά της: δεν έχουμε μια ιστορία, αλλά ιστορίες ζωής, που μένουν ανοιχτές, ακόμη κι όταν κλείνουν βιολογικά με τον θάνατο, καθώς συνεχίζονται και αναδιπλασιάζονται στη φαντασία άλλων ανθρώπων, μέσα από τα σκόρπια τεκμήρια που άφησαν με τις ιστορίες τους και τα υλικά ίχνη τους, τα χαμένα σπίτια της αναγκαστικής προσφυγιάς τους, και τα αντικείμενά τους.

Κοινωνικοί ρόλοι
Η συγγραφέας, δουλεύοντας με το υλικό της καθημερινότητας των ανθρώπων, τους παρουσιάζει κυρίως μέσα από τις απλές δραστηριότητές τους, τις χειρονομίες τους, τις προσωπικές στιγμές τους, καθώς εργάζονται, χτίζουν, ράβουν, μαγειρεύουν, ντύνονται, παίζουν, διασκεδάζουν, κι ενώ ουσιαστικά παράγουν και εδραιώνουν έθιμα, κινήσεις, συμπεριφορές, θεσμούς, με τους οποίους προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις στοιχειώδεις, οριακές τραυματικές καταστάσεις της ζωής, που κορυφώνονται στον έρωτα και τον θάνατο. Αυτές οι οριακές καταστάσεις αποτυπώνονται στα πρόσωπα του βιβλίου με μεγάλη τέχνη, ως χαρακτηριστικά και μυστικά των διαφορετικών επαγγελμάτων και κοινωνικών ρόλων μιας παρελθούσας εποχής: γιατρός, νοσοκόμα, πολεμιστής, αρχιτέκτονας, παλαιοπώλης, μοδίστρα, ζωγράφος, πρόξενος, νοικοκυρά.

Η Λούλα και η χήρα μητέρα της βιώνουν τις δύσκολες στιγμές της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους και παλεύουν με την ένδεια, που τροφοδοτεί και συνδαυλίζει τη δημιουργικότητά τους: επινοούν και εξοικονομούν, μαγειρεύουν, ράβουν, εγκαινιάζουν νέα επαγγέλματα. Παράλληλα, η σύγχρονη αφηγήτρια ιχνηλατεί με τα μάτια, ψαύει με τα χέρια τα υλικά ίχνη αυτού του παρελθόντος που καλύπτει και μακρινότερα σημεία της Μεσογείου, στις συχνές επισκέψεις της σε ένα παλαιοπωλείο στου Ψυρή, όπου μέσα από τα αντικείμενα οδηγείται σε παράξενους συσχετισμούς που αγγίζουν τα όρια της μαγείας, όπως σε αντίστοιχες επισκέψεις των ηρώων του Μπαλζάκ στον θαυμαστό και παράξενο κόσμο των παρισινών παλαιοπωλείων.

Τα αντικείμενα αυτά, ένα κεραμικό, μια ζωγραφιά, ένα κέντημα, αλλάζουν χέρια, όπως αλλάζουν οι τύχες των ανθρώπων, συμβολίζοντας μια πρόταση για την ανθρώπινη συνύπαρξη σε τόπους με μακραίωνο πολυεθνικό παρελθόν, σφραγισμένους από τη βάσανο των διακοινοτικών συγκρούσεων.

  

Βασιλική Χρίστη

ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ
20.07.2012/diavasame.gr

Ιστορίες γυναικών

Η Νίκη Μαραγκού συγκέντρωσε στο καινούριο βιβλίο της, που κυκλοφόρησε εν μέσω μιας κρίσης που απλώνεται και βαθαίνει συνεχώς, δεκαοκτώ αφηγήσεις γυναικών από την Κύπρο.

Οι αφηγήσεις αυτές διατρέχουν διάφορες εποχές μέχρι να φθάσουν στο παρόν ή, αντίθετα, ξεκινούν από το παρόν γυρνώντας πίσω, όπως στα παραμύθια: αποικιοκρατία, ΕΟΚΑ, διακοινοτικές ταραχές, τουρκική εισβολή. Η Ελισάβετ θυμάται το σπίτι της με την αυλή και τα δέντρα στο κατεχόμενο σήμερα Καρπάσι – οι πουζαλίνες (=τα μούρα) που μάζευε ανεβασμένη στο δέντρο γίνονται το σύμβολο μιας ζωής όχι ακριβώς ανέφελης, σίγουρα όμως ευτυχισμένης. Όλες οι γυναίκες προέρχονται από αγροτικές οικογένειες και είναι συνηθισμένες στις γεωργικές εργασίες, ακόμη και τις βαριές. Δουλεύουν σκληρά, είναι ανθεκτικές στις δυσκολίες, καρτερικές και αφοσιωμένες στην οικογένειά τους. Όπως η Σουσάννα, που ο αυστηρός πατέρας της τής στέρησε μια εκδρομή με τον αρραβωνιαστικό της – και που είχε καημό ένα καινούριο ζευγάρι παπούτσια για να φορέσει στο γάμο της. Εκτός από τις γεωργικές εργασίες, οι γυναίκες ασχολούνται με όλων των ειδών τις οικιακές εργασίες, με τη φροντίδα των παιδιών και βεβαίως των συζύγων τους. Υπομένουν μια μοίρα που διάλεξαν οι ίδιες ή (συνήθως) που διάλεξαν άλλοι γι΄ αυτές, με εγκαρτέρηση και αυταπάρνηση. Όπως η Ασπασία, που στάθηκε στον άντρα της σε όλα τα σκαμπανεβάσματα της επαγγελματικής του ζωής χωρίς να βαρυγκωμήσει ποτέ. Κάποιες παρακολούθησαν μόνο μερικές τάξεις του δημοτικού, άλλες πήγαν γυμνάσιο και άλλες, πιο τυχερές, μορφώθηκαν λίγο παραπάνω. Όπως η Δήμητρα που ήταν δασκάλα, μα σταμάτησε να δουλεύει όταν παντρεύτηκε. Με τα αγγλικά που γνώριζε μεσολαβούσε στους βρετανούς αξιωματούχους για να βοηθήσει τους χωρικούς. Η Κούλα, πάλι, βοηθούσε όλο τον κόσμο και με τις ενέργειές της πέτυχε να κτιστεί ένα γηροκομείο σε κρατική γη.

Οι δεκαοκτώ γυναίκες, Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες, αφηγούνται στην κυπριακή διάλεκτο και η συγγραφέας, που έχει ακούσει τις ιστορίες τους πολλές φορές, τις κατέγραψε σε ένα μαγνητόφωνο ή σε ένα σημειωματάριο αφαιρώντας αυτά που δεν είχαν ενδιαφέρον, τις επαναλήψεις, επεξηγώντας κάτι που θα ήταν ακατανόητο, έτσι ώστε να βγαίνει ένα σφιχτό κείμενο που να έχει κάτι να πει, όπως αναφέρει στη σύντομη εισαγωγή της. (Σε υποσελίδιες σημειώσεις επεξηγούνται οι λέξεις που πιθανόν να μην γνωρίζει ο αναγνώστης.) Αν και οι αφηγήσεις είναι αυθεντικές, το κοινό σημείο που τις ενώνει είναι ακριβώς αυτή η παρέμβαση της συγγραφέως (ή επιμελήτριας) που τις επέλεξε. Κάτω από τις γραμμές διακρίνεται ο ένας και μοναδικός αφηγητής που ενδύεται τα πρόσωπα αυτών των γυναικών και αφήνει να τον/την οδηγήσουν στα μονοπάτια της γραφής. Οι λέξεις μεταπλάθονται και φτιάχνουν εικόνες κι από κει γεννιούνται οι προσωπικές ιστορίες της καθεμιάς, τα μικρά και τα μεγάλα επεισόδια της ζωής τους, ο πόνος, η νοσταλγία, η προσμονή, η αγάπη.

  

Μαρίνα Σχίζα

Έφυγε ταξιδιάρισσα και ελεύθερη
Ο Φιλελεύθερος 10 Φεβρουαρίου 2013

Τα ταξίδια ήταν η ζωή της, όπως πολύ όμορφα διατύπωσε σε μια από τις συνεντεύξεις της στον «Φ»: «Υπήρξα μεγάλη ταξιδιώτισσα ιδιαίτερα στα νεανικά μου χρόνια. Στο τέλος του πρώτου χρόνου στο πανεπιστήμιο αγόρασα για 30 λίρες ένα αυτοκίνητο. Και γύρισα με αυτό την Ευρώπη, την Τουρκία, τα Βαλκάνια. Θυμούμαι μια φορά οδηγούσα έξω από την Πράγα ανάμεσα σε τανκς. Είχε γίνει εισβολή και δεν το είχα πάρει μυρωδία. Ήμουν ατρόμητη τότε. Μια άλλη φορά μου κτύπησε το αυτοκίνητο ένα λεωφορείο έξω από τη Σμύρνη. Τότε στην Τουρκία τα λεωφορεία δεν είχαν ασφάλεια. Μου έφτιαξαν το αυτοκίνητο σε ένα συνεργείο στη Σμύρνη. Εμαθα πολλά σ’ αυτά τα ταξίδια».

Η Νίκη ήταν περίεργη, όπως χαρακτήριζε πολλές φορές τον εαυτό της. Με την έννοια ότι την ενδιέφερε να παρατηρεί αυτό που γίνεται γύρω της. «Μπορείς να γράψεις μόνο όταν είσαι σε θέση να παρατηρήσεις. Να σιωπήσεις και να ακούσεις».

Τα τελευταία δύο μηνύματα που πήρα από τη Νίκη παραμένουν ακόμα στο Inbox του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Το πρώτο στις 10 Δεκεμβρίου 2012 με το οποίο με πληροφορούσε ότι «στις 12.12.12 (ημέρα της συντέλειας του κόσμου κατά τους Μάγια) θα προβληθεί το βίντεο της Βουβούλας Σκούρα «Νίκη Μαραγκού Επιφάνειες νερού» στο Λουτρό των Αέρηδων στην Πλάκα στα πλαίσια της έκθεσης Αφροδρίτη 2012 ιεροί και βέβηλοι καθαρμοί». Το δεύτερο μήνυμα, ήρθε λίγες μέρες αργότερα, στις 18 Δεκεμβρίου με μια ηλεκτρονική ευχετήρια κάρτα και τον χαιρετισμό «Μέσα στα πλαίσια της γενικής οικονομικής περισυλλογής, αντί να ταχυδρομήσω τις χειροποίητες κάρτες μου, σας στέλνω τις ευχές μου για τα Χριστούγεννα και τον Καινούργιο Χρόνο ηλεκτρονικά!»

Η Νίκη λες και το ήθελε η τύχη, έφυγε την περασμένη Πέμπτη σε ένα από τα ταξίδια της στην Αίγυπτο, την οποία αγαπούσε ιδιαίτερα. Ταξίδεψε για το Κάιρο την περασμένη Παρασκευή 1η Φεβρουαρίου, όπου είχε διευθετήσει να κάνει εκδρομή στην πόλη Φαγιούμ, με μια ομάδα που αποτελείτο από ταξιδιώτες, ερευνητές, καλλιτέχνες από διάφορες χώρες του κόσμου. Μαζί θα πήγαινε και ο στενός της φίλος Ανδρέας Κάραγιαν, ο οποίος μετάνιωσε την τελευταία στιγμή. Η Νίκη επέμενε να πάει. Δύο μέρες μετά την άφιξή της στο Κάιρο, επικοινώνησε με τον Ανδρέα για να του πει ότι σκεφτόταν να επιστρέψει καθώς τα πράγματα ήταν δύσκολα εκεί. Καθώς άρχισαν να φτάνουν στο Κάιρο και τα άλλα μέλη της ομάδας «πολύ ενδιαφέροντες προσωπικότητες», όπως είπε στον Ανδρέα, άλλαξε γνώμη. Ένας άλλος λόγος που ήθελε να παραμείνει ήταν γιατί είχε αρχίσει να κάνει μια σειρά από μονοτυπίες εμπνευσμένες από το έργο του Αλεξανδρινού ποιητή, τις οποίες θα παρουσίαζε στα Καβάφεια στην Αλεξάνδρεια τον ερχόμενο Μάρτιο.

Η Νίκη είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για την Ανατολή. Το διατύπωσε πολύ εύστοχα ο Αλέξης Ζήρας (Ελευθεροτυπία, Ιανουάριος 2004): «Στον κόσμο της Νίκης Μαραγκού συνυπάρχει η ανατολική ραθυμία, η ηδυπάθεια και η αστραφτερή πνευματικότητα της δυτικής παράδοσης».

Η σχέση της Κύπρου με την Ανατολή, και η ιστορία πάντα με απασχολούσαν, είχε πει σε μια της συνέντευξη. «Κάπως με βοήθησε και η οικογενειακή μου ιστορία σ’ αυτό. Ο πατέρας μου ήταν από την Αμμόχωστο και η μάνα μου από τη Μακεδονία. Αυτό με βοήθησε να διατηρήσω μια πλατειά εικόνα του ελληνικού ορίζοντα μεγαλώνοντας στο ανατολικότερό του σημείο.
Αισθάνομαι επίσης ότι υπήρξαμε μια τυχερή γενιά που βίωσε ακραίες καταστάσεις. Από τη γιαγιά μου στον αργαλειό, τους γύφτους με αρκούδες να χορεύουν όταν ήμουν μικρή στη Μακεδονία, στους σημερινούς υπολογιστές, την παγκοσμιοποίηση. Είναι λες και σε μια γενιά πέρασα όλη την ιστορία της ανθρωπότητας. Θυμάμαι το μαγείρεμα με ξύλα, το ζύμωμα του ψωμιού, όπως αυτά γίνονταν για χιλιάδες χρόνια. Στις επόμενες γενιές αυτά θα είναι ιστορία. Νιώθω πολύ τυχερή για αυτά τα βιώματα. Και νομίζω με βοήθησαν πολύ στο γράψιμο. Με έκαναν να καταλάβω πράγματα.

Μέσα από αυτή τη ζεστή παρατηρητικότητά της και αγάπη για τον άνθρωπο και τον τόπο, η Νίκη έγραψε ποίηση, πεζογραφικό έργο, δημιούργησε ζωγραφικό έργο. Αρχικά ξεκίνησε να γράφει ποίηση. Ποιήματά της κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1980 (Τα από κήπων, εκδ. Άγρα), ενώ για τη συλλογή «Divan» βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.
Κάποια στιγμή πέρασε στην πεζογραφία. Σχεδόν χωρίς να το καταλάβει. Για χρόνια πήγαινε συχνά και έβλεπε τον Ευάγγελο Λουίζο που ζούσε σε μια πολυκατοικία στη Λευκωσία. Της διηγιόταν τις ιστορίες του, τις ιστορίες της Αμμοχώστου. Όταν πέθανε σκέφτηκε να γράψει κάπου αυτές τις ιστορίες. Όταν ξεκίνησε μπλέχτηκαν με τις δικές της μνήμες της Αμμοχώστου και έτσι γράφτηκε το πρώτο μυθιστόρημα το «Είναι ο πάνθηρας ζωντανός». Όταν το έγραφε ζούσα νοερά για 2-3 χρόνια στην Αμμόχωστο του ‘60. «Ήταν κάτι μαγικό». Το δεύτερο μυθιστόρημα «Γιατρός από τη Βιέννη» της πήρε πολλά χρόνια. Είχε υλικό από τις ζωές των γονιών της.

Το παιγνίδι με τις λέξεις ήταν μαγικό για την ίδια. «Από πολύ μικρή ηλικία θυμάμαι ότι έπαιζα με τις λέξεις. Οι παραμονές μου στο σπίτι του θείου μου Μήτσου Μαραγκού στην Αμμόχωστο έπαιξαν ένα ρόλο. Ήταν ένα σπίτι πάνω στη θάλασσα γεμάτο πίνακες του Πολ Γεωργίου, όπου περνούσα ώρες στη βιβλιοθήκη του. Εκεί αναπτύχθηκε η σχέση μου με τα βιβλία. Εκεί πρωτοδιάβασα Καβάφη στα φυλλάδια που κυκλοφορούσε ο ίδιος στην Αλεξάνδρεια. Εκεί μετροφύλλησα τα βιβλία του Τσεσνόλα, άρχισα να καταλαβαίνω τι θα πει ιστορία. Εκεί έμαθα τη μυρωδιά του παλιού βιβλίου. Κι ο πατέρας μου ήταν ξεχωριστός άνθρωπος. Χειρουργούσε καθημερινά από τα χαράματα, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να διαβάζει κάθε μέρα τρεις αθηναϊκές εφημερίδες. Η μητέρα μου είχε αυτό που θα ονομάζαμε «ελληνικό δαιμόνιο», έκανε στην κλινική τη δουλειά πέντε υπαλλήλων. Από αυτήν έμαθα να χαίρουμαι αυτό που κάνω, είτε είναι να μελετώ, είτε να μαγειρεύω, είτε να παίρνω τους σκύλους περίπατο. Και είχα εμπνευσμένους δασκάλους στο Γυμνάσιο. Από ‘κει και πέρα η γραφή είναι κάτι μυστήριο. Είναι κάτι σαν την αναπνοή. Έρχεται από μόνη της.»

Με το μάτι στραμμένο πάντα στην αγαπημένη της Αμμόχωστο, από το 2004 και μετά την επισκεπτόταν συχνά. Μάζευε μνήμες και εικόνες. Το τελευταίο της βιβλίο «Δεκαοκτώ αφηγήσεις» (Το Ροδακιό, Μάιος 2012) είναι αφιερωμένο στις γυναίκες της Κύπρου με ρίζα ελληνική ή τούρκικη, γυναίκες που συνάντησε στις ελεύθερες περιοχές, αλλά και στα κατεχόμενα. Ελισάβετ, Κοραλλία, Ασπασία, Σουσάννα, Δήμητρα, Μαρία, Μουσεϊντέ Χανούμ, Μαρίκκα, Φροσούλα, Ναζίφ, Χαρίκλεια, Γιαννούλα, Ευαγγελία, Κούλα, Μαρίτσα, Εμινέ, Άννα, Μαρούλα. Γυναίκες που αφηγούνται ό,τι έβλεπαν τα μάτια τους κι ό,τι έζησαν πριν τις χωρίσει η τραγωδία του 1974 στην Κύπρο. Η Νίκη Μαραγκού συγκράτησε από τα λεγόμενα τον ανθό, πυκνώνοντας, δένοντας ή συναρτώντας λεπτομέρειες και αρμούς: «Σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς που περνάμε, όπου κανείς δεν είναι πια σίγουρος για τίποτα, οι γυναίκες αυτές είχαν μια δωρική, αρχέγονη γνώση του σωστού και του δικαίου, που με άφηνε άναυδη και με βοηθούσε να ζήσω με διάκριση. Από τις αφηγήσεις τους περνά η αποικιοκρατία, ο αγώνας της ΕΟΚΑ, η εισβολή αλλά προπαντός η καθημερινότητά τους. Και βγαίνει τελικά μια εικόνα της Κύπρου, που δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί από έναν ιστορικό ή έναν κοινωνιολόγο.»

Ζωγραφική
Μεγάλη αγάπη της Νίκης εκτός από το γράψιμο ήταν η ζωγραφική. Την πρώτη ατομική της έκθεση την έκανε το 1975. Τα εγκαίνια έκανε τότε ο Αδαμάντιος Διαμαντής. Ακολούθησαν άλλες έξι ατομικές εκθέσεις με τελευταία το 1996 στην Γκαλερί Γκλόρια στη Λευκωσία. Τοπία της Κύπρου και άλλων τόπων που επισκεπτόταν. Φωτεινά χρώματα που αποκάλυπταν την αγαπησιάρικη σχέση που είχε με τη φύση, τους ανθρώπους και όλα τα ζωντανά.
Το 1987 είχε εκθέσει μαζί με τον Αντρέα Κάραγιαν με τον οποίο ζωγράφιζε συστηματικά στη φύση. Πήρες μέρος στην Μπιενάλε Λουμπλιάνας (1993) και Καΐρου (1996), ενώ συμμετείχε σε πολλές εκθέσεις στην Κύπρο και το εξωτερικό. Από το 1996 και μετά παρ’ όλο που συνέχισε σποραδικά να ζωγραφίζει συγκεντρώθηκε στη συγγραφή. Έκανε όμως ακουαρέλες, χαρακτικά, κολλάζ και ακρυλικά. Και τις παρουσίασε σε έκθεση που έκανε τον περασμένο Μάιο στον χώρο τέχνης πολλαπλών χρήσεων «Αισχύλου 83», στην ομώνυμη οδό, στην Παλιά Λευκωσία. Τίτλος της «τι είναι η πατρίδα μας, μην είναι οι κάμποι;» παρμένο από το ποίημα του Κώστα Ουράνη.
Αυτή την πατρίδα αναζητούσε η Νίκη, μέσα στους τόπους που επισκεπτόταν και τους ανθρώπους που γνώριζε. Έφυγε ταξιδιάρισσα και ελεύθερη, με ένα μπλοκ ζωγραφικής και ένα τετράδιο στο χέρι, στον δρόμο προς την πόλη Φαγιούμ για να εμπνευστεί, να γράψει, να ζωγραφίσει. Ήθελε να δει από κοντά τα περίφημα νεκρικά πορτρέτα των ρωμαϊκών χρόνων, προορισμένα για ταφική χρήση συνοδεύοντας τον νεκρό στον άλλο κόσμο… Δεν πρόλαβε.

   

Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

154514_457799727569872_2107620442_n

536096_455151071168071_91073531_n

Alexandrian-coffe-shop

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

etching-window-with-chair

fish-2

fish-1

fish-3

fish-etch-1

Forsters-Hotel-Alex

karpouzi

kipos

mansia

niki1491

niki9499

niki3493

niki5495

niki7497

niki9499

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Rue-de-Crete

Rue-Sala-El-Din

shoes

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

αρχοντουλα

 

Η Αρχοντούλα Διαβάτη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε νομικά και νεοελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως καθηγήτρια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά «Αντί», «Εντευκτήριο», «Μανδραγόρας», «Ακτή», «Παρέμβαση», «Ένεκεν» και στις ιστοσελίδες για το βιβλίο bookpress.gr και diapolitismos.gr..

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
Όπως η Μπερλίνα, Νησίδες (2017)

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Σκουλαρίκι στη μύτη, Νησίδες (2015)
Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, Νησίδες (2014)
Το αλογάκι της Παναγίας, Νησίδες (2012)
Στη μάνα του νερού, Το Ροδακιό (2004)

 

ΟΠΩΣ Η ΜΠΕΡΛΙΝΑ (2017)

 

«ΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑΙ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»

Στο στρατιωτικό σου αμπέχωνο εσύ
φιγούρα στην Καμάρα
μαγική,
αντίκρυ της.
Μες στα μάτια σου
γλυκά καστανά
καθρεφτίστηκε ο κόσμος.

Πέρασε απέναντι
ήρθε
και σε συνάντησε.

 

«ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ»

Ξαπλώνω στη δική σου μεριά στο κρεβάτι
Να δω πώς είναι από κει ο κόσμος –
Κοπαδιαστά οι μαύρες σκέψεις
Φτεροκοπούν μακριά…

Γυρνώ στη δική μου πλευρά
Συλλογισμένη

Κι η νύχτα κρέμεται ακόμα
Στις κουρτίνες
Στάζοντας ανάλγητη.

 

ΑΓΑΠΗ

Κλείνω τα μάτια
για να σε δω
τέτοιος που ήσουνα
βράχος πουλί καράβι
και πάλι εδώ
τότε και τώρα
ένα τατού πάνω στο δέρμα μου
μικρό
που δεν παλιώνει

 

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

Μετά τη μάχη
καταμετρούμε τους νεκρούς: άνθρωποι, ίπποι…
Μετά την αγκαθωτή νύχτα
καχεκτικό το ξημέρωμα.
Μετά τα λυπημένα σημειώματα
ελεύθερα τα δάκρυα αφήνονται
της συγχώρεσης
να τρέξουνε καυτά.
Κι εγώ λυπάμαι, ο θύτης και το θύμα.

 

ΕΦΙΑΛΤΗΣ, 2

Εκείνος γίνεται χλωμός και γκρίζος
Μέρα τη μέρα
Αλλά το κρύβω
απ’ όλους
κι απ’ τον εαυτό μου.
Τρέμει η καρδιά μου
και η λύπη
δεν είναι πια η επική
και φαντασμένη λύπη
των πρώτων ημερών.

Είναι μια στέρεη πέτρα πικρή
που πονάει βαθιά,
εκεί!
έκπληκτη σκέφτομαι.

 

ΠΟΙΗΤΡΙΑ

Τα ποιήματα, παιδιά της νύχτας.
Όλο το βράδυ
πριονίζουν τον κορμό της γης
κάτω από τα πόδια της

κι όταν αυτή ξυπνά
μένει μετέωρη –
μια νοσταλγεί το τώρα
μια το αύριο
κι όλο κοιτάει πίσω της

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Ώρα τώρα το αυτοκίνητο
μαρσάρει
κάτω απ’ το παράθυρό μας.
Είναι η ώρα!
Παίρνω την τσάντα μου
τρέχω στο σχολικό.

Όνειρα,
απόνερα του ύπνου.
Τα σημειώνω πρόχειρα
γυρνάω από τ’ άλλο μου πλευρό
Πρωί με το ξημέρωμα θα μελετήσω
της περιπλάνησης το δρομολόγιο.

 

ΚΛΑΜΑ

Σαν κάπου να ‘χω ξεχασμένο
Κάτι δικό μου
Που με καλεί
Και κλαίει δυνατά μέσα στη νύχτα
Ποίημα, παιδί, αγάπη
Ή είναι η ζωή μου αμεταχείριστη
Αυτή που ήθελα να ζήσω.

 

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΞΕΝΟΔΟΧΟ

Αν αυτές είναι φιλίες ζωής
Φιλίες αναλώσιμες ποιες είναι.
Στο τέλος θα κάνεις το λογαριασμό –
Αν σου έχει μείνει σπίθα μυαλό.
(Αλλά το τέλος πότε είναι.]
θα λογαριάσεις τότε τα συν
Το καθρέφτισμα του εαυτού σου
Στην εγκαρδιότητα του «εμείς»
Που έμοιαζε αιώνιο
Να που λογάριαζες χωρίς τον ξενοδόχο

 

ΩΡΕΣ

Τότε νύχτωσε περισσότερο
Κι αυτή ξάπλωσε στο κρεβάτι της
Σαν σε ποτάμι
Και περίμενε να την πάρει
0 ύπνος
Όπως το ‘χε κάνει κι άλλη φορά
Μόνο που τώρα
το παλιό σχέδιο δε λειτούργησε
παρ’ όλο που οι ώρες χτυπούσαν
κανονικά:
δύο, τρεις, τέσσερις
πυροβολισμοί.

 

ΠΡΩΤΟΛΕΙΑ

Έκανε την κίνηση να βγάλει τα γυαλιά της
Την εμποδίζανε
Μα τα γυαλιά της λείπανε
Δεν τα φορούσε καν
Κι όμως η ενόχληση, vaL
Αυτή υπήρχε
Κι η αμηχανία της
στο ακροατήριο
Πρωτόλεια ποιήματα
Να πρέπει να διαβάσει
Έτσι μεγάλη

 

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙ ΣΤΗ ΜΥΤΗ (2015)

 

Στο νησί, στα ενοικιαζόμενα αραχτοί -πόσα χρόνια πριν;- κι από το διπλανό δωμάτιο είχαν ακούσει για πρώτη φορά εκείνο το γέλιο να πιάνει όλο τον χώρο, να εξαπλώνεται -καλοκαιράκι απόγευμα και τα παράθυρα ανοιχτά- παραδεισένιο. Ερχόταν απ’ αλλού, αισθησιακό, ναρκισσευόμενο και κυκλογύριζε και ξεσπούσε ασυγκράτητο όλο εκρήξεις κι όλο δυνάμωνε σα να διηγιόταν μια ιστορία που κάποτε όλοι γνωρίζανε και με τον καιρό την είχανε ξεχάσει, κι ήταν γι’ αυτό έτσι βουτηγμένοι στην κατήφεια. Γέλιο νέας γυναίκας που αγκάλιαζε όλο το απόγευμα, το τετράγωνο, την πόλη. Ποια ήταν; Ήταν ευτυχισμένη με τόσο λίγα ή μήπως με πολλά; Της έδιναν πολλά αυτηνής, έναν απόλυτο έρωτα ίσως, μια τέτοια τελειότητα που αυτοί από καιρό είχαν πάψει να ονειρεύονται. Ήταν μήπως μια ξένη γυναίκα, μια μετανάστρια, μαθημένη με δυσκολία να κερδίζει τη ζωή και γι’ αυτό έτοιμη να αναγνωρίσει τη χαρά και να την υποδεχτεί όπως της πρέπει; Ήταν ένα νεαρό σαχλό κορίτσι που είχε δεχτεί το πρώτο ερωτικό φιλί και χαίρεται φιλάρεσκη με τον νεαρό εραστή πρωτόγνωρα αγκαλιάσματα και χάδια, θέλει να του αρέσει, δεν τον χορταίνει, κάτι τέτοιο; Ή μήπως πάλι είχαν βρεθεί ξανά -χαμένοι για χρόνια- κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο οι παλιοί εραστές να διηγούνται ο ένας στον άλλο τη ζωή που έζησε ο καθένας χωρίς τον άλλο, τι άδικες, χαμένες, μάταιες ώρες προσπαθώντας να ταιριάξουν με το λάθος ταίρι, χωρίς κατανόηση ή διορατικότητα, χωρίς διαίσθηση ή πάθος, χωρίς να μπορούν ή να θέλουν να δώσουν και να πάρουν ικανοποίηση όπως αυτοί ήξεραν κάποτε.

 

ΦΕΥΓΩ ΑΛΛΑ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ (2014)

 

Τ0 ΜΕΡΤΙΚΟ ΜΟΥ ΑΠ’ ΤΗ ΧΑΡΑ

Κάθονταν στα ψηλά σκαμπό στη στοά με τα μπουφάν τους φορεμένα.
Μπροστά τους στη λαδόκολλα – όλα τα καλά του Θεού: μπιφτέκια, παντσέτες, λουκάνικα, πατάτες, καυτερές, φέτα λαδορίγανη, πικάντικη, κρεμμύδια με μικρά ίχνη μαϊντανού και από ένα τσίπουρο και κρασί στο καρτούτσο και σιγοέπιναν κάτω από τους ήχους ενός άκαιρου λάτιν, επετειακού ωστόσο, που χτυπούσε δυνατά κι αψυχολόγητα το στενό, τους ανθρώπους και τα πράγματα και γυρνούσε πίσω άπρακτο, κέφι δεν υπήρχε πουθενά, απουσίαζε εντελώς, κι ας ήταν κρεμασμένες μάσκες παντού, πιερότοι, σερπαντίνες, και οι σερβιτόροι ας φορούσαν κι αυτοί αστραφτερά καπέλα γουέστερν, ή κόκκινα σατανικά κέρατα ο ψήστης που έβγαινε κάθε τόσο και παρέδινε την καινούργια παραγγελία για τα γύρω τραπέζια. Κάθε τόσο έμπαιναν οι μελαχρινοί άνθρωποι ή μικρά παιδιά με ζουρνάδες, κλαρίνα και νταούλια, έπαιζαν για λίγο έναν παραδοσιακό σκοπό και τους άφηναν πάλι λεία στους δυνατούς ήχους του λάτιν να τους ξεκουφαίνουν, υπογραμμίζοντας την παγωνιά ένα γύρω. Λίγος κόσμος περνούσε. Κάτι συνταξιούχοι κοίταζαν έξω απ’ το υπαίθριο ρετσινάδικο, μπροστά, τις τιμές με τα κρεατικά στον πίνακα, ένα γύρω δυο τρεις τους θαμώνες, και συνέχιζαν τον δρόμο τους στη στοά. Λαχειοπώλες έμπαιναν, έλεγαν μονότονα το μάθημά τους κι έφευγαν πάλι γι’ αλλού. Κι έτσι, όταν πέρασε ο άνθρωπος με το ακορντεόν γεμίζοντας τον χώρο ένα γύρω με τους αισθαντικούς ήχους του, «το μερτικό μου απ’ τη χαρά μού το ’χουν πάρει άλλοι..,», προετοίμασε σχεδόν την είσοδό της. Μια όμορφη Αφρικανή ήταν, που πέρασε αργά από μπροστά τους με το θεσπέσιο χαμόγελό της, κρατώντας στα χέρια της για πώληση προφανώς κι επιδεικνύοντας τρία τέσσερα καρό κασκόλ μαϊμούδες, στο άλλο μπράτσο
περασμένα ρολόγια χειρός κάθε λογής, μαϊμούδες μάλλον κι αυτά, χαμογελώντας πέρασε από μπροστά τους, κι όπως στράφηκε να φύγει, είδαν το μωρό της που της ζέσταινε μακάριο την πλάτη φασκιωμένο σ’ έναν αυτοσχέδιο μάλλινο μάρσιπο.
Πλήρωσαν και βγήκαν. Προς την έξοδο της στοάς, απ’ το «Μπαζαγιάζι» ακουγόταν στη διαπασών ένας ξετρελαμένος Βαμβακάρης κράχτης, σχολιάζοντας την άδεια μας καρδιά.
20.2.2012

 

ΤΟ ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (2012)

 

Χαράζω τις φλέβες μου…

Με τον πατέρα, μαθήτρια, το καλοκαίρι του ’66 πρέπει να ’τανε, στο γήπεδο του Άρεως για τη μυθική συναυλία του Θεοδωράκη, με μια νέα κι άγνωστη μελαχρινή τραγουδίστρια. Θάμβος και περηφάνια. Για ανάταση μιλούσαν οι εφημερίδες της εποχής. «Δακρυσμένα μάτια νυσταγμένοι κήποι» – «Δραπετσώνα» – «Τι να την κάνω τη χαρά» – «Κράτησα τη ζωή μου» – «Χαράζω τις φλέβες μου και κοκκινίζουν τα όνειρα» – «Χρυσοπράσινο φύλλο» (μόνο πρόσφατα έμαθε ότι είναι κάποιου άγνωστού της ώς σήμερα ποιητή, του Λεωνίδα Μαλένη). «Λιποτάκτες» – «Πολιτεία» – «Μαγική πόλη»
– «Επιφάνεια» – «Άξιον εστί», μαγικοί αστερισμοί που της έστελναν κυματιστό χαιρετισμό από κάπου μακριά, στοίχειωναν τη φαντασία της και μεθούσαν την καρδιά της. Στα εμβληματικά τραγούδια εκείνης της εποχής ήρθαν να προστεθούν στα «αγαπημένα της» η «Αυλή», «Τα τραγούδια του Αγώνα», η «Ωδή εις Σάμον», «Κάποτε θα ’ρθουν…» και οι Μπαλάντες του Αναγνωστάκη και τα Λυρικά του Τάσου Λειβαδίτη, η προίκα της, η προίκα μας. Τι διάβολο, είμαστε από καλή γενιά.
(Στο ίδιο γήπεδο είδαν κι άκουσαν και τη Σωτηρία Μπέλλου, απλή, σοβαρή και μετρημένη, στην εμφάνιση τουλάχιστον, σαν μια γυναίκα του λαού, που ήτανε άλλωστε.)

Η ζωή από κει και πέρα με προοπτική τη Χούντα και την ανυδρία, τη φίμωση και τη σιωπή που συνεπαγότανε. Στις συζητήσεις με τον πατέρα πόσο επαναστατούσε στην ιδέα της επιβεβλημένης σιωπής, ίσα-ίσα τώρα που άρχισαν να καταλαβαίνουν και ν’ αγαπούν τους συνθέτες, τους ποιητές, τα βιβλία, το θέατρο, την έκρηξη εκείνη που συνέπιπτε ακριβώς με το δικό τους μπουμπούκιασμα…

Η Ζωή του παιδιού και η πορεία τους Προς την Νίκη είχαν επιτέλους τελειώσει, και η ζωή ριγούσε τώρα προς κάτι δρόμους αλλιώτικους, θαυμαστούς. Διάβαζε τον Ταχυδρόμο του Σαββίδη και ήταν ένα παλλόμενο έλασμα από ανεκπλήρωτους πόθους, χαρά, περηφάνια, προσδοκία. Όταν πήγαν με την Άρτεμι στη Νομική για τις εγγραφές, πρωτοετείς, ντροπαλές και περήφανες συγχρόνως, ο εγκάθετος είχε πει καλοπιάνοντάς τες: «Αυτά είναι δικά μας παιδιά». Παχυλή αηδία. Δεν ήταν παιδιά κανενός τους. Ανακάλυπταν με περηφάνια τη φοιτητική ζωή και κανείς δεν μπορούσε να τις βάλει στο τσεπάκι του. Και δεν το ’κάνε.

Η ωραία ταμίας στο «Ναυαρίνο» χαμογέλασε με συγκατάβαση. Στα δεκατέσσερα εμείς, αλλά μας έβαλε στο ακατάλληλο έργο, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, όταν είχαμε καταπλεύσει μ’ ένα σωρό προσδοκίες και πάλι.

Ο μπαμπάς ένα βραδάκι ζεύτηκε μόνος του το κάρο και γύρισε σπίτι, τι είχε πάθει το άλογο; Βίοι παράλληλοι με τον Κλέοβι και τον Βίτωνα;

Στην πρώτη επέτειο της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη, στη μεταπολίτευση, κυνηγητό στα λουλουδάδικα με τους χωροφύλακες στη Βασιλέως Ηρακλείου. Θυμάμαι τη μυρωδιά απ’ το χοιρόδερμα στην τσάντα της Όλγας, κολλητά στο πρόσωπό μου, κούρκουδα κρυμμένες καθώς είμαστε σε μια γωνιά. Η Όλγα κι ο Μιχάλης συμφοιτητές άλλοτε.

ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ (2004)

 

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ

Με τα μάτια κλαμένα, ξεχτένιστη, δραπετεύεις απ’ τους άσπρους τοίχους, σα στεναγμός.
Κι εκείνος, σφίγγοντας το ένα μέ το άλλο τα χοντρά άπραγα χέρια του, κάτω απ’ την μπλε εργατική φόρμα τα πλευρά του μπορείς να τα μετρήσεις — ρουφηγμένο το πρόσωπο με τη γκριμάτσα σα γέλιο, το κλάμα του. Περιμένει.
Μυρωδιά νοσοκομείου, άσπρες μπλούζες, σπουδή, πυρετός 42,
ορός, αποκάλυψη φλέβας, «πατέρα βοήθεια», φωνή βραχνή, που τον κρατάει απ’ τον ύπνο, τον παιδεύει. Δωμάτιο 336.
Ό μπαμπάς συνέχισε να περνάει απ’ την Εισαγγελία τα μεσημέρια. Ήταν ο δρόμος του. Δεν τον περίμενες πια κι ήταν αδυνατισμένος. Στην αγανάχτηση του, όταν μιλούσε για το άδικο ή για το Θεό — που είναι το ίδιο — ο εφιάλτης.
Η μαμά πηγαινοερχόταν για χρόνια σαν αυτόματο, ταχτοποιώντας το σπιτικό σου σκεφτική και απούσα, σα να άγγιζε τα δάκρυα των πραγμάτων που αγαπούσες. Στις μηχανικές της κινήσεις ο εφιάλτης πληροφορούσε το θάνατό σου.
Ανάγκαζα τον εαυτό μου να κοιτάξει τδ κενό. Ν’ ακούσει την απουσία σου. Το παράλογο με καταβρόχθιζε. Η γεύση του «ποτέ πια». Ό κλήρος μας να δεχτούμε ένα μέλλον απ’ οπού εσύ απουσίαζες. Να πρέπει να μιλάμε για σένα στον παρατατικό, αγαπούσε, ήθελε, φοβόταν.
Υπερευαίσθητη, με στόχο σου το απόλυτο. «Δε βγαίνουν έτσι στη ζωή, Μαρία, πιο λίγο πάθος», συμβούλευαν οι φρόνιμοι.
Ακολούθησες την καρδιά σου ως την άκρη της λύπης, της κούρασης, της στοργής, του φόβου.
Μαρία, τριαντάφυλλό μου, όπως θα ’λεγε κι ο μικρός πρίγκιπας, τόσο δίκιά μου. ’Αδύνατο να ξεμπλέξεις τις δυο ζωές μας, πλούσιες σε περιστατικά βιωμένα, φυλαγμένα στη μνήμη.
Ανεκπλήρωτη, με τάσεις κι αγάπες κι ιδέες χωρίς αντίκρισμα, με μόνη πολυτέλεια τη φιλία της Ηλέκτρας και της Δήμητρας, θερισμένη, χωρίς μέλλον.
Δεν είχα καταφέρει να ξορκίσω τους φόβους σου, την ανασφάλεια σου. Θησαύρισα τις λέξεις σου, τις τρομαγμένες σου μέρες στο νοσοκομείο. Ανάπλασα εικόνες, εντυπώσεις, όνειρα. Σ’ έχασα και σε ξαναβρήκα σε ανύποπτα όνειρα. Το πρωινό, αγγελτήριο τού θανάτου σου, άσπρο και μαύρο με πρόδινε. Κρύφτηκα. ’Έζησα. ’Επιβίωσα.
Στο γιό σου δεν μπορώ να μιλήσω για σένα. Του χαρίζω βιβλία, πουκάμισα παλιότερα, τού χαϊδεύω τρυφερά το κεφάλι. Είμαστε ντροπαλοί για να αγγίξουμε αυτή τη μνήμη που πονάει. Σου ’χα ορκιστεί κάποτε να ζήσω και για τις δυο μας, με πάθος και λαιμαργία. Δεν είναι πάντα εύκολο.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Όπως η Μπερλίνα

ΕΥΑ Μ. ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ

FRACTAL 31/01/2018

Το παιχνίδι της ενσυναίσθησης

Με μεγάλη χαρά πήρα στα χέρια μου τη ποιητική συλλογή «Όπως η Μπερλίνα», Εκδόσεις Νησίδες, της πεζογράφου Αρχοντούλας Διαβάτη.

Η Μπερλίνα είναι ένα παλιό ξεχασμένο παιχνίδι, κάτι σαν το παιχνίδι της αλήθειας. Ένα παιχνίδι που με έμμεσο τρόπο καλλιεργούσε την ενσυναίσθηση των συμμετεχόντων και συμμετεχουσών και διακωμωδούσε τη ζωή με έναν ανάλαφρο τρόπο: γέλια, πειράγματα και μυστικά που τα παιδιά μετέφεραν στον «αγγελιοφόρο» κι αυτός με την σειρά του στην «Μπερλίνα».

Στην Μπερλίνα που με κλειστά τα μάτια θα έπρεπε να μαντέψει ποιος είπε τί για εκείνην, συνδυάζοντας λέξεις και εικόνες σε μια γκροτέσκο παράσταση παιγμένη σε κύκλο, στο γύρω γύρω όλοι της ζωής.

Η ποιότητα του ποιητή, έλεγε ο Άγγλος ρομαντικός Σάμιουελ Κόλεριτζ, είναι πανταχού παρούσα και πουθενά ορατή σαν μία ξεχωριστή συγκίνηση. Ναι συγκίνηση. Την ίδια συγκίνηση και ευαισθησία που διακατέχει και το υπόλοιπο λογοτεχνικό έργο της συγγραφέως που χωρίς να φωνασκεί δρα υποδόρια, περιθάλποντας τις μικρές και μεγάλες αγωνίες μας, τις αδιαφανείς ραγισματιές μας.

Ραγισματιές πολύτιμες που η Αρχοντούλα Διαβάτη τις συρράπτει με την ιαπωνική τεχνική Kintsugi, με καθαρό χρυσάφι για να στομώσει τη λύπη ή να ημερώσει τον εφιάλτη.

«ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΝΥΧΤΕΣ», σελ.11

Ξαπλώνω στη δική σου μεριά στο κρεβάτι
Να δω πώς είναι από ’κει ο κόσμος-
Κοπαδιαστά οι μαύρες σκέψεις
Φτεροκοπούν μακριά…

Είναι εντυπωσιακό πώς στο σύνολο της ποιητικής συλλογής το σώμα, τα σώματα με την φθαρτότητα τους είναι παρόντα, αποτυπώνοντας συχνά την έλλειψη όχι κραυγαλέα αλλά ίσως και γι’ αυτό πιο σπαρακτική από την ίδια την σιωπή. Μια αίσθηση επείγοντος διατρέχει το βιβλίο, μια ενέργεια άκρως ερωτική αν και καμουφλαρισμένη διακριτικά. Όπως στο ποίημα με τον τίτλο ΚΛΑΜΑ, σελ. 39:

Σαν κάπου να ‘χω ξεχασμένο
Κάτι δικό μου
Που με καλεί
Και κλαίει δυνατά μέσα στη νύχτα
Ποίημα, παιδί, αγάπη
Ή είναι η ζωή μου αμεταχείριστη
Αυτή που ήθελα να ζήσω.

Μια συλλογή, άλλοτε με ποιήματα σαν αυτά που ονομάζουν οι Γάλλοι poèmes en prose, αυτά που εμείς ονομάζουμε κακόηχα, “πεζοποιήματα”, και άλλοτε με ποιήματα-μινιατούρες και αφορισμούς. Ποιήματα που κινούνται με ελεύθερο στίχο εκτός πλαισίου έμμετρου ή μη. Πόσες λέξεις να αφαιρέσεις για να το κάνεις αφορισμό ή τραγούδι; Πόσες να προσθέσεις για να μεταμορφωθεί σε σύγχρονο παραμύθι για μεγάλα και απαρηγόρητα παιδιά;

ΑΓΑΠΗ, σελ.19

Κλείνω τα μάτια
Για να σε δω
Τέτοιος που ήσουνα
Βράχος πουλί καράβι
Και πάλι εδώ
Τότε και τώρα
Ένα τατού πάνω στο δέρμα μου
Μικρό
Που δεν παλιώνει.

Το παραπάνω ποίημα το πιο μικρό και από τα μικρά, και την ΜΠΕΡΛΙΝΑ σελ 30, το πιο μεγάλο από τα μεγάλα με την νεαρή Σπυριδούλα «στο γειτονικό υφαντουργείο», να «καρικώνει τους κόμπους σε μιαν επιφάνεια μεγάλη μπρος της…».

Κόμποι!
Κάτι που με απασχολεί καιρό κάτι που συνεχώς μπροστά σε τέτοια κείμενα τριβελίζει την σκέψη μου, πού αρχίζει η ποίηση, πού τελειώνει το πεζό. Και μήπως όλο αυτό είναι ζωγραφιά και λόγος; Μήπως η πιο γλυκιά μουσική και τραγούδι;

Τραγούδια της καρδιάς μας λοιπόν τα ποιήματα της συλλογής και δεξαμενές για να αντλήσουμε άλλοτε ιστορίες σαγηνευτικές του βωβού κινηματογράφου και άλλοτε περιπαιχτικές και τσαχπίνικες μιας κάποιας μικρής Μπερλίνας της γειτονιάς.

Κλείνω με τον ίδιο τον χαιρετισμό της συγγραφέως και ποιήτριας Αρχοντούλας Διαβάτη:

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ, σελ.13

…Ανεπίδοτα γράμματα τα βιβλία μας περιμένουν,
Χαρισμένα με προσδοκίες ευφρόσυνες,
Ένα ραντεβού όπου εκείνος ή εκείνη αργούν τόσο:
Η ζωή είναι μπροστά μας εξάλλου, αύριο είναι μια άλλη μέρα,
hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΚΡΙΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Στη μάνα του νερού

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

Τα μικρά αφηγήματα του βιβλίου αυτού, τα περισσότερα μικρότερα από τρεις σελίδες, είναι σποτάκια αυτοβιογραφικά. Συχνά αφηγούνται ελάσσονα επεισόδια, για να εκφράσουν τη συγκίνηση της στιγμής. Ας δώσουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έχει τίτλο «Ήλιος με δόντια».
«Η μαμά με την κυρα-Ειρήνη είχαν πάει στην Τούμπα να υφάνουν από κάτι χρωματιστούς μπόγους κουρέλια που μάζευαν όλο το χρόνο, κουρελούδες.
Κρύο, παγωνιά. Με τι αγαλλίαση έσπαγα με την άκρη της μπότας μου τους πάγους, γυρνώντας μόνη μου στη γειτονιά» (σελ. 39).

Το αλογάκι της Παναγιάς

ΤΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ

FRACTAL 8/02/2017

Μια συλλογή από αναμνήσεις και σημερινές καταγραφές, που αλληλοδιαδέχονται οι μεν τις δε και λειτουργούν πολλές φορές συγκριτικά, συνθέτουν το ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ της Αρχοντούλας Διαβάτη. Ένα παζλ με ετερόκλητα κομμάτια που φωτίζουν διάφορες στιγμές – εποχές της ζωής της Ναυσικάς, κεντρικής ηρωίδας και alter ego της συγγραφέως. Το κείμενό θυμίζει υπερκείμενο με πολλά links που συνδέουν παρελθόν με παρόν και οι ήρωες είναι πραγματικοί και ενίοτε επώνυμοι.
ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΡΕΑΡ 22/6/2014

Αφηγούμενη, γράφοντας, δημιουργεί μια καινούργια αφήγηση του εαυτού και των άλλων. Αναδεικνύει τον τρόπο που σχετίζεται με τον εαυτό της και τους άλλους. Κάθε αφήγηση είναι μια απελευθέρωση. Η κατάδυση στη μνήμη δεν είναι επιστροφή στο παρελθόν άλλα είναι ο τρόπος να επουλωθεί το τραύμα. Οι λέξεις δίνουν σχήμα στον πόνο που υπάρχει και διαλύεται μέσα στη γλώσσα. Η γραφή θεραπεύει κάθε ασθένεια με την αφήγηση κάνει τον πόνο, την απώλεια την έλλειψη, τη διάψευση σημεία που αναιρούνται, επαναγράφονται και εντέλει οδηγούν σε διεξόδους- λύσεις, αποδοχή της ανθρώπινης κατάστασης. Η γραφή δεν αφήνει άθικτο τον γράφοντα, τον μεταβάλλει, τον αλλάζει. Αλλάζει τον ρυθμό εντός του, αλλάζει το ρυθμό του κόσμου.

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΦΡΕΑΡ 2/1/2014

Το βιβλίο της Α.Δ. Το αλογάκι της Παναγίας, πραγματεύεται τη σχέση με την ουτοπία, τη μνήμη, το χρόνο, το συμβιβασμό, την αποδοχή. Η Ναυσικά, φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, παίρνει μέρος σε πανεπιστημιακό σεμινάριο στη Γενεύη το Σεπτέμβριο του 1973. Στο σεμινάριο συμμετέχουν νέοι από την Ελλάδα, την Κύπρο, αλλά και ξένοι φοιτητές που είχαν επιλέξει ελληνικές σπουδές. Το ταξίδι αυτό γίνεται σύμβολο της αναζήτησης και της ελευθερίας. Στα μαθήματα διδάσκουν σπουδαίοι δάσκαλοι με πλούσια αντιδικτατορική δράση.

 

ΜΑΡΙΑ ΛΑΤΣΑΡΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 19.12.2013

Η ΑΔ πλέκει γεγονότα και σκέψεις με αφηγηματική οικονομία και εσωτερική ενότητα που μετατρέπουν τις αυτόνομες μυθιστορίες σε, τρόπον τινά, κεφάλαια ενός σπονδυλωτού μυθιστορήματος. Με τρυφερότητα, συγκίνηση και χιούμορ, με ευθεία ή λοξή ματιά απέναντι στα πράγματα και στους ανθρώπους, ξεκινάει από το παρελθόν και φτάνει στο παρόν. Λεπτοδουλεμένη προσέγγιση των προσωπικών βιωμάτων, αδρή σκιαγράφηση των κοινωνικών παραμέτρων αλλά και ένας φιλάνθρωπος σαρκασμός, ο οποίος αφενός πυροδοτείται από την απόδοση των ελαττωμάτων των ηρώων και αφετέρου από μια κριτική ματιά απέναντι στην αντίληψη πως η συσσώρευση του χρόνου σβήνει τις αδυναμίες και φέρνει στην επιφάνεια μόνο τις καλές στιγμές της βιωμένης ζωής.

 

ΚΕΛΛΥ ΠΑΛΛΑ

lexima.gr, 29.8.2013

Μυθιστορίες είναι ο υπό-τιτλος του βιβλίου και πρόκειται πράγματι για bonsai πρωτοπρόσωπες και τριτοπρόσωπες αφηγήσεις, ή για αφηγήσεις σε ελεύθερο πλάγιο λόγο, μικρο-περίοδες, συνειρμικές, κοφτές, ασθματικές, πλήρεις δυνατών και διαυγών περιγραφών που αραιώνουν και πυκνώνουν με την παρέλαση-επέλαση των αναμνήσεων. Συγκρίσεις ανάμεσα στο τώρα και στο τότε, αναλογίες μεταξύ προθέσεων και αποτελέσματος που αποβαίνουν πάντα εις βάρος του δεύτερου. Πανταχού παρούσα η διακειμενικότητα, η επιτομή της φανταστικής βιβλιοθήκης που συγκροτούν όλα όσα διάβασε είδε και άκουσε η κυρίαρχη φωνή της αφήγησης συμπυκνώνονται σε τρεις λέξεις: « … έρωτες και πολιτική και διαβάσματα» (σελ. 136).

 

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

diastixo.gr, 27.1.2013

Τι τραγούδια ακούγονται στο ραδιόφωνο, ιστορίες ανθρώπων – μικροδιηγήματα μικροαφηγήσεις.
Και τη δική της τη ζωή μέσα σε αυτά διπλώνει…
Το βλέμμα της για τα πάντα τόσο ευαίσθητο, τόσο σοφό.
Η γραφή της εξαιρετική. Πυκνός, ρέων, ευαίσθητος, χαριτωμένος, συγκινητικός, ποιητικός, έξοχος λόγος.
Ένα βιβλίο μικρό, αλλά πυκνό.
Ένα βιβλίο πρωτότυπο, στον τρόπο και στο περιεχόμενο.
Ένα βιβλίο-μαρτυρία, καταγραφή τη μικρής και της μεγάλης ιστορίας.
Ένα βιβλίο προσωπικό, πολύ προσωπικό, που πραγματεύεται θέματα της ταυτότητας, της γυναίκας, του ανθρώπου, της γραφής, της έκφρασης, των ονείρων, των ματαιώσεων, των σχέσεων. Τόσο προσωπικό, που αφορά τον καθένα προσωπικά.
Καλογραμμένο, συναρπαστικό.

 

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

vakxikon.gr, τχ. 20/12/ 2012

Η Διαβάτη έχει το έμφυτο χάρισμα να περιγράφει εξωτερικά και εσωτερικά γεγονότα, να ψηλαφίζει ίχνη περασμένα, ανάσες και μυρωδιές, μ’ ένα τρόπο άμεσο, φιλικό και γοητευτικά νεανικό, κρύβοντας τα πάθη της κάτω από την κριτική της ματιά. Διακρίνεις καθαρά ένα ανήσυχο πνεύμα, μια συνείδηση σε εγρήγορση που αναρωτιέται συνεχώς ενώ ταυτόχρονα γεύεται την εύχυμη σάρκα της ζωής.
Κάπου- κάπου τα κείμενά της μοιάζουν με ποιήματα όταν το λυρικό της στοιχείο βγαίνει σαν φως πίσω από το πυκνό φύλλωμα του πεζού λόγου.

 

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

lexima.gr, 11.9.2012

Από τους πρωτοπόρους στο σύντομο αφήγημα η Αρχοντούλα Διαβάτη είναι μια εξαιρετική λογοτέχνις. Θα το ξαναπούμε ότι μας άρεσε πολύ αυτό το βιβλίο, και φαντάζομαι ότι θα αρέσει σε όλους τους αναγνώστες.

 

ΑΝΝΑ ΚΟΥΣΤΙΝΟΥΔΗ

oanagnostis.gr, 22.7.2015

. Ξεκινά, λοιπόν, με ένα κείμενο για τον εικονικό κόσμο, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα και τον γνώριμό μας πραγματικό. Αναπολεί και σχολιάζει πράγματα και καταστάσεις εντελώς πραγματικά και χειροπιαστά όπως είναι η μοναξιά, ο πόνος, η αγάπη, η ματαίωση, η απώλεια, η ιαματική ενασχόληση με την τέχνη, με πλήθος αναφορών σε βιβλία, ταινίες και άλλα πολιτιστικά παράγωγα κι αυτό είναι ελκυστικό, ιδιαίτερα για εκείνη τη μερίδα αναγνωστριών και αναγνωστών που έχουν τη Σαλονίκη ως γενέτειρα μάνα-πόλη. Κινείται συχνά μέσα στο μυστήριο του βλέμματος των ατόμων και των πραγμάτων στους κατοπτρισμούς ενός απογεματινού Σαλονικιώτικου ηλιοβασιλέματος, στην αγαπημένη (μας) θάλασσα του Θερμαϊκού, που άλλοτε αναδύεται διαυγής, ακύμαντη, καθάρια κι απαστράπτουσα κι άλλοτε βρίθει σκουπιδιών και ακαθορίστων άλλων ρύπων ως «πηχτός χυλός παχύς και δύσοσμος», κατά πώς φυσάει ο άνεμος κάθε φορά δηλαδή.

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

bookpress.gr, 2.1.2015

Η Αρχοντούλα Διαβάτη, με αυτά τα πυκνογραμμένα, ειλικρινή και καλογραμμένα της κείμενα, κομίζει τη δική της αλήθεια στα ελληνικά γράμματα. Στέκεται στο εμείς και στο μαζί και μας κάνει συνταξιδιώτες και συνοδοιπόρους στα δικά της ταξίδια: του νου, της καρδιάς, της μνήμης, των ανθρώπων, των βιβλίων και των ταινιών που αγάπησε. Μας φανερώνει πως όλα ξεπερνιούνται και αντιμετωπίζονται χάρη στην ιαματική επίδραση της τέχνης σε όλες τις μορφές της. Κάνει δικιά της τη στιγμή που χάνεται, ακινητοποιεί τον χρόνο και μας βάζει να αναλογιστούμε τι είχαμε, τι χάσαμε και τι είναι πραγματικά σημαντικό, τραβώντας μας από τον επικίνδυνα ολισθηρό βάλτο της μίζερης και ασήμαντης καθημερινότητας μας.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΝΤΗ

vakxikon.gr, Δεκέμβριος 2014

Πρόκειται για μια συλλογή χρονογραφημάτων, με την οποία, όπως και η ίδια προλογίζει, επιδιώκει να φωτογραφίσει και να εικονογραφήσει τον χρόνο, σε χρόνους δύσκολους και σκληρούς. Τις περισσότερες φορές μας παίρνει μαζί της για βόλτα στο κέντρο, επίσκεψη σε εκδηλώσεις, παραστάσεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, φεστιβάλ και άλλα δρώμενα της Θεσσαλονίκης. Και αφού μοιραστεί μαζί μας σκέψεις, προβληματισμούς και συναισθήματα, συχνά μας παίρνει πίσω μαζί της, ξαναβγαίνοντας στους δρόμους της πόλης.

 

ΚΕΛΛΥ ΠΑΛΛΑ

diastixo.gr, 14.10.2014

Εμφανές προτέρημα των κειμένων τα αναπαραστατικά ασύνδετα σχήματα και οι αβίαστες αναπαραστάσεις, όπου οι εικόνες κατρακυλούν σε χώρο και χρόνο ανασύροντας γεγονότα, συναισθήματα και κρίσεις. Η γλώσσα συνειδητά πεζολογική με λόγο κοφτό, μικροπερίοδο, προκειμένου να αποδοθεί η μουσική της ρουτίνας και της κοινότοπης κάποτε καθημερινότητας. Ύφος αναγνωρίσιμο και στα τρία βιβλία της. Στο Φεύγω, αλλά θα ξανάρθω όμως η Διαβάτη διασταυρώνει όχι μόνο διαφορετικά θέματα, αλλά καταφέρνει να συνενώσει και πολλές διαφορετικές συγγραφικές προθέσεις, η συνύπαρξη των οποίων αποτελεί την κυρίαρχη αρετή του βιβλίου της.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

«Η Αυγή», 7.10.2014

Ένας περίπου ημερολογιακός αναστοχασμός, ανάμεσα στην αυτοπαρατήρηση, το εξεταστικό βλέμμα της αμηχανίας μπροστά στον καθρέφτη, την ανάμνηση εκεί που συγχέεται με μια αφήγηση. Η αφήγηση μπορεί να αφορά τα παρόντα ή ένα προσφιλές πρόσωπο ζωντανό ή νεκρό ή ακόμα μπορεί να αφορά τα πάθη και τους καημούς ενός μυθιστορηματικού ήρωα ή του ήρωα μιας ταινίας. Εξομολογητικό τόσο που ο αναγνώστης δεν διακρίνει τον εαυτό του από τον αφηγητή ή τόσο που αισθάνεται ότι για αυτόν έχει γραφτεί το βιβλίο.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

lexima.gr

Όμως τα κείμενα δεν είναι μόνο εικόνες, είναι και επεισόδια από τη ζωή της συγγραφέως, βιβλία που διάβασε, ταινίες που είδε, που κεντρίζουν τη σκέψη της και πυροδοτούν συνειρμούς.

Σκουλαρίκι στη μύτη

ΤΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ

«Fractal», Ιανουάριος 2017

Το «Σκουλαρίκι στη μύτη» της Αρχοντούλας Διαβάτη έδρασε πάνω μου σαν μια γερή δόση αισιοδοξίας! Όχι εκείνης της μελό ενός καλύτερου αύριο αλλά εκείνης της ακριβής και δυσεύρετης που λέει ότι υπάρχει καθημερινή ομορφιά στη ζωή μας, την ψάχνουμε, τη βρίσκουμε, την ξαναχάνουμε… και πάλι από την αρχή..

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr, 4.11.2016

Ο αναγνώστης αισθάνεται σα να ακούει μία διήγηση καταστάσεων πάνω από ένα άλμπουμ φωτογραφιών που έπιασε στα χέρια της η συγγραφέας. Φωτογραφίες που φέρνουν μνήμες από την εποχή που τραβήχτηκαν και αυθόρμητα συνδέονται με άλλες αναμνήσεις, που περιστρέφονται γύρω από τα πρόσωπα της συγγραφικής φωτογραφίας, και γεννούν με τη σειρά τους νέες σκέψεις και κρίσεις.

 

ΠΑΥΛΟΣ ΝΕΡΑΝΤΖΗΣ

tvxs.gr, 18.10.2016

Ο λόγος της Αρχοντούλας Διαβάτη κινείται σε δύο επίπεδα. Αφενός περιγράφει μια ιστορία στην οποία άλλοτε πρωταγωνιστεί και άλλοτε παρατηρεί και αφετέρου επιχειρεί να διεισδύσει στον εσωτερικό κόσμο των προσώπων, να αναδείξει χαρακτήρες, να ερμηνεύσει τα δρώμενα, παραθέτοντας σκέψεις σ΄ ένα χρόνο που εναλλάσσεται ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Στην ουσία, όμως στην αφήγησή της ο χρόνος δεν υπάρχει, ή μάλλον είναι υποκειμενικός.

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

bookpress.gr, 30.6.2016

). Η Διαβάτη με το καινούριο της βιβλίο δείχνει συγγραφική ωριμότητα γιατί απομακρύνθηκε από το χρονογράφημα και το κατεξοχήν ενσταντανέ, δηλαδή την πρόχειρη και ουδέτερη αποτύπωση στιγμιότυπων της ζωής, προχωρώντας σε πιο ουσιαστικά κείμενα. Στην πλειοψηφία των κειμένων την απασχολούν οι ανθρώπινες σχέσεις και η αντοχή τους στον χρόνο.

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΒΟΥΜΒΟΥΡΑΚΗ,

frear.gr, 21.5.2016

Η συλλογή διηγημάτων της Αρχοντούλας Διαβάτη Σκουλαρίκι στη μύτη είναι ένας οικείος κόσμος, που διαρκώς τελειώνει και ξαναρχίζει. Μοιάζει να επιστρέφει συνέχεια για να επιβεβαιώσει συμπεράσματα που κανείς δεν θέλει να επιβεβαιωθούν: οι άνθρωποι τελειώνουν, η ιστορία επαναλαμβάνεται, τα όνειρα ξεθωριάζουν, το χθες είναι όμορφο και το αύριο τρομακτικό. Αντίδοτο σε αυτήν την υπαρξιακή μελαγχολία: αγάπες-βιβλία, αγάπες-ταινίες, παρέες, πορείες και εκδρομές και η ζεστασιά της γραφής.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

diastixo.gr, 10.4.2016

Χιούμορ λεπτό και μερικές φορές υποδόριο δίνει τον τόνο στα διηγήματα. Και αγάπη στη λεπτομέρεια, έτσι ώστε οι περιγραφές και αφηγήσεις να είναι παραστατικές και να οδηγούν την οπτική του αναγνώστη κοντά στην οπτική του αφηγητή. Οι αναδρομές κρύβουν σχεδόν πάντα νοσταλγία και συγκίνηση, που φθάνουν κάποτε ως τον μελοδραματισμό. Η Διαβάτη όμως ελέγχει το συναίσθημα.

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

Fractal, Απρίλιος 2016

Να επαναλάβω και εγώ με τη σειρά μου το χιλιοειπωμένο για την απλότητα που είναι σημάδι ωριμότητας – και λέω για την απλότητα της γραφής ως συνθετικό αποτέλεσμα μορφής και περιεχομένου, αλλά με δυο αναγκαίες διευκρινίσεις. Ότι αφενός η έλλειψή της δεν οδηγεί με λογική αναγκαιότητα στο αντίστροφο συμπέρασμα, δηλαδή αυτό της ανωριμότητας, και ότι αφετέρου αν είναι αληθινή, πάει να πει όχι επιδεικτική ή προσποιητή ή εκβιασμένη, προϋποθέτει συγγραφικό μόχθο.

 

ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ

bookpress.gr, 28.2.2016

Ένα βιβλίο για τη ζωή, μια ζωή «σαν μαύρο ποίημα της Γώγου, με γνώση και τρυφερότητα, ελέγχοντας το φως και τις σκιές, μετρώντας τη ζωή με τα τσιγάρα και τα κουταλάκια του καφέ», «όταν έχεις μια παιδική καρδιά». Ένα βιβλίο για την ραστώνη, για το απομεσήμερο και τους ήχους του «Μπολερό» σε ένα πάρκο στην πλατεία με «τον ήλιο να κρύβεται και να βγαίνει πάλι, μονότονα και ξανά το Μπολερό του Ραβέλ στα αυτόματα παιχνίδια, στο περίπτερο απέναντι: ένας ξεθωριασμένος Ντόναλντ Ντακ, μια αφηρημένη καμηλοπάρδαλη και ένα άλογο ηρωικό ενορχηστρωμένοι, κάθε φορά που ένας μικρός καβαλάρης πετυχαίνει να βάλει το κέρμα στη σχισμή».

 

ΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

frear.gr, 18.2.2016

Γράφει για τη γενιά της, την εξιδανίκευση των συνεχών αγώνων και όταν παίρνει χώρο η απογοήτευση, η ματαίωση, τις ανατρέπει η ανάμνηση μιας ερωτικής ιστορίας, όπως είναι η ιστορία του Βασίλη στο διήγημα «οδός Αγαπηνού 8». Δρόμοι που περπατήθηκαν σε πορείες και φιλιά που δόθηκαν στις οδούς της ερωτικής αναζήτησης.

 

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΡΓΥΡΙΟΥ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 13.2.2016

Τα κείμενα της Διαβάτη στο Σκουλαρίκι ακολουθούν μια ερεθιστική φωτογραφική λογική, γεγονός που φαίνεται στην εμμονή που δείχνει στη φωτογραφία ως θέμα, π.χ. στο κείμενο «Εκθεση φωτογραφίας», όπως επίσης στη συνήθεια των χαρακτήρων να ανατρέχουν στα σκονισμένα άλμπουμ του παρελθόντος.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΡΣΙΤΗΣ

«Fractal», Ιανουάριος 2016

Η «χαμένη επανάσταση», είναι το εισαγωγικό διήγημα της συλλογής «Σκουλαρίκι στη μύτη» της Αρχοντούλας Διαβάτη, ίσως μια τομή με σημασία για το έργο της, τόσο για το περιεχόμενο όσο και για τη μορφή του. Πρόκειται για ένα διήγημα τεχνικά άψογο, καθώς ο λόγος του αφηγητή σε ό,τι αφορά τα τεκταινόμενα στο Δημόσιο Νοσοκομείο, διαρθρώνεται με την εναλλαγή ρημάτων γ΄ ενικού και γ΄ πληθυντικού προσώπου, με τη χρήση επιρρημάτων και επιρρηματικών προσδιορισμών και την καίρια χρήση του ουσιαστικού.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΠΟΙΗΣΗ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΪΤΑΣ

1-1-δυο φοτο0001

 

Ο Βασίλης Φαϊτάς γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1942. Σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης χωρίς να πάρει το πτυχίο του και εργάστηκε στην τράπεζα της Ελλάδος ως το 2002. Παρουσιάστηκε πρώτη φορά στη λογοτεχνία στο περιοδικό «Νέα Εστία» το 1966.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Άποικοι της νύχτας 1966
Γράμματα στον κόσμο 1980
Υστερόγραφα για το αύριο εκδ. «Μανδραγόρας» 2010
Συνάντηση με το σύμπαν εκδ. «Μανδραγόρας» 2011
Ρους και Ροή εκδ. «Μανδραγόρας» 2014
Ο Αλχημιστής του Χάους «Μανδραγόρας» 2015
Στο καφέ Εντροπία «Μανδραγόρας» 2017

 

 

 

ΣΤΟ ΚΑΦΕ «ΕΝΤΡΟΠΙΑ» (2017)

 

Στο ΚΑΦΕ «ΕΝΤΡΟΠΙΑ»

Έξω απ’ το παράθυρό μου εκεί
στη φευγαλέα ζωή των προαστίων
κάποτε ένα παιδί έσωσε τον κόσμο
γύρισε την πλάτη του στο κενό
δείχνοντας το αστραπιαίο πέρασμα του μυστικού.

Στο καφέ «Εντροπία» συγκομιδή ψυχών
οι θαμώνες αφουγκράζονται ανήσυχοι κάτι αμετάκλητο
ένας μεταλλαγμένος άνεμος εισβάλλει στις αισθήσεις
διασπά το χρόνο σε μοναχικά συμβάντα
τις λέξεις σε τρομαγμένα πουλιά.

Ρέω σε θάλασσες σωσίες υδάτινους λαβύρινθους
κάθε άνοιξη είναι ένα αβέβαιο κρυπτόγραμμα
πού πάει όλη αυτή η θύελλα που με γέννησε
πού μεταναστεύει.

Αυτό που πέρασε αστράφτει απρόσιτο
ό,τι έρχεται ζει εδώ
ανάμεσα σε μας και τους παγετώνες.

 

ΑΥΤΟΠΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ

Αυτόπτης μάρτυρας της αιωνιότητας
άνοιξα την πόρτα του μύθου και βγήκα
στη στενότητα του σύμπαντος
περιμένοντας στη σιωπή την εποχή της γαλήνης
εκεί που το αίμα κατοικεί με τις χορδές του.

Η σκιά μου κουβαλά ενοχές άδειων τόπων
συναρμολογημένο δίλημμα ο καιρός
αυτοσχεδιάζει ανάμεσα
στο ποτέ και το πάντα.

Μπαλόνι που υψώνεται
στο γαλάζιο αιθέρα τ’ ουρανού
γενέθλιο κύμα παιδικής ξεγνοιασιάς
είδα τον καιρό της ακμής μου ν’ αλλάζει
σ’ ένα πληγωμένο φωνήεν.

Χιονίζει διαμελισμένες ψυχές
σε μια πατρίδα αφημένη να πεθάνει
πόλεις από καπνό διάτρητες διαθήκες
πού θα μπορούσαμε να ζήσουμε
σε ποιο ιδανικό τόπο
πηγές της δίψας μοσχεύματα ανεκπλήρωτης προφητείας.

Θα υπάρξει καιρός
για το ναι ή το όχι
μετανάστες απ’ το πουθενά στο πουθενά
η αλχημεία μιας περιπέτειας όπου όλα τα βλέφαρα κλείνουν.
Σε αόρατες κατακόμβες μαίνεται η ανυπότακτη νιότη.

 

ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΜΗΝΥΜΑ

Το θαύμα γεννήθηκε από μια επανάσταση
υπάρχει όσο υπάρχουμε εμείς
τ’ αποκηρυγμένα ποιήματα
στα ορφανοτροφεία ψυχών.

Κάποιοι λένε μας ξέβρασε ο χρόνος
συσσωρευμένες μεταμέλειες της ροής
εδώ μας έφερε αγέρας μακρινός
περνώντας τις εποχές μέσα απ’ τα μαλλιά μας.

Ποιοι είμαστε τέλος πάντων και μιλούμε με μισόλογα
και με χειρονομίες της σιωπής
γιατί μας δένει αυτός ο νόστος
με όσα μας υπερβαίνουν.

Νιώθω καθώς το ημιτελές μήνυμα
που κουράστηκε ν’ ανιχνεύει προορισμούς.

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Το θαύμα αιωρείται πάνω από την άβυσσο
η καρδιά ανοχύρωτη προχωρεί
σε κάτι ήδη χαμένο.

Μακριά ένας πλάνητας ποταμός
κι ο νόστος του δανεισμένου καιρού.

 

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ

Ενθάδε κείται
η αγνότητα που στασιάζει πανιού
για να μετενσαρκωθεί
αιώνιος πόθος αρχαία επιστροφή
σε πλοηγό όλων των ροών
κάτω απ’ την αποπλάνηση των άστρων.

 

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΙΗΜΑ

Ήξερε πάντα ήταν παιδί
μιλούσε με όνειρα
οι λέξεις του σμήνη πουλιών πλοηγοί ατραπών
ανέπνεε τη στάχτη των προγόνων του
προδομένος στη συνωμοσία του σύμπαντος
ήξερε
έτσι γράφεται το μεγάλο ποίημα
η ζωή αντικατοπτρισμός της νιότης ενός άλλου κόσμου
η κάθε μέρα που περνά αθάνατη
και δε γυρίζει πίσω.

Η αιωνιότητα βουτά στο κενό και τινάζεται
όπως ο μουσκεμένος σκύλος στο νερό
χαίτες γαλαξιών αινιγματικοί κονιορτοί του έρωτα
σαν κάτι από παλιά να ’χε πολύ πονέσει.

Στο εφήμερο περιθώριο της ροής
ο άνεμος θα συνοδεύει πάντα
αδιάφορες ιστορίες ταξιδιωτών.

Ήξερε πάντα
ένα παιδί γεννημένο από ουτοπίες.

 

ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ

0 δρόμος πηγαίνει εκεί που πηγαίνεις εσύ
το σώμα σου μουσείο του χρόνου
άνεμοι και θραύσματα ταξιδεύουν
οι φυλές που σε γέννησαν το κατοικούν
η άβυσσος πατρικό σου σπίτι αποικία ονείρων
αδέσποτα μονοπάτια με θέα το απροσπέλαστο
κι εκείνη η λαχτάρα ν’ αντέξεις
η χαρά και τη λύπη.

Έξω ήταν πάντα το ναυαγοσωστικό της νύχτας
ίο ωάριο του έρωτα δραπετεύει από μακριά
η απατηλή εφηβεία του θαύματος συμβαίνει
άγρυπνά από σελίδα σε σελίδα.

 

Η ΜΑΣΚΑ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ

Τί χρειάζονται οι ορίζοντες
σε όποιον μετά την καταιγίδα ορθώνεται
κρεμασμένος από μια ανταύγεια
σε κείνον που περπατά αναπνέοντας
το κυάνιο τ’ ουρανού
τί παραπάνω έχουν να δώσουν
τα ταξίδια τα βιβλία τα δάκρυα
σε κείνον που ανοίγοντας την πόρτα του ένα πρωί
χάνεται στις εποχές.

Περπατά στις αποβάθρες της Σαλονίκης
στο βουερό πλήθος που δεν είναι πια εκεί
είναι αργά ν’ αγαπηθεί και το ξέρει
η σιωπή παίρνει το σχήμα του ανέμου
ετυμηγορία παλιά όσο η ζωή
ο κάθε θάνατος οδηγεί στη δική του επανάσταση
κι έτσι αόρατος καθώς είναι γνωρίζει
η νίκη άλλο δεν είναι
παρά η μάσκα της ήττας
στο βάθος του μονοπατιού.

 

ΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΗΜΑ

Ζωή και θάνατος αειθαλής ενέργεια
μέσα από ιστιοφόρους λαβύρινθους που άφησε φεύγοντας
ο μέγας Απών ανάμεσα στους απόντες
στην αρχή του χρόνου μια γεννήτρια ψυχών
καθελκύει παράδεισους και αδιερεύνητους ορίζοντες.

θα ’ρθουν άλλοι άνθρωποι
οπό νιογέννητους καιρούς
δε θα θυμούνται κι ούτε θα νοιάζονται
αν εμείς οι Νεάντερταλ της εποχής τους
ονειρευόμαστε κάποτε την ύπαρξή τους.

Λέξεις βγαλμένες απ’ το κενό για το κενό
τί άλλο είναι ένας στίχος απ’ τον έρωτα των προγόνων
σφυροκοπάει τη δική μου καρδιά
και από κει το χέρι
σαν ένα σκαλοπάτι στην άβυσσο
νεύμα σ’ όλους και σε κανέναν.

Στο παρασκήνιο
ανάμεσα στον αφανισμό και την ουτοπία
υπάρχει κάτι
η παλινόρθωση μιας αιώνιας στιγμής.

 

ΑΚΑΤΑΠΑΥΣΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Έτσι λοιπόν υπάρχω κι εγώ βαθιά θαμμένος
στη μνήμη άγνωστου όντος
όταν το φως πέφτει πάνω μου
αντιλαμβάνομαι την κίνηση στην αντίπερα όχθη
κάτι που έρχεται από έναν ασταθή κόσμο
μ’ έταξε ’δώ να συναντήσω το στρόβιλο της μοίρας μου
αιωρούμαι στη μεθόριο ακατάπαυστης διαδρομής
κάθε σπόρος μεγαλώνει μια μητρική αγκαλιά
κάθε ζωή είναι η τελευταία.

 

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΟΝΕΙΡΩΝ

Κρεμόμαστε ανάμεσα στο χρόνο και το διάστημα
φευγαλέες συλλήψεις
γονίδια μυστηρίου και έκστασης
ιχνηλάτες μετάλλαξης υφαίνουμε το χάος
της καταγωγής μας
στις μήτρες της ζωής και του θανάτου
τίποτα δε σώζεται τίποτα δεν πεθαίνει
με λέξεις ιδέες παλίρροιες της σκέψης
χτίζουμε στο άπειρο την επανάσταση
ενός προσχεδιασμένου ονείρου.

 

 

Ο ΑΛΧΗΜΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ (2015)

 

ΤΑΞΙΔΙ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΣΥΜΠΑΝ

Ποτέ δεν μπόρεσα να γράψω
ένα αληθινό ποίημα
ο πόθος μου ήταν μόνο να γνωρίσω
τις αισθήσεις που μου έλειπαν
να βρω μια συγκεκριμένη σταγόνα απαστράπτοντος ύδατος
στα βάθη ενός μυθικού ωκεανού. 

 

ΘΡΟΙΣΜΑ

Έγραφε στον θεό
για το ανέραστο χάος
τα γερασμένα τοπία της σκόνης
και καθώς έγραφε οι σελίδες
αργά βυθίζονταν στη σιωπή
ώσπου ο ίδιος έγινε
μια ιδέα του θεού
ερμητική κι ανάλαφρη
σαν το αεράκι που φύσηξε απαλά
και την πήρε μαζί του πέρ’ απ’ τους φράχτες. 

 

ΑΡΑΓΕ

Στο αρχέγονο χειρόγραφο τ’ ουρανού
αποτυπώματα άστρων
και η φθαρμένη χρονολογία της γέννησης μας
στις διαστάσεις κρυμμένη ασήμαντων ημερών.

Άραγε είναι αληθινός αυτός ο κόσμος
ή σκευωρία του νου
διασταυρούμενοι αντικατοπτρισμοί πεπρωμένων
παιχνίδια αυταπάτης
είναι αληθινός ο θάνατος
μαντατοφόρος σκοτεινών περασμάτων
ή ο από μηχανής θεός
που σώζει την τελευταία στιγμή
τα προσχήματα
από ματαιωμένες συναντήσεις.

Έτσι κι αλλιώς η βάρκα μου διασχίζει
τη γύρη που συνεχίζει να πέφτει
με το μισό πανί υψωμένο
και το άλλο μισό σύννεφο με οδηγεί
στο απρόσμενο
στο πρώτο κινούν. 

 

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Στην αρχή της ζωής γραμμένο το εφήμερο
γνώση στη λάμψη της αστραπής χαραγμένη
όσα ο άνεμος παίρνει κυλώντας
το κενό θηρευτής ναυαγίων συναρμολογεί
και το κύμα το αβάσταχτο λάθος εξαγνίζει
ιχνηλάτες στο έλεος χαμένοι
ό,τι ακόμα αντιλαμβάνονται σαν άνοιξη διασχίζουν
ένα ηττημένο ραντεβού στις χαώδεις ρίζες θυμούνται
στην πατρογονική ερημιά οδοιπόροι.

Η επόμενη στιγμή ποια θα ‘ναι τι θα φέρει
τι άλλο είναι η επανεκκίνηση
από μια νεανική ωδή για το τέλος
ο ορίζοντας η μοναξιά το χέρι
που ζωγραφίζει τους αστερισμούς
σκηνικό παράστασης που δεν μας ανήκει.

Η σοφία καθελκύεται στο πέραν.

Ο ΠΡΟΓΟΝΟΣ

Ο τόπος του είναι αυτός
αργοπορημένος χαιρετισμός το κύμα
έρχεται απογυμνωμένο
ομαδική νύχτα που μοιράζεται
ό,τι η ψυχή έχει στερηθεί
μια απόσταση αθωότητας νεύμα του νόστου
κραυγή όντος μακρινή.

Ο πρόγονος τραγούδησε
την ιστορία των μύθων ερημιές των αιώνων
αναρχικό αιμοσφαίριο νησί
ταξιδεύει
βαμμένος έρωτας που φλέγεται
κείται μπροστά του αχανές το νόημα
γλώσσα φτιαγμένη από ασύλληπτα βάθη.

Θα πεθάνει χωρίς θάνατο
ένας ματαιωμένος ερχομός
αγνοούμενο βρέφος
εκστατικός κανένας
καθώς πλασματικά τα χρόνια περνούν
ένα υπερβατικό φεγγάρι πάνω απ’ τον Όλυμπο
φυσαλίδα λάβας
χαμένη ιδέα που περιπολεί βαθιά στις εποχές.

Κάτω απ’ τα θεμέλια της απόστασης
κοιμάται τώρα
ο πρόγονος
μια θημωνιά από όνειρα
το σύμπαν
έγινε η συνείδησή του.

 

ΚΑΡΟΥΖΕΛ

Η ζωή γυρίζει γύρω απ’ τον εαυτό της
καρουζέλ
στο κέντρο μια απειροελάχιστη οπή
κβάντο του τίποτα
κινεί τα πάντα
για να επιστρέψουν στο άπειρο.

 

ΛΙΚΝΙΣΜΑ

Κι όταν στης ύπαρξης το μακρινό ταξίδι
κάπου ανάμεσα στην εφηβεία και την παραδοχή
στη συμβολή των καταιγίδων έρθει ο άγγελος
και σου μιλήσει για τον αφρό των κυμάτων
μην αρνηθείς
την κλειδαρότρυπα των άστρων περνώντας να γνωρίσεις
μιαν ολότητα
που η αλήθεια του αγέρα υψώνει
στο ανεξιχνίαστο γαλάζιο της μετακίνησης.

 

ΤΡΙΖΟΝΙ

Όταν τα βήματα τον φέρνουν
στο πατρικό του σπίτι δίχως στέγη
μάτι ορφανό
κάτω απ’ τη φουσκονεριά των άστρων
δίαυλος ερειπίων ανάμεσα
στις προσδοκίες και τα φυλλώματα της νύχτας
ιστία πανιά υψωμένα
πορεία στη μακρά σιγή
αργοπορημένος επιβάτης που ξέχασε να φύγει
τριζόνι προδομένη ηχώ των προγόνων
σείοντας τον χρόνο
επιστρέφει λάμνοντας
βαρκάρης του χαμού
κυλάει στο γενέθλιο κύμα
για κει που κανείς δεν περιμένει
το λίκνο που γεννήθηκε μόνος.

 

Ο ΑΛΧΗΜΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ

Εκατομμύρια ψυχές
γύρω απ’ τη φλόγα Γη
παλίρροια ονείρων
πασχίζουν ν’ αλλάξουν τη ζωή που τους έλαχε
όμως ο άνθρωπος και το ποτάμι
δεν γυρίζουν πίσω
χύνονται στη θάλασσα και το χώμα.

0 ουρανός απλότητα ολοένα μεγαλώνει
το χιόνι είναι χιόνι ο αγέρας
αγέρας μια μαγεμένη σκέψη ο άνθρωπος
σε κάψουλα μέσα ταξιδεύει
κι ο νους περιπλανώμενη φλόγα
για ένα άπιαστο έαρ.

Μιγαδικό ον σωματίδιο του φανταστικού
μισός έμπνευση μισός χάος
είδωλο θαμπής αρχής
άγνωστος που του δώσαν ένα όνομα
για να τον αγαπήσουν
και να τον ξεχάσουν.

Σ’ αυτό το μισοπέλαγο φύλλο κατοικεί
ψυχή βαθιά αμείλικτη αγνότητα
εκστατικό κύμα μακρινών διαδρομών
κρύβει το μυστικό του αέναου
ενσάρκωση αλχημιστή θυμάται
το προγονικό ναυάγιο την άσκοπη επανάληψη
ανέλπιδα ονειρεύεται
τη φευγαλέα μετάλλαξη της άγνοιας
σε σοφία.

 

Η ΝΕΑ ΗΜΕΡΑ

Πέρασε τόσος καιρός
χωρίς κανείς να με ρωτήσει
γιατί της μοναξιάς οι δρόμοι βγάζουν παντού
πότε τα όνειρα απέκτησαν βαρύτητα κι έγιναν
καταρρέουσες μάζες νετρονίων
απόντες εμείς την παρουσία ψηλαφώντας
μπορούμε ν’ αλλάζουμε σε κάτι
βαθύ και απρόσιτο όπως το φως.

Στη λάμψη της αστραπής γρήγορα όλα θα συμβούν
ένα χέρι θα γυρίσει τη σελίδα
πίσω συσπειρωμένες οι άλλες πραγματικότητες
η αθέατη ιστορία του αέναου τέλους κρυμμένη
ποτάμια που χύνονται σ’ άλλα ποτάμια
ωκεανοί στοές άλλων ωκεανών
πανάρχαιες ψυχές απ’ τις σελίδες των βιβλίων σκαρφαλώνουν
φεγγοβολώντας τον ανθό των νοημάτων.

Η πάλλουσα μονιμότητα του παρελθόντος
κι ο υπαινιγμός του παρόντος ίσως να είναι
εναλλακτικό σχέδιο του μέλλοντος
για να φτάσουμε ως εδώ
σε μια φυσαλίδα μέσα κωπηλατώντας
πολλοί
άπειροι
ακούγοντας τη σιωπή.

 

ΑΝΤΑΡΣΙΑ

Το κέντρο του θαύματος παντού
το πεπρωμένο τού πουθενά
όλη μας η γνώση ερωτηματικά
ίσως να σήμανε η ώρα να συναντηθούμε
μ’ αυτό που γυρεύει να εμφανιστεί
ή τις αισθήσεις μας η αλήθεια ανεπανόρθωτα προσπέρασε
κι εμείς πρόσφυγες μες στο θαύμα
ποιμένες της έκστασης του κενού
για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας
αν με τραβάει κάτι είναι η δόνηση
πριν απ’ την πτήση των πουλιών
και η αλχημεία των άστρων στ’ αρχαία μουράγια
ρίχνει η ζωή τα δίχτυα και ανασύρει
τον χρόνο και την περιπλάνηση
το τέλος του παιχνιδιού παίχτηκε ερήμην
κάπου αλλού
δεν θέλω να περιμένω άλλο
όρθιος μιλώ
για την ψυχή που πυρακτώνεται και λάμπει
για τον καπνό την τέφρα που αναθρώσκει.

 

Ο ΚΟΜΠΑΡΣΟΣ

Ήσουν πάντα εκεί
αν και ποτέ δεν ήσουν
ταινία τραβηγμένη απ’ άλλου χέρι
κι εγώ περαστικός κομπάρσος
δεν έχω τίποτα άλλο ν’ αγαπήσω
απόγονος της ουτοπίας
βραχείας διάρκειας χωρίς αποσκευές
αγάπησα τη φευγαλέα στιγμή
τον ανεπαίσθητο κυμάτισμά της αυγής
ίσως να είσαι για πάντα εκεί
δεμένη με τη διαφυγή
το μυστικό της αλήθειας στο βάθος του λάθους
μεταναστεύει διασχίζοντας παράπλευρους δρόμους.

Τότε που έλειπα στην Κολχίδα τ’ ουρανού
ταραχή ενός ορίου που διέφυγε λάθρα
εσύ μου έδειξες
σειρήνα του αίματος
πόσες ζωές πρέπει να βαδίσω
απ’ την ορμή του κύματος σπρωγμένος
ν’ ακούσω την αληθινή ιστορία της θάλασσας.

Ανταρσία ψυχής που λαχταράει να ελευθερωθεί
απ’ τον πυθμένα της σιωπής
ξαγρύπνησα για μια μέρα που δεν υπάρχει
νεύμα από φως
μάθε μου τώρα τον τρόπο
να σε ξαναδώ για πρώτη φορά
μάθε μου να είμαι
η στιγμή που δονείται.

 

 

ΡΟΥΣ ΚΑΙ ΡΟΗ (2014)

 

POH I

Κι αν κάποτε η ψυχή θα με ρωτήσει
γεννήθηκα και πέθανα εδώ θα πω
σ’ αυτόν τον τόπο και τον άλλο
άγνωστος μεταξύ αγνώστων
το φύλλο που πέφτει απ’ το κλαδί
ποτέ στο ίδιο δέντρο δεν ξαναγυρίζει
αν στη βουή αφουγκραστείς
σίγουρα θα μ’ ακούσεις
είμαι η ροή θα πω
είμαι το νεύμα
η σκόνη της στιγμής που φεύγει.

 

ΓΕΡΝΑΕΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ

Στον Τόλη

Γερνάει το σύμπαν
γερνάει
οι γαλαξίες σχεδίες απομακρύνονται για να γνωρίσουν
ξαναγυρίζοντας στη νιότη
στο υπόγειο της δημιουργίας
η αγωνία του τυχαίου να διαιωνίσει
έναν ανομολόγητο πόθο
αίσθηση της ροής σε μια άδεια θάλασσα
είμαι ο πρώτος που μπήκα
μετάσταση προσωρινότητας
αποπλάνηση φανταστική η ζωή
ο θάνατος βαρκάρης της αθανασίας
και η αιωνιότητα αέρινη σκέψη περαστική
συγκοινωνούντα δοχεία αφίξεων και αναχωρήσεων.

Υπάρχω μες σε κάτι
ανύπαρκτο
ό,τι μου μοιάζει είναι ο κανένας
που αργοπορεί
κάτω απ’ το δάσος των αστερισμών
τραβώντας προς το άπειρο
πάνω από ένα θλιμμένο παράδεισο.

 

ΕΝΑ ΙΣΤΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ

Απ’ όλες τις παρουσίες γύρω
είμαι ’γω ο ανακυκλωμένος αντικατοπτρισμός
απ’ τις ίνες της βροχής και του ανέμου
με κόκκαλα από σάρκα και λήθη από τα χάη
που απομακρύνεται
κουράζει η ζωή το σώμα όχι την αυταπάτη
ανάμεσα στην απουσία και τη λήθη
μια θάλασσα μοναχική
ένα ιστίο για τον καθένα μόνο.

Οι έννοιες συστρέφονται μέσα στο σχήμα τους
αλλάζουν μοίρα και διαστάσεις
αδιόρατο πάθος που μαίνεται
τρικυμία φιμωμένη και πέρα
οι ξέρες του πεπρωμένου.

Υπάρχει μια ημερομηνία στο θαύμα.

 

Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Εγώ επινόησα τον εαυτό μου
ιθαγενής του απείρου
εδώ μ’ εξόρισε η βαρύτητα
λες κι η ζωή είναι ένα μονοπάτι για την άγνοια
τι να τον κάνω τώρα τον Οδυσσέα
συνείδηση της φυλής που αυτοκτονεί
έτσι που στέκει κι αφουγκράζεται
τον ήχο των κουπιών πανί στον ορίζοντα
το θαύμα που αέναα συσσωρεύει σκόνη ονείρων
τώρα που η διαφάνεια των μύθων φθάνει ανέπαφη
περ’ από κείνον περ’ απ’ την Ιθάκη.

 

ΔΙΑΙΩΝΙΣΗ

Όλες οι απόπειρες να μεγαλώσω απέτυχαν
έπρεπε να είχα κόψει δρόμο τότε
προτού αποσπαστεί η άνοιξη απ’ τον ουρανό
το ποτάμι δεν είναι πια εδώ
μένει μόνο τ’ όνομά του
ήχος μιας αόριστης ματαιότητας
περνά σ’ εν’ άδειο μακριά
με μια ενδόμυχη επιθυμία λήθης

Στο βαθύ υπόγειο της ψυχής
ένας άχρονος άνεμος φυσά
δονεί και δονείται
δεν γνωρίζει την ύπαρξή του
και δεν έχει απαντήσεις.

 

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΗ ΣΚΙΑ ΜΟΥ

Τι είναι αυτή η σκιά στο παράθυρο
το βλέμμα του χρόνου αγγελιοφόρος εξόριστος
χάνεται στη λάμψη της αστραπής
κι απρόσμενα ξαναγυρίζει
απειλή ή υπόσχεση
γεμάτη συγχορδίες παλιές αποκόμματα ημερολόγιων
παράξενα μονοπάτια άγνωστους προορισμούς
πάνω της αιωρούνται ήχοι καταρραχτών
βήματα αποδημητικών θεών απομακρύνονται
κοιτάζει μέσ’ από μένα πέρα απ’ το φεγγάρι
δεν θα ’μαι για πολύ εδώ μου λέει
μήτε και συ
είμαστε οι φύλακες του μυστικού
της κάθε μέρας που περνά
έχουμε να μάθουμε πολλά ακόμα στο δρόμο.

 

ΑΛΛΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ

Το σπίτι μου είναι μακριά
στις εκβολές του φωτός στην καταχνιά της μοναξιάς
παράλληλο της πραγματικότητας που εξανεμίζεται
αρχέγονη νιότη σκέφτεται
τον εαυτό της κι υψώνεται
στην κατακερματισμένη ενότητα που μας επινόησε

Θα μπορούσα να ζήσω εκεί
διασχίζοντας τοπία εξουθενωμένων διαστάσεων
πίσω απ’ τις προσόψεις των εποχών
που βλέπουν άλλες θάλασσες
για κάποιο λόγο υπήρξα ένα έκθετο
κάτω από τόσους ουρανούς
θραύσματα ψυχών συγκλίνουν μέσα μου
σβήνει η ηχώ στο κενό κι αφουγκράζεται
τον αντίλαλο παλιάς ανάμνησης
εκείνου που δημιούργησε τη νύχτα.

 

ΡΟΥΣ ΚΑΙ ΡΟΗ

Θα ’θελα να ’μαι ένα πουλί στην κουπαστή του χάους
σώμα από λάμψεις που ψαύει
ανείπωτες εκδοχές
μια γλώσσα εντός μου ορφανή
λέξεις που θραύονται
αναζητά την οδό για το απρόσμενο
μια διαδρομή που δεν γνωρίζει την ύπαρξή της
και δεν αναρωτιέται
όπως οι βράχοι απολιθωμένη ηχώ των ακτών
ακίνητοι πορεύονται χωρίς να ρωτάνε

Πλάι μου κάποιος μιλάει στη γλώσσα του ωκεανού
φεύγοντας να δει την ετοιμόγεννη αθωότητα
περιπλάνηση στο συμπαγές κενό
σκαρί σκουριασμένο επιμένει
στη σελίδα που τέλειωσε και δεν λέει να γυρίσει
ένας αγέρας ανώνυμος σηκώνεται μέσα του
ρους του βυθού αδιόρατος ερχομός
συντρίβεται η στιγμή και παίρνει
όλους τους δρόμους που οδηγούν στο θαύμα
ολόκληρη η ζωή του άγρυπνη χίμαιρα
να πει μια μόνο λέξη θέλει
βαθιά και αδυσώπητη
για να πιστέψει

Πίσω απ’ το γενεαλογικό δέντρο της αιωνιότητας
αποτραβιέται το χρυσόμαλλο δέρας
η τραγωδία του μακρινού σινιάλου
στο αόρατο κέντρο του ανεξήγητου
η καρδιά του μηδενός είναι το Ένα
από πάντα εκεί βρέχει ανταύγειες
παλίρροιες μ’ αινιγματικά μήκη κύματος μεταναστεύουν
το αλφάβητο της περιπλάνησης ανυψώνεται
μελάνι απ’ τη σκόνη των άστρων
στα μαλλιά της γυναίκας ψηλαφώντας
γράφει λέξεις
από τότε που ήταν κορίτσι
στα ιερογλυφικά του λυκόφωτος
αποβάθρες της νύχτας
φανοστάτες του έρωτα
στα μουράγια ο καλπασμός της αθωότητας
περπατώ και δίπλα μου
αγκυροβολημένες οι αισθήσεις στην αέναη ροή το ανείπωτο
το αύριο είναι ήδη εδώ
ποιος ν’ αποκρυπτογραφήσει; τι;
το κάθε άστρο μια λέξη ίχνη λαβύρινθου
ένα τραύμα παλιό που δεν κλείνει
μυστικά τα κλειδιά του Γαλαξία
η κιβωτός των χαρταετών
τόσα αντίο ριγμένα χωρίς παραλήπτη
ο σπόρος που φυτέψαμε
δεν είναι για το χώμα
θα βγει να συναντήσει τα σύνορα των πραγμάτων
να γνωρίσει
τα περάσματα των προορισμών

Ό,τι αφήνει κανείς πίσω είναι δρόμος
οβολός της θνητότητας
γλάρος που αιωρείται στην πλάνη της απόστασης
για λίγο υπάρχουμε στη συμβολή των κυματισμών
εκεί η πέτρα ονειρεύεται να γίνει βουνό
η χλόη τη νύχτα δέντρο
η γραμμή του ορίζοντα νήμα της προσωρινότητας
το λουλούδι που για σένα θα ’κοβα.

Έχει πολλές πατρίδες το ποτάμι
κυλάει δεν σκέφτεται, κυλάει
φορτωμένο εποχές και ανθρώπους
αυτό που αφήνει πίσω
στιγμές νερού
σύντομες ανθισμένες νύχτες
στη ροή ανεξάντλητου μυστικού.

 

ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Βιβλία ανοιχτά
φιμωμένο το άπειρο το βάρος του ακουμπά
στις σελίδες σφηνωμένη η αθανασία χωρίς τέλος
κανείς δεν ξέρει τι απέγινε το άγγιγμα του Θεού
απ’ τη βουή της θάλασσας τις κοίτες των ποταμών
αναδύεται πολύς πόνος
για την πτώση των εποχών
το λιμάνι άδειο
κι ένα καλοκαίρι πέρα
σαν αποτραβηγμένη ψυχή
και η βάρκα απ’ τη μοίρα οδηγημένη περνάει
φορτωμένη ανέτοιμα βρέφη μετανάστες
μιας ατέρμονης πολλαπλότητας.

Στις ανακωχές και στους αντίλαλους
η ιστορία διηγείται το μύθο της.

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΛΑΟΣ

Είμαστε ένας παράξενος λαός
φυλή διαττόντων
αστροσκόνη στους μύθους των άλλων
ενάλιος πλούτος της μοίρας
εξόριστος στις αίθουσες των μουσείων
ορίζαμε κάποτε τη φωτεινότητα του πουθενά
γερασμένοι κωπηλάτες της ιστορίας
γυρεύουμε ένα όνομα γι’ αυτό που λείπει
τη διαιώνιση μιας απούσας διαδρομής
για τη ροή στο απρόσμενο
τον τόπο που οι πεθαμένοι θεοί
αναπνέουν ακόμα.

 

ΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ

Στο κατώφλι τού παντοτινά απόντος αύριο κάθομαι
χειρόγραφο του Θεού φθαρμένο
καθρεφτίζομαι
στον αμφιβληστροειδή του σύμπαντος
κέλυφος της ουτοπίας που εξελίσσεται
αμετανόητο άγγιγμα μες στο κοχύλι
ώρα που ο καθένας είναι πια μόνος
όποιος κι αν πέρασε κάποτε από μέσα του
ποιος ξέρει σε ποιο τόπο έχει ξεχαστεί.

Η εκκίνηση δόθηκε ερήμην
στα δέλτα των εκβολών ο ουρανός γεννά
λαβύρινθους αινιγμάτων καινούργιους Οδυσσείς
διαδρομές αθέατου έρωτα
στην προαναγγελθείσα χαρακιά του κόσμου.

 

ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΗ ΖΩΗ

Το μακρινό ταξίδι του σύμπαντος στη γνώση
δίνει υπόσταση στον άνθρωπο
απόγονο των άστρων
ανολοκλήρωτο μόριο σ’ ανολοκλήρωτο κόσμο
υπονομευτές του χάους το νερό και ο ορίζοντας
μας πηγαίνουν
στα άδυτα ατέλειωτων περασμάτων
στην άκρη των φύλλων έρπουν τα χνάρια του πεπρωμένου
πατημασιές εποχών που ’χουν περάσει
ολόκληρη διαδρομή σφηνωμένη στην άγνοια
κανείς δεν θυμάται κανένα.

Η αναπνοή είμαστε εμείς
κάτι περισσότερο απ’ το καλό ή το κακό
το S.O.S. του αιώνιου άλλου μισού
ποιος ξέρει αν κάποιος ακούει το χτύπο
πίσω απ’ των νοημάτων τον τοίχο
ίσως στην άλλη πλευρά ακέραια υψώνεται
της αυγής μας η πρώτη μέρα.

 

ΦΩΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ

Είμαστε εκεί αγέννητοι
όλοι και μόνοι
μες στη συνείδηση του άχρονου
το έμβρυο της αβύσσου
κουλουριασμένο στο βρόχο της νοσταλγίας
δακτυλικά αποτυπώματα της μοναξιάς
ο λυγμός τού αύριο
στο κύτταρο του μηδενός.

Ασφυκτιούν το φως και ο χρόνος
ονειρεύονται άλμα στο άγνωστο
μαζεύουν τους ανέμους και ξεσπούν
ένα βέλος από άγνωστο χέρι σημαδεύει
την καταγωγή της εφηβείας
κι η αθωότητα του πεπρωμένου γίνεται ιστορία.

 

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ (2011)

 

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Μου είπε κάποτε η αδελφή μου η βροχή
από τη γέννησή του το φως
αναζητά το δημιουργό του,
οι ψυχές το κβαντικό αλφαβητάρι του Θεού
ακροβατούν στα χνάρια μιας μυθικής νιότης
σκορπίζει ο άνεμος
αποτεφρωμένους αιώνες
ασθμαίνοντας φωτίζει
το παγιδευμένο έρεβος.

Είναι αργά στη νιότη του.

Ανασηκώνονται τα βουνά στον ουρανό
φάροι αποδημητικοί
ενός ανερμήνευτου νόστου
από το βάθος της εντροπίας
ο πατέρας μου γνέφει
δείχνοντας κατά το παρελθόν του γαλαξία.

Το χρονικό της σιωπής παραμένει
μακρινό ποδοβολητό
αιωρούμενη απειλή,
κανείς δεν ξέρει αν έρχεται ή φεύγει.

 

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΙ

Έξω απ’ το παράθυρο μου
βιαστικοί αγγελιοφόροι
μεταφέρουν ανερμήνευτες συγχορδίες
στα σκουριασμένα κύτταρα της προαιώνιας θλίψης.

Πέρ’ απ’ το τίποτα
η οδύσσεια του Θεού
στο αδιαπέραστο
στ’ άδυτα της Ιθάκης.

 

ΡΟΗ

Γύρω μου διακτινίζονται σιωπές
ανάμεσα σε μια Κυριακή
και στο φουρτουνιασμένο χάος
ποτάμια περνούν απ’ το παράθυρό μου
χύνονται στην παιδική ηλικία του γαλάζιου.
Τα βράδια ένας σκοτεινός άνεμος
δραπετεύει από το κελί του
τραβάει σ’ ανακυκλωμένες διαστάσεις
όπου οι συνειδήσεις ονειρεύονται
ξεχασμένους προορισμούς
αθώες εκτάσεις μοναξιάς.

Πέρα μακριά αναδύεται η αύρα
ενός απρόσιτου ωκεανού.

 

ΤΟ ΔΙΧΤΥ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Από κάτι σαν λυγμό
ξυπνάω τις νύχτες
η βαρύτητα έρχεται καταπάνω μου
το απρόσιτο έκανε τον ουρανό
για να κρυφτεί στις πτυχώσεις του
μη με ρωτάς πού πήγε η νιότη
οι παλιοί φίλοι
συσπειρωμένοι γύρω απ’ την εφηβεία
περνούν με τους ήρωες
σε μια εφήμερη αιωνιότητα
ανεπιστρεπτί,
το γραμματοκιβώτιο γεμάτο βροχή
τα γράμματα της θάλασσας φθάνουν
τη ματαιότητα του φεγγαριού ακολουθώντας,
χρόνια πριν γεννηθώ
ήμουν ένα θραύσμα φανταστικής συνείδησης
παγιδευμένο στο δίχτυ του χρόνου
σε μια περιπλοκή του καιρού.

Απ’ όλα τα ναυαγισμένα πρωινά
σηκώνεται πίκρα ιστιοφόρα
πυξίδα του πουθενά γεννάει
ένα παράξενο πουλί που αυτοσυγκεντρώνεται
λίγο προτού να εκραγεί σε νότες.

 

ΜΟΝΑΞΙΑ

Ανάμεσα σε δυο αβύσσους
η μοναξιά περαστική
φευγαλέος κυματισμός
στους ώμους της φυτρώνουν διάττοντες.
Η περιπλάνηση του χρόνου τελειώνει
κι η αγάπη δε γεννήθηκε ακόμα

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ

Άνοιξα την πόρτα και βρέθηκα στη σιωπή
οχυρωμένη στο φως
ελαφρύτερη απ’ το τίποτα
η ακαθόριστη πτήση των σινιάλων
γιατί όταν ερχόταν ο λόγος
ήμουν αλλού
η μνήμη σ’ άλλες απόκρημνες διαστάσεις.
Δέντρο γερμένο στο κενό
γερασμένη ανάμνηση στον άνεμο
οι άνθρωποι
μα πιο πολύ
ο απελπισμένος έρωτας του ανέφικτου
ιερογλυφικά
κυοφορούμενου πεπρωμένου
ο ανθός μιας πληγής στο σύμπαν
μες στα βιβλία ο ουρανός ολοένα χαμηλώνει
κατά πού πέφτει η αγάπη…
Ώρες ολόκληρες τις προφητείες μιας άνοιξης
πέρασα ξοδεύοντας
να βρω τις μυστικές λέξεις
το δρόμο για το πέραν.

Τώρα έχω να διασχίσω
μια παλίρροια φωτός
και νεύματα αποχαιρετισμού.

 

ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ

Νόμιζα πως είχα πολύ χρόνο
να μεταλλαγώ σε κύμα
ως να υπήρχα από πάντοτε
μες στον ανοιξιάτικο άνεμο.
Δεν ήξερα πως η ζωή και το χάος
μας δόθηκαν δανεικά
πως ήμουν η σκιά
μιας φευγαλέας αχτίδας
μύθος προορισμένος να ξεχαστεί
εκεί που η μνήμη δεν θυμάται
η συνείδηση πορεύεται μονάχη
σκοτεινό απρόσιτο ποτάμι
αγνοώντας τη γνώση τα όνειρα τα γηρατειά
κυλάει και χύνεται
σε μιαν αδιαπέραστη κινούμενη άμμο.

 

ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ

Ο άνεμος γέμισε χελιδόνια και σινιάλα
σημεία μιας εποχής που αλλάζει δέρμα,
ό,τι υπάρχει υπήρχε
η άβυσσος μοίρασε την ψυχή της
απόμεινε μόνο το κενό
κι ο νόστος για κάτι μεγαλύτερο απ’ τον έρωτα
οι αποικίες των χαμένων γενεών
η λύπη της Γαίας
κυματισμοί ιερογλυφικών μιας απρόσιτης πτήσης
στο τίποτα
το προσωπείο του Θεού.

 

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Το ποίημα είναι ένα σύμπαν
αδυσώπητη ρίζα φωτός
άλλη εκδοχή του πεπρωμένου
προϋπάρχει στο φέγγος μιας τραυματισμένης νότας
διαμελισμένο πρόσωπο με υπερβαίνει
ποτάμι που εκβάλλει στις πηγές του
αποικία κάπου στο βάθος της ηχώς
όπου οι καρδιές ανταλλάσσονται με το φως
και η πυξίδα κυνηγάει το άπειρο.

 

ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Έτρεξα να προλάβω τη ζωή
μ’ αυτή απομακρυνόταν ολοένα
χρονοσκιά γεμάτη κωδικούς και σινιάλα
γιατί ήξερε
πως κατά κάποιο τρόπο δεν υπήρξα ποτέ
καθώς δεν ήμουν ο προορισμός της αστραπής
αλλά η αναγγελία θανάτου ενός αντικατοπτρισμού.

Η μοναξιά γεννήθηκε πριν απ’ το σύμπαν
μια ημιτελή νύχτα
από έναν άνεμο που έμοιαζε με φως
κι απ’ τις σκόρπιες αισθήσεις
ανεκπλήρωτου έρωτα.

 

ΕΥΝΟΪΚΟΣ ΑΝΕΜΟΣ

Κάποιες μέρες είναι ευλογημένες
όταν φυσάει ευνοϊκός άνεμος
κι η ποίηση, σύγχυση μυστική
πληγή στη ροή των ημερών
οι αντένες ανιχνεύουν άγνωστες θάλασσες,
πού πάει τόσος κόσμος
τόσες φωνές χαμένες
γλιστρώντας απ’ τις γρίλιες επιστρέφουν
στης σιωπής τη χρονοδίνη.
Κι όταν γυρίζω σπίτι πλάι στο κύμα
ο Αργος με υποδέχεται αλυχτώντας
τρυφερή υποψία έναστρου πεπρωμένου.

 

ΤΟ ΧΑΩΔΕΣ ΦΩΣ

Είμαι ένας φανταστικός χάρτης
από λεπτά, ώρες, χρόνια
κι απ’ τη λάβα μιας ακαταστάλαχτης επιθυμίας
τόσοι εαυτοί μου σκόρπισαν
στο αρνητικό του χρόνου
οι ζωές μου, η μία μέσα στην άλλη
ρώσικες κούκλες
μοιρασμένες ανάμεσα στους ωκεανούς
και το αρχαίο τοπίο του ουρανού
χωρίς να γνωρίζει η μια ότι
η νιότη της ανήκει στη μοναξιά της άλλης.

Ας ήταν να ’βρισκα έναν τρόπο
να μη γεράσει ποτέ
το χαώδες φως στο ποίημα
κι ο περαστικός που μέσα του
σηκώνει πανί.

 

ΕΤΣΙ ΚΙ ΑΛΛΙΩΣ

Σ’ αυτήν τη ζωή ξέχασα όλα όσα γνώριζα
αφού το καθετί περνά
είχα γεράσει μα νόμιζα πως είμαι ακόμα νέος
περικυκλωμένος από πιθανότητες και ημιτελείς διαδρομές,
ανυπόταχτος αποπλέει ο χρόνος
μες στη βαθύτερη τάξη του χάους,
έτσι κι αλλιώς το σύμπαν αποδημεί
ένα σπαραχτικό γράμμα του Θεού σ’ έναν άλλο Θεό
καθώς το αύριο ανακυκλώνει τους προορισμούς
έτσι κι αλλιώς στο σκοτεινό σύνορο της γνώσης
οι αριθμοί ξέρουν να μετρούν
αλλά όχι να αισθάνονται.

 

Η ΣΧΙΣΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Στην Κύπρο κάποτε ήμουν ο Πρωτέας
χιμαιρικός κωδικός της νιότης
γιος του Άρη και της Αφροδίτης
η ιστορία επιμένει πως δεν υπήρξα ποτέ
όμως οι σύντροφοι μου πάνε χρόνια που κοιμούνται
οε μιαν άκρη του Τύμβου άλλοι
κι άλλοι κάτω απ’ την χλόη των βορεινών λόφων.
Όσοι έφυγαν, έφυγαν
ίσως να γνώρισαν
όλες τις πιθανές εκδοχές του χάους
φυσιογνωμίες που μεγαλώνουν
έξω απ’ τις κατευθύνσεις του χρόνου
και τις σχισμένες σελίδες της ιστορίας.

Ένας άνεμος απαλός απ’ το Τρόοδος στον Πενταδάκτυλο
περνά στις αψίδες του Μπελαπαΐς
ο Ιλαρίων κατεβαίνει απ’ το βάθρο του
φθάνει στο κάστρο
το ριζωμένο στη θάλασσα
εκεί ποιητές μπαινοβγαίνουν
του νόστου φουσκώνουν πανιά
κι αποπλέουν
σία μονοπάτια του μύθου.

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ

Φοβάμαι γιατί μέσα μου η αφυπνισμένη νιότη
γεννά αστραπές
βροχή μετεωριτών από υπερκόσμια μουσική
φανταστικές ψυχές που δε γεννήθηκαν
εξεγείρονται
θραύοντας τις διαστάσεις
ενός διάτρητου κόσμου.

Η ουτοπία είναι η σοφία που δεν κατανοήσαμε
δώρο στην καρδιά της ανθρωπότητας
ήρθε ο καιρός να εκφράσουμε το ανείπωτο
λαμπαδηδρόμοι της μοναξιάς και των ονείρων
μύστες ενός άλματος στο χάος
χιμαιρικοί οδοιπόροι της σκοτεινής πλευράς του εγκεφάλου
προφήτες κι ερευνητές μιας γνώσης
που μας δόθηκε,
ήρθε ο καιρός, χωρίς επιστροφή,
να συναντήσουμε το σύμπαν.

 

 

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΡΙΟ  (2010)

 

Ο ΑΛΛΟΣ

Κείτεται μες στην ιστορία χιλιάδες χρόνια
στη σιωπή των μουσείων, στα βιβλία
σαν αδιόρατη κραυγή σ’ ένα άλλο μήκος κύματος
κάτω από τη σκόνη των αιώνων.

Κείτεται μέσα μου
με την ψυχή του διάτρητη
τοιχογραφία της φθοράς,
διαρρέει από τις φλέβες του ο καιρός
σπέρνοντας λέξεις που σφυρίζουν σαν τον άνεμο
ψάχνοντας ένα τόπο ν’ ακουμπήσουν
τα μελλούμενα χρόνια
να μοιράσουν τ’ αγέννητα παιδιά.

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΟΙΞΗ

Γράφω για την τελευταία άνοιξη,
θα ‘ρθει πυροβολώντας στα έγκατα του ύπνου μας
μ’ ένα πολύχρωμο μπαλόνι
ένα τραπεζομάντιλο γεμάτο παπαρούνες.

Για την απολιθωμένη πατρίδα μου γράφω,
τ’ αγάλματα και τα μνημεία που σαπίζουν στη βροχή
τα σπίτια που λυγίζουν έξω απ’ τον καιρό τους
τις φλέβες της που χύνονται στο τίποτα.

Με το αίμα μου γράφω
Για σένα που με κοιτάς στα μάτια
σαν ανοιγμένη καρδιά
μικρού παιδιού.

 

ΦΥΛΛΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

Α’

Κάθε μέρα το αύριο ντουφεκίζεται
έξω απ’ την πόρτα μας.
Κοίταξε πόσο ρήμαξε ο τόπος,
οι άνθρωποι φιλιούνται και χάνονται στη λήθη
τα παιδιά μας ξαναγυρίζουν στο χθες.
Πόσο λοιπόν θ’ αντέξουμε
με τη ζωή μας αγκυροβολημένη στο χάος;

Β’

Δεν έχουμε πια ηλικία
δώσ’ μου το φτερό σου
αιμοσφαίριο του έρωτα, πρόσωπο της αγάπης
τόσες ξεριζωμένες Κυριακές
για ένα χέρι που αγκαλιάζει
τόσες ρυτίδες που τις σκάβει η βροχή
για να χτίσουμε το φως.

 

ΧΡΥΣΑΛΛΙΔΑ

Απόψε θα τυλιχτώ το μανδύα του γαλαξία
και θ’ αγρυπνήσω
στέλνοντας γράμματα σε πρόσωπα
γεμάτα χρόνο, σε καιρούς γυμνούς
γιατί η ψυχή μας αιμορραγεί στη μοναξιά
το κάθε πράγμα στη σιωπή του.

Μεταμορφώνομαι
πεθαίνω αδιάκοπα, αλλάζω,
κύματα δέντρα και πουλιά
στίγματα μιας θαμμένης γλώσσας
ένα μπουκάλι μ’ ένα μήνυμα παλιό στο αίμα σου,
αγωνίζομαι
γράφοντας γράμματα, βαθιά σαν το πηγάδι
να μπω στο φως
με τη φωνή σου
να μιλήσω.

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Γέμισα άσπρα μαλλιά
κι ακόμα ξέρεις
μόλις που έμαθα να περπατώ
και δεν μπορώ να ξεχωρίσω
τους εχθρούς από τους φίλους.

 

ΤΟ ΜΑΥΣΩΛΕΙΟ

Είμαι ο τελευταίος ξέρεις που υπερασπίζεται τον έρωτα
οε μιαν άδεια πόλη,
γεμάτη συνθήματα και υποσχέσεις.
Αγκυροβολημένος εδώ
σ’ αυτό το μαυσωλείο των χρωμάτων,
ίσως να ‘χω φτάσει σε μιαν ώρα
που όλα τελειώνουν ή αρχίζουν.

Έτσι που τα πράγματα βαραίνουν μες στην ανωνυμία
πάνε χρόνια τώρα που ζωγραφίζω ένα παράθυρο στην ψυχή σου
γεμάτο θάλασσα,
κάθομαι ώρες και προσπαθώ να σου πω
πως ο έρωτας είναι η τελευταία επανάσταση στη ζωή μας.

 

ΚΙΒΩΤΟΣ

Σαράντα χρόνια πέρασε κωπηλατώντας στο αίμα
η ψυχή του διάφανη αντένα ανιχνεύοντας
ό,τι έμαθε πως είναι ζωή.
Το ‘ξερε πως θα πεθάνει και λυπόταν
γιατί δεν είχε ν’ αφήσει τίποτα στον κόσμο
παρά ένα βαθύ ανυπόταχτο τραγούδι.

 

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Αυτή τη νύχτα ας μην ξυπνήσουμε
όσους κοιμούνται δίχως όνειρα,
ακέραιοι κι ανύποπτοι
τυλιγμένοι το κουκούλι της αθωότητάς τους,
κάποιοι αγρυπνούν,
γλιστρώντας στην άνοιξη που ετοιμάζουν
έρποντας μες στα χρώματα
μεταγγίζουν το αίμα τους
στο σώμα του αύριο.

Αυτή τη νύχτα μας πολιορκεί
η άνοιξη και τα παιδιά
οι φαντάροι που προχωρούν στα σκοτεινά.
Στρέφοντας το κεφάλι πίσω
κατά τη νιότη των πραγμάτων,
κάτω απ’ το κέλυφος του ονείρου
μεταμορφωνόμαστε σ’ ένα σπόρο
σφηνωμένο στις μέρες του μέλλοντος.

 

ΠΥΡΕΤΟΣ

Μια θαμμένη άνοιξη η ψυχή μου
συστρέφεται
γράφοντας, μιλώντας, ζωγραφίζοντας
ματώνει,
φυλακισμένη στο κουκούλι
μιας μετέωρης στιγμής
σαν μια ανυπόταχτη λέξη
που συντρίβει τον εαυτό της
γυρεύει την πρώτη της ρίζα
της αβύσσου το στίγμα.

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων,
κοινώνησε με ελευθερία και φως,
σηκώνοντας το χέρι έδειξε
κατά το γαλαξία
και αναχώρησε.

 

ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Φως, χυμένο αίμα της νύχτας
φως, αγρύπνια γαντζωμένη στις αρτηρίες μας,
λίγο προτού η άβυσσος καταπιεί την ιστορία
η εποχή μάς έχει εγκαταλείψει.
Είμαι το τελευταίο ζωντανό μήνυμα,
η τελευταία ουτοπία,
ο ασυρματιστής που εκπέμπει
την ψυχή του.

 

ΑΠΟΠΛΑΝΗΣΗ

Ό,τι μας δόθηκε
ήταν σύμβολο αποπλάνησης,
η νόηση, ο έρωτας, ο ίσκιος της αθανασίας
μα πάνω απ’ όλα
της εφηβείας η αίσθηση.

Όσο κι αν προσπαθώ
θυμάμαι μόνο
το περίγραμμα ενός δέντρου
βυθισμένου στην ομίχλη,
στα κλαδιά του ανθίζουν πουλιά
κι η στίλβη τρυφερών αποχαιρετισμών.

Ό,τι μας δόθηκε
ήταν λίγο
ίσως γι’ αυτό η ψυχή μου αναζητά
νότες αρχέγονες,
ίχνη μοναχικά.

 

ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Σε λίγο θα ‘χω την ηλικία της γης
εθελοντής της ζωής μ’ άσπρα μαλλιά
κι ακόμα μαθαίνω να ιππεύω τις ανταύγειες
ν’ ανταλλάσσω ηλεκτρόνια με το χρόνο, το αρχέγονο σύμπαν.
Θα μείνω αντάρτης,
σ’ αυτόν τον αιώνα
το σκουπιδοτενεκέ,
η ταραγμένη μου διάνοια αναπνέει
βγάζοντας το κεφάλι πάνω
από τη θάλασσα των παγωμένων ημερών,
θα μείνω -θα μείνω άραγε- αντένα
σε μήκη κύματος εγκαταλειμμένα
στραμμένος στα σκοτεινά μου βάθη
ένας προφήτης μετεωρίζεται
εκεί που κάποτε γεννιόνταν το αίμα
η αρχή και το τέλος.

Η ιστορία πια τώρα έμαθε,
τη γεωγραφία του αδιέξοδου
να σφίγγει το σχοινί γύρω
απ’ το λαιμό της, έμαθε,
να νεκροτομεί τη ζωή.
Θέλω να πω, θέλω να ουρλιάξω
είμαι ένα νόθο που τρέφεται
απ’ τη χλωροφύλλη των κιτρινισμένων ημερών.

Εδώ που όλα συγκλίνουν
σ’ έναν αποχαιρετισμό χωρίς προοπτική,
εδώ που όλοι εγκαταλείπουν κι εγκαταλείπονται
τραβώντας ο καθένας για ένα βέβαιο στίγμα,
δεν έχω άλλο ρούχο, άλλη διέξοδο
μου μένει μόνο
να προεκταθώ μέσα στην άβυσσο.

Σ’ αυτό το αστρικό ερείπιο
που καταρρέει στη καμπύλη της μοναξιάς και της απόγνωσης
κρυώνω περιμένοντας με το αυτί
ακουμπισμένο στην πόρτα της αιωνιότητας
στην αιωρούμενη σιωπή.

 

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

Στον Τόλη Νικηφόρου

Κάποτε θεέ μου θα σου μιλήσω για την επανάσταση
για μια παμπάλαιη στιγμή που αιωρείται στον ύπνο μας
για τη βουή στο βάθος μέσα των αρτηριών.
Όσο το αίμα μου κυλάει στις φλέβες
όσο υπάρχω κάτω απ’ το υγρό
βάρος των άστρων,
πρέπει να σου μιλήσω
για τις χίμαιρες του κύτταρου
τα παιδιά δίχως νιότη
τα πεινασμένα κορμιά που καμπυλώνουν
δίχως όνειρα, θα σου πω,
για τη φωνή μας που εκβάλλει στο τίποτα
κι ακόμα
θέλω να σου μηνύσω
με το σώμα, με σινιάλα,
λαχανιασμένα ποδοβολητά από φως
για τα κλουβιά, τις φυλακές, το αδιέξοδο,
τη διείσδυση της νύχτας μέσα στη μέρα
τη ζωή που κείτεται μισοβυθισμένο καράβι
κάτω απ’ τη σκόνη των αιώνων.

Κάποτε θεέ μου θα σου μιλήσω
για την κιβωτό της επανάστασης
το μήκος κύματος της μοναξιάς της
κι όσο ακόμα το ματωμένο ρολόι χτυπά στο στήθος μου
θα σου πω
πως θέλω να ‘μαι η πρώτη
Ερωτευμένη σφαίρα που θα πυροβολήσει το κενό.

 

 

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟ ΚΟΣΜΟ (1980)

 

ΓΕΝΝΗΣΗ

Κανείς δε με ρώτησε από πού έρχομαι,
αιμοσφαίριο της αιωνιότητας
εκσφενδονισμένο
ανάμεσα σ’ αυτούς τους τοίχους.

Μπορώ κι ακούω την καρδιά μου να χτυπάει
το αίμα μου να κυλάει
και τη μνήμη μου κάποιες λέξεις να τυραννούν,
ζωή και θάνατος
ελευθερία.

 

ΑΠΟΙΚΙΑ

Ό γιαλός, αυτές οι νύχτες, αυτό το πλήθος
θα ξανάρθει,
όμως εμείς δεν θα είμαστε πια.
Απ’ τις ρωγμές του καθρέφτη
φεύγουμε μακριά πολύ.
Αυτά τα κουρασμένα σώματα
θα ξαναγυρίσουν,
όμως άλλες αταίριαστες ψυχές θα μας καλούν μέσα τους.

Από τους ήχους, το σκοτάδι και το φως περνούμε
φωνές του καλοκαιριού και του χειμώνα,
φεύγουμε βαθιά πολύ,
ώσπου να γκρεμιστεί μέσα μας η απεραντοσύνη.

 

ΝΙΟΤΗ

Λένε πώς μάταια περιμένω
πως ο καιρός είναι ένα γέρικο άλογο.
Όμως εσύ το ξέρεις, θα με βρεις
εδώ μέσα στο πλήθος πού τραβάει
στους χειμώνες και τα καλοκαίρια
στο παιδί που σπάει το τσόφλι της χίμαιρας
και γεννιέται.

Λένε πώς δεν πρέπει να ονειρεύομαι
ούτε και να θυμάμαι,
όμως εσύ πού κοιμάσαι μ’ ένα λουλούδι
στην καρδιά σου
το ξέρεις, θα με βρεις εδώ
με τη γροθιά υψωμένη στον άνεμο
εσύ που είδες την ψυχή σου
να καταρρέει
το ξέρεις, θα με βρεις εδώ
μ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο καρφωμένο
στη νιότη μου.

 

ΜΝΗΜΗ

Αυτός πού θορυβεί απόψε στην καρδιά σου,
ίσως είμαι εγώ,
αυτός πού φτερουγίζει στο αίμα σου
με τον ερειπωμένο καιρό στο βήμα του
μ’ ένα Θρυμματισμένο φεγγάρι στη μνήμη,
ίσως είμαι εγώ.

Χρόνια ταξιδεύω στην απουσία
μ’ ένα παλιό άνεμο στα χείλη
σαν ένα γερασμένο πουλί.
Οι άνθρωποι φθείρονται κι αλλάζουν ζωή
και συ γυρεύεις το στίγμα της χίμαιρας,
μια φωτιά να καείς
ένα τέλος να συντριβείς.

Το αίμα σου ένα σπασμένο φτερό λεηλατεί
ένα απολιθωμένο όνειρο.

 

ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ

Μη γράφεις βιβλία για μένα
μη κλαις για μένα
φεύγω βαθιά στον αποχωρισμό.
Τούτη τη θλιμμένη Κυριακή
τούτη τη θήκη της χίμαιρας
ένα τρυφερό χέρι περνάει απ’ την καρδιά μου.

Είμαι δω για κείνους πού χάθηκαν
για κείνους πού μεγάλωσαν στη μοναξιά
όπως τα δέντρα.

Μη με περιμένεις
έτσι ήταν πάντα,
τα δέντρα μεγαλώνουν στη μοναξιά
κι η αγάπη παλιά όσο το σώμα μου
ουρλιάζοντας στο αίμα μου μέσα πάει.

Κάποτε θα γυρίσω στο παλιό μου σπίτι
κρατώντας στα δόντια τη ζωή
πού πάει να ξεχαστεί.

 

ΟΙ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΦΩΝΕΣ

Μόνε και σιωπηλέ ταξιδιώτη,
τη γη πού πίστεψες πώς φτάνεις,
πια δεν θα βρεις.
Η αποικία πού τόσο αγάπησες
πάντα θα φεύγει,
μέσα στις βροχερές νύχτες του καλοκαιριού
με τους αστερισμούς της θάλασσας
στα παιδικά σου χρόνια.

Άποικε πικραμένε
που κυνηγάς χιμαιρικά ταξίδια
κι ακολουθείς τις μυστικές φωνές τους
από λιμάνι σε λιμάνι,
στις φυσιογνωμίες των φίλων πού χάθηκαν πάντα θα γυρίζεις
και τη ζωή σου θα γυρεύεις στα μακρινά τραγούδια.

 

ΕΦΗΒΕΙΑ

Εδώ που ρίζωσα κι υψώνομαι
ένα αίνιγμα στο ανεξιχνίαστο
μέσα στις λυπημένες κραυγές των πουλιών,
ακούω την ψυχή μου να σπάει,
γιατί πάει καιρός πού δε με κοίταξε κανείς
βαθιά στα μάτια.

 

ΛΕΗΛΑΣΙΑ

Ήρθες, μ’ ένα ασήκωτο όνειρο
κι ακόμα δεν έμαθες να γελάς
ν’ ανασυνθέτεις την ελπίδα.
Όπως μια χειρονομία που κόπηκε
ανηφορίζουν στην ψυχή σου
θρυμματισμένες οι ώρες.
Μη την φωνάζεις, δε θα ρθει
ανεξιχνίαστη, αινιγματική, απρόσωπη
λεηλάτησε, λεηλατήθηκε
κι αποδήμησε μακριά πολύ.

Η φωνή σου εκτείνει στον άνεμο
τον γαλαξία της ερημιάς σου,
βαθύ πλεούμενο, ανεπίστροφο,
τεντώνεται μέσα σου σα βροχερή μέρα
της απουσίας το ανείπωτο, όμως
μη την φωνάζεις, δε θα ρθει,
η χίμαιρα κυλάει στο αίμα της
κι ας γυρίζεις το κεφάλι, όταν
περνούν τά τραίνα, όταν
στο φινιστρίνι των παλιών καιρών
συντρίβεσαι,
στίγμα της μνήμης και της λησμονιάς.

 

ΤΟ ΟΡΑΜΑ

Κάποτε ο καιρός θα ρθει
μες απ’ το γυάλινο κουκούλι του,
ένα ήσυχο πρωινό ή
ένα βράδυ που οι άνεμοι το πάνε.

Εκείνος που πάει μόνος
θα χαθεί
σηκώνοντας στους ώμους του το πλήθος.
Μ’ ένα βαθύ σχίσιμο στη φωνή
ένα χαμηλωμένο φως στα μάτια
πέρ’ απ’ τις κομματιασμένες εποχές
θα ταξιδέψει
στην ελευθερία.

 

ΕΚΡΗΞΗ

Εδώ ήταν το σώμα μου και διαλύθηκε
ένα φτερό δυο σταγόνες αίμα
και κείνος ο απελπισμένος άνεμος.
Εδώ που ακουμπάς ήταν μια χίμαιρα
ένας σπόρος για τη ζωή ή για το θάνατο.

Αν σου μιλώ
για καταποντισμένα χρόνια
για κείνους πού έφυγαν,
είναι γιατί όταν βραδιάζει
στα λιμάνια τα βαπόρια σφυρίζουν
είναι γιατί η φωνή καταρρέει
και πάει βαθιά στο χώμα.

Τη ζωή μου έζησα μακριά
εκεί πού οι άνεμοι χάνονται μέσα στην πόλη
κι οι δρόμοι βουλιάζουν
φορτωμένοι ερημιά.
Ποιο χέρι μας έδεσε
στην παλίρροια μέσα των εποχών
ποια μνήμη μας πήρε στο βυθό της
τ’ αβέβαια εκείνα δειλινά.

 

ΖΩΗ, 1

Εδώ τελειώνει μια εποχή
το σώμα μου είναι κιόλας ένα φτερό
γιατί αύριο θα ‘μαι
ένα βαθύ σχίσιμο στην ανυπαρξία.
Τα γράμματα που έγραφα στη χίμαιρα
πυρκαγιές μέσα στις νύχτες
θρυμματισμένα φεγγάρια
που δέ θυμούνται τ’ όνομά τους.

Δεν έμαθα να μιλώ
ούτε να κλαίω
να τεντώνομαι μόνο
ένα πανί στον άνεμο.

Τώρα είμαι ένας άλλος,
ή καρδιά μου είναι φτιαγμένη από απουσία και φώς
κι ένα χέρι με πηγαίνει στο μέλλον.

 

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ

Θα βρέχει τώρα στο Reuilly
μια παλιά τεντωμένη βροχή,
στο σταθμό τα τραίνα θα σφυρίζουν
και συ που τόσο αγάπησες τους δρόμους
με τα χιμαιρικά ονόματα
θα κοιτάζεις χαμηλά, περ’ απ’ το τζάμι σου
τον έξω κόσμο.

Θα βρέχει τώρα,
μια ζεστή φωνή θα ψαύει την καρδιά σου.
Αν φώναζες κάποιος θα ερχόταν
απ’ το βαθύ καιρό στην πόρτα σου,
μες’ απ’ τις ερειπωμένες νύχτες.
Αν φώναζες κάποιος θα ερχόταν
απ’ τούς βρεγμένους δρόμους,
θα τέντωνε τη ζωή του να σε βρει
κάποιος πού ίσως γυρεύει κάτι
να καταποντιστεί και να πεθάνει.

 

ΜΙΑ ΦΟΥΧΤΑ ΦΩΣ

Θα πρέπει να πέρασε πολύς καιρός
μια εκπυρσοκρότηση από χρόνια
ίσια στην καρδιά μας,
ένα παράξενο κοχύλι μ’ ανοιγμένα φτερά
τη ζωή μας κόβει στα δυο
μας μαθαίνει να κοιταζόμαστε στα μάτια.

Αν είχα πατρίδα
θα σ’ έπαιρνα μαζί μου
στο αύριο,
μ’ ένα κλαδάκι ανθισμένη βροχή
στα μαλλιά σου ξεχασμένο,
μια φούχτα ανεμοδαρμένο φως
στη νιότη σου.

 

ΑΝΑΔΥΣΗ

Δεν είναι πού περίμενα τα χρόνια που ‘λειπες
δεν είναι που η ζωή μου κάνει πανιά.
Είναι που η ψυχή μου βουλιάζει στην απουσία
το αίμα μου που ουρλιάζει στις φλέβες.

Είναι που τα πουλιά όλο και χάνονται
γίνονται δέντρα
και σωπαίνουν.

 

ΡΥΤΙΔΑ

Κάποτε έρχεσαι από το βάθος
όπως μια μοναχική πατημασιά.
Σκαρφαλωμένος στα γυμνά κλαδιά, στις φλέβες των δέντρων
στις φλέβες της ζωής που χύνονται στον ουρανό,
έτσι σε θυμάμαι
σα μια άγρια ρυτίδα
που προεκτείνεται στον ύπνο μου.

Ένα γράμμα που ταξιδεύει ειν’ ο κόσμος, έλεγες,
και ή ζωή φεύγει, φεύγει, φεύγει,
μόν’ η ψυχή μας που τη γδύνει η βροχή
απορημένο σύννεφο που έχασε τον ουρανό του.

Έτσι σε θυμάμαι
ν’ ανασηκώνεσαι άνοιξη στη διαφάνεια του χειμώνα
σα την καρδιά των θρυμματισμένων καιρών
π’ απλώνει το χέρι της
και κείνο το τριζόνι πού μας γνέφει μες απ’ τη μοναξιά του.

 

ΕΝΑΣ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΥΡΙΟ

Άιντε λοιπόν καρδιά μου
ας τραγουδήσουμε
για το παιδί πού ‘φυγε χρόνια πριν
μιλώντας σ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
για το αύριο πού θ’ αναδυθεί
απ’ τις παλιές μας πατρίδες.

Ονειρευτήκαμε πολύ
ονειρευτήκαμε,
όπως ο μεθυσμένος που περπατάει
κοντά στο άπειρο
τό δέντρο πού βυθίζεται στον άνεμο.

Ας τραγουδήσουμε κι ας ξαναγεννηθούμε
στο σφυγμό της απεραντοσύνης μέσα.

 

 

ΑΠΟΙΚΟΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (1966)

 

ΤΥΨΗ

Πήγα και κάθισα κάτω απ’ το κόκκινο φανάρι
στη στροφή του δρόμου με τους στεναγμούς
Η βροχή έκανε ποτάμι τ άστρα.
Άνοιγε μέσα μου ο κύκλος.
Το ρολόι έδειχνε δώδεκα και πίκρα.
Ήρθαν και με βρήκαν
απ’ τις τέσσερις γωνίες της νύχτας
με αλλόκοτους ψίθυρους
και κλειδώθηκαν βαθιά στο αίμα μου
οι πέτρες με τα γαλάζια μάτια
τα πουλιά με τα γαλάζια νύχια
και μάτωσαν τη συνείδηση μου.

 

ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ

Ο δρόμος
το πέλαγος ο ανεμοδείχτης
ψηλά στη γέφυρα τ’ ουράνιου τόξου
η αγάπη με τη σιωπή της
η νύχτα με τ’ ακρογιάλια της
λάμπουν μακριά μας
σαν τ άνθη
σαν τον άνεμο.
Το άστρο
η βροχή
το καράβι
φέρνουν από μακριά
ένα τραγούδι
ένα θρήνο
σαν παραμύθι
σαν το παιδί που κλαίει.

 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ‘ΡΘΟΥΝ

Θ’ ανεβώ ψηλά στη γέφυρα
ν’ ακούσω τη βροχή
και την οδύνη
τ’ ουράνιου τόξου.
Ακούστε !
Έρχεται
απ’ τους δρόμους της αιωνιότητας
μια καρδιά χιλιάδων χρόνων.
Ακούστε !
Ο άνεμος ταξιδεύει πίσω από τον τοίχο.
Έρχονται οι πολιτείες
από τις επάλξεις του χρόνου
με γιγάντια βήματα.

Ανοίγω τα παράθυρα της νύχτας
στα πιο ψηλά κλαδιά της μοναξιάς μου.
Οι πύργοι
που τρέχουν στις οροσειρές
και τα λευκοντυμένα χελιδόνια
ακούν
των αρχαγγέλων το άσμα
και τα ουράνια βήματα της χαραυγής.
Ψηλά
τα όρη
οι δρόμοι
τα πάρκα
ανεμίζουν ένα χαμόγελο.

 

ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Αυτό το αμφίβολο φως
σχήματα και ιδέες μέσα σε μιαν ακινησία
όπως ένα σταματημένο απόγευμα
σε μια τομή του χρόνου.

(Είμαι ένα άδειο αντηχείο
ένα τέλμα από αντανακλάσεις).

Αυτό το κοιμητήριο των αισθήσεων
τα δάκρυα
πού λάμπουν μες στο χάος
επιδεινώνουν τη μοναξιά
συνθλίβουν τη θέληση.

 

ΑΠΟΙΚΟΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Δεν φθάσαμε σ’ άλλη γη
εμείς οι πρώτοι άποικοι της νύχτας
τα χρόνια μας τ αφήσαμε στις φτωχογειτονιές
να μεγαλώνουν να γέρνουν και να πεθαίνουν
τα μάτια μας τα εξαντλήσαμε
ακύμαντα και σιωπηλά τις νύχτες.
Σ’ αυτή τη θάλασσα
ριζώσαμε.
Σ’ αυτούς τούς δρόμους τη ζωή μας σπαταλήσαμε
την ηχώ μας ανέκκλητα ξεχάσαμε.

 

ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ

Χρόνια περιμέναμε στο σταθμό ένα τραίνο πού ποτέ δεν πέρασε
με τις αποσκευές στα χέρια
το πρόσωπο προσηλωμένο στην τελευταία στροφή
έτοιμοι πάντα για αναχώρηση.
Κάπου θέλαμε να ταξιδέψουμε
και μείναμε εκεί στο σταθμό
περιμέναμε ένα τραίνο πού δεν πέρασε
μαρμαρωμένοι ταξιδιώτες
έτοιμοι πάντα για αναχώρηση.

 

ΤΑΞΙΔΙ

Βρεθήκαμε στις άδειες αίθουσες ενός μουσείου
πρόσωπα άγνωστα μαρμαρωμένα.
Σ’ αυτό το απέραντο αντηχείο
ο θόρυβος των κλειδιών στην πόρτα
και τα βήματα του φύλακα
μας θυμίζουν ένα ταξίδι.
Μέσα μας πλαταίνει μια άλλη ζωή
(πατρίδα αντίο)
μέσα μας υφαίνεται μια καινούργια σημαία
για την καινούργια πατρίδα τους καινούργιους καιρούς.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Στο καφέ «Εντροπία»

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ

ΘΕΥΘ Τ.6 ΔΕΚ. 2017

Η ΝΙΚΗ ΑΛΛΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ Η ΜΑΣΚΑ ΤΗΣ
ΗΤΤΑΣ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΜΟΝΟΠΑΤΙΟΥ…

Αν η μεγάλη έκρηξη θεωρείται και η αρχή της μεγάλης περιπέτειας του σύμπαντος, ο Βασίλης Φαϊτάς στη νέα ποιητική συλλογή του Στο καφέ «Εντροπία» ταυτίζεται με την αρχέγονη ύλη, ζώντας όχι σε μια, αλλά σε
πολλές πραγματικότητες, που ίσως ταυτίζονται με τα παράλληλα σύμπαντα. «Αναπνέω το σύμπαν / πάντα ήμουν και κάπου αλλού / μια πραγματικότητα μες σε μιαν άλλη». Στην ποιητική συλλογή του Ο αλχημιστής του χάους
στο ποίημα «Ταξίδι σε ένα παράλληλο σύμπαν» ομολογεί πως ποτέ δεν μπόρεσε να γράψει «ένα αληθινό ποίημα». Ο ποιητής μεταφορτώνει εκεί τη συμπαντική περιπέτεια σε εναγώνια αναζήτηση ποιητικής δημιουργίας.
Εδώ η μεγάλη περιπέτεια του σύμπαντος γίνεται και δική του περιπέτεια: όσο το σύμπαν διαστέλλεται, τόσο ο ποιητής περιπλανιέται σ’ αυτό και στην αιωνιότητα. Συμπαρασύρεται στην αναζήτηση όχι τόσο της αρχής του κόσμου, όσο της ίδιας του της ύπαρξης, σε μια τοπιογραφία απροσδιόριστη που δεν έχει ούτε ύλη ούτε όρια.
Ερμητική η ποίηση του Φαϊτά δεν επιτρέπει την εύκολη πρόσβαση στα νοήματά της. Οι λέξεις επιδιώκουν να σε παρασύρουν σε αναζήτηση μιας λογικής επεξεργασίας, αλλά στον παραδειγματικό άξονα είναι ολοφάνερο πως το πλήθος των νοημάτων εξελίσσεται μέσα από μια προσεκτική ανάγνωση σε καταβύθιση σε βαθιά φιλοσοφικά ζητήματα.
Το κενό, οι σκιές, η μοναξιά, η περιπλάνηση, η απώλεια, οι άδειοι τόποι, «η σκιά μου κουβαλά ενοχές άδειων τόπων», τα μυστικά, «ένα αστραπιαίο μυστικό» που, ενώ «αστράφτει απρόσιτο», αποκαλύπτεται στον
επόμενο στίχο πως «ό,τι έρχεται ζει εδώ», ενώ αλλού θα πει «Αυτό που θέλησα να γνωρίσω μένει απλησίαστο», όλα αυτά μέσα σε στίχους γεμάτους κίνηση, χορό, μουσικούς ήχους, έστω κι αν αυτοί δεν είναι ενθουσιαστικοί
και λυτρωτικοί: «στροβιλιζόμαστε αγκαλιασμένοι», «ένα δάσος νότες αρχέγονες», «στις σκιές και τον ορίζοντα /ανάμεσα χορεύει πηγαίνοντας», «εκείνο που μένει είναι η ροή», «ο κόσμος κυλάει κάτω από τα πόδια του».
Τα υπαρξιακά ζητήματα ασφαλώς πρωταγωνιστούν για άλλη μια φορά στην ποίηση του Βασίλη Φαϊτά, όπως και οι φιλοσοφικές αναζητήσεις που είναι διάσπαρτες. Κάνουν έντονη την παρουσία τους όμως και οι πολιτικοί σχολιασμοί. Στο «Αυτόπτης μάρτυρας» γράφει: «η σκιά μου κουβαλά ενοχές άδειων τόπων», «χιονίζει διαμελισμένες ψυχές / σε μια πατρίδα αφημένη», και στη «Βεβήλωση» «πρόσφυγες θεοί σηκώνουν πανιά / ξένοι αρλεκίνοι βεβηλώνουν τη σιωπή των νεκρών».
Δυο λέξεις στο πρώτο ποίημα τραβούν την προσοχή μου. Η πρώτη ασφαλώς είναι η «Εντροπία». Η δεύτερη το «ρέω». Ήδη στον τίτλο της ποιητικής συλλογής του Φαϊτά Στο καφέ «Εντροπία» ορίζεται ως χώρος ένα
καφέ, μέσα στο οποίο όμως θα κινηθούμε για ελάχιστο χρόνο. Αμέσως μετά βγαίνουμε στην πόλη και αργότερα η πόλη θα πάρει όνομα: «περπατά στις αποβάθρες της Σαλονίκης». Με έναν παράδοξο τρόπο οι ορισμοί αυτοί των τόπων ακυρώνονται από την αφαιρετικότητα που υιοθετεί ο ποιητής. Οι χώροι ανοίγουν, η κίνηση μεταφέρεται έξω, ρέει σε θάλασσες, επανέρχεται όμως, «ό,τι έρχεται ζει εδώ / ανάμεσα σε μας και του παγετώνες».
Ύστερα ταξιδεύει στο σύμπαν. Η λέξη «εντροπία» αναφέρεται δυο φορές, ύστερα ξεχνιέται. Το «ρέω» όμως κυριαρχεί σε όλο το ποιητικό έργο.
Οι εικόνες του τολμηρές, υπερρεαλιστικές ακυρώνουν κάθε προσπάθεια λογικής προσέγγισής τους. Αποστασιοποιημένες από την πραγματικότητα οδηγούν ενίοτε σε μια συνειρμική γραφή, χωρίς ακρότητες, με συνυποδηλώσεις στην καταγραφή εσωτερικών διεργασιών. Εικόνες δυνατές που ενέχουν την αντίθεση όχι μόνο ως λεκτικό σχήμα, αλλά και ως μια ενέργεια προερχόμενη από μια διάθεση να σπάσει οτιδήποτε τον εγκλωβίζει: «άνοιξα την πόρτα του μύθου και βγήκα / στη στενότητα του σύμπαντος». Τη στιγμή που αναζητά την απελευθέρωση, γεύεται τη «στενότητα του σύμπαντος», ξαναγυρίζει δηλαδή στον εγκλεισμό. Και πώς μπορεί να χωρέσει το σύμπαν σε μια στενότητα; Εγκλεισμός ή φυγή λοιπόν; Άφιξη ή αναχώρηση; «Ίσως γι’ αυτό δε θυμάται αν έρχεται ή φεύγει», λέει στην «Πανσπερμία της μοναξιάς». Μεταξύ του τέλους και της αρχής τα όρια ασαφή, έτσι όπως ορίζονται από την έστω περιορισμένη οπτική μας γύρω από τους νόμους που διέπουν το σύμπαν: «Αναπνέω το σύμπαν / πάντα ήμουν και κάπου αλλού /το ταξίδι αρχίζει εκεί που τελειώνει».
Το καφέ είναι αναφορά σε κάποιον υπαρκτό ή φανταστικό χώρο; Είναι αναφορά η εντροπία στη λειτουργία που καθορίζει την αταξία ενός συστήματος, στη μέτρηση της αταξίας που η μεγίστη τιμή αντικατοπτρίζει
την πλήρη αποδιοργάνωση και ισοδυναμεί με την παύση της ζωής ή της εξέλιξης; Είναι τέχνασμα, ραδιουργία σύμφωνα με ομηρικό ύμνο; Ή η εσωτερική συνείδηση του νεκρού που κατακερματίζεται και διαχέεται ως μνήμη; «Στο καφέ «Εντροπία» συγκομιδή ψυχών / οι θαμώνες αφουγκράζονται ανήσυχοι…» γράφει στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής κάνοντας ευθεία αναφορά στην υπαρξιακή εντροπία.
Η υπαρξιακή αγωνία διάχυτη, δεν επιτρέπει όμως τη μεταφορά άγχους στον αναγνώστη, καθώς εκείνος στέκεται περισσότερο στην ενατένιση του όμορφου κόσμου των λέξεων, των νοημάτων και των συνυποδηλώσεών τους, χαίρεται τις όμορφες εικόνες που τον ταξιδεύουν σε γη, θάλασσα, ουρανό, στο σύμπαν ολόκληρο, στον εσώτατο κόσμο του ποιητή, συμπαρασύρεται από
τη μουσικότητα των στίχων.
Τα νοήματα διαπερνούν τους στίχους με τρόπο που να δημιουργούν συμπλέγματα μεταξύ τους με όρια ακαθόριστα. Μπορούν να διαβαστούν με τους προηγούμενους στίχους ή με τους επόμενους και να έχουμε δυο
αναγνώσεις: «Ο κόσμος είναι πιο νέος από μας / χιλιάδες χρόνια», αλλά και «χιλιάδες χρόνια / εραστής της αθανασίας η νιότη». Το ομιχλώδες, το θολό τοπίο εξάλλου καθορίζει και όλη την ποίηση του Φαϊτά. Οι μικρές ποιητικές φόρμες συνεπικουρούν, όχι επιτυχώς πάντα, στην προσπάθεια αποκωδικοποίησης της ποίησής του.
Δεν υπάρχει η ιστορία γύρω από την οποία στήνεται το ποίημα, υπάρχει όμως ο θεατρικός χώρος ως μια τεράστια σκηνή που περιμένει τους πρωταγωνιστές της. Οι «άλλοι» απουσιάζουν ως άμεσα εμπλεκόμενοι, όμως
συχνά υπονοούνται με τη χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου. Πρωταγωνιστές της θεατρικής σκηνής ο ποιητής, οι ίδιες οι λέξεις, τα φυσικά φαινόμενα σαν τη fata morgana, – είναι τυχαία η επιλογή της λέξης ως ηχητική προσομοίωση με το επίθετο του ποιητή ή όχι; Η fata morgana, «διασταυρούμενοι αντικατοπτρισμοί πεπρωμένων», όπως αναφέρονται στο ποίημα «Άραγε» της συλλογής Ο αλχημιστής του χάους, προσωποποιείται, γίνεται «παραλήπτης» γραμμάτων, «πάει καιρός που ζει τραγουδώντας / μετακινώντας τις σκιές μες στα χρόνια / ξεμακραίνει». Σημεία αναφοράς της ποίησης του Φαϊτά το χάος, η αταξία, το ασαφές. Αρκετά συχνά γίνεται αναφορά στο κενό, κάτι που κάνει έντονη την παρουσία του και στις προηγηθείσες ποιητικές συλλογές Συνάντηση με το σύμπαν (2011), Ρους και ροή (2014), Ο αλχημιστής του χάους (2015), (εκδόσεις Μανδραγόρας).
Οι ποιητικές περιοχές είναι ορατές, δεν είναι όμως στις προθέσεις του ποιητή να σπάσουν την ενότητα του ποιήματος, παρά μόνο να δώσουν στον αναγνώστη χώρο για αναστοχασμό. Ξεχωρίζουν μεταξύ τους και από τα κενά που τις διαχωρίζουν και από τα αρχικά κεφαλαία γράμματα, ενώ οριοθετούνται και από το μοναδικό σημείο στίξης που χρησιμοποιείται, την τελεία.
Γεμάτα ταξίδια τα ποιήματα, μόνο που δεν είναι ταξίδια σε γνώριμους τόπους, αλλά μια αέναη κίνηση ανάμεσα σε ιδέες, αμφισβητήσεις, αναζητήσεις, σε τόπους ακαθόριστους, σε τόπους άυλους, στο χάος, στην αιωνιότητα, στο κενό. Κυριαρχείται ο ποιητής από ένα διαρκές πάθος για τις μεταβάσεις από τη γη στο σύμπαν και αντίστροφα. Αέναη λοιπόν η μετακίνηση του ποιητή
στο χρόνο και στο χώρο, έσω και έξω. Κουβαλάει πάντα μαζί του την ανθρώπινη σκευή κι ας περιφέρεται στους μακρινούς γαλαξίες.
Το εξώφυλλο του εξαιρετικά καλαίσθητου βιβλίου κοσμεί ένας πίνακας του Βίνσεντ Βαν Γκογκ με τίτλο «Εξώστης καφενείου τη νύχτα στην Αρλ» και μου δίνει την απάντηση στον αρχικό προβληματισμό μου. Η «εντροπία» είναι η περιπλάνηση του ποιητικού εγώ σε έναν κόσμο χαοτικό, πλήρως υποταγμένο στην αταξία, μα και εναρμονισμένο ταυτόχρονα με δύσκολα προσπελάσιμες
έννοιες, όπως η αιωνιότητα.
Ο ποιητής παραμένει πάντα ένα παιδί που μιλάει με όνειρα, «ήξερε πάντα ήταν ένα παιδί / μιλούσε με όνειρα», «ένα παιδί γεννημένο από ουτοπίες», έχει επίγνωση του ανέφικτου, παράλληλα εκφράζει μια παραδοχή, «έτσι γράφεται το μεγάλο ποίημα» θα πει στο ποίημα «Το μεγάλο ποίημα».
Μιλά για προδοσία, ποια προδοσία όμως; Του σύμπαντος στο κέντρο του οποίου θέτει τον εαυτό του, της αιωνιότητας που τον φέρνει σε επαφή με τον θάνατο; Η αποδοχή της αιωνιότητας σημαίνει και την άρνηση του
θανάτου, έτσι είναι όμως;
Η ποίηση του Βασίλη Φαϊτά πυκνογραμμένη βαθιά φιλοσοφία με στίχους που σταλάζουν ευαισθησία, που κυλούν σε μουσικούς ρυθμούς, που εισχωρούν στην ψυχή μας αφυπνιστικά, μα και κατευναστικά, μια υπαρξιακή κραυγή που μας δονεί. Ενδύεται το φως και με αυτό πορεύεται στη σκιά, μια σκιά όμως που αυτοαναιρείται, αφού το αρχέτυπο υλικό της είναι οι ηλιαχτίδες…

Φως εσύ κι εγώ μόνοι στη σκιά
φτιαγμένη από ηλιαχτίδες
στροβιλιζόμαστε σφιχταγκαλιασμένοι
τη γενέθλια γη πλησιάζοντας
το νόημα του χάους
σε μια ροή τελειώνει
το πολλαπλό ερώτημα που είμαι δονεί.
(«Το πολλαπλό ερώτημα που είμαι»)

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

Περιοδικό «Ένεκεν», τχ. 45, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2017

Αποκωδικοποιώντας την πολυεπίπεδη ποίηση του Βασίλη Φαϊτά

0 Βασίλης Φαϊτάς εντάσσεται στη σαλονικιώτικη γενιά του ’70. Η ποίησή του συνδέεται με τη λογοτεχνική παράδοση της πόλης· κινείται μεταξύ της υπερρεαλιστικής παράδοσης της γενιάς του και της εσωτερικευμένης ποίησης της δεύτερης τριανδρίας της πόλης. Στην ποίησή του, πάνω σε μονοπάτια ανθρώπινων αισθήσεων και συναισθημάτων, συναντιόνται λυρικά στοιχεία με υπαρξιακούς προβληματισμούς με κοινωνικούς αντικατοπτρισμούς.
Αν και η κριτική δεν αναγνώρισε στον Φαϊτά τη θέση που του αρμόζει στο ποιητικό πάνθεον της Θεσσαλονίκης (ίσως και λόγω του περιορισμένου αριθμού ποιητικών του συλλογών), αδυνατώντας να αποκωδικοποιήσει τις λεπτές του αντιθέσεις και το πολυεπίπεδο στιχουργικό του σύμπαν, ωστόσο η ποίησή του δεν είναι ερμητική· είναι ανοιχτή σε εσωτερικές ανιχνεύσεις. Οι στίχοι του αποκαλύπτουν τα συναισθήματα και τις αγωνίες του ποιητή όχι μόνο σε ένα ατομοκεντρικό πεδίο, μα με μία ευρυγώνια ματιά στο κοινωνικό σύνολο και το φυσικό περιβάλλον.
Ο Φαϊτάς επιλέγει εσώτερα υπαρξιακά θέματα με μία σπάνια εξωστρέφεια αξιοποιώντας το νερό και άλλα φυσικά στοιχεία, το σύμπαν
και αντιθετικά σχήματα κίνησης-ακινησίας, έμψυχου-άψυχου, αιώνιου και εφήμερου. Η ποίησή του διατηρεί μία οικουμενική ακτινοβολία και συγχρόνως μία συμπαντική διάσταση κινούμενη μεταξύ χρόνου και φωτός, αθανασίας και φθοράς .
«Ο ποιητής επιζητά το φως της συνείδησης, ερευνά το ανεξήγητο, εισχωρεί στο αχανές του αφηρημένου, γίνεται κύμα στον ρου του απείρου, το αφηγείται και είναι καλός αγωγός των δεσμών, οι οποίοι πέρα από τη ζωή και τον θάνατο, ενώνουν αναμφίβολα την ψυχική οντότητα του ανθρώπου με τη συμπαντική πεμπτουσία» .
0 χρόνος και το πεπρωμένο αποτελούν τα βασικά θέματα της ποιητικής διαπραγμάτευσης του Φαϊτά . Προσπαθεί να αντιληφθεί το πέρασμα του χρόνου και τη διαστολή του στη φύση ακολουθώντας τα σε μία εσωτερική αναζήτηση. Αποζητά την αλήθεια για τον άνθρωπο μέσα σε ένα βίαιο σύμπαν με ένα αίσθημα απελπισίας και ελπίδας αντάμα. Η αγωνία του για τη νεότητα είναι έκδηλη στην ποιητική του . Μέσα σε ένα βίαιο σύμπαν αποζητά τη συνείδηση της αλήθειας ως πεπρωμένο ή στοιχείο θνητότητας

Η πολυεπίπεδη εκφραστική του Φαϊτά με τις στοχαστικές εκβολές

Η στιχουργική του είναι συνειρμική με αναφορές στον υπερρεαλισμό.
Τολμηρές μεταφορές δημιουργούν μία πανδαισία εικόνων οπτικών και
ηχητικών με σταθερή αναζήτηση τον χρόνο.
Το μήνυμα συμπλέκεται με τη συμπαντική εικαστική που δίνει μία αίσθηση κίνησης, εκμεταλλευόμενη τη συνειρμική σύνθεση των εικόνων. Άλλωστε, θεμέλιο ιδεολογικό του σουρεαλισμού είναι η άρνηση των κανόνων του μικροαστικού καθωσπρεπισμού· είναι η καλλιτεχνική αναρχία και το ποιητικό χάος που ως σύνολο όμως αποκτά —με βάση τους συνειρμούς— ενότητα και νόημα. Η πολυκεντρικότητα και το εικονοπλαστικό ψηφιδωτό διαστέλλουν το ποιητικό του σύμπαν.
Η μελιχρή ροή του ύφους του Φαϊτά αφήνει το συναίσθημα να περιβάλλει σαν φως τον αναγνώστη σε αντίθεση προς το βίαιο χάος η γλώσσα του με την εμπλουτισμένη σουρεαλιστικά προφορικότητά της λειτουργεί ως ηλιαχτίδα στο βερμπαλιστικό και δυσνόητο καλλιτεχνικό περιβάλλον.
Η απουσία στίξης συνδέει τα νοήματα και δημιουργεί μία αίσθηση
στιχουργικής ρευστότητας και συνέχειας των πάντων· έτσι όμως ο ρυθμός μένει ελεύθερος στην απαγγελία με τον χρόνο να διαστέλλεται· τη χρονική διαστολή υποστηρίζει και η συχνή χρήση του ενεστώτα, με το εξακολουθητικό του ποιόν ενέργειας και «σπαρμένοι» μέλλοντες .
Ενώ στη λιτή του έκφραση κυριαρχούν ρήματα και ουσιαστικά, συχνά
συναντιόνται ονοματικά σύνολα σε έναν στίχο μέσα σε ελλειπτικές προ-
τάσεις με ασύνδετο σχήμα —δίχως τα σημεία στίξης— εντείνοντας το
συναίσθημα- έτσι όμως ενισχύεται και η αχρονική αίσθηση στη διαρκή
αναζήτηση του ποιητή· μια αντίληψη ανερμάτιστης ποιητικής αλχημείας με όργανα τις λέξεις και τα συναισθήματα.
Ο κοσμικός χώρος ασκεί μία έλξη στον Βασίλη Φαϊτά, διαθέτει μία εικαστική και συνάμα μυστηριακή δύναμη που μαγνητίζει τους στίχους
του στις διαστάσεις του χρόνου και την ακατάπαυστη ενέργειά του.
Το σύμπαν συχνά επανέρχεται στην ποιητική του Φαϊτά ενισχύοντας
τη λυρική διάθεση των συνθέσεων. Ταυτόχρονα, όμως, εκφράζει την
ποιητική αναζήτηση για τον χρόνο και την αιωνιότητα ως ένα αντιστάθμισμα προς την αθανασία. Ο Φαϊτάς βρίσκει στο σύμπαν το δικό του εκφραστικό αντίβαρο για να προσδώσει ένα διαχρονικό βάθος στις αγωνίες του, για τον χρόνο που περνά και το πεπρωμένο και τη φθορά που αφήνει πίσω του . Οι διαστάσεις, το φως και η ταχύτητα, όλα συνδέονται με τον χρόνο.
Τον λυρισμό της ποιητικής του ενισχύει το φυσικό στοιχείο που διαμορφώνει μια αντίθεση ανάμεσα στο εφήμερο και το αιώνιο . Ο άνεμος» και η «θάλασσα» λειτουργούν ακριβώς ως το γήινο διαχρονικό στοιχείο στο οποίο ο ποιητής βρίσκει τα δικά του εκφραστικά σύμβολα για τις αγωνίες του . Τον ίδιο ρόλο έχουν και οι «παγετώνες» που αισθητοποιούν την αιωνιότητα στο γήινο περιβάλλον σε αντίθεση με την εφήμερη ζωή . Αναλόγως η λέξη «Νεάντερνταλ» προσδίδει ένα βάθος στον χρόνο της ανθρώπινης ύπαρξης που απλώνεται σχεδόν στην αιωνιότητα —πριν την καταγραφή του χρόνου— και ξεπερνά το εφήμερο της ζωής δίνοντας έμφαση στην ύπαρξη του είδους .
Άλλωστε, η ποίηση του Φαϊτά είναι βαθιά υπαρξιακή . Κι αξίζει να
υπογραμμίσουμε αυτήν την οικουμενική διάσταση που μέσα ακριβώς
από την αντίθεση εφήμερης ζωής και αιώνιας ανόργανης φύσης, ξεπερνά
την ατομοκεντρική υπαρξιακή αναζήτηση. Εξάλλου, διαρκής στην ποιητική του είναι και η αντίθεση ανάμεσα στο εφήμερο-έμψυχο και το αιώνιο-άψυχο. Ωστόσο, ξεπερνά και το στενά ανθρωποκεντρικό πεδίο αναφοράς. Το φυσικό στοιχείο αμβλύνει τις αναζητήσεις του. Και φυσικά ο ίδιος ο χρόνος ως ποιητικό επίκεντρο δεν αφορά μόνο τον άνθρωπο, μα όλη την πλάση.
Ας μην παραβλέπουμε όμως πως το υγρό στοιχείο (με τη διαρκή ροή
του) και ο άνεμος (που συνυποδηλωτικά πάντα πνέει) διατηρούν στον
ποιητικό τους πυρήνα τη βασική ηρακλείτεια αρχή. Έτσι, ο ποιητής ανιχνεύει στιχουργικά τη νέα ευκαιρία να δρασκελίζει τον ποταμό της ζωής. Η αιωνιότητα διακρίνεται από μία συνεχή κίνηση κάνοντας τις ανθρώπινες στιγμές και το φως να φαντάζουν εφήμερα.
Οφείλουμε δε να υπογραμμίσουμε και τη συνειρμική/συναισθηματική
ερμηνεία της «θάλασσας» και του «ανέμου» (ή των γλάρων και πουλιών) με το ταξίδι και τη δραπέτευση . Έτσι δημιουργείται ένα πολυεπίπεδο στιχούργημα που ξεπερνά την εικονοπλασία διαστέλλοντας το μήνυμα με τις αισθήσεις και τη συναισθηματική ερμηνεία των λέξεων. Και το ίδιο το ταξίδι όμως συνδέεται με τη διαδρομή στη ζωή και τον χρόνο και το πραγματικό νόημα του προορισμού ως πεπρωμένο κατά την καβαφική διδαχή του νόστου .
Παρά όμως τα πολλαπλά επίπεδα που ανιχνεύονται στη φαϊτική ποίηση, τούτη δεν είναι ερμητική. Αντίθετα, μάλιστα, με την αμεσότητα του ύφους και την απλότητα της γλώσσας του θέτει τις αγωνίες του με τρόπο εύληπτο. Ο ποιητής αξιοποιεί το συναισθηματικό υπόβαθρο των λέξεων αφήνοντας τον ακροατή/αναγνώστη να στοχαστεί μόνος του ελεύθερα, χωρίς να καθοδηγείται.

Το φως και το χρώμα ως στοιχεία αισιοδοξίας

Κατά τον Σαντζίλιο «ο οπτικός ορίζοντας του Φαϊτά περικλείει μια αρχέγονη γονιδιακή σύμφυση με ένα αστρικό πεπρωμένο απαισιοδοξίας και
μοναξιάς στη περιδίνηση ενός σύμπαντος που μετεωρίζεται από έναν “Θεό σ’ έναν άλλο Θεό”, μιας ουτοπίας όπου “το νόημα των λέξεων… διαφεύγει ” και η “συνάντηση’’ μένουν έωλα».
Η εικαστική του διακρίνεται και από μία συνεχή κίνηση που συνυποδηλωτικά διαμορφώνουν ο άνεμος και οι υδάτινες ροές (θάλασσα,
ωκεανός, ποταμός) και μία ιδιαίτερη χρωματική ποικιλία. Τον χρωματισμό του γαλάζιου εκτός από το προαναφερόμενο υδάτινο στοιχείο ενισχύει και η διαρκής παρουσία του ουρανού . Οι εξωτερικές εικόνες εξοστρακίζουν το σκότος, ακόμα κι αν δεν υποδηλώνεται άμεσα η φωτεινότητα. Την ίδια στιγμή η παρουσία της χλωρίδας και της άνοιξης προσφέρει κι άλλο χρώμα περιορίζοντας ακόμα περισσότερο τα σκοτεινά σημεία.
Η ποιητική εικόνα λειτουργεί ως καναβάτσο πάνω στο οποίο ο Φαϊτάς απλώνει τα χρώματα των υπαρξιακών αγωνιών του. Στοχασμοί συμπλέκονται συνειρμικά με την εικονοποιία, ενώ διάσπαρτες λέξεις κοινωνικής αναζήτησης ενισχύουν το συναισθηματικό βάθος της ποίησής του. Έτσι, το υπαρξιακό μέσα στη μεταφορική λειτουργία του λόγου αποκτά κοινωνικές αντανακλάσεις.
Μολονότι τούτο δεν αλλάζει το κέντρο βάρους της ποιητικής του ανησυχίας, η παρουσία τους δεν είναι τυχαία· άλλωστε, τίποτα δεν είναι τυχαίο στην ποίησή του. Με ανάλογη εκφραστική επιδεξιότητα το «όνειρο»
και η «ουτοπία» συχνά επανέρχονται στην ποιητική του συνδέοντας τον
φαϊτικό ουρανό της αθανασίας και της αιωνιότητας με την κοινωνική αναζήτηση και το υπαρξιακό με το συλλογικό. Η αναζήτηση της καταρρέουσας ουτοπίας κατέχει σημαντική θέση στην ποιητική του μαζί με την
αναζήτηση των ονείρων και τα ατομικά ή κοινωνικά αδιέξοδα .
Σε μία ασύμμετρη οπτική στοχάζεται για την ποίηση, χωρίς να στρέψει τη στιχουργία του προς την ποιητική αυτοαναφορικότητα . Ως ποιητής αναζητά την αθανασία στις βιβλιοθήκες του φωτός με πλοηγό τις
νεανικές ουτοπίες και τις ανεκπλήρωτες ανταρσίες με συχνές κοινωνικές αναφορές ή τον έρωτα . Το βίωμα και η προσωπική ταυτότητα
συμπλέκονται με εκφραστική τόλμη μέσα στο ποιητικό πεδίο των υπαρξιακών του αναζητήσεων . Το αυτοαναφορικό υποκείμενο μέσα σε ένα ποιητικό περιβάλλον που δημιουργεί η φύση και το σύμπαν βιώνει ένα συναίσθημα ματαιότητας και μοναξιάς .
Μα η ποίηση του Φαϊτά δεν είναι θλιμμένη ή μελαγχολική. Αντικρούει
την αναπόδραστη θνητότητα και φθορά του χρόνου με εικόνες πλούσιες σε φως και κίνηση που αισθητοποιούν ακριβώς τον διαρκή αγώνα της ζωής . Εξάλλου, το κάδρο του είναι σχεδόν πάντα γεμάτο φως Μέσα στο χάος διακρίνονται σημεία φωτός· η φωτεινότητα που άλλοτε «σπάει» το σκότος κι άλλες φορές πλημμυρίζει μέρος του ποιητικού κάδρου, αισθητοποιείται με την εμφάνιση των άστρων ή μία λιτή φωτοχυσία .
Το πεπρωμένο και ο θάνατος με τη θνητότητα δεν φοβίζουν τον ποιητή. Τα αντιμετωπίζει ως καύσιμη ύλη για την ίδια τη ζωή. Άλλωστε, ο
χρόνος ως ανθρώπινη επινόηση χάνεται στην αιωνιότητα του σύμπαντος και τη διαχρονική παρουσία της ζωής και του ανθρώπινου είδους στον πλανήτη.
Επιλογικά, ο Βασίλης Φαϊτάς ξεχωρίζει με την πολυεπίπεδη ποιητική
του. Ξεπερνά τη ρηχή εικονοποιία και τη συνηθισμένη εγωκεντρική
υπαρξιακή ποιητική. Αναζητά εκφραστικούς τρόπους για την απόδοση της αιωνιότητας και της αντίθεσης χρόνου-θνητότητας διατηρώντας όμως μία λυρική διάσταση στην ποιητική του.
Έτσι, διαμορφώνει ένα στιχουργικό πλέγμα που ισορροπεί ανάμεσα
στη γεμάτη κίνηση και χρώματα εικαστική του ματιά επιτρέποντας στοχαστικές αναζητήσεις με μία οικουμενική διάσταση. Ο ποιητής στοχάζεται για τον άνθρωπο ως ένα θνητό κομμάτι της φύσης ως μία κουκκίδα ζωής μέσα στο άπειρο σύμπαν. Και αυτά δίχως ποτέ να στενεύει τη μεταφορική και συναισθηματική λειτουργία της γλώσσας.

 

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

diastixo.gr 02/8/2017

Ο Βασίλης Φαϊτάς σε ηλικία 24 ετών κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή Άποικοι της νύχτας (Θεσσαλονίκη, 1966). Στα χρόνια που ακολούθησαν έως το 2016, είδαν το φως της δημοσιότητας άλλες τέσσερις: Γράμματα στον κόσμο (Θεσσαλονίκη, 1980), Υστερόγραφο για το αύριο, (εκδόσεις Μανδραγόρας, 2010), Συνάντηση με το σύμπαν (εκδόσεις Μανδραγόρας, 2011), Ο αλχημιστής του χάους (εκδόσεις Μανδραγόρας, 2015). H συγκεκριμένη συλλογή κυκλοφόρησε και στη Γαλλία από τον εκδοτικό οίκο Le miel des anges (2016).

Η συλλογή Στο καφέ «Εντροπία» κυκλοφόρησε πρόσφατα με τον συμβολικό, παραπεμπτικό σε άλλες εποχές αυτόν τίτλο και, όχι τυχαία, τον θαυμάσιο πίνακα του Βίνσεντ βαν Γκογκ «Εξώστης καφενείου τη νύχτα στην Αρλ» που κοσμεί το εξώφυλλο, και με μότο ένα χαρακτηριστικό, εισαγωγικό πεντάστιχο που προσδιορίζει και τη φιλοσοφική του θεώρηση του κόσμου:

Κι αν ελπίζουμε σε κάτι, ενός ελπίζουμε.
Μήτε ύλη, μήτε ενέργεια που χάθηκε.
Μήτε φως, μήτε σκοτάδι.
Κανένας υλισμός που παραδέχεται αυτό,
δεν μπορεί να επιζήσει.
(Ιάσων Δεπούντης)

Περιλαμβάνει 32 ποιήματα, ένα σε κάθε σελίδα. Είναι και αυτό δείγμα της «οικονομίας» του ποιητικού λόγου που τον χαρακτηρίζει. Από το πρώτο ποίημα ανοίγει δρόμο για μια σύντομη, ουσιαστική συνάντηση μαζί του, με τον κόσμο του παρελθόντος του, όσο και για μια γνωριμία και ερμηνεία μιας σχέσης των οραμάτων του με τον «Εξώστη…» του Βίνσεντ Βαν Γκογκ:

Έξω από το παράθυρό μου εκεί
στη φευγαλέα ζωή των προαστίων
κάποτε ένα παιδί έσωσε τον κόσμο
γύρισε την πλάτη στο κενό
δείχνοντας το αστραπιαίο πέρασμα του μυστικού.

Στο καφέ «Εντροπία» συγκομιδή ψυχών
οι θαμώνες αφουγκράζονται ανήσυχοι κάτι αμετάκλητο
ένας μεταλλαγμένος άνεμος εισβάλλει στις αισθήσεις
διασπά το χρόνο σε μοναχικά συμβάντα
τις λέξεις σε τρομαγμένα πουλιά.

Ρέω σε θάλασσες σωσίες υδάτινους λαβυρίνθους
κάθε άνοιξη είναι αβέβαιο κρυπτόγραμμα
πού πάει όλη αυτή η θύελλα που με γέννησε
πού μεταναστεύει.

Αυτό που πέρασε αστράφτει απρόσιτο
Ό,τι έρχεται ζει εδώ ανάμεσα σε μας και τους παγετώνες.
(Στο καφέ «Εντροπία»)

Ποίηση δυνατή, γεμάτη «κρυπτογράμματα» κι όμως ευανάγνωστη. Ο καθαρός λόγος του έχει μια γοητευτική πυκνότητα, Θεωρεί τα πάντα με το βλέμμα του παιδιού που υπήρξε και το κουβαλάει «φορτίο ευάγκαλο» και ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξίαι μες από ένα διαυγές όραμα του βιωμένου και εσωτερικευμένου χώρου και χρόνου.

Το καφέ «Εντροπία» είναι ο καθρέφτης, ο σάκος των αποσκευών του, αλλά και το μέσο που δείχνει ό, τι έχει «μεταναστεύει», συμβολικά και πραγματικά, και εκείνο το ανθρώπινο δυναμικό που βρίσκεται στα πρόθυρα της μετανάστευσης, ατενίζοντας ένα μέλλον δυσοίωνο…

Από το «κρυπτόγραμμα» περνάει στο «κρυπτογράφημα», μιλάει με όρους σταυρολεξικούς, με γρίφους που λύνονται, ωστόσο. Άλλωστε και η ζωή τι άλλο είναι παρά ένα κρυπτογράφημα με συναρμοσμένα και ενίοτε με ασυνάρτητα ή μπερδεμένα κρυπτογράμματα που απαιτούν δεξιοτεχνία και πείρα για να λυθούν.

Ζωή και θάνατος αειθαλής ενέργεια
μέσα από ιστιοφόρους λαβύρινθους που άφησες φεύγοντας
ο μέγας Απών ανάμεσα στους απόντες
στην αρχή του χρόνου μια γέννηση ψυχών
καθελκύει παράδεισους και αδιερεύνητους ορίζοντες

Θα ’ρθουν άλλοι άνθρωποι
Από αγέννητους καιρούς
[…]
Λέξεις βγαλμένες από το κενό
τι άλλο είναι ένας στίχος από τον έρωτα των προγόνων
[…]
νεύμα σ’ όλους και σε κανέναν.

Στο προσκήνιο
ανάμεσα στον αφανισμό και την ουτοπία
υπάρχει κάτι
η παλινόρθωση μιας αιώνιας στιγμής.
(Κρυπτογράφημα)

Πάλη γι’ αυτή την «παλινόρθωση μιας αιώνιας στιγμής» είναι ο αγώνας της τέχνης, ο αγώνας με τις λέξεις που με αυτές ζούμε και υπάρχουμε. Με τον λόγο που μας δίνει όνομα, που ονομάζει τα πράγματα και τα φέρνει στην επιφάνεια από την αφάνεια, χάρη στον λόγο υπάρχουμε. Και υπάρχει το σύμπαν που μας περιέχει. Χωρίς τον λόγο τίποτα δεν υπάρχει. Με τον τρόπο του, με τον υπέροχο στίχο του, το λέει ο Βασίλης Φαϊτάς κλείνοντας το Καφέ «Εντροπία» του, που με συνεπήρε:

Κρεμόμαστε ανάμεσα στο χρόνο και το διάστημα
φευγαλέες συλλήψεις
γονίδια μυστηρίου και έκστασης
ιχνηλάτες μετάλλαξης υφαίνουμε το χάος
της καταγωγής μας
στις μήτρες της ζωής και του θανάτου
τίποτα δεν σώζεται τίποτα δεν πεθαίνει
με λέξεις ιδέες και παλίρροιες της κέψης
χτίζουμε στο άπειρο την επανάσταση
ενός προσχεδιασμένου ονείρου.
(Εργαστήριο ονείρων)

Ποίηση καθηλωτική, περιεκτική, φιλοσοφημένη, που δημιουργεί αντιστάσεις και αντέχει σε πολλαπλές αναλύσεις και αναγνώσεις. Και με τα λίγα βιβλία, τα καθαρά, «κρυπτογράμματα», «κρυπτογραφήματα», ο Βασίλης Φαϊτάς είναι ποιητής. Ακόμα και με το Καφέ «Εντροπία», μόνο. Με ό,τι αυτό σημαίνει.

 

Ο Αλχημιστής του Χάους

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

Ο Βασίλης Φαϊτάς αντιμέτωπος με το χάος

Ο Βασίλης Φαϊτάς εντάσσεται στη σαλονικιώτικη γενιά του ’70. Η ποίησή του συνδέεται με τη λογοτεχνική παράδοση της πόλης· ωστόσο, ο Φαϊτάς κινείται μεταξύ της υπερρεαλιστικής παράδοσης της γενιάς του και της εσωτερικευμένης ποίησης της δεύτερης τριανδρίας της πόλης. Στην ποίησή του πάνω σε μονοπάτια ανθρώπινων αισθήσεων και συναισθημάτων συναντώνται λυρικά στοιχεία με υπαρξιακούς προβληματισμούς μέσα από ένα ανθρωποκεντρικό πλαίσιο.

Στη νέα του ποιητική συλλογή (Ο αλχημιστής του χάους, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2015), επιβεβαιώνεται ότι η ποίηση του Φαϊτά είναι εσωτερικευμένη, υπαρξιακή. Η ρέουσα αφηγηματική ροή αντισταθμίζει το αίσθημα του χάους που γεννά η απουσία της στίξης και ο σουρεαλιστικός εικαστικός πλούτος. Ο ποιητής αντιμετωπίζει ένα αίσθημα απογοήτευσης και περιθωριοποίησης, ανήμπορος να κινηθεί μέσα στο χάος που τον κυκλώνει.

Ο χρόνος για τον Φαϊτά αποτελεί ένα βασικό θέμα ποιητικής διαπραγμάτευσης («Αφηγήσεις της ροής», «Ο πρόγονος»). Προσπαθεί να αντιληφθεί το πέρασμα του χρόνου και τη διαστολή του στη φύση ακολουθώντας τα εσωτερικά. Η αγωνία του για την νεότητα είναι έκδηλη στην ποιητική του («Η Παράσταση», «Θρόισμα», «Φέγγος», «Οιωνοσκόποι»). Αποζητά την αλήθεια για τον άνθρωπο μέσα σε ένα βίαιο σύμπαν με ένα αίσθημα απελπισίας και ελπίδας αντάμα. Μέσα σε ένα βίαιο σύμπαν αποζητά τη συνείδηση της αλήθειας («Ευγνωμοσύνη») ως πεπρωμένο («Άραγε», «Μαγική εικόνα») ή στοιχείο θνητότητας («Η εφηβεία της περιπλάνησης»).

Η ποιητική αλχημεία είναι ο δικός του τρόπος να αντισταθεί στην διάλυση που παρατηρεί. Η αναζήτηση της καταρρέουσας ουτοπίας επανέρχεται συχνά στην ποιητική του («Ο κομπάρσος», «Αναδρομή», «Εδώ και αιώνες», «Αθανασία») μαζί με την αναζήτηση των ονείρων («Ομφάλιος λώρος», «Ο πρόγονος», «Ευγνωμοσύνη»).

Το κοινωνικό χάος απειλεί είτε να τον βουλιάξει στο υγρό στοιχείο ή το σκοτάδι είτε να τον καταρρίψει μέσα από ατομικά και κοινωνικά αδιέξοδα («Αλκυονίδα», «Νεάντερταλ», «Καρουζέλ»). Ωστόσο, το προσωπικό στοιχείο υπόκειται σε μία συνεχή αναδημιουργία μέσα στο συλλογικό χάος και συχνά προς μία ακαθόριστη δευτεροενική παρουσία. Ένας λανθάνων ερωτισμός, ως στοιχείο αναγέννησης και κίνησης του ποιητικού του σύμπαντος εξαγνίζει τη σκόνη του χάους («Πανσπερμία του έρωτα») και τις παραχαραγμένες ψευδαισθήσεις («Ευγνωμοσύνη»).

Ο φόβος της βύθισης και της κατακρήμνισης αισθητοποιείται –άμεσα ή ως απειλή– με τη συχνή εμφάνιση του υγρού στοιχείου (θάλασσα/ωκεανός, ποταμός, πανί, ναυάγιο κλπ) και του ύψους (σύννεφο, ουρανός, υψωμένο). Ο ποιητής μοιάζει τόσο μικρός μέσα στο χαώδη χώρο που οριοθετούν οι ορίζοντες.

Ένα συναίσθημα μελαγχολίας αναδύεται από τις συνθέσεις της συλλογής. Η χαλαρή υπερρεαλιστική γραφή του Φαϊτά εντείνει το συναίσθημα της απογοήτευσης μέσα από τη στιχουργική μαγεία των λέξεων και την εικονοπλαστική γοητεία του στίχου του.

Το μήνυμα συμπλέκεται με τη «χαώδη» εικαστική που δίνει μία αίσθηση κίνησης, εκμεταλλευόμενη τη συνειρμική σύνθεση των εικόνων. Άλλωστε, θεμέλιο ιδεολογικό του σουρεαλισμού είναι η άρνηση των κανόνων του μικροαστικού καθωσπρεπισμού· είναι η καλλιτεχνική αναρχία και το ποιητικό χάος που ως σύνολο όμως αποκτά –με βάση τους συνειρμούς– ενότητα και νόημα. Η πολυκεντρικότητα και το εικονοπλαστικό ψηφιδωτό διαστέλλουν το ποιητικό του σύμπαν.

Μέσα στο σκοτεινό χάος του Φαϊτά όμως διακρίνονται σημεία φωτός· η φωτεινότητα που άλλοτε «σπάει» το σκότος κι άλλες φορές πλημμυρίζει μέρος του ποιητικού κάδρου, αισθητοποιείται με την εμφάνιση των άστρων («Αναδρομή», «Τριζόνι», «Λίκνισμα», «Αθανασία», «Σαν ταινία», «Άραγε», «Ανταρσία», «Η Παράσταση») ή φωτοχυσία («Μαγική εικόνα», «Η εφηβεία της περιπλάνησης», «Ευγνωμοσύνη», «Αλκυονίδα», «Φέγγος», «Η αυγή», «Η νέα ημέρα»).

Παράλληλα, τη εμφάνιση του γαλάζιου, το μόνο χρώμα που καταγράφεται ως λέξη άμεσα («Φλεγόμενη βάτος», «Λίκνισμα», «Μαγική εικόνα») ή εκφράζεται εικαστικά μέσα από το υδάτινο περιεχόμενο («Ταξίδι σε ένα παράλληλο σύμπαν», «Αλκυονίδα», «Η Παράσταση», «Σαν ταινία», «Φέγγος», «Φλεγόμενη βάτος») ή το ουράνιο («Άραγε», «Ο πρόγονος», «Λίκνισμα», «Ο αλχημιστής του χάους», «Ανταρσία»). Η παρουσία της χλωρίδας («Πανσπερμία του έρωτα», «Οιωνοσκόποι», «Φέγγος», «Ο αλχημιστής του χάους») και της άνοιξης («Μαγική εικόνα», «Ευγνωμοσύνη», «Η Παράσταση») προσφέρει χρώμα περιορίζοντας ακόμα περισσότερο τα σκοτεινά σημεία.

Οι εξωτερικές εικόνες και η κίνηση –συχνά με λέξεις που δε τη δηλώνουν άμεσα–εξοστρακίζουν το σκότος, ακόμα κι αν δεν υποδηλώνεται άμεσα η φωτεινότητα. Η κίνηση εκδηλώνεται με τη συχνή παρουσία του ανέμου («Η Παράσταση», «Αλκυονίδα», «Αφηγήσεις της ροής», «Σαν ταινία», «Ομφάλιος λώρος», «Φλεγόμενη βάτος», «Ο αλχημιστής του χάους», «Πανσπερμία του έρωτα») των υδάτινων ροών («Μαγική εικόνα», «Νεάντερταλ», «Τριζόνι», «Εδώ και αιώνες»).

Η πλήρης απουσία στίξης συνδέει τα νοήματα και δημιουργεί μία αίσθηση στιχουργικής ρευστότητας και συνέχειας των πάντων· έτσι όμως ο ρυθμός μένει ελεύθερος στην απαγγελία με το χρόνο να διαστέλλεται· τη χρονική διαστολή υποστηρίζει και η συχνή χρήση του ενεστώτα, με το εξακολουθητικό του ποιόν ενέργειας και «σπαρμένοι» μέλλοντες («Ο πρόγονος»).

Ενώ στη λιτή του έκφραση κυριαρχούν ρήματα και ουσιαστικά συχνά συναντώνται ονοματικά σύνολα σε ένα στίχο μέσα σε ελλειπτικές προτάσεις με ασύνδετο σχήμα –δίχως τα σημεία στίξης– εντείνοντας το συναίσθημα· έτσι όμως ενισχύεται η αχρονική αίσθηση του τιτλικού χάους· μια αντίληψη ανερμάτιστης ποιητικής αλχημείας με όργανα τις λέξεις και τα συναισθήματα.

Η μελιχρή ροή του ύφους του Φαϊτά αφήνει το συναίσθημα να περιβάλλει σαν φως τον αναγνώστη· σε αντίθεση προς το βίαιο χάος, η γλώσσα του με την εμπλουτισμένη σουρεαλιστικά προφορικότητά της λειτουργεί ως ηλιαχτίδα στο βερμπαλιστικό και δυσνόητο καλλιτεχνικό περιβάλλον.

Κατά τον Σαντζίλιο[1] «ο οπτικός ορίζοντας του Φαϊτά περικλείει μια αρχέγονη γονιδιακή σύμφυση με ένα αστρικό πεπρωμένο απαισιοδοξίας και μοναξιάς στη περιδίνηση ενός σύμπαντος που μετεωρίζεται από «έναν Θεό σ’ έναν άλλο Θεό», μιας ουτοπίας όπου «το νόημα των λέξεων… διαφεύγει» και η «συνάντηση», στην οποία αναφέρεται ο τίτλος της συλλογής, μένουν έωλα».

 

Ρους και ροή

ΚΡΙΣ ΛΙΒΑΝΙΟΥ

στίγμαΛόγου 1/10/2014
Στην ποιητική συλλογή Ρους και ροή του Βασίλη Φαϊτά συμβαίνουν ενδιαφέροντα πράγματα. Πρόκειται καταρχάς για ένα σύνολο 32 ποιημάτων, είναι δηλαδή αρκετά εκτενής ώστε να δώσει το στίγμα του ποιητή και να επιτρέψει στον αναγνώστη να αποκτήσει μια πιο σφαιρική εικόνα του ποιητικού σύμπαντος που ξεδιπλώνεται.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι μια δουλειά προσεγμένη τόσο λεξιλογικά όσο και δομικά γενικότερα, ο ποιητής έχει αφιερώσει τον απαραίτητο χρόνο για να φέρει τον στίχο του σε μια μορφή συνολικά άρτια. Τα περισσότερα ποιήματα είναι σύντομα με εξαίρεση το ομότιτλο που είναι και το εκτενέστερο, φωτίζοντας κατά κύριο λόγο την αναζήτηση του χρόνου στο διηνεκές, το στοιχείο δηλαδή που αποτελεί και τον κεντρικό άξονα της θεματολογίας του ποιητή. Η προσεγμένη γλώσσα εγκαθιδρύει ένα εννοιολογικά ενδιαφέρον «πλησίασμα των αντιθέτων», συναντά κανείς απρόσμενους συνδυασμούς που φαντάζομαι ενισχύουν την αίσθηση της έκπληξης, όμως ο ποιητής δεν αποφεύγει πάντα την παγίδα της ασάφειας: σε κάποιες περιπτώσεις, δείχνει να ερωτεύεται τις ίδιες του τις λέξεις. Στο ποίημα «Γερνάει το σύμπαν» για παράδειγμα, οι στίχοι:

η αγωνία του τυχαίου να διαιωνίσει
έναν ανομολόγητο πόθο
αίσθηση ροής σε μια άδεια θάλασσα

στο τέλος προκαλούν μια αίσθηση απορίας, και ο αναγνώστης κινδυνεύει να χάσει την επαφή του με το κείμενο.

Ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία αυτής της συλλογής είναι ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής επιχειρεί να κατανοήσει το πέρασμα του χρόνου, και στην προσπάθειά του αυτή τα όρια του χρόνου διαστέλλονται για να χάσουν το αρχικό τους περίγραμμα, βγαίνουν από την πεπατημένη και ακολουθούν πιο προσωπικά, εσωτερικά μονοπάτια. Το «εγώ» είναι πανταχού παρόν στο σύνολο των ποιημάτων, η ποίηση είναι σαφέστατα προσωποκεντρική χωρίς όμως να είναι εσωστρεφής, οι δίοδοι επικοινωνίας είναι σταθερά ανοιχτοί ανάμεσα στον ποιητή και τον αποδέκτη.

Είναι γεγονός ότι η αγωνία και το άγχος του θανάτου όπως σκιαγραφούνται για παράδειγμα στα ποιήματα «Ροή I» και «Συνομιλία με τη σκιά μου» δεν αποτελούν ιδιαίτερα πρωτότυπη προβληματική, ο ποιητής τελικά ανακαλύπτει ξανά γνωστά μονοπάτια. Από την άλλη μεριά, αυτό που εντυπωσιάζει είναι η εκκωφαντική σιωπή και απουσία του έρωτα και της γυναικείας φιγούρας, τόσο θεματικά όσο και στυλιστικά. Η έκφραση συναισθημάτων απέναντι στον Άλλον είναι σχεδόν ανύπαρκτη, το «εγώ» στο σύνολο αυτών των κειμένων πορεύεται μόνο του, με αποκλειστική συντροφιά κάποιες ισχυρές εικόνες που σίγουρα δεν στερούνται ομορφιάς.

Μερικά ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

Εντός ορίων

Όσο οι ψυχές γεννιούνται εντός ορίων
αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ
έξω απ ’τη σιωπή των στίχων
ο αργοπορημένος θάνατος ταχυδρομεί τον εαυτό του
σ’ αυτούς που έχουν κι όλας πεθάνει.

Ταξιδεύω
αλληγορία, αναρχικό φωνήεν
ανάμεσα σε ασύμβατα σύμφωνα
ιχνηλατώντας
ένα παντοτινό πρωινό
την παλίρροια αιώνες.

Ολότητα

Με το αίμα αντιστεκόμαστε στο θάνατο
με τη γλώσσα κατανοούμε το φως
το όνειρο πάντα προϋπήρχε
να προετοιμάσει την ένωση με την ροή.

Tο δάκρυ του παντός
Κάποιοι λένε πως έφτασα
από μια διακύμανση του άχρονου
απομεινάρι του ολοκαυτώματος της φαντασίας
λένε πως είμαι η φαντασία του εαυτού μου
ίχνος ανάμεσα στο πριν και στο μετά
όχημα της άγνοιας η συνείδηση
βρόχος πιθανοτήτων μεταλλάσσεται
ό,τι ονομάσαμε εδώ ή τώρα
ρίζα της κοίτης
δεν είναι πια εδώ
ένα δέντρο από διάστικτες ματαιότητες
πάλλεται όπως ο γλάρος που πετά
σε γενέθλιες φανταστικές διαστάσεις.

Όμως γιατί μ’ αφήνει άγρυπνο αυτή η σκέψη
να’ μουν κάτι άλλο απ’ ό,τι είμαι
γιατί τα μάτια μου τα τυραννάει
αυτό το δάκρυ του παντός
καθώς μια παρουσία αόριστη ερχομού
μακρινός καταρράχτης και γύρω
της αιωνιότητας ο αφρός.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

1-ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ 5

 

Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη είναι μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων και του Κύκλου Ποιητών. Γεννήθηκε στη Χαλκίδα (1953). Έχει κάνει σπουδές στη μουσική (Ελληνικό Ωδείο), τη ζωγραφική (Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών) και ελεύθερες σπουδές στη Φιλοσοφία. Γράφει ποίηση, πρόζα, δοκίμιο, κριτική και μεταφράζει από τα αγγλικά. Έχει εκδώσει τα βιβλία:
Μελέτες
Γειτονιές της Χαλκίδας (Π.Εύβοια, 1989)

Ποίηση
Ο Μοτοσικλετιστής Θάνατος (Κάβειρος, 1990)
Μικρή φιλαρμονική (Ίκαρος, 1993)
Η πρωτοχρονιά του (Άγρα, 1997)
Το ρήμα πεινάω (Άγρα, 2001)
Η μουσική των σφαιρών (Άγρα, ποίηση 2007)

Πρόζα
Φλάουερ (Άγρα, 2003)
Η Ταφή του κόμητος Οργκάθ (Γαβριηλίδης 2015)

Σημειώσεις/fragmenta
Επταετές κοράσιον (Άγρα 2011)
Ποίηση με τέσσερα πόδια (Οι εκδόσεις των φίλων 2017)

Μεταφράσεις
Tρεις συνομιλίες –η συνέντευξη του Allen Ginsberg
στον Αllan Klark (Printa, 2001)
Θάνατοι για τις κυρίες και άλλες καταστροφές,
Norman Μeiler (Καστανιώτης, 2008),

Ανθολογίες
Τα ποιήματα του2013 (Δέκατα 2014)
Τα ποιήματα του 2014 (Δέκατα 2015)

Έχει μεταφράσει για λογοτεχνικά περιοδικά ποίηση των Sylvia Plath, Ann Sexton, Νοrman Mailer, Αllen Ginsberg, Roman Kissiov, ποιητές της Βεγγάλης, Radomir Adrich, Danica Vukicevic, Νenad Milosevic, Becir Vukovic, Andrija Radulovic, Sibila Petlevski, James Sutherland-Smith, Αrmando Romero κ.α., επίσης σειρά συνεντεύξεων του Allen |Ginsberg. Κριτικές και δοκίμιά της υπάρχουν σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά (Πόρφυρας, Ποιητική, Οροπέδιο, Εντευκτήριο, Poetix, Κοράλλι, Δίοδος, Κουκούτσι, Αυγή, Ελευθεροτυπία, κλπ). Εργάστηκε σαν κριτικός βιβλίου στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία.

 

 

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΣΦΑΙΡΩΝ (2007)

3.

Η ΠΡΩΤΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Εις τον αστράγαλό μου
σκύβει ο άντρας μου.
M’ επιθυμεί;
Αχ τι πτηνό σφαγμένο
είμαι -λέω-
κοίτα χλόμιασα πολύ
(κι απ το φεγγάρι
πιο πολύ –μου λέει).
Πάνε τα σπαραγμένα άστρα
-του απείρου ο καιρός
(μελλόνυμφη έγινα του μηδενός).
Εις την σιγή των οριζόντων
-λέω- η πιο όμορφη
μαρμαρυγή
(το στόμα ρόδο κανενός;)
Aχ θα χαθώ αχ
θα χαθώ -σου λέω-
μη τα λόγια μη τις
λέξεις μου τα παραμιλητά
τα ρήματά μου τα
γινάτια μου
-της ομορφιάς μου τσαλαπετεινοί

μη μη –αχ μη τα
λόγια μη τα λόγια μη τα
λόγια μη

(Ήθελε να μου πάρει τα λόγια για να μείνω
γυναίκα)

 

Ο ΑΔΑΜ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗΝ ΕΥΑ:

Φεύγεις αλλά η πλάτη σου επιστρέφει σε μένα.

Ποια ζώα να πνίξει η γλώσσα για να γίνει γυναίκα                 

Το γοβάκι
               τρυπάει
                                 το κρύο
                                                 φεγγάρι

 

6.

Η ΛΟΓΟΣ ΓΥΝΑΙΚΑ

Από ένα σύμπαν που ράγισε πετάχτηκε η
γυναίκα. Από το πόδι του αντρός της
από τα δάκρυα του ποδιού του.
Τώρα πλέκει ερωτήματα:
Το άπειρο με περιέχει;

(Από το γόνατό του τρεφόμουν· από την
τρύπα αυτή του γαλαξία)

Εγώ ειμί η Λόγος στη σαγήνη στο
μέσα του καρπού αποσπα-
σμένη
επιστρέφω στην καταγωγή· εκεί
με είχαν ονομάσει
                                              η δοτικότητα
Εγώ ειμί η φως πάνω απ’ τον φθαρτό μου
πυθμένα έπλεα
-έφευγαν τ’ άστρα τα σπίτια μου.

(Κάτοικος είμαι του μηδενός
για να κλέβω μάτια.)

Να φορέσω τον κλέφτη μάτι που με
σύλησε. Αχ μάτι μάτι μου
-κλέφτες ματιών είμαστε
γι αυτό λυπημένοι.

Σαν τις λαμπάδες των γέρων τρέμουν τα λο-
τα λόγια μου, κεράκια μυστικά
στου έρωτός μου την καρδιά.
Εγώ ειμί η νυμφίος
Χαίρεται εις το όνομα της
δοτικότητας.

Αλλά πιο κάτω στα πικρά λιβάδια
αντηχεί ο
έρως των σωμάτων. Γι αυτό
θα το πω να μοιάζει μ’ εκείνο που έλεγε
ο ποιητής και τ’ αγαπήσαμε –κάποτε:

Έλα λοιπόν Παναγιώτη Πανά Παναγιώ- αχ
έλα έλα. Στις αψίδες σου στέκομαι
-ονειροβατώ- Παναγιώτη φιλί μου Πα-
των μυρίων αναπνοών Πανα-
γιώτη της μυρωδιάς πούπουλο Πανα-
γιώ-
(φεγγαράκι τι λες πως μου χάρισες τον
Παναγιώτη) είσαι ο
τρύγος της κάθε μέρας στόμα που με μιλάς
Πανα-
σαν χαλίκι στην άβυσσο στην υπομονή
Παναγιώτη ο αίγαγρος από αίματα να πιαστώ
να χορεύω στο τρίχωμα του παν-
τός Παναγιώτη αχ
στο μάτι σου μη με φοράς
αγάπη μου

(Νύχτα στο βάραθρο των ουρανίων πηγών
γευόμουν ένα κορμί από ροδάκινο.)

Κλέβει την ομιλία ο άντρας
η γυναίκα πεινάει σαρκοφάγος των ξένων ο-
νείρων. Αλλά τώρα με διάλεξε το μήλο
κυλά κατρακυλά
κατέβηκε το πράγμα χαμηλά. Εδώ
στο στόμα πιάνεται η αυγή
( η σιγή υπομένει)
κι απ’ τη μιλιά μου –
γεννώ τα παιδιά μου

(Λέει η γυναίκα: Στην πιο καλή μου βρύση πως
στομώνω κι η σταγόνα του τίποτε γλιστρά.)

Εγώ ειμί η Λόγος – προϋπήρξα
αλαβάστρινο αυτί στην περισυλλογή. Τώρα
τρέχουν τα σωθικά μου σα γατιά που σκού-
ζουν τρέχουνε τα λογάκια μου σαν
ποντικοί.
(Ά -πει-ρο ά-πει-ρο τι εστί; )

Μες τα νερά-φιλιά του μου’ παιρνε τη μιλιά ο
Παναγιώτης, στο σπιτάκι της γλώσσας
άδειαζα τη γλώσσα -να χορεύω να φεύγω
να χορεύω να μένω
(στο χορό σου θα γίνω χορευτής του
απείρου;)

Πάρε λοιπόν το πιο καλό μου μήλο :
Ένας Παράδεισος σαν μαύρο γάλα
κι η Κόλαση στρογγυλή.
Δαγκώνεις δαγκώνω.

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΣΦΑΙΡΩΝ [9]

Η ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΕΞΕ ΤΟ ΧΕΡΙ:

Είναι παράξενη γιορτή τα δάχτυλα του
ανθρώπου -παράξενη
η δοτικότητα των χεριών·
διότι με τα χέρια φωτίζεις αυτό που
στο τέλος πάντα επιστρέφει.
Και δεν είναι πράγμα το κάτι αυτό
όπως θα έλεγες -πράγμα των χεριών.
Έρχεται να σε βρει σαν
μύγδαλο με ψυχή.

Τότε που είμασταν ακόμη παιδιά
έστελνα τα δάχτυλα στον κήπο μαζί με
τα πουλιά· δεν φόραγε δαχτυλίδια -τότε-
το χέρι μου· κρατούσε το μύγδαλο
και μου φαίνεται τύλιγα τα δάχτυλά μου
έτσι που έμενα ολόκληρη γύρω γύρω
να συγκρατώ την ουσία.
Τι ωραία που σήμαινα· σαν καμπανούλα:
συγκρατώ συγκρατώ
ώσπου να γίνω εγώ αυτό.

Κάτι ποθούσε το χέρι μου
και τα δάχτυλά του κουδουνάκια
επέμεναν στο σκοπό του θέλω -πάντοτε
επιμένει να πάρει αυτός που δεν έχει.
(Kοιτάζει στη λίμνη του
απαλά βουλιάζει· θα πνιγεί; )

Tέλος πάντων· έλεγα για δάχτυλα
που κουδουνίζουν.

Εκεί που ξυπνούσα μες τα πουλιά που
τιτίβιζαν αργοπορημένα -ενώ
όλα τ’ άλλα πράγματα έμοιαζαν τόσο ανυπόμονα-
εκεί είδα το όνειρο αυτό κι ερμήνευσα
πως το χέρι μου ήταν -τάχα- μια
μαρτυρία από αυτές που μένουν:
Ο παππούς μου έχτιζε τον τοίχο του σπιτιού
πάνω στην κούνια του πατέρα μου·
κινούσε το χέρι· (ευλογούσε;) Η μήπως
άφηνε λόγια στα θεμέλια
να κόβουν τα παιδιά του και να τρώνε.
Εκεί που ήταν η κουζίνα
έτρεχαν μαύρα συκώτια πουλιών
και σάπια νερά με τις πιατέλες
(κι από πάνω έτριζε το γραμμόφωνο)
έτσι το σπίτι μεγάλωνε
το χώρεσα όλο στη φωλιά μου.

Αχ η κυπάρισσος του παππού μου
-η σκιά του- ψιθύριζε λέξεις
για το χέρι αυτό που φύτεψε το κυπαρίσσι
και τώρα ψηλώνει ως τον ουρανό.
Κοίταζα κοίταζα -οι βολβοί μου πονούσαν.
(Γλίτωσα ξαπλωμένη στο θαύμα).
Μέσα στον ύπνο
ευλογεί το χέρι του παππού μου
όπως όταν γυμνώνονται σπαθιά.

Το χέρι του σύμπαντος παράξενα όλα
τ’ αγκαλιάζει· παράξενα δείχνει
ν’ αφήσεις τα τέσσερα πόδια σου για να
πας (όπως ο κόκκος του ρυζιού
που έφτασε στο πιάτο). Έτσι, η κόρη
σιγά σιγά
με τα χέρια γευόταν
τη νέα κατάσταση του ανθρώπου:
                                             η δοτικότητα

(Να σου δώσω αυτό που δεν πήρα
γίνεται; Να σου δώσω και πάλι να έχω
γίνεται; Είναι παράξενο το κάτι αυτό
η δοτικότητα.)

Αλλά το χέρι αυξάνεται πάντοτε προς τα
εκεί που του λείπει.

Πηδά χοροπηδά το χέρι ν’ αγκαλιάσει το
άλλο
πηδά στον αέρα σαν ελάφι μικρό ή σαν
ψάρι ή σαν φλοίσβος -το χέρι-
ξεβράζει τα χάδια του τα γιατί δεν
με θέλεις χέρι μου

Έτσι λίγο λίγο ετοιμάζεται ν’ αγαπήσει.
Πηγαίνει ν’ αγαπήσει και φορά το
γάντι του (πριν γίνει δοτικό

να είναι κάτι ακριβώς
πριν τη δοτικότητα). Ύστερα
το χέρι δωρίζεται
(πρώτα γδύνεται).

Κάτι χτίζουν τα δάχτυλα
με το χάδι· με τα χάδια αλλάζουν
(με τα ίδια τα χάδια τους -τα δικά τους-
παράξενο). Το χέρι τότε
ανάβει σαν βεγγαλικό.

Σκαρφαλώνω προς τα πάνω ή προς τα κάτω
-λέει το χέρι- εννοώ
με βρίσκει το πνεύμα

Κάποτε με τα χέρια στα δάχτυλα
φτάνεις σ’ ένα υγρό των ματιών.
( Άλλοτε στέλνεις τα
δάχτυλα πιο νωρίς και δεν βρίσκουν).
Όταν κυλήσει το υγρό αυτό
κάτι σημαίνει για το χέρι.

Σκαρφαλώνω προς τα κάτω·
φοβάμαι -λένε τα δάχτυλα.
(Το σκαρφάλωμα προς τα κάτω
θέλει τη μεγαλύτερη τέχνη.
Σ’ αυτό το γκρεμό πρόσεξε χέρι μου
πρόσεξε μη χαθείς πρόσεξε μέχρι να
βγεις
                           στην δοτικότητα).

Να τρέφεται το χέρι απ’ τη χαρά του:
Σ’ αυτή τη στάση ακριβώς
ευλογεί
                                                      η δοτικότητα

 

Ε Ξ Ο Δ Ο Σ [10-12]

10.

Mητέρα ωραίο ψωμί το κορμάκι σου.
Δώσε λοιπόν μια μπουκιά
-να δαγκώσω το μπούτι ή τ’ αυτιά;
(Διότι -λένε- ο ποιητής
γράφει το σώμα της μητέρας του)

Ενώ γράφω το σώμα σου Πα-
Πανα-
ενώ γράφω το γυμνό σου
ζώο
ενώ πέφτω στο στόμα σου
– πιό φθαρτή
κι απ’ το ένδυμα μιας αιδημοσύνης.
Κήπε κήπε μου – η γλώσσα
κρούει του θανάτου την περιττή
ανησυχία.
Έρχεται ο Πα-
Παναγιώτης
(για να θρέψω σκουλήκι ή αϊτό;)
Tον μιλώ μέσα σ’ ένα καρπό.
Αχ λαμπάδα μου Λόγε
φέξε τώρα στα πατρικά οστά
χαχαχα

12.

Το άπειρο προβάλλει εις την ερημία
των φωνών: η πράξη.

 

 

ΤΟ ΡΗΜΑ ΠΕΙΝΑΩ (2001)

 

Τανγκό

Η ντουλάπα μουγκρίζει συχνά στις κρεμάστρες
όταν η μαμά γυρίζει απ’ τον ταφτά της· στο χορό
ο μπαμπάς μου της έλεγε      τα μπράτσα σου
αγάπη μου       τι επιδεξιότητα  στην εξουσία
τα μπράτσα οι λεπταίσθητοι βόστρυχοι του
μηδενός που σε τύλιξε ο νεκρός σου πατέρας·
Θα της πω: η περούκα σου βγάζει φωτιά
μαμά·               με τη στάχτη ταΐζω·
Τώρα όμως το άπειρο με κατέβασε στο λιγάκι και
σχεδόν μου φαντάζεις μια κότα      από  κότα η
κίνηση της κεφαλής το αυγό σου μιας κότας
που πέφτει στα πόδια          το αυγό  σου –εγώ–
μία πράξη αυγό      ένα  φράκο που μ’ έπνιξε
στο ταγκό

 

3
η Έλλη υπό το κράτος των αισθήσεων
στέφει την όραση οδηγία : ιδού εγώ     πίδακας
παρουσίας·                         όμως  στα
αποφάγια της λάμψης ξιφομαχεί το μά-
τι ιππότης χρόνια στην ιπποσύνη
(ό,τι δεν φτάνει το μάτι ονομάστηκε
αβλεψία)

 

βλέπω : περιβρέχω τη θέα με ξηρά

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΝ
Η Έλλη κάθεται στο τραπέζι
(υπομένει τη βαρύτητα)·
στις παύσεις του δείπνου της εξορύσσει
μια χώρα να η σκηνή των φαινομένων
που αλλιώς σημαίνεις : στις παύσεις του
ύπνου μου το Πνεύμα τρώει στα ενδότερα

είμαι : η θέα με άφησε να φύγω

…………………………

4
Τα μάτια –έλεγαν οι μορφές- τις μορφές δεν
τις βλέπουν σαν άλογα που ανεβαίνουν
στα νέφη·                        ενώ
γυρι-γυρίζουν χλιμιντρίζουν τα άλογα
ολημερίς κατατρώγουν τη μερίδα τους : η
ομορφιά στρέφεται προς τα πάνω
(γι’ αυτό οι πλεξούδες της Έλλης
μου πλέκουν σκαλάκια)

η Έλλη κάθεται στο τραπέζι
ονομάζει τη φθορά φαγητό στα
κομμάτια του κρέατος στοργικός συγγενής
ότι η σάρκα γίνεται τροφή του μη περαιτέρω
(άραγε φθείρεται το πράγμα       ή μήπως
σαπίζει ο κάτοχός του;)

έτσι που τρέχουν οι στοιβάδες μου
θα μείνω μόνη μου

…………………………….

5
Το φαγητό συντηρείται από την κίνηση του
χεριού : μ’ ένα πιρούνι επιτίθεται ο ιππέας στην ύλη του
αναβάτης στην κραιπάλη αυτή των στιγμών
(το φαγητό σε προσκαλεί στα πεδία των μαχών;)
επιτίθεμαι στον ιππέα           τρέπω  σε φυγή των ίππον του
για να μείνω αναπόδειχτος στη φαντασία
(κι αν ίσως το φαγητό με χρειάζεται ως υστεροφημία
του αναγκαίου          κάτι ας σκεφτώ)

το φαγητό στη νηστεία της φαντασίας
είναι άγουρο παρόν που φαγώνεται·
ως επακόλουθο του παρόντος   το μέλλον   θέλει
προσοχή να μην φαγωθεί

{τα αποφάγια της ζωής μου με εικάζουν
ωραίο δείπνο αναπάντητο)

…………………

6
Από τη μέση και κάτω ο πατέρας μου ήταν
τραπέζι· έφευγε σαν περιβολάκι
επάνω στο τραπέζι με μήλα και νεράντζια·
κοντά στο δείπνο το μουστάκι του εννοούσε :
είμαι στέφανος που στεφανώνω το
στόμα μου διασχίζω μια δόξα μονότονη·
ακριβώς από κάτω οι λέξεις αθλητές αισθημάτων
ή θα μείνουν άφωνες σαν νεκρές
(κάτι αλλάζει στα λόγια όταν ένα τέρας
εποπτεύει αφ’ υψηλού)

το φαγητό απαιτεί αφοσίωση· στο τραπέζι
σάλτσες του τυχαίου      ή μήπως
η ψυχή με ψάχνει στα πιάτα να με εννοήσει
(να συγκεντρωθώ στον χρονομέτρη αυτό;)

του παρόντος υπηρέτης το μάτι
δειπνεί στο λιγάκι·
βγάζω τα χέρια            τσιμπάνε  τα τσαμπιά
μιας Κυριακής

10.

από τα πόδια του τραπεζιού αρχίζει το
τραπέζι· αν ήθελε να φύγει
με ποιο πόδι θα πήγαινε στο δάσος;
το τραπέζι έχει βόδι με λιβάδι μηρυ-
κάζει χορταράκι                 είσαι
δεμένο και λυτό – σου λέει– (εννοεί
πράγμα που κινείται έχει απατηθεί)

η Έλλη ελαύνει : τώρα θα πω για τα σεντόνια τα
νέφη που με ξάπλωσε ο καλός μου κι έσταξε
το τυχερό του γάλα· ρούφηξα και μου φύτρωσε
μια πιπεριά κι ανέβηκα να κόψω ένα πιπέρι

το δάσος ήρθε στο χαλί, σου λέω στο
τραπέζι

(μέσα στην πιπεριά είχε ένα σπιτάκι
άχνη σχεδόν του χιονιού σκέπαζε τον
ουρανό μου      η σκάλα του γινόταν άλλα
πότε ανεμόμυλος πότε πασχαλινή λαμπάδα
πιο πάνω εξείχε η μάνα μου μ’ ένα
τσεκούρι      να μένω παιδί σε κουτί το
πιπέρι να μου καίει τη γλώσσα)

 

23.

Το γοβάκι βηματίζει χωρίς το πόδι του·
πρώτο αυτό μαθαίνει και κατόπιν στο
πόδι φοράει ένα δάχτυλο      διδάσκει
ύφος και γλώσσα που ξέρει μονάχα ο
τολμητίας· αλλά το πόδι       έχοντας ζήσει
στη ζεστασιά του σώματος ξετυλίγεται και
γνωρίζει ταχύτητα όταν μένει ακίνητο·
έτσι στη γιορτή θα χορέψει
πιο σοφό·                      άραγε
θα μ’ αγαπήσει το πόδι μου λέει το
γοβάκι

ξετυλίγομαι: ο ουρανός
μελωδός αναλογεί σε κάθε εραστή
(αν τον τρώνε τα μάτια·)       στο
σαλόνι έχει βιολί να παίζει την Έλλη
απ’ τα μαλλιά

(η στιγμή νανουρίζει την κούνια της)

Το γοβάκι στη μίμηση του ποδιού του δα-
νείζεται μόνο την ερμηνεία

 

Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ (1997)

 

Η μάνα μου ήταν πιο λύκος γιατί φοβόταν μήπως ο
καιρός της φέρει πράγματα που δεν μπορεί ν’ αντέξει.
Θα ’σπαγε τότε θα ’βγαινε η τρέλα απ’ τη θήκη της.
Λοιπόν, σαν λύκος κράταγε το σβέρκο του στην
ίδια θέση πιστεύοντας πως στην ακινησία αυτή
θα σύρει κάτι που θα κινείται μυστικά

Η μάνα μου λύκος ήταν άλογο η μάνα μου σκύλος
Ήταν γάτα, κλουβί μες το πουλί συνωμοσία μες τη φαντασία
Της άρεσε πολύ το παρακάτω ποίημα:

O λύκος λέει είμαι ο
λύκος· αν ο θάνατος με
φάει θα ’ναι λύκος που
ήταν πρόβατο· γι’ αυτό
αν δείχνω πρόβατο
κανένας δεν θα ξέρει
πως στην κοιλιά μου έχω
το τρίτο χέρι.

(Εμένα μου αρέσει το παρακάτω ποίημα:

To χέρι λέει είμαι ο
χρόνος· αν ο θάνατος με
φάει θα ’μια χρόνος που
ήταν θάνατος· ενώ
αν δείχνω αθάνατος)

Μαύρη γραβάτα φόραγε το νεκροθάφτη
στη μαύρη του μπουίκ ο πρίγκιπάς μου ως χάλαγαν τα φρένα
κυρία αφήστε με ν’ αναπαυτώ στα μπούτια σας είμαι
κομμάτι αδαπάνητος μωρό που ρεύεται το μέλλον
αφήστε με να γίνω περιττός.

(Έτσι απόφευγε τα γνωστά
Η σάρκα διαρκώς σε αναβάλλει και τα λοιπά
λουριά τα σκου-
λαρίκια της του σκουληκιού
που παίζει με τα χώματα)

Εγώ εννοούσα τη φωνή τη γραμμή το πέρας μιας
θέας τόσο που να κοιτάζω και να βλέπω
τι γίνεται από πίσω.

Λοιπόν θα οδηγήσω τον τρόμο μου εκεί που
δείχνει το δάχτυλο:

Η μάνα μου μ’ αγαπούσε με τα μάτια της δίχως αυτιά. Έτσι
για να μ’ ακούσει έμπαινα σε ξένα μάτια. Με τον καιρό κατάλαβα
πως κάθε θόρυβος στα τύμπανά της ήταν μια γέννα
δίχως πράξη. Αλλά ακόμη και τότε που έλεγε είσαι όμορφη
εννοούσε το πολύ εμποδίζει την όραση.

 

 

ΜΙΚΡΗ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗ (1993)

 

ΤΟ ΕΝΑΡΕΤΟ ΣΩΜΑ

Πόσο ενάρετο το σώμα μες στην ταπεινότητα
πώς στέκει λάμποντας μ’ όλη την κερδισμένη γνώση
των λογισμών, σαν δέντρο ανυψωμένο από το χώμα.
Την άκρη της κλωστής δαγκώνοντας, στη νέα οδό
σε βρίσκει η αλήθεια· ανθίζουν θαύματα στους οφθαλμούς
ο εαυτός ακούει την πρώιμη συνείδηση:
σκότος και φως, το ένα από τ’ άλλο δεν χωρίζει.

Τα ορυκτά στα βάθη ομιλούντα, καρποί
που η μάχαιρα κατέσκαψε να φτάσει στο κουκούτσι.

 

ΟΣ ΤΑ ΠΑΝΘ’ ΟΡΑ

Ο αφέντης έρωτας και κύριός μου
ος τα πανθ’ ορά κι εξουσιάζει
αυτός αυτό υψώνει το φονικό εγχειρίδιο
αποσπώντας εκ του σώματος τον τράχηλο
δήμιος αυτός με χεράκι φιλότιμα.
Έτσι το πλήρες αντηχεί
στο θρόισμα και στην αφή μισοφοριού
όταν τεντώνουνε σχοινιά
και πιάνεται σε δόκανο το τέρας.
Βαθιά βαθιά στη νύχτα των στομάτων
βαθιά με τους νεκρούς μου μαζεμένους
στο χαλινό της γλώσσας
στριγκές φωνές ναυαγοσωστικών.
Βούιζε το κρεβάτι σου
Σαν Ιορδάνης ποταμός
πέφταν σεντόνια σχίζοντας το σκότος
απόσπασμα σύντομο του βίου μου
ενθύμιο της σάρκας
αίμα μου φαρμακωμένο.
Δέρμα πάνω στο δέρμα
κατάσαρκα να σε φορώ
ότι γυμνό και πένη μ’ άφησες
μες στην πυρά να ξαναβρώ τα μέτρα μου
στιγμές που με κατείχε η αθωότητας
προτού χαλάσω με έργα και με λόγια.

 

Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ

Τα μήλα κόβει απ’ τη μηλιά μου
φιλάρεσκη οδό ανεβαίνοντας
κι όλος φωνή, με τη βαθύτερη φωνή του
μπαίνοντας ως λάμψη
τρώει τα κομματάκια της ψυχής
με τα πτηνά και τα φυτά της ακοής του

 

Ο ΓΑΜΟΣ

Όταν το ζώο
σκυφτό μέσα στο τρίχωμά του
στην άκρη του σχοινιού μουγκρίζει
ότι η φύση εντός του ελευθερώθηκε
και τώρα φεύγει του χαμού

πλεύσε στα βάθη
το φοβερό μαστίγιο ύψωσε
σπάσε τα δόντια σαν αμύγδαλα.

Καθώς γκρεμίζεσαι μέσα στη τρυφερότητα
με το κολάρο σφιγμένος το λαιμό
βγαίνοντας απ’ τα νοσοκομεία.

 

ΟΤΑΝ ΧΑΛΝΑ Η ΑΡΜΟΝΙΑ

Η ξηρά ψυχή
την υγρασία της σάρκας μάχεται.
Το σώμα σκύβει στα βαθειά
σαν τον κολυμβητή στον ζοφερό πυθμένα
με σύνεση πλέει κι ελαφρότητα
όση απαιτείται για την άνοδό του.
Όμως οι θύρες κρούονται κι ανοίγουν
στο ακέραιο τα ράμφη
ψάχνουν για τα χαμένα πράγματα
μες στην γυμνότητα των κήπων
μες στη κρυφή παραμυθία
που ο σκώληκας στο χώμα επωάζει
Κι όταν χαλνά η αρμονία
και σαν τρυπάνι πέφτοντας ο πόθος
σπάζει την κρούστα των οστών
πώς θριαμβεύουν οι χυμοί
πώς χαίρεται το ύδωρ.

 

ΠΟΘΟΣ ΠΥΓΜΑΧΟΣ

Χτύπα με να τιναχτούν τα ποιήματα
πριονίδι από θαυμάσια λάμψη
χτύπα να συναντηθούμε στο μακελειό
να περάσεις μέσα κι ακόμα πιο μέσα
εκεί που δεν κρύβω αυταρέσκεια
σε περίσσευμα τρόμου να καρφώσεις το γάντι
ν’ αντηχήσει παντού το βαθύ ουρλιαχτό.

 

ΛΑΜΨΗ ΣΤΗ ΝΑΦΘΑΛΙΝΗ

Λευκότερος απ’ το λευκό μου εφανερώθη
τα μαύρα σωθικά του δείχνοντας
κι όπως θεράπευε τα μέλη μου η δρόσος
πέτρωναν στα δόντια του τα σκοτωμένα
καλοκαιρινά κορμάκια, στοιχειά που
τα ’πνιξεν η θάλασσα και βγήκαν στον αφρό,
Του ’λεγα πρόσεχε πρόσεχε μην μας χαλάσει ο χρόνος
πρόσεχε μην τύχει και μας λιώσει ο καιρός –
αυτός γελούσε, έριχνε στα σεντόνια μας τα μυστικά
από τον θάνατο κυλάω πάρα έξω, έλεγε.
10.7.92

 

Η ΘΕΑ

Κάποτε η ομιλία δεν φτάνει
για ν’ ανεβάσεις -είπε- τη βλάστηση
θραύονται λέξεις στον κατάφυτο καιρό.
Η κόλαση σπουδάζει στα δάχτυλα
φέγγει τις νύχτες στο μεδούλι
λάμνοντας σε λυγμό, το δίχτυ ρίχνοντας
τις πράξεις βγάζει απ’ τα βαθειά πηγάδια
πληθαίνοντας μες στην καταστροφή
τα ματωμένα και τ’ ανείπωτα κινώντας
νερά, ως να λυθεί η ατολμία της γλώσσας.

 

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΕΠΙ ΤΑΠΗΤΟΣ

Να μπαίνεις μέσα μου καθώς ποτάμι
στους κραταιούς πευκώνες και τα σχοίνα
κι όταν γλιστρά το έρεβος
κάτω απ’ τη φλούδα του μυαλού
να στάζει στο λαρύγγι μου
το ζωντανό σου αίμα.

 

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΟΥΣΙΑ

Έτρεχεν ο περιβολάρης με το χωνί στο στόμα
να φερει τη μαμή να κόψει το λουρί μου
να φανερωθώ στα φυλλώματα από κάτω.
Εκεί με βρήκε το στοιχειό βαβγίζοντας.
Να δεις, είπε, το Νόημα
Να δεις το άλλο δέρμα
Που αιμορραγεί καθώς σφαγμένος πετεινός
ότι αυτό ου φαίνεται δεν είναι
κι αυτό που είναι
με σιωπή ορίζει το λάλον ύδωρ.
στο φύσημα της στάχτης, στην υφή των μήλων
να δεις τα μυστικά που ο γυμνοσάλιαγκας κατέχει.
Τότε το μπλε σφυρίζοντας θ’ αναδυθεί
κι απ’ το φθαρτό θα ξεχωρίσει και θα φέξει
όπως ο λόγος των αποθαμένων

 

 

Ο ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ ΘΑΝΑΤΟΣ (1990)

 

Η ΧΑΜΕΝΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ Β.

Όχι δεν είναι χαμένη αλλά ξοδεμένη.
Γιατί χάνω σημαίνει απόλλυμι
κι εγώ δεν απώλεσα τίποτε πιστέψτε με.
Καρποί μου τα αναρίθμητα σώματα
βλέφαρα, ευωδιές κήπων, μηλιές
πτηνά που πετούσαν χαμηλά
ταξιδεύοντας στην ιερή μοναξιά μου.
Τι βίος ενάρετος αυτές οι επαρχίες
να κρύβεσαι, να κρύβεις, να σε κρύβουν
με ραπτομηχανές να διηγείσαι
την αιδώ που φέγγει στις λαγόνες.
Όμως τις νύχτες δεν απώλεσα πιστέψτε με.
Όταν τα δώματα βυθίζονται στο σκότος
τότε καλπάζει ο αναμενόμενος
μες στις πτυχές του φουστανιού μου
τότε κοχλάζουν τα νερά
και τρέμει η Αχερουσία.

 

Η ΠΙΚΡΟΤΑΤΗ ΓΝΩΣΗ

Με την αφή κατέρχομαι σ’ αυτό το σώμα.
Ψαύω την πικρότατη γνώση.
Επειδή ο έρωτας είναι γύπας
που τρώει τα σωθικά κρώζοντας
και στις βαθιές λακκούβες
μελετάει την πυρκαγιά.
Ως χόρτο
φράζει τα ρήγματα ο έρωτας
βλασταίνουν δάση και παράθυρα λυγμών
στόματα και ψίθυροι στομάτων
κατόπιν ουρλιαχτά
κι ανάμεσα στα σκέλη η ρομφαία.
Ωσάν πανί
φουσκώνει στους αρμούς ο έρωτας
ώσπου να πληρωθεί το σώμα
με την ύλη του θανάτου
κατόπιν ψεύδεται κι απουσιάζει
το φως ζητά σε ξένα σώματα
στη στάχτη θάβει τους ωραίους νεκρούς.

 

Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Ευλογημένη συ εν γυναιξί
ευλογημένο το σγουρό εφηβαίο
είπε ο ποιητής.
Κι αμέσως ανάβλυσαν νερά
φωνήεντα πολλά τον κατοίκησαν
γλώσσες και τραύματα
κρυμμένες μνήμες των δαχτύλων.
Τότε γεννήθηκε το ποίημα.

 

ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Τρυφερά ενθυμήματα τα λινά μισοφόρια
νυν και αεί
πάνω στα συρματόσχοινα
σαν τους πλοκάμους των μαλλιών της Βερενίκης
σαν τα φιλήματα των γυναικών
που πλέουν μέσα μας ακέραια
-επειδή το διαλέξαμε να πλέουν-
σαν την ουσία που γλιστράει στο λαρύγγι
και μας ποτίζει όξος και χολή

 

ΤΟ ΙΔΕΩΔΕΣ ΠΡΕΠΕΙ

‘Οπου φυσούσε άνεμος
μες στη βαλίτσα
κι έθαλλε το χαίρε στον φυσικό του χρόνο
σ’ επιγραφές κι ονόματα λεωφορείων.
Όπου το σώμα φεύγοντας
τερμάτιζε την εξουσία
στο σώμα που έμενε
και γι’ αυτό πολλώ μάλλον εξουσίαζε.
Όπου ορθώνονταν οι παύσεις
μες στα σφιγμένα δόντια
και το ιδεώδες πρέπει
το αρμονικό
σαν νεωκόρος στη βάση του σχοινιού
τα σήμαντρα έκρουε του τέλους
σπάζοντας τις χορδές και τις κιθάρες

 

Ο ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Από το φρέαρ του θανάτου μιλώ
χώρα που ερημώθη από τον έρωτα
στο τίναγμα του μαύρου, ως κόκκινο βαθύ
ιππεύοντας μοτοσικλέτα.
Φοβάμαι τη σάρκα και μ’ αυτή παλεύω
όμως αποφάσισα αλλιώς
να αφαιρέσω ένα ένα τα ενδύματα
το σώμα του πνεύματος να ελευθερώσω
-μήπως μια τέτοια γύμνια
δεν είναι γενναιότητα;
Βέβαια το ’ξερα απ’ την αρχή.
Σ’ αυτά τα πράγματα υπάρχει κίνδυνος.

 

ΤΑ ΥΣΤΕΡΑ

Βαθύς πολύ βαθύς ο πόνος της αγάπης
όχι στα πρώτα, μα στα ύστερα
γιατί μονάχα απ’ τα ύστερα μαθαίνεις.
Έτσι θ’ αρχίσει. Σε καρποφόρα γη.
Κι όταν φανεί το πλήρωμα του χρόνου
–τότε που όλα θα τελειώνουν
με πίδακες δακρύων και κραυγές
τότε που οι κρουνοί του σώματος θα ρέουν
με άκρα γνώση για τα μελλούμενα-
εκεί θ’ αρχίσει ο πόνος
και στις σχισμές των σπλάχνων
θ’ αναδευτεί και θα μουγκρίσει
ώσπου να βρει την έξοδο.

 

ΟΛΙΓΟΝ ΠΡΟ

Κι ως να βουλιάξει ολόσωμος μέσα στη λάσπη
ήρθαν οι φίλοι στο προσκέφαλό του
τραβώντας ένα ένα τα λεπτά σχοινάκια
μήπως και τον γυρίσουν πίσω.
Αυτός μεγάλωνε με παφλασμούς
Έτριζε στα οστά, οι κλώνοι έλαμπαν.
Κι από τα μάτια του κυλούσαν
μήλα της κυπάρισσου
όλα τα εφήμερα και αγαπημένα.

 

 

Σημειώσεις/fragmenta

 

ΕΠΤΑΕΤΕΣ ΚΟΡΑΣΙΟΝ (2011)

 

31.12.1992
Αφού μιλάω, δεν είμαι ένα ον αποσπασματικό.

(Παρά ταύτα, είχα σχεδόν πιστέψει πως είμαι μια συγκεκριμένη γυναίκα που ζει στην οδό Αθ. Δ. 2)

10.1.1993
Το ύφος μιας μέρας: Ζω στους σπασμούς μιας εσωτερικής γλώσσας την οποία διαρκώς αγωνίζομαι να συλλάβω, κι άλλες φορές συγκρατούμαι από τις παύσεις της. Η εξάντλησή μου, η παράδοσή μου στην τετριμμένη ερμηνευτική του κόσμου, με κάνει εγκόσμια. (Οι παύσεις είναι ο τρόπος της νέας μου γέννησης.)

12.2.1993
Το παράδοξο του χρόνου: ο χρόνος συμπεριλαμβάνει την ιδέα μας για το χρόνο.

7.3.1993
Η ύπαρξη της γλώσσας (διαμέσου του ποιητή) βρίσκεται σε μια διαρκή αναζήτηση του αυτοπροσδιορισμού της, του σχεδιασμού μιας εξόδου από την ατομικότητα. Αλλά παρεμβαίνει πάντα το τραύμα της μερικότητας που αντιστέκεται στο φως του Όλου.

15.4.1993
Το ποίημα αποτυπώνει πάντοτε μια ανθρώπινη υφή· αλλά μέσα στο αίνιγμά του αναπαύεται η ουσία, το ίχνος του θείου εαυτού του.

16.4.1993
Να ανέλθεις στο άρρητο όχι για να το ερμηνεύσεις, αλλά για να συμπληρωθείς από αυτό.

12.5.1993
Η σωματικότητα της ποιητικής γραφής δεν εξαρτάται από τη σχέση του ποιητή με το σώμα του, αλλά από τη δυνατότητά του να αισθάνεται επαρκής εντός της διαμάχης πραγματικού–φαντασιακού: Ο βαθμός αυτής της επάρκειας αποτυπώνεται στη γλώσσα.

10.6.1993
H γλώσσα διακωμωδεί διαρκώς το ανολοκλήρωτο της χρήσης της. Ο χρήστης, όμως, κάθε άλλο παρά κωμωδός αισθάνεται.

16.7.1993
Μια ποιητική συλλογή αποτελεί για τον ποιητή της τη σύνοψη
των ψυχικών του αποκλίσεων. Το θέμα όμως είναι αν αυτές οι αποκλίσεις μπορούν να δημιουργήσουν στην ποίηση ένα κλίναμεν.

10.9.1993
Στην αρχή η γραφή είναι καταφύγιο· ύστερα γίνεται φυλακή. Υπάρχει ένα τρίτο δωμάτιο, όμως σ’ αυτό φτάνουν οι λιγότεροι: η ίδια η γλώσσα.

15.10.1993
Με τη γραφή ο συγγραφέας καταργεί το συναίσθημά του· αντί να το αποδίδει στα πρόσωπα διά της ζωής, το αφήνει να γίνει μια μούμια που συντηρείται μέσα στο χρόνο προς χάριν της τέχνης. (Ο νεκρός περιφέρει τα ψιμύθιά του.)

18.11.1993
Η λογοτεχνία είναι το άλλοθι μερικών λυπημένων που ονομάζονται συγγραφείς.

19.12.1993
Το πο