ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ

1-ΓΙΩΡΓΟΣ

 

Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε στη Λύση το 1946. Φοίτησε στο Αγγλικό Κολλέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Μόσχας – Λομονόσοφ. Είναι κάτοχος πτυχίου M.A. στη Ρωσική Γλώσσα και Λογοτεχνία και Ph.D. στη Λογοτεχνία. Εργάστηκε ως Πολιτιστικός Λειτουργός στον Δήμο Λάρνακας και στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, όπου κατείχε τη θέση του Ανώτερου Μορφωτικού Λειτουργού. Εργάστηκε, επίσης, στο Ίδρυμα Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου, όπου κατείχε τη θέση του Εκτελεστικού Συμβούλου.
Διετέλεσε πρόεδρος και μέλος σε διάφορα συμβούλια πολιτιστικών σωματείων, πρόεδρος και μέλος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και από το 2013 είναι Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.
Μερικές από τις ποιητικές του συλλογές μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε ξεχωριστά βιβλία στη Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία και Αλβανία. Τιμήθηκε με κρατικό έπαινο και κρατικό βραβείο ποίησης.

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Όμορφη χώρα, Κύπρος 1967
Ο δρόμος, Κύπρος 1970
Αυτοβιογραφία, Κύπρος 1972
Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι, Κύπρος 1980
Τα δέντρα στο βορρά, Κύπρος 1981
Περαστική άνοιξη, Κύπρος 1984
Σκαλιώτικα σχέδια, Κύπρος 1987
Η στέρνα των ερώτων, Κύπρος1987
Το σπίτι κι ο χρόνος, Κύπρος 1990
Ποιήματα 1980-1990 (συγκεντρωτική έκδοση), Κύπρος 1993
Το νερό της μνήμης, Λευκωσία 1998
Από το Ελάχιστο, Λευκωσία 2001
Αναμονή βροχής, Ποιήματα 1980—2001, Μεταίχμιο, Αθήνα 2008
Μες στη ροή, ποιήματα, Δίβατον, Λευκωσία 2009
Το ημιτελές ποίημα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2014

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Τα κλεμμένα σταφύλια, Κύπρος 1985

ΜΕΛΕΤΕΣ

Παύλος Λιασίδης, Η δύναμη του ποιητικού ταλέντου, Κύπρος 1995

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Εκατό χρόνια ρωσικής ποίησης, ανθολογία, Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου, Λευκωσία 1989
Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Σύννεφο με παντελόνια – εισαγωγή –
μετάφραση – σχόλια, Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1995
Ατάλ Μπιχαρί Βαζπεί\ 21 ποιήματα, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού –
Πολιτιστικές Υπηρεσίες, Λευκωσία 2002
Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα, ανθολογία — εισαγωγή — μετάφραση
σχόλια, Εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα 2004
Σύγχρονοι Τουρκοκύπριοι ποιητές Απόπειρα επικοινωνίας, Τόπος 2010

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0003

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0006

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0004

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0005

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0002

1-ΒΙΒΛΙΑ - 0001

Το ημιτελές ποίημα 2014

 

Ο ΓΟΡΙΛΑΣ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

Ένας γορίλας στο ζωολογικό κήπο του Βερολίνου
περιφέρεται οργισμένος μέσα στον περίκλειστο
από τοίχους και σίδερα λάκκο του. Μας κοιτάζει
με βλέμμα σκοτεινό, όπως ο φυλακισμένος σε ισόβια.
Σίγουρα έχει πλήρη συναίσθηση της κατάστασής του
και μισεί τη μοίρα του, όπως κι εμάς,
που τον κάναμε θέαμα.

Αν μπορούσε να μας φωνάξει κατάμουτρα
αυτά που σκέφτεται για μας
δε θα ξέραμε που να κρύψουμε το πρόσωπό μας.

Πιο πολύ όμως θα ήθελε να βρεθεί ελεύθερος
έξω από το λάκκο του
και σαν ένας φοβερός θεός, απελευθερωμένος,
να μας σκορπίσει όλους δεξιά κι αριστερά
και να πετάξει πάνω από τα κεφάλια μας,
πάνω από την περίφραξη του κήπου, τους δρόμους,
τα σπίτια, τις πολυκατοικίες, τα εργοστάσια,
τα τρένα και τα αυτοκίνητα

και να βρεθεί μέσα στο παρθένο του δάσος
χίλια χρόνια πριν απ’ όλα τούτα, μόνος,
πρόσωπο με πρόσωπο με το θεό του.

2012

 

ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΣΚΥΛΙ

Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη.
Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί.
Είχε ένα βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
κι ήταν ψηλό κι αδύναμο – μου φάνηκε πεινασμένο.
Το κοίταξα για λίγο – με κοίταξε κι αυτό,
έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
και του αγόρασα ένα κουλούρι
από τον πλανόδιο πωλητή
που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα.
Του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα,
το κράτησε για λίγο και το άφησε.
Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα τον δρόμο
περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.

Έτσι, με τη χειρονομία του αυτή,
ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου,
ξεγύμνωσε όλη τη ματαιοδοξία μου
και μου στέρησε το αίσθημα ικανοποίησης
για μια φτηνή χειρονομία,
για την ελεημοσύνη μιας δεκάρας.

Θεσσαλονίκη, 13 Οκτωβρίου 2010

 

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ

Στη Νόνα

Τόσα χρόνια γράφω διαρκώς το ίδιο ποίημα
κι όμως ποτέ δεν φτάνω σ’ ένα τέλος.
Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες,
άλλες ιστορίες κι όλο επανέρχονται
τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις,
ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά.

Μες στη ρευστότητα του κόσμου
μόνο σταθερό σημείο εσύ
που ήρθες και με βρήκες ένα πρωί
σ’ ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη
μ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι
κι ένα δωμάτιο φωτισμένο από την αντανάκλαση
των αχτίδων του ήλιου στο άσπρο χιόνι
όπου μπήκες ένα άλλο πρωινό
και πέταξες όλα τα ρούχα σου στο πάτωμα.

Είναι κι ένα παιδί
που στη μια και στην άλλη γλώσσα
μαθαίνει τα χρώματα και τα ονόματα του κόσμου.

Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως
και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου.
Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις,
διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες,
γι’ αυτό κι η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ.

2013

 

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ

Στον ποιητή Τόλη Νικηφόρου

Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο.
Μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη
και τρέφουνε τον λόγο του.

Αλλά τι το ήθελες εκείνο το Σαλιχλί
-τόπο χαμένο μες στη Μικρασία-
να μου θυμίζει τη δική μου Λύση,
τη χαμένη μέσα στη Μεσαορία…

Εκεί οι ψυχές των θαμμένων μου προγόνων
γυρίζουν σαν εικόνες διάφανες μέσα στο φως,
σαν μουσικές μες στον αγέρα,
κυκλοφορούν σε τόπους που στέκουνε βουβοί
μες στην ομίχλη του χρόνου.

Τη φυγή στο όνειρο αναζητώ
και τα περασμένα χρόνια
μες στο όνειρο τα ζωντανεύω.

Περπατώ μέσα σ’ έναν κόσμο
που είναι την ίδια στιγμή
παρελθόν, παρόν και μέλλον,
αύρα θαλασσινή, ήχος από αόρατο κύμα,
δάσος από ανθρώπους,
πράγματα και μνήμες…

 

ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΨΥΧΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Μπροστά μου,
πάνω στο γραφείο που εργάζομαι,
βρίσκονται παραταγμένα σε σειρά
διάφορα άψυχα πράγματα: τρεις μικρές πέτρες
που κουβάλησα από τρεις θάλασσες
δυο θραύσματα ηφαιστειογενών πετρωμάτων,
που περιμάζεψα από τα κράσπεδα
δυο μακρινών ηφαιστείων,
ένα κομμάτι παλιού κεραμικού
με κάποια ίχνη κλασικότροπης διακόσμησης,
που ξεκόλλησε από παλιό κτίριο μεγαλούπολης
που με φιλοξένησε για χρόνια,
ένα κομμάτι σίδερο κι ένα άλλο από χαλκό,
που μάζεψα από μηχανουργεία
κι οικοδομές που δούλεψα κάποτε…

Είναι όλα εδώ μπροστά μου, χρόνια τώρα.
Τις μέρες φωτίζονται από το βόρειο φως
που μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο,
τις νύχτες απ’ το φως της επιτραπέζιας λάμπας.
Κάποτε απλώνω το χέρι μου και τα αγγίζω,
τα ανακατεύω σαν τις αναμνήσεις από μακρινά ταξίδια
κι ύστερα τα επανατοποθετώ στις θέσεις τους.

Το καθένα είναι και μια ιστορία,
με την αρχή, το τέλος, τη διάρκειά της….

Το καθένα κρύβει μέσα του μια ζεστασιά,
ένα ίχνος ψυχής, μια σπίθα φωτιάς,
μια αίσθηση σταθερότητας
μέσα στην ανελέητη ρευστότητα του κόσμου,
μια ανθρώπινη ανάσα, μια χειρονομία
που προεκτάθηκε στο χρόνο.

Το πιο σημαντικό, ωστόσο,
είναι που τα άψυχα τούτα πράγματα
μπορούν να γίνονται μνήμες, λόγια και μουσικές,
χάρτες των διαστάσεων του κόσμου
και του βάθους της μνήμης,

να δίνουν την αίσθηση της διάρκειας του χρόνου
στο τέλος μια άλλης εφήμερης μέρας.

 

ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια αγάπη που έφυγε,
ένας έρωτας που εξατμίστηκε, ένας φίλος
που χάθηκε και δεν απαντούνε τα τηλέφωνά του,
ένας δρόμος με σβησμένο τ’ όνομά του.

Υπάρχει ένα παγκάκι μ’ ένα φιλί
πεταμένο πλάι του πάνω στο χώμα,
ένας δρόμος που κόβεται στα δυο
και δεν σμίγει πια με τίποτε,
ένα δωμάτιο όπου ένα λουλούδι
στέκει ξερό μέσα στη γλάστρα.

Σε κάθε πόλη υπάρχει μια ξεχασμένη μουσική
που αιωρείται σαν φύλλο στον αγέρα,
γεύσεις και μυρωδιές κι αρώματα,
αίμα, δάκρυα και τύψεις.

Υπάρχουν δυο στίχοι που πετιούνται ξαφνικά
απ’ τη γωνιά της μνήμης
και παίρνουν τη φωνή και το νόημα άλλων ημερών,
ένα κομμάτι του εαυτού σου
που σου φωνάζει από μακριά,
που σε καλεί να επιστρέψεις.

Μα το ξέρεις,
δεν έχεις τρόπο να επιστρέψεις,
δεν έχεις πού να επιστρέψεις.

Οκτώβριος 2010

 

ΚΥΚΛΟΣ

Τίποτε δεν έχει τελειώσει.
Ξαναπερνούν και θερίζουν οι τυφώνες,
αναταράζουν τα σπλάχνα της γης οι σεισμοί,
ξυπνούν ξαφνικά οι επαναστάσεις
κι ανεμίζουν το ματωμένο τους λάβαρο
για να δοξάσουν και πάλι το όνειρο…

Ακόμη και οι θεοί που πέθαναν
έρχονται ξανά με καινούργιο πρόσωπο.

Και μας βρίσκουν πάντα τους ίδιους,
όσο κι αν είμαστε διαφορετικοί.

 

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΔΗΣΣΟ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1974

Σαν τέλειωσε ο πόλεμος
ήρθε στη Λάρνακα
με τη μορφή πλοίου σοβιετικού
ο Γεωργιανός ποιητής Σιότα Ρουσταβέλι
και μας πήρε για την Οδησσό.
Στην Κωνσταντινούπολη έκανε στάση.
Βγήκα στον δρόμο,
ένα λεωφορείο έκανε τη διαδρομή
ΚΕΡΥΝΕΙΑ-ΛΕΥΚΩΣΙΑ
και τη διαφήμιζε ελληνικά.

Ήθελα να το σταματήσω,
να πω στον οδηγό
πως δεν υπάρχει πια αυτός ο δρόμος,
πως είναι κομμένος
με νεκρούς και οδοφράγματα,
ήθελα να του πω ν’ αλλάξει διαδρομή.

Ήθελα, μα δεν σταμάτησε. Έτρεχε,
έτρεχε αναπτύσσοντας ταχύτητα,
οδηγώντας την εγκλωβισμένη μέσα του ζωή μας
σε μια πορεία στην άκρη του γκρεμού,
διαγράφοντας ιστορία και γεωγραφία,
έργα ανθρώπων και χειρονομίες…

Ήτανε πια κι αυτό μέρος της ιστορίας
κι έτρεχε, έτρεχε όπως ο χρόνος, αμείλικτα,
δίχως να κοιτάζει πίσω…

 

ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Στον Χρίστο Χατζήπαπα

Τόσα χρόνια μέσα στο πηγάδι
κι ούτε μια χούφτα νερό να τους δροσίσει,
ούτε ένα δάκρυ πόνου να τους ράνει,
μήτε ο ήλιος να τους αγγίζει μήτε η βροχή,
μόνο ο χρόνος να τους τρώει τη σάρκα
και τα κόκαλα να πριονίζει.

Κάποτε ένα φίδι,
κάποτε ένα τρωκτικό
και τα υπόγεια σκουλήκια.

Λίγες σταγόνες βροχής σε βροχερούς χειμώνες
και μια ηλιαχτίδα τη μια και μοναδική
μεγάλη μέρα του θερινού ηλιοστάσιου
να τους επισκέπτεται.

Τίποτε άλλο.
Μήτε χόρτο χλωρό,
μήτε λουλούδι,
μήτε άρωμα.

Τόσα χρόνια τώρα
να χρεώνουν τους ζωντανούς,
να χρεώνουν τον τόπο
και να χρεοκοπούμε όλοι μας.

Ιούλης 2010

 

Ο ΔΩΡΟΣ

Τη νύχτα, μετά που η σφαίρα καρφώθηκε
στην καρδιά του -εκείνες τις δυο ώρες
μεταξύ μεσονυχτίου και πρωινού
της διακοπής από τη σκοπιά- ήρθε
και κάθισε δίπλα μου. Ήμουν εγώ, είπε,
αλλά θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε άλλος,
εσύ, για παράδειγμα, ή ο Μιχάλης, ή ο Ευάγγελος…
Ήθελα να του πω πως ναι, θα μπορούσε,
μα η φωνή μου δεν έβγαινε, σάμπως να βρισκόμουν
μέσα σε βαθύ πηγάδι
και να έπεφτα όλο και βαθύτερα.
Κι εκείνος με ακλουθούσε.

Σαν μας χτύπησε η πρώτη καλοκαιρινή ηλιαχτίδα
-ήτανε Αύγουστος- εκείνος
βγήκε γρήγορα και χάθηκε, ενώ εγώ
προσπαθούσα, μάταια, για ώρα πολλή,
μα δεν μπορούσα να βγω.

Από μια άποψη δεν έχω βγει ακόμη.
Σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα
κι όποτε θυμηθώ τον Δώρο
πέφτω μέσα στο ίδιο εκείνο πηγάδι
κι αναζητώ διέξοδο.

Κάθε φορά από την αρχή.

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται
μετά τον πόλεμο. Την ώρα του πολέμου
τίποτε δεν χτίζεται,
μόνο χαλιέται. Ακόμη και οι νεκροί
δεν αξιώνονται ένα αποχαιρετιστήριο φιλί,
έναν λόγο, ένα δάκρυ, έναν τάφο. Τίποτε.

Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται
όταν αρχίσουν οι περιπέτειες του πρόσφυγα,
ο δύσβατος δρόμος του ακρωτηριασμένου,
η αναζήτηση των νεκρών. Γράφονται
όταν οι δρόμοι γεμίζουν
με πικραμένους του χάρου.

Τότε γράφονται τα ποιήματα για την ειρήνη,
μα τι να τα κάνεις; Ούτε κανένα φέρνουν πίσω,
μήτε και τον επόμενο πόλεμο μπορούν να ματαιώσουν.
Αυτός, όπως και όλοι οι άλλοι, θα γίνει
για αποκατάσταση της δικαιοσύνης
και για την ειρήνη.

Τελικά και τα ποιήματα για την ειρήνη
είναι κι αυτά μέρος της τραγωδίας,
χρειάζονται για την ολοκλήρωση της πράξης
και την καταγραφή της στην ιστορία.

Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2010

 

ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ

Στη μνήμη του ποιητή Φικρέτ Ντεμιράγ

Τα ποιήματά μας είναι σαν τα πουλιά,
πετούν πάνω από τα συρματοπλέγματα
και συναντιούνται στον αέρα,
κάθονται ύστερα πάνω στη γη
που αυλάκωσαν οι ερπύστριες,
πάνω σε τάφους άγνωστων νεκρών,
περιφέρονται ανάμεσα στα ερείπια
τσιμπολογώντας ξεχασμένους σπόρους
μιας ελπίδας που πέρασε για να επιβιώσουν.

Ύστερα κατεβαίνουν στις πλατείες σαν γελωτοποιοί
και σαρκάζουν με τα αποθέματα της αισιοδοξίας τους
μέσα στην περιφρόνηση και τον διασυρμό.

Αλλά κι έτσι ακόμη η ποίησή μας
είναι μια χειρονομία που προεκτείνεται στο μέλλον,
όπως ένα απλωμένο χέρι που περιμένει
το άλλο να έρθει να το σφίξει.

 

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Πολλές φορές τον χρόνο το φεγγάρι
κάνει τον κύκλο του
και γίνεται πανσέληνος.
Το επιθανάτιο χλωμό του φως
πέφτει πάντα το ίδιο πάνω στον κόσμο,

όμως ο κόσμος κάτω
είναι κάθε φορά διαφορετικός,
το φως διαγράφει άλλα περιγράμματα,
σκιάζει άλλους τάφους, άλλα ερείπια
σε γειτονιές πολέμων,
σε συνοικισμούς προσφύγων,
άλλους κρατήρες, άλλα ναυάγια…

Και κάθε φορά
που επαναλαμβάνεται η πανσέληνος
γίνονται όλο και πιο άσπρα
τα κόκαλα των άταφων νεκρών.

Αύγουστος 2010

 

Μες στη ροή (2009)

 

ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ

Μες στα σκοτεινά πηγάδια και στα βαθιά νερά
όπου πρωτογεννιούνται του κόσμου τα στοιχειά,

στης ιστορίας το σκίρτημα, στου μύθου τις πηγές,
στων ηφαιστείων τη λάβα, στις άγριες φωτιές,

όπου φωνάζει το αίμα και μιλούνε οι νεκροί,
τα θεμέλια κείτονται της μνήμης κι οι μικροί θεοί.

Εκεί πηγάδια ανοίγω για το μαγικό νερό
και βρίσκω δράκου πόδι, στόμα αχόρταγο.

Η φωνή μου σβήνει σ΄ άγριο βουητό,
σε τρόμο για το θάνατο, για το άγνωστο.

Δρόμοι σκοτεινοί της ύπαρξής μου, αδιέξοδοι,
μέσα μου φυλακισμένοι, αφιλόξενοι,

θα μιλήσουνε μια μέρα με τη μουσική τους
και θ΄ ανοίξουν δίχως λόγια τη μυστική πηγή τους

κι ό, τι έχει μέλλον θα φανεί διάφανο
κι ό, τι είναι του θανάτου θα πάει στο θάνατο.

 

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Ο νεκρός εκείνης της άνοιξης ήταν νέος
κι ωραίο παιδί, καμάρι των γονιών του
κι έρωτας κρυφός των κοριτσιών.

Μα τόσο νέος πώς να κρατηθεί μέσα στην κάσα του!
Άδεια την κουβαλήσανε στην εκκλησιά,
άδεια την κατεβάσανε στον τάφο.
Αυτός βγήκε κρυφά και γύριζε στους δρόμους
ντυμένος την πιο καινούρια του αλλαξιά,
με πρόσωπο βαθιά θλιμμένο
και μια πληγή ανοιχτή κάτω απ’ το στήθος
απ’ όπου βγήκε και του ‘φυγε η ψυχή.

Με παρουσίες που όλο πύκνωναν τα βράδια
γέμισαν οι δρόμοι.
Λέξεις πολλές μέσα στο λόγο των ανθρώπων
άρχισαν να σημαίνουν θάνατο.
Έγινε κι αυτός πρόσωπο του χωριού,
σαν το γέροντα του διπλανού σπιτιού,
τον ιερέα, το δάσκαλο ή το μαύρο γύπα
στην κορυφή του κυπαρισσιού στο κοιμητήρι.

Από τότε κάθε άνοιξη
πεθαίνει μέσα μου ένας νέος.
Ο θάνατος ειρωνεύεται την ταραχή μου
και ο θεός αθέατος σιωπά.

 

ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ ΣΕ ΜΕΡΑ ΒΡΟΧΕΡΗ

«Βρέχει, πατέρα».
«Βρέχει, αλλά εγώ θα πεθάνω».
(Διάλογος του ποιητή με τον πατέρα του)

Στον τόπο μας είναι λίγες οι βροχές, πιο πολλή
η κάψα του ήλιου κι η αιώνια σκόνη
που σκεπάζει ιστορία και μύθο.
Κι όμως τη μέρα εκείνη της κηδείας
έβρεχε ασταμάτητα από το χάραμα.
Βρεχότανε ο κόσμος όλος κι όσοι μαζεύτηκαν
να συνοδεύσουν το νεκρό στον τάφο.

Μισοβρεγμένο τον πήγαμε στην εκκλησιά,
καταβρεγμένο τον εβάλαμε στο λασπωμένο χώμα.
«Είναι η ευλογία του Θεού», λέγαν οι γέροντες,
«είναι η συγχώρεση στις αμαρτίες του…».
Μα ήτανε τόσες πολλές οι αμαρτίες του
ή μήπως η ευλογία του Θεού ήτανε τόσο μεγάλη
για να χαρεί κι η διψασμένη γη μας!…
«Κύριε ελέησον!… Κύριε ελέησον!…»
Ποιος αξιώθηκε τόση ευλογία!

Πόσες φορές είχε σπείρει όλο το βιος του
και περίμενε τη βροχή να το πολλαπλασιάσει.
Έβγαινε μες στο χάραμα κι άπλωνε τα χέρια
ικετεύοντας να φυσήξει ο αγέρας
να φέρει το σύννεφο, να φέρει ψωμί για τα παιδιά…

Κι όση βροχή του αρνήθηκε ο Θεός
του την έδωσε όλη μονομιάς την τελευταία του μέρα.

 

ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ ΘΑ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό
στην Ινδία θα τον συναντήσεις.

Καίγεται στις όχθες των ποταμών με τους νεκρούς,
κυλά με την τέφρα τους μες στα νερά,
κάθεται μέσα στον κάθε σβώλο γης,
στο κάθε φύλλο, στον ανθό και τον καρπό.

Κυκλοφορεί στις αγορές με τους ζητιάνους,
τους πωλητές, τα πλήθη των ανθρώπων,
τις αγελάδες, τα γουρούνια, τους ελέφαντες
τους σκύλους, τους πιθήκους, όπου ξαφνικά
μια νεκρική πομπή ανοίγει δρόμο.

Υπάρχει ακόμη στους ναούς με τους ζωόμορφους θεούς
και στα πολλά ομοιώματά τους
που φτωχοί τεχνίτες φτιάχνουνε για τους τουρίστες.

Πουθενά αλλού δε συναντάς τόση ποσότητα Θεού
που ακόμη κι αν δεν πιστεύεις
τον βλέπεις να αγκομαχά σα βόδι
σέρνοντας καθημερινά το άροτρο της ζωής.

Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό
στην Ινδία θα τον συναντήσεις.

 

ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ

Στη Νόνα, που μου έδωσε την ιδέα

Τον είδα παντού. Στα ιερά του Πάπα και του Πατριάρχη,
στους βουδιστικούς ναούς της Κίνας με τις πολλές λαμπάδες
και στους ινδουιστικούς των Ινδιών με τα πολλά πρόσωπα
και τα μαραμένα λουλούδια των προσκυνητών.
Μια κούκλα είναι ο Θεός κι ο άνθρωπος
τον κρατά από το χέρι και το σέρνει
στους δρόμους της δικής του αγωνίας.

Μικρό το νανουρίζει σαν παιδί στην κούνια,
έφηβο το θαυμάζει για τη δύναμή του,
γέροντα το φοβάται για τη σοφία του.
Το λούζει, τον αρωματίζει, το στολίζει,
τον ντύνει στα χρυσά, τον αγαπά,
θυμώνει και το βάζει στη γωνιά,
το θάβει και τον ανασταίνει,
τον οδηγεί στον πόλεμο, τον προσκαλεί
στη γέννηση, στο γάμο, στην κηδεία.

Μια κούκλα είναι ο Θεός με χίλια πρόσωπα
κι έχει ο καθένας το δικό του. Με τον καιρό
τον κάνει να του μοιάζει.
Γίνεται και παιδί του και πατέρας και κριτής του.

 

Η ΣΚΟΝΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Σκόνη, σκόνη, σκόνη παντού.
Φυσά ο αγέρας της ερήμου ως εμάς
και την ταξιδεύει άπλυτη
πάνω απ’ τη θάλασσα.

Ταξιδεύει σαν τα διαβατάρικα πουλιά
μα δε διαβαίνει. Εδώ κάθεται.
Ταξιδεύει σαν τα αποδημητικά πουλιά
μα δεν αποδημεί. Μένει.

Έρχεται σήμερα, χθες, από πάντα
και κάθεται πάνω στα μάρμαρα
και στα μωσαϊκά. Καλύπτει τα χρώματα,
εισχωρεί μέσα τους, γίνεται μέρος τους.

Αιώνες η έρημος
μαζεύεται μέσα μας.
Τώρα μονάχα ένας κατακλυσμός
μπορεί να μας ξεπλύνει.

 

ΜΗΝ ΤΑ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΤΕ

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που ταξιδεύουνε με τη σοφία αστροναύτη
και σχηματίζουν νι κι ευθείες γραμμές
και άλλα σχήματα αρμονικά στην κίνηση,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που πρώτα γνώρισαν την αρμονία
και την ενότητα του κόσμου,
πώς ο χρόνος κυλά μέσα στο σύμπαν
και παίρνει και φέρνει τη ζωή,

αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
που έρχονται να πιουν νερό
και να γευτούν πράσινο χόρτο,
ξέρουν να φέρνουν με τον ερχομό τους
λίγη χαρά και λίγη θλίψη
να δίνουμε με το φευγιό τους
υπογραμμίζοντας το πέρασμα του χρόνου.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
κινούν το χρόνο και τις εποχές
κινούν τη γη, ομορφαίνουν τη ζωή
και ξυπνούνε την κυνηγημένη ελπίδα.

Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά
μην τα πυροβολείτε.

 

ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΔΡΟΜΟ

Μπορεί να πάρεις την απόφαση
να πορευτείς σε λάθος δρόμο
είτε να μπεις σε λάθος πόλεμο
και προχωρώντας
να κερδίζεις καθημερινά και κάποιες μάχες.

Με τις επιτυχίες σου αυτές
μπορεί να επαίρεσαι
νομίζοντας πως προχωρείς μπροστά,
αγνοώντας πως σε μια πορεία με μικροκέρδη
θεμελιώνεις τη μεγάλη
κι αναπότρεπτη ζημιά.

Το πιο τραγικό είναι, ωστόσο,
όταν καταλάβεις πού πηγαίνεις –
δέσμιος των επιλογών σου πια –
να συνεχίσεις να πανηγυρίζεις
μ΄ αυτές τις μικρονίκες
που όλο και πιο κοντά σε οδηγούνε
στη μεγάλη κι αναπότρεπτη σου ήττα.

 

ΔΙΑΨΕΥΣΗ

Σα φύλλα σε στάσιμα νερά επιπλέουν
ονόματα ατεκμηρίωτων αγίων και ηρώων,
εμπορικοποιημένες πράξεις άλλων εποχών,
προσοδοφόρες επενδύσεις συνθημάτων –
αλαλαγμοί νίκης σε μια πορεία ήττας.

Ιστορικός ο τόπος κι ανιστόρητος.
Κάθε φορά πιστεύει πως ξεκινά κάτι καινούριο
ενώ συνεχίζει να ξύνει μια παλιά πληγή.

Τώρα πια ούτε που τολμούμε να ομολογήσουμε
πως μέσα σε όλα τούτα άλλο τίποτε δεν κάναμε
από το να εξαργυρώνουμε συνέχεια
την παραφουσκωμένη προσφορά μας
με ότι είχε πέραση κάθε φορά, έτσι που τώρα
καταντήσαμε χρεωμένοι κι από πάνω.

Βαραίνει η ψυχή μας και πώς να πετάξει
όταν το σώμα ασήκωτο πια
φυτεύεται όλο και πιο βαθιά στο χώμα!

2004

 

ΞΕΝΟΣ ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ

«Η αλήθεια είναι» – είπε ο ξένος συνομιλητής μου –
«πως εσείς μπορεί να φύγετε ή να ‘ρθουν άλλοι
και να πάρουνε τα σπίτια σας,
μα τούτες οι αρχαίες κολώνες και το θέατρο
κι η αγορά με τα μωσαϊκά και τα αγάλματα,
πάλι εδώ θα είναι – μια πρόκληση
για τους αρχαιολόγους και τους τουρίστες –
κι αυτός ο ήλιος του καλοκαιριού
κι η θάλασσα τις νύχτες με το φεγγάρι
που κρεμάζεται από πάνω της ολόχρυσο πανέρι,
όλα εδώ θα είναι, αρχαία και σημερινά,
όπως ο χρόνος, που σαν παιδί
γεννιέται με τον ήλιο κάθε αυγή.
Κι όσο και αν σου φαίνεται τούτο κυνικό,
όλα αυτά θα δίνουν πάντα μια καλή προοπτική
γι΄ ανάπτυξη και για τουριστική αξιοποίηση».

«Το ξέρω, αυτό είναι σκληρό για σένα» – πρόσθεσε –
«που έχεις τις ρίζες σου εδώ τόσους αιώνες,
μα μόνο ο τρελός νομίζει πως το δίκαιο ή ο Θεός,
είτε ακόμη η ίδια η ιστορία του,
μπορούνε να τον προστατεύσουν σ΄ ένα κόσμο
με τόση δύναμη στα χέρια του,
με τόσο πλούτο
και με ψυχή τόσο φτωχή!».

 

ΠΙΚΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Στους τοίχους του χωριού
μισοδιαβάζονται ακόμη τα παλιά συνθήματα,
προβάλλουν οι σκιές αυτών που ‘φύγαν:

Στο δεξιό σωματείο ο Χατζηκώστας,
στο κεντρώο ο Σουρουλάς,
στο αριστερό ο Κολάνης.
Ο Αυξεντίου άγαλμα στην πλατεία,
ο Μιχάλης Πέτρου ένας στιγματισμένος νεκρός
κι ο Λιασίδης ένας αλλόκοτος ποιητής
που μεταθανάτια επιστρέφει.

Κανένας δεν υπάρχει πια. ΄Ερημος ο δρόμος,
γεμάτος με χαλάσματα σπιτιών
που τριάντα χρόνια τώρα όλο πληθαίνουν.
Κομμένο σύρριζα το κυπαρίσσι
των παιδικών μου χρόνων
ανεβαίνει ευθυτενές τη νύχτα
μες στον ύπνο μου φορτωμένο
πουλιά και τραγούδια άλλων εποχών,
όταν η ποίηση ήταν σημαία
και λάβαρο και θυμίαμα και μοιρολόι.

Τώρα πηγαίνω επίσκεψη σαν ξένος.
Άλλα μνημεία τώρα με υποδέχονται,
άλλα συνθήματα φωνάζουν.
Στρίβει και πάλι αδίστακτα και φονικά
η ιστορία. Εκεί στα ίδια σπίτια
γράφουν ποιήματα ο Γκουργκέντς και ο Τζενάν.

Κοιτάζω γύρω, αμνήμονα μνημεία,
στομφώδη, υπερφίαλα,
τσιμπούρια στο σώμα του μέλλοντος
να σκοτώνουν καθημερινά τη μνήμη.
Κοιτάζουν πίσω και θέλουν
να προχωρούν μπροστά.

Φεύγουν οι άνθρωποι που θυμούνται,
έρχονται άλλοι που δεν ξέρουν.
Ο χρόνος δολοφόνος του ονείρου,
τελειώνει ο καιρός. Όποιος προλάβει
ν’ αναστηθεί αναστήθηκε.
Μπροστά στη βαριά πόρτα του μέλλοντος
όλο και περισσότεροι υποψήφιοι νεκροί
μαζεύονται και περιμένουν
χάνοντας σιγά – σιγά την ελπίδα
χάνοντας το όνομά τους
και την ιστορία τους.

 

ΛΟΥΛΟΥΔΙΑΖΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Περπατήσαμε πολύ δρόμο,
ζήσαμε μεγάλο μέρος της ζωής,
πεθάναμε μεγάλο μέρος του θανάτου.
Πού είμαστε τώρα;
Τι είναι παρελθόν,
τι είναι μέλλον
και που ισορροπούν;

Λουλουδιάζει ο χρόνος.
Όπου να ‘ναι
θα δούμε ρίζες να γεννιούνται
λευκές μες στο ουδέτερο…

…φτερά της ψυχής
οιμωγές της καρδιάς
ρανίδες του λόγου
που τόλμησε και πόνεσε
κι έπεσε.

 

ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ   

Όπου κάηκες μια, καίγεσαι πάλι
Κι όπου βρέχτηκες βρέχεσαι.
Μα όπου δεν, ποτέ και τίποτε.

Όλα μια φορά συμβαίνουν
κι ό, τι κρατήσεις
μες στη ροή που ρέεις.

 

 

Από το ελάχιστον  (2001)

 

ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ

Την ποίηση, όπως και την καλή διάθεση,
μπορείς να την αντλήσεις κι απ’ το ελάχιστο,
σχεδόν από το τίποτε. Και τότε
το τίποτε αυτό θα πάρει υπόσταση
και θ’ αποκτήσει σώμα όπως στο θαύμα της Κανά.

Πολλά δεν θέλει να υπάρξει η ποίηση. Τα γεγονότα
πιο συχνά τη βαραίνουν και την πνίγουν
όπως οι κάθε λογής υπολογισμοί τον έρωτα.
Αλλά όταν υπάρξει είναι μια σκάλα
που ανεβάζει σε τραπέζι με φωμί
σε κανάτι με κρασί
ή στο κρεβάτι του έρωτα.

Δίνει ακόμη λίγη από τη γεύση της αθανασίας
καθώς η ερωτική πράξη με γυναίκα αγαπημένη
που ρίχνει το έμβρυο μέσα στη μήτρα.

 

ΓΥΜΝΟ ΣΑΝ ΒΡΕΦΟΣ

Γυμνό γεννιέται το ποίημα – πιο γυμνό κι από βρέφος
με κλάμα και άναρθρες κραυγές φωνάζει για την ύπαρξή του.
Έτσι γυμνό και απροσάρμοστο
είναι μονάχα μια λάμψη ελευθερίας
ένα στροβίλισμα συγκίνησης
μια υπόσχεση αθανασίας.

Το προσαρμόζουμε στη δεδομένη γλώσσα,
το εντοιχίζουμε στα δεδομένα μέτρα,
το ντύνουμε πολιτική και ιδεολογία,
το κοινωνικοποιούμε…
Μ΄ ένα οπλοστάσιο συμβάσεων προχωρούμε
αφού δεν ξέρουμε άλλο τρόπο
να το κάνουμε να υπάρξει.

Μ΄ αυτά τα δεδομένα, ωστόσο,
η μόνη ελπίδα να υπάρξει στο τέλος το ποίημα
είναι να καταφέρει να προβάλλει
πίσω απ΄ τα ντύματα και τις συμβάσεις
τη γυμνότητά του. Και σαν βρέφος
να στριγγλίζει θαμπωμένο απ΄ τη ζωή.

 

ΑΝΤΑΠΟΔΩΣΗ

Ο κάθε ποιητής πρέπει να τραγουδήσει το τραγούδι του
πριν ο θάνατος τον κλείσει μέσα στην κάσα του.
Το κάθε καλάμι στην ακροποταμιά
πρέπει να σφυρίξει με τον άνεμο όσο μπορεί
πριν ο άνεμος το τσακίσει και σωπάσει.
Το κάθε όργανο πρέπει να παίξει τη μουσική του
πριν Ιάπωνας εκατομμυριούχος
το κλείσει σε θησαυροφυλάκιο τράπεζας.

Η σιωπή είναι τρόμος.
Ένα Στραντιβάριους σε θησαυροφυλάκιο
είναι χειρότερο κι από ένα πουλί σε κλουβί,
είναι ένας αδικαίωτος ποιητής μέσα στο φέρετρό του.

Ό, τι πήρε ο καθένας πρέπει να το ανταποδώσει.
Το βιολί να παίξει για χάρη του δασοφύλακα,
για χάρη του ξυλοκόπου, του μαραγκού, του μάστορα
κι ακόμη για κείνη τη ξεχωριστή χάρη που του δόθηκε
ν΄ αγγίζει με τον ήχο του τη μυστική πηγή του κόσμου.

Να τραγουδήσει ο ποιητής και με τους στίχους
την πείνα να χορτάσει της ψυχής του ανθρώπου,
το πρωινό, τον ήλιο, τη βροχή να πολλαπλασιάσει,
ως την άκρη της χαράς τον πόνο να οδηγήσει,
ως την άκρη της ελπίδας την απελπισία.

Με την ανταπόδοση κερδίζεται η δικαίωση,
με το ξόδεμα συσσωρεύεται το κέρδος.

 

ΡΌΔΑ ΑΜΑΡΑΝΤΑ

Μόνο το πνεύμα μπορεί να γεννήσει ρόδα αμάραντα
και η τέχνη να πλάσει το τελειωμένο.
Με όλα τα συν και τα πλην της ιστορίας
και της ψυχής του ανθρώπου
διευρύνονται ολοένα οι στίχοι του Ομήρου,
τα μάρμαρα του Μιχαήλ Αγγέλου
και το γκρίζο του Θεοτοκόπουλου.

Μόνο πράγματα ανώφελα από τη μεριά του υλικού κόσμου
μπορούν να παραμένουν τα ίδια και να αλλάζουν
ανάλογα με τη θέση που βρίσκεσαι και το χρόνο,
την αγωνία της ψυχής και την προέκταση του μυαλού
και μονάχα πρόσθεση και πολλαπλασιασμό επιδέχονται.

Όλα τα άλλα ξεπέφτουνε συχνά στο πλην

και στη διαίρεση, γίνονται στάδια μεταβατικά
για την κατασκευή του εγκλήματος.

Αν υπάρχει ελπίδα κάτι να σωθεί στο τέλος
είναι η ψυχή κι αυτά τα ανώφελα κατά τα άλλα πράγματα
που είναι το ψωμί της, το νερό της και το μέλι της.

 

Η ΘΡΕΠΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Και ο φωναχτός ανθός της μηλιάς και ο σιωπηλός του σταχυού
μετατρέπουν την ωριμότητά τους σε σώμα και σε πνεύμα.
Τα σοφά και τα τρελά που του συμβαίνουν
σε στίχους τα μετατρέπει ο ποιητής
για να ΄ναι η ποίηση μήλο και σιτάρι και σταφύλι
να ΄ναι ψωμί και κρασί και το θαύμα που τα αυξάνει.

Από όνειρο σε όνειρο διευρύνεται ο κόσμος.
Και χρειάζεται ένα όνειρο βαθύ σα ζωγραφιά και σαν ποίηση
για ν΄ αποκτήσει χρώμα το άχρωμο και νόημα το αμίλητο.

Το φως στους πίνακες του Βαν Γκογκ
είναι τόσο θρεπτικό όσο και το σιτάρι
και το μήλο του Σεζάν είναι σαν το ουσιαστικό
που σημαίνει όλα τα μήλα του κόσμου και κάτι παραπάνω.

Αυτό το κάτι παραπάνω είναι το όνειρο
που μέσα του μπορείς να μπαίνεις και να βγαίνεις
όπως μέσα στη θάλασσα
κι όλο να ανακαλύπτεις το πολύπλευρο
και το ατελεύτητο του κόσμου.

 

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ

Τρεις χιλιάδες χρόνια κυλάει το ποτάμι του Ηράκλειτου
με την πιο σοφή ρήση των αιώνων
κι όλο θέλουμε να μπούμε μέσα του μια δεύτερη φορά.
Γνωρίζει ο νους κι αμφισβητεί το όνειρο
αφού πολλές φορές όλα συμβαίνουν μέσα του.

Ωστόσο ποτέ δε θα ξανασυναντήσεις μια γυναίκα που ερωτεύτηκες
ακόμη και αν την συναντήσεις
κι ούτε την πόλη που άφησες την ξαναβρίσκεις.

Τα χρόνια δε φεύγουν αδειανά. Είναι τόσο φορτωμένα
που γκρεμίζονται ένα ένα και τσακίζονται
έτσι που δεν μπορείς να επανενώσεις τίποτε.

Μόνο το όνειρο ξαναγυρίζει πίσω τα αγύριστα
κι η ποίηση τα τσακισμένα επανασυναρμολογεί.

 

ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Μια μέρα που βρήκε ευκαιρία, μίλησε ο ποιητής στο Θεό:
Κάνε, του λέει, μια καινούρια σφαίρα
και βάλε μέσα της όλο τον κόσμο,
μα προπαντός, βάλε στον ένα πόλο
την απόλυτη φωτιά του έρωτα
που λιώνουν μέσα της τα σώματα
και γίνονται λάβα που διαπλέει τους αιώνες.
Και βάλε στον άλλο πόλο
την απόλυτη παγωνιά της αιωνιότητας
που μέσα της τα σώματα και οι ψυχές
γίνονται μια παγωμένη στήλη μες στο άπειρο.
Και χάρισέ μου αυτή τη σφαίρα
βάλσαμο να γίνει στην αγιάτρευτη πληγή μου.

Όταν θα δω το χάροντα με το γυμνό σπαθί του
καβαλάρη να πηδά πάνω απ΄ το φράκτη
κι ένα φεγγάρι σα δρεπάνι πίσω να τον ακολουθεί
όρθιος μπροστά να βγω στον κήπο.

Τόσες φορές που έλιωσα μες στην πυρά του έρωτα
στην παγωνιά ξανά να λιώσω της αιωνιότητας
και σαν ένα κοντάρι φως
να επιμηκυνθώ στο σύμπαν
στήλη να γίνω μες στο άπειρο.

 

Τ΄ ΑΣΤΕΡΙΑ

Τόσο πολύ εγέμισα με άστρα
αφού μεγάλωσα τρώγοντάς τα σαν καραμέλες
που τα κουβαλώ μέσα μου ακόμη και τη μέρα.

Μες στην αυλή μας με τα γέρικα δέντρα,
τους μισοχαλασμένους τοίχους και τους γέροντες
που κάθε μέρα φεύγαν
τ΄ αστέρια ήταν κάθε βράδυ το μόνο καινούριο πράγμα.

Τα τραγούδια της γιαγιάς
καθώς επαναλαμβάνονταν με τ΄ άστρα
ανεβαίνανε κάθε βράδυ στον ουρανό
αναζητώντας το καθένα το δικό του αστέρι.

Το πρωί πέφτανε όλα μέσα μου.

Τώρα που δεν υπάρχει πια
μήτε η αυλή μήτε το σπίτι
και φύγανε οι γέροντες
τα κουβαλώ όλα μέσα μου,
το καθένα με το δικό του αστέρι.

Και κάθε βράδυ,
ύστερα από μια κουραστική μέρα
με κέρδη και ζημιές και μόνιμες απώλειες,
τίποτε δε βρίσκω πιο καινούριο
από τ΄ αστέρια.

 

ΡΩΜΗ

Περπατώ και νιώθω να επιμηκύνεται το σώμα μου
σαν τη ρίζα της κάπαρης και να φτάνει τα υπόγεια ρεύματα.
Επιμηκύνεται το όνομά μου και φτάνει ως τις ρίζες της γλώσσας,
πέφτω ολόκληρος μες στη λιωμένη λάβα της ιστορίας
που ποτέ της δεν κρυώνει.

Κάποτε μου φαίνεται πως ήμουν με τους μονομάχους,
κάποτε με τους ριγμένους στην αρένα σκλάβους
όμως ποτέ δεν ήμουν με το αλαλάζον πλήθος στην κερκίδα
κι από τους κυβερνήτες προτιμούσα τους ποιητές.

Η ίδια μέρα γεννούσε τα μεγάλα έργα και τα μεγάλα εγκλήματα
κι όλα μαζί παράλληλα και την ίδια στιγμή
φωνάζουν στους αιώνες από τα χτίσματα του Κολοσσαίου.

Απλωμένη σα ρούχο η ψυχή του ανθρώπου
μαζεύει αλλού το φως κι αλλού το σκοτάδι.
Ένα πανέρι πανσπερμίας η Ιστορία,
με μεγάλες προσθέσεις και μεγάλες αφαιρέσεις προχωρεί.

 

ΑΓΙΑ ΣΕΒΕΡΗΝΗ

Αίθουσα μεσαιωνική κάστρου παλαιού,
χώρος ταφής λαϊκών και επισκόπων,
τώρα φιλοξενεί μια συναυλία μουσικής.
Οι τάφοι ανοιχτοί με ό,τι απόμεινε
από τους παλαιούς κατοίκους τους
και σκεπασμένοι με διάφανο γυαλί
που κάθεται απάνω ο κόσμος.

Ήχοι από Μπαχ, σόλο βιολί και έγχορδα
γεμίζουνε όλη την αίθουσα που πάει να πετάξει.
Πολύ δρόμο διάνυσε το ξύλο όσο να γίνει βιολί
και πιο πολύ ο άνθρωπος όσο να φτάσει
ν΄ αναλύει σε τέτοιους ήχους την ψυχή του.

Ήταν ένα θαύμα αυτό που ζούσαμε,
γιατί με τόσους νεκρούς κάτω απ΄ τα πόδια σου
να σε κοιτάζουν από δέκα αιώνες μακριά χωρίς ελπίδα
θα ‘τανε δύσκολο πολύ, δίχως αυτή τη μουσική
να πιστέψεις στην ανάσταση.

 

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ

Η αλήθεια δεν είναι ευθεία γραμμή, ούτε και το ψέμα,
έχουν και τα δυο ένα κοίλο. Μέσα στο κοίλο της αλήθειας
εισχωρεί το ψέμα και μέσα στο κοίλο του ψέματος
εισχωρεί η αλήθεια και αλληλοεφάπτονται. Έτσι
μέσα στην ομορφιά εισχωρεί η ασχήμια
και μέσα στην ασχήμια η ομορφιά,
όπως στο κέρδος εισχωρεί η ζημιά
και στη ζημιά το κέρδος.

Όλα παίζουν ένα παιχνίδι, ο πιστός και ο άπιστος,
ο νόμος και η παρανομία, ο εγκληματίας
και ο διώκτης του. Έτσι καθώς εφάπτονται διαρκώς
το ένα μέσα στο άλλο λίγο εισχωρεί,
το ένα από το άλλο λίγο χωματίζεται.

Μετά που είδαμε ν’ ανάβουν οι φούρνοι για ανθρώπους
και τις βόμβες να πέφτουν μέσα στο πλήθος
χάσαμε τη γραμμή που ορίζει το συν και το πλην,
το μπροστά και το πίσω.

Κάθε φορά μέσα απ΄ τη λάσπη περιμαζεύουμε τον άγγελο,
τον πλένουμε και τον χάνουμε. Όλο και ψάχνουμε
να βρούμε να ακολουθεί πορεία ανόδου είτε πτώσης,
πόσα κέρδισε στην πάλη με το σατανά και πόσα έχασε,
τι σατανικό πήρε και τι αγγελικό έδωσε
σε τούτο το παιχνίδι των διδύμων.

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Το μισό φεγγάρι στον κρύο ουρανό
δείχνει πόσο στενός είναι ο χώρος και ο χρόνος.

Μέσα στο αίμα μας πιο πολύ κυλά η Ανατολή.
Μεσ’ απ’ τη μυρωδιά του γιασεμιού και του πακιστανού
έρχεται ο Νιζαμί και ο Τζελαλουτίν Ρουμί
να σμίξουνε το λόγο του Χριστού και του Μωάμεθ
αναζητώντας δύναμη μες στις αδυναμίες του ανθρώπου,
ένα συν που να αντισταθμίζει στη φθορά του κόσμου.

Αμφισβητώντας το «μπροστά», το «πίσω»,
το «πάνω» και το «κάτω»
τη φωτεινή ουσία της ψυχής
αναζητούν στο «είναι».

Ένα κάποιο συν αναζητά ο ιστορικός
για να χαρακτηρίσει τον αιώνα,
όπως τον Όμηρο και τον Πυθαγόρα,
τον Παρθενώνα και την Πιετά,
το Χριστό και το Σωκράτη.

Το συν που διευρύνει το νόημα των λέξεων
αναζητά ο ποιητής
που χτίζει κόσμο από το τίποτε και βλέπει
πως ένας πάπυρος με μια τραγωδία του Αισχύλου
αξίζει όσο και μια θρησκεία.

Όλα μια παράλληλη πορεία ακολουθούν,
γι΄ αυτό και περιπλέκονται συχνά
κι ο ένας βαδίζει στη γραμμή του άλλου
καθώς γεμίζει, αδειάζει, χάνεται
και πάλι βγαίνει το φεγγάρι.

 

ΚΑΤΑΚΛΕΜΜΕΝΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ

Κάποτε μου φαίνεται πως είμαι κλέφτης
κι άλλοτε λέω πως είμαι ο ίδιος κατακλεμμένος.

Αγροίκος ήρθα μέσ’ από τη χέρσα γη μου και το δάσος
κι έκλεψα λέξεις και χρώματα
κι έπλασα κόσμο από το τίποτε και σημαία απ΄ το μηδέν.

Μπήκα κλέφτης μες στις συγκινήσεις της ποίησης,
κλέφτης διπλός και τριπλός στον έρωτα.
Ταξίδεψα πολύ και γεύτηκα σπάνιες γεύσεις
ποτών και φαγητών
κι αρώματα κόσμων μακρινών.

Κλέφτης του φεγγαριού, του ήλιου και της θάλασσας,
του πράσινου χόρτου και της άσπρης πέτρας,
της γνώσης κλέφτης σταυρωμένων ποιητών.

Όμως στο τέλος τίποτε δεν πήρα.
Όλα είναι εδώ σε τούτο το ανοιχτό πανέρι των στίχων
ενώ κρυφά κι επίμονα
έρχεται και με κατακλέβει ο χρόνος.

Ο χρόνος είναι δυσανάλογα μικρός απ΄ την επιθυμία.
Σαν αρχικλέφταρος κατηφορίζει πάνω στην κλίση της γης
και χάνεται γρήγορα στον ορίζοντα.

Από τα κέρδη μου τρώει και προχωρεί
σαν ασυνείδητος καταχραστής
καθώς η γη όλο και περιστρέφεται στο σύμπαν.

 

ΕΙΜΑΙ ΚΕΡΙ

Είμαι κερί.
Μ΄ άναψε μια στιγμή
το πάθος του έρωτα
που παρεμβλήθηκε στο χρόνο,
με θρέφει και με εξαντλεί
ο άνεμος της ζωής.

Καίγομαι και φωτίζω,
καίγομαι και εξαντλούμαι
καθημερινά
προχωρώντας στο σκοτάδι
που όλο μετατοπίζεται
και δεν εξαντλείται.

Μα πού πηγαίνει αυτή η αύρα;
Πού επενδύεται;
Το καθημερινό τι θα απογίνει;

Και είναι τούτο αρκετό;

 

ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ

Ευτυχώς που οι ήρωες δεν περιμένουνε δικαίωση
από το τελικό αποτέλεσμα του αγώνα τους
διαφορετικά θα ήταν όλοι τους χαμένοι όπως τους πολιτικούς.
Αυτοί αρκούνται με την απόδοση της πράξης τους μονάχα,
με την απόδοση της μιας στιγμής που απομόνωσαν στο χρόνο,
σαν κάποιος που βγαίνει απ΄ το παιχνίδι
τη στιγμή του μέγιστου κέρδους.

Εμείς που μείναμε να συνεχίσουμε
θα πληρώσουμε και τη ζημιά.

 

ΤΟ ΦΩΤΟΣΤΕΦΑΝΟ

Σπάνια κάποιος άγιασε για το σύνολο της ζωής του,
οι περισσότεροι ήταν για κάποιο μέρος της μονάχα,
για λίγες πράξεις ή και για μια μόνο απόφαση.
Κι ούτε κανένας έγινε ήρωας για όλη του τη ζωή
παρά για κάποιες πράξεις ή και μια μονάχα.
Όλη η άλλη ζωή είναι με τα λάθη και τις αμαρτίες της,
τα συν και τα πλην, τα πάνω και τα κάτω της.

Γι΄ αυτό κανένας μύθος δεν είναι πλήρης
και καμιά μυθοποίηση δεν είναι δίχως ψέμα.

Πρέπει, λοιπόν, το φωτοστέφανο να αφαιρείται
κι από αγίους κι από ήρωες
και να φυλάγεται σε σκοτεινό ντουλάπι.
Να τους φοράμε μόνο όταν μιλούμε
για τη μέρα ή την ώρα που το αξιώθηκαν.

 

Η ΤΡΙΤΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Αναστρέψαμε τη γη και γυρίσαμε τα μέσα έξω,
ενέργειες φυλακισμένες σε πέτρες και σε μέταλλα
ασύλληπτες περιπολούν στο σύμπαν.

Μα ποιος μπορεί να μετρήσει
αν μεγαλώνει η χαρά
κι αν λιγοστεύει ο φόβος του θανάτου.

Όλα έγιναν για την ελευθερία
μα μια μοιραία απόκλιση
εμφυτεύτηκε στο ξεκίνημα
κι όλα προς μια αναπόφευκτη μεταβολή κινούνται.

Πού είναι ο τυχερός ψαράς
που θα πιάσει το χρυσό ψάρι
κι αφού πλουτίσει με την πρώτη επιθυμία
και αποκτήσει δόξα με τη δεύτερη
με την τρίτη να τ΄ απαρνηθεί
και να σώσει τον κόσμο.

 

Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Όσο και να δηλητηριάσουμε τον ουρανό
πάντα μένει ένα σύννεφο
που θα φέρει το νέο κατακλυσμό.
Όσο και να εξαντλήσουμε τη γη πάντα μένει
μια φλέβα φωτιάς
για ν΄ ανάψει το καινούριο ηφαίστειο.

Σκάψε σκάψε,
ανατίναξε ανατίναξε
και πάντα μένει ένας υπόγειος βράχος
που θα μετατοπιστεί
για να γίνει ένας καινούργιος σεισμός.

Ακόμη και μέσα στον άνθρωπο
όσο τον στεγνώνεις και τον ευτελίζεις
παραμένει μια φλέβα περηφάνιας
που μπορεί να γίνει ποτάμι
και να ξεπλύνει τον κόσμο.

Παρ΄ όλη την αποτυχία των επαναστάσεων
η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούρια επανάσταση.

 

Η ΚΑΘΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΧΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ

Η κάθε επανάσταση έχει το τραγούδι της
που έρχεται πριν απ΄ αυτή σαν προφητεία
μα και πεθαίνει πριν αυτή καλά καλά τελειώσει
είτε πηδά στη θάλασσα και πνίγεται
σαν το ποντίκι έξω απ΄ το καράβι που βουλιάζει.

Με τραγούδια γεννιούνται οι επαναστάσεις
και πεθαίνουνε χωρίς τραγούδια.

 

Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΟΣ

Ο τόπος μας είναι μικρός και γύρω η θάλασσα
τα σύνορα του άλλου κόσμου δεν τα βλέπεις.
Οι βροχές κάνουν πως έρχονται και φεύγουν ξαφνικά
και μένουμε στεγνοί και διψασμένοι.
Οι αγέρηδες φυσούνε απ’ όλες τις διευθύνσεις
μα ποτέ δεν παίρνουμε μια σωστή κατεύθυνση.
Ο τόπος μας είναι μικρός και μας μικραίνει επικίνδυνα.
Ισορροπούμε για λίγο κι ύστερα πέφτουμε και πάλι.
Φοβισμένοι, πιο πολύ κοιτάζουμε πίσω παρά μπροστά
ξεθάβοντας ξεχασμένους αγίους και ήρωες.
Μικραίνει ο τόπος και πληθαίνουν οι ήρωες
φτωχαίνουν οι ψυχές μας και πληθαίνουν οι άγιοι.
Σε τι μας ωφέλεσαν και τους επικαλούμαστε
αυτούς που έχουνε με όλα πια ξοφλήσει!
Οι ήρωες έγιναν στρατιά και σκοτώνουν τον άνθρωπο μέσα μας
οι άγιοι έγιναν στρατιά και σκοτώνουν το θεό μέσα μας.
Ελευθερία! Ελευθερία! Από πού να ‘ρθεις να μας λυτρώσεις!

 

 

Το νερό της μνήμης    (1998)

 

ΑΝΑΜΟΝΗ ΒΡΟΧΗΣ

Περιμένουμε τη βροχή. Χρόνια περιμένουμε
κοιτάζοντας τον άδειο ουρανό.
Σκόνη σκέπασε τον κόσμο,
τα φύλλα χάσανε το χρώμα τους.
Άτροφη μήτρα η γη προσμένει τον οργασμό.
Ως κι ο ήλιος θέλει να πλυθεί.

Τούτη η αναβροχιά κάθεται στην ψυχή μας
και τη σκεπάζει όπως η σκόνη τις αρχαίες πέτρες
που καίγονται άπλυτες στον ήλιο.
Η ψυχή μας κατάντησε κι αυτή
ένα αρχαίο μωσαϊκό σκεπασμένο από τη σκόνη.

Περιμένουμε τη βροχή να μας καθαρίσει,
να βρούμε το χρώμα μας,
αυτή τη λάμψη που φυλακίστηκε μέσα μας,
το φως
που γεννιέται από τις πέτρες και το χώμα μας.

1998

 

Ο ΣΤΙΧΟΣ

Ο στίχος είναι όνειρο
επιθυμιά κρυφή
επιθυμιά φανερή
λαχτάρα για το υπαρκτό
λαχτάρα για το ανύπαρκτο.
Ο στίχος είναι πάθος
να ζήσεις ο,τι ζεις
να ξαναζήσεις ό,τι έζησες.
Ο στίχος είναι πόθος
για κείνο το δικό σου
που δεν έζησες.

Κι έτσι
όπως
ο κάθε κτύπος της καρδιάς
μακραίνει τις μέρες μας
ολοένα
πληθαίνουν οι στίχοι
οι επιθυμίες
τα όνειρα!…

 

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΗΣ ΓΥΜΝΗΣ ΨΥΧΗΣ

΄Όταν η ψυχή βγαίνει από το σώμα
φεύγει καθώς γυναίκα απατημένη
που ποτέ πια δε θέλει να επιστρέψει
στο σπίτι αυτό που την κρατούσε
δέσμια των πραγμάτων
και των τριών διαστάσεων του κόσμου.

Περιφέρεται γυμνή σαν πεταλούδα
από ανθό σ΄ ανθό,
γυρίζει μες στους δρόμους,
σε ποτάμια ταξιδεύει και σε θάλασσες,
ερωτεύεται τον κόσμο απ΄ την αρχή,
τραγουδά, επαναστατεί…

Αφήνει το σώμα στην αγκάλη του φωτός,
στο νερό το αφήνει και στη γη
και προχωρεί σιωπηλή μες στη βροχή
να συνδεθεί με την αιώνια μουσική του σύμπαντος
απ΄ όπου πια δε θα ‘χει επιστροφή.
Θα ‘θελε, ωστόσο, να επιστρέψει
εκεί που γνώρισε το φως και τη χαρά,
σε όλα όσα έζησε να επιστρέψει
και να γίνει όλα τούτα
ενωμένα σε μια άπειρη στιγμή,
σε μια ύπαρξη.

Και να συνεχίσει να είναι εδώ,
άφωνη,
αθέατη,
μυστική,
χωρίς δικαίωμα ψήφου είτε επέμβασης,
μα πάντα,
μέσα σε όλα,
μια θέση,
ένα δάκρυ,
ένα χαμόγελο.

 

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Μισά τα σχέδια των κυριακάτικων μας εξόδων.
Φεύγουμε πάντα για το νότο
κι επιστρέφουμε σε μια Λευκωσία που αδρανεί
κοιτάζοντας τον Πενταδάκτυλο
μες στο λιλά του δειλινού…

Κι έτσι όπως σε κοιτάζω και με κοιτάζεις,
Πενταδάχτυλε,
περιπλανιέμαι ανάμεσα στις κορφές σου
με το δικό μου παραμύθι.
Διαβαίνω στην αντίπερα όχθη και βυθίζομαι
σε χρόνους άλλους,
σε μέρες που η θάλασσα άνθιζε χαμόγελα,
σε άλλες τραγωδίες,
σε άλλες εξάρσεις…

Και στα παιδιά που όλο ρωτούν γι΄ αυτό το τείχος
λέω ένα παραμύθι
με τον καλό, με τον κακό
κι αυτό που πάντα γίνεται στα παραμύθια,
πώς το καλό θριαμβεύει
κι ο ήρωας μπαίνει στο παλάτι,
είτε,
φέρνει την τελευταία στιγμή
τ΄ αθάνατο νερό
και το νερό της μνήμης.

1998

 

ΤΥΦΛΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ
ΣΕ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ

Τυφλός ομιλητής ανέβηκε στο βήμα,
άνοιξε το χειρόγραφό του
κι άρχισε να μιλά αγγίζοντας μια μια τις λέξεις
με τα δάχτυλά του. Ήτανε Τούρκος
και μιλούσε ελληνικά. Οι λέξεις του,
ελληνικές και τούρκικες μαζί,
πετούσανε σαν τα πουλιά πάνω από σύνορα
που δεν μπορείς να πεις την εθνικότητά τους.

Κι όσο μιλούσε αγγίζοντας τις λέξεις με τα δάχτυλά του
κι αφήνοντας τες στον αέρα
έμοιαζε όλο και πιο πολύ με τον αγγειοπλάστη
που έπλαθε μια γη στρογγυλή, μια πατρίδα ενωμένη,
δίχως ζώνες θανάτου, ένα περιστέρι της ειρήνης…
Τα έπλαθε ένα ένα με τα δάχτυλά του,
τους εμφυσούσε πνοή και τ΄ άφηνε
να πετούν μέσα στην αίθουσα,
ν΄ αναζητούν παράθυρα και πόρτες ανοιχτές
για να πετάξουνε στον κόσμο.

 

ΟΡΦΑΝΙΑ

Στη μνήμη της μητέρας μου

Το σώμα σου στο παγωμένο τραπέζι του νεκροτομείου
είναι ξένο και μακρινό
μα όλη σου η ζωή είναι τώρα πιο πολύ δική μου.
Μέσα μου όλα σου τα βάσανα κι όλες οι πίκρες
καρφιά που με ματώνουν.
Δε χάρηκε ποτέ στη ζωή της, είπε ο γέρο Ιωνάς.
υπενθυμίζοντας χρόνια ορφάνιας,
χρόνια σκληρής δουλειάς και ταπείνωσης μέσα στη φτώχεια.

Η ορφάνια είναι ένα κενό
που πέφτει αμείλικτο και σε τυλίγει.
Κόβεται πίσω σου το νήμα και μένει
να το ξετυλίγεις μονάχα μπροστά,
να πορεύεσαι καθώς ο πρόσφυγας
όλο και πιο μακριά απ΄ το σπίτι του,
καθώς ο ξενιτεμένος που δεν έχει πια δυνάμεις να γυρίσει.

I am an orphan, έλεγε ο γέρο Κεβόργκ
και τα υγρά του μάτια κι η τρεμάμενη φωνή του
γράφανε ένα κενό ογδόντα χρόνων
που πορεύτηκε στην προσφυγιά
αφήνοντας στο δρόμο μάνα και πατέρα.
Ύστερα από χρόνια γύρισε στον τόπο που χαθήκαν
και προσκύνησε το χώμα.

It was a pilgrimage, έλεγε,
να φτάσω εκεί, στη γη που τους πήρε,
να φιλήσω το χώμα,
να εκπληρώσω το χρέος μου…

Είμαι χρεωμένος, μάνα, είμαι ανεξόφλητα χρεωμένος
με όλα σου τα βάσανα,
με την ορφάνια και την προσφυγιά σου,
μ΄ αυτό τον πρόωρό σου θάνατο.

Πέφτει η βροχή, υγραίνεται το χώμα,
διαλύονται τα σώματα και οι ψυχές μας
διψασμένες πορεύονται περιμένοντας
ένα κατακλυσμό να τις ξεπλύνει.
Η γη ν΄ ανοίξει μέσα της δρόμους μυστικούς
τον ένα νεκρό να δέσει με τον άλλο,
να μιλήσει ο παππούς ο εκατοντάχρονος
και ο πατέρας που πήγε να το βρει
κι εσύ που ακολουθείς
κι ο θεριστής και ο σποριάς κι ο λακοτρύπης
και ο βοσκός κι ο γεωργός
και οι γυναίκες οι σταχομαζώχτρες
κι οι πλύστρες κι οι γαλακτοκόμες
κι όλοι οι ορφανοί και οι βασανισμένοι,
να μας δώσουν την ευχή τους,

να εξαγνιστούμε κι εμείς
κι η γη που τους επήρε.

 

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΜΕ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΠΟΔΙ

Στη μνήμη του πατέρα μου

… Προχωρούσα μέσα στη νύχτα
από τη μια στάση του ύπνου στην άλλη
κυνηγημένος από έναν πυρωμένο καιρό
που με πίεζε σαν λιωμένο μολύβι.
Ανοίγοντας μαύρα φτερά νυχτερίδας
ο Ιούλιος έμπαινε μέσα στον Αύγουστο.
Κι ύστερα οι δυο αλλάζανε σειρά,
ο Αύγουστος έμπαινε μέσα στον Ιούλιο
και συνωμοτώντας διαμέλιζαν το σώμα μου.
Τα χέρια μου δεν είχαν που ν΄ απλώσω
κι η φωνή μου έπηξε στο κρύο πρωινό σαν το μολύβι…

Καθώς ξύπνησε πρωί στο προσφυγικό του σπίτι
και πριν προλάβει ακόμα να γυρίσει από το άλλο,
όπου περιφερότανε ανάμεσα στα δωμάτια των παιδιών,
στην αυλή και στον κήπο με τα διψασμένα δέντρα,
φύσηξε ένας αγέρας δυνατός που χτυπούσε τα παράθυρα
κι έτρεχε να τα κλείσει…
Μα ποιου σπιτιού ήταν τα παράθυρα;
Εκείνου του αληθινού είτε τούτου;
Και τι αγέρας ήταν αυτός;…

Κι απάνω που έτρεχε να κλείσει τις πόρτες και τα παράθυρα
παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά του και τον έσπρωξε
έτσι που έπεσε κι έσπασε το πόδι του.

Χαστούκι του χάρου, σκέφτηκε,
καθώς μέσα στον πόνο του είδε
πως το σπασμένο πόδι ήταν εδώ
και τον έριξε χάμω στο προσφυγικό του σπίτι.

Αϊ, αϊ, αϊ … χαστούκι του χάρου,
λέγανε κι οι άλλοι γέροντες
που μαζεύτηκαν απ΄ το συνοικισμό.

Ύστερα προσπαθούσε να σηκωθεί μα δεν μπορούσε,
ήθελε να βγει στην αυλή μα δεν μπορούσε
κι όμως ήταν εκεί, μες στο παλιό του σπίτι.
Πολεμούσε τη βροχή που έσταζε απ΄ τη στέγη,
την ξέρα του καλοκαιριού,
την πείνα και τις αρρώστιες των παιδιών…
Καλλιεργούσε την πέρα κι έσπερνε τον άνεμο,
έσβηνε μια πυρκαγιά που δεν έλεγε να σβήσει
και πάντα μόνος… μόνος… μόνος…

Μ΄ όσους πολλούς κι αν έζησε,
μ΄ όσους κι αν περπάτησε ως εδώ
κι όσοι κι αν ήταν τώρα γύρω του και τον πονούσαν,
τον άνεμο αυτό και τη φωτιά
κι όλη την πείνα κι όλες τις αρρώστιες
μόνος τώρα θα τα πολεμούσε,
μόνος θα περπατούσε
και το στερνό ετούτο δρόμο
με σπασμένο το ποδάρι…

Στους δρόμους του χωριού του γεωργοί κουβαλούσαν καρπούς,
καθόντουσαν ξυπόλυτοι στο καφενείο
ακουμπώντας κάτω τα ζεμπίλια τους,
πίναν καφέ, πίναν ρακή και διώχνανε την κούρασή τους.
Ύστερα φεύγαν για τα σπίτια και για τα χωράφια τους
μα δεν φτάναν πουθενά
αφού τα σώματά τους διαλύονταν
στο φως του ήλιου και στον άνεμο.

Και τους ακολουθούσε με σπασμένο το ποδάρι…

1998

 

Το σπίτι κι ο χρόνος   (1990)

 

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΠΙΤΙ

Τώρα πια έχουν αλλάξει τόσα πολλά,
μετατοπίστηκαν τα οπτικά σημεία,
μεταβλήθηκαν οι προοπτικές.
Το σπίτι στέκει ή δε στέκει,
άντεξε τις βροχές του περασμένου χειμώνα ή υποχώρησε;

Σαλεύει σαν κουρτίνα στη μνήμη και διαθλάται
όλη εκείνη η σειρά των γεγονότων:
πότε και ποιος μπήκε και βγήκε,
πότε και με ποια σειρά γεννηθήκαν τα παιδιά,
πότε πέρασε ο θάνατος…

Εκείνο που μένει πάντα και με βασανίζει πιο πολύ
είναι το πόσο δύσκολα μεγάλωναν όλα και όλοι.
Το χειμώνα σφύριζε ο αγέρας μέσα από τις τρύπιες πόρτες και τα παράθυρα,
έμπαινε η βροχή, η αστραπή και η βροντή από τις ίδιες τρύπες.
Τις κλείναμε, πότε με κουρέλια και πότε με χαρτιά.
Έμπαινε και το κρύο και μας πάγωνε τα κόκκαλα προχωρώντας
ως μέσα στον ύπνο μας.

Κάποτε τέτοιες νύχτες γυρίζανε μέσα στο σπίτι
τα κλάματα και οι φωνές σαν τα φαντάσματα.
Το μίσος μας άλλαξε θέση με τον οίκτο:
μάνα-πατέρας, πατέρας-μάνα… Ποιος φταίει;
Με την επίμονη άρνηση του Θεού, την απουσία του.

Τα καλοκαίρια στέγνωνε η γη κι έσχιζε όπως το σώμα μας.
Καίγανε όλα: οι πέτρες κάτω απ΄ τα γυμνά πόδια,
τα δέντρα, το χώμα, το νερό.
Ό, τι πείσμωνε να μεγαλώσει σερνότανε αργά
σαν το φίδι μέσα στο οργωμένο χωράφι.

Ο χρόνος ο ίδιος σερνότανε αργά
και δεν έλεγε να βιαστεί να μεγαλώσουμε,
να δυναμώσουν τα χέρια και τα πόδια μας,
να δυναμώσει η ψυχή μας
και να πάμε στο δρόμο των ονείρων μας.

1990

 

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ

─ Γιατί κλαίς Ελένη;
─ Κρέμασαν τα δώρα μου ψηλά και δεν τα φτάνω.
Το κουνελάκι έφερε τη σκάλα. Μα ήρθε ο κακός και φοβήθηκα.
─ Πώς ήταν ο κακός;
─ Δεν τον είδα. Έκλεισα την πόρτα.

(Διάλογος της Ελένης με τη μάνα της)

Κοιμήσου. Ήρθε η μαύρη πεταλούδα
και μπήκε απ΄ τ΄ ανοιχτό παράθυρο,
άπλωσε τα βελούδινα φτερά της
και σκέπασε όλο τον κόσμο.
Ό, τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό,
στα ανοιχτά φτερά της…

Κοιμήσου. Όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Όσο ψηλά κι αν τα κρεμάσουν θα τα φτάσεις,
μόνο μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι μαζί σου.
Να, το κουνελάκι βγαίνει από την τρύπα σου,
ο λύκος έρχεται απ΄ το δάσος του,
η αλεπού κατεβαίνει από το φράχτη της,
ως κι εκείνο το πουλί, η καρακάξα,
που σ΄ ενοχλούσε μες στο στόμα
όταν φυτρώνανε τα δόντια σου
πηδά απ΄ το ξερό κλαδί της κι έρχεται…

Όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Μην κλαις. Ανέβα τη σκάλα
κι όταν δεις τον κακό
κλείσε την πόρτα.

1990

 

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ

Απ’ το πολύχρωμο βιτρό του νότου μπαίνει το φως
κομματιασμένο – παίζει ανάμεσα στη στιγμή και το άπειρο,
ανάμεσα στον κόσμο αυτό και τον άλλο
καθώς πέφτει πάνω στο αποκαλυμμένο πρόσωπο
του νεκρού εφήβου
κάτω απ’ το θόλο της εκκλησίας.

Στέκει η μάνα ένα χρόνο στο ίδιο μέρος
και μπαίνει το φως κομματιασμένο και φωτίζει
τη σκιά του θανάτου στο πρόσωπο της.

Μπροστά της στέκει ο άλλος γιος γαμπρός
κάτω απ’ το μεγάλο θόλο, καθώς το φως
απ’ το πολύχρωμο βιτρό του νότου
διαθλάται πάνω στο άσπρο φόρεμα και τα λουλούδια.

Έτσι, από γενιά σε γενιά, από αιώνα σε αιώνα, πόσους καιρούς
σ’ αυτή τη θέση, κάτω απ’ το μεγάλο θόλο
κυλούν τα πρόσωπα, το μαύρο και το άσπρο εναλλάσσονται
και συνυπάρχουν
και όλα καταγράφονται
στο αιώνιο βιβλίο του φωτός!

 

Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ

Γρήγορα ξεχνούμε δίχως το αγκάθι να μας τρυπά τη μνήμη,
δίχως την πέτρα να μας καθηλώνει στο σχήμα της,
το χώμα που βουλιάζει το πόδι μας, το δέντρο που ανεβαίναμε παιδιά,
δίχως το λόγο που αποκαλύφθηκε πέφτοντας νύχτα από τ’ αστέρια
λόγος βαρύς απ’ την ταφόπετρα,
λευκός απ’ τα φτερά των αγγέλων…

Κατεβαίνουμε απ’ τον κόσμο της μάνας,
αφήνουμε το στήθος που μας έθρεψε και γρήγορα ξεχνούμε
η ζεστασιά του κόρφου, τη γεύση του γάλακτος, το σχήμα του στήθους
και φεύγουμε σ’ έναν κόσμο που μας στριφογυρίζει διαρκώς,
φεύγουμε χωρίς επιστροφή, χωρίς επανάληψη.

Μα η ελπίδα είναι εκεί, όταν επαναλαμβάνεις αυτή τη γλώσσα
που έρχεται απ’ το στόμα της μάνας σου κι απ’ τους αιώνες,
όταν χτίζεις καινούργιο σπίτι στα θεμέλια του παλιού,
όταν ανεβαίνεις στο δέντρο που φύτεψε ο παππούς, κατεβαίνεις
και φυτεύεις ένα καινούργιο.

 

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

Διασχίζοντας βουνά και πεδιάδες περνούν τα σύνορα.
Από φυλάκιο σε φυλάκιο προεχτείνονται νεκρές λωρίδες
κόβοντας το δάσος και τα χόρτα που οργιάζουν.

ΜΕ την κοινή συναίνεση και των δυο πλευρών
περνά το τσεκούρι κάθε τόσο και καθαρίζει τις γραμμές.
Αυτός είναι ένας πόλεμος ενάντια στις ρίζες
που κάτω από τη γη βαθιά πλέκονται μεταξύ τους
και προχωρούν πετώντας νέους βλαστούς.
Είναι ένας πόλεμος ενάντια στις κορφές
που ανεβαίνουνε ψηλά και ρίχνουνε σπόρους σ’ όλο το κενό.

Αγώνας γίνεται πολύς για να κρατιούνται καθαρές
οι γραμμές των συνόρων.
Και καλά, το χώμα δεν κινείται. Τα δέντρα ξεριζώνονται.
Όμως τα νερά των ποταμών που κυλούν διαρκώς,
τα νερά των λιμνών που εναλλάσσονται
διαπλέοντας τα σημεία των συνόρων πάνω απ’ τα νερά!

Στις περιοχές αυτές των συνόρων
όπως τα δέντρα είναι και οι άνθρωποι,
όπως το νερό. Ρευστές οι ανθρώπινές τους γλώσσες,
κυλούν από τη μια στην άλλη πλευρά
μαζί με τις συνήθειες και τις ιστορίες τους.

Συχνά η ιστορία ενοχλεί, επεμβαίνει, παροτρύνει…

 

ΕΙΡΗΝΗ

Πρωί. Ο ήλιος βγήκε χαμηλά και βόσκει μες στον κάμπο
την πρωινή δροσιά των δέντρων και των χόρτων.
Το ξενοδοχείο στις όχθες της Οχρίδας κατειλημμένο
από πολύχρωμες σημαίες μιλά σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Κι ήρθε και ‘στάθη κάτω απ’ τα μπαλκόνια ένα φορτίο ζεστού ψωμιού
και με τη μυρωδιά του πυροβόλησε κάθε παράθυρο
και μας πέτυχε όλους. Καλύτερα κι από τους ήχους της ποίησης
μας πέτυχε όλους με τον ίδιο τρόπο. Και είπα:
Αλήθεια, η μυρωδιά αυτή δεν έχει σύνορα, δεν έχει χρώμα,
η μυρωδιά αυτή σε όλα προηγείται…
Διατρέχει τον κόσμο, διαπλέει τις θάλασσες,
γεμίζει σπίτια και αυλές, παλάτια και τσαντίρια
είναι το όνειρο του κόσμου το πιο δυνατό μες στους αιώνες.
Και δεν ξέρω γιατί, αλλά περισσότερο κι από τους ήχους της
ποίησης,
ο ήχος αυτής της μυρωδιάς του ζεστού ψωμιού μες στο πρωί
έδωσε το σχήμα κι έπλασε χειροπιαστή τη μορφή της ειρήνης.

 

Η στέρνα των ερώτων  (1987)

 

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Στάθηκε ξυπόλυτη στην άκρη του νερού,
μικρή παιδούλα,
περιβεβλημένη την αθωότητα
των δώδεκά της χρόνων.
Οι έφηβοι την πείραζαν,
χωρίς να ξέρουν ακόμα το γιατί,
πονώντας την. Κι αυτή χαμογελούσε
της θάλασσας, του ήλιου και της μέρας.

Μεγάλη μπροστά της απλωνότανε η μέρα,
κρατώντας στάλες πρωινής ομίχλης
κι αρώματα της αυγής.
Μεγάλη κι η ζωή απλωνότανε μπροστά της
αρχίζοντας μόλις να μαζεύει
το χνούδι από το σώμα της…

Μα όλα τούτα κράτησαν τόσο λίγο,
όσο που άρχισε να ξεντύνεται . Όσο
που ξεντύθηκε, αποκαλύπτοντας
σώμα ώριμο,
σώμα γυναίκας πλήρες,
σχήμα τέλειο ─ μήτε να προσθέσεις
μήτε ν΄ αφαιρέσεις ─
γυμνό σπαθί μες στη φωτιά,
στήλη νερού πάνω στον ήλιο,
ψυχή αιωρούμενη ανάμεσα στα λουλούδια…

Φωτιά πήρανε όλοι οι πόθοι.
Καίγονται και δεν την αγγίζουν.
Αδιαμφισβήτητη πορεύεται η ουσία.
Γίνεται το κέντρο των πραγμάτων.

Γιατί το σώματα τούτο όλα τα έχει,
γιατί το σώμα τούτο αθάνατο είναι
κι άφθαρτο
στέκει απέναντι στο θάνατο
και με ζωή τον προκαλεί.

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Η θάλασσα γυμνή να τη χαϊδεύει ο ήλιος
και στήθια κοριτσιών μαρμάρινα
ρίχνουν δροσιά στη δίψα.

Ήμουν ξανά εδώ.
Πέρασα αόρατη ανάσα έρωτα
κι άναψα φωτιά
και γέννησα στίχο
κι έπλασα κόσμο
να περιφέρεται ανάμεσα στην ομορφιά αυτή
όταν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου
ασημώνουν το νερό
και βάφουν κόκκινα
τα στήθια των γυμνών κοριτσιών
και τον πόθο μου.

…Τίποτε πιο εφήμερο απ’ το γυμνό σου σώμα
γυναίκα του καλοκαιριού
και τίποτε πιο αιώνιο
από τον πόθο για τούτο το σώμα.

 

ΠΡΩΙ

Πρωί. Η θάλασσα καθρέφτης. Τυφλώνει ο ήλιος.
Το πρωί, η θάλασσα και ο ήλιος
όλη την αιωνιότητα της γης θ’ αντέξουν.

Μα η κοπέλα που στέκει ακίνητη, φυτεμένη
ως τη μέση στο αιώνιο νερό
με τ’ όρθιο στήθος της γυμνό, να λάμπει
κάτω απ’ τον απειροαιώνιο ήλιο
σα δίκοπο σπαθί; Η ίδια –
ένα ολόδροσο και γελαστό πρωί;

Αυτή περαστική κι ο ποιητής περαστικός.
Σε ποιο πρωί, σε ποια θάλασσα
και σε ποιον ήλιο να επαναλαμβάνονται

 

ΚΑΘΑΡΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Μες στον καθρέφτη του σώματος
του άλλου φύλου
ανακαλύπτει
τη φωτιά που τον καίει.
Και δίχως να ξέρει από αγάπη
πέφτει μέσα της
και καίει τα φτερά του –
σέρνεται γονατιστός στα πόδια της
και χύνει δάκρυα πικρά.

Όμως η φωτιά αυτή τον καθαρίζει
και γίνεται
ένα φωτεινό πλυμένο τριαντάφυλλο
που χαμογελά
όλης της γης
του σύμπαντος
και όλων των αιώνων.

 

ΕΡΩΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ

Η θάλασσα λουσμένη σε μια πλημμύρα ήλιου
σ΄ ένα καταμεσήμερο που κρατούσε αιώνες
κι εσύ με πόδια γυμνά να τρέχεις
πάνω στους βράχους που απλώνονταν
ως το λεπτό σου φόρεμα να το ξεσκίσουν
σάμπως να μην τους έφτανε που αγγίζανε τα πόδια σου,
πίνοντας στάλες κόκκινες ερωτευμένου αίματος.

Αυτά κερδήθηκαν. Γράφτηκαν
πάνω στη χρυσή πλάκα μιας υποδιαίρεσης ζωής
που δε χάνεται.

Κι όσο περνούν τα βράδια και οι χειμώνες
κι όσο η θάλασσας μετατοπίζεται
κι οι βράχοι ντύνονται παράξενα χρώματα,
παρδαλά κουρέλια, καθώς παραλίες τουριστικές
και δεν τους φτάνει πια η μνήμη,
μένεις εσύ να τρέχεις ανάερα
κι απ΄ το σχισμένο φόρεμά σου να προβάλλει
πόδι γυμνό, καθώς σπαθί στην αιωνιότητα
και τρεις σταγόνες αίμα
να πετούν με τα φτερά των αγγέλων,

ενώ το τραγούδι της γοργόνας επιστρέφει,
σάμπως από φωνόγραφο, στο σύμπαν.

 

ΜΥΘΟΣ

Χρόνια πριν, όταν ακόμα περπατούσαμε
με γυμνά πόδια όλες μας τις ακρογιαλιές,
γλιστρώντας μέσα από τ’ αγκάθια και τους βράχους,
χρόνια πριν
είδα το νησί απ’ την κορφή του Πενταδάχτυλου
να ταξιδεύει προς τα στενά
της Σκύλλας και της Χάρυβδης
και τ’ αυτιά του ανοιχτά στις Σειρήνες
χωρίς να προβλέπει…
Και άκουσα τη Γοργόνα να κλαίει
τη μοίρα δυο ερωτευμένων
κι άλλα πολλά…
Ύστερα ταξιδέψαμε όλοι μας πολύ
και σήμερα δεν ξέρω καν τι να ‘γιναν οι ερωτευμένοι,
πού να βρίσκεται η Γοργόνα,
πού σκάλωσε ταξιδεύοντας το νησί.
Κι αναζητώ κορφή να σταθώ,
θάλασσα να φουρτουνιάζει,
νησί να ταξιδεύει,
έρωτα που η Γοργόνα
φοβισμένη απ’ τη φωτιά του να τον κλαίει.

 

 

Περαστική άνοιξη  (1984)

 

ΑΝΟΙΞΗ

Στην ομορφιά σου και στη νιότη σου καρφώνεται το βλέμμα μου βαθύ
κι απ’ την αντιστροφή ετούτη του φωτός
πληγές ανοίγονται μες στην ψυχή μου.

Αγάπησα πολύ, όχι εσέ, αλλά την άνοιξη
που ανθίζει γύρω στο κορμί σου,
αγάπησα πολύ την ομορφιά που φώλιασε μέσα στη νιότη σου.
Γύρω σου σαν κατάδικος γυρίζω σάμπως πάνω στον τροχό
με δύναμη φυγόκεντρη. Κι όλο φεύγω,
ενώ εσύ γυρίζεις στον τόπο, ίδια πάντα,
λάμπεις κι ανθίζεις ασταμάτητα
κρατώντας κοντά σου σκλάβα την καρδιά μου.

Το νήμα τεντώνεται. Φεύγει ο δικός μου φυγόκεντρος χρόνος.
Και πρέπει να προλάβω να συμβιβαστώ.
Ν αγαπήσω τούτη τη φυγόκεντρη πορεία,
να δοθώ σε κάποια άλλη έλξη. Και να προλάβω,
γιατί αυτοί που αγάπησαν πολύ την άνοιξη φύγανε νέοι.

Μόσχα, Άνοιξη 1982

 

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Στη Μαρία

Ωχ και να ‘ξερα ποιος φέρνει
το κλάμα μες στον ύπνο σου!
Τάχα μέσα στη ζούγκλα τους ξυπνούν
άγρια τα παιχνίδια σου
και ύφος παίρνουν απειλητικό!

Κοιμήσου. Το μικρό λυκόπουλο
που ήρθε να σε πάρει σε δάσος άλλης εποχής,
να σε πάρει στη μάνα του για να σε νανουρίσει,
να σε βυζάξει με το γάλα της
πια δεν υπάρχει… Υπάρχει μόνο
μέσα στο βάθος του κόσμου απ΄ όπου έρχεσαι,
στο βάθος του κόσμου που φέρνεις μέσα σου
και που ποτέ δε θα γνωρίσεις.

Εγώ καλά τον έφραξα τον κόσμο εκείνο,
μέσα του δε θα μπεις ποτέ. Κοιμήσου
και θα δέσω πάνω σε κόκκινη κορδέλα
το λύκο που ήρθε στο δάσος να σε πάρει
και ζαχαρένιο το πρωί θα στον χαρίσω.

Κοιμήσου για να μεγαλώσεις,
να μεγαλώσει μαζί σου και ο κόσμος τούτος
που τόσο έχει μικρύνει.

 

ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Πονεί η μνήμη στο κάθε σου άγγιγμα
που έρχεται ν’ αναστήσει το χαμένο σπίτι,
την αυλή με το νεκρό σκύλο,
τα βράδια τα γεμάτα με θανάτους
και τις φωνές που σπάζανε
τα πιάτα και τα γυαλικά μέσα στο σπίτι.

Πονεί η μνήμη που αποζήτησε τη λήθη
οξειδωμένη σαν την παλιά λακάτη πάνω στο άδειο πηγάδι
ανάμεσα στ’ αγριόχορτα και τις ξερές συκομουριές.
Τι θέλεις και τη σπρώχνεις ανελέητα
όταν μουγκρίζει σαν τροχός χρόνια ακίνητος
πάνω στον άξονά του οξειδωμένος;…

Θ’ αντλήσει το νερό που πίνεις και θυμάσαι,
το νερό που καταλάγιασαν μέσα του
τόσες και τόσες ιστορίες.
Και δεν υπάρχει πια φυγή ούτε λήθη,
όπως όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι
και πάνω στη φωτιά το λάδι εχύθη.

 

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ

Αμμόχωστος Βασιλεύουσα

Ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη,
μου λαχαίνει και τώρα να ψηλαφώ
με το αποστασιοποιημένο μου βλέμμα
την πόλη σου μες στην ομίχλη που σιγά σιγά
την πνίγει ως το θάνατο της λησμονιάς.

Μα τι τα θες; Ήμουνα στην πόλη σου
ένας πληβείος. Πολλά έχτισα κτίρια
─ βλέπεις και τώρα τις κορφές τους
απ΄ το γύρισμα της Δερύνειας ─
που καθόλου πια δε μου μιλούνε.

Οι αναμνήσεις μου
μηχανουργεία κι οικοδομές,
νυσταγμένα λεωφορεία και φτωχοί εργάτες
─ Τούρκοι κι Έλληνες ─
να σκληραίνουν την ψυχή τους
κάτω από την εκμετάλλευση.

Οι αναμνήσεις μου
εργολάβοι, χρηματιστές κι ιδιοκτήτες που θησαύριζαν
την πόλη εκδίδοντας
σε ντόπιους εκποιητές και ξένους εραστές.

… Τη θάλασσα, τη θάλασσα
κι αυτή την εξαντλούσαν…

Λες, γιατί να τα θυμάμαι τώρα όλα τούτα.
Μα πώς να μην τα θυμηθώ. Τέτοια που ήταν η πόλη τούτη
τη βλέπω και τώρα, σαν μην έφτανε
το μερτικό της στην καταστροφή,
ν΄ απλώνεται και να με κυνηγά;

Μιλώ, καταλαβαίνεις, για εργολάβους
χρηματιστές κι ιδιοκτήτες
που συνεχίζουνε κι εδώ
αδιάφοροι για το πού θα μας σπρώξουν οι ανέμοι.
Τέτοια που έγινε η πόλη τούτη μας ακολουθεί,
ψηφίζει ακόμα τους παλιούς εκποιητές.
και ονειρεύεται δωσίλογα παιχνίδια είτε στέμματα
με την ψυχολογία την εμπορική της ευκαιρίας.

Και λέω μια τέτοια πόλη
φωτιά να πάρω να την κάψω
τους δίκαιους προστάζοντας να πάρουνε αλλού τα μάτια τους
να λυτρωθούν κι αυτοί, κι εγώ, κι ο τόπος.

14-17 Ιανουαρίου 1983

 

ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Το νερό στον κήπο λιγοστεύει,
ξεραίνονται τα δέντρα
και μαραίνονται στον ήλιο τα λαχανικά.

Τα μαλλιά ασπρίζουν του πατέρα
κι η μάνα τους θανάτους μετρά του χρόνου
που ήτανε πολλοί.
Τα χείλη της δαγκώνει η σιωπή
και βάφει το ηλιοκαμένο μάγουλο της
και το μαύρο της τσεμπέρι.

Δεν έμεινε νερό, δεν έμειναν τα δέντρα,
πήγε κι ο κήπος… Το καλοκαίρι γυμνό
καίει το σώμα του μέσα στους κάμπους,
καίει τις πέτρες και το αίμα
που στεγνώνει πάνω στη γη,
καίει τα άγουρα σώματα
τούτων των πρόωρων νεκρών…

 

ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΛΥΣΗΣ

Κάτω απ’ τους λόφους του Αλασσού
όπου έσπερνε ο πατέρας, μες στις πέτρες
θαμμένη αρχαία πόλη. Και που δεν είναι
θαμμένη μια πόλη! Στη θάλασσα
όπου κατεβαίνουμε τις Κυριακές
για να ξεπλύνουμε την πόλη μιας βδομάδας,
στον κάμπο που καρβούνιασε
κάτω από το σαραντάβαθμο αυγουστιάτικο λιοπύρι
και μας άφησε διψασμένους;
Στους κάμπους της προσφυγιάς,
στα ξένα, μες στον καημό του γυρισμού;

Παντού μια πόλη είναι θαμμένη.
Και πέφτουνε ψιχάλες χοντρές βροχής βιβλικής,
ανοίγουνε ποτάμια και αποκαλύπτουν
λέξεις, επιγραφές και χρώματα,
θεμέλια, σημάδια οικοσήμων,
φιγούρες που λάμπουν σε πλυμένα μάρμαρα.

 

Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Ήτανε τέτοιος σαν αυτό το κυπαρίσσι,
ξανθά είχε τα μαλλιά του και τα μάτια θαλασσιά,
φορούσε κι ένα πουκάμισο λαδί,
μήπως τον είδατε; Μην έπιασε φωτιά;

Συχνά σαν μ’ αγαπούσε βρισκότανε στα πρόθυρα,
συχνά σαν μ’ αγαπούσε έσβηνε την τελευταία στιγμή.

Κανένας δεν τον είδε. Όμως σαν βράδιασε
«εκεί είναι και ανάβει» φώναξε
«εκεί είναι και ανάβει» φωνάξαμε
κοιτάζοντας κατά τη σκλαβωμένη γη μας.

Φωτιά στο σχήμα του κυπαρισσιού,
φλόγες ξανθές, θαλασσινές, λαδιές…
Έτσι ανάβει δέκα χρόνια τώρα
και γίνεται μύθος.

1984

 

 

Μεγάλο που ήταν το Φεγγάρι  (1980)

 

α’

ΠΑΝΙΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ

Στο νότο του νησιού αραγμένα τα πανιά και καρτερούν
πότε θα φυσήξει, πότε θα φυσήξει…
Κι όλοι το ξέρουν πως οι θυσίες δεν ωφέλεσαν σε τίποτα
κι η γνώμη των δυνατών παρέμεινε αμετάκλητη.
Ποιο το όφελος τώρα να γυρέψουμε νέες θυσίες,
όταν το βλέπουμε καθαρά πως θα ‘ναι άδικες;

Κι ωστόσο, σήμερα, αύριο, ύστερα από χρόνια,
αν θα ‘ναι το μόνο που μας απομένει,
δεν θα ‘χουμε άλλη εκλογή παρά να κάνουμε
και την τελευταία θυσία.

 

ΟΙ ΡΙΖΕΣ

Ένα λουλούδι
που πέταξε μίσχο και άνθισε
γυρίζει κατά τη γη
τσακισμένο από το βάρος
της ίδιας του της ύπαρξης.
Θέλει ν’ αγγίξει τις ρίζες του,
να βεβαιωθεί…

Μα πού
θα βρει τις ρίζες
που χώθηκαν σε τόσο βάθος,
που σκόρπισαν σε τόσες κατευθύνσεις;

Κι όμως το ξέρει,
οι ρίζες του το τρέφουν.

Λευκωσία, Φυλάκιο Νο 3, οδός Πάφου
Αύγουστος 1974

 

ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ

Στη Νόνα

Τούτος ο τόπος είναι σκληρός, μικρή Μήδεια.
Είναι τραχύς σαν πεδίο ηφαιστείου —
τα λουλούδια ανθίζουν πάνω στην πέτρα
και τα δέντρα ριζώνουν στην ξέρα.
Ένας δράκος κρατάει το νερό,
ένας ληστής κλείνει τους δρόμους,
ένα πουλί από σπαθιά κόβει τον ουρανό κομμάτια
κι ένας κήτος σιδερένιο κλείνει τη θάλασσα.
Δεν μπορείς να ζήσεις εδώ χωρίς αγάπη.
Δεν αρκεί η αγάπη για το παραμύθι,
τ΄ ακρογιάλια τα δαντελλωτά,
τις ανθισμένες λεμονιές, τα πορτοκάλια.
Ούτε και για τον πρίγκιπα
τον καβαλάρη της Αργώς η αγάπη,
που πατρίδες λησμονά.

Εδώ θα βρεις μονάχα τα κρανία των σοφών,
τα κόκκαλα των πολεμιστών,
τα θέατρα αδειανά και τους ναούς
απ΄ τους θεούς εγκαταλειμμένους.
Τη φωνή του ποιητή θα την ακούς
μονάχα όταν πιστεύεις
και πολύ πρέπει να πιστεύεις
για να δεις το φως,
να δεις τη λάμψη, τη γαλήνη,
την ομορφιά που μας σκλαβώνει.

Είμαστε εδώ
αχθοφόροι
και φύλακες
τούτων των καταλοίπων
του πολιτισμού.
Τσακισμένοι
απ΄ το βαρύ τους φορτίο,
με ματωμένα τα χέρια
κυρτωμένες τις πλάτες,
δεν είμαστε εμείς
της ζωής
απλοί διαβάτες.

Πώς να σου εξηγήσουμε αλλιώς,
και πώς να καταλάβεις, μικρή Μήδεια.

Τούτος ο τόπος είναι σκληρός
και για να ζήσεις πρέπει πολύ ν΄ αγαπάς.
Ν΄ αγαπάς με τούτη την αγάπη την παράλογη,
τη μυστική, την ανεξήγητη —
αγάπη για την πέτρα, την ξέρα
τα ερείπια,
τα χτεσινά και τα σημερινά,
τα ερείπια που όλο πληθαίνουν,
τα κόκκαλα,
τα σύνορα που όλο μικραίνουν,
τα λάθη, τα λάθη κι όλα…
Το αποπροσανατόλισμα,
τα δάρσιμο στους βράχους,
την πιθανότητα
μιας τελικής καταστροφής…

Κι αν έτσι δεν αγαπάς
εδώ σε τούτο τον τόπο
χάθηκες κι εσύ
κι ο τόπος.

 

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ

Ο κόσμος που αγαπήσαμε
απομένει πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
και τους ξένους στρατούς,
ζει σαν φάντασμα μέσα σε έρημα τοπία,
μπαινοβγαίνει μέσα σε χαλασμένα σπίτια,
δειπνάει σε εγκαταλειμμένα τραπέζια.

Ο κόσμος που αγαπήσαμε απόμεινε
ένας δρόμος σπαρμένος με πτώματα,
ένα ξερό πηγάδι με τρεις αγνώριστους νεκρούς,
μια πόρτα ανοιχτή σε μισοχαλασμένο σπίτι,
που τη χτυπά αδιάκοπα ο αγέρας,
ένας νεκρός σκύλος
με φουσκωμένη την κοιλιά του, σαν σακκί, πλάι στην εξώπορτα.

Δεν μπορούμε να το συλλογιστούμε αλλιώς
παρά μονάχα όπως τον αφήσαμε τούτο τον κόσμο

κι όλο θέλουμε να γυρίσουμε
για να βάλουμε τάξη.

 

β’

ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΝΑΠΑ

Στην Αγία Νάπα μες στις σπηλιές κουρνιάζουνε τα περιστέρια,
κουρνιάζει το κύμα στο βυθό
και μπαίνει να κρυφτεί τα βράδια ο ήλιος.
Στην Αγία Νάπα μες στις σπηλιές
καταπλέουνε ξύλα από τσακισμένα καράβια,
καταπλέουνε κόκαλα. Αδιάφορη
-ένας κόσμος που δεν ξέρει την αρχή και το τέλος του-
στέκει η θάλασσα καθώς το φως
σαλεύει μέσα στα σπλάχνα της
σαν τον πόθο μέσα στο νέο κορμί.

Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω με τούτο το φως
για την αλήθεια που γυρεύω μια ζωή
μέσα σε πολιτείες, ερείπια, άδειους ναούς,
μέσα σε άλλες θάλασσες!
θα ‘θελα να μιλήσω για όλ’ αυτά,
τα μαραμένα σώματα, τα σπασμένα κόκαλα, τα σανίδια,
για τη νιότη που όλο φεύγει χωρίς επιστροφή
και τούτη την ομορφιά που με περιζώνει
κι ωστόσο δεν μπορώ
να τη σφίξω μέσα στα χέρια μου
σαν τη ρώγα του σταφυλιού
για να στάξει ο χυμός της μέσα στην ποίησή μου…

 

ΠΕΤΡΙΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗ

Αρμενία

1

Την ξέρω την αγάπη τούτη
που βγάζει από την πέτρα
αίμα και νερό
και πλάθει τη ζωή.

Την ξέρω την αγάπη τούτη
που βγάζει από την πέτρα
ήχους και χρώματα
και πλάθει την τέχνη.

Είναι τούτη η αγάπη
που γεμίζει τ’ άδεια θέατρα
που φέρνει τους θεούς
μέσα στους εγκαταλειμμένους ναούς,
τους νεκρούς
μέσα στους άδειους τάφους
και που ατέλειωτα πλαταίνει
τα σύνορα της κουρσεμένης πατρίδας.

Είναι τούτη η αγάπη
που αποκαλύπτει το φως
την ομορφιά που φανερώνει
και τη δύναμη
και που σκλαβώνει την ψυχή
σε τούτο το φανερωμένο θαύμα.

2

Θυσίες, θυσίες, θυσίες…
Κυλάει το αίμα πάνω στο βράχο,
σταυρώνει τα μέτωπα,
χαράζει τη γη,
σμίγει με το ποτάμι
από τη μυστική που κυλάει πηγή.
Κυλάει το νερό,
κυλούν οι αιώνες,
κυλάει το αίμα…
Κυλάει σαν τον ουρανό,
τις εποχές, το χόρτο,
σαν τη μοίρα.

………………………..

Κυλάει το νερό,
κυλάει το αίμα,
το θολώνει,
μετράς μπροστά
(βήματα, χρόνια)
κρυστάλλινο και πάλι
κυλάει…

3

Πέτρες, σταυρόπετρες,
με τόσους σταυρούς χαραγμένους,
όσο και νεκρούς σφαγμένους
σε διαλυμένες πολιτείες
και βρύσες με γάργαρο νερό
να πίνουνε οι περαστικοί και να θυμούνται:
«Τα χτίζω εγώ… ο μόνος επιζήσας,
στη μνήμη…
Τα χτίζω εγώ… ο μόνος εναπομείνας,
στη μνήμη…
Τα χτίζω εγώ… ο αρχηγός καινούργιας οικογένειας,
στη μνήμη…».

Κι η μνήμη,
βαριά σαν πέτρα, σαν σταυρός
κυλάει με το νερό…

Ερεβάν, Μόσχα, 1978

 

 

Αυτοβιογραφία  (1972)

 

ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΦΙΔΙ

Στο φίλο Θεόδωρο Στυλιανού

Τώρα βασιλεύει στο χωριό ένα μαύρο φίδι
που έχει παλάτι του το παλιό αρχοντικό.

Τα μαύρα φίδια
μερεύουν με ψωμί σταρένιο
ή με το μαύρο το ψωμί του κριθαριού
μες στους καιρούς της φτώχειας.

Όμως τώρα, τόσο μόνο,
πιστός ακόμα φύλακας,
πιο πολύ την ερημιά τονίζει
κρατώντας την πικρή ιστορία του:

Ήτανε χρόνια πριν, τότε που στο χωριό
κατοικούσε ο τελευταίος νοικοκύρης
σε τούτο δω τ΄ αρχοντικό. Θυμάται, Σχέδιο
γεννήθηκε το τελευταίο τους παιδί.
Τότε συχνά μιλούσαν για φευγιό,
για τα χωράφια που δεν δίναν να τους θρέψουν,
για το παιδί και το σχολειό που θα το ‘στέλναν.

Τότε παιδί και φίδι πιάσαν φιλία μεγάλη
και κάθε βράδυ στου παιδιού μαζί
κοιμόντουσαν την κούνια αγκαλιασμένα.
Το ένα περίμενε το άλλο
και τα δυο περίμεναν το βράδυ.

Κι όταν το παιδί μπορούσε να μιλήσει
και τα ονόματα να λέει των γονιών
χαρά γεμίζοντας το σπίτι,
επίμονα μιλούσε για το φίλο του
που τον καρτέραε κάθε βράδυ.
Μα ποιος πιστεύει ένα παιδί σαν λέει:
Θα ‘ρθει το φίδι και μαζί θα κοιμηθούμε.
Ώσπου μια μέρα η μάνα βλέπει
σαν ήταν ξαπλωμένο το παιδί στην κούνια
ένα φίδι ν΄ ανεβαίνει
και το παιδί με μια κραυγή χαράς
ν΄ απλώνει τα χεράκια του,
τα δυο να σμίγουν σαν αδέρφια.

Τρόμαξε η μάνα
κι όλο το σπίτι τρόμαξε.
Να καταλάβουν τι μπορούσαν
απ΄ το παιχνίδι τούτο της ζωής;
κι όλοι μαζί , πήραν το παιδί και φύγαν.

Έτσι μονάχο του ένα φίδι
γυρίζει τα χαλάσματα.
Κοιμήθηκε χειμώνες,
ξύπνησε καλοκαίρια,
άλλαξε ντύματα πολλά και πάντα
θυμάται ένα παιδί, μια κούνια
και τη ζωή που ήταν άλλοτε
φίδι και παιδί αγκαλιασμένα.

Και το παιδί, άντρας πια,
άκουσε κάποτε σαν ένα παραμύθι
την παλιά ιστορία.
Τώρα, σαν επιστρέφει κάποτε να δει
το σπίτι, που ήταν άλλοτε το σπίτι του,
βλέπει το φίδι και τρομάζει.

 

 

ΡΩΣΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ

 

ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΜΠΛΟΚ

 

Η ΑΓΝΩΣΤΗ
Το βράδυ πάνω απ’ τις ταβέρνες
Ο ζεστός αγέρας άγριος και πνικτικός,
Σκορπά παντού κουβέντες μεθυσμένες
Άνεμος της σήψης ανοιξιάτικος.

Πιο πέρα, σε δρομάκια που η σκόνη τα γεμίζει,
Πάνω απ’ την πλήξη σπιτιών εξοχικών,
Το κουλούρι στο ψωμάδικο μόλις χρυσίζει
Κι ακούγεται το κλάμα των παιδιών.

Και κάθε βράδυ πάνω στις γραμμές των τρένων,
Φορώντας τα καπέλα τους στραβά,
Γυναικάδες περπατούν με ύφος ερωτευμένων
Γυναίκες κρατώντας αγκαλιά.

Πάνω από τη λίμνη τρίζουν τα κουπιά
Και μια γυναίκα μακριά στριγκλίζει.
Στον ουρανό συνηθισμένοι σε όλα αυτά
Και το φεγγάρι δίχως νόημα στριφογυρίζει.

Και κάθε βράδυ ο φίλος μου ο μοναδικός
Μες στο ποτήρι μου είναι καθισμένος.
Απ’ το μυστήριο υγρό είναι κι αυτός
Όπως κι εγώ, σκλάβος και ζαλισμένος.

Στα τραπεζάκια τα διπλανά
Στέκουν οι σερβιτόροι και νυστάζουν
Κι οι μεθυσμένοι με μάτια μισάνοιχτα
«In vino veritas» φωνάζουν.

Και κάθε βράδυ, σε ώρα τακτική,
(Ή μήπως τ’ ονειρεύομαι κάθε φορά;)
Στα μετάξια τυλιγμένη, με λαμπρό κορμί,
Απ το θαμπό παράθυρο περνά.

Μέσ’ απ’ τους μεθυσμένους αργοδιαβαίνοντας,
Πάντα με δίχως συνοδούς, μονάχη
Κι αρώματα και δρόσους αναδίνοντας
Στου παραθύρου κάθεται την άκρη.

Κι αναδίνουν μύθους αρχαίους
Τα μετάξια της τα στητά,
Το καπέλο με τα φτερά του πάθους,
Τα δαχτυλίδια στα δάχτυλα τα λεπτά.

Απ’ την παράξενη ομορφιά της μαγεμένος
Πίσω απ’ το δίχτυ κοιτώ το σκοτεινό·
Σε μαγεμένη όχθη βρίσκομαι χαμένος,
Σε μαγεμένο πλανιέμαι ωκεανό.

Μυστικά μου αποκαλύφθηκαν κρυφά,
Τον ήλιο του κάποιος μου έχει δώσει
Κι ως της ψυχής μου τα σωθικά
Η στυφάδα του κρασιού έχει απλώσει.

Φτερά στρουθοκαμήλου γέρνοντας
Μες στο κεφάλι μου κουνιούνται
Και μάτια γαλανά, στο βάθος φεύγοντας,
Σε όχθες μακρινές πλανιούνται.

Θησαυρό έχω στην ψυχή κρυμμένο
Κι έχω εγώ μονάχα το κλειδί!
Έχεις δίκιο, τέρας μεθυσμένο,
Η αλήθεια βρίσκεται μόνο στο κρασί.

24 Απριλίου, 1906, Οξιόρκι

 

ΟΣΙΠ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ

 

Αϋπνία. Όμηρος. Τεντωμένα τα πανιά.
Τον κατάλογο των καραβιών διάβασα ως τη μέση:
Τούτη η μακρά ουρά, τούτο το τρένο γερανών
Που πέρασε κάποτε πάνω απ’ την Ελλάδα…

Όπως το «νι» που σχηματίζει σμάρι γερανών σε ξένα σύνορα,
Θεϊκός αφρός στις κεφαλές των βασιλιάδων —
Πλέγετε για πού; Με δίχως την Ελένη
Η Τροία τι θα ‘ταν για σας, άντρες Αχαιοί;

Κι η θάλασσα κι ο Όμηρος — όλα κινούνται απ΄ την αγάπη.
Ποιος θα μ’ ακούσει; Ο Όμηρος σιωπά
Μαγεμένη, όλο βουίζει η Μαύρη Θάλασσα
Και με βρόντο βαρύ πλησιάζει το προσκέφαλό μου.

1915

 

ΒΕΛΙΜΙΡ ΧΛΕΠΝΙΚΟΒ

 

ΘΑΜΝΟΤΟΠΟΙ
Στους θαμνότοπους ακούγονταν ήχοι
Κουδούνιζε και μούγκριζε το δάσος
Ώστε
Ο κυνηγός το ζώο να πετύχει.
Γιατί με τόσο κόπο το ελάφι, το ελάφι
Στα κέρατά του μεταφέρει την αγάπη;
Στο μηρό βυθίστηκε του βέλους ο χαλκός,
Αλάθευτος στάθηκε ο υπολογισμός.
Τώρα τα πόδια του στη γη θα τσακιστούνε,
Το θάνατό του θα προαισθανθεί
Και τα’ άλογα φλύαρα θα πούνε:
«Παλικάρια άδικα δεν κουβαλούμε!»
Άδικα με των κινήσεών του τη χάρη προσπαθεί
Και του προσώπου του την κάπως κοριτσίστικη ομορφιά
Απ’ τους διώχτες του λύτρωση να βρει
που με τ’ ακόντια κυνηγούνε το φυγά.
Το χνώτο των αλόγων όλο και πιο κοντά,
Όλο κρεμάζονται τα κέρατα πιο χαμηλά,
Του τόξου το τρέμουλο ακούγεται πιο συχνά
Και δεν έχει, δεν έχει σωτηρία καμιά.
Μα ξαφνικά απ το σβέρκο του προβάλλει χαίτη
Και κοφτερά σαγόνια δείχνει λιονταρίσια.
Μ΄ άγρια νύχια παίζοντας τους άγγιξε με τρόπο.
Χωρίς διαμαρτυρίες και φωνές περίσσιες
Στα φέρετρά τους ξάπλωσαν μονάχοι
Ενώ αυτό στεκότανε μ ανάστημα αφέντη —
Γύρω φαινόντουσαν να σέρνονται οι σκλάβοι.

1910

 

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ «ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ»

Ας είναι όσο θέλετε μακριά η αναμονή –
το βλέπω καθαρά,
καθαρά καθώς παραίσθηση
τόσο
που μου φαίνεται –
από τη ρίμα τούτη να γλυτώσω
και θα τρέξω
πάνω στο στίχο
σε καταπληκτική ζωή.
Εγώ τάχα θα ρωτώ –
είναι τούτο;
είναι κείνο;!
Βλέπω,
βλέπω καθαρά, με κάθε λεπτομέρεια.
Αγέρας στον αγέρα,
όπως πέτρα σε πέτρα,
απρόσιτο στη φθορά και στη σήψη
λάμποντας
υψώνεται αιώνες
το εργαστήρι των ανθρώπινων αναστάσεων.

Να τον,
πλατυμέτωπος,
ήρεμος χημικός
πριν απ’ το πείραμα τα φρύδια του σουφρώνει.
Στο βιβλίο —
«Όλη η γη» —
ψάχνει για όνομα.
Αιώνας εικοστός
Ποιον ν΄ αναστήσει;
– Ο Μαγιακόφσκι εδώ…
Ας ψάξουμε για πιο λαμπρές φιγούρες, —
δεν είναι αρκετά ωραίος ποιητής –
Φωνάζω εγώ
από τούτη να
τούτη τη σελίδα.
— Μη γυρίζεις τις σελίδες!
Ανάστησε εμένα!
…………………………………………………………………….

Ανάστησέ με
τουλάχιστον γιατί
εγώ
ποιητής
σε πρόσμενα
παραμερίζοντας της καθεμέρας τη ρουτίνα!

1923

 

ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ

* * *

Εδώ το αίνιγμα το μυστικό του νύχι έχει ρίξει.
— Είναι αργά, όμως θα κοιμηθώ, παρά το φως αυτό να μελετώ.
Κι όσο θα κοιμούμαι, την αγαπημένη μου ν’ αγγίξει
Κανένας δεν μπορεί, ούτε και ν΄ αγκαλιάσει όπως εγώ.

Πώς σ’ άγγιζα! Ακόμα και των χειλιών μου ο χαλκός
Σ΄ άγγιζε έτσι, όπως την αίθουσα αγγίζει η τραγωδία.
Ήταν σαν καλοκαίρι το φιλί μου, κυλούσε αργός ρυθμός
Και μόνο ύστερα από ώρα πολλή ξέσπασε η καταιγίδα.

Έπινα σαν τα πουλιά, μέχρι που τις αισθήσεις μου έχανα.
Απ’ το λαιμό στον οισοφάγο αργά κυλούσανε τ΄ αστέρια,
Τρομαγμένα τ΄ αηδόνια τα μάτια τους έπαιρναν,
Σταγόνα – σταγόνα νιώθοντας του θόλου τα σκοτάδια.

1918

 

ΣΕΡΓΚΕΪ ΓΕΣΕΝΙΝ

* * *

Αύριο ξύπνα με νωρίς,
Υπομονετική μου μάνα!
Φίλος ακριβός θα ΄ρθει
Από μακριά κοντά μας.

Στο δάσος είδα στο φως της μέρας
Τα σημάδια πλατιών τροχών.
Κάτω απ΄ τα σύννεφα ο αγέρας
Το χρυσό του σφυρίζει αυλό.

Αύριο την αυγή θα ορίσει
Με το καπέλο σκύβοντας κάτω απ’ το θάμνο
Και τ’ άλογο παίζοντας θα κουνήσει
Την ουρά του πάνω απ’ τον κάμπο.

Ξύπνα με αύριο νωρίς,
Φώτισε την καλύβα τη φτωχή.
Σύντομα λένε θα με δεις
Μεγάλο Ρώσο ποιητή.

Θα τραγουδήσω εσένα και τον ξένο,
Την καλύβα μας, το φούρνο, τη φοράδα
Και με τα τραγούδια μου θα ρέει μυρωμένο
Το γάλα από την ξανθή σου αγελάδα.

1917

 

ΑΡΣΕΝΙ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ

 

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Γιορτάζαμε σαν των Θεοφανείων τη γιορτή
Των ραντεβού μας την κάθε μια στιγμή,
Μόνοι σ’ όλο τον κόσμο. Ήσουν πιο δυνατή
Κι ανάλαφρη από φτερό πουλιού,
Πάνω στη σκάλα, σαν τρελή,
Έτρεχες κι οδηγούσες με χαρά
Μέσ’ από την υγρή την πασχαλιά
Στην άλλη άκρη του καθρέφτη.

Σαν ήρθε η νύχτα ήτανε για με χαρά
Δοσμένη. Οι πύλες ανοιχτές του ιερού
Και στο σκοτάδι φώτιζε απαλά
Η γύμνια κι έσκυβε σιγαλά.
Και ξυπνώντας – «ας είσαι ευλογημένη!»–
Είπα κι ήξερα ότι η ευλογία τούτη
Παράτολμη ήταν. Κοιμόσουν κι απ’ τα βλέφαρα
Του σύμπαντος του γαλανού αγγιγμένη
Απλωνότανε σε σένα απ΄ το τραπέζι η πασχαλιά
Και τα γαλαζοταραγμένα βλέφαρα ήσυχα ήταν
Και ζεστό το χέρι απλωνότανε απαλά.

Μέσα στο κρύσταλλο χτυπούσαν τα ποτάμια,
Κάπνιζαν τα βουνά, αχνόφεγγαν οι θάλασσες
Κι εσύ κρατούσες την υδρόγειο στην παλάμη
Κρυσταλλένια και κοιμόσουνα στο θρόνο
Και Θεέ μου – ήσουνα δικιά μου.

Ξύπνησες εσύ και μεταμόρφωσες
Τ΄ ανθρώπινο λεξιλόγιο το καθημερινό
Κι ο λόγος παντοδύναμος ορθώθηκε.
Μίλησες κι η λέξη «εσύ» πλάτυνε
Και νέο νόημα πήρε: «βασιλιά».

Όλα στον κόσμο μεταβλήθηκαν, ακόμη
Πράγματα καθημερινά – λεκάνη, βάζο, – όταν
Στεκότανε ανάμεσά μας σαν φρουρός
Σκληρό σαν μέταλλο απλωμένο το νερό.

Τραβούσαμε στ΄ άγνωστο αντάμα.
Μπροστά μας παραμέριζαν, καθώς οφθαλμαπάτες
Πόλεις χτισμένες μ΄ ένα θαύμα,
Το χόρτο έγερνε στα πόδια μας
Και τα πουλιά ακολουθούσανε στο δρόμο μας
Και στα μάτια μας μπροστά γύριζε ο ουρανός…

΄Οταν η μοίρα σαν τρελή μας ακολουθούσε
Στα χέρια της κρατώντας το ξυράφι.

 

ΑΝΤΡΕΪ ΒΟΖΝΕΣΕΝΣΚΙ

 

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΜΕΡΛΙΝ ΜΟΝΡΟΕ

Είμαι η Μέρλιν, η Μέρλιν.
Είμαι ηρωίδα
της αυτοκτονίας και της ηρωίνης.
Οι δάλιες μου για ποιον να καίνε;
Τα τηλέφωνά με ποιον μιλούν;
Στο ιματοφυλάκιο ποιος θορυβεί;

Αβάσταχτο,

αβάσταχτο, να μην ερωτευτείς,
αβάσταχτο, στις αγριόλευκες να μη χωθείς,
η αυτοκτονία αβάσταχτη,
μα πιο αβάσταχτη
η ζωή!

Ξεπουλήματα.. Μούτρα. Σαν πουλάρι χλιμιντρίζει ο διευθυντής..
(Θυμούμαι τη Μέρλιν,
την κοιτούσαν τ’ αυτοκίνητα.
Πάνω στην εκατοντάμετρη οθόνη,
στο βιβλικό ουρανό,
μέσα στην αφθονία των αστεριών,
πάνω από τη στέππα των μικρών ρεκλάμων
ανάπνεε η Μέρλιν,
την αγαπούσαν…
Εξαντλούνται, φεύγουν τ’ αυτοκίνητα.
(Αβάσταχτο),
αβάσταχτο
με το πρόσωπο στο κάθισμα με τη σκυλίσια μυρωδιά.
Αβάσταχτο
όταν είναι με τη βία
και με τη θέλησή σου – πιο αβάσταχτο!

Αβάσταχτο να ζεις δίχως να σκέφτεσαι,
πιο αβάσταχτο να εμβαθύνεις.
Πού είναι η πίστη μας; Μας ξεγέλασαν,
Η ύπαρξη είναι – αυτοκτονία,
αυτοκτονία να πολεμάς με τη βρομιά,
αυτοκτονία να συμφιλιωθείς μαζί της,
αβάσταχτο, να ΄σαι χωρίς ταλέντο,
μα όταν έχεις ταλέντο – πιο αβάσταχτο.

Σκοτωνόμαστε να κάνουμε καριέρα,
λεφτά, ηλιοκαμένες ερωμένες…
Είμαστε ηθοποιοί
και δε θα ζήσουμε με τους απογόνους
κι οι σκηνοθέτες – όλοι καθάρματα.

Πνίγουμε τους αγαπημένους μας στις αγκαλιές μας
και αποτυπώνονται τα μαξιλάρια στα νεανικά τους πρόσωπα
καθώς σημάδια από λάστιχα τροχών,
αβάσταχτο,

αχ, γιατί γεννούν οι μάνες•
Το ‘ξερε η μάνα μου πως θα με λιώναν.

Ω, ο αέρας του κινηματοαστέρα
Είναι αδύνατη η απομόνωση
στο μετρό,
στο τρόλεϊ,
στο κατάστημα –
«Γεια σας, είστε εσείς!» – και κοιτούν αποχαυνωμένοι.

Αβάσταχτο όταν είμαστε γυμνοί
σ΄ όλες τις αφίσες, σ’ όλες τις εφημερίδες
κι όταν ξεχνώντας
πως έχεις καρδιά
σε κάνουν περιτύλιγμα για ρέγγες,

τσαλακώνεται το πρόσωπο,
σχίζονται τα μάτια…
(Πόσο σκληρό να θυμάσαι στη «Γαλλική Ομπσέρβερ»
τη φωτογραφία σου με πρόσωπο
όλο αυτοσιγουριά
στην άλλη πλευρά της νεκρής Μέρλιν!).

Ο παραγωγός φωνάζει, τρώγοντας ένα γλύκισμα:
«Είστε χάρμα,
έχετε ένα μέτωπο σα χάντρα»!
Μα ξέρετε μήπως τι μυρίζει η χάντρα!
Αυτοκτονία!

Αυτόχειρες – μηχανόβιοι φοβεροί,
αυτόχειρες τρέχουν να σκοτωθούν ,
από τις λάμψεις των φλας χλωμοί οι υπουργοί, –
αυτόχειρες,
αυτόχειρες
προχωρεί η παγκόσμια Χιροσίμα,
αβάσταχτο,
αβάσταχτο όλο να καρτεράς,
για να ‘ρθει,
κι ακόμα –
ανεξήγητα αβάσταχτη
στα χέρια της βενζίνης η βρόμα!

αβάσταχτα
λάμπουν στο γαλάζιο ακέραια
τα πορτοκάλια σου τα’ αποχαιρετιστήρια…

Είμαι γυναίκα αδύναμη. Θ΄ αλλάξω μήπως;
Καλύτερα τώρα – τώρα αμέσως!

1963

 

ΕΒΓΚΕΝΙ ΓΕΒΤΟΥΣΙΕΝΚΟ

 

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΙΑΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ ΤΟΥ ΜΠΡΟΝΤΓΟΥΕΪ

Είπε μια ηθοποιός του Μπρόντγουεϊ
καταρρέοντας, σαν την αρχαία Τροία:
«Δεν υπάρχει ρόλος!
Δεν υπάρχει τέτοιος ρόλος, που να δώσω την ψυχή μου!
Δεν υπάρχει τέτοιος ρόλος,
που να χύσω όλα τα δάκρυά μου!
Παρά τέτοια ζωή καλύτερα
να χαθείς σ΄ άγονη γη…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Το Μπρόντγουεϊ τρέμει σαν καπέλο στο κεφάλι του κλέφτη…
Δεν υπάρχει ρόλος,
δεν υπάρχει ρόλος
ανάμεσα σ΄ εκατοντάδες ρόλους.
Πνιγόμαστε με δίχως ρόλους…
Δεν υπάρχουν μεγάλοι συγγραφείς!
Κι οι κλασικοί ιδροκοπούν
καθώς ναυαγοσώστες.
Μα τι ξέραν εκείνοι
για τη Χιροσίμα,
για τους θανάτους αθώων,
τους δικούς μας πόνους.
Μήπως όλα αυτά δε θέλουν έκφραση;
Δεν υπάρχουν ρόλοι.
Δίχως ρόλο —
είσαι σάμπως δίχως πυξίδα.
Ξέρεις πόσο είναι τρομερό το φως
όταν μαζεύεται μέσα σου
ολοένα
και διέξοδος δεν υπάρχει.
Ορίστε – τουρνέ.
Ορίστε – ανέσεις.
Οι ρόλοι πιασμένοι
και πετάνε ρολάκια.
Πίνω…
Το ξέρω πως είναι ανώφελο.
Μα τι να κάνω,
με δίχως κοινό, με δίχως ρόλο!
Πίνει κάπου ο εργάτης
μέσα απ’ το θαμπό ποτήρι…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Πίνει ο γεωργός,
στενάζοντας από αδυναμία και πόνο…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Ένα δεκαεξάχρονο αγόρι το μαχαίρωσαν οι φίλοι του
από πλήξη…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Σιωπώντας για κτηνώδεις φόνους,
παθιασμένα φωνάζει κάποιος στο διαιτητή
μα πού;
στο ποδόσφαιρο…
Δεν υπάρχει ρόλος!
Δίχως ρόλο η ζωή είναι φθορά και μόνο.
Είμαστε όλοι διάνοιες μέσα στη μήτρα,
όμως πεθαίνουν τόσες ιδιοφυΐες
στην ανυπαρξία ρόλου.
Δε ζητώ το αίμα κανενός –
ένα ρόλο
μόνο
ζητώ»!

1967

 

ΙΟΣΙΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ

 

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟΝ ΤΗΛΕΜΑΧΟ

Τηλέμαχέ μου,
ο Τρωικός πόλεμος
τέλειωσε. Ποιος νίκησε – δε θυμούμαι.
Θα πρέπει να ‘ναι οι Έλληνες: Τόσους νεκρούς
αφήσουνε στα ξένα μόνο οι Έλληνες μπορούν…
Ωστόσο της επιστροφής στην πατρίδα
ο δρόμος στάθηκε πολύ μακρύς,
σάμπως ο Ποσειδώνας, όσο εμείς εκεί
χάναμε το χρόνο μας, επέκτεινε το χώρο..
Δε γνωρίζω το πού βρίσκομαι,
τι βρίσκεται μπροστά μου. Κάποιο βρώμικο νησί,
θάμνοι, χτίσματα, γρούξιμο χοίρων,
πυκνοβλαστημένος κήπος, κάποια βασίλισσα,
χόρτα και πέτρες… Γλυκέ Τηλέμαχε,
όλα τα νησιά μοιάζουνε μεταξύ τους
όταν ταξιδεύεις καιρό πολύ και το μυαλό
αρχίζει να ξεχνά, τα κύματα μετρώντας,
το μάτι, ενοχλημένο απ’ τον ορίζοντα, δακρύζει
κι η σάρκα του νερού φράζει την ακοή.
Δε θυμάμαι,, πώς τέλειωσε ο πόλεμος
και πόσων χρονών είσαι τώρα δε θυμούμαι.

Μεγάλωνε, Τηλέμαχέ μου, μεγάλωνε.
Μόνο οι θεοί γνωρίζουν αν ποτέ θα ιδωθούμε.
Δεν είσαι πια εκείνο το παιδί
που μπροστά του τους ταύρους συγκρατούσα.
Αν δεν ήτανε ο Παλαμήδης, θα ζούσαμε μαζί.
Όμως μπορεί και να ‘χε δίκιο. Χωρίς εμένα
από τα Οιδιπόδεια πάθη γλύτωσες,
κι είναι, Τηλέμαχέ μου, αθώα τα όνειρά σου.

1972

 

ΣΥΓXΡΟΝΟΙ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ.

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

 

ΜΕΧΜΕΤ ΚΑΝΣΟΥ

 

VERUM DICERE
(Να λες την αλήθεια)
Όταν προφέρω τ’ όνομά σου,
απαντώντας στην ερώτηση κάποιου αγνώστου,
μια παρατεταμένη σιωπή παίρνει μορφή.

Σ΄ αυτό το διάστημα το ποίημα αρχίζει
να σαλεύει, ύστερα μετατρέπεται σε λέξεις
ή, τίποτε.

Από τη σκιά που έπεφτε πίσω μου
μια σταθερή φωνή ψιθύρισε : «κι εγώ
το ίδιο σκέφτομαι όπως κι εσύ».

Καθώς περπατούσαμε πλάι πλάι
είπε και πάλι: «Εγώ δεν είμαι η σκιά σου,
επιστρέφω εδώ κάθε φορά που ακούω τ’ όνομά μου
για να ξεφύγω απ’ τη σιωπή».

 

ΦΙΚΡΕΤ ΝΤΕΜΙΡΑΓ

 

ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΑΣ ΜΕ ΒΗΜΑΤΑ ΧΟΡΟΥ
Στις άκριες δύο διασταυρωνόμενων ουράνιων τόξων
Ανγκόνα! Θελέτρα! Κάτω πέτρα! Διόριγος!
Το φως έπεφτε απάνω τους κάποτε άγιο κάποτε σκληρό.
Τα πατήματά μου στο χώμα τους: Μπάτα, μπότες, Αντίντας.
Τα μυστικά της ζωής μου είναι τα χαμένα μου πνεύμα που
περιπλανιούνται τριγύρω.
Βρίσκομαι σε τόπο όπου η ελονοσία της βαρβαρότητας απλώνεται,
πεθαίνω μα δεν μπορώ να γίνω το ίδιο σκληρός,
ό, τι κουβαλώ μαζί μου είναι η χαμένη μου μνήμη.

Περπατώ πάνω στη γη με βήματα χορού
σάμπως πάνω στα κλειδοκύμβαλα του πιάνου,
Θέλω να φυτέψω ποιήματα να στεγνώσω τα έλη,
φτερωτούς ρυθμούς να ελευθερώσω απ’ τις χορδές της ψυχής μου,
να βρω το χαμένο μου όνομα να το φορέσω
καθώς στέμμα στο κεφάλι μου και να βαδίσω
ενάντια σ’ αυτούς που με σκλάβωσαν και με παρέδωσαν σκλάβο.

Δε θέλω να βαραίνουν την ψυχή μου οι πληγές του σταυρού
ή της ημισελήνου.
Θέλω να ζήσω τη ζωή μου φορτωμένος
με τις πληγές της Αγάπης και της Ποίησης.
Κι όταν το αίμα μου χυθεί
να κυλήσει με τους ήχους της λύρας
και να τρέξει στο ιερό της Αγάπης και της Ποίησης.
Μαζί με τις γάτες, τα σκυλιά και τα γεράνια μου
να κοιτάζω τις νύχτες του καλοκαιριού το δικό μου αστέρι
με την ευχή ως άνθρωπος να μεγαλώσω.

Της ειρήνης το αστέρι και της αγάπης να λάμπει στον ουρανό.

 

ΖΕΚΙ ΑΛΙ

 

ΘΑΛΑΣΣΑ
Είμαι εδώ,
γαλάζιος σα θάλασσα
μες στην παλίρροια της.
Ξέρω πως δε με ξέχασες,
πως έχεις υποχρεώσεις
για την ευτυχία άλλων ανθρώπων.

Εδώ στη σκοτεινή άμμο
τα βήματα του χρόνου
δε φαίνονται, όμως τα αισθάνεσαι.
Κάτω απ’ τα γυμνά μου πόδια ένα τοπίο
που βυθίζεται στη μνήμη
χιλιάδων εκλείψεων του φεγγαριού.

Ένα βογκητό κατηφορίζει απ’ το βουνό,
ίσως μια λύρα μακρινή να συναντά μια ανθρώπινη φωνή,
είτε ένα μοναχικό αγριοκάτσικο, που ξέμεινε
κατά τις μέρες του άγριου κυνηγητού.
Ο ήχος ανεβαίνει και κατεβαίνει
στην παλίρροια και την άμπωτη της σκοτεινής θάλασσας,
σκοτεινής σαν το αποχαιρετιστήριο άγγιγμά σου,
τα χέρια σου που παίζουν μια αόρατη λύρα
με λεπτές κινήσεις αποχαιρετισμού, κρύβοντας κάθε απολογία.
Τώρα τα κοχύλια είναι άδεια,
η Αφροδίτη είναι κλειδωμένη σ’ ένα μουσείο
κάτω από άδεια βλέμματα
χωρίς εμάς.

Ξέρω πως δε με ξέχασες,
ξέρω πως οι μέρες της ευτυχίας σου πληρώνονται
απ’ όλους εκείνους που μαγεύεις με τη χάρη σου.
Έχω άσπρες πέτρες μες στην τσέπη μου
που προσπαθούν τη μοναξιά μου ν΄ απαλύνουν
συνομιλώντας μεταξύ τους.
Η σκιά μου μού λέει
πως εγώ είμαι ο πιο πραγματικός
απ’ όλα τα φαντάσματα τις ακροθαλασσιάς.

Όμως δε θα μπορούσα να γίνω τόσο πραγματικός
ώστε να σε συναντήσω ξανά, αντί να ονειρεύομαι.

Είμαι εδώ,
να με καθοδηγεί το αστέρι του βορρά,
απογυμνωμένος απ’ όλα μου τα υπάρχοντα.
Είμαι εδώ
πιο γαλάζιος κι απ’ τη θάλασσα.
Κάποτε ήμουν φίλος του Διόνυσου,
τώρα
δεν μπορώ να μεθύσω δίχως εσέ στην αγκαλιά μου.

Αύγουστος 2003

 

ΜΕΧΜΕΤ ΓΙΑΣΙΝ

 

ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Όταν βγήκαμε απ’ το καταφύγιο δεν αναγνωρίσαμε τη χώρα,
είχαν αλλάξει οι ήχοι και τα χρώματα,
τα ονόματα των δρόμων και των χωριών.
Πώς θα βρούμε τώρα το σπίτι μας;
Όπου περπατήσουμε είναι αδιέξοδος δρόμος
κομμένος με οδοφράγματα.

Αρχίσαμε ν’ αναζητούμε γνωστά σημεία:
Το σχολείο βρισκόταν στη γωνιά… δίπλα στο μπαρ «Ατλαντίς»…
μετά τους τρεις μεγάλους πεύκους…
Στρατόπεδο χτίστηκε στη γωνιά, τα δέντρα είναι καμένα,
θα πρέπει να ονειρευτήκαμε την Ατλαντίδα
ούτε σημάδι της δεν βρίσκεται.

Μας έδωσαν άλλα σπίτια με τα πτώματά τους,
ήμασταν αρκούδες που γυρεύαμε κρύπτη για τη χειμέρια νάρκη,
με νέες ταυτότητες, νέα πιστοποιητικά γεννήσεως.
Συνεχίζαμε να λέμε «εμείς» – αλλά ποιοι «εμείς»;
Αν χαρακτηριζόμαστε μόνο ως το αντίθετο των… γειτόνων μας
υπήρξαμε, μήπως, πότε;

Σάμπως να βρισκόμαστε σε ταξίδι στην Ανατολή
τρέχουμε στο λιμάνι με τη φωτογραφική μας,
οι κάτοικοι μας πλησιάζουν,
τους φωνάζουμε «εσείς»
προσποιούμενοι πως αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας.
Μα όταν πετούμε τα κράνη των στρατιωτών μας είμαστε γυμνοί.
Σηκώνω το τηλέφωνο ενός σπιτιού εγκαταλειμμένου στον πόλεμο,
-Κανείς δεν απαντά, μήπως είναι όλοι νεκροί;-
Μήπως εγώ μόνος επέζησα απ’ αυτόν τον όχλο;
Οι γέροντες βρίσκουν παράξενους
αυτούς που μπαίνουν στις γραμμές των στίχων μου,
όπως ξεχασμένες επιγραφές σε παλιά ταφόπετρα.

Σε τέτοια καταστροφή μόνο η θάλασσα ίσως να δίνει ελπίδα.
Μέσα μου ακούω συνέχεια μια φωνή:
-Ποτέ δεν θα εξαλειφθούν οι Κύπριοι
από τούτο τον κήπο που ανθίζουν οι πορτοκαλιές.
Εμείς και η πατρίδα μας αναζητούμε τον εαυτό μας κι ένα διαβατήριο
για να περάσουμε τις πύλες του κόσμου.

Λευκωσία, 1984

 

ΝΕΣΙΕ ΓΙΑΣΙΝ

 

Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΜΑΣ

Ο γυάλινος έρωτάς μας θρυμματίστηκε,
τα λόγια σου κούρνιασαν στο στήθος μου
σαν το πουλί στο κλαδί του
(πίσω σου έκλεισα το παράθυρό μου).

Ο γυάλινος έρωτάς μας θρυμματίστηκε,
το είδωλό του κολυμπά μες στο νερό,
το φιλί του πέταξε μακριά,
μέσα στον ύπνο μείνανε τα φώτα του.

Το ποτήρι του κρασιού γεμάτο αίμα
χύθηκε ανάμεσά μας,
αγκαλιαστήκαμε
τα ανάκατα μαλλιά μας πήρανε φωτιά,
στο νόμο υποκύψαμε της σάρκας.

Θρύψαλα έγινε ο γυάλινος έρωτάς μας,
η βασίλισσα των άγριων λουλουδιών
μάταια περίμενε το τηλεφώνημά σου.
Τα πλήκτρα έγραψαν στη γραφομηχανή:
«Ο έρωτας λερώθηκε», τελεία.

Τη νύχτα εκείνοι ξαγρυπνήσαμε κι οι δυο,
οι νεκροθάφτες πήρανε την πληρωμή τους,
φορτώθηκαν το φέρετρο του έρωτα
και η νεκρώσιμη πομπή ξεκίνησε με δάκρυα.

Ο γυάλινος έρωτάς μας,
ο γυάλινος έρωτάς μας
καιγότανε σαν το φιλί,
σαν τέλειωσαν τα λόγια έσβησε στα μάτια.

Με τα σώματά μας ματωμένα
συνεχίσαμε να κάνουμε έρωτα,
όσο διαρκούσε η μουσική
κρατούσε και το πάθος
(ή μήπως ήτανε ψέμα κι αυτό;).

Το πρωί χτύπησε την πόρτα η σιωπή,
είπες πως δε θα ξανάρθεις πια.
Έσβησα τα φώτα
και ολόκληρη βυθίστηκα στη μοναξιά μου.

Ο γυάλινος έρωτάς μας,
ο γυάλινος έρωτάς μας.

Το μυστικό μου φύλαξε
καθρέφτη της ψυχής μου!
Και μην κλαις!

 

ΟΥΜΙΤ ΙΝΑΤΣΙ

 

ΣΕΝΑΡΙΟ – ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
1.
Τι ωραία χείλη, τι ωραίο στήθος!
Τι εξαίσιες καμπύλες στους γοφούς!
Τι λαμπερό δέρμα και τι αύρα!
Ένα παθιασμένο τσίμπημα στην κοιλιά
έκανε τα δάχτυλα μου να τεντωθούν
κι εμένα να πηδήξω στο άλλο κανάλι.

2.
Θάνατος, φωτιά, κραυγή, πληγή,
τι αποσύνθεση, τι αιμορραγία!
Κάπου κάνουν πόλεμο,
άλλοι ελπίζουν στο Θεό,
τι κατατεμαχισμός, τι πτώση!
Ένα αρχαίο σπαθί κόβει τη σάρκα μου
και η ψυχή μου τεντώνεται
και με κάνει να ριχτώ στον άλλο μου εαυτό.

3.
Από τους τοίχους των σπηλαίων στην οθόνη της TV,
από το κίτρινο δόρυ στις ατομικές βόμβες.
Τι τεράστιο και τρομερό άλμα!
Τι είναι αυτή η τρέλα της ανθρωπότητας!
Τα νεύρα μου τεντώνονται
και με κάνουν να ριχτώ μέσα στο λάκκο μου.

 

ΑΛΕΒ ΑΝΤΙΛ

 

ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Ξυπνάς ακόμη τις νύχτες
και σκέφτεσαι τι θα ‘παιρνες μαζί σου
αν έπρεπε να φύγεις
άλλη μια φορά
κι άλλη μια φορά να ξαναρχίσεις;
Ο κανόνας του πρόσφυγα:
μια βαλίτσα για τον καθένα,
δυο για την οικογένεια.
Μήπως θα πάρεις τα σημειωματάριά σου,
τις φωτογραφίες;
Ποια από τα αγαπημένα σου παπούτσια;
Το καλό χειμερινό σακάκι, βέβαια.
Ίσως ένα απ’ τα περσικά χαλιά
-μα τότε δεν παίρνεις τίποτε άλλο.
Τι θα διέσωζες;
Μήπως σε ταράζει ακόμη
η αντίθεση ανάμεσα στη νοοτροπία
του πολιορκημένου που αποθηκεύει τα πάντα
για κάθε απρόβλεπτη έλλειψη,
ακόμη και απομεινάρια παλιών κεριών
για την περίπτωση που θα κοπεί ξαφνικά
το ηλεκτρικό ρεύμα
και η λογική του πρόσφυγα
ότι μπορεί να κατέχει στ’ αλήθεια
μόνο μια βαλίτσα με αντικείμενα;
Όλα τα’ άλλα είναι τυχαία.
Δεν είναι στ’ αλήθεια δικά σου.
Όλα τα’ άλλα πρέπει να τα’ αφήσεις πίσω.

1999

 

ΓΚΟYΡ ΓΚΕΝΤΣ

 

ΟΧΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΝΕΡΟ

Σκουπιδότοπος του έρωτα έγινε αυτό το νησί
απ’ τον καιρό της Αφροδίτης.
Τα πόδια μας περιπλέκονται σε σπασμένες ρίζες
κι απομεινάρια κατακτητικών πολιτισμών.
Όταν προσπαθούμε να κινηθούμε
ερείπια και σπασμένα κόκαλα τρίζουν κάτω απ΄ τα πόδια μας.

Το χώμα εδώ είναι βαρυφορτωμένο με θάνατο
κι η λύτρωση δεν είναι η ποίηση,
είναι το νερό.

Η κάψα λιώνει ακόμη και τις πέτρες
που κυλούνε μες στη θάλασσα.
Η ερωτική εισβολή ξένων γλωσσών
έκαψε τα χείλη μας σαν λιωμένος χαλκός.

Τόση ποίηση για ένα τόπο τόσο μικρό
παρακαλώ μη γράφετε άλλο
φυτέψτε ένα δέντρο
φυτέψτε νερό.

 

ΖΕΝΑΝ ΣΕΛΤΣΟΥΚ

 

Η ΦΟΙΝΙΚΙΑ

Είμαι ένα δέντρο, μια φοινικιά
σ’ ένα νεκροταφείο της Μεσαριάς.
Στη σκιά μου είναι θαμμένοι πολλοί πολιτισμοί
τα κόκαλά τους είναι οι ρίζες μου.

Με πλοία που τα κωπηλατούσαν σαράντα σκλάβοι σγουρομάλληδες
με ‘φέρανε απ’ την Αίγυπτο.
Με βάφτισε ένας Έλληνας με σκουλαρίκι,
μου έκανε περιτομή ένας Οθωμανός μπαρμπέρης,
παιδεραστής. Τις άνοιξες στην Αφροδίτη,
τους χειμώνες στο Ζήνωνα μαθήτευσα.

Μπορεί να μην το έχετε καταλάβει
εγώ ήμουν το μοντέλο για τους Λουζινιανούς αρχιτέκτονες.
Μια κληρονομιά από Βενετούς εμπόρους.
είναι αυτή η χαριτωμένη γλώσσα που μιλώ, που αναζητά απόλαυση
Βυζαντινό-Ρωμαϊκή… Μια εφεύρεση των Βρετανών.

Αυτό είναι το σύνδρομο της διαθλασμένης μου προσωπικότητας
που προβάλλω. Από καιρού εις καιρόν
λογαριάζοντας τον εαυτό μου για άνθρωπο, που ψεύδεται πιο πολύ
όταν τον γλείφουν. Οι παράνοιές μου
ένας ζουρλομανδύας ραμμένος από ρούχο σημαίας
made in Greece, made in Turkey:

Βλέπω πόλεμο όταν κοιτάζω το νερό.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΜΟΛΕΣΚΗ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

 

Ο ποιητικός κόσμος του Γιώργου Μολέσκη
Ιχνηλατώντας τα υψίπεδα της ποιητικής του δημιουργίας

Στις καλύτερές του στιγμές ο Γιώργος Μολέσκης κρατά ψηλά τη συγκινησιακή ένταση των στίχων του. Κι αυτή με τη σειρά της τον προστατεύει και του εκμαιεύει έναν απλό και ουσιαστικό λόγο, με ανάλογα θετικό αισθητικό αποτέλεσμα.

Ξύπνα και σε φωνάζουν, μα μην πάς.
Ακόμα δεν ξημέρωσε καλά.
Χτυπούν την πόρτα με σίδερα βαριά.
Χτυπούν…Χτυπά κι ο ήλιος
της παγωμένης γης την κρούστα,
χτυπά και το νερό
βαθιά μέσα στις φλέβες της…
Ω! πώς παγώνει μέσα μου το αίμα!
Μέσ’ από δρόμους θα σε παν
από καιρό κλειστούς,
μέσ’ από πόρτες σκοτεινές θα σε περάσουν.
Αυτοί που σε καλούν είναι εκείνοι…

«Κραυγή γυναίκας» ( Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι )

Οι στίχοι που διαβάσαμε έχουν μια αφοπλιστική αμεσότητα, κι η γλωσσική τους επιφάνεια είναι σχεδόν συνηθισμένη. Η δύναμή τους όμως έγκειται αλλού: Στο υψηλό επίπεδο συγκινησιακής εκκίνησης- και στην θαυμαστικής εμπνοής θέαση των πραγμάτων τριγύρω. Εκπέμπεται με πειστικότητα μια βιωματική εμπειρία, χωρίς εκφραστικές ή άλλες εκζητήσεις. Κι επειδή κατά τεκμήριον είναι πολυγράφος ποιητής (πάνω από δέκα ποιητικά βιβλία), δεν πρέπει να προσεγγίζεται με σχολαστικά εργαστηριακή μεθοδολογία. Αλλιώς ο κριτικός του θα υποπέσει στο λάθος, να προσηλωθεί υπέρμετρα στο επιμέρους – αισθητικά όχι πάντα ομοιογενές- και να παραβλέψει το εκτόπισμα της συνολικής προσφοράς του. Διότι πρέπει να αναγνωρίσουμε, ότι ο Γιώργος Μολέσκης δεν κατέθεσε ως τώρα μιαν πενιχρή και δύστοκη καρποφορία, αλλά δημιούργησε αντιθέτως έναν αυτοτελή, δικό του ποιητικό κόσμο. Κι αυτό αποτελεί αξιοπρόσεχτο επίτευγμα. Κατόρθωσε κάτι τέτοιο, έχοντας όπλα του την αυθεντικότητα, μα και την ανεξάντλητη αφοσίωση στην τέχνη της ποίησης.

Ας δούμε τώρα ένα σύντομο ποίημα ποιητικής, όπως συνηθίσαμε να λέμε, με τον τίτλο «Ο ποιητής»:

Ο ποιητής πάντα γυρίζει.
Ζωντανό νερό κυλά κάτω απ’ τους πάγους,
την Άνοιξη τους σπάζει και ξανοίγεται
πλατιά μέσα στους κάμπους…
Ξεπλένει τις ντροπές, ξεπλένει το αίμα,
τα ερείπια καθαρίζει από τη σκόνη…

Ο ποιητής πάντα γυρίζει
κι όπου συναντήσει ένα παιδί
ξαναγεννιέται.

«Τα δέντρα στο Βορρά» (Κρυφό Τετράδιο, 1981)

Είναι ένα αρμονικά ισοζυγισμένο μικρό ποίημα, κλασικό στη δομή του, υπό την έννοια της άρτιας μορφικής επεξεργασίας. Με εικονοπλαστική ευρηματικότητα και βαθιά ανθρωπιστικό πυρήνα, διαμορφώνεται παραστατικά το πορτρέτο του ποιητή. Αν ρίξουμε μια ματιά προς τα μέσα, ανιχνεύοντας την καλά κρυμμένη προεργασία, θα εντοπίσουμε, στην κίνηση και στους αρμούς των στίχων, μια εντυπωσιακά λιτή και συμπαγή αρχιτεκτονική.

Το επόμενο ποίημα, με τον τίτλο « Νανούρισμα », κράτησα για χρόνια στη μνήμη. Όχι πως το αποστήθισα, θυμάμαι εκτός βιβλίου μόνο τους δυο πρώτους στίχους: «Ωχ και νά’ ξερα ποιος φέρνει / το κλάμα μες στον ύπνο σου ! ». Πιότερο όμως κι από αυτούς με διαπερνά η ριγηλά στοργική μελωδία τους, που τη νοιώθω να ρέει μέσα στο σώμα μου, όπως ακριβώς διαποτίζει με την έντασή της ολόκληρο το ποίημα ( ή τουλάχιστον μέχρι το τελευταίο τρίστιχο, όπου γλιστρά ανεπαίσθητα προς ηθικοδιδακτική μεριά ).

Το κλίμα στο ποίημα που ακολουθεί είναι διαφορετικό. Τιτλοφορείται «Όταν έρχεται η ποίηση », και διακρίνεται από ένα αυστηρό λυρικό τόνο. Παρά τους εύκολα ανιχνεύσιμους Σεφερικούς απόηχους του ενδιάμεσου μέρους, το θεωρούσα ανέκαθεν ως μια από τις καλύτερες δημιουργίες του Γιώργου Μολέσκη. Διάβασα και ξαναδιάβασα κατά καιρούς τούτο το κομμάτι, γιατί μου επιβαλλόταν με την αρχαιοπρεπή και καλοπελεκημένη δομή του. Ο πρώτος στίχος « Πονεί η μνήμη στο κάθε σου άγγιγμα» έχει ένα υπόστρωμα τελετουργικό, που με ξεσηκώνει. Αλλά και το καταληκτικό μέρος, ακούεται σαν κομιστής του θελήματος μιας άγνωστης, σκληρής μοίρας.

…Και δεν υπάρχει πια φυγή
όπως όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι
και πάνω στη φωτιά το λάδι εχύθη.

Περαστική Άνοιξη, 1984

«Ο αγνοούμενος» ανήκει επίσης στις πιο άρτια δομημένες συνθέσεις. Παρά τη θεματική του επικαιρικότητα, ο τόνος του στιγμές- στιγμές φτάνει σε δραματικές εκρήξεις, με εναλλασσόμενες υπερβατικές εικόνες και υποβλητικούς οραματικούς διαλόγους. Έτσι αρχίζει:

Ήτανε τέτοιος σαν αυτό το κυπαρίσσι,
ξανθά είχε τα μαλλιά του και τα μάτια θαλασσιά,
φορούσε κι ένα πουκάμισο λαδί,
μήπως τον είδατε;
Μην έπιασε φωτιά;

Περαστική Άνοιξη, 1984

Επιστρέφω σ’ ένα ακόμα πολύ σύντομο ποίημα ποιητικής, που συνδυάζει εκφραστική οικονομία και πυκνό συμβολισμό:

Η σιωπή

Η σιωπή στο σπίτι του ποιητή γυρίζει
ξυπόλυτη. Στέκει πλάϊ στην καρέκλα,
δίπλα στο κρεβάτι,
μπαίνει στη κουζίνα…

Πιστή παραδουλεύτρα, σκλάβα,
όλο δουλεύει καθαρίζοντας μια λέξη.

Περαστική Άνοιξη, 1984

Δίνοντας τώρα ένα γρηγορότερο ρυθμό στην περιδιάβασή μου μέσα από το έργο του Γιώργου Μολέσκη, αφήνω για την ώρα κατά μέρος τον σχολιασμό μεμονωμένων τίτλων, και καταθέτω προς ανάγνωση μερικές αρκετά αξιόλογες κι αισθητικά ισοδύναμες δημιουργίες. Τα παρακάτω ποιήματα είναι ενδεικτικά μιας ώριμης γραφής. Κατορθώνονται μόνο όταν το συναίσθημα εκφραστικά τιθασσεύεται, κι η στοχαστικότητα μεταβολίζεται σε βαθύτερη αίσθηση. Διαβάζουμε:

Παραισθήσεις

Οι νύχτες έχουν μια τέτοια σιωπή, μια τέτοια επιθυμία,
που είν’ έτοιμες να φέρουν πίσω τον ξενιτεμένο,
να φέρουν τον αγνοούμενο απ’ τη φυλακή ή τον τάφο.

Βήματα ακούγονται στο δρόμο,
χτύποι στην πόρτα…
Μα είναι τα δέντρα,
είναι η θάλασσα,
είναι το σκοτάδι πνιγμένο μές στη σκοτεινιά του,
είν’ ο αγέρας φιμωμένος από τη φωνή του.

Γύμνια

Από το πρώτο κι όλας βράδυ
φύγανε όλα τα σπίτια με τον άνεμο.
Φύγανε και τα δέντρα και μείναμε
κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο,
ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση.

Όλοι και όλα εξισωμένα,
δίχως ρίζα, δίχως πέτρα, δίχως τάφο.
Κι αλίμονο του που έχει τέτοια ανάγκη.

Απολιθωμένος χρόνος

Ο περασμένος χρόνος απολιθωμένος
σε μορφή ψωμιού, κομμένος σε πέτρινο σταυρό,
σε στάμνα από νερό κάτω απ’ το δέντρο,
όγκος από φως είτε σκοτάδι…
Ο περασμένος χρόνος απολιθωμένος
μέσα στο λόγο μου
σε λέξεις που είναι πια κι αυτές
ψωμιά, νερό και πέτρες,
τις αγγίζω με τα δάχτυλα και ζωντανεύουν.

Περαστική Άνοιξη, 1984

Στις «παραισθήσεις», η μυστηριακά προσωποποιημένη νύχτα μας αγγίζει βαθιά, με τη σφοδρή επιθυμία της να παρέμβει για την επιστροφή του αγνοούμενου από τη φυλακή ή τον τάφο. Από ένα σχεδόν ενορατικό κλίμα, στη δημιουργία του οποίου συμβάλλει η προσμονή και ο αβάσταχτος πόνος, το ποίημα μας περνά σε μια ψευδαισθησιακή εναλλαγή σκηνικού, με την ελπίδα να σηκώνει κεφάλι…Μα δεν είναι να μπει στο σπίτι κανένας, αφού πρόκειται απλά για φαντασιακό κτύπημα στην πόρτα.

Στο δεύτερο ποίημα με τον τίτλο «Γύμνια», διαχέεται ένα έντονο, καταθλιπτικό άρωμα καταστροφής και ερήμωσης, σε τόπο που απογυμνώθηκε κι ορφάνεψε από τα πιο ζωτικά του στοιχεία…Όλα τα σπίτια κι όλα τα δέντρα που μας έδεναν μαζί του, πια δεν υπάρχουν. Απόμεινε η ολόμαυρη ράχη μιας πατρίδας «κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο»- και γύρω «ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση» πια. Σε παρόμοια πιο «συμμαζεμένα» ποιήματα, ο ποιητής πετυχαίνει σχεδόν πάντα έναν πυκνό και υποβλητικό λόγο με πολλές προεκτάσεις. Κι εδώ είναι η πραγματική του επίδοση, όπου μπορεί να μας μεταδώσει στον μέγιστο βαθμό τη συγκινησιακή του απόσταξη.

Θα σχολιάσω όμως, για να συμπληρωθεί η τριάδα, και τον τίτλο «Απολιθωμένος χρόνος », που έχει την ίδια ποιητική με τα δυο άλλα. Πραγματεύεται την κατηγορία του χρόνου, υπαρκτή ουσιαστικά μόνο σε σχέση με την ανθρώπινη δράση. Γι’ αυτό κι ο χρόνος είναι αλληλένδετος με την παρουσία του ανθρώπου και των οικείων, κοντινών του πραγμάτων…Ενταγμένος κι απολιθωμένος στη μορφή της στάμνας, του ψωμιού, του πέτρινου σταυρού, κι άλλων τινών της βιοτικής εμπειρίας, μπορεί μέσω του λόγου να ξαναζωντανέψει ο χρόνος – και μαζί του κι οι αντίστοιχες μορφές ζωής. Ο φυσιοκεντρικός ρεαλισμός του ποιητή αναδύεται έτσι ανάγλυφος.

Αν είχα κάτι συμπερασματικό να προσθέσω μετά από τόσο δυνατά ποιήματα, είναι το εξής κριτικό συμπέρασμα : Όταν ο Γιώργος Μολέσκης εξωτερικεύει έμμεσα τον υπαρξιακό ή φιλοσοφικό στοχασμό του, συγκινεί βαθύτερα, επικοινωνεί ουσιαστικότερα και καταξιώνεται αισθητικά Εκεί αντιθέτως που αναλώνεται σε απευθείας διανοητικό προβληματισμό, όσο ευρηματικός κι αν προκύπτει, μπορεί να φαίνεται σοφός και πλούσιος σε ιδέες, συγκινησιακά εντούτοις φτωχαίνει και χάνει σε δραστικότητα. Μια τέτοια τάση θα δούμε κάπως συχνότερα σ’ ένα μέρος του κατοπινότερου έργου του…Για την ώρα όμως με σπρώχνει ήδη πιεστικά, διεκδικώντας δικαίωμα στην ανάγνωση, ένα πολύ αγαπημένο μου ποίημα: « Το όνειρο της Ελένης». Με τα δικά μου μέτρα είναι απ’ τα καλύτερα που έχει γράψει ο Μολέσκης. Και σ’ αυτό το συγκρατημένα τρυφερό κλίμα ευδοκιμεί ιδιαίτερα η πέννα του.

– Γιατί κλαίς, Ελένη;
– Κρέμασαν τα δώρα μου ψηλά και δεν τα φτάνω.
Το κουνελάκι έφερε τη σκάλα. Μα ήρθε ο κακός
και φοβήθηκα.
– Πώς ήταν ο κακός;
– Δεν τον είδα. Έκλεισα την πόρτα.

(Διάλογος της Ελένης με τη μάνα της )

Κοιμήσου. Ήρθε η μαύρη πεταλούδα
και μπήκε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο,
άπλωσε τα βελούδινα φτερά της
και σκέπασε όλο τον κόσμο.
Ό,τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό,
στα ανοιχτά φτερά της…
Κοιμήσου. Όλα τα δώρα είναι δικά σου,
Όσο ψηλά κι αν τα κρεμάσουν θα τα φτάσεις,
μόνο μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι μαζί σου.
Να, το κουνελάκι βγαίνει από την τρύπα του,
ο λύκος έρχεται απ’ το δάσος του,
η αλεπού κατεβαίνει από το φράχτη της,
ως κι εκείνο το πουλί, η καρακάξα,
που σ’ ενοχλούσε μες στο στόμα
όταν φυτρώνανε τα δόντια σου
πηδά απ’ το ξερό κλαδί της κι έρχεται…

όλα τα δώρα είναι δικά σου.
Μην κλαίς. Ανέβα τη σκάλα
κι όταν δεις τον κακό
κλείσε την πόρτα.

Το σπίτι και ο χρόνος, 1990

Είναι ένα εξαιρετικό ποίημα, γιατί μας παίρνει ίσαμε τις ρίζες της πρωταρχικής αθωότητας, πριν την έκπτωσή μας από τον παιδικό παράδεισο. Διανύουμε τη ζωή μας, ξοδεύοντας χρόνια σε ποικίλους περισπασμούς κι ανούσιες ρότες, για ν’ αυξηθεί μέσα μας ακόμα περισσότερο ο καημός της επιστροφής στον μαγικό κόσμο των πρώτων χρόνων…Όπου ξανασμίγει κανείς σε σφιχτή αγκαλιά με τη φύση, τα δέντρα και τα ζώα της…Όπου αγγίζεται για λίγο το αιώνιο και ξεχνιέται η θνητότητα. Γι’ αυτό μας σαγηνεύουν τα παραμύθια…Για τον ίδιο λόγο μας αρέσει κι η παρέα με τα μικρά παιδιά, επειδή νοιώθουν εκεί μέσα σαν στο σπίτι τους. Κι αν μας φωνάξουν κάποτε, πως κάτι τους στέκεται εμπόδιο, βρίσκουμε αφορμή να τρέξουμε σαν μεγάλα παιδιά να τα βοηθήσουμε. Να εξορκίσουμε τους φόβους των και να καθυστερήσουμε την έξοδό τους από την παραμυθένια φάση της ύπαρξης. Ο Γιώργος Μολέσκης ευτύχησε σε τούτο το ποίημα, να επενεργεί στη ψυχή του αναγνώστη ως εκτονωτική βαλβίδα. Παρόμοια με τη μικρή Ελένη ποθούμε να σηκώσει κι εμάς στα βελούδινα φτερά του ο ύπνος. Από κει και πέρα, όπως τόσο εύστοχα δηλώνει ο ποιητής:

Ό,τι θέλει τώρα να υπάρξει
γράφεται με φως χρυσό
στα ανοιχτά φτερά της…

Με «Το όνειρο της Ελένης», κλείνουμε δειγματολογικά ένα μεγάλο κεφάλαιο, όχι μόνο του πρώτου, αλλά και του Μολέσκη της μακράς ενδιάμεσης πορείας. Ήταν μια γόνιμη πορεία με θεματολογικό εύρος, συναισθηματικό βάθος και πλούτο βιωματικής ουσίας Υπήρξε μια αληθινή στράτευσή του στον μαγικό κόσμο της ποίησης, τον οποίο κι υπηρέτησε πιστά και χωρίς διακοπή. Φυλλομετρώντας τις σελίδες των βιβλίων του, δέχεσαι την ευχάριστη αύρα μιας κρυπτο-επικής καλλιτεχνικής ανάσας, που νοιώθει να της έπεσε ο κλήρος «ν’ απολιθώσει» σε λέξεις και στίχους την πάνσεπτη και διαχρονική του τόπου τοιχογραφία. Το αισθητικό αποτέλεσμα της ποιητικής αυτής ανθοφορίας προεικάζεται σ’ ένα βαθμό κι από το εύρος της προσπάθειας. Το αναγνωρίσιμα προσωπικό του ύφος είναι αδιάσπαστο κι αφήνει παντού την αμεσότητα και ζεστασιά της σφραγίδας του. Η έμπνευσή του αντλεί από φυσικά νερά κι από στρώματα, που του είναι γνωστά και οικεία. Oρισμένες φυσικά φορές δίνεται η εντύπωση, πως του ξεφεύγει μια επαρκέστερη μορφική πύκνωση. Αυτό όμως παρατηρείται συνήθως σε αυτοβιογραφικές ή τοποκεντρικές διαχύσεις, εν αντιθέσει με άλλες ποιοτικότερες επιτεύξεις, όπου εκρέει ένας αποσταγματικός και πολυσήμαντος λόγος…Ένας λόγος περασμένος τόσο έντονα από τις ψηλές θερμοκρασίες μιας δυνατής εμπνοής, που δύσκολα αφήνει περιθώριο να διαφανεί το σκαρί της τεχνικής του. Μια καλή γεύση τέτοιων στίχων πήραμε από τα ποιήματα, που σχολιάσαμε ήδη.

Προτού όμως παρακολουθήσουμε τον Γιώργο Μολέσκη και στις πιο πρόσφατες πνευματικές και καλλιτεχνικές του αναζητήσεις, δεν αντέχω ν’ αφήσω ασχολίαστο άλλο ένα πολύ καλό ποίημα, που φέρει τον τίτλο «Πρόσκαιρη βροχή», από τη συλλογή Το νερό της μνήμης,1998. Ας το δούμε λοιπόν καλύτερα:

Πρόσκαιρη βροχή

Είναι φιλιά που απόμειναν μοναδικά
χαμόγελα που δεν επαναλήφθηκαν.
Η μνήμη τους ένα αόριστο χάδι στα χείλη,
ήλιος που φώτισε για μια στιγμή
κι έπαψε να ζεσταίνει. Απόμειναν
σαν τα λουλούδια που αγγίξαμε περνώντας
με τα δάχτυλά μας κι ύστερα χάθηκαν…
Ξεχνιέται η γεύση, το άρωμα,
οι γραμμές των χειλιών, το χρώμα των ματιών…
Απομένουν μόνο
το πάρκο, το παγκάκι, γυμνά κλαδιά, κίτρινα φύλλα,
όψιμα φθινοπωρινά λουλούδια, δυο περαστικοί
κι οι χοντρές στάλες από μια πρόσκαιρη βροχή.

Αντέχει σε πολλαπλές αναγνώσεις ένα τέτοιο ποίημα. Η βασική στιχουργική γραμμή εκτυλίσσεται καίρια και επιγραμματικά, με εναλλασσόμενο ρυθμό και εικόνες, και μια προσέγγιση των πραγμάτων βαθιά ανθρώπινη και διαλεκτική. Εκπέμπεται μια υπόγεια ζωηφόρα αύρα, που μας κατακλύζει με την αλήθεια και τη δροσιά της…Όλα κυλάν και φεύγουν, όλα δεν μένουν ποτέ τα ίδια, εξόν απ’ τη μνήμη που τα ανακαλεί και τα φορτίζει με συγκινησιακή δύναμη.

Η ποιητική συλλογή Από το ελάχιστο, έκδοση 2001, σηματοδοτεί για τον Γιώργο Μολέσκη, κατά τη γνώμη μου, ένα νέο ποιητικό κεφάλαιο. Ευκρινέστερα πλέον και με επαρκές δείγμα, συστηματοποιεί έναν κύρια στοχαστικό λόγο κι αποστασιοποιείται σ’ ένα βαθμό από τα γνώριμα διακριτικά στοιχεία μιας κοινωνικής και αυτοβιογραφικής θεματικής. Αυτή μου η επισήμανση δεν έχει καταρχήν αξιολογικό χαρακτήρα, δίνει όμως τη μετατόπιση του κέντρου βάρους των πνευματικών και καλλιτεχνικών αναζητήσεων του ποιητή. Προσωπικά συμπαθώ περισσότερο τους ποιητικούς τρόπους του πρώτου Μολέσκη, γιατί βρίσκω εκεί κάτι αυθεντικότερο και συγκινησιακά δραστικότερο, που πραγματικά με συνεπαίρνει. Ανεξάρτητα όμως από αυτές τις διαπιστώσεις, βρίσκουμε πάντοτε εξαιρετικά ποιήματα σε κάθε δημιουργική του περίοδο. Όσον αφορά τώρα την αισθητική πλευρά του βιβλίου «Από το ελάχιστο», θα δοκιμάσω να βγάλω μερικά πιο συγκεκριμένα κριτικά συμπεράσματα:

Ο Γιώργος Μολέσκης κάνει σ’ αυτό μια μεγάλη αφαιρετική προσπάθεια, ανοίγοντας δρόμους προς τα πάνω και προς τα μέσα των ψυχοπνευματικών του οριζόντων. Σε λογοτεχνικό πεδίο, που μας ενδιαφέρει κυρίως, διεξάγει ενίοτε έναν αμφίρροπο αγώνα. Στις ογδόντα τόσες σελίδες της ποιητικής συλλογής, η έκβαση της αισθητικής αναμέτρησης κινείται σε ευρύ φάσμα της αξιολογικής κλίμακας. Στις ατυχέστερές του στιγμές η πλάστιγγα κλίνει προς τον άμεσο διαλεκτικό λογισμό, με δομές πειστικές μεν αλλά χωρίς ικανοποιητική συνειρμική δυναμική. Στις καλύτερές του πάλι επιτεύξεις ορθώνει ένα υποβλητικό ποιητικό λόγο γεμάτο αρμονία, ικανό ν’ αγγίξει και να διεγείρει τα έγκατα της ύπαρξής μας. Γενικά όλες οι στιχουργικές του ενότητες φαντάζουν ως μέρη μιας ενιαίας σύνθεσης, με κοινή λυρικο-επική υπόκρουση. Αυτό φυσικά που θα ενδιέφερε, στην προκείμενη περίπτωση τον αναγνώστη, είναι ο εντοπισμός κι η ανάδειξη υποδειγματικών πραγματώσεων του ποιητή…Μια ιχνηλάτηση κορυφώσεων του πρόσφατου έργου του, και όχι μια ανούσια γενίκευση εφ’όλης της ύλης. Από τις ευάριθμες αυτές αισθητικές επιδόσεις, καταθέτω και σχολιάζω με τη σειρά κάποια εξαίρετα δείγματα:

Ωριμότητα

Τώρα ξέρω καλά τί πλήρωσα για όλα.
Μήτε χρησμός μήτε παλάμη καθαρή και φύλλο λευκό,
όλα ήταν βουβά στην αδιέξοδή μου μέρα
και ό’τι χρεώθηκα αυξάνει διαρκώς την οφειλή μου.

Εδώ που όλα προμελετούνται και προδιαγράφονται,
ξόδεψα στα τυφλά τις τρεις ευχές της μοίρας μου
και τώρα σκάβω με τα χέρια για το μαγικό νερό,
καίω στον άνεμο του χρόνου την καρδιά μου.

Μόνο μου κέρδος η γνώση από την απώλεια
κι η λάμψη του χρυσού μέσα στη λάσπη.

Τέτοιοι στίχοι διαπερνούν όλους τους ιστούς της ύπαρξής μας, από τους πιο σωματικούς ως τους πνευματικότερους που διαθέτουμε. Ένα άρωμα σοφής ενατένισης της αινιγματικής καμπύλης του βίου, μεταπλάθεται παραστατικά και με υποβλητικότητα, διαχέοντας στη ψυχή μας την παράξενη αίσθηση της ματαιότητας και του πεπερασμένου των ανθρωπίνων. Αλλά μήπως δεν διανοίγονται ακόμα βαθύτεροι διαλογισμοί από τους ακόλουθους, άτιτλους στίχους ;

Κάποτε είναι μια λάμψη χρυσή πίσω από μαύρα σύννεφα
είτε πίσω απ΄ τον ορίζοντα που δεν τη βλέπεις
αλλά τη νιώθεις, μια μουσική πίσω απ’ τη σιωπή
που είναι έτοιμη να αποκαλυφθεί μα όλο φέγγει.
Αυτοί που ασκήθηκαν πολύ βλέπουν κι ακούνε-
είτε έτσι νομίζουν.
Σιγά-σιγά όλα απολιθώνονται μέσα μου
όπως μέσα στα επίπεδα των πετρωμάτων
είτε όπως στις κυκλικές ραβδώσεις γέρικων κορμών
διαστρωματώνεται ο χρόνος.
Όλα είναι εκεί κι αν ασκηθείς πολύ
ίσως και κάτι να μπορέσεις να διαβάσεις.
Με λίγη τρέλα ίσως και να ξαναζήσεις κάτι ακόμη.

Τώρα είμαι βέβαιος πια, ότι ο Γιώργος Μολέσκης, παρά τις αισθητικές διακυμάνσεις του σύνολου έργου του, έχει δώσει ποιητικές καταθέσεις από τις γνησιότερες και αυθεντικότερες της ποίησής μας. Σηκώνοντας το βλέμμα πάνω από τη μακρά λογοτεχνική διαδρομή του, βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με την πανοραμική θέα μιας πλούσιας δημιουργίας. Κλείνω τον σχολιασμό αυτού του βιβλίου μ’ ένα επίσης πολύ αξιόλογο ποίημα, που φέρει τον τίτλο «Είμαι κερί»:

Είμαι κερί

Μ’ άναψε μια στιγμή
το πάθος του έρωτα
που παρεμβλήθηκε στο χρόνο,
με θρέφει και με εξαντλεί
ο άνεμος της ζωής.

Καίγομαι και φωτίζω,
καίγομαι και εξαντλούμαι
καθημερινά προχωρώντας στο σκοτάδι
που όλο μετατοπίζεται
και δεν εξαντλείται.

Μα πού πηγαίνει αυτή η αύρα;
Πού επενδύεται;
Το καθημερινό τι θα απογίνει;
Και είναι τούτο αρκετό;

Τα αιώνια και αναπάντητα ερωτηματικά της τελευταίας στροφής, μας καθηλώνουν και μας συγκλονίζουν. Η ύπαρξή μας εξαντλείται ολοένα και μεταβολίζεται σ’ επίμονη φλόγα, που ανοίγει με κόπο φωτεινό δρόμο μές στο σκοτάδι. Κι αν «είναι τούτο αρκετό», όπως απορητικά υποβάλλεται στον τελευταίο στίχο, θα παραμείνει ένα αγωνιώδες υπαρξιακό ερώτημα. Το σίγουρο όμως είναι, ότι το λυρικό απόσταγμα που κερδίσαμε ήταν αρκετό, αφού ο Γιώργος Μολέσκης κατάφερε «από το ελάχιστο» να μας δώσει πολλές φορές το μέγιστο σε ποίηση.

 

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ

 

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ

FRACTAL 12/2014

«Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο, μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη»

Το Ημιτελές Ποίημα, η δεύτερη συλλογή του Κύπριου ποιητή Γιώργου Μολέσκη, κάθε άλλο από ημιτελές είναι. Αποτελεί ένα ολοκληρωμένο και άρτιο αισθητικά και τεχνικά έργο, που αποτυπώνει γεγονότα και καταστάσεις ζωής, τον βιωμένο χρόνο, την ατομική αλλά και την ιστορική μνήμη με ένα απλό, λιτό και συνάμα στιβαρό λόγο, άμεσο, ανεπιτήδευτο, χωρίς περισπούδαστες ή βαθυστόχαστες φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Είναι, δηλαδή, μια συλλογή, όπου οι κύριες πηγές έμπνευσης είναι τα βιώματα και οι εμπειρίες του από γεγονότα και περιστατικά της ζωής του, που διυλίζονται, όμως, μέσα από τη μνήμη ενός ανθρώπου με έντονη ευαισθησία και εκλεπτυσμένο συναισθηματικό κόσμο. Ο ποιητής καταφέρνει να προσδώσει ακόμα και στις πιο απλές καταστάσεις, στα πιο καθημερινά και απλά πράγματα μια διάσταση σχεδόν αλληγορική. Εδώ ακριβώς έγκειται η σημασία αυτής της συλλογής.

Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη
Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί
Είχε βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
κ ήταν ψηλό κι αδύναμο –μου φάνηκε πεινασμένο
το κοίταξα και με κοίταξε κι αυτό
έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
και του αγόρασα ένα κουλούρι
από τον πλανόδιο πωλητή
που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα
του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα
το κράτησε για λίγο και το άφησε
Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα το δρόμο
περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.
Έτσι με τη χειρονομία αυτή
ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου
ξεγύμνωσε τη ματαιοδοξία μου
και μου στέρησε το αίσθημα της ικανοποίησης
για μια φτηνή χειρονομία
για την ελεημοσύνη της δεκάρας.

Εντυπωσιάζει, λοιπόν, η αμεσότητα του Γ. Μ., η διαύγεια του ποιητικού στοχασμού, αλλά κυρίως συγκινεί η ευγενική, διακριτική διείσδυση του σε ευαίσθητα ζητήματα της ζωής, όπως είναι αυτό της προσφοράς, της ενσυναίσθησης, της συμπόνιας και του ελέους, σε έναν κόσμο άνυδρο πια και συναισθηματικά αποστεωμένο. Ενώ με διάθεση εξομολογητική, λίγο πιο κάτω, αποκαλύπτει το καταστάλαγμα της σκέψης του για την ασημαντότητα, ακόμα και της ίδια της ποιητικής δημιουργίας, όταν αυτή συγκρίνεται με την ανθρώπινη επαφή, κυρίως τον έρωτα, που εκτοπίζει την υπαρξιακή μοναξιά, την ανία, τη μηδαμινότητα, ακόμα και αυτής της δημιουργίας. Το ποίημα φέρει τον τίτλο της συλλογής του, καθιστώντας το ίσως την κορωνίδα της σκέψης του.

Τόσα χρόνια γράφω διαρκώς το ίδιο ποίημα
κι όμως ποτέ δεν φτάνω σ’ ένα τέλος
Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες,
άλλες ιστορίες, κι όλο επανέρχονται
τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις,
ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά.
Μες τη ρευστότητα του κόσμου
μόνο σταθερό σημείο εσύ
που ήρθες και με βρήκες το πρωί
σε ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη…

Παράλληλα, όμως, με την προσωπική μνήμη, που ‘διαστέλλεται’ αποκαλύπτεται, μεταμορφώνεται ή μεταμορφώνει, ο Γιώργος Μολέσκης, μεταπηδά στην ιστορική, που συχνά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πρώτης. Άλλωστε η ιστορική, κοινωνική και πολιτική περιπέτεια της Κύπρου ανέκαθεν αποτελούσε κύριο συστατικό, πρώτη ύλη στα περισσότερα ποιήματα των Κυπρίων ποιητών, ειδικότερα της γενιάς του Γιώργου Μολέσκη. Παραθέτω απόσπασμα:

Στο μυστικό αλφάβητο γράφει

Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο
μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη
και τρέφουνε τον λόγο του….

Αλλά και ο Χρόνος, που είναι ο σπουδαιότερος παράγοντας της μνήμης, της αναπόλησης και του στοχασμού, της ίδιας της ιστορίας, δεν διαφεύγει της παρατήρησής του. Την ακατάληπτη φύση του, την απεραντοσύνη, την ανυπέρβλητη δύναμη ακόμα και μιας σύντομης στιγμής που παρέρχεται, αποτυπώνει έξοχα στο ποίημά του η Κλεψύδρα:

Σε κάθε σταγόνα κρεμασμένη
στο στόμιο της κλεψύδρας
καθρεφτίζεται ο κόσμος όλος
Η σταγόνα πέφτει
κι όλος ο κόσμος διαλύεται μέσα στο σύμπαν…

η ιστορία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά
όσο να πέσει και η τελευταία σταγόνα
και να διαλυθεί μες τον ωκεανό του σύμπαντος.
τότε όλα θα σκορπίσουν.

Ο Γιώργος Μολέσκης αποτυπώνει εκφάνσεις, περιστατικά, πρόσωπα και τόπους που έμειναν ως εγχαράγματα μνήμης στο συνειδητό του, έχει ανάγκη να τ’ αφηγηθεί, να τ’ αναβιώσει, ως μια πράξη κάθαρσης/ λύτρωσης και αυτοσυνείδησης. Με έντονη εξομολογητική διάθεση και εσωτερικότητα που αποπνέουν όμως μια πρωτοφανή εξωστρέφεια, προκαλεί και προσκαλεί τον αναγνώστη του να συνοδοιπορήσει μαζί του, να ταυτιστεί και να συμμετάσχει αβίαστα σε αυτή την προσωπική διαδρομή, στη διαδικασία της καταβύθισης της μνήμης και των στοχασμών, της ψυχικής ωρίμανσης. Είναι μια συλλογή, λοιπόν, που αποτυπώνει τη βιωμένη εμπειρία, την ιδεολογία, τη φιλοσοφική θεώρηση του ποιητή, σχετικά με έννοιες που τον απασχολούν, την ίδια τη ζωή μέσα στην πορεία του χρόνου, με τη συνέργεια μιας γλώσσας άμεσης, καθημερινής, όσο και λυρικής. Πολλοί ποιητές πιστεύουν ότι με έναν υπερβολικά έντεχνο λόγο-συχνά δυσνόητο ή κουραστικό για τους πολλούς-καταφέρνουν το στόχο τους, ‘παλεύουν’ με τη φόρμα και πειραματίζονται διαρκώς, προκειμένου να «κερδίσουν» τον αναγνώστη τους, να τον εντυπωσιάσουν. Συνήθως, όμως, αυτό που πετυχαίνουν είναι το εντελώς αντίθετο. Αυτό δεν συμβαίνει με την ποίηση του Γιώργου Μολέσκη. Η δική του ποίηση είναι βαθιά ενδοσκοπική, χωρίς υπερβολές ή εξάρσεις, χωρίς ανούσιους βερμπαλισμούς και χαοτικούς λεκτικούς ή άλλους εντυπωσιασμούς. Οι λέξεις κυλούν ήρεμα, ενώ η ποιότητα και το βάθος των νοημάτων επιτυγχάνεται μέσα από τη ρέουσα, «διαυγή», οικεία γλώσσα, που όχι μόνο δε σκοντάφτει πουθενά, αλλά αντιθέτως, προτρέπει τον αναγνώστη να συνεχίσει να διαβάζει τα ποιήματα έως τον τελευταίο τους στίχο, χωρίς καμία παύση.

 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΟΣ

diavasame 8/7/2014

Και η περιστροφή της γης επιταχύνθηκε τόσο πολύ
που θα μας αναμείξει όλους
και θα μας μάθει, όσο κι αν αντιστεκόμαστε,
πως τίποτε δεν είναι οριστικά δικό μας
(σελ. 19)

Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε στην Κύπρο το 1946. Σπούδασε στο Αγγλικό Κολέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας, από το οποίο απέκτησε πτυχίο στη ρωσική φιλολογία και διδακτορικό δίπλωμα στη φιλολογία. Από το 1987 μέχρι το 2007 εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Είναι Σύμβουλος στο Ίδρυμα «Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου». Από το 1967 μέχρι σήμερα έχει εκδώσει έντεκα ποιητικές συλλογές. Επιλογές από το ποιητικό του έργο έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε ξεχωριστά βιβλία στη Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Αλβανία και Σερβία. Έχει τιμηθεί με Κρατικό Έπαινο και με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης στην Κύπρο. Είναι αντιπρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Στη συλλογή με τίτλο «Το ημιτελές ποίημα», συναντούμε την ανθρώπινη υπόσταση ως ατομική καθαρά υπόθεση στον τόπο και τον χρόνο, τη φύση και την κοινωνία, τον υπαρξισμό και την ελευθερία. Το άτομο αφουγκράζεται τη φύση, κατα-κρίνει την κοινωνία με τις δομές της, διερωτάται τα διαχρονικά ερωτήματα περί υπάρξεως, παραιτείται από τον κοπιώδη αγώνα να βρει απαντήσεις δίχως αποτέλεσμα, επικαλείται το παρελθόν για να αντέξει και τελικά δια-φεύγει προς κάτι νέο, το οποίο τελικά δεν διαφέρει από το γνώριμο και παλιό.

Στα ποιήματα της συλλογής ο Γιώργος Μολέσκης αποτυπώνει τη σύνθεση της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς οι εξωγενείς παράγοντες διαδραματίζουν τον δικό τους ρόλο στην εξέλιξη σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Παρατηρώντας τα κάγκελα της φυλακής, είτε πρόκειται για άνθρωπο, είτε για ζώο, και από τις δυο πλευρές, είναι τρομακτική η απουσία της ελευθερίας. Και ίσως για τον φυλακισμένο έχει μια λογική συνοχή. Για τον «ελεύθερο» όμως;

Τα ποιήματα είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, ενώ τα περισσότερα εξ αυτών είναι μεγάλα σε έκταση, αφού κάθε ποίημα αποτελεί μια ιστορία, ένα πρίσμα στη δηκτική καθημερινότητα. Η έκδοση φιλοτεχνείται από τα όμορφα σχέδια του Χρίστου Φουκαρά.

Για το τέλος άφησα το απόσπασμα από το ποίημα που έδωσε τον τίτλο και στη συλλογή:
Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως
και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου.
Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις,
διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες,
γι’ αυτό και η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ.

 

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

bookpress 11/6/ 2014

Ώριμοι ποιητικοί καρποί

Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γιώργου Μολέσκη έρχεται να επιβεβαιώσει μιαν πολύ παλιά διαπίστωσή μου για τον ίδιο: ότι διαθέτει γνήσιο ταλέντο, προσόν που το συνδυάζει με σπάνιο συγγραφικό ήθος, το οποίο, εκτός των άλλων, εκδηλώνεται με σεμνή γι’ αυτό και σιωπηλή αφοσίωση στο έργο του.

Υπογραμμίζω αυτή την τελευταία ιδιότητα, γιατί στους καιρούς μας, όπου όλα, ή σχεδόν όλα ανατρέπονται, η σεμνότητα παραμερίζεται και προκλητικώς προβάλλεται η κραυγαλέα επίδειξη της απαιδευσίας, της αγλωσσίας και, τελικώς, του δήθεν ως επιστεγάσματος μιας εξαίσιας κατά τα άλλα κενότητας. Σ’ αυτό, φυσικά, συνεργεί και μία πλήθουσα αγορά «ειδημόνων» που επιβάλλει τις κάθε λογής μετριότητες με ή χωρίς τα στρας της νεάζουσας και κοάζουσας λογοτεχνικής «αυθεντίας». Και αν αυτοί οι τελευταίοι είναι προορισμένοι, αργά ή γρήγορα, να καταβυθιστούν στη λησμονιά, λογοτέχνες όπως ο Γιώργος Μολέσκης επιζούν, και αναδεικνύονται μόνο με το έργο τους.

Η συλλογή Το ημιτελές ποίημα είναι η δωδέκατη κατά σειρά ποιητική συλλογή του Μολέσκη. Μάλιστα, θα έλεγα μετά γνώσεως λόγου ότι είναι και η πλέον ώριμη. Εννοώ ποιητικά. Η καθεμιά από τις προηγούμενες, όσο μπόρεσα να παρακολουθήσω την εξέλιξη του, ήταν και μια απόπειρα κατάκτησης επιμέρους χώρων του ποιητικού σύμπαντος. Στα πρώτα του έργα ο Μολέσκης κινήθηκε στα χνάρια των ποιητών που αναζητούν το προσωπικό τους στίγμα, μέσα στο περιβάλλον της δικής τους εθνικής και κοινωνικής τοπιογραφίας. Οι συλλογές Όμορφη χώρα (1967), Ο δρόμος (1970), Αυτογραφία (1972) αποτελούν βεβαίωση αυτής της θέσης.

Πέραν του εθνικού τραύματος

Όμως, πολύ νωρίς, ο ποιητής δείχνει έντονες τάσεις για άλματα, που τελικώς πραγματοποιεί και με τα οποία απαγκιστρώνεται από την ηδονική αρτάνη, η οποία εξακολουθεί να αιχμαλωτίζει πολλούς άξιους, κατά τα άλλα, κύπριους ποιητές, στις παρυφές και τα κράσπεδα του κυπριακού δράματος. Βέβαια, η κυπριακή αιματηρή περιπέτεια ούτε φευγαλέα εμπειρία υπήρξε ούτε και εύκολα διαγράφεται από τη μνήμη των ανθρώπων και ιδίως των ποιητών. Όμως, μιλώντας με κριτήριο την ποίηση αυτήν καθεαυτή, θα έλεγα ότι όσο και αν είναι μεγάλο το πρόβλημα της Κύπρου, ποιητικά δεν μπορεί να θεωρείται ανεξάντλητο. Κι ας μην παρεξηγηθώ.

Ο Γιώργος Μολέσκης ανήκει σε μια ευάριθμη ομάδα Ελλήνων Κυπρίων ποιητών που κατόρθωσαν νωρίς να ανασύρουν από πάνω τους το ανάλαφρο, στη αρχή, πέπλο μιας, ας πούμε, κυπριακής ποιητικής αυταρέσκειας. Μιας συναισθηματικής κατάστασης που έτεινε να μετατραπεί σε βαρύ σκέπασμα ποιητικού κυπριωτισμού. Ποιητικά, δηλαδή, απεγκλωβίστηκαν και κατόρθωσαν να δώσουν οικουμενικές διαστάσεις στο δράμα της ιδιαίτερης πατρίδας τους και παράλληλα να αναζητήσουν και να κατακτήσουν άλλους, πιο σύγχρονους ποιητικούς τρόπους και μέσα, γεγονός που τους βοήθησε να διευρύνουν την ποιητική τους ματιά.

Ο Μολέσκης επιβεβαιώνει αυτήν την ωριμότητα και στα 49 επιμέρους έργα της συλλογής Το ημιτελές ποίημα. Στο ποίημα «Σαν τον Μεταξοσκώληκα» (σ. 24) είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι: Με λίγη ποσότητα θεού/ μπορείς να χτίσεις μια θρησκεία,/με λίγες δόσεις απελπισίας μια επανάσταση/ με λίγες λέξεις, λίγα χρώματα/και κάποια αποθέματα συναισθημάτων/ένα ποίημα. Αλήθεια, πόσο θαυμαστή είναι η ενάργεια του ποιητικού λόγου και πόσο εύστοχα δομημένη η κατιούσα πορεία, που, εν τέλει, συναντά το ποίημα με όχημα μιαν ειρηνική και λιτή «συνταγή».

Στο ποίημα «Άγουρα πράγματα» (σ.29) προβάλλει τα φορτία της παιδικής μνήμης σαν γεύσεις, που κοντά στην ξινή του σταφυλιού, τη στυφή του φοινικιού, την πικρή της ελιάς, ξεχωρίζει η ανεκπλήρωτη της φιλίας/ η μονομερής της αγάπης/ η αλμυρή του θανάτου. Και εδώ, πάλι, ως μέσο προβάλλεται το τριαδικό συγκριτικό σχήμα, οργανωμένο ισομερώς σε δύο περιοχές: η άγουρη γεύση απτών πραγμάτων (σταφύλι, φοινίκι, ελιά) από τη μια, και από την άλλη το αδιέξοδο του ανεκπλήρωτου που γίνεται πιο τραγικό καθώς γειτνιάζει με το αναπόδραστο του θανάτου. Όμως, -στο ίδιο ποίημα- εκείνο που δεσπόζει είναι: (…) η μυρωδιά της μεγάλης βροχής/ που ξεθάβει μέσα από το χώμα/κομμάτια αγαλμάτων και κόκκαλα νεκρών,/ σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας. Η αίσθηση μιας βροχής-καταρράκτη με τις ανάμεικτες ευωδίες της πέτρας, των βράχων, των φύλλων, της χλόης και των μυριστικών προκαλεί ένα είδος συναισθησίας μαζί και διανοητικού καταιονισμού. Τότε, έρχονται στο φως τα ετερόκλητα: κομμάτια αγαλμάτων που αισθητοποιούν το παρελθόν, την παράδοση, τον πολιτισμό και κόκκαλα νεκρών, προφανώς από τάφους ομαδικούς. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αν επρόκειτο για νεκρούς συγκαιρινούς των αγαλμάτων ή για νεκρούς των αγώνων, ο ποιητής δε θα κατέληγε στο παρομοιαστικό συμπέρασμα από την μεγάλη αποκάλυψη σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας. Γιατί οι παλαιότεροι, στα χρόνια πρώτης εφηβείας αφυπνίστηκαν απότομα, όταν, ιχνηλατώντας τα τοπία, την παράδοση και τα αποτυπώματα της ιστορίας, για να προσδιορίσουν το ατομικό τους στίγμα στη ζωή, ακούσανε φωνές σκοτωμένων να βγαίνουν από πηγάδια, και σκάβοντας στόμωνε η σκέψη τους στα φονικά και στο άδικο αίμα. Και οι φίλοι κοιτιόνταν με πρόσωπα που ξαφνικά γίνονταν σοβαρά… Τότε, έτσι εγκατέλειπαν την εφηβεία και ανδρώνονταν παράωρα.

Ο Μολέσκης δεν αναιρεί τίποτε από τα παιδικά του βιώματα. Μπορεί η μνήμη συχνά να μην αντέχεται, ωστόσο, ο ποιητής υπονομεύει το δυσβάσταχτο που τη χαρακτηρίζει: Ταξιδεύω τα όνειρά μου στο γαλάζιο, τη φαντασία μου στο πράσινο και τη θλίψη μου στο λευκό. Στο ίδιο ποίημα, («Διαδικασία εξαγνισμού»), έχοντας βαθειά συνείδηση της αναπόφευκτης ηλικιακής ωρίμανσης, πορεύεται το δρόμο της αυτολύτρωσης: Αν υπάρχει παράδεισος/θα φτάσω καθαρός σ’ αυτήν. Όμως, όλη αυτή η διαδικασία εξαγνισμού δε γίνεται ερήμην της ποιήσεως. Οι εξόδιοι στίχοι το ομολογούν: Κατά τα άλλα/ ό, τι σωθεί. Κι ό, τι ανθίσει/ μες στο ποίημα. Αυτή η πορεία του ποιητή, αποτελεί για τον ίδιο μια βαθειά εμπειρία αυτογνωσίας. Το συνειδητοποιεί και το ομολογεί ως ένα βέβαιο συμπέρασμα από τη μέχρι τώρα ηλικιακή και συνάμα πνευματική του διαδρομή, στο ποίημα «Αυτή η μέρα»: Είμαι ένας περιοδεύων συλλέκτης/χρωμάτων, αρωμάτων, γεύσεων, κι αισθήσεων,/όψεων και μαγνητισμών, προσώπων και σωμάτων,/των υστερημάτων και των πλεονασμάτων του κόσμου,/ που τ’ αγάπησε όλα και δεν θέλει τίποτε ν’ αφήσει πίσω./ Και τα κουβαλά όλα, βουλιάζοντας όσο ανεβαίνει!…

Ο Γιώργος Μολέσκης έχει πλήρη συνείδηση της ανθρώπινης μοίρας. Αυτήν τη μοίρα ούτε την περιγελά ούτε την χλευάζει. Αντίθετα, έχει συμφιλιωθεί μαζί της και τη σέβεται. Γι’ αυτό, απαγκιστρωμένος καθώς είναι από κάθε μεμψίμοιρη διάθεση και απαλλαγμένος από πεισιθάνατους καρυωτακισμούς που εξωθούν στα όρια μιας συναισθηματικής και πνευματικής αυτοχειρίας, εποπτεύει τη ζωή με γνήσια ποιητική-φιλοσοφική διάθεση. Και το ομολογεί στους καταληκτικούς στίχους του ποιήματος «Ο μονόλογος ενός φύλακα αρχαίου θεάτρου» (σ.39): Τα ίδια λάθη, η ίδια ύβρις,/τα ίδια χειροκροτήματα./Και ο λόγος, άσπιλος κι αμόλυντος,/λάμπει καθώς χρυσός μες στους αιώνες-/μόνος αυτός.

Στη διάρκεια της ανθρώπινης περιπέτειας ανώτερος εκθέτης είναι η αρχαία κατάρα, που τιμωρεί αμετακλήτως όσους υπερβαίνουν τα όρια τους. Το μόνο που διασώζεται από τον μολυντήρα των καιρών είναι η ποίηση.

Νομίζω ότι η εμμονή μου στην ποιητική ωριμότητα του Μολέσκη δικαιολογείται. Μάλιστα, το στοιχείο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στην ολοφάνερη στοχαστική/φιλοσοφική χροιά που αποτυπώνεται σε όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής. Αντίθετα, επεκτείνεται και σφραγίζει τα ποιητικά μέσα που ο ίδιος χρησιμοποιεί. Η τονικότητα του ποιητικού του λόγου κινείται στα όρια του λεκτικού και του δομικού γνωρίσματος της καθημερινής ομιλίας των απλών και συνάμα καλλιεργημένων ανθρώπων. Ταυτόχρονα, έχει να επιδείξει μιαν εξαιρετική εσωτερική ισορροπία. Ήδη, οι προηγούμενες αναφορές στο τριαδικό σχήμα, προδίδουν τη σχέση και την επικοινωνία του ποιητή με τα δημοτικά τραγούδια και γενικά με την ποιητική μας κληρονομιά. Κλείνοντας αυτό το σημείωμα δεν θα παραλείψω να επαινέσω το Μεταίχμιο γι αυτή την πολύ προσεγμένη έκδοση.

 

ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ, 1980

 

ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΖΙΤΣΑΙΑ

περιοδικό Ηπειρωτική Εστία, Ιωάννινα 1980, τεύχος 342-343, σελ. 949
Οκτώβριος-Νοέμβριος 1980

Έχουν πολύ δυναμισμό και πλούσιο χυμό ζωής, οι στίχοι του Γ. Μολέσκη. Απλώνεται σε πανανθρώπινο πλάτος η ποίησή του, αλλά οι ρίζες της, βρίσκονται βαθειά στο χώμα της πατρίδας του. ΄Τραγουδώ τη γη μου / με τη φωνή την πανανθρώπινη…΄. Από την αγάπη και τον καημό της ξεκινάει, κι αυτού πάλι επιστρέφει. Κι αυτό είναι που γίνεται η ουσία της ύπαρξης, κι η δύναμη για τον αγώνα. Η ΄Γεύση Πατρίδας΄ έντονη, με αναδρομές στο παρελθόν, με σταθμούς σε ιστορικές κορυφώσεις. Έχουν μια αμεσότητα, κι ένα ποιητικό ρίγος όλοι οι στίχοι του, που αναταράζουν την ψυχή μας

 

ΣΤΕΡΝΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ 1987

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

περιοδικό Νέα Εποχή, τεύχος 185-186, σελ. 686
Λευκωσία, Ιούλιος – Οκτώβριος 1987

Στα είκοσι χρόνια ποιητικής πορείας η «Στέρνα των Ερώτων» είναι η όγδοη ποιητική συλλογή του ποιητή Γιώργου Μολέσκη. Η Στέρνα των Ερώτων είναι άλλο ένα σκαλοπάτι στη σταθερή άνοδο του δημιουργού στο χώρο της ποιητικής πραγμάτωσης αξιών, συγκινήσεων, αναμνήσεων κι ακόμη θέσεων του ποιητή όχι μόνο πάνω στον έρωτα, αλλά και πάνω σε άλλες ζωτικές εκφάνσεις της ζωής. Κυρίαρχο στοιχείο, όπως δηλώνεται και στον τίτλο, είναι το ερωτικό, βαπτισμένο μέσα σε διαλύματα διάφορης πυκνότητας και χρωματισμών κάθε φορά, ιδωμένο μέσα από πρίσμα και φωτισμό που εναλλάσσεται σε κάθε ποιητική στιγμή

 

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ 1998

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

εφημερίδα Πολίτης 25 Απριλίου 1999

Ο τίτλος αποδεικνύεται αντιπροσωπευτικός, αφού η μνήμη επανέρχεται ως αξονικό μοτίβο σε αρκετά ποιήματα, ειδικά στην τελευταία ομώνυμη ενότητα του βιβλίου. Η μνήμη λειτουργεί ως ποιητικό πρόπλασμα, που τρέφει την έμπνευση του δημιουργού. Συχνά προβάλλεται από το ποιητικό υποκείμενο ως αντίδοτο στη λήθη και στον θάνατο, ως πηγή ζωής που διαποτίζει τη σκέψη και μνημειώνεται με την τέχνη.
Ο ομιλητής συνηθίζει να επιστρέφει επίμονα (όπως κα στη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια, 1985, και σε άλλα ποιήματά του) σε μνήμες της παιδικής ηλικίας που σφραγίζουν αμετάκλητα το πρόσωπο της ωριμότητας. Μορφές αγαπημένων προσώπων που έφυγαν ή ονόματα χωριών που παραμένουν απρόσιτα λόγω της τουρκικής κατοχής συνδέονται με εικόνες από την κυπριακή φύση και με τις πολιτικές και υπαρξιακές ανησυχίες του ποιητικού υποκειμένου. Ο έρωτας και η αναγέννηση της φύσης προβάλλονται ως αντίβαρο στη φθορά, ενώ το άνυδρο κυπριακό τοποίο προβάλλεται με τη διψασμένη για ανθρωπιά ψυχή του ομιλητή

 

ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ 2001

 

Δρ Γιάννης Η. Ιωάννου

περιοδικό Δια-Κείμενα, τεύχος 6, σελ. 283
Θεσσαλονίκη 2004

Η ενδέκατη συλλογή του Γιώργου Μολέσκη, ΄Από το Ελάχιστο΄, επικυρώνει έναν κύκλο που άρχισε με τη συλλογή ΄Η Στέρνα των Ερώτων΄ το 1987. Η δεκαπενταετής αυτή πορεία, πρώτα ήλεγξε την αισθητική τάση του ποιητή προς την αναλυτική γραφή. Από τη συλλογή εκείνη και εντεύθεν, ο Μολέσκης ελέγχει όλο και περισσότερο, τα εκφραστικά του μέσα, επιδιώκει την ακρίβεια στην έκφραση και την οικονομία στο λόγο. Οι θεματικές του εμπλουτίζονται και ο έρωτας, ο χώρος και ο χρόνος προσλαμβάνουν κεντρική θέση στην ποίησή του. Σ΄ αυτή τη γραμμή εντάσσεται, πιστεύω, και η τελευταία συλλογή. Με τη διευκρίνιση ότι ο ποιητής υπογραμμίζει πια την ανάγκη για οικονομία, επιδεικνύει την αναγκαιότητα για αισθητική επεξεργασία και ενώ διατηρεί θεματικές που επεξεργάστηκε σε προηγούμενα έργα, επιχειρεί πλέον μια συνθετική προσέγγιση, αλλά και μια εμφανή, θα έλεγα, απόπειρα υπέρβασης του ανθρωποκεντρισμού και του υποκειμενισμού. Η συλλογή ΄Από το Ελάχιστο΄ επιχειρεί να συλλάβει το ελάχιστο, στην κλίμακα των αξιών αλλά και στην κλίμακα του χώρου και του χρόνου, επίσης στο επίπεδο των πράξεων, των σκέψεων και των γεγονότων, και από το ελάχιστο να εξαγάγει την ποιητική διάσταση, την ποιητική αξία. Ταυτόχρονα, αντιπαραθέτει αυτό το ποσοτικά ελάχιστο στην ποσοτική διάρκεια της ροής των γεγονότων. Μέσα από αυτή την αντιπαράθεση απελευθερώνεται το ποιοτικά και ποιητικά «μέγιστο». Κεντρικό θέμα της συλλογής είναι «η ποίηση» και η περιπέτεια μέσα στην ποίηση, η ποίηση ως πράξη, ως γεγονός, ως χωροχρονική σύλληψη, ως εικόνα, ως τρόπος ζωής

 

ΑΝΑΜΟΝΗ ΒΡΟΧΗΣ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1980 – 2001

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ

εφημερίδα Η Αυγή
25 Μαΐου 2009

Στον παρόντα τόμο ο Γ. Μολέσκης (Λύση Κύπρου, 1946) κεφαλαιοποιεί τους μόχθους μιας ζωής επιλέγοντας ποιήματα από τις 5 τελευταίες συλλογές του ( 1980 – 2001 ) και περιλαμβάνοντας ολόκληρη την Από το ελάχιστο, καλύπτοντας το μαρτυρικότερο τέταρτο του αιώνος της περιπέτειας της Κύπρου. Ποιήματα μαθήματα και παθήματα πατριδογνωσίας, απόσταγμα γεωστρωματογραφίας στο σύνολό τους, ιδιαίτερα η πρώτη συλλογή Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι (1980), υπό τον αστερισμό της φύσης, ιθαγένειας, ιστορικοκοινωνικού πλαισίου που στοιχειώνεται από τους άταφους της εισβολής, τα καραβάνια της προσφυγιάς, «σαν πανιά καραβιών στημένες οι σκηνές μέσα στον κάμπο» (μυρώνεται από την αύρα του δημοτικού τραγουδιού «ποιος είδε καράβι στη στεριά»), με το εμβληματικό ποίημα «Ο κόσμος που αγαπήσαμε», που πνίγεται στην ομορφιά αλλά και στη θηλιά της κακοφορμισμένης – κατ’ ευφημισμό – πράσινης γραμμής. Νόστιμον ήμαρ κι αναθρώσκων καπνός πουθενά στον ορίζοντα, αλλά ο σιτιστής ελπίδας ποιητής εξακολουθεί να συστήνει το δικό του νεκρόδειπνο για τους αγνοούμενους. Ο Μολέσκης συντηρεί τα’ αποκαΐδια και τις φρυκτωρίες να καίνε νυχθημερόν, διασώζοντας τοιχογραφίες από το παλίμψηστο της πικρής Κύπρου στο θηριώδη αιώνα. Ο διάλογος με το γενέθλιο τόπο συνεχίζεται και στην Περαστική άνοιξη (1984), υπομνηματίζοντας λιτά το τοπίο με τα αμετακίνητα οδόσημά του «Και μεγάλα τα δέντρα μοναχικά / το καθένα και μια προσωπικότητα». Στην Στέρνα των ερώτων (1987) αλλάζει ρότα και κλίμα, θησαυρίζοντας τα μύρα του έρωτα, δεξαμενή επιβίωσης. Ιδιότυπη ερωτική ποίηση φιλοσοφικής χροιάς ως ποιητική του έρωτα ή έρωτας της ποιητικής, όπου η ελλειπτικότητα φωτίζει το όλον. Στη συλλογή Το σπίτι κι ο χρόνος (1990) παλιννοστεί με το φορτίο των προσφύγων στους ώμους ως άλλος Αινείας στους τόπους του μαρτυρίου, ερμηνεύοντας τα ιερογλυφικά της βροχής στο χώμα, συνομιλώντας με τον Αυξεντίου και τους άλλους ταμένους της ελευθερίας. Διεθνιστής και πατριώτης, υλικός, σχεδόν υλιστής, αλλά και πλατωνιστής και μυστικιστής, αξεδιάλυτα όπως οι ρίζες των δέντρων εκατέρωθεν συνόρων και πράσινης γραμμής. Στο ίδιο κλίμα και η συλλογή Το νερό της μνήμης (1998), όπου κοχλιώνεται ο διάλογος με το Δώρο, τον Ξάνθο κι άλλες μορφές της απουσίας-παρουσίας, συλλαβίζει τη νθλίψη των δέντρων που εγγράφουν στους κύκλους του κορμού τους τον κομμό και τους κύκλους της ιστορίας, στήνοντας παράλληλα γέφυρες για την ειρήνη και το άνθισμα του χάσματος που άνοιξε ο σεισμός του ’74. Στην τελευταία συλλογή Από το ελάχιστο (2001) ξανοίγεται κυρίως την αυτοαναφορικότητα, ξεναγώντας μας στο εργαστήρι του δημιουργού που τροχίζει λέξεις τινάζοντας τη σκουριά της χρήσης, επαναβαπτίζοντάς τες ν’ αποκτήσουν μαγνητικότητα, αξιοποιεί τη θρεπτικότητα του φωτός, όλα σε μη εξεζητημένο ύφος, ποίηση φυσικής αναπνοής, παραμυθητική που δεν απεκδύεται τη σισύφεια ελπίδα: «παρόλη την αποτυχία των επαναστάσεων / η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούργια επανάσταση». Και πρωτίστως φαντάζομαι εννοεί την εσωτερική, που αλλάζει όχι τον κόσμο αλλά εμάς τους ίδιους, τον εαυτό μας. Δύσκολο στοίχημα, που όμως αξίζει να κερδηθεί, και με βαρύ τίμημα. Ο ποιητής εντοπίζοντας φωλιές νερού, φλέβες αρτεσιανών, αφουγκράζεται τον μακρινό ήχο των μυστικών π(λ)ηγών, ωτακουστής και πολιορκητής «μιας στήλης δροσερού νερού / που πίνω διψασμένος / μα ποτέ δεν χόρτασα», εμφιαλώνει μπουκάλες αθάνατου νερού για το παρόν και μέλλον – που θα ’χει πολλή ξηρασία ως προφήτεψε από παλιά ο Κατσαρός – αφαλατώνοντας με το ποιητικό του φίλτρο τα αλμυρά δάκρυα του τόπου του σε λάλον ύδωρ, σε κυψέλες ζωής, διασφαλίζοντας την επιβίωση στον απειλούμενο με ξηρασία εθνικό δρυμό.

 

ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ  2009

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

εφημερίδα Αλήθεια

Άλλη μια εξαιρετικά ευθύβολη, και ζεστή, ποιητική συλλογή, από το Γιώργο Μολέσκη. Προσοχή, γράφω με βάση τον κατακλυσμό συναισθημάτων που μου προκαλεί η ανάγνωση των στίχων, και κατ’ αυτό τον τρόπο γράφω πάντα. Ίσως να μην γνωρίζω τι σημαίνει ποίηση, με τεχνικούς όρους, ή ακόμα να μην μπορώ να κολυμπώ στα έγκατά της, αλλά οδηγός μου ήταν, και παραμένειi, ευτυχώς, το συναίσθημα. Για να γίνω σαφέστερος: η συγκίνηση που διαπερνά τους πόρους μου αλλά, κυρίως, η τρυφερότητα του ποιητή, καθώς ταξιδεύει, σαν διαβατάρικο πουλί, μέσα στις στιχουργικές φυλλωσιές. Υπό την έννοια αυτή, λοιπόν, η συλλογή Μες στη ροή αποτελεί κομψοτέχνημα ύφους και στοχασμού.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

εφημερίδα Ο Φιλελέυθερος

Και με τη νέα ποιητική του συλλογή, τη 12η στη σειρά, ο Γιώργος Μολέσκης παραμένει απαρασάλευτα πιστός στο υφολογικό, στυλιστικό στίγμα που τον καθιέρωσε στην ποίηση. Χαμηλόφωνος, λυρικός, επαγωγικά αναλυτικός, με βαθιά εσωτερικότητα, τόσο στα νοήματα και το ρυθμό, όσο και στις εικόνες της καθημερινότητας που μεταπλάθει ποιητικά. Ο Γ.Μ. και σ’ αυτή τη συλλογή, συχνά πυκνά επιστρατεύει υπερρεαλιστικά στοιχεία για να πετύχει ποιητικές κατακτήσεις. Απλό και λιτό, όπως πάντα, το λεκτικό του οπλοστάσιο, με έντονη αφηγηματικότητα, που διασπάται όμως συχνά από ποιητικές εξάρσεις, αναλαμπές και αισθητικές υπερβάσεις, συνήθως στις κατακλείδες των ποιημάτων του. Στην προηγούμενη ποιητική συλλογή του: “Από το ελάχιστο” (2001) υπερίσχυαν αριθμητικά και ποιοτικά, τα ποιήματα ποιητικής. Σ’ αυτήν εδώ υπερισχύουν τα υπαρξιακής θεματικής ποιήματα. Κι αυτή η διαφοροποίηση είναι μάλλον ενδεικτική για την περαιτέρω ωρίμανση του ποιητή, θεματική και αισθητική

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΜΑ

1-ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΜΑ

 

 

Γεννήθηκε στην Κεφαλονιά. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Ιστορία – Αρχαιολογία. Από τα ιδρυτικά μέλη της ΘΕΣΠΙ (Θεατρική Συντροφιά Πανεπιστημίου Ιωαννίνων). Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής Ωδείου Αθηνών (1990). Ιδρυτικό μέλος του Θεατρικού Οργανισμού Στιγμή. Εργάζεται στο θέατρο , στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση.

Διασκεύασε μαζί με τον Γιάννη Αναστασάκη το μυθιστόρημα του Τζέημς Θέρμπερ: «Τα 13 ρολόγια» (παραστάσεις στα ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, Πάτρας και Ιωαννίνων) και την «Τρελοβγενιώ» της Ινές Κανιατί ( παραστάσεις στο Θέατρο Στοά – Θέατρο Βασιλάκου και Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος)

– «Κριστέλα», Γ’ Βραβείο Διηγήματος από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο». Κυκλοφορεί στη συλλογή: Ο φόβος του ξένου (2014).

– «Τα λεφτά είναι φτωχά» , διήγημα από τις εκδόσεις «Ταξιδευτής». Κυκλοφορεί στη συλλογή: Έλα στη θέση μου – 20 Ιστορίες για την αλληλεγγύη (2015).

– Β’ Βραβείο Διασκευασμένου Σεναρίου της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδος για την Αιολική Γη του Ηλία Βενέζη (2014).

– Έγραψε το θεατρικό έργο Ίσια Δικαιώματα που παρουσιάστηκε στο θέατρο VAULT στην Αθηνα (2016-17).

 

1-ΒΙΒΛΙΟ - 00011-ΒΙΒΛΙΟ2

 

 

ΤΟ ΛΙΘΟΣΤΡΑΤΟ (2017)

 

[1] ΜΙΑ ΝΑ ΠΑΣ ΜΙΑ ΝΑ ΓΥΡΙΣΕΙΣ

Περπατούσαν στο Λιθόστρατο και τρίζαν τα πλακάκια. Μανοθυγατέρα. Ψηλές κι αδύνατες. Η μάνα με μια κοτσίδα γκρίζα πλεγμένη αγανά μέχρι κάτω απ’ τη μέση κι η μικρή μ’ ένα καρέ μαύρο αυστηρό, λίγο κάτω απ’ τ’ αυτί. Η συνηθισμένη βόλτα τους εκεί γύρω στις 8.30 με φως τα καλοκαίρια και το χειμώνα πιο νωρίς. Λίγο πριν πέσει ο ήλιος. Τακα-τουκ, τακα-τουκ στο πλακόστρωτο. Μ’ ένα ρυθμό πάντα τον ίδιο, ούτε γρήγορο ούτε και αργό. Συντονισμένα τα τακούνια ν’ ακούγονται μαζί σαν ένα. Πάντα γόβες με λεπτό τακούνι. Πάντα μαύρες λουστρίνι. Τακα-τουκ, τακα-τουκ σαν να μιλούσαν μεταξύ τους γιατί οι γυναίκες δε λέγαν και πολλά. Να δεις πώς συντονίζονταν μπροστά απ’ τις βιτρίνες. Σταμάταγαν μαζί τα μαύρα τα λουστρίνια χωρίς άλλη συνεννόηση. Μόνα τους και ξαφνικά σταμάταγε ο χορός πάνω στις πλάκες για να κοιτάξουν τα καινούργια τα παπούτσια ή τα ρούχα. Χειμώνα-καλοκαίρι ανάλογα την εποχή. Οι άντρες τις καμάρωναν και κάποιοι τις νύχτες χαϊδεύανε στον ύπνο τους εκείνες τις γάμπες και προχωρούσαν και πιο πάνω. Κάτω από τα φουστάνια και ξυπνούσαν μουσκεμένοι. Κι οι γυναίκες τις ζήλευαν θανάσιμα και έκαναν πως δεν τις κοίταζαν, αλλά ξεσήκωναν όλες τις κινήσεις τους. Μα πού να φτάσουν αυτό το άφταστο συντονισμένο τακα-τουκ του Λιθόστρατου. Έτσι μεγάλωναν οι δυο τους. Όμορφες. Πάντα ντυμένες με φουστάνια μεσάτα κι οι γάμπες πότε γυμνές και πότε με καλσόν του δέρματος. Λεπτά — τόσο λεπτά που οι άλλες γυναίκες πίστευαν ότι ακόμα και το χειμώνα δεν φορούσαν τίποτα. Έδειχναν σαν αρχόντισσες. Αλλά όχι. Δεν είχαν λεφτά. Ήταν μόνο περιποιημένες. Κι αρωματιστές. Έτσι όπως περνούσαν δίπλα σου, άφηναν μια γεύση από βανίλια. Μοσχομυριστές. Σα να ’χαν μόλις βγει απ’ το μπάνιο τους. Δεν είχανε πολλά πολλά με τους άλλους. Κι ούτε κουβέντιαζαν πολλά πολλά και μεταξύ τους. Όρθια στητά κορμιά στη βόλτα τους που κοίταζαν μπροστά κι έκαναν πάντα την ίδια διαδρομή. Ο δρόμος με τους φοίνικες, η κεντρική πλατεία, το Λιθόστρατο και η πλατεία της Καμπάνας. Η πλατεία της Καμπάνας, το Λιθόστρατο, η κεντρική πλατεία και ο δρόμος με τους φοίνικες. Αυτό. Ένα πάνω κάτω. Μια να πας — μια να γυρίσεις. Χρόνια ολόκληρα. Κι αυτή η μια ώρα ήταν αρκετή. Ήταν αρκετή για να αναστατωθεί ολόκληρη η πόλη, για να ανοίγουνε τα στόματα των γυναικών και τα μάτια των αντρών, για να ακούγονται αλλόκοτες ιστορίες. Τους δαιμόνιζε ότι δεν ήξεραν γι’ αυτές περισσότερα απ’ όσα θα ’θελαν να μάθουν. Γιατί δεν έλεγαν πολλά και δεν μπορούσε κανείς να τους προσάψει κάτι. Δεν τους έμοιαζαν, γιατί δεν έπαιρναν μέρος στα κουτσομπολιά και δεν ασχολούνταν με τον ένα και τον άλλο. Μόνο όταν έβρεχε πολύ δυνατά δεν έβγαιναν. Αυτό δεν το άφηναν οι άλλοι ασχολίαστο: «Μόνο όταν ρίχνει καρεκλοπόδαρα τις χωράει το σπίτι τους» ! Πάντα με τον καλό λόγο στο στόμα ! Έβγαιναν — δεν έβγαιναν, αυτοί κάτι θα έβρισκαν να πουν. Εκείνο που τους ενοχλούσε πιο πολύ, ήταν αυτή η ορισμένη καθημερινή συνήθεια που δεν τη διέκοπτε ποτέ κάτι απρόβλεπτο. Μονάχα η δυνατή βροχή. Αυτό το ραντεβού των τακουνιών πάνω στα πλακάκια. Αυτά τα ηχηρά μαύρα λουστρίνια που δεν άφηναν κανένα ίχνος στο πέρασμά τους. Αυτό το θρόισμα των φουστανιών που δεν μπορούσε να τακτοποιηθεί μέσα στην λογική τους. Πώς γίνεται να μην τους δίνουν σημασία; Όμορφες, ναι, αλλά σιγά κιόλας —φτωχές— δεν έχουνε στον ήλιο μοίρα. Δεν είναι κι έξυπνες. Σνομπάρουνε τους πάντες. Θα την πληρώσουνε. Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.

 

[9] ΠΕΣ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Την τσάκωσε μια μέρα να μιλάει του γέρου στο τηλέφωνο. Όλο ψέματα. Πώς τάχα την είχε ανάγκη η μάνα της και την πιάσανε τα ψυχολογικά της. Πού να τη αφήσει. Δεν είναι καμιά άκαρδη. Κι όλο το σκέφτεται να γυρίσει αλλά τη μια τυχαίνει το ’να, την άλλη τυχαίνει τ’ άλλο. Ακουγότανε αυτός απ’ το τηλέφωνο θυμωμένος. «Μη με κοροϊδεύεις. Έχεις βάλει και τη μάνα σου στο κόλπο». Έλεγε … έλεγε … αλλά κι αυτή δεν έκατσε να τον ακούει. Δίνει μια στο τηλέφωνο και το ’κλείσε. Λίγο ακόμα και θα το ’σπαγε. Πολλά νεύρα. Κι ύστερα παίρνει την τσάντα της και τσουπ βγαίνει απ’ το σπίτι κι εξαφανίζεται. Πού την έχανες, πού την έβρισκες στην ιχθυόσκαλα πίσω απ’ το μαγαζί. Είχε γεμίσει τα γόνατά της μελανιές από το τρίψιμο στους τοίχους κι εκείνου η πλάτη ήταν οργωμένη από τα νύχια της και τίποτα μα τίποτα δεν τους σταματούσε. Είχανε μάθει τα σώματα να ζητάνε πεινασμένα. Κι ήθελαν πιο πολύ και πιο πολύ μέχρι να χορτάσουνε, λες και δεν είχαν ποτέ πριν ανατριχιάσει, κουραστεί και πέσει το ένα πάνω στο άλλο. Πόναγε παντού αλλά την ώρα που τη γύριζε στο σπίτι κι άκουγε το περπάτημά της αλαφρύ πάνω στα πλακάκια δεν μπορούσε να κρατήσει το χαμόγελο απ’ τα χείλια της, και σκεφτόταν: Είμαι η πιο καλογαμημένη γυναίκα του νησιού. Ποιου νησιού; Δεν υπάρχει πιο χορτασμένη γυναίκα σ’ όλην τη γη. Δεν με χωράει ο τόπος. Ας πεθάνω εδώ κι ας είναι και μαζί του. Να κοιμηθούμε μαζί και να πεθάνω. Τίποτ’ άλλο. Και την ίδια στιγμή φοβόταν για τις σκέψεις της. Πού θα πάει αυτό; Όλες οι φαρμακόγλωσσες παραμονεύουνε. Πρέπει να μιλήσει κάποια στιγμή και του γέρου και της μάνας της. Δε γίνεται. Ήταν να κάτσει ένα μήνα κι έχουν περάσει τρεις. Αλλά όχι, πίσω δεν ξαναπάει. Η μάνα της την έβλεπε να τρέχει εδώ κι εκεί και καθημό να μην έχει αλλά δεν μίλαγε. Θα της περάσει. Θα χορτάσει. Τι θα κάμει; Θα γυρίσει σπίτι της. Και μια μέρα εκεί που τρώγανε γεμιστά με φέτα κι έξω είχε κουφόβραση, μόλις πάει να βάλει στο στόμα μια πιρουνιά από τη μελιτζάνα, τη βλέπει να τρέχει σφαίρα στον καμπινέ και να τα βγάζει όλα. Έγινε κάτωχρη κι άσπρισε. Φοβήθηκε η μάνα της και «Λίγο νερό … τίποτα δεν είναι». Σε λίγο την ξαπλώνει στο κρεβάτι και «Ζαλίζομαι, μάνα. Δεν είμαι καλά». Μα δεν περνούν λίγα λεπτά, τινάζεται, αρπάζει γρήγορα την τσάντα της και τσουπ έξω απ’ την πόρτα. Να πάει να τον βρει. Να του το πει. Πως τέτοια αηδία δεν έχει ξανανιώσει. Πως ήθελε να βγάλει τ’ άντερά της. Τέτοια ορμή μέσα στα σπλάχνα της. Της δίνει αυτός ένα τσιγάρο να την ηρεμήσει κι έρχεται κι άλλο κύμα εμετού από τα σπλάχνα. Να μη μπορεί να το κρατήσει μες στο στόμα — σα ρουκέτα. Κάτωχρη. Την παίρνει αυτός και τη βάζει να κάτσει σε καρέκλα και με τις χούφτες της ρίχνει νερό στο πρόσωπο. «Τίποτα δεν είναι». Κι αυτή ήξερε. Πρώτη φορά το νιώθει αυτό. Πάει το βράδυ σπίτι πιο νωρίς. Βάζει ζεστό νερό απάνου της, να τρέχει με τις ώρες. Ξαπλώνει στην μπανιέρα. Καίει το νερό. Αυτό ναι. Την ξεκουράζει. Δεν θέλει τίποτ’ άλλο. Να μείνει εκεί. Να ζεσταθεί ενώ είναι καλοκαίρι. Μόνο να της πει ένα παραμύθι η μάνα της να κοιμηθεί. Πώς να το ζητήσει; Όταν της έφερε το μπουρνούζι να τυλιχτεί και στάζαν τα νερά κάτω στα δάχτυλα σ’ εκείνο το μικρό μικρό που σχεδόν δεν είχε νύχι, σε κείνο που της το χάϊδευε γλυκά και της το πιπιλούσε ο ανιψιός, της είπε: «Μάνα, θα μου πεις ένα παραμύθι να κοιμηθώ;» Κι η μάνα την πήγε στο κρεβάτι, την εξάπλωσε, παραμέρισε τις αφέλειές της από τα μάτια, κι άρχισε να μιλάει για τη χωριατοπούλα που έπιασε παιδί από τον γιο του βασιλιά, που είχε ντυθεί ζητιάνος για να τον αγαπήσει ένα κορίτσι αληθινά, κι όχι γιατί ήταν ο γιος του βασιλιά. Και του ’κάνε μια κόρη, όμορφη, αγγελούδι, ντυμένη πάντα γαλάζια μπλε … και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, κι έκλεισε τα μάτια της κι ονειρεύτηκε τον θηλυκό άγγελο —ξανθό— να την κοιτάει γελαστός και να χορεύουν γύρω της οι μπούκλες. Κι η μάνα την έβλεπε που χαμογελούσε μες στον ύπνο της. Κι ένιωθε. Ήτανε σίγουρη πως αυτός ο ύπνος κοιμότανε για δυο ζωές.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΜΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 112/9/2017

Έτσι, σαν παραμύθι

Με μία πρώτη, ευπρόσωπη νουβέλα, αρθρωμένη σε 33 εικόνες-σκηνές, πολλά υποσχόμενη και περισσότερα αποκαλύπτουσα, δίνει το παρόν η Μαρία Τσιμά. Έχει ασχοληθεί μέχρι τώρα με θεατρικό έργο, θεατρικές διασκευές
μυθιστορημάτων και έχει συμμετάσχει σε συλλογικούς τόμους με διηγήματα.
Η θεατρική και κινηματογραφική της παιδεία διοχετεύεται και στον αφηγηματικό της λόγο.
Χώρος, όπου εκτυλίσσονται τα γεγονότα, η Κεφαλονιά, με το Λιθόστρατο σε πρώτο πλάνο, γνώριμη σε πολλούς διαδρομή. Δύο ζευγάρια λουστρίνια παπούτσια πάνε κι έρχονται κάθε βράδυ την ίδια ώρα, «στις 8.30 με φως τα καλοκαίρια και το χειμώνα πιο νωρίς»· δυο γυναίκες όμορφες, μάνα και κόρη, περήφανες και καμαρωτές. Απόμακρες από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Τίποτε δεν προεξοφλεί τι τους επιφυλάσσει το μέλλον. Πώς θα πορευτεί η ζωή τους με την προσθήκη και μιας άλλης γυναίκας, της μικρής Ζωής, εγγονής και κόρης αντίστοιχα. Το όνομα του παιδιού δεν είναι βέβαια τυχαίο.
Ένα κομμάτι από τις Νύφες του Βούλγαρη, με σύγχρονη θέαση και παλαιικά υλικά, μια ιστορία από αυτές που ήξεραν να ιστορούν ο Παπαδιαμάντης, ο Θεοτόκης ή ο Καραγάτσης, και που μας πάνε κατευθείαν στην πηγή, στην αρχαία τραγωδία. Απλά, αβίαστα, κουβεντιαστά, χωρίς μεγαλοστομίες και υπερβολές. Με υλικά αρχαίου δράματος, όχι τόσο σε ό,τι αφορά το θέμα όσο στον τρόπο με τον οποίο ο αφηγητής βλέπει και αναπαράγει τη ζωή. Η αποκοτιά της Μήδειας αντεστραμμένη, με τον πατέρα
να εξοφλεί το τίμημα της άρνησης.
Χτες, σήμερα, αύριο, πάντα. Ο πόνος της ανυπαρξίας, του τίποτα, η ακύρωση των αισθήσεων: «ποια μυρωδιά, ποια αφή, ποια ακοή, ποια όραση; Όλα ματαιωμένα». Η μνήμη της αίσθησης χάνεται τις ώρες του άφατου πόνου, εκεί όπου βλασταίνει μόνον η σιωπή.
Ο λόγος της Τσιμά, σύντομος και μικροπερίοδος, άμεσος και πυκνός, δεξιοτεχνικά οικονομημένος, ξεδιπλώνεται σαν παραμύθι. Ενσωματώνει στη βασική αφήγηση ολοζώντανους διαλόγους, προωθητικούς της πλοκής. Συνεχώς ακροβατεί ή λοξοδρομεί σε σκολιά μονοπάτια, και ο αναγνώστης αναρωτιέται πού το πάει, πώς θα τελειώσει αυτή η τόσο δραματική εξιστόρηση. Ο έρωτας, η προδοσία, η μητρότητα, ο θάνατος, η εκδίκηση,
η απώλεια. Και η δικαίωση υπάρχει; Αν ναι, πού κρύβεται, άραγε; Κορύφωση
αποτελεί η ανατροπή του τέλους. Ο έρωτας και ο θάνατος, ο πόνος και η ηδονή σ’ ένα ανίερο σύμπλεγμα. Το άγαλμα της Κοιμωμένης του Φιλιππότη, στο νεκροταφείο του Δράπανου, που παρακολουθεί τα τεκταινόμενα· η τέχνη που απολαμβάνει τη ζωή και η ζωή την τέχνη. Διπλή κορύφωση το μοιρολόγι της μάνας, λίγο πριν από την έξοδο.
Και όλα τελειώνουν έτσι, σαν παραμύθι, με γοργόνες και φοβερά ψάρια
του βυθού, «Γιατί εκεί συναντιούνται οι άνθρωποι και ο μεγάλος πόνος. Στο
σκοτάδι ενός ύπνου που είναι ύπνος μαζί και θάνατος».

 

ΑΝΝΑ ΣΤΑΣΙΝΟΥ

Εφημερίδα των Συντακτών, 28.4.2017

Στο μεταίχμιο έρωτα και απώλειας

Όσοι προσέρχονται στη λογοτεχνία από άλλες τέχνες, φέρουν μαζί τους τις δεξιότητες και την εμπειρία τους από άλλα πεδία και μ’ αυτές εμβολιάζουν τη γραφή και την πλουτίζουν με ξέχωρη ποιότητα.

Σκέφτομαι, ας πούμε, τα διηγήματα του Λάκη Παπαστάθη, τα ονειρικά ενσταντανέ της Εύας Στεφανή, τα αφηγήματα του Γιώργου Καρυπίδη, τριών σκηνοθετών που καταπιάστηκαν επιτυχημένα με τη λογοτεχνία, του Αχιλλέα Κυριακίδη, βεβαίως (αλλά εδώ μιλάμε για έναν κατ’ εξοχήν πολυπράγμονα: συγγραφέα, μεταφραστή, κινηματογραφιστή και, εσχάτως, ηθοποιό).
Σκέφτομαι, επίσης, τον Νιλ Τζόρνταν και τα σκοτεινά του μυθιστορήματα, τα γραπτά του Γούντι Aλεν ή του Λουίς Μπουνιουέλ, ακόμη και τις λογοτεχνικές απόπειρες του Πάμπλο Πικάσο, που έδωσαν, ανάμεσα στα άλλα, τα αριστουργηματικά «Τέσσερα κοριτσάκια».

Αλλά δεν θέλω να μακρηγορήσω αναφέροντας και άλλα παραδείγματα – είναι πολλά. Θέλω απλώς να πω ότι δεν εξεπλάγην διαβάζοντας τη νουβέλα τής πολύ καλής ηθοποιού και σήμερα αναπληρώτριας καλλιτεχνικής διευθύντριας στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, Μαρίας Τσιμά, που δοκιμάστηκε πρόσφατα και στη θεατρική γραφή με τα «Ισια Δικαιώματα», ένα έργο που εκδραματίζει τη δύσκολη ζωή των μεταναστριών στην Ελλάδα.

Στο πρώτο της μυθοπλαστικό εγχείρημα, το «Λιθόστρατο», μια σκληρή ιστορία έρωτα και απώλειας, η εμπειρία της Τσιμά στο παλκοσένικο αποτυπώνεται στη σκηνική ένταση των αντιπαραθέσεων, στη θεατρική στίλβη κάποιων διαλόγων. Και όχι μόνο σ’ αυτά, αλλά και στην οικονομία, την ικανότητα της συμπύκνωσης και την αποφυγή του περιττού.

Μέσα σε τριάντα τρία σύντομα κεφάλαια παρακολουθούμε την ιστορία μιας νέας γυναίκας, μιας απλής γυναίκας από το Αργοστόλι, με «δύστηνο μοίρα». Τα βήματα του βίου της είναι κοινά: ανθηρή νιότη, ένας γάμος συμφέροντος με έναν ηλικιωμένο Ελληνα της διασποράς, ο εκπατρισμός, η επάνοδος για διακοπές, ένας ερωτικός πυρετός με κάποιον συνομήλικο που φέρνει ένα παιδί αλλά σβήνει πολύ σύντομα, η απώλεια, ο σπαραγμός.

Ενας σπαραγμός που γίνεται οργή κατά πάντων, αντιδικία ακόμη και με τον Θεό, βεβήλωση του ιερού, όπως κι αν αυτό εκφράζεται, αυτοκαταστροφή. Με μια τόλμη που αιφνιδιάζει, η συγγραφέας γράφει μερικές από τις πιο βίαιες σελίδες της νεότερης πεζογραφίας, όπου η βία στρέφεται ενάντια στην ίδια τη ζωή και η σεξουαλικότητα γίνεται το άλλο όνομα του ψυχικού θανάτου.

Το «Λιθόστρατο», που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο της Μαρίας Τσιμά, είναι η περατζάδα της μικρής κοινωνίας του Αργοστολιού: «Μια να πας, μια να γυρίσεις». Πάνω στις πλάκες του ηχούν τα τακούνια της ηρωίδας και της μάνας της προτού ξεσπάσει το κακό, πάνω στις πλάκες του σεργιανίζουν οι ντόπιοι, εκεί ανταλλάσσονται ματιές και σχόλια – ένα πανοπτικόν με δυο λόγια, τόπος αναψυχής, αλλά ταυτόχρονα τόπος επιτήρησης και εν τέλει τιμωρίας, αφού εκεί αποφασίζεται ο οστρακισμός από τη μικροκοινωνία της πόλης κάθε παραβάτη που αποκλίνει από τις νόρμες της.

«Αυτή» (η ηρωίδα της Τσιμά δεν έχει όνομα) θα γίνει αντικείμενο πόθου, καταδίκης και στο τέλος οίκτου. «Αυτή», που δεν θα βρει παρηγοριά πουθενά, ίσως μονάχα στη θέα ενός αγάλματος στο νεκροταφείο της πόλης. Είναι η περίφημη Κοιμωμένη του Φιλιππότη, η «πολύκλαυστος παρθένος», που η συγγραφέας τη φαντάζεται να σηκώνεται από το ανάκλιντρό της και να περιφέρεται στο κοιμητήρι. Τριάντα τρία βήματα, εξάλλου, χωρίζουν το επιτάφιο μνημείο της από την εκκλησία, όσα και τα χρόνια του Χριστού, όσα και τα κεφάλαια του βιβλίου.

Με σπάνια δύναμη στη χρήση της πλούσιας, ενίοτε ιδιωματικής, γλώσσας που αναπτύσσεται σε τόνο στακάτο, ασθματικό, με έξοχη εικονοποιία και δεξιοτεχνική δόμηση των χαρακτήρων, η Μαρία Τσιμά έγραψε ένα βιβλίο για το πένθος που είναι αδύνατον να βιωθεί, για τους νεκρούς που δεν αποχωρούν, αλλά μας στοιχειώνουν και μας καλούν κοντά τους.

Ένα βιβλίο για τη ματαιότητα του έρωτα. Και, κυρίως, ένα βιβλίο που αντηχεί σαν θρήνος για τη μητρότητα, αυτή τη συνθήκη που είναι χαρά και ολοκλήρωση και καταφυγή, αλλά και πόνος, πόνος οξύς και ανείπωτος.

http://www.efsyn.gr/arthro/sto-metaihmio-erota-kai-apoleias

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ/ΒΙΒΛΙΟ /02.07.2017

Αβίωτο πένθος

Μια νέα γυναίκα ξεκινάει τη ζωή της με τις πιο ευοίωνες προοπτικές. Είναι όμορφη, επιθυμητή, αλλά απρόσιτη – ακριβώς επειδή είναι τόσο ξεχωριστή. Οπως και η χήρα μητέρα της, εξάλλου. Μάνα και κόρη ζουν μόνες, στενά δεμένες, αποκομμένες από την επαρχιακή μικροκοινωνία όπου βρέθηκαν να ζουν, μια κοινωνία που τις θαυμάζει αλλά δεν τις κατανοεί και τις αποξενώνει, ίσως γιατί φοβάται την ανεξαρτησία τους. Βαδίζουν πάνω – κάτω στο λιθόστρατο, τα απογεύματα, στην περαντζάδα του Αργοστολιού με τα δίδυμα τακούνια τους, λίγο παλιές, λίγο άχρονες, ξένες – «γιατί όταν νικάει η ομορφιά, δεν την αντέχουν οι άνθρωποι», όπως γράφει η Μαρία Τσιμά, γιατί η ομορφιά είναι ένα απόλυτο που «αστραποκαίει», σύμφωνα με την ωραία και δυνατή λέξη του Δημήτρη Χατζή.

Δεν την αντέχουν, όμως, ούτε οι θεοί. Η όμορφη αυτή κόρη, που θα την προξενέψουν σ’ έναν πλούσιο ομογενή με εστιατόριο στο Κουίνς, στην Αστόρια, στην αρχή θα θαφτεί ανάμεσα στις χωριάτικες και τα λαδόξιδα, αλλά, καθώς πολύ σύντομα θα γνωρίσει τη σωματική επιθυμία, συνυφασμένη με τη θαλερή της νιότη, θα εγκαταλείψει τον ανούσιο γάμο της με τον «γέρο» για χάρη του ανιψιού του, θα κάνει μαζί του ένα παιδί, θα τον εγκαταλείψει για να αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι στο κοριτσάκι της. Και ύστερα θα έρθει η τραγωδία, σαν αστροπελέκι από το χέρι ζηλόφθονων και εκδικητικών θεών.

Πράγματι, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει μια φλέβα πανάρχαια να πάλλεται στο βάθος της αφήγησης της Μαρίας Τσιμά. Ολα τα πάθη των ανθρώπων είναι παρόντα: η ομορφιά πρώτα απ’ όλα, από τη φύση της αλαζονική, αφού στο άνθισμά της μοιάζει να εξομοιώνει τον άνθρωπο με τους θεούς, παραβιάζοντας την τάξη του κόσμου· ο έρωτας, που καταλύει επίσης τις κοινωνικές νόρμες· η ένταση με την οποία η ηρωίδα βιώνει τη μητρότητα, βάζοντας στο επίκεντρο το παιδί της και παραμερίζοντας οτιδήποτε άλλο από τον ορίζοντά της· η απελπισία του παραμερισμένου εραστή και πατέρα, που τον μετατρέπει σε αρσενική Μήδεια. Στο τέλος, η μητέρα θα οδηγηθεί στην αυτοκαταστροφή, τσακισμένη από την οδύνη, χωρίς «να αντέχει ούτε τη λύπη ούτε την παρηγοριά», παραλοϊσμένη, σαν την τρελή μάνα από τον «Λάμπρο» του Σολωμού. Εκείνο το σπαρακτικό «Πώς γίνεται να αφήνεις το αίμα σου κάτω απ’ το χώμα τόσο απροστάτευτο», που βάζει η Μαρία Τσιμά στα χείλη της μητέρας, φέρνει αμέσως στον νου τη «δύστυχη ξεφρενωμένη» του Σολωμού και την απελπισμένη της κραυγή: «Γιατί τινάζετε/ πάνω τους χώματα/ μη μη σκεπάζετε/ τα μικρά σώματα». «Μαύρη μητέρα» και η ηρωίδα της Μαρίας, δεν θα τα βγάλει πέρα με το πένθος και θα χαθεί με τον ίδιο τρόπο που χάθηκε το παιδί της – διαλέγοντας για μνήμα της το νερό.

Λύτρωση δεν υπάρχει, εδώ, παρηγοριά δεν υπάρχει. Το πένθος γίνεται ψυχοβόρο όταν δεν υποτάσσεται στον χρόνο, όταν αδυνατεί να μετουσιωθεί και να γαληνέψει, να φθαρεί (πράγμα σωτήριο για τον πενθούντα), να διευθετηθεί, όπως λένε οι ψυχαναλυτές, οδηγώντας σιγά σιγά στην αποδοχή του ανέκκλητου. Η ηρωίδα της Μαρίας αρνείται να ζήσει το πένθος – γιατί δεν θέλει να αφήσει το παιδί της να φύγει, να σβήσει στο φως της καθημερινότητας, να λιώσει μέσα στην ιαματική πλημμυρίδα των δακρύων. Και αυτή η άρνηση είναι που θα την τρελάνει στο τέλος. Γιατί ο νεκρός που δεν του επιτρέπουμε να εγκαταλείψει οριστικά τον επίγειο κόσμο μας, πεδικλώνει τις στιγμές και ποδηγετεί τον χρόνο, παρών και απών ταυτόχρονα σε ένα «ωσεί παρόν», το οποίο, στον ασφυκτικό εναγκαλισμό του, απειλεί με συμβολικό πνιγμό τους ζωντανούς. Ενα συμβολικό πνιγμό, που εδώ γίνεται πραγματικός.

Όμως, παρά την τραγικότητα του θέματος, παρά τη σχεδόν κανιβαλική αγριότητα κάποιων σκηνών, παρά τον αβάσταχτο πόνο της ορφανεμένης μητέρας που εκτρέπεται προς τη βλασφημία και τη βαθύτατη ασέβεια προς την ίδια ζωή, το βιβλίο αποτελεί έναν ύμνο στην ομορφιά, την τρυφερότητα, τη μητρική αγάπη και τον ανθισμένο έρωτα. Η συγγραφέας ξέρει να στήνει με μικρές λεπτομέρειες τον ιδιωτικό κόσμο των γυναικών, αρωματισμένο σαν ένα συρτάρι με ασπρόρουχα, χυτό σαν μεταξωτό ύφασμα, απαλό σαν πούδρα. Ξέρει να αφηγείται παραμύθια, ενσωματώνοντάς τα στην αφήγηση, ξέρει να αναδεικνύει την δραματικότητα των καταστάσεων παρεμβάλλοντας στην αφήγηση διαλόγους που αποπνέουν έντονη θεατρικότητα. Ενα βιβλίο για την αγιάτρευτη απώλεια, κρουστό, πυκνό, χωρίς ίχνος αισθηματολογίας και γι’ αυτό συγκλονιστικό.

http://www.kathimerini.gr/916200/article/politismos/vivlio/aviwto-pen8os

 

ΗΛΙΑΣ ΤΟΥΜΑΣΑΤΟΣ

http://eliaswords.blogspot.gr/2017/06/blog-post.html

Στο Λιθόστρατο της μικρής μας πόλης

Παρουσίαση στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου, 16/6/2017

Κάποτε λεγόταν «οδός Κράνης» από το όνομα της αρχαίας πόλης που βρισκόταν ψηλά, πάνω από τη λιμνοθάλασσα του Κούταβου. Χώμα, κιμιλιά, και αργότερα κυβόλιθοι. Το Λιθόστρωτο, ή «Λιθόστρωτο», ο κεντρικός εμπορικός δρόμος της μικρής μας πόλης. Μια μεγάλη περαντζάδα, από την παλιά, βενετσιάνικη πόλη με τα στενά δρομάκια, που περνούσε και περνά από την παλιά πλατεία Ελευθερίας, την Πλατεία Καμπάνας, εκεί που κάποτε κάηκε το λίμπρο ντ’ όρο.
Περνούσε από την παλιά μητρόπολη, απ’ όλα τα «εμπορικά». Τέλειωνε κάπου κοντά στο θέατρο της πόλης, τον «Κέφαλο». Ο δρόμος, όχι η περαντζάδα. Τα βήματα προχωρούσαν και προχωρούν στην «καινούρια πόλη», με τους μεγάλους ίσιους δρόμους που χάραξαν οι Άγγλοι. Και στην καινούρια, μεγάλη πλατεία, κι από κει, στο δρόμο με τις φιλύρες. Την Οδό Δικαστηρίων, που κι αυτή έφτανε σε μια άλλη, μεγάλη πλατεία. Την πλατεία του Μαίτλαντ.
Η πόλη άλλαξε. Μετά τους σεισμούς του 1953 ισοπεδώθηκε από τις μπουλντόζες. Κι όταν ξαναχτίστηκε, το Λιθόστρατο ήταν πάλι εκεί, στην ίδια θέση, σαν το φάντασμα των κυβόλιθων να είχε ριζώσει εκεί, κάτω από τα συντρίμμια. Πήρε το όνομα «Διαδόχου Κωνσταντίνου». Ο διάδοχος έγινε βασιλεύς, έχασε τον θρόνο του , το Λιθόστρωτο έμεινε. Για κάμποσα χρόνια άσφαλτος, με τ’ αυτοκίνητα να περνοδιαβαίνουν, ώσπου, έφυγαν κι εκείνα… κι οι πεζοί έκαναν πάλι ανενόχλητοι τις βόλτες τους, κι η άσφαλτος κρύφτηκε κάτω από πλάκες. Πλάκες, που κάνουν τα λουστρίνια των ηρωίδων του βιβλίου να ακούγονται πιο δυνατά. Λες κι ο δρόμος έχει καρδιά, και κάθε περαντζάδα δυναμώνει τους χτύπους της.
Δεν είναι τυχαίος δρόμος το Λιθόστρωτο. Δεν είναι ο δρόμος που πας να κάνεις τις δουλειές σου. Υπάρχουν κι άλλοι τέτοιοι δρόμοι στη μικρή μας πόλη. Δεν είναι ο δρόμος που πας να κάνεις τις βόλτες σου. Δεν είναι ο δρόμος που θα πας να ρομαντζάρεις. Είναι ο δρόμος που θα διαβείς για να δεις και να σε δουν. Σ’ όλο το μήκος του, σε κάθε του στιγμή, ένα μικρό tableau vivant, ένα μικρό στιγμιότυπο, τη στιγμή που διασταυρώνονται οι μικρές ζωές μας στη μικρή μας πόλη. Μικρές, αλλά δημόσιες. Όπως γινότανε παλιά παντού, σε πόλεις και χωριά.
Στην Άσσο, η πλατεία που συναντούσε ο ένας τον άλλο, λέγεται ακόμα «Ο φόρος», μια «αγορά», ένα μακρινό εγγονάκι του ρωμαϊκού forum. Στον Αγκώνα, το χωριό του πατέρα μου, ο δρόμος με τα μαγαζιά ήταν η «λόντζα». Όταν περνούσαν από κει οι γυναίκες του χωριού, κουβαλώντας το νερό με το λάτινο σταμνί στο κεφάλι, φορούσαν τα καλά τους παπούτσια και τα σκουλαρίκια τους. Μα το Λιθόστρατο ήταν, είναι αλλιώς. Οι λόντζες έσβησαν στα χωριά, και τώρα όλοι ζουν το δημόσιο βίο τους διαβαίνοντας πάνω απ’ αυτές τις πλάκες. Δε θα σβήσει ποτέ το Λιθόστρατο. Ό,τι και να γίνει.
Γιατί όλοι εκεί γίνονται αυτό που θέλουνε να γίνουν. Ή ίσως, αυτό που θέλουν να δείξουν στους άλλους. Εκείνο τον όμορφο εαυτό τους. Η μάνα κι η κόρη, κι οι δυο όμορφες. Τα καινούρια ζευγάρια της πόλης. Τα όμορφα μωρά στα καροτσάκια. Ακόμα και οι κουβέντες των ανθρώπων κρύβουν μέσα τους την επίγνωση ότι κάποιος τις ακούει.
Το Λιθόστρατο μοιάζει μ’ ένα αρχέγονο κοινωνικό δίκτυο. Είναι ένας δρόμος μαγικός, σαν το προφίλ μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μια όμορφη φωτογραφία που ίσως και να μας μοιάζει, κι άλλες χαμογελαστές φωτογραφίες από τις ίδιες παραλίες, το ίδιο καφέ, το ίδιο μπαράκι, τις ίδιες πάστες που φάγαμε. αποστάγματα κατεψυγμένης σοφίας, όλα όσα μπορούν να πείσουν τους άλλους ότι περνάμε καλά, ότι νιώθουμε όμορφοι.
Μια φετούλα αληθινής ζωής, πάντα φρέσκια, πάντα ζεστή και αφράτη. Μιας ζωής που το «τακ τακ» των παπουτσιών στις πλάκες δηλώνουν ότι, ναι, είναι ζωντανή, δηλώνουν και το χρόνο που περνάει.
Και πέρα απ’ αυτό το φυσικό σύνορο; Το σπίτι, κι όσα κρύβονται πίσω από τα παντζούρια, κάτω από το χαλί. Εκεί που δε χρειάζεται να είσαι αυτό που θέλεις να νομίζουν οι άλλοι. Εκεί που ο καθρέφτης σου δείχνει πάντα τον εαυτό σου, μόλις ξυπνάει το πρωί. Εκεί, που τα περίεργα μάτια των άλλων παλεύουν αλλά δεν μπορούν να φτάσουν. Γιατί, στη μικρή μας πόλη, σημαντική δεν είναι τόσο η αλήθεια. Σημαντικοί είναι οι άλλοι. Κι αυτό που βλέπουνε για μας με τα δικά τους μάτια.
Η ηρωίδα του βιβλίου της Μαρίας Τσιμά βρίσκει κάποτε το δρόμο προς την πολύ μεγάλη πόλη, μακριά, στην Αμερική, ονειρεμένο τόπο αποκατάστασης για πολλές κοπέλες. Τώρα, από το χέρι την κρατάει ένας γέρος. Μα εκεί δε βρίσκει κανένα Λιθόστρατο. Στην πρωτεύουσα ολόκληρου του πλανήτη, εκείνη είναι κλεισμένη σ’ ένα μαγαζί. Τα αρώματα της μικρής της πόλης σκεπάζονται από κάπνες και χαλασμένα τηγανόλαδα. Η μεγάλη πόλη δεν έχει ελευθερία.
Η μεγάλη πόλη δεν έχει ελευθερία. Η μικρή πόλη δεν έχει μυστικά. Αν θέλεις να έχεις μυστικά, πρέπει να τα θάψεις μακριά από το Λιθόστρατο. Δηλαδή, όχι και τόσο μακριά. Δυο δρόμους παρακάτω, η παραλία της πόλης, εκείνο το κομμάτι της που έχει καταφέρει να κρύψει ακόμα και τη θάλασσα. Ακούνητη κι εκεί η αγορά, όχι η λουσαρισμένη του Λιθοστρώτου. Ψάρια, χασάπηδες, ζαρζαβατικά, μαστόρια. Φασαρία, μακρινή από την ομορφιά. Φασαρία, που κρατάει μακριά τα μάτια και τα αυτιά των άλλων.
Μέσα σ’ εκείνη τη βουή, μπορεί να κρυφτεί η αλήθεια. Μπορεί να κρυφτεί κι ο πόθος, εκείνος που δεν πρέπει ποτέ να διαβεί το δρόμο, δεν πρέπει ποτέ να ακουστούν τα τακ τακ της καρδιάς του πουθενά. Εκεί που δεν περνάει κανείς, εκεί νομίζεις ότι μπορείς να κρύψεις την αλήθεια. Μα καμιά φορά, μέσα στο θόρυβο και τη ζάλη, εκείνη την αλήθεια την κουβαλάς μαζί σου. Κρυμμένη κι εκείνη, μυστική , καμιά φορά άγνωστη σε σένα.
Μα έρχεται η στιγμή που εκείνη την κρυμμένη μέσα σου αλήθεια, τη γεννάς. Και πάνω εκεί στους πόνους, η μικρή πόλη στρέφει τις κεραίες της, και τα μάτια της, και δυναμώνουν οι ψίθυροι, και το Λιθόστρωτο γίνεται ένα μουσικό κουτί γεμάτο από ψιθύρους, με τόση μαεστρία ενορχηστρωμένους, που δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν ίσαμε τ’ αυτιά σου.
Η επιλογή σου είναι να συνεχίσεις να παριστάνεις πως τίποτα δε συνέβη. Να κατασκευάζεις μια ακόμη πραγματικότητα, μια ακόμη φτιασιδωμένη μάσκα, για να μπορείς να κυκλοφορείς στο Λιθόστρωτο και να σβήνουν οι ψίθυροι στο πέρασμά σου, κι όσο πιο πολύ κρατάει η περαντζάδα σου, τόσο εσύ να μην ακούς.
Κι όταν τελειώνει το περπάτημα και γυρίζεις εκεί, πίσω από τα παντζούρια, ή στο θλιβερό μαγαζάκι της αγοράς, ο ψίθυρος είναι τόσο δυνατός που νομίζεις ότι σε κρατάει από το χέρι. Όπως η μάνα σου, τότε. Και τώρα το «τακ τακ» είναι γεμάτο αγωνία.
Κι εσύ, έχεις γεννήσει δυο ακόμα μικρά λουστρίνια που η καρδούλα τους θα χτυπάει ρυθμικά στο Λιθόστρωτο. Κι η δικιά σου καρδιά θα χτυπάει διπλά… Για τα ψέματα που ειπώθηκαν κι εκείνα που θα ακολουθήσουν. Στη μικρή μας πόλη κανένα ψέμα δεν βαδίζει μόνο του. Μαζεύονται σιγά σιγά πολλά μαζί και κάνουν παρέλαση στο Λιθόστρατο. Μαζί με τα ψέματα των άλλων, που όσο δυνατή κι αν είναι η αλήθεια, δεν την αφήνουν ν’ ακουστεί.
Ίσως δεν είναι τυχαίο που αυτή η πόλη φοβάται τη θάλασσά της. Κάνει πως δεν τη βλέπει. Κι εκεί, πίσω από την αγορά της, όταν τα φώτα είναι σβηστά, όταν κανένας πια δεν περπατά, δεν ανασαίνει, δεν ακούει, τότε είναι που έρχεται εκείνη η αλήθεια και καθρεφτίζει το πρόσωπό της στα σκοτεινά ρηχά νερά του λιμανιού. Εκείνα που δεν θα δει κανένα μάτι. Η αλήθεια θα ορμήσει ξαφνικά, εκεί στη σκοτεινή πλευρά του λιμανιού, για δευτερόλεπτα θα αιωρηθεί στο κενό, κι έπειτα θα βυθιστεί στα σκοτεινά νερά. Πίσω από την αγορά της πόλης. Εκεί που το πρωί ένα πολύβουο μελίσσι θα επαναλάβει τη ρουτίνα μιας οποιασδήποτε μέρας.
Η μικρή πόλη ξέρει. Ξέρει ν’ ακούει πίσω απ’ τους τοίχους, να βλέπει πίσω από τις κουρτίνες. Οι αλήθειες δεν είναι δυνατό να παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα κρυφές σ’ έναν τόπο που όλοι γνωρίζουν όλους, όπου οι άνθρωποι είναι τόσο λίγοι που ο χτύπος της καρδιάς τους ακούγεται πιο δυνατά απ’ τον χτύπο των παπουτσιών τους πάνω στο Λιθόστρατο. Μα η μικρή πόλη ξέρει και να σωπαίνει. Εκείνη η αλήθεια που φανερώνεται την ώρα που βουλιάζει στα σκοτεινά νερά, τελικά μάλλον όλοι τη γνωρίζουν. Αλλά όλοι έχουν συμφωνήσει να σωπαίνουν. Όχι από συγκατάβαση. Αλλά με την ελπίδα ότι η ίδια σιωπή θα κυριαρχήσει κι όταν η δικιά τους αλήθεια φανερωθεί με κάποιο τρόπο.
Η αλήθεια είναι εκεί. Μα κανένας δεν τη βλέπει. Ακόμα και σ’ εκείνη την άλλη βόλτα, την μοναχική και θλιβερή, που περνάει από τη γέφυρα του Ντε Μποσσέ και φτάνει στο κοιμητήριο της πόλης. Στο κοιμητήριο με το άγαλμα του κοριτσιού που αναπαύεται. Σιωπηλό είναι το κορίτσι, όπως και η μικρή μας πόλη. Θλιμμένο, όπως κι οι αλήθειες που κρυβει η σιωπή. Πηγαίνεις στο κοιμητήριο μονάχη και σιωπηλή. Γυρνάς και βλέπεις την πόλη λουσμένη στο φως το ιλαρόν του σούρουπου. Κι εκεί, στο κέντρο της εικόνας, εκεί που το βλέμμα σου εστιάζει, είναι εκείνα τα νερά, πίσω από την αγορά, εκεί που βούτηξε κι αναδύθηκε, μισή, η αλήθεια. Κι εκεί, πάνω στη γέφυρα, νιώθεις πως η μισή σου αλήθεια είναι θαμμένη στα λευκά μάρμαρα του Δραπάνου, κι η άλλη μισή για πάντα ζωντανή στον σκοτεινό βυθό.
Κι εκεί, έξω από την πόλη, μακριά από τις πλάκες του Λιθόστρωτου, τα καφενεία, τις βιτρίνες, τις πόζες και τις πρόζες των περιπατητών, εκεί, που κανένας δεν βλέπει, που κανένας δεν μπορεί να μιλήσει, στο Δράπανο, εκεί που βρίσκεται όλο το παρελθόν της πόλης, εκεί πας να χτίσεις κι εσύ, μαζί με όλους τους σιωπηλούς κατοίκους του, το δικό σου αιώνιο μυστικό.
Ακόμα μια αγκαλιά κρυμμένη από τα βήματα των περαστικών, από τα βλέμματα που στρέφονται πάνω σου ξεχνώντας τον αχνιστό καφέ τους. Στη μικρή μας πόλη οι αγκαλιές είναι κρυφές, όπως κι η αγωνία για τη ζεστασιά τους. Κι εκεί, πιο κοντά στο θεό, απ’ ό,τι στους ανθρώπους, άλλη μια αλήθεια θα γεννηθεί, καταδικασμένη να χαθεί κι αυτή σε κάποιο μελλοντικό σκοτάδι. Καταδικασμένη να γίνει γνώση που θα μείνει στην άκρη των χειλιών. Γνώση που δεν θα ειπωθεί ποτέ.
Στο Λιθόστρατο ακούς πολλές φωνές. Βλέπεις πολλά πρόσωπα. Νιώθεις την αύρα πολλών ανθρώπων. Όταν δεν ξέρεις, πτωχός τω πνεύματι γαρ, μπορεί και να ξεγελαστείς. Μα όταν ξέρεις, και πάλι θα αναγκάσεις τον εαυτό σου να μη μιλήσει, να κάνει πως δεν ξέρει. Κι η παράσταση θα συνεχιστεί, ανάμεσα στις αλήθειες, στους ήχους των βημάτων, και στα σκοτεινά νερά.
Η Μαρία Τσιμά έγραψε Το Λιθόστρατο με αγάπη γι’ αυτή την πόλη. Για την ομορφιά, τα χρώματα, τα αρώματα και τους ήχους της. Αλλά και με βαθιά επίγνωση της αλήθειας της, που έχει πολλά πρόσωπα. Αποφάσισε όμως να μιλήσει γι’ αυτή την αλήθεια που εμείς οι άλλοι προτιμούμε επιμελέστατα να αφήνουμε κρεμασμένη στην άκρη των χειλιών. Όχι για να στηλιτεύσει τη δικιά μιας τη σιωπή. Αλλά γιατί συμπονά βαθιά αυτή την πόλη, με τις όποιες αλήθειες της, με τις όποιες σιωπές της. Δεν θέλει να μας δείξει κάτι που βλέπουμε. Όλοι βλέπουμε. Και την αγάπη, και την απόγνωση, και το συμφέρον, και την υποκρισία, και την πόζα, και το απαγορευμένο, και το πένθος. Θέλει να σπάσει αυτή τη μυστική μας συμφωνία σιωπής. Όχι για να αποκαλύψει την αλήθεια μας. Αλλά γιατί πονάει αυτή την πόλη. Τη δικιά της και τη δικιά μας.
Δεν ήταν εύκολη, πιστεύω, η συγγραφή. Ούτε ανώδυνη ακόμα και για την ίδια τη Μαρία. Γιατί δεν είπε να μας κοιτάξει από απέναντι, σαν πτηνά εξωτικά, απομεινάρια ενός παρελθόντος στο οποίο καμιά φορά μένουμε εγκλωβισμένοι. Μας μίλησε με πόνο για τον κοινό πόνο όλων μας. Με αγάπη, για την αγάπη όλων μας γι’ αυτό τον τόπο. Για την ομορφιά του, αλλά και για την αλήθεια του.
Θα ‘ θελα να κλείσω και να την ευχαριστήσω, με κάποια δικά της λόγια, που μου υπέδειξε μια συμμαθήτρια και φίλη της. Λόγια πιο παλιά, που κάποτε γίνανε τραγούδι. Τραγούδι που μιλά με την ίδια ευαισθησία, με την ίδια αγάπη για όσα μας προσφέρει με τούτο το βιβλίο.
Κοιμάται το πρωί στο μαξιλάρι της
Κι ονειρεύεται τα’ αμπέλι, το σταφύλι
Μάνταλο κόκκινο και κλειδωνιά τα χείλη της
Π’ ανοίγει η πόρτα του παράδεισου, το δείλι

Έχει βρεγμένο τ’ άσπρο μισοφόρι της
Εκεί που ο βράχος σμίγει με τη θάλασσα
Κόκκινο μήλο ανασαίνει το σεντόνι της
Κούκλα από χόρτο, παιδική κι εγώ τη χάλασα

Ξυπόλυτη γυρνά με την πλεξίδα της
Βαλανιδιά, μονάχη, Αχερουσία
Κολυμπάει ο ύπνος στα στήθια και τα χέρια της

Χρόνια προσμένει τον ψαρά, η Αναστασία…

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ

Κεφαλονίτικα Νέα 13/6/2017

Πριν καμιά δεκαριά μέρες, περνώντας από τον πάγκο με τις νέες κυκλοφορίες γνωστού βιβλιοπωλείου της Αθήνας, το μάτι μου έπεσε στο «Λιθόστρατο» της Μαρίας Τσιμά.
Γύρισα γρήγορα στο οπισθόφυλλο να δω αν αναφέρεται στην Κεφαλονιά και, πράγματι, πρόκειται για μία νουβέλα που διαδραματίζεται στο Αργοστόλι. Αγόρασα το βιβλίο και αφού πέρασα μαζί του δύο γεμάτα απογεύματα, πήρε κι αυτό τη σειρά του στις δημοσιεύσεις του Ex Libris και προγραμματίστηκε να παρουσιαστεί κατά τα μέσα Αυγούστου. Πριν λίγες μέρες όμως, λάβαμε στα Κεφαλονίτικα Νέα μία πρόσκληση για την επίσημη παρουσίαση του βιβλίου στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη, παρουσία της συγγραφέως και της επιμελήτριάς της, και σκέφτηκα ότι πρόκειται περί ευτυχούς συγκυρίας: να παρουσιάσουμε ένα αρκετά ενδιαφέρον βιβλίο το οποίο την ίδια εβδομάδα θα παρουσιαστεί στο αναγνωστικό κοινό της πόλης μας.
Το «Λιθόστρατο», λοιπόν, είναι μία νουβέλα στην οποία πρωταγωνιστεί μία νεαρή γυναίκα που βιώνει μία ανείπωτη τραγωδία: την απώλεια του ίδιου της του παιδιού. Μέσα από τις τριάντα τρεις ενότητες της αφήγησης παρακολουθούμε από την αρχή την εξέλιξη της ζωής της ηρωίδας: πώς μικροπαντρεύτηκε στην Αμερική, πώς γύρισε στο νησί, πώς βρέθηκε στο επίκεντρο ενός τοπικού σκανδάλου, πώς έκανε την κόρη της, πώς χώρισε από τον πατέρα του παιδιού της… Μέχρι τη στιγμή που η τραγωδία χτυπά την πόρτα της: το μικρό κορίτσι πνίγεται στα νερά του Κουτάβου και η νεαρή μητέρα χάνει – αργά μα σταθερά – τα λογικά της…

Η αφήγηση ξεκινά με ύφος στακάτο και περιγραφικό αλλά όσο προχωρά η ιστορία γίνεται όλο και πιο εσωτερική: τα γεγονότα πλέκονται γύρω από μύθους και τοπικές παραδόσεις, λαϊκές αφηγήσεις, παιδικά παραμύθια και όνειρα του ύπνου και του ξύπνιου, επιθυμίες και πάθη που άλλοτε οδηγούν τους χαρακτήρες στα επουράνια και άλλοτε τους βυθίζουν στα πιο βαθιά ερέβη του μυαλού… Την κεντρική ηρωίδα πλαισιώνουν λιγοστοί αλλά «φροντισμένοι» λογοτεχνικά χαρακτήρες: κυρίως η μητέρα της και ο πατέρας του παιδιού της, που μετά την τραγωδία, θα είναι όλοι τους διαφορετικοί.

Εξίσου πρωταγωνιστικό ρόλο όμως στην αφήγηση παίζει και η Κεφαλονιά, και πιο συγκεκριμένα το Αργοστόλι. Όσοι ζουν εδώ ή γνωρίζουν την πόλη σίγουρα θα αναγνωρίσουν ή θα νοσταλγήσουν το Λιθόστρωτο, το δρόμο με τους φοίνικες, την πλατεία Καμπάνας, το Δράπανο, την πλατεία Βαλλιάνου. Επίσης θα αναγνωρίσουν τα αρνητικά χαρακτηριστικά της λεγόμενης «μικρής κοινωνίας»: το κουτσομπολιό, τον κενό καθωσπρεπισμό, τα μάτια που παρακολουθούν πίσω από τα παράθυρα και τα στόματα που ψιθυρίζουν. Η συγγραφέας εκθέτει όλες τις ομορφιές του Αργοστολίου αλλά δε διστάζει να μιλήσει και για το βάσανο του να ζεις σε έναν μικρό γεωγραφικά και κοινωνικά τόπο όπου όλοι σε ξέρουν, σε βλέπουν, σε κρίνουν (ένα θέμα το οποίο απασχόλησε και τον Κεφαλονίτη ηθοποιό και σκηνοθέτη Αλέξανδρο Λυκούρα στην εξαιρετική παράσταση που είδαμε φέτος στον Κέφαλο με τίτλο «Μάτια παντού»).

Η Μαρία Τσιμά όμως στην αφήγησή της κάνει έναν τέλειο κύκλο δένοντας το «Λιθόστρατο» ακόμα περισσότερο με τον τόπο του. Το άγαλμα στο μνήμα της Αγγελικής Λοβέρδου κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου και, κυρίως, με τα 33 του βήματα απόσταση «από την πόρτα της εκκλησίας» της Παναγίας της Δραπανιώτισσας, εμπνέει τόσο τη δομή της νουβέλας (τριάντα τρεις ενότητες, όπως προανέφερα) όσο και το βασικό θέμα που δεν είναι άλλο από την σκληρή, σχεδόν απάνθρωπη απώλεια: «Πώς αφήνουμε τον δικό μας άνθρωπο να κοιμάται μοναχός κάτω από το χώμα και μεις γυρνάμε σπίτι; Πώς γίνεται;» αναρωτιέται συνεχώς η χαροκαμένη μάνα. Αναρωτιέται και τρελαίνεται, σιγά-σιγά, βυθίζεται στο τίποτα…

Η «Κοιμωμένη του Φιλιππότη», 1886, Κοιμητήριο Δραπάνου
Παρά το βαρύ, υπαρξιακό θέμα το βιβλίο δεν είναι δακρύβρεχτο ούτε πέφτει σε εύκολα κλισέ. Μοναδική παραφωνία ως προς αυτό είναι ίσως η κρίση τρέλας που πιάνει την ηρωίδα προς το τέλος, όταν αρχίζει να βλέπει και να ακούει ανύπαρκτα πράγματα, να τα βάζει με δαίμονες και φανταστικούς εχθρούς… Η λογοτεχνική γλώσσα της Τσιμά, άλλοτε λυρική, άλλοτε ονειρική και άλλοτε αγοραία, υπηρετεί επιτυχημένα ένα ύφος γοητευτικό χωρίς λεκτικές ή περιγραφικές υπερβολές. Σε αυτό προφανώς έχει βάλει το χεράκι της και η έμπειρη Κατερίνα Σχινά που το επιμελήθηκε (και σε αυτό το σημείο δεν μπορώ να μην πω πόσο χαίρομαι όταν βλέπω ότι υπάρχουν πράγματι Έλληνες συγγραφείς που καταδέχονται να γίνει επιμέλεια στα έργα τους!)

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΟΥΛΑΣ

parallaxi 23/3/2017

Είναι κάτι μικρές ιστορίες που σπάνια γίνονται μεγάλες. Που δεν τις φωτίζουν οι προβολείς, παρά μόνο αν πέσει πάνω τους το φως μιας τραγωδίας. Ή η βαριά ανάσα του πένθους.

Ιστορίες ανθρώπων, πόλεων, χρόνων που συνήθως περνούν σαν ήσυχα ποτάμια, χωρίς κυματισμό. Σαν τις ζωές δυο γυναικών που μετριούνται με τα βήματα τους πάνω κάτω στο Λιθόστρατο του Αργοστολίου. Ντυμένες με όμορφα φορέματα, που ξεχωρίζουν μέσα τη γκριζάδα του τοπίου, όταν δεν είναι καλοκαίρι, πηγαινοέρχονται μαζεύοντας τα βλέμματα πάνω τους σαν μαγνήτης, σαν παγίδα του βλέμματος σε έναν κόσμο που διψά για σχόλια, για παρατήρηση.

Σε αυτό το Λιθόστρατο η ζωή των δυο γυναικών, μάνα και κόρη, περνά για χρόνια. Δεν μαθαίνουμε ούτε καν τα ονόματα τους. Είναι η μάνα και η κόρη. Δυο ρόλοι στο παιχνίδι της ζωής Όταν στη ζωή τους θα μπει μια πρόταση γάμου τότε ο κυματισμός του ποταμού θα αρχίσει να γίνεται έντονος. Και στη σκακιέρα στα δυο πρώτα πιόνια θα προστεθούν και άλλα τέσσερα, οι γυναίκες θα γίνουν τρεις και τρεις οι άνδρες, ώσπου να αρχίσει πάλι μετά την πρόσθεση, η αφαίρεση. Τραγικά. Και είναι αυτή η αφαίρεση, η Απώλεια, που γίνεται μετά ο άξονας της ζωής τους. Και είναι η ξεγνοιασιά της αρχής που γίνεται μετά ευθύνη και μετά οδύνη.

Η Μαρία Τσιμά επιστρέφει στην πατρίδα της την Κεφαλονιά και στήνει μια νουβέλα με 33 εικόνες, σύντομες σαν polaroid που ξέφτισαν σε ένα κουτί δίχως καπάκι, που το έβλεπε ο ήλιος και ξέβαψε τα χρώματα των εικόνων.

Οι δυο γυναίκες γίνονται τρεις και στη ζωή τους εμφανίζονται διαδοχικά τρεις άνδρες. Και όλοι μαζί σε ένα παράξενο μοιραίο χορό προς το χαμό, προς την απώλεια ενός παιδιού, που πάντα μοιάζει από τις δυσκολίες της ζωής η πιο αξεπέραστη, αυτή που δεν θα διαχειριστεί ποτέ κανείς με επιτυχία, όσες αφίξεις και αν έρθουν, όσες μικροχαρές, του μυαλού, της ψυχής ή του σώματος και αν καλοσωρίσει, από κει και έπειτα.

Η Μαρία γράφει κοφτά. Μετρημένα. Χειρουργικά. Σε αρπάζει από τα μούτρα. Νοιώθεις τις πτυχές των υφασμάτων αν απλώσεις τα δάκτυλα σου, γυρίζεις τα μάτια μακριά με αποστροφή στα βίαια σμηξίματα των σωμάτων, σχεδόν πνίγεσαι κάτω από το αλμυρό νερό μαζί με τη Ζωή.

Και γίνεται το βιβλίο της ένα προσευχητάρι για τις ζωές των ανθρώπων που ζουν αθόρυβα και φεύγουν αφήνοντας πίσω μια μικρή μαρμάρινη πλάκα σε ένα ησυχαστήριο, σημάδι πως κάποτε υπήρξαν. Σαν το κεφάλι από το ταφικό μνημείο της Αγγελικής Λοβέρδου που βρίσκεται στο νεκροταφείο του Αργοστολίου, το Δράπανο, την ωραία κοιμωμένη που βάζει συμβολικά η συγγραφέας στο εξώφυλλο και μπλέκει στην αληθινή ιστορία του πνιγμένου κοριτσιού της.

Το Λιθόστρατο είναι μια νουβέλα που τη διαβάζεις χωρίς να διακόψεις καθόλου, γιατί είναι οι λέξεις της που σε οδηγούν σε αυτή τη διαρκή χοάνη, που ξεκινά με τη ξεγνοιασιά στα τοιχώματα της, όσο εκεί πάνω έχει φως, για να σε οδηγήσει στο σκοτάδι του βυθού της. Μπράβο στη Μαρία από καρδιάς.

http://parallaximag.gr/parallax-view/anthropi-pou-zoes-tous-perasan-sti-siopi

 

 

ΜΑΝΟΣ ΜΠΟΝΑΝΟΣ

bookpress.gr, 27.3.2017

«Ένας κόσμος που να χωράει στο λίγο»

Η Μαρία Τσιμά με τη νουβέλα της Το λιθόστρατο (εκδ. Στερέωμα) αφηγείται μια ιστορία απώλειας και βαθύτατης οδύνης. Μέσα από τα τριάντα τρία κεφάλαια του βιβλίου σκιαγραφούνται οι χαρακτήρες και οι βαθύτερες πτυχώσεις της ψυχοσύνθεσης των ηρώων, μετά και από ένα τραγικό συμβάν που θα αλλάξει τη ζωή όλων. Η δυσκολία του να ξεχωρίζεις από τον κοινωνικό περίγυρο, είτε ως ιδιότυπη και αινιγματική προσωπικότητα είτε ως κάποιος που κουβαλά ισοβίως τη θλίψη από τον χαμό του παιδιού του είναι ένα από τα δυνατά στοιχεία του βιβλίου.

Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας συγγραφέας; Τι το καινούργιο φέρνει;

Γράφω γιατί θέλω να πω μια ιστορία. Δεν ξέρω αν κομίζω κάτι καινούργιο. Ούτε είναι αυτοσκοπός. Αφηγούμαι αυτό που μου προκαλεί εντύπωση. Ο τρόπος μπορεί να έχει κάποια σημασία. Υπάρχει ένα δοχείο από διηγήσεις του τόπου μου, των παιδικών μου χρόνων και της μελέτης των λογοτεχνικών κειμένων. Και η ζωή που τρέχει με τον δικό της ρυθμό. Δεν ξέρω πραγματικά αν φέρνω κάτι καινούργιο. Αναρωτιέμαι ποιο είναι αυτό το καινούργιο. Αν το συγκρίνουμε με τι; Ποιο είναι το παλιό; Μεγάλη συζήτηση.

Με ποια λόγια θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτα για σας;

Είναι μια ιστορία που έλκεται από την πραγματικότητα αλλά οι παραθλάσεις και τα δεδομένα αλλάζουν. Δύο γυναίκες κάνουν μια γνώριμη διαδρομή για χρόνια στην Κεφαλονιά. Τα γεγονότα θα είναι καταιγιστικά. Σημείο μηδέν ο θάνατος της εγγονής. Τι τους προκαλεί; Πώς μπορεί κανείς να αντέξει τον τρομερό πόνο;

Πείτε μας δυο λόγια για το νεότευκτο «συγγραφικό σας εργαστήρι».

Το εργαστήρι μου είναι: η αγάπη μου για τη λογοτεχνία, οι σπουδές μου στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων με σπουδαίους δασκάλους όπως ο Ερατοσθένης Καψωμένος, ο Γιάννης Δάλλας, η Σόνια Ιλίνσκαγια, το θέατρο, οι διασκευές μυθιστορημάτων για το θέατρο και τον κινηματογράφο και ένα πλούσιο υλικό από το φυσικό και το ανθρώπινο τοπίο του νησιού που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Μια σαφής προτίμηση μέσα στα χρόνια για την ακρίβεια, τη λιτότητα και την αμεσότητα της γλώσσας, τη λειτουργία της οικονομίας στην αφήγηση και τη χρήση του διαλόγου ως δομικό στοιχείο, δάνειο από το θέατρο. Μου αρέσουν οι μικρές φόρμες. Ένας κόσμος που να χωράει στο λίγο.

Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες -κινηματογράφος, εικαστικά, κόμικς, μουσική κ.ά- τη συγγραφική σας δουλειά; Αν ναι, με ποιους τρόπους;

Είμαι επηρεασμένη κυρίως από το θέατρο. Η ανάγκη να επικοινωνήσεις μέσω μιας ιστορίας. Να φανταστείς –αρχικά– και να δώσεις σάρκα και οστά στους χαρακτήρες. Πώς μιλάνε. Πώς κινούνται. Ποια είναι τα κίνητρά τους. Με απασχολεί και η λειτουργία της γλώσσας, βέβαια. Της αφήγησης. Των διαλόγων. Στο Λιθόστρατο υπάρχουν 33 σκηνές, όπου ξετυλίγεται η ιστορία με διάφορους τρόπους: Καθαρή αφήγηση. Παραμύθι. Διάλογος. Αλλά η νουβέλα έχει και μια κινηματογραφική αίσθηση. Σαν να παρακολουθεί μια κάμερα στιγμές από τη ζωή αυτών των γυναικών. Σίγουρα είμαι επηρεασμένη κι από την αγάπη μου για το σινεμά.

Ο δρόμος προς την έκδοση για τους νέους συγγραφείς συνήθως δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα. Ποια είναι η δική σας ιστορία;

Ήμουνα πραγματικά τυχερή. Είχα ολοκληρώσει τη νουβέλα και την έστειλα στην κ. Λίζα Σιόλα για να πάρω τη γνώμη της. Στο παρελθόν είχα διαβάσει σε διάφορες εκδηλώσεις σαν ηθοποιός αποσπάσματα από τα γαλλικά βιβλία που εκδίδει το Στερέωμα. Δεν είχα καμιά άλλη δεύτερη σκέψη μιας και ήξερα ότι οι Εκδόσεις Στερέωμα δεν έχουν σειρά ελληνικής λογοτεχνίας. Απρόσμενα η κ. Σιόλα ενδιαφέρθηκε αμέσως και η διαδικασία ήταν γρήγορη. Την επιμέλεια του βιβλίου ανέλαβε η κ. Κατερίνα Σχινά, τη φωτογραφία του εξωφύλλου ο ανιψιός μου… Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Είμαι αληθινά ευγνώμων και χαρούμενη. Αγάπησαν το βιβλίο πολύ και το πρόσεξαν. Απομένει το ταξίδι του αναγνώστη.

http://www.bookpress.gr/sinenteuxeis/proto-bima/tsima-maria-stereoma-ekdoseis-ae-to-lithostrato2

 

Η Μαρία Τσιμά σε α΄ πρόσωπο

diastixo /24/2017

Το λιθόστρατο

Το λιθόστρατο είναι ο δρόμος της παιδικής και της εφηβικής μου ηλικίας. Μια να πας μια να γυρίσεις. Μια περατζάδα στον χρόνο και στον τόπο. Μέσα από την ιστορία δύο γυναικών (μάνας και κόρης) «περπατώ» στο γνώριμο μονοπάτι που δεν είναι ένας τυχαίος δρόμος. Σε όλο του το μήκος διασταυρώνονται οι μικρές ζωές. Στα τακούνια που ακούγονται στο πλακόστρωτο (τάκα τουκ) ρυθμικά… ο ήχος γίνεται χρόνος. Που περνάει. Και η κόρη γεννάει ένα κορίτσι. Την όμορφη Ζωή – παιδί ενός μεγάλου έρωτα. Και τα βήματα της ζωής οδηγούν στη μεγάλη απώλεια. Τον πνιγμό του παιδιού. Πόσα βήματα έχει ο χαμός, ο σπαραγμός, η αντιδικία, η τρέλα, το πένθος μέχρι την αυτοκαταστροφή; 33 βήματα κάνει η Αγγελική Λοβέρδου –το άγαλμα του Φιλιππότη– για να μπει στην εκκλησία του Δραπάνου (του νεκροταφείου) και να γίνει θεατής του μεγάλου δράματος. Μια ωραία κοιμωμένη που πέθανε κι αυτή νέα και παρθένα.

Ο τόπος

Το λιθόστρατο, το νεκροταφείο του Δραπάνου, το λιμάνι, η ιχθυόσκαλα, ο βυθός, τα Χοργοτά και τα τοπία της βόρειας Κεφαλονιάς. Άγρια και γεμάτα μύθους και παραμύθια. Μέχρι που έγινα 18 χρόνων περπατούσα σ’ αυτά τα μέρη. Άκουγα τους ψιθύρους, τις κρυμμένες αλήθειες πίσω από τα παντζούρια, παρακολουθούσα τα ψέματα να μαζεύονται όλα μαζί και να κάνουν παρέλαση. Αλλά άκουγα και τους θρύλους και τις παραβολές. Κι όταν νικούσε η ομορφιά, η μικρή αυτή κοινωνία την εξοστράκιζε. Αλλά πώς να βάλεις θηλιά στην ομορφιά; Μεγάλωσα σε έναν μικρό τόπο που οι άνθρωποι δεν κυριολεκτούσαν. Είχαν μια δεύτερη λοξή ματιά πίσω από την εικόνα, μια άλλη παρέα λέξεων για μία και μόνη λέξη. Ήθελαν να πουν καλός άνθρωπος και άκουγα: αυτός είναι το πουλί του θεού. Έτσι μεγάλωσα. Με παραθλάσεις της γλώσσας και των αισθημάτων.

Φωτισμένοι δάσκαλοι στο σχολείο (Αγάθη Καλαφάτη και Πέτρος Πετράτος) αλλά και αργότερα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων με έκαναν να αγαπήσω τη λογοτεχνία. Η Σόνια Ιλίνσκαγια, ο Γιάννης Δάλλας, ο Ερατοσθένης Καψωμένος, ο Ευτύχης Μπιτσάκης και ο Κώστας Παπαγεωργίου την περίοδο των σπουδών μου στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών με βοήθησαν να αρχίσω τη δοκιμασία της γραφής. Το θέατρο και οι διασκευές με έφεραν πιο κοντά στην επιθυμία μου για οικονομία, αμεσότητα, ακρίβεια, λιτότητα και έδειξα μια προτίμηση στη μικρή φόρμα. Αλλά κυρίως είμαι επηρεασμένη από το θέατρο. Η ανάγκη να πεις μια ιστορία. Με χαρακτήρες, με δομή, με ακολουθία. Να δοκιμάσεις τη λειτουργία της γλώσσας. Την αφήγηση. Τον διάλογο. Το παραμύθι.

Ο χρόνος

Η ιστορία θα μπορούσε να συμβαίνει και σήμερα αλλά και στο παρελθόν. Είναι άχρονη. Όπως και οι γυναίκες και οι άντρες της νουβέλας. Βρίσκονται αντιμέτωποι με το πάθος, τη δύναμη του έρωτα αλλά και τον πόνο της απώλειας. «Πώς αφήνουμε το δικό μας άνθρωπο να κοιμάται μονάχος κάτω από το χώμα και μεις γυρνάμε σπίτι; Πώς γίνεται; Να αφήνεις το αίμα σου κάτω από το χώμα και συ να επιστρέφεις σαν να μην έχει συμβεί τίποτα; Εσύ να επιστρέφεις και να συνεχίζεις να ανασαίνεις;»Τώρα που ο χρόνος γεμίζει από ζωές και επιθυμίες και όνειρα που γίνονται μνήμη, τώρα που ο παρόντας χρόνος γεμίζει από φίλους, γονείς και συντρόφους που έφυγαν, είχα την ανάγκη να μιλήσω γι’ αυτό που χάνεται. Για πάντα. Αυτό που δεν μπορείς να το αλλάξεις. Τι δημιουργεί; Πώς διαχειρίζεται κανείς τον πόνο; Ένα παράθυρο στο άγνωστο της ψυχής είναι η γραφή αλλά και η ίδια η τέχνη. Κι όπως μια ιστορία είναι μια περιπέτεια, το έργο (λογοτεχνικό ή θεατρικό) πρέπει να είναι μια περιπέτεια για τον αναγνώστη ή τον θεατή. Κρύβουμε πολλά από τον ίδιο μας τον εαυτό και κρατάμε ολόκληρες περιοχές στο σκοτάδι. Αυτές πρέπει σιγά σιγά να φωτίζονται για να ανάψουμε ένα άλλο φως που μπορεί λίγο να μας ανακουφίσει.

Λέει κάτι υπέροχο ο Μίνωας Βολανάκης: «Δυο άνθρωποι κοιτάνε κάτω σε μια λακκούβα. Ο ένας βλέπει νερόλακκο, ο άλλος τον έναστρο ουρανό. Έτσι έχει γίνει η ζωή μας. Ένας νερόλακκος ή ένας πίνακας ζωγραφικής. […] γιατί η ομορφιά δεν ψεύδεται, μένει πάντα ομορφιά, δεν τσαλακώνεται από προθέσεις ακόμα και στα πιο δύσκολα χρόνια της πείνας και του λοιμού». Είναι κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε αυτή την εποχή.

Η έκδοση

Ήμουνα τυχερή γιατί με εμπιστεύθηκε η κ. Λίζα Σιόλα από τις εκδόσεις Στερέωμα και το Λιθόστρατο κυκλοφόρησε τον Φλεβάρη και ήδη έχει κάνει και β’ έκδοση. Την επιμέλεια ανέλαβε η κ. Κατερίνα Σχινά και ήδη το έχουμε παρουσιάσει στη ΔΕΘ Θεσσαλονίκης, στο καφέ Ζώγια, στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου και στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Κιλκίς. Τον Οκτώβρη οργανώνουμε παρουσίαση στην Αθήνα.

Σχέδια

Επειδή εδώ και δύο χρόνια βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη στο ΚΘΒΕ, στόχος και του Γ. Αναστασάκη και δικός μου είναι να περιλαμβάνονται στο ρεπερτόριο έργα της ελληνικής και ξένης δραματουργίας παλαιότερων αλλά και νέων δημιουργών (Ταχτσής, Σεβαστίκογλου, Καμπανέλλης, Καζαντζάκης, Παπαμάρκου, Δήμου, Ναρ, Μπροντέ, Μπρεχτ, Φέκεμανς, Φασμπίντερ κ.ά.) αλλά και αναλόγια (Ανασκαφή 1, 2 και 3) βασισμένα σε κείμενα της νεότερης και της παλιάς γενιάς λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης. Το διήγημά μου Το ηλιοτρόπιο βραβεύτηκε από το Πανεπιστήμιο του Παλέρμο και όταν θα βρω ελεύθερο χρόνο θα γράψω πάλι μια ιστορία για τον τόπο μου.

Σχολιάστε

Filed under ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ- ΦΩΤΙΑΔΟΥ

1-ΕΛΕΝΗ

 

Κατάγεται από την Αμμόχωστο. Είναι Επιθεωρήτρια Δημοτικής Εκπαίδευσης. Σπούδασε Παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην Εκπαιδευτική Διοίκηση και Πολιτική. Κατέχει επίσης τον τίτλο “Master of Arts in Literature “. Ασχολείται με τη λογοτεχνία καθώς και με το ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό σενάριο. Πολλά από τα έργα της έχουν μεταδοθεί , κυρίως από την Κρατική Τηλεόραση, ενώ το παιδικό της έργο « Το γαλάζιο διαμάντι» έχει βραβευτεί από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν βραβευτεί σε διάφορους παγκύπριους, πανελλήνιους και παγκόσμιους διαγωνισμούς. Το διήγημά της « Κάποτε εκεί ήταν περιβόλια» , με θέμα την ημέρα της φυγής από την Αμμόχωστο το 1974, τιμήθηκε το 2012 με το Πρώτο Βραβείο της Πανελλήνιας ‘Ενωσης Λογοτεχνών. Η ποιητική της σύνθεση « Αλεξ-ήνεμος» απέσπασε το Βραβείο Κώστα Μόντη από το Ινστιτούτο Πολιτισμού Κύπρου. Η ποιητική της συλλογή ««Κατεπείγον» ήταν στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων Ποίησης για εκδόσεις του 2011.
Αρκετά ποιήματα και διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες ή έχουν δημοσιευτεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ασχολείται επίσης με τη θεατρική γραφή και έργα της έχουν ανεβαστεί από επαγγελματικές σκηνές της Κύπρου και της Ελλάδας.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Το ταξίδι του Ήλιου στο Φεγγάρι, εκδ. Αιγαίον, 2007.
Αλεξ-ήνεμος, εκδ. Πήλιο, 2010, Βραβείο Κώστα Μάντη.
Οι διαδρομές τον Αδάμ, εκδ. Πήλιο, 2010. Φ
Κατεπείγον, εκδ. Μανδραγόρας, 2011.
Ο κύκλος ενός τετράγωνου έρωτα, εκδ. Πήλιο, 2012.
Διμερής συμφωνία, εκδ. Μανδραγόρας, 2013.
Η λίμνη των κύκλων, εκδ. Μανδραγόρας, 2014.
Φωνήεντα σε περίπτερο εκδ. Μανδραγόρας, 2016.

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Αφύπνιση 800mg, εκδ. Μανδραγόρας, 2012.

ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Χρόνος είναι και γυρίζει, 2000.
Ο Μπαμπακένιος, 2009.
Άρης ο Φεγγάρης, 2010.
Ο κήπος με τις τριανταφυλλιές, 2011.
Ο βασιλιάς Ξεκούτης, 2011, Παιδικό θέατρο, Βραβείο Θ.Ο.Κ.
Στη Λιακαδοχώρα, 2005, Κρατιχό βραβείο Παιδιχής Λογοτεχνίας Κύπρου.
Ο Πρωταθλητής, 2009, Κρατιχό βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας Κύπρου.
Ο μικρός κύριος Ου!, 2011.
Για ένα χαμόγελο, ένα ποίημα-παραμύθι, εκδ. Μανδραγόρας, 2014.

 

ΦΩΝΙΕΝΤΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟΔΙΜΕΡΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ.

Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ ΤΟ ΚΥΚΛΟΣ ΕΝΟΣ ΤΕΤΡΑΓ ΕΡΩΤΑ

ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ

ΑΛΕΞ ΗΝΕΜΟΣ

ΑΦΥΠΝΗΣΗ 800

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ (2016)

 

ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΡΟΛΑΒΗ

Πέρασα όλη τη ζωή μου όρθια
σε ένα λεωφορείο άγονης ζωής
Σαν έτοιμη μονίμως για μια έξοδο

Καρδιά πιασμένη σε χειρολαβή
Τράνταγμα σε κάθε απότομο φρενάρισμα
Πάντα ένα τέλος στη στροφή
Χωρίς καμιά προειδοποίηση
Κι ανάπαυση καμιά
Ούτε ένα κάθισμα ασφαλείας
να προσφέρει μία πρόθεση ευγενής
από ένδειξη έστω σεβασμού
στην έλλειψή μου
ή στην υπερήλική μου ανάγκη

Σκέφτομαι τώρα
κάτω από το φως μιας λογικής
πόσο στριμώχτηκαν τα αιμοφόρα λόγια μου
ώστε να μην ακούγεται ο χτύπος τους
Ενώ θα μπορούσαν
την ώρα μιας αιχμής
να γίνουνε ποτάμι
Να με εκβάλουν σε πάθη ωκεανών

 

 

ΟΜΠΡΕΛΑ ΚΑΠΟΤΕ ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΥΡΗ

Με μια ομπρέλα
κράτησες στεγνή τη μέρα
Τόσο ξηρή
που έσπαζε σαν καρυδότσουφλο στα μάτια μας
Χορεύαμε εγώ κι εσύ μες στη βροχή του ανέλπιστου
Singing in the rain
Once again
Singing in the rain
Φαινόμασταν σαν σταρ του σινεμά
Τα ρούχα μας δεν έσταξαν αγάπη
Υπήρξαν φορές
που εκείνη η ομπρέλα
κάποτε κόκκινη κάποτε μαύρη
γινόταν μια τεράστια καρφίτσα
στα χέρια άτσαλης μοδίστρας εποχής
τρυπώντας πού και πού τις βεβαιότητες
αφήνοντας στο πάτωμα να ρέει
ένα φιλί σαν αίμα
ώσπου να γίνει ανάμνηση

Όχι
Ποτέ δεν έμαθες σωστά τα βήματα
Εκεί που έπεφτες
τώρα και πριν
σπασμένο βρέθηκε το σκαλοπάτι

 

 

ΑΝΕΝΕΡΓΗ ΒΟΜΒΑ

Έχω μέσα μου έναν θυμό
Ανενεργή βόμβα μολότοφ
που ψάχνει τη διαδήλωσή της

Αν φτάσει μια φορά στην έκρηξη
θα ’ναι για να διαψεύσει
τις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου
όπως η μέρα επιβεβαιώνει ως τη μετάνοια
το παρελθόν μιας νύχτας

 

 

ΚΡΥΣΤΑΛΛΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ

Το πρωινό γίνεται στάλα
ντύνει δροσιά τη βουκαμβίλια
και της χαρίζει κρύσταλλα φωνήεντα

Κάτι μικρό
κάτι μεγάλο
σαν άνοιξης κήπος
σαν διαδήλωση
σαν εμβατήριο εαρινό
ατού φθινοπώρου τη χλομή την κουστωδία
ανοίγει πάλι έναν δρόμο

Και τότε τρέχω με ιλιγγιώδη αγάπη
μήπως ψυχή μου ανατραπώ
στη μεγάλη λεωφόρο με τα όνειρα
και τα κοιτάξω ακίνητη
σχεδόν αμετακίνητη

 

 

ΚΑΝΝΗ ΟΠΛΟΥ

Κάθε βράδυ, προτού πέσεις για ύπνο
αφήνεις στα χέρια μου ένα όπλο
Έχει την κάννη του στραμμένη προς το στόμα σου
επιδιώκοντας να σημαδέψω
τον τελευταίο ήχο σου
που ’πεσε σαν καρφί μες στα σεντόνια

Εγώ σημαδεμένη
με το συναίσθημα, χωρίς την κάμψη του καρπού,
αγκυλωμένη στο στενό κρεβάτι,
στρέφω αναγκαστικά την κάννη προς εμένα
και πυροβολώ αδιακρίτως
τις μισόκλειστες λέξεις μου
μήπως και στον στερνό τους σπαραγμό
επιθανάτιο ρόγχο μιας ζωής
ελευθερώσουν τη φωτοβολίδα εκείνη
που έχω κρυμμένη κάτω απ’ τη σιωπή μου

 

 

ΣΚΕΛΕΤΟΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Αντί πινακίου πυγμής
παρέδωσα τους τελευταίους μου στίχους
Πώς θέλεις να ’μαι ακόμα ποιητής
Πώς θέλεις να μιλώ με τις αισθήσεις
Η ποίησή μου
άγνωστη λέξη
συνώνυμη οδύνης
ή μιας ωδίνης
καθώς μου είπαν
Να γεννώ ακόμα μια τήξη από σάρκα
Να απομένω μάζα οστών
στον σκελετό της σύνταξής μου
Με τις βροχές στα πυκνά μου στάχυα
παράκαιρες
να απειλούνε τη σοδειά που προετοίμαζα
για έναν βαρύ αβάσταχτο χειμώνα

 

 

ΚΕΡΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗΣ

Κρίμα
Τόση σπατάλη
με κέρματα αγάπης
που δεν εξαργυρώνονται
Πέφτανε μόνο ανυπεράσπιστα
μες στα πηγάδια των ευχών
για να πνιγούν

 

 

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΝΟΤΑ

Έχουν μια μουσική τα τρένα
Έχουν τη μελωδία της εναλλαγής
Την ώρα που σφυρίζουνε σφαδάζοντας
ην έλλειψη
ελευθερώνουν νότα νότα το ερωτικό τους κάλεσμα
Βλέπεις τις ράγες τους
νο ορθώνονται
να γίνονται αγκαλιά
να σφίγγουν μέσα τους μια άγνωστη ηδονή
κάποιου ορίζοντα
Να λυγίζουν
σαν επιδέξιοι χορευτές

Κι άλλοτε πάλι
να γίνονται δεσμά
να τυλιχτούνε γύρω στις σκέψεις σου
κι από πουλιά που τις ξεγέννησες
να πέσουνε στο χώμα σου βαρίδια

Η επόμενη μου νότα
θα ήθελα να είναι το φως
που αντανακλά πάνω στις ράγες 

 

 

ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΧΟΡΟΥ

Αυτή η συγκίνηση που χτυπούσε χαμηλά στον λαιμό
κρατώντας τις ανάσες των χελιδονιών
σε μια χούφτα μέρες
αυτή η ταραχή με απροσδιόριστο χρώμα
με προέλευση χωρίς ταυτοποίηση αισθημάτων
ενεργοποιούσε τον χρόνο που καθότανε αμέριμνος
στη σιωπή της μνήμης

Και τότε είπες πως οι ώρες πρέπει να βάζουν
παπούτσια χορού
Να στροβιλίζονται στη ζωή
μέχρι να αποσυρθούν στη γωνιά τους
χορτασμένα από κίνηση
λησμονημένα από αγάπη

 

 

ΣΧΟΙΝΙ ΟΡΕΙΒΑΤΗ

Σχοινί ορειβασίας έχω για μνήμη
να σκαρφαλώνω νύχτα σε απάτητες στιγμές
γιατί η θύμηση
συνθέτει διαδρομή
δεν είναι απλώς το πεπραγμένο
είναι κυρίως το άφταστο
πρωτίστως το ανέφικτο
που μας προσπέρασε στον δρόμο του
δίχως μιλιά

 

 

ΣΑΝ ΠΑΙΓΝΙΔΙ ΠΑΛΙΟ

Τι κι αν σώθηκαν όλα τα παιχνίδια
της μοίρας
της ζωής
του έρωτα
Ας παίξουμε πεντοβολά
όπως μας έμαθε κάποτε
ένας καιρός περαστικός

Ήταν οι μέρες που ευωδίαζαν αγάπη
κάνοντας κούνια στο ψηλό της πόρτας γιασεμί
Τώρα πέτρες μικρές που να χωράνε μες στη χούφτα
θα έχουμε τις λέξεις που ζυμώθηκαν σκληρό
στην πιο μεγάλη απουσία της συγγνώμης
Κι όταν πετάμε μια κουβέντα μας ψηλά
ευχή θα κάνουμε να γίνεται ανάστροφο πουλί
ν’ αποδημεί στις κρύες ώρες

 

 

ΜΟΝΑΧΑ ΟΥΡΑΝΟ ΘΑ ΕΡΩΤΕΥΟΜΑΙ

Πέτα μου ένα δίχτυ
Αντί για ψάρι
θα γίνω γοργόνα
πέτα το λοιπόν
Δελέασε με
με τα δώρα της στεριάς σου
Είναι η θάλασσα που με αρμένιζε
τώρα ατέλειωτος βυθός
Εύκολα γίνονται τα κύματα πνιγμός
αντί ταξίδι
Πέτα μου ένα δίχτυ στιβαρό
να βγω σαν τη γοργόνα στη στεριά
Κι ας μην υπάρχει πρίγκιπας
Εγώ έτσι κι αλλιώς
μονάχα ουρανό θα ερωτεύομαι

 

 

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Πρωί πρωί
να καρφιτσώνω τη σκέψη στο περίπτερο
Κι εσύ
περαστική ευκαιρία
να σταματάς με περιέργεια
μπροστά στους πηχυαίους τίτλους μου
Δεν είναι μόνο τα γράμματα πιο μαύρα
πιο έντονα
μα και τα μάτια τους
εκείνα τα μεγάλα αμυγδαλωτά φωνήεντα
που πέσανε σε έναν γκρεμό χωρίς αντίλαλο
και από τότε
βλέπουν την συνεχεία εντός μου

Ρίξε μου μια αγάπη
να ανέβω!

 

 

23 ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

 

3

Έχεις μια ρωγμή στην πάνω αριστερή γωνία
Δεν ξέρω αν θυμάσαι
Εγώ ποτέ δεν ξέχασα
όταν στα δεκάξι μου
στάθηκα απέναντι σου με ένα λάβαρο
Και μ’ έναν έρωτα με τις ξανθές πλεξούδες του
Εσύ μόλις ξυπνούσες
Είχες πιει πολύ, πρώτη φορά
το περασμένο βράδυ
κοιτάζοντας μια αόρατη πανσέληνο
Τρέκλιζες, είχες θολή τη σκέψη σου
Βαριόσουνα να πεις ακόμα ένα ψέμα
Και μου ’στειλες κατάμουτρα
την άρρωστη αλήθεια
Τότε το χέρι μου οργίστηκε
Κι έχωσε την κόκκινη καρδιά του
επάνω αριστερά σε μια γωνίτσα σου

 

13

Πάντα παραμόρφωνες το μέλλον που ερχόταν
Του άλλαζες σχήμα, πρόσωπο
Τα μάτια διαστέλλονταν τρομαγμένα
και το λεπτό ευλύγιστο κορμί
μεταμορφωνόταν σε υπερβολική αμφιβολία
Ύστερα έσβηνες το φως
κι απέμενες μια λεία ουδετερότητα
μες στην αδιόρατη κατάβασή

 

 

ΕΡΩΣ ΑΝΕΡΑΣΤΟΣ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ

 

ΙΙ

Δεν κοιμήθηκα, δεν έχω πεθάνει
Τεχνητό μάλλον κώμα με κρατάει πρίγκιπα
σ αναμονή για το φιλί της ζωής
Αλλιώς θα με είχα ήδη σκοτώσει
με ευθανασία αγίνωτων καρπών
Εσύ καλπάζεις με το κουτσό σου άλογο
πανοπλία τρύπια από τον άνεμο
την ώρα που τα βήματά σου σβήνουνε στην έρημο
Αντικατοπτρισμός
Με παραισθήσεις δεν αισθάνομαι Χιονάτη

 

 

Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ (2014)

 

ΕΝΟΧΕΣ

Μην τις κοιτάς
Δεν έχουν πρόσωπο
για να κοιτάξουν στον καθρέφτη
Δεν έχουν μάτια
να μην ακούνε τις σιωπές
που ζωγραφίζονται στους τοίχους
Είναι μπογιές με ακαθόριστα υλικά
Με χρώμα νοθευμένο
Σε μια αντίστιξη του γκρι που επιμένει
Κι όταν καθίσουν στο τραπέζι
δήθεν προσεύχονται
ο’ ένα Θεό που συγχωρά το ασυγχώρητο
Ύστερα τρώνε φλυαρώντας δυο μπουκιές από τη μνήμη
Ψίχουλα μένουν και τα ρίχνουνε σε γάτες και σκυλιά
να ‘χουν να λένε πως αγαπούνε τη ζωή
Κάποτε σβήνουν το κερί
Φεύγει και το χλομό ημίφως
Τον έρωτά τους αγκαλιάζουν στο σκοτάδι
λίγο προτού γεννήσουν έναν ακόμα θάνατο 

 

ΜΕΡΙΔΙΟ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ

Πέντε ώρες πριν από το χάραμα
καθόμουνα α’ ένα τραπέζι
Και με κουζινομάχαιρο
έκοβα τη νύχτα σε μερίδες
Για τους ληστές και τους φονιάδες
γι’ αυτούς που προσκυνάνε τ’ άδικο
στήνουνε λιτανείες
τις ανομίες όλες περιφέροντας
μήπως κι αγιάσουν
Κι ως το πρωί μετρούσα τα υπολείμματα
Κι ήταν ακέραιη η νύχτα στο σεντόνι μου

 

 

ΥΠΟ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ

Ωραίο το κέλυφος
Επίχρυσο κάλυμμα
Μικρή χαραμάδα για την εισροή οξυγόνου
Γυάλινος θόλος για μια υποψία ουρανού
Μέσα φιλάσθενη μια πεταλούδα
περιμένει το σύνθημα για να πετάξει
Το κέλυφος πρέπει κάποια στιγμή να ανοίξει
αν το ορίσουνε Θεοί και ημίθεοι
με κεραυνούς και δωρεές

 

 

ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΥΓΡΕΣ

Η χαλασμένη στέγη κάποιας σύναξης
άνοιγε πού και πού το πέρασμά της
σε μια ψιλή βροχή
υγραίνοντας τις λίγες λέξεις
που μαλακές πέφτανε
επάνω στις κλειστές αισθήσεις
Ριγούσανε εκείνες σαν παρθένες
που κάναν έρωτα
πρώτη φορά με την ψυχή τους

 

 

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Κοιμήσου μικρή μου πόλη
με όλα τα φώτα σου ανοιχτά
Τώρα που δεν αχούν τους ήχους οι άνθρωποι
εσύ απερίσπαστη θε να κοιτάξεις τις ρωγμές
τις γρατσουνιές πάνω στους τοίχους
Κάπου το συρματόπλεγμα έχει σχιστεί
και μια καρδιά σε σχήμα τριαντάφυλλου
ανάσκελα ατενίζει τ’ άστρα
Κοιμήσου μ’ ανοιχτές προθέσεις
Ως το πρωί σαν υπνοβάτης
θ’ αντανακλάς την ύπαρξή σου

 

 

ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Η ευτυχία γράφεται με ήττα
Πολλές φορές θα πέσεις
στα πεδία των μαχών σου
ανυπεράσπιστος και κάποτε δοσίλογος
με άναρθρες στιγμές
Κι άλλες φορές θα κλείσεις στο κελί τους
δυο τρεις μικρές επαναστάσεις
και τις σημαίες θα διπλώσεις
μην τις ερωτευτεί ο άνεμος
Η ευτυχία γράφεται ανορθόγραφα
Χωρίς κανόνες δίχως τονισμούς
Σαν λέξη μονοσύλλαβη
Σαν δίφθογγος χωρίς διαλυτικά 

 

 

ΕΠΙΒΙΩΣΗ  I

Τα πρωινά καταδύομαι
στη βυθισμένη μέρα της μεγαλούπολης
Στα καταστήματα υπάρχει έλλειψη
από φιάλες οξυγόνου
Μαυραγορίτες εξαγοράζουν τη συνέχεια
διεκδικώντας τις τελευταίες χρυσές ελπίδες μας
Καταδύομαι κρατώντας μονάχα την αναπνοή μου
δασκαλεμένη να κρατώ σιγή ιχθύος

 

 

ΕΠΙΒΙΩΣΗ  II

Επιχείρηση διάσωσης
Ούρλιαζαν μες στη νύχτα τα πυροσβεστικά συνθήματα
αγνοώντας τη βιολογική καύση των ονείρων μας
Πονάνε οι αποξηραμένες θλίψεις;

 

 

ΜΝΗΜΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Έσταζε η βρύση από τη μνήμη
Χρόνια δεν μ’ άφηνε τις νύχτες
να κλείσω απ’ έξω τη φωνή μου
Εκνευριστικές οι υπενθυμίσεις της
Τιπ ταπ εικόνες θορυβώδεις
Λόγια που ξύριζαν τα όνειρα
Φωτογραφίες που αλλοίωναν το σώμα
και σκοτεινές φιγούρες πρόβαλλαν
Η μουσική από τη διπλανή απουσία
μία κραυγή στη διαπασών
Έξω ο κόσμος κυοφορούσε τη ρουτίνα του
Το νέο παιδί γεννιόταν λερωμένο
ατάιστο, απότιστο
με μάτια αιωνόβιου θανάτου

Σηκώθηκα απ’ τη σκέψη με μισόκλειστη την πρόθεση
ψάχνοντας για διακόπτες φωταγώγησης
Θα πρέπει να ‘χαμε διακοπή ηλεκτρικού
όπως συμβαίνει μετά την καταιγίδα 

 

 

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΩΣ ΠΑΡΑΛΟΓΑ

Γεννιόμαστε με δυο δάχτυλα κρασί στις πεθυμιές
Οι ώρες μας χορεύουν ζαλισμένες εξαρχής
0 κόσμος μας ανάποδα γυρίζει
από τη δύση ως την ανατολή
Για τούτο ζούμε πρώτα στο σκοτάδι
Μετά σαν άτυχοι ορειβάτες
στο πεπρωμένο μας επάνω γαντζωνόμαστε
Αρχίζουμε για λίγο την ανάβαση
μέχρι τις παρυφές της λογικής μας

 

 

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΜΙΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ

Έχουν εκλείψει πια τα κεφαλαία γράμματα
ΣΤΟ καθημερινό μας λεξιλόγιο
γράφουμε μόνο τις μικρές μας πράξεις
χωρίς τελείες και εισαγωγικά
πάμπολλα τα ερωτηματικά που παραλείπονται
χωρίς να είναι ευκόλως εννοούμενα
παρά μονάχα προσποιούμενα
πως δήθεν συνοδεύονται από θαυμαστικά

ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΑΡΡΗΞΗ

Η μουσική τρυπάει τον μανδύα της νύχτας
Σαν κλέφτης ψάχνει για τα τιμαλφή της μέρας
Παλιά κειμήλια
Μοντέρνα αξεσουάρ
Ποτέ δεν θα τελειώσει
η φιλαρέσκεια της πλήξης

 

 

ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ

Έξω στους δρόμους μια φωνή ξυπνά
Μικρός λυγμός
μεγάλη ήττα κάποιας νύχτας
που ανακατεύει τα σεντόνια μου
Κανένας πλέον δεν μπορεί να κοιμηθεί
Η τελευταία μας βόλτα στο φεγγάρι
περιφορά μας σε μια έκλειψη
μας έριξε στην έρημο
σαν επαναστατημένους δορυφόρους
Πες μου πως θα φωνάξει δυνατά ετούτος ο λυγμός
Πες πως θα γίνει δάκρυ σαν σταγόνα
επάνω σε θολό καθρέφτη
που όταν πέφτει
μια ρωγμή σκαλίζει προς τα ενδότερα
ίδια με πέτρα που χαράζει την οργή της 

 

 

Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ

Χορεύω στις μύτες στιγμών
Μπαλαρίνα χωρίς ισορροπία αισθήσεων
μονάχα παραισθήσεων
Ο κόσμος είναι ωραιότερος
όταν αντίστροφα τον περιγράφεις
Απ’ το Ωμέγα με επιφώνημα το Ω!
ως το στερνό μας Άλφα της μεταμέλειας

 

 

ΔΙΜΕΡΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ (2013)

 

Τις Κυριακές αφήνω ένα πουλί ελεύθερο να φύγει απ το στήθος μου
να φτερουγίσει πάνω στις κορυφογραμμές των δισταγμών

***

Δεν κάρπισαν τ’ αμπέλια μου, κρασί δεν ήπιε η λογική μου
Ποτέ τρεκλίζοντας δε βγήκε η ανεράδα μου να ζωγραφίσει τη ζωή μου

***

Αφηνιασμένα άλογα απ’ την καρδιά ξεχύνονται, στα σύνορα κινάνε
Να ξεπερνούν στα λόγια και τις λογικές, τους ισολογισμούς του κάθε χρέους

***

Τα πέλαγα που έζησα ήτανε θάλασσες κλειστές με βράχια γύρω
Δε με ταξίδεψαν, μονάχα με ξεβράσανε κουφάρι στις ακτές του τέλους

***

Σβήνει η μέρα τούς κρατήρες που ανάψαν τα φεγγάρια
Μια χούφτα λάβα απομένει να λιώνει τα φορέματα του ήλιου

***

Με δυο φτερά στα πόδια και σία χέρια πετάω πάνω απ’ το βράχο
που μυτερό κι ολόρθο έστησε στο δρόμο μου ο φόβος

*** 

Κομμένες ήτανε σία δυο οι ώρες της πορείας
Ένα κομμάτι για τη θέληση κι ένα για την προκοπή του κόσμου

***

Τεχνίτης ήμουν με την έγνοια της διαύγειας και πάσχισα
της άμμου τις ρυτίδες απ’ το χρώμα του γυαλιού να αφαιρέσω

***

Τη μουσική μου έβαλα στο γέλιο ενός παιδιού
να ηχολογεί στα βήματα του μέλλοντος
***

Με ένα γλάρο στο κρυφό το χτυποκάρδι μου ταξίδεψα
σε ουρανό και θάλασσα ανάμεσα κρατώντας το γλαυκό της νηνεμίας

***

Πελώριες οι νύχτες κρατούσανε φεγγάρια σε ομηρεία
Μικρές οι μέρες λευτερώνανε του ήλιου τις αχτίδες σ άλλο Σύμπαν

***

Προσεκτικά θα συλλαβίσω δύσκολα φωνήεντα
προσέχοντας τα δίφθογγο σε κάποιες διασταυρώσεις 

***

Έρωτας πειρατής ήρθε και ρήμαξε της νιότης τα προικιά
κουρέλια μιας καρδιάς αφήνοντας στο πέρασμά του

***

Τα βράδια πέφτουν με τους ψίθυρους της μέρας
κι αναχωρούν με τις κραυγές αναμετρήσεων

***

Κράτα εκείνη την αγάπη, που φτερά σού δίνει σαν τον Ίκαρο
μα ποτέ σιμά στη φλόγα δε σ’ αφήνει, να μη λιώσεις

***

Λόγια σαν χάντρες κομπολογιού πήγανε κι ήρθανε σε χείλη αργόσχολα
Μέχρι που γίναν όπλα να σκοτώσουνε αθώους κι ένοχους αντάμα

***

Σαν άλογα καλπάζουνε τα χρόνια σε χλωρά λιβάδια
ποδοπατώντας άνοιξες για να ‘μπει αξιοπρεπές ένα φθινόπωρο

***

Φυλάκισε μια κόρη μνήμη στο πιο ψηλό του κάστρου του παράθυρο
να αγναντεύει ολημερίς αγάπης σταυροφόρους

***

Το άγαλμα του Μεγάλου Στρατηλάτη όρθιο μες στην πτώση μας
κρατούσε τη λευκή του μάρμαρου γυαλάδα στα σκοτάδια

***

Ατέλειωτες ώρες κρατούσανε στα δίκτυα τους μια ευκαιρία
μα εκείνη σπαρταρούσε επώδυνα αρνούμενη την παράδοσή της

***

Κάπου ανάμεσα στη νιότη και στην ωριμότητα
ζύγιασα του δρόμου τις στροφές πίσω μου κι εμπρός μου

***

Με το φουστάνι μιας μικρής απόδρασης βγήκε μια βόλτα το φεγγάρι
τη μέρα να ‘βρει που πολλά τού ιστορήσαν για το φως της

***

Περαστικές χαρές, αξεπέραστες θλίψεις, διαπερατές ευτυχίες
κεντήσανε κλωστή κλωστή των χρόνων τα προικιά

***

Ό,τι αγάπησε το μίσος μου το βάσταξαν δέντρα δίχως καρπό
Με φύλλα μόνο πού ‘πεφταν κατακαλόκαιρα στο χώμα της ξηρής προοπτικής μου

 

 

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΕΝΟΣ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΥ ΕΡΩΤΑ (2012)

 

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΟΝΕΙΡΟ

Το μικρό μου όνειρο
Το έπλυνα, το έντυσα
Του φόρεσα μια κόκκινη καρδιά
Μία χρυσή κορδέλα στα φτερά
Κι ύστερα
Μ’ ένα φιλί στον ήλιο κατευόδιο
Το έστειλα στο πρώτο του ταξίδι
Και τώρα νέα περιμένω να μου στείλει
Από τη χώρα των ευχών
Την ένταση των προσευχών
Από τ’ απρόσμενο, τ’ ασύλληπτο
Το ευλογημένο το νερό του κόσμου

 

 

Τ’ΑΔΟΚΙΜΑΣΤΟ

Ξύλινο παγκάκι σ’ ανθισμένες λέξεις
Από στόματα με τα κόκκινα κεράσια της νιότης
Αγκαλιές με τρυφερότητα παρθένου δισταγμού
Χέρια που διψούν για ένα άγγιγμα στη νέα προοπτική
Κι ένας μικρός φτερωτός άνεμος
Χαϊδεύει τα μαλλιά κυματίζοντας το πάθος του
Μέσα στα δάχτυλα
Που συγκρατούν ακόμη η συστολή και τ’ αδοκίμαστο 

 

 

ΠΕΡΙΦΟΡΑ

Η τροχιά σου παραμένει ελλειπτική
Να συντηρεί τις εποχές στο σύστημά μου
Κι εγώ Ήλιος αδύναμος, χλωμός
Αμετακίνητος στις τρυφερές εξάρσεις της αγάπης
Προσμένω τη δική σου κίνηση
Περιφορά του Άγιου Έρωτα και λιτανεία της ψυχής

 

 

ΚΑΘΕΤΩΣ ΚΙ ΟΡΙΖΟΝΤΙΩΣ

Στα ερωτικά σταυρόλεξα
Ας μη δίνονται οι λέξεις
Οριζοντίως και καθέτως
Περιορίζεται η έκταση του πάθους
Σε μία μόνο στήλη
Σε μια μόνο γραμμή
Τη στιγμή που ο έρωτας που γέννησε
Μονάχα η ματιά της Αφροδίτης
0 έρωτας που δεν υπόκειται σε πενιχρές απομιμήσεις
Και σε ελεύθερης μετάφρασης φτωχές διασκευές
Ξεχύνεται μονάχα διαγωνίως
Καταλαμβάνοντας όλες τις στήλες
Όλες τις γραμμές
Κι όλες τις κορυφογραμμές
Των αντιστάσεών μας

 

 

ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΞΗ

Ανίατη μέρα
Αρρυθμίες αισθημάτων
Ανεπάρκεια συγκινήσεων
Σμίκρυνση χαμόγελου
Μεγέθυνση επιφύλαξης
Το βράδυ αναμένεται βελτίωση της ασθενούς μας προοπτικής
Όταν ο κόσμος θα ξυπνά
Απ’ της συνήθειας το λήθαργο

 

 

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ

Ήταν το αίμα τάχα που ποτέ μου δεν εκοίμισα
Ακόμα και σαν ήρθε πολιορκητής ο χρόνος
Επάνω σ’ ένα μύθο
Που απέτρεπε της φύσης την επέλαση;
Ή μήπως ήτανε η κουρασμένη του Μενέλαου ανάσα
Δίπλα στα ξάγρυπνά μου μέλη
Στις διεσταλμένες πόθων διαδρομές;
Ίσως και να ’ταν αρκετή η μέρα
Που μες στου Πάρη τη ματιά κυλούσε
Με τις λιακάδες όλες
Με το σφυγμό πιο δυνατό απ’ τη συνήθεια
Και τα φιλιά πιο νοτισμένα απ’ τους ξηρούς συμβιβασμούς μου

 

 

ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Στη σπηλιά που έχεις κρυφτεί
Μαζί με την αντίστασή σου
Έξοδος είναι η είσοδός σου
Για τούτο κι επιβάλλεται
Πλησιάζοντάς την να έχεις γνώση
Αν την απόφασή σου επανακαθορίζεις ισχυρότερος
Ή αν την έξοδο κινδύνου πλησιάζεις

 

 

ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ

Στη φωτιά καίει το τελευταίο μας φιλί
Έξω κρατιέται ο καιρός από ’να σύννεφο
Που ερωτεύτηκε τρελά το καλοκαίρι
Μα εκείνο παίρνει τις καυτές του ώρες αγκαλιά
Σε παραλίες μακρινές μονάχο ταξιδεύει
Στέλνοντας μόνο καρτ ποστάλ της απουσίας του
Την ευτυχία σε μικρές συσκευασίες ηλιοφάνειας
Τις ώρες που μια Αγάπη βιαστική
Στης καρδιάς μας τις διαβάσεις
Αδιάφορα περνά κοιτάζοντας μπροστά
Ενώ εμείς προσμένουμε ξανά
Τη φωτεινή οδοσήμανση
Που τρέφει η προσδοκία

 

 

ΛΕΞΗΜΑ

Οι προθέσεις σου δεν είχαν λέξεις
Μείναν στο λέξημα
Κι έτσι το αγαπ-
Δεν έγινε αγάπη κι αγαπώ
Αλλά αγαπημένη ανάμνηση
Σε μια εταζέρα
Μ’ ασημένιες περιδέσεις του ανέφικτου
Και το ερωτ-
Έρωτας δεν εγίνη
Ερωτηματικό προέκυψε
Ένα στην αρχή πολλά μετά
Που θέριεψαν
Σαν γόπες βγήκαν πεινασμένοι
Και ζώσανε σφιχτά την απουσία σου
Τρώγοντας απ’ της ψυχής μου το κορμί

 

 

ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΟΧΗ

Στο τετράδιο μιας ανάμνησης
Με γράμματα μουντζουρωμένα
Καταλήξεις ανορθόγραφες ρημάτων
Γράφτηκε το τέλος της πέμπτης εποχής
Δεν ήτανε καλοκαιριά μα μήτε άνοιξη
Δεν ήτανε χειμώνας
Μα δε μύριζε φθινόπωρο
Καιρός παράξενος
Με της ερήμου τη σκληρή εναλλαγή
Βραδιές της απουσίας σου με τύλιγε το ψύχος
Στιγμές της παρουσίας σου
Μαστίγωνε τις ώρες η φλόγα των ονείρων
Ώσπου το δέρμα μου δεν άντεξε ετούτη τη μετάλλαξη
Τη συνεχή προσαρμογή στις διαθέσεις των ματιών σου
Την αλλαγή στις μεταπτώσεις των χεριών σου
Και έσκασε στο χρόνο μέσα
Με τις μικρές εκρήξεις ελεγχόμενης οργής
Με απαλές εντάσεις πικραινόμενης στοργής

 

 

ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΙ

Πόσα παιδιά γέννησε η συνέχειά μας
Πόσα παιδιά φόνευσε η απάθειά μας
Σε πόσους στίχους τραγουδήσαμε τον έρωτα
Σε πόσες λέξεις εξοντώσαμε την αγάπη
Μετράω τ’ αμέτρητο
Λογαριάζω το άλογο
Σταματώ στο παράλογο

 

ΤΑ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Τα νεκρά σαλιγκάρια στις υγρές αυλές
θαρρώ πως μοιάζουν με τους χαμένους έρωτές μου
Μία ζωή κουβάλησαν στην πλάτη
Το κέλυφος της προστασίας τους
Μ’ αγνόησαν το βήμα του απρόσκλητου διαβάτη
Στο μικρό παράδεισο που σέρνονταν αδύναμα
Κυρίως όμως θανάσιμα ανυποψίαστα

 

 

ΕΚΛΕΙΨΗ

Έκλειψη αγάπης
Για άλλη μια φορά
Ανάδρομοι πλανήτες μες στην πλάνη μου
Παλεύω απ’ το μηδέν να κρατηθώ
Κι απ’ το ελάχιστο που πρόφταξα
Πριν απ’ το θάνατο του Ήλιου ν’ αγναντέψω
Είναι μικρές οι ρίζες και πικρές οι διαδρομές τους
Άγονος καιρός που διώχνει τη βροχή του κόσμου
Ξηρές οι μέρες πιότερο στεγνώνουνε τη δύναμη της γης μου
Λέω πως θα ’ρθουν ώρες
Ν’ ανθίσουνε καινούριες μυρωδιές
Απ’ τις αγάπες που δε μ’ αξίωσε ακόμα ο χρησμός μου
Κι έτσι
Από τούτα τα άβγαλτα κλαδιά κρατιέμαι
Πιο δυνατά, πιο στερεά από ελπίδα
Πιο ανοιξιάτικα απ’ την πρώτη του χελιδονιού φωνή

 

 

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΛΛΟΙΩΣΕΙΣ

Έγειρα σε μιαν ανάμνηση επάνω
Προσμένοντας ν’ ακούσω πάλι
Τa ιδιαίτερα φωνήεντα
Που ήξερε κάποτε να γράφει
Στ’ αλφαβητάρι των αισθήσεών μου
Μα εκείνα, σαν ξεκούρδιστα πια σύμφωνα
Σε γλώσσα ξένη, ακατανόητη
Προσπέρασαν αδιάφορα την καινούρια μου τη μέρα

 

 

ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Κορίτσι με τα ηλικιωμένα μάτια
Με τις πατούσες σου επάνω στις ξηρές
Του χρόνου κίτρινες πευκοβελόνες
Τα χείλη σου ξηρά από κρασί που δε γεύτηκες
Κάθεσαι μες στη σκέψη σου
Διαβάζοντας μικρά ημερολόγια
Από μεγάλες μέρες
Ενώ την πόρτα σου κτυπά ελαφρά
Ένα τραγούδι απ’ την τελευταία θάλασσα που σε ταξίδεψε
Κόρη με το σκουριασμένο πέρασμα
Του ήλιου επάνω στα φθαρμένα τα παντζούρια του έρωτά σου
Στέκεις ολόρθη στο κατώφλι της αδράνειας
Κρατώντας ένα μαραμένο τριαντάφυλλο
Με ευωδιές ατέλευτες
Που σου μυρώνουνε το σούρουπο του κόσμου

 

 

ΣΧΗΜΑ Α-ΣΧΗΜΙΑΣ

Κύκλοι τετράγωνα τρίγωνα μέσα στη μέρα μου
Αναταράζουν τις καμπύλες αισθημάτων
Τις εσοχές απόκρυψης μιας αδυναμίας
Την ωραιότητα μιας άγνοιας αποσυνδέουν
Από προσπάθειες λεπτής ισορροπίας
Έτσι που κάθε σχήμα ά-σχημο προκύπτει
Εύπλαστο σαν συνείδηση ασθενική
Η αποκάλυψη ντύνει τη μέρα με καημό
Και η παράσταση αρχινά
Με νοθευμένες ερμηνείες

 

ΦΤΩΧΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ

Κι είναι νωρίς για να σωπάσει το αίμα
Κι είναι αργά για να ξανάβρω την αρχή μου
Και στο μεταίχμιο παλεύω για κανονικές αναπνοές
Εισπνοές, εκπνοές σ’ εκγύμναση ψυχής
Μέχρι που πνίγομαι σαν μανιώδης καπνιστής
Στις καταχρήσεις μιας φτωχής συναλλαγής

 

 

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

 

ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ: Αλλάζοντας τη ροή του πόνου

Σε μια πανσέληνο πληγώθηκε η αγάπη
Τα δάκρυά της θρέψανε τις ασημένιες φεγγαριού πνοές
Κι αυτές, ευαίσθητες χορδές
ΣΤΟ πέλαγο της λύπης πέσανε
Τα φουρτουνιασμένα λόγια ψιθυρίζοντας μ’ έναν υγρό καημό
Σε μια πανσέληνο γυμνώθηκε η ζωή
Απ’ τα στολίδια ενός πλανόδιου έρωτα
Που τον προσμένανε στις γειτονιές
Οι κοριτσίστικες πλεξούδες του ονείρου
Μ’ αυτός με τις πραμάτειες του όλες λοξοδρόμησε
Αφήνοντας τα χέρια αδειανά απ’ της Θεάς την προσφορά
Κάθε που το φεγγάρι ταξιδεύει στην πληρότητά του
Μια θλίψη λύνει τη σιωπή της
Με κρουσταλλένια δίφθογγα μικρής εξομολόγησης
Στην αύρα μέσα μιας θαλάσσιας συγχορδίας
Με μουσικές σε ύφεση καρδιάς

 

 

ΜΗ ΑΝΑΣΤΡΕΨΙΜΗ

Σοβαρής μορφής εξάρτηση
Μη αναστρέψιμη αγάπη
Σε τούτο το βασίλεμα καλοκαιριάς
Του κόσμου και της ζήσης
Κι έτσι
Καθώς φθινόπωρο κουρνιάζει στον αγέρα
Καθώς τα φύλλα ετοιμάζονται
Για πλήρη υποταγή στο θείο χώμα
Παίρνω ανάσες απ’ το άρωμα του κάμπου σου
Δροσοσταλίδες απ’ το πρώτο ξέσπασμά σου
Σε άσπρο σύννεφο τις κλείνω
Κι αυτό σαν αίνιγμα χαμογελά
Θερμαίνοντας τις έκπληκτες αισθήσεις μου
Περνώντας πότε πιο ψηλά
Και πότε χαμηλότερα
Από το χάδι σου που όλο και σιμώνει
Απ’ το επερχόμενο φιλί σου
Από τις φλογισμένες μου αναμονές
Εμπρός στο αναπάντεχο ετούτο δώρο
Θεού ξεστρατισμένου

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ημιτελής δεν έζησα ποτέ
Ολόκληρο το μήλο κυνηγούσα
Όλες τις κόκκινες δαγκωματιές βιαζόμουν να γευτώ
Και στην ψυχή μου μέσα ημιθανής δεν άντεξα στο ελάχιστο
Τη στρογγυλάδα ήθελα και πάλι να αγγίξω
Στον κύκλο μέσα αγνοείς το τέλος
Τα δάχτυλά σου δεν το ψηλαφούν αχρείαστα, ασυλλάβιστα
Κι ούτε και γύρεψα σ’ άλλους σταθμούς
Το γύρο της καρδιάς μου να ναυλώσω
Σε τούτο εδώ τον ήλιο κυνηγούσα τις σκιές μου
Ακολουθούσα μια φωνή που πρόσταζε αδιάκοπες πορείες
Εντελώς στο ηχόχρωμά της αφημένος
Εντελώς του τέλους μαχητής

 

 

ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ (2011)

 

ΧΑΪΚΟΥ

 

ΠΡΟΣ ΕΛΕΝΗ

Ωραία ήσουν
μέχρι του Μενέλαου
το στερνό φιλί

 

ΠΕΡΙ ΘΥΣΙΩΝ

Ποτέ δεν ήρθε
ο ούριος άνεμος
Ιφιγένεια

 

Η ΑΛΛΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Δεν επιστρέφω
σε Ιθάκες που μείναν
χωρίς μνηστήρες

 

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ

Αν δεν ακούσεις
μια σιωπή στη ζωή
δε θα φωνάξεις

 

ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Για μια Χιονάτη
φυγάδευσαν τα μήλα
απ’ την αγάπη

 

ΨΕΥΔΟΜΑΡΤΥΡΑΣ

Υποχωρώντας
η αλήθεια σκόνταψε
σε λίγες τύψεις

 

ΑΥΤΟΔΙΚΙΑ

Ο αυτόχειρας
ποτέ δεν πήρε χάρη
απ’ την ψυχή του

 

ΦΥΣΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

Αγάπης ήχος
ταξίδεψε γρήγορα
σ’ ένα σου βλέμμα

ΣΥΝΕΠΕΙΑ

Δεν επέτρεψα
την παρακαμπτήριο
στα όνειρά μου

ΕΛΞΗ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ

Ερωτευμένος
ένας μύθος τριγυρνά
σε μιαν αλήθεια

 

ΑΦΟΤΟΥ ΕΦΥΓΕΣ

Ραδιόφωνα
καλύπτουν τους οδυρμούς
του φονικού σου

 

ΠΡΟ ΤΗΣ ΑΝΘΟΦΟΡΙΑΣ

Δεν ανθίσανε
λουλούδια που έμειναν
χωρίς χειμώνα

 

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Οι Πηνελόπες
διαβάζουν το μέλλον τους
στο παρελθόν τους

 

ΠΡΟΣΠΟΙΗΣΗ

Αβρόχοις ποσί
διήλθε ωκεανούς
αγκομαχώντας

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

Όταν βραδιάζει
μια ανάμνηση σκύβει
στα σεντόνια μου

 

ΔΙΑΤΤΟΝΤΕΣ ΑΣΤΕΡΕΣ

Κοίταξε τα’ άστρο!
Πέφτει καβάλα σε ευχές
μετανοούντων

 

ΑΓΩΝΑΣ

Εντός ή εκτός
κράτησα τη ψυχή μου
επί τα αυτά

 

ΟΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ

Μετά τη βροχή
ξυπόλυτο γυρνούσε
το όνειρο μας

 

ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ

Στη νύχτα μέσα
έκλαιγε ένας ήλιος
που ξεστράτισε

 

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΖΩΗΣ

Αθροίζω στιγμές
Αφαιρώ μειωτέους
Διαιρώ λάθη

 

ΕΠΙΜΥΘΙΟ

Ζήσανε καλά
όσοι στα παραμύθια
δεν πιστέψανε

 

 

ΟΙ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ (2010)

 

ΠΡΟΟΙΜΙΑΚΟ

Με την πήλινη του σάρκα
Κυρίως, όμως, με την πήλινη καρδιά
Πορεύτηκε σε στέπες και ερήμους
Σε σαβάνες με τα θηρία των ψυχρών του λογισμών
Ψάχνοντας για τα εδέσματα της ευφορίας
Βρέθηκε ακόμα και στους πάγους
Δοκιμάζοντας τις αντοχές του σε όλα τα υπό
Στους τριακόσιους βαθμούς Κελσίου
Χαράχτηκε η άνυδρη ψυχή του
Μαράθηκαν καρποί και άνθη
Που παλεύαν από καταβολής αγάπης να φυτρώσουν
Σε κανονικές για την εποχή θερμοκρασίες
Έγραφε στίχους στη μουσική της θείας αύρας
Νήστευε τον ύπνο που ξεστράτιζε σε λήθαργο
Ήξερε ν’ αγναντεύει πέρα απ’ τους κλειστούς ορίζοντες
Με τα καράβια σαν κουκκίδα ανήμπορη
Ν’ αντέξει τρικυμίες και καρχαρίες
Με την πήλινη μου σάρκα
Κυρίως, όμως, με την πήλινη καρδιά
Πορεύτηκα και πορεύτηκες Αδάμ
Σε τσέπες και ερήμους
Σε σαβάνες με θηρία που κατέτρωγαν
Τα πρώτα σαλπίσματα της ταπεινής ανθοφορίας μας
Βρεθήκαμε ακόμα και στους πάγους
Παλεύοντας με μείον και με πλην
Στους τριακόσιους βαθμούς Κελσίου
Θρυμματίστηκε η παλάμη της ευγενούς μας δωρεάς
Μα σε κανονικές για την εποχή θερμοκρασίες
Αφήσαμε το ελαφρύ αεράκι του Έρωτα και της ζωής
Να φυσήξει στα λευκά πανιά μας
Σαν Αίολος παραπεμπτικός
Με τους ασκούς γεμάτους περιστέρια
Να ‘χουμε να στέλνουμε στις όπου γης στεριές
Κάθε φορά που η κιβωτός της περιπλάνησής μας
Ακουμπούσε στο Αραράτ της σωτηρίας

 

 

ΕΚΠΤΩΤΟΣ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

Χρειάζεται μια άγνοια για να χτιστεί ένας Παράδεισος
Να κρατηθεί έστω σε απόσταση ασφαλείας
Απ’ τους καταραμένους όφεις
Όταν οι Εύες ανεμίζουνε τη χαίτη τους
Με τίναγμα ηδονικό πίσω απ’ τον ώμο
Το μήλο γίνεται πιο κόκκινο
Η γνώση πλανεμένη κι απαστράπτουσα
Αποκοιμίζει το γαλάζιο κύμα των ουράνιων αισθήσεων
Και μένει μόνο η αφή για το νερό, το χώμα, τη φωτιά
Μα…
Αν είναι να βραχείς, βρες του ωκεανού την πιο βαθιά Αγάπη
Αν είναι να χτιστείς, ψάξε για στέρεα υλικά υποταγής
Κι αν είναι να καείς,
Άσε τη στάχτη σου να ντύσει τις ψυχές των λουλουδιών
Στη μετενσάρκωση του Λόγου και του Πνεύματος

 

ΣΗΜΑΔΕΥΟΝΤΑΣ…

Πήρε το τόξο, πήρε τη φαρέτρα με τα βέλη
Κοίταξε μια τον ουρανό και μια τη θάλασσα
Δεν ήξερε προς τα πού να σημαδέψει
Τ’ άστρα ή τα κύματα
Ώσπου κι απόκαμε στη σκέψη μέσα
Στον ίσκιο μιας ελιάς ακούμπησε το δίλημμα
Ως το πρωί μετρούσε την απόσταση
Ύστερα, λίγο πριν χαράξει
Το τόξο τέντωσε προς τη Μητέρα Γη
Εκείνο ρίζωσε και γίνηκε δεντρό
Που τραγουδάει κι απλώνει ρίζες προς τα κύματα
Που χαιρετάει με τα ακρόκλωνα τη σκέπη τ’ ουρανού

 

 

ΓΕΛΙΟ ΠΑΙΔΙΟΥ

Το γέλιο του παιδιού
Κατρακύλησε ένα πρωί από τη στέρνα
Τόπι που πιάστηκε για λίγο
Στ’ ανοιξιάτικο χορτάρι
Στο καθρέφτισμα τ’ ουρανού
Επάνω απ’ την ερωτευμένη λίμνη
Σύρθηκε ως τα κλειστά παράθυρα
Τις σκούρες, σκονισμένες κουρτίνες
Δεν άνοιξαν
Μα τώρα ξέρουν πως εκεί έξω
Η μέρα κυνηγάει την Αλήθεια της
Και τα ξανθά λουλούδια
Γεννάνε το αντίδοτο του Τέλους

 

 

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΑΠ’ ΤΟ ΣΥΝΗΘΕΣ

Απ’ την αρχή σου το ‘πα
Στο μαιευτήριο των αιώνιων αισθημάτων
Η αγάπη μας δεν ήτανε αυτή που μας εδόθη
Βρέφος πανομοιότυπο με το σύνηθες
Στο κλάμα και στον ύπνο
Ανταλλάχτηκε μες στη στενή θερμοκοιτίδα της ανάπτυξης
Με άλλο, πιο προσηνές, πιο δεχτικό
Στις αναταράξεις της παιδικής του κλίνης
Εμείς έμελλε να ζήσουμε με το σεισμό των λέξεων
Μα πρόλαβε ευπαθής ο σεισμογράφος
Να προειδοποιήσει για τη μελλούμενη κατάληξη
Ώστε να πάρουμε τα μέτρα μας
Να θωρακίσουμε το μέγεθος της ευτυχίας μας
Απέναντι στην επίφοβη σπανιότητα του δώρου

 

 

ΠΕΡΙ ΦΘΟΡΑΣ

Παρακαλώ, περάστε, καινούριο είναι το κατάστημα
Εδώ και μέρες έχω προσέξει τη φθορά των προσωπείων σας
Πόσο αρνούνταν πλέον να κρύβουν την αλήθεια σας
Λίγο η βροχή που έπεσε καθάρια το πρωί
Χωρίς τη λάσπη απ’ τις μέρες της ερήμου
Λίγο η θάλασσα που ξέβρασε προώρως
Τα μπουκάλια με τα διφορούμενα μηνύματά σας
Και ιδού τώρα η ανάγκη της αμέμπτου επαλήθευσης
Περάστε κι αγοράστε τη συνέχεια της πλάνης σας
Σε χαμηλές τιμές πωλείται η απεμπόληση
Οι μαύρες σας σελίδες επιτήδεια λευκαίνονται
Τα προσωπεία αποκαθίστανται
Συνεχίζεται ο καθαγιασμός των μη μετανοούντων
Στους ναούς με τους σιωπηλούς αγίους
Γιατί κι η σιωπή με την αποσιώπηση τρέφεται κι ακμάζει

 

 

ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΙ ΧΑΡΤΕΣ

Όταν κοιμάσαι μια τύψη ξεψυχά για τις ώρες που δεν έφερες
Μια καταιγίδα για τα σύννεφα που κράτησες
Πίσω απ’ τα λόγια που ξεστόμισες
Ύστερα παίζουνε τα βλέφαρά σου σε ρυθμούς αναμονής
Στην πρώτη υποψία της καινούριας μέρας
Ξανανοίγεις τους καλά σχεδιασμένους χάρτες σου

 

 

ΝΟΥΜΗΝΙΑ

Έφτασες κατάκοπος στο τέρμα
Κρατώντας μοναχά μια μαργαρίτα
Που μάζεψες στο δρόμο
Ζυγός ήταν ο αριθμός από τα πέταλά της
Μπορούσες έτσι να καθορίζεις τη συνέχεια στο μάδημα
Προχωρώ, δεν προχωρώ
Δεν προχωρώ και προχωρώ
Μπορούσες, ακόμα και μετά από τόσα χιλιόμετρα αγάπης
Να ρυθμίζεις αναλόγως τ’ αποθέματα
Έφερες τη μαργαρίτα κοντά στην όσφρηση των έργων σου
Κι ύστερα την αντάλλαξες
Μ’ ένα καινούριο ένδυμα για την ψυχή σου
Καινούριες σόλες για τις ατέρμονες διαδρομές
Της λευκής παράδοσής σου

 

 

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΙΑΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

Απολογισμός εσόδων και εξόδων
Το ταξίδι ακριβό
Πιο ακριβοί οι άνθρωποι που δε συνάντησα
Τα αισθήματα που δε μου άπλωσαν το χέρι
Σε μια τυπική έστω χειραψία
Στις αποσκευές έκλεισα
Πιότερο τον έρωτα παρά το ερωτηματικό
Κι αγάπησα πολύ και δυνατά τους δρόμους μου
Τα μονοπάτια ακόμα
Που μου χάραξαν και χάραξα μες στο πυκνό μου δάσος
Και τις πηγές που με ξεδίψασαν στο τέρμα
Σαν έσκυψα με καθαρές τις χούφτες μου
Να βρέξω μέσα τις ευχές και προσευχές μου

 

 

ΚΑΤΑΛΗΓΟΝΤΑΣ…

Και ποιος μπορεί εν τέλει να μου μιλήσει για σένα, Αδάμ;
Ποιος μπορεί να ακουμπήσει τα δάχτυλα
Επί των τύπων των αιώνιων κραδασμών σου
Άλλοτε γίνονται ταξίδια με τον ούριο άνεμο
Απ ‘τη θυσία κάποιας Ιφιγένειας
Κι άλλοτε ρίζες γίνονται σε γη άνυδρη και στείρα
Χωρίς καμιά διαδρομή από τους χάρτες
Που ζωγράφισαν όσοι Μαγγελάνοι και Κολόμβοι
Σου περίγραψαν τα άγνωστα για σένα χώματα
Πέρα απ’ τις Ηράκλειες στήλες
Της επίπεδής σου απομόνωσης
Κι άλλοτε έρχεται πυρπολητής ο Έρωτας
Αφοπλίζοντας τις αμφισβητούμενες προσταγές
Της καθεστηκυίας νομοτέλειας
Και ποιος μπορεί εν τέλει να μιλήσει
Για σένα και για μένα
Και για όλους τους ομοίους μας, Αδάμ
Ποιος μπορεί απόλυτα να θέσει τα δάχτυλα
Επί των τύπων όλων όσων ακούμπησαν
Στη θεία πνοή του χώματός μας
Άλλοτε σαν ψιλή βροχούλα, ευεργετική για τις ανάγκες μας
Κι άλλοτε σαν αξίνα βαθιά που χάραξε
Την προστατευτική μας κρούστα
Κι ίσως ο Παράδεισος να παρέμεινε εκεί μονάχα που δεν ψάξαμε…

 

 

ΑΛΕΞ – ΗΝΕΜΟΣ (2010)

 

ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ…

 

ΣΚΕΨΗ ΠΡΩΤΗ

Όταν Εγώ κχ Εσύ βαδίσαμε, πρώτη φορά
Στη Χώρα των Παθών και των Ανέμων
Σε μια Πατρίδα που αφήσαμε, σε μια Πληγή που δε νικήσαμε
Όταν κοπάσανε για λίγο του Αιόλου οι ασκοί
Σαν φύσηξε για λίγο μια Ανάμνηση
Επιστροφή… που δεν ήταν
Δικαίωση… που δεν ήταν
Ντυμένες κι οι δυο την Παρηγοριά
Φορώντας μια κορδέλα περιέργεια στα λυτά τους τα μαλλιά

 

 

ΣΚΕΨΗ ΤΡΙΤΗ

Καν να’ μαι
Εγώ τώρα… Αλεξ-ήνεμος
Διώχνω για λίγο μακριά τους Άνεμους της πίκρας
Το πεπρωμένο τόσων χρόνων
Ντύνομαι μόνο τη λαχτάρα μου για σένα
Παίρνω τη νια θωριά σου
Παίρνω τη σκέψη παραμάσχαλα
Του τόπου μου τον Έρωτα στην άκρη των ματιών
Στα μέσα της καρδιάς
Και βάφω πίνακες του Χρόνου για σένα μοναχά
Εσύ, δώσε μου λίγο μόνο απ’ το δικό σου χρόνο
Λίγο απ’ το χρώμα που σε στόλισε
Η θάλασσα του Νότου
Της λεύτερης πατρίδας ο ουρανός
Κι έλα μαζί μου
Σε μια Επιστροφή… που δεν είναι
Σε μια Δικαίωση… που δεν είναι
Έλα μαζί μου
Πάνω από Πράσινες Γραμμές
Μέσα από Κόκκινες Μέρες
Εγώ θα πονέσω…
Εσύ θα μάθεις…
Εγώ θα ξαναζήσω την οδύνη και το όνειρο
Εσύ θα περπατήσεις σ’ έναν κόσμο
Που σου ανήκε και σ’ τον κλέψανε
Ποιες Μοίρες στείλανε τους άρπαγες εκείνο το πρωί
Που ξημέρωσε σαν νύχτα δίχως άστρα
Εγώ κι εσύ
Ένα Χτες κι ένα Αύριο
Στην περιπλάνηση του Σήμερα
Δώσε μου τ’ άσπρα τα πανιά που αρμενίζουν στη ματιά σου
Δώσε μου γιούλια, μενεξέδες απ’ τους δρόμους που περπάτησες
Πάρε την πρώτη μου ζωή
Πάρε την έγνοια και τη μνήμη μου
κι’ άκου…
Κοίτα…
Νοιώσε…
Τίποτα δεν πεθαίνει
Όσο υπάρχουν οι αγάπες που το γέννησαν

 

 

ΣΑΝ ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

ΕΓΩ

Ο τόπος μας
Μια θάλασσα τραγούδι
Το κύμα έπαιζε πεντοβολά
Στο κεφαλόσκαλο της άνοιξης
Μύριζε άνθια ο αγέρας
Σαν χνώτο βρέφους βυζανιάρικου
Μύριζε γέλιο το φεγγάρι
Σαν ευτυχία, λάφυρο ζωής
Τον είχαμε κερδίσει αυτό τον πόλεμο
Είχαμε στήσει τη σημαία μας
Στην κορυφή τ’ απέραντου ονείρου
Επάνω, με γιγάντια γράμματα
Σαν σύνθημα, σαν ιαχή της νίκης μας
Χαράξαμε τη λέξη ευδαιμονία
Την πήρε του Πενταδάχτυλου το λιόγερμα
Να τηνε βάψει στο χρυσό
Το κόκκινο, το πορφυρό της φλόγας
Την πήρε της Μεσαριάς το στάχυ τ’ ανεμόδαρτο
Να τηνε κάνει θρέμμα και ψωμί της φαμελιάς μας

 

ΕΣΥ

Της Μεσαριάς ο κάμπος ο ξανθόσπαρτος
Του Πενταδάκτυλου το στέμμα το πεντάκορφο
Τόσο κοντά
Τόσο μακριά

 

ΕΓΩ

Μια Κυριακή, μια σκόλη η βδομάδα μας
Στα χέρια μας οι ρόζοι της Αγάπης
Είναι γλυκός ο κάματος της γης σου
Είναι ολόγλυφος του κόπου σου ο καρπός
Ανοίγει φλούδες μες στις χούφτες σου
Απ’ το Θεό σταλμένη η ευλογία
Ανοίγει ήλιους μες στη σκέψη σου
Το δώρο της ζωής

 

ΕΣΥ

Ανοίγει τόξα στα ουράνια αστραπόμορφα
Ανοίγει σκέψεις της Αγάπης, της Ζωής
Όλα κοντά μου… Μακριά μου

 

ΕΓΩ

Θυμάμαι ακόμα τη μεγάλη μας την κάμαρη
Στη μέση άγιο το τραπέζι δισκοπότηρο
Να κοινωνούν εφτά παιδιά το κόκκινο αίμα μας
Αίμα ζεστό, σαν από νιόσκαφτη πληγή
Της γης μας οι πληγές
Που γίνονταν ψωμί κι ήσυχη ανάσα μες στη νύχτα
Κάτω απ’ την έγνοια του πατέρα
Κάτω απ’ το χάδι της μητέρας
Πνοή γαλήνια και χορτάτη, ειρηνική
Εφτά τραγούδια στα κλειστά ματόκλαδα
Εφτά νεράιδες νανούριζαν το όνειρο
Κι ύστερα γέλαγαν με χάχανα
Μέσα στα κίτρα, στα νεράντζια της αυλής
Κάναν στεφάνια τους ανθούς στα ξέμπλεκα μαλλιά τους
Βάφαν τα χείλη με της άνοιξης τους κράχτες
Βρέχαν τα βλέφαρα
Στους κρουσταλλένιους ψίθυρους φιδίσιου ρυακιού
Τα μάτια τους ασήμωναν ψιχάλες της σελήνης
Τις κόρες χρύσωναν καράβια της αυγής
Μες στ’ ακροδάχτυλά τους παιχνιδιάρικες αχτίνες
Πλάθανε κάστρα και παλάτια, γιγαντόσωμους ιππότες
Ζύμωναν χρώματα κι αγέρα
Να ζωγραφίσουνε το άπειρο
Να χρωματίσουνε το άμετρο
Να σχηματίσουνε το άμορφο
Να ράψουνε τον ήλιο στα δικά τους μέτρα
Έτσι σαν ζύγιαζαν τ’ ατέλευτο ταξίδι του
Πάνω απ’ την έγνοια του πατέρα
Κάτω απ’ το χάδι της μητέρας
Κάτω και πάνω τ’ ουρανού

 

ΕΣΥ

Το βιολετί, το θαλασσί, τ’ αγαπημένα μου
Αγαπημένα είναι και του ονείρου
Πορτοκαλιά και κόκκινα και κίτρινα πεφτάστερα
Στο προσκεφάλι μου τις νύχτες σεργιανίζουν
Σαν κύμβαλα αλαλάζοντα, πνοές ανέμου
Σαν σπίθες πυρκαγιάς, βάτοι καιόμενοι
Είναι βαθιά επιθυμιά τα δεκαπέντε μου τα χρόνια
Είν’ ουρανός και γη και θάλασσα και ήλιος
Είναι κλαδί της μυγδαλιάς στο καταχείμωνο
Είναι σκοπός στην άκρη των χειλιώνε
Αχτίδα που στα πούπουλα του σύννεφου όλο κρύβεται
Καιρό γυρεύοντας να βγει και να θεριέψει

 

ΕΓΩ

Θαρρείς κι ακούω τον πατέρα σου
Έτσι κι αυτός
Μαστίγωνε της νιότης τ’ άσπρο άλογο
Κρυφά το πεπρωμένο ν’ ανταμώσει
Τα μάτια σου… τα μάτια του
Το στέρνο του… η κραυγή σου
Μες στο περβόλι δουλευτής ακάματος
Να ιδρώνει τ’ απανώχειλο
Τ’ αρσενικού υποψία
Τ’ άσπρα μανίκια διπλωμένα ως τα μπράτσα του
Μια φλέβα να χτυπάει δώθε κείθε
Και δες
Θρασομανάει το πείσμα στου καιρού την άρνηση
Γίνεται άνθι και καρπός κάθε γυμνόκλαδο
Κάτω απ’ τον ίσκιο μιας μακάριας πεταλούδας
Δυο χελιδόνια ερωτεμένα τιτιβίζουνε
Μες στα πυκνά φυλλώματα της νιότης
Πηγαινοφέρνουνε τον άνεμο
Πηγαινοφέρνουν την αγάπη
Φωλιά να χτίσουν για το νιο, το αύριο
Στην πόρτα το στεφάνι να κρεμάσουνε
Με τριαντάφυλλα του μύρου και του πόθου
Ω ναι
Θαρρείς και βλέπω τον πατέρα σου
Δυο μάτια κάρβουνο μες στις αλάνες της ζωής
Δυο χέρια σίδερο μες στις πλατείες του ήλιου
Πετροβολούσε τ’ Άδικο και χλεύαζε τ’ Αδύνατο
Τα βράδια, εκεί στο κεφαλόσκαλο
Χόρταινε άστρα, μουσική και νυχτολούλουδο

ΕΣΥ

Άσε με ν’ ακουμπήσω την καρδιά μου στην απαλάμη σου
Άσε με να πιαστώ απ’ τα καρφιά της μνήμης σου
Επάνω να κρεμάσω τους Ιούληδες που διάβηκαν
Μέσα στη δίνη των καιρών
Μέσα στα άγνωστα γνωστά
Και στα δικά τα ξένα
Δυο στάλες άσε με να πιω
Απ’ το κρασί της νιότης σου
Τώρα που σήμανε η στιγμή
Στο χώμα τούτο που σε γέννησε
Κι εμείς αντάμα θα χωθούμε
Στης μάνας γης σου την αγκάλη
Με μια λαμπάδα τάμα για τη χάρη Του
Με δυο ποτήρια νοσταλγία
Στων Μοιροχρόνων τα γυρίσματα
Ετούτη, η άλλη μας πατρίδα
Τόσων αβάσταχτων δακρύων
Τόσων παράξενων Ιούληδων
Κοίτα! Δεν είναι σύνθημα στον τοίχο
Δεν είναι άμορφη εικόνα
Σε κάποιου δάσκαλου το στόμα
Δεν είναι μύθος στα βιβλία
Τόσων πολύπαθων σοφών
Δεν είναι μνήμη

 

ΕΓΩ

Είναι αίμα
Πηχτό, κόκκινο αίμα
Στο ρημαγμένο σήμαντρο
Είναι μαρμάρινη Ιστορία
Στο κουρσεμένο ακροθαλάσσι
Είναι το χώμα της παιδιάστικης ανάσας μας
Και το λιθάρι στο χτυπόκαρδο της ήβης
Πόνος, Χαμός και Κουρνιαχτός
Κι είναι παλιά φωτογραφία
Που όμηρο τη νιότη μας κρατάει
Αποδιωγμένη μες στα λάφυρα πολέμου
Ίσως ετούτα εδώ τα μάτια
Να βλέπαν κάποτε σαν και τα δικά μου
Ψυχές! Τόσες ψυχές χωρίς κορμιά
Σαν τα κριάρια ’ναι ριγμένες
Σε μιας πανάρχαιας θεότητας βωμούς

 

ΕΣΥ

Περνάω τη σκέψη μου επάνω απ’ το σταμάτημα του χρόνου
Επάνω απ’ τα τριάντα χρόνια της ματιάς σου
Ωραίος σαν Υμέναιος
Κρατάς σφιχτά τον κρίνο της αγνότητας
Μέσα στου άσπρου πέπλου την Ιθάκη
Της αγάπης χρώματα βάφουν τα χείλη, τη θωριά
Το σφιχταγκάλιασμα μες στο ουράνιο τόξο

 

ΕΓΩ

Αν ήταν εδώ…

 

ΕΣΥ

Είναι πάντα εδώ
Κοίτα
Τα μακριά λυτά μαλλιά, τα δυο γαϊτανοφρύδα .
Χέρια λευκά σαν αθωότητα
Σκύβουν απάνω στα σγουρόμαλλα κεφάλια
Εφτά ανάσες σμίγουνε βαθιά με τη δική της

 

ΕΓΩ

Μάνα! Γυναίκα! Ουρανέ!
Ήταν το Χτες… είναι το Σήμερα…
Πια δεν το ξέρω
Ροδάνι ο χρόνος μ’ ακατάλυτη Εκείνη

 

ΕΣΥ

Νιότη κι Αγάπη μες στο πέλαγο του Νου

 

ΕΓΩ

Βραδιάζει… Ακούω πέρα το τριζόνι
Και το σκοτάδι αλάργα διώχνει
Του Ήλιου το χρυσάκτινο αστέρι
Κι αυτή η άλλη μας ζωή μέσα στο σούρουπο
Μιαν άλλη γλώσσα κουβεντιάζει
Κι άλλους Θεούς δοξάζει
Σε σκύλες και γιορτές
Τάχα να ζούμε τούτες τις στιγμές
Ή ναν κρυφό ξανά σεργιάνι
Στους έρωτες τους παιδικούς
Που θέριεψαν και γίναν Πάθη
Να’ ναι ακόμα μια σκιά
Στον ύπνο έκπτωτων αγγέλων
Με στεναγμούς τη θύρα κρούουν της Εδέμ
Και το παλιό το κλέος ζητιανεύουν

 

ΕΣΥ

Είμαστε δω
Πέρα μουχρώνει η θάλασσα

 

ΕΓΩ

Πέρα μουχρώνει η θάλασσα
Και δώθε η καρδιά μας
Ίδιο το κάλλος μένει
Κι ας κλαίει κάτω από μισό φεγγάρι
Φεγγάρι κόκκινο και ξένο

 

ΕΣΥ

Είμαστε δω, πατάμε απάνω στις δικές σου λέξεις
Στο χώμα σκύβουμε
Φιλάμε την Αλήθεια του Ανέμου

 

ΕΓΩ

Δώρο πικρό μας δόθηκε
Μα τ’ άπλωσα το χέρι, τη ματιά, το άκουσμα
Αγαπάω με τις πέντε μου αισθήσεις

 

ΕΣΥ

Αγαπάω με τις δέκα μου αισθήσεις
Πατρίδα! Δικό σου μύρο αναπνέω
Κι είναι το άρωμά σου γλυκοβοτανο
Πνοή Μαντόνας
Πάνω απ’ της Πείνας και της Δίψας μου το βρέφος
Στα μακριά μαλλιά μου
Χύνω αφρούς απ’ τ’ ακρογιάλι σου
Κι έτσι λουσμένος μες στο κύμα σου
Παιδί δικό σου αναγεννιέμαι
Μάνα…
Αφέντρα…
Προσταγή…

 

ΕΓΩ ΚΙ ΕΣΥ

Εγώ κι εσύ
Εμείς
Τότε, Τώρα… Αύριο
Ο δρόμος εκεί, ανοιχτός
Οι καρδιές εκεί, ανοιχτές
Μες στις πολύβουες ζωές
Των άλλων μα και τις δικές μας
Κράτησέ με…
Ταξίδεψέ με…
Με τους δικούς μας χάρτες
Καλογυαλισμένες τις πυξίδες
Αλεξ-ήνεμοι κινάμε

 

ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ…

Άκου! Περνάν τα χρόνια μας στο δρόμο
Με σιωπές που ξεκουφαίνουν
Με ήχους πλάγιους, σχεδόν βυζαντινούς
Κάθε πρωί σταυρώνω
Στης Ανατολής τα μέρη τα δυο μάτια μου
Το Ζωοδότη Ήλιο προσκυνάω
Λέω πως θα ’βγει σήμερα απ’ του Βορρά τα μέρη
Πως θα μου φέρει ένα στιχάκι απ’ τα κύματα της άνοιξης
Ένα του ονείρου παραμύθι απ’ το Χτες
Και μια μαρμαρωμένη πριγκιπέσσα
Θα νιώσει του καημού μου το φιλί
Θ’ αναστηθεί απ’τον ατέλειωτο τον ύπνο της
Πέρα από μάγισσες και μήλα δηλητήριο
Θα κοιταχτεί και πάλι στον καθρέφτη της
Με τις ξανθιές, τις πράσινες, τις γαλανές πλεξούδες
Με τις βαρκούλες στο γιαλό των δυο ματιών της
Και πάλι καλοτάξιδες, καλότυχες και πάλι
Μ’ ένα ολόλευκο μαντίλι θα κάνει το σινιάλο της
Κι εγώ, με καραβάνια τόσων χρόνων
Θύμησες, γνώρες θα φορτώσω
Σαν να ’μαι Εγώ…
Σαν να ’μαι Εσύ…

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ, ΑΣΒΕΣΤΗ ΜΝΗΜΗ

Περνώ συχνά εμπρός από τη στοιχειωμένη μνήμη
Τα μισόκτιστα όνειρα, οι ημιτελείς προσδοκίες
Αφημένες σε μέρες νεκρές, σε νύχτες ασέληνες
Ξεριζωμένες νοσταλγίες φιλούν με χείλη απουσίας
Μία ζωή στα σπάργανα κλεισμένη

Κάποτε τα κύματα μιλούσαν με τη γλώσσα των αγγέλων
Οι βάρκες έφερναν τα δίχτυα γεμάτα ήλιους
Μικρό παιδί χαιρόμουν στις πατούσες, μες στη χούφτα μου
Τη χρυσαφένια διαδρομή της άμμου
Εκεί μιλούσα με τις Μοίρες μου, στήνοντας κάστρα που δεν γκρέμιζε
Το ξέβρασμα της θάλασσας τις ώρες που οι προσκυνητές της αποσύρονταν
Στα περιβόλια γύριζαν αχείμαντες, ξανθομαλλούσες οι νεράιδες
Με κίτρινες, πορτοκαλιές ανταύγειες μες στις πλεξούδες που ανέμιζαν
Με γέλιο κρύσταλλο, ματιά καθρέφτης του γαλάζιου τ’ ουρανού

Μα την Εστία αποδιώξαν του Κάτω Κόσμου ετερόσημες βουλές
Γεμίσαν τα όνειρα καπνούς κι αιθάλη μαρμαρωμένη σαν παράπονο πικρό
Κοιμήθηκα με βλέφαρα ανοικτά, με φλόγες να μου καιν τις ίριδες
Καθώς στην πόλη με σκυφτό κεφάλι, βήματα βαριά
Τριγυρνούσε αλυσόδετο το κλέος μιας μακραίωνης πορείας

Αμμόχωστος! Αρσινόη! Σαλαμίνα !Αλάσια!

Σαν στάχυ μέστωσα και γέρνω στου Νότου την άλλη μου πατρίδα
Με κόκκους ποτισμένους απ’ το δάκρυ και την έγνοια σου
Mέσα εκεί ερμητικά κλεισμένους φυλάω τους θησαυρούς σου
Ημερολόγια και χάρτες απ’ τις μέρες της Αγάπης που κοιμήθηκε
Με ξιφολόγχη για προσκέφαλο, φωνές κι αντάρα πανωσέντονα
Μα’ χει στη θλίψη αποκάτω λεμονανθούς και πράσινα φυλλώματα
Κάθε που μπαίνει άνοιξη μοσχοβολάν αμάραντη πατρίδα και πεθυμιά ατέλευτη
Ολόχρονα τους πόθους μου μυρώνουν , δίνουν φωνή στο δρόμο που καλεί
Στην πόλη με την κραυγαλέα σιωπή, με τη βουβή εγκαρτέρηση

Α΄Βραβείο ποίησης στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό E.Π.Ο.Κ
Απρίλιος 2010

 

 

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΜΙΑ ΑΠΕΘΑΝΤΗ ΑΓΑΠΗ

M’ ακούς; Εδώ είμαι πάλι, μπρος στην καρτερία σου
Περνώ τον ψίθυρό μου μέσα απ΄το κουρασμένο φύλλωμα
Από τη θλίψη μέσα ενός αγίνωτου πορτοκαλιού
Τον σπαραγμό μιας εφηβείας που δεν εγίνη νιότη
Παρά μονάχα κρύφτηκε μες στα χαλάσματά σου
Χτυπώντας στις αιχμάλωτες φλέβες το ρυθμό της απουσίας

Εσύ πάντα εκεί, ακίνητη στων εποχών την κίνηση

Πες μου πως μ’ αναγνωρίζεις όταν έρχομαι
΄Ισως η φωνή μου να ΄χει αλλάξει
Απ΄τις καταχρήσεις μιας πληγωμένης ωριμότητας
Μα είμαι πάντα το παιδί π’ ανάστησε το φως σου
Και τα μαλλιά μου δε γέρασαν
Γλάροι λευκοί γενήκανε για να κουρνιάσουν στων κυμάτων σου το στίχο

Μακριά σου ανάστησα οργή, Οθέλλους ενός κόκκινου καημού
Και ζήτησα το πάθος μου να πνίξω
Σε μνήμες μέσα πληγιασμένες απ΄ του ΄Αδη το κοντάρι
Και τότες έτρεχε το αίμα της ψυχής και της αγάπης

Αμμόχωστος των παιδικών μου ανθώνων,
Των παιχνιδιών του ήλιου στους βλαστούς της ύπαρξής μου
Στη σιωπή σου οδοιπορώντας αναζήτησα
Αγάλματα και κίονες του κλέους
Στη θάλασσά σου γύρεψα
Συγκλητικές να ντύσουν την τιμή, την αντοχή μου με τη φλόγα τους
Με πανοπλίες και ασπίδες στους σκληρούς καιρούς ενάντια
Και μες στα χέρια που’ θρεψε των χρόνων το παράπονο
Τα βέλη της επιστροφής να μου χαρίσουν
Και τοξοβόλος της χαμένης μου της μοίρας να ορθωθώ
Προσκυνητής που στη μεγάλη του την πίστη επιστρέφει

 

Αριστείο Ποίησης 2011, Ελληνικού Πνευματικού Ομίλου Κυπρίων
ΘΕΜΑ: « Αμμόχωστος Βασιλεύουσα». Χώμα που περπάτησα, γη που νοσταλγώ

 

 

ΓΥΝΑΙΚΑ

Γυναίκα,
το άγαλμά σου έχει στηθεί κάτω απ΄τον ήλιο
πότε με ένα μαντίλι στο κεφάλι
πότε με ξέμπλεκα μαλλιά
Μα πάντα εκεί βλέπω σκυμμένο ένα γκρίζο πουλί
να σκύβει να τσιμπολογάει
λίγο λίγο το ουράνιο τόξο
που θα ΄θελε να γίνει καλοκαιριάτικη κορδέλα στα μαλλιά σου
μα γίνεται σκέψη ανεμοδαρμένη
γίνεται κουπί και αρμενίζει μες στην έγνοια, Γυναίκα
Γιατί γεννήθηκες για να γεννάς τη θάλασσα
κι όλους τους βράχους της μαζί
μα και καράβια που όλο φεύγουνε
πότε με ούρια ευχή
πότε με πόνο χωρισμού

Γυναίκα
σου΄δωσε ο Θεός αντρίκια χέρια
για να δουλεύεις σαν αμόνι τον καιρό
Και τις φωτιές να ανάβεις
να λάμπουν φώτα μες στους δρόμους των παιδιών
Κι όταν πονάς, γυναίκα
με τις ωδίνες και οδύνες του καιρού σου
είναι για να γεννάς ακόμα ελπίδα
και να γεννιέσαι εσύ σαν άλλη μέρα
μια νέα ανατολή
για τα παιδιά που έμειναν χωρίς αγκάλη
για ένα κόσμο που έμεινε ακίνητος
χωρίς την γενική του πτώση στην αγάπη
Της αγάπης, της αγάπης , της αγάπης κόσμος
μόνο μέσα στο κόκκινό σου αίμα πάλλεται
σαν νέο φεγγάρι είκοσι οχτώ ημερών
και σαν κύκλος μυστικός που πλάθει
και ξαναπλάθει τη ζωή
ώσπου ο έρωτας να γονιμοποιήσει ένα μέλλον

 

 

ΑΦΥΠΝΙΣΗ 800 mg (2012)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 

ΜΕ ΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Κοίταζε έξω απ’ το παράθυρο πίνοντας αργά τον καφέ του, χαζεύοντας ασυναίσθητα την κίνηση του δρόμου. Κάποια στιγμή εκείνη θα φαινόταν, αέρινη, υπέροχη όπως πάντα, κάνοντας την καρδιά του να κτυπά σαν εικοσάχρονο παλικαράκι. Χαμογέλασε ακόμα και στη σκέψη. Παλικαράκι αυτός που ετοιμαζόταν σε λίγους μήνες να βγει στη σύνταξη! Είχε ήδη αρχίσει να μαζεύει τα προσωπικά του αντικείμενα από τα συρτάρια του γραφείου του. Ετοίμαζε την αποχώρησή του με τη μεγαλοπρέπεια ενός μαχητή που εγκαταλείπει νικηφόρα το πεδίο της μάχης. Σκεφτόταν τις ατέλειωτες μοναχικές νύχτες μπροστά στην πληθώρα των τηλεοπτικών προϊόντων που θα του κρατούσαν πλέον συντροφιά, μια και συμβία δεν υπήρξε ποτέ στη ζωή του. Πολλές μόνο και περαστικές γνωριμίες, που
του πρόσφεραν την επιβεβαίωση που χρειαζόταν κάθε αρσενικό, ποτέ όμως τη βεβαιότητα πως είχε βρει το έτερον ήμισυ, που λέγαν κι οι ρομαντικοί. Και τώρα, στο κατώφλι της αφυπηρέτησης, μπήκε εκείνη σαν άνοιξη στην ύπαρξή του. Συνάδελφος, ζωντοχήρα, χωρίς υποχρεώσεις, μ’ ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο μες στο βλέμμα της, αναστάτωσε τη μοναξιά του, ανέτρεψε τα πιστεύω του, κατακερμάτισε τις αντιστάσεις του. Και σαν εκείνη ανταποκρίθηκε στην πρότασή του να πιει ένα ποτό μαζί του, έμεινε άγρυπνος ολόκληρο το βράδυ, πλάθοντας με τη φαντασία του κάθε λεπτομέρεια αυτής της συνάντησης.
Ρούφηξε την τελευταία γουλιά απ’ τον καφέ του, χάιδεψε απαλά το τριαντάφυλλο που φύλαγε γι’ αυτήν κάτω από το τραπέζι με καρδιοχτύπι ερωτοχτυπημένου έφηβου και αφέθηκε και πάλι στ’ αγνάντεμα του δρόμου. Κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό του. Αγανάκτησε σαν πιστός προσκυνητής που του διακόπτουν μια ιεροτελεστία. Η αδερφή του η Αμαλία ήταν, με χρόνια πάθηση στην γκρίνια και στη μιζέρια. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον αφήσει ήσυχο, αν δεν της έδινε την ευκαιρία να του μιλήσει. Αφοσιώθηκε στο τηλεφώνημα. Οι γνωστές μεμψιμοιρίες. Ένας άντρας τάχα μου γυναικάς, που όλο κυνήγαγε να τον πιάσει στα πράσα χι όλο της ξέφευγε, τα λεφτά που δεν της έδινε, η ζωή που δεν της χάριζε. Του ξέφυγε ένας μικρός αναστεναγμός. Δε θυμόταν τι ψέλλισε, άφησε μόνο το τηλέφωνο στην άκρη κι εκείνη να μιλά χωρίς να την ακούει και κάρφωσε το βλέμμα στο ταβάνι ψάχνοντας στη λευκότητά του την ηρεμία που δεν του πρόσφερε η μέρα.
Τινάχτηκε λες και τον διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα στη φωνή της.
«Ιάκωβε», είπε μόνο εκείνη κι ένιωσε να τον καλούν όλοι οι άγγελοι του Παραδείσου με τις άρπες τους.
Σηκώθηκε κάπως άτσαλα, προσπαθώντας να τιθασεύσει το τρέμουλο των χεριών, των ποδιών, των χειλιών, της ζωής του ολάκερης. Εκείνη δέχτηκε τη χειραψία του μ’ ελαφρύ χαμόγελο και κάθισε ανασηκώνοντας χαριτωμένα το λουλουδάτο της φόρεμα, αποκαλύπτοντας την αρχή από δυο καλλίγραμμες γάμπες. Εκείνος κατέβαλε υπεράνθρωπη προσπάθεια να αποσύρει τα μάτια του από το υπέροχο, γυναικείο θέαμα και να προσηλωθεί στα λόγια της. Κι εκείνη μιλούσε, μιλούσε, με φθόγγους που στην αρχή έφταναν σαν τα ροδοπέταλα του τριαντάφυλλού του στ’ αυτιά κι ύστερα, χωρίς να το καταλάβει, ακούμπησαν τ’ αγκάθια στο μίσχο και του τρύπησαν την καρδιά. Την άκουσε μες στην παραζάλη του να του ζητάει να μεσολαβήσει εκείνος, σαν ανώτερος υπάλληλος για την πρόσληψη ενός φίλου, που απ’ τον τρόπο που πρόφερε το όνομά του μόνο απλώς φίλος δε φαινόταν να είναι για κείνην. Και σαν τέλειωσε το μονόλογό της και τον ύμνο για τον δήθεν φίλο, βέβαιη για τη γοητεία της και πιο βέβαιη για τη δική του παράδοση, σηκώθηκε με το γνωστό χαμόγελο να κλείνει το αντίο της, προφασίστηκε ένα επείγον ραντεβού για μανικιούρ πεντικιούρ και χάθηκε στην κίνηση του δρόμου.
Έξω έπεφτε η νύχτα. Κάτω από το τραπέζι έπεφταν ένα ένα τα πέταλα του τριαντάφυλλου σαν μαδημένες ελπίδες. Δίπλα του το κινητό του, ανοικτό ακόμα, έφερνε στ’ αυτιά του τον απόηχο μιας ακατάσχετης φλυαρίας. Το σήκωσε αργά αργά, τ’ ακούμπησε στ’ αυτί του κι άφησε να του φύγει άλλος ένας αναστεναγμός σαν βάρος ψυχής.
«Δέξου την πραγματικότητα, Αμαλία», είπε και κοίταξε έντονα το είδωλό του, καθώς καθρεφτιζόταν στον καθρέφτη του τοίχου απέναντι.

 

 

ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ

Έβαλε μια τελευταία πινελιά στο μακιγιάζ της, βάφοντας ακόμα πιο κόκκινα τα χείλη της και κοιτάχτηκε για τελευταία φορά στον καθρέφτη. Μια γυναίκα θελκτική, ερωτική, της έστειλε το πιο προκλητικό της χαμόγελο και της έκλεισε πονηρά το μάτι. Πολύ καλά κρατιόταν στα σαράντα τρία της, το ’βλεπε στα λαίμαργα βλέμματα των άντρων και στις ζηλόφθονες ματιές του γυναικείου της περίγυρου. Το στενό μαύρο φόρεμα που είχε επιλέξει για τη βραδιά αναδείκνυε το καλογυμνασμένο σώμα της, προϊόν ατέλειωτου μόχθου στο γυμναστήριο και αδιάκοπης στέρησης από τις γαστριμαργικές δημιουργίες που ορεγόταν μεν, απωθούσε δε, για χάρη της άψογης εμφάνισης.
Έψαξε για τα κλειδιά του καινούριου σπορ αυτοκινήτου της. Απόψε θα το επεδείκνυε για πρώτη φορά στην παρέα. Θα το ’βλεπε κι ο Αλκής, το νέο μέλος της συντροφιάς, συνάδελφος της Τζένης στη Νομική Υπηρεσία, μόλιςτριάντα πέντε χρόνων, αρρενωπός και όνειρο κάθε γυναίκας που τον  γνώριζε. Αν η Τζένη δεν ήταν φρεσκοπαντρεμένη κι ερωτοχτυπημένη, σίγουρα δε θ’ άφηνε την ευκαιρία να πάει χαμένη, αλλά σαν καλή φίλη της τον σύστησε ξέροντας το γούστο και την προτίμησή της για τους νεότερους άντρες. Και γιατί όχι; Άνετα μπορούσε να περάσει για συνομήλική του, δεν είχαν δα και καμιά τρομερή διαφορά. Και στα βλέμματά του, στα δήθεν τυχαία αγγίγματά του, άλλο δεν αισθανόταν παρά τον πόθο του για κείνη, μια γυναίκα αδέσμευτη, οικονομικά ανεξάρτητη, που ήξερε να ζει τη ζωή της και να γεύεται την κάθε μέρα σαν πρωτόγνωρη εμπειρία.
Έξω ο καιρός μύριζε πια καλοκαίρι. Μπήκε στο αυτοκίνητο με τη σιγουριά ακαταμάχητου θηλυκού, αναπνέοντας βαθιά ένα κράμα νυχτερινής δρόσου και καινούριου δέρματος στα καθίσματα του αποκτήματός της. Μες στο μισοσκόταδο άναψε τον ειδικό φωτισμό, πέρασε άλλη μια γραμμή μάσκαρα στις πυκνές βλεφαρίδες της, τίναξε την πλούσια ξανθή της κόμη n έβαλε μπρος οργώνοντας τους δρόμους της νύχτας.
Οδηγούσε σαν μεθυσμένη, έχοντας ήδη πιει το γλυκό κρασί από τα χάδια και τα φιλιά του. Έβαλε μουσική λες και ήθελε να τονώσει ακόμα περισσότερο την ερωτική ατμόσφαιρα που γεννιόταν μες στο μυαλό της. Χαμογέλασε βαθιά ικανοποιημένη. Όχι, δεν είχε παράπονο, μια χαρά της είχε φερθεί η ζωή κι ούτε μια στιγμή δεν είχε μετανιώσει για εκείνο το διαζύγιο, είκοσι χρόνια πριν. Ίσως τώρα, αν έμενε σ’ εκείνο το γάμο, να είχε παιδιά, μα αυτό δε σήμαινε πως θα ήταν και πιο ευτυχισμένη. Ένας γάμος που άλλοι αποφάσισαν για εκείνη και κράτησε μόνο όσο εκείνη μπόρεσε να τον αντέξει. Ασυναίσθητα ήρθε μπρος της ο Αντρέας, το βλέμμα του, την ώρα που εκείνη έλεγε το «αντίο», άνοιγε την πόρτα κι έφευγε απ’ τη ζωή του. Εκείνο το βλέμμα του δε θα μπορούσε ποτέ να το ξεχάσει. Μπα σε καλό της! Τι της ήρθε στο μυαλό μια τέτοια νύχτα! Βιάστηκε να διώξει τις ανεπιθύμητες μνήμες, προσηλώθηκε στο ραδιόφωνο και στα σουξέ της εποχής, που ξεσήκωναν μέσα της όλες τις ερωτικές επιθυμίες της σάρκας.
Έσβησε τον κλιματισμό του αυτοκινήτου, άνοιξε το παράθυρο κι άφησε το καλοκαιρινό αεράκι να της χαϊδέψει το πρόσωπο, έτσι καθώς έτρεχε προς την αγκαλιά του καινούριου έρωτα. Ο δρόμος ευθύς, σχεδόν άδειος, προκάλεσε τις αισθήσεις της, πάτησε γκάζι κι έτρεξε πιο γρήγορα προς την προοπτική της αγκαλιάς του.
Η σκιά φάνηκε μπροστά της πολύ αργά, όταν πια κανένα φρένο δε θα μπορούσε να αποτρέψει το χτύπημα. Ένας βαρύς γδούπος και μετά η σκιά έγινε μια άμορφη μάζα καταμεσής του δρόμου. Κατέβηκε σαν ζαλισμένη, πλησίασε με κομμένη την αναπνοή, έσκυψε πάνω απ’ το θύμα της. Το βλέμμα του κατακόκκινο σαν ερινύα.
«Αντρέα», ψέλλισε…
«Αντρέα», φώναξε…
«Αντρέα», ούρλιαξε κι αφέθηκε στη σκοτοδίνη μιας νύχτας που έπεφτε
βαριά στην ψυχή της.

 

 

ΚΑΘΕ ΣΤΙΓΜΗ

Τρία ολόκληρα χρόνια! Μια άνιση μάχη με το θάνατο, ένα συνεχόμενο κυνηγητό της ελπίδας. Μα εκείνη κρυβόταν πότε πίσω από ιατρικά ανακοινωθέντα, πότε μέσα στα μισόλογα γνωστών και φίλων και πότε μπρος στα μάτια των δικών της ανθρώπων, σαν πέφταν ασυμμάζευτες οι σκιές της απόγνωσης.
Η ετυμηγορία καταπέλτης. Προχωρημένος καρκίνος του μαστού, άμεση ανάγκη για χημειοθεραπεία, αδιευκρίνιστες οι πιθανότητες επιτυχίας. Ζήτησε ειλικρίνεια κι άφησε την καρδιά της να μαστιγωθεί μέσα στο ελάχιστο από ζωή που της προσφερόταν.
Εκείνο το βράδυ, της αλήθειας το βράδυ, κάθισε για ώρα πολλή στο κατώφλι της συντροφιά με ένα λειψό φεγγάρι. Σε λίγες μέρες έκλεινε τα τριάντα οχτώ. Ίσως να ήταν και τα τελευταία της γενέθλια σ’ αυτό τον κόσμο, σκέφτηκε και ρίγησε. Όχι στη σκέψη του θανάτου, μα στην έγνοια του ανεκπλήρωτου. Μικρός της φάνηκε ο δρόμος που είχε ήδη διαβεί, ελάχιστος αυτός που είχε απομείνει. Και τι πρόλαβε να κτίσει από όνειρα; Μικρή ήθελε να γίνει γιατρός και να γυρίσει τον κόσμο. Τώρα γύρευε από τους γιατρούς της τη συνέχεια κι ο κόσμος μίκραινε και μαζευόταν, ένα κουβάρι γινόταν που της στεκόταν κόμπος στο λαιμό στης εισπνοής την ώρα.
Γύρισε η μνήμη στα παιδικά τα χρόνια. Στις μυρωδιές από το φρέσκο
ψωμί στην αυλή της γιαγιάς, στα χαρούμενα παιχνίδια με αδέρφια και ξαδέρφια, στα μπάνια στην καταγάλανη θάλασσα της πόλης της. Κι ύστερα ξύπνησε η εφηβεία, θέριεψαν τα θέλω, ήρθαν και τη βρήκαν επιτακτικές οι πεθυμιές. Κάπου εκεί στα δεκάξι της ήταν που έλαβε μέρος σε ένα διαγωνισμό μουσικής και φώλιασε μέσα της η επιθυμία να γίνει τραγουδίστρια. Λες και άναψε ξάφνου μέσα της ένα πράσινο φως, που της έδειχνε το δρόμο προς το πεπρωμένο της. Απόρησε η χήρα μάνα. Τραγουδίστρια η κόρη της, τη στιγμή που μάζευε δεκάρα δεκάρα τις οικονομίες της να τη σπουδάσει
γιατρό; Αντίθετους δρόμους γύρευε να διαβεί. Το ’χε σκεφτεί καλά; Πολύ καλά είχε ριζώσει στην καρδιά της η αγάπη για τις νότες, ο καημός για το τραγούδι. Παράτησε τα φροντιστήρια Φυσικής και Χημείας,βάλθηκε να τρέχει στα ωδεία. Ασκήσεις φωνητικής, αρμονία, κιθάρα, όλα σε ένα συνδυασμό που θα της επέτρεπε να ασχοληθεί επαγγελματικά με την καινούρια, μεγάλη της χαρά. Τελειώνοντας το Λύκειο, ήταν πια έτοιμη να ανοίξει τα φτερά της για τη Βοστώνη και να σπουδάσει σε ένα από τα πιο φημισμένα Πανεπιστήμια του κόσμου στον κλάδο της Μουσικής. Τέσσερα χρόνια ανείπωτης ευτυχίας, τέσσερα χρόνια μοναδικής δημιουργίας.Κάθε νότα κι ένα σκαλί, που την ανέβαζε ψηλότερα στον ουρανό που ήθελε να φτάσει.

Κι ύστερα, σαν γύρισε πια στην πατρίδα, σαν πήρε το μικρόφωνο στα χέρια της και βγήκε σε πίστες και συναυλίες, άλλος αέρας φύσηξε μες στην καρδιά της. Τη μεθούσε κυριολεκτικά η στιγμή που αντάμωνε το κοινό της, που γινόταν ένα μαζί του κι άφηνε τη μελωδία να τους ενώσει σε ένα μαγικό ταξίδι. Κι η ίδια ένιωθε τόσο γεμάτη, που άλλο δε γύρεψε για χρόνια στη ζωή της από τούτο το μεθύσι της ερμηνείας. Όχι πως δε βρέθηκαν στο δρόμο της άντρες κατάλληλοι να τη συντροφέψουν. Μα εκείνη όλο και ανέβαλλε, όλο και μάζευε για το μέλλον τα ωραία και τα μεγάλα που της πρόσφερε το παρόν.
Και τώρα, εμπρός της η καταραμένη αρρώστια. Κοίταξε ξανά το μαύρο ουρανό. Πιο λεπτή ακόμα της φάνηκε η φέτα φεγγαριού. Και πιο πολλά τα απραγματοποίητα που μαζευτήκαν στην καρδιά της. Έσφιξε μες στη θέλησή της την απόφαση. Κάθε στιγμή από δω και μπρος ήταν ακόμα πιο σημαντική από εκείνες που φύγανε. Ήθελε πολλά, θα αγωνιζόταν έστω και για τα λίγα. Πρώτη φορά πρόσεχε τη λάμψη των αστεριών, πρώτη φορά ανέπνεε μες στη νύχτα τη μυρωδιά του νυχτολούλουδου. Και πρώτη φορά που θα ’θελε να μπει στο σπίτι και να χαϊδέψει το κεφάλι ενός παιδιού. Του δικού της παιδιού.
Τρία ολόκληρα χρόνια! Μια άνιση μάχη με το θάνατο, μέχρι που εκείνος λιποψύχησε κι εγκατέλειψε τον πόλεμο. Οι γιατροί μίλησαν για θαύμα. Μα εκείνη το ήξερε καλά. Δεν είναι θαύμα η θέληση ενός ανθρώπου για ζωή. Κινητήριος δύναμη είναι, που ανατρέπει τα πικρά τα δεδομένα.
Κοίταξε ξανά το είδωλό της στον καθρέφτη. Κι εκεί αντάμωσε τη λεπτή σιλουέτα της μέσα στο μακρύ λευκό φόρεμα. Ανέβηκε ύστερα στο πρόσωπο, εστίασε στα δυο της μάτια, που πάλευαν να συγκρατήσουν ένα κομμάτι φως στις δυο τους ίριδες. Τα μάγουλά της πρόβαλλαν χλομά ακόμα απέναντι της. Κι ύστερα το βλέμμα ανέβηκε, έφτασε μέχρι το κεφάλι. Το γυμνό κεφάλι, που είχε αφήσει χωρίς μαλλιά η τρίχρονη χημειοθεραπεία. Το άγγιξε με χέρι τρεμάμενο, ενώ το χείλι έπνιγε ένα μικρό λυγμό. Δίπλα της η περούκα με τα μακριά ξανθά μαλλιά την κοίταζε αναποφάσιστη.
Το θέατρο κατάμεστο από κόσμο. Η ορχήστρα στη θέση της είχε αρχίσει ήδη να παίζει την εισαγωγή από το πρώτο της τραγούδι. Κι εκείνη βάδισε στη σκηνή με ξεγύμνωτη καρδιά, με το κεφάλι όρθιο. Αυθόρμητο το χειροκρότημα, της έφερε δάκρυα στα μάτια. Κι έτσι, χωρίς φτιασίδια, χωρίς μακιγιάζ, χωρίς την άλλοτε περήφανη κόμη της να προσθέτει στην εμφάνισή της, άφησε το τραγούδι της να γλιστρήσει από την ψυχή της και να φτάσει μέχρι την ευαισθησία όλων εκείνων που πήγαν να την ακούσουν είτε από θαυμασμό είτε από απλή περιέργεια. Κάπου ανάμεσα στο πλήθος, στις πρώτες σειρές, συνάντησε το βλέμμα του. Ο Θέμης, μια ηλιαχτίδα από τα εφηβικά της χρόνια, συμμαθητής στο Γυμνάσιο, το πρώτο ερωτικό της σκίρτημα. Δυο φορές της είχε κάνει πρόταση γάμου, δυο φορές είχε αρνηθεί. Στύλωσε τα μάτια της στα δικά τον και του ψιθύρισε σιωπηρά πόσο πολύ αγαπούσε πια τη ζωή, πόσο πολύ εκτιμούσε την κάθε στιγμή που της χάριζε.

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

 

«Φωνήεντα σε περίπτερο», εκδόσεις Μανδραγόρας, 2016
Κύριος πυλώνας ο έρωτας

Η αξιομνημόνευτα παραγωγική ποιήτρια Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου έχει πλέον καλά επεξεργασμένη συμβολιστική μεθοδολογία, εύγλωττη, παραστατική και προσλήψιμη. Κι αυτό είναι κάτι που διαπιστώνει κανείς εύκολα, από τα πρώτα κιόλας ποιήματα της νέας της συλλογής: «Πέρασα όλη τη ζωή μου όρθια / σε ένα λεωφορείο άγονης ζωής / Σαν έτοιμη μονίμως για την έξοδο». (σελ. 9)

Η ποίησή της είναι βαθιά ενδοσκοπική, ποίηση εσωτερικού χώρου, με κύριο θεματικό πυλώνα τον έρωτα, που συχνά διανθίζεται και από σπαράγματα ποιητικής: «Αρπάζω τις λέξεις ενώ ακόμα σπαρταρούν / τις περιχύνω με λίγη αρμύρα / από θάλασσα που δεν ταξίδεψα / και τις σερβίρω με ελαφρύ πασπάλισμα μελαγχολίας / Δεν μαγειρεύονται οι λέξεις μου / μα καίγονται / όπως τα όνειρά μου». (σελ. 15)

Πιστεύω πως στη ενδοσκοπική ποίηση της Ε.Α.Φ. ανιχνεύεται μια εσωτερική δυναμική, η οποία και διακρίνεται για μια οιονεί εκρηκτικότητα: «Έχω μέσα μου έναν θυμό / Ανενεργή βόμβα μολότοφ / που ψάχνει τη διαδήλωσή της». (σελ. 24)

Ωστόσο, συνολικά, δεσπόζει η ερωτική θεματική, η οποία, άλλοτε βγαίνει στην επιφάνεια και άλλοτε μένει στον βυθό των στίχων της, αλλά είναι, σχεδόν εσαεί, παρούσα. Και πρόκειται για μια θεματική πολύπλευρη, πολύπτυχη και πολυεπίπεδη, που εξετάζεται ενδελεχώς, πολυπρισματικά και όχι μονοδιάστατα ή μονοσήμαντα.

Συχνά οι στίχοι της Ε.Α.Φ. αποπνέουν ένα συναίσθημα συντριβής, μάλλον με ερωτικό υπογάστριο: «Έκλαψα πολύ μέσα μου / θάλασσες πια οι στεριές και τα βράχια μου / Τα σπλάχνα πλημμύρισαν αλάτι…». (σελ. 26) Στη συλλογή όμως δεν θεματοποιείται μόνο η ερωτική συντριβή, αλλά και η ερωτική ανάταση. Έτσι, συναντούμε στίχους αναθάρρησης, αισιοδοξίας, προοπτικής, με σαφέστατα ερωτικό υπόβαθρο: «Κι αν όλες οι μέρες μας / έρθουν σαν νύχτες / εγώ θα βάζω ήλιο πετράδι στον λαιμό / να γίνομαι αυτόφωτη περιφορά αγάπης». (σελ. 34)

Υπάρχουν βέβαια και ποιήματα όπου ο έρωτας αντιμετωπίζεται ως μια υπόσχεση, μια δέσμευση με μελλοντολογικό χαρακτήρα. Εδώ σωματοποιείται η ερωτική προσμονή, η προσδοκία, ο ευσεβής πόθος της ερωτικής πραγμάτωσης, έστω κι αν ενίοτε αποδεικνύεται ευσεβοποθισμός: «Η καρτ ποστάλ πανάρχαια πια διαδικασία / Γι’ αυτό μου στέλνεις τα e-mail με χαρακτήρες ελλιπείς / Με υποσχέσεις που εννοούνται / Παρανοούνται ενίοτε / Στην ψευδαίσθηση του ελλιπούς αφήνομαι / και ό,τι είναι / το επεκτείνω / σε μια υπόσχεση καρδιάς». (σελ. 40)

Βασικά, η ποιήτρια υμνεί και το ερωτικό δόσιμο, την αυτοπροσφορά, τη σπονδή, τη θυσία χάριν της ερωτικής πραγμάτωσης, χάριν της ερωτικής κορύφωσης: «Πάει καιρός που έχω να καώ σε τόση λάβα / Χλωρό κορμί που τώρα επιστρέφει / να αποξηρανθώ μέσα στο βλέμμα σου / και να καώ ολόκληρη». (σελ. 54)

Βέβαια, φυσιολογικά και μοιραία, η Ε.Α.Φ. υμνεί και το ατελέσφορο, το ανεπίδοτο, το ανεκπλήρωτο του έρωτα, ενός πάθους που δεν ευοδώθηκε ποτέ: «Κρίμα / Τόση σπατάλη / με κέρματα αγάπης / που δεν εξαργυρώνονται / Πέφτανε μόνο ανυπεράσπιστα / μες στα πηγάδια των ευχών / για να πνιγούν». (σελ. 64)

Εντός της θεματικής διαπασών της Ε.Α.Φ. και οι έρωτες που αποδείχτηκαν κατώτεροι των προσδοκιών, χρησιμοθηρικοί και ωφελιμιστικοί. Άλλης μορφής ερωτικο-συναισθηματικά τραύματα κι αυτά, που η ποιήτρια πραγματεύεται αρκούντως ικανοποιητικά, από αισθητικής άποψης: «Βελόνι παίρνω μες στη νύχτα / φέγγει σαν λύχνο παλιό / το μυστικό φεγγάρι μου / Ράβω αγάπες που ξηλώθηκαν / φόδρες που υποχώρησαν / και με αφήσανε γυμνή / στα βλέμματα τ’ αχόρταγα / αρσενικών ωρών / που σπέρναμε μα δεν γεννούσαν μέλλον». (σελ. 81)

Τέλος, επαναλαμβανόμενο θεματικό μοτίβο στο βιβλίο είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας, ο απραγματοποίητος, αυτός που δεν συντελέστηκε ποτέ, παρά την τόση προσμονή. Έτσι ήλθε η πίκρα και η απογοήτευση: «Τρέχω σαν Σταχτοπούτα να νοικοκυρέψω τόσες πτώσεις… / Κάθε βράδυ / Στις δώδεκα ακριβώς / Κομματιάζω κολοκύθες που αρνήθηκαν τα μάγια». (σελ. 133)

Όπως και στην προηγούμενη ποιητική συλλογή της, «Η λίμνη των κύκλων», 2014, η Ε.Α.Φ. αντλεί τα βασικά σύμβολά της από τη σύγχρονη καθημερινότητα, γεγονός που τα καθιστά οικεία και προσλήψιμα για τον αναγνώστη.

Θεωρώ τα ευσύνοπτα ποιήματά της ως τα πλέον λειτουργικά, εικονοκλαστικά, ιματζινιστικά και αξιοπρόσεκτα: «Να κρατάς πάντα ένα κλουβί στο σπίτι / Να βάζεις κάθε μέρα την τροφή / Ν’ αλλάζεις το νερό / προσμένοντας ένα πουλί / να νιώσει έλξη απόδρασης / για έναν εγκλεισμό που ετοιμάζεις». (σελ. 19)

Ακόμη μια καλή ευσύνοπτη στιγμή στο βιβλίο, ενδοσκοπική, παραστατική, λιτή, ευπρόσωπη και αισθητικά λειτουργική: «Λύπη / Μην καπηλεύεσαι τις μέρες μου / Σκοτάδι είσαι / και μου κρατάς ένα φεγγάρι στο μυαλό / για δόλωμα». Σελ. 57)

Ωστόσο, θεωρώ πως στα μακροσκελή ποιήματά της η ποιήτρια ενδεχομένως κάποτε να χάνεται μέσα στους συνειρμούς και τη λεξιλαγνία-λεξιθηρία της, με αποτέλεσμα, ο νοηματικός φόρτος να διαβρώνεται και να αποδυναμώνεται. Στιγμές-στιγμές δίνει την εντύπωση ότι γι’ άλλου ξεκίνησε κι αλλού το ποίημα την πήγε. Έτσι όμως η θεματική παραμένει συγκεχυμένη και η στόχευση θολή.

Θέλω να κλείσω με τη διαπίστωση ότι στο βιβλίο της Ε.Α.Φ., σπάνια αλλά πολύ ωραία, επιστρέφουν εικόνες από παιδικές μνήμες, άκρως λειτουργικές και ευπρόσωπες. Εδώ ιχνηλατείται και μια τρυφερή οικειότητα με τα σύμβολα και τις λέξεις: «Βυθίζομαι πάλι στη νύχτα / Ακούω τα μεσάνυχτα να περπατάνε / μες σε ψηλά τακούνια στον διάδρομο… / Λύκε Λύκε / μην είσαι πια εδώ / παίρνω το μπαστούνι μου / και σε κυνηγώ». (σελ. 94)

 

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

Φωνήεντα σε περίπτερο

Λέξεις σε μια χειρολαβή από την Αρτεμίου-Φωτιάδου

23/8/2016/tvxs

Η κριτική για δεκαετίες δεν αντιμετώπιζε την κυπριακή ποίηση ως ισότιμη. Οι σχετικές μελέτες ήταν υπερβολικά λίγες και μόνο τα τελευταία χρόνια -δειλά, είναι η αλήθεια, προς το παρόν- στράφηκαν προς την λογοτεχνική παραγωγή της Μεγαλονήσου. Και δεν αποτελεί υπερβολή η θέση ότι μεγάλο μέρος της κυπριακής λογοτεχνίας σφραγίζεται από τις μακρόχρονες πολιτικές περιπέτειες της Μεγαλονήσου με έναν πολιτικό κι εθνικό χαρακτήρα.

Ωστόσο, όπως σημειώναμε και παλαιότερα, η σύγχρονη κυπριακή ποίηση, με χρονική απόσταση από τα τραγικά συμβάντα της εισβολής, της διχοτόμησης και την εμπειρία των προηγούμενων διακοινοτικών συγκρούσεων, καλλιέργησαν την ποίηση -ως απόρροια της ειρήνευσης- με μία άλλη οπτική. Οι νεώτεροι λογοτέχνες πλησίασαν και παρακολούθησαν την ελλαδική λογοτεχνική παραγωγή διαμορφώνοντας για πρώτη φορά μία εθνική ελληνική ποίηση. Κύπριοι ποιητές συνδέονται άμεσα με την Ελλάδα παρακολουθώντας εκδοτικές δραστηριότητες και συμμετέχοντας σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις και δράσεις, ενισχύοντας συνεχώς τον ισχυρό δεσμό και εμπλουτίζοντας τελικά την ίδια την ποίηση και την τέχνη.

Η ποίηση της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου, «Φωνήεντα σε περίπτερο» (Μανδραγόρας, 2016), είναι υπαρξιακή με έντονο το κοινωνικό στοιχείο ως δομικό συστατικό. Ωστόσο, ξεφεύγει από την εσωτερική ανάγκη και την απελευθέρωση από τις λέξεις και συνδέεται με το κοινωνικό περιβάλλον. Πλήθος κοινωνικών παραστάσεων λειτουργούν ως οπλισμός για την οικοδόμηση μιας υπαρξιακής ποιητικής μακριά από το στενό ατομικιστικό πλαίσιο παλαιότερων γενεών.

Αν και παραμένει μία ενδοσκοπική ποίηση εντούτοις περιορίζεται από τις κοινωνικές προβολές και την πλούσια εκφραστική της, ισορροπώντας συναισθηματικά ανάμεσα στην προσωπική αγωνία και την κοινωνική απογοήτευση μέσα σε χώρους γεμάτους φως, χρώματα κίνηση και ήχο.

Η έκφρασή της ισορροπεί σε ένα αραχνοειδές πλέγμα μεταξύ προφορικότητας και εμπλουτισμένης λιτότητας ενισχυμένης με σουρεαλιστικά στοιχεία και λογοτεχνικά σχήματα. Διόλου τυχαία και η επιλογή του λεξιλογίου, που αποκαλύπτει έναν συνεχή αγώνα στιχουργικής επεξεργασίας και γλωσσικής καινοτομίας. Η μουσικότητα του στίχου και ο ρυθμός οδηγούν τον αναγνώστη/ακροατή χωρίς να τον πιέζουν, αλλά αφήνοντάς τον ελεύθερο να συναισθανθεί.

Η εκφραστική της Αρτεμίου-Φωτιάδου θεμελιώνεται σε μια πολύπλευρη γλώσσα, συμβάλλοντας στη διαρροή του συναισθήματος και στον έλεγχο της έντασης των συνθέσεων. Παρομοιώσεις, προσωποποιήσεις και αντιθέσεις πλαισιώνουν ενεργητικά τις κοινωνικές παραστάσεις που εισάγει στην ποίησή της και τη ρομαντική διάθεσή της. Δυναμικές γλωσσικά μεταφορές με βάση ασυνήθιστους -ετερόπτωτους ή επιθετικούς- προσδιορισμούς ξαφνιάζουν τον αναγνώστη/ακροατή με την πολυδιάστατη γλώσσα της ποιήτριας· τον συναρπάζουν με τον ποιητικό πλούτο και την εφευρετικότητά της.

Οι μετωνυμίες και οι μεταφορικοί προσδιορισμοί όμως δε στέκουν απλά δίπλα στο προσηγορικό ουσιαστικό ως μία ιδιότητα. Συχνά το χρωματίζουν συνειρμικά με τη μόνιμη χρωματική ιδιότητα της λέξης (πχ το αίμα) ή συναισθηματικά (πχ χάρτινη κουρτίνα, νεογέννητες χειρονομίες, νύχτες ναυαγισμένες, στάζουνε ζωή κλπ). Παράλληλα, συμβάλλουν εικονοπλαστικά πλουταίνοντας τον ήδη δαψιλή καμβά της.

Άλλωστε, η εικαστική της Αρτεμίου-Φωτιάδου δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Πλούσιες εικόνες ζωντανεύουν στο καναβάτσο της· εικόνες γεμάτες κίνηση και ήχο. Συχνά ο ποιητικός χώρος είναι πλήρης ανθρώπων.

Αν και συνήθως η πρωτοενική εξομολογητική έκφραση σκηνογραφικά περιορίζεται σε κλειστούς η περιορισμένης έκτασης χώρους και σκηνοθετικά αποδίδεται με λίγα πρόσωπα, στην περίπτωση της Αρτεμίου-Φωτιάδου η ενσωμάτωση κοινωνικών παραστάσεων μεταμορφώνει την περιοχή. Έτσι, το ενικό πρόσωπο συνειρμικά γίνεται μέρος του κοινωνικού συνόλου και του περιβάλλοντος εγκαταλείποντας την ποιητική ατομικότητα προηγούμενων δεκαετιών. Ταυτόχρονα όμως το α΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο μεταμορφώνεται σε ένα συλλογικό υποκείμενο εκφράζοντας το γενικότερο συναίσθημα και βασικές κοινές μας αγωνίες και αξίες.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της ποιητικής της Αρτεμίου-Φωτιάδου -πέρα από την εικαστική- είναι η ευρηματική αξιοποίηση μίας ιδέας με παραμυθική διάσταση. Μία ανατρεπτική ιδέα αναπτύσσεται σε όλο το ποίημα καθιστώντας τελικά όλη τη σύνθεση μία τεράστια μεταφορά (ένας χάρτης γίνεται ερωτικό σύμβολο, μία ομπρέλα σύνδεσμος χορού κι αγάπης). Το δε αφηγηματικό ύφος μετατρέπει τα ποιήματά της σε μικρές ιστορίες μυθικές έμπνευσης.

Η βραβευμένη -σε Ελλάδα, Κύπρο και Γερμανία- ποιήτρια διαθέτει μία από τις πιο δημιουργικές λογοτεχνικές φωνές της σύγχρονης κυπριακής ποίησης. Πολυγραφότατη και με συνεχή επεξεργασία της γλώσσας και του στίχου εκφράζει μία εσωτερική φωνή υπομονής απέναντι στ’ ανθρώπινα βάσανα· μία φωνή πλούσια σε συναισθήματα, φέρνοντας το πρόσωπο στο επίκεντρο της κοινωνίας.

1. Και βέβαια, δε λείπουν οι διαμαρτυρίες από λίγους μελετητές πως διατρανώνουν πως η κυπριακή ποίηση αντιμετωπίζεται σαν «φτωχός συγγενής» ή σαν ξένο σώμα. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στα σχολικά εγχειρίδια (που φέρνουν το άτομο πρώτη φορά σε επαφή με τη λογοτεχνία) σπάνια συμπεριλαμβάνεται κάποιος Κύπριος ποιητής.

2. Εθνική ποίηση βεβαίως δε σημαίνει και ταυτόσημη γεωγραφικά οπτική. Η κυπριακή ποίηση, μέσα από την ιστορική της εξέλιξη, διατηρεί τα τοπικά της χαρακτηριστικά εμπλουτίζοντας την ελληνική ποίηση. Η διχοτόμηση, εκτός από γεωγραφική και πληθυσμιακή, είχε σαν συνέπεια και την περαιτέρω σύνδεση της κυπριακής λογοτεχνίας με την ελληνική, αφήνοντας σε απόσταση του όραμα των τουρκοκύπριων ποιητών για μία κοσμοπολίτικη αυτόνομη Κυπριακή Λογοτεχνία. Άλλωστε, δεν είναι υπερβολή να σημειώσουμε ότι οι Τουρκοκύπριοι ποιητές είναι, θα λέγαμε, παντελώς άγνωστοι στο ελλαδικό κοινό (βλ. και παλαιότερη κριτική μας στο Μεχμέτ Γιασίν).

 

 

ΚΡΙΣ ΛΙΒΑΝΙΟΥ

στίγμαΛόγου/14/12/2016
«Φωνήεντα σε περίπτερο» της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Αποθέτω την τέφρα της μέρας
Στα πιο ακριβά κρύσταλλα της νύχτας
Οι νεκροί αξίζουν τις τιμές
Των ζωντανών ονείρων μας[1]

Τα Φωνήεντα σε περίπτερο είναι μια ιδιαίτερα εκτενής συλλογή, ξεπερνάει τα 100 ποιήματα. Το αναφέρω αυτό από την αρχή επειδή είναι ταυτόχρονα ένα θετικό στοιχείο και ένα μειονέκτημα. Η ευκαιρία που δίνει στον εαυτό της η ποιήτρια να ξετυλίξει σκέψεις, γραφή, και προσωπική μυθολογία βλάπτεται από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα που εκ των πραγμάτων συναντά κανείς σε μια συλλογή ανάλογης έκτασης. Ο ποιητικός λόγος της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου είναι συμπυκνωμένος και δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, από την άλλη μεριά όμως βρισκόμαστε απέναντι σε μια ποίηση κατά μια έννοια στατική, χωρίς κίνηση και εναλλαγές. Υπάρχει ισορροπία και η γραφή της είναι γενικά λεία χωρίς μεταπτώσεις, τα leitmotifs της νύχτας, του φεγγαριού, του χρόνου, των χεριών παίζουν με επιτυχία τον ρόλο των θεματικών αξόνων. Δεν είναι πρωτότυπα αλλά παρέχουν ενότητα και εξασφαλίζουν μια συνολική οπτική. Η αίσθηση στατικότητας που ανέφερα και πριν έγκειται κυρίως στην στάση της ίδιας της ποιήτριας απέναντι στα γεγονότα και στα ποιήματα που προέκυψαν από αυτά. Πάντως επιλέγει να μην τοποθετεί εαυτόν ενεργά απέναντι στα πράγματα, αν και η παθητικότητα δείχνει να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο όπου όλα είναι κλειδωμένα στο παρελθόν.

Το πιο έντονο στοιχείο, αυτό που είναι καταλυτικά παρόν στην αρχή τουλάχιστον της ανάγνωσης είναι η λέξη: ως πρωτεύον εργαλείο επικοινωνίας, ως σύμβολο φέρον μαγικές ιδιότητες, ως βασικό συστατικό της προσωπικής μυθολογίας της ποιήτριας. Όπως και στην προηγούμενή της συλλογή που είχα κοιτάξει πριν κάποιο καιρό, την Διμερή συμφωνία, υπάρχει ακρίβεια στην έκφραση και στην απόδοση, αυτό το στοιχείο είναι και εδώ χαρακτηριστικό και μάλιστα εξελίσσεται κατά τη γνώμη μου στην πιο μεγάλη αρετή αυτής της δουλειάς.
Σε αντίθεση με ό,τι είχα διαβάσει από την ίδια παλιότερα, εδώ είδα την δημιουργία μιας συγκεκριμένης ατμόσφαιρας: χωρίς φως, με το κρύο να υπολανθάνει (περισσότερο σαν αίσθηση παρά σαν κυριολεκτική παρουσία), με μια κατακρημνισμένη και διαρρηγμένη ενότητα του εγώ, και μια αίσθηση κενού στο στόμα ελάχιστα συγκαλυμμένη. Ακόμα και τις φορές που φαίνεται να υπάρχει ελπίδα, αυτή στοιχειοθετείται ως απάντηση μιας εν δυνάμει καταστροφής.

Μια πιο σφαιρική ματιά θα έδειχνε μια πολύ συχνά αλληγορική ποίηση, επικεντρωμένη στους συμβολισμούς της (και κλείνοντας τον αναγνώστη απ’ έξω όταν αυτοί γίνονται πολύ προσωπικοί), που αυτό που χάνει από την έλλειψη πρωτοτυπίας το κερδίζει χωρίς αμφιβολία από την ειλικρίνεια και την ένταση που αυτή επιφέρει. Ακόμα και όταν δεν λέει πρωτότυπα πράγματα, η ευθεία ματιά και η γενναιότητα να εκθέσει όσα την καθιστούν ευάλωτη, παράγουν στίχους όπου μπορεί κανείς να ακουμπήσει τις σκέψεις του. Το εγώ που κινείται στους στίχους της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου βρίσκεται σε μια μετέωρη στιγμή της πορείας του, και προσπαθεί να εντοπίσει το στίγμα του, το περίγραμμα και τα όριά του. Το όποιο μέλλον θα έχει μετέπειτα, εξαρτάται από αυτή την συγκεκριμένη πορεία αναζήτησης. Και δεν είναι εγωκεντρική η ποίηση, επειδή μεταξύ άλλων το πολύ ισχυρό πρώτο ενικό επικεντρώνεται στα κενά και τις ρωγμές με όλο το θάρρος που διαθέτει. Εκεί έγκειται κατά την γνώμη μου και το σημείο ταύτισης του αναγνώστη. Ό,τι συμβαίνει στους στίχους των Φωνήεντων σε περίπτερο δεν συμβαίνει σε μια απτή πραγματικότητα αλλά σε άλλες παράλληλες: του ονείρου, του εφιάλτη, της φαντασίας. Το εγώ κοιτάζει μεν τον εαυτό του, αλλά αυτό που βλέπει τελικά είναι ένα παραμορφωμένο είδωλο, όπως όλοι μας λίγο ή πολύ. Αυτό είναι ένα δεύτερο σημείο ταύτισης με τον αναγνώστη.

Ο έρωτας ανήκει κι αυτός στο παρελθόν, το τετελεσμένο και το απρόσιτο, αλλά δεν είναι καθαγιασμένος από την απόσταση, το αντίθετο: είναι αυτή η χρονική απόσταση που τον καθιστά αντικείμενο παρατήρησης από την ποιήτρια, ένα αντικείμενο απογυμνωμένο από τον φόβο της συναισθηματικής εμπλοκής. Το δεύτερο ενικό του Άλλου έχει υποστηρικτικό ρόλο σε αυτή την τόσο προσωπική τελικά αναζήτηση, δεν έχει ξεκάθαρη ατομική ταυτότητα, δεν μπορεί –πλέον- να επηρεάσει.

Υπάρχει τελικά ένα είδος εσωτερικής εξέλιξης στην συλλογή. Ξεκινάει με την αναγνώριση της απώλειας ως μη-αμφισβητήσιμη πραγματικότητα, συνεχίζει σε μια απόπειρα να την αποδεχτεί ως τέτοια και να την εντάξει σε ό,τι στέκεται ακόμα όρθιο, και καταλήγει σε απόπειρες να την αφήσει πίσω. Τέλος, εγκαθίσταται η συνειδητοποίηση, η παραδοχή έστω, ότι καμία απάντηση στις ερωτήσεις δεν θα φέρει ανατροπή σε παρόν και μέλλον. Υπό αυτό το πρίσμα, τα Φωνήεντα σε περίπτερο διαγράφουν μια ολοκληρωμένη πορεία, και στο τέλος τους δεν αφήνουν ανοιχτές υποθέσεις για κανέναν, ούτε για την ποιήτρια, ούτε και για τον αναγνώστη.

Κάποια ποιήματα που τράβηξαν την προσοχή μου:

ΒΕΛΌΝΙ ΚΑΙ ΔΑΚΤΥΛΗΘΡΑ ΣΙΔΕΡΟ[2]
Βελόνι παίρνω μες στη νύχτα
φέγγει σαν λύχνο παλιό
το μυστικό φεγγάρι μου
Ράβω αγάπες που ξηλώθηκαν
φόδρες που υποχώρησαν
και με αφήσανε γυμνή
στα βλέμματα τα’ αχόρταγα
αρσενικών ωρών
που σπέρνανε μα δε γεννούσαν μέλλον
Βελόνι παίρνω και δαχτυλήθρα σίδερο
από ορυχείο που έσκαψα
βαθιά μέσα στη νύχτα
δίχως το φως από τα μάτια τους

Μόνο σκοτάδι να φωτίζει
να απογεμίσει χρώματα
ζωή να μεγαλώσει

ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΕΣ ΣΤΕΓΕΣ[3]
Γερνούν τα σπίτια
Οι τοίχοι τους γεμάτοι ρυτίδες
Τα κεραμίδια κάτασπρα
διάτρητα από μνήμες
Οι πόρτες παραβιασμένες
Ορθάνοιχτες σαν παραδομένες οδοντοστοιχίες
στην τερηδόνα της απόγνωσης
Μέσα ανήμπορες οι λέξεις
Αφηρημένα ουσιαστικά σε πτώση ονομαστική
Η έλλειψη… η παράλειψη

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ

Η εξαιρετική ποιητική συλλογή » Φωνήεντα σε περίπτερο» της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου παρουσιάζονται στην αίθουσα εκδηλώσεων των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.
Μια ποιητική συλλογή που μου κράτησε συντροφιά όλο το Καλοκαίρι.
Όπως ανέφερα και σε προηγούμενη ανάρτησή μου πρόκειται για μια εξαιρετική ποιητική συλλογή, μεστή νοημάτων, γλώσσα άμεση, σύγχρονη αλλά ταυτόχρονα και γλαφυρή. Στα φωνήεντα στο περίπτερο οι λέξεις εφνιδιάζουν, συγκινούν, παραμονεύουν να χαρίσουν το απρόσμενο, το ξεχωριστό και αθέατο κάλλος. Έγραψα σε πάρα πολλά ποιήματα δίπλα από τον τίτλο τη λέξη εξαιρετικό όπως τα ποιήματα:
-Όχημα του μέλλοντος
-Φωνήεντα στο περίπτερο
-Κρύσταλλα φωνήεντα
-Επίδεσμος
και τόσα άλλα.
Μοιράζομαι μαζί σας τα δύο πρώτα.
…………………………………
Όχημα του μέλλοντος
Αφέσου
Είπα στη σκέψη
Γίνε όχημα του μέλλοντος
Να μη χρειάζεσαι ενέργεια
Μονάχα φαντασία και τόλμη
Σε καύσημα του νου
Να υπερίπτασαι αντί να σέρνεσαι
Να αλλάζεις τον κόσμο – να μπορούσες
Μη μετανιώνεις τη μοναξιά του
Μηδενικές οι εκπομπές της λύπης
Όταν ετοιμαστείς στη ζωή
ξανασκέψου τον έρωτα
Και αφέσου στην κίνηση του σύμπαντος
Αγνόησε τα κορναρίσματα
εκνευρισμένων εποχών
Διασταύρωσε τη μέρα
Πέρνα απέναντι όταν σβήσει το φεγγάρι
Κινδύνευσε στους φανοστάτες
Πες μια καινούρια προσευχή
Για όνειρα των επιζώντων
ελπίζοντας ανάσταση νεκρών
Και μια ζωή του μέλλοντός μας κόσμου
………………………………….
Φωνήεντα σε περίπτερο
Πρωί πρωί
να καρφιτσώνω τη σκέψη στο περίπτερο
Κι εσύ
περαστική ευκαιρία
να σταματάς με περιέργεια
μπροστά στους πηχυαίους τίτλους μου
Δεν είναι μόνο τα γράμματα πιο μαύρα
πιο έντονα
μα και τα μάτια τους
εκείνα τα μεγάλα αμυγδαλωτά φωνήεντα
που πέσανε σε έναν γκρεμό χωρίς αντίλαλο
και από τότε
βλέπουν συνέχεια εντός μου
Ρίξε μου μια αγάπη
να ανέβω!
Ευχαριστώ Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου.
Ευχαριστούμε για την προσφορά αυτής της ακέραια, ατόφιας και ρωμαλαίας ποίησης.

 

 

ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ

 

Η φίλη ποιήτρια Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου, παρουσίασε πρόσφατα την 8η Ποιητική Συλλογή της ‘‘ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ’’ (Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα). Ώριμη εργασία με πυκνές εικόνες/ αλληγορίες – κάποιες είναι τραγικές και προκαλούν ίλιγγο π.χ. νιώθει μέσα της σαν ανενεργή βόμβα ή τυλίγεται στο σελοφάν της. Νιώθει πουλί σε κλουβί, ή κόβεται σε μικρές καρδιές από μια σκέψη σπαθί ή καίγονται οι λέξεις της όπως τα όνειρά της. Εχθροί της η διάψευση, η έλλειψη, η υποκρισία.
.
ΒΑΖΟ
Το βάζο σου στο σαλόνι αποδιώχνει την άνοιξη
Δεν εκπληρώνουν όλα τα βάζα τον ρόλο τους
Κάποτε ξεγελούν τον σκηνοθέτη
εξαπατούν για το ταλέντο τους
διεκδικούν διπλούς και τριπλούς ρόλους
μας ξεγελάνε στην υπόκλιση
για να πετάξουνε την τέφρα που φυλάγουν
μπροστά σε ανυποψίαστο κοινό
.
VASE
Your vase in the living room expels the Spring.
Not all the jars fulfil their role
Sometimes they fooled the film director
they cheat others on their talent
they claim double roles even triple ones
They just deluding us when they bow
and throw around the ash they were keeping
in front of an unsuspecting public
.
Μετάφραση στα Αγγλικά από τον ποιητή Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδη
.
ΔΟΛΩΜΑ
Λύπη
Μην καπηλεύεσαι τις μέρες
Σκοτάδι είσαι
και μου κρατάς ένα φεγγάρι
στο μυαλό
για δόλωμα
.
APPÂT
Douleur
ne pas abuser mes journées
Tu es une obscurité
qui garde à mon esprit une lune
comme d’appât
.
Μετάφραση στα Γαλλικά από τη Julie Tsorou
.
2. (συνέχεια παρουσίασης) => Από την άλλη η ποιήτρια συντηρεί την ελπίδα : μπορεί να ‘’στέκει μετέωρη / αναποφάσιστη / στο ένα πόδι της ψυχής’’ αλλά αναζητά βελόνι να συρράψει το βόρειο και νότιο εγώ της (πολιτικό μήνυμα), στο ενήλικο σώμα της αναμένει να ξαναγεννηθούν οι ελπίδες, νιώθει τον ήλιο πετράδι στον λαιμό της σε αυτόφωτη περιφορά αγάπης. Ό,τι δεν είναι το φαντάζεται και ό,τι είναι το επεκτείνει σε μια υπόσχεση καρδιάς. Αν και νιώθει τη σάρκα σε ένα κενό ψυχής, την ώρα που χτυπιέται σε άδειους τοίχους ανακαλεί τα παιδικά της χρόνια και μπαινοβγαίνει σε παραμύθια για να σώσει την αθωότητά της. Τα πόδια και τα χέρια αν της τα έχουν δέσει, η ποιήτρια βρίσκει τρόπο να σκύψει και να βυθίσει το κεφάλι εντός της, κι ας της καταστρέφουν τα πυκνά της στάχυα οι παράκαιρες βροχές. Μαζεύει, ελπίζει !
.
ΜΑΖΕΥΑ ΚΟΧΥΛΙΑ
Το ξέρω
Μη μου το λες κι εσύ ζωή
Μάζευα κοχύλια
γιατί δεν μπορούσα να ’χω μια θάλασσα
.
3. (συνέχεια παρουσίασης) => Αναζητεί το μέτρο της ελευθερίας της, με τραυματισμένο σώμα, μεσημέρι ή μεσάνυκτα (με τους δύο δείκτες στο σημείο δώδεκα). Θέλει ν’ ακούσει, επιτέλους, τη φωνή του Θεού της, ‘’κι ας μην έχει τελειωμό αυτό το Καρναβάλι (της ζωής) / με τις σκληρές μεταμφιέσεις’’. Τελικά, μέσα από το δράμα, τις ανατροπές και το παράλογο που την εξουθενώνουν καταλήγει πως ‘‘Μ’ αρέσουν οι στιγμές-παράθυρα / που αντανακλούν το μέλλον / στρώνουν αγάπες / και περιμένουν’’.
.
ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ
Πρωί πρωί
να καρφιτσώνω τη σκέψη στο περίπτερο
Κι εσύ
περαστική ευκαιρία
να σταματάς με περιέργεια
μπροστά στους πηχυαίους τίτλους μου
Δεν είναι μόνο τα γράμματα πιο μαύρα
πιο έντονα
μα και τα μάτια τους
εκείνα τα μεγάλα αμυγδαλωτά φωνήεντα
που πέσαμε σε ένα γκρεμό χωρίς αντίλαλο
κι από τότε
βλέπουν συνέχεια εντός μου
Ρίξε μου μια αγάπη
να ανεβώ !
.
4. (συνέχεια παρουσίασης) => Τέλος, είναι οι ερωτικές μέρες που την στηρίζουν. Τις σημειώνει στο ημερολόγιο του μέλλοντος με κόκκινους κύκλους…κι ύστερα μετρά αντίστροφα, ξεκινώντας από την πιο μεγάλη ελπίδα της. Πετά, με φτερά ταλαιπωρημένα η ποιήτρια, πετά προς την ελευθερία της, πετά προς τον ουρανό, και μονάχα αυτόν θα ερωτεύεται !
.
Εισήγηση Ιωσήφ Ιωσηφίδη : Δεν υπάρχει χώρος να παρουσιάσω πιο πολλά. Οι αναγνώστες της καλαίσθητης αυτής έκδοσης θα βρουν και 4 μεγάλα πολύ καλά ποιήματα 1) ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΤΗΣ ΚΑΛΥΨΟΥΣ, 2) ΧΑΡΤΙΝΗ ΚΟΥΡΤΙΝΑ, 3) ΤΑ ΚΑΔΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΟΙΤΑΖΟΥΝΕ ΠΙΑ, 4) ΟΘΟΝΗ 32 ΠΑΘΩΝ
Ευχή => Καλοτάξιδη η 8η Ποιητική Συλλογή σου, φίλη Ελένη, και να φτάσει σε πολλά λιμάνια να αφήσει την αξιόλογη πραμάτεια σου

 

 

ΔΙΜΕΡΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

 

ΚΡΙΣ ΛΙΒΑΝΙΟΥ

στίγμαΛόγου 9/10/ 2014
«Διμερής συμφωνία» της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου

Ήδη από την πρώτη σελίδα η ποιητική συλλογή της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου διεκδικεί μια ιδιαιτερότητα, σχεδόν ιδιορρυθμία. Μια πρώτη ματιά αρκεί για να διαπιστώσει κανείς ότι οι στίχοι της δεν έχουν την αναμενόμενη μορφή, ότι στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για ποιήματα αλλά για δίστιχα αυτόνομα μεταξύ τους. Το δεύτερο συμπέρασμα, άμεσο εξίσου, είναι ότι η γλώσσα είναι προσεγμένη, οι λέξεις τοποθετημένες με ακρίβεια και κατ’ εικόνα των νοημάτων: ο αναγνώστης δεν αναγκάζεται να μαντέψει, ούτε να αναζητήσει αυτό που δεν βλέπει στον ίδιο τον στίχο.

Από την άλλη μεριά βέβαια, τα δίστιχα ως ποιητική μορφή συχνά μπορούν να λειτουργήσουν αποσπασματικά, να στερούνται συνοχής και συνολικής προσέγγισης και ερμηνείας, να μην μπορούν με άλλα λόγια να παράξουν ένα άρτιο ποιητικό προϊόν. Η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου δεν κατάφερε να αποφύγει αυτή την παγίδα, κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα ο αναγνώστης να βρίσκεται συχνά «κρεμασμένος» στον δεύτερο και τελευταίο στίχο και να απομένει μετέωρος στο τέλος του, αποκομμένος από μια αναμενόμενη συνέχεια. Με μια θεματολογία τουλάχιστον ευρεία, που κινείται ανάμεσα σε Βιβλικά στοιχεία, μυθολογικά θέματα, και παραλληλισμούς με το φυσικό τοπίο, η αίσθηση ότι υπάρχει απουσία συνοχής εντείνεται. Είναι γεγονός ότι δεν μπορούν να ειπωθούν πολλά σε ένα δίστιχο, εξ ου και το πρόβλημα του αποσπασματικού. Ως επιλογή λοιπόν ποιητικής φόρμας εμπεριέχει ρίσκα και εκ φύσεως αδυναμίες ίσως, τις οποίες η ποιήτρια δεν πέτυχε να αναιρέσει.

Η αίσθηση της ενότητας και της συνοχής παίζει έναν τόσο βασικό ρόλο στην ποίηση, περισσότερο ίσως και από την πρόζα σε κάποιες περιπτώσεις, γιατί ο αναγνώστης κινείται εξ ορισμού σε ευαίσθητες ισορροπίες και σε λεπτές γραμμές: το ρίσκο να χαθούν η επαφή και το δέσιμο που τον κρατάνε αγκιστρωμένο στο ποίημα είναι μεγαλύτερο. Ένα δίστιχο είναι τελικά ένας περιορισμένος χώρος… ο δημιουργός ελάχιστα ανοίγεται στον αναγνώστη και ο αναγνώστης σπάνια βρίσκει εκεί τον καθρέφτη των δικών του μύχιων συναισθημάτων, ας πούμε ότι είναι ένα στοίχημα με μεγάλο ρίσκο. Ένα στοίχημα που εδώ η Ελένη Αρτεμίου ίσως δεν κέρδισε, παρόλη τη λεπτομέρεια στις συνδέσεις των λέξεων μεταξύ τους και στην εννοιολογική ακρίβεια που – καλώς ή κακώς – ήταν πάντα το κλειδί για την απρόσκοπτη ανταλλαγή συγκινήσεων ανάμεσα στον δημιουργό και τον παραλήπτη του έργου.

Παραθέτω μερικά από τα δίστιχα που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον:

Αμφιταλάντευση ανάμεσα στο ωραίο και το όμορφο
Ανάμεσα σε θάλασσα πλανεύτρα και πελάγου μαγεία

Κόβω τις άγκυρες, ανοίγω πανιά, εξημερώνω τον άνεμο
Ποσειδώνες οργισμένους κατευνάζω, για τις Ιθάκες μου όλες κινώ[2]

Μαζεύω τις λέξεις μου, ανασκαλεύω τις μνήμες
για μια εν ψυχρώ εκτέλεση του παρελθόντος[3]

Και περπατώ, Κύριε, μες στην πυκνή ομίχλη, με ραγισμένη την πυξίδα μου
Κομμάτια πίστης μόνο αγόρασα από πλανόδιους σκοπούς[4]

Στα Μουσεία ξυπνά τις νύχτες μια Ιστορία με ρούχα καθημερινά, μαλλιά ατημέλητα
για τις απλές στιγμές που παραπέμπει η συνέχεια στους αιώνες

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΕΡΗΣ
Μανδραγόρας

Ελένη Αρτεμιου-Φωτιαδου: Διμερής συμφωνία. Αθήνα, Εκδ. Μανδραγόρας, σειρά «Σύγχρονη ελληνική ποίηση», 2013, σελ 40.

Με 162 δίστιχα, η ποιήτρια Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου εξιστορεί στην 6η της ποιητική συλλογή, έναν τρόπο ζωής, ένα είδος εκεχειρίας με τα απρόβλεπτα ή τις καθημερινές αντιξοότητες, προκειμένου να ζήσει με συντροφιά την ποίηση. Γιατί, σ’ έναν κόσμο όπου η τεχνολογία κυριαρχεί με όλα τα δεινά που έχει επιφέρει στις συνήθειες, με τις αντιφάσεις που έχει επιβάλει στον τρόπο αντίληψης των στόχων της, με τις τρομερές δυνατότητες που μας παρέχει αλλά και τα απίθανα αδιέξοδα που δημιούργησε, το ποιητικό εγώ, είναι υποχρεωμένο να συμβιβαστεί, να βρει ένα modus vivendi: «Θυμός καβάλησε τα πράσινα τα στάχυα και τα ωρίμασε/ Οργή τα θέρισε κι έδωσε στάρι να τραφούν τα επόμενα τραγούδια της ζωής» (σ. 18). Η Αρτεμίου-Φωτιάδου επιλέγει συνειδητά, όλο της το κείμενο να δίνει την εντύπωση πως είναι γραμμένο με στοιχεία πεζά και σχεδόν χωρίς στίξη (χρησιμοποιεί ελάχιστες φορές το κόμα και μία μόνον φορά το ερωτηματικό), προσφέροντας, στον αναγνώστη, παύσεις ατέλειωτες και ένα κείμενο συνεχές και αδιάλειπτο αναδεικνύοντας προσωπικές παρατηρήσεις για να καταλήξει σε μια κατηγορηματική αποτύπωση, καθαρά προσωπική και την προτείνει έμμεσα στον αναγνώστη: «Τα βράδια πέφτουν με τους ψίθυρους της μέρας/ κι αναχωρούν με τις κραυγές αναμετρήσεων» (σ. 21).
Και οι 324 στίχοι διαθέτουν το δικό τους ρυθμό και καθιερώνουν έναν ιδιόμορφο διάλογο για μια σειρά από θέματα που απασχολούν την ποιήτρια. Στην ουσία όλα αυτά τα δίστιχα διατυπώνουν την εξέλιξη μιας νοητικής και συναισθηματικής διεργασίας που στοχεύει στη χαρτογράφηση ενός προσωπικού χωροχρόνου, αλλά και μιας προσωπικής στάσης ζωής, απέναντι στην πολυεπίπεδη πραγματικότητα που βιώνει το ποιητικό εγώ: «Σαν Οδυσσέας να γυρέψεις το παλάτι σου/ Μα πρέπει πρώτα με Δούρειους Ίππους φονικά να σταματήσεις» (σ. 20). Αξιοποιώντας ένα γλωσσικό υλικό που προέρχεται από μια ανεπιτήδευτη καθαρή καθομιλουμένη, η Αρτεμίου-Φωτιάδου συνθέτει σύντομους διαλογισμούς, τους δίνει ποιητική μορφή και τους εκφράζει με γλυκόπικρη γεύση. Η ποιητική συλλογή καταγράφει στιγμές ή βιώματα προσωπικά, με τρόπο ουδέτερο, αποφεύγοντας τις λεπτομέρειες, γεγονός που προσδίδει μια απόσταση από καθετί το ατομικό και το υποκειμενικό. Αυτή ακριβώς η στάση προτείνει στον αναγνώστη διαδρομές με οδηγό τον εσωτερικό αυτοέλεγχο του ατόμου. Η αποτύπωση της προσωπικής «μυθολογίας», που εμφανίζεται ως δημιουργική επεξεργασία στοιχείων που προέρχονται από τον αντικειμενικό εξωτερικό κόσμο, προτείνεται έμμεσα ως επικοινωνία και απόσταση, μεταξύ ζωής και θανάτου, πραγματικότητας και φαντασίας: «Εμβαθύνοντας στις ρηχές αποκαλύψεις της μέρας/ βούτηξα την ανία μου σε κίτρινες προθέσεις» (σ. 23).
Πρόκειται για μια ποίηση που καταγράφει μια πορεία μέσα στη ζωή και τις σχέσεις της, μια πορεία που σμιλεύεται με τον χρόνο, την πείρα και τη μνήμη, μια πορεία ζωής που αναδεικνύει τις συγκρούσεις, τις μετατοπίσεις και κυρίως που κοιτάζει προς τα μπρος: «Αφήνεται η ελπίδα σαν μικρό πλεούμενο στη χίμαιρα/ Αν είναι αυτό το μόνο της ταξίδι μας στην αναζήτηση» (σ. 32). Γι αυτό και όλα τα θέματα που διαπραγματεύεται (κάθε δίστιχο αναφέρεται και σ’ένα θέμα) συντελούν σε μια σαφή διμερή συμφωνία μεταξύ του εγώ και της ζωής, ανάμεσα στο ποιητικό εγώ σε μια εποχή –την τωρινή– όπου η ύπαρξη, παρά τις όποιες απογοητεύσεις ή τις μικροενθαρρύνσεις, βρίσκει τον παλμό της στο σισύφειο έργο της κοινωνικής αλλαγής ή της προσωπικής επιλογής για μια ευρηματική συναίνεση σ’ έναν κόσμο όπου συντελείται η κατάρρευση αξιών και ιδεών: «Οι τεθλασμένες μου γραμμές/ επάνω σ’ αδιόρατες καμπύλες ξεψυχούνε» (σ. 37). Με αυτήν την «προσωπική απόσυρση» όμως του ποιητικού εγώ, επιτυγχάνεται και ο θρίαμβος της ποίησης αφού διασώζεται η σκέψη και η αλώβητη ποιητική συνείδηση που διατηρεί όχι μόνον την απόλυτη ελευθερία της, αλλά και την αγνότητά της ή το «ριζικό φαντασιακό» που έλεγε κι ο Κορνήλιος Καστοριάδης.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

Προσεκτικά θα συλλαβίσω δύσκολα φωνήεντα
προσέχοντας τους δίφθογγους σε κάποιες διασταυρώσεις

Η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου έχει ήδη στο ενεργητικό της έξι ποιητικές συλλογές, οκτώ βιβλία παιδικής λογοτεχνίας και μια συλλογή διηγημάτων. Σήμερα θα αναφερθούμε σε δυο από τα τελευταία της ποιητικά το Κατεπείγον που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2011 και έχει ως εξώφυλλο το έργο του σημαντικού Έλληνα ζωγράφου Απόστολου Γιαγιάννου, και τη Διμερή Συμφωνία που φέραμε μαζί μας από την Αθήνα. Και τα δυο ποιητικά βιβλία περιέχουν μικρά σύντομα ποιήματα –το πρώτο εκατόν δεκάξι χαϊκού και το δεύτερο 186 δίστιχα.
Το συνδετικό των δύο ποιητικών συλλογών είναι ο ολιγόστιχος χαρακτήρας των ποιημάτων –σχεδόν αποφθεγματικός– όπου περικλείονται σκέψεις/ εικόνες/ συναισθήματα, προσεκτικά και κατ’ οικονομία διαρθρωμένα μέσα από την αυτονόητα απλή αλλά και καλλιτεχνικά κρίσιμη διαδικασία/επιλογή διάταξης απλών λέξεων σε τέτοια συχνότητα και με τέτοια σειρά ώστε να προκύπτει το αισθητικό αποτέλεσμα που ειναι και το αίτημα στην τέχνη: «Στα ποιήματα μια πεζή λέξη χτίζει το συναίσθημα».
Η Ελένη Αρτεμίου επιλέγει για να εκφραστεί αφενός μεν τα χαϊκού αφετέρου τα δίστιχα στα οποία η ποιήτρια δεν ακολουθεί την αυστηρή ποιητική φόρμα των χαϊκού αλλά επιλέγει και πάλι τον απόλυτα περιορισμένο χώρο των δυο στίχων για να καταγράψει τα ολοκληρωμένα νοήματά της. Τα δίστιχά της έχουν μια λογική ποιητικών σημειώσεων στις οποίες αποτυπώνονται αυθόρμητες σκέψεις που μετά την ωρίμασή τους και την τελική επεξεργασία τους δίνουν υπόσταση στην τελική ποιητική ύλη.

Τα παραδοσιακά/κλασικά εκφραστικά της μέσα είναι φυσικό να βρίσκουν οικείο το χώρο των γιαπωνέζικων 17σύλλαβων ποιημάτων των 5-7-5 συλλαβών, ίσως την πιο σύντομη ποιητική φόρμα, με αναφορά και εικόνες από και για, τη φύση, τις εποχές του χρόνου, αυτή τη δυναμική εναλλαγή και ταυτόχρονα ποικιλλία των φυσικών φαινομένων που αντιστοιχούν στην πολυπλοκότητα, τη πολυμορφία και την διαρκή κίνηση της ανθρώπινης φύσης.
Μέσα από λέξεις λοιπόν που προσδιορίζουν ακριβώς τις διαρκείς εναλλαγές, που ακολουθούν αυτή τη συνεχή κυκλική σπειροειδή πορεία/κίνησης της γης και των όντων της, επιχειρούν οι ποιητές να καταθέσουν το έργο τους, μέσω ακριβώς των χαϊκού. Αυτή η στενή σχέση/εξέλιξη φύσης και ανθρώπου ίσως να αιτιολογεί και τη μεγάλη άνθιση αλλά και απήχηση της φόρμας των χαϊκού που παραμένουν δημοφιλή από το 13ο αιώνα και εξακολουθούν να προκαλούν τους ποιητές. Αρχικά ήταν ομοιοκατάληκτα ποιήματα παρότι στην εξέλιξή τους παρατηρούνται χαϊκού και σε ελεύθερη μορφή, διατηρώντας ωστόσο –πράγμα που επιβάλλεται στην ποίηση/σε κάθε ποίημα– ζωντανό το ρυθμό και το μέτρο. Η αξία ενός ποιητικού είδους βρίσκεται στη διαρκή ανανέωση και στον εμπλουτισμό του, κάτι που γίνεται και με τα χαϊκού καθώς πολλοί σύγχρονοι ποιητές τα τελευταία χρόνια επιλέγουν με την προσθήκη τίτλου, που λειτουργεί συμπληρωματικά και οργανικά στο περιεχόμενο του ποιήματος, να δώσουν ακόμα μεγαλύτερη δυναμική στο τελικό αποτέλεσμα, χωρίς αυτό να σημαίνει αλλαγή στην οικονομία του ύφους.
Συχνά επίσης μετατοπίζονται και από την προσφιλή θεματική των χαϊκού, διευρύνοντας τους ορίζοντες του ποιήματος με κοινωνικές, ερωτικές, ακόμα και πολιτικές αναφορές.
Η Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου είναι ίσως από τους συνεπέστερους προς το πνεύμα των χαϊκού, καθώς τα θέματά της για τη φύση, οι συμβολισμοί της για τα φυσικά φαινόμενα και η σχέση/σύνδεσή τους με τον άνθρωπο την καθιστούν από τους πιστότερους προς την παραδοσιακή φόρμα ποιητές. Τόσο στο Κατεπείγον, όσο και στη Διμερή Συμφωνία διαβάζουμε ποιήματα για τα αμπέλια, συμβολισμούς για το κρασί, αναφορές στη θάλασσα, τον ήλιο, τα φεγγάρια, το γκρίζο σύννεφο που αποκτά ανθρώπινη υπόσταση –έκφραση ψυχισμού, ποιήματα που προσλαμβάνουν διαστάσεις και ιδιότητες ανθρώπων, ή πάλι αναφορές σε εποχές: (βλ. το ποίημα ΕΣΠΕΡΙΝΟ, Επαναστάτης/ ο ήλιος στη δύση του/ βάφει τις τύψεις), ή από το δίστιχο: Την άνοιξη κρατούσε πάντα μια επιφύλαξη/ για του καλοκαιριού την ακριβή ώρα της άφιξης. Και αλλού: Ανασαίνω επάνω απ’ το χώμα της βροχής όλη τη μέρα/ που με ιδρώτα και κόπο κυνηγά το πιο λαμπρο ηλιοβασίλεμα. Ή: νησί κρατά/ μέσα στη θάλασσά του/ υγρή την ξηρά
Αν η άνοιξη/ δεν είχε χελιδόνια/ θα μ’ αγάπαγες; («ΕΑΡΙΝΟ»). Ή: Δε μου μιλάνε πια οι εποχές με το γνωστό τους χρώμα/ Να ζωγραφίσω δεν μπορώ την πτώση και την άνοδό τους, διαβάζουμε σ’ ένα δίστιχο της πρόσφατης συλλογής «Διμερής συμφωνία», διαπιστώνοντας τη διαλεκτική σχέση/συγγένεια ανάμεσα στις ποιητικές μορφές και τα είδη της ποίησης.
Η ποιήτρια αξιοποιεί την ολιγόστιχη τεχνική των χαϊκού αλλά και την αυστηρή οικονομία των δίστιχων, για να εκφράσει ποιητικά τη σύγχρονη αντίληψη της ζωής: (βλ. ΑΠΟΞΗΡΑΝΣΗ, Έλλειψη νερού/ στη θάλασσα των πόθων/ με ερήμωσε), αλλά και τα αδιέξοδα του βίου: (Ένα Βατερλό/ εκθρονίζει μονίμως/ τους υπερόπτες). Ή ΕΚΟΥΣΙΩΣ, Φυλακισμένος/ έζησα τις μεγάλες/ ελευθερίες
Τα ποιήματά της, όπως άλλωστε και τα πεζογραφήματά της, διακρίνονται για τη δύναμη, την πυκνότητα του υπαινιγμού, τη λιτή τους φόρμα, αλλά και την υπαρξιακή τους ένταση: Ο ΠΡΩΤΟΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΣ, Κόντρα στο ρεύμα/ κυνήγησα πρωτίστως/ τον εαυτό μου.
Τόσο στα χαϊκού όσο και στα δίστιχα –μικρά σύντομα ποιήματα όπου περικλείονται με λιτό τρόπο ποιητικές εικόνες και συναισθήματα υπάρχουν όλα εκείνα τα γνωρίσματα που θέλει την ποίηση να πλάθει με φαντασία και τόλμη ιδέες, ελπίδες, επιθυμίες, να αποδιώχνει φόβους, να νοσταλγεί: Ξυπνώ μέσα στη νύχτα, ετοιμάζομαι για της αυγής το χρώμα/ καλοχτενίζω το κουράγιο μου αφήνοντας λυτές τις πεθυμιές μου.
Πολλά από τα ποιήματα επίσης της συλλογής έχουν έντονο το ερωτικό στοιχείο με την υπόσταση που δίνει στη μαγεία της ζωής και στην αδιάλειπτη συνέχεια της φύσης. Μια ακόμα απόδειξη της συγγένειας/συνέχειας της τέχνης δια μέσου των λαών και των αιώνων. Μια απόδειξη δηλ. του καθαρά ανθρωποκεντρικού συστατικού της.
Διαβάζω μερικά ποιήματα ενδεικτικά όπου παντρεύεται το στοιχείο ακριβώς της φύσης με τον έρωτα: (ΦΥΣΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ, Αγάπης ήχος/ ταξίδεψε γρήγορα/ σ’ ένα σου βλέμμα, ή Δε με φίλησε/ έρωτας εαρινός/ και δεν άνθισα), σκη¬νές από την ιστορία και τη μυθολογία (ΠΕΡΙ ΘΥΣΙΩΝ, Ποτέ δεν ήρθε ο ούριος άνεμος/ Ιφιγένεια), όπου καταγράφονται υπαρξιακές αναζητήσεις κι ερωτηματικά (ΣΟΥΑΡΕ, Προσκαλείστε σε/ δείπνο απολογισμών/ κι ελαφρυντικών, ΠΡΟΣΦΩΝΗΣΗ, Έντιμο λάθος/ καλωσόρισες ξανά/ στην ύπαρξή μου).
Τελειώνοντας, στα χαϊκού της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου, αλλά και στα δίστιχα που κατατίθενται από την ποιήτρια, συνυπάρχουν μια δυναμική αλλά κι ένα λεπτό συναίσθημα που περικλείει τη γραφή. Διαβάζοντας παράλληλα και τα δυο βιβλία διαπιστώνουμε πως στη δημιουργό υπάρχει ένα ενιαίο ύφος, μια προσφιλής θεματική μια σαφής ποιητική φόρμα που περνά από βιβλίο σε βιβλίο διατηρώντας το αυστηρά προσωπικό, καλλιτεχνικό, υφολογικό, ακόμα και ιδεολογικό σχήμα της ποιήτριας. Ήθη, συνήθειες, παραδόσεις, οικογενειακές σκηνές, έρχονται να προστεθούν στις αναζητήσεις του ανθρώπου γύρω από τη ζωή, τον έρωτα και το θάνατο, για να αποτελέσουν τον κορμό της ποιητικής τέχνης, της καλλιτεχνικής έκφρασης.
Γι’ αυτό αντιμετωπίζοντας ενιαία τα ποιήματα της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου ας μιλήσουμε για την ευστοχία που τα διακρίνει, την αισθαντικότητα, το δυναμισμό, το μέτρο και το ρυθμό τους: Κερκίδα δίχως οπαδούς, νυχτιά χωρίς τα άστρα/ Ο χρόνος κύλισε μακριά από το άγγιγμά σου, που μαζί με την οικονομία στην έκφραση –καθώς τόσο τα χαϊκού όσο και τα δίστιχα διακρίνονται για τη λιτότητά τους–, αλλά τον συναισθηματικά φορτισμένο κόσμο τους, κατακτούν τελικά την τεχνική τους αρτιότητα.

Ύστερα μίλησε ο τρόμος/ Κι ήτανε λες κι άλλος κανείς δεν είχε πει κουβέντα

Οι τεθλασμένες μου γραμμές / επάνω σ’ αδιόρατες καμπύλες ξεψυχούνε

Κίτρινος καημός σαν φύλλο έπεσε από ’να φθινόπωρο/ Δάκρυ που κράτησε τη θάλασσα από το καλοκαίρι

 

Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ.

 

ΑΡΙΣ ΑΝΤΑΝΗΣ 2/ΙV/2015

Κατ’ αρχάς θέλω να επαναλάβω ότι μου άρεσε πολύ και ο τίτλος. Ξέρεις εντυπωσιάζομαι πολύ από έξυπνες και σπιρτόζικες ατάκες, λογοπαίγνια, συλλαβόγριφους (charades), εκφράσεις και βέβαια παραφράσεις άλλων τίτλων, έργων, ρητών.
Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ λοιπόν είναι κατά τη γνώμη μου ένας πανέξυπνος τίτλος, (μάλλον δικής σου έμπνευσης κι όχι του αγαπητού μου Κώστα Κρεμμύδα, λέω εγώ), και πολύ ελκυστικός για ένα βιβλίο ποίησης.
Επίσης εντυπωσιάζομαι και από τα εξώφυλλα, που μου έλκουν την προσοχή, όπως το λουλούδι τραβάει τις μέλισσες. Πιστεύω ότι το εξώφυλλο είναι το ωραίο φόρεμα που ντύνει ένα ωραίο σώμα και του δίνει προοπτικές και προτροπές για έρευνα.
Ατυχώς όλοι οι εκδότες γενικά, για λόγους κόστους έκδοσης προφανώς δεν εκμεταλλεύονται τέτοιες εμπνεύσεις και τελικά δεν αναδεικνύουν όσο πρέπει και την αξία των έργων. Βλέπεις το μάρκετινγκ είναι στη ζωή μας και δεν μπορεί να το παραγνωρίσει ούτε και ο ποιητής. Κατά μείζονα λόγο δεν πρέπει να το αμελεί κανένας εκδότης.
Αλλά αυτά, παρά το ότι είναι συνισταμένες κάποιων πηγών μάθησης και όχι δικές μου πρωτόβουλες απόψεις, εν τούτοις δεν παύουν να εκφράζουν δική μου υποκειμενικότητα, που σηκώνει πολλές αντιρρήσεις, αντιλόγους και … πολύ νερό, που λέμε.
Το σώμα του βιβλίου σου βέβαια, τα ποιήματα, είναι καθαρά… Ελένη Αρτεμίου- Φωτιάδου, με το γνωστό πλέον και αναγνωρίσιμο ύφος, το ξετύλιγμα των λέξεων, τις εμπνευσμένες εκφράσεις, τις μεταφορές και τις παρομοιώσεις, τις ποιητικές λέξεις, που γεννάνε εικόνες και σε παραπέμπουν σε σκέψεις, ιδέες, προβληματισμούς, τη ροή του λόγου, τη μουσικότητα, το ρυθμό και το μέτρο που «ενυπάρχουν σε λανθάνουσα μορφή» λόγω του ελεύθερου στίχου, και που διατηρούν την ποιητικότητά του, χωρίς να την μετατρέπουν σε πρόζα ή πεζό λόγο. Οι στίχοι σου είναι καθαρά ποιήματα. (Κι όταν γράψεις πεζογράφημα, ίσως υπάρχει κι εκεί κάποια κρυμμένη ποίηση, αλλά είναι πεζογράφημα εκατό τοις εκατό).
Να σου θυμίσω τι είχε πει ο Νομπελίστας (1992) Ποιητής Ντέρεκ Γουόλκοτ; Οι μυθιστοριογράφοι δεν είναι παρά … «απογοητευμένοι» ποιητές.
Τώρα, αν μου ζητούσαν να πω ποιο από τα ποιήματά σου στη Λίμνη των Κύκλων, μου άρεσε πιο πολύ δεν θα μπορούσα να εκφέρω άποψη, γιατί παρά το ότι είναι 58 ξεχωριστά και αυτόνομα ποιήματα κάτι τα συνδέει μεταξύ τους, σαν να συνεχίζουν το ένα το άλλο. Βοηθάει πολύ και η σειρά που έχεις διαλέξει.
Είναι σαν να βρίσκεται κανείς μπρος σε ένα ωραίο μπουφέ με εδέσματα και ενώ πρέπει υποχρεωτικά να πάρει ένα- δύο, δεν ξέρει ποιο να προτιμήσει. Θα τα ήθελε όλα.
Πάντως θεωρώ ως… «διαμάντια» τα:
ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ (ΣΕΛ 24),
ΙΚΕΤΙΔΕΣ ΠΟΘΟΙ (ΣΕΛ 33)
ΕΝΟΧΕΣ (ΣΕΛ. 9)
AUDITION ( ΣΕΛ 42)
ΚΛΑΣΜΑ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟ (ΣΕΛ 11)
ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΟΥ ΛΑΘΟΥΣ (ΣΕΛ 51)
ΕΠΙΒΙΩΣΗ Ι & ΙΙ (ΣΕΛ 26, 27)
ΑΛΙΕΑΣ ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΩΝ (ΣΕΛ 35, ΦΟΒΕΡΟ ΠΟΙΗΜΑ –ΙΣΩΣ Ο ΤΙΤΛΟΣ ΝΑ ΗΤΑΝ ΚΑΠΩΣ ΑΛΛΙΩΣ) ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ
Η ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ (ΣΕΛ 54)

 

ΑΡΙΣ ΑΝΤΑΝΗΣ

Κι’ άκου… κοίτα… νιώσε…
Τίποτα δ ε ν πεθαίνει,
Όσο υπάρχουν οι αγάπες
που το γέννησαν…

( Μια… υποψία βιβλιοπαρουσίασης, για δύο πονήματα που μου άρεσαν πολύ, Άρις Αντάνης,
Μαρούσι, Αθήνα- 7/3/2011)

1. Αλεξ-ήνεμος

της Ελένης Αρτεμίου – Φωτιάδου, «εκδόσεις Πήλιο»- Κύπρος 2010

Η Ελένη Αρτεμίου- Φωτιάδου χειρίζεται το λόγο με πολύ μεγάλη ευχέρεια.
Από την πρώτη αράδα προσελκύει τον αναγνώστη και τον κάνει να μη μπορεί να σταματήσει την ανάγνωση, να μη κάνει… στάση, ούτε για να επαναλάβει μια φράση, προς επιβεβαίωση της κατανόησης του νοήματος.
Αυτό είναι στα υπέρ, άραγε; Μα βέβαια, εκατό τοις εκατό.
Πρώτα από όλα διότι, αν δεν σε τραβάει η γραφή, το παρατάς το ποίημα και δεν πας παρακάτω. Εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Και δεύτερο διότι «αναγκάζεσαι» να ξαναδιαβάσεις, με ευχαρίστηση, την ποίησή της, ώστε να αποκομίσεις όσο γίνεται περισσότερα στοιχεία από τα μηνύματα που σου περνάει, από τα συναισθήματα που σου προκαλεί και από τα καλολογικά στοιχεία που σου προσφέρει, με το ύφος και τη ροή της πένας της.
Έτσι καθίσταται πολύ εύκολο να αναγνώσεις ποίηση μιας μόνο θεματολογίας, ποίηση με μακροσκελές κείμενο, σαν πεζό, ποίηση- αφιέρωμα σε συγκεκριμένο χαρακτήρα, ήρωα ή γεγονός, όπως είναι το προκείμενο.
Και βέβαια, δεν είναι πεζό, αφού, κατά την ανάγνωση, μέσα στις λέξεις και στη φόρμα, περιέχει ρυθμό, διαβάζεις μέτρο, ακούς μια μουσική υπόκρουση, υποπτεύεσαι ακόμα και μελωδία.
Η Ελένη Αρτεμίου – Φωτιάδου δείχνει μεγάλο σεβασμό στις λέξεις, επεκτείνει τις έννοιές τους, προσωποποιεί την αξία τους, τις χρησιμοποιεί πέρα από την κυριολεξία τους, μεταφέρει το νόημά τους και μέσα από έξυπνο χειρισμό και ιδέες, όχι μόνο αφαιρεί παντελώς την πιθανότητα μονοτονίας ή και κάποιας ανίας, που συνήθως προκαλεί η ανάγνωση ποιημάτων με θεματολογία από προσωπικά ή οικογενειακά βιώματα, αλλά εντείνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, προκαλώντας τον, όχι μόνο να αναγνώσει, αλλά και να απαγγείλει τους στίχους της.
Φαντάζομαι δε μια παρουσίαση αυτού του έργου, όπου η απαγγελία γίνεται από περισσότερα του ενός άτομα, ώστε σε αυτή την ποίηση να υπάρχει και… δραματο-ποίηση:

ΕΣΥ *
«Περνάω τη σκέψη μου επάνω από το σταμάτημα του χρόνου
Επάνω απ’ τα τριάντα χρόνιας της ματιάς σου
Ωραίος σαν Υμέναιος
Κρατάς σφικτά τον κρίνο της αγνότητας
Μέσα στου άσπρου πέπλου την Ιθάκη
Της αγάπης χρώματα βάφουν τα χείλη, τη θωριά
Το σφιχταγκάλιασμα, μες το ουράνιο τόξο»

ΕΓΩ *
«Αν ήταν εδώ»

ΕΣΥ
«Είναι πάντα εδώ
Κοίτα
Τα μακριά λυτά μαλλιά, τα δύο γαϊτανόφρυδα…
Χέρια λευκά σαν αθωότητα
Σκύβουν απάνω στα σγουρόμαλλα κεφάλια
Εφτά ανάσες σμίγουνε βαθιά με τη δική της.»

ΕΓΩ
«Μάννα ! Γυναίκα! Ουρανέ!
Ήταν το Χτες… είναι το Σήμερα…
Πια δεν το ξέρω
Ροδάνι ο χρόνος μ’ ακατάλυτη Εκείνη.»

ΕΣΥ
«Νιότη κι αγάπη στο πέλαγο του Νου.»

ΕΓΩ
«Βραδιάζει………………
………………………………….»
*Σημείωση: Το ΕΓΩ μπορεί να είναι ΕΣΥ και το αντίθετο. Και οι δύο προσωπικές αντωνυμίες τον ίδιο ρόλο παίζουν δηλαδή. Εγώ έτσι το ερμήνευσα, αφού η ποιήτρια ορίζει τους ρόλους και των δύο.

2. Οι Διαδρομές του Αδάμ

Ποίηση Ελένης Αρτεμίου- Φωτιάδου
Εκδόσεις «Πήλιο» Κύπρος 2010

Το ποίημα είναι πολύ δύσκολη υπόθεση. Είναι πιο δύσκολο από το διήγημα και, κατά μείζονα λόγο, από το μυθιστόρημα. Και πιο παρεξηγημένο. Έτσι πιστεύω, αλλά μπορεί και να κάνω λάθος. Το ποίημα όμως, που δεν είναι μια ιστορία, να τη διαβάσεις και να την καταλάβεις, πρέπει και να σου βγάζει μια ιστορία. Και από την ιστορία του ποιητή, να σε μεταφέρει στη δική σου ιστορία.
Ο ποιητής είναι σαν το μέντιουμ που σου λέει πράγματα από το παρελθόν σου και προβλέπει το μέλλον σου. Κι οι άνθρωποι, αν και πάντα δυσπιστούν με τα μέντιουμ, τα επισκέπτονται και μάλιστα προκατειλημμένοι, όχι για να ακούσουν αυτά που θα τους πουν, αλλά για να αποδείξουν την αναξιοπιστία τους.
Έτσι διαβάζουμε και τα ποιήματα: Με προκατάληψη. Με δυσπιστία. Όχι μόνο στο ποίημα, αλλά και στον ποιητή. Τι γράφει τώρα ο αλαφροήσκιωτος! λέμε. Δεν έχει τι άλλο να κάνει και γράφει ποιήματα. Αλλά πάντα μένουμε έκπληκτοι, όταν η ιστορία που βγάζουν μοιάζει με τη δική μας. Και τα μεν μέντιουμ είναι στ’ αλήθεια αναξιόπιστα. Τα ποιήματα όμως είναι μόνο… στ’ αλήθεια. Πρώτα από όλα γι’ αυτόν που τα γράφει και μετά γι’ αυτόν που θα καταλάβει το νόημά τους.
Για να το καταλάβεις όμως πρέπει να ασχοληθείς. Πρέπει να ανατρέξεις με τη φαντασία σου στη στιγμή της σύνθεσης του ποιήματος και να αναρωτηθείς γιατί το γράφει αυτό ο ποιητής και μάλιστα γιατί το γράφει έτσι. Ίσως θα πρέπει να πας και στον χώρο του, με το μυαλό σου, στο γραφείο του, στο σημείο που περιγράφει, να τον δεις κάπως με το νου σου, να δεις τις εκφράσεις τού προσώπου του όταν δεν βρίσκει τις λέξεις και όταν τις ανακαλύπτει.
Η ανάγνωση των «διαδρομών του Αδάμ», που έγραψε η Ελένη Αρτεμίου- Φωτιάδου μού επιβεβαιώνει ακόμα μια φορά και ίσως πιο.. επιβεβαιωτικά, την ήδη αποκρυσταλλωμένη γνώμη μου για την ποίηση γενικά και τη δική της ποίηση, ειδικότερα, ότι εδώ έχουμε μια ποιήτρια, τουλάχιστον σύμφωνα με τα δικά μου κριτήρια. Ποια είναι αυτά; Είναι πολύ προσωπικά, αλλά θα τα γράψω: Πρώτον όταν μου αρέσει κάτι πολύ, ζηλεύω και θα ήθελα να το είχα γράψει εγώ. Και δεύτερον μου δημιουργεί ένα περίεργο συναίσθημα, κάτι σαν να με παρασύρει έξω από το περιβάλλον μου. Τέλος πάντων αυτά είναι.
Έτσι οι στίχοι της Κας Φωτιάδου με δικαιώνουν που ασχολούμαι με την ανάγνωση ποιητικών συλλογών, στίχων και συνθέσεων και με παροτρύνουν να γράψω κι εγώ. Επί παραδείγματι οι διαδρομές του Αδάμ είναι παρά πολύ ελκυστικό έργο τόσο στο σύνολό του όσο και στα επί μέρους σημεία του.

ΤΩΡΑ

Το ξέρεις ! Τώρα είναι η στιγμή!
Να εγερθείς ψηλότερα απ’ το ψηλά σου
Μακρύτερα απ’ το σφυγμό που πιάνεις στον καρπό σου
Μόνο που πρέπει λίγο
Απ’ το δέντρο σου να τραβηχτείς
Από την ήρεμη σκιά της πράσινής σου μέρας
Μπορείς, αν θες, στο ταξιδιωτικό σου σακίδιο
Δυο φύλλα, μια μυρωδιά από το γνώριμό σου χώμα να ακουμπήσεις
Σαν πρώτο λίπασμα μιας νέας ανθοφορίας των αισθήσεων

Δεν είναι πολύ ωραίο; Δεν σε αγγίζει και σένα; Δεν είναι η δική σου ιστορία;
Το τώρα σου; Δεν σκέφτεσαι συχνά ότι η ανάταση των χεριών σου δεν ξεπερνάει το όριο, έστω κατά ένα χιλιοστό, για να φτάσει; Και η έκταση των βραχιόνων σου μια ιδέα πιο ανοιχτή, για να αγκαλιάσει; Δεν λες μέσα σου: Ρε παιδί μου όλοι το ίδιο κάνουν, εκεί κυμαίνονται, στο σύνηθες «πλαφόν». Τίποτα νέο, τίποτα διαφορετικό… Κάτι παραπάνω πρέπει να κάνω εγώ». Αλλά δεν θα το κάνω, αν δεν ξεφύγω από τη… σκιούλα μου, το δεντράκι μου και όλα τα κτητικά μου «μου», που τελικά δεν είναι καθόλου μου. Είναι …αλλουνού!
Μια νέα ανθοφορία των αισθήσεων όμως μπορεί να είναι κάτι δικό μου. Μια νέα προσπάθεια είναι δική μου και την αξίζω. Με ένα ποίημα ως επίκουρο, θα την επιχειρήσω.

Κλείνοντας θέλω να θυμίσω ότι:
α)Γράφοντας γι αυτά τα δύο βιβλία, από μόνος μου, χωρίς να μου το ζητήσει κάποιος, πέρασα πολύ όμορφα.
β)Η ποίηση έχει εραστές, δεν έχει αγοραστές. Από αντίδραση πάω και αγοράζω ποιήματα γνωστών και αγνώστων ποιητών. Η ποίηση με εμπνέει να έχω καλοσύνη κάθε φορά που το ξεχνάω και γενναιοδωρία, κυρίως όπου, ενώ δεν κοστίζει τίποτα, την τσιγκουνευόμαστε. Με βοηθάει να λέω μπράβο, με ειλικρίνεια, όχι μόνο για τα λεγόμενα αριστουργήματα αλλά και για την κάθε προσπάθεια. Μερικά ποιήματα όμως είναι πράγματι συναρπαστικά. Όπως της Κας Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου.
γ) Παρ όλα αυτά συνηθίζω να λέω ότι ανάμεσά μας υπάρχουν ποιητές, που δεν έχουν γράψει τίποτα, όπως και άλλοι που έχουν γράψει τόμους και δεν είναι τίποτα.
δ) Δεν πρέπει να λυπόμαστε τον ποιητή που δεν έχει «Κοινό», αλλά το Κοινό που δεν έχει ποιητή, και,
ε) Αν δεν είχα ανακαλύψει τη Διασπορική εντελώς τυχαία, δεν θα είχα την τύχη να διαβάσω τα τόσο ωραία ποιήματα της Κας Φωτιάδου, να εμπλουτίσω τη βιβλιοθήκη μου με τα βιβλία που μου χάρισε, αλλά και να απολαμβάνω τις συμμετοχές των πολύ αξιόλογων λογοτεχνών που κοσμούν καθημερινά τo Diasporic Literature Spot.

 

 

Ο Κύκλος ενός τετραγώνου Έρωτα

Ζήνων Ζαννέτος,

Ρέθυμνο Κρήτης

σε 78 διαμέτρους ή (Ποιήματα)

Εκφάνσεις και εκφορές του Έρωτα, που γρηγορεί παννύχιος στις παρειές της ψυχής, στα δώματα της σκέψης και στους σκολιούς δρόμους της συνείδησης.

Στη συλλογή υπάρχουν αρκετά ποιήματα «ποιητικής», ποιήματα που η αποκρυπτογράφησή τους μας φέρνει ενώπιων των τρόπων και των διαθέσεων της γραφής της ποιήτριας, της ικανότητάς της να προσλαμβάνει τους ερεθισμούς του κόσμου και των δυνατοτήτων της να μεταπλάθει σε ποίηση τις εσωτερικές της φωνές και των πραγμάτων τα σύμβολα και τα σχήματα. Τέτοια ποιήματα «ποιητικής» είναι τα:
Τώρα που έχεις φύγει, το σαλιγκάρι, Οι έρωτες των άλλων,
ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ: Ανακαλύπτοντας την αλήθεια του εαυτού και άλλα.

Τα ποιήματα αυτά και τα συγγενή τους, ως προς το περιεχόμενο, ευκολύνουν την ανάγνωση να ιχνεύσει τον προβληματισμό της ποιήτριας γύρω από την ασύλληπτη, σχεδόν θεματική του Έρωτα στη Ζωή του ανθρώπου, των μαγικών κωδίκων επαφής και ομιλίας (συνεύρεσης) μαζί του, αλλά και τη συναισθηματική κλίμακα της χαρμολύπης που αφήνει στην ψυχή η επίσκεψη ή η απουσία του.

Ο τίτλος της συλλογής είναι, επίσης σημειολογικός, παραδίδοντας την τόλμη της ποιήτριας να δοκιμαστεί στη γοητεία της προσέγγισης του διαχρονικού μαθηματικού αδύνατου (άλυτου), του τετραγωνισμού του κύκλου. Του τετραγωνισμού όχι μόνον του σχήματος του κύκλου του Έρωτα, της περιφερειακής του περιστροφής, αλλά και του αδαπάνητου και της αγνότητας του περιεχομένου του.

Το έλλογο διδάσκει τον άνθρωπο πως είναι αδύνατο να συνθέσεις σε αρμονία τα αντιφάσκοντα και αυτή η αδυναμία φαίνεται και στα ποιήματα της υπό συζήτηση συλλογής, παρ’ όλον ότι η γλωσσική και μετρική μορφή τους είναι αξιέπαινη. Η ποιήτρια πειράται να εγκιβωτίσει τον Έρωτα την αχώρητη δηλαδή έννοια, την ασύλληπτη σχηματικά και απερινόητη λογικά και συναισθηματικά έννοια σε γεωμετρικά σχήματα –κύκλος, τετράγωνο- τα οποία καμιά εξίσωση ή άλλο δόγμα δεν είναι σε θέση να διαρρήξει και να ανασυνθέσει. Ο τίτλος μας εισάγει στον μετεωρισμό του εγχειρήματος της ποιήτριας, στις αναμενόμενες αδυναμίες της απόδοσης του εσωτερικού προβληματισμού, με την ακρίβεια και στερεότητα της ποιητικής γεωμετρίας.

Θα μπορούσε, βέβαια, να αντείπει κάποιος πως η ποίηση ως Τέχνη, μπορεί να υπερβεί το αδύνατο του λογικού με το έκχυμα του συναισθηματικού και την απλοχωρία του ονείρου. Στην κριτική αποτίμηση των ποιημάτων συντρέχει και αυτή η οπτική ανάγνωσης. Μπορεί μόνη η Τέχνη να επιτύχει την γήωση του Έρωτα και την επένδυση της αύρας του σε συναισθήματα, αισθήματα, εκστάσεις του σώματος και του πνεύματος, σε πάθος άλογο και έλλογο θάμασμα, σε συνειδησιακό διάλογο και ηθικό μονόλογο, εκφάνσεις που αρνούνται τα σχήματα, όμως η ποιήτρια πειράται να τετραγωνίσει το ονειρικό βίωμα και να το ευμορφήσει στο τέλειο σχήμα ενός κύκλου. Γι αυτό η ανάγνωση εκλύει, πιο πολύ, λογικά στάγματα θυμόσοφου ποιητικού λόγου παρά σταλαμές του θαύματος της αλογίας του Έρωτα, βεγγαλικές εικόνες των θαυμασίων του.

Ο αναγνώστης αιωρείται σε δίσημο δίλημμα ανάγνωσης: Οι στίχοι αποτελούν δοκίμια περί Έρωτος, αποστασιοποιημένη α-πορία του θαύματός του ή συναισθηματικές αναμνήσεις εμβίωτης πρόσληψης, που εγκυκλώνονται και λογικεύονται με την τεχνική του γεωμετρικού σχήματος. Σε κάθε περίπτωση, η ποιήτρια πραγματώνει τις εσωτερικές της διαθέσεις και φωνές σε στίχους, πολλοί των οποίων είναι και πρωτότυποι και αξιόλογοι.

Με αξιοσημείωτη ευχέρεια η κ. Φωτιάδου χειραγωγεί τις τρέχουσες έννοιες του χώρου και του χρόνου και με εικονοποιητική φαντασία εισχωρεί στον τόπο του ονείρου και τραγουδά αυτό που είπαμε Έρωτα, με εκ-στασιαστική νουνεχία, (ή νουνέχεια) με συστράτευση της λογικής παρατηρητικότητας και της ενστάλαχτης συναισθηματικότητας. Η εσωτερική αναστάτωση και ο συναισθηματικός τάραχος υφαίνεται με το μετάξι του Λόγου, μέσα από συνειδησιακή εγκράτεια και το κοινοτικό δέον.

Για τεκμηρίωση των πιο πάνω σκέψεων παίρνω ως δείγμα κριτικής ανάλυσης το ποίημα «Οι έρωτες των άλλων». Ο πρώτος στίχος είναι δηλωτικός της ανασταλτικής νουνεχίας, με την οποίαν η ποιήτρια προσεγγίζει τον έρωτα:

Αποφεύγω τους έρωτες των άλλων.
Η πρώτη λέξη «Αποφεύγω», το ρήμα που δηλοί τη δυναμική ενέργεια του ποιήματος ακυρώνει την ίδια την ουσία της ομιλίας του έρωτα. Ο έρωτας, ως λειτουργία ζωής, είναι διάλογος με τον Άλλον, κατάλυση του Εγώ μέσα στο Εσύ με αυτοπροαίρετη θυσία. Γιατί η κατάλυση του Έρωτα προϋποθέτει θυσιαστική δύναμη και ιδιόβουλη είσοδο σε σκοτεινό προς εξερεύνηση σπήλαιο, σαν εκείνο του σοφού Πλάτωνα. Από την είσοδο και την κύκλεια στροφή και περιήγηση του Εγώ στους ανθηρούς λειμώνες του Εσύ θα αναδυθεί η έλλαμψη, που θα ακυρώσει τις σκιές που θα λαμπαδεύσει το λυτρωτικό μέγα φως της ζωής και του βίου. Αυτό το φως του Έρωτα είναι εκείνο που γηώνει τα Ουράνια και ενουρανίζει τα Γαιώδη. Σε άλλους στίχους – στα ποιήματα «Έξοδος κινδύνου» και «Δάσος τροπικό» – αλλά και στο ποίημα που αναλύομε η ποιήτρια υπαινίσσεται αυτήν την είσοδο, όμως η ποιητική της απόδοση δεν εκφαίνει συντελεσθέντα συγκλονισμό ή διαπορία του Θαύματος:

Αγγίζω θέλοντας και μη την αναμέτρηση.
Ικανοποιείται με τη λογίκευση εικόνων ποιητικών, που εξαρκούνται στη νοητική περιπέτεια των λέξεων, χωρίς να ολοκαυτώνεται, όπως η Σεμέλη, στο φως του Έρωτα-Δία. Λείπει η ποιητική σάρκωση του συναισθηματικού πάθους και του δραματικού εύρους ενός πραγματωθέντος εν βίω έρωτα. Η ομολογία της «Αποφεύγω τους έρωτες των άλλων» προδίδει την ίδια την ποιότητα της προσέγγισης του Έρωτα και του Λόγου του, τον οποίον η ποιήτρια προσπαθεί να εκφράσει στα ποιήματά της. Η ποίηση, βέβαια, η επώνυμη – η έχουσα το όνομα του δημιουργού της – κατ’ αντίστιξη με τη δημώδη, καταθέτει τα οράματα, τα σκέμματα, τους στοχασμούς, τις συναισθηματικές χαρμολύπες του ένδον τόπου του ποιητή της και τις φανταστικές του φτερουγίσεις με τον χιτώνα και τα ιμάτια της γλώσσας. Η ανάγνωση, συναίσθητη ή ερμηνευτική, προσλαμβάνει, κατά προαίρεση, ό,τι την εκφράζει ή αποκρυπτογραφεί τα σύμβολα εκείνα που νοηματοδοτούν τους δικούς της κώδικες ζωής και βίωσης, ονείρου ή χθόνιου ρυθμού της ύπαρξης. Κατά συνέπεια, οι όποιες ενστάσεις ή παρατηρήσεις διατυπώνονται εδώ, πέραν του ότι εκφράζουν το ήθος μιας προσωπικής ανάγνωσης, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στη σάρκωση των οραμάτων και των λογικών εκπτώσεων της ποιήτριας. Γιατί η μορφική ύφανση και πολύ καλή είναι και μαρτυρεί γλωσσική επάρκεια, ποιητικήν ευαισθησία λόγου. Η γλωσσική ένδυση της εικονοποιΐας μαρτυρεί ικανότητα απόδοσης λεπτών ισορροπιών του νοητικού με το Θυμικό, με ποιητική γλώσσα και ρυθμό.

Σε πολλούς στίχους η ποιήτρια πετυχαίνει να εκφράσει τη στυφή γεύση του απραγματοποίητου ή του ανονειρικού Έρωτα, με εικόνες μοναξιάς, λυρικής πικρής μνήμης, πόνου, δοκιμής και συναισθηματικής περιπέτειας, που παροτρύνουν για νέα προσέγγιση του ερωτικού καημού, των βιωματικών του αντιφάσεων, της υπαρξιακής ερημίας και της αναστοχαστικής Θέασης του Λόγου του Έρωτα στη Ζωή και στον βίο του ανθρώπου. Με καθαρή λογική διατύπωση ερρυθμίζεται ο στοχασμός της ποιήτριας σε ποιητικά σκέμματα, που δίνουν απαντήσεις σε λογικεύουσες απορίες του ερωτικού βιώματος, του ενσώματου ή, πιο πολύ του πνευματικού βιώματος και της ουσίας του Έρωτα. Στα ποιήματα ελλοχεύει το αβέβαιο, το άπυρο ερωτηματικό της βίωσης του Έρωτα.

Το ποιητικό αποτέλεσμα προσομοιάζει με προσυλληφθέν νοητικό σχεδίασμα – σενάριο – ερωτικό, που πολιορκεί τον Θείον Έρωτα στις ποικίλες του εμβιώσεις και πειράται να τον σχηματοποιήσει με σύμβολα ποιητικά, με την εμβέλεια της ποιητικής λέξης και τη δύναμη της εικόνας. Όμως, ο πυρετός και το καύμα του Έρωτα, στα πιο πολλά ποιήματα της συλλογής, μένει στο πλαίσιο του μύθου του ποιήματος, στην ατμόσφαιρα που περιρρέει τον ποιητικό λόγο, χωρίς να μεταπλάθεται σε Ποίηση.

Αξίζει, εδώ ν σχολιαστεί ένα άλλο ποίημα, που αποκαλύπτει τις δημιουργικές δυνατότητες της ποιήτριας. Είναι το ποίημα «Λυγμός αγάπης»:

Με παρθενική και ιδιότυπη σύλληψη περιγράφεται ο πόνος της φθοράς, της γήρανσης του πάθους, τότε που λιγαίνει ο ερωτικός πόθος, μέχρι σιωπής, και ενσταλάζεται στον λυγμό της αγάπης. Είναι η συγκλονιστική ώρα του ανθρώπου της συναισθηματικής αποδοχής του μεταβολισμού της ευχυμίας και της ενάργειας της ερωτικής μαγείας σε ξέθωρη συγκίνηση, που ονοματίζεται αγάπη – λυγμός αγάπης – μέσα στο μείγμα του πόνου της ανάμνησης, του λυγμού της μνήμης της ζέστης του έρωτα, της αδυναμίας αναθέρμης του ερωτικού ρίγους. Επιστρατεύεται τότε ως δεκανίκι η λειτουργία της αγάπης. Ένα αξιόλογο ποίημα, όπου το προσωπικό συναίσθητο βίωμα, με την απλότητα και την αλήθεια της έκφανσής του, αλλά και με τις ακριβόλογες και λυρικές ποιητικές του εικονίσεις κοινωνεί ως κοινότροπο και γνώριμο σε κάθε άνθρωπο δραματικό εσωτερικό στάγμα. Είναι, συνάμα, και ένα ευτυχές ποιητικό πλάσμα, που καταδεικνύει την ποιητική δωρεά και ικανότητα γραφής της Ελένης Α. Φωτιάδου, οσάκις η ποιήτρια αντλεί την ποιητική της μελάνη από τις δραματικές εσχατιές της ύπαρξης, χωρίς φοβίες και αναστολές ετερόνομης «ευπρέπειας». Γιατί ο Έρωτας είναι σιωπηλή κραυγή της ύπαρξης, που, ως ποιητική ωδή, άδεται στα αχάρακτα μονοπάτια της ψυχής και τρέφεται με τον πυρετό του αίματος της καρδιάς. Όμως, ψυχή και καρδιά αποτελούν ιδιοπρόσωπες ταυτότητες του Εγώ της ύπαρξης, με κανόνες και ήθος αυτόνομα, ιδιόβουλα και αυτοπροαίρετα. Είναι ό,τι το πρόσωπο συνειδητοποιεί ως λειτουργία της κορυφαίας πραγμάτωσης της Ελευθερίας του. Η πραγμάτωση αυτή διέρχεται από βωμούς και Θυσίες, από λυγμούς, αλλά με γενναιότητα και όχι μικρόψυχη φειδώ.
Η λιγόστιχη μονολογία, σε πρώτο πρόσωπο, με τίτλο «Μετριότης» επιβεβαιώνει τις προηγούμενες παρατηρήσεις. Στο ποίημα κατατίθεται η ομολογία της δειλής διαδρομής, του φτωχού φόρου που πλήρωσεν η ύπαρξη γι τη φοίτησή της στο παιδευτήριο της αγάπης, στην παιδονομή του Έρωτα:

«Δεν έκανα παιδί με την αγάπη», προφανώς, με τη λέξη αγάπη υπονοεί τον Έρωτα. Είναι η ακριβόλογη γραφή της ορφάνιας της ζωής, της ερημίας του βίου. Η ζωή, ως σύμβαση και όχι ως δώρον Θεού, κατασπαταλάται σε συναλλαγές συναισθημάτων, σε συμβάσεις ετεροκαθοριζόμενες, καθώς το σώμα και η ψυχή του προσώπου διαλέγονται με όρους χρησιμοθηρικούς κοινωνικής μασκοφορίας. Πουθενά η χαρά της δωροδοκίας, η ευχαριστιακή δοξολογία για τη δωρεά. Μονάχα θλιβή του ανεκπλήρωτου, ελεγχόμενος βηματισμός σ’ ένα, κατ’ επίφαση, πεντάγραμμο ελευθερίας, μαθητεία σε μια δύσληπτη αλφαβήτα.

Οι ομολογίες αυτές, δυσμένες ποιητικά με τον φόβο της «κοινωνικής ευπρέπειας», διατυπωμένες με ελεγχόμενο συναισθηματισμό και με πειστικό λυρισμό μοιάζουν με μελέτη Έρωτα και όχι θήτευση ή μαθητεία στο παιδευτήριο του Έρωτα και της ψυχής. Η αδυναμία ή η δειλία αναδρομεί τον ποιητικό βηματισμό και τον συγκρατεί να μην αφεθεί στη μέθη των ορίων και των κινδυνοτήτων του βιώματος ή του σκέμματος. Τότε το ποίημα, αντί της πυρετικής βίωσης και της δραματικής φώνησης, αναλώνεται στη μελέτη και σχεδίαση της ερωτικής σάρκωσης του ανεπανάληπτου. Το αποτέλεσμα αυτό αδικεί την Ελένη Α. Φωτιάδου ως ποιήτρια, γιατί και ικανότητες ποιητικής ολοκλήρωσης και απόδοσης του ερωτικού καημού διαθέτει και ευαισθησίες ως προς τη δραματικότητα του υπαρξιακού ελλείμματος και της τραγικότητας της υπαρξιακής του ίχνευσης. Η ανάγνωση της ερωτικής ποίησης της Φωτιάδου αφήνει την απαλή περιγραφή της αύρας του Έρωτα από το εργαστήρι της σκέψης, μακράν του δραματικού συγκλονισμού και της πυρέσσουσας ύπαρξης, εξαιτίας της χαρμολύπης του Έρωτα.

Η ποίηση, ως γνωστόν, έχει δικό της Ήθος και ιδιόνομους τρόπους του «φάσκειν» και «εκφαίνεσθαι», τρόποι που δεν ομονοούν, κατ’ ανάγκη, με τις βιοτικές συνήθειες της καθημερινότητας, τα ήθη και τα έθη της. Ακόμα και στον βιωματικό λόγο της ποίησης, το βίωμα πλάθεται σε ποίημα με τις οριακές του συγκινήσεις και με την κρυμμένη μορφή, συχνά ανυμολόγητη, που φωτίζεται με το ρυθμικό φως του μέτρου και της αρμονίας. Το ρυθμικό αυτό φως πηγάζει από το ελεύθερο φρόνιμα της ύπαρξης, εκεί που κυοφορείται το όνειρο και οι ιδανικές μορφές της συναισθηματικής κάθαρσης της ποίησης. Η ποιητική κάθαρση γεννάει το ελεύθερον ήθος της Τέχνης, το κάλλος του Λόγου Της, την αυτόνομη ακτινοβολία και εμβέλειά της.

Τα ποιήματα της συλλογής, τα πιο πολλά, είναι επιτυχείς συνθέσεις περί Έρωτος και προσομοιάζουν με περιγραφές μιας έντονης επιθυμίας να γευτεί η ποιήτρια έναν καρπό, που τον διαισθάνεται ώριμο και γλυκύ, τον αναλώνει, όμως, μέσα από προσμονές πραγματιστικής αίσθησης και από πλασματικές «γευστικές» ευχαριστήσεις, αντικατάστατα του ηδονικού ερωτικού συνταραγμού της ύπαρξης. Έτσι η όποια αλήθεια ενυπάρχει στα ποιήματα, υποβόσκει και οικουρεί κάτω από τη θυμική διάθεση, την ονειροπολία ή την προσμονή απτικής πραγμάτωσης και μασκαρεύεται ως διανοητικό παιχνίδισμα της φαντασίας και ποιητική πλασματουργία μιας γρηγορούσας, αλλά δεσμίας συνείδησης. Θα προσομοίαζα τον ερωτικό λόγο της συλλογής ως μια θαυμαστή ακροβασία, όπου ο κίνδυνός της έχει εκ των προτέρων αναιρεθεί με τα υπόδοχα δίχτυα που έχουν απλωθεί για να διασφαλίζουν κάθε ενάερο ακρόβατον άλμα, που θα επιχειρήσει ο ακροβάτης, εντυπωσιάζοντας τους θεατές του. Και, βέβαια, όλα τα άλματα είναι σχεδιασμένα εκ των προτέρων με γεωμετρική ακρίβεια.

Η συναισθηματική ανάγνωση και πρόσληψη του Ερωτικού Λόγου των ποιημάτων αφήνει μια στυφότητα από ελλείμματα αφής και ρίγους, εκστασιαστικής σαλότητας και πυρετικού αναλώματος, συστατικά στοιχεία της κυριαρχικής λειτουργίας του έρωτα, τα οποία ως οπτασία βηματίζουν ή ακινητούν μέσα στα ποιήματα, με τη βοήθεια της μνήμης. Η στυφότητα είναι παρούσα και στον τρόπο που η ποιήτρια εγχρονίζει τις εσωτερικές της φωνές: ένα διαρκές παρελθόν, άναιμο και ανεμικό (αέρινο), ονειρικό και φαντασιακό εγκιβωτίζεται στο παρόν, χωρίς να σαρκούται. Απλά δηλώνεται πώς μπορεί να λειτουργήσει ως ανοιχτάρι του Ναού του Έρωτα εφεξής. Το υπαρξιακό δράμα ή ακόμα, και η τραγικότητα που αναδύεται από την αναμέτρησή μας με τον Έρωτα η ποιήτρια τα πλάθει ως λυρική θλιβή του απραγματοποίητου, της ονειρικής τελειότητας, που τη γεύτηκε ως βιοτικόν έλασσον ή παρέμεινε πουκάμισο αδειανό να το «φοράει» η μνήμη και να συγκινείται, πλάθοντάς το ως θυμικήν αύρα επισκέπτιδα, περιγραφόμενη με επιτυχή καλλιλογική εικονοποιΐα. Το φως του εκπεμπόμενου Έρωτα, αυτό που προσδέχτηκεν η ποιήτρια είτε ως ορασιακή λάμψη είτε ως ποθούμενο απτικό καύμα είτε ως ακατάδεκτο σωματικό πυρανάλωμα και ψυχικό ολοκλήρωμα παραμένει, διαρκώς, ωσεί παρόν, στα ποιήματα, χωρίς, ωστόσο, να μεταπλάθεται σε ένδροσον ύδωρ ζωής, με το οποίον ο άνθρωπος ξεδιψά οριστικά και στο εσαεί.

Η νοηματική ακροτελευτή κάθε ποιήματος αναδύει μια ρομαντική πικρία, που, ως νάρκισσο στάγμα, παρηγορεί την ψυχή της ποιήτριας, ανοίγοντας, μάλιστα, παράθυρο αδιέξοδης συλλογής (λογισμού) για αναονείρευση και αναπλαστική ονειροδρομία μέσα στην αχλυώδη μελλοντική παρουσία του Έρωτα και την ψυχική και σωματική πενία της ύπαρξης, αλλά και τη νοσταλγόν ανάμνηση του τέλειου. Ανάμνηση Πλατωνική.

Θα μπορούσε κάποιος, ως ένσταση προς την ποιότητα των ποιημάτων της συλλογής, να παρατηρήσει ότι η Φωτιάδου με κοινά σύμβολα, με γνώριμους ποιητικούς τρόπους, με κοινότοπα όνειρα, με χειροπέδες στα αισθήματα και στον νουν, με κατηγορικές κοινωνικές προσταγές πειράται να στρατεύσει ένα θυμικό ευαίσθητο και έμπλουτο με επιθυμίες για ιδανικές βιώσεις και τάσεις για γνωριμία και ψαύσης της τέλειας συγκίνησης του ασύλληπτου Λόγου του Έρωτα. Με τις λογικές και συναισθηματικές αυτές προσωπιδοφορίες και αναστολές τα ποιήματα μετεωρίζονται με σφαγμένα πρόσωπα πόθου, με απρόσιτα όνειρα, με λυρική θλιβή του απραγματοποίητου, με αυτομαστιγώσεις και εξομολογήσεις για τη δειλία προς τη Ζωή και τον σημειωτόν της, που αντιστρατεύεται τον ελεύθερο βηματισμό του πνεύματος. Το ποίημα της συλλογής

ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ: Ανακαλύπτοντας την αλήθεια του εαυτού και όχι μόνον αυτό, είναι χαρακτηριστικό και αποκαλυπτικό για τις προηγούμενες παρατηρήσεις: Απομονώνω στίχους αυτοαναλυτικούς, που περιγράφουν την ποιητική ομολογία της Φωτιάδου:
Στη σιωπή σου ακούμπησα τις νύχτες μου
… Εγώ ό,τι απέμεινε από’να κόσμο πού’χτισα στο μέλλον μου
… Ποια νύχτα θα φανεί γενναιόδωρη
Να μου χαρίσει ολάκερη την παρουσία σου
Χωρίς τα μη τα όχι και τα πρέπει των πολλών
Χωρίς το βυθισμένο καημό ενός αηδονιού
Κυνηγημένο από φθόνο μετριότητας
… Στην αθέατη μορφή που κρύβει η μεγαλοπρέπειά σου
Αθέατη μήπως γίνω κι εγώ απ’ τον εαυτό μου
Πολύ με τυράννησε με την άλλη του εποχή
… Οι λέξεις εννοούν αυτό που δε λένε

Με τέτοιες αναστολές η ποίηση μοιάζει με ηχώ που φωνεί μέσα από ραγισματιές οροπεδίου, αντί της σπηλαίας βοής, που εκφαίνει την ανατριχίλα του δέους της αβύσσου, τον μετεωρισμό του ουρανίου χάους, την εκστασιαστική υπαπαντή του μυστηρίου και την ψυχική γιόστρα με τον Θάνατο, στοιχεία του Λόγου της συνείδησης και του πνεύματος. Αυτά τα στοιχεία ελευθερώνει ο Λόγος του Έρωτα και αυτά σημαίνει και η Ποίηση. Όμως στα ποιήματα της συλλογής όλα αυτά μένουν ανολοκλήρωτα και μακρινά, θολές εικόνες του θυμικού, του εγκάρδιου πόθου, του ονείρου και εκχέουν πενία της ομιλίας του σώματος και υποταγή του ελεύθερου φρονήματος του πνεύματος. Κι όμως, ρυθμοί, γλωσσική αρμονία και πλουσιότητα, συμβολοποίηση εικόνων της Ζωής και εικονοποιΐα σκεμμάτων και συμβολισμών προδίδουν ποιητικό τάλαντο όχι ευκαταφρόνητο, ύφανση ποιητική που αντέχει σε κάθε κριτική, ποίηση που εκφεύγει του ρηχού συρμού και της εύκολης γραφής.

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΣΠΡΟΓΕΡΑΚΑ-ΓΡΙΒΑ

Ο ΠΥΚΝΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ

Η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου έχει ένα πλούσιο λογοτεχνικό έργο. Μέχρι σήμερα, και είναι νέα και υποσχόμενη, έχει ήδη γράψει επτά ποιητικές συλλογές, μια συλλογή διηγημάτων, εννέα βιβλία παιδικής λογοτεχνίας και σενάρια.
Προσωπικά, λόγω της ενασχόλησής μου με τις εκδόσεις Μανδραγόρας ήρθα σε επαφή με το έργο της το 2011, όταν μας εμπιστεύτηκε προς έκδοση τα χαϊκού της. ΄Ηταν η συλλογή με τον τίτλο «Κατεπείγον», ένα ποιητικό σώμα που περιελάμβανε 116 ποιήματα. Αν σκεφτούμε ότι τα χαϊκού είναι ποιήματα που αποτελούνται από 3 στίχους εκ των οποίων ο πρώτος και ο τρίτος έχουν 5 συλλαβές ενώ ο δεύτερος 7, αντιλαμβανόμαστε ότι το να γράψει κανείς χαϊκού είναι μια μορφή δύσκολης άσκησης. Ο ποιητής πρέπει να τιθασεύσει την έμπνευση και τα μηνύματά του σε μια πολύ αυστηρή και απίστευτα σύντομη και λιτή φόρμα. Θα έλεγα ότι είναι πολύ απλούστερο να γράψει κανείς ένα μεγάλο ποίημα σε ελεύθερο στίχο παρά ένα και μόνο χαϊκού. 116 λοιπόν χαϊκού, που όλα κερδίζουν τον αναγνώστη σε πρωτοτυπία και νοήματα, απαιτούν απόλυτη αφοσίωση, σκληρή δουλειά και αριστοτεχνική χρήση της γλώσσας. Παραθέτω μερικά για να γίνει κατανοητό πώς η συγγραφέας κατορθώνει μ’ αυτές τις 17 μόλις συλλαβές να εκφράσει ολοκληρωμένες θέσεις που απηχούν την κοσμοθεωρία της για τη ζωή (DNA Επιβάλλεται/ ονείρων και πράξεων/ ταυτοποίηση), την αξία της αυτοκριτικής (Προσφώνηση: Έντιμο λάθος/ καλωσόρισες ξανά/ στην ύπαρξή μου// Ο πρώτος αντίπαλος: Κόντρα στο ρεύμα/ κυνήγησα πρωτίστως/ τον εαυτό μου), τον ρόλο της συνείδησης στον πνευματικό της κόσμο (Διά βίου: Επιείκεια/ δεν έδειξε ο χρόνος/ στη συνείδηση), την αξία της αγάπης (Ανυπεράσπιστος: Λευκή σημαία/ υψώνω στην αγάπη/ Παραδίνομαι!), την αξία τελικά της ίδιας της ζωής (Αυτοδικία: Ο αυτόχειρας/ ποτέ δεν πήρε χάρη/ απ’ την ψυχή του).
Nα σημειώσω απλώς για γραμματολογικούς λόγους, ότι η Eλένη στα χαϊκού της βάζει και τίτλο ο οποίος, συνήθως, συνδιαλέγεται με το ποίημα. O τίτλος είναι κάτι που δεν υπάρχει στην κλασική ιαπωνική παράδοση των χαϊκού, η δημιουργική προσθήκη όμως είναι στοιχείο εξέλιξης και τίποτα, κατά την άποψή μου, δεν πρέπει να είναι ταμπού. Xαϊκού με τίτλο λοιπόν πρωτοέγραψε στα ελληνικά ο Σεφέρης και πλέον έχει δημιουργηθεί μια σχολή στην ελληνική γλώσσα με πρωτεργάτη τον σύγχρονό μας ποιητή Xάρη Mελιτά.

Μόλις ένα χρόνο μετά τα χαϊκού, η Ελένη εξέδωσε μια συλλογή διηγημάτων. Κι αν τα χαϊκού έχουν αυστηρή φόρμα που δεν επιδέχεται καμία παρέκκλιση, τα διηγήματα είναι ελεύθερος πεζός λόγος που δεν υπόκειται σε κανόνες. Η ίδια όμως και στα διηγήματά της έθεσε κανόνες. Κάθε ένα κυμαινόταν, με επιλογή της, γύρω στις 800 λέξεις. O κρυπτογραφικός, θα τον χαρακτήριζα, τίτλος της συλλογής είναι «ΑΦΥΠΝΙΣΗ 800 mg». Πρόκειται για ένα κώδικα που θα τον σπάσετε μόνο αφού διαβάσετε τα διηγήματα. Τότε θα αντιληφθείτε ότι αυτές οι 800 λέξεις σε κάθε διήγημα είναι ένα σοκ. Αφού σας ταξιδέψουν σ’ ένα κόσμο πόνου, πένθους, δεινών, μικρών και μεγάλων προσωπικών τραγωδιών, θα σας αφυπνίσουν θυμίζοντάς σας ότι η τέχνη της ζωής είναι να βλέπεις τη χαρά που μπορεί να σου δώσει η πιο απλή στιγμή, ένα ηλιοβασίλεμα, ένα λουλούδι, η εικόνα ενός αγαπημένου· η αφύπνιση λοιπόν λειτουργεί, ως φάρμακο που περιέχεται στις 800 λέξεις. Έτσι, επειδή η περιεκτικότητα στα φάρμακα μετριέται σε mg, αποκωδικοποιούμε: Aφύπνιση 800 mg. Ευρηματικός τίτλος, πυκνός, πρωτότυπος και ακριβής. Εξίσου όμως πυκνά, πρωτότυπα, ευρηματικά και ακριβή είναι και τα «δραματικά» διηγήματά της, τα οποία καταφέρνουν στις 800 λέξεις τους να έχουν:
1. Πλοκή· όλα έχουν αρχή, μέση, τέλος, διηγούνται μια πλήρη ιστορία.
2. Έχουν από έναν μέχρι τρεις ήρωες των οποίων οι χαρακτήρες είναι διακριτοί, καθορισμένοι και σαφώς περιγεγραμμένοι, και
3. Διατυπώνουν ένα ηθικό δίδαγμα.
Παραθέτω χαρακτηριστικά από το διήγημα με τίτλο «Σαν λύσεις τα σκοινιά»: Αλληλοκοιτάχτηκαν οι ληστές, ρίξανε ένα βλέμμα στα δυο σφικτοδεμένα θύματά τους και με μια σιωπηλή συνεννόηση σάλπισαν ταυτόχρονα υποχώρηση. Μείνανε οι δυο τους, με τις ζωές τους δεμένες επάνω στις καρέκλες του σαλονιού, αμίλητοι μες στα πολλά που λέγανε τα μάτια τους.
Βάλθηκε να κινείται σπασμωδικά, πάνω κάτω, δεξιά κι αριστερά, σε μια προσπάθεια να χαλαρώσει τα δεσμά του. Μάταιος κόπος, μα κοίταξε τη δακρυσμένη της θωριά και συνέχισε.
Το πρωί προσμένανε το γιο τους. Σίγουρα τότε θα αναπνέανε αέρα ελευθερίας, μα μέχρι το πρωί μπορούσε να μαζεύει το κουράγιο του και να προσπαθεί να φτάσει κοντά της. Άκουγε την καρδιά της να τον καλεί, άκουγε την καρδιά του να την αγαπά όπως παλιά. Αλήθεια, πού ήταν κρυμμένη τόσο καιρό ετούτη η στοργή και τρυφερότητα, που τους επισκέφθηκε απόψε, αντάμα με το φόβο;
Είδε το βλέμμα της να καρφώνεται στο πάτωμα, ακολούθησε το ταξίδι του. Κάτι λαμπύριζε ανάμεσα σε πεταμένα χαρτιά κι αντικείμενα. Ένα φως, απ’ το παρελθόν φερμένο, άναψε μέσα του. Η βέρα του, η βέρα που δεν έβαζε εδώ και χρόνια και την είχε αφημένη σ’ ένα ξύλινο κουτί με την πρόφαση ότι τον στένευε πια, έπεσε φαίνεται απ’ τα χέρια των ληστών. Γλίστρησε κάπου αθέατη.
Κοιτάχτηκαν. Εκείνος κι εκείνη. Έτσι όπως δεν είχαν κοιταχτεί για χρόνια. Οι καρέκλες τους ήταν τόσο κοντά πια. Αν έγερνε το κεφάλι του, θα μπορούσε ίσως να αγγίξει το δικό της. Κι αν έγερνε κι εκείνη το κεφάλι της, θα μπορούσαν να κρατήσουν αυτή την επαφή σαν μια παρηγοριά στην ανημπόρια τους.
Το χάραμα τους βρήκε δίχως τα χρόνια της φθοράς. Μπήκε ο γιος τους στο σαλόνι νωρίς το πρωί, με το φως της άνοιξης να κυνηγά όλα τα γκρίζα λόγια που ξεστόμισε κάποτε η απομάκρυνση. Έσκυψε, έλυσε τα σχοινιά τους, μαζί και την αγάπη τους και την άφησε ν’ αρμενίσει με νέα πανιά στο μέλλον.
Xάρη λοιπόν στην πυκνότητα των κειμένων, στην άριστη χρήση της γλώσσας και στην πλοκή, η συλλογή διαβάζεται μονορούφι, κεντρίζει το ενδιαφέρον, το κάθε διήγημα σε καλεί να διαβάσεις και το επόμενο, κι αν κάπου στα μισά μπορεί να ξενίσει η αλληλουχία των τραγικών ιστοριών, στο τέλος το βιβλίο χαρίζει στον αναγνώστη εκείνο το εσωτερικό χαμόγελο που μόνο η κατανόηση των πνευματικών αξιών στη ζωή μπορεί να προκαλέσει.

Λίγο καιρό μετά τα διηγήματα η Ελένη είχε έτοιμη προς έκδοση μια συλλογή με δίστιχα. Η «Διμερής συμφωνία» που εκδόθηκε το 2013 περιέλαβε 186! δίστιχα. Κι εδώ έχουμε την ίδια πυκνότητα στο λόγο. Σε δυο γραμμές ολοκληρώνεται η εικόνα, ο αφορισμός, η σκέψη, η φιλοσοφία ζωής της. Διαβάζω: Περπάτησα ανάμεσα σε λέαινες κι αμνούς/ απλώνοντας το χέρι πότε για χάδι και πότε για εξημέρωση// Ποια θάλασσα Ερυθρά θα ανοιχτεί στα δυο για τις πορείες μου/ έτσι που να ξεφύγω από τα πάθη και τα λάθη που διώκουν το σκοπό μου;// Eναντιώνεται η μνήμη σ’ ένα μέλλον/ που θέλει να βαδίσει απερίσκεπτο// Κράτα εκείνη την αγάπη, που φτερά σού δίνει σαν τον Ίκαρο/ μα ποτέ σιμά στη φλόγα δε σ’ αφήνει, να μη λιώσεις.

Κι αμέσως μετά, σχεδόν ταυτόχρονα με την «Λίμνη των κύκλων» (Μανδραγόρας 2014), την τελευταία ποιητική συλλογή της, η Ελένη Αρτεμίου κυκλοφόρησε ένα έμμετρο παιδικό παραμύθι, με τον τίτλο «Για ένα χαμόγελο». Ένα παραμυθάκι για το πώς επέστρεψε το διαρκές χαμόγελο, αυτό που φθόνησε η κακιά μάγισσα και θέλησε να το σβήσει από τα χείλη των ανθρώπων, στη χώρα με το όνομα «Χαμογελία» (Eκεί χαμογελούσαν συνεχώς/ μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη/ O βασιλιάς και όλος ο λαός/ απ’ το πρωί μέχρι αργά το δείλι) Kαι πάλι η συγγραφέας θέτει αυστηρούς κανόνες στον εαυτό της: όλη η πλοκή ξεδιπλώνεται σε ομοικατάληκτες τετράστιχες στροφές.

Συμπεραίνω λοιπόν: αυτό που αισθάνομαι παρακολουθώντας το έργο της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου τα τελευταία 4 χρόνια, είναι ότι το κάθε βιβλίο της είναι ένα προσωπικό στοίχημα, ένα στοίχημα που βάζει με τη γλώσσα και το κερδίζει. Έτσι ενώ οι πρώτες ποιητικές συλλογές της αποτελούνταν από ποιήματα σε ελεύθερο στίχο, όπως σε ελεύθερο στίχο είναι και η Λίμνη των κύκλων, –ένα ιντερμέδιο άραγε στον αγώνα της με τις αυστηρές λογοτεχνικές φόρμες ή επιστροφή σε πιο ελεύθερες μορφές έκφρασης;– η Ελένη από το 2011 και μετά, φαίνεται ότι δουλεύει ασταμάτητα, υποθέτω νυχθημερόν για να έχει αυτή τη λογοτεχνική παραγωγή, προσπαθώντας να βρει τον πιο πυκνό τρόπο να εκφράσει τις σκέψεις της, είτε πρόκειται για ποίηση είτε για πεζό λόγο. Το στοίχημά της είναι η χρήση όσο το δυνατόν λιγότερων λέξεων για τη διατύπωση ολοκληρωμένων νοημάτων, νοημάτων που συνήθως απηχούν το δικό της αξιακό σύστημα. Ένα αξιακό σύστημα καθαρό, με διακριτό το σωστό από το λάθος, το ηθικό από το ανήθικο. Κι αν το ίδιο έλεγα πριν δυο χρόνια στην εκδήλωση που έγινε στο Κίτι, για την παρουσίαση των διηγημάτων της, τώρα μπορώ να το υποστηρίξω στηριζόμενη και στα δίστιχα και στο παραμύθι και στα χαϊκού. Ο γελαστός καλός βασιλιάς τα καταφέρνει. Το χαμόγελο γυρνά στην Χαμογελία. Αυτός που ηττάται είναι η μιζέρια, το κακό, η κατήφεια, ο φθόνος. Σε κάθε διήγημα μες από τις 800 λέξεις αναδεικνύεται ανάγλυφα το καλό και το κακό, υπάρχουν ήρωες που κερδίζουν την κάθαρση δίνοντας ακόμα και τη ζωή τους. Στα δίστιχα και στα χαϊκού η ποιητική έμπνευση αναδύεται μέσα από τους ελάχιστους στίχους και προσφέρει μαθήματα ζωής.
Η Ελένη λοιπόν κερδίζει τα στοιχήματά της γιατί έχει ξεκάθαρη σκέψη, κρυστάλλινες αρχές και αίσθηση δικαίου, αλλά παράλληλα είναι μια τεχνίτρια της γλώσσας, γνωρίζει σε βάθος τα ελληνικά, αξιοποιεί τον πλούτο τους, δημιουργεί σχήματα λόγου και εργάζεται επίμονα και ακούραστα για να επιτύχει τη λογοτεχνική μορφή που κάθε φορά επιλέγει.
Και καταφέρνει να μας προσφέρει αισθητική απόλαυση μέσα από τις ξεκάθαρες, διατυπωμένες με απόλυτη ακρίβεια, πλούσιες ιδέες της.

 

Φοίβος Νικολαΐδης

Εκλεκτή ποιήτρια και συγγραφέας «Κάνει άλματα πέραν της φθοράς»
Χαρισματική και πολυτάλαντη, διακρίνεται σε διάφορους τομείς, με την ίδια πάντοτε επιτυχία. Δημιουργική και ικανή, αναδύει τις σκέψεις και τους στοχασμούς της, σμιλεύοντας με δεξιοτεχνία τον ποιητικό της λόγο. Κάθε της λέξη, βγαίνει μέσα από τα εσώψυχά της, διανύοντας ασταμάτητες περιπλανήσεις, του νου και της καρδιάς. Οι στίχοι της πριν απογειώσουν το λόγο της, διαγράφουν τροχιά γύρω από τις έντονες πνευματικές της αναζητήσεις. Αποτυπώνει, όσο γίνεται πιο πιστά, στις ωραίες της ποιητικές πινελιές με τα πλούσια χρώματα των συναισθημάτων και τους ήχους της ψυχής της. Γλυκύτατοι ψίθυροι καρδιάς, τα ποιήματα της, ακούγονται σαν μια υπερβατική μελωδία στο άπειρο.

Από τα πρώτα της βήματα, εργάζεται σκληρά και συνεχίζει μέχρι σήμερα με την ίδια σοβαρότητα και ζήλο. Άνθρωπος χαμηλών τόνων, με περισσή ευγένεια και εσωτερικό πλούτο, γοητεύει με το λόγο της και καθηλώνει με τα ποιήματά της. Εκείνο που ξεχωρίζει στην Έλενα, πέραν του πλούσιου της έργου, είναι η αύρα που εκπέμπει και σε αιχμαλωτίζει με την πρώτη κιόλας ματιά.

Η Ελένη είναι ένας άνθρωπος γεμάτος ευαισθησίες, προβληματισμούς και ενδιαφέροντα για τα κοινά. Γνωρίζει αρκετά καλά, όλα εκείνα τα απαραίτητα «μικρά μυστικά» που τη βοηθούν να γράφει όμορφους στίχους, που ελκύουν την προσοχή, των αναγνωστών.

Η Ελένη βρίσκει μέσα από την ποίηση τη χαρά, που δίνει ο ρυθμός της και η μουσικότητα, που μπορεί κανείς να διακρίνει. Η ποίηση για την Ελένη, έχει ρυθμό σ’ ένα μουσικό πλαίσιο. Είναι σαν να ακούς ένα τραγούδι. Ένας ρυθμικός, συμβολικός, συμπυκνωμένος τρόπος σκέψης, ένα μοτίβο. Η ποίηση για την Ελένη σημαίνει ο απόλυτος τρόπος έκφρασης, η ελευθερία της εκφραστικότητας. Η απελευθέρωση των συναισθημάτων μέσω των στίχων, γιατί διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει.

Καθοδηγείται από μια απίστευτη αγάπη για τη ζωή και έναν έρωτα για την ποίηση, που την υπηρετεί με πάθος. Οι στίχοι της διακρίνονται από μια υψηλή καλαισθησία και ευαισθησία. Είναι δοσμένη ολοκληρωτικά στην ποίηση ψυχί τε και σώματι. Γι’ αυτήν είναι ο απόλυτος τρόπος έκφρασης στις μεγάλες χαρές ή λύπες, από την εφηβική της ηλικία, που άρχισε να απλώνει τις σκέψεις της στον ποιητικό καμβά.

Η ποιητική της έκφραση βρίσκει διεξόδους στα όμορφα ποιήματά της με θεματολόγιο από τη ζωή, τη φύση, τον έρωτα και γενικά τον άνθρωπο. Οι στίχοι της έχουν εκφραστικότητα, λυρισμό και αρμονία, αφήνοντας τον θεατή να ταξιδέψει μέσα από τα κρυμμένα μηνύματα που προβάλλει. Με πρωτοτυπία περιεχομένου και φροντισμένη επιμέλεια, γίνονται αφετηρία για αναζήτηση άλλων παραμέτρων της ζωής. Το αποτέλεσμα της δουλειάς της είναι εξαιρετικά όμορφο. Η Ελένη είναι μια ποιήτρια με καλπάζουσα φαντασία, δημιουργική με μεγάλες δυνατότητες.

Πέραν από την ποίηση, ασχολείται συστηματικά με το γραπτό λόγο. Πλάθει όμορφα παραμύθια, ντύνοντάς τα με το βελούδο της ψυχής της για τρυφερές ψυχούλες. Οι διακρίσεις της πολλές, συνθέτουν ένα μακρύ κατάλογο κι έχουν περάσει και στον ελλαδικό χώρο τιμώντας την Κύπρο.

Μετά από τόσα βραβεία και διακρίσεις η Ελένη νιώθει εντονότερη την ευθύνη, για να συνεχίσει, να γράφει και να παρουσιάζει τα έργα της. Τα βραβεία για την Ελένη, αρχικά, ήταν μια καλοδεχούμενη, ευχάριστη έκπληξη. Τώρα, αποτελούν το σημείο αναφοράς ευθύνης, για να της θυμίζουν την ευθύνη, να προσπαθεί, να γίνεται ακόμη καλύτερη. Το ταλέντο της, το θεωρεί ως ένα θείο δώρο, για το καλό όμως, όλων.

Θαυμάζει πολλούς ποιητές και ξεχωρίζει τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Αναγνωστάκη το Τ. Έλλιοτ και πολλούς άλλους. Έχοντας το φιλοσοφικό υπόβαθρο και τα γερά θεμέλια ως στάση ζωής, τα γνωμικά που την εκφράζουν, είναι το «Παν Μέτρον Άριστον» ως επίσης και το «Ες αύριον τα σπουδαία» (Πάντα υπάρχει το αύριο, κυνήγησέ το). Σλόγκαν της όμως στη ζωή είναι η φράση του Οδυσσέα Ελύτη: «Κάνε άλμα πέραν της φθοράς». (Να ξεπεράσεις τον εαυτό σου).

 

Aφύπνιση 800 mg

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΣΠΡΟΓΕΡΑΚΑ-ΓΡΙΒΑ

Eλένη Aρτεμίου-Φωτιάδου, Aφύπνιση 800 mg, διηγήματα
εκδ. «Mανδραγόρας», σελ. 127

ΔEΛTIO TYΠOY

Τριάντα εννέα διηγήματα που σχεδόν όλα ολοκληρώνονται περίπου στις 800 λέξεις –εξ ου και ο τίτλος της συλλογής. Κάθε ιστορία αφορά μια στιγμή κρίσης στη ζωή του πρωταγωνιστή της, μια κρίση που εκτονώνεται με την «αφύπνιση» του κεντρικού ήρωα.
Η αφηγηματική αλληλουχία και η συνεχόμενη ροή από διήγημα σε διήγημα, αναδεικνύουν την κοινή κεντρική ιδέα του βιβλίου καθώς η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου παρακολουθεί συμπάσχουσα τον πόνο και τις στιγμές απογνωσης στη ζωή των ανθρώπων.
Η Αρτεμίου με μια γραφή βατή, καθημερινή, απλή επιτυγχάνει να περιγράψει έντονες συναισθηματικές καταστάσεις. Mε ακρίβεια αλλά και με αφαίρεση στην εξιστόρηση κορυφώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ο οποίος «εξαναγκάζεται» να συμμεριστεί τα συναισθήματα και τις εντάσεις των ηρώων. Ο λόγος της, στην πρώτη πεζογραφική απόπειρα μετά από πέντε ποιητικές συλλογές και οκτώ βιβλία παιδικής λογοτεχνίας, είναι κλασικά διαρθρωμένος, ταυτόχρονα όμως δυνατός και φορτισμένος, με εμφανή την ποιητικότητα (Έξω το ψιλόβροχο ξεψυχούσε με μικρές, κουρασμένες σταγόνες) που αξιοποιείται για να προσδώσει ακόμα μεγαλύτερο βάρος και βάθος στο κείμενο: Έκανε ένα γύρο με το βλέμμα στο δωμάτιο. Μύρισε τη μιζέρια στα ξεχαρβαλωμένα έπιπλα στο φθαρμένο καναπέ, στις κουρτίνες που κρέμονταν σαν ικέτιδες στα τζάμια. Πήρε βαθιά αναπνοή και το αποφάσισε. Έψαξε βιαστικά στο σωρό με τα κουρέλια, φόρεσε το μοναδικό φουστάνι που στεκότανε ακόμα λιγάκι αξιοπρεπώς στο κορμί που δάμασε ο χρόνος. Έσιαξε όπως όπως τα μαλλιά της, ξεθωριασμένα σαν την κρύα μέρα στο κατώφλι της και κίνησε με τα πόδια να βρει τη χαμένη ελπίδα.
Τα σχήματα του λόγου χρησιμοποιούνται αριστοτεχνικά· δεν είναι κραυγαλέα, δεν ανακόπτουν τη ροή, αντίθετα παρασύρουν τον αναγνώστη στην πλοκή και επιτείνουν το ενδιαφέρον για την εξέλιξη της ιστορίας μέχρι την τελική κάθαρση: «Ένα δόρυ αιχμηρό τρύπησε τις αντιστάσεις της, μπήκε εκείνη η άνοιξη στην ύπαρξή του, αφήνοντας ελεύθερη την κατάδυσή του στο χθες., καινούριος ουρανός πιο δροσερός θα στάξει τις καινούριες μέρες που έρχονται».
Όμως, τα διηγήματα παρότι περιγράφουν στιγμές θλίψης, απόγνωσης, μοναξιάς, πένθους, παραμένουν στο βάθος τους αισιόδοξα, καλοσυνάτα, ανθρώπινα. Δυο μικρά δείγματα:
Βγήκαν στο δρόμο, περπάτησαν ακουμπώντας στην άκρη της καρδιάς τους, φτάσανε μέχρι το σύνορο της αγάπης τους, το διάβηκαν κι ανοίξανε καινούριο ουρανό επάνω από την καθημερινότητά τους. Πλατύτερο, να χωράει το αναπάντεχο και πιο γαλάζιο, να βάφει όλες τις άχρωμες ώρες τους. (σελ. 13)
Πήρε το πρώτο αεροπλάνο κι ήρθε ν’ ανοίξει την αγκαλιά του στο Γιώργη, σαν φωλιά που κλείνει μέσα της το κρύο της ψυχής. Και σαν κόπασε η πρώτη συγκίνηση έβγαλε απ’ την τσέπη το κλειδί. Τέσσερα δωμάτια όλα κι όλα. Και στο πίσω μέρος μια μεγάλη αυλή. Για να φυτεύει, πια τις αντοχές και τις ελπίδες, προσμένοντας ολόχρονα τους πολύτιμος καρπούς της. (σελ 83).
Η «Αφύπνιση 800 mg» είναι ένα βιβλίο που θα διαβαστεί και θα συγκινήσει.

«Μ»

H Eλένη Aρτεμίου-Φωτιάδου κατάγεται από την Αμμόχωστο. Είναι Διευθύντρια Δημοτικής Εκπαίδευσης και έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στον κλάδο της Εκπαιδευτικής Διοίκησης .
Ασχολείται με την ποίηση και την παιδική λογοτεχνία καθώς και με το ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό σενάριο.
Το λογοτεχνικό της έργο έχει τύχει διαφόρων διακρίσεων και είναι συνεργάτης της International Art Academy.

 

ΑΡΙΣ ΑΝΤΑΝΗΣ

«Αφύπνιση 800 mg»
(Εκδόσεις Μανδραγόρας)
Η Ελένη Φωτιάδου- Αρτεμίου είναι μια ποιήτρια. Αυτό είναι γνωστό. Οι στίχοι που έχω διαβάσει, κατά καιρούς, είναι εξαιρετικοί. Το ύφος της, οι λέξεις, τα μηνύματα, τα καλολογικά στοιχεία, η γλώσσα, οι ελιγμοί της γλώσσας, οι ατάκες, δίνουν μια ζωντάνια και μια ελκυστικότητα στην ποίησή της. Και αρέσει.

Όλα αυτά όμως ενυπάρχουν και στα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Αφύπνιση 800 mg”, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μανδραγόρα.
Δηλαδή ο πεζός της λόγος έχει και μια ποιητικότητα, που τη νιώθει ο αναγνώστης κατά την ανάγνωση. Μια μορφή ελεύθερου στίχου, είναι εμφανής, σε πολλά σημεία κάθε κειμένου. Αυτό προσδίδει ένα επί πλέον ενδιαφέρον προνόμιο, να λες δηλαδή μια ιστορία και η αφήγησή σου να έχει και ρυθμό στις λέξεις, στις φράσεις, στις ενότητες.

Θεωρώ πολύ έξυπνη την ιδέα τα αφηγήματα να μη ξεπερνούν σε μάκρος τις 800 λέξεις (εξ ού και το… 800 mg). Από μόνες τους οι ιστορίες διαβάζονται ξεκούραστα, ενώ το μικρό τους μήκος ευνοεί ακόμα πιο πολύ την ευχερή ανάγνωση.
Σε αυτό το είδος γραφής φυσικά επικρέμαται ο κίνδυνος να λείπουν στοιχεία από την ιστορία, αλλά εδώ η συγγραφέας έχει καταφέρει να βάζει τον αναγνώστη να συμπληρώνει την «αφαίρεση» και να μη του λείπει τίποτα. Αυτό είναι πολύ δύσκολο να το πετύχει κανείς. Γι αυτό πολλοί πεζογράφοι αποφεύγουν το διήγημα, φοβούμενοι μη πέσουν στην παγίδα της γραφής μιας απλής … περίληψης της ιστορίας και δεν καταφέρουν τελικά να πουν αυτό που θέλουν μέσα σε 2,3,4 σελίδες. Ή ακόμα να τους ξεφύγει η πένα και να επεκταθούν, οπότε το τελικό σχήμα δεν θα είναι πια ούτε διήγημα αλλά ούτε και μυθιστόρημα. Τα κείμενα της Ελένης είναι πλήρη διηγήματα και μάλιστα πολύ ωραία.

Οι ιστορίες είναι καθημερινά θέματα συνηθισμένων ανθρώπων που ζουν γύρω μας. Τα βλέπουμε, τα ακούμε, συμμετέχουμε, τα σχολιάζουμε, τα φέρνουμε σαν παραδείγματα, άλλοτε προς μίμηση, άλλοτε προς αποφυγή. Η αγάπη δεν λείπει από την πλοκή των ιστοριών και όπως πιστεύω και το έχω γράψει και σε δικά μου κείμενα, τα συμβάντα γενικά είναι σαν την αγάπη που άμα δεν κυκλοφορήσεις δεν την συναντάς. Το διαδίκτυο διευκολύνει μεν αλλά δεν υποκαθιστά την ανθρώπινη επικοινωνία, ούτε την απτή σχέση μας με το βιβλίο. Γι αυτό θεωρώ ότι το βιβλίο γενικά ποτέ δεν θα πάψει να υπάρχει.

Το βιβλίο της Ελένης μου άρεσε πολύ και ως… βιβλίο. Παίζει και αυτό το ρόλο του. Το χαρτί, το χρώμα η εικόνα στο εξώφυλλο, το άγγιγμα, ακόμα και οι γραμματοσειρές και το μέγεθος των στοιχείων. Αλλά εγώ νομίζω ότι όλα τα βιβλία του ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑ προκαλούν μια ιδιαίτερη οπτική και απτική έλξη, που οφείλεται στην καλαίσθητη επιμέλεια των εκδόσεων. Νομίζω ότι ο Κώστας Κρεμμύδας, σε κάθε έκδοση και βέβαια στα διηγήματα της Ελένης Φωτιάδου- Αρτεμίου δείχνει να «νοιάζεται» σαν να επρόκειτο για δικά του γραπτά. Αυτό είναι σπουδαίο και … σπάνιο.

Στις συλλογές διηγημάτων -όπως και ποιημάτων- άλλο αρέσει πιο πολύ και άλλο λιγότερο. Εν προκειμένω όλα τα διηγήματα της Ελένης μου άρεσαν πολύ. Πρέπει να πω όμως ότι μερικά από αυτά, εγώ προσωπικά, με αμιγή υποκειμενικότητα, τα θεώρησα ως μικρά αριστουργήματα.
Σαν κριτήριο βάζω πάντα ένα περίεργο συναίσθημα που μου προκύπτει όταν κάτι μου αρέσει πολύ. Λέω μέσα μου: μακάρι να το είχα γράψει εγώ. Αυτό το είπα για τα διηγήματα της Ελένης, παρα πολλές φορές.-

 

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου, Αφύπνιση 800 mg – Διηγήματα
Eκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2012

Το διήγημα εμφανίζει τα τελευταία χρόνια ανοδική πορεία. Η ταραγμένη εποχή, και ειδικά ο ελληνικός, ο ελλαδικός ορθότερα, χώρος λόγω της κρίσης που τον μαστίζει, αποτελεί σκηνικό, μπροστά στο οποίο εκτυλίσσονται άπειρες μικρές ιστορίες, αμέτρητα δράματα, με ήρωες άτομα του πόνου και της ανάγκης. Τις διάχυτες αυτές σκηνές το διήγημα μπορεί και τις αποτυπώνει σύντομα, σκληρά, τραγικά, σύμφυτα με την οδυνηρή πραγματικότητα. Δεν πρόκειται, μάλιστα, για απόμακρες περιπτώσεις περιθωριακών ομάδων, αλλά για ανθρώπους της διπλανής πόρτας, που μέχρι χθες απολάμβαναν μια παραπλανητική ηρεμία με τον συνακόλουθο εφησυχασμό. Η ζωή όμως έφερε τα πάνω κάτω και οι όλβιοι βρέθηκαν άνεργοι, ανέστιοι, μόνοι. Οι νεόπλουτοι έγιναν νεοπένητες. Είναι τα ναυάγια της κρίσης των ημερών μας, είναι οι λεηλατημένες ψυχές και τα ερείπια της σημερινής ζωής, είναι αυτοί, από τους οποίους αντλεί τις ιστορίες της η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου.
΄Αρχισα εντοπίζοντας το γενικό κοινωνικό πλαίσιο, το κοινωνικό σκηνικό, όπως ανέφερα, μπροστά στο οποίο διαδραματίζονται τα διηγήματα της «Αφύπνισης», μιας αφύπνισης σοκαριστικής και όχι υπό τους επαναλαμβανόμενους προγραμματισμένα και γλυκά ήχους ενός ρολογιού. Με άλλα λόγια, στην περίπτωσή μας δεν αλλάζεις νωθρά πλευρό με την άνεση της μακάριας αναβολής∙ τινάζεσαι έντρομος από τον αφυπνιστικό τρόπο και τα κατεπείγοντα μηνύματα της συγγραφέως.
39 μικρά διηγήματα περιέχει ο τόμος που παρουσιάζουμε, τρισέλιδα στην πλειονότητά τους, δομημένα ομοιόμορφα, με έναν ή δύο ήρωες, σύντομες ιστορίες που αφήνουν οδυνηρά στίγματα και γεύση δηλητήριου στη γλώσσα. Κάποιο ατυχές συμβάν, μία κοινωνική κακοτοπιά, η παρουσία του θανάτου σε κάθε σχεδόν σελίδα, που πλαισιώνει και αναβαθμίζει τη δυστυχία, αποτελούν την αφορμή για τη συγγραφέα να πλέξει τις ιστορίες της. Με κομμένη ανάσα ο αναγνώστης περιμένει την έκβαση και φτάνοντας στο τέλος αποκομίζει αυτό που η συγγραφέας επιδίωξε, την αφύπνιση, αφύπνιση όντως πολλών mg, αλλά μετρημένων λέξεων, με διπλή δράση: η πρώτη είναι εφιαλτική, αποτέλεσμα κάποιας τραγωδίας, και αφήνει πίσω της ερείπια, τραυματικό προβληματισμό και ανθρώπινα ράκη με λεηλατημένες ζωές, εγκαταλείψεις, προδοσίες, πληρωμένους έρωτες, νεκρωμένες ή δολοφονικές μνήμες. Η άλλη, και αυτή πρέπει να την πιστώσουμε στην ευαισθησία της συγγραφέως, αφήνει ένα αμυδρό φως ελπίδας στο βάθος της ταραγμένης σκέψης και το φως αυτό δίνει κουράγιο για μία νέα αρχή, χωρίς υποσχέσεις και ωραιοποιήσεις∙ αρχή που εμφωλεύει πάντα στην καρδιά του πάσχοντος ανθρώπου και τον οδηγεί σιγά σιγά στην ανάνηψη. Είναι ένας προβληματισμός, ευοίωνος, αισιόδοξος και τονωτικός.
Ο θάνατος, όπως ανέφερα, καθιστά πιο τραγική την κατάσταση που βιώνουν οι ήρωές της. Πρόκειται για θάνατο δικών τους προσώπων, που έρχεται να αλλάξει τη ζωή τους, να συντελέσει στην «καταστροφή» τους. Μάλιστα, εξαιτίας του η κοινωνική παθογένεια και η αναλγησία παίρνουν δραματικότερες διαστάσεις. Δίπλα του κυριαρχούν η μοναξιά και η ερήμωση. Είναι η έλλειψη ανθρωπιάς των καιρών μας, που αποτελεί το άλλο αίτιο της μεγάλης διάστασης που παίρνουν οι ανθρώπινες αναποδιές, είναι η έλλειψη ενός αδελφικού, ενός φιλικού χεριού που θα βοηθήσει να σταθεί στα πόδια του ο αναξιοπαθών, ο παραστρατημένος, ο αδικημένος, με μια λέξη ο κάθε δυστυχισμένος. Ξεχωρίζουν, λοιπόν, με την κυριαρχία της απερήμωσης αυτής τα διηγήματα του βιβλίου, επειδή ακριβώς αποδίδουν το κλίμα της δικής μας εποχής, και αυτήν έμμεσα καταγγέλλει η συγγραφέας, μέσα από την ακηδία, την αδιαφορία, την πρόκληση των εφησυχασμένων, θέλοντας να υποδείξει ότι κανενός η θέση δεν είναι πλέον ασφαλής, θίγοντας έτσι το κοινωνικό και ανθρωπιστικό χάος του αιώνα μας.
Η Ελένη Αρτεμίου πιστεύει στις ανθρώπινες αντιστάσεις, στην ψυχική αντοχή που περιορίζει το ατυχές συμβάν στην υλική του διάσταση και αποτρέπει την ηθική διάβρωση και τη σήψη. Με τον τρόπο αυτό αναθερμαίνει την υπνώττουσα πατρότητα και συνακόλουθα το κέφι για ζωή, θεραπεύει τις διαψεύσεις, κατασιγάζει τα ερωτικά πάθη, ακυρώνει τον χωρισμό και συνενώνει τους ανθρώπους στις κρίσιμες στιγμές, στις οποίες η ενότητα λειτουργεί ως φάρμακο κατά της δυστυχίας και ως ενδυνάμωση της αξιοπρέπειας.
Διαβάζοντας τα διηγήματα, μετά τα πρώτα από αυτά, δημιουργείται στις πρώτες πρώτες αράδες τού εκάστοτε επόμενου μία αίσθηση επανάληψης, μία στερεότυπη πρακτική προϊούσας παρακμής. Ωστόσο, όσο εξελίσσεται η ιστορία, η ομοιότητα χάνεται και ανοίγεται με τρόπο ρεαλιστικό μια άλλη ιστορία, με ευρηματικότητα αξιοπαρατήρητη στα θέματα, που όντως υπάρχουν στην καθημερινή μας ζωή. Όμως ανά περίπτωση είναι τέτοιες οι διαφορές, που με το τέλος της ανάγνωσης αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης τη διαφορά, την άλλη εκδοχή, τη αλλότροπη αντιμετώπιση, την αποπνικτική πολυπλοκότητα της παθογένειας, την ανάσα ενός συνανθρώπου που, παρά την έντονη προβολή του αποξενωμένου Άλλου, δεν παύει να είναι μέρος του εαυτού μας. Είναι η λύτρωση που αφήνει να διαφαίνεται στο τέλος των περισσότερων διηγημάτων της η συγγραφέας, η οποία εναπόκειται στην επικοινωνία και την καθαρή σχέση με τον συγγενή, τον οικείο, τον διπλανό μας, τον άγνωστο εν τέλει συνάνθρωπο.
Θα σταθώ για λίγο στα διηγήματα του τόμου που σχετίζονται με τα ερωτικά πάθη και την ηθική καταστροφή ή την ανάδυση της μέγιστης αξιοπρέπειας από αυτά. Και θα αναφερθώ στο ότι το είδος των διηγημάτων αυτών που καλλιεργεί η συγγραφέας, είναι γνωστό από τα τέλη του 19ου αιώνα στη λογοτεχνία μας. Ακόμη, ότι κάθε εποχή ανέδειξε διηγηματογραφικά τα παθήματα του ανθρώπου από τον έρωτα και το χρήμα, όταν αυτά παραβιάζουν την κρατούσα ηθική και την κοινωνική ισορροπία. Με τα διηγήματά της, θέλω να πω, η συγγραφέας αποτελεί έναν εκπρόσωπο του διαχρονικού αυτού είδους στη δική μας εποχή, όταν, υπό τις σημερινές συνθήκες, οι εφαρμογές και τα δεινά που προκαλούν στους ανθρώπους είναι πρωτόγνωρα. Από την πρόσφατη διηγηματογραφική παραγωγή θυμάμαι να αναφέρω δύο καλές συλλογές της Μαρίας Κουγιουμτζή, το Άγριο βελούδο, του 2008, και το Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου, του 2013, από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Ο άνθρωπος θα ερωτεύεται και θα επιδιώκει την ευημερία και την υλική άνεση. Αλλά και θα υπερβαίνει το μέτρο, θα αδιαφορεί για τα όρια, καταλήγοντας στην ύβρη εξαιτίας της εκμετάλλευσης, της παρανομίας, της παράβασης. Την παραβατικότητα αυτή στην εποχή μας από τον καταστροφικό συνδυασμό της άνομης σύνδεσης ερωτικού πάθους και λατρείας του χρήματος αποτυπώνει σε αρκετά από τα εν λόγω πεζογραφήματά της η συγγραφέας.
Το υλικό της, παρμένο από την επικαιρότητα, από τον τύπο, από την τηλεόραση, από την περιδιάβαση στους δρόμους της σκληρής ζωής, μας φέρνει στο νου έναν μάστορα και μεγάλο δάσκαλο του είδους, για τον οποίο γνωρίζουμε ότι αντλούσε τον πυρήνα των ιστοριών του από τις εφημερίδες της δικής του εποχής. Εννοώ τον κερκυραίο πεζογράφο Κωνσταντίνο Θεοτόκη και τις Κορφιάτικες ιστορίες του, αλλά και τα μεγάλα μυθιστορήματά του, όπου τα ερωτικά πάθη αποτελούν κακή μοίρα του ανθρώπου και οδηγούν στην τίση.
Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό και να μη δω τις ομοιότητες, τυχαίες ή διακειμενικού χαρακτήρα∙ την εκλεκτική συγγένεια, θα πρόσθετα διευκρινιστικά. Ο τίτλος, για παράδειγμα, της γνωστής νουβέλας του Θεοτόκη Η τιμή και το χρήμα με παραπέμπει στον τίτλο, επίσης, του διηγήματος της Ελένης Αρτεμίου «Κόστος και τιμή»∙ και επί του περιεχομένου, το τέλος του ωραίου πρώτου διηγήματος του βιβλίου, με τίτλο «Το κλάμα», με οδηγεί στο τέλος της νουβέλας που προανέφερα, όπου η μητρότητα, το ήθος και η αξιοπρέπεια νικούν το ερωτικό πάθος και ακυρώνουν την κοινωνική κατακραυγή.
Δεν είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ έως τώρα με το έργο της κύπριας συγγραφέως, παρά τη συχνή ενασχόλησή μου με τα κυπριακά γράμματα. Με θητεία στην παιδική λογοτεχνία και την ποίηση, και ανάλογες εμπειρίες στη δημιουργική γραφή, δοκίμασε πρόσφατα μόνο, αν δεν απατώμαι, τις διηγηματογραφικές δυνάμεις της στην αφηγηματική λογοτεχνία για ώριμους αναγνώστες, και μάλιστα αντιστρέφοντας τους κοινωνικούς όρους: με στροφή δηλαδή από την ευαισθησία της παιδικής αθωότητας και την αγνότητα της παιδικής ψυχής, από τον θαυμαστό δηλαδή κόσμο της παιδικής ηλικίας, στη σκληρότητα της βιοπάλης, της στυγνής εκμετάλλευσης και της εκπόρνευσης των ψυχών. Έχω την ευχάριστη εντύπωση ότι απέδωσε με πειστικό τρόπο τον φθαρμένο κόσμο των μεγάλων, εμφυσώντας την παιδική αλήθεια και λίγες, έστω, αισιόδοξες στιγμές, ακτίνες ελπιδοφόρου φωτός στις ταραγμένες ψυχές των παραστρατημένων ή αδικημένων ενήλικων ηρώων της.

 

Χαιρετισμός Πρέσβη της Ελλάδος στην Κύπρο, κου Βασίλη Παπαϊωάννου, στην παρουσίαση του έργου της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου
« Η λίμνη των κύκλων» (Λάρνακα, 3 Νοεμβρίου 2014)

1. Με χαρά απευθύνω θερμό χαιρετισμό στην παρουσίαση του έργου της καταξιωμένης συγγραφέως Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου «Η λίμνη των κύκλων». Το έργο της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου αποτελεί ακόμα μία απόδειξη ότι η ελληνική λογοτεχνία, ως πνευματική δραστηριότητα, δεν αναπτύσσεται αποκλειστικά στο στενό γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας αλλά στον ευρύτερο πνευματικό χώρο του Ελληνισμού, αναπόσπαστο κομμάτι του οποίου αποτελεί και η καλλιτεχνική παραγωγή της Κύπρου.
2. Και αν τελικά αληθεύει αυτό που είπε ο Οδυσσέας Ελύτης, ότι γράφουμε για να αφήσουμε «ίχνη αθανασίας», τότε το σημαντικό και πολυποίκιλο έργο της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου στο χώρο της ποίησης, της παιδικής λογοτεχνίας αλλά και του ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού σεναρίου επιβεβαιώνει την προσπάθεια μιας λογοτέχνιδας να αποτυπώσει με τα μέσα της τέχνης αγωνίες και ελπίδες καθημερινών ανθρώπων, δυσκολίες αλλά και χαρές της ανθρώπινης ζωής.
3. Τα πολυάριθμα βραβεία και οι σημαντικές διακρίσεις της Ελένης Αρτεμίου Φωτιάδου (Βραβείο Κώστα Μόντη 2010, Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας Κύπρου το 2009 και 2011, καθώς και πλήθος διακρίσεων σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς τόσο στην Κύπρο όσο και διεθνώς) επιβεβαιώνουν την ευρεία αναγνώριση που έχει λάβει το έργο της, ενώ πολύ γνωστά και αγαπητά στο τηλεοπτικό κοινό είναι και τα έργα της για την τηλεόραση («Ο Δάσκαλος», «Γκρίζος Ουρανός», «Μανόλης και Κατίνα», «Άνεμοι του Πάθους»)
4. Επαναλαμβάνω ότι η Πρεσβεία της Ελλάδος παραμένει σταθερά προσηλωμένη στην ανάδειξη του Πολιτισμού μας στο πλαίσιο του προγράμματος δράσης της. Στην επιδίωξη αυτή, θεωρώ ότι οι λογοτέχνες και γενικά οι πνευματικοί άνθρωποι αποτελούν την εμπροσθοφυλακή στην πορεία για τη χάραξη του νεότερου πολιτισμού μας. Και εμείς χτίζουμε όσο μπορούμε πιο δημιουργικά πάνω στο έργο αυτό.
5. Σήμερα η Ελλάδα και η Κύπρος βρίσκονται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο της ιστορίας τους. Η πρωτοφανής κρίση που περνάμε δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και κρίση πολιτισμική. Η μελέτη της λογοτεχνίας και η προβολή της πολιτιστικής μας παρακαταθήκης, παραμένει ένα σπουδαίο όπλο στην διάθεσή μας με αναμφίβολα τεράστια δύναμη. Η λογοτεχνία αποτελούσε, εξάλλου, πάντοτε το καταφύγιο των ευαίσθητων ψυχών από την οποία αντλούσαν δύναμη για το παρόν και τις δυσκολίες του. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ίσως η καλύτερη λογοτεχνία γράφτηκε σε εποχές κρίσης.
6. Συγχαίρω και πάλι την λογοτέχνη Ελένη Αρτεμίου Φωτιάδου και εύχομαι κάθε επιτυχία στη σημερινή εκδήλωσή σας.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΜΝΗΜΕΣ ΣΤΟ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑ

 

 

ΑΝΝΑ ΚΑΚΟΥΛΛΗ

Πίνακας: ΑΝΝΑ ΚΑΚΟΥΛΛΗ

 

 

ΝΤΙΝΑ ΠΑΓΙΑΣΗ-ΚΑΤΣΟΥΡΗ

Αύγουστος μήνας
και τα κρίνα επιμένουν
ν’ ανθίζουν στο Ακταίο.
Μια πόλη μες στο συρματόπλεγμα.
τα χέρια της ματώνουν
και ποιος να της γιατρέψει
τις πληγές;

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Κάθε Αύγουστο
νοικιάζεις ένα ζευγάρι κιάλια
τα βάζεις στα μάτια
κι ονειρεύεσαι…
την πολιτεία
πέρα από τα γκρίζα δέντρα,
την πολιτεία
που απλώνεται μέχρι τη θάλασσα.

 

ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ-ΠΑΠΑΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ

Σώμα τ’ Αυγούστου
με δυο σκοτώστρες άρβυλα
με χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
κίβδηλα πρόσωπα
πως επανέρχεται
με προσωπεία τώρα απονενοημένων καιρών;

 

 

ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΙΜΑΚΛΙΩΤΗ

Περιμέναμε την άνοιξη
και την ανάσταση
Λησμονήσαμε
ότι προηγούνται
αιώνες τώρα
η προδοσία
και η σταύρωση

 

 

ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΣΙΑΤΟΥ

Γύρισα μα δε μπόρεσα να βρω το νησί μου.
Το πήρε ο πόλεμος.
Αθώα μαζί και ένοχη
θυμούμαι τους πλακόστρωτους δρόμους
που χάθηκαν ένα πρωί
μαζί με τα παιδιά που θέλησαν να τραγουδήσουν.

 

 

ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ

Σε γέλασε το πράσινο σε μια γραμμή
και ορθώνεται σαν τείχος.
Βάρεσε της σκλαβιάς ο πόνος
στα χρόνια της παρηγοριάς, στα χρόνια της ελπίδας
μα η νοσταλγία της σιωπής το δρόμο σου χαράζει.

 

 

ΑΛΕΞAΝΔΡΑ ΖΑΜΠA

Εκκρεμείς κοιτούσαμε αργά
και κύματα τα ανακατεμένα μαλλιά
ρύθμιζαν ελαφρά λυτά φτερουγίσματα
Τα κορμιά τεντώνονταν στο διάχυτο αδύναμο φως
τα βλέμματα τότε γλυστρώντας ξάπλωναν
και ήταν Σάββατο…

 

 

ΒΕΡΑ ΚΟΡΦΙΩΤΗ

Το καθημερινό αδιέξοδο
που ωθείται σε άλλο αδιέξοδο
κηρύγματα ενταφιασμένα στους κάμπους
να κοιμούνται μαζί με τους ήρωες
οικουμενική εκκρεμότης.

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

Ίσως να ‘ναι και παρήγορο
που δε θυμάμαι τον ξεριζωμό,
που δεν ακουμπά τη μνήμη μου
ο κρότος απ’ το κλείσιμο της πόρτας
για τελευταία φορά.

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΑΦΕΙΡΗΣ

Κύκλωπα βράχε
οροσειρά της μοίρας του τόπου
και των στιγμών
η αιθέρια μουσική των κυμάτων
έρχεται ολοένα κοντά σου
μα πάντα φεύγει

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

Αυτή η κούκλα με το κομμένο χέρι,
που κρεμάστηκε στο παράθυρο
του γκρεμισμένου σπιτιού,
ποιο παιδάκι ήθελε ν’ αποχαιρετήσει,
σε ποιο παιδάκι σύρθηκε ως το παράθυρο
ν’ ανεμίσει το χέρι και της το ’κοψαν;

 

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΣΙΑΡΔΗΣ

Εσύ δεν λες τίποτα
μα εγώ θα σου πω γι’ αυτό το μαρτύριο
που δένει τη γη μας, τον τροχό που στενάζει
η πατρίδα μας, την πληγή στο σώμα του Ιησού.
Εσύ δεν λες τίποτα
μα η πληγή στο σώμα του Ιησού
δεν στερεύει.

 

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ

Χτες σε περιμαζέψαμε μες απ’ τα ερείπια.
Όχι, δεν βγήκες τούτη τη φορά απ ‘ τη θάλασσα.
Μες απ τα χαλάσματα σε περιμαζέψαμε.
Στα μεριά σου ήτανε ακόμη, μαυρίλες από βόμβα

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ

Ακούω μόνο τη φωνή της θάλασσας
Μουσική πάνω στους βράχους της σιωπής
Κι όσο κι αν με θωρείτε να ‘μαι κύμα λευκό
Πνιγμένα κρίνα είναι κάτω απ’ τον αφρό μου.
Έχω μια γεύση μνήμης αλμυρής στο στόμα
Του Ιουλίου μήνα με φοβίζει η φωνή
Και αυτών που πνίγηκαν στις τρικυμίες.

 

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΣΩΝΗ

Οι λεμονιές σου θ’ ανθίσουν και πάλι
σκορπώντας απλόχερα μυρωδιές
που μεθούν την ψυχή
και μεστώνουν τον πόθο
για τον γυρισμό…

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ

Δεν αφήνουν να ξεχάσουμε
ο Ονήσιλος, ο Πράξανδρος, ο Ευαγόρας,
η μάνα κι ο πατέρας που ’ναι κει,
νεκροί και ζωντανοί,
οι άγιοι που μας φανερώνονται
να τους ανάψουμε το καντήλι

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΛΟΡΗΣ

Θα ‘ρθει κάποτε μια μέρα
Με κάποια πολλαπλότητα
Στο φέρσιμο της
Μια μέρα όμορφη ίσως
Που η ιστορία δε θα ρωτά
Για κάτι που δε φταίξαμε

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε
για τον Πενταδάκτυλο
είναι γιατί
μοιάζει χτυπημένο πουλί
με δυο φτερούγες
καρφωμένες στο χώμα.

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ

Προδότες και προδομένοι
ίδιες ευθύνες
ίση μοιρασιά του καιρού-μου.
Το λυκόφως του συμβιβασμού
κάνει τις φλέβες της ανοχής
διάφανες.

 

 

ΒΑΚΗΣ ΛΟΪΖΙΔΗΣ

Γεννάνε τα κογχύλια σκοπό ανατρεπτικό
κι εγώ αναζητώ τη Ρήγαινα
όπως την ύφανε η γιαγιά στον αργαλειό
χωστό μαζί της για να παίξω.
Μα αυτή είν’ άφαντη απ’ του μύθου τα λημέρια,
στέκει στα οδοφράγματα
εθελόντρια στην εθνική φρουρά

 

 

ΒΑΣΙΛΚΑ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ

Πριν από καιρό
ποιος θα πίστευε
πως θα ‘ρθω εδώ
σε τούτη τη γη
καμένη του ήλιου
και της προδοσίας.

 

 

ΒΑΣΟΣ ΛΥΣΣΑΡΙΔΗΣ

Εκείνο το μικραστέρι
αντίκρισε τη σκλαβωμένη Αμμόχωστο
και κρύφτηκε στο άπειρο.
Εκείνη η ηλιαχτίδα
ακούμπησε στο ερειπωμένο κρησφύγετο
στο Δίκωμο και πάγωσε.

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΗΝΑΡΑΣ

Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι
που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω
αρμενίζει στις θολές γραμμές
των νοτισμένων κήπων…
Κτίσαμε καράβια
για να μας είναι πιο εύκολο
το ξερίζωμα.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ

Ο κόσμος που αγαπήσαμε
απομένει πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
και τους ξένους στρατούς,
ζει σαν φάντασμα μέσα σε έρημα τοπία,
μπαινοβγαίνει μέσα σε χαλασμένα σπίτια,
δειπνάει σε εγκαταλειμμένα τραπέζια.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

Ποιοι είναι αυτοί που λένε ότι χάθηκε η Κερύνεια;
Είναι οι γνωστικοί.
Αυτοί ξέρουν καλύτερα πως ό,τι χάνεται
δεν επιστρέφεται
πως των αδυνάμων τα λάθη
πληρώνονται με απώλεια
και με των ισχυρών το κέρδος.

 

 

ΕΛΕΝΑ ΤΟΥΜΑΖΗ

Να τους οι εξουδετερωμένοι
παρέα με τους μεγάλους μοναχικούς ποιητές
πορεύονται
έξω από τα τείχη και της δικής μας πόλης
ο Αττίλας ήρθε να «αποκαταστήσει την ανατραπείσα τάξη»

 

 

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ

Μακριά σου ανάστησα οργή, Οθέλλους ενός κόκκινου καημού
Και ζήτησα το πάθος μου να πνίξω
Σε μνήμες μέσα πληγιασμένες απ΄ του ΄Αδη το κοντάρι
Και τότες έτρεχε το αίμα της ψυχής και της αγάπης
Αμμόχωστος των παιδικών μου ανθώνων,
Των παιχνιδιών του ήλιου στους βλαστούς της ύπαρξής μου

 

 

ΕΥΑ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ

Κάποτε ο Ιούλης τρελάθηκε
της ανείπωτης θλίψης
και της χαράς που λαχτάρησα
η συνύπαρξη
σ’ ένα πανηγύρι των ανατροπών…
Με τη λαχτάρα του Αυγούστου
ξεγελάστηκα.

 

 

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΤΑ-ΛΑΖΑΡΟΥ

Μικρή μου πόλη, αγαπημένη Χώρα
δίχως συνθήματα θα ερωτευτούμε
στις στροφές των κλειστών δρόμων σου
παρατώντας ξόανα, ειδώλια, θεούς και δαίμονες
πρώτη φορά.
Δίχως συνθήματα θα ερωτευόμαστε εις τούς αιώνας
στην πόλη την κλειστή
ώσπου ν’ ανοίξει – επιτέλους – η δειλή καρδιά της

 

 

ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ

Βαδίζει, περνώντας απ’ την Κύπρο να βρει
τη μάνα Αφροδίτη, μαζί της να ανασύρει
τη χαμένη κάρα του συζύγου της Χαρίτας,
να την αρμόσουν στο σώμα να ‘ναι ακέραιο.
Πιο γενναίος απ’ όλους ο πρόσφυγας
που του αρκεί ο ήλιος να βαδίζει εμπρός

 

 

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΜΑΚΡΙΔΟΥ

Ο χρόνος κλείστηκε
μες τα πηγάδια της Μεσαορίας
τα πουλιά φορέσαν
μια βουβή φλογέρα
κι οι νεκροί κρατάνε το χώμα
στις τρύπιες παλάμες τους.

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

Δεν βγάζει ήχο το σκοτάδι που μαχαιρώνω
τα έγκλειστα βράδια της Λευκωσίας,
το έγκλειστο βράδυ που ξέρει να διαρκεί.
Πέρα απ’ το σκοτάδι κι άλλο σκοτάδι•
περιφέρομαι εφήμερος σε ζώνη νεκρή.

 

 

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

Λευκωσία!
ο Μακρύδρομος δεν βγάζει
πια πουθενά
πίσω απ’ τις βιτρίνες των μαγαζιών σου
αιωρούνται πύργοι σιωπής.
Δεν σε παίρνει ο ύπνος
κι όπως γυρίζεις απ’ την άλλη μεριά
για να κοιμηθείς
ακουμπάει το πρόσωπο σου
το πρόσωπο της προδοσίας.

 

 

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

Καμένα τα δέντρα η γη ρημαγμένη.
Το νιαούρισμα γάτας φανερώνει ζωή.
Η φωτιά αποτεφρώνει τις ματωμένες σάρκες.
Τα τσεκούρια πέφτουν κοφτερά
σαν χάρου δόντια στα σβέρκα των ανθρώπων
το αίμα ξεπετιέται ακράτητο
και ρουφάει τους μαύρους σκελετούς των ανθρώπων

 

 

ΛΙΛΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ

Δεν έγραψα πολλά γι’ αυτά που μας χωρίζουν
μα ούτε και γι’ αυτά που μας ενώνουν.
Το χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
φουσκώνει χρόνο με το χρόνο
και έχει γίνει ένα τεράστιο αερόστατο πάνω από την πόλη
που κρύβει τον ήλιο.
Η σκιά του χαράχτηκε στη γη, στην πλάτη και το μέλλον μας
ανεξίτηλη μελανιά.

 

 

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Λευκωσία 1974
Γιέ μου γιέ μου μιλιούνια τα αλεξίπτωτα
Πώς πέφτανε ο πατέρας σου άρρωστος η γιαγιά
Άρπαξα το ρολόι φύγαμε ξέχασα να κλείσω τις βρύσες
Ανατολικά η πορτοκαλιά την αγαπούσα έλεγες
Τί να σου πω κλαίαμε πολύ γιέ μου
Μάνα μου ανατολικά της Αττάλειας Βόρεια της Λευκωσίας μιαν
αγωνία που ζήσαμε

 

 

ΝΕΝΑ ΦΙΛΟΥΣΗ

Πώς αγγίζει κανείς τη χώρα του
ξαφνικά στη μέση ηλικία
και του κόβεται η ανάσα
ακριβώς στα δύο; Έτσι.
Είπα θα πεθάνω εδώ
κι ακόμα ζω αλλού.

 

 

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Ένα φεγγάρι σαν κλωστή
πάνω απ’ τη Λευκωσία
20 του ’Ιούλη 1979,
πάνω από τη γη όλο ξεχνάς
το κοφτερό μαχαίρι

 

 

ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

Κάθε πρωί
Ακονίζω τη μνήμη μου
Κι ένα μαχαίρι
Ανάμεσα σε θάλασσες που ματώνουν
Σε δυο κομμάτια με χωρίζει.
Τα παιδικά μου χρόνια με συνθλίβουν

 

 

ΝΙΚΟΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου
ξεσχίσανε τα πλουμιστά πανιά των καϊκιών
στα πρωινά μελτέμια,
κουβάλησαν το θάνατο σε γραφικές ακρογιαλιές
και φίλεψαν τον χάροντα
με πλούσιο τραπέζι.

 

 

ΝΟΡΑ NΑΝΤΖΑΡΙΑΝ

Ξαναπές μου εκείνο το παραμύθι, πατέρα.
Το παραμύθι για την ακρωτηριασμένη χώρα
και τα όνειρα της που εξοντώθηκαν.
Για την εκκλησία που έκλαψε,
την αλήθεια που κατηγορήθηκε πως έλεγε ψέματα,
τις φωνές που ξεσχίστηκαν σαν άκρα του σώματος.

 

 

ΠΑΜΠΟΣ ΚΟΥΖΑΛΗΣ

Υπόσχομαι
ύμνους άλλων ηρώων
να μη σιγοτραγουδήσω
Υποσχεθείτε όμως κι εσείς
πως δεν θ’ αφήσετε
άλλο πετροχελίδονο
ν’ ανέβει στον ιστό

 

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΡΓΥΡΟΥ

Στον προσφυγικό συνοικισμό
ήξερες την προέλευση του καθενού.
Έβλεπες το σπίτι της κυράς Αντρούλας
πνιγμένο λεμονόδεντρα,
μια μικρή Λάπηθο είχε φτιάξει.

 

 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ

Ζω την κατοχή στη χώρα
στην ψυχή
στον έρωτά μου.
Σβήσανε τον κύκλο που ’χα κάνει για εμάς
με κιμωλία πράσινη
και πάμε παρακάτω.

 

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΚΑΛΛΙΝΟΣ

Ό,τι έγραψα ήταν υποσημειώσεις.
Στίχους δεν έγραψα,
θαύμαζα τα αιώνια ποιήματα που περπατούν
τα απογεύματα στις λεωφόρους της Λευκωσίας
και της κάθε πολιτείας
που φημίζεται, για την εξαίσια στιχοποιία της…

 

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΑΠΑΠΑΣ

Άσπρη μέρα, επιτέλους,
σαβάνωσε την ημισέληνο
στο αμίλητο βουνό.
Αναίσθητος όμως ο ήλιος
βούρτσισε στο πι και φι
το αθώο χιόνι
δεν είχε αίσθηση του τι ποιεί.

 

 

ΝΙΚΟΣ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗΣ

Πώς έγινε Θεέ μου, αυτό το θαύμα!
Ύμνε Ελληνικέ, γεμάτε φώς,
ντύσου τον ήλιο της Ανατολής,
έλα να διαλύσεις τ’ άγρια σύννεφα,
τη λύτρωση να φέρεις στη μικρή πόλη μας,
και ν’ αποδώσεις λεύτερο στο πέλαγο
το σκλαβωμένο, μες στο κάστρο, αρχαίο καράβι.

 

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΙΛΛΑΣ

χαμένη χώρα
μέσα στην πίκρα ταξιδεύοντας του Τεύκρου,
κατάβρεχτη πυξίδα νόστου αιώνιου,
Σκηνή του Μαρτυρίου
εγκαταλελειμμένη
μέσα στη λεηλατημένη μνήμη
των Ελλήνων.

 

 

ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ

Η Λευκωσία μας αποδημεί στους χάρτες
σε αταχυδρόμητες φωτογραφίες
απ’ τις ψηλές ταράτσες την κοιτάμε
να ταξιδεύει στην ποδιά του Πενταδάκτυλου.
Μα η άλλη Λευκωσία φυλλορροεί στα στήθη μας
στα βραδινά μας βλέφαρα
η Λευκωσία μας η παλιά
η Λευκωσία μας

 

 

ΕΛΛΗ ΠΑΙΟΝΙΔΟΥ

φαντάσματα, φαντάσματα τού χθεσινού μας κόσμου
γιατί δε χάνεστε κι’ εσείς
μέσα στα βάθη της ψυχής
κι’ αβάσταχτη μάς φέρνετε ευωδιά χαμένου δυόσμου;

 

 

ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ- ΠΑΠΑΔΟΥΠΟΥΛΟΥ

Μα πώς ξηγείς
του Πενταδάχτυλου
πώς όλα τούτα εσκεμμένα έγιναν,
πώς ξηγείς πώς ήταν
εκ προμελέτης
πώς τούτος ο Ιούλης
ήρθε με ψευδώνυμο
κ’ ένα κρεσιέντο ενατένισης
στο θάνατο μας;

 

 

ΚΑΤΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ- ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

Σήμερα τη θάψαμε
σε κάποια ακατάστατη γωνιά της Λευκωσίας
δεκατέσσερα χρόνια απόσταση
από τους πορτοκαλεώνες της Μόρφου.
Κι ήταν Γενάρης
μα μύρισε λεμονανθούς και πάστρα
το ταξίδι της
στην ωραία Μόρφου των ουρανών.

 

 

ΚΛΑΙΡΗ ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

Δένεις, Αμμόχωστος,
τον ήλιο
στη χρυσή αμμουδιά
εκεί που άνθισαν τα κρίνα
και φτερούγισαν
τα όνειρά μας ουρανοτάξιδα.

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.
Ο κόσμος γύρω του πολύς· κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα –
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

 

 

ΜΟΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ

Πρόσφυγες είμαστε
που επισκεπτόμαστε σαν τουρίστες
τα σπίτια μας
ακέφαλοι
ματαιωμένοι
χωρίς ταυτότητα.
Πριν γίνουμε στήλες άλατος
βρε αδερφέ,
έναν καφέ θα τον πιούμε…!

 

 

ΝΙΚΗ ΚΑΤΣΑΟΥΝΗ

Με πράσινο
περνά την πράσινη γραμμή
με κόκκινο
κατάργησε την κατοχή
Και θαλασσίς
γυρίζει στη Γιαλούσα
γυρευοντας
να ξαναγεννηθεί.

 

 

ΝΙΚΗ ΛΑΔΑΚΗ-ΦΙΛΙΠΠΟΥ

Είκοσι μαρτυρολόγια
δε φτάνουν για την Κύπρο.
Μνήμη, εκείνα τα παιδιά
ήταν οι αγαπημένοι μου φίλοι,
εκείνα τα κοριτσόπουλα
ίδια η ψυχή μου.
Μνήμη,
τ’ αυγουστιάτικα σούρουπα
κράτησε το πρόσωπο τους.

 

 

ΠΙΤΣΑ ΓΑΛΑΖΗ

Με πυρσούς αναμμένους, με ορμή, με απέραντη υπομονή και μαρτύριο
Αξιοθέα, Αρσινόη Δημόνασσα, Αντωνού.
Γενναίες, δίκαιες των δικαίων, δυνατές και μεγάλες
Με μάτια πρησμένα απ’ τα δάκρυα κι ωστόσο αδάκρυτες
Να χαιρετούν την λευτεριά
Και με το αίμα τους να γράφουνε συνθήματα ατούς τοίχους

 

 

ΑΝΘΟΣ ΛΥΚΑΥΓΗΣ

Ιούλιο μήνα
βγαίνουν τα μαχαίρια
στον κάμπο. Και το βουνό
πιστάγκωνα δεμένο
σαν το τραγί στα χέρια
του χασάπη.

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

ποια αλήθεια
ποιος ήλιος και ποιο φεγγάρι
ποια λόγια και ποιοι στίχοι
θα φωτίσουν ξανά αυτό το τόπο
που ματώνει κάτω από τη θηλιά
ενός ατέλειωτου συρματοπλέγματος.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ

 

 

Ο Κυριάκος Δημητρίου είναι καθηγητής της Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

ΒΙΒΛΙΑ

Ο Πλατωνικός Μύθος (2008) [Επιστημονικό σύγγραμμα]
Το Χειρόγραφο (2016) [Νουβέλα]
Τρεις μήνες και μια μέρα (2016) [Νουβέλα]
Άνθρωποι στο βαγόνι (2016) [Διηγήματα]
Το Κώμα (2017) [Νουβέλα]

 

44Β

33Β

22Β

11Β

ΤΟ ΚΩΜΑ (2017)

17 Αυγουστιάτικη πανσέληνος
Μάρμπουργκ, 1916

ΣΤΑ ΔΑΣΗ τού Μάρμπουργκ οι λυκάνθρωποι αλιεύουν στις ασημένιες λίμνες της σελήνης. Τον Αύγουστο φεγγοβολά η ολοστρόγγυλη σελήνη, σαν κρανίο
φωτισμένο, λαμποκοπούν στα ξέφωτα τα αβαθή έλη, στάμνες λουσμένες φωτοστέφανα. Το φεγγάρι ανεβαίνει ράθυμα στον ουρανό, ολόγιομο, αγκαλιά
μ’ ένα πορφυρό μεταλλικό δαχτυλίδι – το δέκατο τρίτο φεγγάρι του χρόνου. Το ασημένιο φως πλανιέται πάνω από την επιφάνεια των νερών -γυαλοκοπούν τα βαλτονέρια και τα ποτάμια-, γλιστρά μέσα από τις κουφάλες των γερασμένων δέντρων και τις βαθιές χαράδρες, φτάνοντας στα δροσερά ξέφωτα, καταβυθίζεται σιωπηλά στις απάνεμες σπηλιές, ενώ τα ερπετά ανασαλεύουν από ηδονή κι έρωτα. Απόψε οι σαύρες κι οι νυχτερίδες θ’ αγαπηθούν, τα
ερπετά θα γλυκοκοιτάξουν κατάματα το ένα το άλλο, και θα νιώσουν τον έρωτα να διαπερνά σύγκορμα τη σκληρόπετση ψυχή τους, αδάμαστη δύναμη – το ολόγιομο πνεύμα τού σύμπαντος κόσμου.
Ο πατέρας με κρατά σφιχτά από το χέρι και μ’ οδηγεί στο δάσος.
«’Απόψε, Λέναρντ, θα περπατήσαμε μέσα από τους αγρούς και τις καλαμιές, θ’ ανηφορίσουμε στους πρόποδες των αγγέλων και θ’ αναρριχηθούμε στις πιο ψηλές βουνοκορφές».
Νιώθω ευγνωμοσύνη, γιατί επιτέλους θα μάθω αν τις αυγουστιάτικες νύχτες με πανσέληνο πλημμυρίζουν τα δάση με ασχημομούρες, αναμαλλιασμένες μάγισσες και λυκανθρώπους, πού στήνουν χορό και γρυλίζουν στο ολονύχτιο πανδαιμόνιο, αρμέγουν το άργυρό αίμα του φεγγαριού, το πίνουν, και μεθοκοπούν και γίνονται ημίθεοι.
«Μισός άνθρωπος μισός λύκος, ό λυκάνθρωπος είναι καταραμένος, άκληρος απέθαντος θνητός, αναθεματισμένος, καταδικασμένος να ζει και να ξαναζεί αιώνια τη συμφορά του», μου είπε ο εφημέριος. Είναι παραμορφωμένος από τις στάχτες της προαιώνιας λάβας, την οργή του Θεού, και μοχθηρός· τον περισσότερο καιρό λουφάζει στο σκότος μέσα στις πυκνές φυλλωσιές και στα κρύα ρεύματα του βουνού, μα είναι φεγγαροχτυπημένος και σεληνομανής. Είναι ερωτευμένος με το φεγγάρι μ’ έναν έρωτα βαθύ, γιατί τον βγάζει -έστω και για λίγο- από τη μαύρη απεραντοσύνη της αιώνιας νύχτας.
Βαδίζουμε σβέλτα, βουβά, ανηφορίζουμε δαιμονισμένοι προς τις κακοτράχαλες πλαγιές και τα πετρώδη μονοπάτια· στα πόδια μας τσακίζονται με κρότο τα σάπια κόκαλα και τα ξερόκλαδα – τα φαρδιά φύλλα κάτω από τις βελανιδιές γίνονται κίτρινη σκόνη και βυθίζονται στο χώμα, πολύ βαθιά, στις
βρικολακιασμένες αδηφάγες ρίζες των δέντρων.
Είναι μεσάνυχτα, πλησιάζουμε στην κορφή τού βουνου. Είναι μεσάνυχτα στο Μάρμπουργκ, καί κρυώνω πολύ, φο-βάμαι πολύ.
Μεσάνυχτα – η σελήνη, ένας τεράστιος φανός, εποπτεύει μεσουρανίς τη μικροσκοπική ανθρωπότητα. Τώρα ντύθηκε το ασημοκόκκινο ατλάζι, μεγαλοπρεπής στον θρόνο του ουρανού, λες και πλύθηκε με αίμα, χτενίστηκε με αίμα, και το σώμα της μοιάζει άλικο κι ασημί. Οι πέτρινες λίμνες τού φεγγαριού και τα άδεντρα φαράγγια ξεχείλισαν μέλι πορφυρό.
Κρυώνω, πουντιάζω. Το χέρι μου σιγά-σιγά παγώνει – «Πατέρα, γιατί είναι τόσο κρύο το χέρι σου;»
Μέσα στη σιγαλιά της πανσέληνης νύχτας, στο πυροφόρο δάσος, ένας βόρειος άνεμος μουγκρίζει από μακριά, ξεσηκώνει στο πέρασμά του τις ψυχές
των δέντρων και των ζωντανών, καλπάζει με ορμή όπως τα άλογα του Αχιλλέα στον χάλκινο ουρανό. Τα δέντρα λυγίζουν, ικέτες, στο ξέφρενο κυνηγητό κι υστέρα σηκώνονται ψηλά, λες και θα πετάξουν. Μα οι ρίζες τα κρατούν στέρεα στη γη, σκίζεται η νύχτα σε δύο κομμάτια, κι εμείς μέσα στη νεκρική σχισμή τυφλές σκιές κουβαριασμένες.
«Πατέρα, γιατί λαμπυρίζουν τα μάτια σου σαν δύο σταγόνες φωτιάς; Πες μου».

 

30 Οι ψυχές ξεχύνονται στο δωμάτιο
Μόναχο, 1942

Το δωμάτιο γεμίζει σταχτιά καταχνιά. Οι σκιές τρυπώνουν στην κάμαρη από παντού – τις κλειδαρότρυπες, το παραβάν, τα παραθυρόφυλλα. Στριμώχνονται ανάμεσα στα έπιπλα, κολλάνε όπως οι βεντούζες στα τζάμια, γαντζώνονται στις κουρτίνες σαν χνουδωτές ταραντούλες. Τότε σχηματοποιούνται, γίνονται φιγούρες, σέρνουν τα βήματά τους η μία πίσω
από την άλλη, συνωστίζονται στο δωμάτιο, ο χώρος ξανοίγει, μεταμορφώνεται· βλέπω τώρα μια πλατιά αίθουσα με σκοτεινούς καθρέφτες. Καμία δεν μιλά, δεν έχουν μάγουλα, είναι ρουφηγμένα στα οστά του προσώπου, μονάχα οι μύτες ξεχωρίζουν, ξεφλουδισμένες, μοιάζουν με μάσκες τρόμου σε θέατρο του μακάβριου. Το δέρμα τους είναι καρβουνιασμένο και γκρίζο, άλλες σκιές είναι ακρωτηριασμένες. Μάτια
αιωρούνται στο ταβάνι, κομμένα μπράτσα με νούμερα κρατάνε ακόμα τις βαλίτσες τους – από μέσα ξεπηδούν κούκλες τσακισμένες, ακέφαλες, κατσαρόλια, βούρτσες, γόβες, κουρέλια.
Οι γυναίκες στέκονται βουβές, κοντοκουρεμένες, σχεδόν φαλακρές, με φαρδιές γκρίζες πιτζάμες και πρησμένες κοιλιές, λες κι εγκυμονούν έναν κοπιαστικό θάνατο. Από τις βαλίτσες τους σταλάζουν βαριές μαυροπράσινες σταγόνες, αίμα και λάσπη, και καθώς πέφτουν στο πάτωμα γίνονται μικρά φίδια πού στριφογυρίζουν συρίζοντας. Άλλες είναι γυμνές, το δέρμα τους είναι καμένο και ξεκολλά σαν λέπια, σώματα ψειριασμένα, γεμάτα πυώδεις πληγές. Τυφλές κι ανήμπορες, κουτουλάνε στους τοίχους, στο ταβάνι και στα τζάμια.
Στο πάτωμα μπουσουλάνε σκελετωμένα παιδιά· τα ρουθούνια τους ξεκαπνίζουν καμένο λίπος. Κάποιες στιγμές οι φιγούρες κουνιούνται ρυθμικά,
ανοίγουν το ζαρωμένο, ξεδοντιασμένο στόμα τους – «Είμαι ο αριθμός… ο αριθμός…». Πανδαιμόνιο, ένας γιγάντιος ψίθυρος μονάχα εισβάλλει στην κάμαρη, σαν να μηρυκάζει τον πόνο.

 

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΟ ΒΑΓΟΝΙ (2016)

Τ0 ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΛΥΩΝ

Βρίσκομαι στο τρένο με προορισμό τη Λυών, αναμενόμενη ώρα άφιξης 12 και 5, χωρίς ενδιάμεσο σταθμό. Είναι βράδυ, περασμένες έντεκα. Μόλις πού πρόλαβα το τελευταίο δρομολόγιο – αναχώρηση 9 και 15 από το Παρίσι.
Κάθομαι στο βαγόνι της πρώτης θέσης κι ακούω τον συρμό να στριγγλίζει πάνω στις χιονισμένες ραγές, σκαρφαλώνοντας τις φιδίσιες στροφές του βουνού. Πιάνοντας μια στενή στροφή, το τρένο επιβραδύνει απότομα και βγάζει έναν δαιμονισμένο θόρυβο, τα φρένα σκαλίζουν τη σκουριά σαν λεπίδι, η σκουριά λιώνει από την τριβή και σμίγει με το νυχτωμένο χιόνι. Η νύχτα στο βουνό δεν μπορεί να κοιμηθεί, είναι εκκωφαντικός ο θόρυβος της μηχανής, απανωτές οι εκρήξεις στα σωθικά τού τρένου· κι έτσι παρακαλεί να εκτροχιαστεί ο καταραμένος συρμός, για να γαληνέψει. Κι αν κλείσει για λίγο τα μαύρα της βλέφαρα, τα δέντρα-γίγαντες του δάσους περπατούν με βαριά βήματα, ανασηκώνουν τον παγωμένο αέρα με τα κλωνάρια τους, σείεται η γη από τα τρίσβαθα, κι υστέρα μεταμορφώνονται σ’ εφιάλτες και την κυνηγούν. Οι γίγαντες του δάσους θέλουν να μείνει ξάγρυπνη η υγρή νύχτα, για να κοιμηθούν οι πετροκότσυφες στις αχυροφωλιές που κρέμονται -με τις κοιλιές τους γεμάτες γαλαζωπά αυγά-
από τα ψηλά κλωνάρια σαν γινωμένα τσαμπιά.
Κάτω από τις ράγες οι βράχοι αναστενάζουν στο σκοτάδι. Ευτυχώς που κάποιο καλοκαίρι τα μυρμήγκια άνοιξαν γαλαρίες κι είδαν λίγους σπόρους
γαλάζιο φως να χύνονται στο χώμα μέσα σε λίγες στάλες βροχής, πασκίζοντας να φυτρώσουν, θηλυκό κι αρσενικό φώς.
Μεγάλη στροφή, σφυρίζει το τρένο τρεις φορές, τέσσερις φορές, μουγκρίζει η ατμομηχανή καταπίνοντας λαίμαργα το μαύρο κάρβουνο, αγκομαχά σαν το κεφάλι τού λιονταριού που κουράστηκε να κυνηγά ελάφια στη γλιστερή άβυσσο. Κι υστέρα τα βαγόνια κλυδωνίζονται στο ξέφωτο από μια αρμαθιά αέρηδες που αντιπαλέψανε κάτω από το φεγγαρόφωτο και ειρήνεψαν, για να γίνουν σιδερένια γροθιά που πέφτει στη γη, λαξεύει τούς βράχους και σκάβει λαγούμια.
Σφυρίζει η αμαξοστοιχία με τα φώτα αναμμένα, μπρός-πίσω, και συρρικνώνονται τα λαχανιασμένα χιλιόμετρα στο φαράγγι, σαν να ξεκολλούν από τον χάρτη, και ναυαγούν στις κόγχες της νύχτας, λίγο πριν κοντέψουμε το πέτρινο γεφύρι – απόψε, στα πόδια του γεφυριού κοιμάται μια λίμνη μ’ ανθισμένα νερά, μπλε νούφαρα και λευκόχρυσους κρίνους. Η λίμνη μοσχοβολά βατράχια και πράσινα κοχύλια, η άμμος καρτερεί το φώς να κεντήσει το χρυσοκίτρινο υφάδι· μα δεν θα ξημερώσει απόψε, δεν θα
ξημερώσει αύριο, γιατί ούτε χθες ξημέρωσε.
Το τρένο πρέπει να φτάσει στον προορισμό του, να συναντήσει τα χρωματιστά όνειρα των τυφλών. Θέλω να κοιμηθώ και να ονειρευτώ τ’ απάνεμα όνειρα των τυφλών στ’ αμμουδερά μονοπάτια του νου, μα το σκοτάδι είναι πηχτό σαν βούρκος και καταβροχθίζει τα όνειρα. Ο εισπράκτορας εμφανίζεται υποβασταζόμενος από τα δεκανίκια μιας πένθιμης ελπίδας που σέρνεται στον ζαρωμένο διάδρομο· στο πηλήκιό του το έμβλημα είναι ένας χάλκινος πυρσός. Είμαι σ’ ένα τρένο που χάνεται σε μια άμορφη στάλα σκουριάς.
Θυμάμαι, πρέπει να θυμηθώ· στην εσπερινή ώχρα της αποβάθρας μ’ αποχαιρέτησε η Κλεμεντίν μ’ ένα φιλί στα χείλη σαν το ζεματιστό χάδι της προσευχής – «στο καλό, μόλις φτάσεις, να μου τηλεφωνήσεις». Πίσω της στέκεται διακριτικά ένα ζευγάρι, ο Βενσάν και η Σοφί, σηκώνουν τα χέρια ψηλά λες κι αγκαλιάζουν αόρατα τείχη ψελλίζοντας μελαγχολικά ένα ακαθόριστο «αντίο». Τούς βλέπω μέσα από το θαμπό τζάμι του βαγονιού, πού ολοένα μικραίνουν, ώσπου να σβήσουν οι εικόνες τους μες στο τεμαχισμένο μου βλέμμα – σπαράγματα μαραζωμένης μνήμης. Είχαμε αναχωρήσει βιαστικά από το καφέ «Λέ ντε Μαγκό», απέναντι από την εκκλησία Σαιν
Ζερμέν, αφού απολαύσαμε ζεστές κρέπες με αχλάδια, πασπαλισμένες με ζάχαρη άχνη, και μπάλες παγωτό βανίλια. Η Κλεμεντίν είχε βυθίσει τα μεγάλα μάτια της στα μάτια μου, κι έβλεπα με τα δικά της, ένα ζευγάρι μάτια θηλυκά, το μενεξεδί σούρουπο πού απλωνόταν νωχελικά στην Πόλη του Φωτός σαν εαρινή παλίρροια. Δεν ήθελε να ταξιδέψω με το τελευταίο τρένο για τη Λυών.
Όταν ο Βενσάν παρενέβη καθησυχαστικά, η Κλεμεντίν τον διέκοψε με σπαραχτική φωνή: «Δεν συμφωνώ μαζί σου, Βενσάν. Ό κόσμος είναι αλλόκοτος σήμερα, είμαστε το θήραμα στη δίνη του παμφάγου χρόνου – δεν νιώθετε το ωστικό κύμα του ανεκπλήρωτου κινδύνου; Ό κίνδυνος παραμονεύει ακόμα και στις ρίζες της τριανταφυλλιάς, στις χελιδονοφωλιές,
στ’ άνθη του γιασεμιού που μοιάζουν με πάλλευκες πεταλούδες».
Η αμαξοστοιχία πλησιάζει ράθυμα στον κεντρικό σταθμό της Λυών, τρυπώνει στη στενή σήραγγα διασχίζοντας το στομάχι του λόφου. Κλείνω τα μάτια σφιχτά για να μη βλέπω το σκοτάδι, κρατάω την αναπνοή στο στήθος μου για να μην εισπνέω τον λιπαρό αέρα. Οι ράγες είναι χορταριασμένες στη σήραγγα, ανάγλυφη σιδηροτροχιά λησμονημένη ακόμα και στις ρίμες των ποιητών. Φτάνουμε στη χιαστή διασταύρωση, το τρένο σφυρίζει υπόκωφα για ύστατη φορά, στο βάθος της πλατφόρμας διακρίνω τους επιβάτες πού περιμένουν βουβά με ψηλά καπέλα, ομπρέλες, μπόγους κι αποσκευές. Εγώ δεν έχω αποσκευές. Θα πρέπει να ξέχασα τη βαλίτσα μου στην αποβάθρα στο Παρίσι, όταν βιάστηκα να πεταχτώ στο βαγόνι – ευτυχώς η Κλεμεντίν θα τη φύλαξε, ίσως τη φρεσκάρει κιόλας με καφετί βερνίκι· η υφασμάτινη ταπετσαρία στο εσωτερικό της σκίστηκε σε μια γωνιά. Εκεί φύλαγα το διαβατήριό μου και λίγα χαρτονομίσματα για έκτακτη ανάγκη.
Το τρένο γλιστρά απαλά στις ράγες του τερματικού λες κι είναι τσουλήθρα, κόβει ταχύτητα, τα φώτα στο βαγόνι αναβοσβήνουν σαν βραχυκυκλωμένα, υστέρα σβήνουν ολότελα. Στην πλατφόρμα γυναίκες,
άντρες, παιδιά σπρώχνονται, στριγγλίζουν, στρέφουν το κεφάλι, και στο βλέμμα τους αισθάνομαι την αύρα ενός διαστατού κενού. Το βαγόνι ακινητοποιείται για λίγα δευτερόλεπτα· έχω την αίσθηση ενός θολού
απονεκρωμένου χρόνου που μετεωρίζεται στον αφρό μιας θαλάσσιας δίνης. Ο σταθμάρχης ανυψώνει την πράσινη ράβδο σηματοδότησης, κι αμέσως αρχίζει ένα ανάστροφο ταξίδι – τώρα πια έχω την πλάτη γυρισμένη κι ακούω τούς ήχους ανάποδα.
Εγώ όμως θέλω ν’ αποβιβαστώ στη Λυών! Αυτός είναι ό τελευταίος μου σταθμός. Άλλα το τρένο σφυρίζει ήδη στη διασταύρωση και σέρνεται ξεφυσώντας «τσαφ, τσουφ» στις ράγες· φτάνει στο φαράγγι, διέρχεται πάνω από τη γέφυρα και σκαρφαλώνει στο βουνό. Η νύχτα στο βουνό εκτείνεται απροσκύνητη στις βαθιές κουφάλες των δέντρων, στους νερόλακκους, στις σχισμές των βράχων, εισχωρεί στον ρυτιδωμένο φλοιό της σημύδας, στ’ απολιθωμένα φύλλα της οξιάς. Ό εισπράκτορας εμφανίζεται και πάλι, το βλέμμα του είναι ανέκφραστο, άτονο, σκυθρωπό, σαν να ιχνηλατεί τις ρωγμές στο διάφανο γκρίζο της καμπίνας. Τεντώνομαι να ρεύσει το αίμα στις φλέβες μου, μα είμαι καθηλωμένος στο κάθισμα, τα πόδια μου είναι βαριά σαν πέτρα, τα χέρι μου παγωμένα σαν ατσάλι, νιώθω έναν οξύ πόνο στο στήθος και κάτι ζεστό να τρέχει στο δέρμα μου κάτω από τα ρούχα.
«Γιατί δεν κάναμε σταθμό στη Λυών;» ρωτώ αμήχανα τον εισπράκτορα.
Με κοιτάζει με ύφος ασπόνδυλο, το βλέμμα του υποκρύπτει χλευασμό για τούς αμύητους – το κεφάλι του μοιάζει με σβηστό φανάρι, τα μάτια του σαν
στρογγυλές χαρακιές στο γυαλί.
«Κύριε, βρίσκεστε στην αμαξοστοιχία με προορισμό το Παρίσι», μου απαντά με φωνή καλοζυγισμένα ψυχρή και ήρεμη σαν τηλεγράφημα. «Έχουμε οδηγίες να επιστρέψουμε στο Παρίσι, να επαναλάβουμε τη διαδρομή».
«Οδηγίες; Από ποιούς έχετε οδηγίες;» Θυμήθηκα τα λόγια της Κλεμεντίν: «Ό κόσμος είναι αλλόκοτος σήμερα». Ναι, βέβαια, Κλεμεντίν, σήμερα εκκολάπτονται αλλόκοτοι άνθρωποι, λεηλατημένα είδωλα ενός άστεγου, αφέγγαρου κόσμου.
Επιστρέφουμε στο Παρίσι, η αμαξοστοιχία κυλά στις ράγες βουβά, προσέχω το ρολόι στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό, δείχνει 9 και 16. Σκέφτομαι
πώς θα έχει ήδη αναχωρήσει το τρένο των 9 και 15 για τη Λυών.
Εκεί στην αποβάθρα διακρίνω την Κλεμεντίν σωριασμένη στα γόνατα, στο πρόσωπό της βραδιάζει ο πόνος, βλέπω τον Βενσάν βουρκωμένο να μισοσκεπάζει με το μάλλινο παλτό του ένα αδρανές μαραγκιασμένο σώμα. Διαβάζω τα χείλη τους, «στο στήθος, τον βρήκε στο στήθος» – στην παγερή αποβάθρα ένας άνθρωπος αιμορραγεί.
Κάποιοι ταξιδιώτες προστρέχουν να βοηθήσουν,
κάποιοι άλλοι απομακρύνονται βιαστικά, να ξεφύγουν από τον απροσδιόριστο κίνδυνο. Συγκρούονται οι κινήσεις τους και ζευγαρώνουν, χωνεύονται στη
μεγάλη εικόνα του σταθμού και απομένουν μονάχα λίγοι άνθρωποι, ατελή δυσδιάκριτα πρόσωπα, ναρκωμένα από τον φόβο. Διαισθάνομαι τη στυφή γεύση της απόγνωσης να αιωρείται στη μουχλιασμένη ατμόσφαιρα του σταθμού, τα χείλη μου ραγίζουν, στάζουν αίμα και κρυσταλλιάζουν. Η Σοφί κάθεται σ’ ένα ξεθωριασμένο ξύλινο παγκάκι και κρατά το κεφάλι μες στα χέρια της, σαν ανάγλυφη σιωπή. Πάνω στο παγκάκι είναι μια καφετιά βαλίτσα.
Το τρένο κοντοστέκεται σαν γέρικος γίγαντας υστέρα φορτώνει κάρβουνο η μηχανή και ξεκινάμε το ταξίδι για τη Λυών. Ο εισπράκτορας επαναλαμβάνει την επωδό: «Κύριε, βρίσκεστε στο τρένο με προορισμό τη Λυών». Τα τζάμια στο βαγόνι σιγά σιγά θαμπώνουν και καφετίζουν από μια στρώση παχιάς κόκκινης σκόνης, ερημωμένο χώμα σ’ έναν απάτριδα πλανήτη. Ταξιδεύω για τη Λυών σ’ ένα κιβωτιόσχημο βαγόνι, άναρθρος δεσμώτης στον σκληρό πυρήνα της νύχτας.
Φωνάζω τον εισπράκτορα. Αυτή τη φορά με διορθώνει. «Δεν είμαι μονάχα ο εισπράκτορας, κύριε, το αντίτιμο του εισιτηρίου σας είναι έξαλλου προ πολλού πληρωμένο, είμαι ο μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας».
Ακούω τον μεταλλικό αντίλαλο της αφυδατωμένης μου κραυγής: «Θέλω να κατεβώ από το καταραμένο τρένο».

 

ΤΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ (2016)

Δεύτερος μήνας (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

’Εκείνη τη μέρα η «ανασκαφή» έβγαλε στην επιφάνεια ένα κιτρινισμένο βιβλίο, σε σχήμα οκτάβο με σπασμένη ράχη -τα σκληρά εξώφυλλα είχαν αποκολληθεί—, το όποιο έφερε τον τίτλο θεαίτητος ή περί επιστήμης. Ήταν ελαφρά νοτισμένο από την υγρασία κι οι σελίδες ήταν κατάστικτες από μαυριδερές κηλίδες και κιτρινωπά ακανόνιστα εξογκώματα σαν μικρά σπυριά. Χαμογέλασα στη σκέψη ότι οι μύκητες της μούχλας θα είχαν μάλλον αποθαρρύνει τους τερμίτες να το πλησιάσουν. Η πρώτη σελίδα είχε
αποκοπεί βίαια προ καιρού, συνεπώς δεν μπορούσα να γνωρίζω τη χρονολογία έκδοσης. Έτσι, ως έμπειρος βιβλιόφιλος, ξεφύλλισα προσεκτικά τον τόμο μέχρι το τέλος της εισαγωγής, που παραδόξως ήταν και το τέλος του ολιγοσέλιδου βιβλίου, για νι διαβάσω ένα γνωστό μου όνομα, Φλόυερ Σίντενχαμ – και μετά Λονδίνο, 1772. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά στο
στήθος μου κι ένιωσα ίλιγγο από τη συγκίνηση. Ο Σίντενχαμ, ήξερα, δεν είχε μεταφράσει τον πλατωνικό Θεαίτητο δεν θυμάμαι να είχε προλάβει να ξεκινήσει αυτό το δύσκολο εγχείρημα. Αυτό το πυκνογραμμένο βιβλίο που κρατούσα στα χέρια μου, που ψαχούλευα με αγάπη κι αγωνία, έκρυβε μέσα του ένα αίνιγμα.
Στις πρώτες σελίδες ο Σίντενχαμ αναφερόταν στις απόψεις τού Σερ Τόμας Μπράουν για τα «ενύπνια». Οπαδός της νέας επιστήμης, ο φυσικός φιλόσοφος Μπράουν ήταν ένα ιδιόρρυθμο μείγμα εμπειριστή και δεισιδαίμονος χαρακτήρα. Στη Θρησκεία ενός φυσικού επιστήμονα, που εξέδωσε ανώνυμα το 1642, προχωρούσε μεθοδικά στην αποδόμηση των «κοινών ψευδαισθήσεων» και διατύπωνε μεν ανορθόδοξες θρησκευτικές απόψεις, άλλα επέμενε στην ύπαρξη των λυκανθρώπων και των δαιμόνων. Τα ξωτικά που καταβρόχθιζαν τις ρίζες του νερού στις πράσινες λίμνες και οι ξενυχτισμένες μάγισσες που έκαναν μαγγανείες του προκαλούσαν δέος. Με την πάροδο του χρόνου, ο Μπράουν ανέπτυξε μια ακατανίκητη έμμονή με
τον θάνατο – την τελευταία πράξη που συνθλίβει ανελέητα με χλεύη την ανθρώπινη ζωή, τον θάνατο των έμβιων οργανισμών και την απόληξή τους στη χοϊκή μήτρα. Ο Σίντενχαμ, κι αυτός ένα παράδοξο μείγμα εμπειριστή αισθησιοκράτη και διαισθητιστή, διάλεξε ένα απόσπασμα από τον Μπράουν, για ν’ αναλύσει ακολούθως τις απόψεις του για τα όνειρα.
Τον μισό χρόνο της ζωής μας τον περνάμε στη σκιά της γης. Κι ο άγγελος του θανάτου απομυζά το ένα τρίτο της ύπαρξής μας. Ο ύπνος μας παρασέρνει σε μονοπάτια μύησης στον άυλο κόσμο της αιωνιότητας. Το
φώς της μέρας μας εφοδιάζει με αισθησιακές εικόνες, αβέβαιες ματιές, απατηλά χρώματα, απατηλές οσμές, ρόδα μαραμένα… Η νύχτα ανακαλεί μια μνήμη απρόσιτη, πέρα από τη μεταβλητότητα των πραγμάτων, μες στο ονειρώδες πέπλο της μυθοπλασίας. ’Έχοντας διέλθει την ημέρα μας με εργώδη προσπάθεια για ορθολογική διερεύνηση της αλήθειας, έρχεται η νύχτα, και στα όνειρά μας εμείς είμαστε πια καταδικασμένοι να παραδοθούμε στην αιχμηρή, απέλπιδα μελαγχολία, σε αναπαραστάσεις του νου όπου δύσκολα διακρίνεις την πραγματικότητα από την ψευδαίσθηση, τον λογισμό
από την πυρετώδη έκσταση της τρέλας.
Ό Σίντενχαμ συνέκρινε τη θέση του Μπράουν με το συμπέρασμα του Σωκράτη, πως «η γνώση δεν μπορεί ν’ απορρέει από την αίσθηση», αφού στην κατάσταση του ονείρου ή της τρέλας εμφανίζονται παραισθήσεις που
συγχέονται με αισθήσεις και αντιστοιχούν σε συνθήκες βιολογικής εγρήγορσης. Συνεπώς είναι αδύνατον για τον άνθρωπο να διακρίνει μέσα στο ίδιο το όνειρο ποια πράγματα είναι περισσότερο αληθινά από κάποια άλλα.
Μια πρόσθετη δυσκολία είναι η αδυναμία του ανθρώπου να ξεχωρίσει ανάμεσα στην κατάσταση του ονείρου και του μη ονείρου, του όντος και του μη όντος. Κι αν τα όνειρα είναι η πύλη μιας αόρατης, δυσθεώρητης πραγματικότητας, μια αναλαμπή στον ζόφο της φαινομενικότητας; Αν ζούμε κοιμισμένοι, κι αν όντας ξύπνιοι, δραπετεύουμε από την πραγματικότητα, διότι φοβόμαστε να τη βιώσουμε; Αν παραδεχόμασταν πως «η γνώση απορρέει από την αίσθηση», τότε θα έπρεπε να εξαγάγουμε ένα και μόνο θλιβερό συμπέρασμα: δεν υπήρξε, δεν υπάρχει, ούτε ποτέ θα υπάρξει βέβαιη γνώση.
Κι όμως κάποιος είχε προσπεράσει το κομβικό εικοστό πρώτο σκαλοπάτι. Στην απόλυτη μυστικιστική σιωπή της υπόγειας κατακόμβης άκουγα πολύ καθαρά τα βαριά βήματα να κατεβαίνουν ένα-ένα, αργά-αργά και
προσεκτικά, τα ελικοειδή σκαλοπάτια. Απέναντι μου στεκόταν ένας ηλικιωμένος κύριος με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού, ελαφρά καμπούρης και ισχνός. Ήταν ντυμένος φτωχικά- φορούσε κίτρινο γιλέκο, άσπρο πουκάμισο με πλατύ γιακά και μαύρο παλτό. Τό κεφάλι του σκέπαζε ένα ημίψηλο καπέλο. Έγειρε ελαφρά το σώμα, ως υποκλινόμενος, και με πλησίασε στο πρόσωπο. «Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη μετάφραση αυτού του διαλόγου» μου είπε απολογητικά, με φωνή κεντημένη με συγκίνηση ή παράπονο – δεν ξέρω. Μετά κάθισε πάνω σ’ ένα κουτί από βιβλία κι έβγαλε το καπέλο από το κεφάλι. «Όταν διάβαζες την Εισαγωγή μου, τη Σύνοψη στους πλατωνικούς διαλόγους, θα πρόσεξες πως ο Θεαίτητος ήταν στις προτεραιότητές μου. Και μετά
-θυμάσαι;- απορούσες γιατί δεν υλοποίησα ποτέ τα σχέδιά μου· σκεφτόσουν τι σκεφτόμουν, ανασυγκροτούσες στο μυαλό σου τα κίνητρά μου, τις προθέσεις μου· ωστόσο δεν έβγαζες ένα λογικό συμπέρασμα. Μετά έψαξες απεγνωσμένα να βρεις στοιχεία για μένα, προσωπικά, ανεκδοτολογικά, για ν’ ανασυνθέσεις τη σκορπισμένη στους τέσσερις ανέμους ζωή μου… Πουθενά δεν βρήκες χειρόγραφα, επιστολές· μόνο κάτι σκόρπιες πληροφορίες κι ανακοινώσεις σε φυλλάδες κι εφημερίδες, ενίοτε αντιφατικές. Άμορφο υλικό, όπως μια χούφτα
σκόνη». Ο Σίντενχαμ ανασηκώθηκε, ανασκουμπώθηκε, στήριξε με δυσκολία το σκελετωμένο του κορμί στο μπαστούνι, σαν έτοιμος να φύγει. Κοντοστάθηκε για λίγο, τον είδα εξασθενημένο πολύ και τρόμαξα, ξαφνικά
όμως το πρόσωπό του φωτίστηκε και ξανασιάστηκε στο κασόνι με τα βιβλία. «Γιατί δεν φεύγεις;» τον ρώτησα. «Νόμιζα πως θα έφευγες, δεν φαίνεσαι καλά, είσαι χλωμός, παγωμένος, στάζει αίμα ο λαιμός σου,
χρειάζεσαι ξεκούραση». Ξεροκατάπιε, με κοίταξε διαπεραστικά με τα ζαρωμένα υγρά του μάτια, που ήταν βυθισμένα στις κόγχες του λεπτοκαμωμένου του προσώπου.
«Άκουσέ με, μην παραπονιέσαι – σε παρακολουθούσα συνεχώς, ήμουν πάντα δίπλα σου, διακριτικά, αθόρυβα, ανεπαίσθητα, σ’ όλες τις αγωνιώδεις σου προσπάθειες να ιχνηλατήσεις τον βίο και το έργο μου. Διέκρινα την αγάπη σου, τον υπέρμετρο θαυμασμό σου, που ίσως όμως δεν άξιζα. Εγώ, ένας ταπεινός αναγνώστης του Πλάτωνα -ναι, είναι αλήθεια, πρώτος προσπάθησα να τον μεταφράσω σε γλώσσα κατανοητή-, χάθηκα ξαφνικά, λες κι άνοιξε τις πύλες της η άβυσσος και με παρέσυρε στην αέναη ανακύκλωση. Κι έμεινε το έργο μου ημιτελές, ανολοκλήρωτο, ν’ απορεί που το άφησα να περιφέρεται, μισή ψυχή, μισό σώμα, ακρωτηριασμένο, στη δίνη του χρόνου. Σου έδωσα, σου έδινα, ακόμη σου δίνω κάποιες ενδείξεις στις υποσημειώσεις μου. Μάταια όμως, τις προσπέρασες βιαστικά. Υποτίμησες τα μικρά για τα μεγάλα, τα άρρητα για τα ρητά – όμως η αλήθεια κρύβεται στις φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες των πραγμάτων. Αυτό δεν είναι το μεγάλο μυστικό του φιλοσοφικού στοχασμού;
»Άκου λοιπόν, άκουσέ με προσεκτικά. Το μυαλό σου δεν μεγάλωσε ακόμη για να κατανοεί το μεγαλείο της αμφιβολίας. Νόμιζες πως όλα είναι ευθυγραμμισμένα με τη λογική, πως δεν υπάρχει τίποτε άλλο από τον καθαρό λογισμό. Θέλησες, αυτό είναι το λάθος, να βάλεις τάξη στο χάος, ν’ ανακαλύψεις συμμετρία στην άβυσσο .Έφτιαξες έναν Πλάτωνα στα μέτρα σου, όχι στα μέτρα του, όχι στα μέτρα μου. Μα αφού το αποφάσισες να εισέλθεις στο μαγικό βασίλειο της άχρονης γνώσης, άκουσε τη συμβουλή μου: Μην πιστεύεις μονάχα αυτά που διαβάζεις στη λιθογραφία, στις επιγραφές και στις
σελίδες των βιβλίων. Αν, λόγου χάρη, αποκτούσες τη γνώση διαβάζοντας όλους αυτούς τους τόμους που βρίσκονται τώρα, αυτή τη στιγμή, σ’ αυτό το υπόγειο, τότε θα γινόσουν παντογνώστης! Θα έβγαινες από τούτο τον
χώρο στο φως της μέρας με μια υπεράνθρωπη έπαρση, και δικαιολογημένα – θα ήσουν Θεός, δεν θα ήσουν πια ένας θνητός, ένας κοινός θνητός.
»Άκουσέ με προσεκτικά: Συνέχισε να ψάχνεις πίσω από τις γραμμές, ανάμεσα τους, δίπλα τους, κοντά τους, εκεί που υπάρχουμε εμείς, οι ανείπωτες ιδέες μας, οι ανολοκλήρωτες σκέψεις μας, τα μικρά και μεγάλα πάθη μας, οι μικροί και μεγάλοι φόβοι μας, τα οράματα μας, οι ελπίδες μας. Εκεί πάλλεται αιώνια, ατελεύτητα, η καρδιά μας – εκεί φωσφορίζουν σαν τη φεγγαρόλουστη θάλασσα οι ιδέες μας, κρυμμένες στις πιο μικρές, δυσδιάκριτες λεπτομέρειες, στις κρυφές εσοχές του πίνακα, στον πίνακα του κόσμου».
Ο Σίντενχαμ σηκώθηκε- αυτή τη φορά φαινόταν αποφασισμένος νά φύγει. Ότι ήθελε να πει μου φάνηκε πως το είχε πει. Όμως ξαφνικά άλλαξε γνώμη, σαν να διάβασε τη σκέψη μου.
«Ξέρω τί σε βασανίζει. Σε βασανίζει η εξαφάνισή μου. Γνωρίζεις πως επισκέφτηκα όλα τα τυπογραφεία του Λονδίνου, μικρά και μεγάλα, για να δω αν ενδιαφέρονταν να εκδώσουν τις μεταφράσεις των διαλόγων του Πλάτωνα. Στο τέλος ένιωθα ένας ουτιδανός, ένας γυρολόγος πού αναζητούσε εμπόρους για να πουλήσει τις ιδέες του μεγάλου δασκάλου για λίγα αργύρια. Όμως
δεν είχα άλλη επιλογή, πίστεψέ με. Ξέρεις πως η οικογένεια Σίντενχαμ με αποκήρυξε όταν υπέπεσα στο αμάρτημα του έρωτα- δυστυχώς γι’ αυτούς, ερωτεύτηκα μια ταπεινή υπηρέτρια. Φάνηκα δειλός, λιγοψύχησα, την εγκατέλειψα στο έλεος των ανθρώπων κι έγινα ναύτης- δέκα χρόνια ταξίδευα μ’ ένα σαπιοκάραβο μέχρι τις μακρινές Ινδίες, θαλασσοδαρμένος, πάτησα απάτητα λιμάνια, άγνωστες πολιτείες. Όταν πια επέστρεψα στο Λονδίνο, ήμουν άφραγκος και μετανιωμένος. Ζούσα σε τρώγλες, σε πτωχοκομεία, σε σανατόρια -σαν αυτό που ζεις εσύ τώρα- με τον όβολό των λίγων που εκτιμούσαν τις ικανότητες μου. Καταλαβαίνεις… Δεν είχα τα χρήματα για να εκδώσω τις μεταφράσεις, κι έπειτα κανείς, μα κανείς δεν ενδιαφερόταν για τον Πλάτωνα. Προσέφυγα στους τοκογλύφους και κατάφερα να εκδώσω εννιά
έργα. Ελάχιστοι όμως ενδιαφέρονταν να αγοράσουν “τον Πλάτωνα” – μήπως πλήρωνα ένα ασύγγνωστο ολίσθημα; Μήπως ο δάσκαλος ήθελε μόνο τους “μυημένους”, τους κυνηγούς των ιδεών, να διαβάζουν το έργο του;
»Ένα χιονισμένο βράδυ του Δεκέμβρη του 1787 μου πέρασαν αλυσίδες στα πόδια και μ’ έσυραν στο φοβερό Νιουγκέιτ, ως ένα ποταπό υποκείμενο, αναξιόχρεο οφειλέτη… Θα έχεις επισκεφτεί το Νιουγκέιτ! Μ’ έριξαν σ’ ένα υγρό μπουντρούμι μαζί με κάμποσους άλλους ψειριασμένους, άρρωστους με τύφο, τυφλούς, αναθεματισμένους από τον Θεό, κολασμένους. Κάποιοι διέδωσαν πως εκεί, στο κολαστήριο, τρελάθηκα. Θεία καταδίκη; Κάπως έτσι φανταζόμουν το πλατωνικό σπήλαιο. Εκεί να με αναζητήσεις, αν ποτέ το θελήσεις. Εκεί θα με βρεις.
»Και να θυμάσαι τον αιώνιο γυρισμό του Νίτσε. Η αιώνια κλεψύδρα της ζωής θα ξαναγυρίζει ακατάπαυστα, κι εσύ μαζί της, απειροελάχιστη σκόνη στο εκκρεμές του χρόνου. Μόνο τότε θα καταλάβεις. Ποτέ δεν φύγαμε από εδώ, κι όταν φεύγουμε για λίγο, είμαστε καταδικασμένοι παντοτινά να επιστρέφουμε».

 

ΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ (2016)

Μέρος πρώτο (Απόσπασμα)

Ο Γκέιλ αυτοπροσδιοριζοταν ως νέος διανοούμενος με λαμπρές προοπτικές, προπάντων στον κλάδο της αγγλικής φιλολογίας. Δεν τον αδικούσε βέβαια κανείς γι’ αυτό. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερες συστάσεις, αυτές -στην περίπτωσή του- ήταν μάλλον επουσιώδεις. Διάβαζε με άνεση λατινικά και αρχαία ελληνικά από τα παιδικά του χρόνια. Το Ούέστμινστερ, το ξακουστό ιδιωτικό σχολείο του Λονδίνου, με τη μακραίωνη παράδοση, του παρείχε όλα τα εφόδια για να γίνει ένας κλασικός φιλόλογος. Μπορούσε να κλίνει με την ίδια απαράμιλλη ευκολία οποιοδήποτε αρχαιοελληνικό ρήμα, ν’ αναλύσει την ετυμολογία οποιοσδήποτε ουσιαστικού, είτε από τα ομηρικά έπη είτε από τον Πλούταρχο.
Όταν αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της ’Οξφόρδης, διδάκτωρ αγγλικής φιλολογίας τού ιστορικού κολεγίου Μπάλιολ, οι προοπτικές για μια ακαδημαϊκή σταδιοδρομία ήταν εξαιρετικές. Στο άνθος της ηλικίας του -δεν είχε ακόμα κλείσει τα τριάντα- αποφάσισε πως δεν θα επέστρεφε στη χιονισμένη Ουαλία, στο μέγαρο της αριστοκρατικής οικογένειας των Έλιοτ. Δεν θα ενέδιδε στα κελεύσματα της αριστοκρατικής πολυτέλειας, η όποια θα τον οδηγούσε, όπως πίστευε, σ’ έναν αργό πνευματικό θάνατο, σ’ έναν παρατεταμένο διανοητικό λήθαργο. Παρά τις ασφυκτικές πιέσεις της
μητέρας του, ο μοναχογιός Γκέιλ αποφάσισε να εγκατασταθεί στο Λονδίνο, για να βρίσκεται στην αιώνια πόλη της καλλιτεχνικής κίνησης και των πνευματικών προκλήσεων. Έτσι, πολύ σύντομα μετά την αποφοίτηση
του, αποχαιρέτησε τον μέντορά του και την ’Οξφόρδη και κατέβηκε στο μεγαλοαστικό προάστιο του Χάιγκεϊτ, στο βορειοανατολικό Λονδίνο. Την καθημερινή του φροντίδα θ’ αναλάμβανε η παλιά του γκουβερνάντα, η Άλμα,
που τόσα χρόνια παρέμενε φύλακας στην οικία, να ποτίζει τον κήπο, να βερνικώνει τα έπιπλα και να προσέχει τον ηλικιωμένο γάτο τους, τον Μάιλο.
Το σπίτι είχε χτιστεί στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, κατά μήκος ενός αρχαίου δάσους, κοντά στο μεγάλο πάρκο του Γουότερλο. Ως επί το πλείστον νεοκλασικής αρχιτεκτονικής τεχνοτροπίας, το οικοδόμημα μαρτυρούσε τη μεγαλοπρέπεια, τη στιβαρή, ανυπότακτη αύρα που εξέπεμπαν τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των παλαιών του ενοίκων. Εσωτερικά οι τοίχοι
ήταν βαμμένοι με βασιλικά χρώματα, ενώ η τραπεζαρία και η βιβλιοθήκη ήταν επενδυμένες με ακριβή βυσσινοκόκκινη ταπετσαρία. Τα βαριά ξύλινα έπιπλα δυσκόλευαν τον βηματισμό, ιδιαίτερα εφ’ όσον η εσωτερική διάταξη ήταν αρκετά περίπλοκη, με μικρούς μαρμάρινους διαδρόμους, κρυφούς φωτισμούς, πολυελαίους που κρέμονταν στα χαμηλοτάβανα δωμάτια κι ελικοειδείς σκάλες
που οδηγούσαν στη σοφίτα με τους φεγγίτες. Οι κρυφοί φωτισμοί σε συνδυασμό με τις βαριές κουρτίνες, που σκοτείνιαζαν τα δωμάτια, έμοιαζαν με οδοδείκτες πλοήγησης στην αναζήτηση ενός κρυμμένου θησαυρού.
Οι Έλιοτ, συντηρητικοί Ουαλοί, ανεπιτήδευτα θρησκόληπτοι, αποφάσισαν να μην παρέμβουν στην αταραξία του χρόνου, να σεβαστούν τ’ αντικείμενα, τα μπιμπελό, τα πελώρια έπιπλα· έτσι, έκλεισαν τ’ αυτιά
τους στην πεισματική έμμονή του Γκέιλ για εκτενή ανακαίνιση της οικίας στο Χάιγκεϊτ. Μάταια τους εκλιπαρούσε ο Γκέιλ, στο τέλος έβαζε τα γέλια: «Αυτό το σπίτι θα πρέπει να χτίστηκε για λιλιπούτεια ανθρωπάκια… Θα το είδε ο Τζόναθαν Σουίφτ κι εμπνεύστηκε τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ!». Έτσι χαμηλοτάβανο όπως ήταν, η διέλευση από το ένα δωμάτιο στο άλλο, μέσα
από τούς στενούς διαδρόμους που σχημάτιζαν τα βαριά, ογκώδη έπιπλα, τον εξανάγκαζε σε κωμικούς ακροβατικούς ελιγμούς, για ν’ αποφύγει τις κουτουλιές στις ξύλινες δοκούς της οροφής και στις τραχιές επιφάνειες
των τοίχων. Η άνοδος στους πιο πάνω ορόφους, για έναν ψηλό σωματώδη άντρα όπως ο Γκέιλ, ήταν ένα κοπιαστικό, κλειστοφοβικό εγχείρημα, οι ελικοειδείς σκάλες ήταν απότομες και σκοτεινές. Η κατάβαση ήταν
βασανιστική λόγω της απότομης κλίσης και του περιορισμένου χώρου – τα σκαλοπάτια έμοιαζαν με βαθιά μονοπάτια πού κατρακυλούσαν από το βουνό. Ο Γκέιλ μεταμορφωνόταν σ’ έναν γιγάντιο τυφλοπόντικα που ανεβοκατέβαινε ασθμαίνοντας στο λαγούμι του, αφού σερνόταν ιδρωμένος στις στενές σήραγγες, απορημένος πώς χωρούσε σ’ έναν τόσο μικρό κόσμο.
Η οικία στο Χάιγκεϊτ διατήρησε αναλλοίωτη τη φυσιογνωμία της: τα χρώματα της βικτοριανής εποχής, την αρχιτεκτονική διαρρύθμιση, ακόμα και τον εσωτερικό διάκοσμο με τα ξυλόγλυπτα ερμάρια και τους χρωματιστούς υαλοπίνακες. Οι Έλιοτ ξεκαθάρισαν στον Γκέιλ πως δεν επρόκειτο να διασαλεύσουν αλόγιστα τη φυσική ροή του χρόνου· όφειλαν να σεβαστούν τη μυστηριακή πνευματικότητα του χώρου, το άσυλο των ψυχών. Πολύ ευχαρίστως θα τού νοίκιαζαν ένα πολυτελές μοντέρνο διαμέρισμα στο κεντρικό Λονδίνο, φτάνει να τους το ζητούσε. Η μεταφυσική που ασπάζονταν οι Έλιοτ με θρησκευτική ευλάβεια ήταν βαθιά ριζωμένη στην κελτική
εσχατολογική μυθολογία. Η διάβαση στον «’Άλλο Κόσμο» είναι δυσχερής, αφού οι νεκροί δεν έχουν επίγνωση του θανάτου τους· έχοντας πιει το νερό της λήθης, διαγράφουν τις οδύνες και τη δυστυχία του υλικού κόσμου.
Μαζί με τη λησμονιά όμως κυριεύονται κι από ένα αδέσποτο πνεύμα που αψηφά τον χρόνο. Το σπίτι είναι γεμάτο ψυχές πεθαμένων. Παραμένουν στον οικείο τους χώρο κι εξακολουθούν να διασκεδάζουν και να γιορτάζουν την κάθε μέρα, μέχρι να έρθει εκείνοι η στιγμή που ένας θεός, ένας δαίμονας τελοσπάντων, θα πληρώσει το ναύλο για τί μεταθανάτια ζωή και θα τους
οδηγήσει στην αντίπερα όχθη.
Αμέσως μετά την αποφοίτηση του ο Γκέιλ εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο. Τις νύχτες, το φθινόπωρο άπλωνε το σεντόνι του στο αρχαίο δάσος του Χάιγκεϊτ, για να πέσουν απαλά τα κιτρινισμένα φύλλα της οξιάς και της
βελανιδιάς, χωρίς να φοβούνται το κενό. Το πρωί ήτανε στρωμένο με τη συγκομιδή των νεκρών χρυσαφένιων φύλλων, και το φθινόπωρο, σαν στοργικός πατέρας, το ξαλάφρωνε όσο μπορούσε, είτε με τη βοήθεια τού ψυχρού αέρα, που ταξίδευε ορμητικός από τα βόρεια, τις παγωμένες βουνοκορφές της Σκοτίας, μέχρι τη λασπερή γη του Χάιγκεϊτ, είτε με το ψιλόβροχο, που τα έσπρωχνε στα βάθη της γης – να σμίξουν με τις ρίζες, να ξαναγίνουν φως, να ξαναγίνουν χρώμα.
Το δάσος μάγευε τον Γκέιλ. Καθόταν στη σοφίτα με τις ώρες συντροφιά με τον Μάιλο, που κοιμόταν γουργουρίζοντας, κουλουριασμένος στην κοιλιά του, και θαύμαζε τους πανύψηλους κορμούς των αιωνόβιων βελανιδιών με τα άλλοτε καταπράσινα κι άλλοτε κιτρινωπά ή κόκκινα σαν αίμα φύλλα τους. Οι εποχές ήταν οι απόλυτοι άρχοντες, καθόριζαν τα χρώματα στις φυλλωσιές, όπως και τη διάθεση των ανθρώπων.
Τα φθινοπωρινά απογεύματα, όταν έπεφταν οι αχτίδες του ήλιου, το μαγεμένο δάσος εκτόξευε γυαλιστερές ανταύγειες φλόγας στα χαμηλά σύννεφα, σαν να καιγόταν από ένα ακατασίγαστο πάθος να διαπεράσει τη
συννεφιασμένη ομίχλη και να φτάσει στον ουρανό με τ’ άστρα. Μαζί του θα ταξίδευαν και οι πιστοί θαμώνες της αιώνιας δασούπολης – οι κουκουβάγιες που αλέθουν τη νύχτα στα κίτρινά τους μάτια, οι καστανόξανθες αλεπούδες και οι παιχνιδιάρικοι μικροσκοπικοί σκίουροι. «Το μαγεμένο δάσος της νεφέλης» σκεφτόταν ό Γκέιλ, κι αναπολούσε τα χρόνια της παιδικότητάς του, τα πικρόγλυκα παραμύθια που τον κρατούσαν χέρι-χέρι και τον οδηγούσαν στις αγκάλες του Μορφέα, για να ονειρευτεί άλλους κόσμους, άλλους ανθρώπους, ν’ ανοίξουν τα σύνορα τού μυαλού του. Θυμόταν πόσο πολύ λαχταρούσε να έφτιαχνε μια ανεμόσκαλα, κι ένα βράδυ, όταν θα κοιμούνταν οι γονείς του, βαθιά μεσάνυχτα, να σκαρφάλωνε μέχρι τη βάση του παλατιού. Να περπατούσε σαν το ελάφι στα βαμβακερά μονοπάτια, στο μαγεμένο δάσος με τα ξωτικά, μέχρι να βρει την κοιμισμένη πριγκιποπούλα της έναστρης νεφέλης, εκείνη με τη χρυσή καρδιά, τις πυρόξανθες πλεξούδες και τα μεγάλα μαύρα μάτια.
Μετά την εγκατάσταση του στο Χάιγκεϊτ ό Γκέιλ άρχισε να οργανώνει μεθοδικά τις επόμενες κινήσεις του. Η Άλμα είχε πια αναλάβει τις καθημερινές δουλειές τού σπιτιού, εκδηλώνοντας μια τάση υπερπροστατευτισμού απέναντι του, λες και ήταν ακόμα το ψηλόλιγνο ξανθό αγόρι με τις φακίδες που συνόδευε κάθε πρωί στο Ούέστμινστερ. Η Άλμα φρόντιζε να μην του λείψει τίποτα. Το φρεσκομαγειρεμένο, αχνιστό φαγητό
σε τακτικές ώρες, το μυρωδάτο απογευματινό τσάι με τα μπισκότα κρέμας και την κανέλα, τα καλοσιδερωμένα, κολλαριστά ρούχα που άστραφταν από καθαριότητα. Και κάθε λίγο εξέφραζε, με μητρική αγάπη, την ανησυχία της για τις πολλές ώρες που καθόταν σιωπηλός στη σοφίτα και διάβαζε. Διάβαζε άραγε; Σε ποιά βαθιά περίσκεψη ταξίδευε ο νους του;
Η Άλμα παραπονιόταν πως είχε αδυνατίσει πολύ, τα οστά του ξεχώριζαν σαν ωχρά κεριά μπλεγμένα στο τριγωνικό του πρόσωπο. Ο Γκέιλ την καθησύχαζε· ήταν μια χαρά, απλώς ήταν η αγωνία, το άγχος που φώλιαζε
στην ψυχή του. Ήθελε να οργανώσει το ερευνητικό του πρόγραμμα με σχολαστική λεπτομέρεια αν επρόκειτο να πετύχει τον στόχο του, μια λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα σ’ ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια της Αγγλίας. Στο μυαλό του ανακαλούσε συχνά την τελευταία συνάντηση πού είχε με τον σύμβουλό του, στην ’Οξφόρδη, τον καθηγητή Ντίξον. Δεν ήθελε να λησμονήσει την εικόνα εκείνη, θα την αξιοποιούσε ως τον καταστατικό χάρτη της μελλοντικής του δραστηριότητας.
Ό Ντίξον καθόταν απέναντι του, ασπριδερός με πρόσωπο κατακόκκινο, σε μια μάλλον άβολη μεταλλική καρέκλα, κουκουλωμένος σ’ ένα σκούρο παλτό. Ο Γκέιλ είχε βυθιστεί ευτυχής, γεμάτος αυταρέσκεια, στη δερμάτινη πολυθρόνα, ενώ έριχνε κρυφές ματιές έξω στην αυλή, σαν να μετρούσε τους σπουργίτες και τους κορυδαλλούς που τσιμπολογούσαν τα σπόρια από το γρασίδι, γύρω από μια μικρή λακκούβα νερό. Δεν μιλούσε, όμως στα μάτια του, που έλαμπαν, ξεχείλιζε η υπερηφάνεια του νεαρού διανοουμένου, του μύστη της καινούργιας γνώσης. Πολιτογραφήθηκε στην ακαδημία των γραμμάτων, τ’ όνομά του καταγράφηκε στους Κώδικες των διδακτόρων του Μπάλιολ. Τα λόγια τού καθηγητή Ντίξον ήταν μετρημένα, καρφωμένα στο στόμα του – δεν ήθελε ν’ αναλωθεί ή τελευταία τους συνάντηση σε τετριμμένες, αποστειρωμένες νουθεσίες. Ό Γκέιλ είχε απομνημονεύσει τις λέξεις πού ταξίδευαν στο λιτό γραφείο τού Ντίξον, πάνω από τα κεφάλια τους, σαν μουσικές νότες.
«Είσαι στον προθάλαμο μιας ακαδημαϊκής καριέρας, Γκέιλ, είναι κακοτράχαλος αυτός ο δρόμος, γεμάτος αγκάθια, αστοχίες· πρόσεξε μη χαθείς στις ατραπούς. Κουβαλάς στο μυαλό σου ιδέες και μύθους, τους αιθέριους στυλοβάτες της δημιουργίας, το βλέμμα σου είναι ένας καταρράκτης φωτιάς, οι σπίθες της πρωτοτυπίας φωτίζουν τον χάρτη του μέλλοντος σου σαν πυγολαμπίδες· διαθέτεις όλα τα εφόδια για το μεγάλο ταξίδι, έχεις την καύσιμη ύλη. Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου ν’ αυτονομηθείς επιστημονικά, να ταξιδέψεις στον κόσμο του δυσπρόσιτου, του φανταστικού, του ανεύρετου· να εντρυφήσεις στην ηδονή της πρωτογενούς έρευνας, να γράψεις μια καλή μονογραφία. Ξέρεις…, στην πανεπιστημιακή ζωή το δόγμα μας είναι άτεγκτο, κώδικας απαράβατος: “ή δημοσιεύεις ή πεθαίνεις” (“publish or perish”). Περιμένω από σένα πολλά, είσαι ένα λαμπρό μυαλό».
Ό καθηγητής έγειρε πίσω στην καρέκλα του να πάρει ανάσα, αφαιρέθηκε για ένα-δύο λεπτά, σαν ν’ αποκοιμήθηκε μ’ ανοιχτά τα μάτια· κάτι τον βασάνιζε, έσμιξε τα φρύδια, και το μέτωπό του ζάρωσε σαν τσαλακωμένο ύφασμα από την υπερένταση – την ανεπίγνωστη αγωνία
του κενού. Οι λέξεις πάγωσαν για λίγο στα χείλη του και μετά ξεχύθηκαν στο δωμάτιο λαμπερές, σαν αντικατοπτρισμοί μιας αόρατης αλήθειας.
«Διάβασες το βιβλίο των Χάνσον και Χήθ Ποιος σκότωσε τον Όμηρο; Λοιπόν, πραγματεύεται την παρακμή των κλασικών σπουδών στα σύγχρονα πανεπιστήμια. Είναι πολλές οι αιτίες αυτού του ξεπεσμού ασφαλώς, αλλά κυρίως η υποκρισία, η ατολμία, η εργαλειακή προσέγγιση των ερευνητών, που περιχαρακώνονται στον ακαδημαϊκό τους μικρόκοσμο καί δημοσιεύουν οποιαδήποτε ανιαρή, πληκτική ανοησία τους περάσει από τον νου, μόνο και μόνο για να εντυπωσιάσουν με το ποσοτικά πλούσιο βιογραφικό τους. Μα
δεν το καταλαβαίνουν, σάμπως νοιάζονται (;) πώς το καράβι βουλιάζει, το δάσος καίγεται, σε λίγο θα μείνει ένα ναυάγιο σκουριασμένο, τσακισμένο στα βράχια και αποτεφρωμένο χώμα. Μια ριψοκίνδυνη παρτίδα σκάκι με τον διάβολο…
»Ωστόσο δεν αδικώ κανέναν, Γκέιλ. Ταξίδεψα ίσαμε δω από τη γενιά του ’60. Σαν να ’ταν χθες, σαράντα τόσα χρόνια, σάμπως να έζησα μία νύχτα και μία μέρα. Αγαπούσαμε τη δουλειά μας, κεραυνοβολημένοι από ένα πρωτόγνωρο πάθος, σεβόμασταν τους ήρωες μας, τους ήρωες των ηρώων μας, τα επιτεύγματα, τις αφέλειες, τα συμπλέγματά τους. Εκείνοι ζούσαν μέσα μας, ιδέες αφρισμένες, αθάνατες, κι εμείς υφαίναμε σαν τις αράχνες μες στην τοιχοποιία τού νου μας, υπομονετικά, τον ιστό της δικής τους φαντασίας. Εγώ κι άλλοι πολλοί σαν εμένα αφιερώναμε περίπου δέκα χρόνια πριν αποτολμήσουμε το ύστατο εγχείρημα, το βήμα του Οδυσσέα – να δημοσιεύσουμε τη μελέτη μας.
»Κι όταν αισθανόμασταν πως ακροβατούσαμε στα όρια των δυνατοτήτων μας, πάλι μας βάραιναν οι ένοχες – ψάχναμε τρόπους αυτοδιάψευσης, αυτοαναίρεσης: Εξαντλήσαμε την έρευνά μας; Σταθήκαμε αντάξιοι των προγόνων μας; Ελεύθεροι από σχολαστικισμούς, έξω από τα διανοητικά τείχη του αυτοεγκλεισμού μας, αποδώσαμε εν τέλει δικαιοσύνη στον Όμηρο, στον Σαίξπηρ, στον Μπάυρον, στον Έντγκαρ Άλαν Πόε; Σταθήκαμε με αξιοπρέπεια απέναντι στους προκατόχους μας, όλους αυτούς τους αναγνώστες της προηγούμενης γενιάς, της προπροηγούμενης, του περασμένου αιώνα; Η συναρπαστική αναζήτηση της αλήθειας, πάθος αμετάκλητο, πόθος ανολοκλήρωτος! Τόσες γενιές παρήλθαν, τόσα αναγνώσματα, διατριβές, μια ατελείωτη πομπή μελετών, μια αυτοκρατορία βιβλίων οικοδομήθηκε στα σπλάχνα της ανθρωπότητας. Κι όμως, δεν έπρεπε να επιτρέψουμε την έπαρση, την ψευδαίσθηση της “αντικειμενικής εποπτείας”. Τόσα χρόνια μετά, στέκομαι με συγκίνηση απέναντι σου και ομολογώ: ναι, εμείς σκοτώσαμε τον Όμηρο.
»Πτωχεύσαμε, Γκέιλ, προδώσαμε τις ιδέες. Εμείς οι ανάλγητοι γυρολόγοι του πνεύματος, σκληρόκαρδοι, τις κακοποιήσαμε, τις χτίσαμε σε τερατώδη διανοητικά συστήματα, αφαιμαγμένα σχήματα. Είναι ανήμπορες
πια να δραπετεύσουν· άνυδρες, αποξηραμένες, τις ρίξαμε σ’ ένα σακί σαν σκάρτο εμπόρευμα και τις διαπομπεύουμε. Ξεχάσαμε τη γνωστή ρήση του Αθήναιου στους Δειπνοσοφιστές, “το καλό δεν βρίσκεται στο πολύ, άλλα το πολύ βρίσκεται στο καλό”.
»Κάποια στιγμή -τώρα είσαι πολύ νέος, γεμάτος δύναμη, ορμή, πάθος σφριγηλό, ανυπότακτο- θα σταθείς και θά κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη με μια πένθιμη, καθημαγμένη αγωνία, που θα συνταράξει την ψυχή σου, και θ’ αναρωτηθείς: Πώς συνέβαλα εγώ στην επιστήμη; Έκανα το καθήκον μου έντιμα, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, κι ακόμα πιο πέρα από
το μέτρο των δυνατοτήτων μου; Πρόσεξε -πρόσεξε, Γκέιλ-, εκείνη τη στιγμή να μην ωρύεται από τα βάθη της συνείδησής σου η αποκρουστική σκέψη, να μη βαραίνει την ψυχή σου η ζοφερή υποψία. Να πεις σταράτα, λυτρωτικά: Εγώ δεν συμμετείχα στον φόνο, απαιτώ να με κηρύξετε αθώο, είμαι αθώος”. Τότε, μονάχα τότε, θα έχεις επιτελέσει το καθήκον σου – οι ιδέες θα σου
αποκληθούν, θα σε χειροκροτήσουν, και η αυλαία θα κλείσει για σένα πανηγυρικά».

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ

Ο ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης γράφει για τις νουβέλες  «Το Χειρόγραφο» και «Τρεις μήνες και μία μέρα»

Σε ευχαριστώ για τις δυο νουβέλες σου «Το χειρόγραφο» και «Τρεις μήνες και μία μέρα». Η γραφή σου είναι ρέουσα και σφικτοδεμένη, οι ιδέες σου φιλοσοφικές και η θεώρηση των πραγμάτων βαθιά στοχαστική. Το πλέγμα των δύο έργων σου, που εν τέλει συστοιχίζονται και αλληλοπροεκτείνονται, βρίσκεται θαρρώ στην αντίληψη που έχεις για τη φύση της ζωής ως αλληλουχίας και αντίστιξης εξωτερικών και συνάμα εσωτερικών πραγματικοτήτων. Τα έργα σου μπορούν ασφαλώς να διαβαστούν ως ανομολόγητη εξομολόγηση- ακριβέστερα ως απόπειρα ανίχνευσης μυστηριακών πηγών, όθε αναβλύζει και δομείται η παράδοξη φύση του εγκόσμιου Εαυτού… Τα πεπραγμένα της ζωής είναι άπειρα, και συ επιχειρείς να τα συνοψίσεις μέσα σε κλίμα που θυμίζει Έντγκαρ Άλλαν Πόου καθώς και μια ρομαντικής υφής παλαιικότητα (απολησμονημένες αισθήσεις που υφίστανται, θα έλεγα, τις κλιματολογικές αλλαγές της σύγχρονης λογοτεχνίας). Η πλούσια τριβή και εξοικείωσή σου με το φιλοσοφικό «Είναι» μεταβολίζει την πραγματικότητα μεταξύ ονείρου και ξύπνου (συχνά παραισθητικού ή ρεαλιστικά λεπτομερειακού) και προκαλεί μια κλίμακα φωτοσκιάσεων και εικόνων. Έχω την εντύπωση ότι, καθώς προχωρείς στη σύνθεση των δύο αυτών έργων, αναπαράγεις στοιχεία μνημονικής αισθήσεως και αναδημιουργείς τον εαυτό σου ερμηνεύοντας μυθοπλαστικά την πνευματική του υφή. Τελικά το ερώτημα μένει αναπάντητο: Τι είναι θεός, τι μη θεός; Το έθεσε, όπως ξέρεις, ο Σεφέρης, και συ το επαναφέρεις σε παράλληλη βάση: Τι είναι πραγματικότητα και τι μη πραγματικότητα; Ή για να το αρθρώσω κάπως φιλοσοφικά κι εγώ: Υπάρχει λογοτεχνία και ποια είναι η αλήθεια της; σε τι στηρίζεται η πραγματικότητα των ανθρωπίνων; τι είναι τέλος πάντων «τέχνη» και τι «ζωή»; Σε αυτά ως ένα σημείο επιχειρείς τη διείσδυση με λόγο στιβαρό, που τον βρίσκω ακόμη δυνατότερο στους «Τρεις μήνες και μία ημέρα» – ημέρα πρώτη του δικού σου Κόσμου, ή αν το προτιμάς, της δικής σου Δημιουργίας. Το ουσιώδες άλλωστε είναι ότι τα έργα σου διαθέτουν και ατμόσφαιρα.

 

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ

paideia-news 10/7/2016

Μια προσωπική, ταπεινή μου γνώμη, μετά την ανάγνωση-μελέτη των δύο βιβλίων και το πολύτιμο ταξίδι που μου χάρισαν στον όμορφο κόσμο τους.

Πεζογραφία με έντονο το λυρικό στοιχείο, αφήγηση που αγγίζει τα μελωδικά δώματα της ποίησης, φιλοσοφικοί στοχασμοί σε μονολόγους και διαλόγους συναισθηματικής φόρτισης, ισχυρή συγκίνηση που χτίζεται αριστοτεχνικά μέσα από την εξαιρετική δομή, την κορύφωση της ιστορίας και εν τέλει το συγκλονιστικό τέλος. Και γλώσσα ρέουσα , σαγηνευτική, δυναμική, ενισχυμένη από την αυθεντικότητα της πρώτης ύλης, αφού και στις δύο νουβέλες του ο καθηγητής Ιστορίας των Ιδεών του Πανεπιστημίου Κύπρου Κυριάκος Δημητρίου, αναδεικνύει θέματα που ανήκουν κυρίως στη σφαίρα των γνώσεων και της επιστήμης του. Αυτά θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως και αναγνώσεως να εντοπίσει κάποιος ως κυρίαρχα στοιχεία της γραφής του και τα οποία συναντώνται έκδηλα τόσο στους «Τρεις μήνες και μια μέρα» όσο και στο « Χειρόγραφο».

Δύο νουβέλες που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις Εκδόσεις Πορεία στην Αθήνα και οι οποίες κινούνται αφηγηματικά στο δίπολο φαντασίας και ρεαλισμού, με κυρίαρχο στοιχείο την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου στο βραχύ του βίου του και την ανάγκη του, μέσα από τη λάμψη της γνώσης, να φωτίσει το σκοτάδι της άγνοιάς του και να λύσει τον γρίφο της ζωής και του θανάτου. « …εκεί που τόσο βαθιά πόθησε η ψυχή μας, να λύσουμε τον γρίφο, να σπάσουμε τα δεσμά…» Τρεις μήνες και μια μέρα , σ. 133)

Πρόκειται για δύο πολύ πρωτότυπες ιστορίες, οι οποίες ελκύουν τον αναγνώστη με τη γλαφυρότητα και την παραστατικότητα του λόγου, με την εικονοπλαστική δύναμη των αφηγήσεων και περιγραφών, με τις ευρηματικές παρομοιώσεις πλούσιες και διάσπαρτες και στα δύο βιβλία αλλά και με την ευφάνταστη εμφάνιση των χαρακτήρων, το αριστοτεχνικά δομημένο ψυχογράφημά τους. Στη μέθεξη του αναγνώστη συνεπικουρούν οι «κινηματογραφικές» θα έλεγα τεχνικές που χρησιμοποιεί επιδέξια ο συγγραφέας όπως είναι η ρευστότητα του χρόνου ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν και οι αναδρομές των ηρώων του σε ατμόσφαιρα μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου.Η όλη δράση λαμβάνει χώρα και στις δύο νουβέλες στο Λονδίνο, πόλη που φιλοξένησε τον συγγραφέα στα χρόνια των σπουδών του και την οποία γνωρίζει και αγαπά ιδιαίτερα, γεγονός που ενισχύει τη δεινότητά του να αναφέρεται με λογοτεχνική άνεση και πειθώ σε πρόσωπα, τοπωνύμια και γεγονότα. Ο καθηγητής Δημητρίου τηρεί ευλαβικά και δικαιώνει με τρόπο εντυπωσιακό έναν άγραφο νόμο στον τομέα της συγγραφής, αυτόν που υποβάλλει πως γράφεις καλύτερα όταν γράφεις γι΄ αυτά που γνωρίζεις.

Στη νουβέλα « Τρεις μήνες και μια μέρα» ένας φοιτητής φιλοσοφίας φτάνει σε ένα φοιτητικό κατάλυμα, χτίσμα του δεκάτου ενάτου αιώνα, το οποίο λειτουργούσε ως σανατόριο για τη φροντίδα φυματικών. Με εξιστόρηση που εμπερικλείει εν πολλοίς το αυτοβιογραφικό του λόγου, παρακολουθούμε τον φοιτητή αυτό να βιώνει τις παραδοξότητες ενός «στοιχειωμένου» ασύλου, όπου οι φυσικοί νόμοι αντιστρέφονται και το σανατόριο, καθοδηγούμενο από περίεργες αυτόνομες δυνάμεις, επιστρέφει πίσω στον χρόνο, έτσι που στο τέλος να βιώνονται από τον φοιτητή τρεις διαφορετικές χρονικές περίοδοι, που συμβολικά αποκαλούνται «μήνες». Η ιστορία ξεκινά από τη στιγμή της άφιξης του συγγραφέα στο σανατόριο, όταν όλα φαίνονται « φυσιολογικά» και μετακινείται στη μέση περίοδο (δεκαετία του 1940) καταλήγοντας στην τελευταία περίοδο ( μέσα του δέκατου ένατου αιώνα). Κι ενώ οι υπόλοιποι ένοικοι συγχρονίζονται με την μετατόπιση του κτηρίου στον χρόνο, ο συγγραφέας συνεχίζει τη ζωή του κανονικά ως φοιτητής φιλοσοφίας και ως το μόνο πρόσωπο που έχει επίγνωση των αλλαγών που συντελούνται. Εξακολουθεί να πηγαίνει στη Βιβλιοθήκη, να μελετά χειρόγραφα, να επισκέπτεται βιβλιοπωλεία, να «καταδύεται» καθημερινά όλο και πιο βαθιά στον κόσμο της γνώσης. Ενδιάμεσα , σε στιγμές που «παγώνουν» μέσα στον χρόνο, εμφανίζονται πρόσωπα που απευθύνονται στη συνείδηση του συγγραφέα, χαρακτήρες-προϊόντα διανοητικής εμπειρίας, οι οποίοι, με σπονδυλωτές αφηγήσεις, ζουν ξανά τις Ιδέες που νοηματοδότησαν κάποτε το έργο τους και αξιώνουν απαντήσεις σε βασανιστικά υπαρξιακά ερωτήματα ως συνέχεια του δικού τους ημιτελούς πνευματικού έργου. «Άκουσέ με προσεκτικά : Συνέχισε να ψάχνεις πίσω από τις γραμμές, ανάμεσά τους, δίπλα τους, κοντά τους, εκεί που υπάρχουμε εμείς, οι ανείπωτες ιδέες μας, οι ανολοκλήρωτες σκέψεις μας τα μικρά και μεγάλα πάθη μας, οι μικροί και μεγάλοι φόβοι μας, τα οράματά μας, οι ελπίδες μας. Εκεί πάλλεται ατελεύτητα η καρδιά μας-εκεί φωσφορίζουν σαν τη φεγγαρόλουστη θάλασσα οι ιδέες μας, κρυμμένες στις πιο μικρές, δυσδιάκριτες λεπτομέρειες, στις κρυφές εσοχές του πίνακα, στον πίνακα του κόσμου». ( σ. 64-65)

Στο συγκλονιστικό τελευταίο κεφάλαιο της νουβέλας ο φοιτητής φιλοσοφίας παίρνει την απόφαση να εγκαταλείψει το σανατόριο και τις παραδοξότητές του . Το άσυλο, ξεκάθαρα πια στη συνείδηση του αναγνώστη ως αλληγορία της ανθρώπινης ζωής και του θανάτου , της υπαρξιακής αγωνίας και του αυτο-εγκλεισμού αλλά και της ηδονής που προσφέρει το ανθρώπινο βίωμα, παραμένει ένα «μυστήριο» πέρα από τον έλεγχο της ανθρώπινης λογικής. « Διότι είναι μεγάλο το μυστήριο της ζωής, ο βίος πεπερασμένος, όσο διαρκεί μια μέρα. ΄Ισαμε που προλαβαίνουμε να ψηλαφίσουμε τον παιχνιδιάρικο αέρα, να παίξουμε στην άμμο, να μυρίσουμε την πρωινή βροχή, τις ανεμώνες την άνοιξη , τα νυχτολούλουδα. Και να, το σκοτάδι έρχεται μέσα από τις χαραμάδες του χρόνου και μας κλείνει τα μάτια…» ( σ. 132 ) Η τραγική μοίρα του ανθρώπου, το αιώνιο συμβόλαιό του με τον θάνατο, διατυπώνονται με τόσο ανάγλυφο τρόπο, που στο τέλος ο αναγνώστης υποψιάζεται πως ο συγγραφέας, ο αφηγητής, ήταν ήδη νεκρός ενόσω έγραφε τη νουβέλα.

Στη νουβέλα « Το χειρόγραφο» ο συγγραφέας δομεί την ιστορία του με βάση δύο χαρακτήρες. ΄Ενα φανταστικό πρόσωπο, τον ερευνητή Γκέιλ΄Ελιοτ, ο οποίος ζει και εργάζεται στο παρόν και ένα ιστορικό πρόσωπο, τον Φλόυερ Σίντενχαμ, ΄Αγγλο φιλόλογο-φιλόσοφο, ο οποίος έζησε στην Αγγλία του δεκάτου ογδόου αιώνα. Στο πρώτο αφηγηματικό μέρος της νουβέλας ο αναγνώστης παρακολουθεί τα γεγονότα έτσι όπως εκτυλίσσονται με την οπτική γωνία του Γκέιλ΄Ελιοτ, ο οποίος, μετά τις λαμπρές σπουδές του στην Οξφόρδη, θέλοντας να πρωτοτυπήσει στους κόλπους της ακαδημαϊκής κοινότητας, αποφασίζει να εκπονήσει μία φιλολογική μελέτη για τον Φλόυερ Σίντενχαμ και αφοσιώνεται σε αυτή κατά τρόπο τυπικό, ακαδημαϊκά εργαλειακό. Ο έντονος πόθος για αναγνώριση, μέσα από τη σπουδαιότητα και πρωτοτυπία της εργασίας , οδηγούν τον ΄Ελιοτ σε εξαντλητικά ωράρια εργασίας και τον φθείρουν ψυχικά και βιολογικά. Η φιλολογική μελέτη φαίνεται να χάνεται μέσα στην πληθώρα των σημειώσεων του ΄Ελιοτ και στην αδυναμία του να τιθασεύσει και να οργανώσει το υλικό του. Ο Σίντενχαμ , πρόσωπο-φάντασμα που είχε κάνει την εμφάνισή του και στη νουβέλα « Τρεις μήνες και μια μέρα», επανέρχεται στο Χειρόγραφο, για να σταθεί πλέον απέναντι στον Γκέιλ΄Ελιοτ είτε ως αποκύημα της φαντασίας του είτε ως ένοχη συνείδησή του, να πάρει τα ηνία της αφήγησης και του λόγου και μέσα από μια γλαφυρή ανασύνθεση των τραγικών πτυχών της ζωής του και των φιλοσοφικών αναζητήσεών του, να υπενθυμίσει στον ΄Ελιοτ το χρέος του, το χρέος του κάθε συγγραφέα έναντι των ηρώων του. Η υπόμνηση αυτή, με τον έντονα τραγικό τρόπο που δίνεται, οδηγεί σε μια σταδιακή αφομοίωση του ΄Ελιοτ από τον Σίντενχαμ , σε μια ολοκληρωτική ταύτιση του ερευνητή με τον ήρωά του, όταν πια αντί για το είδωλό του αντικρίζει τη γερασμένη μορφή του πρωταγωνιστή του έργου του.

«Πλησίασε στον καθρέφτη τρεμάμενος, όπως πλησιάζει το σκυλί έναν άγνωστο περαστικό ή έναν κακό δαίμονα. Ψηλάφισε το πρόσωπό του κι έβαλε τα ιδρωμένα από την αγωνία ακροδάχτυλά του στις βαθιές ρυτίδες που αυλάκωναν το μέτωπο , και στον ζαρωμένο του λαιμό με το διογκωμένο καρύδι, παρατηρώντας την κρεατοελιά στο μέτωπό του, που έχασκε σαν χαίνουσα πληγή» ( σ. 127)

Πέρα από τον κεντρικό αυτό πυρήνα της ιστορίας , η νουβέλα ξεδιπλώνει με τρυφερότητα στοχασμούς για τη ζωή, τον έρωτα, την ευτυχία, τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Είναι πραγματικά υπέροχες στον γλωσσικό πλούτο και στην πρωτοτυπία τους συχνές αναφορές και περιγραφές των στοιχείων της φύσης:

«Τα φθινοπωρινά απογεύματα, όταν έπεφταν οι αχτίδες του ήλιου, το μαγεμένο δάσος εκτόξευε γυαλιστερές ανταύγειες φλόγας στα χαμηλά σύννεφα, σαν να καιγόταν από ένα ακατασίγαστο πάθος να διαπεράσει τη συννεφιασμένη ομίχλη και να φτάσει στον ουρανό με τα άστρα». ( σ. 15 )

« Άνοιξε τα μάτια του, ο παγωμένος αέρας χύμηξε ορμητικά στις κόρες των ματιών του, σαν ν ΄ανέμενε τη στιγμή , τ΄ακροβλέφαρά του μάτωσαν. Η χρυσαφένια σελήνη στεκόταν ακίνητη στον ουρανό , σαν πέτρα λαξεμένη από έναν προαιώνιο Θεό, μόνο που το φως της αραίωσε πια μες στα λειψά σύννεφα, ξοδεύτηκε μες στις παγερές ανασαιμιές και στις γλυκόπικρες μυρωδιές του δάσους». ( σ. 62)

Χρησιμοποιώντας εξίσου ποιητική γλώσσα ο συγγραφέας αναδεικνύει το ερωτικό στοιχείο με αφορμή τον άτυχο έρωτα του ΦλόυερΣίντενχαμ για μια υπηρέτρια , την ΄Εστερ, γεγονός που καθόρισε την όλη πορεία της ζωής και του έργου του.

«Την περίμενα κάτω από τη γέφυρα και μετά ανηφορίζαμε στον λόφο με τις τριανταφυλλιές. Ανηφορίζαμε; Τρόπος του λέγειν. Πετούσαμε, βγάζαμε λευκά φτερά και πετούσαμε σαν τις πεταλούδες από τριανταφυλλιά σε τριανταφυλλιά ρουφώντας αχόρταγα το νέκταρ του έρωτά μας. Η μέρα κυλούσε τόσο γρήγορα, έσβηνε στο πορφυρό ηλιοβασίλεμα, ξεψυχούσε στο μισοσκόταδο, έλιωνε τη νύχτα». ( σ. 83)

Ενδεικτικοί, όμως, της φιλοσοφικής θεώρησής του, μεστοί νοήματος και οι στοχασμοί του συγγραφέα για τη ζωή και την ευτυχία, καθώς ο αναγνώστης τούς συναντά στη ροή της ιστορίας. « …ο φιλόσοφος αναζητεί την ευτυχία μέσα του…η ευτυχία είναι μια νοητική κατάσταση αταραξίας και απάθειας απέναντι στις εγκόσμιες τιμές, , στα πλούτη και στην εφήμερη δόξα». ( σ. 99)

Διάβασα με εξαιρετικό ενδιαφέρον τις δύο νουβέλες του καθηγητή Δημητρίου, απολαμβάνοντας το ευχάριστο ξάφνιασμα και την τέρψη που χαρίζει ένας λόγος φωτεινός, μία γλώσσα υπέροχη στη δομή και στους όρους της, μία γραφή που ανεβάζει τη σκέψη σε υψηλά επίπεδα στοχασμού και εγείρει μοναδικά τον συναισθηματικό κόσμο του αναγνώστη. Δύο βιβλία που έρχονται να εμπλουτίσουν την κυπριακή και την ευρύτερη ελληνική πεζογραφία με τον ιδιαίτερο θησαυρό που κομίζουν στη λογοτεχνική πραγματικότητά μας.

Το μήνυμα των δύο βιβλίων διαπερνά τις γραμμές τους, χαράζεται έντονα και καταληκτικά στην ανθρώπινη νόηση ως συνώνυμο της ανθρώπινης ύπαρξης και της νομοτέλειάς της: Στο πέρασμα του χρόνου οι Ιδέες και όχι οι άνθρωποι κερδίζουν την αθανασία, γιατί επαναλαμβάνονται και αναβιώνουν σε άλλα σώματα, που θα κάνουν μαζί τους την ίδια διαδρομή, καθώς η θνητότητα θα θέτει τους δικούς της χρονικούς περιορισμούς και ο ανθρώπινος νους θα αδυνατεί να ερμηνεύσει αυτά που ξεπερνούν τα όρια των δυνατοτήτων του.

Όπως ενδεικτικά τονίζει ο συγγραφέας, « Ό,τι ζει πρέπει να συμφιλιωθεί με τον θάνατο, για να γίνει αθάνατο» . ( Το χειρόγραφο, σ. 125 )

 

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΣΤΡΑΤΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

Οι δύο νουβέλες Το Χειρόγραφο και Τρεις μήνες και μια μέρα και τα δώδεκα διηγήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή Άνθρωποι στο βαγόνι του Κυριάκου Δημητρίου(**) κυκλοφόρησαν το 2016 από τις εκδόσεις “Πορεία”, συστήνοντας στην Κύπρο και την Ελλάδα έναν νεοεμφανιζόμενο λογοτέχνη που φέρνει νέα πνοή στα ελληνικά γράμματα. Οι σπουδές του στην Πολιτική Φιλοσοφία, η διδασκαλία της Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και η εντρύφησή του στην αρχαιοελληνική πολιτική σκέψη και την πρόσληψή της στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία αποτελούν στο έργο του ένα διακριτικό αλλά ευδιάκριτο υπόστρωμα, το οποίο μετουσιώνεται σε πρώτη ύλη για τη λογοτεχνική του γραφή. Αρχαίοι μύθοι, στίχοι παλαιότερων και σύγχρονων ποιητών, απηχήσεις από φιλοσοφικά κείμενα και ποικίλα λογοτεχνικά αναγνώσματα προδίδουν ευρυμάθεια, διερευνητική διάθεση και κριτική σκέψη. Από τον Όμηρο και τον Πλάτωνα έως τον Χόμπς και τον Νίτσε στοχασμοί φιλοσόφων και μελετητών, περισσότερο ή λιγότερο γνωστών στο αναγνωστικό κοινό, εμβολιάζουν την αφήγηση και μυούν τον αναγνώστη στη σκέψη και το έργο τους. Ένα πολύ χρηστικό παράρτημα στο τέλος, στο οποίο μπορεί συνεχώς να ανατρέχει ο αναγνώστης, παρουσιάζει συνοπτικά τα ερευνητικά ενδιαφέροντα και την εργογραφία των στοχαστών που αναφέρονται σε κάθε νουβέλα.

Η σκηνοθεσία στις νουβέλες του Κυριάκου Δημητρίου προκρίνει το κέντρο του Λονδίνου. Στο Χειρόγραφο, το δάσος του Χάιγκεϊτ, το “μαγεμένο δάσος της νεφέλης” (σ. 15), το φυσικό σκηνικό που αντικρίζει καθημερινά ο κεντρικός ήρωας από το παράθυρό του, αποτελεί το μοναδικό ίσως αμετάβλητο στο χρόνο στοιχείο που περιβάλλει τον διαρκώς μεταμορφούμενο ψυχικά και σωματικά ήρωα. Στο Τρεις μήνες και μια μέρα, το σύγχρονο Λονδρέζικο αρχιτεκτονικό τοπίο που φέρει ακέραια τα ίχνη της μεσαιωνικής καταγωγής του, “αναγκασμένο να ζει και να ξαναζεί καθημερινά την ιστορία του, παγιδευμένο στους χωματένιους αμαξόδρομους” (σ. 17), σταδιακά μεταμορφώνεται βυθιζόμενο στο παρελθόν, συμπαρασύροντας τον αφηγητή και όλα τα πρόσωπα της ιστορίας. Το σκηνικό στα διηγήματα της συλλογής Άνθρωποι στο βαγόνι στήνεται σε γνώριμα τοπία του ευρωπαϊκού κυρίως χώρου.

Ο χρόνος όμως είναι ο βασικότερος άξονας πάνω στον οποίο διαρθρώνεται η αφήγηση και εκτείνεται από το παρόν μέχρι το βάθος του παρελθόντος με αιφνίδιες προβολές στο μέλλον. Είναι ένας χρόνος ρευστός, ατίθασος, άναρχος, που δεν υπακούει σε “φυσικές” νομοτέλειες. Ένας χρόνος που δεν ξετυλίγεται ευθύγραμμα, αλλά κυλά σε τροχιά άλλοτε κυκλική και άλλοτε απρόσμενα τεθλα