ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ

 

Ο Επιτάφιος Θρήνος της Μεγάλης Παρασκευής σμίγει με τους στίχους των ποιητών της Κύπρου που σαράντα τρία χρόνια αρμενίζει στη προσδοκία της δικιάς της Ανάστασης.

 

 

Είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας,
είναι δύσκολο να πιστέψω
πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας.
Κώστας Μόντης

 

 

Εσύ δεν λες τίποτα
μα εγώ θα σου πω γι’ αυτό το νησί
που ήταν όνειρο χτες και θυμάρι κι αμίαντο
και σήμερα ποτάμι οδύνης
Μιχάλης Πασιαρδής

 

 

Μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,
ότι αυτό που συνέβηκε το 74
δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,
κάθε μέρα.
Νίκη Μαραγκού

 

 

Δεν έγραψα πολλά γι’ αυτά που μας χωρίζουν
μα ούτε και γι’ αυτά που μας ενώνουν.
Το χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα
φουσκώνει χρόνο με το χρόνο
Λίλη Μιχαηλίδου

 

 

Μια πόλη μέσ’ στο συρματόπλεγμα
τριάντα τρία τώρα χρόνια,
η πόλη μου.
Πώς ν’ ανασαίνει μέσ’ στον πνιγερό αγέρα;
Ντίνα Παγιάση-Κατσούρη

 

 

Να ‘βλεπες εγκαίρως τους καπνούς στον ορίζοντα
ν’ άκουγες τις ιαχές των βαρβάρων
να φορτωνόσουν στην πλάτη τον πατέρα σου
να μεταλάβαινες την τελευταία του λέξη!
Λεωνίδας Γαλάζης

 

 

Πριν από καιρό
ποιος θα πίστευε
πως θα ‘ρθω εδώ σε τούτη τη γη
καμένη του ήλιου και της προδοσίας.
Βασίλκα Χατζήπαπα

 

 

Μικρή μου πόλη, αγαπημένη Χώρα
δίχως συνθήματα θα ερωτευτούμε
στις στροφές των κλειστών δρόμων σου
παρατώντας ξόανα, ειδώλια, θεούς και δαίμονες
Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου

 

 

Πώς αγγίζει κανείς τη χώρα του
ξαφνικά στη μέση ηλικία
και του κόβεται η ανάσα
ακριβώς στα δύο; Έτσι
Νένα Φιλούση

 

 

Βραδιά ποιητική
στο σπίτι με τα συνθήματα
«Δεν ξεχνώ»…
«Δεν είναι εδώ τα σύνορά μας»…
Αλεξάνδρα Γαλανού

 

 

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.
Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Κυριάκος Χαραλαμπίδης

 

 

Παιδί στο προσφυγόσημο
ξυπόλυτο σαράντα χρόνους
ρακένδυτο και δακρυσμένο
πλάι στο συρματόπλεγμα
Αγγέλα Καϊμακλιώτη

 

 

Ποιοι είναι αυτοί που λένε ότι χάθηκε η Κερύνεια;
Είναι οι γνωστικοί.
Αυτοί ξέρουν καλύτερα πως ό,τι χάνεται
δεν επιστρέφεται
Γιώργος Χριστοδουλίδης

 

 

Λικνιζόμασταν ατάραχα στη θάλασσα
Της Κερύνειας
Ζώντας έκθαμβα σε φόντο
Παρωχημένων τραγουδιών.
Ανδρέας Μαλόρης

 

 

Κερύνεια
στ’ άπιαστα κι απροφήτευτα
αγκίστρωσες τη ζωή μας
Κερύνεια η μοίρα σου μοίρα δική μας
Βέρα Κορφιώτη

 

 

Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων
έφτασε στη Σαλαμίνα
φρύαξε ο Ονήσιλος.
Άλλο δεν άντεξε.
Παντελής Μηχανικός

 

 

Ανοίγει τα παράθυρα και μπαίνει
νάμα σα’ νόημα που κάπου με καλεί
άκουσμα γνώριμο από την Αγία Ζώνη
γιούλι μυρίζει και γιασεμί.
Νίκη Κατσαούνη

 

 

Τριάντα τρία χρόνια μέσ’ στο συρματόπλεγμα
η Αμμόχωστος
ονειρεύεται ριπές ανέμων.
Όλο γυρεύει λυτρωμό.
Κλαίρη Αγγελίδου

 

 

Δεν αφήνουν να ξεχάσουμε
ο Ονήσιλος, ο Πράξανδρος, ο Ευαγόρας,
η μάνα κι ο πατέρας που ’ναι κει,
νεκροί και ζωντανοί,
Ανδρέας Χατζηχαμπής

 

 

Αμμόχωστος.
Γη που έδινες ζωή.
Γη που χάριζες χαρά.
Γη του έρωτα και γη της ομορφιάς.
Ανδρέας Τιμοθέου

 

 

Ήταν καιρός…
η πανσέληνος του Ιούλη
παίρνει εκδίκηση.
Κάπου εδώ ο χρόνος σταματά.
Εύα Νεοκλέους

 

 

Φίλησα δάκρυ μάγουλο
δάκρυσες λόγια χώρια
Κάθε που θ’ αλλάζει ο χρόνος
με τον Ιούλιο ποτήρια θα τσουγκρίζεις
Πάμπος Κουζάλης

 

 

Κάπου εκεί,
πίσω απ’ το σκλαβωμένο Πενταδάχτυλο
είναι δεμένο, κόμπος αξεδιάλυτος,
το νήμα της ζωής μου.
Νίκος Κρανιδιώτης

 

 

Μα πώς ξηγείς του Πενταδάχτυλου
πώς όλα τούτα εσκεμμένα έγιναν,
πώς ξηγείς πώς ήταν εκ προμελέτης
πώς τούτος ο Ιούλης ήρθε με ψευδώνυμο
Ευρυδίκη Περικλέους Παπαδοπούλου

 

 

Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε
για τον Πενταδάκτυλο
είναι γιατί
μοιάζει χτυπημένο πουλί
Ανδρέας Πετρίδης

 

 

Της Μεσαριάς ο κάμπος ο ξανθόσπαρτος
Του Πενταδάκτυλου το στέμμα το πεντάκορφο
Τόσο κοντά
Τόσο μακριά
Ελένη Αρτεμίου – Φωτιάδου

 

 

Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά
της ξένης γης.
Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι
του νόστου.
Γιάννης Ποδηναράς

 

 

Κι ήταν Γενάρης
μα μύρισε λεμονανθούς και πάστρα
το ταξίδι της
στην ωραία Μόρφου των ουρανών.
Κατίνα Γιαννάκη- Παπαστυλιανού

 

 

0 λιόντας που καβαλλικάς ελούθηκεν το κλάμαν
’εν τζ’ έν’ αγκάθιν με γιαράς
μα ‘ν’ ο καμός της προσφυγιάς
βοσσέ μου Αη Μάμα.
Χρήστος Αργυρού

 

 

Χειρουργούν τη Γη των Κυπρίων
Την κόβουν οικόπεδα.
Περνούν οδοστρωτήρες
ν’ ασφαλτώσουν τη ράχη μας
Χρίστος Χατζήπαπας

 

 

καθρέφτης ζωής ξελογιασμένης
σε στιλπνό βράχο σπαράζει-πεταγμένο
περιορισμένη γραμμή παλλόμενη
σ’ ένα κλειστό άπειρο εγκαταλελειμμένο νησί
Αλεξάνδρα Ζαμπά

 

 

Μοίρα και πρόκληση
Με χωρίζει από τους άλλους
Ό,τι δεν χάθηκε
Είναι μέσα μου
Φροσούλα Κολοσιάτου

 

 

Ο κόσμος που αγαπήσαμε
απομένει πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
και τους ξένους στρατούς,
ζει σαν φάντασμα μέσα σε έρημα τοπία,
Γιώργος Μολέσκης

 

 

Για τη διαίρεση
από μικρός κουβαλώ το φόβο
Όταν την έμαθα στη δευτέρα
τον τόπο μου διαίρεσαν σε δύο πράξεις
Βάκης Λοϊζίδης

 

 

ο Μακρύδρομος δεν βγάζει
πια πουθενά
πίσω απ’ τις βιτρίνες των μαγαζιών σου
αιωρούνται πύργοι σιωπής.
Λεύκιος Ζαφειρίου

 

 

Η Λευκωσία μας αποδημεί στους χάρτες
σε αταχυδρόμητες φωτογραφίες
απ’ τις ψηλές ταράτσες την κοιτάμε
να ταξιδεύει στην ποδιά του Πενταδάκτυλου.
Κύπρος Χρυσάνθης

 

 

Οι μέρες του καλοκαιριού εκείνου
ξεσχίσανε τα πλουμιστά πανιά των καϊκιών
στα πρωινά μελτέμια,
κουβάλησαν το θάνατο σε γραφικές ακρογιαλιές
Νίκος Πενταράς

 

 

η πόλη καιγόταν
άδειασαν τα ξενοδοχεία οι πολυκατοικίας τίποτα
άγρια αγκάθια και τσουκνίδας φυτρώνουν από τις ρωγμές τ’ αυλάκια
φτάνουν κάποτε ίσαμε το δεύτερο πάτωμα τα φίδια
Έλενα Τουμαζή

 

 

Πατρίδα πολυτάραχη το βιος
σου πάει και χάνεται.
Σε γέλασε το πράσινο σε μια γραμμή
και ορθώνεται σαν τείχος.
Αθηνά Τεμβρίου

 

 

Στη σκιά του δρεπανιού
τεντωμένο τόξο
δίκοπο μαχαίρι
η ελευθερία.
Ανδρέας Χατζηθωμάς

 

 

Βαδίζει, περνώντας απ’ την Κύπρο να βρει
τη μάνα Αφροδίτη, μαζί της να ανασύρει
τη χαμένη κάρα του συζύγου της Χαρίτας,
να την αρμόσουν στο σώμα να ‘ναι ακέραιο
Ιωσήφ Ιωσηφίδης

 

 

Η πατρίδα μου
έχει τα μάτια της υγρά, τα χείλη της κατάξερα,
απ’ την υπομονή και τα λυπημένα ακρογιάλια
λίγο πιο λίγα, λίγο πιο σκλαβωμένα.
Κλεοπάτρα Μακρίδου

 

 

φαντάσματα, φαντάσματα τού χθεσινού μας κόσμου
γιατί δε χάνεστε κι’ εσείς
μέσα στα βάθη της ψυχής
κι’ αβάσταχτη μάς φέρνετε ευωδιά χαμένου δυόσμου;
Έλλη Παιονίδου

 

 

Δίποδα όντα να κουρσεύουν κάθε χαρά
και μια μνήμη μακρινή οδοιπορώντας
να σκοντάφτει συνέχεια στο απέναντι ύψωμα
Άνθρωποι! Άνθρωποι με προσωπεία ξένα και κραυγές
Μιχάλης Ζαφείρης

 

 

Κράτα γερά στο πόστο, παλικάρι
Η εδώ μεριά αφουγκράζεται τους στίχους σου
Ουράνιο τόξο πάνω από τους λύκους.
Κράτα γερά για να κρατήσουμε.
Έλλη Παιονίδου

 

 

Σιωπώ
Τα χορικά του δράματός μας
Είναι ανόσιες παρεμβάσεις
Ενός ανύπαρκτου ποιητή
Μάριος Μιχαηλίδης

 

 

ποια αλήθεια
ποιος ήλιος και ποιο φεγγάρι
ποια λόγια και ποιοι στίχοι
θα φωτίσουν ξανά αυτό το τόπο
που ματώνει κάτω από τη θηλιά
ενός ατέλειωτου συρματοπλέγματος.
Ανδρέας Καρακόκκινος

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ

Η Δέσποινα Καϊτατζή Χουλιούμη είναι κλινικός ψυχολόγος –ψυχοθεραπεύτρια, (MSc) της Σχολής Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ουψάλα Σουηδίας και εργάσθηκε στην Ψυχιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου. Εργάστηκε ως ψυχολόγος στην Ειδική αγωγή και Εκπαίδευση του ΥΠΕΠΘ, όπου διετέλεσε Προϊστάμενη ΚΕΔΔΥ Σερρών. Δίδαξε ψυχολογία και Ειδική αγωγή και είναι πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Εκπαιδευτών Ενηλίκων.
Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ).

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποιητικές συλλογές

Ο δρόμος (2006)
Συναισθηματικό αλφαβητάρι (2009)
Διαδρομές, (2015)
Λιγοστεύουν οι λέξεις (υπό έκδοση) (2017)

Μεταφράσεις

Δημοσίευσε ποιήματα μεταφρασμένα από τη σουηδική γλώσσα «Μανδραγόρας» & «Θευθ».

Μετάφραση ποιημάτων της

(2008) ДНИТЕ НИСАКЛАДА, Εκδόσεις «ЬЕЛЛОПРЦНМ»,
βουλγαρική γλώσσα, συμμετοχή
Μετάφραση ποιημάτων της στα ιταλικά από την ποιήτρια Αλεξάνδρα
Ζαμπά.

 

 

 

 

 

ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ 2017

(υπό έκδοση ποιητική συλλογή εντός του 2017 )

 

ΘΡΥΜΑΤΑ

θρύμματα
διάσπαρτα
διάτρητου δοχείου
περιεχόμενο
διάχυτο παντού
περιρρέουν
άμορφη μάζα
οι ρίζες τους
ρινίσματα
συμπαντικής σκόνης
στης νύχτας το βλέφαρο

 

 

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ – ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ

Κοιτώ το ρυάκι να ρέει αμέριμνο
το νερό να κυλά λαμπυρίζοντας
Αντανακλάσεις φωτός διαγράφουν
γιρλάντες στη ράχη του
Τα βότσαλα λάμπουν ατάραχα στο βυθό
Χρυσοκίτρινα φύλλα πέφτουν

και χάνονται βιαστικά
Η σκιά τους διαγράφεται σκοτεινή
περνούν γρήγορα και χάνονται
Βαθιά πηγή αναβλύζει μέσα μου
λόγια ακατάληπτα
Ψιθυριστά νανουρίσματα
συγχωνεύονται με του νερού το κελάρυσμα
για παιδιά που ‘χάσαν τον ύπνο τους
για παιδιά που κείτονται
στου βυθού την αταραξία
Μέσα σε τόση ομορφιά
κάτι με πνίγει κι εγείρεται μέσα μου
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου

και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο
«Κι αυτό το αγοράκι
δεν έχει κρεβατάκι»*
Μου έρχονται λέξεις και ήχοι στο νου
και ψελλίζω κάπως να λυτρωθώ
νανούρισμα από καιρό ξεχασμένο
14-12-2015

*Σεβιλλιάνικο νανούρισμα
[Στίχοι: F.G.Lorca. Απόδοση: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Γιάννης Γλέζος]

ΑΝΕΣΤΙΟΣ

Πρό-χωμα
απροχώρητο
κι ανα-χωρείς
και προ-χωράς
Ανέστιος
Όσο μπορείς είπε
κοίταζε πίσω αν θες να πας μπροστά
Επιστροφή ο δρόμος
ποτέ δε φύγαμε
Επι-στροφή
πέτρα στον ώμο
στη χούφτα βότσαλο
Γυρίνοι γυροφέρνουν γκιόλα πράσινη
η γλίτσα γλύφει κολλώδης
Πάλλονται οι ουρές
τριχιές δονούν τα σύμπαντα
χίλιες καμπάνες
Κοίτα πως έμεινα στην όχθη
Απολίθωμα
ηχώ αρχαίου όστρακου
Δεσμώτης της Ιθάκης
να ονειρεύομαι

ΛΙΓΟ ΝΕΡΟ

Αθώο αίμα παφλάζει
σε μετρό και σε πλατείες
Τυφλός ο μακελάρης
φούλι δε φίλησε
Αυγή δεν άνθισε ποτέ
κελάρι θεοσκότεινο

Φως λίγο φως να ψάξουμε τα έρημα κορμιά
Λίγο νερό να πλένουμε διαμελισμένα σώματα
Χώμα στεγνό να βρέξουμε στο δάκρυ μας

ΚΑΤΑ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Κατά το σούρουπο απ’ το βορρά
έρχονται ψίθυροι απαλοί
και με βυθίζουν σε γλυκιά μελαγχολία
Τότε στα μάτια μεταξωτές κλωστές
λικνίζονται Αλσηίδες νύμφες
Λουσμένες στο βόρειο σέλας
λαμπυρίζουν και με ζεστά αγγίγματα
σε δάση δύσβατα με παρασέρνουν

Βραδιάζει πάλι μέσα μου
σκοτάδι η απουσία με τυλίγει
Θέλω να κλάψω να βυθιστώ
σε κολυμβήθρας δάκρυα
Βρέφος που του προσδίδουν όνομα
πρόσωπο ν’ αντικρύσει τη μέρα
Βραδιάζει πάλι μέσα μου
απόψε δε θα κοιμηθώ

ΦΑΛΑΙΝΕΣ ΠΛΗΓΩΜΕΝΕΣ

Μέρες πολλές φάλαινες πληγωμένες
κολύμπαγαν στο πέλαγος
Κάποτε κύματα βίαια τις ξέβρασαν
σ’ ακτή βραχώδη κι έρημη
Άρχισαν να θρηνούν τον πόνο των βρεφών
και ν’ αποθέτουν τάματα σ’ αόρατο βωμό
Αρχαίος πόνος βρέφους άνθισε
σ’ όστρακο θεϊκό
κι η θάλασσα γαλήνη απύθμενη

ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Λιγοστεύουν οι λέξεις
Μουδιασμένες
λιώνουν στο στόμα
χάπι πικρό
Κόμπος στο λαιμό
με πνίγουν
Τελειωμένα λόγια οι λέξεις
Ακατάληπτα
μουρμουρητά και κραυγές
ανακούρκουδα καθισμένα
κουνιούνται πέρα δώθε
Θρηνούν
Θρήνος που λέξεις δε γίνεται
Φρίκη που δε τη φτάνουν λέξεις

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ (2015)

Διαδρομές

Ι

Σα να ’ταν χθες
δέντρα χυμώδη, λυγερά
πόθο γιομάτα
άνθιζαν κλαδιά
άπλωναν ρίζες
να ξεδιψάσουν στις αγκαλιές των ρυακιών
και στων χειμάρρων την ορμή
ηδονικά να ξαποστάσουν

Σα να ’ταν χθες
άγουρα χρόνια
χνούδια απαλά
ανήσυχα
φλόγα γιομάτα
το μέλι τρυγούσαν των λουλουδιών
τ’ αλάτι γεύονταν
στα τρίσβαθα ωκεανών

Σήμερα θάλασσες πλατιές
τους θησαυρούς γενναιόδωρα χαρίζουν

Σύντομα αλίμονο
τόσο σύντομα
αύριο κιόλας
καράβια ξέμπαρκα
γυμνά, ανάλαφρα, βαριά
γλυκόπικρο μειδίαμα απορούν
γέρνοντας προς την άλλη χώρα

ΙΙΙ

Οι χαρές που ζήσαμε χάθηκαν
πήραν μαζί τους ό,τι είχαμε αγαπήσει
όνειρα στέρνες δίχως νερό
Αφού οι πηγές στέρεψαν
και τα χείλη στεγνά
πεφταστέρια οράματα
φύσημ’ αγέρα συγκινήσεις
Από χρόνους τ’ αφήσαμε πίσω
πορευόμαστε δέντρα ξεριζωμένα

Μια βαθιά ερημιά κατοικεί μέσα μας
μια γαλήνη πετρωμένη
Κάπου κάπου ένα δάκρυ στεγνό
προσπαθεί κρυφά
να ραγίσει τη γαλήνη της πέτρας
Ποιο δάκρυ ωστόσο μπορεί
να ταράξει τη γαλήνη της πέτρας

Βότσαλα στο δισάκι
σημάδια για το δρόμο του γυρισμού
Ψαχουλεύουμε
το φως λιγόστεψε τώρα πια
και οι ρίζες κομμένες
Τώρα ήρθε ο καιρός των γαλήνιων πετρωμάτων
Τώρα ήρθαν τα χρόνια τα πέτρινα

Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας
σπίτια σωριασμένα κατάχαμα
Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας
άδειους περιστερώνες
Τα περιστέρια τα φυγαδέψαμε
μείναν ερημωμένοι περιστερώνες
αραδιασμένοι στο χρόνο

Τα ζεστά μονοπάτια τ’ αφήσαμε πίσω
Τώρα τα πέτρινα χρόνια
προδοσίες φυτρώσαν
ανθίσαν απώλειες
Πώς ν’ ανθίσουν στις πέτρες τριαντάφυλλα
Αυτό δεν έχει ξαναγίνει
Κάποια βρύα αν φυτρώσουν
θα ’ν’ αρκετό
να θυμίζουν πως περάσαμε απ’ εκεί

V

Ήταν ωραία τα παιχνίδια
που υποψιαστήκαμε στην παραλία
Χάθηκαν γρήγορα κι άφησαν την άλμη τους
τ’ αλάτι είχε κιόλας διεισδύσει
στα υπόγεια στρώματα
όπου ορυκτός πλούτος πλεόναζε
Ύστερα ουράνιο τόξο
ζωγράφισε την τροχιά της νιότης
και των ονείρων μας την αύρα
Τώρα ο άνεμος σβήνει τα χνάρια των βημάτων
και μεις χαμογελάμε
μες στων παιδιών τα βλέμματα

Μέχρι τις εκβολές του ποταμού

ΜΗ ΡΩΤΑΣ

Μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς
Προσπάθησε να δεις, ν’ αφουγκραστείς
Αφουγκράσου τη φύση
μήτρα σπαρακτική που εγείρεται
Αφουγκράσου το ποτάμι
το νερό κυλά και χάνεται
Βούτα, βούτα βαθιά να δροσιστείς
νιώσε την κάθε σταγόνα στο κορμί
Κοίτα με βαθιά μέσα στα μάτια
άσε με να χαθώ στο βλέμμα σου
Νιώσε τη μοναξιά της ανεμώνης
τη θλίψη νιώσε του σκύλου αυτού του άστεγου
Μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς
Οι ερωτήσεις χαλούν την ποίηση
Μη ρωτάς

ΠΗΓΑ ΠΑΛΙ ΑΠ’ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Πήγα πάλι απ’ το ποτάμι
ανταριασμένο κι αυτό
κυλά σκοτεινό μ’ έναν υπόκωφο ρόγχο
Ο ουρανός συννεφιασμένος
Κάποια γεράκια εδώ κι εκεί
κατά μόνας το καθένα στο δέντρο του
Παρατηρώ τους σπουργίτες
πετούν αδιάλειπτα σε σμήνη
σχηματίζουν σημαίες να κυματίζουν ελπιδοφόρες
Στη συννεφιά το πέταγμα ακόμη πιο αναγκαίο
πιο συναρπαστικό
Πού θα πάει
θα βγει κι ο ήλιος κάποια στιγμή

ΣΠΙΤΙΑ

Σπίτια μεγάλα και μικρά
ανήλιαγα και φωτεινά
σπίτια λιμάνια κι αγκαλιές
κιβώτια κλειστά και φυλακές
φυτώρια χαρούμενων παλμών
τράπεζες θλίψης, στεναγμών
στέρνες γεμάτες και στεγνές
εστίες πυρωμένες και σβηστές

Σπίτια που τις καρδιές μας δέσατε στις κόγχες σας
τις ενοχές και τις ντροπές μας φυλάτε μυστικά
τις λύπες μας κεντάτε ψιλοβελονιά
και τις χαρές μας γιορτινά φοράτε

Σπίτια αραδιασμένα στου χρόνου τη σκιά
μορφές καρτερικές δίχως ν’ αγκομαχάτε
τις ώρες μας μετράτε στωικά
και τις ζωές μας καταγράφετε και μελετάτε

Σπίτια περιστερώνες αδειανοί
σε κάθε κόγχη ψίθυροι, γέλια, λυγμοί
μες στα χαλάσματα, μες στις ρωγμές
πλανώνται ανήσυχες, χωρίς ανάπαυση ψυχές
ν’ αφουγκραστούν αγγίγματα, φωνές

ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΗ

Ακρωτηριασμένη τώρα πορεύομαι
ανάμεσα στους θάμνους και τα βρύα
ανάμεσα στις πέτρες που κείτονται αμίλητες
κρατώντας μυστικά βαθιά κρυμμένα
Αφουγκράζομαι τον ποταμό που αμέριμνος κυλά
πατώ πεσμένα φύλλα που αθόρυβα σήπονται σιγά σιγά

ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ
ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΑΜΕ

Τώρα που τους καθρέφτες θρυμματίσαμε
και μονοκοντυλιά διαγράψαμε τα είδωλά μας
απολιθώματα απομείναμε γυμνά
Το δάκρυ και το χαμόγελο στα στήθη πέτρωσαν
πέτρα ο λόγος και ο πόνος μας
πέτρα το όνειρο κι η ελπίδα πέτρα
πέτρα που την σηκώσαμε στο στήθος μας
Τώρα μ’ αυτήν πλαγιάζουμε και τα όνειρα αδειανά
Σίσυφοι που απόκαμαν στη ρίζα του βουνού γερμένοι
Τώρα μ’ αυτή οδεύουμε μετέωροι
στης ερημιάς την ανελέητη γαλήνη

ΗΡΘΕ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΑ

Ήρθε αναπάντεχα χωρίς σημάδι, χωρίς προειδοποίηση καμιά
πίσω από το παραβάν της θλίψης καθισμένη
Διάχυτο παγερής λευκότητας το φως
κι η λάμψη η ζεστή πουλί χαμένο
Στο πρόσωπο λαμπύριζαν κρυστάλλινα σπαθιά
Πώς είσαι; ρώτησα δειλά
Δεν είμαι, δεν είμαι τώρα πια, πώς θα μπορούσα τάχα
είπε και σα να υγράνθηκε ανεπαίσθητα
του παγερού σπαθιού η άκρη
Κι αμέσως το μαύρο που την περιέβαλλε στο χώρο απλώθηκε
και βίαια θρονιάστηκε στο στήθος μου επάνω

Κι όμως είχα ακούσει πως λέγαν οι παλιοί
«Αυτόν τον αθεόφοβο εφτά φορές τη μέρα να θυμάσαι»

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΦΤΑΣΟΥΜΕ ΣΤΙΣ
ΕΚΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ

Το ποτάμι άλλοτε ήρεμο κι άλλοτε μ’ ορμή
μας προσκαλεί να το διαβούμε
να ξεδιψάσουμε, να δροσιστούμε
Κάποιες φορές θολό κι ανταριασμένο
μας παρασέρνει στα βαθιά
Τη φλόγα που μας πυρπολεί να σβήσουμε
με μανιασμένα ρεύματα να μετρηθούμε
Κι αν αγριεμένο βρυχηθεί και ξεχειλίσει
και μας ξεβράσει σε λασπόνερα λερά
Πικροχαμογελώντας με λαχτάρα θα προσμένουμε
για να μας πάρει πάλι σε γάργαρα νερά

Κι αν οργισμένο στην κοίτη του μας παρασύρει ανελέητα
Ίσως εκεί παλεύοντας απεγνωσμένα στα θολόνερα
λιθάρια ξεχασμένα θά ’βρούμε
που τα πετούσαμε παιδιά
το βάθος του ν’ αφουγκραστούμε
και θα πατήσουμε σ’ αυτά να λυτρωθούμε
Ίσως ακόμη εκεί στης κοίτης τις καταχθόνιες πτυχές
κάποια φλέβα χρυσού ανακαλύψουμε
και στις χρυσίζουσες ανταύγειες της σκαλώσουμε
στην επιφάνεια να βγούμε

Αν όμως τέτοια τύχη δεν την έχουμε
ίσως η καλοσύνη του βυθού να μας ωθήσει γενναιόδωρα
και όχθη να πατήσουμε ξανά εξαντλημένοι ναυαγοί
Κι ανάσα αφού πάρουμε
λουφάζοντας κάτω από στρώματα σταχτιά
και ανασκουμπωθούμε,
Ξεθυμασμένα κάρβουνα π’ αναζωπύρωσαν
και σπινθηρίζοντας σιγαλά
θα ξαναλάμψουμε
Και πάλι με δέος θα βουτήξουμε
μέσα στην αύρα του να ονειρευτούμε
μέχρι να φτάσουμε στις εκβολές του ποταμού

Κι εκεί σε θάλασσα απύθμενη, άχρονη κι άπειρη
φθαρμένα πλέον και πολυταξιδεμένα ποταμόπλοια
στου ονείρου την αχλή και σε νεφέλη αστερόσκονης
βαρκούλες καλοτάξιδες θ’ απλώσουμε πανιά
για τα συμπαντικά πελάγη ν’ ανοιχτούμε

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ (2009)

Στα παιδιά με δυσκολίες μάθησης

Στην ποιητική συλλογή συναισθήματα όπως η αγάπη, η ζήλια, η ηρεμία, ο θυμός, η λύπη, η μοναξιά, η ντροπή, ο πόνος, η τρυφερότητα κλπ, καθώς και συναισθηματικές διαθέσεις και αξίες όπως η αποδοχή, η βοήθεια, η ισότητα, η καλοσύνη κλπ παίρνουν μορφή και περιγράφονται απλά και κατανοητά «διεκδικώντας» ν’ αγγίξουν την ψυχή του παιδιού και να του ανοίξουν το δρόμο για συμφιλίωση με τα δικά του συναισθήματα.
Αφιερώνω το «Συναισθηματικό αλφαβητάρι» στα παιδιά με δυσκολίες μάθησης, γιατί ερχόμενη σ’ επαφή μαζί τους, διαπίστωσα ότι πολλά απ’ αυτά τα παιδιά δεν χαίρονταν την σχολική τους ζωή και δυσκολεύονταν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά στην μαθησιακή διαδικασία λόγω των συναισθηματικών προβλημάτων που βίωναν.

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ

Φωνήεντα και σύμφωνα δεμένα
Μας βοηθούν να λευτερώσουμε
Να σμίξουμε φωνές
Χτίζουν γέφυρες
Ανοίγουν δρόμους

Ρυάκια γάργαρα
Τρεχούμενα νερά
Ανάπαυτα, θλιμμένα
Ποτάμια αγριεμένα

Να φιλιωθούμε
Nα φωνάξουμε
Να γίνουμ’ εαυτοί
Να ξανασμίξουμε
Να νιώσουμε εμείς
Να γίνουμ’ ένα

ΒΟΗΘΕΙΑ

Η Βοήθεια πηγή βαθιά
Με ευαίσθητη καρδιά
Έτρεχε και μελετούσε
Ποιον θα πρωτοβοηθούσε
Στα καθάρια της νερά
Ξεδιψούσαν τα πουλιά
Κι αυτή γέμιζε χαρά

Στην πλατιά της αγκαλιά
Έβρισκαν ζεστή φωλιά
Όλα του κόσμου τα παιδιά
Και σε δύσκολες στιγμές
Προσκαλούσε τη Βροχή
Βοήθεια ζήταγε κι αυτή
Μη στερέψει, μη σωθεί

ΙΣΟΤΗΤΑ

Ίσοι είμαστε και ίδιοι
Στις ανάγκες, στη ζωή
Ίσοι αλλά μοναδικοί
Με ικανότητες πολλές
Αρετές και αντοχές
Δυσκολίες και φραγμούς
Όνειρα, περιορισμούς

Νιώθοντας αποδοχή
Ο καθένας θ’ ακουστεί
Και τον δρόμο του θα βρει

ΛΥΠΗ

Η Λύπη, ανεμώνη μοναχή
Σε κάμπο ερημικό
Θλιμμένη, δακρυσμένη
Τον ουρανό κοιτούσε
Και τον λαμπρό τον Ήλιο
Θερμοπαρακαλούσε
-Ήλιε λαμπρέ και βασιλιά
Χάρισε λίγη ζεστασιά
Στην παγωμένη μου καρδιά

Κι ο Ήλιος στοργικά
Τα δάκρυα στεγνώνει
Την παίρνει αγκαλιά

ΣΥΜΠΑΝ

Σύμπαν! μα τι είν’ αυτό;
Άπειρο κι ασύλληπτο
Γαλαξίες και πλανήτες
Ήλιοι, αστέρες, κομήτες
Και η Γη που περπατώ
Κόκκος άμμου μέσα σε αυτό
Τότε τι είμαι εγώ;
Εκστασιάζομαι!
Σιγώ!
Τι μεγαλείο!
Προσκυνώ!
Και θαυμάζω κι απορώ!

Ο ΔΡΟΜΟΣ (2006)

ΜΥΛΟΠΕΤΡΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ

Πλήξη, ανία κι ακεφιά τις μέρες συνοδεύουν
Συχνά, πολύ συχνά, πίκρες παραμονεύουν
Καμιά φορά απρόσμενες χαρές ακολουθούν
Πλήξη, ανία, ακεφιά, στιγμές χαράς
Και πάλι πλήξη
Κι ύστερα λύπη
Και ξανά πάλι ακεφιά
Οι μέρες έρχονται και φεύγουν

Δεν το αντέχω
Να σκέφτομαι δε θέλω
Μυλόπετρες οι μέρες
Τη ζωή μου παγιδεύουν.

 

 

ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ

Θα σ’ ονόμαζα αστραπή
Σε πορεία απόλυτα ευθυγραμμισμένη
Αξιοθαύμαστο βεβαίως, δε λέω
Κι απορίας άξιο ωστόσο
Αλήθεια η απόλυτη σιγουριά
Ένδειξη σιγουριάς είναι;

Τρέχεις με το σώμα γερμένο μπροστά
Κι άλλο απ’ το τέρμα στο νου δεν έχεις
Μήπως βαρύ το φορτίο
Και βιάζεσαι να τα’ αποθέσεις;
Να ξαποστάσεις αδιανόητο
Περιθώρια για κάποιο «μήπως;»
Για κάποιο «μπορεί και να μην είναι έτσι»
Ανεπίτρεπτα

Ναι, μπορεί και να είναι έτσι
Αν όμως όχι
Πως θα τα’ αντέξεις;

 

 

ΣΑΝ ΘΑ ΝΤΥΘΩ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΟΥ

Σαν θα ντυθώ το βλέμμα σου
Περίλαμπρη θα διαβαίνω τους δρόμους
Δρόμους διάπλατους
Στα άνθη στολισμένους
Ορθό το ανάστημα θα έχω
Και στο κεφάλι φωτοστέφανο τη λάμψη σου
Εγώ αγέρι ανήσυχο
Σε αρμονία με το γύρω κόσμο
Σταγόνα της βροχής εγώ
Πολύτιμο κομμάτι του σύμπαντος

 

 

ΘΑΡΡΩ

Θαρρώ ότι πλησίασα
Θαρρώ πως ένιωσα την ύπαρξή του
Τους κραδασμούς του πως βίωσα θαρρώ
Μα δεν τον έζησα
Γιατί φοβήθηκα
Την ηδονή του δεν την απόλαυσα
Γιατί δεν τόλμησα
Κάποιες ελάχιστες στιγμές
Ανείπωτης χαράς
Στο πέρασμά του μ’ άφησε
Και σήκωσα στο στήθος
Τον πόνο τον βαθύ της λύτρωσής μου.

 

 

ΟΤΑΝ

Όταν λόγια ευχάριστα μου λένε
Με κάνουν να αισθάνομαι σημαντικός
Σπουδαίος
Με ξεγελούν, με γαληνεύουν
Προς στιγμήν βέβαια
Γιατί στο βάθος σιγανή βροχή
Νοτίζει την μπογιά από τα λαμπερά εξώτοιχά μου
Και τριβελίζει επίμονα τ’ αυτιά
Ας μπόραγα να την σταμάταγα
Τον πληκτικό τον ήχο της τουλάχιστον να μην ακούω
Ωτοασπίδες να προμηθευτώ
Είναι ίσως μια κάποια λύση
Αναγνωρίζω τη βροχή αυτή τη σιγανή
Την καθαρή
Μα είν’ ανυπόφορη και θλιβερή.

 

 

ΑΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ

Αυτός ο κόσμος που διαβαίνει αλαφιασμένος
Σε ποιο κυνήγι να ‘χει εμπλακεί
Τι να φοβάται
Τι να ψάχνει
Άνθρωποι που πάνε βιαστικοί
Χωρίς χαμόγελο
Χωρίς βλέμμα
Κι όλο τρέχουν, όλο τρέχουν
Κι οι δρόμοι κλείνουν
Κάτω από τρύπιες πατούσες
Κι οι δρόμοι χάνονται
Αφήνοντας το βήμα μετέωρο.

 

 

ΧΩΡΙΣ ΜΑΝΤΙΛΙ

Πως ν’ αντέξουμε την λαίλαπα της τύρβης
Τ’ ανούσια φτιασιδωτά κρωξίματα ταών
Πόρτες δίχως δωμάτια χάσκουν τριγύρω
Και στην καρδιά χέρσες αυλές
Στρωμένες πλαστικό γκαζόν
Αφόρητα σιωπηλές
Τον πετεινό τον πλουμιστό, το χρυσωπό
Σε σπίτια αθέμελα θυσιάσαμε
Θυμάσαι;
Αγέρωχα μας έφερνε τα πρωινά
Που να σταθούμε τώρα αλήθεια;
Πώς να μη χάσουμε την όσφρηση
Χωρίς το άρωμα της πασχαλιάς;
Πρόσφορο πώς να μοιράσουμε τα ψυχοσάββατα;
Χωρίς μαντίλι τους νέους
Πώς να ευχηθούμε κατευόδιο;
Της καλομάνας τ’ ολόλευκο μαντίλι
Πάει καιρός που κουρελιάσαμε
Κι αυτό το χαρτομάντιλο τ’ άβαρο, τ’ ακυμάτιστο
Μιας χρήσης μόνο δυστυχώς

*καλομάνα= γιαγιά στην ποντιακή

ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΕΙΔΩΛΩΝ

Μια αχτίδα ας έβρισκα
Μια αχτίδα μόνο
Κατασκευασμένη έστω
Να στη φόραγα
Φωτοστέφανο στο κεφάλι
Να μ’ έλουζες πάλι
Και μυριάδες αστέρια
Να λαμπύριζαν στην καρδιά
Να ξαναρούφαγα μούστο ζωής
Μεθυσμένος με ιαχές μαγικές
Ανάπλασης να ‘στηνα ωραίο χορό
Το πράσινο λέει των βουνών να διαβώ
Άγονες γραμμές να προσπεράσω
Στις κορφές να πατήσω
Και ν’ αγγίξω τ’ ουρανού το γαλάζιο
Κι απ’ εκεί σαν παιδί
Ν’ αγναντεύσω με δέος
Τον κόσμο αυτό το θαυμαστό, τον ωραίο.

 

 

ΓΑΛΗΝΗ

Ας μπορούσα γαλήνη να βρω
Πέρα απ’ τα πρέπει
Πέρα απ’ τα θέλω
Απλώς να υπάρχω
Σε αρμονία με τον κόσμο
Της ενδοχώρας και το γύρω
Του εδώ και του υπερπέραν
Τον νυν και τον αεί.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Διαδρομές (2015)

 

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 17/2/2016

«Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε»

Αυτές οι πέντε τόσο διακριτές όσο και ασαφείς στην ουσία τους διαστάσεις του χρόνου θέτουν και τα όρια του νοήματος στους στίχους της Δέσποινας Καϊτατζή – Χουλιούμη. Και, όπως συμβαίνει σε κάθε ανάλογη ποιητική απόπειρα να καθοδηγηθεί η σκέψη από τα χρονικά διαστήματα, έτσι κι εδώ η νοηματική συγκομιδή είναι και πλούσια και ενδιαφέρουσα.

Μένω περισσότερο στη χρήση των χρόνων (μας έχει προετοιμάσει άλλωστε με τους στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ που παραθέτει εν είδει προμετωπίδας: «ο παρών χρόνος και ο παρελθών χρόνος είναι ίσως και οι δύο παρόντες στον μέλλοντα χρόνο και ο μέλλων χρόνος να περιέχεται στον παρελθόντα χρόνο») καθόσον αυτοί αποκαλύπτουν καλύτερα το υποσυνείδητο που τους επέλεξε. Έτσι εδώ συναντάμε και τον ενεστωτικό χρόνο του αναπόφευκτου παρόντος, που με τον ρεαλισμό του τείνει να αποποιηθεί κάθε ποιητική διάθεση «πορευόμαστε δέντρα ξεριζωμένα», συναντάμε και τους παρελθοντικούς χρόνους, εκείνον τον παρατατικό με την απατηλή του διάρκεια «γεμίζαμε τον κόρφο μόρτες ανέμους», που λίγο κόντεψε να ξεγελάσει με την αιωνιότητα που είχε στην όψη, αλλά κι εκείνον τον αδυσώπητο αόριστο, τον κατ’ εξοχήν χρόνο της απώλειας, τον βιωμένο αόριστο, τόσο οριστικό όμως και τελεσίδικο «προδοσίες φυτρώσαν/ ανθίσαν απώλειες». Και ο μελλοντικός χρόνος της ελπίδας; Αυτός επιβιώνει μέσα από ερωτήματα που στην ουσία καταργούν το ευφρόσυνο της φύσης του: «πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας άδειους περιστερώνες;» θα μας προετοιμάσει ο στίχος και θα προλάβει την ερώτηση «μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς οι ερωτήσεις χαλούν την ποίηση μη ρωτάς», αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο αυτός ο μέλλοντας να είναι επίσης δυσοίωνος.

Μέσα από αυτές τις χρονικές διάρκειες η ποιήτρια ρίχνει ένα βαθύ βλέμμα στη ζωή που βίωσε, έτσι όπως ανοίχτηκε στο πέλαγος, αλλά και στη σοφία που αποκόμισε από τον κόσμο γύρω και μέσα της. Γιατί αυτοί οι δύο κόσμοι βρίσκονται σε μια συνομιλία μεταξύ τους, και όπως ο ένας γερνά στον χρόνο ο άλλος ο εσωτερικός τον παρακολουθεί με την αναπόφευκτη θλίψη που γεννά η βεβαιότητα της φθοράς.

«Τώρα που τους καθρέφτες θρυμματίσαμε
και μονοκοντυλιά διαγράψαμε τα είδωλά μας
απολιθώματα απομείναμε γυμνά
Το δάκρυ και το χαμόγελο στα στήθη πέτρωσαν
πέτρα ο λόγος και ο πόνος μας
πέτρα το όνειρο κι η ελπίδα πέτρα
πέτρα που την σηκώσαμε στο στήθος μας
Τώρα μ’ αυτήν πλαγιάζουμε και τα όνειρα αδειανά
Σίσυφοι που απόκαμαν στη ρίζα του βουνού γερμένοι
Τώρα μ’ αυτή οδεύουμε μετέωροι
στης ερημιάς την ανελέητη γαλήνη»

Η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή – Χουλιούμη έχει εσωτερικό ρυθμό, καλή γνώση της ροής του λόγου και ποικιλία στη μορφή. Εναλλάσσει τα πρόσωπα επιμένοντας στο πρώτο ενικό της αυτοσυνειδησίας και στο πρώτο πληθυντικό της συνύπαρξης με τους ομοειδείς ομοφρονούντες ή συμπάσχοντες. Νομίζω πως είναι συνακόλουθο της ώριμης ποιητικής ηλικίας αυτή η ανάγκη συμπόρευσης, εκεί που στα πρώτα στιχουργικά βήματα επικρατεί συνήθως η αυτάρεσκη απομόνωση του “εγώ”. Έτσι, λοιπόν, εδώ η ποίηση νιώθει την ανάγκη να ακουμπήσει σε συνομήλικους πόνους, να νιώσει την κοινή πορεία, να γίνει κατανοητή από αυτούς που έχουν βιώσει απώλειες καθοριστικές στη ζωή τους. Αυτή την εικόνα ζωής, για παράδειγμα, που δηλώνεται εδώ

«σιγά σιγά ψηλαφιστά στα σκοτεινά
να ψάξουμε να κρατηθούμε απ’ τις ρίζες
μη και κουτρουβαλώντας τσακιστούμε
μες στης επιστροφής το σκοτεινό κι άνυδρο ρέμα»

ίσως για να τη συλλάβεις θα πρέπει να έχεις βιώσει πάνω σου αρκετές πτώσεις και ματαιώσεις.
Αναπόφευκτα διαβάζοντας αποκομίζεις μια θλίψη (προσωπικά τη θεωρώ απαραίτητη σύντροφο της ποίησης) η οποία, ωστόσο, δεν είναι ταυτόσημη της συντριβής. Αποπνέει μια δύναμη ο στίχος και, αν και σε καταβυθίζει, έχει τον τρόπο να σε στηρίξει με το σχόλιο που σου φυλάει συχνά το ποίημα στο τέλος του

«Ήρθε αναπάντεχα χωρίς σημάδι, χωρίς προειδοποίηση καμιά,
πίσω από το παραβάν της θλίψης καθισμένη
Διάχυτο παγερής λευκότητας το φως
κι η λάμψη η ζεστή πουλί χαμένο
Στο πρόσωπο λαμπύριζαν κρυστάλλινα σπαθιά
Πώς είσαι; ρώτησα δειλά
Δεν είμαι, δεν είμαι τώρα πια, πώς θα μπορούσα τάχα
είπε και σα να υγράνθηκε ανεπαίσθητα
του παγερού σπαθιού η άκρη
Κι αμέσως το μαύρο που την περιέβαλλε στο χώρο απλώθηκε
και βίαια θρονιάστηκε στο στήθος μου επάνω

Κι όμως είχα ακούσει πως λέγαν οι παλιοί
“Αυτόν τον αθεόφοβο εφτά φορές τη μέρα να θυμάσαι”»

Μια ποίηση γεμάτη από εικόνες, άλλες πραγματικές φυλαγμένες στη μνήμη της ποιήτριας (τα σπίτια, η μάνα, οι φωτογραφίες) και άλλες επινοημένες, ένας αντικατοπτρισμός του εσωτερικού κόσμου, μια ανάγκη έκφρασης του μη ορατού

«δρόμοι πολλοί λαμπύριζαν

κι ένας είχε μουντές κηλίδες σκοτεινές
που όλο μεγάλωναν, μεγάλωναν
ώσπου σκέπασαν τον χαρταετό που ανέμελα πετούσε».

Μια αναβάθμιση του ποιητικού λόγου, λοιπόν, έχουμε εδώ, με όχημα τις λέξεις που φέρουν όλο το νοηματικό φορτίο και με δημιουργό μια ξεχωριστή φωνή. Μια ώριμη ποιητική φωνή.
Το περιεχόμενο σε αγαστή συνομιλία με το εξώφυλλο, όπου στο απόλυτο μαύρο του φόντου, εισβάλλει από τη μία πλευρά ο πανάρχαιος δίσκος με τα μυστηριώδη σύμβολα. Ένα σχόλιο στο πέρασμα του χρόνου που διασώζει όλα τα καλά φυλαγμένα σκοτεινά σημεία. Και ένας ρόλος, καλά φυλαγμένος κι αυτός, για τον άνθρωπο να ανοίξει δρόμο μέσα από τα δυσδιάκριτα περάσματα για να κατανοήσει έστω αυτό το ελάχιστο που του αναλογεί ως ερμηνεία. Εν προκειμένω, όλο αυτό συντελείται μέσω της ποίησης.

 

 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΡΑΠΤΗ

ΠΟΙΕΙΝ 31/1/2016

Στην νέα της ποιητική συλλογή “Διαδρομές’, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη καλεί τον αναγνώστη σε ένα καθαρτικό παιγνίδι αέναων διαδρομών στο χρόνο. Πρόκειται για ένα γεμάτο ευαισθησία παιγνίδι της μνήμης που ενεργοποιείται μέσα από τη φαινομενολογική, ευφάνταστη προσέγγιση της φύσης. Ο άνθρωπος-βλασταράκι-κλαράκι που ‘ βιάζεται ν’ ανθίσει’ βρίσκεται στη βάση της ποιητικής συνείδησης-δημιουργού και παρά τις αντιξοότητες τις οποίες υφίσταται και που “ότι θα μαραθεί καθόλου δεν τον μέλλει’ δίνει το στίγμα της αισιοδοξίας στη συλλογή αυτή. Σε πείσμα της αμείλικτης φθοράς, της απώλειας, του ακρωτηριασμού που επιβάλλει ο χρόνος, το ορμέμφυτο της ζωής αντιστέκεται και κρατιέται άσβηστο χάρη στη συμφιλίωση με την έννοια του ενιαίου του σύμπαντος και του άχρονου χρόνου: “Η γέννηση και ο θάνατος/ Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι/ το όλο και το μέρος του τ’ αδιαίρετο/Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν’ (20). Έξ ου και η φυσική αποδοχή της μεταφοράς στην πληθώρα των εκφάνσεών της. Η φρεσκάδα των εικόνων της φύσης που απλόχερα μας χαρίζει η ποιήτρια είναι από μόνη της απολαυστική αλλά σε αποζημιώνει ακόμη περισσότερο όταν περνά στο μεταφορικό επίπεδο οπότε οι διαδρομές τις οποίες καλείται ο αναγνώστης να διαβεί μεταμορφώνονται σε διαδρομές ενδοσκόπησης στον Χωροχρόνο, έναν χωροχρόνο απίστευτα οικείο, σχεδόν αρχετυπικό. Έχοντας θητεύσει στην Ελληνική ποίηση, και την παραδοσιακή και την νεωτεριστική, η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, “συνομιλεί’ επιδέξια με τον Γεώργιο Δροσίνη αλλά και με τον Σεφέρη και τον Εγγονόπουλο. Εκεί που νομίζει ο αναγνώστης ότι βαδίζει σε στέρεα παραδοσιακά ποιητικά μονοπάτια, νάσουκαι ξεπετάγονται μπροστά σου τολμηρές εκπλήξεις με τη μορφή ρηγμάτων στον στίχο ή ακόμη και έσχατης ταλάντωσής του για να μοιάσει μιας τεράστιας αγκαλιάς που ν’ αγγίζει τ’ αστέρια, όπως μας το θυμίζει και το τελευταίο μέρος της συλλογής, αυτό που αποτελεί έναν καινούργιο Επιτάφιο είς μνήμην του αδικοχαμένου Φύσσα. Αυτό αποτελεί κατά τη γνώμη μου και τη μεγάλη καινοτομία της συλλογής που συγκεκριμενοποιεί με τον πιο δυνατό τρόπο την όλη φιλοσοφική διάθεση που διατρέχει όλη την ποιητική συλλογή: είναι η παραμυθία που αφήνουν οι γενναιόδωροι στίχοι του ανθισμένου κλωναριού που λύγισε νωρίς για να μεταμορφωθεί σε άχρονο αστέρι ψηλά στο σύμπαν.

Παράθεση αποσπασμάτων του βιβλίου

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

-VII-

Η θάλασσα, ο ορίζοντας, το ουράνιο τόξο και η πρώτη σταγόνα
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε
Η απορία που διαγράφεται στα χείλη
Το φτερούγισμα το ερωτικό, η γέννηση και ο θάνατος
Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι
Όλα σφιχτοδεμένο στεφάνι στην τροχιά του σύμπαντος
Το βουβό κλάμα, το χαμόγελο και η έκσταση
Η χαρά, η οδύνη, ο κόπος και η ανάπαψη
Οι αισθήσεις και η αντίληψη, ο λόγος και η συνείδηση
Το βίωμα και η ύπαρξη Η αναζήτηση που τέλος δεν έχει
Ο δρόμος ο πλατύς π’ ανοίγει άλλους δρόμους
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε
Η γέννηση και ο θάνατος Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι Το όλο και το μέρος του τ’ αδιαίρετο Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν

ΕΝΑ ΚΛΑΡΑΚΙ

Ένα κλαράκι σιγά σιγά φουντώνει
τα φυλλαράκια του στιλπνά
το χνούδι απαλό
Ένα κλαράκι βιάζεται ν’ ανθίσει
το μπουμπουκάκι έτοιμο να σκάσει
σειρά να δώσει στον καρπό
Ότι θα μαραθεί καθόλου δεν τον μέλει
Ένα κλαράκι στον κόρφο μου ήταν χθες
Σήμερα θέριεψε, βιάζεται ν’ ανθίσει
το άρωμά του στα πέρατα να σκορπιστεί

 

 

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tovivlio.net 5/1/2016

Ο χρόνος και η μνήμη στην ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή

Η μνήμη ως θέμα στην ποίηση κατέχει έναν κεντρικό ρόλο. Οι αναμνήσεις του παρελθόντος κατακλύζουν τον ποιητή κι εκείνος με οδηγό τις λέξεις και το στίχο αποτυπώνει τα συναισθήματα στο χαρτί. Άλλωστε η μνήμη είναι εκείνη που καθορίζει το παρόν μας, την ιδιοσυγκρασία και τη συμπεριφορά μας· οι αναμνήσεις κρατούν το δημιουργό άλλοτε δεμένο με δεσμά αίματος, άλλες φορές όμηρο των συναισθημάτων του, ευτυχισμένων που τον ωθούν προς τα εμπρός ή αρνητικών, μελαγχολικών που γκρεμίζουν το είναι του.
Ωστόσο, για την Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη («διαδρομές», Γαβριηλίδης, 2015) η μνήμη τροφοδοτεί με συναισθηματική ενέργεια για τη συνέχιση, μόνη κυρίως, του υπόλοιπου δύσκολου δρόμου. Η ποίηση της Καϊτατζή είναι υπαρξιακή· με ευαισθησία και γλυκιά μελαγχολία η ποιήτρια θυμάται με αγάπη και λαχτάρα προσφιλή πρόσωπα και στιγμιότυπα -σχεδόν φωτογραφικά- του παρελθόντος.
Η δημιουργός μιλά για τον χρόνο και την ίδια τη μνήμη (μήλο κόκκινο, ήρθε αναπάντεχα), στιχουργεί για οικογενειακά στιγμιότυπα (οικογενειακή φωτογραφία, τρεις επιθυμίες, να κρατάτε το σπίτι ανοιχτό), μιλά για το θάνατο και το χωρισμό (πώς γίνεται, πού πάει;, τρεις επιθυμίες, παραμυθία, να κρατάτε το σπίτι ανοιχτό).
Υιοθετεί ένα απέριττο αφηγηματικό ύφος από το οποίο εξάγεται η αναζήτηση ενός ρομαντικής οπτικής παρελθόντος. Η δημιουργός νοσταλγεί πρόσωπα και καταστάσεις του παρελθόντος. Η γραφή της Καϊτατζή είναι πλούσια, μολονότι η χρήση επιθέτων είναι περιορισμένη, υπηρετώντας το υπαρξιακό μήνυμα (κι όχι την εικόνα). Αντίθετα, αξιοποιεί αρκετά συχνά τη δυναμική των παρομοιώσεων. Οι μεταφορές και το ασύνδετο σχήμα ενισχύουν την ένταση και συμπυκνώνουν το χρόνο (διαδρομές VII).
Βέβαια, η μνήμη κινείται γύρω από ένα αυτοαναφορικό επίκεντρο. Η ποίησή της κλείνεται γύρω από ένα κλειστό κοινωνικό περιβάλλον και έχει μία εσωστρεφή ιδιοσυγκρασία, ενώ οι κοινωνικές αναφορές περιορίζονται στο εικονοπλαστικό φόντο.
Το α΄ πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο σε αρκετές συνθέσεις (μέχρι να φτάσουμε στις εκβολές του ποταμού) προδίδει ένα υπερενικό ποιητικό υποκείμενο· ωστόσο, και αυτή η πτυχή θεμελιώνεται σε μία εσωτερική υπαρξιακή αναζήτηση που στηρίζεται στην απώλεια (διαδρομές ΙΙΙ) ή έναν απολογισμό (διαδρομές ΙΙ και IV). Οι λίγες κοινωνικές αναφορές υποτάσσονται στον κύκλο της αυτοαναφορικής υπαρξιακής νοσταλγίας.
Ακόμα και ο χώρος και η εικονοπλασία αποτελούν μία εσωτερικευμένη αναπαράσταση του έξω, του περίγυρου. Το φυτικό στοιχείο κυριαρχεί σε όλα τα ποιητικά κάδρα· αν και η εικαστική της στηρίζεται σε μία κοινωνική εμπειρία, η χλωρίδα αποτελεί σταθερό στοιχείο σε κάθε σύνθεση, προσφέροντας χρώμα και νότες αισιοδοξίας. Την ίδια στιγμή όμως αναδύουν μία ρομαντική θέαση του παρελθόντος και μία λυρική διάθεση που έρχονται να ενισχύσουν το γενικότερο συναίσθημα νοσταλγίας.
Χαρακτηριστικό, εξάλλου, της ποιητικής της είναι η τάση στρογγυλοποίησης του χρόνου εκκινώντας από το παρελθόν και προχωρώντας προς το παρόν και καταλήγοντας στο μέλλον με μία αισιόδοξη διάθεση. Η αρχική απαισιοδοξία αλλάζει σταδιακά, μετασχηματίζεται σε μία πίστη για την καλή έκβαση των πραγμάτων και φωτίζει το τέλος της σύνθεσης τονίζοντας την οπτιμιστική οπτική ακόμα και μέσα στην -κοινωνική ή προσωπική- απογοήτευση. Συχνά αυτή η αισιοδοξία αποδίδεται με μία αίσθηση αλληγορίας (ένα κλαράκι, πήγα πάλι απ’ το ποτάμι).
Η εξαίρεση της κοινωνικής αγωνίας -και ευαίσθητης πολιτικής κατακραυγής- όπως εκφράζεται μέσα από την ποιητική σύνθεση για τον Παύλο Φύσσα, Killah P (κοίτα ψηλά τ’ αστέρια), δεν αναιρούν την εσωστρέφεια της ποίησης της. Και τούτη η ποιητική σύνθεση εκφράζεται με την ίδια ευαισθησία που αναδύεται από τα «προσωπικά» ποιήματα. Τούτη όμως η σύνθεση έρχεται σε αντίθεση με το γενικότερο αισιόδοξο πνεύμα της Καϊτατζή.
Πρόκειται για ποίηση του εσωτερικού, συναισθηματικού, χώρου που εξωτερικεύεται. Είναι ο ποιητικός μονόλογος με επίκεντρο τις αναμνήσεις του ατόμου και τις πολιτικές ακρότητες μίας εποχής συλλογικής κατάρρευσης. Για την άμυνα από μία εσωτερική κατάρρευση η ποιήτρια επιστρατεύει τις αναμνήσεις και τον παρελθόν αναζητώντας εκεί το στήριγμα.

 

 

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαΛόγου 30/11/2015

Η συλλογή Διαδρομές έχει ψυχή – κάτι που σπάνια πια συναντάμε με τόση αυθεντικότητα. Έχει επίσης ένα ηρωικό –αν όχι επικό– στοιχείο. Το επικό αυτό στοιχείο, το οποίο εμπλουτίζεται με απόηχους από το δημοτικό τραγούδι, παράγει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα που ωστόσο θυμίζει παλαιότερες εποχές της ποίησης. Παλαιότερες αλλά καλές εποχές:

Όταν τα χέρια απλώσαμε/ αγγίξαμε την ερημιά μας/γείραμε απόμερα/ κι αψιμαχούσαμε με τη σιωπή/ Τότε κοιτάξαμε το πέλαγος /όπου απλώσαμε το δάκρυ μας/ Το μπλε ήταν βαθύ/ μας χώρεσε/ κι ανθίσαμε θαλάσσιες ανεμώνες/ Τα πέταλα ανοίξαμε πανιά/ και με το μίσχο στήσαμε κατάρτι

Ο λυρισμός βέβαια ενέχει κινδύνους: τα γλυκά νοήματα μπορεί, αν δεν υπάρξει ισορροπία και δοθούν σε μεγάλες δόσεις, να γίνουν γλυκερά και οι προσωποποιήσεις μπορεί να παρατραβηχθούν και να καταστούν άκυρες. Νομίζω ότι η συλλογή της κ. Χουλιούμη κινείται οριακά εντός του αποδεκτού και ίσως μάλιστα σε ορισμένα σημεία ξεφεύγει. Όμως η ροή είναι καλή, οι μεταβάσεις ομαλές και οι λέξεις που διαχειρίζεται η ποιήτρια πραγματικά ωραίες, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μένει, τουλάχιστον αρχικά, αιχμάλωτος της ποίησης που διαβάζει.

 

 

ΤΑΣΟΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ Ν. ΣΕΡΡΩΝ

Γνωρίζοντας το πνευματικό και μορφωτικό της επίπεδο, μα προπαντός τη διαπιστωμένη της αγάπη για την ποίηση, ομολογώ πως δεν είχα την αγωνία του παλιού χρονογράφου Παύλου Παλαιολόγου. Ο γνωστός αυτός γραφιάς είχε εξομολογηθεί, πως κάθε φορά που του στέλνουν ένα ποιητικό βιβλίο καταλαμβάνεται από άγχος. Φοβόταν μήπως δεν το καταλάβει, δεν το εκτιμήσει όσο πρέπει, με αποτέλεσμα να χάσει την αυτοεκτίμησή του.
Διάβασα το ποιητικό της βιβλίο «ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ» με ανάμεικτα συναισθήματα. Μου άρεσε πολύ η καθαρή και ραφιναρισμένη γλώσσα που χρησιμοποιεί η ποιήτρια και ο συμπυκνωμένος της στίχος. Γράφει σε μοντέρνα γραφή. Αυτή που αποκαλούμε «ελεύθερο στίχο».
Το πόσο «ελεύθερος» είναι ή πρέπει να είναι ο στίχος στη νέα ποίηση είναι ένα μεγάλο θέμα και στο σημείωμα αυτό δεν έχουμε τη δυνατότητα να το αναλύσουμε. Μπορούμε όμως συνοπτικά να πούμε ότι η κατάργηση του μέτρου, της ομοιοκαταληξίας ή των ισοσύλλαβων στίχων δεν κάνουν την ποίηση «ελεύθερη» και «νέα».
Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη έχοντας τη γνώση και τη φρόνηση να κρατήσει την ποίησή της σ’ ένα επίπεδο μακριά από την πεζολογία, σέβεται τους παραδεχτούς αισθητικούς κανόνες που είναι απαραίτητοι σ’ ένα ποιητικό κείμενο. Ο λόγος της έχει ρυθμό, λυρική προδιάθεση, λυγερή και δροσερή γλώσσα κ.α.
Η ποίηση βέβαια δεν είναι ένα εύπεπτο και ελαφρό ανάγνωσμα. Είναι ποτό δυνατό και επικίνδυνο. Πρέπει να το πιούμε αργά, γουλιά γουλιά, για να νοιώσουμε τη γεύση και το άρωμά του. Τα η γνώση και τη συγκίνηση που κουβαλάει.
Διάβασα με προσοχή το βιβλίο της Δέσποινας Καϊτατζή- Χουλιούμη. Η συλλογή της μοιάζει με ποτάμι που μαζεύει νερό από πολλά ρυάκια. Μια ορχήστρα που παίζει με πολλά όργανα. Πάει να πει έχει ποικίλη θεματογραφία: Στιγμές περισυλλογής, νοσταλγία για το χτες, φύση, μελαγχολία για πρόσωπα και πράγματα που αγαπήσαμε και είναι πια μακριά, στις όχθες του ονείρου.
Η ποιήτρια δουλεύοντας ασταμάτητα και αθόρυβα σαν τον μεταξοσκώληκα, υπηρετεί την ποίηση με συνέπεια, με αγάπη, με πάθος και απόγνωση. Σε μια εποχή που ο πολιτισμός και οι αξίες υποτιμούνται, λίγοι είναι οι δημιουργοί που μοχθούν και αγωνίζονται με συνέπεια και ανιδιοτέλεια. Και όντας συνεσταλμένοι και σεμνοί περνούν δίπλα μας δίχως να σηκώσουν σκόνη.
Είναι άλλο πράγμα να λες «γράφω στίχους» κι’ άλλο η ποίηση. Αυτή είναι πολύ απαιτητική. Αυτός που γράφει στίχους είναι σαν τον ερασιτέχνη αθλητή. Ο ποιητής γράφει για να βρει το αναγκαίο οξυγόνο που το έχει ανάγκη η ψυχή του. Στην τελευταία κατηγορία ανήκει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη.
Όλα αυτά βέβαια άγια και σωστά. Εκείνο που ήθελα να προσθέσω σ’ αυτό το σύντομο σημείωμα είναι το εξής: Θα είναι καλό και ωφέλιμο η ποιήτρια, ώριμη πια, να στρέψει τα ενδιαφέροντά της και στον κοινωνικό περίγυρο, ν’ αφουγκραστεί τον πόνο και τα προβλήματα του λαού μας. Να τον παρηγορήσουμε, να τον νουθετήσουμε. Έχουμε υποχρέωση. Έχω γράψει σ’ ένα μου δοκίμιο: «Πολλοί αρνούνται στην τέχνη το δικαίωμα να διδάσκει και να νουθετεί. Να εμπνέει και να οδηγεί τον κοινωνικό άνθρωπο σε ανώτερες σφαίρες αξιών. Και αυτό με το επιχείρημα ότι για τη δουλειά αυτή υπάρχουν άλλοι, αρμοδιότεροι: Οι ρήτορες, οι κήρυκες, οι πολιτικοί,οι κοινωνιολόγοι, οι παιδαγωγοί, το ιερατείο. Γιατί αυτοί και όχι η τέχνη;Γιατί όχι και αυτοί και η τέχνη; Τι τους φοβίζει;»
Τόλμησε καλή μου ποιήτρια, ήρθε ο καιρός. Έχεις και χρέος σαν πνευματικός άνθρωπος. Και να έχεις στο νου σου τούτο:Οι ποιητές είναι ιερείς του λόγου, η λαϊκή συνείδηση, οι μεγάλοι πυρφόροι, οι αληθινοί προφήτες της αποκάλυψης, αυτοί που αφουγκράζονται τον καλπασμό των αιώνων.

 

 

ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ «ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ»

Με τις «Διαδρομές» η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη επιχειρεί μια εκ των έσω θέαση της ζωής. Το εγχείρημα αυτό κινείται στον άξονα του χρόνου, όπως αυτός ορίζεται ως παρελθόν-παρόν-μέλλον. Δεν πρόκειται λοιπόν για αναφορά στον εξωτερικό φλοιό της εμπειρίας (όσον αφορά το χθες και το
σήμερα) ούτε για προβολή της επιθυμίας (όσον αφορά το αύριο) αλλά για εσωτερικές διαδρομές σε τόπους που φωτίζονται και αναδύονται μέσα από μια καθαρή ποιητική σύλληψη και την ανάλογη έκφρασή της με το λόγο.
Πιο συγκεκριμένα:
Στο απ. I η ποιήτρια βυθομετρά το θέμα του χρόνου ώσπου ψηλαφεί με ένα «γλυκόπικρο μειδίαμα» την έκφανση του θανάτου.
Στο απ. II η εσωτερική αναζήτηση οδηγεί σε μια στάση απολογισμού: τίποτε σημαντικό δε χάθηκε, καθώς η αντιπαράθεση μεταξύ του «φαίνεσθαι» και του «είναι» κάνει το δεύτερο να υπερισχύει.
Διάχυτο είναι το αίσθημα της απώλειας στο απ. III, που, αν και συνυφασμένο με τη θλίψη, δεν καταλήγει σε απόγνωση. Η οδύνη της απουσίας αντισταθμίζεται από τη γεμάτη τρυφερότητα ποιητική ματιά, που, στη δομή του λόγου, κατέχει τη θέση του ουσιαστικού: «Μείναν ερημωμένοι περιστεριώνες», ή του ρήματος, «Ανθισαν απώλειες».
Στο απ. IV αυτό το αίσθημα της απώλειας μοιάζει να μετουσιώνεται σε βουβό θρήνο αρχαίου χορού και, αφού μετεωρίζεται μέσα σε μια απέραντη σιωπή, γεννά τη δύναμη της αναζήτησης και τον πόθο για νέα ταξίδια.
Το τέλος, με τη μορφή του θανάτου, επανέρχεται στο απ. V, υπογραμμίζοντας το εφήμερο της χαράς στη ζωή, όμως η συνέχεια, «μες στων παιδιών τα βλέμματα», ισορροπεί το αίσθημα του μάταιου.
Μέχρι εδώ το ταξίδι πραγματοποιείται σε ανοιχτούς τόπους. Στο απ. VI ο χώρος εσωτερικοττοιείται και, παίρνοντας τη μορφή της πρωτόγονης σπηλιάς, εγκολπώνεται υπαρξιακές αναζητήσεις.
Στο πρώτο σκίρτημα της ζωής θα βρούμε την απάντηση, σε όλη την προσπάθεια του ανθρώπου να διαφυλάξει ό,τι πιο ελπιδοφόρο και να το «θρέψει» με το ίδιο το απόσταγμα της ζωής του «με του μαστού το γάλα». Τότε και ο άνθρωπος περνά από την αγωνία της ύπαρξης στη θέαση της αλήθειας. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή καταργείται όχι μόνο ο χρόνος αλλά
και ο διαχωρισμός πραγματικότητας-ονείρου, καθώς το δεύτερο γίνεται το όχημα για να διανύσουμε αντίστροφα την πρώτη, να βιώσουμε τις αρχές που την διέπουν και να φτάσουμε σ’ ένα τέρμα που είναι συγχρόνως και αρχή. Με αυτήν την έννοια, όλα δένουν σε μια ενιαία οντότητα και ολότητα (απ. VII).
Στις «Διαδρομές» χαρακτηριστική είναι μια συνεχής κίνηση προς τα μπρος, μια εσωτερική δύναμη που διαποτίζει και οδηγεί τα πράγματα. Η μνήμη δε βαραίνει, αλλά ορίζει έναν ποιητικό χωροχρόνο γεμάτο «δέντρα χυμώδη, λυγερά», γεμάτο υπέροχες φωτοσκιάσεις.
Έτσι, όταν ο πόνος ή η στέρηση ή η ερημιά κυριαρχούν, οι ίδιες οι ποιητικές εικόνες μοιάζουν να αντιστέκονται στη φθορά (π.χ., «Όνειρα στέρνες δίχως νερό», «Πευταστέρια οράματα».
Κατ’ αυτήν την έννοια, η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη μπορεί να χαρακτηριστεί αισιόδοξη. Η ποιήτρια ακολουθεί τους νόμους και τους ρυθμούς μιας εσωτερικής πορείας και είναι τόσο συνεπής σ’ αυτούς, ώστε ο αναγνώστης εκούσια μένει μαζί της «έτσι στ’ ανοιχτά», αναβαπτίζεται σε μια «θάλασσα που έσκαγε χαμόγελα» και γίνεται —εντέλει- αποδέκτης και συν-λειτουργός ενός αδιαίρετου ποιητικού (και ίσως όχι μόνο) σύμπαντος.

 

 

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ν. ΑΚΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η συλλογή ποιημάτων «Συναισθηματικό αλφαβητάρι», της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη, αποτελεί παράδειγμα ζωντανού λόγου και μέσο αυτογνωσίας και αυτοσυνειδησίας για τον μικρό αναγνώστη.
Τα γράμματα της αλφαβήτου αποτελούν αφορμές, προσχήματα, ή ακόμη και ρητορικά σχήματα, που ανοίγουν στην προοπτική των νοημάτων, των εννοιών και των πραγμάτων και σηματοδοτούν ανθρώπινα συναισθήματα· κυρίως εκείνα που προβάλλουν τον άνθρωπο ως ανώτερο ον. Η στοχαστική διάθεση της ποιήτριας μετουσιώνεται σε λυρική φωνή συναισθημάτων που διακατέχουν την ανθρώπινη φύση. Η μετουσίωση αυτή αποτελεί τη λυρική φωνή της, η οποία δονείται κυρίως από τα καθημερινά ψυχικά προβλήματα των ανθρώπων. Εκείνα, τα θετικά ή και αρνητικά συναισθήματα που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ψυχή στην καθημερινή συμβίωση, αλλά αποτελούν καθολικά βιώματα και όχι ατομικά συναισθήματα. Θετικά και αρνητικά, λοιπόν, συναισθήματα μετουσιώνονται εδώ σε μια θετική στάση ζωής, με υπέρβαση των αρνητικών και με στόχο τη ζωή ως αυταξία, τη ζωή που αξίζει όχι υπό προϋποθέσεις, αλλά ως δώρο που χαρίζεται σε όλους τους ανθρώπους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα το βαθύτερο φιλοσοφικό υπόστρωμα της ποιητικής αυτής δημιουργίας, την ψυχολογική και ηθική διάσταση των ποιημάτων που αφορούν την ανθρώπινη ύπαρξη.
Η διαλεκτική, ως εσωτερική ψυχική πορεία, χαρακτηρίζει επίσης την ποιητική φωνή της. Τα συναισθήματα δεν απωθούνται, δεν συντρίβονται μέσα από οδυνηρές εμπειρίες. Τουναντίον, τιθασεύονται μέσα από τη διαλεκτική της ποιητικής αφήγησης, της ποιητικής εικόνας, των συμβόλων, και των συμβολισμών τους. Όπως λόγου χάρη στο ποίημα «Καλοσύνη», μέσα από το εννοιολογικό δίπολο «κακία» / «καλοσύνη», που δίνεται με ανθρωπομορφικά στοιχεία αλλά και ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά (φόβος – μοναξιά – στέρηση αγάπης, χαρακτηρίζουν την κακία· με τα αντίθετά της, χαρακτηρίζεται η καλοσύνη). Έτσι η ζωή δεν εξωραΐζεται, αλλά εξευμενίζεται: η κακία μεταμορφώνεται και γίνεται καλοσύνη με την επενέργεια της αγάπης, γίνεται ανθρωπιά.
Η συναισθηματική νοημοσύνη, η διαφορετικότητα προβάλλονται θετικά στο έργο, όπως παραδείγματος χάριν στο ποίημα «Νι το ντροπαλό». Η πρώτη, ως απόθεμα ψυχής που πρέπει να διακρίνει τους ανθρώπους, η δεύτερη, ως πραγματικότητα που πρέπει να γίνει αποδεκτή, χωρίς υστεροβουλίες και μέσα από θετικές εμπειρίες.
Μια αναγνωρίσιμη τεχνική της ποιητικής τέχνης της Δ. Κ.-Χ. είναι η λυρική αφήγηση: μια ιστορία ενός προσωποποιημένου ανθρώπινου συναισθήματος, λ.χ. η «Μοναξιά», αρχίζει ως βιωμένη εμπειρία και ως αρνητική κατάσταση ενός υποκειμένου, ενός λουλουδιού, παραδείγματος χάριν (Νυχτολούλουδο)· η αρνητική εμπειρία (Μοναξιά) στη συνέχεια, με τη διαλεκτική επίδραση άλλων αντίρροπων δυνάμεων που συμβολίζονται με ανθρωποποιημένα παραδείγματα και πάλι από τη φύση (μια Παπαρούνα), μεταβάλλουν με τις ενέργειές τους (με μια κόκκινη αγκαλιά), τη συναισθηματική κατάσταση και της προσφέρουν ισορροπία και ψυχική ευεξία.
Τα γράμματα της αλφαβήτου και οι ονομασίες τους γίνονται λόγος, λόγος ποιητικός που λειτουργεί συμβολικά ενσαρκώνοντας ανθρώπινες, κοινωνικές καταστάσεις, οι οποίες παραπέμπουν υποβλητικά σε συνήθειες ή συμπεριφορές και συναισθήματα των ανθρώπων, για να καταλήξουν στη νοηματοδότηση αξιών του πολιτισμού. Έτσι, λόγου χάριν, στο ποίημα «Λάμδα το λαλίστατο», «το λάμδα» προσωποποιείται, γίνεται λόγος, γίνεται φωνή, γίνεται λεξικό, γίνεται γλωσσικός θησαυρός και αξία πολιτισμού, χωρίς την οποία ο άνθρωπος θα ήταν φτωχότερος. Και σε τούτο κατατείνει η ποίηση της Δ. Κ.- Χ., να κάνει τον άνθρωπο πλουσιότερο, με την προϋπόθεση να αναγνώσει κανείς το «Συναισθηματικό αλφαβητάρι» της.
Η ποιητική έκφραση με διάφορες εικόνες, οι οποίες δεν είναι άλλο από ζωντανές μεταφορές, οδηγεί τον αναγνώστη σχεδόν πάντοτε στη φύση. Η «λύπη» παραδείγματος χάριν, ένα ανθρώπινο συναίσθημα και μια ποιητική personna στο ομώνυμο ποίημα, γίνεται «μοναχική ανεμώνη», και μέσα από τον διάλογο με τη φύση μεταβάλλεται, με την ευεργετική της επίδραση. «Ο ήλιος», με τη συμπαντική παρουσία του, επιδρά ευεργετικά σαν στοργικό χέρι, σαν αγκαλιά, και υποβάλλει τον αναγνώστη να την υπερβεί και να προχωρήσει σε κάθαρση της ψυχικής συντριβής.
Πρόκειται για ποίηση του εσωτερικού, του ψυχικού χώρου που θέλει να εξωτερικεύεται, μια εσωτερικότητα που (επι)κοινωνεί και μοιράζεται με τον άλλο. Και με δεδομένη την ηθική της διάσταση, θα λέγαμε ότι η ποίηση αυτή παρακινεί τον αναγνώστη σ’ ένα παράδοξο «ένδον σκάπτε»: στη μεταμορφωτική δύναμη μιας εξωστρεφούς ενδοσκόπησης που δίνει αισιοδοξία και χαρά στο παιδί, γιατί, όπως συμβαίνει και με τα υποκείμενα των ποιημάτων, έτσι και το παιδί-αναγνώστης μοιράζεται τα ίδια συναισθήματα με άλλα παιδιά.
Το «Συναισθηματικό αλφαβητάρι» ως φανέρωμα και έργο της Παιδικής Λογοτεχνίας θα μπορούσε να συμβάλει θετικά σε παιδιά-αναγνώστες ως υποστηρικτικό υλικό για την ψυχική υγεία, την έκφραση των συναισθημάτων, και την κατανόηση του εαυτού τους. Να αποτελέσει ένα βιβλίο θεραπείας ψυχικών παθών, ένα στήριγμα στις τρικυμίες της ψυχής, εφόσον η ποιητική ενέργεια που εκπέμπει μέσα από τα ολιγόστιχα, λιτά, αποφθεγματικά και γεμάτα ηθικό περιεχόμενο ποιήματά του κινείται στο υπαρξιακό υπόστρωμα της ανθρώπινης συνείδησης. Γίνεται πιο ενδιαφέρον μάλιστα, όταν επικεντρώνεται στις διαμορφούμενες παιδικές συνειδήσεις, στις οποίες και απευθύνεται η ποιήτρια.
Έτσι, στην παράδοση της Παιδαγωγικής και των Αλφαβηταρίων, και ειδικότερα των ποιητικών Αλφαβηταρίων, το βιβλίο θα μπορούσε να διαβαστεί αλληγορικά σε δύο επίπεδα : πρώτο, ως ο ανθρωπομορφισμός των γραμμάτων, δηλαδή των γραμμάτων με τις ανθρώπινες φωνές, όθεν κοινωνία γραμμάτων – κοινωνία ανθρώπων, και δεύτερο, ως το Αλφαβητάρι των συναισθημάτων, δηλαδή των θεμελιωδών ανθρώπινων συναισθημάτων σε ένα ποιητικό Λεξικό, με έμφαση σε εκείνα που από αρνητικά, με την επενέργεια του ποιητικού λόγου, γίνονται θετικά, και μεταμορφώνουν ευεργετικά τον άνθρωπο.

 

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ

 

Κ. ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη έχει το «προνόμιο» να είναι ψυχολόγος στο επάγγελμα, δηλαδή να έρχεται καθημερινά σε επαφή με τον εσωτερικό κόσμο του άλλου, τα άγχη και προβλήματά του, διαπροσωπικά, υπαρξιακά, αποδοχής και αναγνώρισης, με την ανθρώπινη αγωνία.
Αυτό είναι ένα προνόμιο-αυτή τη φορά χωρίς εισαγωγικά- για να εμβαθύνει κανείς στο ουσιώδες της ανθρώπινης ύπαρξης και της ζωής. Δεν εμβαθύνεις όμως από κάποια φιλοσοφική διάθεση ή από ιεραποστολική αγάπη ούτε θεωρητικά, αλλά εμβαθύνεις σε διάδραση των βιωμάτων και συναισθημάτων του άλλου και του εαυτού.
Αυτά τα βιώματα και τα άγχη περιορίζουν το λυρισμό και εξοστρακίζουν δόγματα και ιδεολογήματα κάθε είδους, προσγειώνουν την ποιήτρια πλέον Καϊτατζή-Χουλιούμη κσι την κάνουν να πατά γερά στα πόδια της. Όπως θα έλεγε και ο μεγάλος δάσκαλος της απλότητας, ο Γιάννης Σκαρίμπας, «με την χωμάτινη φωνή μου». με τέτοια φωνή απευθύνεται και η Καϊτατζή-Χουλιούμη. Αυτή η φωνή είναι που διαμορφώνει και τη μορφή και το περιεχόμενο της δουλειάς της.
Ούτε μια λέξη ανασυρμένη από μεσαιωνικά λεξικά, που η αντήχησή της θα δήλωνε τάχα μου ποιητικότητα. Ούτε μια λεκτική φιορετούρα που θα έκανε το φύκι να πουληθεί για μεταξωτή κορδέλα, ούτε ένα συντακτικό κατασκεύασμα που να δηλώνει τη στενότητα της γλώσσας στην έκφραση των δικών της νοημάτων. Καμιά διδαχή και κατήχηση του τι πρέπει και του τι δεν πρέπει.
Ένας άλλος μεγάλος δάσκαλος, ο Γιάννης Ρίτσος στο έργο του «Το καπνισμένο τσουκάλι» γράφει «Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε αδερφέ μου/ για να ξεχωρίσουμε από τον κόσμο/ εμείς γράφουμε για να σμίξουμε τον κόσμο».
Είναι βέβαιο ότι η Καίτατζή-Χουλιούμη δεν τραγουδά για να ξεχωρίσει από τον κόσμο, δεν τραγουδά όμως και για να τον σμίξει κάτω από μια ιδεολογία, από κάποιου είδους προστατευτική ομπρέλα σιγουριάς και ασφάλειας. Τραγουδά για την προσπάθειά μας ν’ αποδεχθούμε τη ζωή, την ανθρώπινη μοίρα μας, τη ζωή μας. το εφήμερο της ζωής μας, τη δίψα μας για ζωή, τις χαρές και τις πίκρες μας, τα ναυαγισμένα όνειρά μας, τις τσακισμένες φτερούγες μας.
Ο «Δρόμος», τι είναι τελικά η ζωή άλλο από ένα σύντομο διάβα και ποια η ουσία της; «Θέλω κλείνοντας ήρεμα τα μάτια / να σταθώ ανάλαφρα γαλήνια». Πιο απλά και πιο ανθρώπινα δεν μπορεί ν’ αποδοθεί η ζωή. Πόσο κοντά στη γνωστή ρήση «ματαιότης, ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότητς». Όχι όμως ως δύστηνη μοίρα, ως λάθρα βιώσας. Με όλες τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος στο άτομο, με όλη την ευθύνη του ατόμου προς το περιβάλλον. «Να κάνω αυτό που περιμένουν από μένα / Υπεύθυνα, δίκαια, σωστά».
Αλλά και «Θέλω να νιώσω το κάθε βήμα/ Το κάθε στραβοπάτημα και πισωγύρισμα», η αποδοχή της ζωής μας όλης, η ικανοποίηση αναγκών, η
ύπαρξη μέσα από το βίωμα, τη συγκίνηση και την εύρεση νοήματος, μας προετοιμάζουν για τον «άλλο δρόμο» του τέλους, του θανάτου.
Θα μπορούσα ν’ αναφερθώ σε πολλά από τα ποιήματα που μου έκανα πολύ θετική εντύπωση, αλλά δεν είναι αυτός ο στόχος του επίμετρου. Δεν μπορώ όμως να παραλείψω την αναφορά μου σε δυο ποιήματα. Στο «Μέγας Χαρισματικός», όπου διεμβολίζει τη μακαριότητά μας, στηλιτεύει τη δική μας ευθύνη «Τους ταπεινούς, μικρούς εραστές του» στην ανάδειξη κάποιου ως χαρισματικού, αφήνοντας ερωτηματικά για τους λόγους που κάποιος ωθείται να γίνει χαρισματικός ηγέτης, κάτι που είναι σίγουρο ότι Η Καϊτατζή-Χουλιούμη κατέχει πολύ καλά. Δεν της νοιάζει όμως αυτό, δεν προσπαθεί να συνειδητοποιήσει το χαρισματικό, αλλά να ταρακουνήσει όλους εμάς τους «υποτελείς του, τους άβουλους και πειθήνιους» και να μας βγάλει απ’ αυτή τη θέση.
Το δεύτερο ποίημα που αξίζει ιδιαίτερη αναφορά είναι το «Χωρίς μαντίλι».
Δεν πρόκειται για ρομαντική πεθυμιά. Λόγια μιας μεσήλικης που βλέπει τα νιάτα της να ξεμακραίνουν και τα αναπολεί με λαχτάρα. Δεν είναι ούτε η ξερή, από ανάγκη κριτική στο καινούργιο. Για την ποιήτρια το παλιό το εγκαταλειμμένο μορφοποιείται στο άρωμα της πασχαλιάς, στα ψυχοσάββατα, στο κεντητό μαντίλι, δηλαδή είναι οι ίδιες οι ρίζες μας οι πολιτισμικές, η συνέχειά τους. Κανένας κομπασμός γι’ αυτό που υπήρξε, καμιά κατάρα γι’ αυτό που έρχεται, απλά ένας προβληματισμός, μια αγωνία, ένα ερώτημα για τον καθένα μας, ‘Χωρίς μαντίλι τους νέους/ Πως να ευχηθούμε κατευόδιο;» για ν’ αναλάβουμε τις ευθύνες μας απέναντι στις επερχόμενες γενιές, ίσως απ’ τα καλύτερα ποιήματα αυτής της συλλογής.
Αυτή είναι η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη.

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑΚΟΥ

ΑΝΑΣΤΑΣΣΙΑ 2


Η Αναστασία Παρασκευουλάκου γεννήθηκε στο Άστρος Κυνουρίας της Αρκαδίας. Σπούδασε Αγγλική φιλολογία (Montclair State University, N. Jersey) και Συγκριτική Λογοτεχνία στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Ζει και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στην Αθήνα.
Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
Ο Ορφέας Ταξιδεύει, 1995
Εσώτερα, 2014
Λευκός Καμβάς, 2017

ΠΕΖΑ
Στηβ Ολιβερ, Συλλέκτης Ήχων, 2005

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Ο σκύλλος του Θεού, Νάνος Βαλαωρίτης, 1998

 

 

 

 

ΛΕΥΚΟΣ ΚΑΜΒΑΣ 2017

 

ΑΝΑΤΟΛΗ

Ανέτειλε ο ήλιος και σήμερα
να θρέψει τον παγετώνα.
Κρυσταλλωμένες σκέψεις
ανάμεσα σε κλαδιά.
Δέντρα,
γυμνές Μήδειες,
με θυμό και έπαρση.
Το φως θολώνει την όραση.
Πραγματικό και φανταστικό
εμπλέκονται στη θέρμη μιας αγάπης
Φως, ηλίανθος
στων λέξεων τη φθορά,
πώς να σε φέρω
πίσω στο καθημερινό
αγαπημένη,
να κοιταχτούμε
από έρωτα να σκιρτήσουμε;

 

 

ΛΕΥΚΟΣ KΑΜΒΑΣ

Παγερός χειμώνας το σαλόνι.
Ο καμβάς παραμένει λευκός.
Μόλις δυο εβδομάδων τα κυκλάμινα,
γλύτωσαν από την καταστροφή.
Ύλη βυθισμένη στο νερό,
στιγμή διαρκείας,
χωρίς ρίζες,
ανεξάρτητη από θλίψη
ενικού ή πληθυντικού αριθμού.
Όσες ώρες αγνοείσαι αγαπημένη,
κοιμάμαι σ’ αυτή τη γωνιά.
Έχω καταργήσει την καθημερινότητα,
είμαι μια πόλη με απρόσωπα κτίρια.
Απομακρύνω τα πουλιά μέσα μου,
φοβάμαι μη γίνω δέντρο
και χάσω από άνθρωπος.

 

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ

Καθηλωμένη μπροστά στον καμβά
με το λευκό να σε γδύνει,
τακτοποιείς το κραγιόν στο καθρεφτάκι.
Ακολουθεί η κάθοδος των σωμάτων,
τα φιλιά εκείνη την Άνοιξη
στο πάρκο με τους ερωδιούς.
Ακούς τα σκυλιά
πώς αλυχτούν στη γέφυρα
πάνω από το ποτάμι, ναι,
αυτός ο θρήνος φτάνει
μέχρι τη δική μας πόρτα.
Αναζητούν σαστισμένα
μια πατρίδα,
ένα χάδι.
Ποιος όμως
μπορεί να εγγυηθεί
την πολυτέλεια της αφής;

 

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ

Κάτι φιγούρες στα παράθυρα του τραίνου
με κατεβασμένα πρόσωπα,
παραδομένα στης νύχτας τις διαδρομές.
Τελευταίο δρομολόγιο.
Άνθρωποι βράχια.
Πόσο ν’ αντέξει κανείς
χωρίς αγάπη.
Απουσιάζεις και φλέγομαι.
Λησμόνησα όσα έμαθα
κι αναβλύζει μια γλύκα απ’ τον πόνο.
Καίγομαι από επιθυμίες.
Να σου ζεστάνω τα χέρια,
να φυσήξω στ’ αυτί ανάσες.
Η απουσία σου, έγκαυμα.
Όσο περνάει η ώρα,
γίνομαι ξένος
στο δικό μας σπίτι,
μια τελεία
στο δέρμα σου.

 

 

ΤΟΠΙΟ

Υπάρχουν θάνατοι και θάνατοι.
Πώς να υποψιαστείς αλήθειες,
να χτίσεις νοήματα
ενώ θα μπορούσα
να σου χαϊδεύω τα μαλλιά.
Δέσμιος στην πολυθρόνα
με μια κουβέρτα ριγμένη στα πόδια,
δεν αναγνωρίζω εαυτόν,
αρνούμαι να ωριμάσω,
Θόρυβος στην πόρτα.
Αναδύεται η μορφή σου.
Το αγιόκλημα
απλώνεται στους τοίχους.
Μια λευκή απουσία
τρυπάει το κουκούλι,
ορδές οι μεταξοσκώληκες.
Όσο σκοτάδι κι αν πιω,
δεν μεθώ να σε ξεχάσω.

 

 

ΒΡΑΧΙΑ

Αντικρίζω τη θάλασσα,
εσένα,
και συ, ξεμακραίνει.
Γύρε, ν’ ακουμπήσεις πάνω μου.
Οι πινελιές του λευκού
εγκαταλείπουν το σπίτι
καθώς η μοναξιά
αγγίζει την τελειότητα.
Χλωμό λουλούδι,
στην άκρη του δρόμου,
ποθώ να σε μυρίσω.
Παραμένω όμως δέντρο
πάνω σε βράχια,
πέρα απ’ την αντάρα των κυμάτων
κατά την εκβολή,
όπου χάνονται τα σύνορα.
Λεπτομέρεια από ρίζα ανάμνησης.
Υπήρξαμε κάποτε
από αγάπη.

 

 

ΣΙΩΠΕΣ

Πάνω στον λευκό καμβά
το κενό μοιάζει με τοίχο.
Στο επόμενο λεπτό με λιβάδι.
Πνίγομαι από στάχυα και σπαθάκια
Αλλά πώς μπορώ να είμαι
σίγουρος για το λευκό κενό.
Ντρέπομαι
επειδή είμαι άνθρωπος.
Ύστερα, μετρώ σιωπές,
πόσες σιωπές
συμπληρώνουν
την επιστροφή σου.
Μέσα στο λευκό κενό,
βλέπω στίχους
να φυτρώνουν στο κορμί σου,
λέξεις
από δική σου σάρκα.

 

 

ΕΣΩΤΕΡΑ 2014

 

Κίτρινο το γιασεμί στη φωτογραφία,
και μ’ ένα κορμί ξερολιθιά,
χαράζω χρόνους απόρθητους,
υπάρχω σα σκέψη.

Το σπίτι με κοιτάζει σαν ξένος,
τις αγωνίες μου δε συμπάθησε ποτέ.
Είναι αδύνατον να ζήσω στους δρόμους,
γι’ αυτό προσεύχομαι
να γλιτώσω από τα υπάρχοντα.

*

Στης νύχτας την ατέλεια
συμπλέει μια ανάμνηση
όταν παιδί φοβόμουν
τα σκοτάδια και φώναζα:
μητέρα, γιατί αργεί ο ήλιος.

*

Σέρνω τ’ αλέτρι
για ένα κομμάτι προσευχή,
ραντίζω το χώμα με ένα δάκρυ.
Δεν πρόκειται για έργο τέχνης
αλλά για μια υποψία από όνειρο.

*

Ουρανέ, δώσε πνοή στα όνειρα
κι ας μην υπάρχω,
προτιμώ την ανυπαρξία
στης πόλης το νεφέλωμα.

*

Πάσχω από όνειρα,
κουλουριάζομαι στο χρόνο,
εκεί που λέω γέρασα,
ένα γιασεμί ανθίζει
από το μικρό δάχτυλο.

*

Έχω μείνει πίσω λένε οι φίλοι.
Από τότε δεν ξαναβγήκα περίπατο,
φοβάμαι για το παρόν,
παρακολουθώ τα πάντα απ’ το παράθυρο.

*

Με το φως ανοιχτό και ένα βιβλίο,
αναπνέω τη ζωή αγνώστων
για να περάσει η νύχτα.
Το πρωί δε θυμάμαι τίποτα,
με σκεπάζει η σκιά της γλώσσας.

*

Εξετάζω τα όνειρα
κάτω από το φως της λάμπας
ψάχνω για ρωγμές
να κρυφτώ στις πέτρες

*

Ανοίγω φτερά σε ήλιο και ουρανό,
απορώ για όλα, τι συμβαίνει
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα,
σήμερα το απόγευμα,
παραμονή της Παναγίας.

*

κόβει τα νερά, αγριεύει.
Θάβω τις σκέψεις
με τη γάζα της θάλασσας-
δεν επιτρέπονται συγκινήσεις.

*

Τα όνειρα συνεπαίρνουν
πόλεις κι αλήθειες.
Δεν υπάρχω.
Απομίμηση ώρας,
ζω να τους αιώνες.

*

Κι αν βγω στους δρόμους
ποια πόλη, ποιοι άνθρωποι.
Τα τείχη είμαστε εμείς,
άνθρωποι με πέτρινο βλέμμα.
Εμμένω σε απορίες,
σύννεφο ελάχιστων τετραγωνικών.

*

Ένα σημάδι αγωνίας στο μέτωπο,
δεν με αφήνει σε ησυχία.
Κλείνω το φως τα βράδια
υπάρχω στο σκοτάδι,
σημάδι νοτισμένο από έρωτα.

*

Αγαπημένε,
σέρνεις τον έρωτα
λάφυρο στην ανέραστη πόλη.
Αποκοιμιέσαι στο αύριο,
αν είναι αλήθεια αύριο.

*

Ο έρωτας σαύρα στο λιοπύρι
κόβει δρόμο μέσα από το βλέμμα σου.
Εκεί μέσα αστράφτει το γκρίζο
μιας θλίψης και ανεβαίνει
ψηλά στον ουρανό.

*

Τη στιγμή που ερωτεύομαι,
διασχίζω την πύλη του παραδείσου.
Ο ταύρος άθικτος στο κόκκινο περιδέραιο
καθώς ο ταυρομάχος απομακρύνει τα όρνεα.

*

Αμμόλοφοι
στην άκρη του ουρανού,
στρατιές από μυρμήγκια.
Ένα κίτρινο γυροφέρνει
το διάσελο του κορμιού σου
μέχρι να βουλιάξει ο ήλιος.

*

Με το πρώτο χτύπημα
της καμπάνας, ταξιδεύουν
άγγελοι και δαίμονες στη γύμνια σου,
χτίζεται το σύμπαν.

*

Ο χρόνος κύλησε ανάμεσα
σε ουρανό και γη.
Δεν ξέρω πλέον
με πόσο παρελθόν
να αραιώσω το κρασί μου.

*

Είμαι ένα ποίημα εν διαστάσει,
με τη μια όψη στραμμένη στη φύση.
Η άλλη μισή σέρνει τη γλώσσα
στης πόλης τα στενά,
απλώνει πλοκάμια
να πνίξει τους προδότες.

 

 

Ο ΟΡΦΕΑΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ 1995 

 

Ι

Την ώρα που κοιμάσαι
σηκώνεις το χέρι
δείχνεις το χαμόγελο στον ουρανό
το φως στον ορίζοντα. 

*

Τα σύννεφα πλησιάζουν στα μάτια σου
που φυλάνε οι εποχές
μόνο που φοβούνται να κοιτάξουν.
Τα δέντρα κοιμούνται στο σώμα σου
που φυλάνε οι άγγελοι.

*

Ο άγγελος ο ήλιος είναι εδώ
Ηλιόσπορε ξύπνα
Αδελφέ κοιμήσου
Εραστή πάρε την ματιά σου απ’ την πλώρη

*

Ακόμα και οι άγγελοι αφήνουν πίσω τη μνήμη
ακόμα και όταν ο δικός τους χρόνος είναι μνήμη
Εσύ κρεμασμένος απ’ τα πέπλα τους
διασχίζεις την ουράνια σκόνη
διαγράφεις το χρόνο της μνήμης
με μια πινελιά απ’ τη γη μέχρι τον ουρανό
Μόνο που οι άγγελοι δεν θυμούνται
ακόμα και όταν ο δικός τους χρόνος είναι μνήμη 

*

Αναπαύσου.
Σε συνάντησα στο ταξίδι.
Η μακρόστενη είσοδος
του αεροπλάνου έκοβε
το φως στα δύο.
Βαλίτσες.
Απέναντί σου στη σκιά εγώ.
Εσύ με μια ανδρική παρέα στον
Ήσουν νεώτερος.
Δεν σε ήξερα για αδελφό μου.

*

Πλησιάζεις το ανεπιθύμητο
μ’ ένα σώμα όπως ο ξεροπόταμος:
κόκκαλα μ’ ελάχιστη σάρκα,
πέτρες, χαλίκια κρατημένα στην άμμο.
Εσύ κρατημένος απ’ τον πόνο
που όλο και σύρεται στην τροχιά
του ανεπιθύμητου στον πλανήτη του θανάτου.

 

ΙΙ

ΛΥΠΗ: Το ποτάμι που πλημμυρίζει κάθε Άνοιξη. 

 

Περνάς απ’ τον καθρέφτη
σιωπηλός
πέτρα που δεν κουνιέται απ’ τη θέση της.

*

Το πορτραίτο ομολογούσε:
λαιμός τεντωμένος σαν κορμός δέντρου,
προφίλ που κάλυπτε την αλλαγή της ώρας,
γύμνια που συναντούσε την υγρασία του λιμανιού.
Είναι το χέρι που προβάλλει
σ’ όλη τη διάρκεια της μέρας.

*

Θαυμάζω τ’ αστραφτερά σου μάτια
βλέπω μέσα απ’ τη σκιά τους
και ξαπλώνω στα φτερά της θάλασσας. 

*

Το κορμί δεν σου ανήκει πια.
Μιλάει διαφορετική γλώσσα
και σε προδίδει.
Μικραίνει και προειδοποιεί
αλλά αρνείται να εκφραστεί.
Ένα μικρό βήμα συμπίπτει με
μια συλλαβή μόνο, με μια ανάσα,
με το φρρ του περιστεριού
και την κίνηση των ματιών σου
που δεν αντιστέκονται στην προδοσία
του κορμιού — σε ξεπέρασε
όπως έναν έρωτα χωρίς εξήγηση
για να καταλάβεις την έννοια
της αυστηρής απουσίας. 

*

θλιμμένη τίγρη που περπατάει ώρες και μέρες
η προπέλα του έρωτα διαμελίζει το κορμί μου
στον κόσμο των αφρών.

Ξημερώνει, βραδιάζει και ο Ορφέας ταξιδεύει.

*

Όταν δεν είσαι ο εαυτός σου
είσαι η βροχή
που χτυπάει στα μάτια.

*

Η νύχτα σε φέρνει μέσα απ’ τα σκοτάδια
και παύει να ‘ναι νύχτα.

Η μέλισσα σου μιλάει με το μισό κορμί
στο μέλι και το άλλο μισό στον ουρανό.

Εσύ γέρνεις μια κατά την μέλισσα
και μια κατά τη νύχτα.

Πού είναι η γραμμή
εκείνη πάνω απ’ τα χείλια σου; 

*

Το απόγευμα
παρουσιάζεται η χρυσόμαυρη πεταλούδα.

Φτερουγίζει σε κύκλους μπροστά
στ’ αφοσιωμένο βλέμμα
της κοιλάδας των ματιών του.

Ζαλισμένη απομακρύνεται για τη θάλασσα.

Οδηγεί την κοιλάδα των ματιών του μαζί
μέσα απ’ το χρυσό μονοπάτι.

 

III

Ταχυδρομώ εξπρές τη ζωή ενός μήνα
στο χτήμα με τα λιόδεντρα.
Το γραμματόσημο δηλώνει επίσημη πραγματικότητα:
πύραυλος που σπρώχνει τη μελαγχολία στο διάστημα.
Στην κορνίζα του καθρέφτη είναι χωμένο το γράμμα.
Γέρνουν τα δυο πρόσωπα να το διαβάσουν.
Τα χείλια ανοιγοκλείνουν:
«Σας φιλώ με αγάπη.»

*

Την ημέρα οι γόνδολες κοιτάζουν τον ουρανό.
Το βράδυ φιλοξενούν τις μυρωδάτες κοιλιές κοριτσιών
που μοιράζουν ρόδα στους αγγέλους των μπαλκονιών.

*

Ανοίγουν τα παράθυρα
κι’ ο έρωτας πετάγεται
μαζί με τα πουλιά.

Στους δρόμους τα πρόσωπα
παραμένουν αφύλαχτα
με μάτια σαν ανοιχτά παράθυρα
περιμένοντας την επιστροφή του έρωτα. 

*

Μέχρι που να ‘ρθει ο χειμώνας
περιμένω μπρος στα σκαλιά της εκκλησίας
όχι για να προσευχηθώ αλλά
για να φανερώσω μια σιωπή
στους αγίους με τ’ αυστηρά πρόσωπα. 

*

Είναι ο καιρός θάλασσα
και τα φτερά της νύχτας μοναξιά.
Κλείνω τα παντζούρια με μανία
φέρνοντας την παλάμη δίπλα στην άλλη
για να προσευχηθώ στον ίσκιο της νύχτας. 

*

Μια ένταση κόκκινη
σαν ερωτικό αδιέξοδο
χορδή της ύπαρξης και μόνο
δίπλα στα μάτια με τις ακτινωτές ρυτίδες.
0 έρωτας μαζί του χρώμα
που δεν μοιάζει με τις παπαρούνες.
Το παίρνουν τα ποτάμια και το φυλάνε
σε σπήλαια ιερά που αντέχουν
περισσότερο απ’ την ερωτευμένη καρδιά.
Τα ποτάμια δεν την ξεχνούν.
Ασταμάτητα τη διασχίζουν
με ρεύματα φερμένα από μακριά.

*

Ύστερα μάθαμε απ’ την εμπειρία τους
ότι παρακολουθήσανε μονόπρακτο
παιγμένο στο φόντο
μακρόσυρτων σκιών που
όλοι είχανε καρφιτσώσει στο πέτο.

*

Μίλα με τα πουλιά όχι με τους ανθρώπους
Μίλα με τις καλοκαιρινές φωτιές όχι με τα ποτάμια
Μίλα με τους άφαντους ποιητές όχι με τους ηθοποιούς
Που παίζουνε Σοφοκλή, Αισχύλο, Ευριπίδη.

Μίλα με τον Τειρεσία όχι με την ξέμυαλη γειτόνισσα
Μίλα με τον αγέννητο έρωτα όχι με τον εραστή
Μίλα με την αμαρτωλή στιγμή όχι με τους εραστές
Μίλα με το καράβι όχι με τον πόθο του ταξιδιού
Μίλα με τις τολμηρές γυναίκες όχι με τις γοργόνες
Που λατρεύουνε τα κορμιά τους στην μπλε κόλαση

Μίλα με τις γυναίκες που υφαίνουνε σαν να τις έχουνε
Καταραστεί οι άντρες τους όχι με τις αναμνήσεις.

Μίλα με το στόμα στ’ άλλο στόμα.

Σύχασε

Σου μιλάω

 

 

ΣΤΗΒ ΟΛΙΒΕΡ, ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΗΧΩΝ 2005

ΣΠΟΝΔΥΛΩΤΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

 

ΟΝΕΙΡΑ, ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΤΙΡΙΑ

ΠΙΑΝΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ να ξαφνιάζεται με ασήμαντα πράγματα στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο. Τα νερά στο δικό μου ποτάμι ταράζονται.
Τα απομεινάρια της ημέρας γλιστρούν στη νύχτα.
Οι ελάχιστοι φίλοι με κοιτάζουν απορημένοι: «Στηβ, η δουλειά σου διαθέτει μεθοδικότητα και σενάριο. Ξέρεις πόσο σε ζηλεύουμε. Τι σε πιάνει και
ξαφνιάζεσαι τόσο εύκολα;» Αποφεύγω ν’ απαντήσω. Ξέρω ότι δεν υπάρχει
απάντηση.
(Χτυπά το τηλέφωνο.)
— Παρακαλώ.
— Ο κύριος Όλιβερ;
— Ο ίδιος. Ποιος στο τηλέφωνο, παρακαλώ;
— Είμαστε απ’ την εταιρία. Είναι επείγον!
— Ναι, σας ακούιυ, τι τρέχει;
— Συλλάβαμε μερικούς σπάνιους ήχους και πρέπει να γίνει διάγνωση.
— Τι ώρα τους συναντήσατε;
— Λίγο πριν το σούρουπο.
— Ασφαλίστε τους και θα κάνω τη διάγνωση νωρίς αύριο το πρωί.
— Εντάξει, θα τους ασφαλίσουμε στ’ ονειροκιβώτιο. Δεν θα τους πειράξει κουνούπι. Ευχαριστούμε κύριε Όλιβερ, καλές γιορτές!
— Επίσης, καλό βράδυ!
Αν συνδέσω καλύτερα τους άξονες της περιγραφής θα ξεγελάσω την προσωρινή ανία κάτω απ’ το τεράστιο φθινοπωρινό δένδρο, πάντοτε μέσα στην πόλη.
Η εταιρία στην οποία εργάζομαι διαθέτει σπουδαίο αρχείο. Σκοπεύει να ιδρύσει μουσείο ήχων, παρόμοιο με πεδίο μάχης. Οι επισκέπτες θα φοράνε
ειδικές στολές προς αποφυγή τραυματισμών.
Ας μην ξεχνάμε ότι τα βίαια ακούσματα προκαλούν ψυχικό κλονισμό. Λυπάμαι, λιγοστεύει ο χρόνος και δεν προλαβαίνω να σας εξηγήσω περισσότερα. Τι κρίμα! Με πνίγουν ανούσιες λεπτομέρειες. Αδύνατον να ξεφύγω. Καταδικασμένο έντομο της πόλης, φτερουγίζω στα ουράνια κτίρια.

 

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ

 

1.ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Τι κρίμα κυρία Κίρκη! Χάνω την ευκαιρία να μεταμορφωθώ. Ουφ, ξέμπλεξα με το μυστηριώδες άγνωστο. Ζήτω το προβλέψιμο! Και το κατακάθι των φόβων; Ξεχνάς ότι τους καταπολεμάς με την τεχνολογία! Διαθέτω μέτρια χρήση γλώσσας, άριστη τεχνολογία στη δουλειά και στο σπίτι. Αδιαφορεί με ευγενικό χαμόγελο για το εάν πρόκειται να χαθούν οι ισορροπίες. Κατάφερα επιτέλους να διασχίσω έναν ολόκληρο αιώνα, μάρτυράς μου η χιονόλευκη γενειάδα. Επιβιώνει) στήθος με στήθος ανάμεσα σε χιλιάδες λέξεις. Πραματευτής στο θεοπάλαβο τσίρκο των θνητών, κουβαλώ φανταστικές ιστορίες στην πλάτη.
Από πόλη σε πόλη, σφάλμα και αμαρτία τείνουν προς εξαφάνιση. Ξυπνάμε απ’ τη νάρκη στ’ όνομα του χρήματος, της ηδονής. «Σημασία έχει ότι αντιδρούμε», σκέφτηκα. «Αντέχεται η ηδονή χωρίς αμαρτία;», ρώτησε ο απέναντι ουρανοξύστης. Έβγαλα ψύχραιμα τα γυαλιά ηλίου, υψώνοντας το βλέμμα. Η φωνή της ύλης συνέχισε: «Μήπως η ηδονή φλέγεται από ανία, ενώνεται αρχικά με την ύλη, ύστερα συγκρούεται, εξουδετερώνεται στ’ όνειρο;»
Το προπατορικό αμάρτημα ξεπλύθηκε στο χρηματιστήριο. Από έννοια
εξελίχθηκε σε ύλη. Έκρουσε σήμα κινδύνου. Ο κίνδυνος χτύπησε και την
πόρτα της Λογοτεχνίας. Εκρηκτική, ευάλωτη, αισθαντική η αφεντιά της,
εγκατέλειψε τον επισκέπτη, τον όποιο κίνδυνο, το ίδιο απόγευμα. Βρόντηξε
την πόρτα, κατεβαίνοντας με πείσμα τις σκάλες. Το ίδιο απόγευμα, την είδα
πάνω στη σχεδία, να μετατρέπεται σε Οδυσσέα, χωρίς Ιθάκη, να νοιώθει εξόριστη στην αμαρτία της, επειδή όλα είναι ύλη.
Προτείνω λοιπόν να παγώσετε το χρόνο με αμήχανο μειδίαμα. Μάρτυρες της μεγάλης εξόδου της Γραφής, διατηρήστε τις απορίες. Σε στιγμές υψηλού κινδύνου, προέχει η κατανόηση. 

 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ-ΔΕΝΔΡΟ

ΟΙ ΠΡΟΒΟΛΕΙΣ ME ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΓΟΝΑΤΙΣΜΕΝΟ μπροστά σε δύο γάμπες. Η θέα εξαντλήθηκε σ’ ένα ζευγάρι γυαλιστερά, ψηλοτάκουνα πέδιλα κι ένα λουράκι δέσμευε τους λεπτούς αστράγαλους.
— Οου, συγγνώμη. τσίριξε το θηλυκό, για την ακρίβεια το κορίτσι του Θόροου.
(Πετάχτηκα σα να με χτύπησε κεραυνός.)
— Παρακαλώ, περάστε.
— Αου, δεν πειράζει.
(Σκύβει, ακριβώς όταν τελειώνει την πρόταση και ισιώνει την κάλτσα στο
δεξί πόδι. Σηκώνει τη φούστα. Η δαντέλα ανεβαίνει περήφανα. Εκεί, στηριζόταν η ζωή μιας ζαρτιέρας. Συνέχισε με τ’ άλλο πόδι.)
— Μπορείτε σας παρακαλώ να με βοηθήσετε; Φοβάμαι μη τη σκίσω. Να,
δείτε τα νύχια μου. Αρνούμαι να σκύψω για δεύτερη φορά. Παραδίνομαι.
Μακάρι η μεγαλοψυχία σας να μας σώσει όλους εδώ μέσα. Ίσως τότε επιστρέφουμε στην επίγεια ζωή. Ίσιος τότε ξαναδούμε το φως του ήλιου, ίσως ξαναζήσουμε έρωτες.
— Ορίστε, να σας βοηθήσω, είπατε; Χμ…
(Πριν από μερικά χρόνια, ένα κοπάδι με ηλιοτρόπια έγερνε το κεφάλι του
στο δειλινό. Επιστρέφαμε απ’ το αγρόκτημα, όταν εσύ αδελφέ κατέβαινες στ’
άδυτα. Τι γυρεύω εδώ κάτω μου εξηγείς; Τι μ’ έπιασε και χρησιμοποιώ την
απουσία σου μπροστά σε μία ωραία γυναίκα. Ντροπή μου! Γούρλωσα τα μάτια και συγκεντρώθηκα. Η γυναίκα έτεινε το πόδι. Τα χέρια μου, άγκυρες ριγμένες στη δαντελωτή φούστα.)
— Να, φοβάμαι μήπως…
Το κλαρινέτο σκόρπιζε τις σκιές. Διάβαζα τα σαρκώδη χείλη της. Απαιτητικό κείμενο. Κατέβασα το πηγούνι αργά. Σχεδόν νωχελικά. Δέχτηκα την παράκληση και ξαναγονάτισα. Η κόλαση ή ο παράδεισος μετρήθηκαν με δύο κινήσεις: πρώτα τράβηξα κι ύστερα στερέωσα τη δύναμη των χεριών στη σούστα.
— «Ελάτε, συμπαθητικέ κύριε. (βιαστείτε». είπε με νάζι η καλλονή. «Τι θα
λέγατε για ένα ποτό; Χρωστάω κέρασμα. Αποκλείεται να ξεφύγετε. Είμαστε
αιχμάλωτοι».
Ζέσταινα το προφίλ στα γόνατα της τραγουδίστριας. Αφουγκραζόμουν
την ιστορία όπως έκανα μικρός με τα δέντρα. Κουλουριασμένος πάνω στη
γυναίκα-δέντρο έμοιαζα με ωραιότατο θύμα. Όφις στο καλοκαίρι του κορμιού της.
«Αχ. μη γελάτε άλλο σας παρακαλώ Θα τσακιστώ αγαπητέ μου. Θα πέσω
πάνω σας… αχ!»

 

ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ

 

1.Ο ΕΝΟΙΚΟΣ

Ο χρόνος κατοικούσε στους πνεύμονες. Ζούσε στη δική του καμπούρας
τυφλός στον ανεμοστρόβιλο των λεπτών. Τα γεγονότα, ληγμένο εισιτήριο.
Σπανίως του κρατώ κλειστή την πόρτα. Εμπρός χρόνε, γίνε ματιά, δαγκωματιά στο στήθος του ερωτευμένου, λειψό μαγιάτικο φεγγάρι, απορία στους σπόνδυλους της Γραφής.
Πόσο χρόνο καταναλώνει η Γραφή εν αγνοία μας; Πως ελίσσεται στα κενά; Εδώ, αγαπητοί μου φίλοι, χρειάζομαι τη βοήθειά σας. Η Γραφή δανείζεται απ’ τον προσωπικό μας χρόνο, αναδιπλώνεται, γλιστρά στο στομάχι. Δεν κάνει διακρίσεις. Κολυμπά στις αρτηρίες, αρχαίο ψάρι, υπηρέτης του Ομήρου.
Περνούν, λοιπόν, τα χρόνια κι ο χρόνος των λέξεων ταξιδεύει στον πατέρα χρόνο. Ατενίζει τους αναγνώστες, αναπαύεται στα βλέμματα, δύει στην ψυχή. Συρρικνώνεται στο τοπίο, κυρίως όταν τον διαπερνά, τον διακόπτει το τρένο της μνήμης.
Ταράζεται ο χρόνος των λέξεων. Αποβιβάζεται η Γραφή. Στο κενό αυτό
ποντάρει η ειρωνεία. Καλείται ο ρόλος των συγγραφέων. Τυφλωμένοι από
κατάχρηση χάνουν τα χνάρια της. Χαριτολογούν, χτυπιούνται σα χταπόδια.
Σε ποιον Τειρεσία θ’ αποταθούν;
Ένα μεταλλικό κουτί στο παγκάκι, μου άναψε την περιέργεια. Χαμήλωσε το αληθινό πτηνό, έσκυψε να φλερτάρει τα πουλιά στην εικόνα. Άνοιξη, το κάρο σταματημένο έξω απ’ την αγροικία. «Τιτ-τατ» το πουλάκι, με λίγο πορτοκαλί στο λαιμό. Πάλι το γνωστό «τιτ-τατ». Ξεροκάταπια. Λύγισα στην ιδέα ότι μπορεί να είχε μεταμορφωθεί ο τρομερός —πως τον λέγανε— απ’ το Χάρλεμ Μπαρ. Με τα χέρια γροθιά στις τσέπες, βρήκα καταφύγιο σε μέρος σκιερό.
Υπάρχουν ειρωνείες κι ειρωνείες. Τίποτε όμως δεν είναι δεδομένο και,
για να περνάμε καλά, συμβιώνουμε με τις πιο αιχμηρές. 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΕΞΑΡΧΟΥ

1-Καλλιοπη

Η Καλλιόπη Εξάρχου γεννήθηκε στη Δράμα όπου και μεγάλωσε και σπούδασε γαλλική φιλολογία στο ΑΠΘ. Είναι Αναπληρώτρια καθηγήτρια θεατρολογίας στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ. Έχει εκδώσει επιστημονικές μελέτες για το θέατρο, θεατρικά έργα και ποιητικές συλλογές.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΕΡΓΑ
Εικόνες φωτός και σκότους στο θέατρο του Αρραμπάλ, 1995.
Histoire du theatre: la passion au feminin, 2008.
Δημήτρης Δημητριάδης: Το θέατρο του ανθρωπισμού  2016

ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ
Όταν πέφτουν οι μάσκες, 2002.
Ονομάζομαι… Γυναίκα, 2005.

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ
Μικρές ιστορίες μεγάλων εξομολογήσεων, 2006.
Περί Ιδεών, 2006.
Περιπλανώμενος Λόγος, 2009.
Βιβλιάριο Καταθέσεων, 2012.
Μάχιμα Χείλη (2014)

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Extra Large, 2011.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ
Φερνάντο Αρραμπάλ, Ο Αρχιτέκτονας και ο Αυτοκράτορας της
Ασσυρίας, 1997.

 

 

Μάχιμα χείλη (2014)

 

ΚΡΥΠΤΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Τις κρύπτιες στιγμές
να τις φυλάτε σαν τα μάτια σας
Μην τις αφήνετε λιμοκτονούν
στη μοναξιά τους
Αν δεν μπορείτε
φορτώστε τες στους Ποιητές
Διαθέτουν ίριδες
ανεξάντλητων μεταφορών
για να μην ξεστρατίζουν οι ανάσες

 

 

ΩΡΑΙΑ ΩΣ ΕΡΗΜΟΣ

Τι δουλειά έχω εγώ
με τους αρματωμένους;
Ούτε τα όπλα τους θέλω
ούτε το κακό τους
Με βαραίνουν
και δεν αντέχω

Ανυπόφορα φορτία

Και γέρνω
γερνώ
Εγείρομαι
ξημερώματα
στις όχθες
της εκλαμπρότατης αυγής
μέχρι
να νυχτώσει και πάλι
μοναξιά
ως Έρημος

Ανυπεράσπιστη
Ανεπίστρεπτη
Ωραία
ως θάνατος

 

 

ΣΗΜΑΔΕΥΕ

Να χαρείς
άκουσέ με
και μην απελπίζεσαι

Αν λιγοστέψει η ανάσα σου
πάρε μολύβι και χαρτί

Αν σε εγκαταλείψει
η λαλιά σου
σκάψε στα βράγχια των ψιθύρων

Αν σε προδώσει κι η σιωπή
σημάδευσε κατευθείαν
στο μεδούλι
και αποκοιμήσου

 

 

«ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΦΑΡΔΗΤΑ»

Έρχεται μια μέρα
που η περιβολή μας
φαντάζει στενή

Δεν μιλάει τη γλώσσα των θεών
δεν χωράει στους επαίνους

Τότε κι εμείς
επιστρατεύουμε τα «μεγάλα φάρδητα»
των αιρετικών
λιτανεύουμε τα όνειρα
της ανυπόδητης ζωής
και ψηλαφούμε τον κόσμο
με ένα χέρι
και μισό φιλί

Ακρωτηριασμένα τέκνα
αγνώστου πατρός
και παράφορης μητρός

 

 

ΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΙΝΕΤΙΚΟΣ

Τα απόμακρα λόγια
φοβού
που σ’ εξορίζουν
από τη γλώσσα σου

Μη ζηλέψεις
τα χέρια
τα υπερφίαλα

Μη συγκατανεύσεις
στους ήχους
των αλώσεων

Αφού γεννήθηκες
για να διακορεύεις
τα σύνορα
μεταξύ ζωής
και ονείρου

Πιάσε λοιπόν
το νήμα από εκεί
και βολέψου
στην κατάρα
κι ευλογία
του άμαχου πληθυσμού

 

 

ΕΠΙΔΟΣΗ

Τη ζωή σου
σού επιδίδω

Ανακεφαλαίωσέ την
εξ απαλών ονύχων
μήπως και καταλάβεις
πώς
πού
πότε
βολεύτηκαν οι πληγές

Σήκωσέ την
από το κρεβάτι
να κάνει μια βόλτα
να ξεμουδιάσει την ασφάλεια
να δει νέους πόθους
να εκπλαγεί
να φοβηθεί
να συντριβεί

Αν αντέξεις
θα συμπεριληφθείς
στους νικητές
Αν όχι
καλά να ‘ναι
οι ηττημένοι

Κρατούν
κράτος εν κράτει
ασάλευτο
τον κόσμο

 

ΑΝΤΙΦΡΟΝΟΥΝΤΑ ΣΤΟΜΑΤΑ

Κι έτσι όπως τα κύματα
παραδέρνουν
τις φωνές μας

Κι έτσι όπως
στους φορτωμένους ουρανούς
τραυλίζουν τα οράματά μας

αλίμονο

έτσι
κυρτώνουνε
τα βλέμματα
τα εκρηκτικά
τα στόματα
τα αντιφρονούντα

Δίκιο έχουν
τελικά
οι ελεγκτές των εναέριων ελπίδων

Τίποτε δεν πετάει
ελεύθερα
χωρίς Τους

 

 

ΑΠΑΛΕΙΨΕΙΣ

Πειράζει
να ελαφρύνω
τα λεξικά
από μερικά εμπόδια;
Να μην σκοντάφτω
στο «αδύνατον»
να μη με πληγώνει
το «αποκλείεται»;
Είναι που θέλω
να φαρδύνουν
οι αρτηρίες μου
να χωρούν
τρεχάμενο χυμό

 

 

ΟΔΙΚΟΙ ΧΑΡΤΕΣ

Ωραία κουβέντα
που κάναμε χθες
Τα είχε όλα
Καθαρότητα πνεύματος
Φωνή που ακουγόταν όσο έπρεπε
Χέρια διαχυτικά
κάτω από σχεδόν πανσέληνο
Βλέμματα αλληλέγγυα
Μιλούσες για την ευτυχία
και αφύπνιζες μνήμες
περασμένες
ξεχασμένες
Ιδού -σκέφτηκα-
τα μέγιστα καταχωνιάστηκαν
μας έφαγαν τα δύσκολα

Τελικά
με κείνα και με τ’ άλλα
κατάφερες σε λίγη ώρα
να με περιέχεις
να σε περιέχω
να περιέχουμε τον Κόσμο όλο
Παρόμοιες κουβέντες
γίνονται οδικοί χάρτες για τον βίο
όταν αποξεχνιόμαστε
σε αχάριστους βηματισμούς

 

 

ΜΟΙΡΑΣΙΑ

Όταν δεν με πιάνει ο ύπνος
παίρνω το μαχαίρι
κι αρχίζω τη μοιρασιά

Αυτό για το τώρα
αυτό για το μετά

Μένει πάντα ανέστιο
το ακριβό υπόλοιπο
εύθραυστο
σχεδόν αερικό
σαν εγκώμιο

Διαπιστώνω και ησυχάζω

Άπατρις γαρ ο Έρωτας
Μια εκκρεμότητα
ανάμεσα σε στύσεις ανεξόφλητες

 

 

ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Με τάραξες και σήμερα
σώμα φυλλοβόλο
με τις αμφιθυμίες σου
Θα αποφασίσεις
επιτέλους
τι είσαι;
Σοφό ή έφηβο;
Τι διαλέγεις;
Τη γεύση ή τη γνώση;
Καλό το ψήλωμα του νου
αλλά τι θα απαντήσεις
στις προσδοκίες της όρεξης;
Καλό και το ταξίδι
αλλά για πότε η άφιξη;
Αυτά και άλλα πολλά
με τάραξαν σήμερα
-ημέρα μοιραία-
και απόκριση δεν έχω
Σιωπάς με λύπη που υφέρπει
και σε συμπονώ
Κάποτε νόμιζες
αθάνατο τον χρόνο
κι έπαιζες με τις εποχές
Δεν σε ένοιαζε να χάνεις τα φύλλα σου
Έβγαζες καινούρια την άνοιξη
-κάθε άνοιξη-
Τώρα που έμαθες
κινδυνεύεις να μείνεις γυμνό
σαν τους χειμώνες

 

 

ΡΥΤΙΔΕΣ

Πολύ σας συλλογιέμαι
έτσι
καθώς με διατρέχετε
απ’ άκρη σ’ άκρη

Σκέφτομαι τις χαράδρες σας
ανορθόδοξες κοιλότητες
ακοίμητης ζωής
και με παίρνουν τα κλάματα

Κι όμως
αφήνετε
πάντα χώρο
για μερίδια ανθέων

Γι’ αυτό και εγώ
πολύ σας συλλογιέμαι
έτσι καθώς με ανασταίνετε
απ’ άκρη σ’ άκρη
με τη μέθοδο του αιφνιδιασμού

 

 

ΠΕΝΗΣ

Όταν μετράτε
τους πληθυσμούς της γης
μη με υπολογίζετε
Δεν ανήκω πουθενά
Δεν μου ανήκει τίποτε
και κανένας

Ένα καταφύγιο
με εμπιστεύτηκε
κι αυτό δανεικό
Έχει κι έναν κήπο
σπαρμένο με χόρτα της υπομονής
παντός καιρού
Όταν βρέχει
ζητάω βοήθεια
απ’ τους τέσσερις τοίχους
Όταν ευλογεί λιακάδα
τρέχω να προλάβω
μερτικό συμμετοχής

Μετρημένοι στα δάχτυλα
κι οι άνθρωποι που δεν τρόμαξαν
από την επιλήψιμη απειλή μου
Συνομόλογοι δηλώσαμε
και μετά
τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του

Αρκετά
δοκιμάστηκα ανάμεσά σας
Ζητώ να με εξαιρέσετε
από τον βίο
τον «προ ομμάτων τιθέμενον»
Καιρός να πάρω τον Λόγο
πριν φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο
Δική μου η ευθύνη
δική μου και η συνέπεια
της γνώσης
ή της απόγνωσης

 

 

ΜΟΝΑΞΙΑ

Έχω μια μοναξιά
που θέλει να τα πει όλα

Έχω μια σπάταλη καρδιά
που δεν συχνάζει
σε ευανάγνωστα ρυάκια
Χάνεται στις κοίτες
των σκοτεινών ποταμών
υφαρπάζοντας
την αφανή λεπτομέρεια

Έχω ένα γραμμάριο φωνής
για να μη μ’ απελπίζουν
τ’ αδιέξοδα φεγγάρια

 

 

ΡΕΜΒΑΣΜΟΙ

Με την απορία
θα μείνω
για τον δισταγμό
των ανεπίδοτων περιπτύξεων
Λέτε να μοιάζουν
με τον ρεμβασμό
των άγραφων λέξεων;
Αν ναι
τότε δεν ανησυχώ
Θα βρούνε τρόπο
να φτερουγίσουν
σε πρόθυμες αγκαλιές

 

 

ΔΕΙΛΙΑ

Φοβάστε
– κι αναρωτιέμαι γιατί –
το ιλιγγιώδες βήμα
Δεν γνωρίζετε
πού οδηγεί
Και λοιπόν;
Τι κακό κι αυτό
με τα σημεία αναφοράς
Λίγη ανισορροπία σας αναλογεί
πίσω από τις κρυφές πόρτες
του ατελούς
και τρέμετε
μην και σας μεταθέσουν
στη Χώρα των θαυμάτων

Παράδοξη αντίληψη
περί ασφάλειας
Τι να σας πω;
Κλειδώστε
αμπαρώστε
για να’ χετε την ησυχία σας

Μην παραπονεθείτε
όμως
ποτέ
για την πενία των ματιών σας
Τα ουράνια τόξα
είναι ορατά
μετά από βροχή
Και μόνο τότε

 

 

«ΔΕΥΤΕ ΑΡΙΣΤΗΣΑΤΕ»

Συντελέστηκε
– το θαύμα
εννοώ –
Το επερχόμενο
μέχρι πρότινος
Συντελέστηκε
σε μια ρωγμή
ευδαιμονική
ανεπίληπτη
σαν διαστολή ελευθερίας

Πήρε στα χέρια του
μια χούφτα φιλιά
και έπλασε τον Κόσμο
Σαν τελείωσε
ράντισε δυο στάλες μέθη
στον ουρανό
δυο στη θάλασσα
και είπε
«Δεύτε αριστήσατε»

 

 

ΕΥΚΡΑΤΑ ΜΕΡΗ

Φυσικός σαν τον Θάνατο
ο Λόγος
αγάπη μου
Για αυτό
παρακαλώ Σε
μην ξεχνάς
να μου στέλνεις κάρτες
από τα εύκρατα μέρη
της καρδιάς σου

Μη με λησμόνει
σαν ολιγοπιστώ
και δεν βρίσκω
πρόχειρους
τους ήχους του ανέμου

Μην αποστρέφεσαι
το θνητό μου στόμα
που βγάζει κραυγές
εν μέσω έαρος

Μην περιφρονείς
το ασθενές μου σώμα
Μόνο
εσύ ξέρεις
να το διασχίζεις με φιλιά
να το αναρριχάσαι με θωπείες

Έτσι ποτίζουμε εμείς τον Έρωτα-
χείλη με χείλη

 

 

ΜΑΧΙΜΑ ΧΕΙΛΗ

Και ενώ όλα μαρτυρούσαν
την επερχόμενη αντάρα
—ουρανός
θάλασσα
γη-
στο βάθος
ο ορίζοντας άφηνε υπαινιγμούς
για σπήλαια απολλώνια

Χάρηκα

Δεν ξέρω γιατί
θα έπρεπε
να δίνω σημασία
στις δυσοίωνες βροντές
Δεν ξέρω γιατί
δεν θα ’πρεπε
να εμπιστευτώ το μυστικό
των μάχιμων χειλιών
που τα βυζαίνεις
και σε τρέφουν
καί σε κάνουν
μεγάλο και τρανό

 

 

ΛΑΘΟΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗ

Κουράζεται κι ο έρωτας;
Πρήζονται τα πόδια του;
Λυγίζουν τα χέρια του;
Ματώνουν τα χείλη του;
Του φόβου και του ελέους
ο αγγελόπτερος;

Και τον νόμιζα υπεράνω

 

 

ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΛΗΨΗΣ

Εκεί όπου η άκρη της θάλασσας
εκεί όπου το πέρας του έρωτα
σκόνταψα σ’ ένα φιλί
Ανάσαινε ακόμη
στα δάχτυλά μου
Έναστρο
γλυκό του κουταλιού
Ίσως παράπεσε
από κάποιους
φοβισμένους εραστές
τη νύχτα
της μετάληψης

 

 

ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ

Δεν χάνω τις ελπίδες μου
όσο το σώμα σου μιλά
και ακούει το δικό μου
Δεν χάνω το κουράγιο μου
όσο η γλώσσα σου
τη γλώσσα μου σμιλεύει
Δεν μπορώ να φανταστώ αλλιώς
ούτε τις λέξεις
ούτε τον προορισμό του

 

 

ΔΙΑΘΗΚΗ

«Έζησε και πέθανε»
θα πούνε
όταν δεν θα ‘μαι εδώ

Τίποτε περισσότερο
τίποτε λιγότερο

Δεν υπάρχει εξάλλου
κάτι άξιο από εμένα
που να αφήσει το ίχνος του

Οι χίμαιρες που έφτιαξα
είναι προσωπική υπόθεση
δεν ενοχλούν κανέναν

Και οι λέξεις μου
άσφαιρες το πλείστον
κάτι μεταξύ
συνύπαρξης και συνεννόησης
παρατάσεις ζωής
με στόχο το ανείπωτο

Μόνο
το ερωτοχτυπημένο
σώμα μου
ίσως αφήσει διαθήκη
προς αποκατάσταση
της αληθείας του
Αυτήν που δεν τόλμησε
να κατονομάσει
στο ανοικτίρμον τώρα

Δεν θα την καταθέσει
σε συμβολαιογράφους
και τα τοιαύτα
Μαζί του θα την πάρει
να γίνει ένα με το χώμα
να γίνει λίπασμα
να βγάλει λουλούδια
να μυρίσει ο αγέρας
να σαρκωθούν οι άνθρωποι
να μην υπάρξει ξανά
παρεξηγημένο σώμα
του πάθους και της απωλείας

«Έζησε, ερωτεύτηκε
και πέθανε»
θα πούνε
όταν δεν θα ‘μαι εδώ

Τίποτε λιγότερο
τίποτε περισσότερο

 

 

Βιβλιάριο καταθέσεων (2012)

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Ιδού ο Ποιητής
Ένα δέντρο που ζει
από τη γενναιοδωρία των ολίγων.
Κάθε μέρα κρεμά τους μύθους του
καρπούς προφητικούς.
Αυτή είναι η μοίρα του.
Ανάμεσα
στην ασάφεια και την ευκρίνεια
Γεννήθηκε για να ανατρέφει
τις απροσκύνητες φωνές
που ανταριάζουν
το αίμα του
κι αναπαμό δεν βρίσκει.
Γι’ αυτό δεν έχει ηλικία
το δέντρο.
Για αυτό δεν έχει ηλικία
ο Ποιητής.
Γιατί φτιάχτηκαν με ριζικό
από ήλιους και φεγγάρια.

 

 

ΣΠΙΝΘΗΡΑΣ

Στα χέρια σου
εμπιστεύομαι
Ποίηση
τον σπινθήρα της ζωής μου
Ξέρεις εσύ
πότε να τον κάνεις φωτιά
και πότε στάχτη

 

 

ΛΟΞΟΔΡΟΜΗΣΗ

Λοξοδρομούν οι λόγοι
όταν μιλάει ο Ποιητής.
Εθίζονται
σε πλάγιες αποδράσεις
αβόλευτων συνομιλιών.
Αυτή είναι η φύση τους.
Να εγκαταλείπουν το σχήμα
Το ορισμένο
από τετράγωνα
τρίγωνα
ή κύκλους.

 

 

«ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ»

Χρόνια τώρα
ανασηκώνω τον πέπλο
του κόσμου.
Κατασκοπεύω
το μέσα της ζωής,
το διαφεύγον των ορίων.
Παρατηρώ πώς ξεδιπλώνεται
εν σιωπή
ο πόνος,
ο ιδιωτικός,
ο ένοχος,
ο απο-καλύπτων το διαφορετικό.
Η μοίρα του αποδιοπομπαίου
ενίοτε
αυτή, με θέλγει.
Το ομολογώ.
Σ’ αυτήν προστρέχω
κάθε φορά που αποζητώ
την επαλήθευση της ρήσης
«και εγένετο φως»

 

 

ΦΥΛΛΟΡΡΟΩ

Φυλλορροώ
όταν κενώνεται η ζωή
Σκορπίζομαι
σαν πούπουλο
πέρα-δώθε
αναζητώντας να μάθω
τη διαφορά
μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας
Δίχως αυτόφωτα μάτια
Τυφλός Οιδίποδας
προτού τα χέρια
προτού τα μάτια
και πάλι αυθαδιάσουν

 

 

ΕΝΔΕΙΑ

Πώς να τα βγάλω πέρα
με τόση ένδεια;
Μήπως
να εφεύρω
τη ζωή
εκ νέου;

 

 

ΥΜΝΟΣ

Ξέρετε γιατί υμνώ
τον Έρωτα;
Ουρανός αθάνατος
φαντάζει.
Λες και δεν στερεύουν εκεί
τ’ αστέρια.

 

 

ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ

Σώμα
σε προειδοποιώ
Θα κατεδαφίσω
τους αποφασιστικούς σου τοίχους.
Κι ας μείνεις
επί ξύλου κρεμάμενο
Αν δεν με συγχωρήσεις,
δεν θα σε συγχωρήσω
κι εγώ
που μ’ άφησες στην άγνοια
των μέγιστων επιθυμιών σου

 

 

ΕΞΟΡΙΑ

Φοβάμαι
την άγονη γραμμή
την εξ ορισμού
εξορία
Μην με αξιώσεις
Εσύ

 

 

ΕΛΠΙΔΑ

Μακράν
της βαρβαρότητας του «αντίο»
ο Έρωτας μετεωρίζεται
στη μειλίχια αβρότητα
του «εις το επανιδείν»

 

 

ΠΡΟΣΧΗΜΑ

Ψίθυροι
των συγκαλυμμένων κραυγών
και των αποκαλυμμένων ρυτίδων.
Δεν θα συμφιλιωθώ ποτέ
με τη συστολή σας.
Κουράστηκα
να περιθάλπω το πρόσχημα
της comme il faut καταγωγής σας.

 

 

ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ

Το παράδοξο της βεβαιότητας.
Απελθέτω απ’ εμού
το ποτήριον τούτο.
Ας παραμείνει
αποκλειστικό προνόμιο
της νεότητας
εις τους αιώνες
των αιώνων.

 

 

ΕΛΛΕΙΨΗ

Τόσα και τόσα
τεθλιμμένα λόγια
για την έλλειψη
Έτσι μας έμαθαν
Να μετράμε τα φεγγάρια
που πεθαίνουν
κι όχι εκείνα
που γεννιούνται

 

 

ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ

Είμαστε αναπόφευκτα
πολλαπλοί.
Δαιδαλώδεις.
Σαν τις συναναστροφές
των λόγων μας.
Τελικά
ένα διολισθαίνον ψέμα
η ζωή μας
στην προσπάθεια
να αποφύγουμε
το σημείο της θραύσης.

 

 

ΒΑΡΒΑΡΟΙ

Πήραν τα κοφτερά λεπίδια
και χρίστηκαν πάραυτα
εκδορείς ψυχών
ημών
υμών
ερήμην μας.
Έτσι απλά,
ανενδοίαστα.
Μανικά.
Για να τρωθούν οι δυνάμεις.
Να σωθούν τα αποθέματα.
Λες και το πυρ εκ τραγικού
θα πτοήσει το Κάλλος.
Πόσο αφελείς
αποδεικνύονται και πάλι.

 

 

ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

Έφτασε και πάλι
ο καιρός
να γίνουμε πολίτες της φύσης
Να μαθητεύσει
το σώμα μας
στον ομφαλό των ποταμών
Ίσως καταφέρουμε
έτσι
να πιάσουμε ξανά
τον λώρο
Παρηγορίας ανάγνωσμα
για τους ασάλευτους χειμώνες

 

 

ΦΥΓΟΚΕΝΤΡΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ

Αντιστέκομαι
Ενάντια σε κάθε
κεντρομόλα δύναμη.
Το παρόν επιθυμώ
να διευρύνω
με φυγόκεντρες εξόδους.
Αφύλακτες
θα μου πείτε.
Αλλά πώς αλλιώς
θα δαψιλεύουν οι αισθήσεις
λησμονημένους θησαυρούς;
Πώς αλλιώς το τέλος
μπορεί να πάρει αναστολή;

 

 

ΠΙΘΑΝΟΙ ΚΟΣΜΟΙ

Να ξεπερνάς εαυτόν
μαγεύοντας αυλούς
Γι’ αυτήν την αναμέτρηση
δεν μας ετοιμάζει όλους
η ιστορία;
Να κάνουμε ευρέως γνωστή
την άλωση των ανθέων;
Αυτό έκανα και του λόγου μου
Μιαν ολόκληρη ζωή
άκουγα για τους πιθανούς κόσμους
Τώρα που άρχισε να θαμπώνει
η όραση
περνώ στην αντιπέρα όχθη
Είναι και τα χρόνια
που συμμάχησαν
Είμαι καλά εκεί
Εν μέσω απρόβλεπτης φιλοξενίας
Χαλαρώνει και η καρδιά
τιμής ένεκεν
Λέω να παραμείνω
όσο μου παρέχουν στέγη γηγενή
Για να έχουν τουλάχιστον
καλά γεράματα
τα δάκρυά μου

 

 

ΕΦΗΜΕΡΙΑ

Σαν άνεμος
με μαστιγώνει ο χρόνος

ξανά και ξανά

εκεί που ματώνει
η πληγή

αδύνατον, αδύνατον

να συνηθίσω
ό,τι κι αν λένε
οι σοφοί.

Προτιμώ
την Ποίηση
να εφημερεύει
πάντα.

Για πάντα μέσα μου
Μέχρι την ύστατη στιγμή.

 

 

ΒΙΒΛΙΑΡΙΟ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ

Αν μου έκαναν τη χάρη
οι ειδήμονες
να συνεισφέρω
στο αδιέξοδο της ύπαρξής μας,
θα έδινα
την εξής πρακτική συμβουλή
προς την πολύπαθη ανθρωπότητα.

Ανοίξτε
όσο πιο γρήγορα μπορείτε
έναν λογαριασμό
στο όνομα της μνήμης.

Ξεκινήστε
από την αποστασία των ονείρων.
Ξέρετε ποια εννοώ.
Αυτά που μόνον εσείς θεραπεύετε.
Φυλάξτε τα στο βιβλιάριο
για ώρα ανάγκης,
όταν ξεθυμάνουν
οι εξάψεις των αντιστάσεων. 

Κάποια μέρα
που θα πλεονάζει
ο ενθουσιασμός
ξεκλέψτε του λίγα γραμμάρια
και αποθηκεύατε τα σε είδος
– το δέχεται η τράπεζα.
Γιατί, τι νομίζετε;
Μεγαλύτερη είναι η αξία του χρυσού;

Όσο για τον Έρωτα,
θα έλεγα
να τον φυτέψετε,
να βγάλει ρίζες
στις γραμμές των καταθέσεων.
Ξέρει εκείνος.
Επιστρατεύει το φιλί
και διαλύει τους συνδέσμους.
Θα μου πείτε
πώς θα τα καταφέρετε
σαν πολιορκηθείτε
από τα αρθριτικά.
Μην ανησυχείτε.
Η μνήμη αναλαμβάνει
αναδρομικά τα έξοδα
των παράπλευρων απωλειών.

Τελευταία άφησα
την αποταμίευση
της παράβασης.
Μην φοβάστε.
Απλά η θύμησή της
θα σας επιβεβαιώνει
μέχρι τέλους
πόση ενοχή χρειάζεται
η ανθρώπινη φύση
για να επισφραγίσει
τη θνητότητά της.

 

 

ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΛΟΓΟΣ (2009)

 

ΔΙΠΛΗ ΖΩΗ

Μου χαρίστηκε το προνόμιο
να κλέβω το χρόνο.
Να διαθέτω δύο ζωές.
Δύο σώματα.
Δύο πνοές.
Η μία τα ίχνη της
στο χώμα να αφήνει,
η άλλη
απείθαρχη
στο πνεύμα του αέρα
να πετά.
Κάθε που το αίμα
διαψεύδει τις προθέσεις,
προσφεύγω
στου λόγου την ευεργεσία,
-την εξ ορισμού αόριστη-
στη συνδρομή των στοχασμών,
παυσίλυπων ακροβατών
στων ματαιώσεων την ερημία.
Μυήσεις ομοούσιες
του ουρανού οι λέξεις
ανοίγματα υπόσχονται
στου ρήματος τα σταυροδρόμια.
Περιούσιος αφηγητής εγώ
παραθέτω δίσημες υπογραφές
στην προστακτική
της εγγεγραμμένης Επιστροφής.

Τι ανατροπή σπερματική
του Λόγου
η αιωνιότητα!

 

 

ΛΕΞΕΙΣ

Ω! Λίκνο της ψυχής μου εσείς,
αφυπνίστε την απελθούσα νιότη
την κλαίουσα
των ανθών το μαρασμό.
Του έρωτα το άρωμα,
αποστάξτε μυστικά
σε αιώνιους στίχους αναμάρτητους
αντιστάθμισμα ακριβό
στου χρόνου την αμετροέπεια.

 

 

Η ΑΥΘΑΔΕΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Στη νύχτα της γραφής μου
οι λέξεις ζευγαρώνουν
πυρακτωμένες σαν τη λάβα
που σιγοβράζει
στο άμοιρο κορμί μου.
Για να με κάνουν να ζηλέψω
οι άσωτες.

 

 

ΘΗΛΥΚΟ

Διαθέτω ένα σώμα πολύχρωμο,
ψηφίδες ακανόνιστες λόγου και σάρκας
ομονοούντων στη φύση των αισθήσεων,
τοπίο χοϊκό
στην εν κρυπτώ
φαντασιακή του υπόσταση.
Το διατρέχουν αγγεία
εμφορούμενα από υγρά
ποικίλης σύστασης,
εκκρίσεις διεγέρσεων,
ίχνη ανεξίτηλα.
Θα αναρωτιέστε
προς τι παρόμοια γνωριμία
σε μιαν εποχή
αιματηρών τραυμάτων.
Έχετε δίκιο
μέχρι του σημείου εκείνου
που ετούτο το σώμα
δηλώνει μετέχον στην αμηχανία
των εξεγερμένων ομοιοπαθούντων,
με προεξάρχουσα την κεφαλή,
φιλοξενία παρέχουσα
στην κοιλότητα του στόματος,
εκπέμποντος φωνή
έναρθρων,
ενίοτε άναρθρων φθόγγων.
Καλλίγραμμα σαρκώδη χείλη,
διαφόρων αποχρώσεων
ανάλογα με τη διάθεση,
υπόσχονται πολλά,
εκπληρώνοντας λίγα.
Ίσως δεν βρίσκουν
ή δεν τους δίνουν την ευκαιρία.
Εν αδρανεία σαρκική χρόνια τώρα,
περιορίζονται στην αλαλία
μεταμφιεσμένη σε πολυσημία
έγγραφων καταθέσεων.

 

 

ΑΡΣΕΝΙΚΟ

Τον κοιτούσα τον αισθητή.
Φλέγονταν τα μάτια μου.
Αγκυροβόλησαν στα δικά του.
Να διακρίνουν
επιθυμούσαν διακαώς
απαγωγή απόκοσμη,
μοναχική στης νύχτας τη συνωμοσία.
Σώμα γυμνό στα χέρια μου απόθεσε.
Ευθύς ανέλαβαν οι θωπείες το έργο τους.
«Εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα»,
το θυμάμαι.
Διάφανη η κόρη του βλέμματός του.
Με διασκορπίζει.
Ναι, εκεί στο κέντρο των οφθαλμών του
διυλίζονται τα άδυτα των σημείων,
εκφρασμένων ή μη παντοιοτρόπως.
Αυτόν τον οίστρο να συλλάβω,
πριν κατέλθω στις παρειές.
Να ηρεμήσει το δέρμα
ερεθισμένο στο άγγιγμα του στόματος.
Τα χείλη να δαγκώσουν τα χείλη αποφασιστικά.
Εξάλλου αυθαδίασαν συμμέτοχα
της αυτοκρατορίας των αισθήσεων.
Συγκοινωνούντα δοχεία με τη ρωμαλέα στύση
κλείνουν τα εισαγωγικά της ακατανίκητης έλ
του έρωτα,
της κατά φύσιν συμμόρφωσης στην Ομορφιά,
υπό συνθήκες αιωνιότητας.

 

 

EROS/THANATOS

Φύτρωσες ανάμεσα στις πέτρες.
Δώρο ανέλπιστο
της αγονίας.
Ερυθρίασες
στον πρώτο υπαινιγμό
του ήλιου.
Και όταν η γη
σού ζήτησε υπακοή,
ανέτρεψες την τάξη.
Εκπορθώντας το θάνατο,
άνθισες
μέχρι το τέλος
εν δόξη και τιμή.

 

 

ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ

Και παρετέθη Συμπόσιο.
Και κατέφθασαν οι εκλεκτοί.
Η φιλοσοφία στην κεφαλή,
η φιλία en face,
ο έρωτας εξ ευωνύμων.
Και εκφωνήθηκαν
λόγοι τερπνοί.
Και προσεφέρθη
οίνος ερυθρός
σαν των αισθήσεων
τις προθέσεις.
Και επετεύχθη πόθος ανεμπόδιστος,
μικρότατη παρένθεση
ακάματου πόνου.
Και ανεδύθη μέθη ηδεία,
συνένοχη πρόσκαιρης ανακωχής.
Και εφωτίσθη η νύχτα,
παρέκκλιση πελιδνή
στου πένθους τη μανία.
Και διεγέρθη η ευμένεια,
ύστατη πνοή
σπουδαίας ιστορίας.
Στην αποφώνηση
συνετρίβη ο ίμερος,
θάνατος προσφωνητικός,
υπεύθυνος οικείων κακών.

 

 

ΣΙΩΠΗ 2

Πήρα βαθιά εισπνοή
να αντέξω το έρεβος.
Από ψηλά
ο ουρανός συγκάλυπτε την προφητεία.
Διαρρηγμένη η γη.
Δεν έμεινε χώρος ευμενής
να με στεγάσει.
Κοίταξα εντός μου.
Την προοπτική της κατοικίας μου.
Την βρήκα άναρχη.
Πήρα δεύτερη εισπνοή
και εισχώρησα στα ενδότερα.
Χωρίς μίτο.
Χωρίς τίποτε.
Ο Μ ινώταυρος
με περίμενε
όπως πάντα. 

 

 

ΣΙΩΠΗ 7

Ενθύμιον έρωτα
τα δάκρυα τα φύλαξα
στην παλάμη
να την ποτίζουν.
Την λυπήθηκα μόνη,
αξόδευτη,
μόλις αναχώρησε το χάδι.

Να ξανάρθει,
αναφωνεί η παλάμη
αρνούμενη
να κουνήσει το μαντίλι
του αποχαιρετισμού.

 

 

ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Μια στιγμή.
Μια τόση δα στιγμή απορημένη
χωρίζει
το λίκνισμα από τη σφαγή.
Μια λέξη.
Μια ανάσα
και το έρεβος διαχέει την πολυφωνία της ευμένειας.
Χαίνει το τραύμα ανεπούλωτο.
Των ανθέων
ούτε πέταλο δεν μένει όρθιο.
Το παίρνει ο στρόβιλος των φωνών.
Παραζάλη οικείων κακών.
Τι θέα αβάσταχτη,
τόσοι τάφοι στη γη.
Να στεγάζουν
δεν φτάνουν τους σταυρούς της αλήθειας.
Εξάλλου η αλήθεια υπάρχει για να διαψεύδεται.
Μετράμε θανάτους κάθε μέρα.
Ατελείωτες μέρες.
Σκοτεινές, ηλιόλουστες, δεν έχει σημασία.
Σιγεί η πλάση όλη.
Κόνις αόρατη διασκορπίζει ακέφαλους τους πεσόντες
στου πόνου την αρχειοθέτηση.
Γερνούν τα σώματα
εν μία νυκτί.
Εν μία στιγμή.
Μιαν ολόκληρη ζωή,
μια μακρά ζωή,
λόγοι λυγροί καρπίζουν πληγωμένους καρπούς.
Σε λάθος εποχές.
Μπερδεύονται πια και αυτές
θραύοντας
θάβοντας τους σμαραγδένιους σπόρους
τερπνών προθέσεων.
Έτσι κατάντησε η φύση.
Να εκπνέει ανίσχυρη.
Αγιάτρευτη.
Αφρόντιστη.
Έτσι θα καταντήσουμε και εμείς,
υπάρξεις ατελείς.
Αδηφάγες.
Μη εκτιμώντας το αγαθό της επάρκειας.
Πόσος αστόχαστος διχασμός εις το διηνεκές.
Πόσες συγκρούσεις εναντιωματικές.
Πόση επιθυμία για λίγη συμφιλίωση.
Φθίνει χωρίς εισαγωγικά, άνθρωποι, η ζωή
με φόντο την ενθύμηση αποποιήσεων.
Ας αλλάξουμε καρδιές
στο όνομα των συγχωρήσεων.
Μη και αξιωθούμε
τη φιλόκαλη αντοχή της αγάπης.
Σε πείσμα της υπερφίαλης αποκλειστικότητα
του έρωτα.

 

 

ΤΕΛΟΣ

Στα χρόνια του Χριστού
επήλθε το τέλος.
Τριάντα τρεις σιωπές
και μια μετωνυμία
επιβληθείσα διά παντός.
Έτσι ώστε να νεφελοκρατείται η εικόνα.
Να αχνοφέγγουν τα μάτια
στο χρώμα της χλόης.
Να μνημονεύουν το νόστο
τα χείλη της γεύσης,
οινώδους κοινωνίας ενστάλαξη
στις παρυφές της ηδονής.
Τριάντα τρεις σιωπές
και ένας θάνατος.
Πού να χωρέσει η ζωή;

 

 

ΕΞΟΔΟΣ

Με σένα θα σιγήσει
η ζωή μου.
Θα σβήσω
στην πλησμονή
του θαύματος.
Καταμεσής στο τραύμα
που διασχίζω
χρόνια τώρα.
Ως εάν αντίδοτου κηλίδα
που βιάζεται
να κάνει το αίμα
ίαμα,
τον πόνο
βάλσαμο,
να υφαρπάξει
το δάκρυ
το διαφεύγον
των ματιών μου
στη θύμηση και μόνο
του απράγματου.

Κοίταξέ με,
το αποφάσισα.
Θα τυλιχτώ μανδύα
μαγικό
αόρατη να αιωρούμαι
στα μυστικά της γης,
να κρυφοπερπατώ
στις απολήξεις των ονείρων σου.
Εκεί που μ’ ανασταίνεις
αβαρής
από τους λογισμούς
της μέρας.
Εκεί,
ναι, εκεί,
θα κρυφακούω
επιτέλους
τους στεναγμούς σου.
Μάρτυρες απερίσταλτους
των επιφωνημάτων
των απαγορευμένων,
για μιαν αγάπη
χωρίς αντωνυμίες.

 

 

EXTRA LARGE (2011)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 

(1) EXTRA LARGE

 

ΤHN ΕΛΕΓΑΝ NTEZIPE. Το σπίτι της ήταν ενωμένο ασφυκτικά με τα υπόλοιπα, πανομοιότυπα, μικρά, φτωχικά σπίτια της Περίθαλψης. Ένας χωματόδρομος στοιχισμένος, αριστερά και δεξιά, από χαμηλά σπίτια με μια μικρή είσοδο που έβλεπε σε μια λιλιπούτεια αυλή, αρκετή όμως για τις νοικοκυρές που είχαν μεράκι να είναι γεμάτη λουλούδια, παστρική και ευφρόσυνη. Τα κάγκελά της μικροσκοπικά και αυτά, όλα τελικά σου έδιναν την εντύπωση ότι εκεί μέσα ζούσαν άνθρωποι διαφορετικοί, άλλων διαστάσεων, νάνοι, ίσως; Στα παιδικά μάτια της Ιωάννας, πάντως, φάνταζαν κουκλόσπιτα, σαν εκείνα των παιχνιδιών της. Όταν μάλιστα της επιτράπηκε πια να απομακρύνεται λίγο περισσότερο από τον ελεγχόμενο χώρο του σπιτιού της, πήγαινε κατευθείαν στη γειτονιά των «κουκλόσπιτων», ίσως γιατί ζωντάνευαν την παραμυθένια πλευρά της ζωής της.
Έπρεπε μάλιστα να βρει έναν τρόπο να περιδιαβαίνει χωρίς να φαίνεται αδιάκριτη, να περπατάει δήθεν γρήγορα, σαν να είχε κάποια δουλειά, αλλά με τα μάτια κατευθείαν στα παράθυρα ή πολλές φορές στις ορθάνοιχτες πόρτες για να προλάβει να καταγράψει τα συμβαίνοντα στο εσωτερικό
τους. Δεν είχε, εννοείται, την τόλμη να χαιρετήσει ή να πλησιάσει τις γυναίκες που μαζεύονταν με τις καρέκλες τους έξω από τις αυλές, στο δρόμο επάνω κυριολεκτικά, δημιουργώντας μια συνέχεια της αυλής τους, λες κι ήθελαν να προεκτείνουν ακόμη περισσότερο τα περιορισμένα τετραγωνικά των σπιτιών τους. Αυτή η συνήθειά τους την εντυπωσίαζε φοβερά. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς εξέθεταν τον εαυτό τους στο δρόμο, τρώγοντας, πίνοντας και κουβεντιάζοντας, χωρίς να κοιτιούνται μεταξύ τους, αλλά καταγράφοντας τα τεκταινόμενα δίπλα τους, μπροστά τους, πίσω τους. Επρόκειτο δηλαδή για ένα καλά οργανωμένο σύστημα ενημέρωσης, αλάνθαστο, ανελέητο, που δεν άφηνε όρθιο τίποτε σ’ εκείνη την περίεργη, διαφορετική γειτονιά.
Εκεί, λοιπόν, ζούσε η Ντεζιρέ. Η Ντεζιρέ, αδύνατο να προσδιορίσει κανείς την ηλικία της, γύρω στα σαράντα, ήταν για την Ιωάννα η απόλυτη έκπληξη. Η Ντεζιρέ ήταν πολύ ΞΑΝΘΙΑ! Μη γελάσετε με αυτή την καθ’ όλα αδιάφορη παρατήρηση, γιατί η ξανθιά Ντεζιρέ δεν είχε καμιά σχέση με τις υπόλοιπες ξανθιές που κυκλοφορούσαν. Λες και της είχαν ρίξει έναν κουβά χρώμα πάνω στο κεφάλι της και εκείνο έβγαζε λάμψεις ατελείωτες και εκτυφλωτικές. Ναι, αυτή είναι η λέξη που χαρακτήριζε το ξανθό χρώμα της
Ντεζιρέ, εκτυφλωτικό! Σε τύφλωνε όταν τα μάτια ξεχνιόνταν λίγη ώρα παραπάνω στους κυματισμούς των μαλλιών της.
Το συγκλονιστικό χαρακτηριστικό του προσώπου της ήταν τα φρύδια της ή καλύτερα η έντονη μαύρη γραμμή που τραβούσε με το μολύβι των ματιών σχηματίζοντας αυτά τα μακριά και λεπτά μαύρα φρύδια. Μια γραμμή όλη και όλη έκανε τα μάτια της να φαντάζουν από άλλον κόσμο, άγνωστο σε μένα. Κατεβαίνοντας στα χείλη, εκεί και αν γινόταν πανηγύρι, κόκκινα σαν να έσταζαν φρέσκο αίμα, τα χείλη της αιχμαλώτιζαν τα βλέμματα μικρών και μεγάλων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πάνω ακριβώς από εκεί που τελείωνε το περίγραμμά τους στη δεξιά πλευρά είχε μια ελιά, μπορεί να ήταν και ψεύτικη, ναι, μάλλον ήταν ψεύτικη, γιατί είχε το ίδιο έντονο χρώμα με τα φρύδια της. Στα αυτιά, κρέμονταν δυο τεράστιοι κρίκοι, χρυσοί, που
έκλειναν χρωματικά τον κύκλο του ξανθού περιβλήματος της κεφαλής.
Η Ντεζιρέ, επιπλέον, ήταν ΠΛΗΘΩΡΙΚΗ από τη μέση και επάνω και ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ από τη μέση και κάτω. Εξηγούμαι. Πλούσια τα ελέη της που στέναζαν μέσα στο στηθόδεσμο στις εν κοσμώ εξόδους της, αλλά που κάλπαζαν ασυγκράτητα στις εν οίκω εισόδους της — φαντάζομαι το πρόσωπο του αγαπημένου της να χάνεται κυριολεκτικά μέσα τους, αναπαυόμενο εν ηδονή σ’ αυτή την ξέχειλη λευκή μαλακή σάρκα.
Η μέση της, σαν να ήθελε να εξιλεωθεί, είχε αποφασίσει να συρρικνωθεί όσο την έπαιρνε, σε τόσο παράδοξο και αφύσικο σημείο που τίποτε δεν άφηνε την παραμικρή υποψία —αν υπήρχε ο χρόνος— ότι θα ακολουθούσε το σπάνιο, μοναδικό μεγαλείο της περιφέρειας μ’ εκείνη την ανεπανάληπτη, ανεκδιήγητη, προκλητική έκρηξη πάχους, ακατάταχτου σε
μέγεθος, σε εκτόπισμα, διπλό διαφορικό και βάλε.
Η Ιωάννα, όταν την έβλεπε, ένιωθε τα μάτια της να ανοίγουν διάπλατα. Τους ήταν αδύνατο να αντισταθούν στο υπερθέαμα αυτής της περιφέρειας που κινούνταν απροκάλυπτα, ρυθμικά, με μια μεταδιδόμενη, μετατοπιζόμενη, αργή, νωχελική, ράθυμη, λάγνα κίνηση, σαν να ήθελε να αποδείξει το απίστευτο κι όμως αληθινό της σπανιότατης διαφορετικότητάς της — κλατς, κλουτς, κλατς, κλουτς, τι θόρυβος αθόρυβος, υποχθόνιος, υπόγειος, αυτής της μεγαλοπρεπούς περιήγησης της περιφέρειας πόλεως και περιχώρων. Καλυμμένη κάτω από κλαρωτές, πολύχρωμες φούστες που δια-
τυμπάνιζαν χαρμόσυνα την εξουσία της, η περιφέρεια της Ντεζιρέ δεν άφηνε περιθώρια για συζητήσεις και σχόλια.
Η περιφέρεια της Ντεζιρέ βασίλευε σ’ αυτή τη γειτονιά των μικρών και φτωχικών σπιτιών, τους έδινε έναν αέρα, μιαν άπλα, μιαν ευρυχωρία που την είχαν απόλυτη ανάγκη, ζωτικής σημασίας, όπως καταλαβαίνετε, μια φαντασιακή επέκταση των ορίων τους, της στενότητας, της μίζερης ζωής τους. Αχ! Αθάνατη περιφέρεια της Ντεζιρέ! Ενσάρκωνες τόσο θριαμβευτικά μακρόθυμες προσδοκίες συμπτυγμένης Επιθυμίας!

 

 

(10) ΤΟ ΦΙΛΙ

 

ΤΟ ΓΥΡΙΖΕ ΑΠΟ ΔΩ, το γύριζε από εκεί το περιοδικό, τελικά το φιλί των πρωταγωνιστών στο φωτορομάντζο ήταν μεγαλείο! Δεν χόρταιναν τα μάτια της Ιωάννας να μελετούν, με περιέργεια συνδυασμένη με ένα πετάρισμα στο
μέρος της καρδιάς, το φιλί στο περιοδικό που αγόραζε κάθε βδομάδα η μαμά της, το απαγορευμένο διά ροπάλου ακριβώς για αυτόν το λόγο. Η μητέρα της το είχε ξεκαθαρίσει από πολύ νωρίς. Επιτρέπονταν μόνο τα βιβλία που της
έφερνε, αφού θα τα διάβαζε πρώτα εκείνη. Θυμάται να περιμένει με ανυπομονησία τη διαδικασία της λογοκρισίας ενός βιβλίου της Περλ Μπακ για να μπορέσει να φτάσει επιτέλους στα χέρια της.
Η Ιωάννα όμως στα δεκαεπτά της λαχταρούσε να βλέπει τα φιλιά. Να βλέπει τα χείλη ενός άντρα και μια γυναίκας να ενώνονται. Στο σπίτι της, το φιλί στο στόμα ήταν πράξη προς αποφυγή. Δεν μπορούσε να ξεχάσει με τίποτε όταν, καλεσμένη στο σπίτι μιας φίλης της, θα ήταν δώδεκα χρονών
περίπου, είδε με δέος τους οικοδεσπότες να ανταλλάσσουν φιλί στο στόμα. Έμεινε άφωνη για μερικά δευτερόλεπτα. Φυσικά και δεν τόλμησε να πει τίποτε στη μητέρα της για να μην τη μαλώσει. Όμως αυτό το φιλί θα έπαιρνε διαστάσεις μυθικές στην ψυχή της Ιωάννας, κάτι σαν το κυνήγι του χαμένου θησαυρού που θα τη συνόδευε σε όλη της τη ζωή. Μια αίσθηση δίσημη ανάμεσα στην ηδονή και την αμαρτία, μια γεύση συγκινητική που θα συμπύκνωνε για τον θηλυκό της ρομαντισμό σχεδόν όλη την ουσία του έρωτα.
«Κούκλος ο ηθοποιός» σκέφτηκε βλέποντας για πολλοστή φορά τον νεαρό που φιλούσε την πρωταγωνίστρια. Αχ! Και να ήταν στη θέση της! Ευθύς τρόμαξε και μόνο στη σκέψη αυτή. Το αίμα κατέκλυσε σαν χείμαρρος το σώμα
της και αισθάνθηκε, για τρίτη φορά τούτη τη χρονιά, μια λιγούρα στο κάτω μέρος του κορμιού της, κάτι σαν μέλι να το γλυκαίνει. Ευτυχώς ήταν ολομόναχη στο σπίτι και μπορούσε να απολαύσει ανενόχλητη όλη αυτή την αμαρτία. Είχε τόσο έντονη τη βεβαιότητα ότι ζούσε στην παρανομία εκείνες τις στιγμές.
Ειλικρινά δεν ήξερε τι συνέβαινε ακριβώς με το σώμα της. Παρατηρούσε διαρκείς αλλαγές, περίεργες αντιδράσεις, αλλά δεν είχε κανέναν απολύτως να τις συζητήσει. Με τη μαμά της ούτε λόγος! Με φίλες επίσης ντρεπόταν πολύ. Και τι να πει; Ότι τόλμησε μια μέρα που ήταν μόνη να
μείνει ολόγυμνη μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη της ντουλάπας; Ήταν τότε που έπιασε για πρώτη φορά το στήθος της και ένιωσε να σκληραίνει εκείνη η καφετιά προεξοχή στην άκρη του. Περίεργη αίσθηση, ανάμεσα σε ελαφρύ πόνο και ανατριχίλα. Είχε διστάσει πολύ πριν αρχίσει να βγάζει τα ρούχα της. Δεν είχε περί πολλού το σώμα της και δεν ήθελε να επιβεβαιωθεί από την εικόνα που θα έβλεπε. Είχε φτάσει δεκαεπτά χρονών και δεν το είχε δει ποτέ μέχρι τότε ολόκληρο γυμνό στον καθρέφτη. Σε μια στιγμή θάρρους μονολόγησε ότι «ήρθε πια ο καιρός» και έβγαλε αποφασισμένη την κιλότα της. Δάκρυα της ήρθαν στα μάτια. Τα μπούτια της, αχ, αυτά τα στρουμπουλά, αφράτα μπούτια της! Τι πόνο της προξενούσε η θέα τους! Ήταν σίγουρη ότι
δεν θα βρισκόταν άντρας να την παντρευτεί. Με τίποτε. Απογοητευμένη κοίταξε το τριχωτό τρίγωνο ανάμεσα τους, αλλά βιαστικά, γιατί ήταν απαγορευμένη η περιοχή. Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξερε τι ακριβώς γινόταν εκεί. Όλα ήταν καλά κρυμμένα και απροσπέλαστα. Κι όμως στο σημείο εκείνο αισθανόταν κάποιες φορές μικρές εκρήξεις. Και μετά όλα ησύχαζαν. Ταράχτηκε και μόνο στην ιδέα τους. Βιάστηκε να ντυθεί ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά, όσο μπορούσε, στο πίσω κάτω μέρος του κορμιού της. Σκέτη απαξίωση. Το αντιπαρήλθε πάραυτα. Τόσο πολύ ντρεπόταν για την ύπαρξη και τη λειτουργία του.
Τελικά η λιγότερο ανώδυνη επαφή με το σώμα της ήταν από το λαιμό και πάνω. Ίσως και για αυτόν το λόγο είχε εστιάσει όλο της το ενδιαφέρον στο φιλί. Μάλλον θεωρούσε ότι είχε κάποιες πιθανότητες να τη βγάλει ασπροπρόσωπη το στοματάκι της, καθότι διέθετε ένα γλυκό χαμόγελο και
όμορφα ζουμερά κόκκινα χείλη. Χωρίς ουδεμία φυσικά ένσαρκη εφαρμογή τους σε άλλα χείλη, και, όταν έλεγε άλλα χείλη, ο νους της Ιωάννας πήγαινε κατευθείαν στον Νίκο, το αγόρι που είχε κλέψει την καρδιά της από το δημοτικό. Χρόνια κρατούσε αυτός ο έρωτας, μονόπλευρος μέχρι τα δεκαέξι τους, ώσπου —ω, του θαύματος!— ο Νίκος ξάφνου στα δεκαεπτά είδε για πρώτη φορά την Ιωάννα αλλιώς. Με την αναμονή αυτού του «αλλιώς» έζησε η Ιωάννα οκτώ χρόνια, δίνοντας νόημα στην πληκτική και μονότονη κατά τ’ άλλα ζωή της.
Ξανακοίταξε αναστενάζοντας το φιλί στο φωτορομάντζο και ονειρεύτηκε τα χείλη του Νίκου. Ωραίος ο Νίκος, ένα παλικάρι δυο μέτρα, από καλό σπίτι, που έλεγε και η μαμά της, χωρίς να υποψιάζεται τι συνέβαινε στην ψυχή της. Ευτυχώς! Γιατί λαχταρούσε τόσο πολύ να μπορεί να τον βλέπει έστω μόνο τα σαββατόβραδα, καθώς ετοιμάζονταν κι οι δυο πυρετωδώς για τις εισαγωγικές στο πανεπιστήμιο.
Άριστος μαθητής ο Νίκος, μεγαλωμένος όπως η Ιωάννα. Σε μια οικογένεια αυστηρή με συντηρητικές αρχές, που μόνο σε μοναστήρια θα συναντούσε κάποιος. Εύλογα μπορούσε λοιπόν κανείς να καταλάβει την εξέλιξη του έρωτα αυτών των δυο εφήβων που έτρεμαν και μόνο στη σκέψη των μαμάδων τους. Τελικά τι καθοριστική δύναμη διέθεταν αυτές οι τρομερές μανάδες. Αόρατη με μιαν ορατότητα ξεκάθαρη που δεν σήκωνε αμφισβητήσεις, υπόγεια με μιαν επιφάνεια διαυγέστατη που δεν διανοούνταν να λερώσουν.
Όταν ο Νίκος ερωτεύτηκε την Ιωάννα, οι κανόνες επιβλήθηκαν σιωπηρά και από τους δυο. Γνώριζαν πολύ καλά, χωρίς καν να μιλήσουν, αυτό που ήταν απαγορευμένο. Και φυσικά αυτό το «αυτό» ήταν το φιλί και για τους δυο. Μην πάει ο νους σας σε τίποτε μα τίποτε άλλο. Ο έρωτας τους ήταν βουβός, περιορισμένος μόνο σε φλεγόμενες ματιές, «ούτε τη χείρα», για να καταλάβετε καλύτερα.
Της Ιωάννας της έφτανε που έβλεπε τον Νίκο και έλιωνε από έρωτα, της έφτανε που ο Νίκος την έβλεπε και δεν ξεκολλούσε τα μάτια του από πάνω της, που καμιά φορά της έλεγε ότι ήταν «όμορφη», που κάθονταν δίπλα-δίπλα σαν έβγαιναν με τη μικρή τους παρέα τα σαββατόβραδα, που τη
χόρευε στην τρυφερή αγκαλιά του, όταν έκαναν πάρτι, που διάλεξαν ένα τραγούδι να το κάνουν δικό τους -αχ, ναι, αυτό το μελωδικό Betty Blue!—, που άκουγαν μουσική παρέα, που έκαναν όνειρα για τη ζωή που ανοιγόταν μπροστά τους, αλλά τρελαινόταν και λιγουλάκι στην ιδέα ενός και μόνο
φιλιού από τα χείλη του. Πόσες φορές δεν είχε καρφώσει το βλέμμα της πάνω σ’ αυτό το μαλακό σχήμα τους σαν καρδιά που πάλλονταν την ώρα που της μιλούσε! Της ερχόταν να ορμήσει, να κολλήσει τα δικά της πάνω τους μέχρι να πάψει να ανασαίνει. Φανταζόταν γεύσεις καραμελένιες, αστεράκια ολοφώτεινα και καρδιοχτύπια άρρυθμα.
Στον αντίποδα όμως αυτής της επιθυμίας αιωρούνταν η απειλή που κατεδάφιζε μονομιάς κάθε απόπειρα και μόνο ανάλογης σκέψης, η γνώριμη ματιά της μητέρας της, όταν ήταν θυμωμένη και αυστηρή! Απερίγραπτο βλέμμα! Τα μάτια της πάγωναν καρφωμένα πάνω της, μεγάλωναν οι κόρες
και τα συναφή και μετά εκτόξευαν κεραυνούς κατευθείαν πάνω στην Ιωάννα. Δεν υπήρχε γλυτωμός από αυτή την αδυσώπητη ματιά! Ούτε συγχώρεση!
Προτιμούσε λοιπόν να παραμείνει παρατηρητής των φιλιών στα φωτορομάντζα, έστω και στα κρυφά, παρά να διακινδυνεύσει την ψυχική της ακεραιότητα. Εξάλλου, οι ονειροπολήσεις ήταν το φόρτε της Ιωάννας, το καταφύγιό της, ασφαλές, πολύχρωμο, ευωδιαστό, γεμάτο ήχους και
συγκινήσεις! Εκεί μαζευόταν σαν την περικύκλωναν η απογοήτευση, η θλίψη, ο φόβος, τελικά αυτή η ανεπαρκής, ανίσχυρη πραγματικότητά της.
Στα δεκαεπτά αθώα της χρόνια, η Ιωάννα, εν μέσω ανεπαίσθητων επαναστάσεων, μόνο και μόνο για να βεβαιώνεται ότι ζούσε, έχτισε έναν κόσμο, όπου το φιλί έμελλε να γίνει η τερπνή συνοδεία της περιπλάνησής της στον κόσμο των αδιάκριτων, άτσαλων, αφυπνισμένων εφηβικών αισθήσεων.
Κάθε βδομάδα ανανέωνε με συνωμοτική συνέπεια το μυστικό της ραντεβού με το μυστήριο που την είχε σκλαβώσει κυριολεκτικά. Έτσι, με την ονειρεμένη γλύκα του ανεπίδοτου φιλιού, οι μήνες κυλούσαν μέχρι το τέλος της περίκλειστης σχολικής ζωής της Ιωάννας.
Και την ημέρα των αποτελεσμάτων για την εισαγωγή τους στο πανεπιστήμιο, ξαφνικά ο ουρανός κατέβηκε στη γη και τα όνειρα απέκτησαν ύλη. Ο Νίκος είχε μάθει ότι η Ιωάννα πέρασε στη σχολή που ήθελε και έγινε άνεμος για να φτάσει κοντά της, στο σπίτι της. Τη βρήκε μόνη στο δωμάτιό της αποσβολωμένη από χαρά, μια χαρά ασύνορη, σαν αυτές που σε κάνουν να χάνεις τη μιλιά σου. Ενθουσιασμένος προχώρησε προς το μέρος της και είπε με τρεμάμενη φωνή:
— Σε είχα προειδοποιήσει ότι θα σου έδινα ένα χαστούκι, αν περνούσες στο πανεπιστήμιο, γιατί μας είχες τρελάνει τόσο καιρό με την απαισιοδοξία σου. Λοιπόν, ήρθε η στιγμή να πραγματοποιήσω την υπόσχεσή μου.
Ο Νίκος την πλησίασε με ορμή, την τράβηξε στην αγκαλιά του και της έκλεισε το στόμα με ένα φιλί! Η Ιωάννα δεν πρόλαβε να αντιδράσει, δεν πρόλαβε να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει, πού θα έβαζε τη μύτη της, πόσο θα άνοιγε τα
χείλη της, όλα αυτά που την απασχολούσαν και την έκαναν να φαντάζεται διάφορα. Το μόνο που θυμάται ήταν ότι ανάμεσα στο φόβο μην μπει η μαμά της στο δωμάτιο και στην απρόσμενη ευτυχία που την κατέκλυζε, πρόλαβε να ακουμπήσει αυτά τα μικρά, βελουδένια χείλη του Νίκου για πρώτη φορά. Και είχαν πράγματι καραμελένια γεύση και φώτισαν, στ’ αλήθεια, τα άστρα του κόσμου της μονομιάς, και αναχώρησε επιτέλους η καρδιά της φτεροκοπώντας
άταχτα σε άλλα μέρη, πιο θερμά.

 

 

 ΓΙΑ ΤΗ ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΕΞΑΡΧΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Μάχιμα χείλη 2014

 

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

Diastixo 21 Μαρτίου 2015

Σκέφτηκα να φορέσω/ μια χάντρα μνήμης/ Λένε ότι κάνει θαύματα/ ειδικά αν είναι στο χρώμα της θάλασσας/– έτσι κι αλλιώς γαλάζιες/ ήταν πάντα οι πτυχές/ των ονείρων μου – «Χάντρα» (σελ.45)
Ένας κόσμος ονείρου που φωτίζεται από γαλάζια χάντρα. Που προσπαθεί να ορίσει τον έρωτα. […] μοναξιά ως έρημος/ Ανυπεράσπιστη/ Ανεπίστρεπτη/ Ωραία/ Ως θάνατος (σελ.14). Ώσπου, με τρυφερότητα η στραγγισμένη σάρκα αναβαπτίζεται στην κοίτη του ποταμού, ξεπροβάλλουν τα στήθη προτεταμένα, όλο το σώμα τεντωμένο σε μια προσμονή, να ηχήσει με ένα τραγούδι ηδονής.
Τα Μάχιμα χείλη είναι η πέμπτη ποιητική συλλογή της Καλλιόπης Εξάρχου, η οποία δοκιμάζεται και σε άλλα είδη λόγου: στην πεζογραφία αλλά και στον θεατρικό και στον επιστημονικό λόγο – επίκουρη καθηγήτρια Θεατρολογίας, άλλωστε, στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Α.Π.Θ.
Στην πρόσφατη συλλογή της, στην οριοθέτηση του ποιητικού ερωτικού κόσμου βοηθούν χάρτες οδικοί, χάρτες πορείας. Από το συν (συνεγείρει, συνυφαίνει, συν-χωρεί, συνεύρεση, συν-πόρευση) στο στερητικό α- και στο α-συν-τρόφευτο, και στο άνευ και στην απο-συν-άγωγη, και τούμπαλιν, γιατί κυκλικός μοιάζει να είναι ο κόσμος του ποιητικού υποκειμένου –«του κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνουν», για να θυμηθούμε τον Ερωτόκριτο– όπου όλα να κορυφώνονται, να λιγοστεύουν, να χάνονται και να ξανακερδίζονται. Καθότι αγωνίζονται τα μάχιμα χείλη να αγνοήσουν τα σημάδια που προμηνύουν κακοκαιρία και με ελπίδα, αλλά και άνευ ελπίδας, επιμένουν να εμπιστεύονται το μυστικό/ των μάχιμων χειλιών/ που τα βυζαίνεις/ και σε τρέφουν/ και σε κάνουν/ μεγάλο και τρανό (σελ.59). Αγωνίζονται να κρατήσουν του έρωτα τα ανθισμένα φιλιά, που διατοξεύουν μικρή επίγευση ψυχής.
Ο έρωτας προσεγγίζεται με την αφή. Στα ποιήματα προς το τέλος της συλλογής, καθώς η κίνηση γίνεται ανοδική προς μια κορύφωση, το σώμα υπερασπίζεται το σώμα, πλήρες πόθου γίνεται κομμάτια, σαν θυσία.
Έτσι, προσεγγίζεται ο τόπος του έρωτα, μάλλον ο «ερωτευμένος τόπος», και το ποιητικό υποκείμενο τείνει να γευτεί το φως το ντροπαλό/ το σχεδόν κόκκινο. Με την ελπίδα να φθάσει και να μείνει εκεί χωρίς επιστροφή. Όμως τι σημασία έχει που ο ερωτευμένος τόπος έχει ημερομηνία παραμονής και σύνορα που κλείνουν; Τι είναι προσωρινό, άραγε, όταν η στιγμή έχει την ανείπωτη ένταση; Όταν εκείνος ξέρει το σώμα και το δέχεται ως έχει, και το διασχίζει με φιλιά και το αναρριχά με θωπείες! Ώστε το ποιητικό υποκείμενο να πει, πρώτη φορά στο α’ πληθυντικό πρόσωπο, πρώτη φορά στο εμείς: Έτσι ποτίζουμε εμείς τον Έρωτα/ – χείλη με χείλη (σελ.58).
Ωστόσο, η αμφιβολία ταράζει τη βεβαιότητα. Κουράζεται ο έρωτας που έμοιαζε αλώβητος; Το ποιητικό υποκείμενο παρατηρεί εικόνες καθημερινές της κόπωσής του: πρησμένα πόδια, λυγισμένα χέρια, ματωμένα χείλη. Για να εκφράσει την απορημένη θλίψη: κι εγώ τον νόμιζα υπεράνω… (σελ.60).
Τότε είναι που έρχονται στις παρυφές του κόσμου αυτού, του ερωτικού τόπου, το σκοτάδι και οι επισκέπτες της μνήμης. Οι μνήμες φέρνουν τους απόντες, αυτούς που ζουν ακόμα και αυτούς που πέρασαν απέναντι. Ο οίνος γίνεται χοϊκός, σπονδή στην απώλεια. Και το σκοτάδι μοιάζει να κερδίζει τη μάχη, μια που τα ερέβη γνωρίζουν/ καλύτερα τα κατατόπια. Κι εκείνος ο έρωτας, μολονότι σπρωγμένος από τη γλύκα του κρασιού, μένει μαζεμένος, δεν διεκδικεί την υπεροχή του. Για να φιλοσοφήσει το ποιητικό υποκείμενο τα σχετικά με τη ζωή, πως έτσι είναι, μια του ύψους μια του βάθους, αλλιώς πώς θα υπήρχε ισορροπία (σσ.31, 63-64).
Και μέσα στην ταραχή του προσπαθεί να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς με την αμφιθυμία και προκαλεί το σώμα να διαλέξει ανάμεσα στη γεύση και στη γνώση (σελ.39). Να επιλέξει ένα από τα δυο, από την αρετή ή την αυθάδεια των επιθυμιών (σελ.42). Έτσι ξαναγυρνά ο τροχός. Οι μνήμες των απόντων αντιπαλεύουν με το παρόν του έρωτα.
Ο έρωτας προσεγγίζεται με την αφή. Στα ποιήματα προς το τέλος της συλλογής, καθώς η κίνηση γίνεται ανοδική προς μια κορύφωση, το σώμα υπερασπίζεται το σώμα, πλήρες πόθου γίνεται κομμάτια, σαν θυσία. Μέσω της ελπίδας ανασυσταίνεται, προσδοκά και αγγίζει το αντικείμενο του έρωτα: άπαν, με μια θωπεία συνολική, το υποδέχεται με «χάδια στα χέρια». Είναι σαφής η κυριαρχία της αφής σε όλη τη συλλογή, προσδίδοντας την αναγκαία σωματικότητα στη συγκρατημένη ποιητική έκφραση.
Όλη η αντίθεση ανάμεσα στον έρωτα και στην απώλεια εκφράζεται με ένα πλήθος προθέσεων και επιρρημάτων. Η επιλογή αυτή δίνει στη γλώσσα των ποιημάτων ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Από τη μια η αίσθηση μιας λογιότητας καθόλου ενοχλητικής ή ψυχρής, γιατί ταυτόχρονα με τις επιλεγμένες λέξεις ψαύονται μικρές και δυσπρόσιτες γωνίτσες της ψυχής και των αισθημάτων, κι από την άλλη μια σοφή αποστασιοποίηση, ώστε το σώμα που καίγεται να ισορροπεί στην έκφραση του πάθους, των ορίων και των φόβων του. Να προσθέσω εδώ και την ύπαρξη της παρήχησης, του μ και του χ, στον τίτλο: μάχιμα χείλη. Οι παρηχήσεις αναφύονται σε διάφορα σημεία της συλλογής, με επανάληψη συμφώνων και συμπλεγμάτων. Αναφέρω δύο δείγματα ακόμη. Παρήχηση του φ-φρ: φρεσκάδα/ ούτε ένα φωνήεν/ από κείνα τα αλαφροΐσκιωτα (σελ.18). Παρήχηση του χ: να χωρούν/ τρεχάμενο χυμό (σελ.30).
Η συλλογή είναι μια σπουδή στον έρωτα και στον θάνατο, και στα μεταξύ τους όρια. Το τελευταίο ποίημα ονομάζεται «Διαθήκη», ας μην ξεγελάσει τον αναγνώστη ο τίτλος, δεν είναι ποίημα μελαγχολικό, με την αίσθηση του τέλους, αφού τον έρωτα και πάλι εξυψώνει. Όσο η ύπαρξη διαρκεί, θα ορίζεται από τον έρωτα, εφόσον η ύπαρξη εξισώνεται σχεδόν με το ερωτικό αίσθημα: Μόνο/ το ερωτοχτυπημένο/ σώμα μου/ ίσως/ αφήσει διαθήκη/ προς αποκατάσταση/ της αληθείας του/ Αυτήν που δεν τόλμησε/ να κατονομάσει/ στο ανοικτίρμον τώρα/ […] «Έζησε, ερωτεύτηκε/ και πέθανε»/ θα πούνε/ όταν δεν θα ‘μαι εδώ/ Τίποτε λιγότερο/ τίποτε περισσότερο («Διαθήκη», σελ.76).
Ο κύκλος μένει στο ανέβασμα, καθώς κλείνει η ανάγνωση. Με ένα μικρό χαμόγελο θλίψης και πίκρας στην άκρη των χειλιών, αλλά με κυρίαρχη την αίσθηση ότι το ποιητικό υποκείμενο καταφέρνει να δώσει στη ζωή την απαραίτητη κατάφαση, ως αποτέλεσμα μιας μάχιμης ερωτικής διάθεσης.

 

 

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

Ο Αναγνώστης

Έχουν οι λέξεις ηλικία; Όχι οι άνθρωποι έχουν ηλικία, καμιά φορά και οι ουρανοί που αυθαίρετα και αναιδώς αποφασίζουν να την αλλάξουν, για να υποκύψουν οι άνθρωποι «στη μάνητα των φθόγγων». Η Καλλιόπη Εξάρχου με το βιβλίο αυτό δείχνει αποφασιστική μες στα διλλήματά της. Έχοντας αποδεχτεί εκ προοιμίου την ήττα της ως νίκη, αποφασίζει να ορθοτομήσει και να διαμοιράσει τα τραύματα, όπως θα έκαναν μετά τη μάχη οι πολεμιστές. Λες και μια επιτακτική προθεσμία την αναγκάζει να ταξινομήσει τις εκκρεμότητες, να καταγράψει τις απώλειες, να τις αποδεχτεί, να κλείσει θαρρείς τα ανοιχτά ζητήματα που ταλανίζουν την ψυχή της. Σκιαγραφώντας μας τους άξονες που ορίζουν την προβληματική της

1. Η ποίηση και ο λόγος ως πράξη αντίστασης στην αφωνία των καιρών

2. Το σώμα και η σχέση έλξης-άπωσης που βιώνει με τον έρωτα

3. Ο χρόνος, ως ελάχιστη πύκνωση του φευγαλέου μες στη μικρή στιγμή
αποφασίζει να ασχοληθεί με την πράξη της γραφής και να μιλήσει για την απαιτούμενη προεργασία: εξημέρωση, ανασκαφή, ξεδιάλεγμα-πέταγμα, σπορά, ωρίμανση στο σκότος και πίστη κυρίως στην υπόσχεση που δίνουν οι λέξεις για τον επιτυχή πολλαπλασιασμό της Τέχνης εντός τους.
Αναγνωρίζει και παραδέχεται, για να μην πω αυτόβουλα ομολογεί, ότι η Ποίηση γυρεύει θολωμένους και αδίστακτους, άφοβους και τολμηρούς, σταθερά ασταθείς και αναποφάσιστους, ψυχές που αψηφούν τον νόμο της βαρύτητας και αντιστέκονται με το βαρίδιο των φτερών τους στην ελαφρότητα του κόσμου. Αποστρέφεται τους γήινους και τους ρεαλιστές, τους υπολογιστές και καιροσκόπους και τάσσεται με τη μερίδα εκείνων που, όταν τους λιγοστεύει η ανάσα, εκείνοι ξεντύνονται τη στενή φορεσιά και ντύνονται την αιρετική περιβολή των ανυπόδητων αλλά ελεύθερων ονείρων. Καταγγέλλει τους άφωνους, τους ηθελημένα σιωπηλούς που διαθέτουν ένα σιγαστήρα στη θέση του στόματός τους και προειδοποιεί:

«Τα απόμακρα στόματα / φοβού / που σ’ εξορίζουν / από τη γλώσσα σου»

(Λόγος παραινετικός)

ενώ για τις δύσκολες ώρες της αφωνίας συμβουλεύει:

«Αν σε εγκαταλείψει / η λαλιά σου / σκάψε στα βράγχια των ψιθύρων» (Σημάδευσε)

Τον λόγο λοιπόν επικαλείται και αυτόν προτείνει ως ύστατη πράξη συνέπειας του όντος απέναντι στη φύση του και στον προορισμό του. Και είναι αποφασισμένη τίποτα να μη σταθεί εμπόδιο σ’ αυτό. Τη γλώσσα λοιπόν και τις δυνατότητές της αποτολμά να διευρύνει, επεμβαίνοντας με ενέργεια ακόμα και διαγραφής εκείνων των λέξεων που ανακόπτουν τούτη την επέκταση, παραπέμποντας με έναν τρόπο στο «δεν» και στο «αδύνατον» του Ελύτη.

«Πειράζει / να ελαφρύνω / τα λεξικά / από μερικά εμπόδια; / Να μη σκοντάφτω στο «αδύνατον» / να μη με πληγώνει / το «αποκλείεται» / Είναι που θέλω / να φαρδύνουν / οι αρτηρίες μου / να χωρούν / τρεχάμενο χυμό» (Απαλείψεις)

Η γραφή ως διαμαρτυρία και ως μνημείο, με την έννοια της διάσωσης της κραυγής ή αλλιώς της απόπειρας να χαρτογραφηθεί η ουτοπία, αποτελεί για την Εξάρχου την ενάρετη θέαση του κόσμου σε αντίθεση ενδεχομένως με «την αυθάδεια του σώματος», όπως η ίδια αναφέρει.
Την ποίηση ωστόσο ως απώτατο προορισμό των λέξεων αλλά και ως αντίποδα στων ημερών την αφασία, τη βάζει να συνομιλεί με τον έρωτα. Με άλλα λόγια, ανοίγει μια συνομιλία με το σώμα της γραφής στήνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο μια γέφυρα επικοινωνίας και πρόσβασης στο ερωτικό σώμα, το οποίο μάλιστα αποκωδικοποιεί και μεταγράφει. Κατορθώνει έτσι με όχημα τις μεταφορές να μεταφέρει τον πόθο και, αντί για την ηδονή, να μεταπλάσει την απελπισία και την οδύνη σε τόπο προορισμού.

«Δεν χάνω τις ελπίδες μου / όταν το σώμα σου μιλά και ακούει το δικό μου /Δεν χάνω το κουράγιο μου / όσο η γλώσσα σου / τη γλώσσα μου σμιλεύει / Δεν μπορώ να φανταστώ αλλιώς / ούτε τις λέξεις / ούτε τον προορισμό τους». (Προσδοκίες)

Η επαφή-αφή με το άλλο σώμα μετουσιώνεται σε σωτηρία και σωσίβιο, καθιστώντας την αγκαλιά ένα καταφύγιο, η απουσία του οποίου απειλεί με αφανισμό την ύπαρξη που είναι εκτεθειμένη στα όνειρα και μετεωρίζεται στον κίνδυνο.

«Εγκαταλείπομαι σαν τον πολεμιστή που επιστρέφει / από όλους τους πολέμους / Από μιαν αγκαλιά / κρέμεται η ζωή μου / Από ένα φιλί / κι ένα αστέρι / Εκεί το μήλο / εκεί και ο πειρασμός».

Η επιθυμία για την Εξάρχου είναι θηρίο ανήμερο που πρέπει να εξημερωθεί, σαν άλλη μια αναγκαστική υποχώρηση της ύπαρξης απέναντι στη λογικοκρατούμενη τρέχουσα ηθική που κατορθώνει να εξορίσει τα «θέλω» ή στην καλύτερη περίπτωση να τα στριμώξει στις στενές γραμμές μια πρότασης ποιητικής, έτσι για την τιμή των όπλων, να μοιάζει ότι πάλεψε κάπως να αντισταθεί.
Ένας συμβιβασμός που έστω και μέσα από την ασφάλεια του ποιητικού λόγου προτείνει μια εξέγερση, μία επανεκκίνηση της ασάλευτης ζωής.

«Τη ζωή σου / σού επιδίδω / Ανακεφαλαίωσέ την / εξ απαλών ονύχων / μήπως και καταλάβεις / πώς / πού / πότε / βολεύτηκαν οι πληγές / Σήκωσέ την / από το κρεβάτι / να κάνει μια βόλτα / να ξεμουδιάσει την ασφάλεια / να δει νέους πόθους / να εκπλαγεί / να φοβηθεί / να συντριβεί / Αν αντέξεις / θα συμπεριληφθείς στους νικητές / Αν όχι / καλά να ’ναι / οι ηττημένοι / Κρατούν / κράτος εν κράτει / ασάλευτο / τον κόσμο» (Επίδοση)

Το σώμα στην ποίηση της Εξάρχου βιώνει την ταλάντευση. Μια αέναη παλινδρόμηση από την ενοχή στην αθωότητα. Ένα μπρος-πίσω βασανιστικό που απ’ τη μια φλερτάρει με την αποδοχή κι από την άλλη μάχεται την ίδια την απόφασή του. Το σώμα δυστυχώς υφίσταται τα παιχνίδια του μυαλού και την άρνηση του κατόχου του να πάρει θέση καθαρή απέναντι στα «θέλω» του. Διχασμένο το παρουσιάζει η Καλλιόπη και αμφίθυμο. Από τη μια να είναι έφηβο κι από την άλλη, από τη σοφία της γνώσης επηρεασμένο, να υποκύπτει στον συμβιβασμό. Πρόκειται για το συμβιβασμό με το προχώρημα του χρόνου και τα πολλαπλά διαπιστευτήρια που αυτός αφήνει επάνω στο σώμα μας. Δεν είναι όμως τελικά το σώμα εκείνο που ευθύνεται. Αυτό, απλώς υφίσταται τη δική της άρνηση να το αφήσουμε ελεύθερο συμφιλιωθεί με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Κι εδώ συντελείται η αδικία. Ένα μυαλό σοφό, του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο μάλιστα ξέρει καλά να ερμηνεύει και εμπεριστατωμένα να επιχειρηματολογεί, αυτό λοιπόν το μυαλό να βάζει ένα σώμα ανίσχυρο να μάχεται με τις αντιφάσεις του. Ένα σώμα – δίλλημα που μεταξύ σοφίας και στοχασμών εφηβικών στέκεται αμήχανο απέναντι στην προσαρμογή σε νέες καταστάσεις. Η ποιήτρια ψηλώνει με το ψήλωμα του νου και αντιμάχεται τον χρόνο και την επέλαση της φθοράς. Απέναντι λοιπόν στον αιφνιδιασμό των ρυτίδων εκείνη για αντιπερισπασμό άνθη φυτεύει στις κοιλότητες, μόνο που αυτό περιορίζεται να το κάνει με την ποιητική ιδιότητα και μόνο, με τη βοήθεια της οποίας μάλιστα καταγγέλλει και επικρίνει τους δειλούς.

«Με την απορία / θα μείνω / για τον δισταγμό / των ανεπίδοτων περιπτύξεων / Λέτε να μοιάζουν / με τον ρεμβασμό / των άγραφων λέξεων;…»

Κι αλλού:

«Φοβάστε / -και αναρωτιέμαι γιατί- / το ιλιγγιώδες βήμα / Δεν γνωρίζετε / πού οδηγεί / Και λοιπόν; / Τι κακό κι αυτό / με τα σημεία αναφοράς / Λίγη ανισορροπία σας αναλογεί / πίσω από τις κρυφές πόρτες / του ατελούς / και τρέμετε / μην και σας μεταθέσουν / στη Χώρα των Θαυμάτων…» (Δειλία)

Αλλά κι οι εραστές στην ποίηση της Εξάρχου είναι συνήθως φοβισμένοι, γι’ αυτό και το φιλί «έναστρο γλυκό του κουταλιού» κάποτε «τη νύχτα της μετάληψης» πέφτει κάτω κατά λάθος όταν εκείνοι αποχωρούν. Στη συνείδηση της ποιήτριας ο έρωτας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ενοχή, τον πόνο και βέβαια με τα υπέρογκα ποσά, τα δυσβάσταχτα τιμήματα που οφείλει μέχρι δεκάρας να επιστρέψει πάραυτα, εξαργυρώνοντας με αίμα και με τύψεις το λίγο φως που αντίκρισε κατά τη διάρκειά του. Επινοεί λοιπόν έναν τόπο, τον «Ερωτευμένο τόπο», προκειμένου να εγκαταστήσει εκεί τον «απάτριδα Έρωτα», όπως τον αποκαλεί, στον οποίο τόπο ζητά να πάει χωρίς επιστροφή. Όσο διαβάζεις τα ποιήματα της συλλογής νιώθεις πως γράφτηκαν μόνο και μόνο για να ζητήσουν την έγκριση, την παραχώρηση ή τη συγκατάθεση -όχι όμως των άλλων- αλλά του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου, ώστε να του επιτραπεί το μήλο και ο πειρασμός. Θαρρείς και η πράξη της γραφής με το κοφτερό της μαχαιράκι έχοντας ξεφλουδίσει το σώμα και έχοντας φτάσει μέχρι την ψυχή και τα γυμνά της τραύματα, ελπίζει κατά βάθος πως κάποιοι μπορεί και να τη σπλαχνιστούν. Στην πραγματικότητα, μια διαβεβαίωση ζητά να εξασφαλίσει, μια άφεση ή μια επίσημη υπόσχεση ότι θα της συγχωρεθεί η προσχώρηση στο στρατόπεδο των ερωτευμένων σωμάτων και θα αποφύγει την επίκριση.
Το σώμα της ωστόσο είναι αυτό που γράφει αντ’ αυτής μια «διαθήκη προς αποκατάσταση της αληθείας του», μια διαθήκη η οποία όπως όλα τα «θέλω» και οι ερωτικές της επιθυμίες θα μείνει και αυτή ανεπίδοτη.

Το σώμα σκοπεύει να την πάρει μαζί του «να γίνει λίπασμα / να βγάλει λουλούδια / να μυρίσει ο αγέρας / να σηκωθούν οι άνθρωποι / να μην υπάρξει ξανά / παρεξηγημένο σώμα / του πάθους και της απωλείας». (Διαθήκη)

Το σώμα της γραφής, πλήρες σωμάτων και ερώτων, αλλά και το σώμα του έρωτα διάστικτο από «κρύπτιες στιγμές» που μόνον οι ποιητές ξέρουν να διασώζουν συνυπάρχουν σε τούτη τη συλλογή και τρυφερά αλληλοεξοντώνονται, για να επικρατήσει τελικά η ελάχιστη ανάσα που βγαίνει από δύο, κατά τ’ άλλα, μάχιμα χείλη.

 

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Diavasame

Αειθάλλων ρομαντισμός, πεσιμιστική αισιοδοξία μάχιμη, εξιδανικευμένη ερωτική ορμή. Το σώμα τοπίον συμβιβασμένου Έρωτος, φυλλοβόλον (σελ. 39-40). Η απουσία του Άλλου, του έτερου δηλώνεται σαφώς (σελ. 40). Απόπειρα συγκαλύψεως της λοξότητος σκέψεως και λογισμού (σελ. 27). Τα περισσότερα είναι ποιήματα ποιητικής. Μοναξιά χαμένη μεταξύ ρεμβασμών (σελ. 50) και δειλίας (σελ. 51). Η κοινωνική ανάγκη του Υπερεγώ για την τήρηση των προσχημάτων (σελ. 53). Αλλά κι η νοσταλγία για το Πρωταρχικόν Φάος, το Πυρ το λυτρωτικόν (σελ. 54). Η ερωτική ορμή μόνον ως εξιδανικευμένη μπορεί να γίνει αποδεκτή (σελ. 61-62). Απαγορευμένος, κρυφός, παράνομος ο έρωτας, προσελκύει μάρτυρες κατηγορίας (σελ. 66). Οι εραστές είναι φοβισμένοι (σελ. 65), ενοχοποιημένοι, κυνηγημένοι. Τηρούνται τα προσχήματα (σελ. 53). Λεκτική εκτόνωση του ερωτικού (σελ. 73). Το στόμα αντί για φιλιά εκπέμπει ντροπαλές λέξεις (σελ. 46, 59, 69). Η αφή εμφανίζεται μόνον στη σελίδα 70. Η αφηγηματική φωνή δηλώνει ότι αμέλησε να ζήσει, στη «Διαθήκη», στο καταληκτικό ποίημα αυτής της συλλογής της καθηγήτριας θεατρολογίας στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Είναι περίεργο το τυπογραφικό λάθος της σελ. 76: «ανικτοίρμον» αντί του ορθού «ανοικτίρμον». Γλώσσα λανθάνουσα; Αν σκεφτείς ότι η γλωσσοπλαστική της ποιήτριας δεν είναι κραυγαλέα, αφού εντοπίζεται κυρίως στο «αγγελόπτερος» της σελ. 60, μάλλον για υποσυνείδητο λάθος πρόκειται. Δεδομένου ότι η έκδοση είναι ιδιαίτερα επιμελημένη, όπως φαίνεται στο σωστό «ωρίμαση» (σελ. 9) αντί του λανθασμένου, αλλά συνηθισμένου, «ωρίμανση», αυτό το «ανικτοίρμον» μπορεί να εκληφθεί ως το δαιμόνιον που επαληθεύει τη θεότητα (από το ρήμα θεώμαι). Φειδωλή η ποιήτρια σε εκζητήσεις και ακροβασίες. Απλός, ψιθυριστός ο λόγος της. Εξομολογητικός, σχεδόν καθημερινός. Μόνον ένα ενδιαφέρον οξύμωρο εντόπισα στη σελ. 68: «Θυσιαστική πράξη εξ αμελείας αποφαίνεται ο ιατροδικαστής και τραβάει το δέρμα μέχρι το κεφάλι». Υπέροχο.
Σε γενικές γραμμές, αμφιταλαντεύτηκα ως συνδημιουργός επαρκής αναγνώστης ανάμεσα στη μόρφωση της ποιήτριας και στη ρομαντική επιφυλακτικότητα του λόγου της. Σχεδόν ρετρό, χωρίς να είναι απαραίτητα παλιομοδίτικη. Αυτή η αρρώστια της νοσταλγίας επικεντρώνει τη λέιζερ ακτίνα του νοητικού μας σε ένα εξιδανικευμένο άχωρο παρελθόν, μετατοπίζει το διακύβευμα στον χώρο της ουτοπίας, απέχει δηλαδή από το τώρα. Τολμώ να πω, σαν τον Καβάφη (στο ποίημα του «Κρυμμένα», «κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα / βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα πράξει»), ότι όταν έρθει ο χρόνος (σύντομα ελπίζω – ακόμα κι αν δεν ζούμε πια εμείς) που ο έρωτας θα γίνει απλός, συναινετικός και ειλικρινής, τότε παρόμοια ποιήματα θα είναι υλικό για ερευνητές, αφού η Ζωή θα έχει νικήσει, υπερβεί και υποσκελίσει τη ρομαντική Τέχνη και Ποίηση…

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

Ζωογόνα μαχητικότητα

Στην «πολιτεία των ποιητών», όπου δεν χωρούν όσοι υποτάσσονται στον «νόμο της βαρύτητας» απορρίπτοντας τα «θροΐσματα φτερών», τα μάχιμα χείλη έχουν τον πρώτο λόγο. «Μάχιμα χείλη» τιτλοφορεί την πέμπτη της ποιητική συλλογή η Καλλιόπη Εξάρχου, παρέχοντας μια εύκολη υποψία κάποιας ερωτικής δραστηριοποίησης. Όμως η ποιήτρια δεν περιορίζεται μόνο στην ερωτική διάσταση και συνθέτει ένα πολύσημο οικοδόμημα. Ποια είναι, λοιπόν, τα μάχιμα χείλη, «που τα βυζαίνεις/ και σε κάνουν/ μεγάλο και τρανό»; Είναι τα χείλη απ’ τα οποία κρέμεται κανείς, καθώς μιλούν κι αντιστέκονται; Είναι τα χείλη που εκφέρουν μαχητική ποίηση; Τα χείλη που προβλέπουν τις «δυσοίωνες βροντές»; Ή μήπως όντως, εντέλει, τα ερωτικά χείλη, που βαθαίνουν τη διαπροσωπική σχέση μέσω του έντονα υπονοούμενου ερωτισμού από το «βύζαγμα» των χειλιών;
Η απάντηση της Εξάρχου στα ερωτήματα περιλαμβάνει όλες τις προηγούμενες εκδοχές. Φαίνεται, μάλιστα, πως όλες οι άλλες εκδοχές περιέχονται σε εκείνη της ποιητικής δημιουργίας, αφού οφείλουν την ύπαρξή τους και περικλείονται «στη μάνητα των φθόγγων». Τα «οινοχόα χείλη» θολώνουν το ποτήρι, θαμπώνουν τα προοριζόμενα μόνο για τις «νοικοκυρές» «καθαρά κρύσταλλα», παραδίδονται στη μεθυστική θολούρα του οίνου, στην έκσταση, στην ψυχική ανάταση που προκαλεί όχι, τελικά, η γλυκιά ζάλη ή η άγρια μανία του αλκοόλ, παρά η ίδια η γλώσσα και η ποιητική έκφραση.
Τα θετικά συναισθήματα που αποπνέει η ποίηση αποδίδονται στη ζωογόνα μαχητικότητά της. Όποιος αδυνατεί να την αντέξει, νυχτώνει μοναχικός σαν έρημος. Η Εξάρχου απορρίπτει την αδιάφορη, στατική ζωή, που δεν προσφέρει καμία συγκίνηση και περιορίζεται μόνο στην άγονη ανάμνηση των περασμένων. Οι μνήμες είναι οι «Θρυαλλίδες/ ενός απολιόρκητου βίου/ που επιμένει/ να παραδίδεται μόνο στη μνήμη τους». Το σχόλιο αναδεικνύεται από τον εμπνευσμένο τρόπο με τον οποίο πραγματώνεται η ποιητική λειτουργία: το αντικείμενο λόγου εμπίπτει στη λειτουργία του ίδιου του τού εαυτού, καθώς οι αναμνήσεις παραδίνονται στο γεγονός της ανάμνησής τους.
Η έξοδος από το τέλμα τούτο δεν μπορεί να επιτελεστεί μέσω μιας συντηρητικής διαχείρισης των πληγών, γι’ αυτό και η Εξάρχου επιμένει ότι πραγματική ζωή είναι εκείνη που επιζητά «να εκπλαγεί/ να φοβηθεί/ να συντριβεί». Και μόνο όποιος αντέχει στις δοκιμασίες συγκαταλέγεται στους νικητές. Το άγνωστο δεν είναι απειλή, κατά την ποιήτρια· είναι η «Χώρα των Θαυμάτων». Εκεί πλουτίζουν τα μάτια, κι ας μοιάζει το σκηνικό βροχερό κι αντίξοο. Άλλωστε, «Τα ουράνια τόξα/ είναι ορατά/ μετά από βροχή/ Και μόνο τότε». Οι υπόλοιποι, που, στη δειλία τους, δεν ακολουθούν, τι επιλογές έχουν; «Κλειδώστε/ αμπαρώστε/ για να έχετε την ησυχία σας», σημειώνει επιτιμητικά η ποιητική ηρωίδα.

Τα σχόλια της Εξάρχου προκύπτουν σε πολλές περιπτώσεις απ’ τις ποιητικές της συνομιλίες με προγενέστερους ποιητές. Η ποιήτρια σπέρνει ενδείξεις μιας υπόγειας συνομιλίας με την Κική Δημουλά, που καταλήγει μάλλον στην πρόταξη μιας εκ διαμέτρου αντίθετης κοσμοθεωρίας από εκείνη της Δημουλά. Έτσι, αντί των αναμνήσεων που διακινούνται στη δημουλική ποίηση κυρίως μέσω της θέασης και του ποιητικού σχολιασμού φωτογραφιών, η Εξάρχου προτείνει την έξοδο από το κλουβί του παρελθόντος και την αναμέτρηση με τη ζωή· αντί της γυναίκας νοικοκυράς, που αναμετριέται με τη σκόνη και τα δεσμά στα χέρια της από μια φαλλοκρατική κοινωνία, η Εξάρχου διεκδικεί τη δοκιμασία και τη νίκη, απορρίπτοντας τους «ηττημένους» που «Κρατούν/ κράτος εν κράτει/ ασάλευτο/ τον κόσμο». Κι ίσως η συνομιλία αυτή να αποκαλύπτεται με διαύγεια στην ειρωνική παραδοχή της Εξάρχου πως δεν έχει κανένα σημείο επαφής με τους «αρματωμένους», που κουβαλούν «ανυπόφορα φορτία» υπεράσπισης της ζωής με πολεμικά υλικά, φορτία αβάστακτα για την «ανυπεράσπιστη» και παραιτημένη, τάχα, ποιήτρια, τα οποία δήθεν αναγνωρίζονται στην εκρηκτική παραδοχή «Και γέρνω/ Γερνώ», τη στιγμή που είναι σαφής η προτεινόμενη μαχητική στάση από την Εξάρχου. Ειδικά, όμως, στους τελευταίους στίχους επιβεβλημένα ανακαλούνται οι στίχοι της Δημουλά «Με ρωτάει ο καιρός/ Από πού θέλω να περάσει/ πού ακριβώς τονίζομαι/ στο γέρνω ή στο γερνώ» («Απροσδοκίες»), κινούμενοι στο κλίμα της στοχαστικής μελαγχολίας.
Αντίθετα, τα πετάγματα της Εξάρχου τείνουν να συναντήσουν τον ουρανό του Μίλτου Σαχτούρη. «Δίκιο έχουν/ τελικά/ οι ελεγκτές των εναέριων ελπίδων// Τίποτε δεν πετάει/ ελεύθερα/ χωρίς Τους», σημειώνει η ποιήτρια σε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον Σαχτούρη και ποιήματά του όπως ο «Ελεγκτής», όπου επιδίωξη είναι να κρατηθούν αναμμένες οι πηγές φωτός στον ουρανό, ή το «Ψωμί», όπου δηλώνεται η δίψα για ουρανό, με ό,τι θετικό αυτός συμβολίζει. Οι ποιητές, λοιπόν, όπως ο Σαχτούρης, που διεκδικούν έναν ανέφελο, καθάριο, ελεύθερο ουρανό, καθίστανται εγγυητές της ελπίδας, γι’ αυτό και τους αξίζει να αναφέρονται με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα της αναφερόμενης σε εκείνους αντωνυμίας («Τους»), εφόσον κι ο ρόλος τους στην υπεράσπιση της αξιοπρεπούς ζωής είναι κεφαλαιώδης.
Η επίτευξη του αξιοπρεπούς βίου προϋποθέτει, βέβαια, για την Εξάρχου την άνθηση του έρωτα. Ο έρωτας αντιμετωπίζεται σαν ευαγγελισμός, σαν πίστη, σαν βροχή στην ανομβρία, σαν βλάστηση στην έρημο. Έτσι επιδιώκεται στην πιο τολμηρή του εκδοχή: «Δεσμεύομαι/ [] να σε διατρέχω/ οριζοντίως/ και καθέτως», σε μια ψηλάφηση κάθε πόρου του κορμιού. Ο έρωτας καταξιώνει τον ανθρώπινο βίο, γι’ αυτό κι αν ακόμα φαίνεται ότι μια ζωή είναι άκρως κοινότοπη («“Έζησε και πέθανε”/ θα πούνε»), το ποιητικό υποκείμενο διεκδικεί ως αξιολόγηση της δικής του ζωής, ως «Διαθήκη» του, την αποτίμηση «“Έζησε, ερωτεύτηκε/ και πέθανε”/ θα πούνε», με την εύγλωττη και σημαίνουσα προσθήκη του ρήματος «ερωτεύτηκε».
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι τα δύο ωραιότερα ποιήματα της συλλογής είναι ερωτικά: η «Νύχτα της μετάληψης» και το «Από μιαν αγκαλιά». Στο πρώτο από τα δύο ποιήματα η Εξάρχου, με μια σειρά μαγικές εικόνες, δραστικές παρομοιώσεις της ερωτικής σχέσης με τη Θεία Κοινωνία, μεταφορές («σκόνταψα σ’ ένα φιλί»), προσωποποιήσεις (το φιλί «Ανάσαινε ακόμη/ στα δάχτυλά μου»), προτείνει μια ποιητική ανάπτυξη υποδειγματική, παρά τον εκφραστικό της πλούτο, για τη δομική οικονομία της. Στο δεύτερο ποίημα κυριαρχεί μια ευφάνταστη αντίθεση, που αφορά τον μετεωρισμό των ονείρων: τα όνειρα-«σαΐτες» σταματούν το ταξίδι τους, όταν «καρφώνονται» στον ορίζοντα, όπου και, παρά το «κάρφωμά» τους, παραμένουν μετεωρισμένα. Με το μετέωρο αυτό κάρφωμα περιγράφεται τόσο η άυλη φύση των ονείρων, όσο όμως και ο τερματισμός του ταξιδιού τους, παρόλο που ο χώρος τους παραμένει ο ουρανός, ως χώρος οραμάτων, ελπίδων, πεταγμάτων.
Μπορεί, επομένως, κάποτε να «Κουράζεται κι ο Έρωτας» ο ίδιος· μπορεί να «Ματώνουν τα χείλη του», φανερώνοντας ότι, αν και αποτελεί ένα ισχυρότατο όπλο για την αντιμετώπιση των δυσκολιών, δεν είναι κι ακαταμάχητο. Γι’ αυτό κι από τη μια μοιάζει να χαρίζει τα πάντα, μα από την άλλη να οδηγεί στο τίποτα. Το ίδιο ανεβοκατέβασμα παρατηρείται, άλλωστε, γενικότερα στη ζωή, «για να κρατιέται το σύμπαν/ εν ισορροπία». Αν, συνεπώς, τα χείλη ματώσουν στον έρωτα, δεν παύουν να διατηρούν την ιαματική τους μαχητικότητα, εκφραζόμενα ποιητικά.

 

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

BOOKPRESS, 07 ΜΑΡΤΙΟΥ 2015

Μόνο οι λέξεις, άγρια θηρία

Το ανθρώπινο σώμα, στην αντιπαράθεσή του με το πνεύμα ή την ψυχή, κουβαλά μια μεγάλη ιστορία. Στον Πλάτωνα εμφανίζεται σαν δεσμωτήριο της ψυχής. Στη χριστιανική θρησκεία, ενώ το σώμα ταυτίζεται με τη φύση και το πνεύμα πορεύεται από τη θεία χάρη, υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, που ανενδοίαστα ξεχνούν οι ηθικιστές: το σώμα ανασταίνεται μαζί με την ψυχή. Είναι δηλαδή εξίσου ιερό.

Παράλληλα, μια παράδοξη έννοια της αμαρτίας αναπτύσσεται μέσα στους αιώνες και δεν φαίνεται να πηγάζει από την Αγία Γραφή. Πρόκειται για αμαρτία του ανθρώπου που αγνοεί τον άνθρωπο, καθώς αναφέρεται στη γενετήσια πράξη, χαρακτηρίζοντας μιαρή την ίδια την αρχή της ύπαρξής του. Παράδοξη επίσης γιατί, στην Παλαιά Διαθήκη, προπατορικό αμάρτημα δεν είναι η ένωση των πρωτόπλαστων, αλλά η Γνώση, η επιθυμία να γνωρίζεις και να κρίνεις, να γίνεις και ουσιαστικά κατ’ εικόνα και ομοίωση του δημιουργού σου, με άλλα λόγια, η ύβρις, όπως σε αρχαία τραγωδία.
Όλο το βάρος της άδικης αμαρτίας του σώματος, που ταξιδεύει μέσα σε μια υποκειμενικά γραμμένη ιστορία, κουβαλά κάθε λέξη της Καλλιόπης Εξάρχου στη νέα της ποιητική συλλογή, Μάχιμα χείλη. Ζούμε σε μια αέναη παραδοξολογία. Η ζωή μας είναι χτισμένη πάνω σε μνήμες, πάνω σε

Θρυαλλίδες / ενός απολιόρκητου βίου /που επιμένει /
να παραδίδεται μόνο στη μνήμη τους («Μνήμες»).

Εξημερώνουμε την επιθυμία, αλλοιώνουμε τη φύση μας για μια στάλα αποδοχή, χωρίς να αναρωτηθούμε πού οδηγεί η οικειότητα με το σώμα μας, αν πρόκειται για παγίδα, ή ακόμη αν, με αυτό τον τρόπο, προετοιμάζουμε την καταστολή της επανάστασης του:

Μύριζαν σιωπή / από μακριά // Ούτε μια λέξη / που να μοσχοβολάει /
φρεσκάδα / ούτε ένα φωνήεν / από κείνα τα αλαφροΐσκιωτα /
που ενοχλούν / τα ανάπηρα αυτιά («Σιωπή»).
Το σώμα, ασυγκράτητο, εκδηλώνει την επιθυμία του. Μόνο οι λέξεις, άγρια θηρία οι ίδιες, μπορούν να εξημερώσουν το θεριό:
από πού / να κρατηθώ; // Από την αρετή της λέξης / ή την αυθάδεια
του σώματος; («Δίλημμα»)

Και όμως, στο πρώτο ποίημα της συλλογής, η Εξάρχου αναφέρεται στη «γη των λέξεων». Χοϊκές μαζί και ουράνιες οι λέξεις, λοιπόν, σώμα και πνεύμα, θυσιάζονται για χάρη του ποιητή. Γκρεμίζουν παλιά κάστρα, ξαναχτίζουν άλλα από την αρχή. Η ποιήτρια επιλέγει να αυτονομηθεί από τη γλώσσα, θέλει να αφαιρέσει λέξεις από το λεξικό, για να απαλύνει τον πόνο της. Σε τι μπορεί, ωστόσο, να τη βοηθήσει ο εξοστρακισμός των λέξεων; Μα, προφανώς, οι λέξεις δεν εκφράζουν απλώς. Οι λέξεις δημιουργούν, όπως στη Γένεση και στη συνέχεια στην Έξοδο. Εκεί, βέβαια, οι εντολές αποκτούν υπόσταση, αρχίζοντας συχνά με ένα απλό «ου». Ίσως γι’ αυτό η ποιήτρια δεν διαγράφει, δεν αναφέρει καν λέξεις όπως «απαγορεύεται» ή «ου»:

Πειράζει / να ελαφρύνω / τα λεξικά / από μερικά εμπόδια; /Να μη
σκοντάφτω / στο «αδύνατον» / να μη με πληγώνει / το «αποκλείεται» («Απαλείψεις»).
Η λέξη αντικαθιστά το σώμα, ο ήχος της ποιητικής λέξης επενδύει τη σημασία. Όταν εμφανίστηκαν οι «Νυχτερινοί επισκέπτες»,
Καθένας τους κρατούσε / κι από μια λέξη σταυρωμένη,
ενώ τελικά, το μόνο κέρδος ανάμεσα στα δύο κενά, το ένα πριν και το άλλο μετά την ύπαρξή μας, είναι ο έρωτας, όπως γράφει στο τέλος του τελευταίου ποιήματος, επαναλαμβάνοντας την αρχή:

«Έζησε και πέθανε» / θα πούνε / όταν δεν θα ’μαι εδώ / […] //
«Έζησε, ερωτεύτηκε / και πέθανε» / θα πούνε / όταν δεν θα ’μαι εδώ. («Διαθήκη»).
Στη νέα ποιητική της συλλογή, η Καλλιόπη Εξάρχου παλεύει με τις λέξεις, παλεύει με τις ενοχές στις οποίες δίνουν υπόσταση, τις οποίες κρυσταλλώνουν, οι λέξεις. Μετατρέπει τον έρωτα σε ποίηση, ενώ υπογραμμίζει τους κινδύνους μιας τέτοιας ενέργειας και μας προσκαλεί να ζήσουμε τη στιγμή μέσα σε μια γλώσσα που δεν χαρακτηρίζεται από εντολές και μάλιστα συνώνυμες με απαγορεύσεις.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Vakxikon T.30

Η λέξη Λόγος που κυρίως σημαίνει λογική, απολλώνια διαύγεια, συχνά εμφανίζεται στα ποιήματα της καινούργιας συλλογής της Καλλιόπης Εξάρχου με σκοπό να εξερευνήσει, να εκλογικεύσει, να εξηγήσει τους χώρους των επιθυμιών κι ενστίκτων της ποιήτριας. Αμέσως, από το πρώτο ποίημα δηλώνει τη γενναία κατάδυσή της στην επικράτεια του πιο μύχιου εαυτού της. Σύμφωνα με τη αφήγηση που μας δίνει, κατέρχεται σε μια άγρια κι αδούλωτη γη με πτυχώσεις και βάραθρα που «για να την εξημερώσεις/ χρειάζεται ανασκαφή/ να φτάσεις μέχρι τα σπλάχνα της», θα χρειαστεί να πετάξει πέτρες, να σπείρει στο χώμα κι όταν μετά την ανθοφορία έρθουν οι καρποί, με τρυφερότητα θα τους αγγίξει για να δρέψει μυστικά πολυπόθητα, που θα τις δώσουν το έναυσμα να διεισδύσει στο νόημά τους, για να φτιάξει λόγο, ποιητική τέχνη με βάση αυτόν τον υπόγειο, τον πυριφλεγή γεωλογικό πλούτο του υποσυνείδητου.
Η κατάδυση της ποιήτριας στο άδυτο και τα μυστικά του δεν είναι ένας απλός περίπατος. Αντιθέτως, η ποιήτρια αναδύεται μεταμορφωμένη, θέλει να εκφράσει, να προχωρήσει στις αλήθειες που την προσδιορίζουν, να τις αναζητήσει με πίστη και σεβασμό. Όμως αυτές οι αλήθειες είναι ανυπότακτες και δεν ανέχονται ούτε στο ελάχιστο τη συγκάλυψή τους μέσα σε συμβάσεις και καθωσπρεπισμούς. Το δηλώνουν απερίφραστα οι στίχοι: «Αν σου ζητήσουν/ τον λόγο/για του Λόγου το αληθές/τι θα απαντήσεις Ποιητή; […]Αν θέλεις/ να σε σέβομαι/άσε τα καθαρά κρύσταλλα για τις νοικοκυρές/[…]Εσύ ανήκεις στους θολωμένους/ που απαγκιάζουν εκστατικοί σε οινοχόα χείλη». Ανοικτά και με παρρησία η ποιήτρια θέλει να κόψει κάθε επαφή, σχέση και συνάφεια με ανθρώπους που είναι περίκλειστοι, «αρματωμένοι», όπως τους χαρακτηρίζει, σε συμβατικότητες, επίσης με τους υπερφίαλους, και με όσους θέλουν να την εξορίσουν από τον κόσμο των επιθυμιών της.
Αυτή η ανενδοίαστη τόλμη να θέλει να αποβάλει τη « στενή την περιβολή της », που την εμποδίζει να μιλήσει τη γλώσσα της παραφοράς και του ονείρου, επιτακτικά να επιστρατεύσει τα «μεγάλα φάρδητα» των αιρετικών που οδηγούν στην προσωπική ελευθερία, και να ψηλαφίσει τη ζωή με φιλιά, «βλέμματα εκρηκτικά», «στόματα αντιφρονούντα», δεν προκύπτει χωρίς λόγο και αιτία. Η ποιήτρια έχει το σθένος να μην κρύβεται, άλλωστε τίποτα το περιχαρακωμένο και ερμητικά κλειστό δεν παρατηρούμε στους στίχους της. Λέγεται ότι όταν η ζωή κινδυνεύει, κερδίζει η ποίηση. Κι η ποίηση της Εξάρχου μας κερδίζει, γιατί με πλήρη ειλικρίνεια εξομολογείται την κρίση, τα αδιέξοδα, τις λυσσώδεις τρικυμίες που εισβάλουν στη ζωή της. Έχει να αντιμετωπίσει το ρήγμα που αφήνει στην ψυχή της ο χρόνος που φεύγει και μαζί την πληγή της φθοράς, συνταρακτικά το εκφράζει κυρίως στα δύο ποιήματα με τους τίτλους «Σώματος ανάγνωσμα» το πρώτο, και «Ρυτίδες» το δεύτερο. Επιλέγω να σας διαβάσω τους στίχους: « Με τάραξες και σήμερα/σώμα φυλλοβόλο/θα αποφασίσεις επιτέλους τι είσαι;/Σοφό ή έφηβο; Τι διαλέγεις;/ Τη γεύση ή τη γνώση; Καλό το ψήλωμα του νου/ αλλά τι θα απαντήσεις στις προσδοκίες της όρεξης;/ Σιωπάς με λύπη που υφέρπει/ και σε συμπονώ/Κάποτε νόμιζες αθάνατο τον χρόνο/ κι έπαιζες με τις εποχές/ δεν σε ένοιαζε να χάνεις τα φύλλα σου/Τώρα που έμαθες/ κινδυνεύεις να μείνεις γυμνό/σαν τους χειμώνες».
Όμως πέρα από τη φθορά του χρόνου η ποιήτρια πρέπει να διαχειριστεί κάτι πολύ πιο επώδυνο. Ένας αμείλικτος κίνδυνος, μια δραματική απειλή ενσκήπτει, που ενδέχεται να οδηγήσει στην απώλεια του συντρόφου της. Θαυμάζουμε την ομορφιά που ξεδιπλώνουν οι στίχοι της Εξάρχου για την αγάπη που δένει τους δύο εραστές, μια αγάπη που δυναμώνει στο έπακρο ενόψει αυτής της απειλής. Ο έρωτας στην πιο ιδανική μορφή του γίνεται ευδαιμονικό άσμα, ολοκλήρωση ζωής, ύμνος εκστατικός. Έρωτας ατόφια σωματικός, ρωμαλέα ηδονικός και συγχρόνως έρωτας της καρδιάς και της ψυχής, γι’ αυτό και τόσο ιδανικός. «Τα μάχιμα χείλη», ο υπέροχος τίτλος της συλλογής, μπαίνουν στην εμπροσθοφυλακή, δίνουν με αφοσίωση των υπέρ πάντων αγώνα για τη νίκη του έρωτα και της συνέχειάς του. Διαβάζουμε τους λαγγεμένους στίχους: «Για σένα γράφω/ για σένα γράφω/ σώμα με σώμα/. Προφητεύω τον πόθο/και γίνομαι κομμάτια».
Με κραυγή σαν ιαχή πολέμου η Εξάρχου θέλησε να φτάσει στα όριά της, να βυθίσει το μαχαίρι στο κόκκαλο επιθυμώντας να εισχωρήσει στην περιούσια ουσία της ύπαρξής της, να αυτοπροσδιοριστεί μέσα από μνήμες του παρελθόντος, επίσης σε σχέση με το σώμα και τη φθορά του, τον αισθησιασμό της, τον έντονο ερωτισμό και το μεγαλείο της αισθαντικής αγάπης για τον σύντροφό της. Προβαίνει σε μια θαρραλέα κι απροσχημάτιστη απογύμνωση σκέψεων, διαθέσεων, αισθημάτων, κι επειδή το περιεχόμενο συμβαδίζει πλήρως με την μορφή και την έκφραση, η γλώσσα της είναι λιτή, διαυγής, εύστοχη, χωρίς ίχνος ναρκισσιστικής περιττολογίας. Η ποιήτρια απογυμνώνει κάθε προστατευτικό κέλυφος γυρεύοντας τον πυρήνα που συμπυκνώνει το νόημα που επιζητεί στη ζωή της, οι στίχοι στο τελευταίο ποίημα της συλλογής με ενάργεια το αποκαλύπτουν: « Μόνο το ερωτοχτυπημένο σώμα μου/ ίσως αφήσει διαθήκη/προς αποκατάσταση της αλήθειας του[…]έζησε, ερωτεύτηκε/ και πέθανε/ θα πούνε/όταν δεν θα ’μαι εδώ/τίποτα λιγότερο/τίποτα περισσότερο».

 

Μαρία Λαμπαδαρίδου- Πόθου

FRACTAL 15/4/2015

Το σώμα – αίνιγμα

Πιο ερμητική και πιο σωματική βρίσκω την τελευταία ποίηση της Καλλιόπης Εξάρχου, πιο εσωστρεφή. “Μάχιμα χείλη” ο τίτλος και σου δίνει κάποιες θαμπές αναφορές μιας ερωτικής περιπλάνησης. Όμως, προσωπικά, σε άλλα τοπία της ποίησης περιπλανήθηκα, σε άλλες υπαρξιακές διεισδύσεις, που μπορεί αφετηριακά να πηγάζουν από το σώμα όμως δημιουργούν μια μεταμορφωτική του λόγου και της ύπαρξης, που στο βάθος είναι μεταμορφωτική του ίδιου του σώματος, άκρως ενδιαφέρουσα.

Σώμα του έρωτα και σώμα του Λόγου. Σώμα “μοναξιά ως έρημος”. Σώμα φυλλοβόλο που “κινδυνεύει να μείνει γυμνό σαν τους χειμώνες”.

Σώμα Γη και Λόγος “με πτυχώσεις και βάραθρα” που “χρειάζεται ανασκαφή / Να φτάσεις μέχρι τα σπλάχνα της”. Είναι “η γη των λέξεων” ή το σώμα το χτισμένο με λέξεις και σύμβολα. Το σώμα της ηρακλείτειας “α-πορίας”.

Και γέρνω / γερνώ / εγείρομαι / – μας λέει
μέχρι / να νυχτώσει και πάλι
μοναξιά ως Έρημος
Ανυπεράσπιστη
Ανεπίστρεπτη
Ωραία
ως θάνατος.
Το σώμα αίνιγμα, θα έλεγα. Και το σώμα νόστος μιας ποθητής επιστροφής. Και το σώμα “άλεκτο”. Και το σώμα μνήμη. Έτσι περιδιαβαίνοντας τις ποιητικές διαδρομές της ποιήτριας, είδα τις μεταμορφώσεις του σώματος, αυτού του “ερωτοχτυπημένου” αλλά και του “παρεξηγημένου” λέξεις αναφορές σε μια ατέρμονη δυνητική μεταμορφωτική, όπου μπορεί να συμμετέχει και ο αναγνώστης, τόσο εγερτικός ο λόγος της. Λιτός και εγερτικός με λέξεις στίλβουσες και τις χάρηκα. Λέξεις ή ποιητικές εκφράσεις όπως, άλεκτο, όπως αλαλία, όπως α – πορία, όπως: “Τόση βλάστηση / σε σφυγμούς αβροχίας”.

Έτσι τη θέλω τη νύχτα – / κρυφή κι αφώτιστη / σαν εξορία / χωρίς μάρτυρες.
Μας λέει. Σαν να θέλει να μείνει μυστική η τελετουργία του σώματος τη νύχτα.
Κι αλλού:
Μένει πάντα ανέστιο
το ακριβό υπόλοιπο
εύθραυστο
σχεδόν αερικό
σαν εγκώμιο
Είναι στο ποίημα “Μοιρασιά” όπου πρέπει να πάρει το μερτικό που του αναλογεί το “τώρα” και το “μετά”. Δίνοντας έτσι και τη διάσταση του χρόνου στην ποιητική της. Ο χρόνος ελλοχεύει σε όλα σχεδόν τα ποιήματα, διαγράφοντας υποβλητικά την αγωνία της φθοράς ή του θανάτου, όπως στο δυνατό ποίημα “Διαθήκη” που είναι και το τελευταίο. “Έζησε, ερωτεύτηκε / και πέθανε / θα πούνε / όταν δεν θα ‘μαι εδώ”. Συγκλονιστικό στην απλότητά του και άμεσο, όταν στα περισσότερα ποιήματα ο πόνος είναι στις σιωπές. Αλλά και οι μνήμες παρούσες, γιατί το σώμα θυμάται. Θυμάται τη χαρά που έζησε ή τον ερωτικό σπαραγμό.

“Κάποτε / ήταν αιχμηρές / έκοβαν κομματάκια την καρδιά”, γράφει.

Όμως ο χρόνος τις λειαίνει. Τις μνήμες. Και τώρα είναι: “Θρυαλλίδες / ενός απολιόρκητου βίου”.
Θα ήθελα να μην ήταν τόσο αποσπασματικός ο λόγος της. Να αφήσει τις εικόνες έτσι ελισσόμενες να ολοκληρώσουν τον ποιητικό οραματισμό. Να τους δώσει την ευτυχία μιας λιγότερο ερμητικής έκφρασης. Σε προηγούμενη ποίησή της υπήρχε ένας καθαρός λυρισμός, μια διάθεση νοσταλγίας του χαμένου, ένας πόνος που δεν φοβόταν να εκφραστεί, να γίνει βαθιά υπαρξιακή αγωνία.
“Όσο περνούν τα χρόνια / νιώθω / το δέρμα μου / να ανοίγει / Δεν είναι πληγές / Είναι εστίες περιπλανήσεων”. Εξαιρετική ποιητική εικόνα.
Κι αλλού:

Ένας άδειος παράδεισος
επιφορτίζεται
να ακυρώνει καθημερινά
την επαγγελία των ονείρων μας
Μόνη ελπίδα ίσως
αυτή η μαύρη νύχτα
βαθιά μέσα μας
διεσταλμένη
για ν’ απορροφά το σύνθρηνο
του κόσμου.

Καθαρός ποιητικός λόγος. Στόφα ποιητική.

 

ΒΙΒΛΙΑΡΙΟ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ (2012)

 

ΕΛΕΝΗ ΜΕΡΚΕΝΙΔΟΥ

Δίοδος τ. 4, Σεπτ. 2012

Η πρόσφατη ποιητική συλλογή της Καλλιόπης Εξάρχου αποτελεί ό,τι προεξαγγέλλει ο τίτλος της, «Βιβλιάριο καταθέσεων» ψυχής. Όταν διαβάσει κανείς το ομότιτλο ποίημα, το οποίο είναι το τελευταίο της συλλογής,
αντιλαμβάνεται πως η ποιήτρια ενθαρρύνει -περιπαικτικά και σοβαρά- τον αναγνώστη της να ανοίξει σε μια «τράπεζα» ένα τέτοιο «βιβλιάριο καταθέσεων», το οποίο κατ’ ουσίαν θα αποτελεί και τη μόνη του περιουσία σε καιρούς πενίας: είμαστε πλούσιοι γιατί αξιωθήκαμε τις σκέψεις και τα βιώματα που στήριξαν την ύπαρξή μας. Επίκαιρο, παραμυθητικό, σχεδόν ανατρεπτικό.

Βιβλιάριο καταθέσεων

Αν μου έκαναν τη χάρη
οι ειδήμονες
να συνεισφέρω
στο αδιέξοδο της ύπαρξής μας,
θα έδινα την εξής πρακτική συμβουλή
προς την πολύπαθη ανθρωπότητα.

Ανοίξτε
όσο πιο γρήγορα μπορείτε
ένα λογαριασμό
στο όνομα της μνήμης.

Ξεκινήστε
από την αποστασία των ονείρων.
Ξέρετε ποια εννοώ.
Αυτά που μόνον εσείς θεραπεύετε.
Φυλάξτε τα στο βιβλιάριο
για ώρα ανάγκης,
όταν ξεθυμάνουν
οι εξάψεις των αντιστάσεων.

Κάποια μέρα
που θα πλεονάζει
ο ενθουσιασμός
ξεκλέψτε του λίγα γραμμάρια
και υποθηκεύστε τα σε είδος
-το δέχεται η τράπεζα.
Γιατί τί νομίζετε;
Μεγαλύτερη είναι η αξία του χρυσού;

Όσο για τον έρωτα,
θα έλεγα
να τον φυτέψετε
να βγάλει ρίζες
στις γραμμές των καταθέσεων.
Ξέρει εκείνος.
Επιστρατεύει το φιλί
και διαλύει τους συνδέσμους.
θα μου πείτε
πώς θα τα καταφέρετε
απ’ τα αρθριτικά.
σαν πολιορκηθείτε
Μην ανησυχείτε.
Η μνήμη αναλαμβάνει
αναδρομικά τα έξοδα
των παράπλευρων απωλειών

Τελευταία άφησα
την αποταμίευση
της παράβασης.
Μην φοβάστε.
Απλά η θύμησή της
θα σας επιβεβαιώνει
μέχρι τέλους
πόση ενοχή χρειάζεται
η ανθρώπινη ςώση
για να επισφραγίσει
τη θνητότητά της.

Σε τι συνίσταται όμως αυτός ο πλούτος της ζωής; Ο πλούτος είναι οι Άλλοι, όλοι αυτοί που μέσα από την αγάπη συνεπικούρησαν ώστε να ξεφύγουμε από το καταποντιστικό Εγώ να ξεφύγουμε από την ενοχή για όσα κάναμε ή δεν κάναμε, μια ενοχή αμείλικτη, που είναι η κατεξοχήν πηγή πόνου. Ο πόνος, ακαθόριστος και καθορισμένος, γεννημένος μαζί με μας, αλλά και πριν από μας, σβήνει μέσα από τον έρωτα, καθώς και την ποίηση, που ρυθμίζει
τις ζωές μέσα από μια άλλη οικονομία, απολύτως μυστηριακή. Και ποια είναι τα μέσα για να εκφράσει κανείς κάτι τόσο ενδόμυχο και πολύτιμο; Για έναν ποιητή η στοιχειώδης οικονομία συγκροτείται από λέξεις -όχι στη συνήθη τους χρήση ίσως, αλλά στη νοηματική είτε συμβολική εκείνη εκτροπή τους που κάνει τον λόγο να λάμπει με το εκτυφλωτικό φως μιας αλήθειας που αποκαλύπτεται.

Λοξοδρόμηση

Λοξοδρομούν οι λόγοι
όταν μιλάει ο ποιητής.
Εθίζονται
σε πλάγιες αποδράσεις
αβόλευτων συνομιλιών.
Αυτή είναι η φύση τους.
Να εγκαταλείπουν το σχήμα.

Ένα μεγάλο μέρος της συλλογής είναι απολογία ποιητικής· τα μοτίβα «λέξη», «λόγος», «ποίηση» έρχονται και επανέρχονται για να αποκαλύψουν ερμηνεύοντας την ποιητική πρόθεση ή να την αποδομήσουν δημιουργώντας ωστόσο ένα ποίημα ποιητικής, ένα ποίημα στο περι-θώριο του ποιήματος:

Ο ποιητής

Ιδού ο ποιητής.
Ένα δένδρο που φτιάχτηκε από τη γενναιοδωρία των ολίγων.
Κάθε μέρα κρεμά τους μύθους του
καρπούς προφητικούς.
Αυτή είναι η μοίρα του […]
Δεν έχει ηλικία το δένδρο.
Γι’ αυτό δεν έχει ηλικία ο ποιητής.
Γιατί φτιάχτηκαν με ριζικό
από ήλιους και φεγγάρια.

Η απολογία ποιητικής υπηρετεί ωστόσο μια ηθική, αυτήν της παράδοσης του δημιουργού στη μοίρα του, που δεν είναι άλλη από την αέναη εμβίωση μιας αρχέγονης θλίψης: «Γιατί οι ποιητές στους καιρούς της θλίψης;». Η χαϊντεγγεριανή απάντηση θέτει μια άλλη μοίρα της ύπαρξης: «Ποιητικά θλίβεται ο άνθρωπος». Η θλίψη του κόσμου καθρεφτίζεται στο ποίημα,
γίνεται πηγή έμπνευσης.

Το Ανώφελο

Αδύνατον να ευδοκιμήσει
το ανώφελο της προσδοκίας.
Ένας άδειος παράδεισος
επιφορτίζεται
να ακυρώνει καθημερινά
την επαγγελία των ονείρων μας.
Μόνη ελπίδα ίσως
αυτή η μαύρη νύχτα
βαθιά μέσα μας
διεσταλμένη για ν’ απορροφά το σύνθρηνο
του κόσμου.

Εν τούτοις, ο ποιητής λάμπει όταν μιλά γράφοντας. Και μεταστρέφει τον πόνο και τη θλίψη σε φως. Ακόμα και ο θρήνος όλων μαζί -εκείνων που μετεξελίχτηκαν από το Εγώ στο Εμείς-, το σύνθρηνο του κόσμου, ωδινάται για να εκτρίψει φως, το φως της ποίησης ως νέας Γενέσεως.

«Και εγένετο φως»

Χρόνια τώρα
ανασηκώνω τον πέπλο
του κόσμου.
Κατασκοπεύω
το μέσα της ζωής,
το διαφεύγον των ορίων.
Παρατηρώ πώς ξεδιπλώνεται
εν σιωπή
ο πόνος,
ο ιδιωτικός,
ο ένοχος,
ο απο-καλύπτων το διαφορετικό.
Η μοίρα του αποδιοπομπαίου,
ενίοτε,
αυτή με θέλγει.
Το ομολογώ.
Σ’ αυτήν προστρέχω
κάθε φορά που αποζητώ
την επαλήθευση της ρήσης
«και εγένετο φως».

Ήδη από το ποίημα/προσευχή κάποιου Ανωνύμου, που τίθεται πρόταγμα της συλλογής, αφουγκράζεται ο αναγνώστης σε τι συνίσταται η οικονομία ζωής, την οποία υπαινίσσεται η Κ.Ε.

Υπέρ υμών

[…] Ακούω μέσα μου
ή μέσα σας
το ίδιο κάνει
να αναδύεται αργή
μα μυστικά και με ρυθμό
μια προσευχή
ή μία σκέψη ταπεινή
υπέρ του χρόνου
υπέρ ημών
υπέρ υμών
αθόρυβη.

Ενώ, λοιπόν, η ποιητική δημιουργία εμφανίζεται ως ακραία ιδιώτευση με όλα τα ίχνη του ναρκισσισμού, ο ποιητής λειτουργεί ως κοινοποιημένο σώμα, είναι ταυτόχρονα ο ίδιος και όλοι μαζί:

Εμείς
Πάντως δική μου πρόθεση
είναι να αποκτήσω
προνόμιο συμμετοχής
στο διάλογο με το Εσείς
με την ελπίδα να γίνω
κάποτε
αποδεκτή
στην ανθρωπολογία του Εμείς.

Ο ποιητής, αυτός ο «ξένος», απεκδύεται την ιδιωτεία του είτε οτιδήποτε θα τον καθιστούσε αλλότριο, ενώ θέτει ως σκοπό του μια βαθύτερη υπαρκτική μεταμόρφωση, να γίνει όλοι. Η από καταβολής αριστοκρατική μοναξιά του μεταμορφώνεται σε επικοινωνία, καθώς προσφέρεται στο κοινό, σε μια απολλώνια -θα λέγαμε οξύμωρα- βακχεία. Στο ελάχιστο της ύπαρξης το πρόσωπο γίνεται μέγιστο. Ο ποιητής ενώνεται με το κοινό του σε ένα σώμα.

Όσο περνούν τα χρόνια

Όσο περνούν τα χρόνια
νιώθω
το δέρμα μου
να ανοίγει.
Δεν είναι πληγές.
Είναι εστίες περιπλανήσεων
στη βάσανο του Άλλου.

Ως εκ παραλλήλου, εκείνος που εκφράζεται δια της ποιήσεως αυτής είναι ο αναγνώστης, ενώ ο ποιητής δεν είναι παρά ένα μέσον, ένας δρόμος για να περάσει ο αναγνώστης. Η ποίηση επανακτά τις διαστάσεις μιας προσευχής – αυτές που είχε στις απαρχές της, όταν πρωτογεννήθηκε στην ιστορία των λαών.

Παραλυσία

Στραγγίζει η γλώσσα
-μου ‘χουν πει- όταν
τελεύουν οι μύχιοι χυμοί.
Φοβάμαι την παραλυσία, Κύριε.
Του Λόγου δέομαι Σου,
της πνοής.

Από την άλλη, ο έρωτας υποστηρίζει αυτή τη δοτική ύπαρξη, καθώς γίνεται δίαυλος του Άλλου, δρόμος της μετάβασης του Εγώ στο Εμείς. Όλα συνδέονται «μαγικά» μέσα σ’ αυτήν τη νομοτελειακή μεταμόρφωση/αναγέννηση, τη μεγαλύτερη επανάσταση της ύπαρξης.

Ιερουργός

Ανατρέπει.
Ο Έρωτας.
Έτσι πράττει πάντα
ο ιερουργός των μύθων
και των παραμυθιών.
Υπονομεύει την ευταξία
του προφανούς.

Ο έρωτας εμφανίζεται ως η μόνη καταφυγή μέσα σ’ έναν κόσμο αδιαπραγμάτευτου πόνου, θέλει ωστόσο αρετή και τόλμη, όπως και η ελευθερία:

Όσοι τολμούν
να ονειρεύονται ακόμη,
γνωρίζουν πολύ καλά
ότι το ελάχιστο προεξέχον
ονομάζεται Έρωτας.

Ο έρωτας, συγχρόνως, ορίζει έναν δικό του χώρο, το χώρο των δύο, στον οποίο τα πράγματα παίρνουν μ’ άλλη αυτόνομη, καθαρά προσωπική διάσταση, έτσι ώστε τα σώματα να κατευθύνονται το ένα στο άλλο με τη δύναμη ενός απαράμιλλου τακτισμού.

Παροξυσμός

Σαν έρχεται ο καιρός
και παροξύνεται
της σάρκας το «επιθυμείν»
ανέρχομαι ευθύς την κλίμακα των νεφελών.
Φθόγγο στον φθόγγο
φθέγγομαι καλά γνωρίζοντας
πού οδηγεί η μαρτυρία του αέρα.
Στην πλήσμια λαφράδα.
Χωρίς αντίποινα οστρακισμών.

Ο ποιητής παίζει- με τις λέξεις, με τα πράγματα, με τα βιώματά του εν τέλει. Οι μνήμες και οι επιθυμίες του προσφέρονται θυσία, γίνονται άθυρμα στα χέρια των αναγνωστών -αφού έχουν ενωθεί μοιραία και αμετάκλητα, ποιητική
αδεία, σε ένα σώμα, μια ψυχή. Οι πολύτιμες μνήμες, οι πολύτιμες επιθυμίες κατατεθειμένες στη δια βίου τράπεζα του εμβιωμένου χρόνου. Σε μια ισότοπη σκέψη. Σε μια ποιητική συλλογή. Κι αυτή η μεταξύ αστείου και σοβαροί
«κατάθεση» ισοδυναμεί με μια εφικτή αθανασία ή, τουλάχιστον, με απόπειρα να αντιμετωπιστεί ο θάνατος. Άλλο κάνουν έρωτα, άλλοι γράφουν ποίηση- ευτυχείς όσοι τολμούν και τα δύο.

 

 

ΝΙΚΟΣ Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ Σ

Πρωινός Τύπος Δράμας

Για την σύγχρονη ποίηση μπορεί κάποιος να κάνει δυο κεντρικές διαπιστώσεις α) το δύσκαμπτο και το δυσνόητο και β) τον κόπο που οφείλει να καταβάλει, για να συμπεράνει. Ο σκοπός της ποίησης όμως είναι διαφορετικός από τον Όμηρο κι ως τον Κορνάρο κι ως της μέρες μας. Η ποίηση πρέπει να επικοινωνεί. Δεν αποτείνεται σε λίγους ειδικούς. Η Δράμα ως πόλη με κινητικότητα έχει κι αυτή τους ποιητές της, ελάχιστοι όμως από αυτούς έζησαν στην πόλη, οι περισσότεροι αποδήμησαν σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Εκεί το κλίμα ευνοεί την ποίηση περισσότερο. Απλά θα λέγαμε
εκεί υπάρχουν τα μέσα , οι μηχανισμοί να βοηθήσουν την ποίηση να κάνει τα βήματά της. Στη Δράμα μικρή επαρχιακή πόλη η ποίηση ελάχιστη απήχηση έχει. Ελάχιστοι την διαβάζουν, κι ακόμα πιο ελάχιστοι την συζητούν.
Από ποιήτρια δραμινής καταγωγής γνωστής αστικής οικογένειας, που σήμερα είναι εγκαταστημένη στη Θεσσαλονίκη έλαβα ποιητική συλλογή, την οποία διαβάζω προσπαθώντας να μπω στο πνεύμα της, να πλησιάσω τον κεντρικό της ιστό. Είναι μια συλλογή γραμμένη στο πνεύμα των καιρών μας και θέλει προσεκτικό κοίταγμα.
Βέβαια είμαι εξαρχής υποχρεωμένος να το πω ότι δεν είμαι κριτικός της λογοτεχνίας, και από δεοντολογία της κριτικής σκέψης δεν γνωρίζω, κράτησα όμως στη μνήμη κάποια σημεία, που τα θεώρησα σημαντικά
και που δίνουν στο θυμικό του ανθρώπου – του κάθε ανθρώπου- κινητικότητα και το πλουτίζουν με συγκινητικό απόθεμα. Σ’ αυτά τα σημεία χωρίς πληρέστερο σχολιασμό θα σταθώ, για να δείξω το ποιητικό ύφος της ποιήτριας και τον εσώτερο κόσμο της, που είναι ισχυρά παλλόμενος, που δονεί τον ψυχισμό της. Σημειώνω απόσπασμα από το πρώτο ποίημα της συλλογής όπου γίνεται αναφορά στη χαρά:

Λέω κάποιες ώρες
ευλογημένη η γαλήνη της απραξίας.
Κι άλλες πάλι
κουράζομαι μαζί της.
Ποτέ όμως δεν είπα
πως η χαρά μου κούρασε.
Που τώρα εκείνη αναχώρησε;
Και πότε
ποια σκέψη μου
ή και δική σας
πίσω θα τη φέρει;
Η χαρά λοιπόν τι μέγιστο της ζωής θέμα. Η ποιήτρια το θίγει· το πιστοποιεί.
Και τώρα η σειρά του λόγου για τον ποιητή, γενικά ως ύπαρξη ιδιάζουσα. Πρόκειται για χαρακτηρισμό πρώτη φορά ειπωμένο με τον λόγο που ακολουθεί:

Ιδού ο Ποιητής.
Ένα δέντρο που ζει
από τη γενναιοδωρία των ολίγων,
Κάθε μέρα κρεμά τους μύθους του
καρπούς προφητικούς.
Ανάμεσα
στην ασάφεια και την ευκρίνεια.
Γεννήθηκε για να ανατρέφει
τις απροσκύνητες φωνές
που ανταριάζουν
το αίμα του
κι αναπαμό δεν βρίσκει.
Γι αυτό δεν έχει ηλικία
το δέντρο.
Γι αυτό δεν έχει ηλικία
Ο Ποιητής.

Και η ολοκλήρωση της πίστης στον ποιητή. Ένα επίγραμμα πυκνό σε πνεύμα θα έλεγα:

Στα χέρια σου
εμπιστεύομαι, Ποίηση,
τον σπινθήρα της ζωής μου.
Ξέρεις εσύ
πότε να τον κάνεις φωτιά
και πότε στάχτη.

Παραθέτω στερεότυπο απόφθεγμα για των έρωτα, το
άλλο μετά την χαρά μέγιστο της ζωής:

Ο Έρωτας
Συντηρείται
με ότι παράγει
η καρδιά.
Δεν του χρειάζεται
παρά ένα φιλί
για να στερεωθεί
στο θαύμα.
Ξέρετε γιατί υμνώ
τον Έρωτα;
Ουρανός αθάνατος
Φαντάζει.

Ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής «Το χαλί», που μας θυμίζει τις ωραίες στιγμές της παράδοσης, κάνει φανερή την αληθινή αξία της ποίησης
και του πηγαίου λυρισμού. Το παραθέτω ολόκληρο, γιατί δεν γινότανε να το κόψω (σελ. 44):

Το ξαναβρήκα.
Απλωμένο νωχελικά
στο πάτωμα του σαλονιού.
Χνουδωτό.
Αφράτο.
Με ασπρόμαυρες αντιφάσεις.
Αναρωτήθηκα πού ήταν
όλα αυτά τα χρόνια.
Άραγε σε ποιες σκοτεινές αποθήκες
φύλαγε κουλουριασμένα
τα μυστικά μου βήματα:
Το περιεργάστηκα
αναζητώντας
τα ίχνη του χρόνου πάνω του.
Το σώμα ανέπαφο.
Τι σου είναι η ποιότητα.
Μόνο οι απολήξεις
των άκρων του
είχαν υποκίτρινη όψη.
Δεν με ξάφνιασε.
Το αντίθετο μάλιστα.
Επισφράγιζε την παλαιότητά του.
Το καλοδέχτηκα.
Πόση συνενοχή
σε μιαν αγκαλιά.
Του ψιθύρισα.
Ενθυμήθηκε.
Τις εφηβικές μου αυθάδειες.
Τώρα που το κοιτάζω
αναγνωρίζω
πως μεγαλώσαμε και οι δυο.
Τουλάχιστον
διαφυλάξαμε
την ιπτάμενη ματιά μας.

Μπορούσα να συνεχίσω την ανθολόγηση αποσπασμάτων που αποτελούν σταθερά σημεία της ποίησης της Καλλιόπης Εξάρχου, αφήνω όμως στον αναγνώστη που θα θελήσει να διαβάσει την συλλογή ολόκληρη να κάνει τον ποιητικό του περίπατο στον ποιητικό ανθώνα της δραμινής ποιήτριας συναποκομίζοντας άνθη της προτίμησής του. Η αναφορά μου στη συλλογή έχει την έννοια μιας υπόμνησης.

 

 

ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ ΛΟΓΟΣ (2009)

 

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

Ελευθεροτυπία 3/6/2010

Στην πρόσφατη θεατρολογική μελέτη της, Ιστορία του θεάτρου: το πάθος γένους θηλυκού (στη γαλλική), η πανεπιστημιακός Καλλιόπη Εξάρχου γράφει μία εξαιρετικά πρωτότυπη ιστορία του παγκόσμιου θεάτρου, με άξονα την επιθυμία του «ασθενούς» φύλου. Κρυμμένη πίσω από τα πέπλα και το παρελθόν της, η γυναίκα εμφανίζεται, σε κάθε γωνιά της γης, ηρωίδα στην τραγωδία, θύμα και θύτης, τρυφερή και αγέρωχη, έτοιμη να ακολουθήσει πιστά το πεπρωμένο της: την ανατροπή και την ολοκλήρωση της
πρωτόπλαστης.
Στο νέο της ποιητικό βιβλίο Περιπλανώμενος λόγος η ποιήτρια Καλλιόπη Εξάρχου ταυτίζει τη γυναίκα με τις διεκδικήσεις των αισθήσεων. Οι θηλυκές φιγούρες της, αγνοώντας την κληρονομιά της Εύας, τολμούν να συνομιλούν ευθέως με το πνεύμα, να παραβαίνουν δηλαδή τις εντολές -χωρίς το άλλοθι ότι ο όφις τις ηπάτησε, να στέκονται όρθιες στο κέντρο του Σύμπαντος και να δημιουργούνται από την αρχή. Η γραφή της ποιήτριας αναδύεται μέσα από τα όνειρά της ή το σκοτάδι της Νύχτας, που αποκτά στο έργο της συμβολισμούς δυναμικούς και απροσδόκητους. Το αρχέτυπο «Νύχτα» την προσκαλεί να μαζεύει τα αστέρια της από τη γη και να τα επανατοποθετεί στον ουρανό.
Κύριο χαρακτηριστικό της ποίησης της Εξάρχου, η αίσθηση του ανολοκλήρωτου τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή. Η συνομιλία τού Εγώ με τις λέξεις ή των λέξεων μεταξύ τους αποκαλύπτει νέες συγγένειες στον χώρο του λόγου· ο άγγελος οδηγεί στην αγκάλη, ο έρωτας στο άρωμα, η οδύνη στην ηδονή, το αίμα στο ίαμα. Τα γλωσσικά σημεία είναι πάνω απ’ όλα σημαίνοντα, σημαίνουν πολλαπλώς, αυτονομούνται, τολμούν όσα δεν τόλμησε η ίδια, την προκαλούν να δηλώσει με ταπεινοφροσύνη: «Χάθηκα αυτόβουλα
στη θάλασσα των λέξεων/[…] Μη μ’ αναζητήσετε». Η επιθυμία και το αρχαίο ισοδύναμό της ο ίμερος προσωποποιούνται, μεταμορφώνονται με τη μαγεία της ποίησης, σε ζωντανές οντότητες.
Το σώμα, αν και δεν θυμάται, «δεν έχει μνήμη», συγκλονίζεται και συγκλονίζει, αναδίδει αισθαντική ποίηση, εκφράζει όλες τις πιθανές μορφές, και κυρίως τη γοητεία, της επιθυμίας: «Τα χέρια μου στα χέρια σου, / πλεγμένα σφιχτά μη και λυθούν τα μάγια. […]/Λιώνουν τα μέλη / και πώς να τα μαζέψω./Λιποθυμά το δάκρυ. […]/ Μην αγνοείς της σάρκας την έναστρη επιθυμία».
Ένας περιπλανώμενος λόγος σε αναζήτηση του ενδότερου Είναι και μια ποίηση που ρέει από σελίδα σε σελίδα και από ψυχή σε ψυχή, συνθέτουν το μαγικό υλικό της νέας ποιητικής συλλογής που μας χάρισε η Καλλιόπη Εξάρχου.

 

 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΤΣΕΛΙΚΗΣ

Δίοδος  Περίοδος Α’  Τ.2 Ιούλιος 2010

Η Καλλιόπη Εξάρχου, επίκουρη καθηγήτρια Θεατρολογίας στο ΑΠΘ, είναι μια σύνθετη προσωπικότητα. Σχετικά με το αντικείμενο της διδασκαλίας της έχει δημοσιεύσει διάφορες επιστημονικές μελέτες για το θέατρο, καθώς και δύο θεατρικά έργα. Αλλά εκτός από τη διακονία της επιστήμης της η Κ. Εξάρχου έχει και ενδιαφέροντα γενικά για τη λογοτεχνία και ιδιαίτερα για την ποίηση, την οποία θεραπεύει εδώ και αρκετά χρόνια με διακριτικότητα αλλά και με επιβεβαιωμένη επιτυχία.
Από το 2002 έως το 2009 έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, ήτοι: 1) Μικρές ιστορίες μεγάλων εξομολογήσεων, 2002, 2) Περί ιδεών, 2006 και 3) Περιπλανώμενος λόγος, 2009, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, με την οποία θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.
Η αναφορά του τίτλου της συλλογής στο «λόγο», τον ποιητικό λόγο, σηματοδοτεί το ιδιαίτερο ενδιαφέρον αλλά και την ανάλογη επίδοση της Εξάρχου σ’ αυτό το βασικό, για να μη πω το άπαν της ποιητικής δημιουργίας. Ας θυμηθούμε τη σχετική ρήση ότι τα «ποιήματα δε γράφονται με ιδέες αλλά με λέξεις» που, παρά την υπερβολή και τη μονομέρειά της, δηλώνει μια αλήθεια. Αυτή η αναφορά στο λόγο προϊδεάζει τον αναγνώστη στην τροπική έκφραση της ποιήτριας και γενικά στη μορφή των ποιημάτων.
Προϊδεασμός του αναγνώστη, στο περιεχόμενο της συλλογής τώρα, γίνεται και με το ποίημα δύο στροφών αγνώστου ποιητή, που μπαίνει ως μότο της συλλογής και το οποίο αναφέρεται στον έρωτα, τον δημιουργικό αυτό νόμο της φύσης και της ζωής, ο οποίος αποτελεί μια από τις θεματικές «σταθερές» της συλλογής.
Η Εξάρχου γράφει στοχαστική ποίηση, κι αυτό το χαρακτηριστικό φαίνεται από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής «διπλή ζωή» (σ. 9). Το θέμα του ποιήματος είναι η διφυία, η διπλή φύση του ανθρώπου, το δισυπόστατο του από ύλη και πνεύμα. Η ποιήτρια ζει σε δύο επίπεδα, το γήινο (πραγματικό) και το πνευματικό (φανταστικό), «…διαθέτω (λέει) δυο ζωές / δυο σώματα / δυο πνοές. / Η μία ία ίχνη της / σιο χώμα ν’ αφήνει, / η άλλη / απείθαρχη / στο πνεύμα του αέρα / να πετά».
Η στοχαστική αυτή διάθεση και φιλοσοφική ενατένιση διαφόρων, ζωτικών για τον άνθρωπο, θεμάτων υπάρχουν και σε άλλα ποιήματα της συλλογής, όπως π.χ. στο ποίημα «Αντιφάσεις» (σ. 18), το οποίο αναφέρεται πάλι στο διχασμό του ανθρώπου, στις αντιφάσεις του που αισθητοποιούνται σαν «πάλη των λόγων». Ο διχασμός αυτός, οι αντιφάσεις, που λέει η ποιήτρια, είναι
γνώρισμα του προβληματιζόμενου, του σκεπτόμενου ανθρώπου. Και η Εξάρχου βασανίζεται με αυτό το θέμα, στο οποίο επανέρχεται και σε άλλα ποιήματα.
Στο αμέσως επόμενο ποίημα «Γιατί;» (σ. 19) παίρνει τον «ποιητή» ως παραδειγματικό πρόσωπο για τον άνθρωπο γενικά κι ανατρέπει τις βεβαιότητές του για την «τέχνη» του, «Από ποιες διόδους / εισέβαλε η ανατροπή» ερωτά και καταλήγει «Θα μου απαντήσεις, / ή θα αρκεστώ / στην
αμηχανία σου;». Ήταν σίγουρος ο ποιητής για τις απόψεις του, όμως κάποια ρωγμή υπήρχε και «εισέβαλε η ανατροπή» των απόψεών του, των βεβαιοτήτων του. Ο ποιητής, όπως είπαμε, λαμβάνεται εδώ με περιληπτική σημασία των ανθρώπων γενικά και έτσι το πρόβλημά του γενικεύεται, γίνεται καθολικό, πανανθρώπινο, ο κάθε άνθρωπος δηλαδή είναι ευάλωτος.
Στοχαστικό χαρακτήρα έχει και το ποίημα «Παράβαση» (σ. 14-15). Το ποιητικό υποκείμενο (π.υ.), που ταυτίζεται με την ποιήτρια, αναφέρεται στην «εποχή της φρόνησης» που λέει ο Έλιοτ ή αλλιώς στην ηλικία της σύνεσης «τη στιγμή που αρχίζει / να λιγοστεύει ο πληθυντικός». «Με άλλα λόγια αναφέρεται στην κρίσιμη εκείνη στιγμή που κάποτε έρχεται στη ζωή του κάθε ανθρώπου, οπότε πρέπει να κάνει, όπως ο καβαφικός ήρωας, την υπέρβασή του, την επιλογή του, τη μεγάλη ή τη μικρή επανάστασή του και να πει «το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι».
Φιλοσοφική ενατένιση, στοχαστική ματιά σε θέματα που απασχολούν τον
άνθρωπο υπάρχουν και σε άλλα ποιήματα, και η στάση αυτή της ποιήτριας είναι μια άλλη θεματική «σταθερά».
Στο πρώτο ποίημα της συλλογής «Διπλή ζωή» (σ. 9) βλέπουμε πως, όταν η μία υπόσταση από τις δύο του π.υ., που αναφέραμε προηγουμένως, «διαψεύδει τις προθέσεις» του, τότε «προσφεύγω (λέει) στου λόγου την ευεργεσία» στις «λέξεις» που είναι «Μυήσεις ομοούσιες του ουρανού / (και) ανοίγματα υπόσχονται / στου ρήματος τα σταυροδρόμια». Μ’ αυτές λοιπόν τις έξοχες ποιητικές εκφράσεις ερχόμαστε στο άλλο, το σημαντικότατο, στοιχείο της ποίησης, το «λόγο». «Οι λέξεις», «ο λόγος» μαζί και η «συνδρομή των στοχασμών», δηλαδή η πνευματική υπόσταση του π.υ. έρχεται σε βοήθεια της υλικής υπόστασης, «του αίματος».
Αρκετά ποιήματα της συλλογής αναφέρονται στο λόγο, στις λέξεις από τις οποίες εκπορεύονται όλα τα συναισθήματα του ανθρώπου, και εν προκειμένω του π.υ. Στο ποίημα «Γέννηση» (σ. 10) αναφέρεται: «και γεννήθηκαν οι λέξεις πολύχρωμες σαν ία λουλούδια του κήπου των ηδονών / αρωματισμένες παραδείσιες / μικρές / απτικές φιγούρες διακηρύξεων» και «Λέξεις σπαράγματα προθέσεων / καρποί δακρυφόρων συγκινήσεων». Και σ’ αυτό το ποίημα, όπως και σε άλλα, προχωρεί η ποιήτρια στην ανάλυση των λέξεων-εννοιών, των σημαινόντων δηλαδή αλλά και των σημαινομένων, της μορφής και του περιεχομένου δηλαδή των ποιημάτων. Και στο επόμενο ποίημα «Λέξεις» (σ. 11) επικαλείται το π.υ. τη βοήθειά τους στο πέρασμα της νιότης και ζητά να αφυπνίσουν, «αφυπνίστε την απελθούσα νιότη» και τον «έρωτα», που με την πάροδο του χρόνου ατονούν και μαραίνονται, και γι’ αυτό το ποίημα παίρνει ένα τόνο ελεγειακό. Το π.υ. συνεπαίρνεται στο ποίημα «Λέξεις, λέξεις, λέξεις» (σ. 12), από τη μαγεία ακριβώς των λέξεων που το υψώνουν σε άλλους κόσμους, «φανταστικούς». Η ποιήτρια, όπως φαίνεται, δίνει, δικαιολογημένα βέβαια, μεγάλη σημασία στη γλώσσα, το λόγο, τις λέξεις με τις οποίες οικοδομείται ένα ποίημα. Η ποίηση της Εξάρχου με ορισμένα εξωλογικά και λεκτικά στοιχεία ασκεί στον αναγνώστη μια μαγεία, μια σαγήνη και τον συναρπάζει με αποτέλεσμα να κρατά αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του.
Τον έρωτα, που όπως είπαμε είναι κι αυτός μια από τις θεματικές σταθερές» της συλλογής, τον συναντάμε σε πάρα πολλά ποιήματα.
0 έρως υπάρχει και ως τίτλος ποιήματος αντιτιθέμενος στο θάνατο «ER0S/THANAT0S» (σελ. 31), όπου ο Έρως, «Δώρο ανέλπιστο / της αγονίας», νικά το θάνατο, «Εκπορθώντας το θάνατο, / άνθισες / μέχρι το τέλος / εν δόξη και τιμή». Επίσης υπάρχει και στον τίτλο του ποιήματος
«Έρωτος παραλήρημα» (σ. 36) και στα τρία πιο κάτω ολιγόστιχα ποιήματα, με πύκνωση νοήματος δίκην επιγραμμάτων, αναφέρεται ο έρωτας μαζί και η χαρακτηριστική λειτουργία του: «EXTRA- ORDINAIRE!» (σ. 32), «Πρόσφυγες» (σ. 33) και «Προσμονή» (σ. 34). Αλλά και σε άλλα ποιήματα
δίνει το παρών ο Έρωτας, και στο μεγάλο, δέκα σελίδων, συνθετικό ποίημα «Της Πόλης, του Έρωτα, του Λόγου» (σ. 50-59), όπου αναφέρονται οι αλλαγές στο χαρακτήρα και των τριών αυτών στοιχείων και περιγράφεται η σχέση του π.υ. με την Πόλη, τον Έρωτα και το Λόγο, που είναι μια
σχέση έλξης και άπωσης.
Καθαρά ερωτικό ποίημα είναι το «Ένωση;» (σ. 24-25), στο οποίο διαβάζουμε: «τα χέρια μου στα χέρια σου, / […] / τα χείλη μου στα χείλη σου. / […] / το πρόσωπό σου στο πρόσωπό μου, / […] / το στήθος μου στο στήθος σου. / […] / το σώμα μου στο σώμα σου» κτλ., με τα οποία συντελείται η ένωση των δύο «εις σάρκα μίαν». Με αυτόν τον τρόπο το ποίημα αυτό αποτελεί μια ανταπόκριση στο μότο της συλλογής και δίνεται απάντηση στο ερώτημα του τίτλου «Ένωση;».
Τα εκφραστικά μέσα της Εξάρχου είναι ποικίλα και εντυπωσιακά. Οι λέξεις, το λεκτικό, ο λόγος, σε όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι πλούσιος, δουλεμένος, ευέλικτος και «ηδυσμένος», χωρίς όμως να ξεφεύγει από τα όρια του μέτρου. Ο λόγος στην ποίηση της Εξάρχου περισσότερο «υποβάλλει» και λιγότερο «σημαίνει», γιατί στη λογοτεχνία γενικά και ειδικά στην ποίηση δε
μεταδίδει στον αναγνώστη έννοιες, ιδέες, νοήματα, χωρίς να αποκλείεται παντελώς και αυτή η λειτουργία του, αλλά κυρίως μεταδίδει συγκίνηση και γενικά συναισθήματα μεταγγίζοντας το ιδεολογικό περιεχόμενο σε εικόνες, χρησιμοποιώντας προς τούτο τη μεταφορά, την παρομοίωση, την αλληγορία και άλλους λεκτικούς τρόπους, ούτως ώστε να θέτει σε λειτουργία το
μηχανισμό των συνειρμών του αναγνώστη και να προχωρεί ο ίδιος σε δικές του ποικίλες προεκτάσεις.
Ο λόγος λοιπόν της Εξάρχου είναι «ήδυσμα», για να χρησιμοποιήσω τον Αριστοτελικό όρο, όχι όμως ένα στολίδι απλώς διακοσμητικό προς τέρψη,
αλλά «ήδυσμα» δραστικό που συντελεί στη δημιουργία της αισθητικής ηδονής
στην ψυχή του αναγνώστη. Ας παρατηρήσουμε την πληθώρα των επιθέτων
που υπάρχουν στο ποίημα «Γέννηση», (σ. 10). Γράφει η ποιήτρια: λέξεις πολύχρωμες σαν τα λουλούδια του κήπου των ηδονών, αρωματισμένες παραδείσιες, μικρές απτικές φιγούρες διακηρύξεων. Ζωοφόροι ουρανοί κτλ. Πράγματι είναι πολλά τα επίθετα και οι λεκτικοί τρόποι, παρομοίωση, μεταφορές. Το ίδιο και σε άλλα ποιήματα, π.χ. στο «Διπλή ζωή» (σ. 9), ας προσέξουμε την τολμηρή αλλά άκρως ποιητική έκφραση «Μυήσεις ομοούσιες
/ του ουρανού οι λέξεις / ανοίγματα υπόσχονται / στου ρήματος τα σταυροδρόμια». Ας προσέξουμε τις φράσεις στο σύνολό τους και ξέχωρα τα επίθετα μαζί με τα ουσιαστικά που προσδιορίζουν. Τα χαρακτηριστικά αυτά επίθετα δε διακοσμούν απλώς, δε μένουν στην επιφάνεια αλλά εισδύουν στο βάθος των λέξεων που προσδιορίζουν, τονίζουν ιδιότητές τους και μερικά ενώνονται με τα ουσιαστικά κι αποτελούν, θα έλεγα, μια λέξη, μια έννοια κι ακολουθούνται από κατηγορήματα: ζωοφόροι ουρανοί: προάγγελοι, άγγελοι, αρχάγγελοι. Και από αυτούς τους συνδυασμούς, απ’ αυτές τις «εύφορες συνάψει εκπορεύονται συναισθήματα.
Ο λόγος της Εξάρχου είναι, όπως ήδη είπαμε πιο πάνω μεταφορικός και αλληγορικός και μ’ αυτόν τον τρόπο εικονοποιεί εποπτικά και ζωηρά ψυχικές διεργασίες. Με τη γλώσσα λοιπόν των εικόνων, που είναι μια κοινή γλώσσα όλων το ανθρώπων, καθιστά τα όποια νοήματα πιο προσιτά στον αναγνώστη.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό της ποίησης της Εξάρχου είναι η δραματικότητα. Σε αρκετά ποιήματα τίθενται ερωτήματα, ακόμη και στους τίτλους τους, στα
οποία δίνεται απάντηση, δηλαδή δημιουργείται, έστω πλασματικός, διάλογος
που αποτελεί conditio sine qua non του δραματικού χαρακτήρα ενός έργου. Δραματικό χαρακτήρα έχει π.χ. το ποίημα «Ανταλλαγή» (σσ. 26-27), στο οποίο το π.υ. απευθύνεται στον Άλλον και ανοίγει τρόπον τινά διάλογο μαζί του. Ανταλλάσσουν απόψεις για την ποιητική δημιουργία σα να είναι αυτή μια ερωτική σχέση μεταξύ τους. Φυσικά ο διάλογος γίνεται μεταξύ του π.υ. και του εαυτού του, σαν να είναι άλλο πρόσωπο, σαν να έχουμε αναδιήγηση διαλόγου που έχει γίνει στο παρελθόν, όπως περίπου γίνεται στους Πλατωνικούς διάλογους, στους οποίους όμως πράγματι ο διάλογος είχε
γίνει μεταξύ φυσικών προσώπων.
Στο ποίημα «Ονείρων Συνέχεια», (σσ. 28-29) έχουμε το ποιητικό κόσμο και την ποιητική της Εξάρχου από τη μια και από την άλλη, εμφανώς προς το τέλος, τον Έρωτα.
Το ποίημα είναι μεγάλο, μιάμιση σελίδα, ανοικονόμητο βέβαια αλλά παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον, γι’ αυτό θα αποτολμήσω να το παραθέσω συμπτύσσοντας, όσο είναι δυνατόν, τους στίχους του.

Ονείρων συνέχεια
Βύθισα τα όνειρά μου / στο μέλι ίων προσδοκιών μου, / τη σάρκα να σμιλέψουν / ίου εκλεκτού της Μνημοσύνης. / Μου είπαν / να το στάζω απ’ την άκρη τ’ ουρανού, / αργά αργά, / να ενδύεται μορφές ηδείς, / σχήματα υπαινικτικά, / να διαχέεται στη ραθυμία της ηδονής, / χαμόγελα και δάκρυα λανθάνοντα, / λιτανείες στου έρωτα την αυταπάτη, / να δραπετεύει από τα
δάχτυλα, / να προσκολλάται στην ψυχή / όλο και πιο πολύ, / να σμίγει οριζοντίως και καθέτως στα σπλάχνα, / να με λιγώνει εκχύλισμα μελίρρυτο, / στου πεύκου την απόχρωση τα μάτια / να ατενίζουν το φως το πρώτο της ημέρας, / να μειδιούν τα χείλη, / να γεύομαι τη δρόσο της αυγής τους, / ανυπόμονα να διαπράττουν / εμπρησμούς νυχτερινούς / στου λαιμού
τα μισοσκόταδα, / να συλληφθώ στο κορμί του, /να συλληφθεί στο κορμί μου, / εισβολέας στα άδυτα της διέγερσής μου. / Πόσες απρόσμενες κρυψώνες / μυστικών περιπλανήσεων / να εξερευνήσουν οι γευστικοί πόροι, / να
κοινωνήσουν χυμούς λάγνων αποσταγμάτων, / να οδεύσουν τα χέρια τα φιλομαθή, / να διαρρήξουν υμένες παρθενικών παθών, / σκήπτρα και λάφυρα να αποθέσουν / στου καταχτητή την κλίνη, / κρυφής μάχης τοπίο./ Τι παραφορά η στάση της πρόσκλησης / στου έρωτα τα δώρα. / Ανυπόφορα ανέγγιχτη σάρκα, / να σου εμφυσήσω, / να μου εμφυσήσεις / ανάσες εξημμένες. / Δια βίου.
Ένα πλήθος λεκτικών τρόπων, μια πραγματική πλημμυρίδα εκφραστικών ευρημάτων και ηδυσμένου λόγου κατακλύζουν και συναρπάζουν τον αναγνώστη. Ίσως κανείς να διακρίνει κάποια υπερβολή στην έκφραση, ότι γίνεται κατάχρηση ηδυσμάτων. Αλλά, ό,τι και να πει κανείς, νομίζω πως το ποίημα αυτό είναι ένα κατόρθωμα της Καλλιόπης Εξάρχου.
Η ποίηση είναι δύσκολη τέχνη. Στο ποίημα «Ελευθερία ή Θάνατος», (σ. 13) η ποιήτρια ομολογεί πως «μισόν αιώνα ζωής / χρεώθηκε / για ν’ αναστήσει τους στίχους». Το έχουν γράψει πολλοί πως η ποίηση είναι μια πονεμένη εσωτερική περιπέτεια του ανθρώπου. Θέλει αφοσίωση, ζητά από τον ποιητή να πονέσει, να ματώσει. «Η ποίηση δεν είναι υπόθεση ανέξοδη· για να μπει στην ψυχή μας, τρώει το κορμί μας» είπε κι έγραψε ο Δ. Ν. Μαρωνίτης. Το θέμα αυτό, ότι δηλαδή η ποίηση, η τέχνη του λόγου, είναι δύσκολη, το επαναφέρει η Εξάρχου στο ποίημα «Αταξία», (σ. 16), όπου σημειώνει «Πόσες προσπάθειες / πόσων χρόνων / για να στεγάσω / φράσεις ανυπότακτες».
Η μορφή των ποιημάτων είναι το «έξω» ενός «μέσα», κι αυτό το μέσα είναι το κύριο και σταθερό, ενώ το έξω είναι η αντανάκλαση, η εικονική τρόπον τινά αναπαράσταση του έσω, του μέσα. Αλλά, παρά τη μεταβλητότητα του έξω, της μορφής δηλαδή με όλα τα τεχνάσματά της, το μέσα χωρίς το έξω όχι μόνο δεν μπορεί να προβληθεί αλλά ούτε και να υπάρξει. Ένα υπαρξιακό π.χ. πρόβλημα του ποιητή μόνο του δε συνιστά τέχνη, ποίημα· απαιτείται εκείνο το κάτι που θα το μετουσιώσει, θα το μεταστοιχειώσει σε τέχνη, σε ποίημα.
Δηλαδή απαιτείται και το κατάλληλο ένδυμά του που είναι το έξω, η μορφή.
Αυτό το έξω, τη μορφή των ποιημάτων της συλλογής, το εξετάσαμε, όσο είναι δυνατόν σε μια βιβλιοπαρουσίαση και με αναγκαστική συντομία. Το μέσα στα ποιήματα της συλλογής είναι προβλήματα συνειδησιακά, ηθικά, υπαρξιακά:
άγχος, αγωνία, μοναξιά, απομόνωση, και τα συναφή διαβρωτικά της ψυχής προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου.
Η ποίηση της Εξάρχου είναι βιωματική και αυτοβιογραφική. Προσωπικές εμπειρίες και βιώματά της αντλεί η η ποιήτρια από τη μυχιοθήκη της ψυχής της και αυτά είναι τα θέματά της, τα οποία αφηγείται με εξομολογητικό τόνο σε πρώτο γραμματικό πρόσωπο. Στο βάθος -βάθος των ποιημάτων εμφιλοχωρούν τα πιο πάνω υποστασιακά προβλήματα, είτε αυτά αναφέρονται ρητά είτε υπονοούνται.
Σε μερικά από ία οκτώ ποιήματα με τίτλο «Σιωπή» έχουμε τέτοια, εμφανή ψυχοφθόρα θέματα. Η σιωπή υπονοεί δυσάρεστη ψυχική κατάσταση. Σωπαίνει τότε κανείς και υποφέρει και κλείνεται στο καβούκι του, απομονώνεται και σιτίζεται με τη μοναξιά του. «Έφυγες / και δεν ξέρω /τι να κάνω με τους τοίχους», γράφει η ποιήτρια στο ποίημα «Σιωπή 1» (σ. 40), όπου οι τοίχοι παίρνουν συμβολικό νόημα, γίνονται Καβαφικά τείχη. Στο επόμενο ομότιτλο ποίημα «Σιωπή 2», (σ. 41) διαβάζουμε «Πήρα βαθιά εισπνοή / να αντέξω το έρεβος». Και παρακάτω, στο ίδιο ποίημα, έχουμε την ενδοσκόπηση του π.υ. «Κοίταξα εντός μου» και «Πήρα δεύτερη εισπνοή / και εισχώρησα στα
ενδότερα / χωρίς μίτο. / χωρίς τίποτε. / Ο Μινώταυρος / με περίμενε / όπως πάντα.» Συνειδητοποιεί το π.υ. το αδιέξοδο του σύγχρονου ανθρώπου, που γίνεται στο τέλος βορά του Μινώταυρου της εποχής μας, τον οποίο ούτε με τη βοήθεια της Αριάδνης μπορεί ο σημερινός άνθρωπος να αντιμετωπίσει, γιατί απλούστατα δεν έχει υλική υπόσταση με εξωτερικό περίγραμμα.
Τα ποιήματα της συλλογής συνιστούν ποίηση του έσω χώρου με κύριο χαρακτηριστικό της την εσωστρέφεια. Το περιεχόμενο των ποιημάτων είναι συναισθήματα καταθλιπτικά σαν να βγαίνουν από μια «Έρημη χώρα», την ψυχή του π.υ., που η απόγνωση το σπρώχνει σε παράτολμες και αυτοκαταστροφικές πράξεις. Διαβάζουμε στο ποίημα «Σιωπή 6» (σσ. 46-47): «Σιγή, μόνο σιγή, / απέραντη σιγή. / (…) / Μόνο ακέφαλες αισθήσεις. / Κομμάτια και θρύψαλα. / (…) / και θρηνώ θρήνο πένθους. / Δεν αντέχω τόση ερημιά. / Δεν αντέχω τόση σιωπή. / Φέρτε μου το μαχαίρι / να ξεριζώσω την καρδιά, / (…) / Δεν αντέχω τόση λησμονιά. / Δεν είναι του έρωτα τόση παγωνιά. /Κρυώνω». Απεγνωσμένα ζητά βοήθεια από τον Άλλον και συνεχίζει: «Φέρτε μου τα χέρια του πίσω / να ψαύσουν παρειές, / στήθη, / χείλη, / σαν όνειρο, / να ανέλθω / να τα φιλήσω, / ατέλειωτο φιλί / βαθύ σαν θάνατο, / παρακαλώ σας». Ζητά βοήθεια από τον έρωτα που ξέρει από φάρμακα που θεραπεύουν τη μοναξιά. Όπως ο Καβάφης με σπαραγμό ψυχής κι αυτός ζητά βοήθεια από άλλον έρωτά του και γράφει «Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως, / που κάπως ξέρεις από φάρμακα, / νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω» (Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου…).
Η ποίηση της Εξάρχου είναι εν πολλοίς μελαγχολική. Και όμως ο αναγνώστης δε μελαγχολεί, γιατί ακόμα και η τέτοια ποίηση λειτουργεί ανακουφιστικά και στην τυχόν βαριά θλιμμένη ψυχή του αναγνώστη, γιατί η τέχνη της ποίησης μπορεί και μεταστοιχειώνει τα καταθλιπτικά, αρνητικά συναισθήματα σε άλλου, θετικού, ποιού συναισθήματα και πετυχαίνει δια της ομοιοπαθητικής, όπως λέει ο Αριστοτέλης, «την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν».
Η Καλλιόπη Εξάρχου είναι ποιήτρια αυθεντική, γνήσια, με τη δική της αυτόνομη φωνή, το προσωπικό της ύφος, και τα δείγματα γραφής που έδωσε και μ’ αυτή τη συλλογή προοιωνίζονται καρποφόρο το ποιητικό της μέλλον.

 

 

EXTRA LARGE 2011

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΗΤΤΑ

Πόρφυρας τ.144

Κλειστά συστήματα

Extra Large ιστορίες σε 94 μόλις σελίδες γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο από
ένα πανεπόπτη συγγραφέα, ο οποίος παρακολουθεί την Ιωάννα από την εφηβεία της μέχρι τη μεσήλικη ζωή της, ένα είδος τρυφερού μάρτυρα στα εσωτερικά και εξωτερικά περπατήματα ενός μοναχικού κοριτσιού στον κόσμο σε μια εποχή πολιτικά δύσκολη που επηρέαζε την κοινωνία και συνέτεινε στην επίταση μιας ηθικολογικής επιφάνειας καθωσπρεπισμού. Δικτατορία στην επαρχία!
Η πολιτική λογοκρισία βαδίζει χεράκι χεράκι με τον κοινωνικό έλεγχο και τους κανόνες, κάθε είδους κανόνες, πρωτίστως για το σώμα. Πώς θα φάω, πώς θα κρατήσω το κουταλάκι, πόσο μεγάλη θα είναι η μπουκιά που θα κόψω με τα δόντια μου, είναι ανοιχτό ή κλειστό το στόμα μου όταν μασάω; Θα κοιτάξω το σώμα μου στον καθρέφτη; Επιτρέπεται; Είμαι χοντρή. Ακολουθούν οι κανόνες για το πνεύμα: Τι βιβλία θα διαβάσω; Επιτρέπεται η Περλ Μπακ; Οι αδελφές Μπροντέ; Τι εικόνες θα δω; Επιτρέπεται να δω εικόνες από αστέρες του κινηματογράφου που φιλιούνται; Από κοντά
και οι κανόνες για το συναίσθημα. Επιτρέπεται να δείχνω ότι αγαπώ; Επιτρέπεται να κλαίω; Επιτρέπεται να ερωτευτώ; Όχι τώρα. Μετά. Πότε μετά; Πόσο μετά; Φυσικά υπάρχουν κανόνες για την έκφραση: Ποια έκφραση; Δεν επιτρέπονται οι αντιρρήσεις. Και την αδικία; Πώς τη σηκώνει κανείς την αδικία που πρέπει να μένει ανέκφραστη μέσα στα πλαίσια της ευγένειας και της ευπρέπειας;
Πολιτικός έλεγχος από μια αλλοπρόσαλλη εξουσία, κοινωνικός έλεγχος από οικογένειες που αγαπούν κοινωνικά – «και τι θα πει ο κόσμος;» 0 τελευταίος, βέβαια, ήδη από την αρχαιότητα αφορά την αστική τάξη, όχι τις λαϊκές μάζες, όπως η Ντεζιρέ της πρώτης ιστορίας, που μπορεί και επιτρέπεται να κινεί το πληθωρικό της σώμα χωρίς ελέγχους και ασφυκτικούς περιορισμούς από εξαρτήματα γυναικεία, επιβεβλημένα από μια ανδρική αντίληψη για την κοινωνία, υποστηριγμένη αμείλικτα από εκπροσώπους του γυναικείου φύλου.
Και η διαφορετικότητα τι θέση έχει σε μια τέτοια κοινωνία; Μα τη διαφορετικότητα, αγαπητοί φίλοι, θα πρέπει να την καταπατήσουμε, να την πατήσουμε, να την αντιμετωπίσουμε όπως τα ζιζάνια στα χωράφια, να τη βγάλουμε και να τη γδάρουμε. Το ζητούμενο είναι η ομοιομορφία, η συνέχεια, η παράδοση στο μέλλον του παραδεδομένου ομοίου. Όλα ίδια και απαράλλακτα.
Ξαναγυρνώ στον συγγραφέα του βιβλίου. Τον αποκάλεσα τρυφερό μάρτυρα, όχι μόνο γιατί γνωρίζει τον πλούσιο, ευαίσθητο, ασύμβατο με τα δεδομένα της εποχής εσωτερικό κόσμο ενός νεαρού κοριτσιού αλλά και γιατί μοιάζει να στέκεται εκεί, δίπλα στο κορίτσι, ένα είδος νεραϊδούλας ή αγγέλου -αν είστε πιστοί-, που προστατεύει, μια ανεπίγνωστη για το κορίτσι συντροφιά, μια διαρκής παρουσία – η Ιωάννα, η ηρωίδα των extra large ιστοριών της Εξάρχου δεν είναι μόνη, κι ας βιώνει μιαν απίστευτη εξωτερική και εσωτερική μοναξιά. Ο συγγραφέας παίζει και αυτός στο βιβλίο, δεν είναι αμέτοχος, έχει ένα ρόλο: να πει την ιστορία όχι σε αναγνώστες αλλά σε ακροατές, αυτό τουλάχιστον φαίνεται από το γεγονός ότι κάποτε απευθύνεται: «Για φανταστείτε», «με παρέσυρε η σύγχυση της Ιωάννας και ξέχασα να σας πω», «και όπως γνωρίζετε πολύ καλά», «θα σας γελάσω», «μη γελάσετε», «θα αναρωτηθείτε». Μια παρεϊστικη ατμόσφαιρα.
Οι ιστορίες μοιάζουν γυναικείες, εξάλλου πολλές γυναίκες κυκλοφορούν στο βιβλίο. Η γύφτισσα Ντεζιρέ, η γερμανίδα Ούρσουλα με τις κόρες της Βανέσα και Χέλγκα, η μαμά Ευτέρπη – σπανίως αποκαλείται μαμά, τις περισσότερες φορές μητέρα, κι αν καμιά φορά η συγγραφέας εν ονόματι της Ιωάννας ξεχαστεί και την αποκαλέσει μαμά, μερικές γραμμές πιο κάτω επανέρχεται στην τάξη, η μαμά γίνεται και πάλι μητέρα. Συνεχίζουμε: η αδελφή της μητέρας Ευ-τέρπης Ευ-δοκία, όλα ευ θα πρέπει να είναι, φοβερή μαγείρισσα, η πεθερά της μητέρας Ευτέρπης, μητέρα του πατέρα της Ιωάννας, γιαγιά της Ιωάννας, αναντίρρητη αρχηγός του οίκου, «αυτοκρατορική, μεγαλοπρεπής, άκαμπτη φιγούρα μιας άλλης εποχής»
(σ. 20), η αδελφή Μαρία, μια άλλη Μαρία, δεξί χέρι της γιαγιάς, η αισθητικός, η φίλη Άννα, οι απρόσωπες και μάλλον εχθρικές συμμαθήτριες, γυναίκες
που καθαρίζουν το σπίτι. Η ταυτότητα της νεαρής Ιωάννας φαίνεται να διαμορφώνεται με την υποψία του διαφορετικού μέσα από τις μορφές της γύφτισσας και της Γερμανίδας. Αυτές ίσως τη διαφύλαξαν από το όμοιο.
Και οι άνδρες; Μέσα από αυτούς αναδεικνύονται καλύτερα κοινωνικές δομές. Αρχίζω λοιπόν: εργάτες του κήπου (σ. 15, 71), ενίοτε κάτω από τις διαταγές της πολύ έμπειρης στα των κήπων γιαγιάς, ο νεαρός βαφέας του σπιτιού της γιαγιάς, «κούκλος με γαλάζιους οφθαλμούς» (σ. 18), ο κηπουρός με τα πράσινα μάτια, ο μεταλλειολόγος σύζυγος της Ούρσουλας, ο καταπιεσμένος από τη μητέρα του μπαμπάς, με καλούς τρόπους, χαλαρός και πιο ελεύθερος στα τραπέζια το βράδυ, τότε που η Ιωάννα μπορούσε να του εκφράσει κάποιες σκέψεις, μόνο τότε, σκληρός με την πράσινη σκιά που έβαλε στα μάτια της η Ιωάννα, ως και χαστούκι έφαγε το κορίτσι, με ιδιαίτερη όμως προτίμηση στην τζαζ και την κλασική μουσική, ο παππούς, κουβαλητής της βαλίτσας της γυναίκας του, φουκαράς (σ. 22), ένας εξιδανικευμένος θείος, με λαμπρές σπουδές, μποέμ, όμορφος, γοητευτικός, καλλιεργημένος, στον αντίποδα του επαρχιώτη πατέρα της Ιωάννας, υποκατάστατο πατέρα για την Ιωάννα, ο δάσκαλος του πιάνου κύριος Γιαννίκος, με συμπεριφορές που δεν συνάδουν προς την εκλεπτυσμένη ενασχόλησή του με τη μουσική -μα να ρουφά τον καφέ του; φοράει και μασέλα που κροταλίζει, του φεύγουν και υπολείμματα τροφών την ώρα που φωνασκεί-, ένας κούκλος ηθοποιός που φιλάει στο έργο την προπαγωνίστρια, ο καθηγητής των Αρχαίων Ελληνικών, της Αντιγόνης που στάθηκε πρότυπο επαναστάτριας για την Ιωάννα, ο
τριαντάρης «γοητευτικός, […] επικίνδυνα γοητευτικός» φλερτώδης μηχανικός
κ. Παπαδόπουλος (σ. 50), το πρώτο ροζ τριαντάφυλλο, ο κούκλος Πέτρος με μάτια «καταπράσινα σαν τη χλόη», ο ωραίος Νίκος, «ένα παλικάρι δυο μέτρα,
από καλό σπίτι» (σ. 81), «οικογένεια αυστηρή με συντηρητικές αρχές» (σ.82), το πρώτο φιλί, αγόρια συμφοιτητές που δεν θα αφιέρωναν πολύ χρόνο να ανακαλύψουν τον εσωτερικό κόσμο της Ιωάννας, ο ηδονοθήρας γυμναστής Μιχάλης. Τι περίεργο: ενώ ονομάζονται οι γυναίκες του σπιτιού, κανένας από τους άνδρες του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος δεν ονομάζεται. Είναι μόνο ο θείος, ο μπαμπάς, ο παππούς. Και ενώ οι άνδρες περιγράφονται, οι γυναίκες παραμένουν έγκλειστες στα χαρίσματά τους.
Κλειστά συστήματα αυτά στα οποία μεγάλωσε η Ιωάννα, το σπίτι, η σχολική τάξη -ούτε καν το σχολείο-, η επαρχιακή πόλη, η δικτατορία σαν ανεμοβλογιά στην εφηβεία, η αστική τάξη. Και μέσα σε όλα αυτά και από όλα αυτά ξεπετάχτηκε ένα κορίτσι. Η συγγραφέας το παρακολούθησε με τρυφερότητα, με λεπτό σαν αεράκι χιούμορ, με ελαφρό σαρκασμό, ενίοτε με δραματικούς τόνους: «[…] έτρεχε κάθιδρη στο δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι της […]. Το είχε βάλει στα πόδια. Έτρεχε να κρυφτεί αποφασισμένη να μην ξεμυτίσει ποτέ πια από τη σιγουριά της φυλακής της. Εκεί τουλάχιστον όλα της φαίνονταν οικεία, εξόχως οικεία, αλίμονο!»
Κλείνω με μια φράση ακόμη από τη τελευταία μυθ-ιστορία της Εξάρχου: «Αυλάκια που διέτρεχαν το κορμί απ’ άκρη σ’ άκρη, το έσκαβαν, το όργωναν. Αυλάκια αδιέξοδα να ανακυκλοδνουν τη ροή τους, εσωτερικά, μυστικά, να αγγίζουν τα σπλάχνα και εκείνα να αφυπνίζονται
ανατριχιάζοντας από την υγρασία της θλίψης.»

 

 

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

Θέματα Λογοτεχνίας 9-12/2013

«EXTRA LARGE, 12 ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΡΤΡΕΤΟ»
.
Μια ερώτηση έρχεται συχνά στη σκέψη μας όταν διαβάζουμε ένα νέο βιβλίο:
Σε ποιο λογοτεχνικό είδος ανήκει; Καμιά φορά το είδος δηλώνεται στον
υπότιτλο: Αυτοβιογραφία, Διηγήματα… Ωστόσο, ο υπότιτλος -12 σχέδια
για ένα πορτρέτο- της Καλλιόπης Εξάρχου, παραπέμπει περισσότερο σε εικόνα και λιγότερο σε γραφή. Όταν άρχισα να διαβάζω το βιβλίο, αναρωτήθηκα μήπως πρόκειται για βιογραφική ή και αυτοβιογραφική μυθοπλασία.
Και καθώς συνέχιζα την ανάγνωση, σκεφτόμουν, άθελά μου, την Αισθηματική αγωγή του Φλομπέρ, δηλαδή είχα στα χέρια μου, πιθανότατα, ένα μυθιστόρημα διάπλασης, με τη μεγάλη διαφορά ότι εδώ τίποτε δεν φαινόταν να οδηγεί στη συντριβή του κεντρικού προσώπου, άρα σε μυθιστόρημα ήττας,
όπως έχει αποκαλέσει η κριτική το συγκεκριμένο έργο του Γάλλου συγγραφέα.
Η Ιωάννα, η ηρωίδα, ζει σε έναν τόπο καταπίεσης, που θυμίζει φυλακή
υψίστης ασφαλείας: ακόμη και τα εσώρουχα καταπιέζονται. Καθώς δεν θεωρούνται ευπρεπή ρούχα, δεν έχουν το δικαίωμα να απλώνονται στον ήλιο·
στεγνώνουν, μακριά από τα βλέμματα των γειτόνων. Αυτή θα ήταν η τύχη
της Ιωάννας, αν έμενε στη γενέτειρά της. Ν ιώθουμε ευθύς εξαρχής, χάρη στο πέρασμα της Ντεζιρέ από την οθόνη μας, ότι η ηρωίδα θα φύγει, θα αφήσει πίσω της την επαρχία και θα χαθεί, όχι στην ανοιχτωσιά της φύσης, αλλά σε αχανείς πολιτείες, στην ανωνυμία της μεγαλούπολης, που, με όλα της τα μειονεκτήματα, επιτρέπει την ανάπτυξη του ατόμου. Ίσως γι’ αυτό χρειάστηκε να πάει η ηρωίδα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και όχι, όπως η συγγραφέας, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, να ζήσει στη μεγαλύτερη πύλη της χώρας και, πολύ αργότερα, στο Παρίσι.
Η αφήγηση παρουσιάζει διαρκώς ανεκπλήρωτες προσδοκίες, όπως στο
μυθιστόρημα του Μπαλζάκ, Χαμένες αυταπάτες, με μια μεγάλη διαφορά
ξανά, η ηρωίδα ακολουθεί αδιάκοπα μια ανοδική πορεία. Πώς γίνεται αυτό;
Προφανώς, τα ταξίδια που την απομακρύνουν από τον τόπο της δεν επαρκούν. Εκείνο που τη σώζει είναι η δημιουργία ενός δικού της εσωτερικού τοπίου, που έχτισε μόνη της και μέσα στο οποίο επιλέγει να κινείται.
Το βιβλίο, αν και είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Καλλιόπης Εξάρχου,
μας εντυπωσιάζει με την ώριμη γραφή του. Και είναι ώριμη γιατί παράγεται
από μια επίπονη εσωτερική διεργασία. Η συγγραφέας δίνει την εντύπωση
ότι έζησε έντονα την κάθε στιγμή και εκφράζεται με το πάθος της βιωματικής γραφής. Η αφήγηση φαίνεται να είναι στο τρίτο πρόσωπο. Είναι όμως;
Πάνω από την ιστορία της Ιωάννας πλανάται ένας αόρατος αφηγητής (ή
αφηγήτρια, αυτό δεν φαίνεται να έχει σημασία), που βλέπει τον κόσμο μέσα
από τα μάτια της ηρωίδας. Καθώς διάβαζα το βιβλίο, είχα μια εικόνα διαρκώς μπροστά μου: έβλεπα την ηρωίδα να παίζει και να επινοεί έναν παιδικό
φίλο, που μιλά για χάρη της, ενώ βλέπει αποκλειστικά ως εκεί που φτάνει το
δικό της βλέμμα. Ο αφηγητής, λ.χ., δεν μπορεί να μας πληροφορήσει τι σκέφτονται κρυφά τα μέλη της οικογένειας για τα πενήντα χρόνια γάμου που
γιορτάζουν ο παππούς και η γιαγιά. Θα μου πείτε: Μα υπονοεί με αυτό τον
τρόπο την καταπίεση του παππού και συνάμα τονίζει τη δική του ιδιότητα
ως νεωτερικού αφηγητή. Με άλλα λόγια επισημαίνει το γεγονός ότι δεν είναι παντογνώστης. Εντούτοις, η στάση του γίνεται πιο σύνθετη όταν εξαιρεί
την ηρωίδα από το ρόλο που ο ίδιος απονέμει στον εαυτό του. Το λέει μάλιστα σαφέστατα: «Το μόνο που μπορείτε να μάθετε είναι τι σκέφτηκε η Ιωάννα».
0 αφηγητής διαβάζει την ψυχή της, αντλεί πληροφορίες από τη μνήμη της, δημιουργεί μαζί της μια εξαίσια διφωνία, ενώ παραμένει κυρίαρχος της τεχνικής του.
Και ένα ακόμη τέχνασμα του αφηγητή: η παιχνιδιάρικη χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου, δηλαδή η σύνδεση του πλάγιου λόγου της αφήγησης
με τη φωνή του εκάστοτε ήρωα. Ακούμε λοιπόν ερωτήσεις -όπως: Γιατί και κυρίως επιφωνήματα – Α, αχ, ναι, μάλιστα, αλίμονο, έλεος! Αφηγητής και ηρωίδα συνεργάζονται για να μας παρασύρουν στο μυθιστορηματικό
σύμπαν της Εξάρχου, σύμπαν φτιαγμένο από λέξεις. Απολαυστική η περιγραφή όταν η γιαγιά καταφθάνει από την πρωτεύουσα για τις θερινές διακοπές της και πρώτο της μέλημα είναι να απαγορεύσει στην οικογένεια του
γιου της να χρησιμοποιεί την κεντρική εξώπορτα. 0 αφηγητής εκμεταλλεύεται την κωμική εικόνα που δημιουργούν ο εγωκεντρισμός και η μεγαλομανία
της γιαγιάς και απευθύνεται ευθέως στον αναγνώστη: «για φανταστείτε,
πάλι καλά που υπήρχε και δεύτερη έξοδος». Ξαφνικά όμως, η εικόνα του
εγκλεισμού χάθηκε από τα μάτια μου, καλύφτηκε από την αναπάντεχη λέξη
«έξοδος». Σαν να υπήρχαν πόρτες μόνο για να φεύγουμε. Άκουγα τη φωνή
της Ιωάννας κρυμμένη κάτω από την επιλογή της λέξης, που μου αποκάλυπτε την έντονη επιθυμία της για έξοδο, για φυγή. Η Καλλιόπη Εξάρχου, στην οποία μίλησα για την αντίδρασή μου, είπε πως δεν το είχε καθόλου
σκεφτεί. Και βέβαια, ακριβώς γι’ αυτό η εικόνα της φυγής έχει τόση δύναμη· πηγάζει κατευθείαν από το ασυνείδητο.
Ένα ξεχωριστό βιβλίο χρειάζεται έναν εκδότη με καλλιτεχνικές ανησυχίες. Οι εκδόσεις Σοκόλη-Κουλεδάκη αγκάλιασαν το βιβλίο με τρυφερότητα
και ευαισθησία.

 

 

ΜΑΡΙΑ ΛΑΜΠΑΔΑΡΙΟΥ-ΠΟΘΟΥ

Διαβάζω 530 6/2012

 

Δώδεκα διηγήματα ή «πορτρέτα», όπως τα αποκαλεί η συγγραφέας, διαγράφουν την εσωτερική διαδρομή μιας γυναίκας, της Ιωάννας, από τις ονειρικές φυγές της καταπιεσμένης εφηβείας έως την επανάσταση της ωριμότητας. Πιο δίκαιος είναι ο χαρακτηρισμός «πορτρέτα», αφού όλα τα κείμενα τα συνδέει το ίδιο πρόσωπο, είναι όψεις της ίδιας γυναικείας μορφής που βιώνει τα στάδια της πορείας της προς τον έρωτα, προς τπ γνώση της φθοράς, προς την ουσία της ύπαρξης. Μεγεθύνοντας κάποια εξαιρετικά περιστατικά της ζωής της Ιωάννας, της ηρωίδας του βιβλίου, περιστατικά που τη σημάδεψαν ή αφύπνισαν καταπιεσμένες υποσυνειδησιακές ζώνες, η
συγγραφέας δημιουργεί μια ποιητική της αυτογνωσίας που ολοένα και βαθύτερα μας οδηγεί στην καθαρότητα της αλήθειας.
Με λόγο δυνατό και συνάμα ποιητικό, λόγο της αναλυτικής σκέψης και
της ψυχογραφικής διείσδυσης, η συγγραφέας μάς δίνει ζωντανές περιγραφές και καταστάσεις, μεγεθύνει και απομονώνει κάποιες βιωμένες στιγμές, για να φωτίσει τον ψυχισμό της ηρωίδας της, να δει και η ίδια σαν μέσα σε νοητό κάτοπτρο το μέγα γεγονός της μεταλλαγής της, πώς η καταπιεσμένη πουριτανή έφηβη έφτασε στην πλήρη ωριμότητα, από ποια επώδυνα μονοπάτια κατέκτησε την ανάβαση στο πρόσωπο.
Η Καλλιόπη Εξάρχου είναι επίκουρη καθηγήτρια θεατρολογίας στο ΑΠΘ,
όπως διαβάζουμε στο βιογραφικό της. Και είναι εμφανής η θεατρική
ισορροπία των ψυχικών καταστάσεων στα επιμέρους διηγήματα ή
πορτρέτα. 0 Σάμουελ Μπέκετ είπε: «Το πρόσωπό μας είναι πολλά πρόσωπα που καταλήγουν στο τελευταίο». Κάπως έτσι η συγγραφέας κομματιάζει το πρόσωπο της ηρωίδας της για να καταλήξει στο τελευταίο. Στο πορτρέτο «Εμμηνόπαυση», που είναι μια έξοχα δοσμένη επανάσταση και μαζί κάθαρση, αφού τόλμησε να σπάσει τον κλοιό από τις φοβίες και τις καταπιέσεις της ζωής της και να αποδράσει στο Παρίσι προκειμένου να βιώσει αυτογνωσιακά την αλήθεια του εαυτού της.
Σε όλα τα πορτρέτα υπάρχει μια ετεροχρονική συνειδητοποίηση της αλήθειας που αναζητά η ηρωίδα. Υπάρχει ένας αυτοσαρκασμός, απόρροια της ατολμίας και των κοινωνικών ταμπού. Κι αυτό κάνει την ηρωίδα στα μάτια μας βαθιά ανθρώπινη. Βαθιά αληθινή. Και καθώς ο λόγος του κειμένου είναι ποιητικός και πλούσιος σε περιγραφές και διεισδύσεις, η ηρωίδα γίνεται οικεία, γίνεται γνώριμη των δικών μας αδυναμιών και της δικής μας αγωνίας για απελευθέρωση.

 

ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ

 

Βιογραφική μυθοπλασία θα αποκαλούσα το νέο βιβλίο της πανεπιστημιακού και ποιήτριας Καλλιόπης Εξάρχου. Αν και είναι το πρώτο της μυθιστόρημα, η ώριμη γραφή της μαρτυρεί έντονη εσωτερική διεργασία. Η αφήγηση – φαινομενικά τουλάχιστον τριτοπρόσωπη – αρχίζει με τις λέξεις «Την έλεγαν Ντεζιρέ» και υλοποιείται μέσα από «τα παιδικά μάτια της Ιωάννας». Ωστόσο, η πληθωρική Ντεζιρέ δεν είναι παρά ένα σημείο εκκίνησης, μια αλληγορία της Επιθυμίας που εκφράζεται χωρίς ενοχές, ενώ το φτωχικό περιβάλλον της ανάγεται σε ένα πρώτο αντικρουόμενο ντεκόρ, πλάι στο οποίο θα προβάλει σε λίγο το αρχοντικό που υποθάλπει την καταπίεση της Ιωάννας.
Η βιωματική υφή της γραφής θα ταίριαζε με αφήγηση στο πρώτο πρόσωπο. Ωστόσο, όταν η ηρωίδα διστάζει να εκφράσει την επαναστάτη μένη
από την πρώτη στιγμή αντιγόνεια σκέψη της, μοιάζει να επινοεί έναν παιδικό φίλο που μιλά για χάρη της, θαυμάζει και συνάμα καγχάζει την αστική οικογένεια και κυρίως την ίδια, ενώ ασκεί αμείλικτη κριτική στην επαρχιακή ζωή τα χρόνια της δικτατορίας. Ο υπεύθυνος της αφήγησης δεν μπορεί να μας πει τι σκέφτονται κρυφά τα μέλη της οικογένειας για τα πενήντα χρόνια γάμου του παππού και της γιαγιάς, θέλοντας προφανώς να τονίσει, μεταξύ άλλων, ότι. δεν είναι παντογνώστης συγγραφέας. Εξαιρεί ωστόσο την Ιωάννα
από τον ρόλο του μοντέρνου αφηγητή που έχει αναλάβει διαβάζει την ψυχή
της, αντλεί από τη μνήμη της και δημιουργεί μαζί της μια εξαίσια διφωνία.
Όταν θέλει να μιλήσει για την ηρωίδα, απαρνιέται την ιδιότητα του εξωδιηγητικού αφηγητή.
Η ταύτιση πραγματοποιείται με μια απολαυστικά παιχνιδιάρικη χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου. Αγωνιώδεις ερωτήσεις – «Γιατί;», «Μα γιατί;», «Λες;» -, ενθουσιαστικά επιφωνήματα – «Ωραία!», «Επιτέλους!» – και εκφράσεις δυσφορίας για την αβάσταχτη καταπίεση – «Αχ!», «Έλεος πια» – πολλαπλασιάζονται όσο προχωρεί η ιστορία και επενδύουν την τριτοπρόσωπη αφήγηση με την αμεσότητα της πρωτοπρόσωπης. Ο αφηγητής εμφανίζεται σαφώς ως το alter ego της ηρωίδας. Και ενώ το δράμα παίζεται στην ψυχή της μικρής και στη συνέχεια έφηβης Ιωάννας, το σύνθετο βλέμμα που την
ενώνει με τον αφηγητή οδηγούν τον αναγνώστη σε μια κωμική θέαση της
μικρής κοινωνίας. Απολαυστικές οι περιγραφές όταν η γιαγιά καταφθάνει από την πρωτεύουσα για τις θερινές διακοπές της και απαγορεύει στην οικογένεια του γιου της να χρησιμοποιεί την κεντρική εξώπορτα. Ο αφηγητής εκμεταλλεύεται την κωμική εικόνα που δημιουργεί η εντολή και απευθύνεται ευθέως στον αναγνώστη: «για φανταστείτε, πάλι καλά που υπήρχε και δεύτερη έξοδος», σαν να υπήρχαν πόρτες μόνο για να φεύγουμε. Η φωνή της Ιωάννας κρύβεται κάτω από» την επιλογή – πιθανότατα ασύνειδη και γι’ αυτό τόσο δυνατή της λέξης «έξοδος» και αποκαλύπτει την αδιάλειπτη] επιθυμία της για φυγή.
Το πεζογράφημα της Καλλιόπης Εξάρχου σε κάποια σημεία αγγίζει
απαλά, από απόσταση στον χώρο και τον χρόνο, σημαντικές στιγμές της δημιουργίας του μυθιστορήματος στη Γαλλία του 19ου αιώνα. Όπως στον
Σταντάλ (Το κόκκινο και το μαύρο), ο κλειστός κόσμος της επαρχίας προσφέρεται ως ιδανικός χώρος για καταπίεση του χαρισματικού ατόμου.
Έχουμε και εδώ, όπως και στον Φλωμπέρ (Αισθηματική αγωγή), ένα μυθιστόρημα διάπλασης, το οποίο ωστόσο δεν καταλήγει σε μυθιστόρημα ήττας. Ούτε περιγράφει αποκλειστικά ανεκπλήρωτες προσδοκίες, όπως ο Μπαλζάκ (Χαμένες αυταπάτες). Η Ιωάννα ακολουθεί μια αδιάκοπη ανοδική πορεία, ίσως γιατί έχτισε το δικό της εσωτερικό τοπίο μέσα στο οποίο κινήθηκε, ένα «δωμάτιο στην πίσω αυλή», όπως θα έλεγε ο Μονταίν. Εξάλλου, τα νιάτα, καθώς κοιτούν μόνο μπροστά, βλέπουν τη ζωή σε μια συντηρητική οικογένεια «σαν ξεχασμένη σελίδα στην εξέλιξη του πλανήτη». Πλάι στο προσωπικό δράμα, η δικτατορία των συνταγματαρχών κυλά αθόρυβα και διαβρώνει συνειδήσεις.
Οι εκδόσεις Σοκόλη-Κουλέδάκη πρόσεξαν με καλλιτεχνική ευαισθησία ένα ξεχωριστό βιβλίο.

 

ΓΙΑ ΤΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ

 

ΑΛ. ΜΥΡΙΑΔΗΣ

Το βιβλίο «Εικόνες φωτός και σκότους στο θέατρο του Arrabal της Καλλιόπης – Στυλιανής Εξάρχου που εκδόθηκε από το University Studio- Press, ερευνά τον αρχετυπικό άξονα του θεατρικού λόγου του Arrabal μέσα από το θεωρητικό μοντέλο του φαντασιακού, ό πως το ορίζει ο Gilbert Durand, Προσεγγίζοντας όλες τις συμβολικές όψεις των Συστημάτων της Ημέρας και της Νύχτα, αποκαλύπτεται πως οι ήρωες του Arrabal συμφιλιώνουν το θάνατο με τη ζωή, το σκοτάδι με το φως, για ένα καλύτερο αύριο, και πως όλη αυτή η διαδικασία γίνεται θεατρική πράξη πάνω στη σκηνή. Ο κόσμος του Arrabal κινείται σε μία ατμόσφαιρα τελετουργικών σχημάτων ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Έτσι ο μύθος της «πολιτείας» του παίρνει συμπαντικές διαστάσεις και η θέαση των δρωμένων μετατρέπεται σε σκοτεινές καθόδους στον Άδη και σε φωτεινές ανατάσεις στον «Κήπο των Ηδονών». Μέσα σ’ αυτόν τον οραματικό χώρο – χρόνο του φαντασιακού και της Επιθυμίας, τα θεατρικά πρόσωπα βρίσκουν το ταίρι τους και αποκαθιστούν το αρχέγονο ανδρόγυνο.

 

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

Εικόνες φωτός και σκότους στο θέατρο του Arrabal

Εικόνες φωτός και σκότους στο θέατρο του Arrabal, ένα μικρό πυκνό βιβλίο σε μια καλόγουστη έκδοση του University Studio Press της Θεσσαλονίκης,
μελετώ τον ποιητικό κόσμο του διάσημου δραματουργού, με θεωρητικό άξονα την αρχετυπολογία του Gilbert Durand. Τόσο οι λεκτικές όσο και οι αμιγώς θεατρικές εικόνες στο έργα του Αρραμπόλ επενδύονται με τη μορφή αρχετύπων και συνδέουν τη θεατρική σκηνή με τη σκηνή του σύμπαντος. Αν
και η θεωρία του Durand αναφέρεται κυρίως σε λογοτεχνικά κείμενα, η συγγραφέας της προσδίδει νέες πρωτότυπες διαστάσεις και τη μετατρέπει σε σύστημα μελέτης του θεατρικού λόγου: η κίνηση, οι ήχοι, ο φωτισμός, τα πρόσωπα μεταμορφώνουν τη σκηνή σε ναό τελετουργικών δρωμένων.
Η κ. Εξάρχου μελετά συστηματικά τον σκηνικό χώρο με βάθη τις διδασκαλίες του Αρραμπόλ. Επισημαίνει τα γεγονός ότι η μουσική και ο χορός λειτουργούν ως σύμβολα ρυθμικής συνύπαρξης του φωτός και του σκότους, ενώ συμβάλλουν στο ιερό πάντρεμα της σωματικής επιθυμίας των ηρώων με την
προδιάθεση της ψυχής τους για ανάταση. Τα θεατρικά πρόσωπα εξετάζονται ως μορφές πάνω στη σκηνή που παλεύουν ανάμεσα στη μυητική ισχύ του
σκότους και τη λυτρωτική επίδραση του φωτός. Μια πρωτότυπη συνέντευξη,
περιλήψεις των έργων του Αρραμπόλ, εκτενής βιβλιογραφία και περίληψη της μελέτης στη γαλλική, συντελούν στην ολοκληρωμένη εικόνα αυτής της
πρωτοποριακής μελέτης του
θεατρικού φαντασιακού.

 

{ περιοδικό Οδός Πανός, No 53-34, Ιαν.-Φεβ, 1995)

ΕΙΚΟΝΕΣ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΟΥΣ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ TOY ARRABAL
της ΚΑΛΛΙΟΠΗΣ-ΣΤΥΛΙΑΝΗΣ ΕΞΑΡΧΟΥ,

Τον αρχετυπικό άξονα του θεατρικού λόγου του Αρραμπάλ, μέσα από το θεωρητικό μοντέλο του φανταστικού, όπως το ορίζει ο Ζιλμπέρ Ντυράν, ερευνά το συγκεκριμένο βιβλίο. Προσεγγίζοντας όλες τις συμβολικές όψεις των Συστημάτων της Ημέρας και της Νύχτας, αποκαλύπτεται πως οι ήρωες του Αρραμπάλ συμφιλιώνουν το θάνατο με τη ζωή, το σκοτάδι με το φως,
για ένα καλύτερο αύριο, και πώς όλη αυτή η διαδικασία γίνεται θεατρική πράξη πάνω στη σκηνή. Στη μελέτη αυτή, εκτός από τους άξονες
της θεωρίας του Ντυράν, η συγγραφέας ανατρέχει αφ’ ενός μεν στις επιστήμες του ανθρώπου, ειδικά στο Γιουνγκ, για να διερευνήσει καλύτερα τη συμπεριφορική και συναισθηματική κατάσταση των ηρώων, αφ’ ετέρου χρησιμοποιεί τις δομές των μύθων, των τελετουργικών εθίμων και των θρησκευτικών συμβολισμών της θεωρίας του Ελιάντ, για να ερμηνεύσει τον αισθητικό μυστικισμό του θεάτρου του Αρραμπάλ.

 

ΣΑΒΒΑΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ

Όταν μια παράσταση προκαλεί απόλαυση, το έργο του κριτικού είναι σχετικά εύκολο. Όταν όμως χωλαίνει, τότε είναι άχαρο. Δύο πρόσφατες παραστάσεις που είδαμε στη Θεσσαλονίκη, γέννησαν αυτά ακριβώς τα συναισθήματα:
απόλαυση η Στέλλα: Ιστορίες , Ενός Μαχαιριού (θέατρο Κουίντα, παραγωγή Λύκη Βυθού), μια διακειμενική σύνθεση της Κ. Εξάρχου με αποσπάσματα από τα έργα Στέλλα, Αυλή των Θαυμάτων, Αόρατος Θίασος, Χώρα Ιψεν, Ο δρόμος, περνά από μέσα και Παραμύθι χωρίς όνομα, του I. Καμπανέλλη),
και αδιαφορία οι Δούλες του Ζενέ (παραγωγή ΔΗΠΕΘΕ Βόλου και φιλοξενούμενη του ΚΘΒΕ, στη μικρή σκηνή της Μονής Λαζαριστών).
Συμπλέκοντας προσωπικές στιγμές ηρωίδων παρμένων από διάφορες τάξεις και γεωγραφικούς χώρους, η Εξάρχου προσπάθησε και, μέχρι ενός σημείου πέτυχε, να υφάνει ένα ρέον μωσαϊκό αντιστίξεων, με κέντρο βάρους τη διαρκή πάλη του θηλυκού και του αρσενικού, αλλά Κάι τις ιδιαιτερότητες της θέσης της γυναίκας μέσα σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Από τη σύνθεσή της αναδύονται οι προσδοκίες, οι απογοητεύσεις, οι χαρές και οι λύπες των γυναικών, οι οποίες, παρόλα τα ποικίλα αδιέξοδα, δεν το βάζουν κάτω, δε σταματούν να ονειρεύονται μέσα από τη διαφορετικότητά τους
ένα «άλλο» των πραγμάτων, να διερωτώνται μαζί με τη Στέλλα: «Γιατί όλοι θέλετε να με κουτσουρέψετε;»
Με αυτό το «χαλαρό» υλικό στα χέρια, ο σκηνοθέτης Π. Δανελάτος έπαιξε και κέρδισε. Κούρδισε με ευαισθησία και γνώση τον «ασυνεχή» μίτο της ιστορίας, βρήκε άξονες και περάσματα, συντόνισε ρόλους. Στο λιτό και ευέλικτο σκηνικό του Α. Αποστολίδη κίνησε στους σωστούς ρυθμούς και το δέον ύφος τους ηθοποιούς του, οι οποίοι παρ’ όλη τη μεταμορφωτική «μανία» των κειμένων κατάφεραν να συγκρατήσουν την ισορροπία τους και να συνθέσουν με ευκρίνεια τα πολλαπλά προσωπεία τους. Η Γεωργιάδου, ο
Διακοσάββας, η Φωτεινάκη και ο Φραντζής μπορεί να μην ολοκλήρωσαν ρόλους, ολοκλήρωσαν όμως παρουσία. Βεβαίωσαν ήθος, και ανεβοκατέβηκαν κλίμακες, συνοδεία της ζωντανής μουσικής του Α. Γούναρη που μας ταξίδεψε με τις αξέχαστες μελωδίες του Χατζιδάκι.

 

ΜΑΡΙΝΑ ΠΕΛΤΕΚΗ

Χωρίς αλλοιώσεις

Η παράσταση έχει έντονα αφηγηματικό χαρακτήρα. Οι ηρωίδες των παραμυθιών εξιστορούν επί σκηνής τις περιπέτειές τους συνοδευμένες
από ξωτικό, που λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των τεσσάρων ιστοριών. Στην παράσταση χρησιμοποιούνται ηχογραφημένα αποσπάσματα,
τα οποία συνδυάζονται έντεχνα με το θεατρικό λόγο.
«Οι ιστορίες των παραμυθιών παρουσιάζονται χωρίς παρεμβάσεις ή αλλοιώσεις. Δεν τις έχουμε απογυμνώσει, για να στείλουμε στους μικρούς θεατές συγκεκριμένα μηνύματα. Άλλωστε τα ίδια τα παραμύθια έχουν ιδιαίτερο παιδαγωγικό χαρακτήρα και μπορούν με το δικό τους τρόπο να διδάσκουν», λέει ο σκηνοθέτης Παύλος Δανελάτος και προσθέτει:
«Μεγάλο μέρος της παράστασης περιλαμβάνει ηχογραφημένες ατάκες και τραγούδια, τα οποία ερμηνεύονται ζωντανά επί σκηνής και ενώνονται με το αφηγηματικό μέρος του έργου. Είναι η πρώτη απόπειρα της «Λύκης Βυθού»
να προσεγγίσει και να παρουσιάσει παιδικό έργο, το οποίο σημειωτέον, θα φιλοξενηθεί στο μικρό, αλλά ζεστά χώρο του «Studio Κουίντα». Περιμένουμε να δούμε τις αντιδράσεις του κοινού και αναλόγως να συνεχίσουμε», καταλήγει.
Στη διανομή των ρόλων παίρνουν μέρος οι ηθοποιοί Γιώργος Τσομπανίδης, Ελένη Φωτεινάκη και Μαριάννα Καλαϊτζή. Τα σκηνικά και κοστούμια είναι του Απόστολου Αποστολίδη και οι μουσικές συνθέσεις του Κώστα Παπαγεωργίου.

 

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

«Το θεατρικό ποίημα της Καλλιόπης Εξάρχου Όταν πέφτουν
οι μάσκες», που παίχτηκε από το θέατρο Λύκη Βυθού σε σκηνοθεσία Παύλου Δανελάτου, «αναπαριστά τη διαδρομή της επιθυμίας μιας καταπιεσμένης γυναίκας. […] Το έργο αρχίζει και τελειώνει με την εντολή υποκρίσου, μια λέξη που αλλάζει νόημα κάθε φορά που ακούγεται (Σαμαράς, 2001: 5). Και ενώ ο Sartre τοποθετεί τη σκηνή του στην κόλαση, που είναι μεταφορικός λόγος για μια κοινωνία που παλεύει ενάντια στο άτομο, η Εξάρχου, καθώς γράφει σε μεταμοντέρνα εποχή, το τοποθετεί σε προηγούμενο έργο, μεταφέροντας στο δικό της όλο τον προβληματισμό του διακειμένου της. Οι ήρωες Φλοράνς και Πιερ ξέφυγαν από ένα θέατρο εν θεάτρω και γλίστρησαν από τις αναμνήσεις της Ινές και της Εστέλ, αντίστοιχα, για να αποκτήσουν θεατρική οντότητα σε ένα νέο έργο, που ο τίτλος του, προφανώς εσκεμμένα, υπόσχεται πιο πολλά από όσα μπορεί να κατορθώσει ο άνθρωπος: να δημιουργήσει τη δική του και μόνον προσωπικότητα, χωρίς να προδώσει τη φύση του ή να αλλοιώσει τη φύση των άλλων.
Η πρωταγωνίστρια του έργου φέρει ένα όνομα που αποδομεί τις παραδοσιακές ηρωίδες και ξυπνά στη σκέψη του θεατή τόσο τη λακανική ψυχανάλυση όσο τον σαρτρικό υπαρξισμό, Ονομάζεται η Άλλη και κουβαλά μαζί της μια Κόλαση, που είναι και δεν είναι διαφορετική από την πρώτη. Απογυμνωμένη από το Εγώ, άρα από την ίδια την ταυτότητα και τη γνήσια προσωπικότητά της, δεν αντιπροσωπεύει μονάχα τον άλλο-κάτοπτρο, που
δείχνει ή συρρικνώνει ανελέητα την αλήθεια, δεν είναι μονάχα ο άλλος-μάσκα που αρνείται να πέσει. Την προσωπίδα την επέβαλε η persona που καταπιέζει και καταπιέζεται, ο Άλλος που επαναστατεί και εκδικείται.
Την εξουσία της Αλλης θα μπορούσε να ανατρέψει ο καθρέφτης, όπως υπονοεί το σαρτρικό διακείμενο, αλλά τελικά στο θεατρικό έργο της Εξάρχου το πρόβλημα δεν είναι υπαρξιστικό αλλά οντολογικό: η ύπαρξη δεν οδηγεί στην ενσάρκωση της ουσίας, ακριβώς το αντίθετο αναφέρεται στη γυναίκα Φλοράνς και στην Άλλη που, με την ειρωνική φωνή της, δεν επιτρέπει στη
Φλοράνς να τολμήσει καν να ελπίζει ότι θα ολοκληρωθεί, θα συσταθεί σε ον, Η καταπιεσμένη γυναίκα ζει σε μια μεταφυσική ατμόσφαιρα· η ουσία της είναι σαφώς διαγραμμένη μέσα σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο; Ο καθρέφτης δεν της παρέχει την ευκαιρία να συγκροτήσει την οντότητα της. Έτοιμη από καιρό, όχι όμως και θαρραλέα, παρακολουθεί τον κατοπτρισμό της ζωής της να
μεταλλάσσεται σε αντικατοπτρισμό, καθώς παραμένει αμέτοχη στη δημιουργία της,
Σύγχρονοί μας ηθοποιοί υποδύονται συναδέλφους τους του 1843 στο έργο του Ανδρέα Στάικου με τίτλο αυτό ακριβώς το έτος, οι οποίοι με τη σειρά τους παίζουν τη δική τους εκδοχή του 1821, συνάμα ως επαναστατική περίοδο και ως έργο μέσα σε έργο. Οι ηθοποιοί, ταξιδιώτες μέσα στο χρόνο, κρατούν σημαντικά χαρακτηριστικά από κάθε σταθμό, φορτίζονται με τα γεγονότα, γίνονται οι ίδιοι ιστορία. Έτσι η ιστορία πηγάζει από τον ηθοποιό, και οι ρόλοι αντιστρέφονται. Ο ηθοποιός, καθώς ποιεί χαρακτήρες και συμβάντα, γίνεται ο άξονας της ιστορίας. Κάθε κίνηση πάνω στη σκηνή είναι κίνηση μέσα στο χώρο της Ιστορίας, η οποία δημιουργείται από αυτή τη διαλεκτική οπτική. Τα ιστορικά γεγονότα παρουσιάζονται ως θεατρικό παιχνίδι, όπως στο Μαρά/Σαντ ή στο 1789. Εις πείσμα όλης της θεατρικότητας που εμπεριέχει το έργο της, η Mnouchkine χρησιμοποιείτο 1789 (αλλά και το 1968) ως σημαντικότατη ιστορική στιγμή. Στον Στάικο
το 1821 εμφανίζεται πρωτίστως ως στιγμή γραφής θεατρικού έργου, όταν η ζωή γίνεται γνήσια μέσα από τη θυσία και την τέχνη, και ταυτόχρονα ως στιγμή κατά την οποία οι άνδρες βρίσκονται σε σταυροδρόμι και πρέπει να επιλέξουν: να πεθάνουν ηρωικώς ή να ζήσουν μια μη ηρωική ζωή. Τα πρόσωπα του έργου είναι σημεία μέσα σε δύο διαφορετικά σημειακά συστήματα: της αλήθειας και της ψευδαίσθησης που συντίθενται σε ένα νέο σύστημα, την αλήθεια ως ψευδαίσθηση, την Ιστορία ως θέατρο.
Όπως στο Θίασο του Αγγελόπουλου η ζωή των ηθοποιών στην πλοκή του έργου και το έργο που παίζουν ως θίασος γίνονται σημεία στο σημειακό σύστημα της Ιστορίας, η οποία γίνεται.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΜΠΑΤΑΚΑΚΗΣ

Ο ανθρωπισμός της νέας συνείδησης

Έπειτα από πολλά χρόνια δύσκολης αφάνειας και κατασυκοφάντησής του από τη θεσμική κριτική ο Δημήτρης Δημητριάδης ανέκαμψε την τελευταία πενταετία ως ο εθνικός μας αντισυστημικός (με παρουσία στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και το Εθνικό Θέατρο). Δεν είναι μόνον η ισχυροποίηση μιας κοινωνικής δυναμικής υπέρ των παραδοσιακά αποκλεισμένων (ιδεολογιών, δομών, συμπεριφορών κ.ο.κ.) που συνέβαλε στην αποκατάσταση αυτής της “θεσμικής” πλάνης, αλλά και η θεατρολογική στήριξη που δέχτηκε ο Δημητριάδης από την προοδευτική ακαδημαϊκή κοινότητα.

Στο πλαίσιο αυτό, η σημαντική μονογραφία της Καλλιόπης Εξάρχου παρουσιάζει μια ολιστική θεώρηση του θεάτρου του Δημητριάδη σύμφωνα με την οποία στη δραματουργία του συγγραφέα ενιδρύεται ένας νέος ανθρωπισμός όπου ο άνθρωπος αποκτά υπόσταση «στην ολότητά του, χωρίς αναστολές, όρια ή σχετικότητες» (σ. 19) μέσω της ανάταξης των παραδοσιακών διατάξεων του ζην (με την ταυτόχρονη συμπερίληψη του ηθικά και ιδεολογικά αδιανόητου, και του προηγουμένως ανεπίτρεπτου). Παράλληλα, είναι ευτυχής η συνάντηση ενός μέρους της εθνικής δραματουργίας μας με τη δημοφιλή στη διεθνή βιβλιογραφία θεωρία του μετα-ανθρωπισμού, όμως στην περίπτωση της Εξάρχου αυτό δεν γίνεται εκβιαστικά ή για να υιοθετηθεί μια ακαδημαϊκή μόδα, αλλά αναφύεται ως ανάγκη από τη μελέτη των κειμένων του Δημητριάδη, τα οποία πραγματικά θεσμίζουν μια νέα αντίληψη για το ανθρώπινο (τις πιο πολλές φορές δυστοπική).

Το 1977 ο θεωρητικός της λογοτεχνίας Ihab Hassan (“Prometheus as Performer: Toward a Posthumanist Culture?”, Georgia Review 31.4: 830–50) προέβλεψε την άφιξη μιας μετα-ουμανιστικής Τέχνης που θα θεραπεύει «τις εσωτερικές διχογνωμίες της συνείδησης και τις εξωτερικές διχογνωμίες της ανθρωπότητας» (σ. 833). Είναι επιτακτική η ανάγκη, υπογράμμιζε ο Hassan, να κατανοήσουμε ότι «η ανθρώπινη μορφή –συμπεριλαμβανομένης της ανθρώπινης επιθυμίας και των εξωτερικών αναπαραστάσεών της– μπορεί να αλλάζει ριζικά και ως εκ τούτου θα πρέπει να την οραματιστούμε εκ νέου» (σ. 843), για την εκ νέου υποστασιοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Και αυτό ακριβώς αντιλήφθηκε η οξυδερκής και πρωτότυπη μονογραφία της Καλλιόπης Εξάρχου, αν και πλευρές της προσέγγισης αυτής σχολιάζονται και στη μελέτη της Δήμητρας Κονδυλάκη, Ο θεατρικός Δημήτρης Δημητριάδης. Εξερευνώντας τη δυνατότητα του αναπάντεχου, Νεφέλη, Αθήνα 2015, όπου, για παράδειγμα, σημειώνεται ότι το θέατρο του Δημητριάδη «διεγείρει τις κρυφές ανθρώπινες όψεις» (σ. 28). Η Εξάρχου παρ’ όλα αυτά οριστικοποιεί τη θεώρηση αυτή σε ένα κλειστό δραματουργικό σύστημα με αυστηρούς θεατρολογικούς όρους και παραμέτρους.

Οι όροι του νέου ανθρωπισμού

Είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος στο θέατρο του Δημητριάδη παρουσιάζεται στην αναλυτικά «τερατώδη εκδοχή του» (σ. 23). Αυτό δεν θα ήταν κατ’ αρχήν ανθρωπιστικό ή φιλάνθρωπο, εάν δεν σημειωνόταν ότι ο άνθρωπος «πάσχ[ει] από άνθρωπο», επειδή ακριβώς διάγει «βίον δι-εστραμμένο» εκτός δηλαδή των αποδεκτών ορίων (σ. 19), συμπληρώνοντας δραματουργικά την ολότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Με τον τρόπο αυτό η ανθρώπινη φύση παρουσιάζεται «πλαισιωμένη από τρόμο» (σ. 24), χωρίς δηλαδή εξωραϊστικές αποκρύψεις, αλλά και συμφιλιωμένη με την «αιμοδιψή ξενότητα του ανθρώπου […] σε ένα θέατρο υψηλής τέχνης» (σ. 27). Χωρίς αμφιβολία, αυτή η δραματουργική συνθήκη/πρόγραμμα που τηρείται απαρέγκλιτα, συνιστά μια τελεολογία της ύπαρξης, που δεν εξισώνει το ζην μόνο με το πάσχειν, αλλά και με την παρουσία του Κακού ως μόνιμου νόμου μέσα στον υπαρκτό κόσμο. Πρόκειται βεβαίως για μια αρτωϊκού τύπου σύλληψη του δραματικού προσώπου, η οποία οδηγεί σε έντονες στιγμές συνειδητοποίησης του πυρήνα του ανθρώπινου σκότους σαν ένα είδος ενοχλητικής αντι-κάθαρσης του θεατή. Αυτομάτως, «αυτό το εκτρωματικό τοπίο της ανθρώπινης ύπαρξης στο θέατρο του Δημητριάδη μας παραπέμπει αδιαμφισβήτητα στην προσέγγιση του μύχιου» (σ. 28), και δηλαδή την «κατάδυση στο πλέον βαθύτατο σημείο της ψυχής, με στόχο απώτερο τη συνάντηση του Εγώ με τον Άλλον» (σ. 29).

Η Εξάρχου προσδίδει μεταφορικά μια θειότητα στον Λόγο του Δημητριάδη ως μαρτυρία του Ανθρώπινου, διαπιστώνοντας την αγωνία του συγγραφέα «να επικυρώσει την πρωτοκαθεδρία της ανθρωπινότητας ως μέσου αυτογνωσίας αλλά και πολύτιμου υλικού για τη δημιουργία» που είναι «θεϊκή από τη φύση της» (σσ. 34-35). Ταυτοχρόνως, η συγγραφέας εντοπίζει κάποια τραγικότητα στο θέατρο του Δημητριάδη με την έννοια «της αναπόδραστης κατάστασης που εγκλωβίζει τα πρόσωπα και τα υποτάσσει στην προδιαγεγραμμένη μοίρα τους, δηλαδή τη θνητότητα του ανθρώπου» (σ. 36) και την «ασυγκάλυπτη ωμότητα» της ανθρωπινότητας (σ. 37). Σε καμιά περίπτωση, ωστόσο, δεν θα ήταν δυνατό να υιοθετηθούν για τη δραματουργία του Δημητριάδη οι παραδοσιακοί φιλοσοφικοί όροι ανάλυσης του τραγικού, οι οποίοι μεταξύ άλλων επιβάλλουν την καταχώριση της τραγικής πράξης σε ένα υπερ-ηθικό επίπεδο που βρίσκεται Jenseits, πέρα, δηλαδή, από το Καλό και το Κακό.

Τέλος, η Εξάρχου συσχετίζει την έννοια της κάθαρσης με ένα είδος γνωσιακής ωφέλειας του θεατή από το θέατρο του Δημητριάδη, που μπορεί να τον οδηγήσει στον αναστοχασμό και την συνειδητοποίηση της σκοτεινής αλήθειας του κόσμου: «[Ο συγγραφέας] [κ]αταστρέφει τους πυρήνες της καθεστηκυίας τάξης, για να επέλθει νέα συνείδηση των πραγμάτων, ολιστική, ανυπότακτη και ευάλωτη, αληθινή και σπαρακτική στην εκκρεμότητά της. Αυτήν την παράφορη κάθαρση αναλαμβάνει το θέατρο του Δημητριάδη εξ ονόματος των θεατών του.» (σ. 39).

Τα όργανα και οι δομές του νέου ανθρωπισμού

Για την Εξάρχου ο πόνος και ο πόθος αποτελούν υλικά του νέου ανθρωπισμού, που υποστασιοποιούν την ανθρώπινη ύπαρξη στους διαλυμένους δραματικούς κόσμους του Δημητριάδη. Το πάσχειν χρησιμοποιείται από τον συγγραφέα «για να μιλήσει για το πέραν, το αδιερεύνητο της ανθρώπινης φύσης», «για τους εφιάλτες της ανθρώπινης ύπαρξης, τον αποκλεισμό και την έλλειψη» (σ. 43), μετατρέποντας τον πόνο σε «γνώση της ανθρωπινότητας» (σ. 44). Ο πόθος για την Εξάρχου έχει και αυτός τη δική του “παιδαγωγία” λειτουργώντας «ως συστατικό γνώσης της ανθρώπινης ιδιοσυστασίας» (σ. 46) είτε για τη συνειδητοποίηση της έλλειψης του Άλλου είτε ως άλωση του ερωτικού υποκειμένου από μια, συνήθως ασύμβατη, επιθυμία. Και είναι αυτή η ασυμβατότητα των πόθων που «αναλαμβάνει να φέρει τη νέα τάξη πραγμάτων» (σ. 50) στο επίπεδο μιας νέας Ηθικής της συμπερίληψης και όχι της απόρριψης του ηθικά ασύμβατου, προεκτείνοντας έτσι την «εμβέλεια του πόθου» (σ. 52) στο θέατρο.

Η θέση της Εξάρχου ότι η νέα απεικόνιση του ανθρώπου απαιτεί μια αντι-παραδοσιακή δραματική φόρμα και ένα νέο ύφος, συνέχει την επιχειρηματολογία της μονογραφίας, εφόσον πρώτα αναλύεται η δραματουργική κοσμοαντίληψη του Δημητριάδη και στη συνέχεια παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο ο νέος ανθρωπισμός μεταμορφώνεται σε δραματική δομή και γλώσσα, μεταποιώντας την «επικράτεια των παθών σε επικράτεια του Λόγου» (σ. 56) που αναδίδει την «υπαρκτική οδύνη» (σ. 55) του σπαραζόμενου ανθρώπου. Μια βασική γλωσσική τεχνική που χρησιμοποιεί ο Δημητριάδης (πέρα από την προβληματική, για μένα, λογοπλαστικότητα) είναι η επανάληψη και η υπερβολή, που για την Εξάρχου βοηθούν τη διείσδυση στην ανθρώπινη οδύνη, και παρουσιάζουν πρισματικά διαφορετικές όψεις της. Ταυτοχρόνως, η πρόσβαση σε μια περιοχή προηγουμένως απρόσβατη δεν είναι μόνον γλωσσικής φύσεως, αλλά και ηθικής, αφού συχνά μέσω αυτής της τεχνικής ο Δημητριάδης «ανασύρει για λογαριασμό […] του ανθρωπισμού κάθε προβατική και απόκρυφη εκδοχή» του παρά φύσιν (σ. 61).

Σε ό,τι αφορά την αρχαιόθεμη δραματουργία του Δημητριάδη, η Εξάρχου υιοθετεί τους όρους «αντιστροφή» και «συνέχεια» των μύθων (σ. 63 κ.εξ.), για να τονίσει ότι ο συγγραφέας ενδιαφέρεται να «διαστείλει τη μορφή των μύθων με τους ήρωες να διάγουν έναν νέο βίο». Με τον τρόπο αυτό κατακρημνίζονται «τα μοντέλα των ηρώων από το βάθρο τους, όπως μας κληρονομήθηκαν, ακτινογραφώντας τον εξ-ανθρωπισμό τους από την άλλη όψη του ανθρωπισμού» (σ. 64). Η συνέχεια του βίου των τραγικών ηρώων και ηρωίδων λειτουργεί ταυτοχρόνως «ως ευφυής μεταφορά που ξεκλειδώνει των έσω κόσμο τους, για να υπάρξουν ξανά και ξανά, αποκαλυμμένοι και με πλήρη γνώση και αποδοχή του εαυτού τους, ολόκληρου πια, στη χώρα του ανθρωπισμού του συγγραφέα, όπου βασιλεύει ο ‘αέναος ετερισμός’ [όρος του Δημητριάδη]» (σ. 75). Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι τίποτε καινούργιο δεν κάνει ο Δημητριάδης δεδομένου ότι από την εποχή του André Gide τα περισσότερα αρχαιόθεμα έργα της Ευρωπαϊκής Δραματουργίας συνιστούν αντιφράσεις του μύθου. Ο κλονισμός της παραδοσιακότητας είναι μεγάλος μόνο για το Νεοελληνικό Θέατρο.

Ένα έργο αναφοράς

Η πανεπιστημιακός και ποιήτρια Καλλιόπη Εξάρχου δεν μας παραδίδει μόνο μια συστηματική μονογραφία για το θέατρο του Δημητριάδη, αλλά και ένα μεθοδολογικό παράδειγμα ανάλυσης, δίνοντας έμφαση στην ανθρωποκεντρικότητα και την ωφελιμότητα αυτής της Άλλης φωνής μέσα στα ελληνικά Γράμματα. Όπως σημειώνει και η συγγραφέας: «Η δραματική τέχνη του Δημητριάδη εμφανίζεται σαν μια έκρηξη ανθρωπογνωσίας στο θεατρικό τοπίο της Ελλάδας, που έχει μάθει να περιστρέφεται χρόνια γύρω από ελληνοκεντρικές θεματικές» (σ. 83) και αυτάρεσκες ιδεολογίες. Είναι βέβαιο πως το πόνημα της Εξάρχου αποτελεί ένα έργο αναφοράς για κάθε μελετητή του Δημητριάδη και του Νεοελληνικού Θεάτρου.

 

 

ΣΟΦΙΑ ΦΕΛΟΠΟΥΛΟΥ

περ. «Θευθ», τχ. 3,

Αν το 2010 είναι η χρονιά που ο Δημήτρης Δημητριάδης γίνεται ευρέως γνωστός (και στην Ελλάδα) χάρη στο αφιέρωμα του Odéon-Théâtre de l’Europe στο Παρίσι, κι αν το 2013 είναι η «σκηνική» του χρονιά, με το αφιέρωμα της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών στην Αθήνα, το 2015-2016 μπορεί να θεωρηθεί η «ακαδημαϊκή» του χρονιά, με δύο βιβλία να κυκλοφορούν για το θέατρό του και ένα συνέδριο (το πρώτο) προς τιμήν του.
Το καλοκαίρι του 2015 εκδίδεται Ο θεατρικός Δημήτρης Δημητριάδης, εξερευνώντας τη δυνατότητα του αναπάντεχου της Δήμητρας Κονδυλάκη και στις αρχές του 2016 δημοσιεύεται το Δημήτρης Δημητριάδης, το θέατρο του ανθρωπισμού της Καλλιόπης Εξάρχου, η οποία ανέλαβε και τη διοργάνωση της διημερίδας Δημήτρης Δημητριάδης, παραβιάζοντας τα όρια, του Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ (26-27 Μαΐου 2016), ένα εξαιρετικά επιτυχημένο συνέδριο που άνοιξε τη συζήτηση πάνω σε πολλές πτυχές του έργου του πολυσχιδούς συγγραφέα.
Το βιβλίο της Εξάρχου, επίκουρης καθηγήτριας στο παραπάνω Τμήμα του ΑΠΘ, θεατρολόγου, ποιήτριας, θεατρικής συγγραφέως και δοκιμιογράφου, εστιάζει στο φιλοσοφικό στοχασμό του Δημητριάδη, όπου ο άνθρωπος βρίσκεται στο επίκεντρο του προβληματισμού του, καθιστώντας το θέατρό του όχι απλώς ανθρωποκεντρικό αλλά ένα θέατρο του ανθρωπισμού, με τη λέξη σε πλάγια γραφή να δηλώνει, για τη μελετήτρια, τη νέα έννοια που της αποδίδει ο συγγραφέας, τελείως διαφορετική από αυτήν που όλοι γνωρίζουμε. Μέσα από μια διεξοδική και οξυδερκή μελέτη των θεατρικών του έργων, των δημοσιευμένων και αδημοσίευτων δοκιμίων και άρθρων του, στηριζόμενη σε θεωρητικούς και φιλόσοφους, ιδιαίτερα στην Julia Kristeva και τη θεωρία της περί αποκειμένου, η οποία, όπως αποδεικνύεται, εφαρμόζεται έξοχα στην περίπτωση του Δημητριάδη, η Εξάρχου ερμηνεύει τους λόγους και αποκαλύπτει τους τρόπους με τους οποίους παρουσιάζεται ο ανθρωπισμός στον συγγραφέα.
Η δομή του βιβλίο εξυπηρετεί αυτόν τον στόχο. Η πυκνή και εμβριθής εισαγωγή αποτυπώνει το στίγμα του θεάτρου του Δημητριάδη, το οποίο σύμφωνα με τη μελετήτρια έχει όλα τα γνωρίσματα του σύγχρονου ευρωπαϊκού θεάτρου, την ανοικτότητα στις φόρμες και τις νόρμες, προσομοιάζει με το θέατρο του λόγου του Valère Novarina, ενέχει τον «ωραίο τρόμο» του Heiner Müller, την έννοια της καταστροφής του Howard Barker, το σοκ της αναγνώρισης του Edward Bond. Και ενώ πρόκειται για ένα θέατρο που προσεγγίζει το μεταδραματικό και τις απόψεις του Hans-Thies Lehmann, άλλο τόσο απομακρύνεται από αυτό, χάρη στην εμμονή του συγγραφέα στο λόγο και την υπαρξιακή σημασία της γραφής και της λογοτεχνίας για τον ίδιο. Χρησιμοποιώντας την πολύπλοκη, ευφάνταστη και γλωσσοπλαστική δημητριάδειο ορολογία, με την οποία εξοικειώνει τον αναγνώστη της, η Εξάρχου διερευνά στο πρώτο κεφάλαιο τις συντεταγμένες του ανθρωπισμού, τα στοιχεία δηλαδή που ορίζουν τον ανθρωπισμό του, για να συνεχίσει στο δεύτερο με τα υλικά τα οποία τον τροφοδοτούν. Το τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο αφορά στην τεχνική του συγγραφέα, τη δραματουργική φόρμα που χρησιμοποιεί προκειμένου να θέσει το έργο του στην υπηρεσία του ανθρωπισμού.
Ο ανθρωπισμός του Δημητριάδη, μας εξηγεί η Εξάρχου, δεν σχετίζεται με αυτόν της Αναγέννησης και του τέλειου ανθρώπου, αντιθέτως, ανθρωπισμός σημαίνει γι’ αυτόν απ-ανθρωπισμός• ο άνθρωπος, για να είναι ανθρώπινος (η πρώτη συντεταγμένη), πρέπει να αποδεχθεί το σκοτεινό εαυτό του. Η άρνησή του να τον αποδεχθεί ― το αποκείμενο κατά την Kristeva ― οδηγεί στην εμφάνιση του τραγικού (η συντεταγμένη του τραγικού), διαφορετικού από το αντίστοιχο αρχαίο, στόχος του οποίου είναι η αποδοχή της ανθρωπινότητας. Ο Δημητριάδης μας παρουσιάζει τον άνθρωπο στην ολότητά του, τη συνάντηση του Εγώ με τον Άλλον, και στήνει στη σκηνή το τερατώδες κομμάτι του ανθρώπου, αναλαμβάνοντας, αυτός, ο ποιητής, δημιουργός (άνθρωπος και θεός μαζί: η συντεταγμένη του θεϊκού είναι συμπληρωματική του ανθρώπινου) να το δείξει σε εμάς τους θεατές, μέσα στην ασφάλειά μας. Το τερατώδες γίνεται τέχνη, επικοινωνείται, και έτσι αντιλαμβανόμαστε την έννοια της κάθαρσης (η τέταρτη και τελευταία συντεταγμένη) ως αφύπνισης, πρόσκλησης στη συνειδητότητα του θεατή.
Τα υλικά του δημητριάδειου ανθρωπισμού, κατά τη μελετήτρια, είναι ο πόνος και ο πόθος, ο ποθοπόνος. Ο πόνος, που εμπεριέχει και την πτυχή του κόπου, συνδέεται με το σώμα που πάσχει, προσδίδοντας στο σώμα, το οποίο αντιμετωπίζεται μέσα από τη συνείδηση του πόνου, την ίδια βαρύτητα με το λόγο. Ο πόθος, συστατικό γνώσης της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας, είναι πάντα πόνος γιατί η πηγή του είναι η έλλειψη, έλλειψη του ανθρώπου από τον άνθρωπο, ιδίως στην ερωτική της εκδοχή• και φυσικά ο πόθος γειτνιάζει με το θάνατο.
Ούσα η ίδια συγγραφέας και ποιήτρια, η Εξάρχου δεν θα μπορούσε να παραλείψει τη μελέτη της τεχνικής του Δημητριάδη. Συμφωνεί πως πρόκειται για ένα θέατρο του λόγου και του σώματος, ενός ενσαρκωμένου λόγου, με τις λέξεις να αγωνιούν, να παραληρούν για να εκφράσουν τόσο τον πόθο και την έλλειψη όσο και την ανάγκη της υπερβολής, απαραίτητου συστατικού της δραματικής τέχνης, ένα υπέρ που δείχνει πως πάντα υπάρχει κάτι παραπέρα, με το ατελές, το α-σύνορο, να ορίζει την τελειότητα της λογοτεχνίας. Το δεύτερο χαρακτηριστικό της τεχνικής του, το ανιχνεύει στην επανάληψη, το «ξανά», έντονο στη χρήση των μύθων, τους οποίους ο συγγραφέας ή τους συνεχίζει ή τους ανατρέπει τελείως. Το τρίτο χαρακτηριστικό το εντοπίζει στη χρήση της αφηγηματικής, συχνά μονολογικής, φόρμας, στοιχείο του νεότερου και σύγχρονου δράματος, που στοχεύει στο φαντασιακό του θεατή, με την παράσταση να μην απευθύνεται στο βλέμμα αλλά στη φαντασία.
Όπως ο Δημήτρης Δημητριάδης αντιλαμβάνεται τη λογοτεχνία και τη γραφή σαν μια ανάθεση, με χαρακτήρα τελετουργίας, που καταλήγει στην παράδοση-κατάκτηση της λογοτεχνίας, έτσι και η Καλλιόπη Εξάρχου μοιάζει να αντιλαμβάνεται τη σχέση της με το έργο του συγγραφέα. Η συμβολή της, χάρη σ’ αυτήν τη μονογραφία, στην καλαίσθητη έκδοση Σοκόλη, είναι ουσιαστική και καθοριστική για την πρόσληψη του θεατρικού έργου του Δημητριάδη. Όχι μόνο γιατί το βιβλίο της θα αποτελεί σημείο αναφοράς για την έρευνα πάνω στο έργο του και θα ανοίξει το δρόμο για τη μελέτη ανεξερεύνητων ακόμη πλευρών του, αλλά κυρίως γιατί έχει «αποκωδικοποιήσει» το υλικό του δημητριάδειου σύμπαντος, εξαιρετικά ιδιαίτερου και περίπλοκου.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Miltos_Sahtouris

 

 

Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του δικαστικού και κρατικού νομικού συμβούλου Δημητρίου Σαχτούρη και δισέγγονος του ναυάρχου και αγωνιστή του ’21 Γεωργίου Σαχτούρη από την Ύδρα. Το 1937 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εγκατέλειψε όμως τις σπουδές του στο τέταρτο έτος και αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία, ζώντας από την πατρική του περιουσία. Το 1944 δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα και ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Η λησμονημένη. Ακολούθησαν οχτώ ποιητικές συλλογές που εκδόθηκαν και στο συγκεντρωτικό τόμο Ποιήματα (1945-1971) του 1977, καθώς επίσης τα Χρωμοτραύματα (1980) και τα Εκτοπλάσματα (1986). Η τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια κυκλοφόρησε από τον Κέδρο το 1998. Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση έργων του Μπέρτολντ Μπρεχτ και του Φραντς Κάφκα και συνεργάστηκε με περιοδικά όπως Τα Νέα Γράμματα, Το Τετράδιο, Τα Νέα Ελληνικά, Το τράμ, Η λέξη. Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο σε διεθνή διαγωνισμό ποίησης της ιταλικής ραδιοφωνίας (1956), το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1962), τη χορηγεία του ιδρύματος Φορντ (1972), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1987 για τη συλλογή Εκτοπλάσματα). Ο Μίλτος Σαχτούρης ξεκίνησε να γράφει ποιήματα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, όταν ακόμη ήταν φοιτητής στη Νομική. Τότε γνωρίστηκε με το Νίκο Εγγονόπουλο και ήρθε σε επαφή με το καλλιτεχνικό ρεύμα του υπερρεαλισμού, τα μηνύματα του οποίου αφομοίωσε δημιουργικά στην πορεία του προσδιορισμού της προσωπικής του ποιητικής έκφρασης. Η ποίησή του κυριαρχείται από συμβολικά και αρχετυπικά στοιχεία και κινείται στα εφιαλτικά πλαίσια του κλειστού ποιητικού του κόσμου, παρουσιάζοντας χαρακτηριστικές θεματολογικές, γλωσσικές και εκφραστικές εμμονές, πάντα όμως με μια βαθύτερη, αν και έμμεση, πολιτική αγωνία.
Πέθανε στις 29 Μαρτίου 2005.

 

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

«Η Μουσική των νησιών μου» (1941) (αποκηρυγμένη συλλογή δημοσιευμένη με το ψευδώνυμο Μίλτος Χρυσάνθης)
«Η Λησμονημένη» (1945)
«Παραλογαίς» (1948)
«Μέ τό πρόσωπο στον τοίχο» (1952)
«Όταν σας μιλώ» (1956)
«Τα φάσματα ή Ή χαρά στον άλλο δρόμο» (1958)
«Ο περίπατος» (1960)
«Τα στίγματα» (1962)
«Σφραγίδα ή Η όγδοη Σελήνη» (1964)
«Το Σκεύος» (1971)
«Ποιήματα» 1945-1971 (Εκδόσεις Κέδρος, 1977)
«Χρωμοτραύματα» (1980)
«Εκτοπλάσματα» (1986)
«Καταβύθιση» (1990)
«Έκτοτε» (1996)
«Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια» (1998)
«Ποιήματα (1980-1998)» (Εκδόσεις Κέδρος, 2002)
«Ποιήματα (1945-1998)» (Εκδόσεις Κέδρος, 2014)

 

 

 

 

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ (1945)

 

Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ

Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου

Σπασμένα φλιτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος

που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα —κεντημένος ένας αετός—
πράσινος παπαγάλος —κλείνω τα μάτια— κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τί κρύο

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά

 

 

Ο ΠΥΡΕΤΟΣ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Ηλεχτρικές κουρτίνες σ’ άλλη εποχή
ηλεχτρικοί πολυέλαιοι
δυο πρωινά παράθυρα
δυο μάτια φωτισμένα
η σκιά τ’ ανθρώπου διαβαίνει
μέρα να ’ναι για νύχτα
κι η φωνή: Μην τρέχεις μη φεύγεις
σ’ αγαπώ
La voix du rêve

 

 

Ο ΣΩΤΗΡΑΣ

Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ’ ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι

Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρόμια αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μια χαραμάδα φως
δίχως μια αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη

Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μια ανοιχτή πληγή
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ’ το βούρκο πάλι και τ’ άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου

Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία

Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμμια των γυάλινων προσώπων που βογκάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρετη λησμονιά

Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κοπήκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους

 

 

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗΣ

Αυτός ο άντρας
με τα δύσκολα λόγια
μέσα στη νύχτα
δίχως τη φωνή του
έρχεται σε φωνάζει
κόβεις το ένα χέρι σου
λησμονημένη
έρχεται σε φωνάζει
κόβεις το ένα στήθος σου
λησμονημένη
έρχεται σε φωνάζει
δεν έχεις πια μάτια
λησμονημένη
έρχεται σε φωνάζει
πηγαίνεις
λησμονημένη
ψηλαφητά
μες στα μαύρα πηγάδια
ούτε το φιλί σου
να κάψεις
ούτε στο πηγάδι
να πέσεις
ούτε το αίμα σου
να συνάξεις
όταν θα σκύβει
βαρύς επάνω σου
να πάρεις ένα
δάχτυλό του
να κάνεις δική σου
τη νύχτα
να ξημερώσεις
πάλι ολάκερη
πάλι ωραία
τη χαραυγή

 

 

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ

I

Δεν είναι αυτό το αυλάκι αυλάκι αίματος
δεν είναι αυτό το πλοίο πλοίο θύελλας
δεν είναι αυτός ο τοίχος τοίχος ηδονής
δεν είναι αυτό το ψίχουλο ψίχουλο γιορτής
δεν είναι αυτός ο σκύλος σκύλος λουλουδιών
δεν είναι αυτό το δέντρο δέντρο ηλεχτρικό
δεν είναι αυτό το σπίτι σπίτι δισταγμού

Δεν είναι η λευκή γριά γριά ετοιμοθάνατη

Είναι μια κουταλιά γλυκό κρασί δύναμη χαράς
για τη ζωή της λησμονημένης

IV

Η λησμονημένη μέσα στο βυθό του νικηφόρου ύπνου της
κρατώντας ένα μήλο στο δεξί της χέρι τ’ άλλο χαϊδεύοντας τη θάλασσα
ξεδιπλώνει ξάφνου τα ωραία μάτια της
είναι μονάχα μια πνοή ένας βρόντος κανονιού
είναι ο ποδηλατιστής η αγαπημένη του κι η ανθοδέσμη
είναι ο βόγκος της καρδιάς καπνός των ορυχείων
το μίσος τα κορμιά που σμίγουνε με λύσσα και βυθίζονται
είναι ένα τρομερό φιλί στα σύνορα της ηδονής
που βρίσκονται σπαρμένοι μες στις παπαρούνες πέντε θάνατοι
είναι η σκιά τ’ αγαπημένου της που πέρασε

V

Αυτά τα λόγια θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα
χρόνια η λησμονημένη. Και σ’ αυτό το δρόμο
να πω πως γίνονται θαύματα; Όχι. Τα θαύματα
γίνονται μόνο στις στοιχειωμένες εκκλησιές
Να πω για τον άνθρωπο που έγινε δέντρο και για
το στόμα του που φύτρωσαν λουλούδια; ντρέπομαι
κι όμως πρέπει να μιλήσω κι ας μη με πιστέψουν
Ο μόνος που θα μπορούσε να με πιστέψει τον σκότωσαν
εκεί μπροστά στο βωμό κάτι γυμνά αγόρια
τον σκότωσαν με τις πέτρες. Ήθελαν να πληγώσουν
ένα λυκόσκυλο ήθελαν να πουν ένα τραγούδι ήθελαν
να φιλήσουν μια γυναίκα. Πάντως τον σκότωσαν
και τον κόψαν στα δυο μ’ ένα σπαθί. Από τη μέση
κι απάνω τον έστησαν άγαλμα σ’ ένα παράθυρο.
Από τη μέση και κάτω τον έμαθαν να περπατάει σαν
τα μικρά που αρχινάνε. Γι’ άγαλμα δε φάνηκε άξιος
γιατί δε μπόρεσαν να γίνουν άσπρα τα μάτια του.
Τα πόδια του πάλι κάνουνε ένα σωρό τρέλες και
τρομάζουν τις γυναίκες που νυχτώνονται στα παράθυρα.
Τώρα πλάι στα χείλια του έχουν φυτρώσει
δυο φυλλαράκια πικρά. Καταπράσινα. Είναι άνθος
ή άνθρωπος; Είναι άνθρωπος ή άγαλμα; Είναι
άγαλμα ή απόκρυφος θάνατος. Αυτά τα λόγια
θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα χρόνια η λησμονημένη.

 

 

 

ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ (1948)

 

Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ

Η πληγωμένη Άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της
οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους
κι η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρίφαλα
συνάζει στάλα στάλα το αίμα
απ’ όλες τις σημαίες που πονέσανε
από τα κυπαρίσσια που σφαχτήκαν
για να χτιστεί ένα πύργος κατακόκκινος
μ’ ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα ’ρχεται ένα σύννεφο
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα ’ρχεται ένα ξίφος
το σύννεφο θ’ ανάβει τα γαρίφαλα
το ξίφος θα θερίζει το κορμί της

 

 

ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟ

Διαρρήχτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν τί χρώμα έχει ο ουρανός

Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ’ άστρα στην τσέπη τους βρομισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες των δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ’ άλλους πλανήτες το φως

Να πεθάνουν

Να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της
από το χρώμα του το κάθε λουλούδι
από το χάδι του το κάθε χέρι
απ’ τ’ ανατρίχιασμα του το κάθε φιλί

 

 

ΤΑ ΔΩΡΑ

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής

 

ΕΞΙ ΣΤΙΓΜΕΣ

I
Ο μουγγός ξεκρεμάει παλιές
φωτογραφίες
κοιτάζει πτώματα τρομάζει ζηλεύει
στόματα κοριτσιών
κλαίει βγάζει ένα κόκκινο
σκαμνί στο πεζοδρόμιο

II
Ο άρρωστος μελετάει
τις καπνοδόχες
ξέρει πως από μέσα τους
φεύγουν τα όνειρα
και οι καπνοί
των πεθαμένων

III
Ο ζωγράφος έχει μέσα στην καρδιά του
μια ζωγραφιά
έχει μέσα στο κεφάλι του ένα μαχαίρι
θέλει να βγάλει τη ζωγραφιά
θέλει να βγάλει το μαχαίρι
να σκίσει τη ζωγραφιά

IV
Ο φίλος μου έχει ένα περίστροφο
εγώ έχω μια κιθάρα
όταν οπλίζω την κιθάρα
το περίστροφο παίζει μια εξαίσια
μουσική
όταν σκοτώνω με την κιθάρα

V
Οι πόρτες τ’ άλογα και τα κουδούνια
ανοιχτά φέρετρα κάτω απ’ τον ήλιο
ανοιχτά στόματα κάτω απ’ τον ήλιο
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα

VI
Ο βαρκάρης των κεραυνών
γυρίζει
από ακτή σε ακτή
δε θέλει ν’ αράξει πουθενά
τη βάρκα του ψιθυρίζει
φύγαν φύγαν τα νερά

 

 

ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Στον Οδυσσέα Ελύτη

Δε δίνω αίμα στις φλέβες των πουλιών
και τα ποτάμια μου κρατήσαν τα νερά τους
επάνω στα ψηλά βουνά τρεις βίγλες έχω στήσει
μες στη σπηλιά μου φύλαξα τους αετούς

Ελάτε βγείτε στον κάμπο περιστέρια μου
με τις γαλάζιες κορδέλες στο λαιμό σας
ελάτε βγείτε με το φεγγάρι στην καρδιά
σα θα σηκώσω την ταφόπετρά μου

Αργοπεθαίνουν γύρω μου τ’ άλλα πουλιά
ελάτε βγείτε στον κάμπο περιστέρια μου
ελάτε βγείτε σφαγμένα περιστέρια μου

 

 

Ο ΑΕΤΟΣ

Την ώρα που κοιμάται
ένας αϊτός
πέφτει μες στο κρεβάτι της
νεκρός
την ώρα που κοιμάται
ένα περιστέρι
κουρνιάζει στο δεξί της
χέρι

Τον αετό
τα ματωμένα δάχτυλα της
ρίχνουν
στον γκρεμό
το περιστέρι
τα ματωμένα δάχτυλα της
σφίγγουν
ρίχνουν στο πανέρι

Την ώρα που ξυπνάει
ένας αϊτός
στέκεται στο κρεβάτι της
ορθός
την ώρα που ξυπνάει
ένα μαχαίρι
της κόβει το δεξί της
χέρι

 

 

ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ

Η κόρη πήγαινε και τραγουδούσε
η κόρη με τα φίδια της
με τα ωραία λουλούδια της

Όμορφα που μυρίζαν τα λουλούδια

Τα χέρια του έδενε
ο ληστής
που μούγκριζε
στα πόδια της
το αίμα
το κεφάλι του
η γλώσσα
η ρίζα
το φιλί
γιομάτοι οι κήποι
αίμα
μη μιλάς

Κανένας δε μιλούσε

Η κόρη πήγαινε και τραγουδούσε
η κόρη με τα φίδια της
με τα ωραία λουλούδια της

 

 

 

ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ (1952)

 

ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ

Στον Γιώργο Μαυροΐδη

Χώρα
γιατί
ποιά χώρα

τα σπίτια γύρω γύρω
οι πόρτες
ποιά σπίτια
ποιές πόρτες

τα χέρια
και τα πόδια
και τα δάχτυλα

όχι τα σπίτια
οι πέτρες

ποιά χέρια
και ποιά πόδια
και ποιά δάχτυλα

οι πέτρες;

ποιές πέτρες
αυτές που είχα στα
χέρια μου
ή τα δάκρυα
που δε θα τρέξουν
από τα μάτια μου

 

 

Η ΣΚΗΝΗ

Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει
ένα κεφάλι από πηλό
τούς τοίχους τους είχαν στολίσει με λουλούδια
απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
δυό σώματα ερωτικά
στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
και πεταλούδες
ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στη γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απ’ όλες
τις πλευρές
δε θα ‘ταν φρόνιμο κανείς
να τους τραβήξει
ένας από τούς σπάγγους έσπρωχνε τα σώματα
στον έρωτα

Η δυστυχία απ’ έξω έγδερνε τις πόρτες

 

 

ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ

Δυστυχισμένα όνειρα
τα χρόνια μας περνούν μέσα στην αγωνία
οι εφημερίδες λησμονούν
όμως μες στην καρδιά μας
καίει μια κατακόκκινη πληγή
απ’ το παλιό χρυσάφι

Όλο μαζεύουμε τα πράγματά μας
τα κρύβουμε σε βαθιά υπόγεια
λύνουμε τις ντουλάπες μας
στήνουμε ανάποδα τις καρέκλες μας
κι ο απελπισμένος ήλιος μπαίνει
από μια χαραματιά και τις φωτίζει

Πρέπει να βγούμε στα ποτάμια
ακόμα λίγο και θα σπάσει το πουλί
μες στο κεφάλι μας
ακόμα λίγο και θα πήξει
το αίμα μέσα στην καρδιά μας
πρέπει να βγούμε σύρριζα
πρέπει να βγούμε μέσα απ’ τα ποτάμια

 

 

ΑΠΟΣΤΟΛΗ

Στον Νίκο Γκάτσο

Κανείς δε θάβει εδώ
τριαντάφυλλα
τουφέκια ρημαγμένα
δίχως φτερά
γυρίζουνε τις κάννες τους
απάνω μας
το βράδυ
όταν σημάνει προσκλητήριο
μαζεύονται
οι σημαίες
κι αυτά τ’ άλλα πουλιά
με τ’ ανθρώπινα στόματα
που είναι σαν καρδιές
και με το αίμα
και μας κοιτάζουν

Η ιστορία αυτή
γίνεται σε μια λίμνη
εδώ και δέκα χρόνια
απαράλλαχτη
κάθε νύχτα
χειμώνα
καλοκαίρι

 

 

Η ΑΠΟΚΡΙΑ

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους

που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή

μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν-δυο
εν-δυο με παγωμένα δόντια
Το βράδυ βρήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος

το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά

 

 

 

ΟΤΑΝ ΣΑΣ ΜΙΛΩ (1956)

 

Η ΠΗΓΗ

Φεγγάρι πεθαμένο μου
γιά ξαναβγές και πάλι
θέλω να δω το αίμα σου
δεν έκαιγες λυχνάρι
φώτιζες
το φοβισμένο πρόσωπο
θέλω να δω
το φοβισμένο πρόσωπο
τώρα
πάλι και πάλι
τότε
όλο το σώμα μου ήταν
μια πληγή
φεγγάρι
μια πηγή
και φώτιζε
της νύχτας το σκοτάδι

Φεγγάρι πεθαμένο μου
θέλω να δω το αίμα σου
τώρα
πάλι και πάλι

 

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο
ετούτος κρύβει το φεγγάρι
για χάρη της είχαν κρεμάσει
τριαντάφυλλα στον ουρανό

Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο
γεμίσανε σπυριά τα χέρια
γεμίσαν λάσπη κι οι καρδιές
είν’ ένας δρόμος πληγωμένος

Είν’ ένας δρόμος φλογισμένος
είν’ ένας δρόμος λυπημένος
μπρος το παιδί με την ουρά
κι ο δαίμονας με την παρθένα

Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο
άναψαν πράσινα κεριά
πρόβαλε ο σκύλος με τα πέπλα
βόγκηξε αργά και προχωρούσε

 

 

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ

Αποδώ θα περνούσε το περιστέρι
είχαν ανάψει δαδιά γύρω στους δρόμους
άλλοι άνθρωποι φυλάγαν στις δενδροστοιχίες
παιδιά κρατούσαν στα χέρια σημαιούλες
περνούσαν οι ώρες κι άρχισε να βρέχει
έπειτα σκοτείνιασε όλος ο ουρανός
μια αστραπή ψιθύρισε κάτι φοβισμένα
και άνοιξε η κραυγή στο στόμα του ανθρώπου

τότε το άσπρο περιστέρι μ’ άγρια δόντια
σα σκύλος ούρλιαξε μέσα στη νύχτα

 

 

 

ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΔΡΟΜΟ (1958)

 

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταν
τα σφυριά και τα μαχαίρια

Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο

Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν’ ανάβει την καρδιά μου
και τ’ άλλο το γκρίζο σαν καπνός
ν’ αδειάζει από μέσα μου
να φεύγει

 

 

Ο ΣΚΥΛΟΣ

Ο σκύλος αυτός πρόβαλε πρώτη φορά σε δρόμο
σκισμένο από κοφτερά γυαλιά
ύστερα φάνηκε στον ουρανό
μέσα σε ένα σκοτεινό πηγάδι τ’ ουρανού
έπινε ένα φως αστραφτερό σκυλίσιο
συνόδεψε ένα ραγισμένο χέρι λίγα βήματα
ύστερα γίνηκε φωτιά
έκλαιγε σαν κακό πουλί
έκαιγε σαν ελπίδα
ποιός ξέρει από πού ήρθε και πώς έφυγε

Μα εγώ ξέρω πως θα γίνει θάνατος
μια μέρα

18 Φεβρουαρίου 1956

 

 

Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Δεν έχω γράψει ποιήματα
μέσα σε κρότους
μέσα σε κρότους
κύλησε η ζωή μου

Τη μιαν ημέρα έτρεμα
την άλλην ανατρίχιαζα
μέσα στο φόβο
μέσα στο φόβο
πέρασε η ζωή μου

Δεν έχω γράψει ποιήματα
δεν έχω γράψει ποιήματα
μόνο σταυρούς
σε μνήματα
καρφώνω

 

 

Ο ΕΛΕΓΚΤΗΣ

Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
είν’ ο ουρανός
και λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ’ αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω

 

 

ΕΙΚΟΝΕΣ

—Η βροχή
έρχεται
μέσα στο μυαλό μου
πλένει τα όνειρα μου

—Ένα αυτοκίνητο
ξεκοιλιασμένο
στο δρόμο
περιμένει
το χασάπη
των Χριστουγέννων

—Ένα τσιγάρο
δυο τσιγάρα
στο μοναχικό
δωμάτιο
ο άντρας είναι πυγμάχος
η γυναίκα είναι καρφίτσα

—Φοβερή ιστορία
η μανία
του βοριά
πάνω στο παράθυρο
σταύρωσε
μια παιδούλα

—Ένα φύλλο έπεσε
από το δέντρο
το βράδυ
κι άρχισε
να πηδάει
πάνω στο χώμα
ουρλιάζοντας

 

 

ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

Δύσκολα χρόνια
τρομαγμένα παιδιά
σιάχνουν με χαρτί κοκοράκια
τα βάφουν μαύρα
σα σβησμένα κεριά
τα βάφουν κόκκινα
σα ματωμένα λουλούδια
κι απορούν οι μανάδες
που ύστερα έρχεται
ο μεγάλος φίλος
ο κατάμαυρος φίλος
με τα χρυσά χέρια

και τα παίρνει

 

 

 

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ (1960)

 

ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΕΡΧΟΤΑΝΕ

Αυτή που ερχότανε
τη νύχτα
η γελαστή
κι η άλλη η γελαστή απ’ το λουλούδι
κι η άλλη η γελαστή απ’ τη γωνία
του φριχτού
συγκλίναν προς εμένα
όμως
το πρόσωπό μου ήταν
νεκρό
με δυο πελώριους σταυρούς
για μάτια
ενώ απ’ τη δική του
τη στιγμή
ο γλύπτης
χαμογελούσε

 

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ

Χρόνια
ο ουρανός
ήτανε ένα δύσκολο χαρτί
κρυμμένο
μες στην τσέπη μου
και μες στον κήπο μου φύτρωνε όλη τη μέρα
αίμα
γιατί βροχή
πέφταν οι πέτρες απ’ τον άλλο ουρανό
τσακίζοντας
κρέατα
και κόκαλα

Έτσι
σαν ήρθε η Ανάσταση
ντυμένος μαύρα
μ’ ένα κόκκινο κερί
βγήκα
τρελός
στους δρόμους

ήμουνα ένα κίτρινο
πουλί
σαν κι αυτά που ζωγράφιζε
ο Modigliani
ποτέ μου
ποτέ μου
δεν είχα γεννηθεί

 

 

ΠΕΝΤΑΓΡΑΜΜΟ

Ζωγραφισμένα στόματα
μπήκε η φωτιά
ο καπνός
σας έσπασε τα δόντια

ένα κορίτσι
έκαψε το φουστάνι του
γιατί πάγωσε
λέει: «Αγαπώ τα παγωμένα φορέματα
και σας κρατώ μόνο ένα λουλούδι
ευχαριστώ»

ένας ζητιάνος
λέει: «Το ξέρετε;
ένας πατέρας έγινε
περίστροφο
εγώ όμως
έχω ένα μεγάλο δωμάτιο
με κόκκινες κουρτίνες
φύγετε!
δεν είστε άνθρωποι
είστε φεγγάρια
δε θέλω να σας ξαναδώ!»

ένας άνθρωπος
ψάχνει
τους δρόμους
μαζεύει κομματάκια
από χαρτί
πακέτα από τσιγάρα
χαμογελάει
λέει: «Είμαι δολοφόνος
τί νομίζετε»

κι εγώ
με την καρδιά βαριά
μαζί μ’ αυτούς
σε δύσκολους καιρούς
μηδενισμένος
ξεσπάω σ’ έναν άσπρο
θάνατο
με αίμα

 

 

Ο ΣΤΑΘΜΟΣ

μνήμη Guillaume Apollinaire

Μέσα στον ύπνο μου όλο βρέχει
γεμίζει λάσπη τ’ όνειρό μου
είναι ένα σκοτεινό τοπίο
και περιμένω ένα τρένο
ο σταθμάρχης μαζεύει μαργαρίτες
που φύτρωσαν πάνω στις ράγες
γιατί έχει πολύν καιρό νά ’ρθει
τρένο σ’ ετούτον το σταθμό
και ξάφνου πέρασαν τα χρόνια
κάθομαι πίσω απ’ ένα τζάμι
μάκρυναν τα μαλλιά τα γένια
σα να ’μαι άρρωστος πολύ
κι όπως με παίρνει πάλι ο ύπνος
σιγά σιγά έρχεται εκείνη
κρατάει στο χέρι ένα μαχαίρι
με προσοχή με πλησιάζει
το μπήγει στο δεξί μου μάτι

 

 

ΤΟ ΡΟΛΟΓΙ

Μαύρος ο ήλιος
στον κήπο
της μητέρας μου
μ’ ένα ψηλό καπέλο
πράσινο
ο πατέρας μου
μάγευε τα πουλιά
κι εγώ
μ’ ένα κουφό
ρολόγι δύσπιστο
μετρώ τα χρόνια
και
τους περιμένω

 

 

 

ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ (1962)

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Ο ήλιος είναι πράσινος
τα δέντρα καίνε
περιμένουνε τα χελιδόνια
οι σιδερένιες μας χελιδονοφωλιές
δε μας γελάνε πια με τα λουλούδια
μας στοίχισαν τα χέρια και τα πόδια μας
τώρα τα χέρια και τα πόδια μας
κρέμονται στα δέντρα

 

 

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Με το μπαμπάκι του θανάτου
αχόρταγο

Ανοίγει μια μεγάλη τρύπα
στο φεγγάρι

Ένα παιδί πεθαίνει

Σα μεγάλα μαύρα μυρμήγκια
μια πομπή-κηδεία στο φεγγάρι

Έν’ άλλο παιδί
ρίχνει μια πέτρα
και σπάζει το φεγγάρι

 

 

Ο ΗΛΙΟΣ ΜΙΑΝ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΡΑ

Ήταν μια όμορφη γωνιά
μια όμορφη μέρα
με υποχθόνιο κρότο έτριζε έκαιγε
βαθιά ο ήλιος έβγαινε
κι ύστερα χάνοταν παράξενα
ήταν μια όμορφη γωνιά
μια όμορφη μέρα
μέσα στο θάνατό μου
πετούσαν πεταλούδες
κι ο ήλιος ξάφνου έβγαινε
κι ύστερα
χάνοταν έσβηνε
παντοτινά

 

 

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Στην Εύα Μυλωνά

Πάλεψα
πάλεψα πολύ

όμως
μονάχα αυτός ο μαύρος
άνθρωπος
έμεινε
στριφογυρίζει
δείχνοντας τα δόντια

πάλεψα
πάλεψα πολύ
ώσπου να γίνουν όλα
μαύρα

σκεπαστείτε

 

 

ΕΡΗΜΟΙ

Έρημοι άνθρωποι μέσα στο κρύο
μιλούν στην Παναγία

ανέκφραστο το δέντρο
δίχως φύλλα
τους κοιτάζει

κοράκια ντύθηκαν κόκκινα
σαν πόρνες

η εκκλησία έσπασε
απ’ την πολλή βροχή
οι άγιοι βρεθήκανε
να τρέχουνε στους δρόμο

Η ΚΟΛΑΣΗ

Έβγαινε
ένα ζεστό σκοτάδι
κι αυτός
είχε ξεχάσει το κεφάλι
που επίμονα
αρνιότανε
τα δόντια

τώρα
βασίλευε
ο τρελός

ένα μπαμπάκι
και η πίσσα

 

 

 

ΣΦΡΑΓΙΔΑ ή Η ΟΓΔΟΗ ΣΕΛΗΝΗ (1964)

 

ΓΥΡΙΖΩ

Γυρίζω γύρω γύρω ματωμένος
μες στο φεγγάρι του ύπνου μου

ασπρίζει μέσα μου η φωτιά

άγριο σπίτι της κούκλας
με τις πασχαλιές
το πόρφυρό σου μάτι υψώνοντας
μ’ εξουθενώνεις

δέντρα που καίτε τα πορτοκάλια
σαν κεριά
στην παγωμένη σας βροχή
θ’ αναπαυτώ

ασπρίζει μέσα μου η φωτιά
καυτό μες στην καρδιά μου
στάζει το κερί

και συ μαρμάρινο φεγγάρι

με ραγίζεις

 

 

ΘΡΗΝΟΣ

Σκισμένα τα κορίτσια σα χαρτόνι
με στίγματα από θειάφι μέσα στο κεφάλι
με χόρτο θυμωμένο μες στο στόμα
να σπάζουν το φλιτζάνι τ’ ουρανού
με δάκρυα τεντωμένα μες στα μάτια
σα μαύρες ολοκαίνουργιες καρφίτσες
πότε το χρώμα των πουλιών θα τραγουδήσει;
πότε οι πεταλούδες θα χτυπήσουν τα μαχαίρια;
όταν στους ήλιους θα φυτρώσουν άλλα χέρια
κι ο ύπνος θα τους αδειάζει απ’ το σκοτάδι

κι η νύχτα θα ’ναι όμορφη σα μέρα

 

 

ΣΗΜΑΔΙΑ

Τα σήματα που δώσαμε
δεν ήτανε δικά μας

σκύλοι τραγούδαγαν παράφωνα
κι από τη χλόη φύτρωναν αστέρια

στην άσφαλτο τρυπούσαν το λουλούδι
στην πληγή
κοπέλες του νεκρού αέρα

άνοιγαν ξαφνικά τα δόντια
του καιρού
να βγει ο νέος μαστός
ο αγαπημένος

κυνήγαγε ο αέρας το πουλί
με το κομμένο αίμα

έσταζε το αίμα πίσσα στο νερό
κάτουρο άδειαζε πάνω από τα
κεφάλια

με μορφασμούς θανάτου
τωρινούς
και ξεχασμένη την πληγή απ’ το
φεγγάρι

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ

Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
κύματα μοναξιάς τα χέρια μου

τρίζουν από ύπνο αθώο
τα δόντια μέσα στην καρδιά μου

το πεθαμένο το παιδί

δεν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ένα
κόκκινο σκυλάκι
μέσα στο μαντίλι

τέρατα περπατούν
ανάποδα στα όνειρα
φυσάει ένας άγριος αέρας
πάνω απ’ τις λεμονάδες
πετάει μια νυχτερίδα
σαν πικραμένο ευαγγέλιο

μ’ ένα μαύρο πανί
μία γυναίκα
σκεπάζει το φεγγάρι

 

 

Η ΦΕΓΓΑΡΑΔΑ

Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει το φεγγάρι
πότε πίσω από δέντρα
πότε πίσω από θηρία
πότε πίσω από σύννεφα
με θόρυβο που ξεκουφαίνει τα φτερά αγγέλων
κάτι θέλουν να πουν κάτι σημαίνει
είναι ακόμα καλοκαίρι
όμως μια μυρωδιά από θειάφι φράζει το χειμώνα
δεν έχει ούτε καρέκλα να καθίσεις
και οι καρέκλες έφυγαν στον ουρανό

 

 

ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ

Τον έστησαν εκεί οπού φυσάει ο πιο
άγριος άνεμος
τον έταξαν στις παγωνιές
του δώσαν ένα φόρεμα μαύρο
και μια γραβάτα κόκκινη
έναν ήλιο τρυπημένο με καρφί να στάζει
μαύρα γυαλιά
αίμα πάνω στο δηλητήριο
ένα κοντάρι
κι ένα καναρίνι
τον έστησαν εκεί οπού τινάζεται ο πόνος
τον έδωσαν στο θάνατο
να λάμπει ασημένιος

 

 

ΤΟ ΣΚΕΥΟΣ (1971)

 

ΧΡΟΝΙΚΟ

Ο ήλιος χτυπάει ρυθμικά
και παγωμένος αέρας βγαίνει απ’ το φεγγάρι
το χέρι του τ’ αριστερό τσακίζει ο δαίμονας
σπάζει το μαύρο
σπάζει και το κόκκινο
ξάφνου ανθίζουν μυγδαλιές
ρίχνει τα ζάρια κλαίγοντας ο γέροντας
κι αναστενάζει η Παναγιά
κι όσους ξεγέλασε ο καιρός
κι όσους ξεχώρισε η σκιά
τώρα είναι καρφωμένοι

σαν πεινασμένοι έλικες γυρίζουνε
οι δείχτες των ωρολογιών

ατάραχος ο Θάνατος κάθεται
στην καρέκλα του

μενεξεδένια συνάρτηση
ο κόσμος

 

 

ΤΑ ΛΟΓΙΑ

—Δε μου αρέσεις
δε μου αρέσει –λέγαν η φωνή σου
—Δε μου αρέσουν τ’ άγρια ζώα που
μπαίνουν βγαίνουν και ουρλιάζουν
μες στο στόμα σου.
(Αυτό το είπε ένα λουλούδι
που έκαιγε απ’ το πυρετό
και που η μάνα του πριν απ’ αυτό
λίγο καιρό είχε πεθάνει

 

 

Ο ΠΝΙΓΜΕΝΟΣ

Άραγε ο πνιγμένος
με το ριγέ άσπρο κοστούμι στη γωνία
να είμαι εγώ;

άκουσα τη φωνή του μακρινού πατέρα μου
έσπασα το ρολόγι
έβγαλα από μέσα
πλήθος μικρές ροδίτσες κι ελατήρια

άπλωσα τις καραμέλες πάνω στο τραπέζι
πράσινες κίτρινες κόκκινες
βγάζουν μικρές αόρατες φωνές
σαν ζώα

μια γάτα κόκκινη ξάφνου αγρίεψε
όρμησε και μου σκίζει τα βιβλία

άπλωσα την καρδιά μου πάνω στο τραπέζι
την έκοψα στα δύο μ’ ένα ψωμομάχαιρο

ύστερα ξάπλωσα λουλούδια μέσα στη μπανιέρα

ύστερα έπεσα να κοιμηθώ

 

 

ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Έκοψα το κεφάλι μου
το ’βαλα σ’ ένα πιάτο
και το πήγα στο γιατρό μου

—Δεν έχει τίποτε, μου είπε,
είναι απλώς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε

το ’ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει

το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου

γύριζα έξαλλος τους δρόμους

με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή

 

 

ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Εκείνο το πράσινο απόγεμα
ο θάνατος είχε βάλει στόχο την αυλή μου
απ’ το νεκρό μου το παράθυρο
με το βελούδινό μου μάτι
τον έβλεπα να τριγυρνάει
γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή
γύριζε και παράσταινε τον λαχειοπώλη
και τα παιδιά τίποτα δεν υποπτεύονταν
έπαιζαν με πιστόλια και τσιρίζαν
αυτός πάλι γύριζε και πλησίαζε
και πάλι μάκραινε και έφευγε
ύστερα ξαναρχόταν
στο τέλος αγριεύτηκε
άρχισε να ουρλιάζει
έβαψε τα μάτια και τα νύχια του
φούσκωσε τα βυζιά του
άρχισε να μιλάει με ψιλή φωνή
έκανε σα γυναίκα…

τότε είναι που έφυγε οριστικά
ψιθυρίζοντας:

—Δεν είχα τύχη σήμερα
αύριο θα ξανάρθω

 

 

ΏΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ I

Ώς το τέλος λυπήθηκα που ήτανε παιδί
θα ’πρεπε να ’ταν σύννεφο
σαν κι αυτά που μέσα τους κρύβονται τα πουλιά
όταν φοβούνται

 

 

ΏΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ II

Πάνω στο στρώμα το σώμα του περνούσε από φάσεις
τρομαχτικές. Το ένα του πόδι λέπταινε σαν κλωστή,
ενώ το άλλο χόντραινε σαν κορμός δέντρου.
Ένιωθε όμως την πυγμή του τρομερή και καθώς το
κρεβάτι του ήταν πλάι στον τοίχο, θα ’θελε μ’ ένα
χτύπημα να τρυπήσει τον τοίχο και το χέρι του να
περάσει στο διαμέρισμα το διπλανό.
Πολλές φορές στο δρόμο, καθώς περπατούσε,
αισθανόταν ξαφνικά να πυρακτώνεται όλο του το κορμί
και στο τέλος θα τιναζότανε προς τ’ απάνω, σα βολίδα.
(Και το ’θελε πολύ αυτό)
Όμως στο καφενείο καθόταν ήσυχος παίζοντας
το κομπολόι του, έπινε τον καφέ του…
Νομίζω τον λέγαν Τζιάκο ή Τζακόπουλο ή κάτι
τέτοιο

 

 

 

ΧΡΩΜΟΤΡΑΥΜΑΤΑ (1980)

 

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα
έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη
θάλασσα
στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο
κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν
στον αφρό
κι ο καπετάνιος ζωντανός
κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού
ο πατέρας μου και η μητέρα μου
κουνάνε τα μαντίλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δε μπόρεσαν να
τα διαβάσουν
έχουν ξεχάσει να διαβάζουν
λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα
στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού
κρανίου με ξεγέλασες
γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα
και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές

πάντα θα γράφω ποιήματα

 

 

ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΙΤΡΙΝΑ

Κίτρινα αερόπλοια ξάφνου γέμισαν τον ουρανό
άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα
κίτρινοι σκελετοί κούναγαν τα χέρια
και ουρλιάζαν
όπως και κίτρινες κανάρες μεγάλες
πεταλούδες με πόδια μικρών παιδιών που
κρέμονταν
μαζί μ’ αστέρια κίτρινα που δεν τα γνώριζαν
και τα μισούσαν

από τη γη κοίταζαν κίτρινοι
οι αστροναύτες

δεν το περίμεναν

 

 

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣΗΜΟ

Κρύα βλαστάρια παράξενου
θανάτου
φύτρωσαν στον Ουρανό

ναι, δίχως ύπνο

κι ανοίγανε τα χέρια
και πέφταν και σκορπίζανε
χιλιάδες τα μαργαριτάρια

αντίκρυ στέκοταν ένα μανιτάρι
δηλητηριασμένο και τα κοίταζε

το πιο ωραίο γραμματόσημο

 

 

ΟΙ ΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ

Όμως υπάρχουν ακόμα
λίγοι άνθρωποι
που δεν είναι κόλαση
η ζωή τους

υπάρχει το μικρό πουλί ο κιτρινολαίμης
η Fräulein Ramser
και πάντοτε του ήλιου οι απομείναντες
οι ερωτευμένοι με ήλιο ή με φεγγάρι

ψάξε καλά
βρες τους, Ποιητή!
κατάγραψέ τους προσεχτικά
γιατί όσο παν και λιγοστεύουν

λιγοστεύουν

 

 

ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ

Μέσα στον τάφο μου
περπατώ ταραγμένος
τ’ απάνω κάτω
τ’ απάνω κάτω

ακούω τα πράγματα τριγύρω
να ουρλιάζουν
ιδέες-αυτοκίνητα
αυτοκίνητα-ιδέες

ανθρώποι περνάνε
μιλούνε, γελάνε
για μένα

λένε αλήθειες
λένε ψευτιές
για μένα, για μένα!

—Μη, τους φωνάζω
μη μιλάτε
για τις νεκρές αγάπες μου

θα ξυπνήσουν
θα σας βγάλουν τα μάτια!

 

 

ΑΣΑΗ

Όταν ανέβαινες στο βουνό
εσύ κατέβαινες στην πεδιάδα
να κυνηγάς ψυχές
να κυνηγήσεις άσπρες πεταλούδες
και τις περνάς σε ασημένια ψιλά σύρματα
γιατί ο ίδιος είσαι συ αυτός που ανεβαίνει
κι αυτός που κατεβαίνει
δεν είναι λοιπόν η πεταλούδα, πεταλούδα
η πεθαμένη δεν είναι πεθαμένη
ούτε ο τάφος, τάφος της
—Ασάη! σου εφώναξα λοιπόν
όπως σου έλεγα εγώ τις σκάλες κατεβαίνοντας
εγώ ο ίδιος τις σκάλες ανεβαίνοντας
και λίγο έλειψε να τσακιστούμε
εγώ τραβώντας για τον Ουρανό
εγώ πέφτοντας κατακόρυφα
φωνάζοντας κι οι δυο μαζί:

—Ασάη Εσμέ Εσμέ Ασάη!

 

 

 

ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ (1986)

 

ΟΙ ΓΕΝΝΑΙΟΙ

στη Γιάννα

Είναι γενναίοι, όμως κλαίνε
πιστεύουνε σαν τα μικρά παιδιά

φορούν κουρέλια
ακριβά κοστούμια

ζούνε μέσα σε κήπους ή επαύλεις
ή μέσα σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό

άλλοι μέσα σε δρόμους τρόμους τριγυρίζουν
άλλοι σε σύρματα πάνω κρεμασμένοι ανεμίζουν

άλλοι κλεισμένοι μες στις φυλακές

όλοι πασκίζουνε ιδρώνουν
χάνουνε, πετυχαίνουν ή
νομίζουν ότι χάνουνε ή
νομίζουν ότι πετυχαίνουν

πάντοτε ο δαίμονας τούς παραστέκει
σηκώνει την κάννη, το τουφέκι του

στο κέντρο της καρδιάς
τους σημαδεύει.

 

 

FRANZ KAFKA

Ο Φραντς Κάφκα ζούσε σ’ ένα μεγάλο υγρό δωμάτιο
στρωμένο μ’ ένα βρόμικο παλιό χαλί.
Πού και πού διάτρεχε το χαλί ένας μεγάλος
γκρίζος ποντικός.
Ο πόντικας αυτός, έλεγε συχνά ο Φραντς,
ο πόντικας αυτός, είναι η αγαπημένη μου κι εγώ.

 

 

Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ

Και νά που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος
στον Πόρο
τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’ τα τσιγάρα
τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
γύρω γύρω στα τραπέζια
τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
τσιγάρα παντού
κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.
Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
τα μάτια του να καίνε.
—Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;
εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
—Κι εσύ, Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
το φοβερό το γέλιο του·
πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
ένα σύννεφο σπουργίτια
πέρα απ’ το θάνατό του.

 

 

ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΝΕΚΡΟΣ

Ένας κόσμος νεκρός
πίνει το παγωμένο γάλα του
βάρκες πηγαίνουν έρχονται
φέρνουν κι άλλους νεκρούς
μητέρες χάνουν τα παιδιά τους
παιδιά κλαίνε γιατί χάσαν τις μητέρες τους
τέρατα χαρτοπαίζουν:
— Ρίξε το πέντε! ουρλιάζει ο νεκρός δολοφόνος
ξάφνου πάλι μιλάει
η κυρία σκατό και καρπούζι
ώσπου να βγάλει η κόκκινη σελήνη
το μαχαίρι της
και ν’ αρχίσει να σφάζει.

 

 

 

ΚΑΤΑΒΥΘΙΣΗ (1990)

 

BATIR DES CHATEAUX EN ESPAGNE

στον Roger Milliex

Εδώ και σαράντα χρόνια
ο θάνατος στέκει πλάι μου
είναι μι’ ασπροντυμένη κοπέλα
κάθε μέρα μού ζυμώνει το ψωμί
μαντάρει τις κάλτσες
πού και πού ρίχνει μια κρυφή ματιά
και με κοιτάζει.

Κι εγώ γράφω κόκκινους στίχους
χτίζω γκρεμίζω πύργους
στην Ισπανία
και περνάνε χρόνια και χρόνια
ασπρίζουν τα μαλλιά της κοπέλας
ασπρίζουν τα μαλλιά του θανάτου
κάθε μέρα μού ζυμώνει το ψωμί
μαντάρει τις κάλτσες
κι όλο ρίχνει κλεφτές ματιές
ματιές απορημένες
σε μένα
που ατάραχος πάντα χτίζω
γκρεμίζω πύργους
στην Ισπανία.

 

 

29 ΙΟΥΛΙΟΥ

29 Ιουλίου, αποφράδα ημέρα
της μη γεννήσεώς μου
βρίσκομαι βαθιά μες στα νερά
της θάλασσας του Πόρου
νεοφώτιστος
συντροφιά με τους φίλους μου
τα ψάρια.

 

 

ΤΟ ΤΡΑΝΖΙΣΤΟΡ

Το τρανζίστορ με παρηγορεί
ενώ ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου
καθαρίζω τα γυαλιά μου
μετρώ τους αμέτρητους θανάτους μου
ακούω τραγούδια του χειμώνα
και τραγούδια για το καλοκαίρι
τραγούδια για τους ήλιους
και τραγούδια για τη βροχή
ενώ ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου
μετρώ τους αμέτρητους θανάτους μου.

 

 

ΤΑ ΝΗΣΙΑ

Ο Έρωτας είναι ο θάνατος
καθώς περιμένω μέρες και μέρες
για να γυρίσεις
έτσι που τριγυρίζεις τα νησιά
νησιά θανάτου καθώς περιμένω
τόσες ημέρες κι ώρες θανάτου
για να γυρίσεις
γιατί έρωτας είναι ο θάνατος
απ’ του θανάτου τα νησιά
να ξαναρθείς.

 

 

ΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

στην Ελένη Θ. Κωνσταντινίδη

Είναι τα λυπημένα Χριστούγεννα 1987
είναι τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987
ναι, τα χαρούμενα Χριστούγεννα 1987!
σκέπτομαι τόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα…
Α! ναι είναι πάρα πολλά.
Πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Διονύσιος Σολωμός
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Νίκος Εγγονόπουλος
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα πέρασε
ο Μπουζιάνης
πόσα ο Σκλάβος
πόσα ο Καρυωτάκης
πόσα δυστυχισμένα Χριστούγεννα
πέρασε ο Σκαλκώτας
πόσα
πόσα
Δυστυχισμένα Χριστούγεννα Ποιητών.

 

 

ΕΝΑΣΤΡΗ

Έναστρη
εσύ στη μίαν άκρη
εγώ στην άλλη
της αφιλόξενης
αυτής
γης
θυμάσαι
τρέχαμε
το φθινόπωρο
μες στη βροχή
στους υπαίθριους
συνοικιακούς
κινηματογράφους
ύστερα καθόμαστε
στα μαρμάρινα σκαλοπάτια
κάποιων σπιτιών
θυμάσαι
έναστρη
εκείνη τη βροχή
εγώ στη μία τώρα
εσύ στην άλλη άκρη
της αφιλόξενης
αυτής
γης.

 

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Δεν είναι καλοκαίρι
δεν είναι άνοιξη
είναι χειμώνας
περνάν τα χρόνια
περνούν οι εποχές
κι αυτή η καρδιά
ώς πότε θ’ αντέξει;
σήμερα είδα έναν άνθρωπο
φώναζε
στριφογύριζε μ’ ορμή
το σακάκι του
και φώναζε
για το Διάβολο
και το Θεό
κι εγώ με το μπερέ
και το κόκκινο κασκόλ
ξεχνάω
ολοένα ξεχνάω
σε λίγο θα ξεχάσω
και ποιός είμαι
και τότε…

 

 

 

ΕΚΤΟΤΕ (1996)

 

ΙΟΥΛΙΟΣ 1990

—Ε, Μάρκο Πόλο
μου φώναζε τότε ο «Χριστός»
άδεια η Φωκίωνος Νέγρη
μονάχα εμείς οι δύο
είχαμε μείνει
και τα σκυλιά.

 

 

ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΣ

στον Αλέκο Φασιανό

Πόνος
και πάλι πόνος
τρόμος
και πάλι τρόμος
στο άδικο σώμα
στην άδικη ψυχή
από ένα έρημο ξενοδοχείο
έφυγε ξαφνικά
χάθηκε η μητέρα
σ’ ένα μακρύ τούνελ
χάθηκε ο πατέρας
κι έρημη
πλανιέται
από πόνο
σε πόνο
από τρόμο
σε τρόμο
η άδικη ψυχή.

 

 

Η ΜΗΤΕΡΑ

Έψαχνα να βρω το σπίτι μου. Οι δρόμοι ήταν
γεμάτοι ερείπια· μοναχά τοίχους πεσμένους και
πέτρες έβλεπες· κι ούτε ένας άνθρωπος δεν φαινόταν.
Και τότε φάνηκε η άρρωστη μητέρα.
Ποτέ δεν ήταν τόσο καλά, γεμάτη ενέργεια και δύναμη,
με πήρε απ’ το χέρι και βρεθήκαμε σ’ ένα
συμπαθητικό δωμάτιο, το σπίτι μας.
Εγώ έκλαιγα, έκλαιγα γοερά…
Κι αυτή: Μη κλαις, ο καθένας μας με τη σειρά του.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ

Καημένε Νίκο
τί ζωή ήταν κι αυτή
κατατρεγμένος από τους Κατσιμπαλήδες
οι πλούσιοι φτύναν πάνω στη φτώχεια σου
όμως εσύ καλά έκανες
έπινες τα ουζάκια σου
κι όλους αυτούς τους μούντζωνες
και πριν να φύγεις
πρόφτασες κι αρπάχτηκες
από ένα κάτασπρο σύννεφο
από ψηλά τώρα από το σύννεφο αυτό
κοιτάζεις
την αθανασία σου.

 

 

ΔΑΙΜΟΝΟΛΟΓΙΟ

Δαίμονες και Δαιμόνισσες
δαιμονίζονται στην ακτή
χαριεντίζονται μεταξύ τους
ετοιμάζουν τα νέα δαιμονάκια
που θα βασιλέψουν
σ’ αυτή τη γη
που είναι πια δική τους

Μακριά στον ορίζοντα
σε μια κόκκινη θάλασσα
μέσα σε ψεύτικους καπνούς
βυθίζεται ένα καράβι.

 

 

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Στο σπίτι του πεθαμένου ποιητή
είναι κολλημένες φωτογραφίες
άλλων νεκρών ποιητών
που όταν ήταν ζωντανοί
αστειεύονταν
ή τσακωνόντουσαν
με τον πεθαμένο

Τώρα μένουν ακίνητοι
κολλημένοι στους τοίχους
και μόνο ο νεκρός ποιητής
στριφογυρίζει στο κρεβάτι του
απελπισμένος.

 

 

Η ΑΥΤΟΧΕΙΡ

μνήμη Λ. Ι.

Συνάντησα την αυτόχειρα σ’ ένα μικρό καφενεδάκι.
Ήταν ήρεμη, ούτε χαρούμενη, ούτε λυπημένη.
Κάτι φευγαλέα είπαμε για την πράξη της
κι αποχαιρετιστήκαμε

Καθώς έφευγα το γκαρσόνι πλησίαζε το τραπέζι της
φέρνοντας
ένα μεγάλο λουκούμι πάνω σε μιαν οδοντογλυφίδα.

 

 

 

ΑΝΑΠΟΔΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ (1998)

 

ΤΑ ΝΑΥΑΓΙΑ

Μακριά στον ορίζοντα γίνεται
ένα ναυάγιο· είναι πολύ μακριά
και δεν γνωρίζουμε τους πνιγμένους,
τους φίλους και τους συγγενείς που
τους θρηνούν.
Αλλά κι εδώ κοντά γίνεται ένα άλλο
ναυάγιο, κι αλίμονο, ξέρουμε
τους πνιγμένους, καθώς και τους
φίλους και τους συγγενείς που τους θρηνούν.

 

 

Η ΠΑΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Με ζητούν στο τηλέφωνο
μ’ έχουν τρελάνει απ’ το πρωί
θέλουν να μου μιλήσουν
για το καταραμένο απόγευμα.
—Μα αυτό είναι παλιά ιστορία,
τους λέω,
δεν εννοούν να σταματήσουν.
—Ναι, για την παλιά ιστορία
για το καταραμένο απόγευμα.
Έχουν τρελάνει τ’ αυτιά μου
πάλι χτυπάει το τηλέφωνο
θέλω να σταματήσουν

πάλι χτυπάει το τηλέφωνο
για το καταραμένο απόγευμα
για την παλιά ιστορία…

 

 

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Καθώς γύριζα σπίτι μου χτες τα μεσάνυχτα
συναντήθηκα με τον Διάβολο.
—Πώς από εδώ; τον ρώτησα.
—Έχω να πάρω δύο τρεις ψυχές
κάπου κοντά, μου απάντησε.
Και καθώς διάκρινε μιαν ακαθόριστη
έκφραση στο πρόσωπό μου…
—Μην ανησυχείς, δεν ήρθε ακόμα
η σειρά σου, έχεις ακόμα καιρό
για να ταλαιπωρηθείς πάνω
σ’ αυτή την απαίσια γη.
Και λέγοντας αυτά εξαφανίστηκε.

Τώρα, δεν ξέρω αν πρέπει να χαρώ
ή να λυπηθώ με τα λόγια του.

 

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ

Έψαχνα να βρω το σπίτι μου… Γύρω
πέφταν μεγάλα αγκωνάρια από τους
τοίχους των άλλων σπιτιών που γκρεμίζονταν
και είναι θαύμα πώς δεν πέφταν πάνω μου.
Προχωρούσα λοιπόν μέσα στο βουητό και το κακό,
και νά, ξαφνικά βρέθηκα
μπροστά στο σπίτι μου, που ήταν ακόμη
όρθιο.
Στάθηκα λοιπόν στην εξώπορτα και
καθώς προχώρησα προς τη μεγάλη
πόρτα του σαλονιού, είδα τον Χ ρ ι σ τα ό,
μ έ σ α σ ε λ ά μ ψ η, με τα χέρια απλωμένα
στα πλάγια να με κοιτάζει αυστηρά.
Ανατρίχιασα, κοπήκαν τα πόδια μου,
έγειρα και έπεσα κάτω λιπόθυμος.

 

 

Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Όλοι κοιμούνται
κι εγώ ξαγρυπνώ
περνώ σε χρυσή κλωστή
ασημένια φεγγάρια
και περιμένω να ξημερώσει
για να γεννηθεί
ένας νέος θεός
μες στην καρδιά μου
την παγωμένη
από άγρια φαντάσματα
και τη μαύρη πίκρα.

 

 

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ «Η ΕΛΠΙΣ»

Λίγο μακριά από την Αθήνα είναι το
Ξενοδοχείο «Η Ελπίς». Κάθε βράδυ
σ’ αυτό το Ξενοδοχείο, τα μεσάνυχτα,
κλαίνε δύο φαντάσματα. Αυτή η κακοτυχία
απελπίζει τον ξενοδόχο, γιατί καταλαβαίνετε
ότι αυτό που συμβαίνει απομακρύνει
την πελατεία και είναι θαύμα πώς
μένει το Ξενοδοχείο ακόμη ανοιχτό.
Τί αγιασμούς αλλά και τί ξόρκια ακόμα
έχει κάνει ο ιδιοκτήτης,
αλλά ΤΙΠΟΤΕ.
Κάθε βράδυ στις 12 τα μεσάνυχτα
αρχίζει το σπαραχτικό κλάμα
των δύο φαντασμάτων.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

ΕΛΣΑ Φ

 

Γεννήθηκε στο Μόναχο το 1969. Σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και στο Πανεπιστημίου του Trier Γερμανίας. Για μια δεκαετία εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Δημοσιεύει τακτικά δοκίμια, βιβλιοκρισίες, μεταφράσεις και άλλα κείμενα. Υπήρξε δύο φορές υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, «Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα» (2009), «Κονσέρβα Μαργαριτάρι» (2011). Η ποιητική συλλογή της «Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά» βραβεύτηκε το 2013 με το βραβείο «Γιώργος Κάρτερ» του περιοδικού Πόρφυρας. Η ανέκδοτη ποιητική συλλογή της «Κρυμμένες» βραβεύτηκε το 2015 με το α΄ βραβείο «Κούρος του Ευρωπού» της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρίας «Τέχνη». Ποιήματά της έχουν περιληφθεί σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί σε 10 γλώσσες.

(2016) Αγγελόπτερα
(2014) Κανονικοί άνθρωποι με λοφίο και μια παρδαλή ουρά
(2013) Ο επαναστατικός κύριος Γκιούλιβερ
(2012) Ο λαίμαργος αυτοκράτορας κι ένα ασήμαντο πουλί
(2011) Κονσέρβα μαργαριτάρι
(2009) Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα
(2007) Η αιώνια κουτσουλιά

Μεταφράσεις

(2011) Aridjis, Homero, 1940-, Ηλιακά και άλλα ποιήματα

Δοκίμιο

(2013) Ημερολόγιο φιλοσοφικής ήττας

 

 

1-ΒΙΒΛΙΑ

 

 

ΑΓΓΕΛόΠΤΕΡΑ (2016)

 

Αναγκαστική προσγείωση

Μόλις απέδρασε επιτυχώς από τον πίνακα στον οποίο αιώνες
τώρα κατοικούσε Το παράθυρο έμεινε για λίγο ανοιχτό στο
γραφείο Το περβάζι πρόβαλε φαρδύ και φιλόξενο Μια βουτιά
στο κενό κι άφησε πίσω του ένα παλάτι από χρυσό το πνιγηρό
πολυτελές δωμάτιο και τον φιλότεχνο μα αλλοπρόσαλλο
κυβερνήτη Τόσα χρόνια ακίνητος δεν απογειώθηκε μόνον έπεσε
Το ένα του φτερό δεν κινήθηκε Έσπασε από τη χρόνια ακαμψία
Αναγκάστηκε να προσγειωθεί στο κέντρο της παράξενης
πλατείας δίπλα στο άγαλμα του ιππότη Όμως δεν πρόλαβε να
σηκωθεί Ένα κοπάδι εξαγριωμένα σκυλιά όρμησε κατά πάνω
του να τον κατασπαράξει Άφησε πίσω του πούπουλα κόκκινα,
μπλε, κίτρινα να στροβιλίζουν όλο χάρη την ελαφρότητά
τους στο πρωινό θαλασσινό αεράκι που φύσηξε στην πόλη του
Ντουμπρόβνικ

«Τι κρίμα! Τι κρίμα!» αναφώνησαν οι περαστικοί που έγιναν
μάρτυρες του αποτρόπαιου θεάματος
«Ήταν ο μοναδικός άγγελος με φτερά παπαγάλου»

Πλατεία Stradun, Ντουμπρόβνικ, Αύγουστος 2010

Σημείωση: Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε από τον Κροάτη ζωγράφο
Μihajlo Hamzic, με τον τίτλο «Η Βάπτιση στον Ιορδάνη» τον 16ο αιώνα

 

 

Αγγελοδαμαστής

Προσοχή στους αγγέλους, μου έλεγαν, όταν λιώνουν με τα
κοράλλια στον ύφαλο, όταν εξατμίζονται από αχρηστία στο
μπουκάλι του γαλλικού αρώματος, όταν κοιμούνται στη στάχτη,
όταν καταπίνουν κάρβουνα γελώντας, όταν χοροπηδούν
με τις σούστες στο παλιό στρώμα, όταν αλλάζουν κόμμωση,
όταν μαθαίνουν ν’ αγαπούν κρυφά και σιωπηλά

Οι άγγελοι εξαφανίζονται, μου έλεγαν,
όταν φοβηθούν το ποδοβολητό των κυμάτων, σκεπάζουν τα
φτερά τους με φύκια και καρφώνονται σαν βράχια στον πυθ-
μένα της θάλασσας

Μα εγώ έχω αδυναμία στους αγγέλους
ο άγγελος προστάτης μου
μου πέταξε ένα φίδι
να πιαστώ ν’ αναρριχηθώ
να φτάσω στον (Π)πατέρα
όμως εγώ γλίστρησα
κι αρπάχτηκα από ένα κρόταλο κουδουνίστρα
κι άρχισα να το κουνάω πέρα δώθε
σαν αφρικανός μάγος
γιατί μόνο στο τσίρκο
αισθάνομαι δυνατός

Κοιτάξτε με τον ξορκίζω
Θαυμάστε με τον δαμάζω

Είμαι ένας ταχυδακτυλουργός
γ0ν πιάνω από τα φτερά
βγάζω έξω απ’ το καπέλο
κι αυτός μ’ έναν πήδο
απογειώνεται

Το κοινό χειροκροτεί
γίνεται ένα πελώριο στόμα
Αναφωνεί:
Angelus Novus
Angelus Novus

 

 

Αγγελόπτερο

Πόσο να σκάψει ακόμα το βιολί
Στο ασημένιο φλιτζάνι του καφέ
Για να εξορύξει χώμα;

Οι άγγελοι Σαν αυγά Πρώτα μέσα στις φλόγες επωάζονται
Κιτρινίζουν σαν ηλιοτρόπια Κι έπειτα Απ’ το ρουθούνι μιας
καμινάδας Ξεχύνονται σε σμήνη Κολλούν δυο σύννεφα φτερούγες
στη ράχη του ο καθένας Ακολουθούν τα ίχνη της όξινης βροχής
Τα δάκρια μιας άρπας Κι εγώ που έχω μάθει από μικρή να
ξεχωρίζω έναν ερωτευμένο άγγελο Τον βλέπω να παίζει βιολί
Για μια παράξενη αγάπη Για τους μνηστήρες που μαρμάρωσαν
στον χρόνο Κρεμιέται από τον πολυέλαιο Ενός καμένου θόλου
Με το δοξάρι του μονομαχεί Τρυπώντας άτακτες νότες Τόσο
χαριτωμένα Τραμπαλίζεται Στα ξέφτια μιας γιρλάντας Στο
παραμύθι που έγινε Σαπίλα Πολυτελείας

Έμεινα έκπληκτη να τον κοιτώ
Όπως υπέρλαμπρος πετούσε
Πριονίζοντας με το δοξάρι
Τον λαιμό του

Πιάσε, μου φώναξε
κι ευθύς μου πέταξε
σαν τόπι χρυσό
κομμένο το κεφάλι του
που φέγγοντας
ακόμα χαμογελούσε

 

 

Ο άγγελος του Βάλτου

Μια σκιαμαχία ονείρων στο πράσινο ιστορικό νερό της
Βενετίας Στ’ όνειρο είδες σ’ ένα κανάλι πνιγμένο Το μωρό σου
Μεταφυσικός εφιάλτης Με μια κλωτσιά ονείρου εκεί κάπου
χαμηλά Άρχισες να κουβαλάς Νεκρό το έμβρυο στην κοιλιά
σου Κανένα θάρρος μόνο δειλία Η άτολμη σκάβει την τάφρο
Γύρω από τον εαυτό της Θα τη γεμίσει με στεκούμενο νερό κι
πεινασμένους κροκόδειλους Κανένας δεν θα τολμήσει να τη
πλησιάσει ξανά

Αυτό το μωρό δεν θα το φάτε
Αυτό το μωρό θα το φάω εγώ
Αυτή η πράσινη θάλασσα
στην κοιλιά μου θα το χωνέψει
κάνοντας όλη τη βρόμικη δουλειά
Όμως τώρα αφήστε με όλοι ήσυχη
Σαν μεσαιωνικό κάστρο
Να στοιχειώσω
Εσείς αρκεστείτε στα ζουμερά θεμέλια
Συνεχίστε να ροκανίζετε ανέμελα τις ρίζες της πόλης

Μητέρα είμαι ευγνώμων
για το υπέροχο σαρκοφάγο σώμα που μου δόθηκε

 

 

Στους κήπους του Μονέ

Η γυναίκα βροχή Με μακριά διάφανα Δάχτυλα σταγόνες Τα
πόδια κρυμμένα σε φεγγαρόσχημες οπλές Μια υπόσχεση
Ανθοφορίας εγκυμονεί όταν στην έρημο των λέξεων καλπάζει
Ρομαντική νοσταλγός της κίνησης του ήχου που κάνει το
κούρδισμα του ρολογιού Ζηλεύει το πλωτό άνθος που χωρίς
ρίζες ταξιδεύει

Ό,τι με πάθος
Πρώτα σε διαιρεί
Έπειτα με πόνο
Σε πολλαπλασιάζει
Είσαι το γινόμενο
Ξεχειλωμένων εμμονών
Μαθηματικός γρίφος
Προς αποφυγή
Συνταγή για μαγειρική
Εύγευστων κυττάρων

Θυμάσαι;
Τότε
Στους κήπους του Μονέ
Στο Ζιβερνύ
Δικαίως είχες σκεφτεί:
Την καρδιά του νούφαρου
Την τρώει πάντα
Ένα βατράχι

 

 

Το μπλε αλογάκι

Ένα απότομο εκτόπισμα
απ’ το κύμα του ύπνου
σε πέταξε στα βράχια
ενός ακόμη θορυβώδους
πρωινού

Σε μια τυφλή στροφή
που δεν υπολόγισες
μπήκες σ’ ένα σύννεφο φυγής
χάθηκες στον κήπο
με τις ανθισμένες κερασιές
βυθίστηκες στην τρυφερή αγκαλιά
ενός παραμυθά

Έπειτα ανέβηκες στο μπλε ξύλινο αλογάκι
για να κλυδωνιστείς
στις παιδικές μνήμες

Κάποιος σε είδε για τελευταία φορά
να κρατάς μια βαλίτσα όνειρα
και να περιμένεις στωικά
στον σταθμό του πεπρωμένου

 

 

Ad Infinitum

Σε χρόνο νεκρό
χωρίς ουσία και δράμα
ο έρωτας σαν κοσμικό αυγό
λάμποντας θριαμβεύει
όταν εκείνος ορμά
τη σκιά της ν’ απαγάγει
Ανήμπορη η Elizabeth
δεν μπορεί να κινηθεί
μπορεί όμως τους στίχους της
οε μικροσκοπικά όνειρα
να πλέκει
κι έπειτα να τα φορά
οε αμέριμνα πουλιά

Μέσα σε ξέπνοη στιγμή
[ί ένα φιλί σφραγίδα
ην ασθενική εικόνα της
κατεδαφίζει
Ξεντύνεται
έναν λευκό διάφανο εξωσκελετό
όμοιο με αυτόν
που μεγαλόσωμη αράχνη
πίσω της αφήνει
Μικρό απολίθωμα ζωής
αδιάφορο για τον καθένα

-Δεν έχω σώμα να σου δώσω
Είπε αυτή
– Τη σκιά σου θέλω μόνον
Άγγελος θα γίνω
επ’ άπειρον να σε φυλώ
είπε αυτός

Η αχόρταγη χαράδρα
στο Άζολο
έναν αντίλαλο
κατάπιε:
«Ελισάβετ, Ξύπνα!
Το φάντασμα έφυγε και η ιστορία τελείωσε».

Σημείωση: Σε εισαγωγικά παράφραση μτφρ. απο: Robert
The Complete works of Robert Browning Vol. II, Sordello

 

 

Ατολμία

Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
θα τσιμπούσες τα μάγουλα
ενός ηλιοβασιλέματος
για να ξυπνήσεις ένα ζευγάρι
κυανόλευκα πουλιά

Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
θα έβγαζες από την κατάψυξη
την καρδιά σου για να τη ζεστάνεις
με λίγες σταγόνες
ανιδιοτελούς αγάπης

Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
θα ξεπρόβαλλες από τη στοά του φόβου
και θα φορούσες ένα ζευγάρι θαρραλέα μάτια

Αν είχες άλλη μια μέρα
εκείνου του χρόνου
το αλαφιασμένο σου μυαλό
θα δανειζόταν το εμπριμέ φόρεμα
μιας οικογενειακής γιορτής

Αν είχες άλλη μια μέρα εκείνου του χρόνου
θα δίδασκες στις ώρες
το μάθημα της ασεβούς ελπίδας

 

 

Η ομηρία του μύθου

Κλεισμένοι στη σπηλιά
έπρεπε ν’ αποφασίσουν
ποιος απ’ όλους είναι
ο αληθινός Ποιητής
κι ενώ άρχισαν με αβρότητα να ξεμαλλιάζονται
κι έπειτα με ευγένεια να χτυπιούνται

— Εγώ είμαι ο Ποιητής
— Όχι εγώ είμαι ο Ποιητής
— Εγώ είμαι σας λέω

ο Κύκλωπας με το ηχηρό του μάτι
επέστρεψε στη σπηλιά κι έφραξε την είσοδο
κυλώντας έναν βράχο γνωστό
κι αφού έφαγε τους διοργανωτές, τους μουσικούς
κι άλλους περιφερόμενους κι έδειχνε ακόμα
πεινασμένος ρώτησε τους αναμαλλιασμένους:

Λοιπόν, ποιος από εσάς είναι ο Ποιητής;

κι όλοι μαζί τού απάντησαν:

Κανένας

 

 

 

ΚΑΝΟΝΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΜΕ ΛΟΦΙΟ ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΑΡΔΑΛΗ ΟΥΡΑ (2014)

 

Κανονικέ άνθρωπε
πες μου
πώς μπορείς να ζεις
χωρίς λοφίο
χωρίς παρδαλή ουρά
χωρίς μια γαλάζια ανταύγεια
στα φτερά;

 

 

ΤΑ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Οι μεγάλες συγκινήσεις
μοιάζουν με φτηνά ναρκωτικά
Σε εθίζουν
σε χαμηλές πτήσεις
και σε ηχηρές πτώσεις

Η αγαπημένη σου απασχόληση
να στοιβάζεις τα συναισθήματα
σε λόφους από άμμο
Κατά προτίμηση
όταν φυσάει

Έχεις καταλήξει
Δεν ξέρεις τίποτα γι’ αυτήν
Η ψυχή σου κι εσύ
Είστε δύο ξένοι

Το ν’ αγαπάς τον εαυτό σου
και ν’ αγαπιέσαι ταυτόχρονα
σημαίνει μια πετυχημένη συνύπαρξη
ευαισθησίας και βαρβαρότητας

Το αποφάσισες
Δεν ανήκεις σε κανέναν
Περιφέρεσαι ως διαρκής απουσία
κι ο εαυτός σου φυτρώνει
στη σκιά σου
σαν παραισθησιογόνο μανιτάρι

Ακύρωσε την ομορφιά σου
Αποδέξου την πρόκληση
να υπάρξεις
Βάλε την ακινησία σου
σε δόνηση
Γιατί δεν το παραδέχεσαι;
Το κρυφτούλι με τη σκιά σου
τελείωσε άδοξα
Ποτέ δεν έψαξε να σε βρει

Χτες ήσουν σωστός
υπηρετούσες την εντιμότητα
Σήμερα πνίγεις το ανικανοποίητο
Επιθυμείς
Αύριο τυλίγεσαι στην ηδυπάθεια
Χάνεσαι στο κενό

Σαρκική εξάρτηση – συναισθηματική εξάρτηση
Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος
Αν και δεν πρόκειται ποτέ κατάματα
να κοιταχτούν
μπορούν τουλάχιστον
να συνεργαστούν

Αυτό που προέχει
για το νάρκισσο εραστή
είναι η συγκίνηση
Η προσωρινή

Η αυτογνωσία είναι
μια περιπέτεια αναγνωριστική
όταν επιτέλους συνειδητοποιείς
την ελαττωματική σου
κατασκευή

Κατακτώντας την τέχνη του έρωτα
απώλεσε τον έρωτα
μα κυρίως τον εαυτό του

Όσο
στο αίμα του
ο θανατηφόρος έρωτας
κοχλάζει
η ομορφιά του
μετέωρη αναπνέει
σε μίσχο λουλουδιού

Φόρεσες
τα μεταχειρισμένα ρούχα
του καθρέφτη

Παρατηρείς
τους ανθρώπους

Περιμένεις
να σε κοιτάξουν

για να λυτρωθείς
ως απολίθωμα

Αυτή Νάρκισσε
Είναι η ώρα της ταπείνωσης.
Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή.
Τώρα που είσαι αλευρωμένος και ρημαγμένος.
Τώρα πρέπει να γελάσεις.
Τώρα οφείλεις να γελάσεις.
Δυνατά

Ώσπου να φορέσεις
μια νυχτερίδα για σκουλαρίκι
η λίμνη έγινε σπηλιά
και το ομοίωμά σου
αντανάκλαση

Στο βυθό
του κίτρινου ύπερου
τώρα ξαπλώνεις
Ο προβολέας για σένα
είναι πια σβηστός

 

 

ΚΑΝΟΝΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Το χαρισματικό παιδί
Άλλαξε
Προσαρμόστηκε
Αφομοιώθηκε
Στο σκουπιδότοπο
Όπου η γνώση
Καταλήγει ασύμφορη
Και η ανοησία
Ανθεκτική
Ας σταθείς τουλάχιστον
Για ν’ απολαύσεις
Την επιστροφή στην
Άγνοια που
Αναπαύει
Το πνεύμα

Όλα
αποκρυπτογραφήθηκαν
Όλα
αποκωδικοποιήθηκαν
Τα χάρισες —
Τον εγκέφαλο
Το DNA
Το υπογάστριο

Όμως δεν θέλεις άλλο
Να πονάς επειδή υπάρχεις
Δεν τις αντέχεις τόσες αλήθειες
Δεν αντέχεις να ζεις
Μια ζωή που δεν έχει πια μυστικά
Ούτε μικρά ούτε μεγάλα
Αδύναμος ν’ αντιδράσεις
Μέσα στην αταξία που μπαίνει σε τάξη
Το μουγκρητό της τεχνολογίας
Οι φοβίες
Σε οδηγούν
Στο παιχνίδι
Σε μια γυάλινη σφαίρα

Και το βράδυ
Ανασαίνεις
Όταν μακάριος
Κολυμπάς μόνος
Στην ατομική γυάλα

Ο αριθμομάχος
Αδέσποτος
Περιφέρεται
Ανάμεσα σε λέξεις που μικραίνουν
Σε φράσεις που κονταίνουν
και ακτινοβολούν

Ο νάρκισσος
Απροστάτευτος
Περιφέρεται
Ανάμεσα σε ελιξίρια
Που υπόσχονται
Ομορφιά διάρκειας
Νιάτα διαρκείας
Πνευματική αδράνεια διαρκείας

Ζεις σ’ έναν:
Καλό Νέο Κόσμο

Ζεις σ’ έναν:
Έναν Καλό Νέο Κόσμο
Ψεκασμένο με εντομοκτόνο
Που ανησυχεί και αναρωτιέται:

Γιατί εξαφανίζονται οι μέλισσες;
Γιατί οι άνθρωποι έβγαλαν λέπια;

…/…

Ήταν ένας διακριτικός άνθρωπος
Που έπασχε από ακατάσχετη ευγένεια
Και έφυγε από υπερβολική διακριτικότητα
Η παρουσία του δεν επιβάρυνε κανέναν
Όταν πέθανε ο περίγυρος
Απλοποιώντας το φαινόμενο είπε:
Ήταν θέμα καλού χαρακτήρα

…/…

Τους παρατηρεί
Δέντρα, πουλιά και άνθρωποι δεμένοι με κλωστές
Χορεύουν στα σύννεφα κλακέτες

Κι αυτός δεν θυμάται τι έφαγε αν έφαγε
Δεν θυμάται πού μένει
Δεν θυμάται τ’ όνομά του
Δεν θυμάται αν κοιμήθηκε χθες το βράδυ
Δεν θυμάται πού κοιμήθηκε χθες το βράδυ
Του έκλεψαν τα ρούχα και τα παπούτσια
Του έκοψαν τα μαλλιά κι ένα δάχτυλο ποδιού
Όπου τον συναντούν τον σπρώχνουν
Τον περιγελούν
Όμως αυτός δεν τους θυμάται
Ποιοι είναι;

…/…

Ο μοναδικός άνθρωπος
Χάνεται στο πλήθος
Των πολλαπλασιασμών του

Ο εγκλωβισμένος άνθρωπος
Συντηρείται σε θερμοκρασία δωματίου
Για να μη μουχλιάσει

…/…

Η προνομιούχος
Ζει σε μια δεξαμενή
Χρώματος ροζ
Κάθε πρωί φτυαρίζει έξω
Από την πόρτα της
Αλγόριθμους και μικρά θαύματα
Το μεσημέρι γεμίζει το πιάτο της
Με επιθετικές νότες
Και το βράδυ στριμώχνει
Βιαστικά ένα όνειρο ευκολίας
Στον υπνόσακο

…/…

Μετά από κάθε ερωτική προδοσία
Ο συναισθηματικός άνθρωπος
Βάζει την καρδιά του
Στην κατάψυξη
Τη σερβίρει στην επόμενη σχέση
Σαν άλλο ένα
Σέξι εκκεντρικό παγάκι

…/…

Τοξικέ άνθρωπε
Έλα να παίξουμε
το κυνήγι του δολοφόνου

Αναρωτιέμαι ποιο δηλητήριο
είναι πιο ισχυρό
Όταν πίνεις τον εαυτό σου
όταν πίνεις την οικογένεια
όταν πίνεις τη δουλειά
ή όταν πίνεις τους άλλους

Η διαπίστωση είναι τοξικότερη του ανθρώπου

Ο πατέρας δεν πέθανε από καρκίνο
Πέθανε από οξεία δηλητηρίαση

 

 

ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΝΕΑΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ

Ι

Έχει μάθει
Με ταχύτητα όταν ραγίζει
Να κολλάει το σπασμένο μέλος
Όπου βρει
Ένα χέρι στο πόδι
Ένα δάχτυλο στο μάτι
Μια μύτη στην κοιλιά
Ένα αυτί στη φτέρνα
Να προλάβει να συναρμολογηθεί
Έστω στραβά έστω ανάποδα
Έστω διεστραμμένα
Πριν ρουφήξει τα κομμάτια της
Η υπερσύγχρονη
Ηλεκτρική σκούπα

ΙΙΙ

Αν κάποιος είναι σημαντικός
Δεν τον αφήνεις να φύγει
Τον φυτεύεις σε μια γλάστρα
Τον ποτίζεις
Τον βάζεις στο φως
Τον ονομάζεις
Άνθρωπο Εσωτερικού Χώρου

Κάποτε μια μύγα θα τον φτύσει
Κάποτε ένα κατοικίδιο θα τον μασήσει
Κάποτε ένα παιδάκι θα τον μαδήσει
Κάποτε η αδιαφορία θα τον μαράνει

V

Ο κόσμος ολοένα χαμηλώνει
Πέφτει στα γόνατα
Υποκλίνεται
Σε ανθρώπους φελλούς
Που πνίγηκαν σε σαμπάνιες ονειρώξεων
Και τώρα εκτινάσσονται με ορμή
Μέσα από γυάλινα στόμια
Πυροβολώντας
Με σφαίρες αφρου
Την υπεροψία της ανυπαρξίας τους
Μιας ζωής
Σε άδειο κέλυφος

 

 

ΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ

ΙΙΙ

Μια αυταπάτη
με λάγνα μάτια σε κοιτά
χαρίζοντάς σου
το παραλήρημα του χρόνου
και μια καρφίτσα δώρο
για να τσιμπήσεις
τον καθρέφτη

Το ρολόι τρίζει
Δεν το ανέχεσαι να το φοράς
Το σώμα σου ξεφλουδίζεται αργά
Μια οπτασία δακρύζει στο ταβάνι
Άγρυπνες φέγγουν γύρω σου οι αναπνοές
Κι εσύ έρπεις τυφλός μέσα στο σκοτάδι

Στην παρτιτούρα του κόσμου
μια άρια ξεδιπλώνει ρυθμικά
την επιδερμίδα της Γης
σπέρνει ξεριζωμένα δόντια
από φαγάνες οδοστρωτήρες
σπεύδοντας ν’ αποπλανήσει βίαια
τη μακαριότητα της ψευδαίσθησης
και τον παρατηρητή
της λάμψης 

ΙV

Μαινόμενος δήμιος
η νύχτα
τριγυρνά στα τυφλά
αποκεφαλίζοντας
τις αναπνοές της ημέρας
όσες απέμειναν
να μην αφήσει ούτε ίχνος
ούτε απόδειξη
ότι υπήρξαν

Κι εσύ
ο κρυμμένος
άνθρωπος σκιά
κρυφοκοιτάζεις
κρυφακούς από τη χαραμάδα

με
μισό μάτι
μισό αυτί
μισό σώμα
μισή αναπνοή

Κάποτε θα διαπιστώσεις ότι
ο ντροπαλός ο συνεσταλμένος
ο ευγενής ο διακριτικός
συνθέτουν έναν
άνθρωπο
αόρατο

VΙΙ

Το ποδοβολητό της αγέλης
σε πλησιάζει απειλητικά
Σήμερα θα μάθεις
να εξαφανίζεσαι
πατώντας ένα κουμπί
προθέρμανση για το άγνωστο
που έρχεται

Χρειάζεται μια διαστροφή
Μια παράλειψη κι ένα δυνατό άλλοθι
Για να εντοιχίσεις επιτυχώς
Τον ψευδή εαυτό σου
Σ’ ένα συμπαγές κτίριο

Όταν αυτό μετά από χρόνια
Κατεδαφιστεί θα πούνε:
Κοιτάξτε έναν άνθρωπο πονηρό
Αφού έζησε μια χαμένη ζωή
Πρόλαβε να κρυφτεί στην ασφάλεια
Μέσα στο παχύ φρέσκο τσιμέντο

 

 

ΣΥΜΠΑΣΧΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ

Καλέ μου φίλε ποτέ μην το ξεχνάς
Η σπείρα των ανθρωποειδών
Ελίσσεται με την κομψότητα
Του αλιγάτορα

Και η φιλοδοξία οφείλει
Να υπερέχει της ηθικής

Τα μαλακά καπέλα των μανιταριών
στροβιλίζονται παρέα με μαύρες ομπρέλες
Ο κόμπος είναι τόσο απρόβλεπτος
όσο και μια αθόρυβη κυτταρική συμπλοκή
κι η κατσαρίδα ατάραχη αφήνει τα ίχνη της
σε άλλη μια εικαστική βόλτα στην ταπετσαρία
τ’ Ουρανού εκείνη τη φθαρμένη την κακόγουστη

Ο εκκρεμής άνθρωπος κτισμένος στον τοίχο
ζει με συνέπεια κάτω από το άγρυπνο βλέμμα
του ρολογιού
Κάθε μεσάνυχτα ξεπροβάλλει από
το πορτάκι
Ανακοινώνει το καθήκον του
σαν ένας κούκος
με ξύλινη φωνή

❖ ❖

Αγαπητοί συνάνθρωποι
Μην είστε αχάριστοι
Μια κατάδυση αρκεί
Σας παρέχουμε την πολυτέλεια
Να επιλέξετε
Το βυθό
Της αρεσκείας σας

Αγαπητέ συνάνθρωπε

που κάθε μέρα επιβιώνεις σ’ έναν ιχθυοφάγο ωκεανό
περίγραψε τον πόνο σου με φυσαλίδες και
ίσως τότε
σε καταλάβουν καλύτερα

❖ ❖

«Υπάρχει έλλειψη σας λέω,
Υπάρχει έλλειψη…»
Μονολογούσε μες στην παγωνιά
ο αγαθός τρελός της γειτονιάς
όπως ξυπόλυτος σε προσπερνούσε

Υπάρχει έλλειψη…

 

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΦΗΣ

6

Αυτές τις λέξεις
Δεν τις λυπάσαι
Ποτέ δεν τις λυπόσουν
Σου αρέσει να τις σέρνεις πέρα δώθε
Μέχρι να τις ζαλίσεις
Ώσπου να χύσουν τα σωθικά τους
Στα λευκά σου τελάρα
Κι έπειτα ν’ αρχίσεις
Να ζωγραφίζεις
Με συκώτια σφουγγάρια

7

Στην τροχιά του κύκλου
Κυλά αέναα η περιστροφή
Στο κέντρο του κύκλου
Φωλιάζει η ουσία
Πάνω στον γυάλινο υμένα του ματιού
Γράφεται το νεογέννητο ποίημα
Που στην καταμέτρηση
Χάνεται
Σαν γόνος πλαγκτόν

 

 

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

I

Ξαπλώνουμε στην απέραντη τρυφερότητα της νύχτας
Αγαπιόμαστε πάνω στη βελούδινη σιωπή της
Γινόμαστε το συμπαντικό επίκεντρο
Κανένα άστρο πια για μας
Δεν αδιαφορεί

II

Σμιλεύοντας τη θάλασσα
Λαξεύω τον Ουρανό
Είμαι ένα νεροπούλι
Που παίζει με τη φωτιά
Όταν με τα δάκρυα του Ήλιου ξεδιψώ
Το σώμα σου είναι ο ναός μου
Κουρνιάζω μέσα στη φουντωτή γούβα
Του στήθους
Εκεί μέσα

ΙΙΙ

Η τρυφερότητα
Είναι ένα μοναχικό γαστερόποδο
Μια γλώσσα από βελούδο
Το άλικο μαξιλάρι
Στο ψυχρό δωμάτιο
Του κοχυλιού

 

 

ΑΠΟΡΙΕΣ

Πότε άραγε
μπορεί ο άνθρωπος να βάλει
σε τάξη τον εαυτό του;
Σε μια εαυτού ανακατασκευή
ή σε μια εαυτού κατεδάφιση;

Το στοίχημα
να βάλεις την πρόταση
να σταθεί όρθια
σε δύο λέξεις

Σε ποια συμπαντική χωματερή
πετιούνται
όλα τα πρόωρα ληγμένα
σ’ αγαπώ του έρωτα;

Πού τελειώνει
η σκυταλοδρομία των στίχων;

Στην άκρη της γης
εκεί που λιώνει ο χρόνος
κι ο κόσμος χύνεται
σε λαμπερό ασήμι

 

 

Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΓΚΙΟΥΛΙΒΕΡ (2013)

 

Από μια κάποια διαστροφή της φύσης
αγαπώ τα μουσεία
τα σπίτια που απολίθωσαν τον χρόνο
τα κρεμασμένα παλτό
τα φορεμένα παπούτσια εποχής
τα πεθαμένα καπέλα
Μια κατάψυξη σώματος
όπου τα κύτταρα παγώνουν το αίμα
και το μυαλό κυλάει ανάποδα
Ιδανικός χώρος
Όταν δεν θέλεις να πας πουθενά
Όταν δεν μπορείς να πας πουθενά
Εγκλωβισμένος σε μια ψευδαίσθηση ακινησίας
κάθεσαι ασάλευτος
στον μοναδικό σταθμό του χρόνου
χωρίς να περιμένεις κανέναν
ούτε άνθρωπο
ούτε τρένο

❖ ❖

– Θα συμμαχήσω μαζί σας
Μόνον πάρτε αυτά τα φανάρια απ’ τα μάτια μου
Φορέστε μου τα γυαλιά μου
Δεν αντέχω την ανακριτική σιωπή σας
Βγάλτε αυτό το πιάνο απ’ το αυτί μου

Αφήστε επιτέλους την κοπτοραπτική
Τι έχετε να κερδίσετε από την άθλια ζωή μου;
Γιατί με δέσατε;
Γιατί με τραυματίζετε;

— Αρκετά έπαιξες εξαρτημένε άνθρωπε
Τώρα πρέπει να ζήσεις

❖ ❖

Εγώ
Σας αγαπώ
Σας λατρεύω
Όμως ας μείνουμε όλοι μαζί χωριστά
σαν μια ωραία οικογένεια δια αλληλογραφίας
Εγώ κι εσείς καλοί μου εαυτοί
θα μάθουμε να συνυπάρχουμε αρμονικά από μακριά
Μια γωνιά μόνο στον κύκλο σας ζητώ
για να ξαποστάσω

Και κάποτε αν βρω το θάρρος
ν’ απαλλαγώ από εσάς
να σας ξεφορτωθώ
να σας πνίξω όλους
σαν κατσαρίδες
σε καυτό νερό
θα είναι η μεγαλύτερη ανακούφιση
που ένας άνθρωπος μπορεί να νιώσει

— Κι όμως κάποτε θα μας ευγνωμονείς
Εμείς σε σώσαμε ναυαγισμένε κυβερνοναύτη
Η διαδικτυακή αποτοξίνωση κοστίζει

❖ ❖

Ήρθε η ώρα να με βγάλουν βόλτα
όλα τα παράξενα πλάσματα της ζωής μου
χίλια μικρά περιλαίμια χιμούν επάνω μου
να με δέσουν
να με οδηγήσουν έξω
να κάνω την ανάγκη μου πάνω
στον αγκαθωτό κόσμο τον πραγματικό
τρέχοντας σ’ ένα ποδοπατημένο χορτάρι
μακριά από την ασφάλεια της επίπεδης θέασης
μακριά απ’ την κρύα λάμψη της οθόνης

Δόλιοι μικροί εαυτοί
Δαιμόνιο το σχέδιο σας
να με κάνετε
άνθρωπο μαριονέτα
καλωδιωμένο τρυπημένο με κλωστές
για να κινούμαι δέσμιος
χορεύοντας τον σκοπό σας

❖ ❖

Χα!
Τα αναρχικά όνειρα μου!
Τα βλέπω να υπερίπτανται
Όρνιων χορός
Διαγράφει στον ουρανό
Κύκλους φτερωτούς
Ιπτάμενη
Η αυθάδικη πείνα τους
Ράμφος γαμψό
Με σημαδεύει

Κρατώ τα μάτια ανοιχτά
μην τύχει και με βλέμμα επίμονο
τα εξοστρακίσω

❖ ❖

Ήρθε η ώρα να το παραδεχτώ
Είμαι θύμα παράλογης εποχής
Θύμα της επανάστασης
Τον τεχνολογικού αέρα
Αέρας που τόσο αδιάφορα σφύριζε
στις χαραμάδες
τον μυαλού
η ζωή μου

Ακούστε την εξομολόγηση
ενός πρώην βαλσαμωμένου ανθρώπου παρακαλώ
Που μόνον τα ακροδάχτυλα εξάσκησε
να κτυπούν τα πλήκτρα ενός κουτιού
Κι η ζωή του ολόκληρη σάπισε
αιχμάλωτη σε μια ηλεκτρονική κονσέρβα

❖ ❖

Βλέπετε
Πριν με απαγάγετε
Ήμουν ήδη αιχμάλωτος
Η κονσέρβα
ήταν το σπίτι μου
Το σπίτι της σάπιας
ραδιενεργής σαρδέλας

Τη ζωή που έχασα
δεν την αναπολώ
Προτιμώ δέσμιος
Εδώ μαζί σας
Στον καταναγκασμό
της απεξάρτησης

Ήμουν άνθρωπος
ανήμπορος
ανίκανος
νωθρός
Το μόνο που θυμόμουν
κάθε τόσο ήταν ν’ αναπνέω
Τα υπόλοιπα τα υπολόγιζε μόνη της
Η κυρίαρχος της ζωής μου
Η θαυμαστή ηλεκτρονική κονσέρβα

❖ ❖

Άλλη μια μέρα
ξαπλωμένος
κι ο ουρανός γέμισε
κίτρινα βατράχια
και πράσινα γατιά
χιουμορίστες χλευαστές
τους βλέπεις να φωνάζουν

Μη φοβάστε κορόιδα
Μόνον γελάτε κορόιδα
Είμαστε εδώ
Οι αχόρταγες κοιλιές μας θα σας κυβερνούν

Μην αγχώνεστε μικρά πράσινα ανθρωπάκια
Μην αγχώνεστε μικρά κίτρινα ανθρωπάκια

Είστε όλοι καλεσμένοι
στη γιορτή των λιλιπούτειων εαυτών
Όλοι θα χωρέσετε

Όλοι θα χωρέσετε στον θαλαμίσκο
Όλοι θα χωρέσετε
στο Διασ(τ)ημόπλοιο

❖ ❖

Γύρω σου
μέσα σε γούβες
με βρόχινο νερό
μικρά λασπωμένα πουλιά
κάνουν το λουτρό τους

Σκέφτεσαι
Μέσα στον τυχαίου
τον στατικό κατακλυσμό
η ασημαντότητα
το φτέρωμά της
καθαρίζει

❖ ❖

Λένε πως
Κάθε άνθρωπος έχει ένα αστέρι,
για ν’ ακολουθεί
Αν είναι όμως το αστέρι σου αλκοολικό
και η διαδρομή δαιδαλοειδής
Μ’ ένα ατέρμονο ζικ ζακ
Πώς τερματίζεις;

– Ένας γνήσιος αιολικός επαναστάτης
με ρυθμικές βροντερές ανάσες
παίζει του ανέμου του τη μουσική
πάνω σε παρτιτούρα γαλήνιου
χάους απροσμέτρητου
γράφοντας νότες
αστεροειδών
εκρήξεις

❖ ❖

Όσοι ελάχιστα με ξέρουν
κάποτε θα πουν για μένα:

Κοιτάξτε έναν άνθρωπο ανεδαφικό
γέμισε τις τσέπες τον με μικρά πουλιά
με την ελπίδα κάποτε πετώντας
ν’ αποδράσει

 

 

 

Ο ΛΑΙΜΑΡΓΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ
ΚΙ ΕΝΑ ΑΣΗΜΑΝΤΟ ΠΟΥΛΙ (2012)

 

Σκέφτομαι
Θα μου στήσω στον κήπο
έναν ανδριάντα
Για ν’ αυτοθαυμάζομαι
για να δω
πόσο θα αντέξω στο χρόνο
χωρίς να κονιορτοποιηθώ

Καθρέφτη
Πες μου
Πες μου
Πες μου

Είμαι όμορφος;
Είμαι έξυπνος;
Είμαι πλούσιος;
Είμαι άπληστος;
Είμαι λαίμαργος;
Είμαι ανήθικος;

Είμαι
Ένας
Αυτοκράτορας; 

❖ ❖

Παράξενο!
Αυτή η Μούσα
Είναι αρρενωπή

— Δεν θυμάσαι;
Θυμήσου
Θυμήσου
Θυμήσου

— Θυμάμαι!
Ήταν τότε
που ερωτεύτηκα
Εμένα
Μέσα από Εμένα

❖ ❖

Αστρονόμε!
Αγόρασέ μου κι άλλο χρόνο!

Κι εσύ καλέ μου τραπεζίτη
Βάλε τα λεφτά μου να χορέψουν!

Ας ασφαλίσουμε όλες τις πιθανότητες
που θα εγγυηθούν να μας επιστρέφουν
ακέραιο το κεφάλαιο της λαιμαργίας μας

❖ ❖

Απόψε αισθάνομαι υπέροχα
Ονειρεύτηκα πως έβαλα
το δάχτυλό μου
στην τσέπη ενός ιππόκαμπου
και πήρα το χρώμα του βυθού

Μη φεύγεις παράξενο πουλί

Έλα κοντά μου
Κι άμα πεινάς
Θα σου δώσω
Μια φρυγανιά
Την ψυχή μου

❖ ❖

Ο νάρκισσος Αυτοκράτορας
ψάχνει πάντα να βρει
πειθήνιους υπηκόους
κοιτώντας από την κλειδαρότρυπα
του όμικρον ή του μηδενός ;

❖ ❖

Καλοί μου υπήκοοι
Σας απαγορεύω
Ίσον σας υπαγορεύω
Ίσον σας απαγορεύω

Συμπεραίνω:
Η ευθραυστότητα
Είναι για το Βασίλειο
Μη παραγωγική

Από σήμερα η ευαισθησία
Ονομάζεται αδυναμία

Διαλαλείστε :
Οι αδύναμοι ευαίσθητοι
καταδικάζονται σε
καταναγκαστικά έργα
επιβίωσης

❖ ❖

Οι δυνατοί αναίσθητοι
Φοράνε προβοσκίδες
Έχουν δάχτυλα τσιγκέλια
και μια παρδαλή ουρά
Αποκεφαλίζουν
της φαντασίας τα παιδιά
πριν αυτά ακόμα γεννηθούνε
Στα όνειρά τους
δεν βρέχει μανταρίνια
Ποτέ δεν τόλμησαν να πατήσουν
την ουρά μιας κοιμισμένης τίγρης
κι όμως βρυχώνται
Το μόνο που φοβούνται
μην τύχει και τους λιώσει
η μεταξωτή παντόφλα
του Αυτοκράτορα

❖ ❖

— Λυπάμαι
Η ασθένεια σας
δεν αντιμετωπίζεται θεραπευτικά
Θα σας συνιστούσα όμως
να τσιμπάτε κάθε πρωί
με μια καρφίτσα
τον καθρέφτη
Ώσπου να ματώσει

❖ ❖

— Κατεβείτε γρήγορα Μεγαλειότατε
Θα πέσετε
Το ξύλινο αλογάκι
Σας είναι πια μικρό

❖ ❖

Κοιτά ανέμελα τον ορίζοντα από το παράθυρο
αυτά δεν είναι σύννεφα που πλησιάζουν
αλλά ένα σμήνος λευκών χαρταετών
Του κτυπούν επίμονα το τζάμι
Μήπως θα έπρεπε ν’ ανησυχήσει;

— Τι θέλετε από μένα;
— Να μας ακολουθήσετε ήσυχα
χωρίς να διαμαρτυρηθείτε

 

 

ΚΟΝΣΕΡΒΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ (2011)

 

ΟΦΙΣ UNIVERSALIS

Μια φορά κι έναν καιρό
όταν το I διακόρευσε το Ο
αυτό γέννησε
το λάγνο γράμμα Φ

Από τότε οι νύχτες μας γράφονται με αστραπές
“Κανείς δεν ξέρει πού ο άγγελος ξεκινά και πού
ο διάβολος τελειώνει»

Μίλα μου
Κοίταξε με
Θέλω να σε ακούω
Θέλεις να με βλέπεις

Όσο η καρδιά του ρόδου χλιμιντρίζει
Αραχνοΰφαντες αναβλύζουν ηδονές
Βαριά αρώματα κεντούν στο σώμα, σαύρες
Οι ουρές γίνονται τσιγκέλια
Σηκώνουν το δέρμα
Βυθίζονται στο κρέας
Βρέχουν φολίδες πέταλα
στου έρωτα
το γάλα

Έλα κεφάλι όμορφο
ματωμένο στ’ αθώα χέρια μου
να σε κρατήσω

Από την κόχη της σχισμής
Χύνεται ένα ψάρι
Σε σιντριβάνι αίματος
Χορεύει
Σπαρταράει

Δώσε μου τώρα
να πιώ
τη γλώσσα σου
τα μάτια
το μυαλό σου

Το έβδομο πέπλο
ρούφηξε
σώμα άπληστο πηγάδι
Μπαίνει βαθιά
τυλίγεται σφυρίζει
από το στόμα πετάγεται σαν φίδι
η γλώσσα του διχαλωτή
με δηλητήριο γλείφει
σάλια χυμούς, ρώγες τρύπες, λέπια ορέξεις

Φίλα με αγάπη μου
Του πεθαμένου το φιλί
θα μ’ αναστήσει

Κι εσύ αναγνώστη
Αν έναν έρωτα πρόστυχο
ζητάς
Πάρε βαθιά αναπνοή
και φώναζε:

Σαλώμη
Μάγισσα

Εσύ φταις

Της Ομορφιάς
Άχρηστη
Κόρη

 

 

ΘΩΡΑΚΙΣΜΕΝΗ

Η μεγάλη κυρία
Των εκατό ετών
Με τα μαύρα τα λέπια
Με την αήττητη οστέινη θωράκιση
Ξαπλώνει ατάραχη στον ήλιο

Περιμένοντας μάταια μιαν απογείωση
Διαπιστώνει ότι ο υδάτινος κόσμος της
Παραμένει υπόγεια σταθερός
Συχνά αναλογίζεται ότι
Χρειάζεται μεγάλη τέχνη για
Να αντέχει την υπερχείλιση
Αοράτων όγκων νερού
Χρειάζεται μεγάλη χάρη για
Να σέρνεται ύπουλα
Πίσω από κάθε υποψήφιο γεύμα
Μεγάλη φήμη για
Να διακηρυχτεί
Το διαβόητο σαρκοφάγο ερπετό
Που ο χρόνος περισσότερο από τα όρνια ευνοεί
Μεγάλη μητρική καρδιά για
Να κρύβει τους απογόνους της
Στα νούφαρα

Μπορεί όμως
Σε μια υπενθύμιση αθωότητας
Να αμβλύνει
Τη γωνία μιας τσουκνίδας
Να ζει ψάχνοντας
Άλλον έναν ονειρικό συνειρμό
Καθώς θα βυθίζεται
Στο πολύτιμο δώρο
Της πλημμύρας

Μπορεί
Να τους αφήσει όλους
Περίεργους, κατάπληκτους
Να τη ρωτούν:
Μήπως έχετε κάτι να προσθέσετε ακόμα
Ένα κροκοδείλιο δάκρυ
ίσως;

 

 

ΘΑΛΑΣΣΙΟΣ ΔΑΙΜΟΝΑΣ

Κοιτάξτε με παρακαλώ
Αυτή είναι η νέα μου αποκριάτικη στολή
φέτος ντύθηκα πολυέλαιος θαλάσσης

Φίδια μαλλιά στο μέτωπο κυματίζουν
καλώδια εσωστρεφή ηλεκτροφόρα
ένα κρυστάλλινο κεφάλι μεγεθυντικός φακός
για να κοιτώ με πρίσμα το νερό
το άπειρο απ’ τον πυθμένα
για να είμαι αστέρι γαλανό
ρόδα αυτάρεσκη που ατέρμονα κυλά
γύρω από τον εαυτό της

Υπάρχει τρόπος να τον κατακτήσω
αμάσητο να τον καταπιώ
τα κόκαλα του να χωνέψω

Με σώμα αντλία υδραυλική
καμπάνα που σφυρίζει
γίνομαι τέρας τρομερό
σαν βεντούζα στο πρόσωπο
κολλάω

Καμία χτένα
δεν με ακουμπά
παράλυτος μένει
όποιος μ’ αγγίζει

Θα ερωτευτώ
όποιον με βρει
όποιον χωρίς να πετρώσει
με κοιτάξει 

Εμένα
την Τοξική Μέδουσα Γοργόνα
που μολύνω τον ωκεανό
σαν πλαστική σακούλα
χρώματος
μπλε

 

Η ΟΜΟΙΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

ΙΙ

Όταν σβήνει το φως
οι σκιές τρεμοπαίζουν στο ταβάνι.
Ο γεωγραφικός χάρτης
το παιχνίδι που έπαιζες μικρή
Μια νέα χώρα διαγράφεται
εκεί πάνω δεξιά στη γωνία
Μήπως την έχεις ξαναδεί ;

Είναι, η χώρα της Θλίψης

 

 

UTERUS CELESTIAL

Η μήτρα πέθανε
αναλήφθηκε με τ’ αγγελόψαρα
στους ουρανούς
Όταν την είδε ο Θεός των Τρελών Πιθήκων
έτσι αφιλόξενη και άδεια
την πέταξε σαν βότσαλο στη θάλασσα
Τότε η μήτρα έγινε
θαλάσσια ανεμώνη

που είπε:

Ό,τι μέσα μου φυτρώνει
Ό,τι με αγγίζει
θα πεθαίνει
Μόνο το ψάρι κλόουν
θα με κατοικεί

 

 

ΦΤΕΡΩΤΕΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ

Κυρίες και Κύριοι
Θα ήθελα να σας εξομολογηθώ τον εθισμό μου
Είμαι κλεπτομανής
Κλέβω το οξυγόνο των λέξεων
Εισπνέω τις φωνές τους
Γιατί μόνον έτσι αναπνέω
Η σειρά σου τώρα:
Κυρίες και Κύριοι
Θα ήθελα να σας εξομολογηθώ τον εθισμό μου
Είμαι αυτοκτονική
Συλλέγω τους υποψήφιους θανάτους μου
Όπως οι γάτες τις ζωές τους
Έχω επτά ολόκληρους θανάτους για να ζήσω
Αφήστε την επιτέλους
Να γδυθεί με την ησυχία της
Τα σώματα είναι ανέκφραστα
Δηλώνω εχθρός της κίνησης
Κι όμως όλο και πιο συχνά
Πέφτω, πέφτω…
Πρόσεξε
Στη διαχωριστική γραμμή στέκεται
Ο αντίπαλος εραστής – Η αντίπαλη ερωμένη
Περιμένουν στωικά με μύτες γαμψές
Το αρσενικό πάντα πρώτο οσμίζεται τη γονιμότητα
Βοήθεια – Δεν θυμάμαι τίποτα
Οι κλεμμένες στιγμές διαρκούν λίγο
Μισώ τη διαίσθησή μου
Για περάστε παρακαλώ
Εδώ πωλούνται τα φθηνά ηλιοβασιλέματα
Σου χαρίζω
Την καταραμένη μου ομορφιά
Σε μωβ χαρτί
Κι εγώ σου χαρίζω
Το καταραμένο μου μυαλό
Σε μωβ κουτί
Vanitas – Λέγεται η τιμωρία μας
Μετά από κάθε δυνατό μεθύσι
Μένουμε όλο και πιο διψασμένες
Κάποτε όμως θα καρφωθούμε στον ουρανό
Σαν δύο γιγάντιες πεταλούδες Attacus Atlas
Ο θάνατός μας
Θα είναι μια λεπτομέρεια

 

 

ΜΙΑ ΤΑΛΑΝΤΕΥΣΗ ΜΟΝΟ

Το κρινολίνο
είναι συμμετρικό
τόσο ζωντανό
Ταλαντεύεται
αιχμάλωτο κι αυτό
της ευπρέπειας
που ο Velasquez
μισούσε
Το υπάκουο παιδί
ελεύθερο
παραληρεί
μόλις η χαριτωμένη
Ινφάντα Μαργαρίτα
με οργή
στροβιλιστεί
σπάζοντας
την περίτεχνη
πορσελάνινη
αλατιέρα

 

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ

στον Στρατή Πασχάλη για την ανεκτίμητη
ενθάρρυνση της αρχής

 

Οι κίτρινοι κύβοι
Κρέμονται
Περασμένοι σε μια κόκκινη κλωστή αίματος
Τυφλές πεταλούδες
Ξεχύνονται μέσα
Από την καταπακτή της καρδιάς
Το σώμα πριονισμένο σε συρτάρια
Όμορφος ποθητός
Αιωρείται
Μπροστά στην πανούκλα

Η εξάπλωση Είναι θέμα χρόνου
Ο γενναίος άντρας Με ταπεινά τετράγωνα καρφιά
Γενναιόδωρα Ανελέητα
Γαζώθηκε
Στη ραπτομηχανή
του θανάτου
Μετέωρος
ο αστερισμός του
βρίσκει τη θέση του
στο υπέρλαμπρο σύμπαν
Για να μείνει αλώβητη
κι ακέραιη
η απέραντη αγάπη
μας άφησε μόνους να παλεύουμε
με την υπέρβαση
του άθλιου εαυτού

Παρακαλώ απλά υπογράψτε
κι έπειτα ρίξτε τον οβολό σας στη σχισμή, στο κίτρινο κουτί
σε σχήμα σταυρού.
Σας ευχαριστώ.
Είπε κι απομακρύνθηκε
από τον Εσταυρωμένο
ο Salvador Dali

 

 

Η ΑΤΕΡΜΟΝΗ ΧΩΝΕΨΗ
ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΤΡΟΜΟΥ

1

Η ατελής τελείωση
η εξάντληση της φθοράς
το παραλήρημα της ύπαρξης
η ρευστότητα της καταστροφής

συνθέτουν τη συνταγή
για μια ηδονική απόλαυση
όταν ΣΕ τρώω
όταν ΜΕ τρως

4

Η αποσύνθεση της επιθυμίας
φέρνει την πλήξη στην έκπληξη
ο φόβος της απώλειας
στην έκπληξη πλήξη
όταν ως δώρο γενεθλίων βρίσκεις
στο μαξιλάρι σου
ένα απολιθωμένο
ροδάκινο

7

Έλα
να πετάξουμε μαζί
Στην κορυφή της νύχτας
θα μας εκσφενδονίσει
ο ίλιγγος της αστραπής

 

 

ΜΙΚΡΟΒΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Το αντικείμενο του πόθου
οφείλει να μην παραμελεί τον εαυτό του
Να κυκλοφορεί αόρατο

***

Βοηθείστε με παρακαλώ!
Να διορθώσω ό,τι δεν είναι σωστό στον
Ή μήπως ό,τι είναι σωστό;

***

Το ελάττωμά σου:
ν’ αφουγκράζεσαι τους συνειρμούς
Όταν στην ελευθερία των ματαιώσεων
ψάχνεις να βρεις
στη λαβή του ξίφους
την πιο αιχμηρή
ερωτική λέξη

***

Το οπλοστάσιο τον έρωτα

Το όπλο του με τις γυναίκες
Η διαχυτικότητα
Ακονισμένο σπαθί

Το όπλο της με τους άντρες
Ο ιστός της αράχνης
Μια συλλογή θηλιές

***

Τα φύλλα της καρδιάς

Προσοχή οι θύρες κλείνουν αυτόματα
Προς τα μέσα

***

Ερωτική παραμόρφωση

Αφού θέλεις ν’ απογυμνωθείς
Να μη νιώθεις
Να μην αγαπάς
Έλα λοιπόν
Γίνε ένα τέρας
Τις πράσινες φολίδες
Σου τις χαρίζω
Εγώ

***
Ο θάνατος του έρωτα
– Δεν σας το είπανε;
– Όχι.
– Δυστυχώς, ο ασθενής κατέληξε.

 

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ

“And I’ll kill you first and, love you after “
Shakespeare, Othello, act 5, scene 2

Θα ντυθώ μωβ ανεμώνη
και δεν θα μαραθώ
Όχι σήμερα τουλάχιστον
Μετά το πένθος της ταπείνωσης
το συναίσθημα ανθίζει ξανά

***

Η εκδίκηση του αισθήματος
σε βρίσκει να κρατάς
κόκκινο κουβάρι
Την καρδιά σου

***

Ο υπέρηχος έδειξε την καρδιά
σε κάθετη θέση
Προφανής μετατόπιση
από υπέρβαρο ευαισθησίας

***

Συναισθηματική αναπηρία
Η ποινή για τον πρότερο
ανέντιμο βίο σου

***

Η εξαγορά της αγκαλιάς
Παθογόνο στοιχείο
της νέας εποχής

***

Είναι προτιμότερο
να θυμάσαι τον άνθρωπο
Όχι τον στίχο

***

Τα ευγενή αισθήματα
δυσκολεύονται να επιβιώσουν
όταν τόσο αποτελεσματικά
εξολοθρεύονται
από τα ευγενή προσωπεία

***

Συναισθηματική σύγχυση

Άπλετο φως
η συσκότιση
Αρκεί ν’ αποφασίσεις
να δεις

***

Μάταια παλεύει
ν’ ανακαλύψει
την ενδιαφέρουσα
ανεξιχνίαστη ψυχή σου
Το αίτημα
παραμένει:
Να ξεριζώσει
την καρδιά του αστερία

***

Όταν το μάτι της γαρίδας
με λύπηση σε κοίταξε
διαπίστωσες:
Η άβυσσος σφύζει από ζωή

***

Ένα στίγμα στον ουρανό
Πώς το ερμηνεύεις;
Σκιά πουλιού;
Ξερό φύλλο;
Αεροπλάνο;
ή Ελπίδα;

 

 

ΑΤΡΑΚΤΟΣ

Φυλακισμένος πίσω από τα γυάλινα κάγκελα
της αιώνιας νηνεμίας
ο άγγελος προστάτης σου
ανήμπορος
σωπαίνει
όταν μέσα σε λίγα λεπτά
τ’ ακρωνύμια των λέξεων αιμορραγούν
και ακανόνιστος ο σφυγμός της ώρας εμβολίζει
ένα ζευγάρι εμπύρετων στιγμών
όταν το φεγγάρι στραγγίζει
τα υγρά του κατρακυλώντας
στο πέτρινο στήθος της νύχτας
για να σου στείλει το ουρλιαχτό
μιας πληγωμένης λύκαινας

Τ’ αγκίστρια λαμπυρίζουν στο σκοτάδι
βουτούν βαθιά
ο προβολέας φωτίζει
τα τοιχώματα της σπηλιάς

Όσο και να σκαλίσεις
όσο κι αν ψάξεις βαθιά
πίσω από τις ρωγμές της ατράκτου
θα βρεις μόνον
το νεκρό μάτι του ψαριού
και τα κέρματα των σκουριασμένων ονείρων
που μάταια στοιβάζονταν
στο πηγάδι των επιθυμιών 

 

 

FEMMINA

Αυτά τα ποτάμια αίματος
Μια ζωή πιστά σ’ ακολουθούν
Πίσω σου κυλούν
Σε φουσκώνουν
Σε πονάνε
Σε βαραίνουν
Κι όταν ξαφνικά αρχίσει
Η ξηρασία
Σταγόνα σταγόνα να
Σε τρελαίνει
Τα ποτάμια στερεύουν
Τότε
Ω, τι έκπληξη!
Αρχίζουν
Να σου λείπουν

Ξέρεις
Τι σημαίνει
Η απόσυρση της κόκκινης κηλίδας;
Να μένεις μια γυναίκα λειψή
Μισή γυναίκα; 

VENUS

Η Αφροδίτη του Botticelli εγκατέλειψε
το κατεψυγμένο όστρακο της αιωνιότητας
Έγινε πάλι μια άγνωστη μελαχρινή
Αποφάσισε
να ζήσει, να ερωτευτεί και να γεράσει
ως πρώην περιεχομένου
κενή

 

 

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΔΙΑΙΡΕΤΗΣ

Λίγο μετά τη διαίρεση
Μένει το γράμμα Θήτα
Να χωρίζει
Το μηδέν από το μηδέν
Τον φθόνο από τον φόνο

Το εξοστρακίζεις
Όπως το χτυπάς
Με το κουτάλι
Στο κεφάλι

Τότε αυτό
Βουτά στη μαύρη τρύπα
Χάνεται προσωρινά
Αφήνοντας πίσω του
Ένα τσόφλι

Το
Άπειρ
Θ

 

 

ΕΡΩΤΙΚΑ ΑΠΟΛΙΘΩΜΑΤΑ

1

Έρωτας δεν είναι το ποίημα το ίδιο
αλλά ό,τι αυτό προς εξερεύνηση αφήνει
στο κενό των περιθωρίων του

2

Ο μόνος ασφαλής έρωτας είναι ο απολιθωμένος έρωτας
Ο έρωτας που έγινε ποίημα

3

Η υπόσχεση του έρωτα είναι μια αιωνιότητα
με ημερομηνία λήξης

7

Στο ναρκοπέδιο του έρωτα
τα μνήματα διευκολύνουν τους διαλόγους

8

«Το κόκκινο χρώμα είναι χυδαίο» λένε
Οι καρδιές όμως βάφονται κόκκινες
Άρα οι καρδιές είναι χυδαίες

12

Η σύγχρονη ερωτική αλληλογραφία είναι μονολεκτική
Όταν εκείνος ποθεί
Εκείνη σκέφτεται
Ο έρωτας έχει τη δομή του λάστιχου
Τεντώνεται – Επιμηκύνεται – Συρρικνώνεται

14

Ο έρωτας δεν είναι ούτε λαμπερός, ούτε ανεξίτηλος
Είναι σκοτεινός, ύπουλος, σκούρος
Ένας λεκές

15

Του έρωτα η τιμή είναι αδιαπραγμάτευτη
Συνεχόμενες εκπτώσεις εγγυώνται τη χρεοκοπία του

18

Τα ερωτικά διλήμματα φοράνε τα χρώματα του ουράνιοι
τόξου
Ο έρωτας και η τρομοκρατία προϋποθέτουν ένα κοινό
χαρακτηριστικό:
Τον αιφνιδιασμό

20

Όσο οι άγγελοι τσιμπολογούν λεμονανθούς στο στεφάνι του
ο έρωτας λάμπει. Όταν όμως οι άγγελοι βαρυστομαχιάσουν
ο έρωτας σκοτεινιάζει

23

Δεν είναι ήρωες οι ποιητές και οι ερωτευμένοι
Είναι το ποίημα και ο έρωτας
Ηρωικές πράξεις

24

Το τέλος του έρωτα μοιάζει με το φαρμακωμένο μήλο του
παραμυθιού
Η δαγκωνιά του είναι πάντα ακαριαία και θανάσιμη

 

 

 

ΕΝΑ ΜΠΟΥΚΕΤΟ ΨΑΡΟΚΟΚΑΛΑ (2009)

 

ΤΟ ΑΥΓΟ TOY BRANCOUSI

I

Η γυναίκα μετέωρη ανάμεσα στο εκμαγείο και τον τοίχο
Ο άντρας αιχμάλωτος στο περίγραμμα

Έλα λοιπόν
Κάνε μια κίνηση
Όσο ακόμα η φωνή χαϊδεύει το βλέμμα

Η γυναίκα εκκολάπτεται μέσα στο εκμαγείο

Το ξέρεις ότι μπορείς
Σπάσε τη φόρμα

Το εκμαγείο μεγαλώνει
Η σχισμή στενεύει

Πες κάτι
Σπάσε το τετριμμένο

Πίσω από την καγκελόπορτα
εκείνος την κοιτάζει με απορία
προσπαθεί να καταλάβει
να καταλάβει;

Η γυναίκα έξω από το εκμαγείο
Ραγίζει

Μη με κοιτάς
Κάνε μια αποκάλυψη
Ψάξε για μια παρέμβαση

Το κύμα βάφει τα δάχτυλα των ποδιών στο χρώμα
του κρόκου

Η γυναίκα ξαπλώνει, κάτω από το εκμαγείο
το γύψινο σώμα άδειο
κέλυφος ωοειδές
χωρίς στίγματα

Οι λέξεις συγκροτούνται σε επεξήγηση
όσο το αντικείμενο απομακρύνεται
το κενό του χώρου μεγεθύνεται

Ένας άντρας θα εμφανιστεί τον οποίο θα ερωτευτεί
Αλλά όχι ακόμα

 

 

ΜΟΝΟΚΕΡΩΣ

Το ανεμόπτερο του έρωτα
αιωρείται
με μια αρμαθιά ψίθυρους
από την καταπακτή της νύχτας

τα σώματά μας
ανεξερεύνητα ακόμα
τόσο ελαφριά
που σαν αφρόψαρα
πετάνε

ο πειρασμός
δικτυωτός
καλπασμός που αφρίζει
στο στόμα του Μονόκερου
σε σφίγγει
με δεξιόστροφη περιστροφή
στο συρματόπλεγμα
ώσπου
σε καταπίνει
μια ριγέ τέντα

με μια κλοτσιά αλόγου στα πλευρά
παίζεις το τυχερό σου νούμερο στη ρουλέτα
τίποτα δεν είναι τυχαίο

το κόκκινο χρώμα ρέει
άφθονο
τα φλωρεντινά κρίνα
αφηνιάζουν
ξεχύνονται
από το φόρεμα της αναγεννησιακής Madonna
ποδοπατούν
τον Κόκκινο Τοίχο

«Τι όμορφη που είσαι!»
«Μπορούμε να μοιραστούμε τουλάχιστον την αστειότητα;»

Δεν προλαβαίνω — Δεν προλαβαίνεις — Δεν προλαβαίνουμε

Γλυκό μου κορίτσι, σ’ αγαπώ!

Ο έρωτας κανίβαλος
Έφαγε τον κόκκινο Τοίχο

«Είσαι όμορφος απόψε!»
«Μη σταματάς…»

Το Crescendo
Ποτέ δεν είναι αρκετό
Άσε τις ατίθασες φράντζες
στο μέτωπο να πέφτουν
Άσε τις ρυτίδες να βαθαίνουν

Τα καλύτερά μας χρόνια
γίνανε πολτός
χωνεύονται
μέσα στα όξινα υγρά
στο στομάχι του Έρωτα
λιώνουν
με τ’ απομεινάρια
του Κόκκινου Τοίχου

«This is the final call»

«Κι αυτό που ανεβαίνει;
Είναι υδράργυρος ή αίμα;»
«Μην τρομάζεις!»
«Σφίξε με δυνατά να μην τελειώσει η νύχτα!»

 

 

Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΕΡΙΔΑΣ

Στο αλλοπρόσαλλο δέντρο του ουρανού
τα πουλιά γεννούν φύλλα καθρέφτες
και οι νυχτερίδες ταΐζουν το χρόνο
με τα μικρά παιδιά των ανθρώπων.

Στο φυλλοβόλο δέντρο του ουρανού
μέσα σε πηχτή σιωπή που αναδεύει η νύχτα να μη σβολιάσει
φύτρωσε ένα τσαμπί έκπτωτων αγγέλων.

Με ξεκούρδιστα φτερά
ανάποδα κρεμασμένοι
γαντζωμένοι σε κλαδιά από απενεργοποιημένα μηνύματα
ακίνητοι αιωρούνται –
λίγο πριν την αναμέτρησή τους με τους θρόμβους
του τελευταίου ηλιοβασιλέματος.

Κι όταν οι ριπές από ένα κοπάδι καπνισμένες σκιές
με χνότα που μυρίζουν μπαρούτι
αιφνιδιάσουν το χάος
οι άγγελοι δεν αιμορραγούν
μόνον πέφτουν…

πέφτουν
με συνεχείς πτώσεις

πέφτουν
και τα μαλλιά τους μπλέκονται με τα μαλλιά
των παραστρατημένων αστεριών
που ψάχνουν τις ρίζες τους στο χώμα
πέφτουν
και φυτεύονται με την προσωρινότητα
των παρασιτικών σωμάτων

πέφτουν
και κυλούν μέσα στις φλέβες της νύχτας
με τον ορό του σκοτεινού σου εαυτού

Τώρα οι άγγελοι σκοτώθηκαν στη θέση των πουλιών
Έμειναν ομοιώματα από κερί κι από πηλό
κακόγουστα αυτοκόλλητα και βασανισμένες καρτ ποστάλ
να σε κοιτούν
από την ταράτσα του πολυώροφου κτιρίου

και να πέφτουν
με συνέχεια

να μεταλλάσσονται
με συνέπεια

έτσι όπως
η επίπεδη θέα
θα διαψεύδει πάντα
την καμπυλότητα της ιστορίας
που έχεις να διηγηθείς

 

 

ΤΟΥΒΛΑΚΙΑ

Τι ωραία!
Παίζετε πάλι με τα τουβλάκια
Τα έχετε χωρίσει
Εκείνος βάζει τα μπλε
Εσύ βάζεις τα κίτρινα
Το σπίτι σηκώνεται ψηλά
Κάθεστε επάνω
Σε τριάντα ορόφους
Προχωράτε γελώντας
Χτίζετε
Ακόμα πιο γρήγορα
Ανεβαίνετε
Ακόμα πιο ψηλά
Φθάσατε στα σύννεφα
Περάσατε τα σύννεφα
Εκεί ο πατέρας χάθηκε
Το σπίτι πέφτει
Τα κομμάτια
Σκορπίζουν στο κενό

 

 

Η ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ ΣΟΥ

Όταν
-μετεξεταστέοι, καθισμένοι
μέσα σε μια μήτρα από χαλκό
αφορισμένοι
να σερνόμαστε
πάνω στη διαθλαστική συρραφή του χρόνου—
επιστρέφουμε σαν γλάροι

η τραγωδία της ανθρωπότητας
θα έχει σταματήσει
την ξέφρενη αναπαραγωγή της

τα ακροδάχτυλα του κυπαρισσιού
θα χαϊδεύουν στοργικά
το οδοιπορικό του άσπρου λύκου

δεν θα βυθιστείς ξανά
σε τοξικό έδαφος
ανεξήγητης ανησυχίας

μια φέτα άγουρο πεπόνι
και μια τρύπια ομπρέλα
θα αιωρούνται πάντα στο ταβάνι

το πέτρινο βιολί
δεν θα γδέρνει πια
τις θολές βιτρίνες των ημερών σου

άχρονη η κοσμική ανάσα
θα πάλλεται μέσα στους νευρώνες του ροδοπέταλου

ένα γερασμένο υπογάστριο
δεν θα είναι πια το θέμα
ούτε και η συναισθηματική υπερβολή
μια κακή απομίμηση έρωτα
οι φίλοι σου δεν θα δεξιώνονται την ευτυχία τους
προσφέροντας κατεψυγμένα φιλέτα

θα καθρεφτίζεις με θάρρος τη βασανιστική σου μυωπία
στα πόδια του αγάλματος

και τότε
δεν θα υπάρχει καμία δικαιολογία για να βρεις
ότι δήθεν δεν σ’ αφήνουν να ζωγραφίσεις

 

 

ΠΡΑΣΙΝΟ ΑΠΑΛΟ ΓΡΑΣΙΔΙ

Τη στιγμή που ο ήλιος εισχωρεί στο κάδρο
ο άτολμος
εκείνος
ανιχνεύει στη λιπόσαρκη εικόνα του
την ασυμμετρία ως αγωνιώδη διάσταση
αναμένει
την ανατροπή της εικόνας
που θα του φέρει η αφαίρεση
με ένα εναέριο φύσημα
Τρυπιέται με ενέσεις θάρρους
γίνεται αόρατος
και αυτοθαυμάζεται
προσπαθώντας να δει αυτό
που δεν βλέπουν οι άλλοι

εκείνη
η σκεπτόμενη γυναίκα
ανθυγιεινή για τον περίγυρο
θύμα της ανησυχίας της
προορίζεται για συγκεκριμένη χρήση,
όλα τα στολίδια είναι περιττά

Δεν ήθελες τίποτα το περίπλοκο
απλώς να ζαλίσεις τον αφηγηματικό χρόνο
με το διαπεραστικό βλέμμα της ακινησίας
να κλυδωνίζεσαι ανάμεσα
στο αφηρημένο και το ακατανόητο

Η πραγματικότητα όμως αναπαράγεται διαδοχικά
Έτσι ήταν πάντα. Ο αέναος χορός
Το κουρασμένο χόρτο. Πολλαπλασιάζεται,
κιτρινίζει, ξεριζώνεται, ξαναφυτρώνει

Εκείνος:
«Νόμιζα ότι υπήρχε κάτι να ανακαλύψω»

Εκείνη:
«Μ όνο η όσφρηση μένει ως αίσθηση μνήμης»

«Θέλω να είμαι επιθυμητός»

«Ναι, αλλά ξεχνάς ότι είσαι αόρατος»

«Τότε θα μετατοπίσω την ορατότητα
για να μείνει το ποίημα ανοικτό»

«Άσε επιτέλους ένα στίχο να σε γδάρει
φόρεσε τη χροιά μιας ανατρεπτικής φωνής
μιας εποχής που έφυγε ή που θα έρθει
τότε που πετούσαμε ή θα πετάξουμε πέτρες
και τρυπούσαμε ή θα τρυπήσουμε τους τοίχους»

«Και η ζωή μου;»

«Βρες παρηγοριά στο παραμύθι
ανακάλυψε δέκα τρόπους να δελεάσεις
ένα σπερματοζωάριο για να συνθέσεις
ένα νέο ευσυνείδητο βάρβαρο»

 

 

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΜΑΛΕΡ

Στην κουφάλα της βιόλας
κουδουνίζει η καρδιά του αηδονιού
Ένας κρότος
λάμπει στο λαιμό
Η ανθοδέσμη
κατάπιε το περιδέραιο
Το λακκάκι σου
αναβοσβήνει
Ανεβαίνεις στο πιο ψηλό κλαδί
για ν’ αγγίξεις ένα αστέρι
Η βρύση στάζει
μακριές μαύρες φούστες
Η σκόνη παραιτήθηκε
παρέδωσε το πέπλο της
στο χνούδι

Αφήνεσαι στα έμπειρα χέρια
της απερισκεψίας
για να σου κάνει
την καλύτερη κόμμωση
με μουσική

Στα ηχητικά ξεσπάσματα
παρακαλάς απεγνωσμένα τη διαφάνεια
να θολώσει
Για να μη βλέπουν τον εσωτερικό σου κόσμο

Παρακαλώ πολύ
όπως απομακρυνθείτε από το γυαλί
Τα εντόσθιά μου ανήκουν
δικαιωματικά
όπως και
οι νότες

 

 

ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ

με τους χορευτές τον
American Ballet Theatre

Μια χειραψία μόνο
και ο έρωτας αφήνει τ’ αποτυπώματα του
να ρουθουνίζουν παράφορα στο φλοιό της γης

Μια καλοζυγισμένη περιστροφή
και απρόσκλητος ο ανεμοστρόβιλος
κλέβει τις μαύρες βούλες του σκύλου

Στη σεισμική ακολουθία
το όμορφο γόνατο
συναντά
το λοβό του αυτιού

Όταν η αίσθηση
γίνει ζευγάρι με την παραίσθηση
κι ο πόνος με την ηδονή
το τραγούδι της καρδερίνας
ζωγραφίζει
τεντωμένους μυς
σε φλογισμένα σώματα

Το προαιώνιο ερωτικό παιχνίδι
μπαίνει σε τροχιά
μοιραίας αναμέτρησης
για την επικράτηση

και κάθε φορά
που το χρυσό γάντι μιας ηλιαχτίδας
πέφτει
ο χορός της φυσαλίδας
κεντά στην κόκκινη φούστα
σαράντα ανέμους
κι ένα χειροκρότημα

 

 

HOMO AQUARIUS

Μια παράλογη εξομολόγηση
που οφείλεις να κάνεις
Αφού έθαψες με σεμνή τελετή
την κληρονομική ανησυχία
τώρα βουτάς με μόνο εξοπλισμό
ένα σκάφανδρο
για να κρυφτείς
κάτω από το μεγάλο τραπέζι

Ντυμένος με
κοράλλια από νάιλον
καταπίνεις ψηφιακό πλαγκτόν
παρατηρώντας
τα δόντια της κουφάλας
τους χαλαρούς συνδέσμους
των αρθρώσεων
την ελαφρότητα της μάζας

κι όταν
τα ξύλινα πόδια
σε πλησιάζουν απειλητικά
για να σου λιώσουν το κεφάλι

ξεπροβάλλεις

ανοίγεις τις υδάτινες κουρτίνες
και τους φωνάζεις:

«Ακούστε με παρακαλώ!
Θα πρόκειται για παρεξήγηση
Εγώ ένας ταλαιπωρημένος ναυαγός
είμαι μόνον που επέλεξε να απέχει
από τους εορτασμούς για να μην
ακούει το θόρυβο των εικόνων»

έπειτα
πρώτη – πρώτη
σπεύδεις να τους παραδώσεις
την οικογενειακή ρυτίδα
—του μεσόφρυδου—

για να αισθανθείς ξανά
ένας άνθρωπος περιττός
που έμαθε να ζει
στο ενυδρείο

 

 

ΚΑΝΕΝΑΣ ΕΡΩΤΑΣ

Ακούς;
Είμαστε παράφωνοι πάλι απόψε
Ταλαντευόμαστε σε μια ξεκούρδιστη χορδή κιθάρας
τρίζουμε τα δόντια
ξεφωνίζουμε ανέραστες ματιές

Θυμάσαι;
Κάποτε κερνούσες την ελαφρότητα του παραμυθιού
κρυφοκοιτούσαμε το ξεκούμπωτο πουκάμισο της γης
αγγιζόμασταν με ηλεκτρισμένα δάχτυλα

Τώρα
Είσαι ο άντρας-πολυθρόνα που ασάλευτος κινείται
Είμαι η γυναίκα-πολύφωτο με λάμπες που τρεμοσβήνουν

Μόλις ξεντυθήκαμε έναν πολυφορεμένο έρωτα
που έμοιαζε με φτιασιδωμένο χρυσοποίκιλτο ναό

Το νιώθεις;
Είμαστε άκαμπτοι πάλι απόψε
Άλλο ένα δειλινό μόλις έσβησε τ’ αποτσίγαρά του
στις πονεμένες μας αρθρώσεις

Τα σώματά μας ασπάζονται το κενό
Χωρίς σπινθήρα
Χωρίς ανάφλεξη
Μόνο τα λόγια του φλύαρου κουνουπιού
Διαπεραστικοί βόμβοι από στόματα τρυπάνια

Είναι βλέπεις η επιβολή του παράσιτου

 

 

ΕΝΑ ΧΕΡΙ

μνήμη Κλείτου Κύρου

Σε μια μόνο χρονική αναλαμπή
ώσπου ν’ αγγίξει ένας κόκκος
την άμμο της κλεψύδρας
έσφιξα ένα χέρι

ήταν φτερό από πουλί της νύχτας
που αφουγκράζεται το σκοτάδι
βελούδο από ελεύθερο πέταγμα πεταλούδας

ήταν θαυμασμός για ένα πνεύμα
κατολίσθηση στον ήχο ενός ηδονικού φλαμέγκο
κραδασμοί και δονήσεις που
κοιτούν με μάτια γουρλωμένα

οι λέξεις που κλάδεψες
γεννούν φύλλα και λουλούδια
υπερκόσμιας ευαισθησίας
τα ποιήματά σου ξεκλειδώνουν
την καρδιά του τριαντάφυλλου
φωτίζουν τις υπόγειες στοές του κόσμου
εξιχνιάζουν τα εγκλήματα της ύλης
σε μια πόλη-κτήνος
που δήθεν ήσυχα βελάζει

κλαίω γιατί σε διάλεξε μια πυγολαμπίδα
συνταξιδιώτη στο απύθμενο σκοτάδι
χαίρομαι γιατί θα γίνεις αιώνιος κολυμβητής
σε μακρινό γαλαξία

Καλό σου ταξίδι

 

 

ATELIA

Πόσο μπορεί
να ξεχειλώσει ένα στόμα
με μια κραυγή;

Όσο κενό χωράει
για να γεμίσει
με πληρότητα
μια τρύπα

Τόσο χρόνο χρειάζεσαι
για να κατακτήσεις
την υπόγεια διάβαση
διασχίζοντας τη μήτρα
ενός μηδενικού
που θα γεννήσει
αγνή κι αμόλυντη
την A t e l i a

Να είστε σίγουροι
Θα τη βρω τη φωνή μου
ν’ αντιλαλεί μελωδικά
στα τοιχώματα
του υπονόμου
Στο Βασίλειο
των Ανώνυμων Εμβρύων

 

 

 

Η ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΥΤΣΟΥΛΙΑ (2007)

 

COMPLEXITY

Dear incomprehension
It’s thanks to you
III be myself at the end.
SAMUEL BECKETT

Την πληρώνεις την νοικοκυροσύνη σου
για να είναι απούσα.
Όπως πληρώνεις και τον ελεύθερο χρόνο σου
για να είναι παρών.
Όπως πληρώνεις και τα αφελή όνειρά σου
Ακριβά.

Όταν ήσουν μικρή κυνηγούσες πεταλούδες,
σου θύμισε μια ηλικιωμένη θεία.
Τώρα πια μόνον οι περιστασιακοί πόθοι
πετούν γύρω σου
και δεν είναι καν έγχρωμοι.

Πες μου τι προτιμάς και θα σ’ το σχεδιάσω.
Τρίγωνο;
Τετράγωνο;
Ρόμβο;
Το σχήμα της ημέρας το δίνω εγώ.
Έπειτα απομακρύνομαι για να παρατηρήσω
από τη σωστή απόσταση
τον πίνακα
με το δημιούργημα – ανοσιούργημα.

Πίσω από τις πυκνές φυλλωσιές των παθιασμένων
συνειρμών
κρύβονται οι υποκριτικοί καθωσπρεπισμοί
όλα τα ζευγάρια μάτια
που ορμούν να κατασπαράξουν τις μικρές σου αλήθειες.
Και καθώς η ανησυχία οδηγεί στην τελική έκρηξη
η παρόρμηση παραμονεύει χαιρέκακα να δει
την αυτοκαταστροφή να θριαμβεύει.

Ως γνήσιο πειθήνιο ον
με βήμα υπνωτισμένου αερικού
ακολουθούσες μια ζωή το σκοπό
του μαγικού αυλού.
Περνούσες
αόρατη
απαρατήρητη
φιγούρα αλαφροΐσκιωτη
στεφανωμένη με τις περισπωμένες
αλυσιδωτών ψευδαισθήσεων.

Όταν γυρεύεις την αιτία της φυγής
σκοντάφτεις πάντα πάνω στο φόβο
τον αμετανόητο εργένη.

Γιατί επιμένεις να σκαλίζεις;
Οι ανασκαφές σου στις μαθητικές μνήμες
δεν θα φέρουν στο φως τίποτα άλλο
παρά μόνον την εξάρθρωση της τάξης
το τετράγωνο της υποτείνουσας
και τη ρίζα του 144.

Το πόρισμα του ειδικού έλεγε:
«Ο πολύπλοκος είναι συγκεκριμένος.
Ο απλοϊκός είναι αυθόρμητος και φυσικός.»
Εσύ πρόσθεσες:
«αλλά πάνω από όλα ανθεκτικός».

Τουλάχιστον έμαθες έστω και αργά
ότι η ομορφιά βρίσκεται
εκεί όπου βασιλεύει η ατέλεια
και η ευτυχία
εκεί όπου απουσιάζει
η πολυπλοκότητα.

 

 

ΕΡΙΝΥΕΣ vs ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ

So fine, we cannot do it.
But nearing means distancing.
SYLVIA PLATH

Ως ένθερμος οπαδός μιας παράδοξης πολυτέλειας
κάθε φορά που η διχασμένη φύση σου γιορτάζει
φροντίζεις να φοδράρεις τα μυστικά σου
με μεταξωτή ευτέλεια.

Όλες αυτές οι μικροσκοπικές δηλητηριώδεις σκέψεις
που συσσωρεύονται στο μυαλό σου
σαν αιωρούμενα σωματίδια
γίνονται αυτόχειρες σκορπιοί
που τσιμπούν με την ουρά τους το κεφάλι τους.

Αν αγωνιωδώς ψάχνεις να βρεις
ένα κουμπί επάνω μου να πατήσεις
για να ζήσεις μαζί μου μια συνηθισμένη ζωή
θυμήσου ότι το σημείο ανάφλεξής μου
είναι η αδράνεια.

Έχεις σ’ εκκρεμότητα
έναν θάνατο
που δεν πρόλαβες να πενθήσεις
και μια κακοποιημένη σχέση
που αιμορραγεί.
Ακόμα όμως ψάχνεις για επιδέσμους.

Δεν παραλείπω
να συλλέγω
όλα αυτά τα χρυσόχαρτα που μου χάρισες.
Απ’ όπου όμως απουσίαζαν οι καραμέλες.

Πρέπει επιτέλους να καταλάβεις
ότι λειτουργείς μόνον ως δέκτης.
Ο πομπός χρόνια τώρα
σου φωνάζει
«Out of Order».

Γιατί πρέπει να βασανίζεσαι
να τυραννιέσαι
να υποφέρεις
για να ξεφορτώνεσαι όλα αυτά τα χαλίκια
που βαραίνουν το μυαλό σου;
Για να συντηρείς με τεχνητές αναπνοές
το πτώμα της τέχνης που παράγεις;

Ξέρεις πώς είναι να ψάχνεις
έναν ομοϊδεάτη για να επικοινωνήσεις;
Και τι έχεις άλλωστε να μοιραστείς;
Το φθινόπωρο της διαταραγμένης σου σκέψης;

Σήμερα θα γίνεις τολμηρή.
Κάθε πρωί πετάς
το γάντι για να μονομαχήσεις
με τη δειλία σου.
Δεν ανταποκρίνεται ποτέ στην πρόκληση
αλλά παραμένει φυλακισμένη
στο πορτρέτο μιας καλοστημένης απάτης.

Δεν είσαι ποτέ ευχαριστημένη
απ’ αυτό που είσαι
απ’ αυτό που έχεις
απ’ αυτό που κάνεις.
Τα κλοπιμαία της ψυχής σου συνεχίζουν
να στοιβάζονται στα σεντούκια της ζωής σου.
Και κάθε βράδυ χωράς να μπεις
στον θαλαμίσκο της δακτυλήθρας.

Υποκλίνομαι βαθιά
στο συναισθηματικό κενό
και στη συνοφρυωμένη ανεπάρκεια
που μου χάρισες.
Με το μαγικό σου άγγιγμα
η παθολογική μου εσωστρέφεια
μετατράπηκε σε συγγραφική ακράτεια.

Όσο για σένα που εισπνέεις καθημερινά
τις αναθυμιάσεις των αλυσιδωτών σου νευρώσεων,
αρκέσου στις προσωπικές σου εξομολογήσεις
σε μια αρσενική πόρνη
και στην ασυναρτησία της ηθικής σου.

 

Η ΓΝΩΣΤΗ ΠΟΛΩΣΗ

What we call the. beginning is often the end
and to make an end is to make a beginning.
X S. ELJOT

Θέλω να κολυμπήσω σε μια καινούργια ψυχή
τόσο μπλε
τόσο αμέριμνη
τόσο αθόρυβη
όσο και η εγκυμοσύνη της θάλασσας.
Γιατί θα πρέπει να υπομένω
τη γλυκιά προσμονή
ενός βρέφους απάτη
που προτίμησε να με εγκαταλείψει
για την προσωρινή ύπαρξη
του κίτρινου φύλλου;
Δώσε μου ένα λόγο για να το κάνω.
Για άλλη μια παράταση αθανασίας;

Με το ν’ αναλώνεσαι σε παράνομους έρωτες
και κατά συρροή απιστίες τι ξορκίζεις;
τα γηρατειά;
το θάνατο;
Πόσο γελασμένος είσαι στ’ αλήθεια.
Αφού το ξέρεις καλά ότι το έργο έχει πάντα
την ίδια πλοκή και την ίδια κατάληξη.
Μετά την εκούσια αποχώρηση από το πλατό
ξεβάφεις σχολαστικά το μακιγιάζ
και το κενό αναβλύζει πάλι από τα μάτια σου.
Πίνεις ένα ποτό παρέα με το δίδυμο θλίψη-πλήξη.
Αρχίζεις να στάζεις παγωμένους κρυστάλλους.

Χρειάζεται μια ευσυγκίνητη φύση
ένα μεγάλο χάρισμα
και ανεξάντλητα αποθέματα δακρύων
για να κλαις

ανεξέλεγκτα
ακατάσχετα
αναίτια.

Κι εσύ είσαι προικισμένη.

Άσε τουλάχιστον μετά την απανθράκωση της αδικίας
το θυμό να γίνει καπνός.
Δώσε στο τραγούδι της αγάπης μια ευκαιρία
να σκίσει με τη φωνή του
τα μεταξωτά σεντόνια των αιθέρων.

 

 

ΕΜΜΟΝΕΣ

Αναλώθηκες σε μια τόσο υπερβάλλουσα
εγωπαθή ενασχόληση
με τη διαιώνιση των κυττάρων σου.
Ώστε σήμερα μέσα από μια κατασταλαγμένη ωριμότητα
να καταλήγεις στο συμπέρασμα ότι δεν είναι παρά
το νοσηρό απόσταγμα της συμπλεγματικής σου σχέσης
με το αιώνιο και την ασημαντότητα.

Όλη αυτή η συμπυκνωμένη ανησυχία ασφυκτιά
πίσω από τα κάγκελα του στενού σου θώρακα.
Δεν έχει πια χώρο να απλωθεί.
Μόνη της επιλογή
η έκρηξη.

Χρόνια βασανίζεσαι
προσπαθείς απεγνωσμένα να βγεις
από την τέντα του τσίρκου που σε έβαλαν να παίξεις
και να πετάξεις επιτέλους τη στολή του κλόουν.
Όμως είσαι ακόμα μέσα.

Πόσο εύκολα και γρήγορα σε οδήγησε
η πλήξη των δεδομένων κεκτημένων
στην αποκαθήλωση των επιθυμιών σου.

Αναρωτιέσαι σε τι χρησιμεύει όλη αυτή
η συσσώρευση υπερκόσμιας ευαισθησίας
(για την οποία τόσο περήφανη είσαι) στο άτομό σου,
και που επιμένεις να περιφέρεις άσκοπα εδώ κι εκεί.
Το κοινωνικό σου έργο περιορίζεται
στην αποστασιοποιημένη
και προπάντων ασφαλή παρακολούθηση των γεγονότων
και στις έκτακτες οικονομικές ενισχύσεις
των πλημμυροπαθών και σεισμοπαθών
του Τρίτου Κόσμου.
Κάθε Χριστούγεννα φυσικά.
Τι καλόκαρδη και πόσο γενναιόδωρη είσαι στ’ αλήθεια!

 

 

ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙ
ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΟΠΤΡΟΥ

From mirror after mirror,
no vanity’s displayed
I am looking for the face i had
before the world was made.
W. IS YEATS

Κάποτε ήταν τα όνειρα ταραγμένα
και ευτυχισμένες οι μέρες.
Σήμερα οι όροι αντιστράφηκαν.

Ήταν καλά ο πατέρας χθες το βράδυ.
Του έθεσα για πολλοστή φορά
το αγωνιώδες ερώτημά μου
— Πώς είσαι;
— Είμαι καλά.

Ήταν καλά ο πατέρας χθες το βράδυ
Στον ύπνο μου
Σε ένα βαθύ ευτυχισμένο όνειρο.

Ταραγμένη ήταν η μέρα όταν ξύπνησα
και το πρωινό που με χαστούκισε
με βροχή ωμού ρεαλισμού.

Μη με ψάχνεις στο δωμάτιο
βρίσκομαι στο συρτάρι
διπλωμένη προσεκτικά
πάνω στα ματωμένα σεντόνια
με τις σκοτωμένες μου δυνάμεις
ένδοξα τρόπαια των μαχών μου. 


Κάθε φορά που μένεις αντιμέτωπος
με τα ερείπια της ψυχής σου
προσπαθείς μάταια να επαναπροσδιοριστείς.
Για να πετύχεις όμως την πλήρη χαρτογράφηση
του εαυτού σου
έχεις ακόμα να διανύσεις το μακρύ πικρό ταξίδι
της ανεπάρκειας.

Έχεις αυτή τη μοναδική ικανότητα να κουκουλώνεις
όλες τις μικρές σου δυστυχίες με ολοστρόγγυλα
γυαλιστερά καπάκια
και να γιορτάζεις την κάθε μέρα ζώντας μέσα
στην ψευδαίσθηση της τάξης.
Ελέγχεις προσεκτικά αν όλα είναι στη θέση τους.
Μένεις ήσυχη.

Κατάματα τον καθρέφτη σου όταν κοιτάς
περιμένεις την αντανάκλαση της επευφημίας.
Δεν εισπράττεις όμως παρά ένα τετράγωνο
κορνιζωμένο ψέμα
που με τόση ελαφρότητα αναιρεί
μια υπόσχεση που μπαγιάτεψε στο χρόνο.

 

 

ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ Ν’ ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙ
ΣΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΕΝΟΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΡΩΤΑ

Who than devised the torment?
Love
T. S. ELIOT

Αν αφαιρέσουμε όλα αυτά τα χρυσά πλαίσια
που με την αλαζονική τους πολυτέλεια
τόσο βάναυσα μας κορνιζώνουν,
είμαστε ένας άντρας και μια γυναίκα
που μέσα από τις σκιές των φύλλων
έρπουμε αθόρυβα στο σκοτάδι,
συναντούμε τις νυχτοπεταλούδες
που ερωτοτροπούν
και περιμένουμε ν’ αγαπηθούμε
κάτω από ένα ανάποδο φεγγάρι.

Of love there is hardly a ghost left.
O who what angel of power can assuage
My terrible demon of revenge!

δεν υπάρχεις
δεν υπήρξες ποτέ

ήσουν μια γερή μπουκιά φαντασιοπληξίας
είσαι κολλημένος στον ουρανίσκο μου

ήσουν έρωτας εγωιστής
είσαι φάντασμα ξεπερασμένο
αλυσοδεμένο σε κάστρο χρεωμένο 

σε μια προσπάθεια να σωθώ
από το ανεπιθύμητο άγγιγμά σου
τη βίαιη ματιά σου
αποφάσισα να γίνω δαίμονας
και να σ’ εκδικηθώ
για όλα τα ματωμένα φιλιά σου.

Το καλύτερο ποίημα που όμως δεν έγραψες ακόμα
θα είναι για έναν μεγάλο έρωτα που θα σπαρταράει
κρεμασμένος στο τσιγκέλι ενός ερωτηματικού.

— Κι έπειτα;
– Ο ερειπωμένος έρωτας τίναξε νευρικά τις σκονισμένες
μνήμες
από το πέτο της λήθης και χώθηκε βιαστικά στην κρυψώνα
της κόκκινης σαύρας.
– Κι έπειτα;
— Το μικρό αγόρι μπήκε στο δωμάτιο και ρώτησε:
«Μαμά υπάρχουν κόκκινες σαύρες;»

Τότε έτρεξες να κρυφτείς.
Να προφυλαχτείς από την ψιχάλα αστερόσκονης.
Που δεν σε άγγιξε τελικά.

Και έκανες λάθος
Όχι.
Δεν είχες δικαίωμα να κάνεις λάθος.
Τώρα το λάθος έγινε η σκιά σου
σ’ ακολουθεί παντού.
Γίνεται φίλος φορτικός
εξαρτημένος εραστής
ζηλόφθονος σύζυγος.

Σε κατασκοπεύει.
Σε παρατηρεί.
Σε γδύνει.

Κολλάει επάνω σου σαν στρείδι.
Σε κουκουλώνει.
Σε φιμώνει.
Σου κλείνει τα μάτια.

Ό,τι κι αν κάνεις δεν θα ξεφύγεις.
Το βρίσκεις κουλουριασμένο
στα δροσερά σου σεντόνια.
Το λευκό σουβλερό του δόντι
αστράφτει αυτάρεσκα στον ήλιο.

Είναι ένας Έρωτας χωρίς έρωτα!

 

 

ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

Όπως ανενόχλητα
τα μαλλιά του καθρέφτη σου
ασπρίζουν
σε πρόβες που λιποθυμούν
σε ανόητες παραστάσεις
που χωρίς χειροκρότημα σωπαίνουν
όσο ο κλώνος της ημέρας
παραμένει ατύχημα
εκεί που κρύβεται το φοβισμένο ωάριο
το επίμονο ψάρι
κολυμπά αντίθετα στο ρεύμα
μέχρι να συναντήσει
το αντικαθρέφτισμα
της ευτυχίας.

Πίσω από κάγκελα
μεταξωτά κρόσσια
η επαναστατική πινελιά
σε αποσύνθεση στεγνώνει
και ο πόθος
όπως φιμώθηκε εκπνέει
τυλιγμένος
σε κόκκινο κασκόλ.

Bizarre.
Ήταν ο πρώτος άντρας
που σου μίλησε για τον έρωτα
χωρίζοντας τον σε στάδια
σαν να ήταν καρκίνος.

Κι όταν μείνει μονόφθαλμο
το λαμπερό της εκτόπισμα
την απατάς
με πρόσχημα
την απώλεια της ομορφιάς.

Από την αρχή ήμασταν πολλές γραμμές
σ’ αυτό το σχήμα.
Αποχωρώ αθόρυβα και σιωπηλά όπως
μπήκα
Γιατί απλώς είμαι μια ευθεία που περισσεύει.

Να μάθεις να σκέφτεσαι
αυτό που νιώθεις
ακόμα κι όταν ξυπνάς
με πρόσωπο
την πατούσα του ρινόκερου
που πέρασε από πάνω σου τη νύχτα.


Έλα να περπατήσουμε στο φως,
αφού το ξέρεις
δεν μπορούμε να φιμώσουμε
ένα κοπάδι γρήγορους σφυγμούς
και το νεογέννητο κλάμα της ομορφιάς.

 

 

Η ΑΙΩΝΙΑ ΚΟΥΤΣΟΥΛΙΑ

Στη γη των απολαύσεων
δεν υπάρχουν
γωνίες
για να τραυματίσουν
το γοφό σου
οι μέρες κυλούν
σε τηλεοπτικά επεισόδια
ενώ στα χωράφια
φυτρώνουν
χαρτονομίσματα
στην ευθραυστότητα του ορίζοντα
επιπλέουν
δαντελένια εσώρουχα
και περιστέρια
από πλεξιγκλάς

κι
εσύ
που βούτηξες
τη σόλα σου
σε περιττώματα σκύλου
άφησες
τα ίχνη σου
στην καινούργια μοκέτα
στο δωμάτιο
του καλύτερού σου
φίλου. 

Πτώση
από αποτυχημένο ακροβατικό.
Είσαι έτοιμη
να εκτεθείς
σαν την αιώνια κουτσουλιά
στο κεφάλι του αγάλματος;

Όπως
ένα μεθυσμένο περιστέρι
πετά
η ζωή
χτυπά
τα φτερά της
στο φακό
του ηδονοβλεψία
κινηματογραφιστή.

Η μαρτυρία του φόνου
θα είναι πάντα
η επιτυχία
του αργόσχολου παρατηρητή
που σαν την κουτσουλιά
απρόσκλητος
ξεπροβάλλει.

Τα περιστέρια
πετούν
μόνον
όταν τα κυνηγούν
μικρά παιδιά
που φορούν
αλεξίσφαιρα γιλέκα.

Στη δύση
μιας συνηθισμένης ημέρας
φτερωτές θεές
πετούν
μέσα στα βαγόνια του μετρά
ενώ
η νύχτα αστράφτει
στο βάθος του τούνελ.

 

 

Η ΚΙΤΡΙΝΗ ΕΚΔΟΧΗ

Εδώ είμαι
ξαπλωμένος.
Με σκεπάζει μια κίτρινη κουβέρτα
πλεγμένη με λέξεις στρείδια
που με τριβελίζουν.

Τις ακολουθώ:
Βούλα
Κίνηση
Παύση
Τελεία.
Βιάζομαι:
Κόμμα
Να προλάβω τη διάβρωση:
Παύση
Πριν πέσει
η όξινη βροχή:
Επικόλληση
Αποκοπή.

Πριν με πουν νωθρό
και νικήσει ο θάνατος
τον ύπνο.

Είναι περίεργη η σιωπή
στο κίτρινο σπίτι
βαμμένη
στο χρώμα του ακατοίκητου.

Τα όνειρα που βράζουν
σε χύτρες ταχύτητας
μένουν ωμά, κίτρινα και θορυβώδη.

Κίτρινη προσποίηση

Πότε ήταν η τελευταία φορά
που έκανες κάτι αυθόρμητο;
Όταν φτερνίστηκες ίσως.

Ψιχαλίζει.
Το κίτρινο φλας
αυτάρεσκα βουίζει
την υγρή του αντανάκλαση
σε σώματα ανέραστα.

Νιαουρίζει
γρυλίζει
φοράει ένα κίτρινο καπέλο
και κοιμάται.

Τι είναι;

Τι ποίημα που όταν αποφάσισες να γράψεις
ξυπνάει
και βρυχάται. 

Το ταξίδι, του γυρίνου.

Νιώθω: ενθουσιώδης
Αισθάνομαι: παρορμητικός
Υπάρχω: αυθόρμητος

Μόνον όταν ως γυρίνος κολυμπώ
με κίτρινα βατραχοπέδιλα.

Η γυναίκα με το κίτρινο κολιέ

Η Φρανσουάζ ήταν τόσο όμορφη
φορώντας μόνο το κίτρινο κολιέ
όταν τη ζωγράφιζε
ο Πικάσο.

Το κίτρινο πορτρέτο

Τα γυμνά του Nonda
«είναι άσεμνα» είπαν.
Όμως «η γυναίκα σε κίτρινο φόντο»
δίδαξε στο κίτρινο
πώς μπορεί να γίνει
το πιο ερωτικό χρώμα.

Οι πεταλούδες του Νταλί

Το μυαλό του Νταλί ήταν άτακτο.
Σε μια σκοτεινή
διαταραγμένη
και άγνωστη πτυχή του
φτερούγιζαν κίτρινες πεταλούδες.

 

 

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ – PRINT

Στον ανήσυχο βολβό
του νέου κόσμου
όταν
η ίριδα
περιστρέφει
τα δακτυλικά της αποτυπώματα
σε σώματα αναίσθητα
ο ήλιος
φωτίζει
το νεκρό άλογο
τυφλώνοντας
τα γαλάζια κρύσταλλα.

Η ίριδα του ματιού σου
έχει κατάλληλα εκπαιδευτεί
— τρεμοπαίζει
ξεθωριάζει
ώσπου καταψύχει
Νεκρά τοπία κυανής αγάπης.

Η κληρονομιά της αδύναμης μνήμης
Το παράθυρο που ζήτησες
Η τελευταία λέξη: «Φεύγεις;»
Τα απόκρυφα της απαγορευμένης ηδονής

Η μεμβράνη του τύμπανου
στο στήθος του νεκρού.
Ενός λεπτού οργή.
Κι όλα αυτά
για να κυλήσει
ένα τετράγωνο δάκρυ.

Κρατάς
τη μάσκα
με το πρόσωπό σου.
Στηρίζεσαι στο δεκανίκι
ενός φαιδρού συμβιβασμού
— όμως τα πόδια σου
εξέχουν πάντα
από την κόκκινη μπανιέρα.

Τα σύνδρομα της εγκατάλειψης.
Το αδύναμο πουλί
έτοιμο να σπάσει.
Η αγωνία
μην κλειδώσουν ξαφνικά οι αγκαλιές
και μείνεις
άδειος
από καύσιμη αγάπη.

Τον κοιτώ.
Είναι ενοχλητικά όμορφος
μέσα στο πράσινο μπλουζάκι.
Στο βλέμμα του
η συμμετρία
σπαρακτική! 

Αυτή:
«Σε φορώ
Άρα μου ανήκεις».
Ο χρυσός κρίκος
παραδοσιακό σύμβολο
ιδιοκτησίας.

Μια ζωή διοπτροφόρος
μακάριζες
όσους έχουν δυνατά μάτια.
Τώρα λυπάσαι
όσους έχουν αδύνατη
ματιά.

Είμαστε ανύπαρκτοι
Εγώ
Εσύ
Εμείς.
Απλώς δεν υπάρχουμε.
Η χοντρή κρεατοελιά μόνον
στο μάγουλο του γέρου
Υ π ά ρ χ ε ι.

 

 

ΑΚΑΤΕΡΓΑΣΤΟ – RAW

Μια ραχοκοκαλιά από στάχτη
ο εύθραυστος κόσμος
κι οι ημέρες
χύνονται
χαμηλόφωνα
σε θρύψαλα.

Στο ήσυχο σπίτι.

Το φεγγάρι
Το σκιάχτρο του θεού
Ο θυμός της Ιστορίας.

Δεν με νοιάζει τι θα πούνε
να κλαίω θέλω μόνο
κι ας με κοιτούν καχύποπτα
οι άγγελοι από τον τρούλο.

Έχεις αναρωτηθεί
με ποιον τελικά
μοιράζεσαι τα επιτεύγματά σου;
– Με τις μασέλες της νύχτας.

Για τη διαιώνιση του είδους
κι ο γάμος του φιδιού
μ’ ένα τσαμπί σταφύλι. 

Η περιπλανώμενη ωραιολατρεία
στις στοές του ορυχείου.
Κυλιέται
πάνω σε διαμάντια-κάρβουνα
ή κάρβουνα-διαμάντια;

 

 

ΦΩΤΟΣΚΙΑΣΕΙΣ

Υπάρχουν φορές που οι προσωπικοί μας δαίμονες
είναι πιο δυνατοί από τους φύλακες αγγέλους μας,
όμως ποτέ δεν ξέρεις
ποιος είναι
ο πραγματικός φύλακας άγγελός σου.

Στην εικονογραφημένη εποχή σου
δεν έχεις τίποτα να πεις
Ας φαίνεσαι τουλάχιστον.

Ο λαθραίος θεατής του σύμπαντος
Ο θάνατος.

Οι φτυαριές που αντηχούν γοερά.
Ο ανθρακωρύχος στη στοά της μνήμης
Σκάβει το άρρωστο χώμα.

Ο επίμονος βήχας
Ο επαναλαμβανόμενος βήχας
Ο παροξυντικός βήχας
Το κόκκινο αυτοκινητάκι του εγγονού
που πάτησε το καλώδιο του οξυγόνου
Η αθωότητα που ακυρώνει
την τροφοδοσία του νεκρού πνεύμονα. 

Όλα εκείνα τα
χλωμά φεγγάρια
καθισμένα οκλαδόν
μέσα σε γυάλες με φορμόλη
ψηλά
στο τελευταίο ράφι
του γυναικολόγου (σου)
δεν ήταν παρά
συλλεκτικά έμβρυα.

Ανάμεσά μας
η παράσταση σε κυκλική σκηνή:
προσποίηση
νάρκη
κούραση
γηρατειά.

Γι’ αυτό βολεύουν οι πόρνες τελικά
Επειδή δεν δημιουργούν
συναισθηματικές παρεκτροπές.


Στο ντιβάνι τον ψυχαναλυτή

Η ενδοσκόπηση απέτυχε
Ο ασθενής επιβίωσε.

Τα Χριστούγεννα της κυρίας Έψιλον

Όταν ο τυφώνας που πέρασε από το σπίτι
έφαγε τις γωνίες των επίπλων
και τις χαραμάδες της ευτυχίας

Όταν η ψυχή τύλιξε το χέρι της
γύρω από τη μέση του αστεριού
το παρέσυρε σ’ έναν ξέφρενο χορό
που κράτησε ως το πρωί
ώσπου η ψυχή
έλιωσε
και το αστέρι
έσβησε

Θυμάσαι κυρία Έψιλον;
Τότε ήσουν
ένα λευκό κεράσι.

 

FADE OUT

End of the endless Journey
To no End.
T. S. ELIOT

Υπήρξα ένα από τα αθώα και ανυποψίαστα θύματα
μιας ομαδικής οικογενειακής παραίσθησης.
Το τελευταίο φιλί δεν ήταν για καληνύχτα.
Πόσο έξυπνα με ξεγέλασες
Πατέρα!

Πυροτέχνημα που άναψε και έσβησε η ζωή σου.
Με μια σπρωξιά που σου έδωσε ο Θεός
γκρεμίστηκες στο άπειρο.
Τώρα πια αποτελείς μέρος της συμπαντικής ευθύνης.

Επέλεξες την εκούσια τύφλωσή σου.
Δεν έβλεπες αυτό που συνέβαινε
γιατί δεν μπορούσες να διαχειριστείς άλλη λύπη.
Αλλά αυτή είναι άλλη μια άθλια δικαιολογία.

Λίγο μετά από άλλη μια λανθασμένη διάγνωση
σου είχε πει:
«Αυτό λέγεται Leichtsinnigkeit ή αλλιώς
το αμάρτημα της επιπολαιότητας». 

Μετά το στιγμιαίο χοροπηδητό της βελόνας
ήρθε η καρδιακή παύλα.
Αφού σου ροκάνισε καλά καλά
τα σωθικά
το έκφυλο σαράκι
την τελευταία λέξη
την είχε ο καρδιογράφος.

Η χροιά της φωνής του χάθηκε για πάντα.
Ο πατέρας βράχος έγινε αεράκι.
Ο πατέρας κυματοθραύστης έγινε πουλί.
Ο πατέρας κεραυνός έγινε προμήνυμα βροχής.
Έφυγε χωρίς να διεκδικήσει ένα χάδι ή ένα φιλί
κι έμεινε να μας χωρίζει
ένας θάνατος και μια παρεξήγηση.
— Γιατί κλαις τώρα κοριτσάκι;

Το πολικό ψύχος λαφυραγώγησε ανενόχλητο
το άκαμπτο σώμα
ξεφύλλισε ηδονικά τα πέταλα της ζωής
τα σκόρπισε στα έγκατα
του πολτοποιημένου ανθρώπινου στερεώματος.
Ήταν η τελευταία πρόβα θανάτου.
Ήσουν παρών.

Σε τι χρησιμεύουν τα δάκρυα;
Δεν έχουν να ξεπλύνουν τίποτα άλλο πια.
Ξέρουν όμως να σέρνονται αθόρυβα στο σκοτάδι
και να κρύβονται βαθιά στις πτυχές του μαξιλαριού.

Αυτό που χάθηκε
είναι η αγάπη.
Η ανιδιοτελής αγάπη.
Κι όλα εκείνα τα φιλιά της καληνύχτας
που εξατμίστηκαν τελικά.

Ο διαμαντένιος σταυρός που φοράς.
Το τελευταίο δώρο του σε σένα πριν πεθάνει.
Και να σκεφτείς ότι σε όλη του τη ζωή υπήρξε άθεος.

Δεν έχεις τη δύναμη να αναχαιτίσεις
την πολιορκία της λύπης
όταν σου χτυπά
την πόρτα λυσσασμένα
όταν στύβει τα κύτταρά σου
χλωμιάζει το μυαλό σου
αδειάζει τα μάτια σου
και πίνει την ψυχή σου.
Το μόνο που μπορείς να κάνεις
είναι να της ευχηθείς:
«Εις υγείαν».

Θεέ μου πόσο ψυχρά και βίαια
καρφώνεις τις απουσίες
στον πίνακα των απολεσθέντων.

Όλα αυτά που ήθελες να πεις
όλα αυτά που ήθελες να προλάβεις να πεις
έμειναν θρυμματισμένα ψαροκόκαλα
μπηγμένα στο λαιμό σου.

Ρωτούσες:
Πού πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι χωρίς σκιές;
Πού πάνε όλες αυτές οι σκιές χωρίς ανθρώπους;
Πού πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι χωρίς φωνές;
Πού πάνε όλες αυτές οι φωνές χωρίς ανθρώπους;

Στο βασίλειο της σιωπής και της απουσίας
δεν υπάρχουν
ούτε σώματα
ούτε σκιές
ούτε φωνές.

Λίγο πριν πεθάνει
σου είχε πει:
«Όλα έχουν ένα τέλος».

 

 

4 ΦΥΛΛΑ ΚΑΙ 3 ΠΕΤΑΛΑ

με την αιώρηση
τον Alexander Calder

Θα ήθελα
Να γίνω
Εσύ

Μια ευθεία γραμμή
Ούτε καμπύλη
Ούτε τεθλασμένη.

Σε αυτό το δείπνο
κάλεσες
όλες τις επίπεδες στιγμές
για να σε κλείσουν επιτέλους
μέσα στη συζυγική παρένθεση.

Δεν θέλεις άλλη περιστροφή
της σκοτεινής μπαλαρίνας
προτιμάς να μείνεις
μισή μπαλαρίνα
κατά προτίμηση
σε πίνακα του Degas.

Η άνιση πάλη
με το δαίμονα της αναλογίας
όταν με σκαρπέλα
4 φύλλα και 3 πέταλα
παλεύεις
να μειώσεις
την προεξοχή της μύτης.

Ασφαλής αισθάνεσαι
μόνον όταν χωράς
να περάσεις
από το μάτι της βελόνας
για να βγεις
σ’ ένα λιβάδι χαμομήλια.

Όταν οι κόμποι γίνονται
πολλαπλές μεταμορφώσεις
μιας πρώιμης εκσπερμάτωσης
τότε αρχίζει ο διάλογος
ανάμεσα στις πεταλούδες και τις
κάμπιες.

Στη χορογραφία του εγκλωβισμένου
μετράει μόνον ο αυτοσχεδιασμός.
Ύστερα μπορείς να πέσεις πάλι
με ασφάλεια στα πόδια του διαβήτη.

 

 

SYNDROMES

To σύνδρομο του χάους

I wonder!
Who came first?
Order or disorder?
Or both?

Το σύνδρομο της κατά φαντασίαν νεόπλουτης

Το όνειρο της θηλυκής γενιάς του βασικού μισθού
Μια τσάντα Luis Vuitton.

Το σύνδρομο της δυσπεψίας

Οι συμπατριώτες σου
πάσχουν από το σύνδρομο
της χρόνιας δυσπεψίας.
Ίσως επειδή έχουν καταπιεί
πολύ ήλιο, ούζο και θάλασσα.

Το ενοχικό σύνδρομο

«Σας ρωτώ λοιπόν φίλοι δικαστές
Για ποιο λάθος με καταδικάζετε;
αφού ευνουχισμένο τον παρέλαβα ,
και ως γνωστόν μετά την απομάκρυνση
από το ταμείο ουδέν…»

Το σύνδρομο του γρανιτένιου βράχου

Όταν όλα γύρω καταρρέουν
η φωτογραφία του γάμου
παραμένει ακλόνητη
ή μήπως ατρόμητη;

Το σύνδρομο της μοναχικής ηδονής

Ο καθ’ έξιν αυνανισμός
Το χρόνιο φετίχ του
Η έμπνευσή του.

Το σύνδρομο του κοινού γούστου

Η αμετάκλητα παντρεμένη
Ο αμετάκλητα χωρισμένος
Η αμετάκλητα χωρισμένη
Ο αμετάκλητα παντρεμένος
φοράνε ροζ κραγιόν.

Το σύνδρομο της πολυπλοκότητας

Έχεις σχεδόν διανύσει το ήμισυ της διαδρομής σου
όμως παραμένεις ανικανοποίητη.
Τι θέλεις;
Τι ψάχνεις;
Αφού το ξέρεις ότι πάσχεις
από το σύνδρομο της πολυπλοκότητας
και η περίπτωσή σου είναι ανίατη.

Το σύνδρομο της υπνηλίας

— Σε προειδοποιώ
θα πρέπει να ψάξεις για να με βρεις,
το φεγγάρι κοιμάται σε πολλούς ουρανούς
κι εγώ δεν μετανιώνω για την κλινοφιλία μου.

Το σύνδρομο της τετράγωνης σκέψης

Ήθελα να σου πω:
«να μην ξεχάσεις να διαβάσεις
για τις καθιζήσεις».

Το σύνδρομο της νυχτερινής ακράτειας

Με την οξύτητα του κίτρινου
η ακατάσχετη, ανούσια λογοδιάρροια
διαβρώνει το άκαμπτο στρώμα της νύχτας

Το σύνδρομο της αφωνίας

Προσβάλλει
ένα ποίημα χωρίς ήρωα
ή μήπως μια ζωή χωρίς ποίημα;

Το σύνδρομο της αποπλάνησης

Κι. έτσι το λίκνισμα της θάλασσας
αποπλάνησε το φεγγαρόφωτο.

– Έχεις κολυμπήσει ποτέ
σε σεληνιακή τρικυμία;

Το σύνδρομο της φραγής

Όταν το όστρακο σφίγγει πεισματικά
τα χείλη.

Το σύνδρομο της βουλιμίας

– Τι ταΐζεις τη νεύρωσή σου
και παχαίνει τόσο γρήγορα;
– Μεγάλες μπουκιές υπερβολής.

Το σύνδρομο της νοσηρής φαντασίας

Μόλις βρήκες ένα πράσινο μπαρμπούνι
στο μανίκι σου.

Το σύνδρομο της υστεροφημίας

— Έχεις αναλογιστεί
ως πότε θα σπρώχνεις τα σκουπίδια σου
κάτω από το χαλί του άστρου
για να λάμπεις από μετριότητα;

 

ΠΩΣ ΝΑ ΔΑΓΚΩΣΕΙΣ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ

Το οικογενειακό δέντρο
Το διάτρητο οικογενειακό δέντρο
Το σπίτι του άοκνου τερμίτη.

Οι πατρικοί πνεύμονες
Οι διάτρητοι πατρικοί πνεύμονες
Οι κατακόμβες του αρουραίου.

Οι τρύπες
«Οι νομισματοειδείς σκιάσεις»
Η κομψή ιατρική διάγνωση.

Η περιπέτεια αρχίζει
στο φιστικί δωμάτιο
με ήρωα
ένα παγόνι με τρύπες
ή
ένα τρύπιο παγόνι
ή
ένα παγόνι που το μυαλό του
γέμισε τρύπες.

Η νευρική ταλάντωση του δάσους
με δέντρα κιμωλίες
απελευθερώνει
το προσβλητικό τιτίβισμα
ενός
urlo educato.

Ένα δέντρο νυστάζει
Όλο το δάσος χασμουριέται
Ο εαυτός σου γονιμοποιείται.

Athene noctua

Στη ρωγμή του βράχου
σφηνωμένο το ράμφος
Στη σκιά του βράχου
φυτρωμένος ο αντίχειρας
περιστρέφονται
για να καθρεφτιστούν
στην πράσινη κηλίδα.

Ένα λιβάδι με κόκκινες παπαρούνες
αντικατοπτρίζεται
σε ένα σώμα με κόκκινες φλύκταινες.

«Λοιπόν δεσποινίς μου,
πρόκειται για αλλεργική αντίδραση,
μήπως περάσατε
κάποιο ψυχολογικό σοκ
πρόσφατα;»

Όταν το σφύριγμα ενός φθόγγου
καταδιώκει την πυκνότητα της εικόνας
για να ανακτήσεις τη μνήμη
και να βαπτίσεις το αντικείμενο στο φως
αρκεί να καρφώσεις τη σκιά σου
σ’ ένα δέντρο.

Duellum
Στέκεσαι,
μόνος
ολόγυμνος
απέναντι στις σκέψεις σου
οπλισμένος
με κλαδιά από αλουμίνιο.

0 ορισμός της πράσινης ευφορίας:
Ένα δάσος
από πριόνια δοξάρια
που ατέρμονα ροκανίζουν
μέχρι να πετύχουν
το τέλειο staccato.

Το πρωινό πέταγμα του κορυδαλλού
ξεπλένει σχολαστικά το δάσος
από τις παρενέργειες
ενός ηλιοβασιλέματος.

Στη φωλιά του σκίουρου
αιχμάλωτο
το χελιδονόψαρο
σπαρταρά
δεμένο με λουρί
για να μην πετάξει.

Ανυποψίαστη
η αναπνοή του δέντρου
πιάστηκε
στη φάκα του ποντικού
κι έμεινε πεινασμένη.

Ως γνήσιοι πρωταγωνιστές
σε δεύτερους ρόλους
οι ανεκπλήρωτοι έρωτες
περίτεχνα κρύβουν
τα αυτόγραφά τους
πίσω από το αγκομαχητό
των τσαλαπετεινών
στις κουμαριές.

Όταν ήσουν μικρή
αναρωτιόσουν
αν είναι τα δέντρα
που κυλιούνται στον ουρανό
ή ο ουρανός πάνω στα δέντρα.

Από περιέργεια
οι κόκκινοι στήμονες
ανασηκώθηκαν
για να παρατηρήσουν
τη θρυμματισμένη σου ομορφιά.

– «Τι έχεις να πεις για το πάθος;
– «Δεν έχεις παρά να κοιτάξεις
το λαβωμένο γάτο εραστή
που γλείφει τις πληγές του.

– Τι έχεις να πεις για τον έρωτα;
– Ο καλύτερος ήχος
μετά τη σιωπή του δάσους.

 

 

ΜΙΑ ΠΕΡΙΤΤΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

Αναρωτιέμαι
Με ονειρεύεσαι;

Σαν μια σταγόνα κερί
ή μια πιτσιλιά γάλα;

Οι φακίδες
καλοκαιρινά τρόπαια.
Δικά της.
Οι φακίδες
διεγερτικά χάπια.
Δικά του.


Σου αρέσει
το ξεχαρβάλωμα τελικά
Να θαμπώνεσαι
με στολίδια φωτάκια
Να μπουκώνεσαι
με επίθετα κουραμπιέδες

Όταν βρίσκεσαι σε ποιητική έκσταση.

Το φιλί που μου έδωσες κάποτε
το κρατώ
ως πιθανή σανίδα σωτηρίας.

Τα κουρέλια της προδοσίας
ντύνουν τη μεταμέλεια
με υψηλές ενδυματολογικές
επιλογές.

Ο κόκκινος φιόγκος
στολίζει το γοβάκι της σοβαροφάνειας
και το κεφάλι της φραγκόκοτας.

Για να ξεβουλώσεις επιτυχώς
το σωλήνα των φωνητικών σου χορδών
αρκεί να φυσήξεις
στο λαιμό μιας μαργαρίτας.

Έπρεπε να σε συναντήσω
στη ράχη ενός τραπουλόχαρτου
για να μάθω
ότι το φλος ρουαγιάλ
δεν είναι ζήτημα καλής τύχης
αλλά έξυπνης μπλόφας.

Χωρίς να προλάβεις
να γευτείς το «όλα»
βρέθηκες στο «τίποτα».

Η απώλεια της ιστορίας σου
ήταν απλώς προϊόν
υπερκορεσμένης μνήμης.

Ποτέ δεν είναι αργά
για να μάθεις να δίνεις
δωρεάν αγκαλιές
και να ψάχνεις
για βολικές αλήθειες.

Έχεις μήπως αναλογιστεί
ότι το ζώο που φοράς
αποτελεί από μόνο του
μια δήλωση πολυτέλειας;

Είσαι έτοιμη να μπεις στην καταιγίδα
για να την τακτοποιήσεις
σε κουτιά και κουτάκια;

Μια που όλα βρίσκονται
υπό πλήρη εποπτεία
είναι καιρός πια
να επιδοθείς
σε κάτι ανεξέλεγκτο.

Η κατάκτηση της μοναξιάς
είναι η κοινωνική σου επιτυχία.

Ο ανεμοδείκτης της ζωής σου
βρίσκεται σταθερά στραμμένος
στον προσανατολισμό
του ημίμετρου.

Η χειρότερη αίσθηση:
Να ξέρεις ότι γνωρίζουν
την άγνοιά σου.

Το νόημα της ύπαρξής σου
συνοψίστηκε στην ευγονική.

 

POSTSCRIPT

Είναι γεγονός
Οι γυναίκες λεκτικοποιούν τα συναισθήματα τους.
Αν μπορούσες μόνον να ξεκολλήσεις κάτι από μέσα σου
Να το καταθέσεις.
Όχι έντερα όμως παρακαλώ!

Δεν βλέπω
πίσω από τα μάτια σου
που σαν λερωμένα τζάμια με κοιτάζουν.
Με εμποδίζει ο συσσωρευμένος θυμός τους
που ποτέ επαρκώς δεν εκτονώθηκε.

Η διχασμένη σου ταυτότητα
πάντα θα ταλαντεύεται
ανάμεσα
στο «πανάριστον» και
στο «παν μέτρον άριστον».

Γιατί είσαι θυμωμένη;
Έτοιμη να εκραγείς κάθε λεπτό.
Τελικά είναι πρόβλημα να μη λες
αυτό που σκέφτεσαι
και να εξοργίζεσαι με την επιλογή σου.

Μαργαριτάρια και νεκρές καρδιές
είναι τα ποιήματα που ζούνε μέσα στα
Τα ξεκολλάς από το σώμα σου
Τα πετάς στη θάλασσα
Με ανακούφιση.

Δεν άκουγα
Δεν ήθελα ν’ ακούω
Ήθελα μόνο να φεύγω.

Οι μικρές κυρίες
Δεν μεγαλώνουν
Δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους
να μεγαλώσει.

Είσαι φημισμένος.
Όλοι σε ξέρουν
Αλλά κανείς δεν σε ανακάλυψε
Ακόμη.

Η υποσημείωση αφορά την υποχρέωση
σε ένα φάντασμα.

 

 

ΜΕ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ (;)

Η ίδια αγωνία κάθε φορά.
Αν ο στίχος θα έχει χαλαρή ή σφιχτή πλέξη.
Αν η βελόνα πλεξίματος ξεφύγει από το θηλύκι
και τρυπήσει θανάσιμα τη λέξη.
Αν το ποίημα πεθάνει άδοξα
από ακατάσχετη αιμορραγία.

Αν το ειδικό βάρος ενός ποιήματος
μετριέται σε τέχνη ή συναίσθημα
δεν είναι το θέμα
αλλά το αν είναι ικανό να φωτίσει
μια μικρή ή μεγάλη αλήθεια.

 

 

 

ΔΟΚΙΜΙΟ

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΗΤΤΑΣ (2013)

 

Δεν συμπονούμε τον ασθενή

1
Η Ποίηση: σαν ακριβό γαλλικό άρωμα
φοριέται σε σταγόνες. Μία πίσω από κάθε αυτί.

2
0 φθόνος: ένα παγκόσμιο αγαθό.

3
Το αντίδοτο της μοναξιάς: η ελευθερία.

4
0 έρωτας και το μίσος: δύο θηρία άγρια, σαρκοφάγα.

5
Βασική αρχή επαγγελματικής δεοντολογίας:
δεν συμπονούμε τον ασθενή.
Αγνοούμε τους συγγενείς.
Βασική αρχή επιβίωσης:
δεν συμπονούμε τον συνάνθρωπο.

6
Αυτόματος μηχανισμός επιβίωσης σε τοξικό περιβάλλον:
η Ποίηση…

 

Ο χρόνος έξω απ’ τον κόσμο

22
Ποιος βρίσκεται πού;
Ο κόσμος έξω από τον χρόνο ή ο χρόνος έξω από τον κόσμο;
Ο χρόνος στον κόσμο του ή ο κόσμος στον χρόνο του;

23
Δεν αναρωτιέμαι πια. Το αποφάσισα: ο καλλιτέχνης όταν δη-
μιουργεί είναι ταυτόχρονα καλός και κακός, Θεός και Διάβο-
λος, δυνατός και αδύναμος, πιστός και άπιστος. Αιχμάλωτος
στο φως, ελεύθερος στο σκοτάδι.

24
Μοιράσαμε δίκαια τις μεταφυσικές δουλειές —
εσύ βλέπεις τα όνειρα
κι εγώ κάνω τις προβλέψεις.

25
Το στρείδι ήταν σκουριασμένο
και το μαργαριτάρι άφαντο.

26
Ο απόηχος της χαμένης ευδαιμονίας
αντιλαλεί τόσο δυνατά όσο κι ένα συναχωμένο δάσος.

27
Η τιμή μιας χώρας χάνεται πάντα μαζί με τη συνείδηση των
κατοίκων της.

28
Τι ευχήθηκα να γίνω όταν μεγαλώσω;
Μια τρομερή ματιά. Μια πραγματική ανατροπή.

29
Το μαγικό κελάηδημα ενός μικροσκοπικού πουλιού:
καμιά ποιητική πέννα δεν μπόρεσε ποτέ να το περιγράφει.
Άλλος ένας θεϊκός δάκτυλος.
Στα πιο ασήμαντα πλάσματα έχει δοθεί η μεγαλύτερη χάρη.

30
Ο ανεμοστρόβιλος της ζωής σαρώνει πρώτα το σώμα ή το
πνεύμα;

31
Η ευθραυστότητα ταιριάζει καλύτερα στους αναξιοπαθείς. Εσέ-
να θα σου ταίριαζε να είσαι ένα συλλεκτικό βάζο της δυναστείας
των Μίνγκ, ανυπολόγιστης αξίας, το οποίο από το μόνο
που θα κινδυνεύει θα είναι ένα απρόσεκτο αδέξιο χέρι ή μάλλον
ένα μνησίκακο ξεσκονόπανο.

32
Γυναίκα: πολυδιασπώμενο ον με αυτοματικό μηχανισμό
αποτελεσματικής συγκόλλησης θραυσμάτων.

 

Υπερασπίζοντας την Ύπαρξη

43
Υπερασπίζοντας την Ύπαρξη, υπερασπίζεσαι την Ποίηση.
Υπερασπίζοντας την Ποίηση, υπερασπίζεσαι την Ύπαρξη.

44
Η μνήμη που απωλέσαμε ευφάνταστα μεταφράζεται
σε χρονοπόνο.

45
Η Σούζαν Σόνταγκ εύστοχα είχε πει:
«Ποτέ δεν ξέρεις τι φύλο είναι κάθε μέρα που έρχεται
όπως δεν ξέρεις τι ηλικία έχεις κάθε μέρα που περνάει».
Επιτέλους κάποιος κάποτε προώθησε την απενεχοποίηση της ζωής.

46
Αφήστε με να υποδυθώ για μια φορά τον Άνθρωπο.

47
Ο βολικός Άλλος είναι ο ελαττωματικός Άλλος.

48
Μέσα σε κάθε αυθεντικό άνθρωπο ζει μια μεταφυσική ιστορία.

49
Όταν είπες «τώρα επιτέλους μπορώ να ζήσω»
τότε ήταν που πέθανες.

 

Κάκτοι κι ανεμόμυλοι

50
Οι ανεμόμυλοι φυτρώνουν με τους κάκτους στην έρημο της
αυταπάτης.

51
Οι ημέρες· πανομοιότυπα αναβράζοντα δισκία.
Υψηλής διατροφικής αξίας.

52
Το κοινό ανάμεσα σ’ ένα ποιητή, ένα φιλόσοφο και μια μύγα:
Κατά καιρούς αποδεικνύουν ότι ανήκουν στα πιο περιφρονημένα
όντα.

53
Το σώμα όπως ακριβώς και η γλώσσα ξέρει να παίζει καλά το
παιχνίδι των λέξεων. Όταν ένα και μόνο γράμμα χωρίζει με μια
δρασκελιά μια χαράδρα από έναν αιθέρα την οδύνη από την
ηδονή.

54
Ο ποιητής είναι ένα εξωτικό φρούτο
που προσφέρει τον εαυτό του στον αναγνώστη
σαν επιδόρπιο με γεύση μάνγκο.

55
Όταν βλέπεις από μακριά τα γαϊδουράγκαθα σαν τριαντάφυλλα.
Αυτό αποστρέφομαι. 

 

Να ζεις σαν θεατρίνος

67
Αγαπώ τα πουλιά που χτίζουν εναέριες φωλιές, γιατί έτσι βλέ-
πω τα πιτσιλωτά όνειρα να εκκολάπτονται μέσα σε καμπανού-
λες από χόρτο που κρέμονται στον αέρα.

68
Τα ελάφια είναι τα ζώα που με συγκινούν με την εκφραστική
αθωότητά τους. Η αθωότητά τους εκλύεται στην ατμόσφαιρα.
Η αθωότητά τους έχει άρωμα. Αν μπορούσε να συσκευασθεί σε
γυάλινα μπουκάλια, τότε θ’ αγόραζα άρωμα ελαφιού.

69
Η τέχνη είναι ένας αόρατος λαβύρινθος. Για έναν απλό λόγο:
η τέχνη διεγείρει την προσωπική σου επιλογή και μια επιθυ-
μία. Να βλέπεις αυτό που θέλεις. Να διαλέξεις να δεις αυτό
που περισσότερο επιθυμείς.

70
Οι αμετανόητοι ονειροπόλοι είναι καταδικασμένοι να ψήνονται
στην κόλαση των ονείρων τους.

71
Περπατάς στο περίγραμμά σου γεμάτος περιέργεια.
Ανακαλύπτεις τα όρια σου.
Εκεί είναι ο τόπος. Εκεί όπου ο πόνος κατοικεί. 

72
Τα όνειρα του ύπνου είναι ό,τι δεν μπορείς να θυμηθείς, αλλά
τα όνειρα του ξύπνου ό,τι δεν μπορείς να ξεχάσεις.

73
«Το θέατρο δεν έχει μνήμη, κάτι που το καθιστά την πιο υπαρξιακή
τέχνη». Το σώμα όμως έχει μνήμη. Για να την απολέσει
και να σταματήσει να πονά πρέπει να ζει σαν θεατρίνος.

 

Πώς να σώσεις ένα κόσμο που δεν θέλει να σωθεί;

87
Ο Ντοστογιέφσκι πίστευε ότι η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο.
Αν όμως ζούσε σήμερα, η κυρίαρχη πλαστική ομορφιά της εποχής
θα του άλλαζε άμεσα τη γνώμη.

Πώς να σώσεις ένα κόσμο που δεν θέλει να σωθεί;

 

89
Η καθαρότητα των αισθημάτων: ένα σπάνιο θηλαστικό του
ζωικού βασιλείου το οποίο τελεί υπό εξαφάνιση.

90
Η ελπίδα είναι η μοναχοκόρη του δράματος.

91
Ένα πονηρό καλαμάρι που κρύβεται στο βυθό με στολή παραλλαγής
είναι η έμπνευση. Όταν την ανακαλύψεις θα σε τυλίξει
σφιχτά στα πλοκάμια της. Μετά θα σ’ εγκαταλείψει πνιγμένο
μέσα σε νέφη μελάνης.

 

Η πτητική ικανότητα (της Mary Poppins)

92
Η τύχη; Μια ασθένεια επιλεκτική από την οποία δεν πρόκειται
όλοι να νοσήσουν.

93
Στις ηρωικές σκέψεις πρωταγωνιστεί ο ήσυχος θεατής που
θωπεύει με το βλέμμα έναν ανήσυχο κόσμο. Στις ηρωικές
πράξεις ο πρωταγωνιστής αντιπαθεί τα χάδια και συνήθως
απουσιάζει.

94
Η σχέση με τον εαυτό και τον κόσμο είναι μια βαθιά αμφίθυμη
σχέση που ταλαντεύεται πάνω σε κύματα από αναρχικό αίμα.

95
Για πρώτη φορά ένας λαός είναι φοβισμένος περισσότερο
απέναντι στη ζωή παρά στο θάνατο.

96
Αν είχες για μόνο μέσο μεταφοράς και απόδρασης μια μαύρη
ομπρέλα.

 

Η μετατόπιση του ονείρου

123
Μεγάλοι θηρευτές τα όνειρα, που παραμονεύουν στο σκοτάδι
για να σε βάλουν στον απάνθρωπο κόσμο του φανταστικού.

124
Η μόνη πραγματικότητα είναι η αόρατη πραγματικότητα.

125
Όλη αυτή η κοσμική τακτοποίηση να καταλήγει τόσο άδοξα
στο χάος…
126
Ένας εξωτικός προορισμός η ζούγκλα της ψυχής.

127
Το μεταφυσικό επίτευγμα της Ποίησης είναι η μετατόπιση του
ονείρου στην πραγματική ζωή.

128
Στην Τράπεζα του Ουρανού να καταθέτεις, έλεγε ο Μάνος
Χατζιδάκις. Κι αυτή είναι η τράπεζα που επιλέγει ο Ποιητής
για να καταθέσει τις ονειροπολήσεις του. Οι τόκοι θα είναι μια
μεταθανάτια έκπληξη.

129
Η Ποίηση δένεται στη Ζωή με το αόρατο νήμα που συγκρατεί
την ορατή και αόρατη τάξη. Ή μήπως την αταξία;

130
Το πραγματικό αποζημιώνει τον ορθολογιστή με την ύπαρξή
του. Το ιδανικό προδίδει τον ονειροπόλο με την ανυπαρξία του.

 

Μια παράταιρη γεωμετρική σχέση

146
Πού να κρυφτεί κανείς από τις λέξεις; Στη στροφή του δρόμου
καραδοκούν και σχεδόν πάντοτε ορμούν σε κάθε ατάλαντο ποιη-
τή για να τον ποδοπατήσουν.
147
Οι λέξεις είναι οι επίδοξοι απαγωγείς του Ποιητή. Ζητούν για
λύτρα το βάρος του σε μελάνι.

148
Ένα τετράγωνο κι ένας κύκλος. Μια παράταιρη γεωμετρική
σχέση όπως αυτή του Κυνισμού με τον Λυρισμό.

149
Ξεχειλώνοντας τις ραφές του ο ποιητής χωράει πιο άνετα στο
ποίημα. Ξηλώνοντας το ποίημα το ίδιο, ανακουφίζεται.

150
Η αθανασία σού ανήκει, επίδοξε ποιητή. Η πειραγμένη σου
φαντασία αποβαίνει σε αυτό το θέμα χρήσιμη και δημιουργική.

151
Στις πύλες της αιωνιότητας επικρατεί ο μεγαλύτερος συνωστι-
σμός από υπερεκτιμημένους συγγραφείς κυρίως.

152
Ο μόνος που μονοπωλεί ερωτικά τη Μούσα είναι ο θεός της
Ποίησης. Οι υπόλοιποι απλά την φαντασιώνονται. 

 

Η γονιμοποίηση τον χρόνου

153
Ρολόι ακρίβειας φορά άνθρωπο πολυτελείας. Άνθρωπος ακρί-
βειας φορά ρολόι πολυτελείας.

154
Όσο ο χρόνος ανέραστος παραμένει, ο χρόνος της ζωής επιταχύνεται.
Από την άλλη, ο χρόνος του σύμπαντος επιβραδύνεται
περπατώντας ανάποδα σαν το καβούρι. Συμπέρασμα: όταν η
ανθρωπότητα συνουσιαστεί κάποτε μαζί του ίσως πετύχει την
πολυπόθητη αναπαραγωγή του.

155
Με την επιβράδυνσή του τακτοποιεί ήδη ο χρόνος την αταξία
του σύμπαντος. Ξεκινά εξαφανίζοντας όλα τα διακοσμητικά
του αντικείμενα.

156
Φωνές διαττόντων αστέρων: η άδηλη αναπνοή του σύμπαντος.

157
Ο χρόνος θα σταματήσει όταν αποσυνδεθεί. Μένει να βρούμε
την πρίζα του σύμπαντος.

158
Σε δύο μόνον περιπτώσεις η πολυθραυσματική μας ύπαρξη γίνεται
άρρηκτη και συμπαγής. Όταν αγαπάμε κι όταν ονειρευόμαστε.

 

Η Τέχνη είναι ένας θηριοδαμαστής

167
Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ο θρίαμβος της χημείας. Μια φού-
σκα έτοιμη να εκραγεί κάθε λεπτό γεμάτη τοξικά αέρια.

168
Η Τέχνη είναι ένας θηριοδαμαστής. Εξημερώνει τις άγριες ψυ-
χές των ανθρώπων.

169
Είναι πολύ βρόμικος αυτός ο κόσμος. Τι να σου κάνουν κι οι
ονειροπόλοι; Δεν διαθέτουν προηγμένα απολυμαντικά. Το μόνο
που ξέρουν να φτυαρίζουν είναι αστερόσκονη.

170
Όταν νιώσεις την ανάγκη να δημιουργήσεις, κανείς δεν μπορεί
να σε σταματήσει. Θα δημιουργήσεις ακόμα και φυλακισμένος
στον πάτο ενός πηγαδιού.

171
Την άοκνη βελόνα του μετρονόμου προσπαθείς ν’ απορρυθμί-
σεις όλη σου τη ζωή.

172
Ο άνθρωπος σαν ζωντανό ρολόι ξεκουρδίζεται όποτε περιφρονεί
τον χρόνο. Ξανακουρδίζεται όμως κάθε φορά που το πεπρωμένο
του αποδεχτεί. 

173
Ο καλλιτέχνης είναι καταδικασμένος να ζει σ’ έναν άξεστο
κόσμο. Και να τον καταγράφει.

174
Αγαπητέ συνάνθρωπε που ζεις κι επιβιώνεις σε ιχθυοφάγο
ωκεανό, να περιγράφεις τον πόνο σου με φυσαλίδες. Τότε ίσως
σε καταλάβουν καλύτερα.

 

Τοπία εικονικής πραγματικότητας

189
Ούτε η θάλασσα δεν μπορεί πια να χωνέψει τα σύγχρονα σκουπίδια.
Τα γαστρικά της υγρά είναι παρωχημένης τεχνολογίας.
Μόνον σμήνη από πεφταστέρια βυθίζονται μέσα της λιώνοντας
σαν αναβράζοντα δισκία.

190
Τα αυτοκίνητα του μέλλοντος δεν θα χρειάζονται οδηγό. Θα
είναι τηλεκατευθυνόμενα. Όπως οι άνθρωποι. Όπως η ζωή. Το
θέμα είναι ποιος θα κρατά το μεγάλο τηλεχειριστήριο.

191
Ποίηση είναι ο κόσμος που καλείσαι να πλάσεις δημιουργώντας
μια νέα πραγματικότητα που θα σε αφορά δουλεύοντας επίμονα
σαν πλαστελίνη την ψυχή σου.

192
Η ομορφιά είναι μια φτωχή λέξη για ό,τι, για όσα δεν
περιγράφονται.

193
Τα τοπία εικονικής πραγματικότητας. Άριστη προετοιμασία
για το άγριο μέλλον που έρχεται. Τα ειδυλλιακά τοπία που
ζήσαμε θα είναι προϊόντα επιστημονικής φαντασίας. Η δύναμη
της εικόνας όλα τα καταπίνει.

194
Σχήμα οξύμωρο: η απληστία ενός ξεδοντιασμένου κόσμοι

195
Τα πουλιά της γης: αλυσοδεμένοι βαρυποινίτες.
Οι μετεωρίτες: γαλαξιακά περιττώματα.
Τ’ αστέρια: οι χρυσόμυγες του Θεού!

Η ευγένεια αγαπάει τους καρναβαλιστές

228
Οι εφιάλτες δεν σε ξεχνούν. Όπως και τα φαντάσματα άλλωστε.

229
Η έλξη και απώθηση των ουράνιων σωμάτων καθρεφτίζεται
σε μια γήινη πορνογραφική χορογραφία.

230
Παρατηρείς από κοντά την ελευθερία των Άλλων· την περιπέτεια
του ανθρώπινου ελαττώματος.

231
Ο δάκτυλος του προσωπικού βιώματος γαργαλάει τη μασχάλη
της φαντασίας και ο δάκτυλος της φαντασίας γαργαλάει την
φτέρνα του βιώματος. Το ποιητικό έργο πεθαίνει γελώντας.

232
Όταν η ομορφιά σ’ αποστομώνει, το απόλυτο λογοτεχνικό αγαθό
είναι η σιωπή.

233
Ο 21ος αιώνας θα χαρακτηριστεί άνετα ως εποχή άδοξου
τεχνολογικού ρομαντισμού.

234
Συνοπτική ερμηνεία της Ποίησης: τέχνη ακατάλληλη για
πεζούς.

235
Ζωή είναι ο φόβος του θανάτου.

236
Η ευγένεια, που είναι ένα είδος μεταμφιεσμένης καταπίεσης,
αγαπάει τους καρναβαλιστές.

237
0 έρωτας είναι ένας παρεξηγημένος λιμπερτίνος.

238
Η αιώνια αγάπη: μια ταινία δράσης επιστημονικής φαντασίας.

239
Η αγάπη: γαλαξιακή περιπλάνηση.
Χωρίς τοίχους, χωρίς φυλακές, χωρίς δεσμεύσεις.

240
Η αγάπη στην αφετηρία
η τόλμη της ομορφιάς.
Η αγάπη στην πορεία
η ομορφιά της τόλμης.
Η αγάπη πρώτη στο τέρμα
η ελευθερία της τόλμης.

 

 

Ο βηματισμός της ψυχής

256
Τι να πρωτοδιαλέξεις ανάμεσα στην ματαιότητα της ομορφιάς
και στην ομορφιά της ματαιότητας;

257
Ελάχιστοι το γνωρίζουν, όμως χρειάζεται μεγάλη δόση
ενέργειας για να δείχνεις εύθραυστος.

258
Η ομορφιά είναι η λεπτεπίλεπτη κόρη της ευθραυστότητας

259
Αν ήταν η ευθραυστότητα μεταδοτική, ο κόσμος θα πρόσεχε
περισσότερο. Μην πέσει και σπάσει.

260
Ο δημοφιλέστερος φόβος είναι ο φόβος του θανάτου. Τώρα
προέκυψε και ο φόβος της ζωής.

261
Ο Άινσταϊν αρνήθηκε μια επέμβαση σωτηρίας. Μια ιδιοφυία
οφείλει πάντα να πεθάνει κομψά.

262
Είναι ο φόβος ενστίκτου που τη μνήμη ρηχαίνει. Άλλωστε σε τι
αποσκοπεί μια συλλογή από ενθύμια τραυμάτων;

263
Ο βηματισμός της ψυχής: ένας ρυθμός που δεν ξεχνιέται.

264
Το μόνο που δεν μπόρεσε να του κλέψει η αμνησία ήταν οι
νότες. Το μόνο που θυμόταν να κάνει ακόμα ήταν να παίζει
τσέλο.

Σύγχρονος Κοντορεβυθούλης

293
Η πλήξη της κανονικότητας· παγκόσμια καταδίκη.
Η ζωή σαν μια πινακοθήκη εγωιστικών ανδρείκελων.

294
Πετυχημένος στο διαδίκτυο. Αποτυχημένος στη ζωή.

295
Μέσα κοινωνικής δικτύωσης: ναρκωτικά νέας γενιάς.

296
Ο θαμώνας του ψηφιακού χάους: «Δεσμώτης ιλίγγου».

297
0 φαντασιοκόπος είναι ο δηλωμένος δενδροβάτης της υπερβολής.

298
0 σύγχρονος Κοντορεβιθούλης είναι χαμένος για πάντα. Ούτε
ψίχουλα ούτε βοτσαλάκια. Το αχόρταγο διαδίκτυο όλα τα
χωνεύει στο μεγάλο χωνευτήρι της ευτέλειας.

 

Ψευδαισθητικά κατοικεί ο άνθρωπος

316
Σήμερα ψευδαισθητικά κατοικεί ο άνθρωπος.

317
Η καλύτερη ευχή σε έναν αλαζόνα ατάλαντο και επιπλέον
κλέφτη και ψεύτη ποιητή: να γίνει κακιά σκόνη.

318
Να αποδράσεις από τον ασφυκτικό κλοιό που σε πνίγει: μια
επανάσταση ενάντια στην ενοχή. Να μην είσαι πια το θύμα μιας
κατάστασης, αλλά να γίνει η κατάσταση το δικό σου θύμα.

319
Να προχωράς ξεχνώντας είναι κι αυτό ένα σύστημα προόδου.

320
Η πλέον ορκισμένη εχθρός του ποιητή: η κανονικότητα.
Η πλέον απωθητική κατάσταση: η πλήξη της κανονικότητας.

321
θα σου λένε κάποτε:
το βραδινό χάπι μην ξεχάσεις για την ακράτεια ονείρων.

322
0 ποιητικός εγκέφαλος: ο ορισμός του χάους.

 

Τα όνειρα να τα ξυπνάς

345
Τι παράξενο αλήθεια!
Η καριέρα του απογειώθηκε μόλις προσγειώθηκε η ζωή του.

346
Τα ζιζάνια μαραίνουν τα άνθη. Θα πρέπει ν’ αποφασίσεις με
ποιόν θέλεις να ζεις. Με τα ζιζάνια ή με τα άνθη; Εκτός κι αν
προτιμάς να φοράς εντομοκτόνο.

347
Μόνον η ύπαρξη οφείλει να είναι φωτεινή. Όλα τα άλλα
ανήκουν στο σκοτάδι.

348
Ζήλεια και κτητικότητα: τα κοινωφελή ζιζάνια του έρωτα.

349
Το θέμα δεν είναι ν’ ακολουθείς τ’ όνειρό σου νεαρέ Βέρθερε,
αλλά να το προσπεράσεις.

350
Τα όνειρα τα ξυπνάς όποτε εσύ επιλέξεις.

351
«Η μοίρα όλων μας είναι να μην μας κατανοούν».
Έτσι θέλουμε να πιστεύουμε αφού το δικαίωμα στο όνειρο ήταν
ανέκαθεν μια βολική παραίτηση.

352
Το ότι η ζωή του ανθρώπου δεν είναι παρά ένα όνειρο το έχουν
πει πολλοί, είπε ο Γκαίτε δια στόματος Βέρθερου. Μόνο που
αυτό το όνειρο καλό θα ήταν να το ξυπνήσουμε κάποτε.

 

Ο θορυβοποιός

380
Η εικόνα έγινε μοιραία εθισμός. Όμως η εικόνα θα τρέχει πάντα
με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Κι εσύ θα είσαι καταδικασμένος
στην μάταιη καταδίωξη του άπιαστου.

381
Είσαι βαθιά βουρκωμένος. Η λέξη βουρκώνω, έτοιμος να
δακρύσω, παίρνει άλλη διάσταση, αυτήν της ακινησίας και του
πνιγμού μέσα σε πηχτό ακάθαρτο δύσοσμο υγρό κι αυτό
σίγουρα όχι δακρύων.

382
Ζούμε σε μια εποχή όπου κανένας δεν δίνει σε τίποτα προσοχή
παραπάνω από πέντε λεπτά. Κυρίως κανείς δεν κοιτάζει τον
διπλανό του. Είναι μια εποχή αναίτιας αντιπαραγωγικής
ανυπομονησίας. Μια πολυδιασπαστική εποχή, ένας φακός χωρίς
focus.

383
Μια νέα εποχή προσγειώθηκε επάνω μου. Μια εποχή όπου η
φαντασία έγινε λογική και η πραγματικότητα παράλογη.

384
Οι αποτυχημένοι άνθρωποι απολαμβάνουν τουλάχιστον
επιτυχημένα όνειρα.

385
Η καρδιά αγνοεί όσους την παραμελούνε.

386
Οι μανιώδεις συλλέκτες άψυχων πραγμάτων, όσοι επενδύουν
στην ύλη καταλήγουν επηρμένοι ιδιοκτήτες αχανών νεκροταφείων.

387
Η κατάσταση ακραίου πόνου είναι ένα είδος διεστραμμένης
απόλαυσης.

 

Για ποιόν ρομαντισμό;

407
Μην τραυματίζετε άλλο την Ελληνική Ποίηση. Δεν είναι μόνο
η ανιαρή σοβαροφάνεια που την κάνει να αιμορραγεί. Είναι η
έλλειψη χιούμορ από την οποία χρόνια τώρα υποφέρει.

408
Η εξυγίανση έρχεται πάντα μέσα από την εξαθλίωση.

409
Τι κοινό μπορεί να έχει μια όμορφη πεταλούδα Hebomoia
Glaucippe με το μικροσκοπικό θαλάσσιο σαλιγκάρι Conus
Marmoreus; Και οι δύο είναι εξοπλισμένοι με πανίσχυρο
δηλητήριο για την εξόντωση των εχθρών τους. Σκέφτομαι πως και
ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχουν δηλητηριώδη είδη τυχερά
προικισμένα με φυσική άμυνα.

410
Συνταγή διάσωσ