ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΙΑΚΩΒΟΥ

Η Χρυσάνθη Ιακώβου έχει σπουδάσει Ελληνική Φιλολογία και εργάζεται ως
δημοσιογράφος.
Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά στα οποία δημοσιεύει κριτικές βιβλίων και συνεντεύξεις με συγγραφείς, καθώς και κείμενα για τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο.
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Αχ-έρων, Βακχικόν 2013 Τεθλασμένοι χρόνοι, Βακχικόν 2017, Lacrimosa 2021 ενώ έχει συμμετάσχει με ποιήματα και διηγήματα σε συλλογικές εκδόσεις.
Διατηρεί τη προσωπική ιστοσελίδα http://www.chrisantiiakovou,gr

.

.

LACRIMOSA (2021)

ΘΕΑ

Τα αστέρια
κι ο ουρανός γυμνός από σύννεφα
κι από την έγνοια της βροχής,
τόσο ανάλαφροι
τόσο μικροί
στο μπαλκόνι του κόσμου,
κάπου ανάμεσα
στις Πλειάδες και τις Υάδες
θυμάμαι μου ’πες σ’ αγαπώ,
έμεινε το —ω— να αντηχεί
στα σοκάκια των ετών,
Θεέ μου, σκέφτηκα,
τι θέα τούτη του ουρανού που μας χάρισες
ξαπλωμένοι εδώ
στο γκρίζο τσιμέντο της ταράτσας.

ΑΛΛΑΓΗ ΠΟΡΕΙΑΣ

Η απάντηση ήρθε κάποτε
μέσα από μια μήτρα
ζεστή υγρή και κόκκινη
στον θλιμμένο σπασμό της,
υπάρχει μια ειδική ευχή
για τα παιδιά που δεν γεννιούνται ποτέ
αυτά που πάνε αντάμα
με τις μισές ελπίδες,
στους μικρούς θανάτους της ημέρας μας
σκάβονται υπόγεια μονοπάτια,
χωρίς να το ξέρουμε
αλλάζουμε σύνορα τις νύχτες,
ξυπνάμε σ’ άλλες χώρες
σ’ άλλες ιδέες
σ’ άλλες παρηγοριές.

ΑΛΛΑΓΗ

Στις ρωγμές του προσώπου σου
βουλιάζει ο χρόνος
η μέρα
κι εκείνα τα λόγια
που μου ψιθύρισες κάποτε
κάτω απ’ το χλωμό φως της λάμπας,
στις ρωγμές του προσώπου σου
διαχέονται το φως και το σκοτάδι
και οι μεγάλες απαντήσεις της μοίρας,
στις ρωγμές του προσώπου σου
μπορώ να δω
το παρελθόν το παρόν και το μέλλον
κι εκείνο το κορίτσι
που κάποτε ξάπλωνε κι ονειρευόταν
κάτω από τον έναστρο ουρανό.

ένα ατελείωτο νεκροταφείο ο κόσμος
από φτηνές προθέσεις
που πέθαναν στη νιότη τους

ΑΠΟΛΕΣΘΕΙΣΑ ΕΥΧΗ

Η αθόρυβη πτώση
μιας χαμένης ευχής
μέσα στο πηγάδι
των λησμονημένων ονείρων,
πέτρινα τα χρόνια
τα χέρια τραχιά,
δεν είμαστε αυτοί
που ευχηθήκαμε να γίνουμε,
φοράμε γκρίζα παλτά
περιδιαβαίνουμε στους δρόμους
η ματιά μας δεν φτάνει πιο πέρα
απ’ την επόμενη στροφή,
δεν είμαστε αυτοί
που θα μπορούσαμε να γίνουμε
μα μήτε το μετανιώσαμε
μήτε το καταλάβαμε κιόλας.

ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ

Μια λωρίδα ήλιου
για εμάς τους φτωχούς
τους δίχως αισθήματα
τους δίχως άλγος
και δίχως ψυχή,
άδεια τα σώματά μας
κλειστά τα παράθυρα
γυρεύουμε έναν ήλιο ψεύτη
για επιβεβαίωση.

ΜΙΣΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

Φεγγάρι αυγουστιάτικο
όχι το ολόγιομο
το υπερήφανο
το υπεροπτικό
που ’χει συνηθίσει
τον θαυμασμό του κόσμου,
μα εκείνο το ημιτελές
το μελαγχολικό
που κάτι όλο ζητά κι ένα κομμάτι λείπει
που κρυφά κρυφά
σκαρφάλωσε αχνό
σε έναν καταγάλανο
και πλάνο ουρανό.

Και το πουλί κοιμήθηκε
στη σάπια αποβάθρα
χωρίς να νοιάζεται
για την πολυκοσμία
ή για την κακία των ανθρώπων

ΕΜΠΟΛΕΜΕΣ ΧΩΡΕΣ

Αφαιρέσαμε τα σύννεφα απ’ τον ουρανό
και το βαθύ γαλάζιο μάς τύφλωσε,
πόλεις χώρες νησιά
σε συνεχή διεκδίκηση,
σταυρώσαμε το εμείς
και μείναμε μονάχοι.

ΠΟΡΕΙΕΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΕΣ

Τα φέρετρα που μετακινούνται,
τα κρεβάτια που πηγαινοέρχονται των αρρώστων,
θάψαμε τα όνειρά μας
σε γκρίζους τοίχους κλινικών
και σε αυλές νεκροταφείων,
τα μωρά που κλαίνε τις νύχτες,
τα φεγγάρια που γεμίζουν
σ’ έναν βλοσυρό ουρανό,
πνίξαμε τα όνειρά μας
στις στιγμές μας,
τα ρολόγια πορεύονται
οι πομπές συνεχίζονται.

ΡΕΚΒΙΕΜ

Θα σκίσεις τους ουρανούς,
τα σύννεφα θα στάζουν τη θλίψη σου,
ω πραγματικότητα
της ομορφιάς θάνατε,
κρύφτηκε
η ομορφιά σου κρύφτηκε
στον ματωμένο ήλιο του πρωινού
στις βαμμένες κουρτίνες του απογεύματος
στο αποτύπωμα των χειλιών σου
στο ποτήρι του καφέ,
η ομορφιά του κόσμου κρύφτηκε
χάθηκε
διαλύθηκε
τότε
που έσκιζες τους ουρανούς
που έστυβες τα σύννεφα

Και τότε κάποιος ψιθύρισε:
Lacrimosa.

(Διαβάζεται με τη συνοδεία του “Lacrimosa” του Zbigniew Preisner).

.

ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ (2017)

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

Τεθλασμένα καλοκαίρια
ενός δειλινού ανερμάτιστου,
μια διαδρομή σ’ ένα αμάξι
σ’ ένα δρόμο ατελείωτο
δίχως αρχή
και δίχως τέλος
και δίχως προορισμό,
τυχαίοι διαβάτες
που τολμήσαμε να διασχίσουμε
μια μέρα ωραία
την άγνωστη λεωφόρο,
με ένα σακίδιο στους ώμους
κι έναν ήλιο
που μας κοίταζε και μας έγνεφε
μέσα απ’ τους σπασμένους καθρέφτες
ενός τοπίου αδάμαστου.

ΠΟΡΕΙΑ, ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ

Δε θυμάμαι-
ένα όνειρο
που διεκόπη έξαφνα
από έναν ύπνο,
κι εκείνα τα δάχτυλα
ένα βράδυ που έπαιζαν πιάνο
και προσπαθούσαν
να φτάσουν την αιωνιότητα,
και οι στροφές των δρόμων
και οι συστάδες των δέντρων
που κατάπιναν το αμάξι,
πορευόμασταν
άλλοτε τυφλοί
άλλοτε απελπισμένοι
μέχρι που αίφνης
μας βρήκε η νύχτα.

ΘΕΡΟΣ ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΟ

Κι ο ήλιος ακυβέρνητος
πάνω από τα σταυροδρόμια
των διαδρομών μας,
ένα καλοκαίρι
σ’ έναν έρημο δρόμο σκονισμένο
δίχως στάλα βροχή
-και δίψασα,
πόσο δίψασα
στην παραζάλη του θέρους
στη λανθάνουσα γεύση των χειλιών σου,
γοργά τα ημερολόγια
που αφήνουν τα φύλλα τους στον άνεμο,
κι ο ήλιος ακυβέρνητος
να ζεσταίνει
τα ιδρωμένα κορμιά το απομεσήμερο
μέσα από τα σφαλιστά παντζούρια,
να καθηλώνει
τα άδεια κρεβάτια
τις ανυπόφορες νύχτες του Αυγούστου.

ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ

Αβάσταχτα
σε έναν ωκεανό
από χαμένες εικόνες,
μια παλίρροια
που ανακατεύτηκε με ανάσες μισές
ιδρωμένες,
φως
στην επιφάνεια των υδάτων,
σιωπή
στον αιώνιο παφλασμό των βράχων,
πηγαινοέρχεσαι
σκυφτός
αναποφάσιστος
μια ρωγμή
στην απουσία των πραγμάτων,
μια αυγή
ρόδινη
σαν του τέλους το αίμα,
η ηρεμία
στην έλλειψη της,
αγαπώ
ό,τι έχει από καιρό απομείνει
στο άγγιγμα μιας παλάμης,
να έρχεσαι
και να φεύγεις
να στέκεις μακριά
και να υποκλίνεσαι
στις συμβάσεις,
[στις φωνές
να λες όχι,
να μ’ αφήνεις
ξανά,
να απομένεις,
μια συναλλαγή
παράνομη
στα όπλα και στους τρόπους,
ν’ αφήνεις το ρίσκο,
εσύ
η ουσία των πραγμάτων,
να εγκαταλείπεις
ό,τι άφησες στη μέση να γίνει
μονάχο,
μην έρθεις,
να ξέρεις να στέκεσαι
στην ισορροπία του ύδατος.
Θραύσματα.

ΑΣΤΟΧΙΑ (II)

Κι ήταν κι αυτή
η απέλπιδα ανάγκη
για να υπάρξουμε,
για να βαφτίσουμε
τις λέξεις από την αρχή,
να δώσουμε σε όσα ζήσαμε
δικό μας όνομα,
κι εκείνος ο εξαίσιος πόνος
ο κατάδικος μας
που τον ονομάσαμε αγάπη
από πλάνη
από επιπολαιότητα
από ανοησία ακόμα
ήταν κι αυτός
μια βεβαίωση
για να έχουμε να λέμε
πως είμαστε ζωντανοί.

ΣΕ ΑΚΙΝΗΤΟ ΧΡΟΝΟ

Κι ο χρόνος σχεδόν μηδενικός
στάζει
σαν τη βρύση της κουζίνας
που θέλει επισκευή.

Μονάδες
πέτρινα νησιά
στις γωνιές του πελάγους

κύμα η σκέψη σου
παλινδρομεί
στην ατελείωτη άβυσσο του μυαλού σου

και ο λαβύρινθος του Μίνωα
τόσα χρόνια μετά
ακόμα απροσπέλαστος

μια αλήθεια αχρείαστη
σε ώτα
που έχουν πάψει από καιρό
απαντήσεις να ζητούνε.

Και ο λαβύρινθος
ακόμα απροσπέλαστος.

ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ

Κι οι ένοχοι εραστές
που έμειναν αιώνια κλειδωμένοι
σε μια στάση αγκαλιάς
ή απεμπλοκής
ή πάλης
πάσχισαν να κλέψουν
μία μονάδα του χρόνου
να τη βάλουν στην τσέπη
να την κρατήσουν για το αντίο,
και μετά κάποιος είπε
πως δεν υπάρχουν ένοχοι εραστές,
πως δεν υπάρχει και χρόνος.

ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ

Η μυρωδιά
απ’ το κορμί σου
ένας τσακισμένος χάρτης
για τις ποταπές διαδρομές
του άλλου μου εγώ,
οδηγός
σ’ ένα ταξίδι αγιάτρευτο,
ένα χάρτινο πλοίο
για να διασχίσεις την έρημο,
η μυρωδιά απ’ το κορμί σου
στα άβατα του μυαλού μου
και τ’ απροσπέλαστα,
μεθυστικό να αγαπάς
ό,τι θα σε σκοτώσει,
ένα άυλο λάβαρο
για τον εορτασμό του χαμού μου,
ένας εαυτός
δισυπόστατος
για το χατίρι της ζωής και του Άδη
ξοδεύεται αχόρταγα
στα προσκυνήματα του πόθου σου,
ένα κορμί
δικαιωμένο από λαγνεία αβάσταχτη,
να σκίζονται οι αχτίδες της ημέρας
να παίρνουν φωτιά
στα ατοπήματα των προσταγών σου,
μια υποταγή ταπεινωτική
σ’ ένα λάθος
που την ευτυχία χάλασε,
μια πληρωμή ακριβή.

Η ευωδία του κορμιού σου
ένας χάρτης για τον Άδη μου,
ένα φιλί απαγορευτικό
και είμαι ήδη στην κόλαση.

ΔΙΑΚΟΠΗ

Και το ταξίδι μας τελειώνει εδώ,
στις ανοιχτές κουρτίνες
που ακόμα ακούγεται το θρόισμά τους,
στα σβησμένα βήματα,
στους περιπάτους,
στα δειλινά
που βιαστικά κρύφτηκαν,
στα γιορτινά μπουκάλια του κρασιού
που δεν ανοίχτηκαν ποτέ
και στα φορέματα
που ποτέ δε φορεθήκαν,
το ταξίδι μας
το αταξίδευτο
σαν να ’χαν φυτρώσει μέσα του ρίζες
πέτρωσε στην καρδιά μας,
τελειώνει εδώ,
στα βλέμματα
στις λέξεις που ποτέ δεν ειπωθήκαν
στους δρόμους που δε διασχίστηκαν
και στις υποσχέσεις που δεν κρατηθήκαν,
μ’ ένα μειδίαμα θλιβερό,
με τη βεβαιότητα της αμφιβολίας
όπως τελειώνουν όλα τα ταξίδια.

ΛΑΘΡΑΙΟΙ ΔΙΑΒΑΤΕΣ

Και η απέραντη πόλη
ένα μωσαϊκό
από τσιμέντο και στροφές,
λαθραίος διαβάτης
στα στενά της Ιστορίας,
προσπέρασες
παρήλθες,
κι ο κόσμος όλος ένας λαβύρινθος
από αγώνες, στροφές και λάθη,
κι εσύ
απλώς λαθρεπιβάτης.

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Ο Ιούλης αυτός
είχε κάτι από χρώμα κόκκινο
και από τη σάπια γεύση
μιας ετεροχρονισμένης επανάστασης,
ξεθωριασμένες σημαίες
και γροθιές υψωμένες απρόθυμα,
και τα πλήθη στις πλατείες, στις ουρές
φαιδρά ριγμένα
σαν τα ζάρια μιας παρτίδας τάβλι,
μια Μεγάλη Παρασκευή
όμοια στον αναβρασμό
και τη σιωπή
και την αθωότητα
και τη μελαγχολία του αυτοκινήτου
που αργά διασχίζει τον άδειο δρόμο,
τη μελαγχολία του μοναχικού διαβάτη
που βαδίζει στην πένθιμη πορεία
για τον Επιτάφιο ή την Ανάσταση.

ΠΟΛΕΙΣ ΣΦΡΑΓΙΣΤΕΣ

Και η πόλη μοναχή
με τα γκρίζα στενά της,
τα φθαρμένα της πλακόστρωτα,
τις σφραγισμένες πόρτες των σπιτιών της,
χαμένη στο ημίφως
που φέγγουν οι λάμπες των δρόμων,
υπάρχει και δεν υπάρχει
στον πελώριο χάρτη του κόσμου,
κι οι κάτοικοί της
υπήρξαμε και δεν υπήρξαμε,
αφουγκραστήκαμε κάποτε
τον αχό της ιστορίας,
ανυψωθήκαμε
ίσα με τις ταράτσες
τις σημαίες
τους λόφους
να φυσήξει και για εμάς
λίγος αέρας.

.

ΑΧ-ΕΡΩΝ (2013)

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΠΑΝΩ

Πόσο επικίνδυνα ακροβάτησα
πάνω από τα πέλαγα των δισταγμών μου,
κι ήταν πάντα το φιλί
εισιτήριο ακριβό
για τα πιο θελκτικά μέρη.
Χορεύοντας στο άγριο κύμα
ξέχασα πίσω να κοιτάξω,
δεν άκουσα τις υποσχέσεις των ύβρεων
που οι άνεμοι έφερναν στ’ αυτιά μου.
Το ταξίδι μου αυτό
είχε της μετάνοιας το ακριβό αντίτιμο,
μέσα σε καράβι χάρτινο
διέσχισα των τολμηρών τις θάλασσες
ψάχνοντας μάταια να βρω
κι εγώ μία φτηνή Ιθάκη.

ΑΧ-ΕΡΩΝ

Και η ροή του ποταμού αδάμαστη,
παρα-σύρθηκα στις όχθες του Αχέροντα,
ένδυμα ήλιου,
άνυδρο ύδωρ για τα κορμιά τα ηδονικά,
κι η βάρκα της επιστροφής χωρίς κουπιά,
λαβύρινθος της έκστασης το ρέμα,
χορός μετέωρος στο τίποτα
και από το τίποτα πλασμένος,
γύρισμα ακούσιο στα εντός,
κι από τα εντός η έκρηξη
σε ατελείωτες θλιμμένες στάλες.
Δήγμα – αέναη σιωπή.

Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ

Από την άκρη του γκρεμού σου θα πιαστώ
την ηδονή του ιλίγγου
κατάματα
μες στο λυγμό της νύχτας
να κοιτάξω,
ζαριές ανώφελες
πάνω σε μια τσόχα χάρτινη από αναπάντητα γιατί,
χαράζει σκληρά την ύστατη ώρα των αποχαιρετισμών,
ο ήλιος θρήνους απόκοσμους ενδεδυμένος
ζυγίζει ακριβοδίκαια το επέκεινα και το μη περαιτέρω

(θέλησα και τόλμησα
της βούλησης τα χαλινάρια να κινήσω,
σε ένα γενναίο καλπασμό,
σε μια πορεία γενομένη,
με ένα άλμα αγέρωχο

-η συντριβή μου δύναμη,
το κύμα που δεν τόλμησε
μια λέξη να προφέρει).

ΦΙΛΙ, ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΟ

Στο φιλί σου επάνω λησμόνησα,
τρένα, καθρέφτες, σάλπιγγες,
βήματα γοργά στα άγραφα χαρτόνια,
αστέρια ανθόσπαρτα
στα περιβόλια των ανθρώπων με τα κόκκινα χέρια,
στο φιλί σου επάνω λησμόνησα,
δεν ήταν κάλεσμα ερωτικό
σε σκοτεινά tango στις πίστες,
ήταν βήμα στο κενό
κάτω από τους προβολείς που με τύφλωναν,
γυμνή περπάτησα τα αιωρούμενα σκοινιά,
φοβήθηκα φρικιά κατά την πτώση
με τους ήχους, τις φωνές των άδικων ανθρώπων
των χωρίς ευσπλαχνία
χωρίς άφεση λάθους
στα σκληρά
στα αξεπέραστα
στα -ειδάλλως- υποταγμένα,
δάκρυα στη θάλασσα,
ματαιωμένα απ’ τη στιγμή της γέννησής τους,
ψεύτικα σαν τα χάδια της Αφροδίτης,
βάδισα στα κύματα κι ήταν αργά,
πολύ αργά,
έσβησαν οι φλοίσβοι της αμμουδιάς τα στίγματα
έσβησαν τα δικά μου πατήματα
από την άπιστη άμμο,
την ξεγελάστρα.
Δεν ήταν το φιλί σου ερωτικό.

ΠΕΤΑΓΜΑ

Ένα μονάχα άγγιγμα παλάμης
σαν ώθηση στο πέραν,
σαν ύστατο ασπασμό και αποδοκιμασία
και τα αστέρια χωρίς λαλιά σκορπίζονται
στο δάσος των ψευδών αισθήσεων,
θρύψαλα ασημένιου φεγγαριού
στις δακρυσμένες άκρες των πευκοβελόνων,
θρηνούν θεσπέσια οι φωνές των κουρασμένων αποχαιρετισμών,
πέταγμα κύκνου η φυγή σου,
ανοίγουν ως το πέρας τα φτερά σου
και απλώνεται παντού σιωπή βουβή,
τα «αν» θα σου μετράει το προσκεφάλι
για το λάθος το μεγάλο πίσω σου να κοιτάξεις,
κι οι δρόμοι οι αδιάβατοι
ρόδα θα ραίνουν στην προσδοκία του ερχομού σου,
το βλέμμα σου χρυσό
χαράζει αυλακιές αλάξευτες,
μετράει στη δύση τις ανάσες
τις λειψές, τις πλεονέκτρες.
Μέτρημα ανούσιο, ανόητο,
χιμαιρικά πλασμένο.

ΤΕΛΟΣ / ΤΕΛΟΣ

Το τέλος
ένα κάθισμα αργό
πάνω στους δείκτες
ενός ακινητοποιημένου καλπασθέντος χρόνου;
επιλογές ειρωνικά εν παρελάσει
με απόφαση μια,
θέαση του κενού
μάτια καλπασθέντος χρόνου,
ευθεία ο λογισμός,
του ρολογιού ο ρυθμός,
σήμανε ο αντίλαλος του τέλους;
εκπληρώθηκε ο σκοπός;

Φ-ΑΣΜΑ

Σύμφωνα
-φωνήεντα-

συμφωνώ
με τη φωνή
που φωνάζοντας
φάνηκε
να υπερισχύει
στις φιλήδονες φιλαυτίες
των φαιδρών φαινομένων,
φωνάζοντας
ανέβηκε στις σκάλες του φέγγους,
του φθινοπώρου,
του φθίνοντος χρόνου,
φάσμα ανυπέρβλητο, ψευδές,
αφύσικο
στη φυσική αρμονία του σύμπαντος,
παραφωνία
κι ύστερα
σιωπή εκκωφαντική.

ΚΥΚΛΟΙ

Και πάλι φτάσαμε εκεί
απ’ όπου ξεκινήσαμε,
-ειρωνικοί στη φαυλότητα τους κύκλοι-
πιο φθαρμένοι, πιο φθηνοί
στην ψυχρή αφετηρία του ξαναξεκινήματος,
σημαίνει η εκκίνηση κι εμείς
μέχρι το κόκκαλο από εικόνες κορεσμένοι,
γραμμές,
τοπία,
αποστάσεις,
σκληρά στην ομοιότητά τους,
φθίνουμε αχόρταγα
καθώς μας γλύφει το κορμί
ο απαράλλαχτος άνεμος.

ΑΠΟ-ΚΑΛΥΨΗ

Γοργά κινήθηκες,
η χλωμή σου αψάδα αντήχησε στους ουρανούς,
αποκάλυψη,
στον καπνό μιας αργοκαιόμενης αλήθειας,
κρύφτηκες,
στους σωρούς των περασμένων λαθών,
στη γέμιση
στο άσπρο σου φέγγος
αναγεννήθηκα.
Εξαγνισμός,
βραχύβια κάθαρση.

ΕΠΙ-ΒΙΩΝΩ

Είμαι η ατενίζουσα της σαθρής αλήθειας,
είμαι η φωνή
που η ηχώ της χάνεται στους γκρεμούς των χρόνων,
είμαι η ξεφτισμένη κορδέλα
που την απομακρύνει ο άνεμος στη σιωπή του ύψους,
είμαι η ρίψη της σφαίρας
σε μια χαμένη παρτίδα ρώσικης ρουλέτας,
είμαι ο ανθός της αγάπης
που εγκατέλειψε ακουσίως το δέντρο,
είμαι η απάντηση στην απόρριψη
των ώτων των μη ακουόντων,
είμαι η άρνηση στη μετάνοια,
στη σύνθλιψη,
στην αναγέννηση.
Είμαι το κατακάθι του θανάτου
που έχει επιβιώσει στο τέλος
μιας τυχαίας ημέρας.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

LACRIMOSA

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

LACRIMOSA, για να αναφερθώ στο τίτλο της τελευταία της ποιητικής συλλογής το 2021, σημαίνει τη δακρύβρεχτη, λέξη που αναφέρεται στο ποίημα Ρέκβιεμ το τελευταίο της συλλογής.
Τα 39 ποιήματα της συλλογής θεωρητικά χωρίζονται σε τρεις ενότητες. Στη πρώτη ενότητα βλέπουμε τους «μικρούς θανάτους της μέρας» που μας φέρνουν «αλλαγή πορείας» στη ζωή «Αλλαγή» που «στις ρωγμές του προσώπου» γίνονται ορατές «οι μεγάλες απαντήσεις της μοίρας»
Στο δεύτερο μέρος η ποιήτρια μιλά στο ποίημα «Απολεσθείσα ευχή» για την «αθόρυβη πτώση/μιας χαμένης ευχής/ μέσα στο πηγάδι/ των λησμονημένων ονείρων» και στο ποίημα «Ψευδαισθήσεις» μας λέει ότι «γυρεύουμε έναν ήλιο ψεύτη για επιβεβαίωση» Και στο τρίτο μέρος γράφει στο ποίημα «Πορείες συνεχιζόμενες» «θάψαμε τα όνειρα μας σε γκρίζους τοίχους κλινικών και σε αυλές νεκροταφείων». Και στο ποίημα «Ρέκβιεμ» γράφει: «η ομορφιά του κόσμου κρύφτηκε/ χάθηκε/ διαλύθηκε/ τότε/ που έσκιζες τους ουρανούς/ που έστυβες τα σύννεφα/Και τότε κάποιος ψιθύρισε: Lacrimosa.»
Τα ποιήματα είναι ολιγόστιχα, γεμάτα ρεαλισμό και εικόνες που μεταφέρουν τα συναισθήματα της ποιήτριας στον αναγνώστη. Εικόνες με το φεγγάρι «φεγγάρι μισό «το φεγγάρι αχνό κι απρόσιτο» Εικόνες με τον ουρανό «καταγάλανος και πλάνος» «βλοσυρός πάνω από τα κεφάλια μας» Ακόμα εικόνες με το «ημίφως ενός δωματίου» , το «ρημαγμένο κτήριο» και το πέταγμα μιας πεταλούδες που φτερουγίζει άσκοπα περιμένοντας την άνοιξη. Εικόνες που δείχνουν και την αδυναμία του ανθρώπου να ξεφύγει από τη καθημερινότητα, να χαρεί την ομορφιά και να αγωνιστεί για τα όνειρα του.

.

ΔΗΜΟΣ Α. ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

CULTUREBOOK.GR 14/12/2021

Έμφυλοι συμβολισμοί και αντιθέσεις στην ποιητική της Χρυσάνθης Ιακώβου
Η τελευταία ποιητική συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου, “lacrimosa” (βακχικόν, 2021) συνεχίζει την ποιητική πορεία θεμελιωμένη σε μία “φωτογραφική εικαστική”, που είχε χαράξει από την πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα. Όλες οι συνθέσεις μοιάζουν με την ποιητική περιγραφή μιας φωτογραφίας, από την οποία εξάγεται το στοχαστικό περιεχόμενο.
Επίκεντρο του προβληματισμού της δημιουργού είναι οι σχέσεις των ανθρώπων (οφειλές), ειδικά της γυναίκας, η θνητότητα (σύντομο ταξίδι, φωνές από μακριά) και η μνήμη (παρελθόν, δισταγμός) και οι απορρίψεις της ζωής. Οι αρνήσεις και οι αντιθέσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του ποιητικού αναστοχασμού (χωρίς άφεση, οι επόμενες μέρες, δυνητική βροχή, εμπόλεμες χώρες, φωνές από μακριά).
Ο ποιητικός προβληματισμός εξάγεται μέσα από εικαστικές αντιθέσεις ανάμεσα στη ζωντάνια της υπαίθρου και τον απρόσωπο και πνιγηρό αστικό χώρο (από το παρελθόν, δυνητική βροχή, απωλεσθείσα ευχή, κόκκινη αντανάκλαση, δυνατότητα, δικαστές, μία μελωδία ξεχασμένη). Τα δίπολα φως-σκοτάδι, ανοιχτός και κλειστός χώρος και ύπαιθρος-άστυ, παιδική ανεμελιά και ενήλικη ζωή κατέχουν κεντρική θέση στην ανάδειξη της ποιητικής αγωνίας (κρυμμένη άνοιξη). Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες συνθέσεις τοποθετούνται σκηνικά σε έναν κλειστό χώρο, κατά βάση σκοτεινό, όπου τα ποιητικά υποκείμενα αισθάνονται παγιδευμένα (οι επόμενες μέρες, παρελθόν, γυναίκα στο ημίφως, δισταγμός, κόκκινη αντανάκλαση, κρυμμένη άνοιξη, οφειλές).
Η τοποθέτηση πολλών συνθέσεων στο καλοκαίρι (μια αλήθεια, αλλού, τέλος, σύντομο ταξίδι, διπλές ζωές, μετάβαση, οφειλές, μισά φεγγάρια, φωνές από μακριά) ενισχύει την ειρωνεία, δημιουργώντας ένα πεδίο αντιθέσεων ανάμεσα στη ζωντάνια της εποχής και τις ανάγκες του ποιητικού υποκειμένου. Το αισιόδοξο πλέγμα του ανοιχτού γεμάτου φως, χρώμα και ήχο σκηνικού χώρου είναι εκείνο που τονίζει τη διάκριση ανάμεσα τις επιθυμίες του ποιητικού χαρακτήρα και τις πραγματικές του ανάγκες. Και αυτή η ανάγκη συνδέεται άμεσα με την ελευθερία από τις συμβάσεις και τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας. Καθώς δε το καλοκαίρι συνδέεται με τη θάλασσα (μια αλήθεια, τέλος, σύντομο ταξίδι, χωρίς άφεση, διπλές ζωές) και την ύπαιθρο, δημιουργείται μία νέα αντίθεση απέναντι στον χειμερινό, σκοτεινό και καταθλιπτικό χώρο του άστεως.
Σε αυτό το πλέγμα αντιθέσεων τα πουλιά (χωρίς άφεση, κρυμμένη άνοιξη, μία μελωδία ξεχασμένη, φωνές από μακριά) και τα έντομα (οι επόμενες μέρες, διπλές ζωές, αλλού) συμβολίζουν την ελευθερία και τη ζωντάνια και την ανεμελιά του καλοκαιριού. Αποτελούν μία εικαστική λεπτομέρεια του σκηνικού κάδρου δίνοντας έμφαση στο στοιχείο της ζωής, της ξενοιασιάς και της χαράς. Ο ουρανός (θέα, αλλαγή, διπλές ζωές, μισά φεγγάρια, εμπόλεμες χώρες, τετελεσμένο) διατηρεί έναν εικαστικό συμβολισμό αισιοδοξίας και ελευθερίας, που έρχεται σε αντίθεση με τον μουντό αστικό χώρο. Ανάλογο συμβολισμό ως λεπτομέρεια του ποιητικού κάδρου έχουν και τα ουράνια σώματα, όπως το φεγγάρι (αλλού, θέα, απάντηση από ψηλά, σύντομο ταξίδι, διπλές ζωές, μετάβαση, οφειλές, μισά φεγγάρια), τα αστέρια (θέα) και ο ήλιος (ψευδαισθήσεις). Ως εικαστικά μοτίβα εκπέμπουν μία αισιοδοξία και μία φωτεινότητα, που έρχεται σε αντίθεση με τον σκοτεινό σκηνικό χώρο και τη μελαγχολική διάθεση των ποιητικών υποκειμένων.
Αυτές οι αντιθέσεις και οι συμβολισμοί σε συνδυασμό με τον (ψευδο)εξομολογητικό τόνο προσδίδουν μία ενδιαφέρουσα έμφυλη ερμηνεία της συλλογής, καθώς οι περισσότερες συνθέσεις επικεντρώνονται γύρω από τις υποχρεώσεις και τις συμβάσεις της γυναίκας. Μολονότι η δημιουργός δεν καταγράφει σκηνές οικιακής εργασίας, οι συνεχείς αναφορές σε παιδιά, στον χώρο εργασίας (από το παρελθόν) και τα συναισθηματικά προβλήματα στις σχέσεις (παρελθόν, μία μελωδία ξεχασμένη), μάς επιτρέπουν να προσεγγίσουμε τις συνθέσεις ως μία αλληγορία για την καταπίεση της γυναίκας μέσα από την πολλαπλότητα των ρόλων της. Στην ουσία αναδεικνύεται ο εγκλωβισμός της γυναίκας και η ελευθερία που εκείνη θα ήθελε να απολαύσει, εγκαταλείποντας την εποχή της ανεμελιάς. Τα παιδιά γεμίζουν με το παιχνίδι και τις φωνές τους το ποιητικό κάδρο (αλλού, αλλαγή πορείας, έπεα μη πτερόεντα, δισταγμός, διπλές ζωές, δυνατότητα, συνεχίζεται), ενίοτε και με τις ασθένειές τους (οι επόμενες μέρες) ως ένας συμβολισμός ζωής, της αγνότητας και της ελευθερίας από τις υποχρεώσεις. Ταυτόχρονα όμως ως αντιθετικό σχήμα τονίζει τις υποχρεώσεις του θηλυκού.
Αυτό είναι και το ρέκβιεμ της ελευθερίας, ένας ύμνος πένθους (lacrimosa[i]) για τον χρόνο της νιότης και της αθωότητας που πέρασε, και εγκλώβισε στις συμβάσεις και τις υποχρεώσεις του μουντού αστικού χώρου τη σύγχρονη γυναίκα, κάτι που είχαμε εντοπίστηκε σε παλαιότερες συλλογές της.

ΑΣΗΜIΝΑ ΞΗΡΟΓΙAΝΝΗ

FRACTAL 10/11/2021

«Ένα ένδοξο απόγευμα / που μας αξίωσε / με μια ρωγμή αλήθειας»

Είχα και παλαιότερα αναφερθεί στα ποιήματα της φιλολόγου και δημοσιογράφου Χρυσάνθης Ιακώβου. Και οι τρεις ποιητικές συλλογές της (Αχ-έρων, Τεθλασμένοι χρόνοι, Lacrimosa) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Βακχικόν. Το βιβλίο με τίτλο «Lacrimosa» είναι το πιο πρόσφατό της και η ίδια έχει πει χαρακτηριστικά σε συνέντευξή της στον Κώστα Στοφόρο και Τον δρόμο της Αριστεράς[1], απαντώντας σε σχετική του ερώτηση «Lacrimosa θα πει δακρύβρεχτη στα λατινικά, από τη φράση lacrimosadies, δηλαδή δακρύβρεχτη μέρα, που ακούγεται στη νεκρώσιμη ακολουθία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Ήθελα να εισάγω με αυτόν τον τρόπο έναν προβληματισμό, να δώσω ένα στίγμα για τα υπαρξιακά και κοινωνικά ζητήματα που προσπαθώ να θέσω στα ποιήματά μου. Εκτός αυτού, τον διάλεξα λόγω του τελευταίου ποιήματος της συλλογής, του «Ρέκβιεμ». Ένα βράδυ παρακολουθούσα την ταινία του Terrence Malick «Το δέντρο της ζωής» και σε μια σκηνή ακούγεται το «Lacrimosa» του Zbigniew Preisner. Με μάγεψε το συγκεκριμένο κομμάτι, το οποίο αναζήτησα στη συνέχεια στο YouTube και από το οποίο προέκυψε το ποίημα «Ρέκβιεμ». Θεώρησα ότι το Lacrimosa ταίριαζε ως τίτλος και με το περιεχόμενο της συλλογής, αλλά και με το βροχερό εξώφυλλο, το οποίο είναι δική μου φωτογραφία».

Ποιήματα ολιγόστιχα, σε ελεύθερο στίχο, που έχουν πολλές αρετές. Η ποιήτρια με οικονομία καταθέτει την αλήθεια της, χωρίς να αρέσκεται σε μεταμοντέρνα πυροτεχνήματα εντυπωσιασμού. Το πρώτο ποίημα της συλλογής έχει τον τίτλο: Μια αλήθεια..Διαβάζω:

«To τελευταίο μπάνιο/Λεία και στιλπνά τα σώματά μας/μέσα στην υγρή σιωπή της θάλασσας./Ένα ένδοξο απόγευμα/που μας αξίωσε/με μια ρωγμή αλήθειας./Κι η βάρκα αραγμένη στη στεριά/τα ταξίδια που δεν ταξίδεψε./Τα τζιτζίκια,/το κρυφτό παιχνίδι του ήλιου./Τολμήσαμε./Δίχως να νιώσουμε πώς/βρεθήκαμε κιόλας στη σκιά.»[2]

Εγκλωβίζεται άραγε η στιγμή; Ενεργοποιούνται ο αισθήσεις ώστε να έχεις την αίσθηση πως ζεις; Ιχνηλατούνται οι αναμνήσεις που δίνουν το στίγμα της ζωής μας και που αναμοχλεύουν εικόνες και συναισθήματα δεμένα με τα πιο καίρια βιώματά μας;

Τέλος [3]

Το καλοκαίρι στην κορύφωσή του
και το ημερολόγιο έδειχνε ήδη Σεπτέμβρη,
σε κρατούσα
ήσουν τόσο μικρή
και το γέλιο σου γάργαρο,
γλιστρούσες μέσα στο νερό ,
και τότε το κατάλαβα
πως μέσα σε κάθε αρχή
υπάρχει ήδη το τέλος.

Οι δύο τελευταίοι στίχοι του ποιήματος θυμίζουν τον T.S.Eliot [4], όπου στα Τέσσερα Κουαρτέτα του (East Coker) λέει χαρακτηριστικά πως: «In my beginning is my end.» Στην αρχή μου βρίσκεται το τέλος μου.

Η Ιακώβου εγκλωβίζει στιγμές, πρόσωπα και αισθήσεις και τα φιλτράρει, φροντίζοντας να μην γίνει συναισθηματική. Ένας ενδεχόμενος υπέρμετρος συναισθηματισμός, θα χαλούσε τις ισορροπίες, άλλωστε. Παραθέτω ένα ακόμα ποίημα με τίτλο Κρυμμένη Άνοιξη: Τις νύχτες/ ένα πουλί/κελαηδά στο μπαλκόνι μου/ πώς κατάφερε να βρει/μέσα στο σκοτάδι και μέσα στο τσιμέντο/μια ολόκληρη άνοιξη;[5]

Διακριτική λοιπόν, ψηλαφίζει τον κόσμο γύρω της, χαρίζοντας στον αναγνώστη ιδιαίτερες εικόνες που παραπέμπουν σε μια ιδιότυπη ελευθερία: «Ξαπλωμένοι/στην πέτρινη παραλία/γυμνοί και ηδονικοί/με τα χέρια ανοιχτά, οι γλάροι περπατούσαν στη στεριά/τα παιδιά έπαιζαν στο κύμα/ εμείς μαντεύαμε τα σύννεφα, ξαπλωμένοι στην παραλία/υπεροπτικοί και αβασάνιστοι/ με τα χέρια ανοιχτά/σαν εσταυρωμένοι/ χωρίς μετάνοια/ χωρίς άφεση.» [6]

Ξεχωρίζουν τα ποιήματα Τέλος (σελ.11), Αμφιταλάντευση (σελ.16), Δυνητική βροχή (σελ.19), Κατάλοιπα (σελ.28), Κρυμμένη Άνοιξη ( σελ.34), Οφειλές (σελ.35).

Αποφεύγοντας συστηματικά την υπέρμετρη και άσκοπη χρήση επιθέτων, η ποιήτρια πορεύεται με ποιήματα ανοιχτά σε αισθήσεις και ενδεχόμενα, που κάτι έχουν να πουν στον σύγχρονο αναγνώστη. Γραφή και μνήμη συμπλέουν με τόλμη ταξιδεύοντάς τον σε λεπτά σημεία της πλουραλιστικής ανθρώπινης ύπαρξης, δίνοντάς του την ευκαιρία όχι μόνο να στοχαστεί, αλλά και να νιώσει.

Ποιήματα στιγμιότυπα που όμως έχουν μια δύναμη και μια δυναμική που αγγίζουν και εμπνέουν.

.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ 12/10/2021

Του φωτός και της ύπαρξης

Η Χρυσάνθη Ιακώβου γράφει πάντα κάτω από το φως του καλοκαιριού. Πάντα! Τα αόρατα μόρια φωτός γεμίζουν κάθε πτυχή της ύπαρξης της και οι ανεξέλεγκτες ηλιακές πορείες ορίζουν το ποιητικό της είναι. Ο χρόνος στέκεται στην λίγο παραπάνω στην τελευταία γραμμή του ήλιου και ο χώρος μένει πάντα ανοιχτός, σαν μια αυλή που οδηγεί στις δικές της εποχές. Πάνω σε παιδικά γέλια σκάνε οι ήχοι της ζωής της, οι σταθερές αντανακλάσεις των ζωών της, των προηγούμενων και των επόμενων. Κι αν όλα μένουν γυμνά και διψασμένα, ξερά, η δροσιά των ταλαιπωρημένων σταγόνων ανακουφίζει και συνοδεύει τον ήχο του «Lacrimosa» (Εκδόσεις Βακχικόν).

Η τρίτη συλλογή της Ιακώβου δείχνει τη βαθιά ποιητική της ανησυχία, την ευαισθησία σύντροφο και το ανέμελο βλέμμα. Κι αν σε προτρέπει να ακούσεις το «Lacrimosa» του Ζμπίγκνιου Πράισνερ είναι για να καταλάβεις, να ακούσεις την ψυχή του καλοκαιριού, τη στιγμή που φεύγει και έρχεται ξανά και ξανά. Σε προετοιμάζει για την αναπότρεπτη εισβολή φωτός και την ετεροχρονισμένη βουτιά του κόσμου τούτου. Αναζωογονητικό αεράκι οι νότες του Πράισνερ, του Ρίχτερ, του Γκλας και στην εύθραυστη κόψη τους τα λόγια της Ιακώβου, τα θερινά, τα καλοκαιρινά μας: Καλοκαίρι ολόφωτο/με τα παιδικά γέλια/τζιτζίκια. Εκεί που το σώμα κλαίει και η καρδιά γελά, εκεί το «Lacrimosa».

Η ποιήτρια Ιακώβου καταλαβαίνει το κόσμο καλύτερα, τις εικόνες που της δίνει και τις εικόνες που της κρύβει. Σίγουρα πιο ώριμη ξέρει πού και πώς θα τοποθετήσει τις λέξεις. Υπάρχουν ποιήματα -όπως το Φωνές από μακριά- που ξεκινούν και φτιάχνονται από έναν στίχο και στον απόηχο τους παρασυρόμαστε. Ο ελεύθερος στίχος είναι καλά δουλεμένος, υπάρχει σ’ αυτόν σκέψη που συγκρατεί και απελευθερώνει και όπως γράφει στο ποίημα Απολεσθείσα ευχή: δεν είμαστε αυτοί/που θα μπορούσαμε να γίνουμε. Το «Lacrimosa» είναι η τελευταία και πρώτη εικόνα του καλοκαιριού, νοσταλγική, λυρική, κρύβεται για πάντα μέσα μας.

.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΟΦΟΡΟΣ

ΔΡΟΜΟΣ 14/9/2021

Η Χρυσάνθη Ιακώβου είναι μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες σύγχρονες ποιητικές φωνές. Την πρωτογνωρίσαμε το 2013 με τη συλλογή «Αχ-έρων» και ακολούθησαν οι «Τεθλασμένοι χρόνοι» που ομολογώ έγιναν ένα από τα βιβλία στα οποία συχνά επανέρχομαι διαβάζοντας στίχους.

Θυμάμαι ακόμη το απόγευμα που για πρώτη φορά διάβασα το βιβλίο. Ήταν λες και βρέθηκα αλλού…

Η νέα συλλογή της «Lacrimosa», που όπως και οι δυο προηγούμενες κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν, είναι μια φυσική συνέχεια της προηγούμενης δουλειάς της, χωρίς αν επαναλαμβάνεται.

Φρόντισα να διαβάσω και πάλι το βιβλίο κάτω από τις συνθήκες που του ταιριάζουν. Ένα καλοκαιρινό βράδυ. Και μετά το φεγγάρι –που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο της– δεν ήταν πια το ίδιο:

«Φεγγάρι αυγουστιάτικο/ όχι το ολόγιομο/ το περήφανο/ το υπεροπτικό / που ’χει συνηθίσει/ τον θαυμασμό του κόσμου,/ μα εκείνο το ημιτελές/ το μελαγχολικό/ που κάτι όλο ζητά κι ένα κομμάτι λείπει/ που κρυφά κρυφά /σκαρφάλωσε αχνό/ σε έναν καταγάλανο / και πλάνο ουρανό» (Μισά φεγγάρια)

Όλα τα ποιήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή είναι ξεχωριστά και η αποκορύφωση είναι το «Ρέκβιεμ» του τέλους για το οποίο θα διαβάσετε περισσότερα στη συνέντευξη που ακολουθεί.

.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

CULTUREBOOK 30/7/2021

Τα ποιήματα φθάνουν, διανύουν την εξαντλητική εποχή των μουσσώνων. Κοιτάζουν κάτω χαμηλά τις σκιές που πυκνώνουν και μες σε αυτές ξεχωρίζουν θησαυρούς και θάνατο και έρωτα. Είναι κρίσιμο να επισημάνει κανείς με τι ευλάβεια, με τι αφοσίωση τα ποιήματα επαναφέρουν πράγματα που είχαν δοκιμαστεί και είχαν επάξια κερδίσει την λήθη. Ήθη, μνήμη, ιστορία, όλα επανέρχονται δίχως τα τεχνάσματα που επιστρατεύει η ζωή. Κάθε στίχος ανασύρει από τα βάθη του εκείνο το κλειστό ερώτημα που διατύπωσε ο Ίταλο Καλβίνο. Για ποιον λόγο εξαπατώνται τα μάτια στο βυθό και η απάντηση κρύβεται στα ποιήματα που καθώς εισέρχονται σε ναούς και ενδότερα, φανερώνουν αδιάκοπα τα αληθινά ερείσματα και την μυστική κατοικία των στίχων. Ο δικός μας, αλησμόνητος Θανάσης Κωσταβάρας φώτισε πριν από χρόνια τα άδεια δωμάτια. Μες σε αυτά, ανάμεσα σε θαύματα και αμαραντόχρωμα χαλιά μπορεί να βρει κανείς την πρώτη φωνή, τον τελευταίο έρωτα, τους κλειστούς δρόμους, να μετρήσει αποστάσεις και να καλέσει σε προσκλητήριο συντελεσμένους έρωτες. Τα ποιήματα είναι ένας ολόκληρος κλειστός κόσμος, κάτι σαν το μουσείο βυθού με μια εντοιχισμένη κραυγή από άκρη σε άκρη. Μέσα από τους στίχους κατοικεί το μυθιστόρημα που δεν είναι άλλο τον ίδιο τον δημιουργό.

Τις σκηνές ενός τέτοιου μυθιστορήματος αποκαλύπτει η Χρυσάνθη Ιακώβου που επανέρχεται με τις εκδόσεις Βακχικόν και την ποιητική της συλλογή Lacrimosa. Με μια ευθεία ανταπόκριση στην μουσική δημιουργία του Μότσαρντ που επαληθεύεται στο ακροτελεύτιο ποίημα της εξαιρετικής συλλογής ο μηχανισμός της γραφής συναντά τις μνήμες. Πρόσωπα και αγγίγματα, χρώματα που επιβιώνουν, η σεμνότητα της εξομολόγησης, η διακριτικότητα ενός ποιήματος που ονειρεύεται σαν άδειο σπίτι. Είναι μονάχα με αρετές που προχωρούν τα ποιήματα της Χρυσάνθης Ιακώβου, χάντρες σπασμένες θυμίζουν από ακριβά περιδέραια.

Μια αλήθεια, Θέα, Δισταγμός, Και το πουλί κοιμήθηκε, Τετελεσμένο μερικοί από τους τίτλους της συλλογής Lacrimosa που αθροίζονται στα τριάντα εννέα ποιήματα της έκδοσης του Βακχικόν. Βροχές και καθημερινά μυστήρια ή θαύματα, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν τάχα μια δυνητική βροχή μπορεί να γίνει ποίημα ή να αλλάξει την πορεία μιας πολιτείας. Η Χρυσάνθη Ιακώβου επιστρέφει στην κινησιολογία και το χρώμα, βρίσκει τις καλύτερες λέξεις, τις πιο απλές για να περιγράψει αυτά τα γκρεμισμένα θερμοκήπια που είπαμε αναμνήσεις. Παντέρημες ακτές που τώρα καταλαμβάνονται από το μέγεθος του σώματος που μεγαλώνει πλάι στην απουσία, εκκωφαντικές πολιτείες σε ξαφνικές παύσεις, παιδιά που μεγαλώνουν σαν στίχοι, καλοκαίρια που παραμένουν αμόλυντα και αξεπέραστα, χαράσσοντας έναν δρόμο μισό πραγματικό, μισό φανταστικό που προβάλλεται στο μέλλον και ασκεί μια μεταμορφωτική επέμβαση στις συνθήκες που θρέφουν το παρόν και ανασύρουν το ποίημα. Ο Οδυσσέας Ελύτης περιέγραψε με αυτόν τον τρόπο το θαύμα που περικλείει η ποίηση εντός της όταν ανάγει σε μέγεθος την θεϊκή απλότητα και όταν χαρίζει στον έρωτα την δεύτερη ευκαιρία του. Αποσπάσματα από την ζωή, ένας νυχτερινός, παραθαλάσσιος κόσμος που ανασαίνει πλάι στα άλλα πλάσματα, ονόματα και τίτλοι που έσβησε το νερό, οι αποχρώσεις και οι ιριδισμοί, πάντοτε παρόντες στην στιχουργική της Lacrimosa, μια καμέα με σκαλιστή την σκηνή ενός καλοκαιριού, η μινιατούρα που απομένει από το παρελθόν και μεγεθύνεται μέσα από την ποιητική όραση της δημιουργού. Όλα είναι ανθρώπινα μες στο έργο της Ιακώβου και διαθέτουν εγκιβωτισμένη εντός τους την επιθυμία και το πνεύμα του όντος, μια διακριτική και διακεκριμένη αθωότητα που μεταφράζει επάξια το σφραγισμένο σύμπαν.

Η Χρυσάνθη Ιακώβου και οι εκδόσεις Βακχικόν φέρνουν στο αναγνωστικό προσκήνιο, όχι ποιήματα, αλλά αυτόματες φωτογραφίες των εραστών και της λήθης, ασύλληπτες γεωγραφίες αισθημάτων, απαντώντας καταφατικά στην διατύπωση του Edward Maybridge όταν αναγνωρίζει στην εποχή μας την πολυπλοκότητα των γραμμών που ωστόσο φανερώνουν καθαρότερες τις αφορμές των ανθρώπινων αδιεξόδων, των μεγάλων ή των μικρών μας συγκινήσεων. Σε αυτές τις λήψεις τα πρόσωπα δεν διαθέτουν μορφή, μονάχα μια μυθική εμπειρία. Δεν μιλούν, η σιωπή τους δίνει ζωή στις χορδές του ποιήματος καθώς το τελευταίο παραχωρεί μια τελευταία ευκαιρία στην ζωντανή ποσότητα. Ετούτο το σημείωμα θυμάται τις λέξεις του Γιάννη Σκαρίμπα όταν διακρίνει στα ποιήματα την χάρη μιας ζωγραφιάς σε πέτρα σκληρή, εκείνη ενός ονείρου που γίνεται μυστικό και ψάρι και θαυμάσιο τέλος της σκέψης μας.

Στο σύντομο, βιογραφικό σημείωμα η συγγραφέας παραχωρεί μια ιδέα μόνο από την διαρκή και ενεργή της παρουσία στα γράμματα της εποχής μας. Δημοσιογραφία, συνεργασία με εκδοτικούς οίκους συνιστούν ένα δείγμα μόνο από την παρουσία της Χ. Ιακώβου μες στους κόλπους της επίκαιρης τέχνης. Όλα τα υπόλοιπα θέλω να πιστεύω πως έχουν κρυφτεί μες στις στροφές του ρέκβιεμ που προσμένει γεμάτο φόβο, όχι μόνο την μέρα της ύστατης Κρίσεως μα τον συμβιβασμό του ατόμου με τις αναμνήσεις, τις απώλειες, τις ήττες του. Μες στην καινούρια συλλογή των εκδόσεων Βακχικόν υπάρχει όλος εκείνος ο χώρος που θα μπορούσε να επιτρέψει στην ιστορία μας να ανακάμψει. Ο χάρτης μας σκισμένος αφήνει τα ποιήματα να σαρώσουν όσα λησμονήσαμε καθώς εμείς, ευτυχείς αναγνώστες της Χρυσάνθης Ιακώβου, προετοιμαζόμαστε μαζί της για την μάχη που καλείται να δώσει με το συντελεσμένο, παραχωρώντας σε πράγματα και γεγονότα μια ατμόσφαιρα φτερουγική. Ατμόσφαιρα χιμαιρική.

.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

στίγμαΛόγου 3/11/2021

Lacrimosa, δηλαδή δακρυρροούσα, είναι ο τίτλος αυτής της ποιητικής συλλογής και η αιτία δεν βρίσκεται μόνο στον μελαγχολικό, αν όχι πένθιμο, τόνο στον οποίο είναι γραμμένη κατά το μεγαλύτερο μέρος της, αλλά και στο πλήθος των ανησυχητικών αντανακλάσεων από το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον που περιέχει και σκοτεινιάζουν τους στίχους. Άτυπα χωρισμένη σε τρία μέρη, η συλλογή παρακολουθεί τα στάδια της ζωής μίας γυναίκας, με το πρώτο να αφορά τις διαψεύσεις της ενώ η ελπίδα είναι ακόμη ζωντανή. Παρακολουθούμε πώς το ποιητικό υποκείμενο εγκλωβίζεται σε μια συνθήκη περιορισμένη και στενάχωρη που, μολονότι δεν εμποδίζει το μεγαλεπήβολο πέταγμα της ζωής, το κάνει να φαίνεται σχεδόν ψεύτικο, ένα παιχνίδι του νου:

κάπου ανάμεσα
στις Πλειάδες και τις Υάδες
θυμάμαι μου ‘πες σ’ αγαπώ
[…]
Θεέ μου, σκέφτηκα,
τι θέα τούτη του ουρανού που μας χάρισες
ξαπλωμένοι εδώ
στο γκρίζο τσιμέντο της ταράτσας.

(απόσπασμα από το ποίημα «Θέα»)

Παντού παραμονεύει κάποια πληγή που το ποιητικό υποκείμενο φαίνεται να αναγνωρίζει σαν συμπέρασμα, ένα συμπέρασμα που μοιάζει με αναπόδραστη αλήθεια αλλά κρύβει μέσα του τραγική ειρωνεία:

ξαπλωμένοι στην παραλία
υπεροπτικοί και αβασάνιστοι
με τα χέρια ανοιχτά
σαν εσταυρωμένοι
χωρίς μετάνοια
χωρίς άφεση.

(απόσπασμα από το ποίημα «Χωρίς άφεση»)

Άλλες φορές είναι το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο που δεν είναι σταθερό στις αποφάσεις του ή στον τρόπο που παίρνει τη ζωή:

και το μεγάλο αίνιγμα
ποτέ μου δεν το έλυσα,
πάνω στο τεντωμένο μου σκοινί
αναποφάσιστη
στάθηκα.

(απόσπασμα από το ποίημα «Αμφιταλάντευση»)

Όλα αυτά δημιουργούν μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που δίνει την εντύπωση του περίκλειστου στο οποίο βασιλεύει η μελαγχολία. Είναι όμως μια μελαγχολία ακόμη γλυκιά κι ευγενική, όχι άγρια – όχι στα δύο πρώτα μέρη του βιβλίου. Είναι η μελαγχολία που ακολουθεί τον απολογισμό της ζωής, μιας ζωής όμως που ακόμα βιώνεται, άρα δεν μπορεί ακόμη να απολογιστεί όσο κι αν το υποκείμενο αρχίζει να αντιλαμβάνεται τις επιμέρους ματιώσεις. Η ποιήτρια τις παρατηρεί σε σκηνές της καθημερινότητας που όμως εσωκλείουν κάποιου είδους παγίδευση του ποιητικού υποκειμένου. Όσο για την ελπίδα, αυτή συστηματικά διαψεύδεται καθώς το ποιητικό υποκείμενο διασχίζει τη ζωή έχοντας άγνοια των πραγμάτων που το αφορούν. Ως εκ τούτου, η όλη πορεία του τίθεται διαρκώς εν αμφιβόλω:

ακούστηκαν βήματα στη σκάλα
μια διαδρομή απροσδιόριστη,
πηγαίνουμε ή ερχόμαστε;
φεύγουμε ή μένουμε;

(απόσπασμα από το ποίημα «Παρελθόν»)

Είναι αυτή η καθολική άγνοια που αναγκάζει το ποιητικό υποκείμενο να εστιάζει σε καθημερινές σκηνές ή σε λεπτομέρειες. Τελικά, αυτές είναι η σχεδία διάσωσης από την οποία κρατιόμαστε δυνατά μπροστά στο Μεγάλο Άγνωστο που είναι η ζωή, ο χρόνος, η ταυτότητα:

Γυναίκα στο ημίφως

Νέα γυναίκα μόνη γδύνεται.
Το είδωλό της στον καθρέφτη
μισό στο φως μισό στο σκοτάδι
παγιδευμένο στο παρόν το παρελθόν και το μέλλον,
οι ρυτίδες που αχνοφαίνονται
μια υποψία λαγνείας στις αργέ ςκινήσεις
στα στήθη που έχουν αρχίσει να μαραίνονται,
ένας δισταγμός στο σώμα
από έναν πόθο που έμεινε ανεξόδευτος,
οι σκιές στους τοίχους μεγαλώνουν και μικραίνουν
τα βήματά της
μια χορογραφία χωρίς θεατές
το πρόσωπό της κρυμμένο, αόριστο,
έξω απ’ τα κλειστά παντζούρια
έχει αρχίσει να χαράζει.

Και με αυτό το ποίημα περνάμε στο δεύτερο μέρος της συλλογής που μιλά για τις ψευδαισθήσεις και τις οφθαλμαπάτες των οποίων η συνειδητοποίηση καταλύει και τα τελευταία ψήγματα ελπίδας. Ειδικά όσον αφορά τον χρόνο, ο οποίος τελικά κυλά χωρίς οίκτο, σαρώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του και διαψεύδοντας ελπίδες, ευχές και όνειρα («δεν είμαστε αυτοί/ που ευχηθήκαμε να γίνουμε», ποίημα «Απολεσθείσα ευχή», ή «η ζωή προχωράει/ στη γραμμική ευθεία του κύκλου/ των λαθών/ των εποχών/ των επιλογών», ποίημα «Κόκκινη αντανάκλαση»). Έτσι γίνεται το απαράβατο όριο που καταλύει τα πάντα και τα θρυμματίζει:

κι ο χρόνος πια τι να σου κάνει,
ένα παιχνίδι παιδικό
που σπάει με θόρυβο
στο τσιμεντένιο δάπεδο
ενός ακατοίκητου σπιτιού.

(απόσπασμα από το ποίημα «Δισταγμός»)

Η διάψευση ελλοχεύει παντού, όπως και η ακύρωση:

Μετάβαση

Τελευταία μέρα του Αυγούστου.
Καλοκαίρι που πέταξες
σε μια υγρή ψευδαίσθηση,
ό,τι απέμεινε απ’ την ένδοξη πανσέληνο
χλωμιάζει τον ουρανό.
Κι εμείς τόσο μικροί
και τόσο τσακισμένοι
σε αναμονή
για ό,τι μισό θα φέρει
η έλευση του φθινοπώρου.

Με έντονα υπαρξιακή διάθεση, το ποιητικό υποκείμενο βάζει στο μικροσκόπιο τη ζωή του και βγάζει συμπεράσματα που πολλές φορές το ματαιώνουν και άλλες φορές απλά το πονούν. Η προσδοκία μιας χαρούμενης συνθήκης έχει εξανεμιστεί προ πολλού και αντ’ αυτής ανιχνεύεται ό,τι απέμεινε στη θέση της:

Ψευδαισθήσεις

Μια λωρίδα ήλιου
για εμάς τους φτωχούς
τους δίχως αισθήματα
τους δίχως άλγος
και δίχως ψυχή,
άδεια τα σώματά μας
κλειστά τα παράθυρα
γυρεύουμε έναν ήλιο ψεύτη
για επιβεβαίωση.

Το τρίτο μέρος της συλλογής, που περιγράφει το διάστημα της ζωής που έρχεται αφού κάθε ψήγμα ελπίδας έχει χαθεί, περικλείει τη δριμεία συνειδητοποίηση της προσωπικής ακύρωσης και σηματοδοτεί το σημείο όπου ο θάνατος είναι πλέον ορατός. Αυτό το τρίτο μέρος είναι το πιο άγριο του βιβλίου.

Τα φέρετρα που μετακινούνται,
τα κρεβάτια που πηγαινοέρχονται των αρρώστων,
θάψαμε τα όνειρά μας
σε γκρίζους τοίχους νοσοκομείων
και σε αυλές νεκροταφείων

(απόσπασμα από το ποίημα «Πορείες συνεχιζόμενες»)

Το καταληκτικό ποίημα αυτού του τρίτου μέρους, επομένως και τελευταίο της συλλογής, όχι τυχαία ονομάζεται ρέκβιεμ:

Ρέκβιεμ

Θα σκίσεις τους ουρανούς,
τα σύννεφα θα στάζουν τη θλίψη σου,
ω πραγματικότητα
της ομορφιάς θάνατε,
κρύφτηκε
η ομορφιά σου κρύφτηκε
στον ματωμένο ήλιο του πρωινού
στις βαμμένες κουρτίνες του απογεύματος
στο αποτύπωμα των χειλιών σου
στο ποτήρι του καφέ,
η ομορφιά του κόσμου κρύφτηκε
χάθηκε
διαλύθηκε
τότε
που έσκιζες τους ουρανούς
που έστυβες τα σύννεφα

Και τότε κάποιος ψιθύρισε:
Lacrimosa.

(Διαβάζεται με τη συνοδεία του “Lacrimosa” του Zbigniew Preisner)

Η ομορφιά είναι που ελπίζουμε ότι θα σώσει τον κόσμο. Όταν κρύβεται, χάνεται ή διαλύεται, δεν απομένει τίποτα που να αξίζει. Η ύπαρξη της ομορφιάς είναι η συνθήκη που συνέχει το σύμπαν. Χωρίς αυτήν, υπάρχει μόνο το τίποτα – αυτό που περιγράφει σαν άφιξη στο τέλος μιας φθίνουσας πορείας ζωής η Lacrimosa της Χρυσάνθης Ιακώβου.

.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Όσα φέρνει ο ταχυδρόμος. Ανάμεσα σ’ αυτά και η ποιητική συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου. Με τον λατινικό τίτλο Lacrimosa, πλήρης δακρύων, η Χρυσάνθη Ιακώβου, συγγράφει το δικό της ρέκβιεμ. Ο έρωτας, συχνά, η κινητήρια δύναμη για τον ποιητή και η αιχμή του δόρατος. Η πένα της Ιακώβου τον σημαδεύει.

ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ

Πλάγιος χρόνος
παρενθετικός
στις αντανακλάσεις
των φθινοπωρινών δειλινών,
ένα ρολόι χρυσό
μαζεύει τη σκόνη
των ετών και των ερώτων,
διατέμνει τον στα δύο,
ατενίζει απέραντα
τα φορτία του παρελθόντος.

ΛΕΝΗ ΖΑΧΑΡΗ

Περί Ου 23/10/2021

«Lacrimosa» ονομάζονται οι τελευταίες στροφές (18η και 19η) του λατινικού ύμνου Dies Irae γνωστού από τη χρήση του παλαιότερα στη νεκρώσιμη ακολουθία της ρωμ/καθολικής Εκκλησίας. Το κείμενο αναφέρεται στην ημέρα της Κρίσης. Μάλιστα πολλοί συνθέτες (Μότσαρτ, Βέρντι κ.α) το περιλαμβάνουν σαν διακριτό μέρος σε συνθέσεις Ρέκβιεμ.

«Lacrimosa» ονομάζεται και η πρόσφατη ποιητική συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου από το τελευταίο ποίημα της συλλογής «Ρέκβιεμ»: «…Και τότε κάποιος ψιθύρισε:/ Lacrimosa.»

Η ποιήτρια με ρεαλιστικότητα, έντονο συμβολισμό και ύφος εξομολογητικό, γράφει ποίηση σύγχρονη και ταυτόχρονα διαχρονική. Φέρνει στο «σήμερα» τα ζητήματα που προβληματίζουν και πονάνε εδώ κι αιώνες τους ποιητές. Ωστόσο το Σήμερα είναι πιο οδυνηρό καθώς η ανθρώπινη κατάσταση έχει μεταβληθεί προς το χειρότερο. Ακόμη κι ο έρωτας προκαλεί θλίψη γιατί δεν είναι ολοκληρωτικός ή ξεκάθαρος. Ο θάνατος, η άλλη μεγάλη συμπαντική δύναμη, βρίσκεται στον αντίποδα. Είναι αμείλικτα παρών, δεν έρχεται μόνο ως φυσιολογικό γεγονός, αλλά κι ως βίαια κατάσταση που δεν ξεχωρίζει ηλικίες και καταστάσεις: «…η σφαγή των αθώων νηπίων ξεκίνησε / από αυτούς που κατάλαβαν/ πως στα μάτια των παιδιών / κατοικεί ο Θεός / – και η σφαγή / ακόμα συνεχίζεται.»

Οι αλλεπάλληλες ματαιώσεις από όνειρα που έμειναν απραγματοποίητα, από συνειδητοποιήσεις ψευδαισθήσεων και απουσίες, η έλλειψη συμπόνιας, τα «χάρτινα πρόσωπα των ανθρώπων», η μοναξιά, η σκοτεινιά του κόσμου, οι διαψεύσεις, αλλά και το πέρασμα του χρόνου με τους επερχόμενους θανάτους προσφιλών προσώπων, τις ασθένειες, τα πνιγμένα και θαμμένα όνειρα που επιστρέφουν βασανιστικά πληγώνουν την ποιήτρια.

Το βίωμα της είναι οδυνηρό, είναι πόνος και πένθος γι’ αυτόν τον κόσμο, τον «δανεικό και πληγωμένο» από τον οποίο ακόμα κι ο Θεός εξορίζεται.

Είναι τέτοια η σκληρότητα των ανθρώπων, η παραφροσύνη.

Η ποιήτρια γίνεται το «ιερόν πτηνόν» του Πλάτωνα και μέσα σ’ αυτή τη δυστυχία μεταφέρει ως «διάμεσος» τα μηνύματα του ουρανού στη γη: «ο ουρανός / βλοσυρός / πάνω απ’ τα κεφάλια μας, / γνέφει / σε μια μόνιμη απειλή, / μια υπόσχεση συντέλειας / στο εύθραυστό μας μέλλον…/». Ίσως γι’ αυτό τελειώνει με το «Ρέκβιεμ» κι ίσως γι’ αυτό η μόνη της καταφυγή είναι η ποίηση…

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΕΡΑΣΝΟΥΔΗΣ

Αύγουστος 2021

Μέσα σε μία εποχή όπου η γυναίκα δυστυχώς (προσ)βάλλεται από παντού και ποικιλοτρόπως, ας αναλογιστούμε την έκταση της καταγωγικής και ανέφικτης μας μοναξιάς. Κάθε βλέμμα εκδηλώνει και έναν βαθύ δεσμό, με την εμφάνιση μίας μορφής στο αισθητό, αντιληπτικό μας πεδίο. Ένα γυναικείο βλέμμα είναι όμως κάτι πολύ βαθύτερο από μια απλή σύγκλιση δύο τόξων, μια συμφωνία των οφθαλμικών βολβών. Δεν είναι ένα απλό θρόισμα κλαδιών της άνοιξης, ούτε καν ένας αέρινος χορός της κουρτίνας με το βραδυνό αγέρι, είναι ένας ωμός αιφνιδιασμός.

Η σύλληψη ενός γυναικείου βλέμματος που στρέφεται ξαφνικά προς το μέρος μας, εμφανίζεται στο βάθος της δίνης των ματιών που μας κοιτάζουν. Εάν συλλάβουμε το βλέμμα της, παύουμε να αντιλαμβανόμαστε τα μάτια της, παραμένουν μέσα στο αντιληπτικό μας πεδίο, αλλά δεν τα χρειαζόμαστε, έχουν εξουδετερωθεί, είναι εκτός παιχνιδιού. Καθώς τα μάτια μιας γυναίκας μάς κοιτάζουν δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε το όμορφο από το άσχημο, ούτε καν να διακρίνουμε το χρώμα τους, το βλέμμα της απλά τα επικαλύπτει όλα, μοιάζει να προηγείται από αυτά. Αυτή η αίσθηση έρχεται να πυρακτωθεί από την απόσταση των ματιών που εκδιπλώνεται ανάμεσα σε εμάς και σε αυτή, ενώ το βλέμμα της καθηλώνεται επάνω μας αδιάσπαστο και αδιάστατο. Η γυνή είναι το χωροποιό και χρονοποιό στοιχείο μας, η γεγονότητα και η υπέρβαση. Δεν μπορούμε να στρέψουμε την προσοχή μας στο βλέμμα της χωρίς να αποσυντεθούμε και να περάσουμε σε δεύτερο πλάνο.

Το βλέμμα που εκτοξεύουν τα μάτια της είναι μια γυμνή παραπομπή σε εμάς, δεν είναι ότι απλά υπάρχει απέναντι μας. Είμαστε ευάλωτοι, κατέχουμε μια θέση από την οποία δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε, είμαστε ανυπεράσπιστοι χωρικά και χρονικά. Στεκόμαστε τώρα λοιπόν μπροστά της ορώμενοι, ας αναλογιστούμε μία λέξη συγκλονιστική, ας τολμήσουμε την επόμενη φορά να την ξεστομίσουμε: “με είδες”…

ΥΓ: Μερικές σκέψεις αναδυόμενες μέσα από το “γυναικείο ημίφως” της ποιητικής συλλογής Lacrimosa της Σερραίας Χρυσάνθης Ιακώβου. Η ποίηση της Χρύσας δεν εμπίπτει σε φόρμες, ρυθμούς, ρίμες, ενώ εν πρώτοις μοιάζει πεζολογίζουσα, χρησιμοποιώντας όλες τις αρετές και τους κινδύνους του πεζού λόγου, εν τέλει εγγίζει την ελευθέρα ωδή, όχι γιατί τηρεί τη στροφή, την αντιστροφή και την επωδό, αλλά γιατί έχει έκταση, κλιμάκωση και γεννά επιβλητικές εικόνες. Αυτή δεν είναι άλλωστε η γοητευτικότερη μορφή του καθαρού λυρισμού;

.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΝΟΒΑΣ

AUTHORING MELODIES 28/8/2021

Οι στιγμές είναι μικρές και γρήγορα περνούν. Μέχρι να συνειδητοποιήσεις το σήμερα, σε βρίσκει το αύριο. Εσύ όμως δεν το καταλαβαίνεις κι έτσι, μένεις δεμένος σε μια στιγμή που σε λίγο μόλις χρόνο θα έχει γίνει παρελθόν… Αυτή είναι η αρχή. Κι αυτό το τέλος. Όλα τόσο κοντά μα και τόσο μακριά. Όλα τόσο μικρά μα και τόσο μεγάλα. Όλα τα λεπτά δεμένα σε ένα γαϊτανάκι που λέγεται “ζωή” και που, μέχρι να το καταλάβουμε τελειώνει. Αλλά εμείς συνήθως ενεργούμε σαν να μη πρόκειται να τελειώσει ποτέ, σαν να έχουμε βρει εμείς και μόνο εμείς το ελιξίριο της αθανασίας, το μυστικό που θα μας κρατήσει αιώνια ζωντανούς. Κι έτσι, δεν ζούμε την κάθε στιγμή, δεν “ρουφάμε” πραγματικά το κάθε συναίσθημα που μας χαρίζει, την κάθε ομορφιά της.

Απόσπασμα 1:

Το καλοκαίρι στην κορύφωσή του / και το ημερολόγιο έδειχνε ήδη Σεπτέμβρη / σε κρατούσα / ήσουν τόσο μικρή / και το γέλιο σου γάργαρο, / γλιστρούσες μέσα στο νερό, / και τότε το κατάλαβα / πως μέσα σε κάθε αρχή / υπάρχει ήδη το τέλος.

Περιμένουμε, συνέχεια περιμένουμε. Μια ατελείωτη αναμονή η ζωή μας. Αναμονή μέχρι να έρθει το ρεπό από τη δουλειά, αναμονή μέχρι την άδεια, αναμονή μέχρι το τάδε ευχάριστο γεγονός, αναμονή μέχρι τα πάντα. Αλλά όταν έρχονται, δεν τα ζούμε πραγματικά. Γιατί φοβόμαστε ότι θα τελειώσουν. Και τελειώνουν γρήγορα, μέχρι να ανοιγοκλείσουμε τα βλέφαρά μας. Και άντε πάλι από την αρχή…

Απόσπασμα 2:

Θα βρέξει είπαν. / Και οι γυναίκες μάζεψαν τις μπουγάδες, / οι γριές σήκωσαν τις γλάστρες από τα μπαλκόνια, / οι μάνες σκέπασαν τα καρότσια των παιδιών, / οι άντρες άνοιξαν τις μαύρες ομπρέλες, / οι νέοι βιάστηκαν να γυρίσουν στο σπίτι, / οι άνθρωποι προσπάθησαν να συμμαζέψουν / το ακατανόητο της ύπαρξής τους, / μα τελικά / δεν έβρεξε.

Και πλησιάζουμε, όλο και πλησιάζουμε στο αναπόφευκτο τέλος. Ένα τέλος που μας φαίνεται μακρινό αλλά η αλήθεια είναι ότι είναι τόσο κοντά, δεν έχουμε καταλάβει πόσο… Αυτό το τέλος λοιπόν, πρέπει να δεχτούμε όσο πιο γαλήνια γίνεται. Και για να το κάνουμε αυτό, η λύση είναι μόνο μία – να ζούμε την κάθε στιγμή σαν αυτό που πραγματικά είναι, κάτι που δεν πρόκειται να ξαναέρθει ποτέ. Να ζούμε την κάθε στιγμή λοιπόν με όλο της το περιεχόμενο, με όλο μας το είναι. Και μόνο τότε θα καταφέρουμε να δεχτούμε το τέλος. Της κάθε στιγμής, του κάθε πράγματος.

Απόσπασμα 3:

Και η ζωή συνεχίζεται / σαν το κόκκινο νερό / που γλιστρά από μέσα σου, / ανακατεύεται με χρόνους / προθεσμίες / κι ελπίδες ληγμένες, / μέσα από τη μήτρα των καλών προθέσεων / ξεπηδούν απρόοπτα οι διαψεύσεις, / ό,τι πόθησες κι εσύ / σε έφερε ανύποπτα / ένα βήμα πιο κοντά στον θάνατο.

Λίγο απαισιόδοξη η άποψή μου σήμερα, όπως απαισιόδοξο ήταν και στο σύνολό του το πόνημα της Χρυσάνθης Ιακώβου με τίτλο “Lacrimosa” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν. Μία ποιητική συλλογή που μου έδειξε για μία ακόμα φορά αυτό που έγραψα παραπάνω – ότι η κάθε στιγμή μας είναι πολύτιμη και έτσι πρέπει να τη ζούμε. Μέσα από το μαύρο του, με βοήθησε να δω το άσπρο που υπάρχει τριγύρω μας και που πρέπει να προσπαθήσουμε να βγάλουμε στην επιφάνεια.

Μία πολύ δυνατή προσπάθεια από μία αξιόλογη πένα. Της βάζω οκτώ στα δέκα.

.

ΓΕΣΘΗΜΑΝΗ ΜΠΕΡΜΠΕΡΗ

Νοέμβριος 2021

Το σπουδαίο, χωρίς γιατί

Τι είναι ποίηση;

Νομίζω πως τελικά δεν υπάρχει ερωτηματικό σε αυτή την ερώτηση. Ή μάλλον τώρα που το καλοσκέφτομαι, ακόμα και να υπάρχει εμένα απαντήσεις δεν θα μου δώσει, δεν με αφορά για την ακρίβεια.

Τι σε κάνει να νιώθεις η ποίηση;

Ναι αυτό σίγουρα με αφορά.

Lacrimosa

Θρήνος στο τέλος

Θρήνος που ανακουφίζει

Θρήνος που εξυψώνει

Θρήνος που ζητάει εξιλέωση

Δεν θα διαλέξω αγαπημένο ποίημα από τη Lacrimosa, θα ήταν άδικο για τα υπόλοιπα. Άσε που αυτό το ένα, το μοναδικό και το σπουδαίο που σήμερα με συγκίνησε, μπορεί και να το πάρει επάνω του και να αγκιστρωθεί στη σκέψη μου. Εγωιστικά να συμπεριφερθεί σαν μικρό παιδί που του λένε μπράβο, να μην αφήσει το νου μου να ταξιδέψει και στις υπόλοιπες σελίδες σου, άλλες νύχτες σαν κι αυτή.

Κρίμα θα’ ναι τα άλλα σου στιχάκια να θυμώσουν και να μου κάνουν νάζια ή μπορεί και να μου κρατήσουν μούτρα και δεν το θέλω.

Απόψε θα κρατήσω στη σκέψη μου τα παρακάτω λόγια σου… τα έβαλα στο σπίτι μου και θα τα φυλάξω σαν παιδιά.

.

ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΚΡΙΤΙΚΩΝ

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

FRACTAL 17/5/2017

Ποιητική φωνή σαν μουσική

Οι ήπιοι τόνοι είναι πάντα ευπρόσδεχτοι, κατά πώς λέμε: καλοδεχούμενοι, οι χαμηλές φωνές επιβάλλονται όπως η εύγλωττη σιωπή της εικόνας. Αρκούν οι φρικιαστικές φωνές, οι βροντώδεις ιαχές των σύγχρονων θορυβοποιών, οι θεαματικές προκλήσεις. Ο κόσμος έχει ανάγκη από αγάπη, από ζεστασιά, από ηρεμία. Πώς να το πω; Ανοίγει η καρδιά σου όταν ανοίγεις ένα βιβλίο κι ακούς τη φωνή που έρχεται από μακριά σαν μουσική και λέει ψιθυριστά σχεδόν με ντροπαλότητα αφοπλιστική.
…/…
Η Χρυσάνθη Ιακώβου με τη δεύτερη ποιητική συλλογή «Τεθλασμένοι χρόνοι», σκιαγραφεί με γήινα, λιτά χρώματα, ποιητικά τη σύγχρονη ζωή και πραγματικότητα. Εκφράζει την αγωνία και την ανησυχία της για τη σημερινή κατάντια του ανθρώπου, για τη σχέση του ατόμου με την πραγματικότητα και καταφέρνει να ισοφαρίζει το ατομικό με το καθολικό αίτημα των καιρών.

.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

19/12/2018.

…/…

Τα περισσότερα ποιήματα της Χρυσάνθης Ιακώβου είναι απαισιόδοξα. Ο λάθος έρωτας κάνει τις νύχτες του Αυγούστου ανυπόφορες, ενώ ο πόνος βαφτίζεται αγάπη «για να έχουμε να λέμε / πως είμαστε ζωντανοί.» Οι λύσεις σε εκείνα, που μας βασανίζουν είναι «ένα κλειδί / σε κάποιο συρτάρι / ξεχασμένο.» Όσοι θέλουν να κλέψουν λίγο χρόνο ανακαλύπτουν τραγικά «πως δεν υπάρχει και χρόνος.», ενώ λέμε ψέματα στον εαυτό μας και πίνουμε απ’ τα λάθη μας και μεθάμε. Τα λάθη χαρακτηρίζονται ως οι λάθος στροφές, που πήραμε και θα κουβαλάμε το βάρος τους για πάντα.
…/…

.

ΣΥΛΙΑ ΖΕΤΤΑ

Από την παρουσίαση του βιβλίου “Τεθλασμένοι χρόνοι” στις Σέρρες, στις 17 Ιανουαρίου 2018

…/…
Η δύναμη που έχουν οι λέξεις που επιλέγει η ποιήτρια να γίνουν τα οχήματα των συναισθημάτων και των σκέψεων της, τις μεταμορφώνει σε τοπία, σε πορτραίτα και σε βιωμένες εμπειρίες. Άλλοτε πάλι σε ηχηρές παρουσίες ή απουσίες, σε αθέατες και μη καταγραφές μιας ζωής, μιας διαδρομής μέσα στον άχρονο χρόνο που τον ορίζουν όμως τεθλασμένες γραμμές και όχι ευθείες. Ο Μπόρχες λέει πως “ποίηση είναι η αναπάντεχη χρήση της γλώσσας” και έτσι αναπάντεχα συναντούμε και εμείς τις λέξεις και τα δυναμικά ουσιαστικά που πρωταγωνιστούν στα ποιήματα της Χρυσάνθης διανύοντας αναπάντεχες -τεθλασμένες πάντα- διαδρομές. Και αυτές οι διαδρομές υπαγόρευσαν και τον τίτλο που αγκαλιάζει και επιγράφει ολόκληρη την ποιητική συλλογή.
…/…

Παρά το νεαρό της ηλικίας της, τολμά η Χρυσάνθη και μιλά για απολογισμούς ζωής σε μια μετάβαση ίσως από τον κόσμο της νεότητας στον κόσμο της ωριμότητας. Θεωρώ πως πρόκειται για μια στοχαστική, κοινωνικο/υπαρξιακή αναζήτηση της ποιήτριας με φιλοσοφικό περιεχόμενο. Η ποιήτρια παρατηρεί, κρίνει και συχνά αναθεωρεί ιδέες, επιλογές, αποφάσεις όχι όμως μόνο για την ίδια, αλλά κυρίως ως μια πρόσκληση στον αποδέκτη των ποιημάτων της, στον καθένα από εμάς. Γι’ αυτό και σε πολλά ποιήματα χρησιμοποιεί το β΄ ρηματικό πρόσωπο και εδραιώνει με την επιλογή αυτή, η ίδια την άμεση επικοινωνία με τον αναγνώστη της ποίησης της σε άχρονο και άτοπο πλαίσιο, μιλώντας αφοπλιστικά για τη ζωή και τις διαδρομές της.

…/…

.

ΑΝΤΩΝΙΑ ΘΕΟΧΑΡΙΔΟΥ

Από την παρουσίαση του βιβλίου στις Σέρρες, στις 17 Ιανουαρίου 2018
…/…

. «Οι Τεθλασμένοι χρόνοι» γεννιούνται σε μια εποχή που τα πάντα τίθενται υπό αμφισβήτηση, που η πορεία της ζωής του ατόμου είναι κάθε άλλο παρά μια ευθεία γραμμή. Που το μαύρο που επικάθεται στην ψυχή είναι είτε θλίψη, είτε απόγνωση, είτε παραίτηση.

Μαύρο φόντο και για το εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής «Τεθλασμένοι χρόνοι», όπου κυριαρχεί ένας ραγισμένος καθρέφτης. Το βλέμμα του αναγνώστη παγιδεύεται από το έντονο κίτρινο ενός ήλιου που δύει μέσα σε μια πορτοκαλί θάλασσα. Μουντό περιβάλλον, αδιαπέραστο, χωρίς ίχνος ζωής. Το άτομο, το Εγώ, υπάρχει άραγε κάπου μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη; Είναι ένα παραμορφωμένο είδωλο που παλινδρομεί ανάμεσα στο πριν και το τώρα; Είναι ένα είδωλο που αναγνωρίζει τον εαυτό του ανάμεσα στις τεθλασμένες γραμμές της ανθρώπινης μοίρας και επαναπαύεται; Ή είναι ένα Εγώ που ανησυχεί και υποφέρει για ό,τι συμβαίνει και για ό,τι δεν συμβαίνει;

Στα ποιήματα διακρίνουμε μια απολογητική τάση, χαρακτηριστικό στοιχείο της ωριμότητας. Η ποιήτρια αγαπάει την ιδέα του απολογισμού, ενός απολογισμού δημιουργικού που σκοπό έχει να μετουσιώσει σε λέξεις την εμπειρία και τους προβληματισμούς που επανέρχονται βασανιστικά. Η ίδια λέει: «Κουβαλάμε το βάρος των πράξεών μας και των αποφάσεων μας. Αυτό που θέλω να περάσω με την συλλογή μου είναι το πόσο ευθυνόμαστε για τις επιλογές μας και κατά πόσο πρέπει να ζούμε με το βάρος των πράξεων και των αποφάσεών μας». Αυτό είναι κάτι που την απασχολεί έντονα και, θα τολμούσα να πω, κάτι που την πνίγει, της δημιουργεί ασφυξία, σε βαθμό που όταν την ακούσεις να μιλάει γι’ αυτά που την ενοχλούν και την ανησυχούν, νομίζεις ότι είναι έτοιμη να αναποδογυρίσει τον κόσμο όλο για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.

…/…

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

MEANOIHTAVIVLIA 6/6/2017

μια ποιητική εναλλαγή προσώπων

σχολιάζοντας τρία ποιήματα της Χρυσάνθης Ιακώβου από τη συλλογή «Τεθλασμένοι χρόνοι», εκδόσεις βακχικόν

…/…

πόλεις σφραγιστές
και η πόλη μοναχή
με τα γκρίζα στενά της,
τα φθαρμένα της πλακόστρωτα,
τις σφραγισμένες πόρτες των σπιτιών της,
χαμένη στο ημίφως
που φέγγουν οι λάμπες των δρόμων,
υπάρχει και δεν υπάρχει
στον πελώριο χάρτη του κόσμου,
κι οι κάτοικοί της
υπήρξαμε και δεν υπήρξαμε,
αφουγκραστήκαμε κάποτε
τον αχό της ιστορίας,
ανυψωθήκαμε
ίσα με τις ταράτσες
τις σημαίες
τους λόφους
να φυσήξει και για εμάς
λίγος αέρας.

Το εμείς εδώ καταλληλότερο προκειμένου να ενταχθεί το εγώ και το εσύ αλλά κι εκείνο το απρόσωπο τάχα αυτό πιο ομαλά στο πλαίσιο μιας πόλης που φθίνει και σβήνει απειλώντας να παρασύρει μαζί της όλα τα πρόσωπα -πραγματικά και ποιητικά- στη φθορά. Εκείνα όμως, σε μια σύμπλευση απρόσμενη ανυψώνονται στο προσιτό ύψος που συναντώνται με λίγο αέρα. Μια νότα αισιοδοξίας, ίσως, σε μια ποίηση που λιτά και απλά δηλώνει την αναζήτηση του εαυτού μέσα από εικόνες αυτοαναιρούμενες. Ψάχνει το στέρεο έδαφος, τον ίσιο δρόμο αλλά αυτός τρέμει καταργώντας την ευστάθεια και καθιστώντας την όποια ισορροπία επισφαλή. Μια ποίηση που ακροβατεί ανάμεσα στη ματαίωση και στην αναζήτηση. Ενδιαφέρουσα σε κάθε περίπτωση.

.

ΚΡΙΣ ΛΙΒΑΝΙΟΥ

STIGMALOGOU.BLOGSPOT 25/5/2017

Στους Τεθλασμένους χρόνους η Χρυσάνθη Ιακώβου επιχειρεί να ιχνηλατήσει τις περίεργες διαδρομές του νου μετά από τον αποχωρισμό από τον άνθρωπο που αποτελούσε το συμπληρωματικό του κομμάτι. Όπως είναι αναμενόμενο, δεν είναι η πρωτοτυπία που θα τραβήξει την προσοχή σ’ αυτή τη συλλογή, τουλάχιστον θεματολογικά. Στα 37 ποιήματα που την αποτελούν, αυτό που εκτίμησα προσωπικά είναι η αναμφισβήτητη σαφήνεια του λόγου και της σκέψης. Παρόλο που η Χρυσάνθη Ιακώβου δεν πρωτοτυπεί ιδιαίτερα στις ιδέες που εκφράζονται, είναι σχεδόν εντυπωσιακή η ακρίβεια και η συνοχή των ποιημάτων της: εννοεί ακριβώς αυτά που γράφει και δεν αφήνει ποτέ τον αναγνώστη έρμαιο αναγκαστικών ερμηνειών σε πράγματα που δεν καταλαβαίνει.

…/…

.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TOVIVLIO.NET 26/4/ 2017.

Θα ξεχωρίσουμε όμως μία ομάδα συνθέσεων που διακρίνεται από ποιητική ωριμότητα και αναδύουν μία στοχαστική διάθεση (λαθραίοι διαβάτες, απόγευμα ενός καλοκαιριού, μετατοπίσεις, ημιτελές, διακοπή, οι εραστές, εκτός, κάθαρση, εναλλάξ). Είναι εμφανής η διάθεση της δημιουργού να κινηθεί προς μία κοινωνιοϋπαρξιακή στοχαστική πορεία που με ποιητική αρτιότητα διαφοροποιεί τα ποιήματα αυτά στα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους από άλλα της συλλογής.

Και ακριβώς σε τούτη τη στοχαστική αναζήτηση το ταξίδι αποτελεί μία βασική κατεύθυνση της συλλογής πλάι στον έρωτα και την αγωνία (διαιρεμένοι εαυτοί, διακοπή, κάποιο ταξίδι, έρως θέρος, επανάσταση). Οι διαδρομές (εικοσιτετράωρο, αστοχία Ι, αναμονή, μετατοπίσεις, λαθραίοι διαβάτες) -που αποτυπώνονται άμεσα ή έμμεσα- αισθητοποιούν ακριβώς την πορεία του ατόμου στην ίδια τη ζωή. Η υπαρξιακή όμως αυτή διάσταση ξεπερνά τον ποιητικό ατομοκεντρισμό και απλώνεται προς ένα συλλογικό υποκείμενο.

.

ΤΖΕΝΗ ΚΟΥΚΙΔΟΥ

koukidaki.blogspot 18/4/2021

Διαβάζοντας τη συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου συναντώ χειμαρρώδη έργα, που διαβάζονται με μια ανάσα, διαθέτοντας όμορφες προσεγγίσεις στα θέματα που αφορούν. Κυρίως μου έμεινε ο αέρας από το ανοιχτό τζάμι του αυτοκινήτου που ανακατεύει λάγνα τα μαλλιά σε κάποιο ταξίδι, μια γεύση γλυκόπικρη ανακατεμένη με θαλασσινό αλάτι και ευωδιά λουλουδιών όπως μοιάζουν και μυρίζουν πάντα οι στιγμές που θα αξιωθούν να γίνουν ανάμνηση και, σε αντιδιαστολή, η άχρωμη γκρίζα τσιμεντένια πόλη με τα αφιλόξενα σκληρά της σίδερα και τους πολύπλοκους δρόμους όμοιους με λαβύρινθο.

.

ΡΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

VAKXIKON.GR 5/4/2017

Οι Τεθλασμένοι Χρόνοι της Χρυσάνθης Ιακώβου εσωκλείονται θεματικά στους παραπάνω στίχους του ποιήματός της Κόσμος Πεπερασμένος. Η νέα απόπειρα γραφής της μία ολόκληρη υπαρξιακή ανησυχία, άλλοτε μία καθίζηση στη ζώσα πραγματικότητα και άλλοτε καθ’ όλα ανατρεπτική.

Μία επαναστάτρια με αιτία απέναντι στο χρόνο και το άχρονο. Τα γραπτά της γεμάτα με “χώρους αναμονής”, στάσεις και υπομονετικές πορείες, εκεί που οι ανατροπές χωρούν παντού και πουθενά και εκεί που τα καλύτερα δεν έρχονται ή έρχονται με χρονοκαθυστέρηση… Καταδικασμένη (;) σε συμβιβασμούς ανάμεσα σε αποσιωπητικά, άνω και κάτω τελείες…

…/…

.

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 16/3/2017

…/…

Στίχοι λιτοί, που σχετίζονται εύστοχα με τους προηγούμενους και τους επόμενους συνδράμοντας στην ενότητα του ποιήματος. Η Ενότητα, το μεγάλο ζητούμενο κάθε φορά, με την έννοια ότι το Ποίημα πρέπει να έχει κάτι να μας πει, αλλιώς δεν έχει λόγο ύπαρξης. Η Χρυσάνθη Ιακώβου είναι σε καλό δρόμο, μας χαρίζει μια γλώσσα προσιτή τίμια, ουσιαστική, που μας «μιλά.» Ύφος ενιαίο, σταθερή φωνή, εξομολογητικός συχνά τόνος και απεύθυνση σε ένα «Εσύ.» Επιδέξια εγκλωβίζει τη στιγμή, ψηλαφίζει αργά τον χρόνο, τον χώρο, την μνήμη. Δεν είναι θλιμμένη, δεν έχει πικρία, στοχάζεται πάνω στις εκδοχές της ζωής μας. Επειδή κάποιες φορές οι άνθρωποι ακροβατούμε, ή μένουμε μετέωροι ή ενεοί, έχοντας διασχίσει αντιφατικούς δρόμους, έχοντας αμφιταλαντευθεί, προδοθεί ή προδώσει. Και οι εμπειρίες μάς έχουν διαμορφώσει, έχουν πλατύνει την ψυχή, έχουν ερεθίσει το συναίσθημα. Η Χρυσάνθη Ιακώβου συλλογίζεται πάνω στην εμπειρία και ερμηνεύει ποιητικώ τω τρόπω.

…/…

.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΟΦΟΡΟΣ

Εφημερίδα “Δρόμος της αριστεράς” 4/3/2017

Αφήνω πίσω μου τη δολοφονική ταχύτητα και διαβάζω αργά-αργά απολαμβάνοντας την κάθε λέξη από τα ποιήματα της Χρυσάνθης Ιακώβου. Οι “Τεθλασμένοι χρόνοι” (Εκδόσεις Βακχικόν) είναι ποίηση της βραδύτητας και της ατμόσφαιρας.

“Σ’ ένα δρόμο ατελείωτο / δίχως αρχή / και δίχως τέλος / και δίχως προορισμό, / τυχαίοι διαβάτες / που τολμήσαμε να διασχίσουμε / μια μέρα ωραία / την άγνωστη λεωφόρο, / με ένα σακίδιο στους ώμους…”

…/…

“κολυμπήσαμε σε ολόκληρο ωκεανό / και μια στάλα νερού / δε βρήκαμε”.

Θα μπορούσα να γεμίσω και με άλλα ποιητικά θραύσματα τη σελίδα, προσπαθώντας να μεταδώσω κάτι από τη μαγεία που με τύλιξε ένα απόγευμα που το πέρασα συντροφιά με τους στίχους της Χρυσάνθης Ιακώβου και με πολλά μουσικά θέματα ως υπόκρουση, καθώς ο ήλιος έγερνε αργά προς την Πάρνηθα…

.

ΑΧ-ΕΡΩΝ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΚΡΙΤΙΚΩΝ

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TOVIVLIO.NET 28/1/2016

…/…

Η ποιητική της Ιακώβου είναι κατά βάση υπαρξιακή. Ανεκπλήρωτα όνειρα, προσωπικοί προβληματισμοί, ερωτική απογοήτευση, διαμορφώνουν τη βασική της θεματική σε ένα νόστο προς την ευτυχία. Μόνο που η οδύσσειά της λαμβάνει χώρα πάνω στον ποταμό των ήχων και της θλίψης. Η ποιήτρια άλλες φορές κραυγάζει και κλαίει, άλλοτε σωπαίνει ανήμπορη να ελέγξει το περιβάλλον, ερωτεύεται και απογοητεύεται.

Στην ποίηση βρίσκει το σθένος να αντιμετωπίσει το δικός της ίλιγγο μέσα στο θλιβερό άστυ, μεταμορφώνεται σε ένα άσυλο από το ρεαλισμό… Η πραγματικότητα την φοβίζει, μα εκείνη την αντιμετωπίζει με την ποίηση, με το λόγο και τα συναισθήματα.

…/…

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΟΦΟΡΟΣ

Εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς 28/1/2016

…/…

Διάβασα στίχους που με ταξίδεψαν, απολαμβάνοντας τη γλώσσα και τη δύναμη των λέξεων, ένιωσα τι θα πει να ξεκινάς «σπέρνοντας στον άνεμο τα λόγια» σου ή πώς γίνεται να αγαπάς τόσο τη «δύναμη των λέξεων που έρχονται από το στήθος σου/νερό/ απ’ τις παλάμες σου….». Και δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ μελαγχολικά πως «και εμείς είμαστε ιστορία/ σε έναν κόσμο που γυρίζει θλιμμένα»….

ΡΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

Από την παρουσίαση του βιβλίου Αχ-έρων στην Αθήνα
15 Φεβρουαρίου 2014

Σκοπός μου να μας μεταφέρω στον ποιητικό λόγο και τις εικόνες του βιβλίου. Να μας ταξιδέψω όπως με ταξίδεψε. Να μας προκαλέσω να αναμετρηθούμε με ανεκπλήρωτους έρωτες και τις απολυτότητες της ζωής σε αντίθεση με τη θνητή μικρότητα. Να μας φέρω αντιμέτωπους με τη φθορά και το κόστος του αποχωρισμού.

Όταν διάβασα τη συλλογή παρασύρθηκα, ταυτίστηκα, εν-συναισθάνθηκα και χαμογέλασα πολλές φορές οφείλω να πω, καθώς έκλεινα και εγώ συνωμοτικά το μάτι στην προσπάθεια της Χρυσάνθης να χωρέσει τον εαυτό της στο όλον, να αφεθεί στη ροή αλλά και να επιβιώσει αυτής. Να κρατήσει την αυτοσύστασή της ανεπηρέαστη από τις αναπόδραστες αλλαγές. Να αφαιρέσει άλλοτε με χειρουργική ακρίβεια και άλλοτε βίαια τα χάρτινα κομμάτια άλλων από το σύνολό της, κρατώντας τυχόν ψήγματα ακεραιότητας.

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Η ποιητική σας συλλογή Lacrimosa (Δακρύβρεχτη) είναι πλέον διαθέσιμη από τις εκδόσεις Βακχικόν. Θέλετε να μας πείτε μερικά πράγματα για την επιλογή του τίτλου καθώς πρόκειται για έναν όρο που στα λατινικά μάς παραπέμπει στα ρέκβιεμ;

Όντως, η φράση lacrimosa dies προέρχεται από τη νεκρώσιμη λειτουργία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και μεταφράζεται ως δακρύβρεχτη μέρα. Ο τίτλος δόθηκε από το τελευταίο ποίημα της συλλογής, το «Ρέκβιεμ», το οποίο τελειώνει με τη λέξη lacrimosa. Το έγραψα καθώς άκουγα το «Lacrimosa» του Zbigniew Preisner, που το ανακάλυψα βλέποντας την ταινία «Το δέντρο της ζωής» του Terrence Malick, όπου ακούγεται σε μια καταπληκτική σκηνή. Σκοπός μου δεν ήταν δώσω πένθιμο χαρακτήρα στη συλλογή, αλλά να εισάγω έναν προβληματισμό, να δώσω μια ιδέα για τα υπαρξιακά ζητήματα που προσπαθώ να θέσω εντός του βιβλίου. Κατά πόσο αξιοποιούμε τη ζωή μας; Γίναμε αυτοί που θα μπορούσαμε να γίνουμε; Ανταποκρινόμαστε στο χρέος απέναντι στον εαυτό μας και απέναντι στην κοινωνία; Αυτά είναι, σε ένα πολύ γενικό πλαίσιο, μερικά από τα θέματα που θέλω να θίξω. Επίσης, μου άρεσε η αρμονία μεταξύ του τίτλου και της… βροχερής φωτογραφίας του εξωφύλλου, την οποία τράβηξα εγώ.

Είναι η τρίτη σας ποιητική συλλογή μετά τα ποιητικά βιβλία Αχ-έρων και Τεθλασμένοι χρόνοι. Νιώθετε να διαφοροποιείστε ποιητικά;

Το αν διαφοροποιούμαι δεν μπορώ να το πω, το ότι εξελίσσομαι σίγουρα ναι. Όχι συνειδητά ασφαλώς, αλλά, μέσα από τη συνεχή τριβή με τη γραφή, βλέπεις ότι αλλάζεις στον τρόπο που εκφράζεσαι, στη φόρμα και στις λέξεις που χρησιμοποιείς, σε αυτά που θέλεις να πεις. Είναι η φυσική εξέλιξη της γραφής, είναι και αναπόφευκτο και επιθυμητό. Και κυρίως έχει να κάνει με την προσωπική μας εξέλιξη και με το γεγονός ότι ωριμάζουμε. Βέβαια, οι δικοί μου κεντρικοί ποιητικοί προβληματισμοί παραμένουν σε γενικές γραμμές οι ίδιοι, αλλά το παιχνίδι με τους στίχους συνεχίζεται. Αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο όταν γράφω και παρακολουθώ με ενδιαφέρον πού με οδηγεί αυτή η διαδικασία. Έχω την περιέργεια να δω τι άλλο μπορεί να προκύψει τα επόμενα χρόνια σε ό,τι αφορά τον τρόπο που γράφω ποίηση.

Αν έπρεπε να μιλήσετε για τον εαυτό σας με ένα ποίημα από αυτή τη συλλογή ποιο θα επιλέγατε και γιατί;

Δύσκολο να απαντηθεί αυτό. Δεν είμαι σε κανένα ποίημα, με την έννοια ότι δεν αναφέρομαι σε μένα και πουθενά δεν μιλάω για μένα. Από την άλλη είμαι σε όλα τα ποιήματα, με την έννοια ότι αποτελούν τις πιο βαθιές μου απόψεις και τις πιο μύχιες σκέψεις μου και αντιπροσωπεύουν τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τον κόσμο. Αν πρέπει όμως να επιλέξω κάτι, θα πω το ποίημα «Αλλού» για την τελευταία του στροφή: «[…]– όμως εμένα / το πέταγμα μιας πεταλούδας / μου έδειξε τον δρόμο / για το φεγγάρι».

Υπάρχουν κοινωνικά ζητήματα που σας απασχολούν ιδιαίτερα και πώς επηρέασαν τη γραφή της Lacrimosa;

Την ποίηση μου θα τη χαρακτήριζα κυρίως υπαρξιακή και δευτερευόντως κοινωνική, αλλά θεωρώ ότι αυτά τα δύο «συνυπάρχουν» κατά κάποιον τρόπο μέσα στα ποιήματα. Ο βασικότερός μου υπαρξιακός προβληματισμός (αν πραγματωνόμαστε, αν φτάνουμε ως άνθρωποι στο επίπεδο που θα μπορούσαμε να φτάσουμε, αν ζούμε τη ζωή μας με τον τρόπο που θα θέλαμε και που θα μπορούσαμε) είναι κατ’ επέκταση και κοινωνικός. Αν δεν μπορούμε να γίνουμε οι καλύτερες εκδοχές των εαυτών μας, τότε σίγουρα δεν μπορούμε να γίνουμε και σωστοί πολίτες. Η αδιαφορία μας, η αναλγησία μας, η διστακτικότητά μας να εκμεταλλευτούμε τις ευκαιρίες που μας δίνονται, η αδυναμία μας για ενδοσκόπηση και αυτοκριτική, η αποφυγή της ανάληψης ευθύνης είναι έννοιες που προσπαθώ να θίξω στα περισσότερα ποιήματα, και σε αυτά που αναφέρονται στον άνθρωπο ως μονάδα, αλλά και σε αυτά που αναφέρονται στον άνθρωπο ως μέλος ενός κοινωνικού συνόλου.

Έχετε πει παλιότερα ότι το ταξίδι της ποίησης δεν θα τελειώσει ποτέ. Ταξιδεύετε τώρα σε ποιητικά νερά; Ή ίσως πειραματίζεστε και με άλλα είδη;

Ελπίζω και εύχομαι να μην τελειώσει ποτέ. Είναι ένα ταξίδι μαγικό. Σχετικά με το αν… ταξιδεύω αυτή τη στιγμή, κάποιες περίοδοι είναι πιο παραγωγικές, κάποιες λιγότερο, κάποιες καθόλου. Δεν με απασχολεί αυτό, δεν με αγχώνει δηλαδή. Δεν πιέζω ποτέ τον εαυτό μου να γράψει, ούτε γράφω κατά παραγγελία. Αισθάνομαι συνεχώς την ποίηση να υπάρχει μέσα μου και όταν δημιουργούνται οι κατάλληλες συνθήκες βγαίνει και προς τα έξω. Αυτήν τη στιγμή διανύω μια περίοδο σχετικής «ηρεμίας», αλλά αυτό μπορεί να αλλάξει από τη μια μέρα στην άλλη. Σε ό,τι αφορά τα άλλα είδη γραφής, κατά καιρούς πειραματίζομαι με το πεζό, με το διήγημα συγκεκριμένα, αλλά δεν έχω φτάσει ακόμα στο σημείο να έχω υλικό έτοιμο για κάποιο βιβλίο. Είναι όμως ένας ευσεβής πόθος και ένας μόνιμος στόχος στο πίσω μέρος του μυαλού. Για να είμαι ειλικρινής, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήθελα πεζό να γράψω, αλλά κάπως με βρήκε η ποίηση και από τότε πορευόμαστε μαζί – και δεν αφήνουμε η μία την άλλη.

Τι είναι για εσάς η ποίηση; Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι σήμερα χρειάζονται περισσότερη ποίηση;

Ποίηση για μένα προσωπικά είναι το παν, μου είναι τόσο απαραίτητη όσο η αναπνοή. Είναι ο τρόπος μου να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο, να τον ερμηνεύω, ένα από τα μέσα για τη δική μου αυτοπραγμάτωση. Δεν θα έλεγα πως οι άνθρωποι χρειάζονται περισσότερη ποίηση σήμερα ειδικά, νομίζω πως πάντα τη χρειάζονταν και πάντα θα τη χρειάζονται. Όχι μόνο την ποίηση βέβαια, αλλά κάθε μορφή τέχνης. Θεωρώ την ποίηση μια πάρα πολύ παρεξηγημένη τέχνη, η οποία για διάφορους λόγους έχει περάσει στην αντίληψη των περισσότερων ως κάτι δυσνόητο, ασαφές, δύσκολο και αχρείαστο. Θα ήθελα οι άνθρωποι να βρουν έναν άλλον τρόπο να αντιμετωπίζουν και να προσεγγίζουν την ποίηση: να βλέπουν το παιχνίδι των λέξεων, να βιώνουν το συναίσθημα (κι ας μην κατανοούν τι… θέλει να πει ο ποιητής), να διαβάζουν την ιδέα πίσω από το ποίημα, να «επικοινωνούν» με τον ποιητή. Το κάθε ποίημα είναι ένας διαφορετικός τρόπος ερμηνείας του κόσμου και αυτό μπορεί να δώσει στον αναγνώστη μια άλλη οπτική, μια άλλη «θεωρία», έναν νέο τρόπο σκέψης, με λίγα λόγια να του ανοίξει τους πνευματικούς ορίζοντες. Συνεπώς, πέρα από την αναγκαιότητα ανάγνωσης της ποίησης, πιστεύω και σε έναν πιο… «ποιητικό» τρόπο ζωής, να έχουμε δηλαδή τις κεραίες μας ανοιχτές, να είμαστε δεκτικοί σε νέες προοπτικές, να ξεφεύγουμε από την «πρακτική» μας καθημερινότητα και να εντοπίζουμε πιο εύκολα την ομορφιά γύρω μας. Πιστεύω ακράδαντα πως η ποίηση μπορεί να βοηθήσει σε όλα αυτά.

.

ΚΟΥΚΙΔΑΚΙ 25/8/2021

Γιατί γράφετε;

Χρυσάνθη Ιακώβου: Από ανάγκη, από εσωτερική παρόρμηση, επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, επειδή δίνει νόημα στις ώρες και στις μέρες μου. Γράφω από τόσο μικρή ηλικία και το γράψιμο είναι τόσο άρρηκτα
συνδεδεμένο με τη ζωή μου που είναι πλέον βασικότατο στοιχείο της ίδιας μου της ύπαρξης, τόσο απαραίτητοκαι σημαντικό όσο η αναπνοή. Προφανώς, ο κάθε άνθρωπος έχει βρει –ή ψάχνει να βρει– έναν τρόπο για να
εκφράζεται, να επικοινωνεί, να πραγματώνεται· εγώ τα έχω βρει όλα αυτά στο γράψιμο.

Ποιες εικόνες ή συναισθήματα αποτελούν αφορμές για δημιουργία;

Χ.Ι.: Ο ήλιος και τα παιχνίδια του ήλιου σε ένα μισοσκότεινο δωμάτιο ή πάνω σε μια επιφάνεια. Η βροχή, το ηλιοβασίλεμα. Το φεγγάρι, ειδικά όταν ο ουρανός δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμα εντελώς. Η θάλασσα. Ένα παλιό,
εγκαταλελειμμένο κτίριο. Οτιδήποτε βέβαια μπορεί να σταθεί αφορμή για δημιουργία. Κάποιες περίοδοι η ανάγκη για έκφραση είναι εντονότερη και η έμπνευση ενεργοποιείται τόσο συχνά και τόσο αναπάντεχα.

Πώς λογαριάζεται η επιτυχία ενός βιβλίου για εσάς;

Χ.Ι.: Καταρχάς, δεν γράφεις ένα βιβλίο για να «κάνει επιτυχία» ή, εν πάσει περιπτώσει, δεν είναι η επιτυχία αυτήν που έχεις κατά νου. Γράφεις ένα βιβλίο επειδή έχεις ανάγκη να το γράψεις και ελπίζεις να «επικοινωνήσεις» με αυτούς που θα το διαβάσουν. Γενικά, είναι λίγο δύσκολο να προσδιοριστεί η έννοια της επιτυχίας όταν μιλάμε για βιβλία στην Ελλάδα –και μάλιστα για ποιητικά βιβλία– δεδομένου ότι η λογοτεχνία δεν αγκαλιάζεται στη χώρα μας στον βαθμό που θα μπορούσε… Επιτυχία για μένα είναι η ίδια η έκδοση του βιβλίου, το να κάνεις δηλαδή το τολμηρό βήμα και να ανοιχτείς στο αναγνωστικό κοινό. Επιτυχία είναι να το διαβάσουν άνθρωποι με τους οποίους δεν γνωρίζεσαι. Επιτυχία είναι να αρέσει το βιβλίο σε αυτούς που εκτιμάς και σε αυτούς που αγαπούν τη λογοτεχνία. Και φυσικά η μεγαλύτερη επιτυχία είναι να σου πει κάποιος αναγνώστης – γνωστός σου ή άγνωστος– πόσο τον άγγιξε κάποιο ποίημα ή κάποιος στίχος.

Αν έπρεπε να περιγράψετε τη συλλογή Lacrimosa με μία λέξη ή μια φράση, ποια θα ήταν αυτή;

Χ.Ι.: Προβληματισμός.

Ποιο είναι το πιο αγαπημένο σας έργο και γιατί;

Χ.Ι.: Το αγαπημένο μου από αυτό το βιβλίο, το «Lacrimosa», θα έλεγα πως είναι το ποίημα «Μια αλήθεια», το οποίο έχω διαλέξει και για το οπισθόφυλλο:
Το τελευταίο μπάνιο.
Λεία και στιλπνά τα σώματά μας
μέσα στην υγρή σιωπή της θάλασσας.
Ένα ένδοξο απόγευμα
που μας αξίωσε
με μια ρωγμή αλήθειας.
Κι η βάρκα αραγμένη στη στεριά
τα ταξίδια που δεν ταξίδεψε.
Τα τζιτζίκια,
το κρυφτό παιχνίδι του ήλιου.
Τολμήσαμε.
Δίχως να νιώσουμε πώς
βρεθήκαμε κιόλας στη σκιά.

Η αναζήτηση της «αλήθειας» είναι νομίζω ένας από τους βαθύτερους υπαρξιακούς στόχους του ανθρώπου και είναι και μια ιδέα που με βασανίζει έντονα ποιητικά. Το συγκεκριμένο ποίημα είναι βιωματικό, με την έννοια ότι
σχηματίστηκε στο μυαλό μου ως ιδέα όσο βρισκόμουν μέσα στο νερό σε μια υπέροχη παραλία ένα απόγευμα του Αυγούστου, με τα τζιτζίκια να ακούγονται, τον ήλιο να δύει και μια βάρκα να βρίσκεται σχεδόν ξεχασμένη στην άμμο. Αισθάνθηκα όντως εκείνη τη στιγμή ότι βίωσα «μια αλήθεια», η οποία βέβαια γλίστρησε γρήγορα, όπως όλες οι αλήθειες που βιώνουμε. Κάποια στιγμή βρέθηκα στη σκιά, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δύει ο ήλιος
της ζωής μας, πριν προλάβουμε να ανακαλύψουμε όλα τα μυστικά της ύπαρξης μας.

Αν δεν υπήρχε η ποίηση στη ζωή σας, με τι θα είχατε ασχοληθεί; Με ποιον τρόπο θα εκφραζόσασταν; Πώς;

Χ.Ι.: Μου αρέσει πολύ η φωτογραφία, ασχολούμαι ερασιτεχνικά αρκετά χρόνια. Το εξώφυλλο μάλιστα του «Lacrimosa» (όπως και των δύο προηγούμενων ποιητικών μου συλλογών) είναι φωτογραφία δική μου. Επίσης,
η μεγάλη αγάπη της ζωής μου –εκτός από την λογοτεχνία– είναι ο κινηματογράφος, οπότε θα μπορούσα να μεφανταστώ σκηνοθέτιδα.

Μοιραστείτε ένα όνειρό σας, μια σκέψη ή έναν στόχο.

Χ.Ι.: Μόνιμο όνειρο είναι πάντα το πεζό. Θα ήθελα κάποια στιγμή να γράψω μια ολοκληρωμένη συλλογή διηγημάτων ή ένα μυθιστόρημα. Αλλά πέρα από αυτό, ελπίζω να συνεχιστεί το ταξίδι της ποίησης, να μην τελειώσει ποτέ!
Η Χρυσάνθη Ιακώβου μιλάει με αφορμή την ποιητική της συλλογή, Lacrimosa, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν.

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΣΤΟΦΟΡΟ

edromos.gr 14/9/2021

Γιατί διάλεξες αυτόν τον τίτλο για το βιβλίο;

Lacrimosa θα πει δακρύβρεχτη στα λατινικά, από τη φράση lacrimosadies, δηλαδή δακρύβρεχτη μέρα, που ακούγεται στη νεκρώσιμη ακολουθία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Ήθελα να εισάγω με αυτόν τον τρόπο έναν προβληματισμό, να δώσω ένα στίγμα για τα υπαρξιακά και κοινωνικά ζητήματα που προσπαθώ να θέσω στα ποιήματά μου. Εκτός αυτού, τον διάλεξα λόγω του τελευταίου ποιήματος της συλλογής, του «Ρέκβιεμ». Ένα βράδυ παρακολουθούσα την ταινία του Terrence Malick «Το δέντρο της ζωής» και σε μια σκηνή ακούγεται το «Lacrimosa» του Zbigniew Preisner. Με μάγεψε το συγκεκριμένο κομμάτι, το οποίο αναζήτησα στη συνέχεια στο YouTube και από το οποίο προέκυψε το ποίημα «Ρέκβιεμ». Θεώρησα ότι το Lacrimosa ταίριαζε ως τίτλος και με το περιεχόμενο της συλλογής, αλλά και με το βροχερό εξώφυλλο, το οποίο είναι δική μου φωτογραφία.

Γράφεις ότι «πνίξαμε τα όνειρά μας στις στιγμές μας». Ποια δικά σου όνειρα έχουν μείνει πίσω;

Με απασχολεί ποιητικά η τάση του ανθρώπου να αφήνεται στην πεζή ρουτίνα της καθημερινότητάς του και να αμελεί αυτά που πραγματικά επιθυμεί. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες αδυναμίες. Προσωπικά, δικό μου όνειρο που να έμεινε πίσω δεν ξέρω αν υπάρχει, με την έννοια ότι έχω καταφέρει αρκετά από αυτά που επιθυμώ. Έχω την ευτυχία να εργάζομαι στον τομέα που θέλω (είμαι αρχισυντάκτρια περιοδικού), αλλά και λογοτεχνικά είμαι ευχαριστημένη σε γενικές γραμμές από τη μέχρι τώρα πορεία μου. Αν θα μπορούσα να είχα πάρει αποφάσεις που θα με οδηγούσαν σε ακόμα καλύτερους δρόμους; Πιθανόν ναι. Αν επιθυμώ να καταφέρω κι άλλα πράγματα επαγγελματικά και λογοτεχνικά; Σίγουρα ναι. Δεν θέλω όμως να σκέφτομαι για όνειρα που έμειναν πίσω, αλλά για όνειρα που μπορώ στο μέλλον να πραγματοποιήσω.

Το φεγγάρι είναι «πρωταγωνιστής» σε πολλά από τα ποιήματά σου. Τι είναι αυτό που σε μαγεύει;

Πρόκειται για υποσυνείδητη ποιητική εμμονή! Ίσως είναι η μοναχικότητά του στον ουρανό. Ίσως είναι ότι δίνει ομορφιά ακόμα και σε ένα άσχημο τοπίο. Ίσως –καθώς αποτελεί ένα σταθερό σημείο του κόσμου που μας περιβάλλει– λειτουργεί ως υπενθύμιση για το πόσο γρήγορο είναι το πέρασμά μας από τη γη. Μου αρέσει καμιά φορά η τόλμη του και η παραδοξότητα να εμφανίζεται σε έναν ουρανό που δεν σκοτείνιασε ακόμα. Από κάτι τέτοιες διαπιστώσεις και τέτοιες αντιθέσεις γεννιούνται πολλές φορές τα ποιήματα. Η δική μου ποίηση εξάλλου θα έλεγα πως είναι αρκετά «φωτογραφική», τα ποιήματά μου προκύπτουν τις περισσότερες φορές από κάποια εικόνα που θα δω, αρκετά δυνατή ώστε να πυροδοτήσει την έμπνευσή μου. Το φεγγάρι μού έχει χαρίσει πολλές τέτοιες εικόνες και έχει ενεργοποιήσει μέσα μου πολλούς συνειρμούς.

Δημοσιογραφία και ποίηση πώς μπορούν να συμβαδίζουν στις μέρες μας;

Δημοσιογραφία και ποίηση θεωρώ πως είναι διαφορετικές εκφράσεις του ίδιου πράγματος, δηλαδή της αγάπης για τον λόγο και τη γλώσσα. Μπορούμε ακόμα να πούμε ότι και οι δύο ασχολούνται με την «ανακάλυψη» της αλήθειας: η μεν δημοσιογραφία για όσα συμβαίνουν, η δε ποίηση για όσα μπορεί να υπάρχουν στα βάθη της ύπαρξής μας. Από την άλλη βέβαια υπάρχει και μια αντίθεση που έχει ενδιαφέρον: η δημοσιογραφία ασχολείται με την ωμή πραγματικότητα σε όλη της την έκταση, η ποίηση –ακόμα κι όταν περιγράφει όσα συμβαίνουν γύρω μας– είναι απόδραση από την πραγματικότητα. Οι δημοσιογράφοι-ποιητές ίσως να αισθάνονται την ανάγκη να πατούν και στους δύο «κόσμους». Αυτό δεν κάνουν άλλωστε όλοι οι άνθρωποι;

Πώς θα μπορούσε η ποίηση στην Ελλάδα να ανέβει και πάλι στο βάθρο που βρισκόταν κάποτε;

Θεωρώ πως όλο το σύστημα γύρω από την ποίηση είναι προβληματικό – και γύρω από τη λογοτεχνία γενικότερα, απλώς η ποίηση πλήττεται περισσότερο επειδή θεωρείται πιο «δύσκολο» είδος σε σχέση με την πεζογραφία. Η ποίηση είναι μια παρεξηγημένη τέχνη στην Ελλάδα, θεωρείται ακαταλαβίστικη, υπάρχει γενικά η άποψη ότι απευθύνεται σε ένα πολύ περιορισμένο κοινό, ενώ οι ποιητές καμιά φορά αντιμετωπίζονται ως γραφικοί. Ευθύνη για αυτό έχει σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό ο τρόπος που διδάσκεται η ποίηση στα σχολεία: η υπερανάλυση των στίχων, αλλά και η επιλογή των ποιημάτων που περιλαμβάνονται στην ύλη απωθούν τους μαθητές από περαιτέρω ενασχόληση. Το πρώτο που θα έπρεπε να αλλάξει λοιπόν είναι ο τρόπος που διδάσκεται η ποίηση: να μαθαίνουμε στα παιδιά πώς να νιώθουν την ποίηση, όχι πώς να την ερμηνεύουν.

Από την πλευρά αυτών που ασχολούνται με την ποίηση (ποιητές, κριτικοί, εκδότες), γίνονται ενδιαφέροντα πράγματα, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο μπορούν να προσελκύσουν ένα ευρύτερο κοινό. Ίσως θα έπρεπε να γίνει μια επιπλέον προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση. Επίσης: θυμάμαι μια δράση πριν από μερικά χρόνια κατά την οποία είχαν τοποθετηθεί στίχοι σπουδαίων Ελλήνων ποιητών στα λεωφορεία. Με τέτοιους τρόπους –και με τη δύναμη των socialmedia φυσικά– θα ήθελα να μπει η ποίηση στην καθημερινότητά μας. Να ξορκίσουμε την άποψη ότι είναι δύσκολη, να τη νιώσουμε, να την αγαπήσουμε, να ταυτιστούμε μαζί της, να πάψουμε να έχουμε το άγχος να την κατανοήσουμε. Να γίνει η ποίηση πιο προσιτή, ένα είδος… «μόδας», αν επιτρέπεται να το θέσω έτσι, όπως συμβαίνει με τη μουσική, που είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Παράλληλα, θα ήθελα να δοθεί πιο πολύς χώρος στους νέους ποιητές. Να γίνονται δράσεις, φεστιβάλ, βραδιές ποίησης, αφιερώματα σε περιοδικά, ειδικά για αυτούς. Αν κατορθώσουμε να φέρουμε τη νέα γενιά στο επίκεντρο της ποίησης, αυτό θα περάσει σταδιακά και σε ολόκληρη την κοινωνία.

.

ΛΕΝΗ ΖΑΧΑΡΗ

ΠΕΡΙ ΟΥ 9/10/2021

«Lacrimosa» ονομάζονται οι τελευταίες στροφές (18η και 19η) του λατινικού ύμνου Dies Irae γνωστού από τη χρήση του παλαιότερα στη νεκρώσιμη ακολουθία της ρωμ/καθολικής Εκκλησίας. Το κείμενο αναφέρεται στην ημέρα της Κρίσης. Μάλιστα πολλοί συνθέτες (Μότσαρτ, Βέρντι κ.α) το περιλαμβάνουν σαν διακριτό μέρος σε συνθέσεις Ρέκβιεμ.
«Lacrimosa» ονομάζεται και η πρόσφατη ποιητική συλλογή της Χρυσάνθης Ιακώβου από το τελευταίο ποίημα της συλλογής «Ρέκβιεμ»: «…Και τότε κάποιος ψιθύρισε:/ Lacrimosa.»
Η ποιήτρια με ρεαλιστικότητα, έντονο συμβολισμό και ύφος εξομολογητικό, γράφει ποίηση σύγχρονη και ταυτόχρονα διαχρονική. Φέρνει στο «σήμερα» τα ζητήματα που προβληματίζουν και πονάνε εδώ κι αιώνες τους ποιητές. Ωστόσο το Σήμερα είναι πιο οδυνηρό καθώς η ανθρώπινη κατάσταση έχει μεταβληθεί προς το χειρότερο. Ακόμη κι ο έρωτας προκαλεί θλίψη γιατί δεν είναι ολοκληρωτικός ή ξεκάθαρος. Ο θάνατος, η άλλη μεγάλη συμπαντική δύναμη, βρίσκεται στον αντίποδα. Είναι αμείλικτα παρών, δεν έρχεται μόνο ως φυσιολογικό γεγονός, αλλά κι ως βίαια κατάσταση που δεν ξεχωρίζει ηλικίες και καταστάσεις: «…η σφαγή των αθώων νηπίων ξεκίνησε/ από αυτούς που κατάλαβαν/ πως στα μάτια των παιδιών/ κατοικεί ο Θεός/ – και η σφαγή/ ακόμα συνεχίζεται.»
Οι αλλεπάλληλες ματαιώσεις από όνειρα που έμειναν απραγματοποίητα, από συνειδητοποιήσεις ψευδαισθήσεων και απουσίες, η έλλειψη συμπόνιας, τα «χάρτινα πρόσωπα των ανθρώπων», η μοναξιά, η σκοτεινιά του κόσμου, οι διαψεύσεις, αλλά και το πέρασμα του χρόνου με τους επερχόμενους θανάτους προσφιλών προσώπων, τις ασθένειες, τα πνιγμένα και θαμμένα όνειρα που επιστρέφουν βασανιστικά πληγώνουν την ποιήτρια.
Το βίωμα της είναι οδυνηρό, είναι πόνος και πένθος γι’ αυτόν τον κόσμο, τον «δανεικό και πληγωμένο» από τον οποίο ακόμα κι ο Θεός εξορίζεται.
Είναι τέτοια η σκληρότητα των ανθρώπων, η παραφροσύνη.
Η ποιήτρια γίνεται το «ιερόν πτηνόν» του Πλάτωνα και μέσα σ’ αυτή τη δυστυχία μεταφέρει ως «διάμεσος» τα μηνύματα του ουρανού στη γη: «ο ουρανός/ βλοσυρός/ πάνω απ’ τα κεφάλια μας,/ γνέφει/ σε μια μόνιμη απειλή,/ μια υπόσχεση συντέλειας/ στο εύθραυστό μας μέλλον…/». Ίσως γι’ αυτό τελειώνει με το «Ρέκβιεμ» κι ίσως γι’ αυτό η μόνη της καταφυγή είναι η ποίηση…

«…ένα πουλί στο σύρμα/ δίνει τον ρυθμό/ μια μελωδία ξεχασμένη/ -γιατί λαλείς/ πάνω απ’ της λήθης/ το πέτρινο σκηνικό;» (Μια μελωδία ξεχασμένη)
Με αφορμή τους στίχους αυτούς θα ήθελα να σε ρωτήσω ποιος είναι ο ρόλος του ποιητή στον κόσμο;

Ο ρόλος του ποιητή, κατά τη γνώμη μου, είναι να δίνει μια άλλη ερμηνεία για όσα μας περιβάλλουν. Να κάνει τους αναγνώστες να δουν τα πράγματα από μια νέα οπτική γωνία. Σκοπός της τέχνης είναι έτσι κι αλλιώς να μας δίνει τροφή για να σκεφτούμε και να ανυψωθούμε πνευματικά, ομοίως θεωρώ πως ο κάθε ποιητής μπορεί προσφέρει ένα νέο είδος «αλήθειας», το οποίο ο αναγνώστης μπορεί να το ερμηνεύσει όπως του ταιριάζει.

Γιατί γράφεις εσύ; Είναι η ποίηση «μια μελωδία ξεχασμένη»;

Παραγκωνισμένη ίσως, αδικημένη ναι, παρεξηγημένη σίγουρα, ξεχασμένη όμως ποτέ δεν είναι η ποίηση. Πάντα θα αγαπιέται και θα διασώζεται μέσα στον χρόνο. Εγώ γράφω γιατί αυτός είναι ο τρόπος μου να ερμηνεύω τον κόσμο, να επικοινωνώ, να προσπαθώ να φτάσω στα βαθύτερα επίπεδα της ύπαρξης. Όλοι οι άνθρωποι προσπαθούμε να βρούμε την προσωπική μας αλήθεια, εγώ το κάνω αυτό μέσω της γραφής.

«υπάρχεις και δεν υπάρχεις/ σαν είδωλο ψευδαίσθησης/…/η ζωή προχωράει/ στη γραμμική ευθεία του κύκλου…» (Κόκκινη αντανάκλαση)
Είναι οξύμωρη η ζωή ή οι άνθρωποι ζούμε με ψευδαισθήσεις; Κι η ποίηση πώς λειτουργεί;

Η ζωή είναι οξύμωρη, κλείνει μέσα της τις μεγαλύτερες αντιθέσεις, ευτυχία και δυστυχία, ανταμοιβή και αδικία, δεν συμβαδίζει με τα θέλω μας, καμιά φορά μοιάζει να μας περιγελά. Αλλά και οι άνθρωποι φυσικά και ζούμε με ψευδαισθήσεις, δεν έχουμε πάντα την αντίληψη να κρίνουμε σωστά τις καταστάσεις, να πάρουμε τις «σωστές» αποφάσεις. Πολλές φορές έχουμε λάθος εικόνα ακόμα και για τον ίδιο μας τον εαυτό. Η ποίηση δεν μπορεί να λύσει το δράμα αυτό της ύπαρξής μας, μπορεί όμως να μας βοηθήσει να φτάσουμε στην αυτογνωσία. Και είναι κι αυτό μια παρηγοριά.

«μέσα από τη μήτρα των καλών προθέσεων/ ξεπηδούν απρόοπτα οι διαψεύσεις…»(Κόντρα)
Σ’ αυτή την πορεία που μας φέρνει ολοένα πιο κοντά στο θάνατο διαψεύδοντας τις προσδοκίες μας, ποιος είναι για σένα ο ρόλος της ποίησης;

Γράφουμε ποίηση –και γενικότερα κάνουμε τέχνη– για να ξορκίσουμε τον φόβο του θανάτου. Για να γευτούμε λίγο μια ψευδαίσθηση αθανασίας. Γράφουμε και διαβάζουμε ποίηση για να ερμηνεύσουμε τα μυστήρια της ζωής. Για να φτάσουμε στην αυτοπραγμάτωση. Θεωρώ πως η επαφή με την ποίηση (τόσο για αυτούς που τη γράφουν όσο και για αυτούς που τη διαβάζουν) προσφέρει μια μικρή λύτρωση, μπορεί να κάνει λίγο πιο ανώδυνα κάποια πράγματα.

Αυτοί οι δύο στίχοι θυμίζουν έντονα αρχαία λυρική ποίηση, όπως και πολλοί άλλοι στα ποιήματά σου. Έχει αλλάξει ο προβληματισμός του ανθρώπου σήμερα;
Τα βασικά υπαρξιακά ερωτήματα –αυτά στα οποία καλείται παραδοσιακά να «απαντήσει» η τέχνη– δεν αλλάζουν. Οι κοινωνίες και οι ιδεολογίες αλλάζουν, αλλά οι πιο βαθείς προβληματισμοί του ανθρώπου παραμένουν ίδιοι. Ο ίδιος ο άνθρωπος δεν αλλάζει, τα βασικά του ένστικτα είναι τα ίδια σε όλους τους αιώνες. Το έργο τέχνης που καταφέρνει να συλλάβει τους αιώνιους αυτούς προβληματισμούς γίνεται διαχρονικό – όπως βλέπουμε να συμβαίνει με τόσα και τόσα έργα του παρελθόντος που δεν παλιώνουν ποτέ.

«…δεν είμαστε αυτοί/ που ευχηθήκαμε να γίνουμε,/…/ δεν είμαστε αυτοί/ που θα μπορούσαμε να γίνουμε/ μα μήτε το μετανιώσαμε/ μήτε το καταλάβαμε κιόλας». (Απολεσθείσα ευχή)
Πόσο δύσκολος είναι ο δρόμος προς την αυτογνωσία;
Προφανώς ο δυσκολότερος δρόμος που καλείται να διαβεί ο άνθρωπος. Αδύνατον να τον περπατήσεις μέχρι τέλους. Το ίδιο ισχύει και για τον δρόμο προς την αυτοπραγμάτωση, καθώς και για τον δρόμο προς την εκπλήρωση των επιθυμιών και των ονείρων μας. Όλα αυτά βέβαια είναι αλληλένδετα. Είναι στη φύση του ανθρώπου να επαναπαύεται, να παρασύρεται από τη ρουτίνα και από όσα του φέρνει η ζωή τυχαία, που παύει από ένα σημείο και μετά να προσπαθεί να γίνει η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του. Πιστεύω πως σε αυτό ακριβώς το στοιχείο της φύσης μας πρέπει να αντισταθούμε.

Με αφορμή στίχους των ποιημάτων σου να σε ρωτήσω, πόσο κοντά βρίσκεται ο ποιητής με το Θεό;
Δεν θεωρώ πως συνδέονται απαραίτητα η πίστη με την ποίηση. Εξαρτάται προφανώς από τον κάθε ποιητή, πόσο κοντά αισθάνεται ο ίδιος στον Θεό και πώς αυτό επηρεάζει τη γραφή του. Ο ποιητής «πρέπει» να βρίσκεται κοντά στον άνθρωπο. Να σκύβει πάνω από το ανθρώπινο δράμα, να αγκαλιάζει την ανθρώπινη αδυναμία, να αντικρίζει την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι πιστεύω πως μπορούν να προκύψουν τα καλά ποιήματα, αυτά που «έχει ανάγκη» να διαβάσει ο κόσμος και που αγαπάει.

.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΝΟΒΑΣ

https://authoring-melodies.blogspot.com/ 9/2021

1) Καλώς σε βρήκα Χρυσάνθη! Καταρχάς, θέλω να μου πεις, πώς ξεκίνησε για εσένα το ταξίδι της συγγραφής;

Χ.Ι.: Καλώς ανταμώσαμε! Το ταξίδι της συγγραφής ξεκίνησε για μένα ταυτόχρονα με το ταξίδι της… γραφής! Σχεδόν από τότε που έμαθα γραφή ξεκίνησα και να γράφω! Με θυμάμαι στο δημοτικό να γράφω διηγήματα και να ξεκινάω μυθιστορήματα. Μετά, στο γυμνάσιο, προέκυψε και η ποίηση. Πλέον ασχολούμαι κατεξοχήν με την ποίηση, αλλά πειραματίζομαι κατά καιρούς και με τον πεζό λόγο. Η συγγραφή είναι κάτι μαζί με το οποίο μεγάλωσα, διαμορφώθηκα, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής μου και ο καλύτερος, για μένα, τρόπος για να εκφραστώ. Την αντιμετώπιζα από την αρχή ως κάτι ιερό και έτσι παραμένει μέχρι σήμερα.

2) Η ποίηση είναι ένα ομολογουμένως δύσκολο μονοπάτι. Εσύ, πώς αποφάσισες να το περπατήσεις;

Χ.Ι. : Νομίζω πως είναι καθαρά θέμα κλίσης, δηλαδή ένας αξιόλογος πεζογράφος ενδεχομένως να μην μπορεί να γράψει ούτε δύο στίχους και αντιστοίχως ένας κορυφαίος ποιητής ίσως δεν μπορεί να γράψει ούτε μια σελίδα σε πεζό. Θεωρώ πως δεν υπάρχουν εύκολα και δύσκολα είδη, παρά μονάχα άνθρωποι που έχουν έμφυτο ταλέντο για το ένα ή για το άλλο. Σχετικά με μένα, δεν ήταν απόφασή μου να γράψω ποίηση, εγώ από μικρή με το πεζό ήθελα να ασχοληθώ και με αυτό ξεκίνησα. Η ίδια η ποίηση ήρθε και με βρήκε κάπου στα δεκατρία μου, όταν έγραψα το πρώτο μου ποίημα. Από τότε μου βγαίνει εντελώς αυθόρμητα και φυσικά, με τον ίδιο τρόπο που αναπνέουμε ή περπατάμε. Το να ερμηνεύω τον κόσμο και να εκφράζω την προσωπική μου αλήθεια μέσω στίχων είναι κάτι που μου προσφέρει απίστευτη ψυχική απόλαυση. Δεν έχω ξεχάσει την επιθυμία μου για το πεζό, αλλά η ενασχόληση με την ποίηση νιώθω πως δεν θα τελειώσει ποτέ. Δεν μπορώ να με φανταστώ να μη γράφω.

3) Ποιες οι επιρροές σου; Ποιους/ες συγγραφείς θαυμάζεις;

Χ.Ι. : Δεν ξέρω αν μπορώ να μιλήσω για συγκεκριμένες επιρροές, πάντως έχω αρκετή αδυναμία στον Ρίτσο, τον Λειβαδίτη και τον Λάσκαρη.

4) Είναι δύσκολο ή εύκολο κάθε φορά να μετατρέψεις την ιδέα σου σε ποίημα;

Χ.Ι. : Δεν γράφω ποτέ κατόπιν παραγγελίας ούτε λέω από μέσα μου πως τώρα θα καθίσω και θα γράψω ένα ποίημα. Σε αυτήν την περίπτωση υποθέτω πως δεν θα ήταν εύκολο να προκύψει κάποιο αξιόλογο κείμενο. Όταν όμως μια εικόνα ή κάποιο ερέθισμα πυροδοτήσει την έμπνευση και αυτή συνειρμικά φέρει κάποια ιδέα (ιδέα που συνήθως προϋπάρχει στο μυαλό), τότε θα έλεγα πως δεν είναι δύσκολο να γραφεί ένα ποίημα. Για την ακρίβεια, σε λίγα λεπτά είναι έτοιμο. Μου αρέσει να κρατώ το ποίημα έτσι ατόφιο, όπως γεννήθηκε από την έκρηξη της έμπνευσης. Το ξαναδιαβάζω λίγο καιρό μετά με πιο νηφάλια ματιά για να δω αν όντως αξίζει και να διορθώσω κάποιον στίχο ή μερικές λέξεις. Έχω την ευτυχία να αισθάνομαι ότι καταφέρνω σε κάθε ποίημα να εκφράσω αυτό περίπου που θέλω κάθε φορά να πω. Και χαίρομαι που οι λέξεις είναι φίλες μου και μου επιτρέπουν να αποτυπώσω με ακρίβεια τις σκέψεις μου.

5) Υπήρξαν πιθανώς μηνύματα που θέλησες να περάσεις μέσα από τα γραπτά σου; Θα έπρεπε πιστεύεις ένας οποιοσδήποτε καλλιτέχνης, εφόσον έχει αυτή τη δυνατότητα, να περνάει μηνύματα μέσα από την τέχνη του;

Χ.Ι. : Δεν θα το έλεγα ότι επιδιώκω να περάσω κάποιο μήνυμα. Προφανώς βέβαια με τα ποιήματά μου κάτι θέλω να πω, παρουσιάζω δηλαδή τη δική μου κοσμοθεωρία, το δικό μου σύστημα ιδεών. Αν κάτι από αυτά που γράφω έχει απήχηση, επηρεάσει κάποιον, δώσει σε έναν αναγνώστη μια καινούργια οπτική, του προκαλέσει μια ωραία σκέψη, έχει καλώς. Αυτός είναι και ο λόγος ύπαρξης της τέχνης, αυτό κάνουν εκ των πραγμάτων όσοι εκφράζονται μέσω της τέχνης. Δεν ξέρω ωστόσο αν θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένας καλλιτέχνης «πρέπει» να περνάει κάποιο μήνυμα. Αν σκοπός της τέχνης γίνει να περνάει συγκεκριμένα μηνύματα, τότε μιλάμε για τέχνη στρατευμένη, και όχι για αυθόρμητη, ειλικρινή, πηγαία.

6) Ας περάσουμε τώρα στο βιβλίο. Θέλω να μου μιλήσεις καταρχάς για την όλη διαδικασία. Πώς φτάσαμε από την αρχική ιδέα στην έκδοσή του;

Χ.Ι. : Πάντα υπάρχει η ιδέα για ένα βιβλίο, αρκεί να υπάρχει το υλικό! Είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από την προηγούμενη ποιητική μου συλλογή, τους «Τεθλασμένους χρόνους», που εκδόθηκαν το 2017 από τις Εκδόσεις Βακχικόν, οπότε αισθάνθηκα ότι είχε έρθει η ώρα για το επόμενο βήμα. Διαβάζοντας προσεκτικά τα ποιήματα που είχα γράψει όλο αυτό το διάστημα, θεώρησα πως όντως έχω κάτι καινούργιο να πω και πως η γραφή μου εξελίχθηκε. Αν δεν το πίστευα αυτό, δεν θα προχωρούσα σε έκδοση. Έτσι λοιπόν προέκυψε η τρίτη μου ποιητική συλλογή, το «Lacrimosa» μου, από τις Εκδόσεις Βακχικόν, με τριάντα εφτά ποιήματα υπαρξιακού και κοινωνικού περιεχομένου, στα οποία κύριες ιδέες είναι ο χρόνος, οι χαμένες ευκαιρίες της ζωής μας, η αυτοπραγμάτωση, η ευθύνη μας απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους. Όλα αυτά τα έδεσα με ένα «βροχερό» εξώφυλλο, το οποίο είναι φωτογραφία δική μου!

7) Διέκρινα σε ένα αρκετά μεγάλο βαθμό απαισιοδοξία στα γραπτά σου. Προς τι αυτό;

Χ.Ι. : Γράφω για αυτά που με ενοχλούν, για αυτά που με προβληματίζουν, για τις ανθρώπινες αδυναμίες, για τα λάθη μας και για την πλάνη μας. Για αυτά που με κεντρίζουν και με πληγώνουν. Ένα αισιόδοξο ή χαρούμενο ποίημα δεν έχει λόγο ύπαρξης για μένα. Εξάλλου οι άνθρωποι σπάνια γράφουν όταν είναι χαρούμενοι. Συνήθως γράφουν όταν κάτι τους καίει. Δεν είμαι απαισιόδοξος άνθρωπος, αλλά είναι η δύσκολη πλευρά του κόσμου και της ύπαρξής μας που με απασχολεί ποιητικά.

8) Ως άνθρωποι, απομακρυνόμαστε πλέον από τις στιγμές; Ζούμε μηχανικά;

Χ.Ι. : Είναι στο χέρι του κάθε ανθρώπου το πώς θα ζήσει τη ζωή του. Μονίμως ο άνθρωπος έχει μια τάση να βολεύεται, να επιζητά τη ρουτίνα του, να φοβάται τις αλλαγές ή το ρίσκο, να επαναπαύεται. Υπήρχαν πάντα και θα υπάρχουν πάντα αυτοί που ζούνε τη ζωή τους ολόκληρη μηχανικά και άλλοι που κυνηγούν την κάθε στιγμή. Και φυσικά υπάρχουν και αυτοί που προσπαθούν να ισορροπήσουν στο ενδιάμεσο. Νομίζω πως αυτή είναι μία από τις μεγαλύτερες υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου, το αν καταφέρνει δηλαδή να ζήσει πραγματικά τη ζωή του και να έρθει όντως σε επαφή με τα θέλω του, και είναι μια ιδέα που με απασχολεί κι εμένα ποιητικά σε μεγάλο βαθμό.

9) Πιστεύεις ότι έχουμε φτάσει πλέον σε ένα τέλμα και θα έπρεπε ίσως να κάνουμε επανεκκίνηση;

Χ.Ι. : Νιώθω πως οι άνθρωποι έχουμε μια ρομαντική-νοσταλγική τάση να εξιδανικεύουμε το παρελθόν και να θεωρούμε πως οι παλιότερες γενιές ζούσαν καλύτερα. Όχι, δεν πιστεύω πως σήμερα ειδικά έχουμε φτάσει σε τέλμα, όχι σε μεγαλύτερο βαθμό τουλάχιστον απ’ ότι σε προηγούμενες εποχές. Πιστεύω ωστόσο ακράδαντα στις προσωπικές καθημερινές επανεκκινήσεις. Νομίζω πως το μόνο πράγμα που μπορεί να «σώσει» τον κόσμο είναι να γίνει ο καθένας από εμάς η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του. Πρέπει να βρισκόμαστε σε συνεχή σύγκριση με τον χθεσινό εαυτό μας, να βελτιωνόμαστε προσωπικά, να εξελισσόμαστε, να ωριμάζουμε, να διευρύνουμε τους πνευματικούς μας ορίζοντες και παράλληλα να γινόμαστε καλύτεροι και πιο υπεύθυνοι και ως πολίτες.

10) Ποια τα μελλοντικά σου σχέδια; Τι να περιμένουμε στο μέλλον από’ σένα;

Χ.Ι. : Ελπίζω να προκύψουν πολλές ακόμα ποιητικές συλλογές, να συνεχίσω να γράφω και να εξελίσσομαι στο παιχνίδι με τους στίχους, τις λέξεις, τα νοήματα. Θα ήθελα να είμαι ωριμότερη ποιητικά από βιβλίο σε βιβλίο. Ελπίζω κάποια στιγμή να προκύψει μια συλλογή διηγημάτων και –γιατί όχι;– και κάποιο μυθιστόρημα. Τελευταία, μέσα από πειραματισμούς και με αφορμή κάποια πρότζεκτ που ανέλαβα, συνειδητοποίησα πόσο πολύ μου αρέσει όταν μια λογοτεχνική ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Θέλω κάποια στιγμή να ασχοληθώ με κάτι που θα συνδυάζει την ιστορική έρευνα με τη μυθοπλασία

.

Συνέντευξη στον Νέστορα Πουλάκο

Η Χρυσάνθη Ιακώβου έχει σπουδάσει Ελληνική Φιλολογία και εργάζεται ως δημοσιογράφος. Το 2013 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή «Αχ-έρων» από τις Εκδόσεις Βακχικόν. Έχει συμμετάσχει με ποιήματα και διηγήματά της σε συλλογικές εκδόσεις. Οι «Τεθλασμένοι χρόνοι» είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή.

Σε πρώτο πρόσωπο…

Οι «Τεθλασμένοι χρόνοι»…
Η ποιητική συλλογή «Τεθλασμένοι χρόνοι» είναι η δεύτερή μου, τρία χρόνια περίπου μετά τη συλλογή «Αχ-έρων», που είχε κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο του 2013, και πάλι από τις Εκδόσεις Βακχικόν. Δεύτερο βιβλίο για μένα σημαίνει ποιητική συνέχεια και συνέπεια και μια αέναη και δημιουργική ενασχόληση με την ποίηση, η οποία θέλω να πιστεύω ότι οδηγείται σε μονοπάτια βαθύτερα, ωριμότερα και πιο ενδιαφέροντα. Στη δεύτερη αυτή ποιητική συλλογή κινούμαι πάλι στους άξονες που κινήθηκα και στην πρώτη, τους υπαρξιακούς δηλαδή, τους ερωτικούς και τους κοινωνικούς, προσπαθώντας να εισάγω αυτή τη φορά και μια διαλεκτική σχέση με τη φωτογραφία, με την οποία ασχολούμαι ερασιτεχνικά και θεωρώ ότι μπορεί να αλληλεπιδράσει με την ποίηση με τρόπο ενδιαφέροντα. Γι’ αυτό και στο βιβλίο συμπεριλαμβάνονται και τέσσερις φωτογραφίες -τραβηγμένες από εμένα – που συνδέονται με το γενικότερο περιεχόμενο των ποιημάτων, συν τη φωτογραφία του εξωφύλλου, που συνδέεται προφανώς με τον τίτλο και το πρώτο ποίημα.

Η έμπνευση στα χρόνια της κρίσης…
Οι δικοί μου ποιητικοί προβληματισμοί είναι κατά βάση υπαρξιακοί, έχουν να κάνουν περισσότερο με την πάλη στην οποία βρίσκεται ο άνθρωπος με τον ίδιο του τον εαυτό. Οι προβληματισμοί μου αυτοί παραμένουν ίδιοι, θα έλεγα, από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη γραφή μέχρι σήμερα και είναι υπό συνεχή διερεύνηση, τόσο εντός μου όσο και στο χαρτί. Ασφαλώς βέβαια ο άνθρωπος βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με την κοινωνία στην οποία ζει, οπότε θα μπορούσα ίσως να πω ότι τα τελευταία χρόνια έχουν προστεθεί νέες δυναμικές στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι ποιητικά τη συμπεριφορά του ανθρώπου. Δίπλα στις ποιητικές μου εμμονές για τη σωστή αξιοποίηση του χρόνου, για την έννοια του ανεκπλήρωτου, για το άγχος του αναπότρεπτου, εισέρχεται σιγά-σιγά και ένα βάσανο για την ευθύνη και τη στάση του ανθρώπου απέναντι στις κοινωνικές συνθήκες.

Η σχέση με τη λογοτεχνία…
Θα τη χαρακτήριζα ανεξάντλητη, διαρκή, σε συνεχή διάλογο. Από την πρώτη στιγμή, κυριολεκτικά, που έμαθα γραφή άρχισα και να γράφω -και δεν έχω σταματήσει έκτοτε. Έχω πειραματιστεί με διάφορα είδη του γραπτού λόγου και με ιντριγκάρει πάντα να δοκιμάσω την τριβή με ακόμα περισσότερα. Από πολύ νωρίς βέβαια, ήδη από την εφηβεία μου, με κέρδισε η ποίηση. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να σταματήσει κάποια στιγμή να γράφει ποίηση. Οι στιγμές της συγγραφής ενός ποιήματος έχουν τόση ζωτική σημασία όση, θα έλεγα, και η αναπνοή. Δεν το κρύβω ωστόσο ότι ευσεβής πόθος και απώτερος σκοπός είναι το μυθιστόρημα. Από εκεί και πέρα, η αγάπη μου για τη λογοτεχνία και το λόγο και τη γλώσσα γενικότερα επεκτείνεται σε πάρα πολλούς τομείς, καθώς έχω χτίσει, κατά κάποιον τρόπο, τη ζωή μου γύρω από αυτήν: έχω σπουδάσει Ελληνική Φιλολογία, εργάζομαι ως συντάκτρια και είμαι αναγνώστρια λογοτεχνικών βιβλίων.

Μπορεί ένα καλό βιβλίο να «σώσει» την ψυχή μας;
Να τη σώσει ίσως όχι. Να την εμπλουτίσει όμως ναι, να τη γεμίσει, να της δείξει νέα ανεξιχνίαστα μονοπάτια. Να την ποτίσει, να την κάνει πιο δεκτική σε νέες σκέψεις, νέες ιδέες, νέες προοπτικές. Αντιλαμβάνομαι τη διαδικασία της ανάγνωσης σαν ένα αργό και σταδιακό άνθισμα ενός λουλουδιού μέσα μας.

Τα επόμενα συγγραφικά σχέδια…
Αναμφίβολα, μία ακόμα ποιητική συλλογή. Και μετά ακόμα μία και μετά ακόμα μία. Θέλω να πιστεύω ότι το ταξίδι της ποίησης, από τη στιγμή της έμπνευσης μέχρι το τύπωμα ενός αγαπημένου βιβλίου, δε θα τελειώσει ποτέ. Θα μου άρεσε να πειραματιστώ με την ποιητική γραφή, με την έκταση, τη μορφή, το περιεχόμενο των ποιημάτων, αναλόγως με τις ανάγκες που μπορεί να προκύψουν εντός μου. Αυτό με το οποίο θα ήθελα να ασχοληθώ άμεσα είναι η διερεύνηση της σχέσης ποίησης και φωτογραφίας, ώστε να δω τι καινούργιο θα μπορούσε να φέρει ένας διάλογος μεταξύ των δύο αυτών τεχνών. Και ασφαλώς, όπως προείπα, στο πίσω μέρος του μυαλού υπάρχει πάντα το πεζό, είτε το μυθιστόρημα είτε το διήγημα… Ίδωμεν.

.

ΣΤΑΘΗΣ ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ

MYREVIEW 29/8/ 2021

Γιατί γράφετε;

Χρυσάνθη Ιακώβου: Από ανάγκη, από εσωτερική παρόρμηση, επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, επειδή δίνει νόημα στις ώρες και στις μέρες μου. Γράφω από τόσο μικρή ηλικία και το γράψιμο είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένο με τη ζωή μου που είναι πλέον βασικότατο στοιχείο της ίδιας μου της ύπαρξης, τόσο απαραίτητο και σημαντικό όσο η αναπνοή. Προφανώς, ο κάθε άνθρωπος έχει βρει –ή ψάχνει να βρει– έναν τρόπο για να εκφράζεται, να επικοινωνεί, να πραγματώνεται· εγώ τα έχω βρει όλα αυτά στο γράψιμο.

Ποιες εικόνες ή συναισθήματα αποτελούν αφορμές για δημιουργία;

Χ.Ι.: Ο ήλιος και τα παιχνίδια του ήλιου σε ένα μισοσκότεινο δωμάτιο ή πάνω σε μια επιφάνεια. Η βροχή, το ηλιοβασίλεμα. Το φεγγάρι, ειδικά όταν ο ουρανός δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμα εντελώς. Η θάλασσα. Ένα παλιό, εγκαταλελειμμένο κτίριο. Οτιδήποτε βέβαια μπορεί να σταθεί αφορμή για δημιουργία. Κάποιες περίοδοι η ανάγκη για έκφραση είναι εντονότερη και η έμπνευση ενεργοποιείται τόσο συχνά και τόσο αναπάντεχα.

Πώς λογαριάζεται η επιτυχία ενός βιβλίου για εσάς;

Χ.Ι.: Καταρχάς, δεν γράφεις ένα βιβλίο για να «κάνει επιτυχία» ή, εν πάσει περιπτώσει, δεν είναι η επιτυχία αυτήν που έχεις κατά νου. Γράφεις ένα βιβλίο επειδή έχεις ανάγκη να το γράψεις και ελπίζεις να «επικοινωνήσεις» με αυτούς που θα το διαβάσουν. Γενικά, είναι λίγο δύσκολο να προσδιοριστεί η έννοια της επιτυχίας όταν μιλάμε για βιβλία στην Ελλάδα –και μάλιστα για ποιητικά βιβλία– δεδομένου ότι η λογοτεχνία δεν αγκαλιάζεται στη χώρα μας στον βαθμό που θα μπορούσε… Επιτυχία για μένα είναι η ίδια η έκδοση του βιβλίου, το να κάνεις δηλαδή το τολμηρό βήμα και να ανοιχτείς στο αναγνωστικό κοινό. Επιτυχία είναι να το διαβάσουν άνθρωποι με τους οποίους δεν γνωρίζεσαι. Επιτυχία είναι να αρέσει το βιβλίο σε αυτούς που εκτιμάς και σε αυτούς που αγαπούν τη λογοτεχνία. Και φυσικά η μεγαλύτερη επιτυχία είναι να σου πει κάποιος αναγνώστης –γνωστός σου ή άγνωστος– πόσο τον άγγιξε κάποιο ποίημα ή κάποιος στίχος.

Αν έπρεπε να περιγράψετε τη συλλογή Lacrimosa με μία λέξη ή μια φράση, ποια θα ήταν αυτή;

Χ.Ι.: Προβληματισμός.

Ποιο είναι το πιο αγαπημένο σας έργο και γιατί;

Χ.Ι.: Το αγαπημένο μου από αυτό το βιβλίο, το «Lacrimosa», θα έλεγα πως είναι το ποίημα «Μια αλήθεια», το οποίο έχω διαλέξει και για το οπισθόφυλλο:

Το τελευταίο μπάνιο.

Λεία και στιλπνά τα σώματά μας

μέσα στην υγρή σιωπή της θάλασσας.

Ένα ένδοξο απόγευμα

που μας αξίωσε

με μια ρωγμή αλήθειας.

Κι η βάρκα αραγμένη στη στεριά

τα ταξίδια που δεν ταξίδεψε.

Τα τζιτζίκια,

το κρυφτό παιχνίδι του ήλιου.

Τολμήσαμε.

Δίχως να νιώσουμε πώς

βρεθήκαμε κιόλας στη σκιά.

Η αναζήτηση της «αλήθειας» είναι νομίζω ένας από τους βαθύτερους υπαρξιακούς στόχους του ανθρώπου και είναι και μια ιδέα που με βασανίζει έντονα ποιητικά. Το συγκεκριμένο ποίημα είναι βιωματικό, με την έννοια ότι σχηματίστηκε στο μυαλό μου ως ιδέα όσο βρισκόμουν μέσα στο νερό σε μια υπέροχη παραλία ένα απόγευμα του Αυγούστου, με τα τζιτζίκια να ακούγονται, τον ήλιο να δύει και μια βάρκα να βρίσκεται σχεδόν ξεχασμένη στην άμμο. Αισθάνθηκα όντως εκείνη τη στιγμή ότι βίωσα «μια αλήθεια», η οποία βέβαια γλίστρησε γρήγορα, όπως όλες οι αλήθειες που βιώνουμε. Κάποια στιγμή βρέθηκα στη σκιά, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δύει ο ήλιος της ζωής μας, πριν προλάβουμε να ανακαλύψουμε όλα τα μυστικά της ύπαρξης μας.

Αν δεν υπήρχε η ποίηση στη ζωή σας, με τι θα είχατε ασχοληθεί; Με ποιον τρόπο θα εκφραζόσασταν; Πώς;

Χ.Ι.: Μου αρέσει πολύ η φωτογραφία, ασχολούμαι ερασιτεχνικά αρκετά χρόνια. Το εξώφυλλο μάλιστα του «Lacrimosa» (όπως και των δύο προηγούμενων ποιητικών μου συλλογών) είναι φωτογραφία δική μου. Επίσης, η μεγάλη αγάπη της ζωής μου –εκτός από την λογοτεχνία– είναι ο κινηματογράφος, οπότε θα μπορούσα να με φανταστώ σκηνοθέτιδα.

Μοιραστείτε ένα όνειρό σας, μια σκέψη ή έναν στόχο.

Χ.Ι.: Μόνιμο όνειρο είναι πάντα το πεζό. Θα ήθελα κάποια στιγμή να γράψω μια ολοκληρωμένη συλλογή διηγημάτων ή ένα μυθιστόρημα. Αλλά πέρα από αυτό, ελπίζω να συνεχιστεί το ταξίδι της ποίησης, να μην τελειώσει ποτέ!

ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ 30

1-ΓΕΝΙΑ 302

.

Γιώργος Σεφέρης (1900-1971)

Μυθιστόρημα

Α’
Τον άγγελο
τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολύ κοντά
τα πεύκα το γιαλό και τ’ άστρα.
Σμίγοντας την κόψη τ’ αλετριού ή του καραβιού την καρένα
ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα
για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα.

Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι
μ’ ανήμπορα μέλη, με το στόμα ρημαγμένο
από τη γέψη της σκουριάς και της αρμύρας.
Όταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατά το βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σε καταχνιές από τ’ άσπιλα φτερά των
κύκνων που μας πληγώναν.
Τις χειμωνιάτικες νύχτες μας τρέλαινε ο δυνατός αγέρας
της ανατολής
τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στην αγωνία της μέρας
που δεν μπορούσε να ξεψυχήσει.

Φέραμε πίσω
αυτά τ’ ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής.

ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Α’

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ’ αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ’ αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.

.

Γιώργος Θέμελης (1900-1976)

ΕΡΗΜΙΑ

Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα

Απ’ όπου περάσεις νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνει από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ’ τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ’ τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιεις νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.

Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.

Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.

Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψη.
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.

Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.

ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ

Το πρόσωπό μου δεν είναι πια
Μονάχο κι έρημο
Σαν αφημένο στο σκοτάδι.

Το πρόσωπό μου είναι ωραίο.

Γιατί το βλέπεις ωραίο είναι ωραίο
Το πρόσωπό μου,
Γιατί το δείχνει
Ωραίο το πρόσωπό σου, φαίνεται ωραίο.

Γιατί το δέχεται, γιατί το αντανακλά
Το πρόσωπό μου, το πρόσωπό σου.

.

Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975)

ΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΡΟΦΑΛΩΝ

Ω υπερωκεάνιον τραγουδάς και πλέχεις
Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων
Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια
Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες
Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθής απ’ τις σειρήνες
Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.

Ω υπερωκεάνιον τραγουδάς και πλέχεις
Στο σέλας της θαλάσσης με τούς γλάρους
Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μες’ στην καρδιά μου.

Ώ υπερωκεάνιον τραγουδάς και πλέχεις
Οι αύρες μάς εγνώρισαν και λύνουν τα μαλλιά τους
Προστρέχουν κι αυτές και πλαταγίζουν οι πτυχές τους
Λευκές οι μεν και πορφυρές οι δε
Πτυχές κτυποκαρδιών πτυχές χαράς
Των μελλονύμφων, και των παντρεμένων.

Ω υπερωκεάνιον τραγουδάς καί πλέχεις
Φωνές εδώ και φάλαινες στο πέρασμά σου πάρα κάτω
Από τα ύφαλα σου αντλούνε τα παιδιά την μακαριότητα
Από το πρόσωπό σου την ομοιότητα με σένα
Και μοιάζεις με αυτούς που εσύ κ’ εγώ γνωρίζουμε
Αφού γνωρίζουμε τί θα πει φάλαινα
Και πώς ιχνηλατούν οι αλιείς τα ψάρια.

Ω υπερωκεάνιον τραγουδάς και πλέχεις
Φυγομαχούν όσοι κρυφά σε μυκτηρίζουν
Όσοι πουλούν τα δίχτυα σου και τρώνε λίπος
Ενώ διασχίζεις τις θαλάσσιες πραιρίες
Και φθάνεις στα λιμάνια με τα πούπουλα
Και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας
Πούχει στο στήθος της ακόμα τα φιλιά σου.

ΑΦΡΟΣ

Είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι
Λάμψεις του μουεζίνη στην κορφή τους
Φωτοβολίδες των κραυγών της οικουμένης
Πυγολαμπίδες σε συρτάρια κορασίδων
Που κατοικούν σε ακρογιαλιές μέσα σ’ επαύλεις
Και τρέχουν με ποδήλατα σε κήπους
Άλλες γυμνές άλλες ημίγυμνες κι άλλες φορώντας
Φορέματα με φραμπαλάδες και μποτίνια
Που στίλβουν την ημέρα και την νύχτα
Όπως τα στήθη τους την ώρα που βουτάνε
Μες’ στον αφρό της θάλασσας.

.

Ζωή Καρέλλη  (1901-1998)

ΕΡΩΤΕΣ

Ι

Σ’ αγκαλιές τα σώματα ζητούν,
να ξεκουραστούν μαθημένα,
η θλίψη κι η ασκήμια να τυραννούν.

Ανάπαυση μέτρια,
περίσκεπτη εμπιστοσύνη,
μετρημένη παράδοση του σώματος,
σχεδόν υπόκριση ερωτική
ατελής ομιλία, η απαγορευμένη.

Στρέφονται από δω κι από κει
τυράννια και συστροφή, τα σώματα,
συμπλοκή άχαρη, καμιά παρηγορία.

Τα σώματα μένουν φτωχά,
άκαμπτα και κουρασμένα.
Τα παιδεύει της ηδονής εκμηδένιση.

ΟΙ ΟΥΛΕΣ

Σαν πεινασμένα στόματα που δεν εχόρτασαν,
ανοίγουν οι επιθυμίες πληγές απάνω μας,
που μένουν ανοιχτές και δεν περνούν,
πληγές που μας πονούν.

Αν χέρι συμπονετικό δε μας τις γιάνει,
αν λόγος συμπονετικός δεν μας γλυκάνει,
λόγος παρήγορος, που ξέρει, απαλός,
τα τραύματα αφορμίζουν.
Περνάει καιρός και κλείνουν,
γιατί πρέπει να ζήσουμε.
Όμως σημάδια αφήνουνε,
ουλές, που φαίνονται άσχημες, βαθιές.
Οι αληθινές μορφές είναι τυραννισμένες.

Κι ας μη μας λένε τότε,
ας μην κατηγορούν, που είμαστε
οι παραμορφωμένοι.

.

Μαρία Πολυδούρη (1902-1930)

ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ

Κρυφά, βουβά τα δάκρυα του καημού
στέγνωσαν στα χλωμά τα μάγουλά μου
και στάθηκα το νόημα του χαμού
ζητώντας άθελά μου.

Και στάθηκα ρωτώντας το γιατί
στα πλούσια, στα περήφανα στολίδια
κ’ είπα, νάταν η αγάπη τάχα αυτή;
η Ζωή μην ήταν η ίδια;

Και στάθηκα ρωτώντας το γιατί
εκεί που άλλοτε η νιότη μου ευωδούσε
κι’ άκουσα μια φωνή, μια βαρετή
φωνή που προβοδούσε.

Κ’ έμεινα εκεί στημένη, ως που σιγά
το ρώτημα σε γέλιο απολιθώθη
και το βαθύ σκοτάδι που σιγά
στα μάτια μου καρφώθη.

Καμιά φωνή δε φτάνει απ’ τα πολλά
τα δυνατά που πριν ’πό μένα πήγαν.
Οι γνωστικοί με κοίταξαν καλά
κ’ είπαν πως είμαι φάντασμα και φύγαν.

Σ’ ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΟΥ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ

Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γίνονταν της ορμής του.

Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές· βίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
αναμεσό μας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Την υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο Θάνατος τούς έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Είχε μια τέτοια απλότητα και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Κ’ η αιτία του κακού σημαδεμένη.

.

Χρυσάνθη Ζιτσαία (1902-1995)

ΑΜΕΙΛΙΚΤΟ

Σε καρφώνω
κάτω από της ενοχής τη διαφάνεια
με τη σκληρή βροχή των ερωτηματικών
κι ούτε ένα δίχτυ αράχνης
να προστατεύει την αινιγματική
των καιρών σιωπή.
Η δυναστεία του Ναι και του Όχι
δεν αποδημεί με το χρόνο.
Δεν αμβλύνεται με τη μοιραία παραδοχή.
Τώρα που στένεψε ο κύκλος, ακούγονται
καθαρά όλοι οι ψίθυροι, ακόμα
κι από τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν.
Μην επικαλείσαι την υπεράσπιση
των αδικαίωτων ιδανικών,
των άπιαστων οραμάτων,
της ανερμήνευτης προφητείας.
Όλα μπορεί να σε δικαιώνουν
μα ωστόσο μένεις πάντα μόνος
εκεί στην αλύτρωτη περιοχή,
των αμείλικτων απολογισμών,
με τ’ αμετακίνητα αγκωνάρια
του τι έπρεπε και τι δεν έπρεπε.

ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Με τη φωνή όλων των πονεμένων
μανάδων της γης
μίλησες Ίντιρα Γκάντι
για τα εκατομμύρια
πεινασμένα παιδιά…
Κι η φωνή σου
Φωνή βοώντος εν τη ερήμω,
έπειτα από τα χειροκροτήματα,
τις επευφημίες, τα γεύματα,
τις προπόσεις, τα σχήματα λόγου…
έπεσε μ’ ορμή, πάνω στης γης
τα μεγάλα παγόβουνα,
έγινε θρύψαλα
και γέμισε ο κόσμος,
πουλιά πληγωμένα.

.

Γιώργος Βαφόπουλος (1903-1996)

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Ξέχασα κάτι να σας πω και για τις λέξεις.
Έτσι καθώς απερίσκεπτα παίζουμε μαζί τους,
είναι σάμπως ν’ ανακατεύουμε μια τράπουλα.

Η Ποίηση δεν οικοδομείται μοναχά με λέξεις.
Ούτε κ’ οι πύργοι στήνονται με τραπουλόχαρτα.

Αντί λοιπόν να ψήνουμε ομελέτες με τις λέξεις,
θάταν σοφότερο να τις ταξιθετούσαμε
σα φαντάρους κατ’ αυστηρή αλφαβητική σειρά.

Επί τέλους, κάποτε και τα λεξικά χρειάζονται,
τιμητές λεκτικών τεράτων που ατακτούνε.

Φυσικά, θα μας πούνε και «ξεπερασμένους»,
αν κάτι λέγαμε και για συντακτικό ή γραμματική,
γι’ αυτά τα σκωληκόβρωτα έντυπα του παρελθόντος.

Ας μένουν ξεχασμένα στη μαθητική μας σάκα,
άχρηστες βακτηρίες του παραπαίοντος Λόγου.

ΕΡΩΤΙΚΗ ΟΛΟΝΥΚΤΙΑ

Η νύχτα απόψε το άρωμα της ηδονής σκορπάει ξανά
και μια ανεξήγητη χαρά στη σκοτεινιά της κλείνει.
Έλα, Μυρτάλη, ο έρωτας τρελός απόψε ξαγρυπνά
κι έξαλλος σπάει το τόξο του στη νυφική μας κλίνη.

Ράθυμα απόψε ξαγρυπνούν μαζί μας όλη τη νυχτιά
κι αντιχτυπιένται στου έρωτα τη ζάλη όλα τα ρόδα.
Έλα, Μυρτάλη, ας γίνει απόψε η κάμαρή μας μια πλατιά
του ωραίου θεού της ηδονής λαμπρότατη παγόδα.

.

Δημήτριος Αντωνίου (1906-1994)

ΆΤΙΤΛΟ

Άνθισα γύρω μου στη θάλασσα
άνθη – πουλιά που ζήσανε
στο εφήμερο κλίμα της νύχτας εκείνης.
Bρήκα τις κλωστές σαν ξημέρωνε,
αυτές που ζωντάνευαν τους τεχνητούς κύκνους μου,
σαν νεύρα με τη σάρκα
στην πλασματική τους ύπαρξη.
H κατασκευή τούτη που αρνήθηκες
με το φως της ημέρας
τον εαυτό της τόσο
τον εαυτό μου τότε που κυβερνούσε ένα καράβι
άσπρο κι αυτό σαν τα φανταστικά πουλιά
κείνη τη νύχτα που μου γύρεψες.

.

Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985)

ΕΛΕΟΝΩΡΑ ΙΙ

η νύχτα λύσσαξε στο παραθύρι
αυτά είναι — που λεν — του Διοκλητιανού τα παλάτια;
Ακολουθώ τα ίχνη του βλέμματός σου πάνω στη θάλασσα
οι μυστικές χαρές του σώματός σου είναι ξαπλωμένες
πάνω στα βράχια στο περιγιάλι
ο ήλιος έζωσε μέσα στα μάτια τα πιο ψηλά του κυπαρίσσια
ας προσχωρήσουμε στις μουσικές των τροπικών
τ’ άυλα λόγια πόθου και πίστεως γρηγορούν
Αμαληκίται γρηγορούν
τ’ άλογα που καλπάζουν
τ’ αμάξι άφησε τώρα το δρόμο και προχωρεί στην καρδιά του δάσους
ταχύτης και αδράνεια
κόρη της Αλασίας ωραιοτική
υπερφίαλοι κι’ αλαζόνες και βέβηλοι ερασταί
— όμως ερασταί —
εδώ εγκατεστάθηκαν υδραυλικά πριόνια ανάμεσα στο χώμα
το κόκκινο και το πράσινο των πεύκων
εκεί το τέμενος της Σοφίας
πιο πέρα το γεφύρι το κάστρο η σπηλιά
που ζούμε
τα σώματά μας θα χαθούν θα σβύσουν
από μας θα μείνει μέχρι της συντελείας των αιώνων
αυτό το «σε αγαπώ» που σου ψιθύρισα στις ώρες μας τις πιο κρυφές

ΚΗΠΟΙ ΜΕΣ’ ΣΤΟ ΛΙΟΠΥΡΙ

το λευκό σώμα αυτής της γυναικός
φωτίζονταν
εκ των έσωθεν
μ’ ένα φως τόσο λαμπρό
ώστε
εδέησε
να πάρω τη λάμπα
και να την
ακουμπήσω
χάμω στο πάτωμα
που
να μπορέσουνε
οι σκιές
των δύο τόσο ευγενικών μας σωμάτων
να προβληθούν
στον
τοίχο
με μίαν ιερατικότητα βιβλική

η λάμπα έκαιε συνεχώς
— η πηγή του πετρελαίου είτανε ανεξάντλητη —
όλη τη νύχτα
την ακόλουθη μέρα
κι’ όλη την επόμενη νύχτα
χάμω στο πάτωμα
πάνω στα πλούσια
στοιβαγμένα
χαλιά
τα ωραιότερα φρούτα
τα λαμπρότερα λουλούδια
— όπου επικρατούσαν
οι πικροδάφνες
άσπρες και ρόδινες —

η ατμόσφαιρα — συμβολική — από ένα κίτρινο :
ένα κίτρινο χρυσό

.

Νικήτας Ράντος (1907-1988)

Καιρός είναι εμείς να εγκαταλείψουμε τον περίβολο των γκρεμισμένων τειχών της.
Μόνη πια τα βράδια των θερινών μηνών ας παρακολουθεί
τον ήλιο να κρύβεται πίσω από σκουριασμένες στήλες
ενώ για τελευταία φορά παίζει με τις υδάτινες εικόνες του Ιλισού.
Έχουν κατασκευασθεί για να ποτισθούν τα πέρατα της γης με τη δόξα πόλης που πλένεται σε άνυδρο ποτάμι
με ό,τι απομένει από τη δόξα αυτή.
Και δεν υπάρχει ελπίδα να αλλάξει η σύνθεσή των
η κοίτη να σκεπασθεί με πιο πολύ νερό.
Για να πνιγούνε τώρα οι Αθηναίοι πρέπει αλλού να αναζητήσουνε για το λουτρό τους τάφο.

.

Μανώλης Αλεξίου (1907-1963)

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

Τότε δεν έπεσες.
Τι κι αν όλα γύρω σου ήταν γκρεμισμένα
Κι εσύ γυμνός και ματωμένος
Έφαγες απ’ τα σκουπίδια πατατόφλουδες
Κι απ’ το παγούρι σκοτωμένου ήπιες νερό,
Στάθηκες κολόνα πίσω απ’ το οδόφραγμα
Σαν πλάτανος ορθός.

Τώρα εχθροί και «φίλοι» σε δολοφονούν πισώπλατα
Γλυκά και με χαμόγελο
Εσένα δε σε σπάραξαν λιοντάρια
Και την ολάνοιχτη παιδιάτικη καρδιά σου
Δεν την κομμάτιασαν περήφανοι αετοί.

Τις δικές σου πληγές έγλειψαν τσακάλια
Τυφλοπόντικοι ροκάνισαν τις μέρες σου,
Έμποροι φτηνοί και Φιλισταίοι
-ταπεινοί μεταπράτες της ρουτίνας-
«έβαλαν κλήρο και διαμοίρασαν τα ιμάτια σου»,
Εσένα βαλθήκανε την ψυχή σου να ξεφτίσουν
Μικρά αδηφάγα τρωκτικά.

Τότε δεν έπεσες
Κι ούτε θα πέσεις.

.

Χρήστος Ντάλιας (1907-1998)

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ

Μέρα τεφρή
και βρέχει.
Αδίστακτο στο προσκλητήριο των νεκρών
το μέγα πλήθος.
Οι μνήμες ολοζώντανες
καημός και θρήνος.
Μια προσευχή,
μια επίκληση.
Τα κυπαρίσσια ασάλευτα
τρυπούν τον ουρανό.

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Σχεδίαζε κύβους μικρούς,
ακανόνιστους.
Δέντρα με ίσιες γραμμές
και ανθρώπους αλλόκοτους.
Γελούσε.
Αργότερα ο έρωτας
το παιχνίδι της σάρκας.
Η παγίδα της σάρκας.
Η παγίδα
κι ο αγώνας ο άχαρος.
Αναπολεί.
Δε γελάει.

.

Γιώργος Σαραντάρης (1908-1941)

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΙ Η ΑΝΟΙΞΗ

O άνεμος ρέει μέσα στην καρδιά μας
Σαν ουρανός που έχασε το δρόμο
Δέντρα προσπαθούν να του δέσουν τα χέρια
Aλλά μάταια κοπιάζουν

O άνεμος αναπνέει μέσα στην καρδιά μας
Σαν στρατός που ορμάει στον αγώνα
Τον καλωσορίζει η άνοιξη στην κοιλάδα
Τον χαιρετάνε τ’ αρώματα της γης

H άνοιξη είναι μια παρθένα που δεν την ξέραμε
Και όλους μάς φίλησε με θάρρος προτού το ζητήσουμε
Τώρα αγκαλιάζει τον άνεμο και κάνει σαν τρελή
Κι αναγκάζει κι εμάς να τον αγαπήσουμε

ΜΙΛΩ

Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
Μιλώ γιατί μιλούν τα ματιά σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χωρά
Όπου τα μάτια σου δεν μιλούν

Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλούν κι εγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
Ο άνεμος φυσά που μας ακούει

.

Γιάννης Ρίτσος (1909-1990)

ΜΙΚΡΗ ΣΟΥΪΤΑ ΣΕ ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΕΙΖΟΝ

1

Κ’ οι λέξεις
φλέβες είναι
μέσα τους
αίμα τρίχα
όταν σμίγουν οι λέξεις
το δέρμα του χαρτιού
άναβα κόκκινο
όπως
την ώρα του έρωτα το δέρμα του άντρα και της γυναίκας.

2

Mε κλειστά μάτια
ολόγυμνη
στο κόκκινο χαλί
περιμένει
να βγάλει εκείνος τα παπούτσια του
τις κάλτσες του
να της ζύμωσα τά στήθη
δυνατά δυνατά
με τα πλατιά του πόδια.

ΤΟ  ΑΝΕΚΦΡΑΣΤΟ

Το βράδυ, τα δέντρα, είναι συλλογισμένα. Το ίδιο κ’ οι πέτρες.
Το ίδιο κ οι φωνές. Είναι σα να γυρνούν στο σπίτι τους
και να κλειδώνουν πίσω τους την πόρτα. Πίσω απ’ την πόρτα
μένει μια ολόγυμνη γυναίκα μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη.

Το ξέρεις και χαμογελάς. Δε βλέπεις τίποτα. Μες στο τραγούδι
ίσως και να την εύρισκες. Μα έτσι να κάνεις για να τραγουδήσεις
τα χείλη χάνουνε το σχήμα του χαμόγελου.

.

Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου (1909-1935)

ΠΑΛΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Παλιές εικόνες χάρτινες, στον τοίχο κρεμασμένες,
του πόνου μου συντρόφισσες και θύμησες γλυκές,
καθώς σας βλέπω αναπολώ μέρες ευτυχισμένες–
τι γρήγορα που πέρασαν ! θαρρώ πως ήταν χτες.

Εδώ μια κόχη τουρανού σ’ έρημο πετρονήσι,
–πολλές φορές λικνίστηκα μ’ ονείρατα τερπνά–
κ’ εκεί ένας παλιός θεός, σ’ ολύμπιο μεθύσι,
την κούπα την ολόχρυσην αδειάζει και κερνά.

Μια ακουαρέλα πλάι του, κάποιου καλού τεχνίτη,
πασίφωτος κι’ ολόχαρος ο κάμπος του χωριού,
ένα μαγγανοπήγαδο κ’ ένα χωριατοσπίτι–
πόσο καλά τα γνώρισα με τα φτερά του νου.

Πιο πέρα κάποιο σκοτεινό πορτραίτο με κοιτάζει
κ’ έχει ματιάν αστραφτερή κ’ εβένινα μαλλιά–
Αχ, όταν ήμουνα μικρή, μ’ έτρωγε το μαράζι
γι’ αυτόν το λεβεντόκορμο κι’ άγνωστο βασιλιά.

Παλιές εικόνες χάρτινες, στον τοίχο κρεμασμένες,
απείραχτες δε μείνατε στο πέρασμα του χρόνου.
Και σεις τώρα με βλέπετε, θαμπά ξεθωριασμένες,
σύντροφοι του καλού καιρού και του σκληρού μου πόνου.

.

Νίκος Καββαδίας (1910-1975)

ΑΝΤΙΝΟΜΙΑ
Ο έρωτάς σου μια πληγή και τρεις κραυγές.
Στα κόντρα σκούζει ο μακαράς καθώς τεζάρει.
Θαλασσοκόρη του βυθού – χίλιες οργιές –
του Ποσειδώνα εγώ σε κέρδισα στο ζάρι.
Και σ’ έριξα σ’ ένα βιβάρι σκοτεινό
που στέγνωσε κι εξανεμίστηκε τo αλάτι.
Μα ‘συ προσμένεις απ’ το δίκαιον ουρανό
το στεριανό, το γητευτή, τον απελάτη.
Όταν θα σμίξεις με το φως που σε βολεί
και θα χαθείς μέσα σε διάφανη αμφιλύκη
πάνω σε πράσινο πετούμενο χαλί,
θα μείνει ο ναύτης να μετρά τo άσπρο χαλίκι.

ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ

Απ΄τον φεγγίτη
η νύχτα έπεφτε άδεια
ενώ περίμενε να ξημερώσει.

Μονάχα μέσα
-πολύ μέσα-
άκουγε την Άννα να τραγουδά
κι οι φονιάδες του ύπνου αραίωναν.
Θυμήθηκε τότε
εκείνη την άδεια «μετά δημοσίων θεαμάτων»
κι άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του.

Έβγαλε μια φούχτα καρφιά…

.

Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)

ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

I

Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι

Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι

Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.

ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ

VII

Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

.

Αλέξανδρος Μάτσας (1911-1969)

ΤΟΥ ΎΠΝΟΥ


Αντεραστής ανάμεσά μας πλάγιασεν
ο ύπνος. Πήρε τα γλυκά μάτια
και τάκλεισε· πήρε το στόμα,
κι έσβησε το μειδίαμα και το φιλί.

Την ξανθή κόμη χτένισαν τα ήσυχα νερά
της Λήθης, που παρέσυρε ταγαπημένο σώμα
σ’ τον κόσμο των αστέρων και των σκιών.

Φίλτρα σιγής βιάζουν τα σφαλισμένα χείλη,
φωνές υπνόβιες ταυτιά, και μεσ’ στες φλέβες
ακούω τη βαθειά βοή του ταξιδιού.

.

Νίκος Γκάτσος (1911-1992)

ΑΜΟΡΓΟΣ

Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα
Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια
Αλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμμένα στη θάλασσα
Μήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμμένα λατίνια
Κι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο στήθια κοριτσιού που σαλεύουν

Μόνο ν’ ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκκλησιών με το μεράκι του αποσπερίτη
Να κυματίσουνε τα πουλιά στης λεμονιάς τα κατάρτια
Με της καινούργιας περπατησιάς το σταθερό άσπρο φύσημα
Και τότε θα ‘ρθουν αέρηδες σώματα κύκνων που μείνανε άσπιλοι τρυφεροί και ακίνητοι
Μες στους οδοστρωτήρες των μαγαζιών μέσα στων λαχανόκηπων τους κυκλώνες
Όταν τα μάτια των γυναικών γίναν κάρβουνα κι έσπασαν οι καρδιές των καστανάδων
Όταν ο θερισμός εσταμάτησε κι άρχισαν οι ελπίδες των γρύλων

Γι’ αυτό λοιπόν κι εσείς παλληκάρια μου με το κρασί τα φιλιά και τα φύλλα στο στόμα σας
Θέλω να βγείτε γυμνοί στα ποτάμια
Να τραγουδήστε τη Μπαρμπαριά όπως ο ξυλουργός κυνηγάει τους σκίνους
Όπως περνάει η όχεντρα μες απ’ τα περιβόλια των κριθαριών
Με τα περήφανα μάτια της οργισμένα
Κι όπως οι αστραπές αλωνίζουν τα νιάτα.

.

Φώτης Αγκουλές (1911-1964)

ΟΧΙ ΕΔΩ

Να μην είναι εδώ το τέρμα τάφε, να μη
σβή ο σκοπός της ζωής εδώ, να πώς:
Κάποια χέρια μας ικέτεψαν, μας ελέησαν,
μας ζητιάνεψαν, μας αγκάλιασαν, μας
δώσανε μια χαρά, ή μας κλέψαν.
Κάποια μάτια μας καρφώσανε ,
μας γητέψανε, μας λίγωσαν,

ή μας πλήγωσαν.
Κάποια χείλη μας ευχήθηκαν,
ή μας δώσαν μια κατάρα,
μας χαμογελάσαν, μας σαρκάσανε,
ή στης προσμονής μας τη λαχτάρα

τρομαγμένα αργοκινήθηκαν,
λόγια ερωτικά μας ψιθυρίσανε κι όρκους και φιλιά
μας δώσαν, μας παρηγόρησαν, μάς επίκραναν,
ή μια μέρα μας προδώσαν.

ΕΤΣΙ ΧΩΡΙΣΑΜΕ

Ούτε λυγμός, ούτε φιλί, ούτε και δάκρυ.
Γιατί το δάκρυ κι ο Λυγμός και το φιλί προδίνουν
στον πόθο το φιλάργυρο, το θησαυρό του πόνου.

Έτσι λοιπόν χωρίσαμε, χωρίς φιλιά και δάκρυα
σαν τις μεγάλες συμφορές, σαν τις βουβές τις μαύρες
και κρύψαμε τον πόνο μας, και σφίξαμε τα χέρια
που τρέμαν, σαν να σήκωναν ενός σταυρού το βάρος
και μας κοίταζαν σιωπηλά με το θολό τους βλέμμα
που σιγανοψιχάλιζε του χωρισμού τη θλίψη.

Μ’ ένα γλυκό χαμόγελο φωτίζουνταν τα χείλη τους
μ’ ένα γλυκό χαμόγελο που δεν το λησμονούμε
και θα φωτίζει τη βαθιά του χωρισμού μας νύχτα.

Έτσι λοιπόν χωρίσαμε, χωρίς φιλιά και δάκρυα,
μ’ ό,τι πολύτιμο είχαμε γλυκό κι’ αγαπημένο.

.

Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991)

ΧΡΕΟΣ
Δεν θα ‘θελα να κλείσω τα μάτια δίχως να ιδώ.
Δεν θα ιδώ χωρίς να μιλήσω.
Και δεν θα μιλήσω χωρίς
Να τραβήξω το λόγο από μέσα βαθιά μου, όπως ένα
Μπηγμένο μαχαίρι. Το φως έχει μέσα του
αίμα, το αίμα έχει φως,
κ’ η καρδιά μου, ευτυχώς, τρυπημένη απ’ τα βλέμματα
χιλιάδων παιδιών, είναι τώρα γιομάτη
καρφωμένα μαχαίρια.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Απλά πράγματα όλα. Η τάξη τους είναι
φροντισμένη απ’ το χέρι σου. Μια δέσμη από χρώματα
στο βάζο του χρόνου.
Άλλωστε, τι
θαρρείς πως στο βάθος είναι η ποίηση; Είναι η γύρη
των πραγμάτων του σύμπαντος. Η γύρη σε πράξεις,
η γύρη σε οδύνη, σε φως, σε χαρά, σε αλλαγές,
σε πορεία, σε κίνηση.
Η ζωή κι η ψυχή
σ’ ένα αιώνιο καθρέφτισμα μέσα στο χρόνο.
Τι νομίζεις λοιπόν• κατά βάθος η ποίηση
είναι μι’ ανθρώπινη καρδιά φορτωμένη όλον τον κόσμο.

.

Γ. Ξ. Στογιαννίδης (1912-1994)

ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ

Απ΄τον φεγγίτη
η νύχτα έπεφτε άδεια
ενώ περίμενε να ξημερώσει.

Μονάχα μέσα
-πολύ μέσα-
άκουγε την Άννα να τραγουδά
κι οι φονιάδες του ύπνου αραίωναν.
Θυμήθηκε τότε
εκείνη την άδεια «μετά δημοσίων θεαμάτων»
κι άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του.

Έβγαλε μια φούχτα καρφιά…

ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ

Στην αρχή ήταν λέξεις
(σκόρπιες, ανυπάκουες, άτακτες
δίχως νόημα).
Είπε να τα παρατήσει.
Όμως με την επιμονή τον καιρό
άλλαξαν.
Τώρα κάνουν τα θελήματά του
φιλούν το χέρι του, λένε «ναι»
τολμά να παίξει κι αυτό το κεφάλι του
ακόμη.

Θεέ μου τι εξευτελισμός…

.

Μάτση Χατζηλαζάρου (1914-1930)

ΕΡΩΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ

Στην Σ. X

Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;
Ετούτα τα κλάματα ενός αιθέριου σούρουπου πώς να στερέψουνε;
Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που ‘ναι ριγμένες
επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα.
Θα τους δώσω μες στην ποδιά μου ένα άσπρο τριαντάφυλλο
κι ένα κόκκινο — ίσως τα δούνε, ίσως τα μυρίσουνε.
Θα τους δώσω μια χρυσόμυγα που βρίσκει ξαφνικά τον ήλιο
τραγουδώντας μες στα μαλλιά μου — ίσως τη δούνε, ίσως
την ακούσουνε.
Θα τους πω: κοιτάτε τους άντρες τους λεβέντες, τους ελεύθερους,
τον άντρα λιοντάρι, τον άντρα καραβιού κατάρτι, τον άντρα έλασμα
και τόξο και φωνή από κορφοβούνι σε κορφοβούνι — τότε ίσως του
δοθούνε, ναι, ίσως ερωτευθούνε.
Αν είχα τη φωνή που ζητάω, μια πολιτεία ολάκερη δε
μου ‘φτάνε για να την παρασύρω στο ανοιξιάτικο μου διάβα.
Ρωτάω: άνθεξε ποτέ κανένας στα δειλινά που δεν πεθαίνουνε,
και στις ευωδίες που δε χάνουνται αλλά γίνουνται σκιές μας,
και στις πέντε μας αισθήσεις όταν λαχανιάζουνε και κράζουν
την καρδιά μας;
Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω πάνω σε μιαν άμμο δροσερή,
το βλέμμα μου θε να χάσω μες στ’ ανεξάντλητο γαλάζιο της
δικής μου θάλασσας, οι αναπνοές μου και οι παλμοί μου θε να ‘ναι
οι αναπνοές κι οι παλμοί του διάχυτού μου έρωτα.
Έρωτα, αγάπη, πόθο, ηδονή,
Έ ρ ω τ α, Έ ρ ω τ α.

*

Μην είναι γητειά; μην είναι όνειρο; μην είναι θαύμα;
Το πλάνεμα της σκέψης μου, ο πυρετός κι οι νοσταλγίες,
κι ο οίστρος ο τρομερός της σάρκας μου.
Όλα μου σου τα χαρίζω — μες στον ήλιο και μες στο
ερωτικό χρώμα των ματιών σου.
Πώς πέφτει το φύλλο της λεύκας, το φύλλο που μαγεύει
το φως; έτσι θε να πέσω μες στην αγκαλιά σου.
Πώς σβήνουν τα τραγούδια των κοριτσιών το σούρουπο;
έτσι θε να σβήσω μες στην αγκαλιά σου.
Το γυμνό μου σώμα βρίσκεται πια στην εύκρατο ζώνη.
Γητειά είναι; όνειρο; ή θαύμα;
Η παλάμη μου σε περιμένει, η παλάμη μου σ’ αποζητάει,
η παλάμη μου τρέμει και φτερουγίζει μες στα κλαριά — αχ!
μες στη χούφτα μου κούρνιασε ένα πουλί, το πουλί είναι
η τρυφερότης σου.
Ποιος να ‘ναι ο έρωτας που περιέχει το κλίμα της αιθρίας;
Γύρωθέ μου βλέπω μονάχα όλες τις λαχτάρες της Μεγάλης
Παρασκευής.
Το κλάμα μου ας είναι το ημερότερο τραγούδι· η θλίψη μου,
πομπή Μαγιού απ’ τη θάλασσα ως τον κάμπο· οι ρεμβασμοί μου,
δέκα καΐκια στολισμένα που αρμενίζουν για το πανηγύρι.
Ποτέ, ποτέ ζωή μου δίχως γητειά.
Κι είναι η γητειά η μυρουδιά του ανοιξιάτικου πόθου
μες στα χαμομήλια.
Κι είναι η γητειά όλος ο έρως ενός ξερού βράχου — με το φως,
με τον ήλιο.
Κι είναι η γητειά, απ’ την κούνια μου ως τον τάφο οι στεναγμοί
μου εκείνοι που γεννάνε το θαύμα.

ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ

Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη γεννήθηκε στην Αμμόχωστο το 1967. Σπούδασε Παιδαγωγικά στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές σε θέματα διαχείρισης κρίσεων και διαμεσολάβησης. Είναι κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου Master of Arts στην Εκπαιδευτική Ηγεσία και Πολιτική.
Είναι διευθύντρια σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης και διετέλεσε Αντιπρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποίηση:

Ξεκλειδώνοντας την Αλφαβήτα,2011
Στιγμές Αλκυονίδες, 2012
Εκ του Σύνεγγυς, 2014, (βραχεία λίστα για τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας Κύπρου – Το έργο μεταφράστηκε στα Σερβικά από το Κέντρο Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου.)
Αειθαλής θάλασσα, 2017
Οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα, 2020

Διηγήματα:

Οι ψυχές βαδίζουν μόνες, 2011

Συμμετοχή στις δίγλωσσες ποιητικές ανθολογίες:

«Poetic and visual routes on Aphrodite’s island», Ακτίς, 2012
«Pane e poesia», La Vita Felice, 2015
«Anthologie de la poésie chypriote contemporaine «, Editions Variations, 2016

3
2
1

ΟΙ ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΕΣ ΘΕΛΟΥΝ ΚΟΥΡΕΜΑ (2020)

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΟΣ

ΟΙ ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΕΣ ΘΕΛΟΥΝ ΚΟΥΡΕΜΑ

Κάθε που άλλαζε ο καιρός
συνήθως τον Οκτώβρη
τον έπιανε μελαγχολία.
Αποτραβιόταν στο γιαλό
και σιωπούσε.
Όταν επέστρεφε
με γκρίζα μάτια βορινά
ρωτούσε:
«Άραγε βρέχει στο Καρπάσι;»
Όταν ανοίξανε τα οδοφράγματα
τους πήραν εκδρομή
στο μοναστήρι τ’ Αποστόλου.
Έκτοτε δεν ξαναρώτησε.

ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Πήγανε
Κι όταν επέστρεψαν αρρώστησε.
Και δεν τον άφηνε ο Πενταδάκτυλος
να κλείσει μάτι.
Κάθε που βράδιαζε δυο μαύρα κυπαρίσσια
στέκονταν μες στο φως του.
Και δεν τον άφηναν τα βράχια
να μιλήσει
καθώς είχαν σφηνώσει στο λαιμό
όλα τα κάστρα του βουνού.
Κι ούτε να ακούσει πια μπορούσε
αφού οι σκιές του τόπου πυροβολούσαν
ανελέητα το μυαλό του.
Ήθελε να μην είχε επιστρέψει.

ΜΕΓΕΘΗ

Όταν εκφωνούνται
τα μεγάλα λόγια
στους μεγάλους ναούς
οι αγνοούμενοι
στα μικρά τους φέρετρα
δολοφονούνται
με μικρές επαναλήψεις.

ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Πάντα ένας Ισκαριώτης
μας βγάζει από τη δυσκολία
αναλαμβάνοντας αυτός το χρέος.
Να οδηγεί στα πάθη
και στην αιώνια δόξα
τους Χριστούς του κόσμου.
Να διευκολύνει την υποκρισία
του κομπάρσου πλήθους
στο αλισβερίσι.
Να καίγεται στο πυρ
του ενός φιλιού που ένωσε
το Θάνατο με την Αθανασία.

ΣΤΙΣ ΑΛΥΚΕΣ

Ο ερχομός τόσων πουλιών
μας βρήκε απροετοίμαστους καθώς
δεν είχαμε φορέσει εγκαίρως
τα καθαρά φτερά μας
κι έτσι ματαιώθηκαν οριστικά
οι προγραμματισμένες πτήσεις.
Παρεμπιπτόντως, μήνες τώρα,
φήμες διαδίδονται ασυστόλως
πως έχουν μολυνθεί εφέτος τα πουλιά,
αφού με δυσκολίες χαμηλοπετώντας
από τα πορφυρά πεδία των μαχών
στα σκοτεινά πελάγη των αμάχων
κάτω από τα αθώα ροζ φτερά τους
μαζεύουνε ρυπαντικά φορτία
-κορμιά μελανιασμένα, χεράκια παιδικά,
παντελονάκια, σωσίβια πλαστικά-.
Εν πάση περιπτώσει,
ήταν πολλές της λίμνης οι γαρίδες
και τα υποδέχτηκαν θερμά,
όταν χαράματα κατέφθασαν
Αύριο λοιπόν, κι εμείς
στις Αλυκές ολόχαροι θα πάμε
για ειδυλλιακές φωτογραφίες
με τους ταξιδευτές της Μεσογείου.
Εκ του μακρόθεν εννοείται.

ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΤΕΚΚΕ

Οι άνθρωποι πορεύονται στην όχθη μιας ερήμου
ζητώντας το γλυφό νερό να πιούν της γνώσης,
ξυπόλυτοι προσκυνητές ανίδεοι φωτογράφοι
ενός αποδημητικού παρόντος.
Το πράσινο χαλί κι ένας μετέωρος λίθος
κρυφά περάσματα των φοινικόπτερων,
φύκια πικρά ξερά αρμυρίκια
μια πόλη αντίστροφο αντιφέγγισμα
υγρός καθρέφτης αλμυρός.
Ποιος άραγε μπορεί να πει με σιγουριά
τι είναι δικό μας ποιο το ξένο;
Ποιος άκουσε τους μυστικούς
της καλαμιάς ψιθύρους;
Οι γάτες του προφήτη βέβαια
αυτές γνωρίζουν
όταν κάποιες βραδιές αρχαίες
νωχελικό φεγγάρι φανερώνει
ασημοκαπνισμένη την ελιά,
τη φοινικιά σκιά ρομφαία.
Οι γάτες καταγράφουν
με το χρυσό σκοτάδι των ματιών τους
τις δυο αδελφές να μπαίνουν μες την αλυκή
κραδαίνοντας τσαπιά και κληματόβεργες,
λάκκους ανοίγοντας φυτεύουν αμπελώνες
η Ουμ Χαράμ κι η Παναγιά Φανερωμένη

ΤΟ ΝΕΟ ΤΕΛΟΣ

Ο πόλεμος αυτός που ζήσαμε μητέρα
φαίνεται πως δεν τέλειωσε αλλά
σφυροκοπούν
μες το κεφάλι,
γρονθοκοπούν,
θρέφουν το φόβο.
Είμαστε στην πυρά
πυρακτωμένη χώρα.
Άνθρωποι παγωμένοι σε πυρακτωμένη χώρα.
Λιώνουν τα παγωμένα μάτια μας
μπρος στις οθόνες,
τα πόδια ακίνητα λιώνουν ανήμπορα
ωσάν παγόβουνα ξεριζωμένα.
Επέστρεψα στο σπίτι μας, μητέρα
κι ήταν πυρακτωμένη εικόνα.
Κεντήματα που
πάγωσαν στην σκόνη
όταν την αποφράδα εκείνη
άνθρακας λάβα ανθρώπινη
κατρακυλούσε η ζωή
κι οι μυρωδιές ψωμί αχνιστό
του Δεκαπενταυγούστου
Μητέρα θέλω σαν χείμαρροι να ξεχυθούν οι φόβοι μας,
να πλημμυρίσει αυτό το σταυροδρόμι
να καθαρίσει ο σταύλος.
Ένας παρθένος Νώε να καλέσει τα νέα πλάσματα.
Να φέρει αυτός ο πόλεμος το νέο τέλος.

ΜΠΕΤΟΒΕΝ ΣΤΟ ΛΑΠΤΟΠ

ΜΠΕΤΟΒΕΝ ΣΤΟ ΛΑΠΤΟΠ

Αγάπανθοι τα ριζωμένα μπλε
πυροτεχνήματα.
Σονάτα κάτω απ’ την κληματαριά
το σεληνόφως.
Μετέωρα ακτινίδια τα σύννεφα
κι ο τζίτζικας στην καστανιά
το γρίφο φανερώνει:
Μα ζει;
Μαζί;
Μα ζει!
Μαζί!

ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟΝ ΕΡΩΔΙΟ

Από το τζάμι αχνοφέγγει βιαστική μια φιγούρα.
Ομίχλη κουρτίνα κρύβει τη θάλασσα.
Κερνάει σταγόνες το πλυμένο πλατάνι
κι ασπρόμαυρη γάτα στην ξύλινη πόρτα
με την ουρά χαϊδεύει αργά τις ομπρέλες.
Σκαρώνει ανέκδοτα η πνευματώδης παρέα,
αστράφτουν γυμνές στα καλντερίμια οι λέξεις
κι ενώ στον ήχο ένα λιβάδι δακρύζει
αναμμένα τσιγάρα καπνίζουν τα μάτια.
Προκλητικά ενός γελοίου το όνειρο ρίχνει
στο διπλανό τραπεζάκι λαθραίες ματιές
περιμένοντας κάποιος να γίνει σκιά του.
«Κάτι θα μείνει» λέει ο δάσκαλος φεύγοντας
Το θέμα όμως δάσκαλε δεν είναι να μείνει
αλλά αμέσως να φύγει η γάτα που ζητάει
να κρατάει ομπρέλα Ιούλη μήνα στο Πήλιο.

ΚΕΝΤΗΜΑΤΑ

Τα βράδια πλέκει στο ημίφως
διάτρητο υφαντό με βελονάκι.
Ισορροπία λεπτή στα δάχτυλα της
νήμα τυλίγεται το παρελθόν.
Μετρά τους πόντους ρυθμικά.
Πόσοι γεννήθηκαν και πόσοι φύγανε.
στους τοίχους φωταψίες ασπρόμαυρες
σεντούκια με ξυλόγλυπτες γυναίκες.
Στα τραπεζάκια βελονόκομπος
κέντημα πρωτινό η γηθοσύνη
προικιά αιχμηρά τρυπούν το δέρμα.
-Αχ, πότε πέρασαν τα χρόνια;
Η Καλλιρρόη σιγοτραγουδώντας
αραχνοφέγγει πλάι στο γιασεμί.

ΟΝΕΙΡΟ

Στην Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου

Είδα πως μας είχαν στριμώξει
στις σελίδες του χάρτινου πύργου.
Εφιαλτικά ανέτειλε στις υποσημειώσεις
ένα μικρόψυχο σκοτάδι
με σώμα ανθρώπινο.
Είδα στα μάτια του την έρημο
είχε τη γλώσσα του φιδιού.
Καθώς ήταν τα φώτα χαμηλά,
μεγάλωνε η πικρή σκιά του.
Τότε ακούμπησα στο χέρι
της ναρκοσυλλέκτριας.
«Έλα» ψιθύρισε «Πάμε στο Φως»
και προχωρήσαμε.

ΣΥΝΟΡΑ

Για όνομα του Θεού
αν υπάρχει Θεός,
τα παγωμένα πόδια
των παιδιών
χαρτογραφούν με αίμα
την Ευρώπη.
Σύνορα είναι
τα παγωμένα χέρια,
τα παγωμένα μάτια
για όνομα του Ανθρώπου,
αν υπάρχει Άνθρωπος.

ΚΟΡΕΣ

Είναι οι κόρες της σελήνης.
Κρατούν στα χέρια τους
βελούδο και μαχαίρι
πλειάδες σε αγγείο ερυθρόμορφο.
Κρατούν στα μάτια τους
το μύθο του αρχαίου κάλλους.
Η Μαργαρίτα
Η Γεωργία
Η Θεοδώρα

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Άλογες μνήμες σε καλούν,
κίτρινες μαργαρίτες
πλέκουν γιρλάντα.
Οι παπαρούνες στο τιμόνι σου,
μικρή μου ποδηλάτισσα,
πυξίδα στεφανώνουν.
Και πώς να μη γυρίσεις;
Τα καστανόχρυσα μαλλάκια σου
χαίτη των πιο λευκών ονείρων μου
καλπάζουν μες την αγκαλιά μου.

ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑ (2017)

Άγκυρες είναι τα λόγια
όταν σαλπάρεις
δεν τα χρειάζεσαι
Μόνο λευκά πανιά σιωπής
όρτσα στην εκκωφαντική
ελευθερία των ανέμων

Θ

Χάρη στην κεντητή της ζώνη,
θάμπωνε τους θνητούς
και τους αθάνατους
η Κύπριδα
Το Θέλγητρον
την καθιστούσε ποθητή
Η θελκτική της ικανότητα
το σώμα το αειθαλές,
το θηλυκό της θάμπος
Θαλασσογέννητη
Θαλασσοκράτειρα
Θαλασσοπούλι
Όχι Θεά
Μια θαλπωρή για τους θνητούς
στο θολοσκέπαστο θαλάμι
Μια θαρραλέα θεατρίνα
Θήλυ και θήκη και θηλή
Θνητή που νίκησε το θάνατο
την κάθειρξη και τη θλιβή
θάλλοντας στην αθανασία

ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Νερό και χώμα για το ποίημα
να πάρει σώμα στον τροχό
τα χέρια να του δώσουν σχήμα
να γίνει πλάσμα ζωντανό

Γυρίζει ο δίσκος πήλινο θραύσμα
στην πεθαμένη Σαλαμίνα
βαθιά στο στόμα κρύβω το τραύμα
το εναποθέτω σε μια βιτρίνα

Στον κλίβανο το ποίημα εξαγνίζω
με αλοιφές που αντέχουν προδοσία
αγγείο βαθύ οξυπύθμενο σκαλίζω
περιρραντήριο για τη λατρεία

Έχω ένα ποίημα πήλινο
βαθύ και το λαξεύω
η σπείρα και ο μαίανδρος
κρατούν το αποτύπωμα

Κραδαίνω καπνιστήρι πήλινο
θυμίαμα το ποίημα
η μνήμη αιμορραγεί
με καθαιρεί και με καθαίρει

Είμαι διάτρητο αγγείο
φλοίσβος σε λήκυθο λευκή
πλάσμα και πλάστης

Είμαι η Κύπριδα – Δεν θα χαθώ

ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Συχνά φορούσα ενοχές ψηλοτάκουνες
στα πεζοδρόμια του πόθου γυρνούσα
γριά με ρόδινα μάγουλα μάτια πανσέληνα
Παλίρροιες πλημμύριζαν την κοιλιά μου
κι άπλωνα επίθεμα το βλέμμα του Κένταυρου
να σταματήσω την αιμορραγία
Νεκρό σκυλί στην άκρη του δρόμου
γαύγιζες να γυρίσω μα ήταν ήδη αργά
καθώς κανένας Οδυσσέας
δεν πήρε ποτέ μαζί του ένα σκύλο
Στα διόδια πλήρωνα τύψεις
αντάλλαζα τις αλυσίδες με φρούτα
Το νεκρό σκυλί ούρλιαζε μα ήταν αργά
Ήταν ήδη αργά να γυρίσω

Κάποιες φορές για κεφάλι είχα ένα ρολόι
Τικ τακ τικ τακ με καλούσε ρυθμικά
στα δευτερόλεπτα -αδιάκοπα, αλύπητα –
μα εγώ περιστρεφόμουν
σε λευκή χορογραφία δερβίσηδων
Γύρω στροβιλίζονταν δέντρα
παραλίες νεκρά περιστέρια μισοφέγγαρα
Τικ τακ τικ τακ το ρολόι της θλίψης μου
Το καρουζέλ με τα μαρμάρινα άλογα
φυγοκεντρούσε τη μνήμη

Ίσως γι’ αυτό ξεχνούσα το νεκρό σκυλί
Ίσως γι’ αυτό δεν ήθελα να το πάρω μαζί μου
Με κούραζαν τα πελώρια μάτια του
Με εξαντλούσε το υποτελές βλέμμα
Κυρίως εκείνο το γαύγισμα
κάθε που χτυπούσε η καμπάνα
Τα βράδια όταν επιστρέφω
ξαπλώνω πλάι και σου φωνάζω
Μα εσύ δεν έρχεσαι πια

Επειδή ο χρόνος είχε περάσει ανεπιστρεπτί
νοτισμένο προσωπείο η ζωή διαλύεται
Θλιβερή αγωνία των φθαρμένων προσώπων
καθώς η αλήθεια ραγισμένος καθρέφτης
τη φθορά παγιδεύει
Η σιωπή είναι το πιο δυνατό μοιρολόι
«Η θάλασσα μας τους έφερε»
«Η θάλασσα με παρέσυρε»
Και τότε σκύβοντας πάνω απ’ τη μοίρα
θρήνησες με την Πειθώ και τις Ώρες
Ίσως για κείνο το παιδί που αναδύθηκε
κι ύστερα χάθηκε

Ευτυχώς ο πόνος αφορά
τις νευρικές απολήξεις
ο πνιγμός ασφυκτικό τετέλεσται
μόνο των ζωτικών οργάνων
Ως εκ τούτου βυθιζόμενη
παραμένω αθάνατη

ΝΗΣΙ

Οι Βαλκυρίες κολυμπούν
με τον Αττίλα στη Μεσόγειο
Τέλος εποχής
Ανατολή

Ναυαγοί στην κόκκινη θάλασσα
βαρκούλα χλωμή μισοφέγγαρη
παιδιά φοβισμένων ανθρώπων
παιδιά γερασμένων ελπίδων
η μεγάλη Θεά απλωμένη στο ανάχωμα
αναδυόμενη μετανάστρια
επαναστάτης οπλισμένη
μάρτυρας των πληγών

Η μάνα θάλασσα;
Η αρχαία θεά;
Η Ερινύα; Η Αστάρτη;
Ποια και ποιος ο φόβος;
Ματωμένο το φεγγάρι στην Ανατολή
Μαρμάρινο το κεφάλι στη Δύση
Ωσάν να ήταν πάντα η μοίρα
των ταπεινών και των ημίθεων πατρίδα
να θάβουμε πολλές φορές τον ίδιο απόντα

Φινάλε διάφανο λιποβαρές
δίχως εκτόπισμα χορός υδρόβιος
υπότιτλοι κυματισμοί ακροτελεύτιο
Άνωση δίχως όρους σχεδόν ένωση
αμφίβια σώματα χελιδονόψαρα
Ήλιος παρών αρμύρα πανταχόθεν
δίχως εκπτώσεις αναχωρώντας
πάντα επιστρέφεις
δίχως εσένα

ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑ

Η θάλασσα είναι γυναίκα
Τα ζωντανά βαθιά νερά είναι αλμυρά
Μην πιείς ακόμα κι αν πεθαίνεις από δίψα
Αν είναι ήρεμη μπορείς να νιώσεις καπετάνιος
Αν αγριέψει γίνε πειρατής
Τα μυστικά της τα κρατά βαθιά κρυμμένα
Για να τα μάθεις γίνε δύτης
ή ψάρι αν προτιμείς
Οι νίκες της είναι ναυάγια
Όσα καράβια την παλέψανε
κι έφτασαν στα λιμάνια
δεν τα θυμάται πια
Είναι της γης εκείνα πεθαμένα
Η θάλασσα είναι γυναίκα
είναι γυναίκα η θάλασσα

Η θάλασσα φοράει δαντέλα
κάθε παλίρροια μέρα
κάρβουνο απλώνει στις σκιές
σαν έρθει άμπωτη σελήνη
φωτοδός να μαρτυρήσει βάθη εβένινα
Η θάλασσα αιμορραγεί
τις ώρες της θλιβής
κυοφορώντας την ανάδυση

Εκ του σύνεγγυς 2014

ΠΑΙΔΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΟΣΗΜΟ

Παιδί στο προσφυγόσημο
ξυπόλυτο σαράντα χρόνους
ρακένδυτο και δακρυσμένο
πλάι στο συρματόπλεγμα
θέλει ελεύθερο να περπατήσει
να ζήσει θέλει
να ξεκολλήσει επιτέλους
την παιδική ψυχή από το έρεβος
Εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε
σε φάκελους σημαδεμένους
Δεν ωφελεί

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Διανύεις αποστάσεις επί τόπου
κρατώντας πυξίδα ένα μισοφέγγαρο ήλιο
που ανατέλλει και δύει μαζί σου
Φαύλη ανακύκλωση ευχών
Του χρόνου στα σπίτια μας
Του χρόνου στα σπίτια μας
Του χρόνου
Ποιου χρόνου;
Πορεύεσαι
Εναποθέτεις ελπίδες
Μνήμες ανακαλείς
Πορεύομαι πλάι σου καιρό
Δεν ξεχνώ αλλά ούτε και θυμάμαι

ΛΗΔΡΑΣ

Πέραν του οδοφράγματος
χρόνος ανάδρομος
χώρος αλαλάζων
ουρανός πλατύτερος
μνήμη αιχμηρή
Η χώρα ενδότερη
στρώματα ιστορίας
σώματα μυθολογίας
χώματα και ονόματα
φιλολογία
Εκεί
η πατρίδα ψυχή
πτώμα σε Προκρούστειο κλίνη

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ

Για να σε λησμονήσω
ξαπλώνω στην άμμο σου
και μαζεύω φωτόνια
Ύστερα τα αλείβω
με ευλάβεια στο δέρμα μου
Μικροσκοπικά αστέρια
φυτρώνουν εντός μου
και τότε ανατέλλω
μηδενικά φορτισμένη
πανδέκτης και πανσέληνος αλλού
Μα δε σε λησμονώ

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ

Στον Άγιο Θέρισσο της Αιγιαλούσας
περπάτησαν ως κάτω στο γιαλό
για τον αγιασμό των υδάτων
εξόριστοι σαράντα χρόνους
αμίλητοι, αγέλαστοι, αλύτρωτοι
και το βλέμμα περιστέρι νεκρό
σε κατεχόμενους ουρανούς
εβεβαίου του πόνου το ασφαλές

ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΕΣ

Εγκλωβισμένες οι γυναίκες
στο Καρπάσι
με τ’ αρμυρίκια
και του γιαλού το χρώμα
τις μνήμες ξαναβάφουν
κάθε Μεγάλη Πέμπτη
Κι εμείς αλλού
ψυχές εγκλωβισμένες
σε χρώμα πλαστικό
βάφουμε τις ελπίδες
ανεξίτηλα, σχεδόν χυδαία
κάθε Μεγάλη Μέρα
και κάθε Νύκτα Μεγαλύτερη

ΙΟΥΛΗΣ

Οι σειρήνες
ήχος μνημόσυνος
μνήμες ερινύες
ερινύες μοίρες
μοίρες ερπύστριες
Παρελθόν αγνοούμενο
παρόν εγκλωβισμένο
μέλλον αιχμάλωτο
Δύναται ο ήχος
να πυροδοτήσει τη μνήμη;
Ιούλης καύσωνας
κατακτητής
Ελέω λειψυδρίας
λειψανδρίας προπάντων
Μονόλεπτη σιγή
μονόλεπτη ντροπή
μονόλεπτος σκασμός
Ύστερα
ψυχές ρακένδυτες
μπάνια στις παραλίες

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ

Μετά από κείνη
την ειρηνική επέμβαση
καπνίσαμε οι περισσότεροι
το τελευταίο μας τσιγάρο
Έκτοτε κυκλοφορούμε φαντάσματα
στο θίασο του Καραγκιόζη
Τα βράδια μετά την παράσταση
κοιμόμαστε ανάλαφρα
στα όνειρα των παιδιών
κρατώντας σφικτά
παραμάσχαλα τις ενοχές μας

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Όλα τα δώρα
ο Αύγουστος τα έφερε
Το κόκκινο
του έρωτα και της φωτιάς
Το μαύρο
της προσφυγιάς και του θανάτου
Το γαλανό
της Αμμοχώστου και της προδοσίας
Και το λευκό
της αθωότητας και της απελπισίας
Όλα τα χρώματα
από τον Αύγουστο τα πήρανε
κι αφήσανε ασπρόμαυρα τα καλοκαίρια

ΑΙΩΝΕΣ ΤΩΡΑ

Περιμέναμε την άνοιξη
και την ανάσταση
Λησμονήσαμε
ότι προηγούνται
αιώνες τώρα
η προδοσία
και η σταύρωση
Αιώνες τώρα
Πόντιοι Πιλάτοι
και Ιούδες
Αιώνες τώρα
μας φιλούν

ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΧΡΥΣΟΣ

Ασύγκριτου συναισθηματικής αξίας
κι εθνικής απαξίας
Ανθεκτικός στην επίδραση τοξικών ουσιών
και άλλων υγρών
-όπως αίμα, αδικοχαμένων ηρώων
δάκρυα, ορφανών και γυναικών
ιδρώτα, τίμιων αγροτών-
ασφαλισμένος για αιώνες
σε θυρίδες τραγικής ιστορίας
Πωλείται σε τιμή ευκαιρίας
ελλείψει αιδούς κι ελευθερίας

ΡΗΤΟΡΙΚΗ

Ας συζητούν λοιπόν οι κύριοι δικαστές
ας αποφαίνονται οι δικηγόροι
περί ηθικών και ατιμωτικών αδικημάτων
Κάθε Ιούλη θα δικάζεται το παρελθόν
και θα αποδίδεται
επιλεκτική δικαιοσύνη
Οι ήρωες ενίοτε θα τιμώνται
στα μνημεία της προδοσίας
και οι προδότες στα μνημεία της ασυδοσίας

ΣΕ ΞΕΝΟ ΤΟΠΟ

Ύστερα ήτανε κι ο ουρανός τους
τόσο γαλανός, τόσο απέραντος
και τόσο βαθύς
που μύριζε θάλασσα.
Εκεί πνίγονται άραγε
οι απελπισμένοι τους;
Στον ουρανό;

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Στην αποβάθρα του Κάστρου
τις Κυριακές συνωστίζονται
ακίνητοι με το βλέμμα καρφωμένο
στη γραμμή του ορίζοντα
εκείνη την απατηλή γραμμή
την πύλη ενός παράδεισου
δίχως σταθμούς και τρένα
με βάρκες ξεβρασμένες
σε παραλίες κατεχόμενες
Αύριο ο κύριος και η κυρία
θα τους πληρώσουν
για την απελπισία τους

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

Και κάποιες φορές γινόμαστε
σαν εκείνους τους βιολιστές
που όλη μέρα ξοδεύονται
στα πεζοδρόμια της ιστορίας
μαζεύοντας κέρματα
και το βράδυ γυρνούν
στο σπίτι άχρωμοι
άοσμοι και μικροί
σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία
σε σμίκρυνση

ΛΥΣΗ

Πρόσφυγες στο εξής
μέσα στη λήθη
Ποιος από κείνους
θα θυμάται το νησί;
Έχουν υπογραφεί οι συμφωνίες
οι χάρτες τα μνημόνια και τα ψηφίσματα
Τώρα πολιτογράφηση
μόνο στο Οικόπεδο Δώδεκα

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Αρνούμαι ποιήματα
ασπρόμαυρα να γράφω
σε παλαιούς καθρέφτες
να κοιτάζω αρνούμαι
ποιήματα με χιτώνες
και μανδύες με κουράζουν
θέλω τις λέξεις μου γυμνές
να κολυμπούν στον ήλιο
και γλάρος το μολύβι μου
να παρασύρει στ’ ανοικτά
την αλφαβήτα

ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΕΓΓΥΣ

Θα τα πούμε
από κοντά είπες
Όχι, δεν θέλω
τα κοντινά τα ψέματα
με βλάπτουν
οι χειραψίες
οι εναγκαλισμοί
οι ασπασμοί
Δεν ωφελούν

Στιγμές Αλκυονίδες (2012)

Στιγμές Αλκυονίδες

Ο χρόνος; Άχρωμος, άχραντος και άχρονος. Στριμωγμένος ανάμεσα σε μνήμες, γεύσεις, χρώματα, μετεικάσματα. Εντούτοις αμόλυντος. Οι μήνες δώδεκα, οι ώρες δώδεκα κι οι στιγμές μας τόσες. Μετρημένες κι αμέτρητες. Στιγμές αλκυονίδες, ως στιγμές καλοκαιρίας. Με την Αλκυόνη εντός κι εκτός μας, δέσμια τ’ ουρανού και της θάλασσας. Την Αλκυόνη με τη μπλε φτερούγα μισανοιγμένη, ελεύθερη των ανθρώπων και φυλακισμένη των Θεών εγκλωβισμένη στην αγκαλιά του αδιαπέραστου ορίζοντα. Εκεί μετρώ δώδεκα. Είναι στιγμές. Είναι αλκυονίδες. Και το ξέρω. Το ξέρεις κι εσύ. Μαζί τις ζήσαμε. Μετά χτυπά ο πανδαμάτωρ μεσάνυκτα. Στεκόμαστε αντίκρυ. Ενός λεπτού σιγή, στη μνήμη του χρόνου που σκοτώσαμε αδίκως. Του το οφείλουμε. Αιωνία του η μνήμη.

I

Ήσουν
η γεύση του Αυγούστου
κι ήταν
η πρώτη μέρα του χειμώνα

II

Τις ώρες της μνήμης
τις ώρες της λήθης
πάντα επιστρέφεις
Βροχή μου

III

Είναι ό, τι ζήσαμε
φυλακισμένο
Πίσω από πόρτες
κλειστά παράθυρα
Σφικτοδεμένο
Δίχως αέρα

VI

Σε ψιθυρίζει ένα κοχύλι
Σε τραγουδούν τα κύματα
Σε αφουγκράζεται η καρδιά μου
Η μνήμη σου βροχή διαττόντων
Μέσα σ’ ένα κλειστό δωμάτιο
Με κατακλύζεις

VII

Ακόμη κι άμα δεν έρχεσαι
είναι υπέροχο
που εγώ σε περιμένω

XII

Μελαγχολικά απογεύματα
κυοφορούν τη σιωπή σου
Ας μη γεννηθεί ως λέξη
Ας παραμείνει αμόλυντη
εκκωφαντική κι αμετανόητη

ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ Ο ΛΟΓΟΣ

Και μετά τη σιωπή, ο λόγος σου. Νερό γάργαρο, μέλι παχύρευστο, βραχύ φωνήεν, ακριβό. Ο λόγος σου κι η σιωπή σου. Ανατολή και Δύση. Αρχή και τέλος. Παρακαλώ σε. Να μιλάμε για να μοιραζόμαστε ένα κομμάτι σύννεφο. Δίνοντας χώρο στον ουρανό να μπαίνει απ’ της ψυχής μας το παράθυρο. Επιτρέποντας στη βροχή να κρυφοκλαίει, κάτω απ’ των ονείρων τα λευκά σεντόνια. Να μιλάμε για να φυτρώσει επιτέλους της ζωής το δέντρο. Πέρασε το φθινόπωρο. Θυμάσαι τη φυλλορροή; Θα φύγει και φέτος η άνοιξη. Το ξέρω βέβαια, με λόγια δεν ανθίζει τίποτα. Ήλιος χρειάζεται και θέρμη. Αέρας λευτεριάς και ύδωρ. Ωστόσο μην ανησυχείς. Αν όμορφα τον σπόρο φύτεψες κι αν είσαι για τον ήλιο ευγνώμων, εκεί που θέλει και όπως θέλει εκείνος θα φυτρώσει. Κοίτα, το χελιδόνι στην αφετηρία επιστρέφει. Μπορούμε κι εμείς. Να μιλάμε λοιπόν. Εν αρχή ην ο λόγος. Και ο λόγος ην προς τον Θεόν. Και Θεός ην ο λόγος.

ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΕΣΑΙ

Ψιθύρισα:
-Θέλω ν’ αγγίξω την Αλήθεια
Tα όρια να ψηλαφίσω
στην άκρη του γκρεμού να περπατήσω
στη θάλασσα της μέσα να χαθώ

Ψιθύρισες:
-Μη βιάζεσαι
Νωρίς ζητάς στην τρικυμία της
απέναντι να πλεύσουμε
Μείνε σιμά
Τα νώτα μας να προφυλάξουμε
τη μοίρα μας στα μάτια να κοιτάξουμε
Μείνε σιμά
Στη δίνη μιας μεγάλης καταιγίδας
στο μάτι του πιο κόκκινου κυκλώνα
στη χώρα της Αλήθειας λιποτάκτες
λαθραία να αποδράσουμε
Διαβαίνοντας την πύλη των ονείρων
στον ήλιο να παραδοθούμε
Λευκή σημαία η ελευθερία

Ακούς καρδιά μου;
Ψιθυριστά να ονειρεύεσαι

ΜΑΖΙ ΣΟΥ

Το λίγο γίνεται πολύ
το πολύ λίγο
όταν τολμήσω να το μοιραστώ
μαζί σου
Το λάθος γίνεται σωστό
το σωστό λάθος
όταν τολμήσω να τ’ ονειρευτώ
μαζί σου
Είναι η αίσθηση που γίνεται
ψευδαίσθηση
μαζί σου

ΤΡΙΑΝΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ

Καρδιά μου
σ’ ακούω
Αρκούν
τριάντα δευτερόλεπτα
Είκοσι λέξεις
μόνο
και δέκα παύσεις
Επιχορήγηση ευτυχίας
σταδιακά
σε δόσεις μη θανατηφόρες

ΑΣΦΥΞΙΑ

Μεσημέρι στη Γλάδστωνος
Αλλεπάλληλοι στραγγαλισμοί
μιας αλήθειας εφτάψυχης
που αρνείται να πεθάνει
Μεσημέρι στη Γλάδστωνος
δολοφονία εκ προμελέτης
του μέλλοντος
του προσδοκώμενου
του ποθητού
Μεσημέρι στη Γλάδστωνος
ασφυξία εξ αμελείας

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Σε κείνη τη φωτογραφία
δίπλα στη θάλασσα
είδα το προσωπείο
Τη μάσκα που φορούσες χρόνια
ίσως για αιώνες
Τη διέκρινα ψηλαφίζοντας
το ειρωνικό παιχνίδι των ελπίδων σου
Με βοήθησε βέβαια ο ήλιος
καθώς το φως του παλιρροιακό
αποκάλυψε το θλιβερό κενό σου

Κάποτε σε σκέφτομαι
Άραγε βρήκες τις συντεταγμένες της ελευθερίας;
Ή μήπως χάθηκες κρατώντας την ψευδοπυξίδα των ονείρων

ΕΝΑΣ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΑΚΟΜΑ

Άκουσε λοιπόν το μύθο: Στης Αμαθούντας τα παράλια βρήκαν λιμάνι ο Θησέας κι η Αριάδνη Αφροδισία, φεύγοντας απ’ του Μίνωα το μυθικό παλάτι. Αγαπηθήκανε στα σταυροδρόμια του λαβύρινθου, στα χνάρια σκιασμένων αναμνήσεων. Περιπλανήθηκαν σε σκοτεινούς διαδρόμους, εκτός χώρου και χρόνου, σε διαλείμματα διεγέρσεων. Οραματίστηκαν το «δυνατόν γενέσθαι». Στη σπηλιά ξέφωτα επινόησαν, πανάρχαιους αεραγωγούς εντόπισαν, χωρίς πυξίδα κεκλεισμένοι, δεμένοι με του μίτου την ελπίδα. Βάδισαν στις σκιές, ακροβάτες του βάθους. Λάτρεψαν το λαβύρινθο, του έδωσαν υπόσταση. Τώρα στο ακρογιάλι ξαπλωμένοι, κοιτάζουνε τον ουρανό, ελπίζοντας ν’ αναδυθεί ένας Λαβύρινθος ακόμα.

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ

Μετρώ τον κόσμο
με το μοιρογνωμόνιο
της αισιοδοξίας
Χαράζω κάθετα
την ευθεία της αφετηρίας,
οριζόντια
την ευθεία του τέρματος
Σημείο συνάντησης
η ορθή γωνία
της λογικής
Γράφω το μυστικό
στο μηχανισμό των Αντικυθήρων
Αετός επιτέλλει εσπέριος

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ

Τι όμορφα που λάμπει μέσα μου
αυτός ο Ήλιος
ο φωτοδότης
ο ζωοδότης
Τις ώρες της ανατολής που ελπίζω
της δύσης τις στιγμές που τον ευγνωμονώ
Τις μέρες τις νεφοσκεπείς
στα βάθη μου ελλοχεύει
Φοίβος ή Απόλλωνας ή Κυβερνήτης
το πιο λαμπρό αστέρι τ’ ουρανού

ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Σαν βγήκες μόνος για τον πηγαιμό
το διαπίστωσες
Εσύ ήσουν ο Πολύφημος
οι Φαίακες εσύ κι οι Λαιστρυγόνες
Η Καλυψώ, η Κίρκη, οι Σειρήνες
προσωπεία δικά σου
Εσύ η Ιθάκη
ταξίδι η καρδιά σου
Πηνελόπη και Τηλέμαχος
οι όψεις της σκιάς σου
Όλα εσύ Οδυσσέα
Πιστό σκυλί το σώμα σου
να περιμένει
Μνηστήρες φόβοι
το μυαλό σου σφετερίζονται
Πάρε το τόξο σου
Εξόντωσέ τους
Ρίξε στις μνήμες σου
το νηπενθές κρασί
και νάρκωσέ τες
Οδυσσέα πολύτροπε της Τροίας
και του Κόσμου Μυθοπλάστη
Δούρειος Ίππος η ψυχή σου μόνη
και μέσα όλα τα ταξίδια σου
φυλακισμένα

«Πολυμήχαν’ Ὀδυσσεῦ, ἴσχεο, παῦε δὲ νεῖκος ὁμοιί̈ου πολέμοιο» *

ΨΕΥΔΟΝΙΚΗ

Έτσι χαμηλά που διάλεξες
να τοποθετηθείς
κάτω
κοντά στο «τίποτα»
δίπλα στο «ανώδυνα»
κινδύνεψες με το «όλα» να ενωθείς
σε ψευδομάχες ματαιότητας
σύμμαχος και συνένοχος
αφού το «όλα» και το «τίποτα»
στην ίδια μάχη πολεμούν
τους ίδιους δαίμονες παλεύουν
φτιαγμένα από το ίδιο υλικό
το θάρρος
Φαίνεται δεν το γνώριζες
κι έτσι ακούσια, σχεδόν αναίμακτα
εσύ ο δειλός, τη μάχη κέρδισες
Όλα μα πάλι τίποτα

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ

Τα προσωπεία πέφτουν
ως κύμβαλα αλαλάζοντα
Η συνείδηση
ζύμη αλήθειας
πείραξη φόβου ή ψεύδους
Ανατροπή
Θλιβερός λιποτάκτης το παρόν
Σφετεριστής το παρελθόν
πένθιμο εμβατήριο στην μπάντα του χάους
Τότε εμφανίζεται συνήθως η παιδική σου αθωότητα
ως από μηχανής θεότητα
Φοράει ένα διάφανο φουστάνι
και τραγουδά γλυκά ύμνους πανάρχαιους
Σε παίρνει απ’ το χέρι και σε γλιτώνει
σε μεγαλώνει, σε μαλακώνει
Είναι η στιγμή της αλήθειας σου
αυτής που γνώριζες παιδί
Της αλήθειας η στιγμή, της προαιώνιας
εκείνης με το πρόσωπο τ ‘ ολόλευκο
που δεν μπορούν να τη χαλάσουν ευτυχώς
τα προσωπεία

ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ: ΕΠΙΛΟΓΟΣ, ΣΤΑΣΙΜΟ, ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΚΑΙ ΚΥΚΛΟΣ ΦΑΥΛΟΣ

Εγώ: Πορεύομαι από χθες δίχως στάση. Τις παύσεις αποφεύγω, τα διάκενα, τα ενδιάμεσα. Υπάρχω εν πορεία, διατελώ εν ενεργεία, εν οδώ. Αν τολμήσω μιαν ανάσα, αν σταματήσω, τα σκαλοπάτια θα με κατεβάσουν ή θα με ανεβάσουν σε παράδεισο ή κόλαση. Θα μ’ οδηγήσουν σε πορείες κυλιόμενες, σκάλες πτυσσόμενες, σε λαβυρίνθους ηδυπάθειας. Ζητώ επιλογή: Σ’ έναν παράδεισο αν θέλω να κατέβω -ποιος αποκάλεσε την κάθοδο αμαρτία;

Εσύ: Υπάρχεις και άρχεις και αργείς και καταργείς και καταργείσαι. Είναι μια μικρή πλαγιά χιονισμένη. Εσύ την επινόησες. Απ’ το τσιμέντο ξεπροβάλλουν γιασεμιά και γαρδένιες. Με περιμένεις εκεί στη μέση της σκάλας. Η σιωπή προσθέτει σκαλοπάτια στον αέρα που δονείται εκκωφαντικά. Η κάθοδος μεγαλώνει, η άνοδος μεγαλώνει. Η είσοδος, η έξοδος, η οδός. Όλα μαζί συνονθύλευμα. Αφετηρία και τέρμα και διαδρομή. Απλώνεις το χέρι με οδηγείς. Πού; Αγνοείς. Αγνοείς κι αγνοείσαι.

Εμείς: Κρατάμε σφικτά ο ένας τον άλλο στη μέση της σκάλας . Χαμένοι δεσμώτες. Ηλεκτροφόρα καλώδια γαρδένιας και γιασεμιών μας τυλίγουν. Ηλεκτρικές εκκενώσεις ανθοφορούν στις καρδιές μας. Ανεβαίνουμε. Ανεβαίνουν μαζί μας οι μικρές κόκκινες ανάσες. Κατεβαίνουμε. Οι γαρδένιες κατεβαίνουν μαζί μας. Δίπλα το ασανσέρ χρονοβαγόνι χωρίς χάρτη πορείας. Ένα – Μηδέν – Υπό το μηδέν – Στάση.

Είναι μια μικρή χιονισμένη πλαγιά. Εσύ την επινόησες.
Εκεί παγώσαμε το χρόνο στα σκαλοπάτια.

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΤΗΣΗ

Το φιλί
χέρια φτερά
ελεύθερη πτήση
Η αγάπη
αγγέλων οδός
ψυχών χορός
Τα σώματα ανάδυση
στον ουρανό
κατάδυση στο γαλανό
Ελεύθερη πτώση
Κράτα με
Σε κρατώ
Σήκωσέ με ψηλά
Πιο ψηλά
Μαζί σου
Πετώ

ΕΠΟΧΕΣ

Κι ύστερα οι εποχές εναλλάσσονταν τυχαία
Άνοιξη φθινόπωρο χειμώνας
φθινόπωρο, φθινόπωρο
Το καλοκαίρι θνησιγενές και αγνοούμενο
στο περιθώριο της ζωής μας πεταμένο
με στρώματα δειλίας σκεπασμένο
περίμενε της κρίσεως την ώρα

Κι εσύ κρατούσες στο χέρι τα βιβλία και μου ‘ λεγες
για τη δροσιά του νοτισμένου χώματος
τη ζεστασιά του διχασμένου σώματος

Έπειτα η αγάπη ακατάσχετα φυλλορροούσε
Ο έρως ο αειθαλής κιτρίνιζε κι αιμορραγούσε
κι ενώ συνέβαινε η άνοιξη για αιώνες
μας βρήκε το φθινόπωρο μοναχικούς θαμώνες

Φόρεσε η καρδιά διπλό πουκάμισο
χάλασαν οι καιροί στο ενδιάμεσο
Μια ελπίδα φόνισσα, λευκό μαχαίρι
με χιόνι σκότωσε το καλοκαίρι

ΑΝΑΚΡΙΣΗ

Μιαν αύρα
μια γαλήνη αναπολώ
ίσως ανάμνηση ή όνειρο
Σίγουρα για να πω δεν ξέρω
Μα ρίγος νιώθω
όταν τα μάτια σου
το σώμα μου ανακρίνουν
δίχως οίκτο

Φαντάσου να φαινόταν κι η ψυχή μου

ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΕΣ

Ανάμεσα στο πιθανό
και το απίθανο
πιθανολογείται ο έρωτας
άπειρες
οι πιθανότητες λάθους
καθώς στη θεωρία
των παιγνίων
οι ενδιάμεσες αποδράσεις
εκμηδενίζονται ως
απλά ενδεχόμενα
στατιστικώς ασήμαντα

ΤΟ ΚΑΔΡΟ

Φως σκοτεινό
ο μαύρος πάνθηρας
βλέμμα βαθύ
σε κάδρο βελούδινο
πάνω στον άσπρο τοίχο
στο εφηβικό του στρώμα απέναντι
Τα βράδια στ’ όνειρό του
ζωντανεύει το αγρίμι
αίμα και σάρκα
μάταια γυρεύει
Πεινασμένο
επιστρέφει κάθε πρωί
πίσω στο κάδρο
Κι εκείνος μόνος πια συνεχίζει
να υφίσταται
ως πάνθηρας σε κάδρο
Ένα μαύρο, βελούδινο αιλουροειδές
περήφανο μα λαβωμένο
Κάποια βράδια βέβαια
ο πάνθηρας επιστρέφει
κι αυτός
τον αφήνει να κατασπαράξει
την καρδιά του
όχι από φόβο ούτε απ’ αγάπη
Από οίκτο

ΤΕΛΟΣ

Θα κρατήσω για πάντα στο κέντρο μου
το ουράνιο τόξο που μου χάρισες
να βάφω τις αναμνήσεις και τα όνειρα
Ήλιε μου
Και θα φαντάζομαι πως ταξιδεύεις μαζί μου
μέχρι το τέλος της διαδρομής
εκεί που τελειώνουν τα ψέματα

Θα ονειρεύομαι πως φτάνεις μαζί μου
στη χώρα του «κάποτε» εκεί που διαγράφονται
όλες οι προηγούμενες διαδρομές
Στα σταυροδρόμια και στα ξέφωτα της ουτοπίας
εκεί που όλες ελπίδες γίνονται βροχή και χιόνι
στα χέρια σου
Ήλιε μου
Εκεί που τελειώνει ο δρόμος

ΞΕΚΛΕΙΔΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΦΑΒΗΤΑ (2011)

ΞΕΚΛΕΙΔΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΦΑΒΗΤΑ

Απύθμενα
βάθη
γονυπετής
διένυσα
επιθυμώντας
ζωή
ήλιο
Θεό.
Ικετεύοντας
και
λοιδορώντας
μοίρες
νυκτερινές.
Ξέροντας
ότι
πέρασαν,
ρήμαξαν,
σκότωσαν,
τέλειωσαν.
Ύστερα
φεύγοντας
χρωμάτισα
ψεύτικα
ωροσκόπια.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Έψαξε
εκείνος
την καρδιά της,
το χέρι του εκείνη.
Πόθησε
γυμνό το κορμί της
εκείνος,
γυμνή την ψυχή του
εκείνη.
Βάδισαν μοιραία
σε παράλληλους δρόμους
σε προορισμούς διαφορετικούς
χωρίς σταυροδρόμια.
Έπλεξαν
γέφυρα συνάντησης
με τις κλωστές του ονείρου.
Εκείνος μετέωρος
πάνω απ’ το φόβο,
δίπλα στον πόθο
κάτω απ’ τα θέλω.
Εκείνη ισορροπώντας
ανάμεσα
στις επιθυμίες και τις νόρμες.
Μες στη μέση
του κόσμου,
στη μέση
του χρόνου
συναντήθηκαν.

ΟΛΙΚΗ ΕΚΛΕΙΨΗ

Συναντηθήκαμε
στο μονοπάτι του ήλιου
όταν συνέβαινε ήδη
μια έκλειψη.
Στην πρώτη επαφή
η δαγκωματιά της σελήνης
οριοθέτησε
την πορεία
προς το σκοτάδι,
την απουσία φωτός.
Απόκοσμη αίσθηση
στις σκιώδεις ζώνες.
Διαδοχικά,
με ταχύτητα φωτός
εναλλάσσονταν
λευκές και μαύρες επιφάνειες,
επεισόδια από τη ζωή μας.
Ελάχιστα δευτερόλεπτα
πριν το τέλος
οι φωτεινές χάντρες
αστραπιαία χάθηκαν
κι όταν έμεινε
η τελευταία απ’ αυτές,
επιβλητικό
το στέμμα του ήλιου,
εμφανίστηκε,
τοποθετώντας μας
στο κέντρο του κύκλου,
έγκλειστους
στο μαργαριταρένιο δαχτυλίδι.
Κι αμέσως μετά
ο μαύρος δίσκος της σελήνης
πήρε τη θέση του ηλίου
σηματοδοτώντας
την ολική έκλειψη.
Εμείς ακόμα εκεί
παραμένουμε.
Υπομένουμε.
Επιμένουμε.
Αθεράπευτα μόνοι
κι αφόρητα ανθρώπινοι.

ΣΤΟ ΦΑΡΟ

Μέχρι το Φάρο
απόγευμα του Απρίλη
περπατήσαμε παρέα.
Στα βραχάκια
της κοινής πορείας μας
σταθήκαμε
μουσκεμένοι ως τα γόνατα
μ’ αρμυρό νερό, γλυφό.
Στ’ άσπρα βότσαλα
τις ανείπωτες ελπίδες
ζωγραφίσαμε
με αρμυρίκια
και μελάνι κόκκινο.
Ο Φάρος, είπες
άντεξε το βάθος
και το σκοτάδι
μιας θάλασσας
γνώριμης
μα ολωσδιόλου ξένης.
Ο Φάρος, είπα
στην ίδια θέση
αιώνες τώρα
να ξεγελά τους ναυτικούς
-και τους χαμένους, είπες-
με φωτεινά καμώματα
κι αντικατοπτρισμούς.
Ο Φάρος,
ολόγραμμα της επιθυμίας,
οφθαλμαπάτη, συμφωνήσαμε.
Μέχρι το Φάρο περπατήσαμε
εκείνο του Απριλίου το δείλι
κι ήταν η θάλασσα
καθρέφτης
κι ο Φάρος σκοτεινός
και ψεύτης.

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΒΡΟΧΗ

Μα τελικά αυτό ήσουν;
Μια σκιά;
Μια νεφέλη;
Τώρα εξηγείται
το μέγεθος,
η αστάθεια,
το γκρίζο.
Αυτό το απροσδιόριστο γκρίζο.
Ούτε μαύρο,
ούτε άσπρο.
Μια νεφελώδης σκιά.
Κρίμα.
Μπορούσες τουλάχιστον
βροχή να γίνεις.

ΣΧΕΔΙΟ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ

Κατάφερε να φυτέψει
μιαν άσπρη ελπίδα
έξω απ’ τον τοίχο της φυλακής του.
Έσκαβε μήνες, χρόνια.
το τούνελ της απόδρασης.
Και τώρα, να!
Χωρά το χέρι του ολόκληρο.
Μέχρι τον αγκώνα.
Βούλιαξε στο χώμα μυστικά.
Τα δάκτυλα ελεύθερα
τον σπόρο φύτεψαν,
στα τυφλά ψαχουλεύοντας
κι ένα λουλούδι φύτρωσε.
Tώρα αυτός ανασαίνει
με μιαν αίσθηση ελευθερίας.
Όταν βγει, θα έχει άνθη
να φτιάξει ένα μπουκέτο.

ΣΤΟ ΚΑΡΟΥΖΕΛ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Έκανα την ευχή
χαζεύοντας πυροτεχνήματα.
Έκανα την ευχή,
τρελή ευχή,
ν’ ανέβω εγώ ξανά
στο κόκκινο αλογάκι
στο καρουζέλ του χρόνου.
Και να με ταξιδέψει
στην αρχή
να κάνω κύκλους πάλι,
να γίνω ένα παιδί.
Έκανα την ευχή,
κύκλους να κάνω!
Ν’ ακούσω πάλι
μουσική,
να ζαλιστώ.
Να δω ξανά τα πρόσωπα
τ’ αγαπημένα
των παιδικών μου φίλων,
Τα χρώματα
τα ξεχασμένα
των παιδικών μου ελπίδων.
Ν’ ανέβω αν γίνεται ζητώ
στο καρουζέλ του χρόνου!

 ΣΤΟ ΑΛΦΑ ΤΟΥ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ

Θα ταξιδέψεις στο Άλφα του Κενταύρου
με κείνη την απρόσωπη αποστολή
αφήνοντας πίσω σου
τα καλοκαίρια και τους χειμώνες;
Θ΄ αναζητήσεις περιπλανήσεις μαγικές
στις αστρικές λεωφόρους;
Θα καταφέρεις να λησμονήσεις
τη θάλασσα,
τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος
μετά τη βροχή;
Ή μήπως θα πάρεις μαζί σου
τριαντάφυλλα κατεψυγμένα
να οσμίζεσαι
τις κρύες γαλαξιακές νύκτες;
Θα κρύψεις
το σπέρμα
και το χώμα
σε διαστημικές μποτίλιες
και κάψουλες μελλοντικής επιστροφής;
Γελώ.
Γνωρίζεις βέβαια αυτό
που πρόκειται
να πράξεις,
Άνθρωπε.

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Η ανάμνηση,
άρωμα της ψυχής
λάβα από κοιμισμένο ηφαίστειο.
Αόρατη, ανυπόστατη, επαναλαμβανόμενη μαχαιριά,
δίκοπη ρομφαία, πύρινη
η ανάμνηση!

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Μια πεταλούδα:
Ανάλαφρο αντιφέγγισμα ψυχής,
μετείκασμα παράδεισου.

  ΑΕΝΑΩΣ

Πόσους αιώνες κρύβει η στιγμή;
Κι άνοιξη πόσους χειμώνες;

ΚΟΚΚΙΝΟ

Το πρωτόγνωρο
δεν αλλάζει ούτε ξεχνιέται.
όσες μάσκες κι αν του φορέσεις!
Και το κόκκινο είναι κόκκινο
ακόμα και ξεθωριασμένο!

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΗ

Ελευθερία και μεταμφίεση
έννοιες αντιφατικές,
διαμετρικά αντίθετες.
τοξικά αντικείμενες.
Αδύνατη η συνύπαρξη.
Η μεταμφίεση
ακυρώνει την ελευθερία.
Η ελευθερία
διαβρώνει τη μεταμφίεση.
Αταίριαστη η μάσκα
στο πρόσωπο του λεύτερου.
Καταστροφική η θύελλα της ελευθερίας,
ανατρέπει τα προσωπεία
κι αποκαλύπτει
γυμνή την ύπαρξη.
Απολογούμαι.
Ύβρις.
Απορώ και πώς το σκέφτηκα.

 ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ

Τα χρώματα
που σε τυλίγουνε
τα βράδια
είναι
τα χάδια.
Τα χρώματα
που σου μαγεύουν
την καρδιά
είν’ τα φιλιά.
Είναι τα σώματα,
είναι τα στόματα
τ’ ανένδοτα.
Τα χρώματα.
της ευτυχίας
και του έρωτα
ονόματα.
Είναι τ’ Απρίλη
η δροσιά
και τα αρώματα,
μιας πεταλούδας
τα εφήμερα
καμώματα,
τα χρώματα.

ΦΕΥΓΩ

Το ρήμα «φεύγω».
Αινιγματικό, άταχτο
ζωντανό.
Δηλώνει προπάντων κίνηση,
συναισθήματα
φευγάτα ή φευγαλέα,
τέλος ή αρχή μιας ιστορίας
ή μιας χημείας.
Υπάρχει μέσα του
ολοφάνερα και μυστικά
το ευ
η αρχή του καλού.
Φεύγω.
Αντιφατικό εγχείρημα.
Συνήθως σημαίνει «έρχομαι»
περισσότερο
απ΄όσο σημαίνει «φεύγω».

ΦΩΝΟΚΙΒΩΤΙΟ

Η ψυχή που καλέσατε
δεν ανταποκρίνεται.
Παρακαλώ
δοκιμάστε
αργότερα.
Η κλήση σας
προωθείται
στο φωνοκιβώτιο
των ανεκπλήρωτων
υποσχέσεων.

ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΜΟΝΕΣ (2011)

Διηγήματα

Τα γενέθλια

Τα γενέθλια ήταν πάντοτε για εκείνον η κατάκτηση ακόμα μιας κορυφής. Η εξερεύνηση ενός ακόμα κλάσματος του άπειρου χωροχρόνου, η απόκτηση ακόμα λίγης σοφίας, το ανέβασμα ακόμα λίγο ψηλότερα. Αυτοί ήταν και οι λόγοι που τον έκαναν να χαίρεται κάθε χρόνο στα γενέθλιά του. Ενθουσιαζόταν σαν παιδί, τα περίμενε και τα σχεδίαζε. Τα θεωρούσε σταθμούς στη ζωή του, παρόλο που γνώριζε πως ήταν απλά μια μέρα, άλλου ενός τριακοσιοεξηνταπενθήμερου ταξιδιού γύρω από τον ήλιο. Τι σήμαινε αυτή η χαρά; Τι του συνέβαινε; Παλιμπαιδισμός; Υπεραισιοδοξία; Δε γνώριζε. Αυτό που ήξερε ήταν ότι κάθε χρόνο κάμποσοι φίλοι, ακόμα και κάποιοι μαθητές του, έρχονταν σπίτι του την παραμονή της 21ης Ιουνίου, απροειδοποίητα τις περισσότερες φορές, για να του ευχηθούν. Κι εκείνος κάθε χρόνο μαγείρευε κι έκανε ετοιμασίες σαν να είχε μεγάλη γιορτή, άναβε όλα τα φώτα του σπιτιού και της ψυχής του και τους υποδεχόταν ολόχαρος! Κι όλα εκείνα τα υπέροχα συνέβαιναν το μεσοκαλόκαιρο, στο θερινό ηλιοστάσιο. Αισθανόταν τυχερός, αφού γεννήθηκε την πιο μεγάλη μέρα του χρόνου, πράγμα που σήμαινε σύμφωνα με τη μάνα του, πως θα είχε και πιο μεγάλη ζωή.

«Στις 21 Ιουνίου, είναι το θερινό ηλιοστάσιο. Δηλαδή, σταματάει ο ήλιος. Ή αν θέλετε, η γη σταματάει, στην ελλειπτική τροχιά της γύρω από τον ήλιο. Η 21η Ιουνίου είναι η αρχή του καλοκαιριού, είναι το χρονικό σημείο για το οποίο έγραψε ο Σαίξπηρ το όνειρο καλοκαιρινής νυκτός.» Οι μαθητές του είχαν ακούσει αυτή την ιστορία πολλές φορές. Ίσως γι’ αυτό του ’χαν δώσει και το παρατσούκλι «Σαίξπηρ». Κάτι που φυσικά δεν τον ενοχλούσε καθόλου, αντίθετα τον έκανε να κρυφοκαμαρώνει, αφού ο Σαίξπηρ ήταν από τους αγαπημένους του θεατρικούς συγγραφείς.

Έτσι τα είχε σκαρώσει εκείνο το μαγικό βράδυ. Σαν θεατρική παράσταση. Όλα έπρεπε να είναι τέλεια. Το φαγητό, το κρασί, τα γλυκά, η μουσική, τα φώτα, τα κεριά. Τα κεριά. Τα υπέροχα, μαγικά κεριά. Πάντα άναβε κεριά τις νύκτες. Τα προτιμούσε από το ψυχρό και κουραστικό ηλεκτρικό φως. Του θύμιζαν το ομώνυμο ποίημα του Καβάφη και συνήθως ανάβοντάς τα, σιγοψιθύριζε την πρώτη στροφή:

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας,
σαν μια σειρά κεράκια αναμένα
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Ναι, εκείνη ήταν η αγαπημένη του στροφή. Στην πραγματικότητα απεχθανόταν το υπόλοιπο ποίημα το οποίο τον άγχωνε υπερβολικά. Εκείνο το:

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων…

ήταν απελπιστικά μαύρο και εκείνος προτιμούσε τα λαμπερά χρώματα. Οι χειρότεροι στίχοι όμως, οι πιο εφιαλτικοί ήταν οι τελευταίοι:

Δεν θέλω να γυρίσω, να μη δω και φρίξω,
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.

Το βραδάκι πλησίαζε και η χαρά του κορυφωνόταν. Παλιότερα όταν εκείνη ζούσε, ήταν μαζί του και τον βοηθούσε. Έβαζε τις γυναικείες πινελιές στο σκηνικό και τον μάλωνε όταν εκείνος ήταν υπερβολικά αγχωμένος. Τον καλομάθαινε και συνήθιζε να του λέει πως ήταν ο πρίγκιπάς της. Εκείνη έφτιαχνε τα γλυκά, τα φαγητά, όλες τις μαγικές συνταγές της που οι γεύσεις τους ήταν τελείως διαφορετικές, ξεχωριστές, καλύτερες απ’ όλα τα εδέσματα που είχε ποτέ κανείς δοκιμάσει. Τα τελευταία χρόνια ακόμα και μετά την ασθένεια της ενώ ήταν μαζί του, ουσιαστικά ήταν απούσα. Τα γαλανά της μάτια είχαν πάρει μια ανοικτή απόχρωση προς το γκρίζο και το βλέμμα της ήταν μονίμως απλανές.

Κάποτε δεν τον αναγνώριζε. Τον ρωτούσε ποιος ήταν κι εκείνος αναγκαζόταν να της σιγοτραγουδήσει στο αυτί ένα παιδικό νανούρισμα. Ένα νανούρισμα που του τραγουδούσε εκείνη, από την πρώτη κιόλας νύκτα της ζωής του, όταν τον πρωτοπήρε στην αγκαλιά της για να τον θηλάσει και να τον αποκοιμίσει. Το ίδιο νανούρισμα που συνέχιζε να του σιγοτραγουδά: «Αγια-Μαρίνα και κυρά π’ αποκοιμίζεις τα μωρά…» Εκείνος ήταν πάντα το μωρό της κι εκείνη είχε φυλάξει στο μυστήριο λαβύρινθο του μυαλού της, μόνο εκείνη τη μελωδία, μόνο εκείνη την πληροφορία. Η ασθένεια του Αλτσχάιμερ, ήταν η κατάληξη της υπέροχης αυτής γυναίκας που στάθηκε δίπλα του μέχρι το τέλος της. Ήταν μια από στις ασθένειες τις οποίες φοβόταν το περισσότερο.

Μια εκφυλιστική πάθηση που κατάφερε να διαταράξει και να αποδιοργανώσει καταστρέφοντας, όλες τις νοητικές λειτουργίες του εγκεφάλου της. Όταν όμως τον άκουγε να τραγουδά το νανούρισμα, συνέχιζε μαζί του κι εκείνη, με τη μελωδική, βελούδινη φωνή της και τότε η σχέση τους ξαναχτιζόταν κι ένα μαγικό παρόν διέγραφε την άνοια. Καθόταν δίπλα της στον μενεξεδί καναπέ, εκείνη διόρθωνε τα χρωματιστά μαξιλάρια και σιγοτραγουδούσαν το νανούρισμα μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Ήταν κάτι σαν ταινία με αντεστραμμένους ρόλους. Η μάνα που γινόταν παιδί και το παιδί που γινόταν γονιός και κρατούσε στα χέρια το γερασμένο σώμα. Εκεί, σ’ εκείνο τον καναπέ, ένα απόγευμα τη νανούρισε, κι εκείνη κοιμήθηκε για πάντα ευτυχισμένη. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε, άλλαξαν πολλά από τότε.

Διόρθωσε και τις τελευταίες ατέλειες στα μαξιλαράκια του καναπέ με το ξεθωριασμένο πια μενεξεδί χρώμα, άναψε τα φώτα της μπροστινής βεράντας, έβαλε λίγο κρασί στο ποτήρι του, κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα και χαϊδεύοντας τη γάτα του, ευχήθηκε στον εαυτό του «Ευτυχισμένα γενέθλια». Ένιωθε πραγματικά ευτυχισμένος. Ήταν αρκετά καλά στην υγεία του και παρόλα τα ογδόντα πέντε του χρόνια μπορούσε να αυτοσυντηρείται. Στα γενέθλιά του δεν ήρθε κανείς. Ήταν αρκετά χρόνια που σταμάτησαν όλοι να τα θυμούνται. Δεν είχε όμως σημασία. Η ουσία ήταν ότι τα θυμόταν εκείνος! Ζούσε και περίμενε με δέος και λαχτάρα να γιορτάσει και τα επόμενα.

« Χρόνια Πολλά αγαπημένε μου εαυτέ! Καλά κρατάς! Συνέχισε να με αγαπάς και μαζί με μένα όλο τον κόσμο! Να ζήσουμε!» Έσβηνε τα κεριά απαγγέλλοντας την αγαπημένη του πρώτη στροφή από τα «Κεριά»:

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας,
σαν μια σειρά κεράκια αναμένα
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ

ΑΜΜΟΧΩΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

16 Φεβρουαρίου 2014

Υπάρχω. Πριν από τον πόλεμο και μετά, υπάρχω. Ένα παιδί που είδε πολλά, βίωσε περισσότερα, ένα παιδί μεσήλικο. Απλώνομαι, κρύβομαι, μαζεύομαι σ’ ένα όστρακο που μεταφέρω συνέχεια. Κουβαλώ καλύτερα. Είναι η ταυτότητά μου. Είμαι και δεν είμαι: Ελληνίδα, Κυπραία, Ελληνοκύπρια, Ευρωπαία, γυναίκα. Τι είμαι; Η συνείδησή μου κακοποιήθηκε, την εγκλώβισαν εμπνευσμένοι ή και ανίδεοι δάσκαλοι σε σκοτεινά δωμάτια με άχρωμα συνθήματα που μεταμφίεζαν με το χρώμα του ουρανού ή και του ήλιου ανάλογα με τις τάσεις, τις εγκυκλίους, τα ψηφίσματα. Τόση πλάνη…

Τα τελευταία γεγονότα με τις απάτες των τραπεζικών, των πολιτικών και των πολιτικάντηδων με πνίγουν. Κι άλλη τόση πλάνη. Θέλαμε εδώ και χρόνια να γίνουμε Ευρωπαίοι. Το προσπαθούσαμε και δυσκολευόμαστε. Το μεσογειακό ταμπεραμέντο δύσκολα ρίχνει τις θερμοκρασίες του. Κι όμως να που μάθαμε μέσα σε μια νύχτα, να στεκόμαστε στην ουρά για την ανάληψη μετρητών, για λίγα τρόφιμα στο κοινωνικό παντοπωλείο, να στεκόμαστε για ώρες χωρίς να σπρώχνουμε, χωρίς να χαμογελάμε, χωρίς να φωνάζουμε. Και η μνήμη, πουλί αποδημητικό, τραβάει όπου θέλει, με πάει πίσω σε κάποια άλλα συσσίτια, σε άλλες ουρές, εκεί στους προσφυγικούς καταυλισμούς του 1974, στα αντίσκηνα, εκεί που έζησα ξανά παρόμοια και χειρότερα.

Θέλω να ξετυλίξω το κουβάρι, να ξαναδιαβάσω την ιστορία από την αρχή μου. Να δω ποια είμαι, πού ζω, ποια είναι η χώρα μου και ποιοι οι άνθρωποί της, ποιο είναι το μέλλον μας εδώ σ’ αυτό το Φάρο που αναβοσβήνει αιώνες τώρα, στο ακρωτήρι της Δύσης ή μήπως είναι στο ακρωτήρι της Ανατολής; Θα επιστρέψω στην πατρώα γη, στα κατεχόμενα. Το αποφασίζω αμέσως, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Δεν ξέρω γιατί αναδύθηκε αυτή τη στιγμή η ανάγκη τούτη. Θέλω να επιστρέψω έστω ως επισκέπτης, ως τουρίστας για την ακρίβεια. Να τραβήξω ενδεχομένως και μερικές φωτογραφίες για να τακτοποιήσω ξανά τις μνήμες και να έρθω σε επαφή με την αλήθεια. Να διαγράψω το παραμύθι. Όχι την ιστορία. Η ιστορία δεν διαγράφεται. Ούτε και ξαναγράφεται. Να γιατρέψω τις πληγές και να πιω ζωή από τις πηγές. Σάββατο πρωί θα είμαι εκεί. Χαίρομαι. Όχι, δεν χαίρομαι. Μπορεί και να χαίρομαι. Δεν ξέρω. Νομίζω περισσότερο λυπάμαι.

Επιστρέφω λοιπόν ως πρόσφυγας που λαμβάνει άδεια να μπει για λίγες ώρες σπίτι του για να το δει, να θρηνήσει, να συνειδητοποιήσει κι όμως να φύγει πάλι. Πορεύομαι προς το παρελθόν μου για να ξεκαθαρίσω το παρόν μου και να ονειρευτώ ελεύθερα το μέλλον μου. Επιστρέφω προσωρινά. Ταπεινά και πένθιμα πορεύομαι, όπως κάθε Μεγάλη Παρασκευή, όταν ακολουθώ την πομπή του Επιταφίου. Έτσι νιώθω. Ακολουθώ ένα άγιο σώμα που υπάρχει επειδή το πιστεύω, ένα σεπτό σώμα βασανισμένο, που όμως κάποτε θα αναστηθεί. Είμαι ήδη στο οδόφραγμα. Στην πράσινη γραμμή. Εκείνη που χωρίζει το νησί μου στα δύο. Στο Νότο και στο Βορρά. Ζω στο Νότο. Τα όνειρα και οι εφιάλτες μου όμως, πολλές φορές έρχονται από το Βορρά. Εκεί γεννήθηκα. Είναι όνειρα σκονισμένα, καπνισμένα, αμμόχωστα. Ίσως έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου, για να τα ερμηνεύσω, να ξεσκεπάσω το θαμμένο παρελθόν. Να το ξεσκονίσω σαν ξεχασμένο ιερό βιβλίο και να το ξαναδιαβάσω ή να το ξαναγράψω ή έστω να το χρωματίσω. Γιατί πρέπει να ομολογήσω πως τα αμμόχωστα όνειρά μου είναι μαυρόασπρα.

Ο ένστολος στέκεται απέναντι μου. Με κοιτάζει κατάματα, το ίδιο κι εγώ. Του δίνω την ταυτότητά μου, συνεννοούμαστε αμέσως. Ξέρει ποια είμαι, ξέρει τι θέλω, ίσως και να με κατανοεί ή να με συμπονά, ή απλώς κάνει τη δουλειά του. Μπορεί και να με μισεί. Είναι πάνω κάτω στην ηλικία μου. Θέλω να τον ρωτήσω από πού είναι μα δεν το κάνω. Δεν είναι ένας συμπατριώτης μου αυτή τη στιγμή, είναι ένας ένστολος και στέκεται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν μου. Αν συμπεριφερθώ ψύχραιμα, θα με αφήσει να περάσω. Με ξανακοιτάζει, μου επιστρέφει τα έγγραφα και μου επιτρέπει να περάσω απέναντι. Στο Βορρά. Περνώ. Κι αμέσως ξεκινά μια ταινία μαυρόασπρη, με ήχο και μυρωδιές. Από το ίδιο σημείο πέρασα στο Νότο πολλά χρόνια πριν με άλλους ανθρώπους, άλλα συναισθήματα, άλλες ελπίδες, άλλους φόβους. Στις 14 Αυγούστου, το 1974, κυνηγημένη από τις ερινύες που καταριούνται τη χώρα μου αιώνες τώρα. Οι ήχοι και οι μυρωδιές επιστρέφουν. Κι εγώ επιστρέφω στο σπίτι μου. Ανοίγω τα μάτια μου, τα μάτια της ψυχής μου, να μη χαθώ.

Κουβαλώ αυτά τα μάτια από τότε που θυμάμαι. Δεν είναι πίνακες, ούτε καθρέφτες. Είναι πηγάδια. Πηγάδια δίχως πυθμένα. Άβυσσος η ματιά και κάπου ένα αντιφέγγισμα. Αυτά τα μάτια με οδηγούν ετούτο το πρωινό, ετούτο τ’ ανοιξιάτικο πρωινό τ’ Απρίλη. Ω! Πόσα χρόνια τ’ ονειρευόμουνα, πόσα βράδια το λαχταρούσα. Τα χέρια μου καρφωμένα στο τιμόνι. Η ψυχή μου καρφωμένη στη μνήμη. Το σώμα μου καρφωμένο στην ιστορία. Έχω μαζί μου συνεπιβάτες, συνοδοιπόρους τ’ αδέλφια μου και τα παιδιά μου. Είναι μαζί μου και δεν είναι. Δεν είμαι η μάνα τους τώρα, είμαι απλώς ένα κορίτσι που πάει σπίτι του, που έχει να πει τόσα πολλά κι όμως δε λέει τίποτα. Στόμα κλειστό, ερμητικά κλειστό να μην πληγώσει τη σιωπή, να μην πει κάτι λάθος, επιτρέπονται μόνο μικρές κραυγές χαράς, αυθόρμητες, άναρχες, άλογες. Είμαστε πέντε μικρά παιδιά που γυρίζουμε στο σπίτι μας. Γιατί ετούτο το πρωινό γίνομαι πάλι εφτά χρονών. Και τρέχω και πετώ και γελώ και φωνάζω και σιωπώ. Είμαι εφτά χρονών και δεν λογαριάζω κανέναν. Και σιωπώντας ουρλιάζω την αλήθεια μου. Κάνω βουτιές στη μνήμη, μακροβούτια στο τότε, μακροβούτια στο πριν. Κατάδυση στο παραμύθι μου; Είμαι ήδη στην Αμμόχωστο. Όχι στα όνειρα πια, τα αμμόχωστα. Στην Αμμόχωστο.

Ευτυχώς τα μάτια μου είναι πηγάδια χωρίς πυθμένα, επειδή είναι απύθμενη η χαρά μου. Δεν ακολουθώ πια τον επιτάφιο. Κρατώ λευκή αναμμένη λαμπάδα κι αφού είμαι εδώ, αφού υπάρχω εδώ έστω και στιγμιαία, είναι Ανάσταση. Ανοίγω το τζάμι του αυτοκινήτου μου να καταπιώ το γλυκόθερμο αέρα του τόπου μου. Να καταπιώ το γλυκόπικρο νόστο. Κι αφήνω την ψυχή μου να εξατμιστεί, να αναβλύσει, να γίνει δάκρυα ζεστά και να κυλήσει. Να κυλήσει και να κυλιστεί στο χώμα της πατρίδας μου. Δάκρυα φυλαγμένα τόσα χρόνια στο χρονοντούλαπο των ονείρων μου και της οργής μου.

Ο τόπος μου! Ο τόπος μου! Ο τόπος μου! Ο κάμπος της Μεσαορίας. Ο τόπος μου! Ναι, έτσι είναι, όπως τον έβλεπα τα βράδια στα όνειρά μου – κάθε βράδυ- από τα μικράτα μου. Όπως τον περιέγραφε ο παππούς, όπως τον έντυνε με παραμύθια η γιαγιά, όπως τον θρήνησε η μάνα μου. Ο τόπος μου! Αρχαίος τόπος, του Ομήρου. Ο κάμπος μας κατάσπαρτος, απλωμένος, ευλογημένος, ευάλωτος, ταπεινός όπως αυτούς που τον καλλιεργούσαν. Η θάλασσα. Η θάλασσα της Σαλαμίνας γαλανή, μυστήρια, απέραντη. Γνώριμη, αγαπημένη σαν μητέρα, πανίσχυρη, αρχαία θεότητα. «Θυμάσαι που μ’ αγκάλιαζες με τη δροσιά σου, θάλασσα των παιδικών μου ονείρων;» Ρουφώ με λαιμαργία τις αρχαίες εικόνες και μόνο αυτές είναι ο καημός κι ο θαυμασμός μου. Ο κάμπος, τα κυπαρίσσια, οι αμμουδιές, τα χωράφια, τα περβόλια, η θάλασσα, τα χαλίκια, ο ουρανός, τα βουνά. Όλα τ’ άλλα είναι μικροσκοπικά, ασήμαντα, προσωρινά, ψεύτικα, θνητά κι αυτά που βλέπουν τα απύθμενα μάτια μου είναι γιγάντια, αειθαλή, αληθινά. Είναι ο τόπος μου! Σταματώ τ’ αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Ρίχνομαι στο κατάσπαρτο μ’ αγριολούλουδα χωράφι κι αφήνω τη φύση να με χαϊδέψει. Τον ήλιο των προγόνων μου να μου ζεστάνει το πρόσωπο και τους ώμους. Τον αγέρα να με καλωσορίσει με χαστούκια στ’ αναψοκοκκινισμένα μάγουλα. Το χώμα, το χώμα. Το χώμα που πατούν τα πόδια μου. Το άγιο χώμα της Μεσαορίας, το ποτισμένο με αίμα και ιδρώτα χώμα, του τόπου μου!

«Τότε ο Οδυσσέας ξυπνά από τον ύπνο που κοιμόταν, στα χώματά του. Κι ωστόσο δεν την αναγνώρισε την πατρική του γη, τόσον καιρό που έλειψε στα ξένα. »

Μα εγώ την αναγνώρισα, την ξέρω την πατρική μου γη. Αιώνες κι αν έλειπα γνωρίζω κάθε μια της σπιθαμή. Τα χέρια και τα μάτια με οδηγούν σωστά. Είμαι μπροστά στο πατρικό μου κι είμαι εφτά χρονών και σχολνώ απ’ το σχολείο και με περιμένει η μάνα κι η γιαγιά με φαγητό αχνιστό κι αγκάλες. Είμαι στο σπίτι μου. Στους ίσκιους της βεράντας. Προχωρώ. Το γιασεμί είναι εδώ κι ας γέρασε. Τα είδε όλα. Τα βλέπει όλα. Βλέπει κι εμένα. Με αναγνωρίζει.. Τ’ αγριόχορτα, στον κήπο και στην αυλή. Το νούμερο του σπιτιού στον τοίχο. Από το λερωμένο τζάμι η ζωή μας, ταινία μαυρόασπρη. Κρυφοκοιτάζω. Είναι η μάνα μου εκεί; Είναι η ψυχή της ή δεν είναι τίποτα; Περπατώ στην αυλή. Ακουμπώ στον τοίχο του σπιτιού της γιαγιάς. Στο στάβλο, στο σσώσπιτο, στο φούρνο, στο σιμιντίρι. Ακουμπώ την ψυχή μου στο παρελθόν. Δεν ακούω τίποτα. Μόνο μυρωδιές. Όχι χρώματα, ούτε ήχους.

Μας ανοίγουν. Μπαίνω μέσα. Η κουζίνα. Η μάνα μου, νεαρή κοπελίτσα μαγειρεύει και μου χαμογελά. Είμαι εφτά χρονών και κάθομαι εκεί στο τραπέζι και τρώω με τ’ αδέλφια μου. Ανοίγω τα ντουλάπια. Μέσα είναι η προίκα της μάνας μου. Τα θυμάμαι πολύ καλά εκείνα τα φλιτζάνια με τις κοπέλες πάνω στις κούνιες, με τα ωραία φορέματα και τα ξανθά μαλλιά. Η μάνα μου δε μας άφηνε να τ’ ακουμπήσουμε. Ήταν το καλό της σερβίτσιο. Μα εγώ τις γνωρίζω πολύ καλά αυτές τις κοπέλες γιατί παίζω μαζί τους και τραγουδώ όταν κρυφά τρυπώνω στο σαλόνι και χαζεύω τα γυαλικά και τα σερβίτσια και τις φωτογραφίες. Φώτο Βασιλείου, Αμμόχωστος 1972. Γεννήθηκε ο αδερφός μου. Στη φωτογραφία χαμογελάμε. Από εκείνο το χαμόγελο μένει πια μόνο ο χαμός. Προχωρώ στο σαλόνι. Οι κουρτίνες κρέμονται από τα παράθυρα, θλιβερές, σκονισμένες, ξεχαρβαλωμένες μνήμες. Κόκκινο, βασιλικό βελούδο. Έτσι τις παράγγειλε η μάνα μου. «Μα δε βρέθηκε ένα χέρι να τις κατεβάσει και να τις πλύνει; Όπως τις έπλενε πάντα η μάνα μου με κρύο νερό και σαπούνι και μετά τις σιδέρωνε κι ύστερα ξυπόλυτη τις κρεμούσε πάλι με αργές κινήσεις σαν σε ιεροτελεστία.» Όλα με αργές κινήσεις να τα ζήσω θέλω, να μην τελειώσουν, να τα χορτάσω ακόμα λίγο.

Ξυπόλυτη πάνω σε κρύα μάρμαρα. Έτσι μου άρεσε να γυρίζω μέσα στα δωμάτια. Το πάτωμα. Τα μάτια μου ψάχνουν στο πάτωμα. Εκεί γκρέμισα το δίχρονο αδελφό μου και μάτωσαν τα χείλια του την ημέρα της εισβολής. Ήμασταν εκεί όταν ακούσαμε τους βομβαρδισμούς και τ’ αεροπλάνα. Σκούπισα με το φουστάνι μου το αίμα από το παρκέ, μην το δει η μάνα μου και στεναχωρηθεί. Στο υπνοδωμάτιό της. Δεν μ’ αφήνουν να μπω. Είναι κλειδωμένο. Το σέντε. Το σέντε ήθελα να το δω. Να το εξερευνήσω. Εκεί κρύβονταν τα φαντάσματα, το χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα στολίδια του, η αμαξού και οι κούκλες μου. Τώρα πια μπορώ να πάρω μια καρέκλα και ν’ ανέβω να δω. Δεν είναι εδώ η μάνα μου, και τ’ αδέλφια μου δε θα με μαρτυρήσουν. Αρπάζω μια καρέκλα. Ανεβαίνω, μου φαίνεται πως ανεβαίνουν μαζί μου κι άλλοι, ψυχές που πλανιούνται στο χώρο. «Δεν γίνεται», είπε αυτός που μένει στο σπίτι μου. «Δεν μπορείς ν’ ανέβεις εκεί πάνω. Δεν το επιτρέπω». Κατεβαίνω από την καρέκλα, κάτω, χαμηλά στο πάτωμα. Κατεβαίνουν και οι άλλοι μαζί μου, πένθιμα.

Γιατί; Γιατί; Δεν υπάρχει απάντηση. Κι ούτε μ’ ενδιαφέρει αυτή την στιγμή. Τόσα ερωτήματα, τόσα χρόνια, έμειναν μετέωρα, αναπάντητα. Αυτό, γιατί ν’ απαντηθεί; Τι σημασία έχει άλλωστε τώρα πια; «Δεν επιτρέπεται.» Τελεία και παύλα. Κι είχα μια κρυφή ελπίδα πως θα ‘βρισκα εκεί πάνω τη τσάντα μου τη σχολική με τα βιβλία μου της Πρώτης Δημοτικού και τα τετράδια με τα στρογγυλά γράμματα. Νομίζω, πως γι’ αυτήν ήρθα και αυτήν αναζητούσα τόσα χρόνια. Μα δεν είναι εδώ. Το σπίτι είναι εδώ μα η ζωή μας, όχι. Τα έπιπλα είναι εδώ, μα τα κορμιά μας όχι. Η ψυχή μου είναι εδώ εγκλωβισμένη και ήρθα να την ελευθερώσω. Ήρθα να ανοίξω τα παράθυρα, να φύγει επιτέλους, να πετάξει ελεύθερη όπου θέλει. Να βλέπει κι άλλα όνειρα, όχι μονάχα όνειρα προσφυγικά.

Βγαίνω έξω. Πνίγομαι. Στην αυλή πίσω απ’ τα αγριόχορτα ήταν το ανάχωμα. Το είχα ξεχάσει εντελώς. Και τώρα να το. Ζωντανεύει και τούτη η μνήμη, μαζί του ζωντανεύει κι ο παππούς μου. Τρεις μέρες και τρεις νύκτες έσκαβε με τον δεκαεξάχρονο εγγονό του. «Εκεί μέσα θα κρυφτούμε όταν αρχινήσουν οι βομβαρδισμοί», είπε. Και ο λόγος του ήταν προσταγή. Κατεβαίνω με δέος τα έξι χωματένια σκαλοπάτια και ακουμπώ το δροσερό χώμα. Εκεί στα σκοτεινά, αφουγκράζομαι τις συζητήσεις των μεγάλων για το κακό που μας βρήκε. Για τους φόνους, τους βιασμούς, τα ορφανά, τους ανθρώπους που τους έδιωξαν από τα σπίτια τους. Αισθανόμουν ασφαλής εκεί, στο πρόχειρο καταφύγιο και ήξερα πως ο παππούς θα μας έσωζε. Τις κόρες του, τη γιαγιά και τα εγγόνια του. Οι γαμπροί του έλειπαν στον πόλεμο. Ποιον πόλεμο αλήθεια; Και με τι όπλα; Τους είδα τους θείους μου και τον πατέρα μου, να φεύγουν. Δεν γνώριζα πού πήγαιναν μα φοβήθηκα να ρωτήσω. Στο ανάχωμα έχουν φυτρώσει κίτρινες μαργαρίτες. Μια μυρμηγκοφωλιά στο βάθος και σαλιγκάρια στα τοιχώματα. Σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρθηκαν να κλείσουν το μικρό λαξευτό τάφο. Ποιος ξέρει γιατί. Ίσως κάποια παιδιά να παίζουν ακόμα κρυφτό εδώ μέσα, ίσως και να φτιάχνουν γιρλάντες με τις μαργαρίτες.

Βγαίνω έξω, φεύγω. Κλείνω αργά την καγκελόπορτα πίσω μου. Τότε, την έκλεισε η γιαγιά μου. Πήρε μαζί της τα κλειδιά. «Γιαγιά μου, δεν κατάφερες να επιστρέψεις. Έφυγες. Κι ο παππούς. Κι η μάνα μου. Μα αν ερχόσουν τώρα μαζί μας θα ‘ταν χειρότερα γιατί το σπίτι σου, τα κλήματά σου, το νοικοκυριό σου δεν είναι πια εδώ. Ή μήπως έχετε έρθει ήδη πριν από μένα;»

Ο άνθρωπος, μας φέρνει δυο τρεις φωτογραφίες και μας τις δίνει. Οικογενειακές φωτογραφίες. Η θεία Νιόβη με το θείο Λούκα, τη μέρα του γάμου τους. «Σου μοιάζει η γυναίκα», λέει. «Μόλις σε είδα θυμήθηκα τη φωτογραφία». Ο ξάδελφός μου, ο Μιχάλης με κοντό παντελόνι και τιράντες. Στηρίζεται πάνω σε μια κολόνα. «Φώτο Βασιλείου, Αμμόχωστος, 1970». Τις αρπάζω. Να τις πάρω μαζί μου θέλω. Οι φωτογραφίες είναι η μνήμη, είναι οι άνθρωποι. Δεν ταιριάζουν εδώ. Πρέπει να τις πάρω μαζί μου. Τι να τις κάνει ο ξένος; Γιατί τις φύλαξε άραγε; Ο άνθρωπος σκύβει να μου κόψει ένα κλαδί γιασεμί. Να το φυτέψω λέει. Θα πιάσει. Δεν το παίρνω. Δεν το θέλω. Να μείνει εκεί που είναι. Εγώ έφυγα πριν τόσα χρόνια. Μεγάλωσα. Τώρα πια δεν είμαι εφτά χρονών.

Η εκκλησία του Αη-Γιώρκη είναι μπροστά μου. Το σπίτι μου είναι χτισμένο απέναντι από το καμπαναριό. Πηδώ πάνω από την καγκελόπορτα της εκκλησιάς αφού την έχουν δεμένη με χοντρές σκουριασμένες αλυσίδες. «Σαράντα χρόνια αλυσοδεμένη η καγκελόπορτά σου Αη-Γιώρκη μου, γιατί δεν πήρες τ’ άλογο και το σπαθί σου; Γιατί δεν έγινες κοφίνι γεμάτο φωτιά να σε δουν και να σε προσκυνήσουν; Πώς άντεξες όλα τούτα τα χρόνια μόνος σου γεράκο μου; Πού κρύφτηκες; Γιατί εσύ δεν ήρθες μαζί μας. Ήσουν εδώ. Έμεινες να προσέχεις το χωριό είπε η γιαγιά». «Και δε θα πειράξουν τα σπίτια μας κόρη μου. Φοβούνται τον Άγιο». Αυτά έλεγε η γιαγιά μου, η Αγγελού, που τον ήξερε τον Άγιο μας γιατί μιλούσε μαζί του κάθε δειλινό και μας κάπνιζε με φύλλα ελιάς λέγοντας ξόρκια κι ευχές αρχαίες, που σίγουρα τα ‘χε μάθει από τον Άγιό μας. «Σαν τρέχει ο νήλιος, σαν τρέχουν τ’ άστρα, σαν τρέχει το φεγγάρι…» Μια μισοσπασμένη καρέκλα. Αυτή έμεινε στην εκκλησιά μας. Ούτε εικόνες, ούτε ξυλόγλυπτοι σκάμνοι, ούτε παγκάρι, ούτε τέμπλο, ούτε πολυέλαιοι. Τίποτα. Χώρος ασφυκτικά κενός, γεμάτος παρούσες απουσίες. Ο σταυρός στο καμπαναριό; Οι τοιχογραφίες; « Άη-Γιώρκη μου, πού πήγες; Έφυγες κι εσύ τελικά; Και τώρα ποιος θα προσέχει τα σπίτια και τα χωράφια μας;»

Στο δρόμο της επιστροφής δεν είμαι πια εφτά χρονών. Τα μάτια μου δεν είναι πια απύθμενα. Δεν ονειρεύομαι πια. Ξέρω! Είδα! Φεύγω από το σπίτι μου και δεν είμαι εφτά χρονών. Δε φοβάμαι και ξέρω πού θα πάω αυτή τη φορά. Περνώντας στο Νότο αισθάνομαι πως τέλειωσε ακόμα μια κηδεία. Έθαψα τις αναμνήσεις μου. Έκλαψα τους νεκρούς μου. Ξεχρέωσα με τις Ερινύες. Άνοιξα την πόρτα του σπιτιού που έκτισα με το σύντροφό μου. Τώρα είμαι σίγουρη. «Ξέχνα τα, ξέχασέ τα επιτέλους! Ή ξαναθυμήσου τα αλλιώς. Πρόσφυγας, δεν είσαι πρόσφυγας πια. Πρέπει να ξεκολλήσεις, να το ξεπεράσεις, να προχωρήσεις! Έκτισες μια καινούρια ζωή, ανήκεις εδώ, ανήκεις παντού, δεν ανήκεις πουθενά, είσαι ελεύθερη.»

«Μητέρα, τώρα ξέρω τι θα απαντώ όταν με ρωτούν από πού είμαι!» Ο γιος μου; Είναι ο γιος μου αυτός που μου μιλά; Είχα πάρει μαζί μου και τα παιδιά σ’ αυτό το ταξίδι; Μα πώς τα ξέχασα τόσες ώρες; Σε ποια ντουλάπια της μνήμης και της λήθης τα κλείδωσα; Τι λέει Θεέ μου; Και γιατί αυτά του τα λόγια με πληγώνουν; Γιατί αυτές του οι λέξεις, μου προκαλούν ρίγος και φόβο; Στ’ αυτιά μου αντηχούν από τα βάθη των αιώνων τα λόγια του Τηλέμαχου. «Αλλά του λόγου σου, τράβα στην κάμαρη σου και κοίτα τις δουλειές σου. Το τόξο όμως είναι των ανδρών υπόθεση, όλων και προπαντός δική μου, αφού σε μένα ανήκει το κουμάντο του σπιτιού».

«Γιε μου, γιε μου και πώς θα καταφέρεις να διώξεις εσύ και η γενιά σου τους μνηστήρες και τα μνημόνια από τον τόπο μας; Και δεν είναι πια απλά τα πράγματα. Ποτέ δεν ήταν άλλωστε. Δεν είναι καλύτερα να εργαστούμε όλοι μας για την ειρήνη, για την αλληλεγγύη; Έχουμε κουράγιο να θάψουμε κι άλλους νεκρούς; Έχουμε την πολυτέλεια να ορίζουμε τη μοίρα μας ακόμη; Και είναι το δίκιο με το μέρος μας ολότελα;»

Δεν ξέρω τι να πω. Ποιος την γνωρίζει την αλήθεια; Αυτό που βλέπω με τα μάτια της ψυχής μου πια, είναι ένας ήλιος που συνεχίζει ν’ ανατέλλει στον αρχαίο κάμπο της Μεσαορίας κάθε μέρα ολόχρυσος. Είναι τα χρυσαφένια σπαρτά που αιώνες τώρα φυτρώνουν και ωριμάζουν στα χωράφια. Ακούω τη θάλασσα, στοργική μητέρα, που συνεχίζει να τραγουδά το υπέροχο τραγούδι των κυμάτων σ’ όλες τις γλώσσες. Αφουγκράζομαι τον άνεμο να πολιορκεί τα διψασμένα δέντρα της πατρίδας μου. Τη βροχή, λυτρωτικά να πέφτει και να ξεπλένει τα σκονισμένα σπίτια της πατρίδας μου. Βλέπω παιδιά να περπατάνε σαν από πάντα, ξυπόλυτα στα χώματα. Να στέκονται στην άκρη κάποιου χωματόδρομου, να μας χαμογελούν και να κρατάνε κυκλάμινα και μιτσικόριδα. Αυτά τα μιτσικόριδα εναποθέτω με ευλάβεια κι ελπίδα στα χέρια των δικών μου των παιδιών. Δεν έχω κάτι άλλο.

Μπλε Ιστορίες, τέλος του 2014…

Α

Τελευταίες μέρες του 74. Η μάνα μου αποφασίζει να μας στείλει με την αδελφή μου να μείνουμε για λίγες μέρες στο Anzio Refugee Camp στις Βρετανικές Βάσεις Δεκέλειας. Εκεί μέσα σε στρατιωτικές παράγκες μένουν μετά την τουρκική εισβολή ο παππούς και η γιαγιά μαζί με την οικογένεια της μεγάλης τους κόρης. Η αδελφή μου, έξι χρονών, κλαίει και οδύρεται κρατώντας σφικτά το φουστάνι της μάνας μας.
«Θα έρθει ο Αη Βασίλης, ο Εγγλέζος. Θα σας δώσει δώρα», λέει η μάνα μου. Πάμε. Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς οι Εγγλέζοι μαζεύουν μόνο τα παιδιά, σε μια μεγάλη αίθουσα. Είναι το εστιατόριο του στρατοπέδου. Τραπέζια, μπαλόνια, πιάτα με φαγητό. Έρχεται μέσα στη φασαρία κι ένας Αη Βασίλης ξερακιανός, ασπρουλιάρης και μας δίνει τα δώρα του… «Happy New Year! Happy New Year!»
Το κεφάλι μου βουίζει. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο τη γιαγιά να μας περιμένει. Τα μάτια της συναντούν τα δικά μου και δακρύζουν…
Τα βράδια της παραμονής στα σπίτια μας, στα Λιμνιά Αμμοχώστου βάζαμε στο τραπέζι κουμανταρία, κουλούρια ζυμωμένα από τα μυρωμένα χέρια της και τον εκαρτερούσαμε. Ερχόταν μυστικά και δεν τον βλέπαμε. Κάποτε τον ακούγαμε να ψάλλει ύμνους βυζαντινούς…
Η μνήμη είναι ένα ματωμένο κουβάρι που όμως ξετυλίγεται ανερυθρίαστα…
Άη Βασίλη, βασιλιά δείξε τζιαι φανέρωσε….
Σαράντα χρόνια από τότε…

Β

Αγγελικη

Αυτή είναι η Αγγελική, 7 χρονών, μαθήτρια της Β´ τάξης του Δημοτικού Σχολείου Καλογερά. Μένει προσωρινά μαζί με την οικογένειά της και άλλους πρόσφυγες από την Αμμόχωστο, στη Λέσχη Λάρνακας. Μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο πέντε οικογένειες – περίπου τριάντα άτομα. Τα βράδια κοιμούνται σε κουβέρτες στο πάτωμα. Συχνά έρχονται στη Λέσχη κάποιες κυρίες και τους φέρνουν ρούχα και φαγητό. Είναι Δεκέμβρης του 1974.

Η Αγγελική δεν χαμογελά. Φορά ένα κόκκινο πουλόβερ που της έδωσαν τις προάλλες στα γραφεία του Ερυθρού Σταυρού. Η μαμά της σήμερα την πάει για φωτογράφιση αφού προηγουμένως περάσουν από το κομμωτήριο της Άννας όπου κόβονται δίχως οίκτο οι βελούδινες κοτσίδες που πέφτουν πλούσια στους ώμους της. Κλαίει και διαμαρτύρεται η Αγγελική αλλά η μαμά λέει πως δεν υπάρχει αρκετό νερό για λούσιμο των μαλλιών.

Δεν χαμογελά λοιπόν παρόλο που ο φωτογράφος, της το ζητά με χίλιους τρόπους. Η φωτογραφία πρέπει να βγει για να σταλεί σε μια οικογένεια Ελλήνων στη Θεσσαλονίκη που θέλουν να τη γνωρίσουν. Μαζί με τη φωτογραφία, η Αγγελική θα στείλει κι ένα ευχαριστήριο γράμμα.

«…Είμαι η Αγγελική Παναγή. Σας γράφω για να σας ευχαριστήσω για τα ρούχα που μου στείλατε και για τα λεφτά. Όμως εγώ θέλω να πάω σπίτι μου. Σε λίγες μέρες είναι Χριστούγεννα και νομίζω ότι κάθε παιδί πρέπει να χαίρεται. Μόνο στο σπίτι μου χαίρομαι. Θέλω να επιστρέψω! Εύχομαι του χρόνου τα Χριστούγεννα να ελευθερωθούμε και τότε θα σας καλέσω στο σπίτι μου!…»

Σαράντα χρόνια από τότε… Η Αγγελική στέκεται απέναντί μου χωρίς χαμόγελο -μάτια μόνο- κάθε φορά που πρέπει να υπερασπιστώ ένα παιδί, του οποίου καταπατούνται τα δικαιώματα.

Αν τα καταφέρω, η Αγγελική χαμογελά…

ΣΤΙΧΟΙ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑ

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 23/8/2017

Η εκκωφαντική ελευθερία των ανέμων

Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη με την «Αειθαλή θάλασσα», τη νέα της ποιητική σύνθεση, σαλπάρει για τις θάλασσες της Μεσογείου σ’ ένα σαγηνευτικό ταξίδι εικόνων και αισθήσεων αφιερωμένο στην ελευθερία. 11 ποιήματα στήνουν ένα μαγικό παιχνίδι λέξεων: Θ, Αφροδίτη, Γυναίκα, Άμπωτη, Ανάδυση, Τρικυμία, Ανατολή, Ταξίδι, Νησί, Αειθαλής θάλασσα, Αποδημία. Μνήμες, παλινωδίες, αναζητήσεις προσωπικές και υπαρξιακές. Στο τέλος η ανάδυση κυοφορείται, η αθανασία κερδίζεται και οι λέξεις πλημμυρίζουν φως.
Ποιήματα ποιητικής, αυτοαναφορικά και σχετικά με τα σύγχρονα γεγονότα στην Κύπρο και τη Μεσόγειο. Ο αρχαίος κόσμος σε μια συνομιλία με τη σύγχρονη εποχή. Η Ουρανία από το Καρπάσι της κατεχόμενης Κύπρου ενώνεται με την Ουμ Χαράμ που βρίσκεται θαμμένη στο Κίτιο. Η Παναγιά η Κανακαριά η Αφέντρικα, η μισοκατεστραμμένη εκκλησιά στην Καρπασία, συναντιέται με τα νεκρά παιδιά της Μεσογείου σ’ ένα μουσείο αποδημίας, σε μια πινακοθήκη ζώντων εκθεμάτων. Η Ανατολή και η πολύπαθη Κύπρος. Η Μεσόγειος κι οι λαοί της. Η ελιά, το παντοτινό σύμβολο της ειρήνης. Όλα ενωμένα σ’ ένα ποιητικό ταξίδι γλυκόπικρο, αυτογνωσίας και θλίψης.
Συνειρμική εναλλαγή στίχων, έντονος λυρισμός, εμφανής ή υποφώσκουσα παρουσία του ελληνικού στοιχείου. Σε πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη γραφή, με περιορισμένη στίξη και χαλαρή λογική ακολουθία, μετωνυμική χρήση του λόγου και ιδιαίτερη εικονοποιία, που ξαφνιάζει.
Το υλικό των ποιημάτων πλασμένο από αρχαίο πηλό. Αμφορείς, σπείρες, μαίανδροι και λήκυθοι το διακοσμούν. Ένα εντυπωσιακό περιβάλλον ελληνικής παράδοσης δημιουργείται. Αναδίδει τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος και φωτίζει τα γήινα χρώματα, τα μεσογειακά. Ο αναγνώστης ορά και ευφραίνεται. Η μνήμη, βέβαια, δεν παύει να αιμορραγεί ανακαλώντας οδύνες. Η ποίηση με τη μαγική της δύναμη όμως επουλώνει τα τραύματα. Έτσι, το ποιητικό υποκείμενο παραμένει διαρκώς αισιόδοξο.

Νερό και χώμα το ποίημα
να πάρει σώμα στον τροχό
τα χέρια να του δώσουν σχήμα
να γίνει πλάσμα ζωντανό
Γυρίζει ο δίσκος πήλινο θραύσμα
στην πεθαμένη Σαλαμίνα
βαθιά στο στόμα κρύβω το τραύμα
το εναποθέτω σε μια βιτρίνα

Στον κλίβανο το ποίημα εξαγνίζω
με αλοιφές που αντέχουν προδοσία
αγγείο βαθύ οξυπύθμενο σκαλίζω
περιρραντήριο για τη λατρεία

Έχω ένα ποίημα πήλινο
βαθύ και το λαξεύω
η σπείρα και ο μαίανδρος
κρατούν το αποτύπωμα

Κραδαίνω καπνιστήρι πήλινο
θυμίαμα το ποίημα
η μνήμη αιμορραγεί
με καθαιρεί και με καθαίρει

Είμαι διάτρητο αγγείο
φλοίσβος σε λήκυθο λευκή
πλάσμα και πλάστης
Είμαι η Κύπριδα- Δεν θα χαθώ

Το ταξίδι είναι θαλασσινό. Στα νερά της Μεσογείου όμως ζει η Κύπριδα. Αναδύθηκε από τη θάλασσα. Έτσι την ονόμασε ο Όμηρος. Οι Έλληνες κλασσικοί την είπαν Αφροδίτη. Και είναι η αιώνια ομορφιά. Στην Κύπρο «τη θαλασσοφίλητη» λατρεύονταν, ενώ προσωποποιούσε τον έρωτα, τη γονιμοποίηση, την ηδονή. Ο ‘Ίμερος και η Πειθώ ήταν οι συνοδοί της. Το ποιητικό υποκείμενο καταφεύγει στο μύθο. Έναν μύθο όμως που προσαρμόζεται στις σύγχρονες συνθήκες. Γιατί η μεγάλη Θεά απλωμένη στο ανάχωμα, στις μέρες μας είναι αναδυόμενη μετανάστρια, επαναστάτρια οπλισμένη, μάρτυρας πληγών. Βρίσκει «ματωμένο το φεγγάρι στην Ανατολή, μαρμάρινο το κεφάλι στη Δύση».
Εξαιρετική σύνθεση το ποίημα Θ, με παρήχηση του γράμματος, αφιερωμένο στη Θεά της Μεσογείου.

Χάρη στην κεντητή της ζώνη
θάμπωνε τους θνητούς
και τους αθάνατους
η Κύπριδα
Το Θέλγητρον
την καθιστούσε ποθητή
Η θελκτική της ικανότητα
το σώμα το αειθαλές
το θηλυκό της θάμπος
Θαλασσογέννητη
Θαλασσοκράτειρα
Θαλασσοπούλι
Όχι Θεά
Μια θαλπωρή για τους θνητούς
στο θολοσκέπαστο θαλάμι
Μια θαρραλέα θεατρίνα
Θήλυ και θήκη και θηλή
Θνητή που νίκησε το θάνατο
την κάθειρξη και τη θλιβή
θάλλοντας την αθανασία

Ο ήλιος. Η θάλασσα. Το αιγαιακό φως, που με τη δύναμή του αποκαλύπτει την αέναη κίνηση του πνεύματος. Ενός πνεύματος που ξεκινά δυναμικά από τον Όμηρο, για να συνεχίσει να συλλαμβάνει αλήθειες πρωτογενείς, δίκαιες, ανθρωπιστικές, απελεύθερες, ακόμη και σήμερα.
Η «Αειθαλής θάλασσα» λούζεται από το φως της αλήθειας και της ομορφιάς. Οι νύχτες είναι πανσέληνες. Ρόδο δαμασκηνό μεγαλώνει στον κήπο. Γεύση αρμυρή. Ζεστός ο γαλαξίας. Ο συνειρμός κατ’ ανάγκη παραπέμπει στην Κύπρο που ανασαίνει στον ίδιο χάρτη. Με την ελληνικότητα και την ομορφιά της. Αλλά και με το σπαρακτικό της πόνο, από το 1974 έως σήμερα.
Μια χαμηλόφωνη προσωπική εξομολόγηση που φέρνει στο φως έναν εαυτό θρυμματισμένο. Ένας υπόρρητος ερωτισμός που εκφράζει τον αναζητητικό εαυτό, αλλά και ένα εσωτερικό κλάμα, βουβό, σπαραξικάρδιο, για την πατρίδα και την ιστορία της.

Κράτησα μια απόσταση ασφάλειας
από το Φόβο και τον Ίμερο
Τους έστελνα την άλλη μου ψυχή
με την ανεστραμμένη γέφυρα
Μήτρα και όαση εκείνη
αίμα και χτυποκάρδι
Αφουγκραζόμουν στις σκιές
το ξόδεμα και την ανάγκη

Καθήμενη σε δείπνα μυστικά
τους έβλεπα με Βούδα και Χριστό
με τους προδότες μαθητές
και με τις πόρνες αλήθειες
να συναγελάζονται
Τα βράδια μάζευα ρωγμές
θρύψαλα και φαρμάκι
έβαφα κόκκινα φτερά
και τους νανούριζα
μια ψυχή μαριονέτα
ένας δούρειος ήχος
στην οικτρή ενοχή τους

Τα φθαρμένα πρόσωπα, ο ραγισμένος καθρέφτης, η υποκριτική θλίψη του καλοζωισμένου δυτικού για την τραγωδία που παίζεται καθημερινά στη Μεσόγειο: «δήθεν δακρύσαμε, δήθεν πονέσαμε, τα πνίξαμε κι ύστερα φτιάξαμε κολιέ με το μαργαριτάρι τους δήθεν πενθούντες». Η θάλασσα στη Μεσόγειο ξεβράζει «παιδιά νεκρά κοχύλια». Ο πόνος για την έκπτωση του ανθρώπου κατατρύχει το ποιητικό εγώ.
Αλλά και προσωπικοί μετεωρισμοί. Στα πεζοδρόμια του πόθου φορά ενοχές ψηλοτάκουνες. Παλίρροιες πλημμυρίζουν την κοιλιά. Μα εκείνο περιστρέφεται σε λευκή χορογραφία δερβίσηδων. Γράφει ποιήματα πύρινα. Γυρνά ανυπόδητο το καλοκαίρι. Μαζεύει φως που περισσεύει. Πλέκει δερμάτινο χιτώνα να ντύνει το γυμνό χειμώνα. Θρέφει με τα ζωντανά του στήθια παιδιά και ανταμώνει ποιητές. Άλλοτε, πλέοντας χωρίς σωσίβιο, νικιέται από το ηδονικό μεθύσι των κυμάτων. Όσο για την ποίηση, μειδιά, γιατί γνωρίζει πλέον πως «δολοφονούν σχεδόν αναίμακτα δίχως αποτυπώματα οι ποιητές υπό το φως της πανσελήνου μνήμης».
Πίνακες του Σαγκάλ ή του Νταλί οι στίχοι. Εξπρεσιονισμός και υπερρεαλισμός σε μια παράξενη και υπέροχη σύνθεση. Η Ελληνική φύση. Η ιστορία. Η αίσθηση της ζωής. Μια ποιητικά αναπλασμένη πραγματικότητα κι ένας μεθυστικός χορός υπό τον ήχο των λέξεων. Η «Αειθαλής θάλασσα».

Η θάλασσα είναι γυναίκα
Τα ζωντανά βαθιά νερά είναι αλμυρά
Μην πιείς ακόμα κι αν πεθαίνεις από δίψα
Αν είναι ήρεμη μπορείς να νιώσεις καπετάνιος
Αν αγριέψει γίνε πειρατής
Τα μυστικά κρατά βαθιά κρυμμένα
Για να μάθεις γίνε δύτης
ή ψάρι αν προτιμάς
Οι νίκες της είναι ναυάγια
Όσα καράβια την παλέψανε
κι έφτασαν στα λιμάνια
δεν τα θυμάται πια
Είναι της γης εκείνα πεθαμένα
Η θάλασσα είναι γυναίκα
είναι γυναίκα η θάλασσα

Η θάλασσα φοράει δαντέλα
κάθε παλίρροια μέρα
κάρβουνο απλώνει στις σκιές
σαν έρθει άμπωτη σελήνη
φωτοδός να μαρτυρήσει βάθη εβένινα
Η θάλασσα αιμορραγεί
τις ώρες της θλιβής
κυοφορώντας την ανάδυση

Αειθαλής η ποίηση. «Μείγμα εύγευστων δηλητηρίων, σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια. Δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα προκαλώντας γόνιμο σεληνιασμό». «Αειθαλής» και η «θάλασσα» της Αγγέλας Καϊμακλιώτη. Έξοχος ποιητικός σκοπός χαρμολύπης που τον τραγουδάει άγγελος γονατιστός κάτω από μιαν ελιά, με εκτυφλωτικό ήλιο, αύρα θαλασσινή και γλώσσα ελληνική.
Ο αναγνώστης γεύεται την ηδονή της ποίησης μέσα από το υπέροχο εκχύλισμα φωτός που εκπέμπει η συλλογή. Κερδίζει όμως και την αισιοδοξία μιας αθανασίας ποιητικού χαρακτήρα. Γιατί το ποιητικό υποκείμενο μπορεί να καταβυθίζεται σε τόπους αλγεινούς, όμως δηλώνει αθάνατο. «Ευτυχώς ο πόνος αφορά τις νευρικές απολήξεις και ο πνιγμός είναι το ασφυκτικό τετέλεσται μόνο των ζωντανών οργάνων. Ως εκ τούτου βυθιζόμενη παραμένω αθάνατη».

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

lexitanil  3/3/2018

Αγγέλα Καϊμακλώτη, «Αειθαλής θάλασσα», Μελάνι, 2017

Αν η ποίηση οριοθετείται από τις γέφυρες που ο χείμαρρος της –ατομικής ή συλλογικής– καταστροφής γκρέμισε, τότε σίγουρα αυτή αποτελεί μία προσπάθεια με συλλογική συνείδηση εκ μέρους του δημιουργού να βοηθήσει ώστε με φθόγγους και συναισθήματα να χτιστεί μία καινούρια γέφυρα. Εξάλλου, ο ποιητής δεν μένει κλεισμένος σε ένα δωμάτιο, αλλά συμμετέχει και συμπάσχει με την κοινότητα στο ίδιο δράμα.

Και αν προσανατολιστούμε στην κυπριακή ποίηση, οφείλουμε να την εξετάσουμε στο σύγχρονο πλαίσιο ποιητικής παραγωγής μα και σε συνάρτηση με τα βαθιά χνάρια που άφησε η ποιητική του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, ο οποίος «διαμορφώνει μία ποιητική συνείδηση που συνδέεται άμεσα με το ηρωικό παρελθόν του απελευθερωτικού αγώνα κατά της βρετανικής κυριαρχίας κι αργότερα πιο ώριμη με τη Διχοτόμηση και την Κατοχή της Μεγαλονήσου»[1], χωρίς βεβαίως να παραβλέπουμε την εξίσου δυναμική των Κώστα Μόντη, Λεύκιου Ζαφειρίου ή της σύγχρονης Φροσούλας Κολοσιάτου[2].

Και δεν αποτελεί υπερβολή η θέση ότι μεγάλο μέρος της κυπριακής λογοτεχνίας σφραγίζεται από τις μακρόχρονες πολιτικές περιπέτειες της Μεγαλονήσου με έναν πολιτικό κι εθνικό χαρακτήρα. Βέβαια, η ελλαδική κριτική για δεκαετίες δεν αντιμετώπιζε την κυπριακή ποίηση ως ισότιμη. Οι σχετικές μελέτες ήταν υπερβολικά λίγες και μόνο τα τελευταία χρόνια –δειλά, είναι η αλήθεια, προς το παρόν– στράφηκαν προς την λογοτεχνική παραγωγή της Μεγαλονήσου[3].

Αναμφίβολα, η ειρήνευση που ακολούθησε το δράμα και με την είσοδο του ΚΑ΄ αιώνα με την οικονομική ευημερία του μα και την οικονομική κρίση στη νήσο, επέτρεψε την καλλιέργεια της ποίησης μακριά τα συγκλονιστικά/μαρτυρικά γεγονότα του παρελθόντος (χωρίς όμως να ξεχνιούνται)· επέτρεψε το συγχρωτισμό με την εθνική ελληνική ποίηση και την ανάδειξη νέων χαρακτηριστικών, υπαρξιακών και κοινωνικών.

Σε ένα τέτοιο κλίμα οφείλουμε να εντάξουμε και την Αγγέλα Καϊμακλιώτη με τις δύο τελευταίες ποιητικές της συλλογές, «εκ του σύνεγγυς», και «αειθαλής θάλασσα» (Μελάνι, 2017).

Η ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη είναι ήπιων τόνων. Χαμηλόφωνα και με οικονομία στίχου η δημιουργός ακολουθεί τις διαδρομές των θεμελιωτών της σύγχρονης κυπριακής ποίησης με επίκεντρο το κυπριακό δράμα και με κριτική ματιά στις σύγχρονες κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις. Η μνήμη καθίσταται ο βασικός μοχλός της στιχουργίας της συνδέοντας το δραματικό παρελθόν με το διχοτομημένο παρόν που ακόμα αναζητά λύση. Η ποιητική της φωνή γίνεται η φωνή του τόπου της.

Η δημιουργός συνεχίζει την παράδοση των Κύπριων ποιητών που διαπραγματεύονται την Εισβολή και τον ξεριζωμό στη Μεγαλόνησο. Είναι χαρακτηριστικό πως η συλλογή «εκ του σύνεγγυς» είναι αφιερωμένη στο κυπριακό δράμα, μία και οι αναφορές στην εθνική τραγωδία καλύπτουν το σύνολο σχεδόν του ποιητικού βιβλίου.

Αυτό όμως που ξεχωρίζει την Καϊμακλιώτη από ομοτέχνους της που επικεντρώνονται γύρω από τη θεματική της Εισβολής, είναι η υπαρξιακή υφή με την οποία εκθέτει τον πόνο για το παρελθόν, διαμορφώνοντας μία ποιητική έκφραση η οποία μέσα από τον βιωματικό της χαρακτήρα αγγίζει το κοινό με θέρμη.

Και έχει σημασία να σημειώσουμε πως η δημιουργός, ούσα –κοινωνιολογικά– δεύτερης γενιάς θύμα του ξεριζωμού, ενδύει τον ποιητικό προβληματισμό με ισχυρές δόσεις σαρκασμού[4]. Η ποιητική ειρωνεία ως εκφραστική οδός εντείνει το συναίσθημα του πόνου και της οργής συγκινώντας το κοινό. Ας μην παραβλέπουμε πως το κοινό είναι εκ των προτέρων σε κατάσταση πόνου και θλίψης για τη διχοτόμηση (κι ό,τι αυτό σημαίνει). Έτσι η Καϊμακλιώτη εισάγοντας στοιχεία ειρωνείας[5] εντείνει το κλίμα και ταυτόχρονα κλιμακώνει τη συναισθηματική ένταση. Και τούτη η ειρωνεία εκφράζεται άλλοτε με αρνήσεις[6] και άλλες φορές με εσωτερικές αντιθέσεις[7].

Η μνήμη συνδέεται με το κοινωνικό παρελθόν και το κοινό βίωμα[8]. Η ατομική εμπειρία του ποιητικού «εγώ» συναντά τη συλλογική. Άλλωστε το συχνό α’ πληθυντικό ή ακόμα και το ψευδοδιαλογικό β’ πρόσωπο σε αφηρημένα αντικείμενα εκφράζουν ακριβώς τούτη τη συλλογική διάσταση της ποιητικής της.

Η έκφρασή της, κοφτή με ισχυρό δεσμό εσωτερικού στιχουργικό ρυθμού, διακρίνεται από τη χρήση ήπιων συμβολισμών και αλληγοριών[9]. Πειραματίζεται με τον στίχο τόσο με τον αλληγορικό λόγο όσο και με παρηχήσεις[10] και επαναλήψεις[11] ή δημιουργεί δικές της λέξεις[12]. Μα οι πειραματισμοί αυτοί εντάσσονται ομαλά στη στιχουργική της χωρίς να διαταράσσουν το ρυθμό ή τη συναισθηματική ένταση μα υπακούοντάς τα.

Ο πλούσιος μετωνυμικός της λόγος[13] υποστηρίζει πλήρως τόσο τη συναισθηματική ένταση όσο και τη σαγηνευτική εικαστική αποτύπωση. Και ειδικά στην «αειθαλή θάλασσα» ο μεταφορικός λόγος εμπλουτίζει τον ποιητικό προβληματισμό με παράλληλα επίπεδα ανάγνωσης.

Έτσι η αναζήτηση της ποιήτριας απλώνονται σε ένα ευρύτερο πεδίο δίχως όμως να υποβιβάζει το συναίσθημα ή τις αισθήσεις προς όφελος του στοχασμού. Η συνειρμική κίνηση του στίχου –ως αποτέλεσμα ποιητικής ωρίμανσης– συνδέει τις θρυμματισμένες εικόνες στο ποιητικό βιτρό και ταυτόχρονα επεκτείνει τη στοχαστική υφή τους[14].

Αξίζει δε να σημειώσουμε το έντονο φυσιολατρικό στοιχείο που διανθίζει την ποιητική της. Βέβαια γενικότερα η κυπριακή ποίηση βρίσκεται πολύ κοντά στην ελλαδική «ποίηση της περιφέρειας»[15] με πλήθος εικόνων από τη φύση που εισάγονται αβίαστα στη στιχουργική.

Κατά ανάλογο τρόπο και η Καϊμακλιώτη εντάσσει –πέραν της τιτλικής θάλασσας– στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος με απόλυτη αρμονία στην ποιητική της παράλληλα με κοινωνικά στιγμιότυπα[16]. Άλλωστε, διακρίνεται μία οικειότητα με πρόσωπα και χώρους[17]· προσωποποιεί τοπωνύμια ή έννοιες, ενώ συχνά τα τοπωνύμια παρελαύνουν[18], παράλληλα με τον θρήνο των προσφύγων και των εγκλωβισμένων[19]. Έτσι προσδίδει μία υφή λυρισμού[20] ή μοιρολογιού[21] με στοχαστικές ενίοτε επεκτάσεις[22].

Και τον ποιητικό λυρισμό εντείνει η συμβολική αξιοποίηση της θάλασσας στην τελευταία της συλλογή η οποία αποτελεί τον πυρήνα της προβληματικής της. Με τούτη ως θεματικό θεμέλιο, η Καϊμακλιώτη οικοδομεί την ποιητική της· υπαρξιακή[23], κοινωνική, ερωτική όλη χτίζεται πάνω στο αιώνιο σύμβολο της θάλασσας.

Έτσι η «αειθαλής θάλασσα» αποκτά χαρακτήρα μιας ενιαίας ποιητικής σύνθεσης με θέμα τους μεταφορικούς μετασχηματισμούς που η θάλασσα –κυρίαρχο στοιχείο στην κυπριακή ποίηση– απέκτησε στη λαϊκή κουλτούρα. Άλλοτε γίνεται γυναίκα[24] άλλες φορές αποκτά ερωτική διάσταση[25] ή συνδέεται με την Αφροδίτη[26] και την θαλασσοκυπριακή καταγωγή της και ενίοτε με τα ναυτικά δράματα[27] και την ποιητική[28]. Άλλοτε κοινωνικές και πολιτικές αλληγορίες αναδύονται από τους στιχουργικούς κυματισμούς[29] με ευαισθησία και συγκίνηση για το δράμα των σύγχρονων προσφύγων και μεταναστών[30].

Το έντονο λυρικό στοιχείο συνεπαίρνει τον ακροατή/αναγνώστη αναδύοντας οσμές θαλασσινής αύρας και μία χαμηλόφωνη αισιοδοξία. Τόσο η λυρική ατμόσφαιρα όσο και ο μεταφορικός λόγος δροσίζουν με στάλες αισιοδοξίας τη συλλογή. Εξάλλου, το φως είναι διαρκώς παρών ενώ το σκοτάδι που σκέπαζε τη συλλογή «εκ του σύνεγγυς» περιορίζεται δραστικά. Έτσι η ποίηση γίνεται μία παγκόσμια γλώσσα που φωτίζει τη θάλασσα μέσα στο χρόνο.

Επιλογικά, η σύγχρονη κυπριακή ποίηση, επηρεασμένη από τις ισχυρές παρουσίες της «γενιάς του ‘74», μα με χρονική απόσταση από τα τραγικά συμβάντα της Εισβολής και της Διχοτόμησης πλησίασε και παρακολούθησε την ελλαδική λογοτεχνική παραγωγή μπολιάζοντάς την με τη δυναμική και τους προβληματισμούς της νήσου, χωρίς όμως να καταλήξει δορυφόρος μίας «εθνικής ποίησης».

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Η ταύτιση του ποιητή με την ποίηση θέλει μεγάλη δύναμη, κι η Αγγέλα Καϊμακλιώτη το κατόρθωσε στη ποιητική της συλλογή «Αειθαλής Θάλασσα».
Αιώνια ζώσα και αναδύουσα την Αφροδίτη, την Ομορφιά και τον Έρωτα, προεικόνισε ήδη στο ποίημά της «Αμμόχωστος» στη συλλογή «Εκ του Σύνεγγυς» την πορεία προς την ταυτότητα ποιήτριας- ποίησης, αρχίζοντας από τον εξωτερικό σωματικό εαυτό της που εισδέχεται εκ των έξω προς τα μέσα τα στίγματα της γενέτειρας Αμμοχώστου.
‘Υστερα από την αναγκαία σιωπή, αφέθηκε ελεύθερη να γνωρίσει τον εαυτό της και την Τέχνη της, με το θηλυκό στοιχείο δεσπόζον, πολύπτυχο, που αίρεται στην αθανασία, πλάθει εαυτήν και πλάθεται ως άγαλμα, οδηγούσα στην κάθαρση καθαιρόμενη.
Μέσα στο ίδιο το σώμα της ως θάλασσα δέχεται τον γονιμοποιό ουρανό, έλκοντάς μας στα βάθη του μύθου και των πρώτων αληθειών του Ανθρώπου.
Ο παράδεισός της έχει στη γωνιά του το φίδι, τον δούρειο ίππο, την προδοσία, όχι μυθικές συλλήψεις αλλά ιστορικές πραγματικότητες που φιλοσοφημένα αποδέχεται, αφού χωρίς αυτές τις ρωγμές και χωρίς τη βίωση της προδοσίας και της τραγικότητάς μας δεν πληρούμεθα ως άνθρωποι με τη σφραγίδα της ενοχής.
Από τη θάλασσα αναδύθηκε η Αφροδίτη αλλά και από αυτήν ξεβράστηκαν μικρά και μεγάλα ναυάγια συγκλονιστικά.
Μέσα στο χώρο και στο χρόνο, το είναι και το μη είναι, την στάση και την κίνηση, τον θάνατο και την αθανασία, σε μια ζωντανή διαλεκτική, όπως την συλλαμβάνει και τη εκφράζει η ευαισθησία της ποιήτριας, μετέχουμε για λίγο στις δυνατές αυτές συλλήψεις, από την άβυσσο στο φως, από το θάνατο στη ζωή, από το άτομο στην ανθρωπότητα μαζί με όλα τα υπάρχοντα από αρχαιοτάτων χρόνων και βιώνουμε στην ποιητική αυτή συλλογή τη σύλληψη του Ανθρώπου και της πορείας του με ένα ποιητικό λόγο ελεύθερο και καθαρό.
Ήδη η Αγγέλα Καϊμακλιώτη με τη συλλογή της «Αειθαλής Θάλασσα» ανέβηκε σκαλοπάτια και μας ανέβασε.

http://wwwsteliospapantoniou.blogspot.gr/2017/08/blog-post.html?spref=fb

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΗ

εφημερίδα Αλήθεια, 28/9/2017

Την ποιήτρια Αγγέλα Καϊμακλιώτη πρωτογνωρίσαμε μέσα από ένα ποίημα της δημοσιευμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Εποχή (Άνοιξη 2016, αρ.Τ. 327). Ήταν ένα ξάφνιασμα για μένα εκείνο το ποίημα (Οι γάτες του Τεκκέ). Προσωπικά το θεωρώ ένα από τα πιο σημαντικά ποιήματα των νέων ποιητών τα τελευταία χρόνια. Οι εικόνες του, ο ρυθμός του, άριστα συνδυασμένα με τη σύγχρονη κυπριακή πραγματικότητα… Στη συνεχεία γνώρισα και τα βιβλία της. Ιδιαιτέρα τα ποιητικά της φέρουν ένα νέο αέρα στη σύγχρονη κυπριακή ποίηση. Δεν μπορείς να μην τα προσέξεις. Από το «Ξεκλειδώνοντας την Αλφαβήτα» (2011), το «Στιγμές Αλκυονίδες» (2012), «Εκ του σύνεγγυς» (2014), ίσαμε το πρόσφατο της που έχουμε τώρα στα χεριά μας: «Αειθαλής θάλασσα» (2017).
Η ποιήτρια, χωρίς βιασύνη, χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς δεκανίκια, βαδίζει μ’ επιτυχία τον δρόμο της ποίησης με πολύτιμο εφόδιο της το ταλέντο και την έμφυτη εργατικότητα της. Ψάχνει και από τα βάθη της ψυχής και του μυαλού της αντλεί μνήμες, εμπειρίες, μα και παράλληλα διαμορφώνει το προσωπικό της στυλ σε κάθε της ποίημα: «Άγκυρες είναι τα λογία/όταν σαλπάρεις/δεν τα χρειάζεσαι/ Μονό λευκά πανιά σιωπής/όρτσα στην εκκωφαντική/ ελευθερία των ανέμων.
Στίχοι που εισάγουν στην ποιητική διαδρομή της ποιήτριας, στην «Αειθαλή θάλασσα» με το πρώτο ποίημα που τιτλοφορείται (Θ). Η ποιήτρια παίρνοντας ένα γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου δημιουργεί ήχους δικούς της, σημαντικούς στο πρώτο αυτό ποίημα της. Ήχοι, παρηχήσεις, μια σύλληψη που ξεκινάτε από τα βάθη της ιστορίας, τη μυθολογία ακόμα για να μας πει τον μύθο της Κύπριδας όπου: «Μια θαλπωρή για τους θνητούς/στο θολοσκέπαστο θαλάμι/Μια θαρραλέα θεατρίνα/θήλυ και θήκη και θηλή/Θνητή που νίκησε τον Θάνατο/την κάθειρξη και τη θλιβή/θάλλοντας στην αθανασία».
Η ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη δεν είναι αποτέλεσμα αυτοματισμού, βιαστική κι εφήμερη όπως πολλών ίσως άλλων της ίδιας γενιάς, δεν παρασύρεται στο θολό κι ακατανόητο, το ρηχό, αλλά πρόκειται για μια ποίηση μελετημένη, προβληματισμένη ακόμα κι εκεί όπου εμφανίζονται σουρεαλιστικά στοιχεία. Η Αφροδίτη (σελ. 12-13), από τα ωραιότερα της συλλογής. Πρωτότυπο, πλούσιο λεξιλόγιο, θεματογραφία ξεκάθαρη, που ξεκινάει, όπως είπαμε πιο πριν, από τη μυθολογία-ιστορία και φτάνει με μια θαυμαστή αλληλουχία στις μέρες μας, όπου μιλάει και λέει κλείνοντας: «Δε με φοβίζει βέβαια το σκοτάδι στο μουσείο/αντίθετα το απολαμβάνω /καθώς κι άλλες γυναίκες/του νησιού έρχονται να με συνοδέψουν/η Ουρανία από το Καρπάσι/η Ουμ Χαράμ από το Κίτιο/η Αροδαφνούσα απ’ την Καντάρα/η Παναγιά η Κανακαριά η Αφέντρικα/ «Θα πάμε;» με ρωτούν/«Μα ήδη φτάσαμε», απαντώ».

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΣΤΑ ΛΑΖΑΡΟΥ

Το Θ του θάλλω και του θνήσκω
Θ ( θήτα) είναι ο τίτλος του πρώτου ποιήματος στη νέα ποιητική συλλογή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη. Κυκλοφόρησε φέτος με τον τίτλο «Αειθαλής Θάλασσα» από τις εκδόσεις Μελάνι.
Τι είναι άραγε αυτό το Θ που απαντάται 28 φορές στο ποίημα; Η θέση του μέσα στο στίχο καθώς και η επανάληψή του, άπαξ σε κάποιους στίχους, δις ή και τρις σε άλλους δημιουργεί την αίσθηση μιας μουσικής αλλά κυρίως κυκλοφορεί μια ουσία που διαπιστώνουμε ότι διατρέχει το σώμα όλης της συλλογής. Δεν είναι δηλαδή απλώς ένα ευφυές παιγνίδι λέξεων. Είναι ένα κλειδί για να ξεκλειδώσουμε το έργο. Το Θ ( θήτα) ήδη εμφανίζεται στον τίτλο κι είναι το θήτα του ρήματος θάλλω που ζευγαρώνει με το αεί. Κι είναι επίσης το θήτα της θάλασσας που είναι ουσία αειθαλής και το αρχετυπικό σύμβολο της μήτρας.
Στις επόμενες εμφανίσεις του είναι φανερό πως επαναλαμβάνεται το Θ του θάλλω και της αθανασίας, το Θ της θηλυκότητας στην Αφροδίτη/ Γυναίκα/ Θάλασσα. Ίδε: αθάνατους, αειθαλές, θηλυκό, θαλασσογέννητη, θαλασσοκράτειρα, θαλασσοπούλι, θήλυ, θήκη, θηλή, θάλλοντας, αθανασία. Εισάγεται όμως και το Θ του θανάτου. Ίδε θνητούς, θνητούς, θνητή, θάνατο. Σε μια τρίτη κίνηση το κλειδί του θήτα μεσολαβεί μετέχοντας εξίσου στις δύο όψεις του αυτού νομίσματος και είναι ο Πόθος: θάμπωνε, θέλγητρο, ποθητή, θελκτική, θάμπος. Το στριφογύρισμα του νομίσματος ενέχει πάντα και τον κίνδυνο: κάθειρξη, θλιβή. Παρηγορητικά προσφέρεται η θαλπωρή αλλά και το αμφίσημο θολοσκέπαστο θαλάμι. Μια θαρραλέα θεατρίνα γυρίζει το κλειδί. Εναρμονισμένη στην αμφιθυμία και τις αντιθέσεις που συμβολίζει η θάλασσα.

«ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΤΕΚΚΕ»

tekke

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

ΜΙΚΡΟΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΤΕΥΧΟΣ 42/2017

Αναδημοσίευση στην εφημερίδα Αλήθεια Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017

Μια συνάντηση:  Γιώργος Σεφέρης – Αγγέλα Καϊμακλιώτη

Κοιτάζοντας ένα περσινό τεύχος του περιοδικού Νέα Εποχή (τχ. 327, Άνοιξη, 2016), στάθηκα στο ποίημα «Οι γάτες του Τεκκέ» της νέας ποιήτριας Αγγέλας Καϊμακλιώτη. Ο τίτλος αποδίδει μια οικεία εικόνα, που συνδέεται με τον χώρο εκείνο που, χρόνια τώρα, ελκύει καθημερινά επισκέπτες, τουρίστες μα και ντόπιους από τις δύο κοινότητες, άλλοι για να χαρούν το τοπίο, την Αλυκή, να τραβήξουν φωτογραφίες, ιδιαίτερα τον χειμώνα με τα αποδημητικά πουλιά, και άλλοι για να μπουν στο ιερό τέμενος, αφήνοντας τα παπούτσια τους στον προθάλαμο, και να γονατίσουν για να προσευχηθούν. Ανόμοιοι μα στο βάθος όμοιοι άνθρωποι, σ’ έναν χώρο ιερό, μοιάζουν να ελκύονται από κάτι κοινό. Εικόνες καθημερινές, κι οι γάτες τριγύρω να τρέχουν ψάχνοντας για καμιά σαύρα. Μια τέτοια εικόνα σ’ έναν ασυνήθιστο τόπο, τον Τεκκέ, γίνεται πηγή έμπνευσης για την ποιήτρια που γράφει αυτό το ενδιαφέρον ποίημα.
Το ποίημα ξεκινά εισάγοντάς μας στον έξω και τον έσω χώρο του ιερού τεμένους των μουσουλμάνων, με το «πράσινο χαλί και τον μετέωρο λίθο» στο βάθος· και έξω, «κρυφά περάσματα φοινικόπτερων / φύκια πικρά ξερά αρμυρίκια / μια πόλη αντίστροφο αντιφέγγισμα / υγρός καθρέφτης αλμυρός». Η ποιήτρια χρησιμοποιεί συμβολικά στοιχεία για να καταγράψει καταστάσεις ρεαλιστικές. Διερωτάται: «Ποιος άραγε μπορεί να πει με σιγουριά / τί είναι δικό μας ποιο το ξένο;» και τότε διαπιστώνουμε πόσο βαθιά και πόσο ελεύθερα η ποιήτρια σκέφτεται και πονεί για όσα συγκλονιστικά συμβαίνουν στον τόπο μας. Ιδού το κλειδί-σύμβολο: οι γάτες που τριγυρνάνε στον χώρο και στον χρόνο. «Οι γάτες του προφήτη βέβαια / αυτές γνωρίζουν» λέει η ποιήτρια «με το χρυσό σκοτάδι των ματιών τους / τις δυο αδελφές να μπαίνουν μες στην Αλυκή / κραδαίνοντας τσαπιά και κληματόβεργες / λάκκους ανοίγοντας φυτεύουν αμπελώνες / η Ουμ Χαράμ κι η Παναγιά Φανερωμένη».
Δεν ξέρω πόσες φορές στάθηκα σ’ αυτούς τους στίχους, τους τόσο υποβλητικούς στην απλότητά τους. Η ποιήτρια δεν κάνει «κήρυγμα», δεν εκφράζει καμιά «ιδεολογία»· παρά μόνο δίνει μια εικόνα ανθρώπινη και συνάμα μια πονεμένη όψη. Η Κύπρος, εξάλλου, δεν λείπει από την ποίησή της.
Ειδικά το μοτίβο με τις γάτες έφερε στη μνήμη μου το γνωστό ποίημα του Γιώργου Σεφέρη, «Οι γάτες τ’ Άι Νικόλα», γραμμένο πριν από μισό χεδόν αιώνα (1969). Το ποίημα αυτό δεν πρόλαβε να δημοσιευτεί στη συγκεντρωτική έκδοση του 1968. Δημοσιεύτηκε, όμως, σε εφημερίδες και περιοδικά αλλά και στον συλλογικό τόμο των Δεκαοχτώ κειμένων (1970), σαν αντίδραση, όπως λέχθηκε τότε, του ποιητή στη δικτατορία και σε όσα συμβαίνουν στην Κύπρο, χρόνια τώρα. Το ποίημα περιλαμβάνεται, βέβαια, στις επανεκδόσεις των Ποιημάτων του.
Ο ποιητής-ταξιδευτής κι αφηγητής βρίσκεται ανήμερα Χριστουγέννων σ’ ένα πλοίο, τραβώντας για το Κάβο Εάτα: «ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι»· «και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη / λένε τον τόπο Πέτρα του Ρωμιού». Κι ο ποιητής θυμάται τη γάτα που είχε τα μάτια της Σαλώμης και πως κοίταξε τον θάνατο κατάματα καθώς ξεψυχούσε… Και εδώ υπάρχει η γάτα-σύμβολο για όσα θα αφηγηθεί στη συνέχεια ο ποιητής. Η αφήγηση ανταμώνει την ιστορία, τα δύσκολα χρόνια που διάβηκε το νησί: «Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας / – σαράντα χρόνια αναβροχιά – ρημάχτηκε όλο το νησί· / πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια. / Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι, / χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου / και φαρμακερά».
Ύστερα ήρθαν οι γάτες. Σύμφωνα με τον θρύλο που καταγράφεται σε κυπριακά σχολικά εγχειρίδια, η αγία Ελένη έφερε τις γάτες στο νησί, να φάνε τα φίδια, ν’ ανασάνει ο κόσμος. Ο ποιητής διευκρινίζει: «Το μοναστήρι τ’Άι Νικόλα το είχαν τότε / Αγιοβασιλείτες καλόγεροι / κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια / κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή · / τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν». Οι καμπάνες χτυπούσαν κάθε αυγή κι οι γάτες ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη να ξεκάνουν τρώγοντας τα φίδια: «Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες / ξολόθρεψαν τα φίδια». Και το κακό χάθηκε. Όμως χάθηκαν και οι ίδιες· δεν άντεξαν το πολύ φαρμάκι: «Τί να σου κάνουν οι ταλαίπωρες /παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα/ το αίμα το φαρμακερό των ερπετών./ Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι».
Στις 8.12.1953 ο Σεφέρης είχε γράψει σ’ ένα λεύκωμα: «Στην Κύπρο κάθε πέτρα λέει ένα παραμύθι». Η αγάπη του ποιητή για το νησί μας, η γνωριμία του με τον τόπο και τους ανθρώπους (από τις Πλάτρες ίσαμε την Αγία Νάπα, από το Δάλι ίσαμε την Κερύνεια και αλλού) κι η θλίψη του έχουν μνημειωθεί στα ώριμα και ανθεκτικά ποιήματά του.
«Κάθε ποίηση που αντέχει στο χρόνο είναι νέα και συζεί σαν νέα με την πιο νέα» γράφει ο Ανδρέας Καραντώνης στο βιβλίο του Εισαγωγή στη νεώτερη ποίηση (1958). Γι’ αυτό ένιωσα ικανοποίηση και μια κρυφή χαρά που το ποίημα της Α. Καϊμακλιώτη «Οι γάτες του Τεκκέ», συνειρμικά και μόνο, έφερε στη μνήμη μου τις «Γάτες τ’Άι Νικόλα» του Σεφέρη. Η Α. Καϊμακλιώτη γεννήθηκε το 1967, λίγα χρόνια προτού αποδημήσει ο νομπελίστας ποιητής (1971). Αυτή τη συνάντηση των δύο ποιημάτων με τις «γάτες» τη βλέπω σαν συνάντηση πάνω απ’ το χάος που λέγεται αδικία, πόνος, που λέγεται κι αγάπη, φως κι έγνοια για την Κύπρο. Οι «Γάτες τ’ Άι Νικόλα» είναι το τελευταίο ποίημα του Σεφέρη. Οι «Γάτες του Τεκκέ» από τα πρώτα της Καϊμακλιώτη· και μάλιστα η τελευταία το έγραψε προτού προλάβει να γνωρίσει εκείνο του ποιητή.

Γιῶργος Σεφέρης – Οἱ Γάτες τ᾿ Ἅι-Νικόλα

Τὸν δ᾿ ἄνευ λύρας ὅμως ὑμνωδεῖ θρῆνον Ἐρινύος αὐτοδίδακτος ἔσωθεν θυμός,
οὐ τὸ πᾶν ἔχων ἐλπίδος φίλον θράσος. ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ. 990 ἔπ.

«Φαίνεται ὁ Κάβο-Γάτα…», μοῦ εἶπε ὁ καπετάνιος
δείχνοντας ἕνα χαμηλὸ γιαλὸ μέσα στὸ πούσι
τ᾿ ἄδειο ἀκρογιάλι ἀνήμερα Χριστούγεννα,
«… καὶ κατὰ τὸν Πουνέντε ἀλάργα τὸ κύμα γέννησε τὴν Ἀφροδίτη
λένε τὸν τόπο Πέτρα τοῦ Ρωμιοῦ.
Τρία καρτίνια ἀριστερά!»
Εἶχε τὰ μάτια τῆς Σαλώμης ἡ γάτα ποὺ ἔχασα τὸν ἄλλο χρόνο
κι ὁ Ραμαζὰν πῶς κοίταζε κατάματα τὸ θάνατο,
μέρες ὁλόκληρες μέσα στὸ χιόνι τῆς Ἀνατολῆς
στὸν παγωμένον ἥλιο
κατάματα μέρες ὁλόκληρες ὁ μικρὸς ἐφέστιος θεός.
Μὴ σταθεῖς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια ἀριστερά» μουρμούρισε ὁ τιμονιέρης.
…ἴσως ὁ φίλος μου νὰ κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστὸς σ᾿ ἕνα μικρὸ σπίτι μὲ εἰκόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω ἀπ᾿ τὰ κάδρα.
Χτύπησε ἡ καμπάνα τοῦ καραβιοῦ
σὰν τὴ μονέδα πολιτείας ποὺ χάθηκε
κι ἦρθε νὰ ζωντανέψει πέφτοντας
ἀλλοτινὲς ἐλεημοσύνες.
«Παράξενο», ξανάειπε ὁ καπετάνιος.
«Τούτη ἡ καμπάνα-μέρα ποὺ εἶναι-
μοῦ θύμισε τὴν ἄλλη ἐκείνη, τὴ μοναστηρίσια.
Διηγότανε τὴν ἱστορία ἕνας καλόγερος
ἕνας μισότρελος, ἕνας ὀνειροπόλος.
«Τὸν καιρὸ τῆς μεγάλης στέγνιας,
– σαράντα χρόνια ἀναβροχιὰ –
ρημάχτηκε ὅλο τὸ νησὶ
πέθαινε ὁ κόσμος καὶ γεννιοῦνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τοῦτο τ᾿ ἀκρωτήρι,
χοντρὰ σὰν τὸ ποδάρι ἄνθρωπου
καὶ φαρμακερά.
Τὸ μοναστήρι τ᾿ Ἅι-Νικόλα τὸ εἶχαν τότε
Ἁγιοβασιλεῖτες καλογέροι
κι οὔτε μποροῦσαν νὰ δουλέψουν τὰ χωράφια
κι οὔτε νὰ βγάλουν τὰ κοπάδια στὴ βοσκὴ
τοὺς ἔσωσαν οἱ γάτες ποὺ ἀναθρέφαν.
Τὴν κάθε αὐγὴ χτυποῦσε μία καμπάνα
καὶ ξεκινοῦσαν τσοῦρμο γιὰ τὴ μάχη.
Ὅλη μέρα χτυπιοῦνταν ὡς τὴν ὥρα
ποῦ σήμαιναν τὸ βραδινὸ ταγίνι.
Ἀπόδειπνα πάλι ἡ καμπάνα
καὶ βγαῖναν γιὰ τὸν πόλεμο τῆς νύχτας.
Ἤτανε θαῦμα νὰ τὶς βλέπεις, λένε,
ἄλλη κουτσή, κι ἄλλη στραβή, τὴν ἄλλη
χωρὶς μύτη, χωρὶς αὐτί, προβιὰ κουρέλι.
Ἔτσι μὲ τέσσερεις καμπάνες τὴν ἡμέρα
πέρασαν μῆνες, χρόνια, καιροὶ κι ἄλλοι καιροί.
Ἄγρια πεισματικὲς καὶ πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τὰ φίδια μὰ στὸ τέλος
χαθήκανε, δὲν ἄντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ὡσὰν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δὲν ἀφῆσαν στὸν ἀφρὸ
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
Τί νὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες
παλεύοντας καὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα
τὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.
Αἰῶνες φαρμάκι γενιὲς φαρμάκι».
«Γραμμή!
Τί νὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες
παλεύοντας καὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα
τὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.
Αἰῶνες φαρμάκι, γενιὲς φαρμάκι».
«Γραμμή!» ἀντιλάλησε ἀδιάφορος ὁ τιμονιέρης.

(Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969)

Αγγέλα Καϊμακλιώτη, Οι Γάτες του Τεκκέ

Οι άνθρωποι πορεύονται στην όχθη μιας ερήμου
ζητώντας το γλυφό νερό να πιουν της γνώσης
ξυπόλυτοι προσκυνητές ανίδεοι φωτογράφοι
ενός αποδημητικού παρόντος
Το πράσινο χαλί κι ένας μετέωρος λίθος
κρυφά περάσματα των φοινικόπτερων
φύκια πικρά ξερά αρμυρίκια
μια πόλη αντίστροφο αντιφέγγισμα
υγρός καθρέφτης αλμυρός
Ποιος άραγε μπορεί να πει με σιγουριά
τι είναι δικό μας ποιο το ξένο;
Ποιος άκουσε τους μυστικούς
της καλαμιάς ψιθύρους;
Οι γάτες του προφήτη βέβαια
αυτές γνωρίζουν
όταν κάποιες βραδιές αρχαίες
νωχελικό φεγγάρι φανερώνει
ασημοκαπνισμένη την ελιά
τη φοινικιά σκιά ρομφαία
Οι γάτες καταγράφουν
με το χρυσό σκοτάδι των ματιών τους
τις δυο αδελφές να μπαίνουν μες την αλυκή
κραδαίνοντας τσαπιά και κληματόβεργες
λάκκους ανοίγοντας φυτεύουν αμπελώνες
η Ουμ Χαράμ κι Παναγιά Φανερωμένη

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΝΕΥ ΤΕΥΧΟΣ 64/ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2017

Ύστερα από τρεις ποιητικές συλλογές και ένα βιβλίο με διηγήματα, η Αγγέλα Καϊμακλιώτη (Αμμόχωστος 1967) (φαίνεται ότι διαμορφώνει μια πιο ουσιαστική ποιητική φωνή με τα ώριμα ποιήματα που στεγάζονται στην Αειθαλή θάλασσα. Η θάλασσα και η γυναίκα, οι αιώνιες μήτρες της ζωής, επανέρχονται και εναλλάσσονται (κάποτε ταυτισμένες) ως οι κύριοι
θεματικοί άξονες στα εννέα ποιήματα του βιβλίου.
«Η θάλασσα είναι γυναίκα», «φοράει δαντέλα», «αιμορραγεί», «κυοφορώντας την ανάδυση» («Αειθαλής θάλασσα»). Η θάλασσα/γυναίκα μοιάζει με αρχαία
θεά. συνδέεται με την Αφροδίτη, την Ερινύα και την Αστάρτη αλλά και με άλλες εμβληματικές γυναικείες μορφές που σημάδεψαν την ιστορία και τη μυθολογία της Κύπρου, την Ουρανία, την Ουμ Χαράμ. την Αροδαφνούσα και την Κανακαριά.
Όμως η θάλασσα δεν είναι μόνο πηγή ζωής, η αρχέτυπη μήτρα που γέννα τον άνθρωπο. Όπως συμβαίνει στη λογοτεχνία, η θάλασσα είναι και τόπος θανάτου. συμβολίζει το ταξίδι, τη φυγή και εξελίσσεται, τελικά, σε μια θανάσιμη αγκαλιά. Η ποιήτρια θέλησε να συνδέσει τη διάσταση αυτή με το σύγχρονο δράμα των προσφύγων, αφού χιλιάδες άνθρωποι από την εμπόλεμη
Ανατολή ή από χώρες της Αφρικής θαλασσοπνίγονται στην προσπάθεια τους
να μεταναστεύσουν στην Ευρώπη και να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή. Ειδικά το ποίημα «Ανατολή» επικεντρώνεται στο δράμα των προσφύγων, και
μάλιστα αποτυπώνεται με δυνατή, σαρκαστική γλώσσα η περίπτωση του τρίχρονου Αϊλάν από τη Συρία, που κοινοποιήθηκε πλατιά στα ΜΜΕ: «Παιδιά
μικρά κοχύλια / ξέφραζε η θάλασσα / εκεί που απλώναμε δήθεν αθώοι /
την ομορφιά του κόσμου / κόκκινο φανελάκι / παντελονάκι μπλε βαθύ /
τόσο βαθύ και τόσο μπλε / δήθεν δακρύσαμε / και τόσο κόκκινο που αιμορραγεί / δήθεν πονέσαμε / Ψέματα τέλος / Τα πνίξαμε κι ύστερα φτιάξαμε κολιέ / με το μαργαριτάρι τους / δήθεν πενθούντες».
Τα ποιήματα «Αφροδίτη» και «Ανάδυση» ξανοίγονται και σε ποιητολογικά ζητήματα: Στο πρώτο η ποιητική διαδικασία παραβάλλεται με το πλάσιμο ενός αγγείου στον τροχό, όπου φτιάχνεται ένα «ποίημα πήλινο», γα να λειτουργήσει ως Θυμίαμα στην «πεθαμένη Σαλαμίνα»: «Στον κλίβανο το ποίημα εξαγνίζω /με αλοιφές που αντέχουν προδοσία / αγγείο βαθύ οξυπύθμενο σκαλίζω / περιρραντήριο για τη λατρεία». Τελικά, η ποιήτρια ταυτίζεται με το δημιουργημά της. το πήλινο ποίημα-θυμίαμα, αλλά και με την Αφροδίτη: «Είμαι διάτρητο αγγείο / φλοίσβος σε λήκυθο λευκή / πλάσμα και πλάστης / Είμαι η Κύπριδα – Δεν θα χαθώ». Στην «Ανάδυση» η ποιήτρια καλείται να αντιμετωπίσει την κριτική των ομοτέχνων της. που επαινούν, αφενός, την ποιητική φωνή της και επισημαίνουν, αφετέρου, τα «δεσμά». τις δυσκολίες και απαιτήσεις της ποιητικής γραφής: «Όταν αρχίνησα να τραγουδώ) / εκείνοι κραύγασαν: / Εύγε και έρρωσο αγγελική φωνή / αγάπα τώρα τα δεσμά σου».
Στις καλύτερες στιγμές της συλλογής, η Αγγέλα Καΐμακλιώτη μάς πείθει ότι χειρίζεται με επάρκεια τα εκφραστικά της μέσα και κατορθώνει να αρθρώσει έναν πλούσιο και ουσιαστικό ποιητικό λόγο, να εμφυσήσει ποιητική
πνοή στα θέματά της. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, όταν βαραίνει η
υπέρμετρη σκοτεινότητα. όταν η επιτήδευση της μορφής λειτουργεί σε βάρος
του περιεχομένου, τότε διαταράσσεται. κατά την αντίληψή μου. η ισορροπία
του ποιητικού λόγου και ενδεχομένως αυτός αποβαίνει ανενεργής* σε τέτοιες
περιπτώσεις (λ.χ. «Άμπωτη». «Τρικυμία». «Νησί») η επικοινωνία με τον
αναγνώστη αναστέλλεται ή δεν ολοκληρώνεται.
Βέβαια χαιρόμαστε και με το παραπάνω τις πιο καλές στιγμές της συλλογής. όπως για παράδειγμα το παιχνίδι με το γράμμα θήτα στο πρώτο ποίημα. που αποτελεί έναν ύμνο στην Κύπριδα και γενικά στη γυναίκα· ενδεικτικά: «Μια θαλπωρή για τους θνητούς / στο θολοσκέπαστο θαλάμι / Μια θαρραλέα θεατρίνα / Θήλυ και θήκη και θηλή / Θνητή που νίκησε το θάνατο / την κάθειρξη και τη θλιβή / θάλλοντας στην αθανασία»· ή το ποίημα
«Γυναίκα», στο οποίο αποτυπώνεται με αλληγορικές εικόνες η αρχετυπική
ερωτική ένωση της γυναίκας με τον άντρα: «Έχω ένα σώμα κήπο / μέσα
του μεγαλώνει / ρόδο δαμασκηνό / πέταλα ανοίγει φέγγει / σπηλιά θαλασσινή / γεύση αρμυρή χρυσή / βροχή με πλημμυρίζει // Ζεστός ο γαλαξίας / στα πλάτη χύνεται / αφήνοντας γεύση βυθού / στην τρικυμία / κι εσύ γλαυκός / ο σόμπας κόσμος / καλπασμός κυμάτων / στο ναό μου //
Επειδή είμαι η θάλασσα / κι εσύ ο ουρανός / και στον ορίζοντα / το σμίξιμό μας ανατέλλει / γίνομαι ποίημα πύρινο».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 18/6/2018

Ωρίμανση και πειραματική διάθεση

Αυτό που διαπιστώνεται διά γυμνού οφθαλμού ή μάλλον με την πρώτη ματιά είναι η αισθητική ωρίμανση της ποίησης της Αγγέλας Καϊμακλιώτη, από συλλογή σε συλλογή. Αυτό διακρίβωσα παρουσιάζοντας τη συλλογή «Εκ του σύνεγγυς» (2014) σε σύγκριση με τη συλλογή «Στιγμές Αλκυονίδες». (2012) Αυτό διαπιστώνω και τώρα που, με αυτό το σημείωμα, παρουσιάζω τη νέα και τελευταία συλλογή «Αειθαλής θάλασσα». (2017) Η ποιήτρια πειραματίζεται συνεχώς, δοκιμάζει, τολμά. Εμπλουτίζει διαρκώς τα τεχνοτροπικά της μέσα, τα εκφραστικά της εφόδια. Διευρύνει και συνάμα εξειδικεύει περαιτέρω τις θεματικές της.

Η ποίηση της Καϊμακλιώτη, από την Κύπρο ελαύνεται και στην Κύπρο απολήγει, όπου κι αν περιδιαβεί στο μεσοδιάστημα. Οι όποιες θεματικές ή αισθητικές περιπλανήσεις ή και παρεκκλίσεις είναι μόνο αποσπασματικά επεισόδια στη συνολική, την ολική ποίησή της. Αυτή παραμένει πάντα κυπροκεντρική, κυπρογενής και κυπρίζουσα, ας μου επιτραπεί το λογοπαίγνιο: «Οι Βαλκυρίες κολυμπούν / με τον Αττίλα στη Μεσόγειο / Τέλος εποχής / Ανατολή / Ναυαγοί στην κόκκινη θάλασσα / βαρκούλα χλωμή μισοφέγγαρη / παιδιά φοβισμένων ανθρώπων / παιδιά γερασμένων ελπίδων / η μεγάλη Θεά απλωμένη στο ανάχωμα / αναδυόμενη μετανάστρια / επαναστάτρια οπλισμένη / μάρτυρας των πληγών». (σελ. 24)

Ολόκληρη η συλλογή αποτελεί ένα εγχείρημα ιστορικής αποτίμησης της πατρίδας μας ανά τους αιώνες. Πρόκειται για μια συνολική και συνάμα συνοπτική ματιά. Κάποτε επιχειρείται συγκερασμός έμμετρου και ελεύθερου στίχου, με τον τελευταίο όμως να κατισχύει πασιφανή νίκη. Οι λέξεις, κυρίως τα ρήματα, προσδίδουν καίριες και ακαριαίες νοηματοδοτήσεις στα νέα ποιήματα της Κ. Πχ: «Κραδαίνω καπνιστήρι πήλινο / θυμίαμα το ποίημα / η μνήμη αιμορραγεί / με καθαίρει και με καθαιρεί». (σελ. 12)
Η πειραματική διάθεση της Κ. είναι διακριτή από το πρώτο κιόλας εισαγωγικό – δοξαστικό ποίημα για την Κυπρίδα. Αυτό το ποίημα θα μπορούσε παράλληλα να χαρακτηριστεί και ως ένα αισθητικό γύμνασμα με το γράμμα «Θ». Η ποιήτρια δοκιμάζει την ευρηματικότητα, τη φαντασία, τους λεκτικούς – εκφραστικούς ορίζοντες της. Το αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο είναι: «Μια θαρραλέα θεατρίνα / Θήλυ και θήκη και θηλή / Θνητή που νίκησε το θάνατο / την κάθειρξη και τη θλιβή / θάλλοντας στην αθανασία». (σελ. 11)

Οφείλω να σημειώσω ότι η ματιά της Κ. γίνεται ολοένα και πιο συμπαντική, η σκέψη της ολοένα και πιο βαθιά, στοχαστική, φιλοσοφημένη. Η εικονοποιΐα της πιο πλαστική. Ο συναισθηματισμός είναι πλέον πιότερο ελεγμένος και η νόηση πιο καλλιεργημένη. Όλα αυτά συνιστούν ποιοτικό άλμα στην ποίησή της, η οποία πλέον ερωτοτροπεί με την αμφισημία, αλλά και την πολυσημία: «Όταν πληθαίνουν / τα ναυάγια στο βυθό / η θάλασσα εξατμίζεται / Όταν βαθαίνουν οι ουρανοί / η θάλασσα επιστρέφει / ως βροχή παλινωδούσα / Δίχως σωσίβια έπλευσα / κι όταν με νίκησε το ηδονικό / μεθύσι των κυμάτων / αναδύθηκα κραδαίνοντας / τα φίδια της μικρής Θεάς θρέφοντας / με τα ζωντανά μου στήθια τα παιδιά». (σελ. 16)

Δεν θα έλεγα ότι η Κ. γράφει «γυναίκεια» ποίηση, με την συμβατική έννοια του όρου και τα προβλεπτά χαρακτηριστικά, τόσο από πλευράς θεματικής, όσο και από πλευράς αισθητικής. Ωστόσο, πιστεύω ότι αξιοποιεί με επάρκεια όλες τις «θηλυκές» αρετές της ποίησής της. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην ηδονιστική αισθαντικότητα που απαντάται, ούτως ή άλλως, στην ποίησή της, αλλά και σε μια γυναικεία ιματζινιστική διάθεση: «Συχνά φορούσα ενοχές ψηλοτάκουνες / στα πεζοδρόμια του πόθου γυρνούσα / γριά με ρόδινα μάγουλα μάτια πανσέληνα / Παλίρροιες πλημμύριζαν την κοιλιά μου / κι άπλωνα επίθεμα το βλέμμα του Κένταυρου / να σταματήσω την αιμορραγία». (σελ. 18)

Ωστόσο, γενικά πιστεύω ότι όταν η ποιήτρια ξεφεύγει από την υπαρξιακή θεματική, τη φιλοσοφική θεώρηση των πράγματων, τον αισθησιασμό και τον αισθητισμό, όταν αγγίζει ζητήματα κοινωνικής – ουμανιστικής υφής, η ποίησή της γίνεται πιο διαυγής και βατή, τα κλειδιά της πιο εύχρηστα, πιο λειτουργικά: «Παιδιά νεκρά κοχύλια / ξέβρασε η θάλασσα / εκεί που απλώναμε δήθεν αθώοι / την ομορφιά του κόσμου / κόκκινο φανελάκι / παντελονάκι μπλε βαθύ / τόσο βαθύ και τόσο μπλε / δήθεν δακρύσαμε / και τόσο κόκκινο που αιμορραγεί / δήθεν πονέσαμε / Ψέματα τέλος / Τα πνίξαμε κι ύστερα φτιάξαμε κολιέ / με το μαργαριτάρι τους / δήθεν πενθούντες». (σελ. 20-21)

Όμως, στο βιβλίο δεσπόζουν οι στίχοι υπαρξιακής αναζήτησης με φιλοσοφικό υπογάστριο, αλλά και μια πεσιμιστική διάθεση. Στην προκειμένη περίπτωση οι διαυγείς, ευκρινείς συμβολισμοί, αποδίδουν – κατά την άποψή μου – και καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα: «Αιώνια πορεύεσαι δίχως φύλλο πορείας / κρύβεις το πολύτιμο φορτίο / καρφωμένο στην καρδιά σου / γνωρίζεις λες τα όρια και το βάθος / υποψιάζεσαι τον ίλιγγο της πτώσης». (σελ. 22)

Σ’ αυτή τη συλλογή τα πλείστα ποιήματα της Καϊμακλιώτη παραπέμπουν σε υπόγειες, σε υποδόριες ή και λανθάνουσες αλληγορίες. Παραπέμπουν επίσης σε συμβολισμούς δύσβατους, δύσκολους, που χρειάζονται περισσή προπαίδεια και εμπειρία, προκειμένου να αποκωδικοποιηθούν. Αυτό κάνει την ποίησή της περισσότερο υποβλητική και μυστηριακή. Η αισθητική της ποίησής της βελτιώνεται. Ωστόσο, η προσβασιμότητα σ’ αυτή την ποίηση μάλλον διαβρώνεται.

Θα ήθελα όμως να ολοκληρώσω την παρουσίαση με το πιο λυρικό ποίημα της συλλογής, που αποπνέει και συγκινησιακή φόρτιση αλλά και θηλυκή αισθαντικότητα. Είναι το «Αειθαλής θάλασσα» απ’ όπου πήρε τον τίτλο της ολόκληρη η ευσύνοπτη συλλογή. Παραθέτω, ως κατακλείδα, τους πρώτους, ιδιαίτερα παραστατικούς, στίχους: «Η θάλασσα είναι γυναίκα / Τα ζωντανά βαθιά νερά είναι αλμυρά / Μην πιεις ακόμα κι αν πεθαίνεις από δίψα / Αν είναι ηρεμεί μπορείς να νιώσεις καπετάνιος / Αν αγριέψει γίνε πειρατής». (σελ. 26)

ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΕΓΓΥΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

Ο χαμένος τόπος και χρόνος στην ποιητική συλλογή

Με αρκετή επιφύλαξη, αντιλαμβανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, ανταποκρίνομαι κάθε φορά, όχι συχνά αλήθεια, που κάποιος ποιητής μου ζητά να πω ή να γράψω για το βιβλίο του.
Είναι ο δισταγμός της αδιάκριτης παρέμβασης σε ένα πνευματικό έργο που έχει ξεφύγει από τα χέρια του ίδιου του δημιουργού του και τοποθετείται πια, αυτόνομα στον κόσμο.
Ενός κώδικα συμβολισμών και αλληγορικών πολλές φορές σχημάτων, κι’ εσύ καλείσαι να παραστήσεις τον επιτήδειο αποκωδικοποιητή, για συλλήψεις, που πολλές φορές ούτε ο ίδιος ο ποιητής έχει σαφή και ξεκάθαρη αιτιολογία και ερμηνεία.
Και το πιο δύσκολο, θα πρέπει να αντιμετωπίσεις το δίλημμα να παραμερίσεις τα κατά την υποκειμενική σου άποψη, ελλείμματα και θα χτίσεις αποκλειστικά στα αξιόλογα και αξιοσημείωτα, προδίδοντας τη συνείδηση και την αισθητική σου.

Ευτυχώς, η Αγγέλα Καϊμακλιώτη, όσο την γνώρισα, ανήκει στην περιορισμένη εκείνη κατηγορία ανθρώπων που δέχεται την αμφισβήτηση, φαινόμενο σπάνιο στη συνήθως υπερφίαλη κατηγορία των ποιητών. Ως εκ τούτου, το δίλημμα εξέπεσε από τα αρχικά στάδια της γέννησης του.
Τι έπρεπε λοιπόν να κρίνω σε αυτό το βιβλίο; Μα τι άλλο από αυτό που και ο πιο αμύητος αναγνώστης κάνει εγγενώς: Την ποιητική πνοή του ανέμου που φύσηξε τους στίχους. Μπορεί η Α.Κ. να σε αναγκάσει να σταματήσεις; Να σου προκαλέσει το μαγικό επιφώνημα που μόνο η αληθινή τέχνη καταφέρνει να σχηματίσει στα χείλη; Τι άλλο είναι η δηλαδή η ποίηση;

Είναι αποδεκτό πως μια παρουσίαση είναι αδύνατον να συμπεριλάβει λεπτομερείς θέσεις για το σύνολο του βιβλίου. Αυτό που κρατά κανείς είναι το αποτύπωμα που αφήνει στη διψασμένη για συγκινήσεις και πρωτοτυπία ύπαρξη, η δύναμη του λόγου.
Θα μιλήσω ως ποιητής κατά κύριο λόγο, ίσως και ως λίγο δημοσιογράφος αλλά σίγουρα όχι ως κριτικός που δεν είμαι.

Ως ποιητής, που συνάντησε διαβάζοντας το «Εκ του Σύνεγγυς», μιαν αδιατάρακτη οδύνη, ένα παρατεταμένο λυγμό, τον λυγμό της απώλειας της αγαπημένης πόλης μαζί και της απώλειας ενός σημαντικού τμήματος των παιδικών χρόνων.
Της απώλειας ενός μέλλοντος, γιατί κάθε απώλεια τόπου, είναι συνάμα και απώλεια χρόνου, χρόνου δικού μας, κλεμμένου και λεηλατημένου. Χρόνου ξεριζωμένου από το υπόστρωμα του ηλικιακού εδάφους, αιωρούμενου στην μαύρη τρύπα του αβέβαιου.
Στο βιβλίο καταγράφεται ένα έγκλημα που η ποινική δικαιοσύνη δεν μπορεί να εγκαλέσει γιατί συντελέστηκε στα έγκατα της ανθρώπινης ψυχής εκεί που το χέρι του νόμου δεν φτάνει, αλλά και να έφτανε, πως θα μπορούσε να απαλύνει τη θλίψη και την οδύνη;
Στο ποίημα «Παιδί στο προσφυγόσημο» η ακόλουθη εικόνα :

Παιδί στο προσφυγόσημο
Ξυπόλυτο σαράντα χρόνους
Ρακένδυτο και δακρυσμένο
Πλάι στο συρματόπλεγμα
Θέλει να ελεύθερο να περπατήσει
Να ζήσει θέλει
Να ξεκολλήσει επιτέλους
Την παιδική ψυχή από το έρεβος
Εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε
Σε φακέλους σημαδεμένους
Δεν ωφελεί.

Όπου η Αγγέλα Καϊμακλιώτη αφήνει την έγερση του ερεθίσματος να ωριμάσει, αφαιρώντας το περιττό, όπως κανείς διεισδύει στο βάθος των πραγμάτων και αφουγκράζεται τους παλλόμενους πυρήνες, εκεί και οι καλύτερες στιγμές της συλλογής.
Ακόμα ένα τέτοιο παράδειγμα το ποίημα «Τραγική ειρωνεία» ένα από τα κορυφαία ποιήματα της συλλογής και από τα πιο μεστά που διάβασα τον τελευταίο καιρό:

Όσο κι αν το προσπάθησα
Να ξεχωρίσω δεν κατάφερα
Αν ήταν αλλοθρήσκων
Ή ομοθρήσκων οι καρδιές
Που κάποια χέρια σκάλισαν
Σε τοίχο στη μοιραία πόλη
Επέζησαν εντούτοις του πολέμου.

Μέσα από λίγους στίχους, η ποίηση αναδεικνύει την ουσία. Χωρίς αχρείαστους διδακτισμούς και με έμφαση στην λεπτομέρεια, υπαινικτικά και ανεπιτήδευτα, η ποιήτρια καταφέρνει να υπερυψώσει το ποίημα στην κορυφή της κλίμακας, να του επιτρέψει την πραγμάτωση. Να καταδείξει τον συμβολισμό. Να σε παραπέμψει σε αυτό που μπορείς να υποθέσεις και όχι να ετυμηγορήσεις. Αυτό που μπορείς συνειρμικά φανταστείς: Ότι κάποιοι νέοι στην ελεύθερη και γεμάτη σφυγμούς ζωής, Αμμόχωστο, εκδήλωναν έτσι τον έρωτα τους, την αιώνια τους δέσμευση χωρίς να υπολογίζουν ότι δεν υπάρχει τίποτα αιώνιο, ότι εκεί πέρα κάποιοι ερωτεύονταν, δίχως να υποψιάζονται την επικείμενη καταστροφή και δεν έχει σημασία αν ήταν χριστιανοί ή μουσουλμάνοι, μπορεί να ήταν και από τα δύο, ότι οι βόμβες δεν κατέστρεψαν τις ζωγραφισμένες από άδολο, τρεμάμενο χέρι καρδιές, ότι δεν ξέρουμε και δεν θα μάθουμε ποτέ τι απέγινε εκείνος ο έρωτας, αν ολοκληρώθηκε ή όχι, ότι η συγκυρία τα έφερε με τρόπο που αυτή η εικόνα πέρασε μέσα από το βλέμμα της Καϊμακλιώτη, έγινε ποίημα, μπήκε σε βιβλίο και να ‘μαστε εδώ απόψε να την εισπράττουμε, εμείς, και κάποιοι από εμάς που δεν είδαν ποτέ την Αμμόχωστο αλλά μπορούν να συγκλονιστούν από την αντίφαση της αθωότητας από τη δραματοποίηση της.

Όπου η Α.Κ. επιχειρεί να πολιτικολογήσει όπως για παράδειγμα τα ποιήματα «Οκτώβρης του 2013» ή «Λύση», ή αίσθηση μου είναι ότι δεν αποφεύγει αχρείαστες πεζολογίες, διακηρύξεις και διατυπώσεις πολιτικών θέσεων, που θα μπορούσαν να αφεθούν να εννοηθούν διακριτικότερα ή με κάποια δόση αμφιβολίας για την ορθότητα τους. Και ο υποφαινόμενος έχει γράψει πολιτικού περιεχομένου ποίηση, η ποίηση είναι από μόνη της μέγιστη πολιτική πράξη και η ποιητική γραφή δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται στα στενά όρια μιας επαναλαμβανόμενης εσωστρέφειας. Το θέμα είναι οι επιφυλάξεις μας να υπερισχύουν των πολιτικών προσλαμβάνουσων μας.
Όπως προφανώς συνάγεται, το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής είναι αφιερωμένο στην Αμμοχώστο, πόλη στην οποία η ποιήτρια έχει γεννηθεί και περάσει τα πρώιμα χρόνια της ηλικίας της μέχρι την Α’ τάξη του Δημοτικού. Πόλη την οποία λόγω της προδοσίας και της τουρκικής εισβολής, η Καϊμακλιώτη όπως και τόσοι άλλοι Αμμοχωστιανοί δεν ευτύχησαν να γευτούν στην πλήρη καρποφορία της. Αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν, προλαβαίνοντας να πάρουν μαζί τους, λίγα υπάρχοντα αλλά και το άρωμα κάποιων χρόνων βίου. Ως εκ τούτου, το απόσταγμα τούτου του αρώματος είναι ελλειπές και το παράπονο, η πίκρα αυτής της βίαια και άδικα διακοπείσας όσμωσης με τον γενέθλιο χώρο, είναι διάχυτα στη συλλογή. Όπως διάχυτη είναι και η αίσθηση της διάψευσης, αφενός, του φυσιολογικού οράματος για μια ομαλή ανάπτυξη στον γνώριμο τόπο, αφετέρου, για άρση της αδικοπραγίας.

Το ποίημα «Αιώνες Τώρα» ενδεικτικά:

Περιμέναμε την άνοιξη
Και την ανάσταση
Λησμονήσαμε ότι προηγούνται
Αιώνες τώρα
Η προδοσία
Και η σταύρωση
Αιώνες τώρα
Πόντιοι Πιλάτοι
Και Ιούδες
Αιώνες τώρα
Μας φιλούν.

Η ποιητική συλλογή Εκ του Σύνεγγυς, αποτελεί την εικονοποιεία μιας πραγματικότητας, ελλοχεύουσας μέσα στον κοχλάζοντα πυρήνα της μνήμης. Μιας πραγματικότητας που συνθλίβει, αποσπασμένης από το καθημερινό εξωτερικό γίγνεσθαι το οποίο έχει πάψει να τραντάζει συχνά τις εσωτερικές χορδές της ψυχής μας, αποδεικνύοντας πως η απώλεια μέρους της πατρίδας, επιμηκυνόμενη στον χρόνο, μπορεί να μετατραπεί σε σιωπηρή συνήθεια, αποκαρδιωτικά συμβατή με τη ζωή μας.
Ωστόσο, από καιρό εις καιρό, εμφανίζονται έργα τα οποία μας υπενθυμίζουν αυτό που χάσαμε. Και δεν χάνεις μόνο αυτό που είχες. Χάνεις και αυτό που θα μπορούσες να αποκτήσεις. Εμφανίζεται ποίηση που μας υπενθυμίζει αυτό που ξέραμε, κατά την προσφιλή έκφραση μιας αγαπημένης Κύπριας φιλόσοφου.
Με μια έννοια, το Εκ του Σύνεγγυς το εκλαμβάνω όχι απλώς ως μια ελεγεία για τη χαμένη πόλη αλλά και ως ένα πυκνόμετρο πολλών χαμένων ζωών και μιας υπερμεγέθους ποσότητας χαμένου χρόνου. Το εκλαμβάνω και ως μια μάχη με το ανίκητο, όσο και μια αντίσταση, ένα προσκλητήριο αν όχι για έγερση, τουλάχιστον για συνειδητοποίηση πως το αποτέλεσμα, πια δεν μπορεί να είναι νικηφόρο γιατί ήδη οι ζημιές που καταμετρούνται είναι ανεπανόρθωτες. Στο ποίημα «Πρόσφυγες», ο συμψηφισμός της μνήμης με τη λήθη γεννά την εξής στιχοπλοκή:

«…πορεύομαι πλάι σου καιρό.
Δεν ξεχνώ αλλά ούτε θυμάμαι».

Ένα γύμνασμα μνήμης είναι και το ποίημα «Αμμόχωστος» το οποίο υπερβαίνει της αναπόλησης, αφαιρώντας τις επιχωματώσεις που αδρανοποιούν την αφή της αυτογνωσίας.

«Για να σε λησμονήσω
Ξαπλώνω στην άμμο σου
Και μαζεύω φωτόνια
Ύστερα τα αλείβω
Με ευλάβεια στο δέρμα μου
Μικροσκοπικά αστέρια
Φυτρώνουν εντός μου
Και τότε ανατέλλω μηδενικά φορτισμένη
Πανδέκτης και πανσέληνος αλλού
Μα δε σε λησμονώ»

Διαβάζοντας τη συλλογή, η οποία στο μεγαλύτερο μέρος της εκτυλίσσεται τόσο κινηματογραφικά όσο και ψυχογραφικά, αισθάνθηκα την εξής εικόνα: Την Αγγέλα Καϊμακλιώτη σε αγώνα δρόμου να τρέχει και να προσπαθεί να πιάσει σφικτά την άκρη της κλωστής που συγκρατεί τα κομμάτια της μνήμη της. Η καυτή ανάσα αυτού του αγκομαχητού, της συσσωρευμένης απόγνωσης, διάχυτη και στο ποίημα «Μετάληψη» όπου διατυπώνεται μάλλον απελπισμένα η δέσμευση ενός προσωπικού «δεν ξεχνώ».

«Τα σα εκ των σων, Αμμόχωστος
Ορκίζομαι να ρίχνω λάδι εσαεί
Στης μνήμης το ανέσπερο καντήλι»

Στο «Εκ του Σύνεγγυς», η Α.Κ. πετυχαίνει σε μεγάλο βαθμό το ζητούμενο για κάθε ποιητή. Να δώσει τις σωστές αναλογίες στις χημικές ενώσεις των λέξεων, ώστε αυτές να αντέξουν το βάρος του ποιήματος. Διότι, κατά την άποψη μου, δεν είναι οι λέξεις το ουσιώδες μέρος της ποίησης, οι λέξεις είναι το μεταφορικό μέσο της πνοής, το μονοπωλιακό μέσο της υλοποίησης της. Ας μην αποθεώνουμε τις λέξεις λοιπόν, ας αποθεώσουμε την πνοή που τους έδωσε προστιθέμενη αξία, χρησιμοποιώντας μια έκφραση της εποχής μας.
Εξαίρετο όσο και ενδεικτικό παράδειγμα, συναντούμε στο ποίημα «Βαρωσιώτες» όπου η ποιήτρια μιλά για τους γέρους Βαρωσιώτες «φαντάσματα προγόνων σε ψυχές εφήβων», καταλήγοντας :

«Τις Κυριακές
Περνούν σκυφτοί τα οδοφράγματα
Βυθίζονται στη θάλασσα και κρυφοκλαίνε»

Και σε άλλα ποιήματα της συλλογής, η Α.Κ. πετυχαίνει ένα αξιοπρόσεκτο ποιητικό αποτέλεσμα, ειδικά όταν αξιοποιεί τη ζωντανή μαρτυρία ανθρώπων, εκλιπόντων ή μη, ξεσκεπάζοντας από τις γάζες της λήθης την κακοφορμισμένη πληγή, συνοψίζοντας τις αναρίθμητες παραμέτρους του ανείπωτου.

«Του αγνοούμενου ΙΙ»

«…Φέτος με ταυτοποίησαν
Δεν ήρθες στην κηδεία
Η μάνα μας κρατά ακόμα τη φωτογραφία.
Εσύ;»

Θα μπορούσα να μιλώ για ώρες για όσα διάβασα στο «Εκ του Σύνεγγυς». Ωστόσο, όταν κανείς μιλά πολύ για ποίηση, δεν επιτρέπει στην ίδια την ποίηση να μιλήσει. Και τα σημαντικά μονάχα η ποίηση μπορεί να τα πει, χωρίς να έχει ανάγκη από ενδιάμεσους και μεσολαβητές, ασκητές της πολυλογίας, ενώ η ποίηση αποκορυφώνει το ελάχιστο σε μείζων.
Κλείνοντας θα ήθελα να προσθέσω τα εξής:
Το βιβλίο της Α.Κ. με οδήγησε ξανά στο συγκλονιστικό ποίημα του κορυφαίου όσο και αποσιωπημένου μας ποιητή Παντελή Μηχανικού «Ονήσιλος».

Στην πραγματικότητα τόσο αυτή η συλλογή όσο και όλες οι άλλες των Κυπρίων ποιητών, τα πεζογραφήματα και όλα τα έργα τέχνης που αναφέρονται στην ιστορική μας μοίρα όπως αυτή καθορίστηκε το 1974, αποτελούν την τραγική εκπλήρωση της προφητείας του Ονήσιλου.
Από τότε, όλοι μας είμαστε παιδιά του Ονήσιλου, η εθνική μας πορεία καθορίζεται από την προφητεία του, η οποία αργά αλλά δυστυχώς σταθερά επαληθεύεται όχι μια φορά, αλλά συνεχόμενα με τον πιο τραγικό και συνάμα, τιμωρητικό τρόπο.
Τον τρόπο του ανήμπορου βλέμματος, του βλέμματος επί του βουβού Πενταδάκτυλου, της έρημης πόλης της Αμμοχώστου, της αφόρητα νεκρής ζώνης και τόσων άλλων περιοχών μας, που η δυνατότητα της οπτικής επαφής μαζί τους ή της απλής επίσκεψης, συνιστά τον θρίαμβο της ουτοπίας μέσα στην οποία ζούμε. Μιας ουτοπίας που παραγγέλλει πως αφού τα βλέπουμε είναι ακόμα εκεί και παραβλέπει πως απέχουν από εμάς σαράντα ολόκληρα χρόνια.

*Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης είναι ποιητής και δημοσιογράφος και το κείμενο διαβάστηκε στη παρουσίαση της ποιητικής συλλογής.

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

Εφημερίδα Αλήθεια 1/12/2016

Για την Αγγέλα Καιμακλιώτη γνώριζα ελάχιστα ως πριν ένα χρόνο. Κάποια ποιήματα της σε ανθολογίες και περιοδικά. Και μ’ αυτά τα λίγα είχα εύκολα διακρίνει put νέα σημαντική φωνή Θυμάμαι πόση εντύπωση που είχε κάνει το ποίημά της «Οι γάτες του Τεκκέ», στίχοι που μ’ άφησαν έκπληκτη για την
πρωτότυπη εικόνα τους και το μήνυμά τους (Νέα Εποχή. τεύχος 327). Έχω, λοιπόν, στα χέρια μου το «Εκ του σύνεγγυς». το πρώτο της ποιητικό
βιβλίο που διαβάζω, και το πρώτο ολοκληρωμένο βιβλίο της. μετά τα διηγήματα της «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες» (εκδ. Πήλιο. 2011). Από την ίσαμε
τώρα επαφή μου με τη δουλειά της διαπιστώνω με συγκίνηση, ακόμα μια φορά, τη μεγάλη ευαισθησία της ποιήτριας και την αγάπη της για τον τόπο της: την Κύπρο. Ίσως είναι η μόνη κυπροκεντρική μας ποιήτρια. Τόσο τα διηγήματά της. όσο και η «Εκ του σύνεγγυς» ποίησή της αυτό μαρτυρούνε: τον πόνο, την ανησυχία γι’ αυτά που έχει περάσει ο τόπος, για όσα συμβαίνουν τα 42 τούτα
χρόνια
«ΕΚ του σύνεγγυς», λοιπόν, ξεκινάμε την ανάγνωση και τη διερεύνηση της ποιητικής αυτής δουλειάς που, απ’ την πρώτη σελίδα της. σε καθηλώνει με μια εικόνα: Παιδί στο προσφυγόσημο (σελ- 11). Τι έμπνευση, αλήθεια, και τι δυνατός συμβολισμός το γνωστό παιδί που εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε, σε φακέλους σημαδεμένους! «Ξυπόλητο σαράντα χρόνους/ ρακένδυτο και δακρυσμένο/ πλάι στο συρματόπλεγμα/ θέλει ελεύθερο να περπατήσει / να ζήσει θέλει/ να ξεκολλήσει επιτέλους/ την παιδική ψυχή από το έρεβος».
Τι να πει κανείς και για τα επόμενα. Εναγώνιες φωνές συχνά σπαρακτικές όπου «φαύλη ανακύκλωση ευχών/του χρόνου στα σπίτια μας/ του χρόνου στα
σπίτια μας / του χρόνου/ Ποιου χρόνου;» (σελ. 13).
Η ποιήτρια γνωρίζει καλά πως όσο είναι δεμένη με τον τόπο της θα βλέπει πάντα το δράμα της πατρίδας μπροστά, γύρω και μέσα της. «Εκεί/ η πατρίδα ψυχή/ σώμα σε Προκρούστειο κλίνη» (σελ. 15). και σίγουρα θα ζει και θα επιμένει να ζυμώνει τις μνήμες της με τις γροθιές… «Μεσαορία/κι εσύ/ αλώνιζε τα ματωμένα στάχυα/και κράτα σπόρο καθαρό/ αντίδωρο και πρόσφορο/ για τους επόμενους» (Το ιερό ψωμί. σελ. 17).
Η ποίηση της Αγγέλας Καΐμακλιώτη είναι μοντέρνα, σύγχρονη και διαχρονική, υποβλητική. Και το πιο σημαντικό, προσωπική. Δεν θυμίζει, στο στυλ ιδιαίτερα, κάποιο ή κάποιους άλλους ποιητές. Ο αγώνας της. το αναλαμβάνεσαι από την πρώτη στιγμή είναι να διαμορφώσει ένα δικό της τρόπο έκφρασης Και το πετυχαίνει όσο λίγοι. Μια ποιήτρια που το ήθος, η σεμνότητα και η απλότητά της την καθιερώνουν ως μία από τις πιο σημαντικές ποιητικές φωνές του τόπου μας. Ήδη οι προσκλήσεις σε εκδηλώσεις, τόσο στον τόπο μας όσο και στο εξωτερικό, οι μεταφράσεις ποιημάτων της σε διάφορες γλώσσες δείχνουν πως η αναγνώριση είναι συνεχής και σταθερή. Αναγνώριση; Ναι. δεν χρειάζονται «βραβεία» και
οι κάθε λογής αμφιλεγόμενες «διακρίσεις» εδώ κι αλλού. Η ίδια η δουλειά της. μια δουλειά που φέρει πάν’ απ’ όλα την προσωπική της σφραγίδα και
την αληθινή της αγάπη για τον τόπο της. για τον οποίο «αρνείται ποιήματα ασπρόμαυρα να γράφει» κι όπου θέλει «τις λέξεις της γυμνές να κολυμπούν
στον ήλιο» και το μολύβι της σαν «γλάρος να παρασύρει στ’ ανοιχτά την αλφαβήτα».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο Φιλελεύθερος 25 Μαΐου 2015

Θεματική ‘74 αλλά με σύγχρονη οπτική

Με τη νέα και τρίτη στη σειρά ποιητική συλλογή της η Αγγέλα Καϊμακλιώτη αλλάζει άρδην τη θεματική της στόχευση μετακινουμένη από την ερωτική ποίηση στη δημοσιολογική. Αιχμή του δόρατος στην όλη θεματική προσέγγισή της η κυπριακή τραγωδία, όχι όμως ως στατικό γεγονός του 1974, αλλά ως απότοκο φθοροποιών διεργασιών μέσα στην κυπριακή κοινωνία στη σύγχρονη εποχή, στις μέρες μας δηλαδή. Η Αγγ. Κ. δεν γράφει για να αναθεματίσει αίτιους και πρωταίτιους, αλλά για να ψέξει, να μεμφθεί, να οικτίρει, ενίοτε και να συμπονέσει σύγχρονους και συνομήλικους συμπατριώτες της, που έζησαν, όπως και η ίδια, την κυπριακή τραγωδία στην πρώιμη παιδική τους ηλικία.
Εξ ου και εναρκτήριο ποίημα στη συλλογή είναι το «Παιδί στο προσφυγόσημο», όπου η ποιήτρια σημειώνει: «…θέλει ελεύθερο να περπατήσει / να ζήσει θέλει / να ξεκολλήσει επιτέλους / την παιδική ψυχή από το έρεβος / εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε / σε φακέλους σημαδεμένους / Δεν ωφελεί». (σελ. 11) Όλη η ουσία του ποιήματος συμπυκνώνεται στον τελευταίο στίχο: «Δεν ωφελεί», όπου με πίκρα και απογοήτευση συμπεραίνεται το μάταιο και ανώφελο της όποιας αγωνιστικής προσπάθειας και διάθεσης.
Την αδιέξοδη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο όποιος αγώνας του κυπριακού λαού ενάντια στην κατοχή η ποιήτρια σκιαγραφεί λακωνικά και αποφθεγματικά ως εξής: «Δεν ξεχνώ αλλά ούτε και θυμάμαι». (σελ. 13)
Παρ’ ολ’ αυτά, κάθε άλλο παρά διάθεση παράδοσης και ειρήνευσης με τα δεδομένα και τα τετελεσμένα της κατοχής διακρίνει τους στίχους της Αγγ. Κ.: «Τα σα εκ των σων, Αμμόχωστος / ορκίζομαι να ρίχνω λάδι εσαεί / στης μνήμης το ανέσπερο καντήλι». (σελ. 19)
Γι’ αυτό και όπου εντοπίσει τον συμβιβασμό, την παραδοχή ή την αποδοχή η ποιήτρια σπεύδει να καταδικάσει όχι με βδελυγμία ή αποστροφή αλλά με πόνο ψυχής. 0πως πχ στους «Βαρωσιώτες» όπου λέει: «Τις Κυριακές περνούν σκυφτοί / τα οδοφράγματα / βυθίζονται στη θάλασσα / και κρυφοκλαίνε». (σελ. 20)
Αυτός ο πόνος ακριβώς είναι διάχυτος παντού, σ’ ολόκληρο το βιβλίο, ίσως το μοναδικό συναίσθημα που δεν αλλοίωσε ή δεν κατασίγασε ο χρόνος, ο πανδαμάτωρ χρόνος. Όπως πχ στο ποίημα «Θεοφάνεια» που η ποιήτρια λέει: «…και το βλέμμα περιστέρι νεκρό / σε κατεχόμενους ουρανούς / εβεβαίου του πόνου το ασφαλές». (σελ. 21)
Ο ψόγος, η μομφή, ο σαρκασμός, κάποτε και ο καγχασμός αφορούν το σήμερα. Το χθες, το 1974, είναι το έναυσμα, το ερέθισμα για να ειπωθούν πράγματα, φρέσκα, σύγχρονα, σημερινά. Έτσι, πχ το επετειακό «Ιούλης» είναι απλώς η αφορμή: «Ελέω λειψυδρίας / λειψανδρίας προπάντων / Μονόλεπτη σιγή / μονόλεπτη ντροπή / μονόλεπτος σκασμός / Ύστερα / ψυχές ρακένδυτες / μπάνια στις παραλίες». (σελ. 24)

Η αντικατοχική θεματική, από μόνη της, a priori, εμπερικλείει πολλούς κινδύνους διολίσθησης σε μεγαλοστομίες, σε πομπώδεις ρητορείες, σε άγαρμπους διδακτισμούς και άλλες ατραπούς. Πιστεύω πως είναι προς πίστη της Αγγ. Κ. το γεγονός ότι, κατά την άποψή μου, κατάφερε να τιθασεύσει αυτή την «έμφυτη ροπή» που έχει η συγκεκριμένη θεματική σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Δεν κατάφερε όμως να την εκμηδενίσει εξολοκλήρου. Έτσι, αραιά και που, κάποια ψήγματα διδακτισμού ή μεγαλοστομίας της ξεφεύγουν. Πχ «Εσύ που πέρασες σκυφτός / τα οδοφράγματα / το ξέρεις / Δεν είναι δρόμοι η πατρίδα /ούτε οικόπεδα / είναι τα όνειρα και οι ανάσες / κάτω από κλήματα / σε καθαρές αυλές /…». (σελ. 30)
Ακόμη ένα ψήγμα πομπώδους προσέγγισης απαντούμε και στο ποίημα: «Πωλείται χρυσός»: «Πωλείται σε τιμή ευκαιρίας / ελλείψει αιδούς κι ελευθερίας». (σελ. 34)
Έχω την άποψη πως η ποιήτρια καθίσταται πιο εύστοχη, πιο λειτουργική και πιο καίρια στις επισημάνσεις της, όταν οι στίχοι της κυριαρχούνται από το στίγμα της μομφής, του ψόγου, της κριτικής αποτίμησης: «Κι εμείς / ενδοτικοί σπουργίτες / αναμεταδίδουμε / φλυαρίες χελιδονιών / και λοιπών αποδημητικών / για δήθεν ερχομό / της άνοιξης». (σελ. 33)
Η δημοσιολογική κριτική της ποιήτριας πιστεύω ότι αποφέρει αξιοσημείωτους καρπούς, κυρίως όταν επιστρατεύεται η σαρκαστική ειρωνεία και μια διάθεση αποδόμησης και απομυθοποίησης των πραγμάτων και των δεδομένων. Πάνω σε αυτή τη θεματική μα και υφολογική προσέγγιση από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου θεωρώ το ποίημα: «Του Αη Γιωρκού του Σπόρου» (σελ. 40) όπου «Ο Αη Γιώργης καβαλάρης στον άσπρο Πήγασο / …νικά τον δράκο στον αιώνα / σε μαρμαρένιες εκκλησιές / μάχες κλιματιζόμενες / …». Για να καταλήξει με το απαισιόδοξο μήνυμα πως «Η κόρη μάταια τον περιμένει / ο δράκος πια ημιθανής αργοπεθαίνει / αποστρατεία αυτεπάγγελτη εγγυημένη».
Εν μέρει εκτός κεντρικής θεματικής, προς το τέλος της συλλογής, η ποιήτρια καταθέτει και ένα ποίημα ποιητικής. Στην ουσία μια διακήρυξη προθέσεων, την οποία και καταφέρνει να εφαρμόσει σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό: «…ποιήματα με χιτώνες / και μανδύες με κουράζουν / θέλω τις λέξεις μου γυμνές / να κολυμπούν στον ήλιο /…». (σελ. 49)

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ

Τρίτη ποιητική συλλογή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη , το έργο της «Εκ του σύνεγγυς» μοιάζει με μία επαναπροσέγγιση του πολιτικού δράματος της πατρίδας της , της Κύπρου , μέσα από το φακό μιας λυρικής περιήγησης στις κατεχόμενες περιοχές του νησιού . Το μολύβι της ποιήτριας ανασηκώνει τον κρυμμένο πόνο , διαγράφει τις διαστάσεις της απουσίας , ρίχνει φως στα μάτια των ανθρώπων που απόμειναν οριστικά μισοί .Μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο η μνήμη , εργαλείο επαναφόρτισης της ιστορικής συνείδησης των ανθρώπων , ανάγεται σε κινητήριο μοχλό της ποιητικής έμπνευσης και σε πρωταρχικό αίτημα του ποιητικού υποκειμένου [Απερίσκεπτα / Απενεργοποίησες τη μνήμη / Αδρανοποίησες τη φωνή / Ακύρωσες τη ζωή σου / Αρνήθηκες /το Α το στερητικό / στη λήθη να προσάψεις / Φοβήθηκες μη γίνεις αλάτι/ σαν τη γυναίκα του Λωτ] . Η δε γενέθλια πόλη της ποιήτριας , η Αμμόχωστος , μια ιδιόμορφη νεκρόπολη, είναι πανταχού παρούσα , με το παρελθόν και το παρόν της , και ανυψώνεται σε σύμβολο της ζωής που τελεί υπό το ζυγό της ξένης κατοχής . Είναι μάλιστα αξιοπρόσεκτος ο τρυφερός σύνδεσμος που ενώνει την πόλη με το ποιητικό υποκείμενο , σχέση που θυμίζει παλιούς εραστές που αποζητούν την αποκάθαρση από το ερωτικό πάθος ,αλλά στο τέλος αδυνατούν [Για να σε λησμονήσω /ξαπλώνω στην άμμο σου / και μαζεύω φωτόνια / Ύστερα τα αλείβω /με ευλάβεια στο δέρμα μου /Μικροσκοπικά αστέρια /φυτρώνουν εντός μου/ και τότε ανατέλλω / μηδενικά φορτισμένη/ πανδέκτης και πανσέληνος αλλού/ Μα δε σε λησμονώ ] . Κι ενώ η ποιήτρια γράφει ποιήματα με πολιτική απόχρωση , αυτό που εντυπωσιάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο κατορθώνει να διαθλάσει το πολιτικό μήνυμα σε μικρά λυρικά στιγμιότυπα , μέσα στα οποία συνυπάρχουν το όμορφο και το τραγικό . Έτσι , το μήνυμα μεταφέρεται στον αναγνώστη φιλτραρισμένο με εικόνες νοσταλγικές και κάποτε πολύ τρυφερές , ενώ την ίδια στιγμή μέσα στους στίχους παρελαύνουν πρόσφυγες , μετανάστες , αγνοούμενοι , παιδιά που αγγίζουν συρματοπλέγματα , σύγχρονοι Οθέλλοι , «γκρεμισμένα σώματα» των γερόντων , όλα παρουσίες σε έναν τόπο διαρκώς απόντα και διαρκώς ακυρωμένο. Από την άποψη της τεχνικής , τα ποιήματα αναπτύσσονται κατά κανόνα σε λίγους στίχους μέσα σε ένα κλίμα μετρημένης συναισθηματικής φόρτισης .Η ποιήτρια , ευτυχώς , αποφεύγει με έντεχνο τρόπο την παγίδα της υπερβολής ή της επιτήδευσης , με αποτέλεσμα να αναδύεται αβίαστα μέσα από την ανάγνωση η αίσθηση της ειλικρίνειας. Εκτός αυτού , εναλλάσσει συνεχώς τα αφηγηματικά της υλικά , χρησιμοποιώντας ισορροπημένα την αφήγηση , την περιγραφή , το μονόλογο , το διάλογο ,την εξομολόγηση ,τον επιφωνηματικό λόγο , χαρίζοντας στο ύφος των ποιημάτων της μία ποικιλία η οποία τονώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και βοηθά την ίδια να εκφράσει πολυπρισματικά το μήνυμά της . Κι όπως γράφει η ίδια στο ποίημα «Αισιοδοξία» : Αρνούμαι ποιήματα / ασπρόμαυρα να γράφω/ σε παλαιούς καθρέφτες/ να κοιτάζω αρνούμαι/ ποιήματα με χιτώνες / και μανδύες με κουράζουν/ θέλω τις λέξεις μου γυμνές/ να κολυμπούν στον ήλιο / και γλάρος το μολύβι μου/ να παρασύρει στ’ ανοικτά/ την αλφαβήτα . Αυτή είναι λοιπόν η ποιητική της Αγγέλας Καϊμακλιώτη , πολύχρωμη και συνάμα γυμνή . Γυμνή από εκείνα τα στοιχεία που βαραίνουν τον ποιητικό λόγο και τον κάνουν δύσκαμπτο και νωθρό.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ

Η ποιητική δημιουργία της Αγγέλας Καϊμακλιώτη

Η ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη, καθώς αναδύεται από το γυναικείο αισθητήριο ενός ευαίσθητου ψυχισμού, αναβλύζει τη χάρη μιας λυρικής, λιτής ποιητικότητας, μεστής, ωστόσο, πυκνών νοημάτων και φιλοσοφικών συλλήψεων, που ενορχηστρώνονται κάτω από τις αισθαντικές χορδές εύρυθμης ερωτικής παιδαγωγίας. Στη συνεκτική διαλεκτική δόμηση σημαινόντων και σημαινομένων οι άξονες της θεματικής της περιστρέφουν τις περιάκτους τής υποβλητικής σκηνογραφικής της εικονοπλασίας γύρω από καθημερινά δρώμενα, μεταστοιχειώνοντάς τα από το «τόδε τι» στο «τι έστιν», στην καθολική τους ουσία και στην ενυπόστατη μεταφυσική τους προοπτική.
Μέσα από τις αναζητήσεις και τις ανατάσεις, τις πτώσεις και τις μεταπτώσεις, αλλά και τις ενσυνείδητες μετατοπίσεις έως τις αέναες ορμέμφυτες πτήσεις ο ποιητικός της λόγος, αποβάλλοντας κάθε περιττό φορτίο επουσιώδους κοινοτοπίας, μας απογειώνει στην περιοχή των ορατών ονείρων και των κρυπτικών αθέατων οραμάτων. Με εύληπτους, εντούτοις, αποκωδικοποιητές της αλληγορικής σημειολογίας, των αινικτικών συμβολισμών και των εύοπτων συνειρμικών συνδηλώσεων. Έτσι, με πυξίδα τις τρεις ποιητικές της συλλογές, την ακολουθούμε στο ταξίδι της δικής της ποιητικής Ιθάκης, σταθμεύοντας σε ελκυστικούς προορισμούς των απέραντων εσωτερικών της τοπίων και αποκτώντας «τες καλές πραγμάτειες» μιας εύκαρπης συγκομιδής.
Απ’ όσα συναπεκόμισε ο Ζήνων Ζαννέτος, προλογίζοντας την πρώτη της συλλογή, που, ευστόχως, τιτλοφορεί «ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα», παραθέτουμε ενδεικτικά κάποια ψήγματα των κριτικών του αποτιμήσεων, που δεν διαψεύδουν τις δικές μας αναγνωστικές προσεγγίσεις:
«Με λογική χειραγωγία η ποιήτρια οδηγείται από τον διάλογο του έρωτα στη μονόλογη κατάφαση ή υπέρβασή του, με εικόνες του λογισμού, πιο πολύ, παρά του θυμικού, όπως συνηθίζεται στην ποίηση και, μάλιστα, στον πρωτοβηματισμό της. […] Στα ποιήματα της «Αλφαβήτα» συναντάει κανείς λυρικούς στίχους με πρωτότυπη ειδή, αλλά και γνώμες έννοιες για τον έρωτα από τον υπαρξιακό κήπο της συγκίνησης, της θλιβής και της γηθοσύνης της ποιήτριας, με ιδιαίτερη γραφή και τρόπο».
Αποσπούμε κάποια αυτοτελή επιγραμματικά ποιήματα αποφθεγματικής απήχησης, που επαληθεύοντας τα προρρηθέντα αντικατοπτρίζουν το ήθος και το ύφος της ποιητικής γραφίδας: «Μια πεταλούδα: / Ανάλαφρο αντιφέγγισμα ψυχής, / μετείκασμα παράδεισου». «Πόσους αιώνες κρύβει η στιγμή; / Κι η άνοιξη πόσους χειμώνες;». «Όσο το σκέφτομαι / τόσο το πιστεύω, / πως η αγάπη / είναι σονέτο για πιάνο, / για τέσσερα χέρια όμως».
Πέραν από τις αντιστικτικές συγχορδίες και τις παλινωδίες του ερωτικού απολογισμού, η ποιήτρια μοιράζεται με τον αναγνώστη ασθματικές υπαρξιακές εκμυστηρεύσεις, που καταγράφουν από το Α έως το Ω τής «Αλφαβήτα» της συνειδητά βήματα και αυτεπίγνωστες διαδρομές ζωής, ένα οιονεί αυτοβιογραφικό χρονικό, όπως προϊδεαστικά συναρθρώνεται στο πρώτο της ποίημα με ρηματικές και ουσιαστικές αποφάνσεις: «Απύθμενα / βάθη / γονυπετής / διένυσα / επιθυμώντας / ζωή / ήλιο / Θεό. / Ικετεύοντας / και / λοιδορώντας / μοίρες / νυκτερινές. / Ξέροντας / ότι / πέρασαν, / ρήμαξαν, / σκότωσαν, / τέλειωσαν. / Ύστερα / φεύγοντας / χρωμάτισα / ψεύτικα / ωροσκόπια».
Οι στοχαστικές ανασκοπήσεις τής ποιητικής της προβληματικής, όπως η αναβίωση της πρώτης αθωότητας, η έννοια της ελευθερίας, του χωροχρόνου και της ανθρωπογνωσίας στο αντιθετικό ή αντιφατικό δίπολο των φυγόκεντρων και κεντρομόλων τάσεων μέσα από τα γήινα ή διαστρικά ταξίδια, όπως εμφαίνεται στο ποίημα «Στο Α του Κενταύρου», στοιχειοθετούν κομβικά θεματολογικά σημεία.
Οι μνήμες και οι αναμνήσεις, ωστόσο, των άπειρων και πεπερασμένων εμβιώσεων του χρόνου επανέρχονται στις «Στιγμές Αλκυονίδες», τη δεύτερη συλλογή τής Καϊμακλιώτη. Ακαριαία στιγμιότυπα αντίρροπων κραδασμών και παρατεταμένων δονήσεων στη χρωματική κλίμακα των λέξεων και των νοηματικών τους εμβαθύνσεων συνιστούν οι «Στιγμές» της πρώτης ενότητας. Κάτω από το φωτονικό μικροσκόπιο ανιχνεύουμε και πάλι τον ερωτικό πυρήνα εναλλασσόμενων σκέψεων και συναισθημάτων:

«Όταν σε σκέφτομαι βαθαίνω / Κι όταν σε αγαπώ πλαταίνω». Το ονειρικό σύμπαν, η άλλη όψη του πραγματικού ως Πλατωνική ανάμνηση τού ενοραματικά υπαρκτού κόσμου των ιδεών της ποιήτριας διατρέχει πολλά από τα ποιήματα και των τεσσάρων μερών της συλλογής. Αφουγκραζόμαστε κάποια σπαράγματα:
«Διαβαίνοντας την πύλη των ονείρων / στον ήλιο να παραδοθούμε / Λευκή σημαία η ελευθερία». «Πίσω απ’ την πόρτα του ονείρου / στη διασταύρωση του απείρου». «Οδοιπόροι της άλλης όψης του φεγγαριού». «Μιαν αύρα / μια γαλήνη αναπολώ / ίσως ανάμνηση ή όνειρο». Άλλα ποιήματα αποτυπώνουν το οξύμωρο της χαρμολύπης και άλλα παλινδρομούν μεταξύ αισιόδοξης και απαισιόδοξης αίσθησης ή εξισορροπούν τη ματαίωση της απώλειας με τη νοσταλγική αναπόληση της πλήρωσης, αλλά και την κατάφαση της ζωής στην απαντοχή της προσδοκίας. Από την τρίτη ενότητα, που αξιοποιεί με απομυθοποιητικές μεταπλάσεις Ομηρικούς ήρωες, ανασύρουμε ένα παράδειγμα: «Εσύ όμως / γυναίκα Πηνελόπη / γεννήθηκες να περιμένεις / […] / πίνοντας φίλτρα / μητέρας, κόρης, αδελφής / τρώγοντας κάθε βράδυ / από το κόκκινο καρβέλι της αγάπης».
Στην «Εκ του σύνεγγυς» πρόσφατη συλλογή ο μνησιπήμονας πόνος της ημικατεχόμενης πατρίδας επανακάμπτει δριμύτερος με την κατασταλαγμένη απόσταση των σαράντα χρόνων τής Αισχύλειας Κυπριακής Τραγωδίας. Ο τουρκοπατημένος τόπος, οι πρόσφυγες, οι νεκροί, οι αγνοούμενοι και οι εγκλωβισμένοι, αλλά και ο ενδοτισμός της προδοσίας, της απάθειας και της λήθης μνημειώνουν ανεξίτηλα με τόνους σχετλιαστικής ειρωνείας τους στίχους της Αγγέλας Καϊμακλιώτη. Ενδεικτικά επιλέγουμε: «Πατρίδα είναι μνήμη αυτογενής / τα άλλα είναι μνημόνια / συνθήκες νικημένων».

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

ΑΚΤΗ Τ.106 ΑΝΟΙΞΗ 2016

«Εκ του σύνεγγυς», εκδ. Φαρφουλάς, 2014

Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη εμφανίστηκε μόλις τα τελευταία χρόνια στο ποιητικό προσκήνιο. Ωστόσο, η ποιητική συλλογή «Εκ του σύνεγγυς» είναι η τρίτη και μ’ αυτήν η ποιήτρια ήδη έχει κατακτήσει έναν ώριμο ποιητικό λόγο, το δικό της προσωπικό ύφος.
Πρόκειται για χαμηλόφωνη ποίηση, στην οποία κυριαρχεί η οικονομία του στίχου, ο καταγγελτικός λόγος, εν πολλοίς μια απαισιόδοξη ματιά.
Οι κύριοι θεματικοί άξονες της συλλογής είναι η κατεχόμενη γη (κυρίως η γενέθλια πόλη Αμμόχωστος) και γενικά οι συνέπειες της τούρκικης εισβολής, η κριτική για τη σύγχρονη κοινωνική, οικονομική και πολιτική επικαιρότητα και κατά δεύτερο λόγο το θρησκευτικό και ερωτικό στοιχείο και ζητήματα ποιητικής.
Το βιβλίο είναι διαποτισμένο με τον πόνο και τη νοσταλγία για την Αμμόχωστο. Στην ποιητική τοπιογραφία περιλαμβάνονται ακόμα η Μεσαορία, το θέατρο της Σαλαμίνας, η Αιγιαλούσα, ο Άγιος Θέρισσος, το Καρπάσι και η Καρπασία, σύμβολα της σκλαβωμένης πατρίδας. Ενδεικτικά παραθέτουμε το ποίημα Επέτειος: Βγήκε στο γιαλό/ανοικτά του Άη Φίλωνα/με τη μικρή βάρκα «Καρπασία»/Είδε δύο τούρκικες φρεγάτες/Έριξε δίκτυ/για σκάρους και κουρκούνες/Πεθύμησε περήφανος να ψάλλει/τον Εθνικό τους Ύμνο/αλλά τραγούδησε γλυκά «Το γιασεμί»/Ήταν εγκλωβισμένος/σαράντα χρόνους/εκεί στη μέση του γιαλού.
Την ενότητα της συλλογής ενισχύουν οι αναφορές σε: ομαδικούς τάφους, συρματόπλεγμα, προσφυγόσημο, μισοφέγγαρο ήλιο, οδόφραγμα, αγνοούμενοι, εγκλωβισμένοι, πρόσφυγες, παραλίες κατεχόμενες, μνημόσυνο, Δεν ξεχνώ, πραξικόπημα, παρελάσεις, ψηφίσματα, εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, επέτειοι (Ιούλιος, Αύγουστος). Αλλά και το ποίημα «Εκ του σύνεγγυς», που έδωσε τον τίτλο και θέτει ευθύς εξαρχής το στίγμα του θεματικού προσανατολισμού της ποιήτριας, παραπέμπει στις συνομιλίες για τη λύση του κυπριακού, όσο κι αν μόνο συνεκδοχικά θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοιο, αφού σε πρώτο επίπεδο αυτή η πρόθεση υποκρύπτεται κάτω από το ερωτικό στοιχείο.
Ο ποιητικός λόγος έρχεται να ελέγξει τη συνείδηση και τα πεπραγμένα μας, π.χ. το Δεν ξεχνώ που, ούτε ως απλό σύνθημα, χωρίς ουσία, δεν υφίσταται πια, και το Ναι ή το Όχι (Στον τύμβο: Πίσω από κάθε ηρωικό Όχι/κείτονται αναρίθμητα/δολοφονημένα Ναι/σε ομαδικούς τάφους/και λίκνα πεσόντων).
Πάντως, αυτό που δεσπόζει στη συλλογή είναι η μνήμη. Η μνήμη και η λήθη που λειτουργούν ως μέτρο για να δοκιμαστεί η ευαισθησία ή η αναγλησία μας, η ανθρωπιά, οι ενοχές μας: «απενεργοποίησες τη μνήμη», «Δεν ξεχνώ αλλά ούτε και θυμάμαι», «τα πλήθη μπαινοβγαίνουν δίχως μνήμη», «μνήμη αιχμηρή», «στης μνήμης το ανέσπερο καντήλι», «ήχος μνημόσυνος/μνήμες ερινύες», «τ’αηδόνια/δε σ’ αφήσανε να κοιμηθείς/όπου κι αν πήγαινες/Ήταν η μνήμη», τα «μνημόνια», «μνημεία της προδοσίας», «όσα θυμόμαστε κι όσα ξεχάσαμε».
Η κοινωνικοπολιτική κριτική επεκτείνεται και σε άλλα ζητήματα της τρέχουσας επικαιρότητας όπως οι μετανάστες και κυρίως η οικονομική/ηθική κρίση, («πωλείται χρυσός», «μνημόνιο», «τραπεζικές θυρίδες», «τραπεζίτες»), οι μικροκομματικές και χρεοκοπημένες ιδεολογίες, το φυσικό αέριο («τώρα πολιτογράφηση/μόνο στο Οικόπεδο Δώδεκα»).
Η συχνή παράθεση λέξεων και φράσεων από την εκκλησιαστική γλώσσα και παράδοση είναι ένα ακόμα συνεκτικό στοιχείο της συλλογής: πρόσωπα και γεγονότα της Παλαιάς και Νέας Διαθήκης, όπως ο Λωτ, ο Ιούδας, ο Πόντιος Πιλάτος, η σταύρωση, τα εξαπτέρυγα, η μετάληψη, τα πρόσφορα και το αντίδωρο, τα Θεοφάνεια.
Τα αντιθετικά σχήματα και το οξύμωρο (μνήμη και λήθη, «σ’ αυτή την ταπεινότητα την υπεροπτική», «χειροκροτούν περήφανα και υποκλίνονται», «την πιο εκκωφαντική σιωπή μας»), οι αμφισημίες, οι υπαινιγμοί, ενίοτε η ειρωνεία και ο σαρκασμός, αλλά και η ευαισθησία, ο λιτός στίχος, η εντύπωση του προφορικού λόγου και ο διάλογος, η παράδοση (ιστορική, μυθολογική, θρησκευτική, ποιητική) και η έντονη διακειμενικότητα (Σεφέρης, Ελύτης, Κάλβος, Καβάφης, Χαραλαμπίδης) είναι χαρακτηριστικά στοιχεία του ποιητικού λόγου της Αγγέλας Καϊμακλιώτη.
Τελικά, χωρεί αισιοδοξία στη συλλογή «Εκ του σύνεγγυς»; Η αισιοδοξία χάνεται μέσα στη λήθη, στη λησμονιά, στην αναγλησία, στις πληγές που χάσκουν ανοιχτές, στη ζοφερή κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Αλλά, ευτυχώς, η ελπίδα διασώζεται στη μνήμη και στο ποίημα (ποιητικής-καθόλου τυχαίο!) Αισιοδοξία: Αρνούμαι ποιήματα/ασπρόμαυρα να γράφω/σε παλαιούς καθρέφτες/να κοιτάζω αρνούμαι/ποιήματα με χιτώνες/και μανδύες με κουράζουν/θέλω τις λέξεις μου γυμνές/να κολυμπούν στον ήλιο/και γλάρος το μολύβι μου/να παρασύρει στ’ ανοικτά/την αλφαβήτα.

ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Εφημερίδα ο Φιλελεύθερος 13 Οκτωβρίου 2013

Όλα τα ποιήματα της Αγγέλας Καϊμακλιώτη, που περιλαμβάνονται στη συλλογή «Στιγμές Αλκυονίδες», η οποία κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις «Πήλιο», είναι είτε ερωτικής είτε υπαρξιακής πνοής είτε και τα δυο μαζί.
Θεωρώ ωστόσο ότι η ποιήτρια πετυχαίνει καλύτερα αποτελέσματα στην ερωτική θεματική, ενδεχομένως γιατί εδώ οι εμπνεύσεις της είναι πιο βατές και πιο συγκεκριμένες. Π.χ. στο «Έκπτωτος Άγγελος» (σελ. 49), ανάμεσα σ’ άλλα, λέει: «Υποψία φτερών ελαφραίνει / τους ώμους σου / έκπτωτος Άγγελος / Εσύ / Εσύ μου».
Γενικά, στη θεματική της Αγγ. Κ. δεσπόζει η ερωτικο-λυρική διάθεση, αλλά ουδόλως απουσιάζει και μιας μορφής φιλοσοφική προσέγγιση: «Το νόημα της ζωής / μισοκρύβεται πίσω από το νοητό / παλεύει με το ανόητο / και νικά το αδιανόητο». (σελ. 9)
Ιδιαίτερα πετυχημένα βρίσκω τα ευσύνοπτα, λειτουργικά και καίρια ποιήματα της πρώτης ενότητας του βιβλίου. Λόγος λιτός, απλός και ευθύς, όπως στο πρώτο ποίημα της συλλογής: «Ήσουν / η γεύση του Αυγούστου / κι ήταν / η πρώτη μέρα του Χειμώνα». (σελ. 6)
Εύστοχο θεωρώ και τον τρόπο που η Αγγ. Κ. θεματοποίησε στην ποίηση της την ερωτική προσμονή: «Ακόμη κι άμα δεν έρχεσαι / είναι υπέροχο / που εγώ σε περιμένω». (σελ. 12)
Η δύναμη του στίχου της Αγγ. Κ. είναι η απλότητα και η λιτότητα. Όποτε πετυχαίνει την οικονομία του λόγου, τη λακωνικότητα, συνδυάζοντάς την με φαντασία και βαθύτερη σκέψη, το αποτέλεσμα είναι αξιοπρόσεκτο. Όπως στο «Μαζί σου» (σελ. 22), όταν λέει: «Το λίγο γίνεται πολύ / το πολύ λίγο / όταν τολμήσω να το μοιραστώ / μαζί σου / Το λάθος γίνεται σωστό / το σωστό λάθος / όταν τολμήσω να τ’ ονειρευτώ / μαζί σου / Είναι η αίσθηση που γίνεται ψευδαίσθηση / μαζί σου».

Όποτε η ποιήτρια ξεφύγει από τα τετριμμένα, όποτε επιστρατεύσει τη φαντασία ή την ακρίβεια των λέξεων, το αποτέλεσμα είναι απείρως καλύτερο. Όπως στο «Εποικοδομητική ασάφεια» (σελ. 27) όταν, ανάμεσα σ’ άλλα, λέει: «Μπορούσες άραγε / το “σ’ αγαπώ” εκείνο / αντί να το προφέρεις / να το προσφέρεις;».
Θεωρώ ότι το αποτέλεσμα είναι καλύτερο και όταν υπάρχει προσχεδιασμένη και συμμετρική αρχιτεκτονική δόμηση ενός ποιήματος. Όπως συμβαίνει στο «Ειμαρμένη» (σελ. 35). Εδώ χρησιμοποιούνται οι Μοίρες, ως ποιητικές μορφές, αλλά και ως μέσο ποιητικής μετάπλασης ιδεών και συναισθημάτων, με υπαρξιακό υπόβαθρο.
Γενικά, η συμμετρική ανάπτυξη μιας ποιητικής ιδέας βοηθά την Αγγ. Κ. να πετύχει καλύτερα αισθητικά αποτελέσματα. Όπως συμβαίνει και στο «Αυτογνωσία», (σελ. 36) όταν λέει: «Μετρώ τον κόσμο / με το μοιρογνωμόνιο / της αισιοδοξίας / Χαράζω κάθετα την ευθεία της αφετηρίας, / οριζόντια / την ευθεία του τέρματος / Σημείο συνάντησης / η ορθή γωνία / της λογικής…». Εδώ, κατά την άποψή μου, φαίνεται καθαρά ότι η ευκρίνεια και ο ορθολογισμός, ουδόλως μπορούν να αποδυναμώσουν αισθητικά μια ποιητική ιδέα, φτάνει αρωγός στην όλη προσπάθεια να είναι η φαντασία, η ευαισθησία και η βαθύτερη σκέψη.
Η Αγγ. Κ. ανατρέχει συχνά στην ελληνική μυθολογία αναζητώντας μορφές και ποιητικά σχήματα αισθητικής μετάπλασης ποιητικών ιδεών, είτε πάνω στην ερωτική είτε πάνω στην υπαρξιακή θεματική, που είναι και οι πλέον προσφιλείς της. Συχνά όμως, λυπάμαι να παρατηρήσω, περιορίζεται στην απλή αναπαραγωγή των μυθολογικών προτύπων, μη προσθέτοντας σύγχρονες πινελιές ή μη δημιουργώντας ανατροπές από τα καθιερωμένα. Όταν το πράττει, όπως π.χ. στο «Του Οδυσσέα» (σελ. 41), το αποτέλεσμα είναι αξιοσημείωτο. Και το αξιοσημείωτο έγκειται στο ότι στη μορφή του Οδυσσέα, εμπερικλείονται ως εσωτερική αντιπαλότητα τα πάντα, και ο Πολύφημος, και οι Λαιστρυγόνες, και οι Σειρήνες, αλλά και οι Μνηστήρες. Πρόκειται για μια πρωτότυπη ανάγνωση του γνωστού μύθου που δικαιώνεται αισθητικά.
Έχω όμως ακόμη μερικές παρατηρήσεις να σημειώσω. Συχνά-πυκνά οι στίχοι της ποιήτριας γίνονται συμβατικοί, προβλεπτοί και ως εκ τούτου λιγότερο λειτουργικοί και επαρκείς αισθητικά. Π.χ. στο ποίημα «Το δέντρο της ζωής» (σελ. 56), μεταξύ άλλων, λέει: «Άσε τον άνεμο να σε μαστιγώσει… / Τη βροχή να σε ξεπλύνει… / Το χιόνι να σε παγώσει… / Τον ήλιο να σε ζεστάνει…». Ούτε μια ανατροπή, ούτε μια έκπληξη, ούτε ένας αιφνιδιασμός που να δικαιώνει το όλο εγχείρημα.
Γενικά, θα ήταν πολύ καλύτερα αν η Αγγ. Κ. απέφευγε τις κοινότοπες, τετριμμένες και πολυχρησιμοποιημένες φράσεις και εκφράσεις-κλισέ, όπως «στην άκρη του γκρεμού να περπατήσω» ή «τη μοίρα μας στα μάτια να κοιτάξουμε» ή «στο μάτι του (πιο κόκκινου) κυκλώνα» (σελ. 20), που όλες μαζί εντοπίζονται σε ένα και μόνο ποίημα, διαβρώνοντας το αισθητικό αποτέλεσμα και μειώνοντας την εμβέλεια της αρχικής ποιητικής ιδέας.
Ακόμη ένα ενδεικτικό παράδειγμα ποιήματος που κατατρύχεται από την κοινοτοπία είναι και το «Μεσοπέλαγα» (σελ. 25), στο οποίο τη μια «η αγάπη / μας βρήκε ναυαγούς μεσοπέλαγα», και την άλλη «μας παράτησε / η αγάπη ναυαγούς μεσοπέλαγα». Δεν φτάνει που καταγράφεται μια προφανής κοινοτοπία, επαναλαμβάνεται κιόλας μέσα σε ελάχιστους στίχους για να… εμπεδωθεί καλύτερα.
Θέλω όμως να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με το ποίημα που θεωρώ ως την καλύτερη στιγμή ολόκληρου του βιβλίου. Αναφέρομαι στο «Ονειροπληξία» (σελ. 54) που κρίνω ως το καλύτερο, κυρίως για την ακρίβεια, την παραστατικότητα και την ευρηματικότητά του. Το παραθέτω ολόκληρο. «Να αποφεύγεται καλύτερα / η γείωση ονείρων / εν μέσω βροχής / και καταιγίδων / εξαιρετικά επικίνδυνο εγχείρημα / Αλεξικέραυνα είναι τα όνειρα / μόνο των καλοκαιρινών διαδρομών».

ΞΕΚΛΕΙΔΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΦΑΒΗΤΑ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

στην εφημερίδα Αλήθεια 7/8/2012

Εκτός από τον πεζό, η Αγγέλα Καϊκακλιώτη ξεχωρίζει και στον ποιητικό λόγο, όπως μπορεί να διαπιστώσει ο αναγνώστης διαβάζοντας, ή καλύτερα μελετώντας, την ποιητική της συλλογή «Ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα»(Εκδόσεις Πήλιο). Μπορεί, άραγε, η ποίηση να ξεκλειδώσει την αλφαβήτα; Και μήπως, άμα την ξεκλειδώσει και μετά, δεν θα βρεθεί ενώπιον μιας άλλης σειράς γραμμάτων που, και αυτά, θα προστατεύονται πίσω από δρύινες πόρτες, κρατώντας απ’ έξω τους ποιητές; Γράφω υπαινιχτικά, όπως, φυσικά, και η Αγγέλα Καϊμακλιώτη που μετατρέπει εικόνες της καθημερινότητας, της δικής της και άλλων, σε μελαγχολικά, ως επί το πλείστον, ποιήματα που, ωστόσο, αφήνουν και τη φωτιά της ελπίδας να σιγοβράζει. Η αγάπη, σε όλες τις μορφές της, ο έρωτας, επίσης σε όλες τις μορφές του, οι αναμνήσεις που, σαν πουλιά κελαηδούν ή κρώζουν, οι αγωνίες που μας ακολουθούν σαν σκιές, τα όνειρα, ανεκπλήρωτα ή μη, οι ραγισμένοι καθρέφτες, αλλά και οι παραμορφωτικοί, διατρέχουν τη συλλογή σαν ποτάμια.
Οι στίχοι της Καϊμακλιώτη, ξέχειλοι από τρυφερότητα, θροίζουν σαν φύλλα του φθινοπώρου και, ταυτόχρονα, ιχνογραφούν, μπροστά στα μάτια μας, ένα κόσμο που, συνήθως, ή σχεδόν πάντοτε, μονάχα οι ποιητές, με την αιχμηρή τους ματιά και το ανεξάντλητο απόθεμα εμπνεύσεων, μπορούν να ξεχωρίσουν μέσα στην πολυκοσμία της ρηχότητας.
«Κατάφερε να φυτέψει/μιαν άσπρη ελπίδα/έξω απ’ τον τοίχο της φυλακής
του/Έσκαβε μήνες, χρόνια/το τούνελ τηςαπόδρασης/Και τώρα, να!/Χωρά το χέρι του ολόκληρο/Μέχρι τον αγκώνα/Βούλιαξε στο χώμα μυστικά/Τα δάχτυλα ελεύθερα/τον σπόρο φύτεψαν/στα τυφλά ψαχουλεύοντας/κι ένα λουλούδι φύτρωσε/Τώρα αυτός ανασαίνει/με μιαν αίσθηση ελευθερίας/Όταν βγει, θα έχει άνθη/να φτιάξει ένα μπουκέτο».
Σημειώνει, μεταξύ άλλων, στον πρόλογό του ο Ζήνων Ζαννέτος: «Με λογική χειραγωγία, η ποιήτρια οδηγείται από το διάλογο του έρωτα στη μονόλογη κατάφαση ή υπέρβασή του, με εικόνες του λογισμού, πιο πολύ, παρά του θυμικού, όπως συνηθίζεται στην ποίηση, και μάλιστα, στον πρωτοβηματισμό της. Διαχειρίζεται τα εφικτά του έρωτα ονειρευόμενη τον απόλυτο λόγο του,
που τον θεωρεί ευλογία. Βέβαια, τα εφικτά, πραγματώνονται μέσα στις δυνατότητες της κοινωνικής ασφυξίας, αλλά και στις βεγγαλικές εκπυρώσεις της υπαρξιακής ελευθερίας του προσώπου».
Και λίγο πιο κάτω: «Στα ποιήματα της Αλφαβήτα συναντάει κανείς λυρικούς στίχους με πρωτότυπη ειδή, αλλά και γνώμες έννοιες για τον έρωτα από τον υπαρξιακό κήπο της συγκίνησης, της θλιβής και της γηθοσύνης της ποιήτριας, με ιδιαίτερη γραφή και τρόπο. Και τούτο καταγράφεται στις αρετές της ποίησης της Καϊμακλιώτη».

ΕΛΕΝΗ ΜΟΥΖΟΥΡΑ

Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος

Αν με τον άνεμο επιθυμήσεις να χορέψεις
φύλλο να γίνεις ή φτερό
και κείνος θα σε παρασύρει
σε χορογραφίες παθιασμένες,
με φιγούρες οργισμένες.
Σε μιαν εκρηκτική περιστροφή
στο μονοπάτι των σιφώνων
αίφνης θα σ` οδηγήσει.
Εκεί που αποτολμούν ταξίδια μόνο οι τρελοί,
λίγο προτού ξεσπάσουν καταιγίδες.

Με αυτό το ποίημα αντί βιογραφικού μας συστήνεται η Κύπρια ποιήτρια Αγγέλα Καϊμακλιώτη. Σαν τον άνθρωπο που επιθύμησε να χορέψει με τα φτερά του ανέμου στην ποιητική της δημιουργία. Και πιο κάτω, αφιερώνει αυτή τη ποιητική συλλογή στους αναγνώστες της «σ` όσους κρατάνε φυλαγμένο του παραδείσου αντικλείδι και όσους μαζί μου πορευτήκανε στης αλφαβήτας το ξεκλείδωμα» γράφει. Ακόμα πιο κάτω «του Απρίλη μου» όπως αναφέρει στη δεύτερη αφιέρωσή της, καθώς μας προετοιμάζει να βαδίσουμε μαζί της στις τροχιές του έρωτα.

Στο εξώφυλλο μια γυναίκα, κεντρική μορφή του ποιητικού έργου, βαδίζει ξυπόλυτη στο χορτάρι με κατεύθυνση τη θάλασσα, ίσως ανέμελα. Η πορεία στη ζωή σαν περιδιάβαση που ξεκλειδώνει στη ψυχή προβληματισμούς, αναμνήσεις κι αντιφάσεις. Το δίπολο της ζωής, της ύπαρξης, του έρωτα καθώς ίσως τα αφήνει πίσω της βαδίζοντας. Μπροστά της η ομορφιά της φύσης, η θάλασσα, η ελευθερία από τις συμβάσεις, συναισθήματα, σκέψεις, αναμνήσεις που αποτυπώνονται υποδηλωτικά. Ποτέ φανερά. Παρόλα αυτά όμως στη διάθεση του υποψιασμένου αναγνώστη, αυτού που μπορεί να ερμηνεύσει τους μυστικούς κώδικες. Με το δεξί της χέρι ελαφρά ανασηκωμένο σαν να συγκρατεί τα μαλλιά ή τη ψυχή της στον άνεμο, είτε σε μια στάση μυστικού χαιρετισμού του αναγνώστη της ή /και του έρωτα. Ξυπόλυτη. Ελεύθερη από συμβάσεις.

Ξεκινά την περιδιάβαση της ψυχής της και το χορό με τον άνεμο της ποίησης στα 45 συν ένα ποιήματα ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα της.

Σε μια ακροστιχίδα της αλφαβήτας βαδίζει από στίχο σε στίχο, με εύγλωττη λιτότητα και πυκνότητα σε μια εσωτερική καταβύθιση για την εύρεση και ανάσυρση της ουσίας της. Μια ενδοσκόπηση δραματική σε α΄ ενικό πρόσωπο, κατανυκτική, μέσα από την οποία περιδιαβαίνει από το Α για να φτάσει στο Ω, επιθυμώντας, αναζητώντας το φως και το Θεό, μη αγνοώντας όμως τις μοίρες που πέρασαν και ρήμαξαν, όπως λέει, αλλά συνεχίζοντας χρωματίζει τα ψεύτικα ωροσκόπια της ελπίδας της.

Ποιητικός λόγος έξυπνος, ευρηματικός, λιτός και πυκνός. Συχνά μονολεκτικός, εύγλωττα λακωνικός, που ρέει και οδηγεί τον αναγνώστη σε επίπεδα, κύκλους, σπειροειδή ελιγμούς, που ωστόσο ολοκληρώνονται με μια εσωτερική συμμετρία. Ο λόγος, που ξεκινά σαν ρυάκι, γίνεται γάργαρο νερό στο ποτάμι των συναισθημάτων, συχνά φουσκώνει σε χείμαρρο για να γαληνέψει και πάλι γυρνώντας στην αφετηρία του, στην πηγή του ή τον αέναο κύκλο της ζωής.

Ενδεδυμένη πάντα με το φιλοσοφικό μανδύα της αναζήτησης. Με έναν απόηχο θλίψης, πόνου για όσα ανακαλύφθηκαν στο καταστροφικό χτες, μέσα από την ενδοσκόπηση της αναζήτησης της μοίρας του ανθρώπου, χωρίς βεβαιότητα ή με μια αίσθηση ανθρώπινης ευθύνης. Σαν μουσική υπόκρουση, μια υποψία Καβαφικού στοχασμού οδηγεί σε ήχους πότε φιλοσοφικούς, πότε διδακτικούς και πότε θλιμμένους.

Κυρίαρχη παρουσία ο έρωτας. Ο άντρας, η γυναίκα και ο τρόπος που ο καθένας τους τον βιώνει. Η ποιήτρια βαδίζει σε ένα δραματικό εσωτερικό διάλογο, πότε σε έναν ακόμα πιο δραματικό μονόλογο, με μια λανθάνουσα ειρωνεία, ή και αυτοσαρκασμό που ενίοτε μετατρέπεται σε έναν ιδιόμορφο κυνισμό προς τη ζωή, τη σιωπή, την αγάπη. Το λογοπαίγνιο αγαπημένο της μοτίβο και ο τίτλος κάθε ποιήματος να ανασύρεται μέσα από το ποίημα, πότε ως επωδός, πότε ως συμπέρασμα και πότε ως αφετηρία, δομικό στοιχείο ισορροπίας και εσωτερικής αρμονίας.

Κύκλοι θεματικοί, τεχνικοί, φιλοσοφικοί και γλωσσικοί, που ταξιδεύουν μέσα στη γλυκύτητα και το ρομαντισμό της λυρικής ποίησης και πότε σε ένα στροβιλισμό που σε καλεί να ερμηνεύσεις το κρυφό μήνυμα κάποιου κεκαλυμμένου ή/και πρόδηλου έρωτα. Κεντρικό θέμα, πάντα ο έρωτας. Ο έρωτας, δημιουργός, ο αντρικός, ο γυναικείος έρωτας. Όπως αποτυπώνεται στο ποίημα Συνάντηση: « Έψαξε εκείνος την καρδιά της, το χέρι του εκείνη/ Πόθησε το γυμνό κορμί της εκείνος, γυμνή την ψυχή του εκείνη./Βάδισαν μοιραία σε παράλληλους δρόμους/σε προορισμούς διαφορετικούς χωρίς σταυροδρόμια./ Έπλεξαν γέφυρα συνάντησης με τις κλωστές του ονείρου. Εκείνος μετέωρος πάνω απτο φόβο, δίπλα στον πόθο κάτω απ τα θέλω./Εκέινη ισορροπώντας ανάμεσα στις επιθυμίες και τις νόρμες./Μες τη μέση του κόσμου, στη μέση του χρόνου συναντήθηκαν Σελ 11.

Από το α΄ ενικό καθώς κινείται στο β΄ ενικό φτάνει στο α΄ πληθυντικό από το εγώ στο εμείς, για να συνεχίσει ξανά στο εγώ. Λόγος συχνά αφηγηματικός και εσωτερικός, καθώς ζωγραφίζει εικόνες και θεατρικά δρώμενα στη φαντασία μας, αλλά και βαθιά προσωπικός καθώς περιγράφει το εσωτερικό της ψυχής. Σπειροειδής πορεία, αρχή και τέλος που γίνεται ξανά αρχή για να οδηγήσει στην συμμετρία και την αρμονία.

Μέσα από την εσωτερική καταβύθιση εντοπίζει και ανασύρει τα λάθη της, όπως στο ποίημα με τίτλο «Λάθος» ή τραγικές διαπιστώσεις όπως «κι ο φάρος σκοτεινός και ψεύτης». Προβληματίζεται για την κυκλική πορεία των πραγμάτων. Γράφει: «Τότε μόνο θα κλείσεις τον κύκλο. Όταν το τέλος γίνεται η αρχή και η αρχή το τέλος», σελ 17. Και πάντα ο έρωτας πότε σαν μια σχέση ανάλαφρη, πότε απουσία, πλάνη ή θάλασσα που μπορεί να σε ταξιδέψει, μα και να σε πνίξει, να σε αναρροφήσει, αλλά πάντα ιδιαίτερος.

Πότε γυρίζει τη ψυχή για ν` αγναντέψει τη φύση και να νικήσει το χρόνο, πότε γυρνώντας ξανά στο α΄ ενικό ανακαλύπτει το οξύμωρο στη διπολικότητα της ζωής, μια διπολικότητα που οδηγεί μέσα από το ζευγάρωμα αντιθέσεων στην ισορροπία και την αλήθεια, όπως στο ποίημα Οξύμωρο σελ. 25. Για να καταλήξει και πάλι στον έρωτα. Τον πανταχού παρόν κεκαλυμμένο ή φανερό πρωταγωνιστή αυτής της ποιητικής συλλογής. Η ποιήτρια ταξιδεύει στα φτερά της χαρμολύπης, στο Α του Κενταύρου καθώς αναζητά τα ίχνη που άφησε ο έρωτας του. Πότε σαν ανάμνηση, πότε σαν φωτιά «το σκοτεινό εγώ που αναφλέγεται και γίνεται φως κόκκινο» σελ 33, γράφει. Και μέσα από αυτή τη φωτιά το δύο να γίνεται ένα και ξανά δύο, αντίθετα με κάθε μαθηματικό κανόνα ή θεώρημα.

Ακολουθεί μια σειρά από ολιγόστιχα ακόμα ποιήματα, όπου συνεχίζει μόνιμη επωδός ο έρωτας, όπως στο ποίημα Γυμνό:. «Στο γυμνό της σώμα εναπόθεσε τη γυμνή ψυχή του». Το σώμα και η ψυχή και η συνεχής διαφωνία ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα που παρουσιάζεται σαν το δίπολο φεγγαριού και ήλιου, ελευθερίας και μεταμφίεσης, υποκειμενικότητας ή υποψίας παραίσθησης και ελευθερίας, για να καταλήξει στον έρωτα ως γλυκόπικρο ταξίδι, όπου το δίπολο εμπεριέχεται και συγκατοικεί μέσα στην ίδια λέξη.

Ώσπου πια το ταξίδι ολοκληρώνεται στο οπισθόφυλλο, με τη γυναικεία μορφή να απομακρύνεται θολή και το συμπέρασμα πως, γλυκόπικρος ή όχι ο έρωτας, ο καθένας τον χρωματίζει με τα δικά του χρώματα. Και το ποιητικό επιμύθιο στο ποίημα:

Σονέτο για πιάνο

«Όσο το σκέφτομαι/ τόσο το πιστεύω,/ πως η αγάπη/ είναι ένα σονέτο για πιάνο, /για τέσσερα χέρια όμως».

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΖΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής από το μουσικό και λογοτέχνη κ. Στέφανο Ζυμπουλάκη, στις 26 Ιανουαρίου στο Μουσείο Θέασης

Όταν ο έρωτας γίνεται ζωή και η ζωή το φως της ποίησης, τότε η καρδιά φλογίζει το όνειρο, τη μορφή και η ποίηση γίνεται τραγούδι. Η ψυχή τραγουδά, ονειροπολεί, διανθίζει το μίσχο του έρωτα κι ο νους στην εγκεφαλικότητα του ανασαίνει το αίσθημα, το λυρισμό, τη μουσική και την αρμονική ζωή του χρώματος του στίχου. Βιώματα προσωπικά σ’ ένα διάλογο χρωματικής διαύγειας, με τον εσωτερικό της κόσμο και σ’ ένα ύμνο δόξας, προσωποποιούν την ερωτική της ευαισθησία, σε όλα τα επίπεδα της ψυχής της.
Ο έρωτας ζει παντού και πάντοτε. Και το πάντοτε, ένα φωτοβόλο αστέρι στο φεγγαρόφωτο μιας λίμνης ερωτικής, όπου το αηδόνι τραγουδά χωρίς την Καρχηδονική ερημοσύνη, αλλά τραγουδά με το φεγγάρι και την ανταύγεια του «σ’ αγαπώ», του «σε λατρεύω», του «σε ποθώ», μέσα στο αιώνιο φιλί της προσδοκίας και τον ορισμό του Πλάτωνα, ότι ο Έρωτας σε θεληματική νοημοσύνη και έκφραση, είναι η ένωση της ψυχής μετά της σαρκός, και όχι όπως θα όριζε ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος ότι ο Έρωτας είναι η μεγαλυτέρα ευφυΐα των ηλιθίων ή η μεγαλυτέρα ηλιθιότης των ευφυϊών.
Η ερωτική ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη είναι ποίηση Αγγελινή, όπου ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα των συναισθημάτων της σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης καρδιάς, γίνεται ποίηση ομορφιάς. Είναι ποίηση ζωής και πάνω απ’ όλα ένθεης δημιουργίας. Όταν διαβάζεις την ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη, ανασαίνεις αίσθημα, συναίσθημα, λυρισμό και χρησμό ερωτικού σκιρτήματος.

«Το παλιό μας πιάνο μες στη σάλα/ η σκιά σου το βαραίνει,/ήπιε η ψυχή σου στάλα, στάλα/ και κλειστό την ανασαίνει.», όπως θα έλεγε ο ποιητής Μάνος Κράλης.
Ο ερωτικός Μπετόβεν στη σονάτα υπό το σεληνόφως, εναρμονίζεται με τους κραδασμούς της ποιήτριας Αγγέλας, για πιάνο για τέσσερα χέρια και δονούνται τα πλήκτρα κι οι χορδές, όπου η συνοδεία χρωματίζει κι ενδυναμώνει το ερωτικό αηδόνι με το πετάλ της διάρκειας, της μέθεξης, της πνευματικής ευφορίας, της οξυδέρκειας και πάνω απ’ όλα, της ενόρασης, σε μια λίμνη όπου ο κύκνος χορεύει και το αηδόνι στο οπάλινο κύμα της χαράς ρυθμίζει την έκφραση του αιώνιου και του μεταφυσικού. Ένας ο ορίζοντας της ερωτικής ποίησης της Αγγέλας Καϊμακλιώτη. Το φτερούγισμα της ευτυχίας που οδηγεί στη λύτρωση και την εσωτερική αποκατάσταση.
Το χρώμα, η φωνή, ο άνθρωπος, η γυναίκα και ο ουρανός, σε μια σύζευξη ερωτικής ευαισθησίας και έξαρσης, όπου η πραγματικότητα γίνεται στοιχείο λύτρωσης και φωσφορίζει ανθούς, ως μορφή και ύπαρξη, που οδηγεί σαν προσευχή, στην αναστάσιμη ελευθεροποίηση των πράξεων, των παθών, των ανατάσεων σ’ ένα κερί από ανθόφυλλα αγάπης, ευτυχίας και οραματισμών για το αύριο, για το μεθαύριο, για το πάντοτε, για το αιώνιο.
Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη είναι ποιήτρια. Είναι δημιουργός με έκφραση και υποβλητικότητα. Δεν γράφει απλά, δεν απεικονίζει θεωρητικά το ερωτικό στοιχείο. Ζει μονάχα το λίπος της καρδιάς. Γίνεται ένα με το στίχο σε μελίρρυτη γραφή, μουσική και εσωτερικότητα ροής.
Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη ζωγραφίζει, μορφοποιεί, μα δεν αντιγράφει. Θερμαίνει μονάχα το οξυγόνο της ποίησής της μέσα από την ανθρώπινη ανάσα. Τούτα τα γραφόμενα μου χωρίς υπερβολή και υπέρβαση τα τεκμηριώνω με την προσωπική μου κατάθεση στο έργο της με το θετικό αποδεκτό, και του ομιλείν ποιητικά στην πράξη, απαγγέλλοντας τα πιο κάτω ποιήματά της, όπου το μόριο και το κύτταρο της ερωτικής της ποίησης γίνεται Θούριος Αγάπης, λύτρωση ακουαρέλας, γαρούφαλλο ομορφιάς και αιθέριας ποιητικής καταξίωσης. Εδώ η ποίηση της, είναι ποίηση και η καρδιά της ωριμότητα με το προσωπικό της ύφος, το βάθος και το χαρακτήρα της.
Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη γράφει και προδιαγράφει τον αυριανό ποιητή, όπου το ουράνιο πνεύμα αισθητοποιεί την ψυχή με τον κόσμο του υπαρκτού και διαχρονικού στίχου, σ’ έναν κύκλο ζωής σε αδιάλειπτο βίο ανθοφόρησης.
Κι όπως θα έλεγε ο ιδρυτής του σουρεαλιστικού μανιφέστου, γάλλος Andre Breton για την ποίηση της, είναι το παιγνίδι των λέξεων μετά του ρυθμού στο κάνιστρο του θεϊκού έρωτα, της καρδιάς και του ανθρώπινου κόσμου. Με τον ίδιο τρόπο θα χρωμάτιζε σαν ορισμό της ποίησης ο έλληνας νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, ότι η ποίηση « είναι ο διαλογισμός των λέξεων σε φθόγγους ηχηρούς όπως η θάλασσα με το κύμα για να τραγουδά ελεύθερος ο γλάρος τον έρωτα της ψυχής μαζί με το κύτταρο της καρδιάς και το φως του σώματος.
Για την ίδια όμως προσωπικά η ποίηση είναι η τέχνη με την οποία προκαλούνται αισθήσεις, εντυπώσεις, συγκινήσεις με την ιδιαίτερη χρησιμοποίηση της γλώσσας καθώς αυτή μεταχειρίζεται την ηχητική, τους ρυθμούς, την αρμονικότητα των λέξεων και των φράσεων με εικόνες.

ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΜΟΝΕΣ
(διηγήματα)

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

20 Μαΐου 2012

ΤΟ ΚΑΤΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ

Η εμφύλια διαμάχη ψυχής και σώματος, το νεορομαντικό ανοίκειο που βιώνει η ψυχή επί γης πασχίζοντας –και πάσχοντας– να αισθανθεί τον κόσμο «κόσμο της» και οι παράλληλες ατομικότητες που πορεύονται μοναχικά μες στη βουή των ανθρώπινων σχέσεων, είναι ο άξονας πάνω στον οποίο έλκονται τα δέκα διηγήματα της παρούσας συλλογής. Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη αποδίδει σχεδόν αξιωματική διάσταση σε αυτήν τη συνθήκη. Αν η μοναχικότητα συνιστά γγενές στοιχείο της ανθρώπινης υπόστασης, ο απομονωμένος άνθρωπος «δομείται» στις προεκτάσεις αυτής της συνθήκης και σίγουρα δεν μας είναι κάτι ξένο. Αντιθέτως, είναι το αναπόφευκτο και πραγματικό – και συχνά αυτό που δεν βρίσκει κάθαρση πουθενά.
Άλλωστε, η κάθαρση σπάνια είναι το τέλος της απώλειας. Οι ήρωες της Καϊμακλιώτη, ακόμα και στις περιπτώσεις που βιώνουν ένα είδος κάθαρσης, ουσιαστικά παραμένουν μετέωροι –και άρα απολύτως ανθρώπινοι– στο πένθος τους. Και το πένθος είναι καθαρά προσωπική υπόθεση. Καθένας μπορεί να το βιώσει εντελώς διαφορετικά. Ακόμα κι αντιφατικά. Το πένθος δεν εκχωρεί μέρισμα στο πώς πρέπει να δοκιμαστεί αυτή η εμπειρία. Έτσι, η απώλεια βιώνεται άλλοτε ως αμετάκλητη, δίχως περιθώριο επαναφοράς, κι άλλοτε ως απαραίτητη δοκιμασία ή οφειλή που αξιώνει η αγάπη από τον άνθρωπο.
Σε αυτή την οφειλή εδράζεται και η έννοια του «απομονωμένου ανθρώπου ». Καθότι δεν πρόκειται για την οντότητα που διαχωρίζει τον εαυτό της από τις ποικίλες εκφάνσεις του μοντέρνου τρόπου ζωής –όπως θα τον ορίζαμε στις απαρχές του προηγούμενου αιώνα– μα αντιθέτως ζει μέσα από αυτές –χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ήρωες του διηγήματος «Μια φορά υπάρχουμε» και η σχέση τους που αποτελεί «προϊόν» επικοινωνίας στο πλαίσιο μιας ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης. Το άψυχο, ψυχρό και απειλητικό περιβάλλον για τις ανθρώπινες σχέσεις παραμένει ζωντανό, ωστόσο οι συνθήκες με τις οποίες μπορούμε να το ορίσουμε, έχουν πλέον μετασχηματιστεί. Ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει τα συναισθήματά του –ή καλύτερα, κτίζει τον συναισθηματικό του κόσμο– σε μια επίπλαστη πραγματικότητα όσον αφορά την ανθρώπινη επαφή, γι’ αυτό όμως όχι και αναγκαστικά επίπλαστη εφόσον η πραγματικότητα παίρνει μορφή μέσα στη διάνοιά του. Η συναισθηματική ασφάλεια του σύγχρονου απομονωμένου όντος αναζητείται σε ένα φαινομενικά προστατευτικό πλαίσιο που συγχρόνως ρίχνει τοίχους ανάμεσα στους ανθρώπους. Το φυσικό περιβάλλον όπου θα αναπτυχθούν οι ανθρώπινες σχέσεις, έχει επεκτείνει τα εκφυλισμένα όριά του ακόμα και στον κόσμο της τεχνολογίας. Ο εσωτερικός μονόλογος αντικαθιστά την επαφή με τον Άλλον, εγκολπώνει τα γεγονότα και τα αποκαλύπτει ως μια εσωτερική ερμηνεία αποξένωσης, η οποία εξωτερικεύεται με όρους απώλειας και εγκατάλειψης. Από ποιον και τι μοιάζει ασαφές. Ωστόσο, αυτή είναι και η τραγικότητα του πένθους για τους ήρωες της ανά χείρας συλλογής διηγημάτων.
Έτσι, τα διηγήματα της Καϊμακλιώτη αναπτύσσονται «κάθετα». Καταβυθίζονται στη συναισθηματική δοκιμασία των πρωταγωνιστών με φόντο την εξέλιξη της πλοκής. Ή για την ακρίβεια, πλοκή είναι οι συναισθηματικές εξάρσεις και ο αναστοχασμός των σχέσεων. Πλοκή είναι το πένθος και το κάτεργο της απώλειας, όπου «στέλνεται» κάθε άνθρωπος ξανά και ξανά, και απ’ όπου επιστρέφει –αν επιστρέψει– οριστικά αλλαγμένος. Ομολογουμένως, αυτή η αλλαγή μεταδίδεται σχεδόν φυσιολογικά από τη συγγραφέα. Η Καϊμακλιώτη δεν επιλέγει το σχήμα της ανατροπής –ακόμα και σε διηγήματα που πιθανώς θα «σήκωναν» αποτελεσματικά αυτή την εκφορά– αλλά οδηγεί σταδιακά τους ήρωές της σε αυτή την κατάσταση, δίνοντας την αίσθηση πως το συναίσθημα της απώλειας ενυπάρχει ήδη στους ήρωές της και απλώς κάποιος εξωτερικός παράγοντας το ενεργοποιεί και το φέρνει στην επιφάνεια. Η μετατόπιση προς την απώλεια φαντάζει τόσο ανεπαίσθητη σε ορισμένα από τα αφηγήματα του βιβλίου που δίνεται η εντύπωση πως ο άνθρωπος βιώνει ούτως ή άλλως την πληγή. Μένει να στραφεί ο καλειδοσκοπικός φακός επάνω της.

ΖΗΝΩΝ ΖΑΝΝΕΤΟΣ

Η υπαρξιακή μοναχικότητα με τη μορφή διηγηματικής σταυρο-βελονιάς, στη γραφή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη.

Κυοφορώ την αλήθεια αιωνίως τροφοδοτώντας τη με σισύφεια όνειρα. Εκκρεμώ ανάμεσα στο ύψος και το βάθος. Είμαι η φωνή. Σε στιγμές αγωνίας κραυγάζω: Υπάρχει νίκη; Υπάρχει διέξοδος; Υπάρχει νόημα; Σιωπώ και αφουγκράζομαι. Διαισθάνομαι πως τοκετός αναμένεται παραμονές του κάποτε και καταγράφεται στα δευτέρια του τίποτε. Έστω ότι γίνεται. Θα βρίσκεσαι εκεί για τα συγχαρητήρια ή θα ξαναχαθείς στον πηγαιμό για τις Ιθάκες;

Σε ένα ιδιαίτερα καλαίσθητο τόμο των εκδόσεων «Πήλιο» η Αγγέλα Καϊμακλιώτη, η νεοεμφανισθείσα με τη συλλογή «Ξεκλειδώνοντας την Αλφαβήτα», 2011, ποιήτρια, δημοσιεύει δέκα (10) δοκιμές του πεζού της λόγου, (10) δέκα διηγήματα που εκπλήσσουν ευχάριστα τον αναγνώστη τους. Τίτλος των διηγημάτων, «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες».

Τα διηγήματα διακρίνονται:

1.για την ευανάγνωστη απλότητά τους

2.για τη νεωτερική διαπραγμάτευση του μύθου τους (αντιηρωϊσμός, ψυχογραφική εικόνιση του διπλανού μας συνοδοιπόρου ή του ίδιου του εαυτού μας, στοχασμικό μετέωρο το ζητούμενο του μύθου)

3.για την εμπλοκή της ηλεκτρονικής τεχνολογίας ως διαμορφωτή του νέου ένδον κόσμου του προσώπου και του ήθους του

4.για την ειλικρινή και μέχρι παιδικής αθωότητας προσέγγιση της σύγχρονης μοναξιάς του προσώπου, με βάση την ψυχική και πνευματική υγεία και όχι τα ψυχεδελικά καμώματα του συρμού, που «πρωτοπορούν», πλεοναστικά, στη σύγχρονη, νεοελληνική πεζογραφία για εντυπωσιασμό.

Και σε άλλη ευκαιρία – προσεγγίζοντας την αξιόλογη διηγηματογραφία του Κώστα Λυμπουρή και επιβραβεύοντας την απλότητα και την καθαρότητα της διατύπωσής του – εξέφρασα τις προσωπικές μου ενστάσεις για τη θεματολογία της νεοελληνικής πεζογραφίας, που, σήμερα, θεωρεί ως δείκτη νεωτερικότητας και καταξιωμένης γραφής τον ασθμαίνοντα ρυθμό της ψυχοπάθειας και το παραλογικό παραλήρημα του λόγου της Ζωής.

Όμως, σήμερα, δε ζει μόνον ο υπαρξιακά και ψυχικά ρημαγμένος άνθρωπος, το σπαρασσόμενο κοινωνικό πρόσωπο, που βιώνει, δραματικά, τη δυστυχία της μοναξιάς. Συμβιώνει και το υγιές πρόσωπο, που, ενδεχομένως, προβληματιζόμενο μονάζει, πνευματικά όμως αγωνίζεται να κατανοήσει την ατμόσφαιρα της σύγχρονης μοναχικότητας και με ορθολογία να την υπερβεί. Στο αλωνάκι της συμβίωσης ομφαλοσκοπείται αφ’ ενός η σύγχρονη δυστυχία του προσώπου με όρους ψυχοπάθειας και άρρωστης ψυχονεύρωσης και αφ’ ετέρου ενδοσκοπείται η μονολογία της αγωνιώσας συνείδησης, που επικαιροποιεί διαχρονικά προβλήματα της ψυχής και τα ανατέμνει με αυτογνωστική παρατηρητικότητα, προσδίδοντάς τους νέα δυναμική μέσα στο σύγχρονο κοινωνικό κλίμα. Την εξεικόνιση αυτή του ένδον κόσμου του σημερινού προσώπου την ανα-γιγνώσκουμε στη λογοτεχνία με τις εκφράσεις και τους ρυθμούς του επικοινωνιακού λόγου.

Η γραφή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη στον τόμο των διηγημάτων «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες» επιλέγει την απλότητα και την κλασική διατύπωση για να αποτυπώσει τη διεργασία της ψυχής και το διάλογο της με τη σύγχρονη καθημερινότητα. Τα διηγήματα της έχουν την αρετή της ακριβούς παρατήρησης και καταγραφής των ψυχικών εκπυρώσεων του μύθου, αλλά και την ευτυχή δομική σύζευξη της ενδογενούς μονολογίας του προσώπου με τη βιοτική του δράση σ’ έναν κύκλειο μύθο, όπου δοκιμάζεται το ήθος του προσώπου, στη βάσανο του με τον κοινωνικό λόγο του περιβάλλοντος κόσμου.

Κάθε διήγημα μυθοποιεί μια κεντρική και κυρίαρχη υπαρξιακή αγωνία ενός προσώπου, κατά την οποίαν το Εγώ, δουλωμένο στο ίδιον πάθος της διάκρισης, της καταξίωσης, της ελεύθερης ατομικής έκφρασης και διάχυσής του προς τον αντί κείμενο κόσμο, αυτοδιαψεύδεται, καθώς διαρρηγνύεται η ύφανση του ονειρικού του κόσμου. Τότε το Εγώ, πεπτωκός, γειώνεται σε εισόδιο άνοιγμα νέου, αδιόρατου και εν μυστηρίω κύκλου ζωής, τον οποίον η Κλωθώ μοίρα θα υφάνει από τα καταληκτήρια νήματα της περιπέτειας του μύθου του διηγήματος. Καθώς κλείνει ο κύκλος του μύθου, ο ήρωας του διηγήματος, ενώπιος ενωπίω, στη σιωπή, έτσι σοφός και μόνος, συνειδητοποιεί, χωρίς θρηνωδία, τις απαντήσεις της υπαρξιακής του αγωνίας και την ψυχική γεύση της περιπέτειάς του. Η σιωπή του τέλους του μύθου του διηγήματος μοιάζει με θυρανοίξιον ψίθυρο, ανείπωτο, μιας άλλης ποιότητας ζωής, με λειψόφτερο Εγώ και χειραγώγιμη ονειροπολία.

Μια άλλη αρετή των διηγημάτων της Αγγέλας Καϊμακλιώτη είναι ο μη αναμενόμενος, αλλά ξαφνιάζων τρόπος, με τον οποίον κλείνει τον κύκλο της εκπύρωσης του μύθου. Κάθε τέλος διηγήματος συναιρεί τις εκφάνσεις του μύθου της ψυχικής περιπέτειας σε ενότητα γνώμης – σκέψης, γνώσης, πείρας – σ’ έναν κύβο ηθικού στάγματος ζωής, που λειτουργεί ως μυστικός κώδικας αξιολόγησης και αποτίμησης του παρελθόντος χρόνου του προσώπου, αλλά και ως εν δυνάμει θυρανοίξιου της βιωματικής περιπέτειας του μέλλοντος χρόνου. Το τέλος, ως δομική τεκτονική Αρμονία[1] του μύθου, περαίνει καθαίροντας την ύπαρξη των παθημάτων της, ενώ πολιορκεί, ανεπιγνώτως, στη σιωπή, το νεύμα του μέλλοντος χρόνου.

Θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει πως η υπαρξιακή δραματική μονολογία κάθε διηγήματος, κυρίαρχος λόγος έμπνευσης και τρόπος γραφής της διηγηματογραφίας της Καϊμακλιώτη, συνιστά τη δύναμη και συνάμα την αδυναμία της λογοτεχνικής της γραφής. Αδυναμία, γιατί ο λόγος της Τέχνης και ο σκοπός της, το τέλος δηλαδή κατά την αρχαιοελληνική έννοια, πρέπει να ταυτίζεται και να προβληματίζει το ενδιαφέρον του κοινού των αναγνωστών και όχι να εξαντλείται ως ατομική περιπτωσιακή περιπέτεια ενός μύθου. Η πνευματική διεργασία του αναγνώστη, ως συμ-πάθεια και ως συν-έργεια με τα δρώμενα του διηγηματικού μύθου, συνήθως πηγάζει από την ομοείδεια και τη συνάφεια της υπαρξιακής προβληματικής της κοινότητας των προσώπων και όχι από τον ατομικό περιπτωσιογενή λόγο ενός μύθου. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο μηχανισμός της ηθικής κάθαρσης του αναγνώστη, ως επενέργεια της Τέχνης. Είναι αυτό που άλλοι αποκαλούν κοινωνική αποστολή και άλλοι ιδεολογική στράτευση της λογοτεχνίας.

Το βέβαιον είναι πως, η Καϊμακλιώτη, με κατακτημένη απλότητα τόσο στη γλωσσική διατύπωση, όσο και στη σύνολη καλλιλογική του μύθου σκευή, αλλά και με ενδιαφέρουσα πλοκή της περιπέτειας του διηγηματικού μύθου και με το απρόσμενο του τέλους, του δίκην έμμεσου επιμυθίου τέλους, δομεί με επιτυχή τεχνική και δόκιμο λογοτεχνικό λόγο διηγήματα άξια επαίνου και αξιολογικής γραμματολογικής επιβράβευσης. Η πεζογραφία της Κύπρου καλοδέχεται ένα νέο δημιουργό, με αισιόδοξα τα βήματα της μελλοντικής δημιουργικής ανέλιξης και κατάθεσης.

1.Αρμονία: Η αρχαιοελληνική τεκτονική γλώσσα ονομάζει «Αρμονία» τον τελευταίο πελεκητό λίθο, με τον οποίο έκλειε ο κώνος θολωτού Μυκηναϊκού τάφου των Βασιλέων και ολοκληρωνόταν με αυτόν η ενάρμονη καλλιτεχνική κατασκευή του βασιλικού κτίσματος

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ

ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΜΟΝΕΣ

Τα ολιγοσέλιδα αυτά διηγηματικά κείμενα, δοσμένα με παραδοσιακούς και νεωτερικούς τρόπους εφευρετικής εύληπτης γραφής, ανήκουν στον ποιοτικό χώρο του λογοτεχνικού είδους

Εξ αναδρομικής οφειλής, αλλά και με αναπόδραστο το χρέος προς τον άνθρωπο των ψυχοκοινωνικών προβλημάτων και των ύποπτων καιρών μας μέσα από την αλήθεια της λογοτεχνικής τους πρόσληψης, στεκόμαστε ιδιαίτερα στα δέκα ψυχογραφικά διηγήματα της Αγγέλας Καϊμακλιώτη υπό τον ενδεικτικό τίτλο του περιεχομένου τους «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες», που κυκλοφόρησαν το 2011 από τις εκδόσεις Πήλιο.

Εκ προοιμίου σημειώνουμε κάτω από την οπτική της δικής μας ανάγνωσης ότι τα ολιγοσέλιδα αυτά διηγηματικά κείμενα, δοσμένα με παραδοσιακούς και νεωτερικούς τρόπους εφευρετικής εύληπτης γραφής, ανήκουν στον ποιοτικό χώρο του λογοτεχνικού είδους.

Χωρίς να θηρεύουν την πρωτοτυπία επίπλαστης σφραγίδας με υφολογικές επιτηδεύσεις σουρεαλιστικών ή ιδιόρρυθμων αποτυπώσεων, εγγράφονται στην έκφραση μιας αφαιρετικής συνεκδοχικής λιτότητας, της επικοινωνιακής αμεσότητας μιας διαλεκτικής στοχαστικής διάθεσης με ενδιάθετους μονολόγους ή ασθματικούς σύντομους διαλόγους, καθώς και μιας πηγαίας λυρικής ποιητικότητας, δίχως εξάρσεις μελοδραματικών τόνων ή συναισθηματικών υπερβολών.

Ζωντανεύοντας σε τριτοπρόσωπη αφήγηση με χρώματα και σχήματα σκηνικής υποβλητικότητας πρόσωπα, προσωπεία και δρώμενα, εξωτερικά φαινόμενα του χωροχρόνου ή στιγμιότυπα του φαντασιακού τοπίου και του εικονικού κυβερνοχώρου, στάσεις ζωής και υπαρξιακές εναγώνιες αναζητήσεις αυτοσυνειδησίας και εσωτερικής ταυτότητας, η συγγραφέας δεν αναπαριστά, απλώς, την πραγματικότητα, αλλά τη διευρύνει στο βάθος και το επέκεινα μιας άλλης ανθρωπινότερης διάστασης.

Όπως, ακριβώς, και δεν σκιαγραφεί τους χαρακτήρες των μοναχικών ή αυτοπαγιδευμένων ηρώων της στο προσκήνιο των δράσεων και των αντιδράσεών τους, αλλά συνυφαίνοντας τα αφηγηματικά νήματα του σύγχρονου μίτου της Αριάδνης εισδύει από τον λαβύρινθο ενός περίεργου και απρόσωπου κόσμου στα άδυτα του ψυχισμού τους, για να προβάλει διαθλαστικά καθημερινές διαδρομές και απρόβλεπτες ανατροπές στην προοπτική της μελλοντικής τους πορείας.

Στο πρώτο διήγημα, που επιγράφεται «Παράνομη στάθμευση», η σημειολογία της στάθμευσης και της παρανομίας από το οδικό επιφανειακό επίπεδο εκτείνεται στο ψυχοδιανοητικό πεδίο μιας αδικημένης γυναίκας και αποκρυπτογραφείται στην αμετακίνητη για δεκαπέντε χρόνια στάθμευση σε έναν άτυχο γάμο.

Εκεί όπου είχε σταθμεύσει καταδυναστεύοντάς την «παράνομα» και κακοποιώντας την απάνθρωπα ο πρώην σύζυγός της. Για τούτο «κι εκείνη όφειλε να την πάρει τη ζωούλα της και να τη μετακινήσει. Να την οδηγήσει αλλού. Αλλού…». «Η απελευθέρωση του ανθρώπου ή θα ’ναι πλήρης ή δεν θα υπάρξει καθόλου», σημειώνει στο μυθιστόρημά του ο Κούντερα «Η ζωή είναι αλλού» και η ηρωίδα εδώ αποφασίζει την προσωπική επαναστατική της υπέρβαση: «Ένα άλλο ταξίδι […] ελευθερίας, μακριά από την αναγκαιότητα».

Ή όπως αλλιώς το διατυπώνει η Σιμόν ντε Μπωβουάρ στην «Προδομένη γυναίκα»: «Είναι το μέλλον. Η πόρτα προς το μέλλον [που] θ’ ανοίξει».

«Τα γενέθλια» του δεύτερου διηγήματος αφήνουν μια στυφή αίσθηση μοναξιάς, αλλά ταυτόχρονα και μιας ηρωικής κατάφασης για τη συνέχιση της ζωής στο πρόσωπο του μονήρους ηλικιωμένου δασκάλου, που δεν τον επισκέπτεται πια κανείς στα γενέθλιά του.

Γι’ αυτό και τα «σκαρώνει» μόνος του «σαν θεατρική παράσταση», προσβλέποντας στις μελλοντικές μέρες της αισιόδοξης στροφής των καβαφικών «Κεριών». Κι αν ανήμερα των γενεθλίων του, την 21η Ιουνίου «η γη σταματάει την ελλειπτική τροχιά της…», αυτός θα εξακολουθήσει να κινείται στη δική του τροχιά για την ολοκλήρωση του επίγειου κύκλου του. Φωτίζοντας, ωστόσο, η συγγραφέας τις παλαιότερες μέρες του με τους ανεστραμμένους ρόλους της υιικής στοργής για την άρρωστη μητέρα του, μάς προϊδεάζει στη θεματική του επόμενου διηγήματος, όπου ο κεντρικός ήρωας αναπλάθει άλλες τρυφερές στιγμές συντροφικότητας με τη δική του μητέρα, ξαναζωντανεύοντας την αναπάντεχη φυγή της λόγω της ανίατης ασθένειας.

Η «Οπτική γωνία» μπορεί να μην είναι η ίδια υπό την έποψη του εξωτερικού χώρου για τον υπουργό του ομώνυμου διηγήματος, που άλλοτε ως νέος «ήθελε ν’ αλλάξει τον κόσμο», αλλά παραμένει στις ενδότερες προδιαγραφές της πανομοιότυπη, εφόσον θα διεκδικούσε τώρα «δωρεάν παιδεία».

Εάν, εντούτοις, μη επιτυγχάνοντας τον στόχο του, παρομοιάζεται με «ένα μικρό ποτάμι», που χύνεται «στον πιο θορυβώδη χείμαρρο», ο δημόσιος υπάλληλος του επόμενου διηγήματος πλέκεται στον «ιστό της αράχνης» της δόλιας επιτήδειας συναδέλφου του.

Σε κάποια άλλα δίκτυα, της διαδικτυακής εικονικής «αράχνης» πλέκεται στη συνέχεια και ένας άλλος ήρωας, για να διαβάσει κάποια μέρα στην οθόνη του υπολογιστή του και περισσότερο του μυαλού του τη μη αναστρέψιμη προειδοποίηση: «…Κι εσύ που εξουσιάζεις μόνο την τωρινή στιγμή, αναβάλλεις τη χαρά. Κι η ζωή πάει χαμένη με τις αναβολές της».

Στο βιβλίο, επιπλέον, συναντούμε και τους αφανείς ήρωες των περιθωρίων ή των παρασκηνίων. Αυτούς, αφενός, που συναισθανόμενοι τη δική τους μη αναγνωρισμένη αξία μαζεύουν την πίκρα αρνητικών συναισθημάτων έναντι άλλων, που επιδίωξαν τη «λάμψη» της κοινωνικής προβολής, και αυτούς, αφετέρου, που αφήνοντας τους προβολείς να φωτίσουν τους μικρούς μαθητές τους, αρκούνται στην ηθική ικανοποίηση μιας ευχαριστήριας χριστουγεννιάτικης κάρτας.

Το συνοπτικό μήνυμα εστιάζεται στην αποφθεγματική υπόμνηση του πρώτου από τα δύο αυτά παραπληρωματικά διηγήματα: «Δεν χρειάζεται να σβήσεις το φως από το κερί του διπλανού σου, για να φωτίσει ή να ζεστάνει η λάμψη από το δικό σου».

«Η Αγαπημένη» και «Οι ψυχές βαδίζουν μόνες», που δανείζει και τον τίτλο στη διηγηματική συλλογή, είναι τα δύο τελευταία διηγήματα, όπου οι πρωταγωνιστές τους τρέφονται με την ψευδαίσθηση της ερωτικής εξιδανίκευσης, για να ανακαλύψουν, εντέλει, την απάτη μιας άλλης στημένης «εικονικής» πραγματικότητας.

Στον αλληλένδετο διηγηματικό της περίπλου η Αγγέλα Καϊμακλιώτη καταφέρνει να μας ταξιδέψει με την εύπλοια τής γραφίδας και τους ούριους ανέμους της ψυχής της, έτσι που «οι ψυχές [να μη] βαδίζουν μόνες».

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Μια ποιήτρια καταθέτει- Συνέντευξη με την ποιήτρια Αγγέλα Καϊμακλιώτη
Του Αντρέα Πολυκάρπου

Η ποίηση δύναται να γίνει η κραυγή του ανθρώπου, η δύναμη του λόγου του. Είναι πεδίο αγώνα, αρένα. Εκεί ο ποιητής θα ορθώσει το ανάστημα του

Μέσα στην ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη κυριαρχεί το ανολοκλήρωτο συναίσθημα της απουσίας αλλά και του στιγμιαίου μιας φευγαλέας ερωτικής – κάποιες φορές- ολοκλήρωσης. Ψεύτικη ολοκλήρωση με ένα συναίσθημα που γίνεται βίαιο εξαιτίας της ανακολουθίας της ίδιας της δομής της ζωής.

Έψαξε
εκείνος
την καρδιά της,
το χέρι του εκείνη.
Πόθησε
γυμνό το κορμί της
εκείνος,
γυμνή την ψυχή του
εκείνη.
Βάδισαν μοιραία
σε παράλληλους δρόμους
σε προορισμούς διαφορετικούς
χωρίς σταυροδρόμια.
Έπλεξαν
γέφυρα συνάντησης
με τις κλωστές του ονείρου.

Στην ποίηση της δεν χωράνε συναισθηματισμοί και δεν εμφιλοχωρεί το απαισιόδοξο μιας σύγχρονης μανιέρας που έχει καταντήσει νόθα.

Αντιλαμβάνεται τα γύρω της δρώμενα και τα δίνει μέσα από μια ποιητική ματιά συνυφασμένα με την υπαρξιακή αγωνία της συνέχειας του συναισθήματος και του δίκαιου μοιράσματος ανάμεσα σε εραστές αλλά και σε κοινωνικά όντα εν γένει.

Κατάφερε να φυτέψει
μιαν άσπρη ελπίδα
έξω απ’ τον τοίχο της φυλακής του.
Έσκαβε μήνες, χρόνια.
το τούνελ της απόδρασης.
Και τώρα, να!
Χωρά το χέρι του ολόκληρο.
Μέχρι τον αγκώνα.
Βούλιαξε στο χώμα μυστικά.
Τα δάκτυλα ελεύθερα
τον σπόρο φύτεψαν,
στα τυφλά ψαχουλεύοντας
κι ένα λουλούδι φύτρωσε.
Tώρα αυτός ανασαίνει
με μιαν αίσθηση ελευθερίας.
Όταν βγει, θα έχει άνθη
να φτιάξει ένα μπουκέτο.

Αντιλαμβάνεται τις σκιερές γωνιές της ψυχής αλλά δεν θέλει να αλλάξει κάτι. Δεν επιδιώκει με διδακτισμό να κρίνει. Αφήνεται στην ποιητική καταγραφή νιώθοντας την ανάγκη να δώσει με τη γραφή της όλα αυτά που οι άλλοι προσπερνούν.

Παρατηρεί, γράφει και νιώθει τους παλμούς των γύρω της τους οποίους και φιλτράρει μέσα στη χοάνη των στίχων.

Η έντονη μελαγχολία της δεν εγγράφεται σε ένα μαύρο καμβά αλλά αφήνει μιαν ανοιχτή χαραμάδα στις τίντες των χρωμάτων.

• Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;

Αισθάνομαι ότι βιώνω την ποίηση ως έκφραση των συλλογικών αναπαραστάσεων σε σχέση με τα δικά μου βιώματα και ομολογώ πως την αντιμετωπίζω κυρίως ως ταυτότητα. Ταυτότητα που σχετίζεται πρωτίστως με τον τόπο μου και την εποχή μου.

Σε πρόσφατα ποιητικά ταξίδια στο Μιλάνο και στην Κωνσταντινούπολη επέλεξα να διαβάσω ποιήματα που σχετίζονταν με την ταυτότητα μου ως πρόσφυγας, ως γυναίκα, ως πολίτης του κόσμου που παρακολουθεί με αγωνία τις περιπέτειες των μεταναστών στη Μεσόγειο και στην Ευρώπη.

Έτσι δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι η ποιητική ταυτότητα μπορεί να είναι μονοδιάστατη ή δεδομένη αφού χαρακτηρίζεται από την ρευστότητα που μας συνοδεύει αναπότρεπτα, κατά τη διάρκεια της περιπέτειας της ζωής, χρονικά και χωρικά.

Αφού η πραγματικότητα μετατρέπεται, το ποιητικό «εγώ» επιλέγει συχνά να εκφράζεται ως «εσύ», «αυτό», «εμείς», «αυτοί».

Υφίσταται ας πούμε μια υποσυνείδητη ταυτότητα που με προτρέπει να αλλάζω, αναζητώντας συνέχεια τη θέση μου στο γίγνεσθαι. Ως εκ τούτου χρησιμοποιώ την ποίηση ως όπλο που καταργεί τα στερεότυπα καθώς θέτει συνεχώς νέα ερωτήματα.

• Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;

Ο ποιητής είναι μια ιδιαίτερη περσόνα. Κάποτε ταυτίζεται με τις λέξεις του οι οποίες είναι έννοιες, είναι σημασίες. Κρύβουν πίσω τους την ιστορία και τις «δομές του αισθάνεσθαι».

Ο ποιητής είναι ταυτόχρονα ο υπερασπιστής αλλά και ο χτίστης αυτών των δομών και της ιστορίας. Τα εργαλεία του είναι οι λέξεις.

Εντούτοις, ίσως η έμπνευση να συνδέεται περισσότερο με τον ενστικτώδη ορμεμφυτισμό. Θα σας αναφέρω ένα στίχο μου ο οποίος γεννήθηκε στο πλαίσιο αυτό: «Κάθε μου ποίημα για την άνοιξη, φυτρώνει ανεξέλεγκτα κι ερυθροφέγγει».

Ο ποιητής χρησιμοποιεί την έμπνευση ως πρώτη ύλη και χτίζει το ποίημα με τις λέξεις του, οι οποίες έχουν ένα ειδικό βάρος.

Έτσι πειραματίζεται με τις λέξεις και διαμέσου των λέξεων δημιουργεί ή και εξελίσσει την ποίηση ή και τον εαυτό του.

• Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;

Νομίζω, πως ναι! Πολλοί έχουν μιλήσει για την θεραπευτική ιδιότητα της ποίησης, όχι μόνο σε προσωπικό επίπεδο αλλά κυρίως μέσα από αυτή την υπαρξιακή διαλεκτική.

Θυμάμαι πως όταν είχαμε παρουσιάσει την ποιητική μου συλλογή «Εκ του Σύνεγγυς», που εκδόθηκε το 2014 και στην οποία συμπυκνώνονται βιώματα της κυπριακής τραγωδίας του 1974, σχεδόν όλοι οι παρευρισκόμενοι στην αίθουσα, είχαν έντονη συγκινησιακή φόρτιση, παρόλο που για το θέμα αυτό έχουν γραφτεί τόσα πολλά.

Ένα ποιητικό κείμενο, με συγκεκριμένο ποιητικό ύφος, σε ανάλογη χρονική στιγμή, δοσμένο πετυχημένα με λέξεις που έχουν βαρύνουσα σημασία μπορεί να αναπτυχθεί ως διάλογος και να απαλύνει ατομικές ή συλλογικές πληγές.

Κάτι ανάλογο μπορεί να συμβεί με όλες τις μορφές της τέχνης. Εξάλλου η τέχνη είναι μια πανανθρώπινη γλώσσα.

• Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;

Παρόλο που πιστεύω πως οι ψυχές βαδίζουν μόνες, τα ποιητικά μονοπάτια οδηγούν στο ίδιο μέρος.

Πολύ νωρίς στη ζωή μου είχα γοητευτεί από τους μεγάλους ποιητές:

Από τον Όμηρο αρχικά και μετά από τον Καβάφη, στην εφηβεία από τον Ρίτσο και το Σαίξπηρ, νεότερη από το Σεφέρη, τον Έλιοτ και τον Πεσσόα. Αυτοί υπήρξαν οι δάσκαλοι μου.

Στην ποίηση τους εντοπίζω ακόμα τον εαυτό μου, μπορώ να συνομιλήσω με τα κείμενα τους. Όμως η γραφή μου είναι το δικό μου ποιητικό αποτύπωμα. Οι πατημασιές όσο ασήμαντες κι αν είναι αφήνουν το δικό τους ίχνος ακόμα και στα χιλιοπατημένα λημέρια της ποίησης.

• Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;

Στη γραφή μου υπάρχουν οι άνθρωποι και οι τόποι που αγάπησα, που αγαπώ και που θα αγαπήσω. Εκφράζομαι ποιητικά επειδή αγαπώ, καθώς θεωρώ πως κάθε μορφή δημιουργίας σχετίζεται άμεσα με την αγάπη.

Στον αντίποδα της αγάπης υπάρχει ο φόβος, ο οποίος επίσης υπάρχει στη γραφή μου. Αναγνωρίζω και χαίρομαι την προφητική διάσταση του ποιητικού λόγου που ενίοτε προηγείται των γεγονότων.

Αυτή τη μαγική ιδιότητα της ποίησης, την υποσυνείδητη, την είχε εκφράσει τόσο πετυχημένα ο Φρόυντ με τη φράση: «Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί».

Επομένως, τα πάντα μπορούν να εφορμήσουν στη γραφή μου υπό το πρίσμα της αγάπης ή του φόβου ακόμα και μέσα από ασυνείδητες διαδικασίες, ως γνώση ή ως επίγνωση.

• Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;

Νομίζω πως καθένας από μας θέτει ο ίδιος τα ερωτήματα που τον απασχολούν ή που τον βασανίζουν, αν αναφερόμαστε στα υπαρξιακά ερωτήματα. Απαντήσεις δεν υπάρχουν καθώς η ίδια η πραγματικότητα διαμορφώνει συνεχώς την αλήθεια. Ο ποιητής δεν είναι φιλόσοφος παρόλο που τον απασχολούν οι υπαρξιακοί γρίφοι.

Η λογική είναι εργαλείο του φιλοσόφου με το οποίο αποπειράται να δώσει απαντήσεις. Αν τα ερωτήματα είναι κοινωνικοπολιτικά, οικονομικά ή επιστημονικά, απαντήσεις καλούνται να δώσουν οι επιστήμονες.

Ο ποιητής γεννά συναίσθημα. Ενώ απορεί για το αιώνιο γίγνεσθαι και την αγωνία της ύπαρξης, απαντά στα δικά του ερωτήματα, τα οποία δεν υπακούουν στους φυσικούς νόμους ή στη λογική.

• Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;

Γλώσσα και νόηση είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Θα τολμούσα να ισχυριστώ πως ίσως λέξη και σκέψη αποτελούν τις δύο όψεις του ποιητικού νομίσματος, του ποιήματος. Η λέξη για τον ποιητή δεν είναι μια απλή μορφή έκφρασης αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Είναι η ψηφίδα με την οποία θα δημιουργήσει το δικό του ψηφιδωτό.

Για να αναπτυχθεί το ψηφιδωτό σε έργο ποιητικής τέχνης θα πρέπει ο ποιητής να διαλέξει σωστά τις κατάλληλες ψηφίδες- λέξεις έτσι ώστε στην άλλη όψη του ποιήματος να υπάρχει η σκέψη, το νόημα. Η κολλητική ουσία – καθοριστική για τη στερεότητα του ψηφιδωτού – είναι η ψυχή του ποιητή, αυτό που λέμε νόηση, ας το πούμε ψυχικό αποτύπωμα.

• Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;

Η ποίηση δύναται να γίνει η κραυγή του ανθρώπου, η δύναμη του λόγου του. Είναι πεδίο αγώνα, αρένα. Εκεί ο ποιητής θα ορθώσει το ανάστημα του, τις περισσότερες φορές ανυπεράσπιστος κι εκτεθειμένος και θα παλέψει με τα όπλα και τα εργαλεία του, που είναι οι λέξεις.

Η ποίηση είναι μορφή δημιουργικής αντίστασης. Μπορεί όμως να λειτουργήσει και ως προσωρινό καταφύγιο. Στα καταφύγια ξεκουράζεται άλλωστε το σώμα και το πνεύμα του ανθρώπου.

• Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;

Ο κόσμος ζει ποιητικά από την αρχή της ιστορίας. Η πορεία του ανθρώπου στη γη έχει καταγραφεί κι εκφραστεί ανέκαθεν, ποιητικά, μέσα από ύμνους, ψαλμούς, έπη, δημοτικά τραγούδια και μοιρολόγια. Πιστεύω πως θα συνεχίσει να ζει και να πορεύεται ποιητικά εις τους αιώνες.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Συνέντευξη της Αγγέλας Καϊμακλιώτη στο Γραφείον Ποιήσεως
και στον Αντώνη Σκιαθά

1. Ας υποθέσουμε ότι έχετε απέναντί σας τον εαυτό σας όταν ήταν παιδί και πρέπει να τον συστήσετε σε άλλους. Τι θα λέγατε; Άλλαξε κάτι από τότε;

Η Αγγελική είναι ένα αεικίνητο, αισιόδοξο παιδί που ονειρεύεται πολύ. Αγαπά τη θάλασσα, τα βιβλία και τους ανθρώπους. Είναι μαχήτρια και δεν τα βάζει κάτω εύκολα. Στα εφτά της χρόνια γίνεται πρόσφυγας. Για την Αγγελική, κομβικό χρονικό σημείο ήταν η τουρκική εισβολή του 1974 όταν εκδιώχθηκε βίαια από το σπίτι της. Αφήνοντας πίσω τη μητέρα-πόλη Αμμόχωστο, μετά από παραμονή σε προσφυγικούς καταυλισμούς, την φιλοξένησε η θετή-μητέρα πόλη, η Λάρνακα, στην Αγγλική Λέσχη, ένα κτίριο που μετατράπηκε εκτάκτως σε προσωρινό καταφύγιο προσφύγων. Τα σημεία -σύμβολα που καθόρισαν τη ζωή της, βρίσκονταν όμως έξω από το χώρο και το χρόνο και ήταν τέσσερα: Απέναντι από τη Λέσχη ήταν και είναι μέχρι σήμερα το Μουσείο Πιερίδη. Εκεί μπαίνοντας λαθραία, στην αυλή του μουσείου, ανάμεσα στους σπασμένους κίονες, τα αγάλματα και τους αμφορείς περνούσε τις ώρες της η Αγγελική κι όταν την εντόπιζαν, κατέφευγε με τις ώρες στο βιβλιοπωλείο Εστία που βρίσκεται και λειτουργεί μέχρι σήμερα δίπλα από τη Λέσχη. Εκεί χανόταν ανάμεσα στους τόμους των βιβλίων και των παραμυθιών. Και μετά όταν επέστρεφε στη Λέσχη αντίκριζε στην είσοδο τον τεράστιο σωρό από ρούχα που μάζευε ο Ερυθρός Σταυρός για τους πρόσφυγες. Και βέβαια, λίγα μέτρα πιο πέρα, πίσω από όλα, πάνω από όλα ήταν η θάλασσα, η πηγή ζωής, η έμπνευση, η ελευθερία. Αυτοί ήταν λοιπόν οι βασικοί άξονες της ζωής της: Ιστορία και πολιτισμός, ελληνικά γράμματα, κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη, ελευθερία. Πάνω σ’ αυτούς τους άξονες βαδίζοντας από τότε η μικρή Αγγελική, συνάντησε την Αγγέλα, η οποία σήμερα είναι διευθύντρια στο μεγαλύτερο σχολείο της ίδιας πόλης που τη φιλοξένησε το 1974 και συνεχίζει να είναι αεικίνητη, αισιόδοξη και μαχητική.

2. Πώς ακούτε την ποιητική φωνή σας διαβάζοντας τους στίχους σας;

Η φωνή μου είναι η φωνή του τόπου μου. Αισθάνομαι ότι εκφράζω την ιστορία του, τους ανθρώπους του, τους φόβους και τις ελπίδες του. Ότι έχω χρέος να εκφράζω ποιητικά τον ελληνικό λόγο της Κύπρου. Σε πρόσφατο ποιητικό ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη είχα την ευλογία να απαγγείλω μεγαλόφωνα στην ελληνική γλώσσα. Αυτό θα συνεχίσω να κάνω. Η ποίηση είναι η παγκόσμια γλώσσα, μέσω της οποίας οι άνθρωποι ανεξάρτητα από τις διαφορές μας, προσεγγίζουμε την έννοια του θεϊκού στοιχείου στη ζωή μας. Είναι η συνεκτική ουσία της ταυτότητας των λαών αλλά παράλληλα και το όχημα με το οποίο συναντώνται οι πολιτισμοί. Έχω την αίσθηση μιας ευλογίας όταν η φωνή μου εκφράζεται ποιητικά και μιας ιδιαίτερης τιμής επειδή εκφράζεται ελληνικά.

3. Επίγονο ποιων ποιητών θεωρείτε τον εαυτό σας;

Είχα την τύχη να γνωρίσω από κοντά έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες ποιητές, ο οποίος γεννήθηκε όπως κι εγώ, στην Αμμόχωστο. Αναφέρομαι βέβαια στον Κώστα Μόντη. Η κοινή μας καταγωγή, η αγάπη για την Κύπρο και τους ανθρώπους της, το καίριο και η αλήθεια των εκφερόμενων διαπιστώσεων στην ποίησή του, η επιδίωξη όχι του λυρισμού ή των ωραιοποιήσεων, αλλά η καταγραφή της πραγματικότητας στη γραφή του είναι στοιχεία που αισθάνομαι ότι με συνδέουν με το μεγάλο ποιητή. Τον συνάντησα σε μια τρυφερή ηλικία όταν σπούδαζα στην Παιδαγωγική Ακαδημία και μάλιστα είχα την τόλμη να του δώσω το τετράδιο με τα πρωτόλειά μου για να μου πει αν αξίζουν. Η ενθάρρυνση που πήρα από αυτόν είναι κάτι που με συγκινεί έντονα σαν πατρική συμβουλή, τριάντα χρόνια μετά.

4. Η ποίηση αδικεί τον ποιητή καθώς δεν μπορεί να τον θρέψει. Εσείς πώς την αντιμετωπίζετε επαγγελματικά στο βίο σας ;

Είμαι τυχερή γιατί επαγγελματικά ανήκω στο χώρο της εκπαίδευσης κι έτσι ευτυχώς δεν περιμένω χρηματική ανταμοιβή από την ποίηση ή τη λογοτεχνία. Γράφω ποίηση γιατί αυτός είναι ο τρόπος που ζω, είναι μια βασική ανάγκη αλλά και σύμπτωμα του χαρακτήρα μου. Αισθάνομαι ότι μέσα από την ποίηση απελευθερώνω τη βαθύτερη εσωτερική φωνή και αυτό το βιώνω ως μια μορφή ελευθερίας. Εντούτοις γνωρίζω μέσα από τη δράση μου στο διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου, ότι αρκετοί ποιητές δυσκολεύονται να εκδώσουν ή να παρουσιάσουν στο κοινό το έργο τους, καθώς τα βιβλία ποίησης πληρώνονται από τον ίδιο τον ποιητή και δυστυχώς δεν υπάρχουν ούτε προτείνονται στα ράφια των μεγάλων βιβλιοπωλείων. Ως Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου στηρίζουμε όσο μπορούμε τα μέλη μας για να παρουσιάσουν το έργο τους στο κοινό και να κάνουν κάποιες πωλήσεις.

5. Πώς σας επισκέπτονται οι ιστορίες που γράφετε γι΄ αυτές;

Όταν κάποιος ζει ποιητικά δεν είναι δύσκολο να τον επισκεφθούν οι ιστορίες και τα σενάρια καθώς αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλός του. Η ιδέα είναι η σημαντική αρχή του κειμένου, ο λόγος, η άμωμος σύλληψη. Κατατίθεται αιφνίδια ως ζωηρή εικόνα ή έντονο συναίσθημα στο μυαλό και στην καρδιά. Αυτό που προκύπτει ως κείμενο είναι το προϊόν μιας δημιουργικής αλλά επίπονης διεργασίας. Αν υπάρχει φώτιση γεννιέται ποίηση και λογοτεχνία. Ο λογοτέχνης πρέπει να αποτυπώσει στο χαρτί το θαύμα, αυτό το κάτι που θα καταφέρει να ταράξει το μυαλό και την καρδιά του αναγνώστη, που θα τον κάνει κοινωνό του θαύματος. Η καλή λογοτεχνία είναι πάντα ακαριαία, καίρια και διεισδυτική ανεξαρτήτως χώρου και χρόνου.

6. Η αρματωσιά των ποιητικών σας διαδρομών σε τι διαφέρει από αυτές των ομότεχνών σας;

Σκέφτομαι και γράφω με ποιητικό τρόπο παιδιόθεν. Εντούτοις άργησα πολύ να εκδώσω. Ίσως αυτό να είναι μια διαφορά. Όμως δεν με αφορούν οι ομοιότητες ούτε οι διαφορές με ομότεχνους. Αυτό που θέλω είναι να συνεχίσω να γράφω. Να συνεχίσω να μετατρέπω τα σκοτάδια μου σε φως. Μεγαλώνοντας, αντιμετωπίζω την ποίηση ως μαραθώνιο δρόμο όπου αυτό που μετράει αλλά και αξίζει τελικά είναι η αντοχή και οι ψυχικές δυνάμεις του αθλητή-ποιητή. Μια μοναχική διαδρομή που απαιτεί συνέπεια, ρυθμό και χρόνο.

7. Ο χώρος της ποίησης και της λογοτεχνίας, όπως έχει δείξει η ιστορία, είναι τόπος μικρών και μεγάλων αψιμαχιών. Εσείς πώς τις βιώνετε;

Οι λογοτεχνικές αψιμαχίες είναι φαινόμενο διαχρονικό και αναπόφευκτο. Στις μέρες μας αντικείμενο διαξιφισμού είναι συνήθως οι λογοτεχνικές διακρίσεις και τα βραβεία. Θα ήταν ευχής έργο αν οι αψιμαχίες είχαν ως θέμα τους τις υψηλές ιδέες και τις πνευματικές αντιθέσεις γιατί τότε θα αναπτυσσόταν ένα δημιουργικός διάλογος.

8. Η ποίηση έχει διάρκεια και διαδρομή. Εσείς πώς έχετε σχεδιάσει την πορεία σας προς την ολοκλήρωση του έμμετρου αγώνα που επιτελείτε;

Γράφω εφόσον ζω και έχω την ικανότητα και την αντίληψη να προσλαμβάνω τα θαύματα της ζωής όταν αυτά συμβαίνουν είτε γύρω μου είτε μέσα μου. Κυοφορώ τα ποιητικά θραύσματα και τις ποιητικές προσλήψεις του βίου μου τα οποία ενδέχεται να γεννηθούν οποιαδήποτε στιγμή. Δεν υπάρχει σχέδιο ή προμελετημένη πορεία. Αντίθετα, γοητεύομαι από το αναπάντεχο και την ανατροπή. Το μόνο δεδομένο είναι υποθέτω πως θα συνεχίσω να πορεύομαι και να αντιστέκομαι ποιητικά.

9. Στον επέκεινα χρόνο πού νομίζετε ότι θα βρίσκατε το πορτρέτο που η ίδια φιλοτεχνείτε;

Οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν ξεχνιούνται. Θα ήθελα να παραμείνω στις καρδιές των ανθρώπων που με αγάπησαν. Εκεί θέλω να βρίσκεται το πορτρέτο που φιλοτεχνώ. Δεν έχω φιλοδοξίες λογοτεχνικές ούτε ζητώ δάφνες. Αν οι μαθητές μου, τα παιδιά μου, οι φίλοι μου και όσοι βρήκαν ένα κομμάτι από τον εαυτό τους μέσα στα γραπτά μου, έχουν μια θέση για το πορτρέτο μου στον τοίχο της καρδιάς τους, αυτό είναι αρκετό. Πιστεύω πολύ στις ανθρώπινες σχέσεις. Οι άνθρωποι ολοκληρώνονται μέσα από τις συναντήσεις τους με τον άλλο. Ο χρόνος είναι σχετικός αφού η στιγμή μπορεί να φιλοτεχνήσει το ωραιότερο πορτρέτο και να το κάνει να φαίνεται ή να βιώνεται ως αιώνιο.

10. Πώς ορίζετε το ποίημα που «αντέχει τον χρόνο»;

Το ποίημα που αντέχει στο χρόνο είναι αυτό που δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε ή να θυμόμαστε ποιος το έγραψε. Αυτό που σιγοψιθυρίζουμε αυθόρμητα στις μικρές ή στις μεγάλες μας στιγμές, έστω κι αν από αυτό θυμόμαστε μόνο κάποιους στίχους. Σκεφτείτε τα δημοτικά τραγούδια και τα νανουρίσματα. Ανθεκτικά και διαχρονικά είναι επίσης τα μεγάλα έργα που άλλαξαν την ιστορία και την ανθρωπότητα. Είναι εντυπωσιακή η δύναμη της ποίησης. Και είναι πολλά τα παραδείγματα όπου ένα ποίημα ή ένα ποιητικό έργο ξεσήκωσε λαούς και τους οδήγησε στην ελευθερία. Σκεφτείτε τους εθνικούς ποιητές. Η ποίηση είναι το μεταφορικό μέσο της γλώσσας, του πολιτισμού και των δομών του αισθάνεσθαι δια μέσου των αιώνων.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΚΙΑΘΑ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 11/1/2015 ΜΕ ΤΟΝ ΠΙΕΡΗ ΠΙΕΡΗ

Ποια ήταν η αφορμή για να γράψετε την τελευταία σας ποιητική συλλογή;

Αφορμή. Μια προκλητική λέξη: το έναυσμα, η πρόφαση, η δικαιολογία. Ξέρετε οι ποιητές βρίσκονται πάντα σε κατάσταση αφορμής. Τα πάντα – σκέψεις, γεύσεις, παραστάσεις, αρώματα, μνήμες – μπορούν να εκραγούν μέσα τους και να γίνουν στίχοι. Αν η στιγμή της έκρηξης είναι φωτισμένη, μπορεί να συμβεί και η ποίηση. Μια τέτοια στιγμή ήταν θαρρώ για μένα το έναυσμα για να γράψω αυτό το κεφάλαιο της μαρτυρίας μου. Όλο αυτό το εγχείρημα είναι μια μορφή μαρτυρίας. Ήμουν λοιπόν στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, την πόλη όπου γεννήθηκα, όταν καρφώθηκε στο μυαλό μου η πρώτη ιδέα. Ήταν πρωτίστως έντονο συναίσθημα που εκφράστηκε ως λόγος. Αν υπάρχει λοιπόν αυτό που λέτε, η αφορμή για τη δημιουργία της συλλογής «Εκ του Σύνεγγυς», είναι ίσως εκείνοι οι πρώτοι στίχοι για τη γενέθλια γη, την Αμμόχωστο.

Πώς επιλέγεται ποιο ποίημα θα μπει τελικά σε μια συλλογή και ποιο όχι;

Η διαδικασία της επιλογής είναι επίσης μια δημιουργική ενασχόληση. Όταν τα συναισθήματα και τα βιώματα γίνουν λόγος, όταν αισθανθώ ότι τέλειωσα το συγκεκριμένο ταξίδι, ότι προς το παρόν οφείλω να σιωπήσω, τότε αρχίζει η σταχυολόγηση. Μαζεύω τα γραπτά μου, τα αλωνίζω και όσα είναι σπόρος καθαρός, προσφέρονται για να γίνουν ψωμί-αντίδωρο. Εκεί υπάρχει πια ένα κείμενο που κατατίθεται ως μαρτυρία. Κάποια ποιήματα εξαιρούνται. Στην τελευταία συλλογή μου αισθάνομαι ότι κυρίως διέγραψα παρά έγραψα στίχους. Συνειδητά, μέσα από τις σιωπές, τα διάκενα, όσο πιο πυκνά μπορούσα, σκιαγράφησα τις μνήμες μου από τα τελευταία σαράντα χρόνια της ζωής στο νησί μας. Από το 1974 ως στο 2014. –

Ποιος στίχος σας είναι πιο έντονα χαραγμένος στο μυαλό σας;

Νομίζω πως στο μυαλό μου δεν υπάρχουν χαραγμένοι στίχοι. Οι στίχοι μου γεννιούνται, κυοφορούνται και μετά γράφονται. Στο μυαλό μου είναι μονίμως χαραγμένοι οι άνθρωποι και οι τόποι που αγάπησα. Θα έλεγα όμως πως αν γεννηθεί κάτι καινούριο, ένα ποιητικό σπινθήρισμα ας πούμε, τότε αυτό κρυφοκαίει και με ταλαιπωρεί μέχρι να γίνει στίχος και να καταγραφεί. Άρα με αυτή την έννοια μπορώ να ομολογήσω πως χαραγμένος στίχος στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή είναι ο στίχος που δεν έγραψα ακόμη.

Μέσα απ’ τα ποιήματά σας κάνετε μια αναδρομή στο παρελθόν ενώ φαίνεται η αγωνία για το παρόν και το μέλλον. Τι είναι αυτό στο οποίο προσδοκείτε;

Έχω διαβάσει κάπου και νομίζω πως με εκφράζει σε μεγάλο βαθμό, ότι το παρελθόν είναι φάρος, όχι λιμάνι. Αν επιθυμούμε να βελτιώσουμε το παρόν μας και να δημιουργήσουμε το μέλλον μας, πρέπει να γνωρίζουμε και σεβόμαστε το παρελθόν μας. Με αυτή την έννοια αγωνιώ. Με αυτή την έννοια μνημονεύω το παρελθόν, αλλά ζω έντονα το παρόν και αισιοδοξώ για ένα καλύτερο μέλλον. Βρίσκομαι επαγγελματικά στο χώρο της εκπαίδευσης. Εκεί που καλλιεργείται η νέα γενιά, η ελπίδα μας, η μόνη σανίδα σωτηρίας. Τι προσδοκώ; Άλλη μια προκλητική λέξη αφού παραπέμπει στο σύμβολο της πίστεως. Προσδοκώ λοιπόν, ανάσταση του τόπου μας και ζωή του μέλλοντος των παιδιών μας. Αυτή είναι η αγωνία και η προσδοκία μου. Μου φαίνεται βέβαια πως δεν είναι αρκετές οι διαπιστώσεις και οι προσδοκίες. Χρειάζεται μεν το όραμα και η ελπίδα αλλά προπάντων η σκληρή δουλειά για να πάνε καλά τα πράγματα. Τα τελευταία γεγονότα που μας συνταράζουν, τα σκάνδαλα, οι αποκαλύψεις, η οργή του κόσμου, η απαίτηση για δικαιοσύνη, ίσως είναι η αρχή της εξυγίανσης. Θέλω να είμαι αισιόδοξη.

Πώς είναι να γράφει κανείς σήμερα έχοντας αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα; Είναι εύκολο να απομονωθείτε;

Γράφω επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Είναι μια βαθύτερη ανάγκη. Και δεν είναι κάτι που μπορώ να το ερμηνεύσω. Απλώς συμβαίνει. Ενίοτε είναι λυτρωτικό. Θα έλεγα ότι συνήθως προηγείται του γραψίματος μια φάση έντονης απογοήτευσης ή απομάγευσης του κόσμου. Μια περίοδος ασφυξίας. Εκεί η μοναχικότητα είναι πλέον επιλογή και δεν συνδέεται απαραίτητα με την παρουσία ή την απουσία άλλων ανθρώπων. Είναι η στιγμή που το δημιουργικό μέρος του εαυτού μου, η ποιήτρια, «αποσύρεται εντός της» για να μορφοποιήσει αυτό που κυοφορεί. Δεν είναι θέμα ευκολίας ή δυσκολίας. Είναι θέμα ανάγκης και μπορεί να συμβεί οπουδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή. Άλλωστε ο κόσμος είναι κυρίως έμψυχος και νοερός αφού τα σημαντικότερα συμβαίνουν έτσι κι αλλιώς εντός μας. Οι αφορμές ενδεχομένως ανιχνεύονται στην «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» αλλά δεν είναι η ουσία.

Σήμερα, ποιο βιβλίο βρίσκεται δίπλα στο κομοδίνο σας;

Συνήθως δεν είναι ένα βιβλίο, είναι τουλάχιστον πέντε. Διαβάζω παράλληλα, ανάλογα με την ψυχική μου διάθεση. Σε κάποια έργα, μου αρέσει να επιστρέφω και να τα ξαναδιαβάζω. Αισθάνομαι ότι κάθε φορά φωτίζεται μια νέα οπτική, μια γωνιά που ήταν αθέατη στην προηγούμενη ανάγνωση ή ότι βαδίζω σε μονοπάτια που προσπέρασα βιαστικά και θέλω πια να τους αφιερώσω χρόνο, να ανακαλύψω τα κρυμμένα δώρα, τις αλήθειες. Αυτή τη στιγμή διαβάζω ξανά «Το άρωμα», του Πάτρικ Ζίσκιντ και «Το βιβλίο της ανησυχίας», του Φερνάντο Πεσσόα

ΠΙΕΡΗ ΠΙΕΡΗΣ

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

ορέστης αλεξάκης 2

O Oρέστης Aλεξάκης γεννήθηκε στις 2/10/ 1931 στην Kέρκυρα. Σπούδασε νομικά και άσκησε στην Aθήνα το επάγγελμα του δικηγόρου έως το 1992. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας αυτοεξορίστηκε στη Δυτική Γερμανία. Μετά το 1992 έζησε στην Κέρκυρα και στη Θεσσαλονίκη ενώ μετά εγκαταστάθηκε και πάλι μόνιμα στην Αθήνα. Έγραψε κυρίως ποίηση, παράλληλα όμως ασχολήθηκε με φιλολογικά μελετήματα, δοκίμια και κριτική. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Ισπανικά και Σερβικά. Έχει τιμηθεί για την ποίησή του με το βραβείο Nικηφόρου Bρεττάκου. Ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά. Πέθανε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου του 2015.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

«Η Περσεφόνη των γυρισμών», 1974
«Οι κόνδορες και το αντιπρανές», 1982
«Η λάμψη», 1983
«Βυθός», 1985
«Ο ληξίαρχος», 1989
«Αγαθά παιχνίδια», 1994
«Νυχτοφιλία», 1995
«Υπήρξε» (επιλογή από όλες τις προηγούμενες συλλογές καθώς και από την ανέκδοτη συλλογή «Ο απόπλους»), εκδ. Απόστροφος, Κέρκυρα, 1999
«Μου γνέφουν» (έμμετρα ποιήματα) 2000
«Ο μεταμφιεσμένος χρόνος» (συλλεκτικό φυλλάδιο εκτός εμπορίου), 2005
«Θίασος στην εξέδρα», 2006
«Το άλμπουμ των αποκομμάτων», 2009
«Ποίηση 1960-2009», 2011
«Το ρόπτρο», 2014

1-ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

ΤΟ ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΩΝ ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΩΝ (2009)

Α’ Νεκροί στη πόλη

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Καλώς ήρθες Μαρία στην ερημιά μας
έφερες την αγάπη στην άγρια χώρα μας
όμως Εσύ
θα μπορέσεις να κρατήσεις στην αγκαλιά σου
τη βαριά σιωπή του δάσους όταν νυχτώνει;

Θα μπορέσεις να κρατήσεις το βάρος
Της μεγάλης αγάπης Μαρία;

«Μαρία της παιδικής εποχής»
Η Περσεφόνη των γυρισμών

Κι όμως, την ξαναβρήκα τη Μαρία
Χρόνια μετά την παιδική ηλικία
Σ’ ένα μπαράκι της οδού Διδότου
καθισμένη στο τρίποδο πνιγμένη
στους καπνούς σα μια σύγχρονη Πυθία
«Ω μα και βέβαια σε θυμάμαι» μου ’πε
«Κι εσένα κι όλα εκείνα που γιομίζαν
μ’ αφροντισιά την παιδική ζωή μας
Τίποτα δε λησμόνησα μα ωστόσο
τώρα είμαι εδώ και προσπαθώ να ζήσω
να κρατηθώ στην ώρα των πραγμάτων
Όχι δεν είμαι φάντασμα δεν είμαι
νεκρή ποτέ δεν πέθανα και τότε
που επέστρεφες απ’ το νεκροταφείο
τόσο σκοτεινιασμένος απ’ τη θλίψη
κάπως θαρρώ σου το ’χα ψιθυρίσει
πως είμαι ζωντανή
και πως μια μέρα
σίγουρα θα ξαναβρεθούμε κάπου
στου κόσμου το μεγάλο πανηγύρι
Όμως περνούν τα χρόνια κι έχω μάθει
μόνο σ’ αυτούς τους χώρους να κοιτάζω
που περιφέρω το φθαρτό μου σώμα
Και τι ωφελεί να βλέπεις παραπέρα;
Σκιά το παρελθόν μα και το μέλλον
ανύπαρκτο
φανταστικό
μια πάχνη
που η τύρβη και το φως τη διασκορπίζουν

Λοιπόν τι λες θα πιούμε κάτι ακόμα;»

ΝΕΚΥΟΜΑΝΗΣ

Κυκλοφορούν πολλοί νεκροί στην πόλη
–ανέμελα βαδίζοντας
ανάμεσα στους άλλους συμπολίτες–
Λες και δεν έχει τίποτα συμβεί
λες και δεν έχουν προ καιρού εκδημήσει
Χαμογελούν
σαλεύουν το κεφάλι
μας χαιρετούν

όμως εγώ

θυμάμαι!

Θυμάμαι τ’ αγγελτήρια του θανάτου
τα αναρτημένα στις γωνιές των δρόμων
Τα τυπικά «Τον πολυαγαπημένο…»
Όνομα, επώνυμο, ηλικία θανόντος
την ώρα, τον ναό, τους τεθλιμμένους
Θυμάμαι
κάποιους που σταματούσαν και διαβάζαν
αδιάφοροι σχεδόν
περαστικοί
που βιαστικά και πάλι αναχωρούσαν
Κι άλλους
με κάποια πίκρα στη ματιά
με μια σκιά στο βλέμμα τους
για εκείνον
που χθες ήταν ακόμη ζωντανός
και τώρα πια
ταξιδευτής του αγνώστου
Θυμάμαι την ημέρα της κηδείας
άλλοτε καλοκαίρι
με λιοπύρι
με τα τζιτζίκια του νεκροταφείου
παράφορα να τραγουδούν
αδιάφορα για το δικό μας πένθος
Κι άλλοτε πάλι
μέρες φθινοπώρου
να στρώνονται τα πεθαμένα φύλλα
να ψιχαλίζει πληκτικά
να στάζουν
σταγόνες θλίψης τα κλαδιά των δέντρων

Πολλές φορές
χειμώνας
να φοράμε
βαριά παλτά και μάλλινα πουλόβερ
χιονόνερο να πέφτει
να φυσάει
βαθύς αγέρας σαν απ’ άλλο κόσμο

Κι εγώ
πάντα παρών
εγκάρδιος φίλος
συνάδελφος
συνάνθρωπος
συμπάσχων
εθελοντής ληξίαρχος από μνήμης

Και τώρα
πάλι εδώ λοιπόν
εκείνοι
ανάμεσά μας
Να περπατούν αμέριμνοι στους δρόμους
να προσποιούνται τους απλούς διαβάτες
τους περιπατητές δημόσιων κήπων
τους επισκέπτες αξιοθεάτων.
Να συναντιούνται κάποτε μαζί μας
να μας κοιτούν
να μας χαμογελάνε
να χαιρετούν κουνώντας το κεφάλι

Ω… σταματήστε αυτή την κωμωδία
Δεν είστε εδώ δεν είστε ανάμεσά μας
Είστε από χρόνια τώρα πεθαμένοι
καταχωμένοι μες στη μαύρη γη
κρανία λευκά κι οστά γεγυμνωμένα

Μην προσποιείσθε συνεπώς και μη
θαρρείτε πως λησμόνησα πως ίσως
έχασα κάπου τον λογαριασμό
πως δεν τηρώ με προσοχή το αρχείο

Προπάντων
αφήστε τους αστεϊσμούς
τους αφελείς υπαινιγμούς

πως ίσως είμαι κάποιος από σας

πως μου διαφεύγει τάχα
μια κηδεία

Η ΣΠΑΘΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

(Θρύλος)

Όταν οι Τούρκοι μπήκανε στην Πόλη
–την άγια μήτρα της Χριστιανοσύνης–
και τα ιερά και όσια βεβηλώναν
σφάζοντας κι ατιμάζοντας
κι ενώ
τριακόσια τόσα σήμαντρα σημαίναν
θρηνώντας την καταστροφή
και δάκρυζαν της Παναγιάς τα μάτια
–μιας κι ήταν θέλημα Θεού
η Πόλη να τουρκέψει–
λένε πως ένα τόσο δα αγγελούδι
πέταξε στο πεδίο των μαχών
κι άρπαξε του Αυτοκράτορα τη σπάθα
Άοπλος βρέθηκε λοιπόν ο Κωνσταντίνος
ανάμεσα στα στίφη των απίστων
και τότε είναι που φώναξε με τη βαριά φωνή του
«δε βρίσκεται ένας χριστιανός
να πάρει την ψυχή μου;»
και τα λοιπά και τα λοιπά
Μα η σπάθα;
Πού να την πήγε και γιατί το νιόκοπο αγγελούδι;
Κανείς ποτέ δεν πήρε την απόκριση
Ψίθυροι μόνον κυκλοφόρησαν στη χώρα
φήμες ανεξακρίβωτες πως τάχα
χρόνια μετά την αποφράδα ημέρα
μια ομάδα αγίων το σπαθί μετέφερε κι απίθωσε
πάνω στο σώμα του σεπτού Αυτοκράτορα
–το άλιωτο σώμα, το εύοσμο, το τρισευλογημένο–
για να το βρει σα θα ξυπνήσει ο Ρήγας
και πως μ’ αυτό
πιο κοφτερό και λαμπερό από πρώτα
θα βγει στις πόρτες και στις εμπατές
το νικηφόρο αγώνα να τελέψει.
Και λένε ακόμα οι φήμες πως
πρωτύτερα
τούτη τη σπάθα την αυτοκρατορική
που από ’να σ’ άλλον βασιλιά πηγαίνει
σε μια προσευχητήρια τελετή
πλήρη δακρύων και θαυματουργίας
στις καθαρτήριες φλόγες τη βυθίσαν
για να καούν του γένους τ’ ανομήματα
και να σβηστούνε τ’ ανεξίτηλα ίχνη
–τόσων αιώνων αμαρτίες και πάθη
που θόλωσαν το βλέμμα τού Θεού
κι άνοιξε την Κερκόπορτα στα στίφη–

Όσο για μας που έχομε ζήσει
σ’ όλους τους ύστερους καιρούς
–απ’ την ημέρα τού χαμού
ως της ανάστασης τη ζείδωρη ώρα–
μοιραία σωρεύοντας καινούργιες αμαρτίες
λένε
πως δεν υπήρξαμε ποτέ
παρά μονάχα σαν σκιές ονείρων
–ονείρων εφιαλτικών–
μέσα στον ύπνο τον τεταραγμένο
του σεβαστού μας Αυτοκράτορα
και πως
θα διαλυθούμε παρευθύς
μόλις εκείνος εγερθεί και οδεύσε

ΔΙΚΑΙΩΣΗ

Έστω και μετά θάνατον
έγινες πια κι εσύ ο «αγαπημένος»
Έστω και μετά θάνατον
αξιώθηκες κι εσύ τον «θαυμασμό» μας
– αναποτρέπτως «έγκλειστον»
σε λιγοστές σελίδες
αλλά
«δεδηλωμένον» επιτέλους.
Μπορεί η ψυχή σου συνεχώς να νιώθει
δικαιωμένη και να συνεχίζει
ήρεμη τον μεταθανάτιο βίο
Έστω και «ολιγοσέλιδος»
ικανοποιημένος πρέπει να ’σαι
Αφού γνωρίζεις ασφαλώς
πόσο ακριβά κοστολογείται η φήμη
και πως εσύ δεν είχες χορηγούς
εθελοντές χρηματοδότες
λάτρεις τής τέχνης ανιδιοτελείς
και ποιος λοιπόν για σένα να φροντίσει
ποιος και γιατί να σε νοιαστεί
έτσι που ζούσες αφανής
σκιώδης
με τον καφέ και την εφημερίδα
αθέατος στις απόμερες γωνιές
άδειων κατά κανόνα καφενείων
Τόσα μπορούσαμε για σένα τόσα πράξαμε
Μη μας κρατάς λοιπόν κακία Συχνά
η ανάγκη δυστυχώς μας καθορίζει
Μας παρασύρουν οι κακοί καιροί
Σύμβουλοι και συνθήκες μάς εκτρέπουν
Άνθρωποι γαρ –
μα εσύ μην αμφιβάλλεις
Με θλίψη φίλε σ’ αποχαιρετούμε
Με θλίψη και παραδοχή
και γεύση ματαιότητας στα χείλη
Καλό ταξίδι στο Υπερούσιο Φως
– εκεί που σβήνουν όσα
τώρα
λάμπουν

ΑΦΗΓΗΜΑ

Τις νύχτες του καλοκαιριού
–με ή χωρίς φεγγάρι αδιάφορο–
κάτω απ’ το κεντρικό καμπαναριό
κάθεται πάντα σ’ ένα σκαλοπάτι
ακίνητος και σιωπηλός
μέχρι να φέξει.
Χρόνια και χρόνια κάθε νύχτα εκεί
την ώρα που όλοι οι χωριανοί κοιμούνται
Με τα χέρια ριγμένα στους μηρούς
και το βλέμμα απλανές – έξω απ’ τον χρόνο.
Αμίλητος κι ανέκφραστος
σαν άγαλμα
που δεν του φύσηξε πνοή ζωής ο γλύπτης
Χαράματα σηκώνεται απ’ τη θέση του
και φεύγει αργά κι αθόρυβα – σαν ίσκιος.
«Ζει στο δικό του κόσμο» λένε οι φίλοι
«Άκακος όμως, ήσυχος πολύ
Έξω από τους ρυθμούς των επιγείων»
Μια νύχτα τόλμησα να πάω κοντά του
Λέξη δεν είπε στον χαιρετισμό μου
Ό,τι κι αν τον ρωτούσα αυτός σιωπούσε

Κύλησαν ώρες Πήρε να χαράζει
Μέχρι που τόλμησα ξανά «Τι ψάχνεις;»
«Στήνω το αυτί μήπως ακούσω» μου ’πε
Και βιαστικά συμπλήρωσε «Μα ως τώρα
τίποτα δυστυχώς… σιγή θανάτου…
Μονάχα μια αξεδιάλυτη βοή
σα να κυλούν νερά σε υπόγεια τάφρο»
«Γιατί επιμένεις;» ρώτησα και πάλι
«Έχω καθήκον» μου αποκρίθη. «Χρέος
που με βαραίνει από γεννησιμιού μου
Να στήνω αυτί
Να στήνω αυτί
Κι ας μην ακούω…»

ΑΝΤΩΝΙΟΣ 

Απολείπειν…

Ωραία λοιπόν μας τα πες Κωνσταντίνε…
Μες στο βαθύ μας πόνο να σταθούμε
περήφανοι καθώς ταιριάζει σ’ άνδρες
πού ή Μοίρα δεν μπορεί νά καταβάλει.
Κι όπως θα ηχούν ψηλά οι αθέατες άρπες
«τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου»
δίχως κλαυθμούς και μάταιες ικεσίες
την πόλη αύτη πού τόσον αγαπήσαμε
την πόλη αυτή πού όλη ή ζωή μας
ήταν όχι ασυγκίνητοι μα πάντως «ευπρεπείς»
για πάντα ν’ αποχωριστούμε.

Σάμπως ποτέ για μάς να μην υπήρξε.

Όμως υπήρξε Κωσταντίνε Υπήρξε
Με τα βαθιά της πάρκα τις μεγάλες
λαμπρές λεωφόρους με τα ωραία λουτρά της
τούς αρωματισμένους της κοιτώνες
τα μαλακά σα χάδι ανάκλιντρα της
– μάρτυρες τόσων στεναγμών αγάπης…
Κι έξαλλου δεν γεννιόμαστε ήρωες όλοι
Λίγοι έχουν σφραγισθεί μ’ αυτή τη βούλα
Οι άλλοι εμείς οι απείρως περισσότεροι
άνθρωποι απλοί του καθ’ ημέραν βίου
μεγαλωμένοι με το φόβο και τη στέρηση
και την ανίατη νοσταλγία για κάτι
πού ωστόσο δεν γνωρίσαμε ποτ
πώς να σταθούμε αράγιστοι μπροστά
στο φοβερό ναυάγιο των ονείρων;
Πώς να μη μάς προδώσουν οι οφθαλμοί;
Να μη σαλέψει μέσα μας ό κόσμος;

Ο ΑΧΙΝΟΣ

Την ποίηση αν δεν υποχωρεί
μπορείς να τη βιάσεις
δεν είναι δα πρωτόβγαλτη παρθένα
έχει ασκηθεί στην πονηριά και την υποκρισία.
Χρόνια και χρόνια σού ορκιζόταν
αιώνια πίστη κι αφοσίωση
καταβροχθίζοντας κομμάτια απ’ τη ζωή σου
για μια παραίσθηση για μια παραφορά
που τελικά κατέληγε στο κλάμα.
Και τώρα
τάχα δε σ’ αναγνωρίζει
Σε προσπερνά γυρνώντας το κεφάλι
με αμούστακα αγοράκια χαριεντίζεται
ανύποπτες παιδούλες ξεμυαλίζει
Ου να χαθεί… δε θα της κάνω το χατίρι
δε θα την πιάσω απ’ τα μαλλιά
το αραχνοΰφαντό της δε θα σκίσω
Ξέρω τι ψέμα κρύβεται από κάτω
τι ματαιότης εγκοσμίων σαρκάζει
ποια τρύπα καιροφυλακτεί
—ένδοξους κι άδοξους μεγάλους και μικρούς—
σαν μαύρος αχινός
να μας ρουφήξει

Β’ Ίχνη στη σκόνη

ΕΜΦΑΝΕΙΑ

Εσύ
πάντοτε ανέγγιχτη απ’ το χρόνο
να με κοιτάς με το βαθύ σον βλέμμα
πίσω από ανταύγειες και κατοπτρισμούς
και ομίχλες βυθισμένων παρελθόντων

Και να –
προβάλλεις άξαφνα καθώς
πρώιμος άνθος σε παγωμένο κήπο

Φωτίζονται οι στιγμές
λαμπρές νησίδες
στον ωκεανό της απεραντοσύνης
λίγο προτού χαθούν
ξανά στο μαύρο

Όνειρο τάχα; Ελπίδα ; Ή μόνο μια
παροδική παραίσθηση
μια λάμψη
μια ταπεινή μεταγραφή σε οικείες εικόνες

τού σκοτεινού μυστήριου πού μας κλώθει

Η ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ

Όμως
ποια να ‘σαι Εσύ που αιφνιδιάζεις
με τόση λάμψη τόση μουσική
το σκυθρωπό βασίλειο της σιωπής μου;
Που χείμαρρος φωτός εισβάλλεις ξάφνου
σ’ αυτά τα ειρηνικά σκιόφωτα όπου
χρόνια και χρόνια τώρα συντηρώ
τις λιγοστές αναιμικές μου μνήμες;
Μ’ αυτή την εκτυφλωτική ομορφιά; Μ’ αυτή
την εκκωφαντική σου παρουσία;
Τι ανακαλεί στο βλέμμα μου η μορφή σου;
Ποιόν ουρανό; Ποια μακρινή πατρίδα;
Κι αυτό το αστραφτερό χαμόγελό σου
—σαν άξαφνη αστραπή σε μαύρο φόντο—
ποιο ανέφικτο υπαινίσσεται και ποιές
ακτές πέραν του χρόνου προφητεύει;

Στο φρύδι του γκρεμού με καρτερείς
και με χαμόγελο ήρεμο μου γνέφεις
ανύπαρκτα φτερά να εμπιστευθώ
παγιδευμένες πτήσεις να τολμήσω

Η ΤΡΙΤΗ ΦΑΣΗ

Στην πρώτη φάση ανύποπτοι προσέρχονται
Απολαμβάνουν τη ζωή
τη μουσική τον έρωτα τη φύση
Αυτή την άπεφθη ηδονή του υπάρχειν

Στη δεύτερη όμως φάση κάτι αλλάζει
Θαμπώνουν κάπως γύρω τους οι εικόνες
Γεύση φθοράς στα χείλη τους πικρίζει
Ένα περίεργο ρίγος τούς διατρέχει
σαν κάτι να τους απειλεί
Νιώθουν λιγότερο οικείο τον κόσμο

Τέλος στην τρίτη φάση επισυμβαίνει
το μαγικό αναπότρεπτο. Αναβλύζει
μια μουσική απ’ τα βάθη της ψυχής τους
Νιώθουν να χάνουν το υλικό τους βάρος
Η σκέψη τους αδειάζει η βούλησή τους
ακινητεί σαν παγωμένη λίμνη
Τούς έλκει το απροσδιόριστο
Τούς προσκαλεί το « πέραν πάσης μνήμης »
Ακολουθούν μια μυστική βοή
Και κατεβαίνουν σιωπηλοί τη σκάλα

ΔΟΥΛΤΣΙΝΕΑ

Έρχομαι από τα βάθη των καιρών
απ’ τους βυθούς ενός χαμένου κόσμου
ματαιωμένος εξερευνητής
ιππότης νικητής
ανεμομύλων

Έρχομαι
σέρνοντας τα πολύχρωμα κουρέλια μου
φορώντας
τα επινικελωμένα μου παράσημα
και πάνω στο κεφάλι μου
—κορόνα
και δόξα των ονείρων της ζωής μου—
την άχρηστη λεκάνη του μπαρμπέρη

Έρχομαι τσακισμένος οδοιπόρος
γονυπετής μπροστά στο θαύμα της αγάπης σου
φώτισε με το βλέμμα σου τα σκοτεινά τοπία μου
ρίξε τα χέρια σου γεφύρια στο αχανές μου
βοήθησέ με πάλι να υψωθώ
μέσ’ απ’ τη δίψα των ψυχών
και το πανάρχαιο ρίγος των σωμάτων

ΤΟ ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΩΝ ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΩΝ

…Μ αυτές τις λίγες λέξεις που απομένουν
μ αυτές τις λίγες φλόγες που επιμένουν

χτίζω το ταπεινό μου εντάφιο σπίτι

*

…Του ανέλπιστου τυφλός κιθαρωδός

Του ανύπαρκτου πλανόδιος τροβαδούρος

*

…Ένας απλός διαβάτης των ωρών
Ένας τυφλός και μάταιος ιχνηλάτης
Των υπογείων βλαστήσεων κηπουρός
Των άστρων ταπεινός
κανδηλανάφτης

*

… Ζω τή μαγεία των υπόγειων χώρων
Αντλώ σοφία στη μήτρα των πηγών
Ιερουργός του μυστηρίου των λουλουδιών
Και της εκπυρσοκρότησης των σπόρων…

*

..Έγκλειστοι σε μιαν ύπαρξη δοτή
Ακούσιοι ποντοπόροι της αβύσσου

*

… Χάνοντας πάντα στις στροφές
ό,τι κερδίζαμε με ζήλο στις ευθείες

*

Ο ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Μνήμη ποιητή
Διομήδη Βλάχου

Ό,τι πλησιάζει
απομακρύνεται συγχρόνως
κι αυτό που μένει τελικά
μοιάζει με πάχνη που θολώνει τη ματιά
με γεύση πικραμύγδαλου στα χείλη

Χάνονται στο απροσπέλαστο οι μορφές
Τέφρας σωροί στη θέση των πραγμάτων

Πώς ξάφνου καταρρέουν τα περιγράμματα
και χύνονται στην άβυσσο οι ουσίες ;
Πώς αναστρέφεται ό καιρός
και προς το παρελθόν γυρνάει το μέλλον;

Κλείνουν οι κύκλοι
Κλείνουν οι εποχές
Φυσούν από τί βάθη πεπρωμένα

*

Καιρός των απολογισμών
των σιωπηλών διαλογισμών
των επιτάφιων επισκεπτηρίων

Κλεισμένος στο κελί της ύπαρξης σου
το αληθινό σου πρόσωπο ανασύρεις
αυτό πού δεν το δείχνουν οι καθρέφτες

Με καταχνιά μετράς το παρελθόν
και με μια λάμπα ομίχλης ανιχνεύεις
το μέσα σον και γύρω σον κενό
που οι σύντροφοι σου μέλλον ονομάζουν

Σε περιβάλλουν σκύβαλα ημερών

Και ειρωνικά χαμόγελα αγαλμάτων

Το ακροτελεύτιο

Η ΜΟΛΙΣ ΜΟΥΣΙΚΗ

Μην απορείς που δυνασχετώ
ν’ ακολουθώ τα βήματά σου Μνήμη
Γνωρίζω την αλήθεια τι ωφελεί
αδιάκοπα σ’ αυτήν να μ’ επιστρέφεις;
Για ποιο σκοπό ο χορός των ερειπίων;
Η επαναβίωση τόσων χωρισμών;
Η εκταφή του ενταφιασμένου χρόνου;

Σώπασε… σώπασε… η ψυχή κοιμάται
Μην την ξυπνάς… κουράστηκε να ελπίζει
Κουλουριασμένη μέσα στον εαυτό της
έχει αφεθεί στη μόλις μουσική

που η αίσθηση του μάταιου αναδίδει

ΘΙΑΣΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΕΔΡΑ (2006)

[Γιατί ποτέ δεν θέλησε κανείς]

Γιατί ποτέ δεν θέλησε κανείς
να γίνει αυτό που πάντα επιζητούσα –τόσων περιπλανήσεων ο σκοπός, τόσων σκληρών προσπαθειών ο στόχος– δεν τόλμησα ποτέ μου να χτυπήσω μιας κάποιας θύρας άγνωστης το ρόπτρο, μ’ όλο που ξέρω πως με περιμένουν –σε μια ασαφή καμπή του μέλλοντός μου– μυστηριώδεις αγγελιοφόροι, κάτι σπουδαίο πολύ να μου αναγγείλουν. Κι έτσι βαδίζω σιωπηλός και μόνος, άτολμος αναζητητής, ψάχνοντας μέρα-νύχτα το απροσδόκητο, περιφερόμενος –ασκόπως λένε– στα στενορύμια των συνοικιών ή στις πλατιές ασφάλτους των λεωφόρων. Μέχρι που κάποτε, αποκαρδιωμένος, απαυδημένος από τόση πίκρα, χωρίς κουράγιο πια, χωρίς ελπίδα, να προκαλέσω θέλησα τη μοίρα δίνοντας ένα τέλος στο παιχνίδι. Κι ενός τυχαίου σπιτιού την πόρτα χτύπησα. Ποιον όμως να ζητήσω; αναρωτιόμουν. Μα το κορίτσι που άνοιξε, ποιος είμαι ή τι γυρεύω δεν με ρώτησε. Με βλέμμα συμπονετικό με κοίταξε κι ως να ’ξερε το δράμα της ζωής μου, μ’ ένα σεμνό κι ευγενικό χαμόγελο, προτού προλάβω να μιλήσω, μου ’πε:
– Δεν είναι εδώ.

Σας περιμένουν όμως.

[Την έβλεπα σαν σ’ όνειρο]

Την έβλεπα σαν σ’ όνειρο
ν’ ατμίζεται με λάμψεις
εκτυφλωτικές, κοιτώντας με με στοργικό χαμόγελο κι ένιωσα να με παίρνει το παράπονο. Κι όχι μονάχα για το χωρισμό, που έτσι κι αλλιώς τον είχε προαναγγείλει,
μα πιο πολύ γιατί αφανέρωτο άφηνε
–μέσα σε τόση πίκρα, τόση ερήμωση–
το μυστικό της φωτεινότητάς της.

Η ΔΙΚΗ

Αίθουσα παγερή,
σκοτεινιασμένη. Γύρω μου βλοσυρές φυσιογνωμίες. Ριγμένος στο σκαμνί μου περιμένω. Έδρανα δικαστών αντίκρυ απ’ όπου κέρινα πρόσωπα το χώρο κατοπτεύουν. Στο κάδρο ένας περίλυπος Ιησούς που με κοιτά με βλέμμα λυπημένο. Κάποιοι –δεν ξέρω ποιοι– θα με δικάσουν. Πίσω μου νιώθω το λαό –τον όχλο– με την κραυγή στα δόντια σταυρωθήτω. Άγνωστοι μάρτυρες εκθέτουν τα συμβάντα, μα ωστόσο εγώ δεν εννοώ τι λένε, γιατί μιλούν μιαν άγνωστή μου γλώσσα. Στο τέλος βγάζουν άναρθρες κραυγές, με δαχτυλοδειχτούν εξαγριωμένοι. Ενώ το ακροατήριο φρικιά κι έξω ο λαός ανάβει την οργή του. Και μόνο οι δικαστές μαρμαρωμένοι, σαν προτομές ηρωικών προγόνων. Μέχρι που ακούγεται η βαριά φωνή, θαρρείς από ένα αθέατο υπερώον, ένοχος… ένοχος… κι ευθύς ξεσπούν καμπάνες γιορταστικές στη νυχτωμένη πόλη. Αλαλαγμοί και φωταψίες στους δρόμους ένοχος… ένοχος… αντιφωνούν τα πλήθη.
Στην αίθουσα όμως παγερή σιωπή.
Σε στάση προσοχής προσμένουν όλοι την έσχατη κορύφωση του δράματος. Την κάθαρση. Τον έλεο και το φόβο. Με βήμα αργό και τελετουργικό, δυο που φορούν κουκούλες με πλησιάζουν.
Μα εγώ είμαι τώρα πια πολύ μακριά. Πολύ βαθιά μες στο γαλάζιο μέλλον. Σε μια πλαγιά με κόκκινες μηλιές κι αστραφτερές σαν ήλιους ορτανσίες.
Ακούγοντας και πάλι εκστατικός

το νοερό μου κουαρτέτο εγχόρδων.

[Σαν ν’ αναδύθηκε απ’ τα χαμομήλια]

Σαν ν’ αναδύθηκε απ’ τα χαμομήλια
κορίτσι δώδεκα χρόνων
λευκοντυμένο. Κρατάει ένα ματσάκι μαργαρίτες και τρέχει γελαστό να μου το δώσει.
– Είσαι ο πατέρας μου, μου λέει. Στον άλλο. Τον μακρινό κι ευλογημένο κόσμο. Όπου τα αστέρια ξέρουν να μιλούν. Κι οι ταπεινές μολόχες να χορεύουν.
Χρόνια σε περιμένω πέρα εκεί.
Χαίρομαι που μαθαίνω πως πλησιάζεις.

[Ακούω βαθιά μέσα στη νύχτα μουσική.]

Ακούω βαθιά μέσα στη νύχτα μουσική.
Λες και μια μπάντα κάτω παιανίζει. Κάτω; Πού κάτω; Αυλή δεν έχει αυτό το σπίτι. Βράχια τριγύρω το στηρίζουν μυτερά και κύματα του γλείφουν τα θεμέλια. Κι έπειτα εδώ, στη μαύρην ερημιά, νυχτιάτικα ν’ ακούγεται μια μπάντα! Σηκώνομαι και τρέχω στο παράθυρο. Μέσα στη θάλασσα ένα πάλκο ολόφωτο. Και κάτω η μπάντα με τις κόκκινες στολές και τις χρυσές της περικεφαλαίες. Άριες γνωστές του παρελθόντος παίζοντας. Ενώ ταυτόχρονα στου ορίζοντα το φόντο –σαν μέσα σε γιγάντια οθόνη– προβάλλονται παράξενες εικόνες. Πρωτόγνωρες για με – μα ωστόσο οικείες. Κι εγώ, στη μουσική γλυκά δοσμένος –σα να ’χει γκρεμιστεί του χρόνου ο τοίχος– κοιτώ και βλέπω πίσω από τη μνήμη:

Τον οδοιπόρο με αδειανό φλασκί σε πυρωμένη στέπα να βαδίζει. Το λήσταρχο που κάνει το σταυρό του μπροστά σ’ ένα πουγγί κι ένα μαχαίρι. Τον ασκητή στην άκρη του γκρεμού κρατώντας θυμιατό και πυροφάνι. Το αγόρι που ξυπόλητο γυρνά και ψάχνει –ποιον;– σε νυχτωμένο δάσος. Τον γέροντα που μόνος ξεψυχά σε βρόμικη καλύβα και που ακούει την ίδια πάλι παιδική φωνή να τον καλεί στα βυθισμένα χρόνια. Σπίτια που φλόγες άγριες τα τυλίγουν όπως τα φίδια τον Λαοκόοντα και τους γιους του. Λάκκο νωπό κι ολάνοιχτο που μέσα μικρό κορίτσι παίζει με τις κούκλες του. Κι άξαφνα, το αναπάντεχο μπροστά μου. Σ’ ένα λουλουδιασμένο περιβόλι, το ίδιο αυτό κορίτσι τραγουδά – γυρνά, με βλέπει, μου χαμογελά, μου δείχνει στον ορίζοντα ένα κάστρο. Μια μοχθηρή ζητιάνα στη γωνιά στρέφει στο πρόσωπό μου έναν καθρέφτη. Διαβαίνει μια κηδεία κι ο νεκρός χαμογελά – σαν κάτι να μας κρύβει. Χιονίζει κι ένας λύκος πληγωμένος στενάζοντας φωνάζει τ’ όνομά μου. Κάποιος σημαίνει σε καμπαναριό που ορθό πάνω στα κύματα επιπλέει…

Τι φωτεινή παράκρουση η ζωή!

Τι εξέδρα φαντασμάτων ο πλανήτης!

[Κι άξαφνα η μπάντα σταματά]

Κι άξαφνα η μπάντα σταματά,
οι εικόνες σβήνουν. Με
παφλασμούς κι αφρούς, σα βαθυσκάφος, το πάλκο καταδύεται στον βυθό του.
Κι οι μουσικοί
σε στάση προσοχής
βυθίζονται κι αυτοί στο υγρό σκοτάδι.

Κανένα φως, κανένας ήχος πια.

Τίποτα και ποτέ δεν έχει υπάρξει.

[Επίλογος]

Επίλογος

Άνοιξε η θύρα ξαφνικά και πρόβαλε. Ένας γιατρός φορώντας άσπρη μπλούζα. Χαμογελούσε φιλικά σαν να με γνώριζε. Κοιτάζω γύρω. Το δωμάτιό μου. Τα κάδρα, το γραφείο, τα βιβλία μου.
«Ποιος είστε και πώς ήρθατε;» ρωτάω. «Από τη σκάλα του ύπνου» μου απαντά. «Χρόνια μετά την αποφράδα ημέρα. Θυμάστε; Με τα κόκκινα πουλιά και τις μεγάλες μύγες στο φεγγάρι.» Και πρόσθεσε καθησυχαστικά. «Χαμογελάστε, δεν υπάρχει λόγος. Έχομε πλέον ανελκυστεί στο φως.
Και προχωρούμε ολοταχώς.
Στο θαύμα».

ΜΟΥ ΓΝΕΦΟΥΝ (2000)

ΕΞΑΡΧΕΙΑ

Κοιτώ μέσα στα μάτια σου βροχές
Διακρίνω φώτα και σκιές να τρέχουν
Υπνοβατώ χωρίς να με προσέχουν
Καθώς κυλούν στα βάραθρα εποχές

Δεν έμαθε κανείς για τον νεκρό
Βρέθηκαν ίχνη κήπου στ’ όνειρό του
Πυρομανείς διασχίζουν τη Διδότου
Τα παραμύθια γέμισαν νερό

Χάνομαι σ’ ένα βάθος προσμονής
Κρύβομαι σ’ ένα σώμα δανεισμένο
Φέγγει μπροστά μου βλέμμα δακρυσμένο
Μα πίσω από το δάκρυ του κανείς

Η πόλη; Σαν σταθμός του Ηλεκτρικού
Μισόφωτη – με μάτια νυσταγμένα
Σ’ αναζητώ σε βήματα σβησμένα
Στα σχήματα ενός άλλου σκηνικού

Ο χρόνος; Κάτι σαν υποτροπή
Σαν μια παλιά θαμπή φωτογραφία
Γράμματα χαραγμένα στα θρανία
Λόγια που τα σταμάτησε η σιωπή

Κι ο ποιητής; Σ’ ένα τοπίο γυμνό
Μεταμφιεσμένος σε κρανιοσκόπο
Πάλι ξυπνώ σ’ αυτόν τον ξένο τόπο
Ψάχνοντας δρόμο σπίτι κι ουρανό

ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ

Κι αν ίσως κάποτε συμπράττω
θύμα κι εγώ μοιραίων συσχετισμών..
Ο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ, «Ο περιπατητής της παραλίας»

Και βέβαια κάποτε συμπράττεις
Κάποτε ακούσια προσχωρείς
Ο χρόνος τήκεται νωρίς
Κι όλο σού γνέφει ο σχοινοβάτης

Κοιτάς σημάδια του προσώπου
Ζεις σε μιαν άγνωστη εποχή
Το τέλος είναι στην αρχή
Το σύμπαν στο κλουβί του ανθρώπου

Πόλη θαμπή και κουρασμένη
Μνήμη που γλείφει σαν σκυλί
Κανείς δεν ξέρει ποιο σκαλί
Το μάταιο βήμα κατεβαίνει

Κανείς δεν ξέρει ποιος ζυγώνει
Ποιος στη σκιά καραδοκεί
Ποιος στο κορμί σου κατοικεί
Ποιος επιστρέφει από τη σκόνη

Στο μεταξύ πετούν μπαλόνια
Γέμισε ο τόπος κομφετί
Γίνεται ο θάνατος γιορτή
Πωλούνται φέρετρα και χρόνια

Κάποιος ανοίγει την παρτίδα
Κάποιος ορίζει την τιμή
Σε παρασύρουν οι αριθμοί
Στη φοβερή τους πλημμυρίδα

Χάνεσαι μέσα στη χοάνη
Σε προσμετρούν στο ποσοστό

(Το πτώμα βρέθηκε ζεστό
Κι άγγιξε ο κρόταφος την κάννη)

ΤΑΡΑΤΑΤΑΜ ή ΤΟ ΞΟΡΚΙ

(Ξόρκι κατά της αϋπνίας. Απαγγέλλεται νοερά σε ρυθμό εμβατηρίου.
Επαναλαμβάνεται συνεχώς μέχρι τελικού αποτελέσματος.)

Χρόνια τώρα στο σκοτάδι περιμένω
Και τα μάτια μου γεμίσανε νερό
Περιμένω τον θεράποντα γιατρό
Τον κλειδούχο που τον ρούφηξε το τρένο

Περιμένω τον ασώματο ιερέα
Τον κουτσό μεταφορέα υαλικών
Τον τραυλό καθηγητή των αγγλικών
Το παιδί με το λιοντάρι στη Νεμέα

Το βαρκάρη που ’χει χάσει τ’ όνομά του
Τη μικρή παραδουλεύτρα Πασχαλιά
Τη Λουντμίλα με τα κίτρινα μαλλιά
Τον πλανόδιο βιολιστή με τα φτερά του

Τον καμπούρη δικαστή με την περούκα
Το χειρούργο με το μαύρο φυλαχτό
Την Οντίν που πια δε βγήκε απ’ το κρυφτό
Το κορίτσι που θρηνεί στην Μπάνια Λούκα

Περιμένω το φαντάρο που κρυώνει
Τη γυναίκα που κοιμάται μοναχή
Την τροτέζα που την έλιωσε η βροχή
Το ζητιάνο που τον σκέπασε το χιόνι

Περιμένω τον τυφλό λαχειοπώλη
Περιμένω τον κουλό θεραπευτή
Περιμένω τον φιλάνθρωπο ληστή
και το δήμαρχο που γκρέμισε την πόλη

Περιμένω την κυρτή πεντικιουρίστα
Τη γριά που θα μου ανάψει το κερί
Τη μητέρα που μου μίλησε νεκρή
Τη Μυρτώ που εξαϋλώθηκε στην πίστα

Περιμένω τον επίγειο ταξιδιώτη
Τον προφήτη που ’χει χάσει το κλειδί
Περιμένω το μονόδοντο παιδί
και το δάσκαλο που ξέμεινε στην πρώτη

Περιμένω το μουγκό θαλαμηπόλο
Περιμένω τον κουφό μπαλωματή
Τον νεκρό στους πάγους εξερευνητή
που επιστρέφει μ’ άλλο σώμα από τον Πόλο

Περιμένω το χαμένο χρυσοθήρα
Περιμένω τον πνιγμένο θερμαστή
Περιμένω τον ανύποπτο εραστή
Περιμένω τον πολύπαθο μνηστήρα

Περιμένω την αθέατη χορωδία
Περιμένω σκοτεινούς εξορκιστές
Περιμένω θυσιαστήριες τελετές
και το πτώμα που ’χει αργήσει στην κηδεία

Περιμένω το Βαρδή και τον Αντώνη
Τη Μαρίνα την Αλκμήνη την Αυγή
Τον Ερμόλαο που αναδύθηκε απ’ τη γη
Τον Νικήτα που βυθίστηκε στη σκόνη

Περιμένω να ’ρθει κάποιος να με σώσει
να μου δώσει κάποιο στίγμα στο κενό
για ν’ αντέξω τον αντίπαλο ουρανό
και τη γυάλινη σιωπή που μ’ έχει ζώσει

Ταρατάμ ταρατατάμ ταράτα τάμταμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταρατατάμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταρατατάμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταράτα τάμταμ
κ. ο. κ.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΘΩΟΣ

Ο ποιητής υποφέρει Ο ποιητής υποφέρει
γιατί έχει χάσει το δρόμο και πού πηγαίνει δεν ξέρει
και περπατά δίχως μνήμη σ’ αυτή τη χώρα του νότου
ενώ ένα μαύρο ποτάμι μπαίνει συχνά στ’ όνειρό του

Ο ποιητής δε γνωρίζει μόνο αγρυπνά και δακρύζει
σαν να τον κράζουν οι ρίζες υπόγειους κήπους σκαλίζει
και μέρα νύχτα τα ερείπια της ύπαρξής του ανασκάβει
κι ένα σκυλί σκοτωμένο μέσα στα τρόχαλα θάβει

Κι άλλοτε πάλι μονάχος κωπηλατεί σε μια λίμνη
και λυπημένος κοιτάζει την άδεια θέση στην πρύμνη
Κι ενώ απ’ τα βάθη των χρόνων ένα παιδί τον φωνάζει
νιώθει που η βάρκα του γέρνει κι αγάλι αγάλι βουλιάζει

Κι ακούει μια μάνα να λέει την ίδια πάντα ιστορία
Κρυμμένη πίσω από ράφια και σκονισμένα βιβλία
Κι όπως η νύχτα ζυγώνει και το σκοτάδι πυκνώνει
Βλέπει −απ’ αλλού− το κορμί του να το σκεπάζει το χιόνι

ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΑ

Το σώμα σου είναι από κερί
τα μάτια σου σβηστά καντήλια
φοράς στεφάνι από ασφοδίλια
κι είσαι ανεξήγητα νεκρή

Σ’ αναζητώ στις προσευχές
στα πρόσωπα τα ραγισμένα
Τη νύχτα κάρφωναν κι εμένα
δυο μασκοφόρες μοναχές

Σε σκοτεινές καταπακτές
μάτια πνιγμένων βλεφαρίζουν
ανάπηροι άγγελοι ποτίζουν
περιδεείς προσκυνητές

Κι εγώ σαν να ’χω προδοθεί
γυμνός σε πέτρινο κρεβάτι
και με φωτίζει το άδειο μάτι
που από παιδί με ακολουθεί

NOTTURNO

Κάποιος έχει φύγει από το σπίτι
Κάποιος άλλος περπατάει στο δώμα
Νύχτα και δεν φάνηκεν ακόμα
το παιδί που μπαίνει απ’ το φεγγίτη

Εμπνοές σαλεύουν τις κουρτίνες
Όνειρα κι αράχνες με μουδιάζουν
Τα φεγγάρια ασίγαστα κοάζουν
Γέμισε το δέρμα μου λειχήνες

Ίσκιοι του ανυπόστατου επιστρέφουν
Κύλησαν νομίσματα στο χώμα
Νούφαρα σου σκέπασαν το σώμα
Δυο τρελοί απ’ το ξέφωτο μου γνέφουν

Σαν να ψάχνω κάποιο μονοπάτι
Σαν ν’ αναγνωρίζω τα σημάδια
Προχωρώ στ’ αδιάλυτα σκοτάδια
μ’ ανοιχτό το μέσα μόνο μάτι

ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑ (1995)

Νύχτωνε
κι ήμουν τόσο μοναχός

που νόμιζα πως ο Θεός
πλησιάζει

*

Ακοίμητος στα στήθη μου
καημός

ο καταποντισμός
του παραδείσου

*

Στη μοναξιά των λέξεων
κατοικώ

στην έρημο των στίχων
ασκητεύω

*

Πόσα ναυάγια μέσα μου χωρούν;

Πόσους νεκρούς η ανάσα μου
λικνίζει;

*

Ο θάνατος
ο πιο
πυκνός
καπνός

ο θάνατος
ο κλίβανος των μύθων

*

Γιατί λευκοφορούν οι κερασιές

και φόρεσε ο νεκρός
τα γιορτινά του;

*

Άνοιξη
και τα χώματα σκιρτούν

άνοιξη και τα σώματα
θυμούνται

*

Χρόνος
καθώς η λάμψη τού φτερού

Τόπος
καθώς η πάχνη της πρωίας

*

Κι εσύ καρδιά μου που
παραληρείς

συνεπαρμένη από βοή
και μοίρα

*

Ω μνήμη
σπίτι που
με κατοικεί

μητέρα
που το στήθος μου θηλάζει

*

Κι αν τα κρυμμένα μάς
φανερωθούν

πόσοι θ’ αντέξουν τόση
φωταψία;

*

Τώρα κι εσύ
στα δόντια τού καιρού

στην ερημιά τού παγερού
καθρέφτη

*

Μόνος
μ’ αυτό που πάντα σε απειλεί

με τη σιωπή
της αιωνιότητας του

*

Μες στο μυστήριο του
τυφλού
θεού

στην παγωνιά
της παντοκρατορίας

*

Όπως ο λύκος έτσι κι η ψυχή

στην οιμωγή
στην απεραντοσύνη

*

Μιλώ
γι’ αυτόν που αιώνια καρτερεί

μ’ ένα κερί λιωμένο στην παλάμη

*

Μνήμη συνάζω
μνήμη και σιωπή

στυφή τροφή
για τον βαρύ χειμώνα

*

Πάλι χαράζει εντός μου
παρελθόν

πάλι χιονίζει εμπρός μου
πεπρωμένο

*

Τι σκοτεινός ωκεανός
το φως

τι φωτεινό βασίλειο
το σκοτάδι

*

Ψυχή μου
που αναθρώσκεις στο αχανές

Σώμα μου
που το χώμα σου αποδίδεις

*

Με προσκαλούν τα δάση
των ριζών

οι μαγικές πατρίδες
των μετάλλων

*

Μακριά
πέρ’ απ’ τα τείχη τής σιωπής

ακούω ξανά τον σαλπιγκτή
της νιότης

Ο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ (1989)

ΚΑΙ ΜΗ ΡΩΤΑΣ ΓΙΑΤΙ ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ ΕΙΜΑΙ

Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν
τα καραβάνια
των λησμονημένων

Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν
σκιές νεκρών
μορφές αγαπημένων

Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές
Είναι που δρόμους άλλους φανερώνεις

Είναι που κλείνεις τις
καταπακτές
και στο καινούριο θαύμα ξημερώνεις

Είναι που μες στο φέγγος σου αγρυπνώ
σα να πιστεύω πως
υπάρχω ακόμα

Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό
Κι εγώ δεν έχω παρά λίγο χώμα

ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Όσοι προσμένουν σιωπηλοί στους προθαλάμους
πλήττουν θανάσιμα, παλιά περιοδικά
βαριεστημένα ξεφυλλίζουν, μόνο
φωτογραφίες αδιάφοροι κοιτώντας
Άλλοι θυμούνται περιστατικά
ξεθωριασμένα από τον χρόνο κι άλλοι
σκέπτονται πράγματα που μόνο μέσα
στη νοσηρή τους φαντασία συμβαίνουν
Κάποιο τρελαίνονται στο τέλος κι εφορμούν
βγάζουν τα μπουκαλάκια τής βενζίνας
ραντίζουν πολυθρόνες και κουρτίνες
κι όπως αλλόφρονες γιατροί γονυπετούν
και θρηνωδούν σπαραχτικές σειρήνες
αυτοί γυρνούν σε χρόνια μακρινά
θυμούνται το τραγούδι τής μητέρας
το γέλιο της, τα μαύρα της μαλλιά
μικραίνουν πάλι, γίνονται
παιδιά
κρύβονται στην ποδιά
της νοσοκόμας

ΜΑΡΙΑ ή ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Καθώς
εγώ
τη μυγδαλιά τινάζω

πέφτουν τ’ αμύγδαλα βροχή
κι εσύ
πώς λάμπεις

μα δεν θυμώνεις
μόνο
με κοιτάζεις
και μου χαμογελάς
φεγγοβολώντας

Κι εγώ
τινάζω με
μανία το δέντρο
και Θε μου σε
φοβάμαι και
μ’ αρέσεις

κι όλο βυθίζεσαι στο φως
και μέσα
στην εκτυφλωτική σου λάμψη
σβήνεις

Κι εγώ
τινάζω κλαίγοντας
– γελώντας
και κλαίγοντας –
το δέντρο
και
ξυπνώ

και πια
δεν είναι φως
δεν είναι δέντρο

μόνο δωμάτιο γκρίζο
βουρκωμένο
και βρέχει
βρέχει
βρέχει
και δεν είσαι

κανείς δεν είναι πια
και με σκεπάζουν
άγρια θολά νερά

νερά
και χρόνια

Ο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ

Ίσως λοιπόν
πίσω από τόσους χωρισμούς
να βρεις κι εσύ το νόημα της ζωής σου
καρφώνοντας στην όχθη τού αχανούς
βίγλα τού ακατανόητου
τη σιωπή σου

Γιατί κι ο χρόνος γέρων είναι
και κυφός
κι όση σοφία θησαύρισες καπνός και σκόνη
Δε μένει παρά λίγο γκρίζο φως
Κι ο σκοτεινός Ληξίαρχος που ζυγώνει

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Πώς βρέθηκα λοιπόν ανεβασμένος
πάνω σε τούτο το
κωδωνοστάσι;
Νύχτα κι αγέρας σκοτεινός φυσάει
κι όπως βαριά στενάζουν οι καμπάνες
με διαπερνά το ρίγος της αβύσσου

Κατρακυλώ στη σιδερένια σκάλα
Κι αν όμως είν’ η θύρα κλειδωμένη;
Κι αν ίσως δεν μπορώ να ξεκλειδώσω;

Νιώθω νερά στα πόδια μου
κοάζουν
τριγύρω μου βατράχια
με φωτίζει
ξάφνου ο θαμπός φανός του νεωκόρου
που σκύβει από ψηλά και μου φωνάζει

Ανέβα πάλι επάνω, χριστιανέ μου
τι θέλεις τέτοιαν ώρα στο πηγάδι
θα σε τραβήξουν κάτω τα τελώνια

Κι απορημένος κάνει το σταυρό του

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΙΑΣ

Βρίσκω εκκωφαντικά τα γεγονότα
τις διατυπώσεις πληκτικές
το όλον έργο περιττό και χρονοβόρο
Κι αν ίσως κάποτε συμπράττω
θύμα κι εγώ μοιραίων συσχετισμών
όμως κρατώ τις όποιες αποστάσεις
τεκμήρια της αθωότητός μου
Γι’ αυτό αποφεύγω τους
συνωστισμούς
και προτιμώ τις άδειες παραλίες
φίλος και μνήμων των κυμάτων πάντα
πιστός ακροατής
των οριζόντων
Γι’ αυτό αποφεύγω να
συνομιλώ
και με τον ίδιο ακόμη τον εαυτό μου
Θέλω ν’ ακούω ψιθύρους ουρανών
θέλω ν’ ακούω τριγμούς
πέραν των τάφων

Σβήστε λοιπόν αυτούς τους προβολείς
μη με διαλύετε στους
ορυμαγδούς σας
αφήστε ν’ αφουγκράζομαι γκρεμούς
αφήστε να θωπεύω
τους νεκρούς μου

ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΩΝ

μνήμη Τάσου Κόρφη

Έρχονται οι φίλοι μού
χτυπούν την πόρτα
τι να τους πω θα τους ανοίξω πάλι
κι εξ άλλου χρόνια τώρα πεθαμένοι
κι εξ άλλου
χρόνια τώρα που κρυώνουν
Και το σκυλί – τι άβυσσος αλήθεια –
κουνώντας την ουρά
καλωσορίζει
Προς τι λοιπόν οι μάταιες αντιστάσεις;
Ποιος ορθοτόμος και
δικαιοκρίτης;
Και ποιος εγώ που δήθεν τοπογράφος
οριοθετώ
τον πάνω κόσμο από
τον κάτω κόσμο;
Και ποιος εσύ
που αμίλητος ανοίγεις
παλιά συρτάρια και
βαθιά σεντούκια
ψάχνοντας το χαμένο μυρογυάλι;
Και ποιος αυτός
που αντίκρυ μου στην τάβλα
χύνοντας δάκρυα φλογερά
μια πίνει κόκκινο κρασί και μια
την ερημιά των τάφων τραγουδάει;

ΕΙΝΑΙ ΜΑΚΡΥΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Ατέλειωτος ο δρόμος σου

Μια φωτεινή γραμμή
στο μαύρο φόντο
που τη βαδίζω και
μ’ εξουθενώνει

Σα να ’ναι το σκοινί που ’χεις πετάξει
στο σκοτεινό πηγάδι μου Μητέρα
τυλίγομαι μ’ αυτό
και περιμένω
κάποιος απ’ το βυθό
να με ανασύρει

ΒΥΘΟΣ (1985)

Α. Τα δύο πρόσωπα

[ΕΙΜΑΙ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ]

Είμαι
στον τόπο και στο χρόνο

δίχως τον τόπο και το χρόνο
να γνωρίζω

και μάταια στο βυθό μου αναζητώ
το πρώτο φως
τη ρίζα μου
το στίγμα

Σαν ερημίτης σε βαθιά σπηλιά
λαθρεπιβάτης σε
κλεισμένο αμπάρι

θαρρώ πως κάποιος σκάβει
στο πηγάδι

κάποιος απλώνει επάνω
τα πανιά

[ΕΙΣΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Η ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ ΠΡΟΒΟΛΗ]

Είσαι λοιπόν

η εντός μου προβολή
μιας άλλης παρουσίας
ή μήπως
του εαυτού μου αντικατοπτρισμός;

Δικό σου είναι αυτό το ήπιο φως
ή το αντιφέγγισμα είναι
του μέσα μου αινιγματικού
κι ανεξιχνίαστου όντος;

Πού σβήνονται τα σύνορα
της ύπαρξής μου
και πού αρχινούν της ύπαρξής σου οι φλόγες;

Και πώς
στου απελπισμού την ύστατη ώρα
της δόξας σου ανατέλλει ο τέλειος ήλιος
κι όλο το εντός μου βάραθρο
φωτίζει;

Λάμπεις στα ύψη ή στο βυθό;
Πλησιάζεις τάχα ή όλο απομακρύνεσαι;

[ΝΙΩΘΩ ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ]

Νιώθω θρυμματισμένος

ελλιπής

με διαπερνά σαν ρίγος η υποψία
πως κάποτε
πληρέστερος υπήρξα
πλησιέστερος
στο ιδανικό μου αρχέτυπο

Σε ποιους καιρούς λοιπόν έχω φθαρεί;
Σε ποιους καθρέφτες
αλλοιώθηκε η μορφή μου;
Πώς του εαυτού μου το
κακέκτυπο έγινα;

Βυθίζομαι στη μέσα μου σιγή

Ψάχνω να βρω
το πρώτο
πρόσωπό μου
στο μπλάβο φως
που εντός μου ακινητεί

στον σιωπηλό
κι ακύμαντο
βυθό μου

[ΚΙ ΕΣΥ ΣΑ ΝΑ ΜΟΥ ΓΝΕΦΕΙΣ]

Κι εσύ

σα να μου γνέφεις απ’ τα βάθη
πίσω από φώτα μακρινά μιας άλλης πόλης
όταν εγώ
στα δόντια των κυμάτων
παραδαρμένος
ναυαγός
άξαφνα νιώθω μέσα μου
το χάσμα
το απόκρημνο κενό που με τραβάει
κι ο φόβος ο πανάρχαιος
σαν μανδύας
παγωμένος και υγρός
με περιβάλλει
και μάταια ψάχνω για
σωσίβια λέμβο
και ιδού που ανοίγει το
βαθύ
πηγάδι
και πέφτω
στρο
βι
λί
ζομαι
και τότε
νιώθω το αίμα σου στο δίχτυ των φλεβών μου
το πέταγμά σου στις φτερούγες μου
και νιώθω
πως είμαι εσύ που μέσα σου φοβάμαι
πως είσαι εγώ που εντός μου γαληνεύεις
πως χύνεσαι όλη μέσα μου
πως όλος
λαμποκοπώ στη φωτεινότητά σου

[ΠΑΣΧΙΖΩ Ν’ ΑΠΟΤΡΑΒΗΧΤΩ]

Πασχίζω ν’ αποτραβηχτώ

στις πιο μικρές μου ανθρώπινες διαστάσεις
μέσα στο σώμα να
συμπυκνωθώ
σε μια γλυκιά παραδοχή
και μια
γλυκύτερη παραίτηση
να κλείσω
της έγνοιας το βιβλίο
και ν’ αφεθώ
γαλήνιος
στων πραγμάτων τη ροή

λησμονημένος θεατής
σκιών
ατάραχος ακροατής
ψιθύρων
ανέπαφος από τον κραδασμό
της τύρβης ή της μέριμνας το φόρτο
χωρίς την πίκρα της φθοράς ή της ελπίδας
το τρέμισμα

χωρίς ιδιοκτησία

πάρεξ ένα λευκό κλαδί ασφοδέλου
κι ένα χαμόγελο τεφρό
που θα φεγγίζει
στάχυ σιωπής
στο τόξο των χειλιών μου

 Β Το ανάβρυσμα

ΤΟ ΑΝΑΒΡΥΣΜΑ

Είσαι παντού

στο φως
στη μουσική
στη στέρεη γη
στην πάχνη των ονείρων
σ’ ό,τι βαθιά στη σιγαλιά ενδημεί
σ’ ό,τι διαχέεται στη
βοή του κόσμου

στις τροχιές των γλάρων
στις άνθινες πλαγιές που περιμένουν
τον φονικό χορό
των ερωτευμένων

στα σκοτεινά κελιά που θησαυρίζουν
στέρνες δακρύων

στους τάφους τούς χορταριασμένους
που ’χασαν όνομα και μνήμη

στον ζητιάνο που ακόμη
μέσα του ψάχνει
το θείο βρέφος

στον προφήτη που κρούει
τον ουρανό και βρέχει
βρώσιμη ελπίδα

στους γέρους που παράμερα σωπαίνουν
για να μπορούν ν’ ακούν
τα μέσα λόγια

στα παιδιά
που το σώμα τα βαραίνει
και φεύγουν απ’ το σώμα
και πετάνε

Είσαι παντού

στη ρέμβη των πραγμάτων
στου Απριλομάη τη χειμέρια νάρκη
στην έρημο των σιωπηλών βλεμμάτων
στη μάταιη των χεριών
ιχνηλασία

στα σιωπηλά δωμάτια που βραδιάζουν
στους καθρέφτες που πάντα περιμένουν
στων ρολογιών τον αδιατάρακτο ύπνο
στο κρεβάτι με την Μαρμαρωμένη

Είσαι παντού

στον κουρνιαχτό των δρόμων
στον ωκεανό της αφρισμένης πόλης
στων όχλων την κινούμενη άμμο
στους ήχους των τριάκοντα αργυρίων

στο χωρισμό με το λευκό μαντίλι
στην προσμονή με το χλωμό καντήλι
στην αγάπη με το ανοιγμένο τραύμα

στο στεναγμό της κλειδωμένης πόρτας
στον ερχομό που ανοίγει παραθύρια
στο πουλί που ραμφίζει μια ηλιαχτίδα
στο γιορτινό φιλί σαν εύοσμο άνθος

στο βρέφος που γεννιέται και γνωρίζει
και αποζητά το προορισμένο στήθος

στις ρίζες που σαλπίζουν
τον εγερτήριο ύμνο
βαθιά στο χώμα

στη μουσική των ανθισμένων κήπων
στο ξαφνικό παρών του δρυοκολάπτη
στο απέραντο μυστήριο των ιβίσκων

στα νερά που ξυπνούν και τραγουδάνε
και κάτασπρα φοράνε
και χορεύουν

………………..

Είσαι παντού
ορατή κι αποκρυμμένη
γειτονική κι απόμακρη
μητέρα
και θυγατέρα
πέτρα και νερό
χιόνι και υπόγεια βλάστηση
πανέρι
ρούχο απλωμένο στον αγέρα να στεγνώσει
δέντρο γεμάτο ανθούς και σημασία
Κι ωστόσο να σ’ αγγίξω
δεν μπορώ
στα μάτια σου να σκύψω
δεν μου πρέπει
ν’ αφουγκραστώ τον χτύπο της καρδιάς σου
τι μάταιος λόγος

Εσύ
που ανθίζεις μέσα στη σιωπή
με τη σιωπή σου μόνο με πλησιάζεις

Κι εγώ
στη γη των αιχμηρών
κραυγών

το θαύμα της σιωπής σου προαναγγέλλω

Δ. Τα επίμετρα

ΤΑ ΕΠΙΜΕΤΡΑ (II)

Εσύ μακριά
στο ανεπανάληπτο όνειρο

την τελειότητά σου υπαινισσόμενη

*

Στα βάθη του αδυσώπητου κενού
λάμψη κρυφή του υπονοούμενου άστρου

*

Φιλί της αιωνιότητας
ρήξη του χρόνου

*

Αμέριμνα γεωργείς το φως του κόσμου

*

Η ίδια η ομορφιά σε αναγγέλλει
σε υπόσχεται

όπως τα στάχυα υπόσχονται
τον εύοσμο άρτο

*

Ω μυστικέ ουρανέ του μέλλοντός μου

φεγγοβολή απροσδόκητη
προσέλευση άστρων

*

Ανάβεις πολυκάντηλο στο χάος
για να σε βλέπουν μάτια ναυαγών

*

Ω μνήμη ενός κοράλλινου βυθού

στης άσημης ζωής μου το ενυδρείο

*

Ω στίλβη των αστερισμών
μέσα σε νύχτες εύμολπες

*

Πώς απ’ τον θάνατό μου με ανασύρεις;

Πώς όλος είμαι μες στην ομορφιά σου;

Πώς σε κοιτώ κι ενδίδω στη σιωπή σου;

*

Ω αναντίρρητη στη βεβαιότητά σου

Ω μακρινή στη φωτεινή σου εγγύτητα

Ω σιγηλή στο μουσικό σου ανάκρουσμα

*

Μ’ ανακαλύπτεις στον βυθό
και μ’ ανυψώνεις

και στο δικό σου φως
μ’ επαληθεύεις

*

Με φέρνεις σ’ ό,τι απέραντο ενοικεί
τη λάμψη και το θάλπος της αγάπης

*

Σ’ ό,τι αποδίδει την ακέραιη μνήμη

*

Ψηλά
στην επιφάνεια του φωτός

Στης ομορφιάς την έκπαγλη εξουσία

Η ΛΑΜΨΗ (1983)

ΑΥΤΟΣΥΣΤΑΣΗ

Με λένε Ορέστη μα στη λέξη
μη σταθείς

Παρακαλώ προσπάθησε
πίσω απ’ τη λέξη
να δεις τη νύχτα του χιονιού
και του αγριμιού
το μάταιο μες στην ερημιά
ν’ ακούσεις κλάμα

ΩΚΕΑΝΟΣ

Και πόσος κόσμος Θε μου τι βοή
μες στην καταραμένη πόλη

μες στο τριμμένο φως τον κουρνιαχτό
τις τρομαγμένες μάσκες όπου εγώ

με απελπισμένο βλέμμα ναυαγού
του κάκου ψάχνω να σε δω κι Εσύ

πάντοτε αργείς να ’ρθεις και
πρόωρα φεύγεις

ΑΝΑΙΤΙΑ

Έτσι
χωρίς να καρτερώ επισκέπτη

λούζομαι
και χτενίζομαι
και λάμπω

ΝΥΧΤΑ

Με τρομάζουν οι μνήμες
περπατάνε

με βήματα ηχηρά πάνω στη στέγη

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Διωγμένοι από την όμορφη πατρίδα
τώρα στους δρόμους των γυμνών ωρών

νομάδες ουρανών
αλιείς άστρων

εμείς
οι δόλιοι πρόσφυγες
του απάνω κόσμου

ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ

Καθρεφτίζεσαι μέσα μου Το είδωλό σου
στολίζει της ψυχής μου το βυθό
με γιορτινά χαμόγελα
κι αστέρια
Κι όταν εσύ και πάλι απομακρύνεσαι
παίρνοντας όλο σου το φως μακριά απ’ τις όχθες μου
το είδωλό σου δεν σ’ ακολουθεί

Μένει για πάντα στο βυθό
και μ’ ομορφαίνει

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ

Μεγάλα μάτια του Θεού
που ξαγρυπνάτε εντός μου

φοβάμαι να καθρεφτιστώ
στα σκοτεινά νερά σας

μη γίνω αγέρας και χαθώ
μη γίνω φως και σβήσω

ΚΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ…

… αδέσποτο σκυλί που μάταια ψάχνει
στο θεϊκό δοχείο απορριμμάτων

ΕΚΠΛΗΞΗ

Κι έτσι ακουμπώντας στο προσκέφαλό σου
στης ρέμβης σου το λίκνισμα αφημένος
μπήκα μέσα στο ίδιο τ’ όνειρό σου
είδα το φως σου
κι ό,τι
μέσα στο φως σου ανθίζει

Τη φοβερή απροσδόκητη ομορφιά σου
την κλειδωμένη ερμητικά στο σώμα

Σαν καταθαμπωμένος τυμβωρύχος

ΑΦΥΠΝΙΣΗ

Μέσα σε φως και μνήμη κατοικώ

πώς λησμονήθηκα λοιπόν
στο σώμα;

ΑΠΕΙΛΗ

Και πάλι ρόδινοι νυγμοί
στην άδεια νύχτα

σταγόνες μνήμης
στην τυφλή σπηλιά μου

ένα πουλί από φως στο μαύρο φόντο
ρίγη κελαηδισμού

φοβάμαι πάλι

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

Ακούς βαριούς βηματισμούς πάνω στο χιόνι;

Οι σύντροφοι είναι
που επιστρέφουν
από το παγωμένο μέλλον

1. Αυτοσύσταση

Με λένε Ορέστη μα στη λέξη
μη σταθείς

Παρακαλώ προσπάθησε
πίσω απ’ τη λέξη
να δεις τη νύχτα του χιονιού
και του αγριμιού
το μάταιο μες στην ερημιά
ν’ ακούσεις κλάμα

6. Νύχτα

Με τρομάζουν οι μνήμες
περπατάνε
με βήματα ηχηρά πάνω στη στέγη

10. Πρόσφυγες

Διωγμένοι από την όμορφη πατρίδα
τώρα στους δρόμους των γυμνών ωρών

νομάδες ουρανών

αλιείς άστρων

εμείς
οι δόλιοι πρόσφυγες
του απάνω κόσμου

11. Δεκαπεντασύλλαβος

Μεγάλα μάτια του Θεού
που ξαγρυπνάτε εντός μου

φοβάμαι να καθρεφτιστώ
στα σκοτεινά νερά σας

μη γίνω αγέρας και χαθώ
μη γίνω φως και σβήσω

12. Κι ο ποιητής…

… αδέσποτο σκυλί που μάταια ψάχνει
στο θεϊκό δοχείο απορριμμάτων

16. Έκπληξη

Κι έτσι ακουμπώντας στο προσκέφαλό σου
στης ρέμβης σου το λίκνισμα αφημένος
μπήκα μέσα στο ίδιο τ’ όνειρό σου
είδα το φως σου
κι ό,τι
μέσα στο φως σου ανθίζει

Τη φοβερή απροσδόκητη ομορφιά σου
την κλειδωμένη ερμητικά στο σώμα

Σαν καταθαμπωμένος τυμβωρύχος

23. Απειλή

Και πάλι ρόδινοι νυγμοί
στην άδεια νύχτα

σταγόνες μνήμης
στην τυφλή σπηλιά μου

ένα πουλί από φως στο μαύρο φόντο
ρίγη κελαηδισμού

ΟΙ ΚΟΝΔΟΡΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΠΡΑΝΕΣ (1982)

Ο ΕΣΧΑΤΟΣ

Κι όταν η πόλη οριστικά νεκρώθηκε
και στις μεγάλες άδειες λεωφόρους
έμειναν μόνο τενεκέδες σκουπιδιών
και γάτες εξαθλιωμένες που θρηνούσαν

Εκείνος γλίστρησε αλαφρά σαν ίσκιος
μέσ’ από την παλιά νεκροκασέλα
κι ευτυχισμένος που αξιώθηκε επιτέλους
τόση συγκομιδή απεραντοσύνης

γονάτισε και κλείνοντας τα μάτια
δόθηκε στη βαθιά μαγεία των ήχων
αυτών που μόνο οι πονεμένοι ακούνε

κι έτσι δεν ένιωσε καθόλου τα σκυλιά
που πεινασμένα σύρθηκαν κοντά του
κι έτρωγαν τρυφερά τις σάπιες σάρκες του

καθώς πιο κει το νέο του σώμα
φορτισμένο
με αγνότητα ουρανού

φεγγοβολούσε

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

I

Πρώιμα γεννήθηκα στη φλούδα των καιρών
Δεν ενσαρκώθηκα ολόκληρος
Έμειναν άνεμοι στις άκρες των χεριών μου
Ρίγη ουρανών στο δίχτυ των φλεβών μου
Ανεξιχνίαστο άπειρο στο στήθος μου όπου
Ιχνηλατούν τ’ οριακό σκοτάδι μου
Διάττοντες μνήμης

II

Κάποτε χάνω το πρόσωπό μου και μάταια ψάχνω
Να βρω σημάδια τόπου και χρόνου

Γίνομαι τότε κάτι σαν ένα ρίγος
Που διαπερνά τα πράγματα και τις εποχές τους

Σαν επιστρέφω τρέχω στον καθρέφτη
Αναζητώντας πάλι τον εαυτό μου

Ανακαλύπτω στο βυθό των ματιών μου
Ίχνη ξένων βλεμμάτων

III

Κρύβονται κι άλλα μυστικά στην ύπαρξή μου
Για παράδειγμα ο βόμβος των μελισσών
Το μνημειώδες κελάρυσμα των νερών
Νυχτερινών εντόμων φωταψίες

Όλα τούτα είναι σώμα μου και τα νιώθω
Όπως τα δάχτυλα ή τα χείλη μου
– αλλά ποιος είναι
Ο μικρός καμπούρης νάνος που διαβάζει
Στο κλειδωμένο υπόγειο της ψυχής μου
Μ’ ένα κερί μισοσβησμένης μνήμης
Μυστηριώδη έγγραφα προκτητόρων;

ΕΝΔΟΚΟΣΜΟΣ

Α. Το επακόλουθο

Αμφιβολία δεν σκίαζε το πρόσωπό σου
γνώριζες πως θ’ ανοίξει ξάφνου η θύρα
Και πως θα μπει με το σκοτάδι τυφλής μνήμης
Να ψηλαφίσει αξύπνητες φωνές

Σαν άνοιξες το γέρικο σεντούκι
Με τη φρυγμένη μυρωδιά τού χρόνου
Ένιωθες πως ξυπνάς τα βήματά της
Πως θρυμματίζεις γυάλινες σιωπές

Τώρα φοράς το πήλινο χαμόγελό σου
Να τη δεχτείς με κοσμικές χειρονομίες
Πως τάχα οι μυστικές κλωστές κοπήκαν
Πως πια προσάραξες στις γήινες εποχές

Πώς ν’ αρνηθείς το μαγικό της βλέμμα
Κι όλο το φως που μέσα του αναβλύζει
Δεν έχεις άλλο δρόμο απ’ τη σιωπή της
Κι όσες εκεί φεγγίζουν χαραυγές

Β. Μαρία των άστρων

Τώρα που βλέπω τη μορφή σου στη φεγγοβολή της
Ανατρέχω στις επίγειες αστροφεγγιές μας
Σ’ αυτό το ρίγος από λίμνες κι αθέατα δάση
Σ’ αυτό το φέγγος από αναπόληση και γυρισμό

Σ’ έλεγα Μαρία για να σε διακρίνω
Από τ’ άπειρα θαύματα των διαλογισμών μου
Για να δίνω πρόσωπο στους καθρεφτισμούς σου
Σ’ έλεγα Μαρία για να σε κρατώ

Στο σπίτι που σε σκοτεινούς καιρούς ανθοφορούσε
Πριν σιδερόφραχτοι χειμώνες το γκρεμίσουν
Ήταν η έναυλη σιωπή σου μνήμη πατρίδας
Ήταν το δάκρυ σου έκλαμψη προσμονών

Ξέρω πως ψάχνεις να με βρεις στα μέσα σου άστρα
Κι εγώ σε ψάχνω ανάφτερη στα λυκαυγή μου
Πώς ζήσαμε τόσο κοντά του χωρισμού τον στρόβιλο
Και τώρα πια πώς σμίγουμε σε μια στιβάδα φως

Γ. Χρόνος πραγμάτων

Κι όπως αργά βραδιάζει στο άδειο σπίτι
Ο ήλιος δύει μέσα στους καθρέφτες
Σε σιωπηλά κι απόμακρα τοπία
Βυθισμένα για πάντα στο σκιόφως

Τη νύχτα η πανσέληνος ταξιδεύει
Στα φόντα των παλιών πορτρέτων
Φωτίζοντας λευκές κόγχες ματιών
Που βλέπουν προς το παρελθόν τους

Μα την αυγή ένα κόκκινο σκαθάρι
Πυρπολεί τις εύφλεκτες κουρτίνες
Καθώς αθέατα χέρια παίζουν πιάνο
Μόλις σχεδόν θωπεύοντας τα πλήκτρα

Τυχαίνει κάποτε όμως ν’ αλαφραίνει η ύλη
Τότε θαλάσσια κύματα μπαίνουν στο σπίτι
Ή ξαφνικά αναδύονται βαθιοί ελαιώνες
Ή πρόσωπα που χάθηκαν πάλι επιστρέφουν

ΚΑΤΟΠΤΡΑ

ΣΤ. Διαμαρτυρία

Υπάρχει τόσος θάνατος λοιπόν;
ρωτούσε ο φίλος

Τότε γιατί περνούσαν τραγουδώντας
οι λαμπεροί μεταλλικοί στρατιώτες;

Γιατί σκορπούσαν φως και παραμύθι
οι αόρατες αγερικές καμπάνες;

Γιατί κρεμούσαν στα κλαδιά λευκά στεφάνια
οι μυστικοί αρραβωνιασμένοι;

Γιατί χαμογελούσαν στ’ όνειρό τους
τα φτερωτά κορίτσια;

ΠΑΡΟΙΚΟΣ

Καθώς αμάξι γέρικο που τρίζει
Το σπίτι προχωρούσε στο σκοτάδι
Κουβαλώντας βαρύ φορτίο μνήμης

Μέσα η γριά με το μαβί κεφαλομάντιλο
Τα χέρια βουτηγμένα στο ζυμάρι
Το κουκούτσι της ψυχής λησμονημένο
Στα δικά του βυθισμένα παρελθόντα

Η Μαρία εντεκάχρονη κι ανώνυμη
Παρείσακτη στον κόσμο των δικαίων
Βιαζόταν κι άνοιγε φεγγίτες
Πότιζε αυγές μην ξεραθούνε
Ξεδίπλωνε ηλιοβασιλέματα

Πότε πρόλαβε κι αγκάλιασε θημωνιές;
Πότε πρόλαβε και φίλησε μαργαρίτες;
Πότε ταξίδεψε η Μαρία; Και τώρα
Εκατομμύρια πρόσχαρες παιδούλες
Κρυμμένες στ’ άστρα τους

Θα σου δώσουμε νερό να ξεδιψάσεις μου λένε
Θα σου ανοίξομε και άλλα μάτια πιο μέσα
Έχομε κι εμείς το δικό μας στάρι
Εσύ τι ξέρεις από ουρανό

Εγώ δεν ξέρω, βέβαια, λησμονήθηκα
Χρόνια σ’ αυτή την όχθη καρτερώντας
Τον σπλαχνικό ψαρά που θα με βγάλει αντίπερα

Εκεί που κύλησε το πρώτο πορτοκάλι μου
Εκεί που τα παιδιά βρήκαν τον κήπο τους
Κι οι γέροι με μια φλόγα πάνω στο κεφάλι τους

Μοιράζουν κάστανα στους ξυπόλητους

PASSATO LA FIESTA

Έρχομαι λοιπόν ουρανέ μου
Ιδού εγώ επιστρέφων
Ιπτάμενος
Στα φτερά μιας σεμνής πεταλούδας
Ή στη ράχη της ελικόπτερης μέλισσας

Σε πολιτείες ημίρρευστου φωτός
όπου επιπλέουν αγάλματα
σπατάλησα τη σκόνη των ημερών
Συγκόμισα καρπούς – άμμο και χιόνι
Και πίκρα πολλή των διόδων
Τώρα ωριμάζω προς τη μοναξιά
Χαίρετε μικρά θαύματα της ύλης
Το σώμα μου μικραίνει
Λιγοστεύω
Δεν έχω σώμα πια να κατοικήσω
Ελαφρά αναθρώσκω προς το άπειρο

……………………………………………

Σημείωση για τον σκηνοθέτη:
Εδώ
Ακούγονται υπόκωφοι κρότοι
Μια φούγκα εγχόρδων Στο βάθος
ωχρά κλάξον κι απόμακρες
ιαχές αναστάσεων

Σταθερά κι ανεπαίσθητα
η σκηνή σκοτεινιάζει

Και πόσο βάθος Κύριε σ’ ένα τρίμμα αγάπης

Και πόση μουσική ουρανών
μέσα σε πάμφθηνα πράγματα

Η ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΤΩΝ ΓΥΡΙΣΜΩΝ (1974)

ΕΝΟΙΚΟΣ

Μα Εσύ ποιος είσαι; Ακούω τα βήματά σου
Στους ήχους των βημάτων μου Ποιος είσαι;
Ακούω το βάθος τής σιωπής σου ως ένα
Πηγάδι σκοτεινό ή ανάσα δέντρου
Ακούω την ύπαρξή σου σαν αγνώστου
Κι απόμακρου ουρανού το κατακρήμνισμα
Κι όμως το ξέρω, μ’ έχεις προσαρτήσει
Με κατοικείς, είμαι το σπίτι σου, έλα
Να ζεσταθείς, σου ανάβω την καρδιά μου

Δεν θέλω ανταμοιβή, δεν σου γυρεύω
Να μου φανερωθείς, σου ανοίγω κιόλας
Τη μυστική καταπακτή βαθιά μου
Να κρύψεις μέσα εκεί τα αινίγματά σου
Δεν σου ζητώ σημάδι παρουσίας
Δέχομαι τον πικρό καρπό της λήθης
Τη μοναξιά – την ερημιά των κόσμων

Σωπαίνω μέσα σ’ όλες τις σιωπές σου

Θα ’μαι το κάστρο σου ως στην έσχατη ώρα

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Αν με μετρήσεις με φωνές και πεταλούδες
Θα μ’ εύρεις πιο μεγάλο απ’ το κλουβί μου
Κι ωστόσο, πες μου, πώς χωρώ εδώ μέσα;

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ

Πώς να ξοφλήσω την οφειλή; Τι ν’ αντιπροσφέρω;
Δεν έχω τίποτα δικό σου Χτυπώ την πόρτα σου
Σαν τον τυφλό οδοιπόρο που έχασε το σπίτι του
Σαν το ξυπόλητο παιδί που ψάχνει για τ’ αστέρι του

Με δίδαξες την αλφαβήτα της ομορφιάς
Το συναξάρι της αγάπης
Τη μελωδία των ουρανών, την πέρα βοή των άστρων
Το μέσα φως των λουλουδιών
Τα έγχρωμα βάθη του ονείρου

Με δίδαξες να περπατώ με δυο κλωνιά παρηγοριά
Να σκύβω ν’ αφουγκράζομαι στα σφραγισμένα σπίτια
Ν’ αποστηθίζω των μανάδων τη σιωπή
Ν’ αναζητώ τ’ αχνάρια των απόντων
Να μελετώ περικοπές λησμονημένων προφητών

Με δίδαξες να συντηρώ το ανθρώπινο ζυμάρι μου
Να φέγγω πάντα μέσα μου με το αρχικό λυχνάρι
Να μην αφήνω τα κλαδιά να μου σκεπάζουν το άστρο
Ν’ αποκρυπτογραφώ σωστά τις δειλινές καμπάνες
Ν’ ακούω το βήμα του Χριστού στον έρημο ελαιώνα

Με δίδαξες ν’ αναζητώ τον σπόρο και τη ρίζα
Ν’ ακούω το ρήμα των καιρών και ν’ αποκρίνομαι
Να βάζω επιστροφής σημάδια μολονότι ξέρω
Πως χάνομαι σε μια φυγή χωρίς ελπίδα νόστου

Μα πιο πολύ με δίδαξες να ’μαι έτοιμος
Δίχως κηλίδα ή ρίγος – σαν τα βράδια σου
Όλος μι’ ανάερη μουσική, όλος σα φεγγαρόφωτο
Όλος αηδονολάλημα στα μαύρα κυπαρίσσια

Ήρθα λοιπόν Σαν άσωτος υιός Χτυπώ την πόρτα σου
Άφησε να περάσω το κατώφλι σου
Εκεί που δωδεκαετής είδα τα μάτια τού Θεού
Άσε να μπω στον κήπο των θαυμάτων σου
Να κατοικήσω μια στιγμή την πρώτη νιότη μου
Θέλω να πω
να θάψω εδώ
τα παιδικά μου σύνεργα

Θέλω να δω το πρόσωπό πριν θαμπώσει ο δρόμος
Θέλω ν’ ακούσω τη φωνή σου πριν πετρώσει ο χρόνος
Θέλω να πιω από το νερό σου πριν το πάρει η στέρνα

Είμαι για πάντα το παιδί σου∙ ψάξε με
Κοίταξε μέσα στο αίμα μου∙ θα δεις το φως σου
Σκύψε βαθιά στο στήθος μου∙ θ’ ακούσεις την ανάσα σου
Δώσ’ μου ξανά τη ρίζα μου∙ διψώ Μητέρα

Είμ’ έτοιμος Είμ’ έτοιμος
Θα μείνω πάντα χώμα σου

ΦΑΝΕΡΩΣΗ

Φανερώθηκες στη νύχτα μου μ’ όλα τα φώτα σου
Τίναξες στο σκοτάδι μου τ’ άσπρα σου κρίνα
Μου ’δωσες φως και υπόσταση, τόπο και χρόνο
Σου χρωστώ που αναδύθηκα μέσα στα πράγματα

Σήκωσες τη βαριά κουρτίνα, φωταγώγησες
Πρωτόφαντες του ασύλληπτου εκδοχές
Διαστάσεις, περιγράμματα, μορφές του αγνώστου

Ήμουν η προβληματική σκιά, έγινα ο πάσχων άνθρωπος
Ήμουν το ασώματο κορμί, έγινα πνεύμα ενσώματο
Σου χρωστώ που κατοίκησα τους γήινους χώρους

Σου χρωστώ την κατάκτηση των αισθήσεών μου
Τη φωνή των χωμάτων, τον ποδηγέτη μου ήλιο
Το πηγάδι, το φεγγάρι, το τραπεζομάντιλο
Το ψωμί, το κυπαρίσσι, το σπιτίσιο αστέρι

Σου χρωστώ που χάνεσαι στην απεραντοσύνη
Σαν το φτερό που στάζει φως, σαν το μαντίλι
Του χωρισμού, σαν το πικρό τραγούδι – και που
Επιστρέφεις την αυγή κομίζοντας ένα λαμπρό
Κοχύλι, ένα θαλασσινό πουλί, ένα ανθισμένο φύκι
Ένα κοράλλι από θαμπούς βυθούς, ένα πεφτάστρι

Σου χρωστώ τα θαύματα του καθ’ ημέραν βίου
Σου χρωστώ τα θαύματα με το υλικό τους βάρος
Σου χρωστώ την έξωθεν καλή μαρτυρία τού κόσμου

Σου χρωστώ την ενσάρκωση και τη διδασκαλία
Την προσευχή και τη φανέρωση
Της προδοσίας τ’ αργύρια, το λινό σεντόνι
Τη μαύρη βούλα του αίματος στο έναστρο στήθος

Σου χρωστώ που γεύτηκα το μέλι και το ξύδι
Σου χρωστώ που δέχτηκα τη ζωή χωρίς απόκριση
Σου χρωστώ που καθίδρυσα τη συντέλειά μου στ’ άστρα
Σου χρωστώ που καταθέτω ταπεινά τη γραφίδα μου

Σου χρωστώ που επιστρέφω με γαλήνη στον ίσκιο μου

ΞΕΝΟΣ

μνήμη Αλέξη Τραϊανού

Κι άξαφνα πρόβαλε στα μάτια μου απροσδόκητος
Ξένος – σαν άλλου ανέμου κι άλλου τόπου
Κουλουριασμένος στο σκοτάδι του, θανάσιμα
Τραυματισμένος, αμετάπειστα απερχόμενος

Στ’ άδυτα βάθη του οι σημαίες μεσίστιες
Τ’ αγάλματά του σιωπηλά και τα μαντεία
Χωρίς φωτιά και τρίποδα και λάλον ύδωρ

Έρημος σαν εξόριστος θεός Οδοιπορούσε
Διασχίζοντας τοπία γυμνά, πόλεις νεκρές, ακτές
Στην καταχνιά και το άλυτο μυστήριο βυθισμένες

Σταυρούς κι αποκαΐδια μελετούσε
Μνήματα κι ενθυμήματα νεκρών
Καπνό και σκόνη προπορευομένων

Αρνιόταν να συγκατανεύσει, αρνιόταν
Μ’ όλη τη δύναμη του στήθους του ν’ αποδεχτεί
Να δώσει τ’ όνομά του, να συναριθμήσει
Τον εαυτό του ανάμεσα στ’ ανεξιχνίαστα πράγματα

Αρνιόταν να συμπράξει δίχως όλα
Τα φώτα του αναμμένα, δίχως όλα
Τα μάτια του ανοιχτά – τα μέσα κι έξω

Δεν έστεργε τα ημίφωτα, τις σκιάσεις
Τα διφορούμενα σημάδια, τα εκμαγεία

Ζητούσε φως και σάρκα, λόγο και άρτο
Γνώση και γνώμη, στάχυ και σταφύλι
Το όρος Θαβώρ, τα ιμάτια σαν το χιόνι
Φωνή εκ του βάθους
Άρμα
Ελευθερία

Ξένος – σαν άλλου ανέμου κι άλλης φλόγας
Πανέρημος – χωρίς κοχύλι κι άστρο
Κάποτε σκέπασε τα μέσα του πηγάδι
Και φόρεσε ήρεμος το αθέατο πρόσωπό του

ΩΡΑΙΟ ΝΑ ΖΕΙΣ

Ωραίο να ζεις μέσα στην Άνοιξη
Στο φως και των χρωμάτων τη σπατάλη
Στων αρωμάτων τη χλιδή
Στη λάμψη και τη φαντασμαγορία

Ωραίο να ζεις σαν τα λουλούδια που αναβλύζουν
Σαν τα πουλιά που ιχνηλατούν
Σαν τα σκουλήκια που ζητούν τον προορισμό τους

Ωραίο να ζεις ξαλαφρωμένος τ’ ουρανού το βάρος
Ωραίο να ζεις απολησμονημένος
Ωραίο να ζεις τρυγώντας γήινες ώρες
Ωραίο να ζεις αντίπερα των άστρων

Ωραίο να ζεις πλησιάζοντας τις βρύσες
Ωραίο να ζεις ακούγοντας τις φλέβες
Ωραίο να ζεις με το ένα μόνο πρόσωπό σου
Ξεχνώντας το άλλο στο δικό του κόσμο

Ωραίο να ξέρεις – κι όμως να σωπαίνεις

Ν’ απλώνεις ρίζες – κι όμως να βυθίζεσαι

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ

Κατηγορούμενε

Το δικαστήριο σε καταδικάζει

Ρύπανες το άσπρο ατλάζι των νησιών
Τη δροσερή πανίδα των κοιλάδων
Τα ταχύπλοα ιστία των ανέμων
Τους μενεξέδες των επιταφίων
Της αυγής τα σήμαντρα στην αυλή του Πάσχα
Το ρόδι, το κυδώνι και το μοσχολίβανο

Σκότωσες τα δεκαπενταετή χαμόγελα της Άνοιξης
Φύτεψες το μαχαίρι σου στα στήθη των πηγών
Θόλωσες το χιόνι των παρθένων και τις λεμονιές των νυμφών
Πυρπόλησες την εναέρια γέφυρα των χελιδονιών

Γκρέμισες όλους τους μικρούς φράχτες των πρωινών πουλιών
Σώριασες την πολύχρωμη πόρτα του αδέξιου έρωτα
Έσπασες όλα τα εύηχα κρύσταλλα όλα τα εύθραυστα δάκρυα
Σάρωσες τα χρυσά διάττοντα αστέρια
Των παιδικών παραμυθιών Πρόδωσες τα νερά
Τα κρίνα και τα κάνιστρα Υπονόμευσες
Τους κήπους της αστροφεγγιάς και τους άυλους φάρους
Των υγρών μελανών σπηλαίων της νύχτας

Καταδικάζεσαι στους αιώνες των νεκρών φεγγαριών
Να περιφέρεσαι γυμνός στην ερημιά της Πομπηίας
Μέσα στην κρύα φωτιά να κρυώνεις
Μες στο ξερό νερό να διψάς
Μες στα φαντάσματα του έρωτα να μονάζεις

Ίσκιος στην ερημιά των στερεωμάτων
Χωρίς απόκριση
Χωρίς συγκομιδή

ΠΗΓΗ:  https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=16399.0

 

ΕΙΡΗΝΗ ΜΠΟΜΠΟΛΗ

ΕΙΡΗΝΗ 2

Η Ειρήνη Μπόμπολη γεννήθηκε στο Κεντρικό Άρτας (περιοχή Τζουμέρκων).
Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία (Ηθική) στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Όλα τα χρόνια της επαγγελματικής της σταδιοδρομίας εργάζεται στη μέση
εκπαίδευση ως Φιλόλογος. Έχει πάρει μέρος σε συνέδρια και σεμινάρια ως
ομιλήτρια και σε πολλές φιλολογικές δραστηριότητες. Επίσης έχει παρουσιάσει βιβλία συγγραφέων και ποιητών. Υπήρξε ενεργό μέλος σε εκπολιτιστικούς συλλόγους και άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε
εφημερίδες και περιοδικά. Στα σχολεία που έχει εργαστεί ώθησε και ωθεί τους μαθητές της στη λογοτεχνική γραφή και ασχολείται με τα κείμενά τους. Επίσης ασχολείται με το μαθητικό και ερασιτεχνικό θέατρο.
Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Πάτρα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

«Το Τρίτο Ημισφαίριο», (Πέτρα, 2010)
«Ανιμολόγια», (Πικραμένος 2014)
«Εκεί που ο Κύκλος», (Το Δόντι 2016)
«Με την αφή» (Σαιξπηρικόν 2020)

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

«Το Πεπρωμένο μύριζε Ορχιδέα ή Πράγματα Μικρά», μυθιστόρημα,
(Επιφανίου, 2007)

ΒΙΒΛΙΑ86

ΜΕ ΤΗΝ ΑΦΗ (2020)

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Τι κάνει άραγε ο ποιητής στη θάλασσα νυχθημερόν;
Ποιήματα ψαρεύει
-πελαγίσιοι δρομείς ευφορίας-
με το αγκίστρι της πένας του.
Τα ανασύρει ένα -ένα, επιλεκτικά
απ’ τον πλακούντα της μυστικής τους μήτρας.

ΟΙΩΝΟΙ

Αυτές οι απότομες αλλαγές
Στην καρδιά του θέρους!
Οι άνεμοι, οι φουσκοθαλασσιές
Και οι ξαφνικές οι καταιγίδες
Έχουν μέσα τους εκείνη
Τη γνώριμη θλίψη
Μιας ξαφνικής απουσίας
Αδικαιολόγητης
Ή ακατανόητης…
Μα έχουν κaι μια πανσπερμία
Οιωνών
Και άρρητων χρησμών.
Μπορεί και να κρύβουν
Το αποτρόπαιο
Μα ευλογημένο
Της κάθαρσης
Με κάθε μέσο…

ΜΕ ΤΗΝ ΑΦΗ

Έτσι θυμάμαι τα πράγματα.
Με την αφή.
Του μυαλού, της γλώσσας, των ματιών.
Και με την αφή του χεριού, δε λέω-
Άδειες – γεμάτες αγκαλιές έχουν κοινό
παρονομαστή: Ως πότε;
Είναι η αφή ωδίνουσα μνήμη.
Ένα βιβλίο, ένα μάγουλο…
Ένα φιλί σε ιδρωμένο σώμα…
Έχει και ο πόθος την αφή
πικρής λάβας.

Έτσι θυμάμαι και έτσι προσδοκώ.
Με την αφή.
Έτσι θυμάμαι τον τραχύ ήχο της άρνησης
Έτσι προσδοκώ το αλμυρό κάλεσμα
ενός καινούργιου σφάχτη.

Ανθρώπινη υπόθεση η αφή.
Είναι η χωμάτινη αλήθεια του χρόνου
Είναι ο δρόμος της Ποίησης!

ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ

Έρχεσαι μόνο σαν Απρίλης!
Θανατερή εφηβεία, απαστράπτουσα.
Είτε στα βλέφαρα σε κλείνω
είτε σ’ ένα ποίημα,
οργιάζεις Άνοιξη!

Έρχεσαι μόνο σ’ εκείνο το πρώτο
σκίρτημα, το παιδικό.
Σκορπάς το δέος ανέγγιχτου κρίνου.
Ολάνθιστή φευγαλέα μακαριότητα!

Τώρα που μεγάλωσες κι έγειρες
σαν το θρεμμένο στάχυ,
ζεις τα καλοκαίρια σου στην άγνοια
της μοναξιάς σου.
Τώρα που μεγάλωσες, είσαι απλά ένα όνειρο
αλαργινό και ξένο.

Δένω τις λέξεις σε φασκιές
και σε κρατώ πολύτιμο καρπό!
Δείπνο μυστικό!
Απρίλης ήταν!
Απρίλης θάναι.

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ

Κάθε πρωί, εκεί, με τον καφέ
ζυμώνεις μες στα όνειρα
μιαν «άλλη» μέρα αστραφτερή,
ένα άλλο ύφος στο συναίσθημα.
Μιαν άλλη επικράτεια θέλεις
να κυβερνάει το γέλιο σου.
Ονειρεύεσαι τη δική σου
παγκοσμιοποίηση
και ξεκινάς…

Το μεσημέρι έρχεται λίγο η κόπωση.
Μα λες, δε χάθηκαν ακόμα
όλες οι μάχες. Στα Γαυγάμηλα κρίνονται
τα σπουδαία. Ανασυντάσσεσαι.
Ξέχασες πως οι νίκες οδηγούν
στο πουθενά.
Και οι επιστροφές μέσω Γεδρωσίας
δεν αντέχονται από ονειροπόλους.

Η μέρα προχωρά τέμνοντας τον χρόνο
στο σημείο: Αύριο

Πρέπει να αποχαιρετήσεις τόσους ήλιους
ή να τους ακολουθήσεις στην καταβύθιση
και να χαθείς.
Ή, ακόμα,
να μεγαλώσεις τη μέρα σου στο άπειρο…

Πώς το είπες εκείνο το θεώρημα
με τον σπειροειδή χρόνο;
Τον κάνεις ελατήριο στα χέρια σου!
Τον επεκτείνεις στο διηνεκές!
Μη νιώθεις τύψεις που τα όνειρα
ξεπερνούν τα μέτρα σου…

Και ξαφνικά
γυρίζεις την πλάτη στη θάλασσα.
Έτσι τελειώνουν οι παραστάσεις.
Απότομα.
Όπως το φως του ήλιου…

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ

Τα ποιήματα που έρχονται
Έχουν το άρωμα της ξενιτιάς
Είναι προσφυγόπουλα
Πλανήτες, χωρίς να βρίσκουν
Της μιας στιγμής απάγκιο.

Τα βλέπω εκεί κάτω στους καλαμιώνες
Να ξεκουράζονται για λίγο
Κι ένα- ένα, αίφνης
Να ντύνεται τις λέξεις του
Να φορά το γιορτινό του φόρεμα
-από ζουμπούλια και ηλίανθους-
Να καβαλικεύει το περήφανο άτι του
Και να ροβολάει στις βραγιές της Τέχνης, απροστάτευτο
από συντρόφους.

Τα ποιήματα που έρχονται είναι παιδιά αμάραντα
Περιμένουν στωικά ένα κάλεσμα ένα νεύμα, να έτσι. .. σαν
χαιρετισμό!
Με την πένα οπλισμένη αγάπη, από εσένα, Ποιητά!
Εσύ κι Εκείνο, Ποιητής και Ποίημα
Κάτι σαν μονομαχία σε μαρμαρένια αλώνια
-Παιχνίδι αιώνιας μέθης στο ωραίο-

Σαν θρίαμβος μιας μεγάλης νίκης
Ή σαν αιματηρή σφαγή, χωρίς προηγούμενο.

Γιατί τα ποιήματα που έρχονται…
Οπλοφορούν.

ΑΠΡΟΣΜΕΝΑ

Όταν έφτασε στη θάλασσα το χιόνι
Ξύπνησε η πρώτη αμυγδαλιά
Και στολίστηκε
Το πάλλευκο δέος της.
Έτσι γεννιούνται οι έρωτες!
Σε τέτοιες απρόσμενες συναντήσεις.

ΡΙΖΙΚΟ

Τσιγγάνα πένα, ατίθαση μνήμη
Μεγάλα όνειρα σμιλεύεις τα μεσάνυχτα
Άγρια πέλαγα δαμάζεις με την επιμονή σου
Στην περιπλάνηση

Ήμουν κι εγώ σε μια φωλιά που κάηκε
Σε μαύρες εποχές με φτωχές ανάσες
Και είδα τον ήλιο σκοτεινό να προαναγγέλλει
Νέα καιρικά φαινόμενα

Τσιγγάνικο αίμα κουβαλάς, μου είπε
Δύσκολη η αιμοληψία από λέξεις χίμαιρες
Οι ρίζες σου βαθιές αλλά για λίγο, και η μοίρα σου
άστεγη πατρίδα, ασύνορη πολυτεκνία

ΤΟ ΖΥΓΙ

Τι παραπάνω μπορείς να είσαι
πέρα από δύο τρία πράγματα
που σε σημάδεψαν.
Ένα παιχνίδι επιρρημάτων ο χρόνος:
Τώρα.
Έως εδώ.
Ποτέ!

(Στο ζύγι πάντα βαραίνει το Ποτέ!)

ΥΜΝΩΔΙΑ

Η ρήτρα αμετάβλητη:
Οι έρωτες πεθαίνουν Άνοιξη.
Ο Απρίλης τραγωδός
Με ακάνθινα στεφάνια.
Κι αγιόκλημα γιορτή.

Στέρεος ο Νόμος.
Τι έρωτας τι θάνατος!
Τι άνοιξη τι πέλαγος!
Η Ανάσταση επωδός
Το φως και μέσα ο Πόνος.

0 Νόμος άλγεα νέμει
Και το κάλλος ανατριχιά
Εμπρός στην ομορφιά του.
Τι έρωτας τι θάνατος!
Δρόμος ατελεύτητος…

ΕΚΕΙ ΠΟΥ Ο ΚΥΚΛΟΣ (2016)

Ο ΚΥΚΛΟΣ

Σαν το ζεμπέκικο
αργά ξημέρωμα.
Με ένα τακ
συγκαθιστό
στον ήχο πέντε.
Που σε πονά
σαν παλιά πληγή
που δεν κλείνει.

0 κύκλος
που δεν κλείνει…

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Πάλι το ποτάμι
ξύπνησε πρωί.
Κι οι παπαρούνες
στις όχθες του
γκρινιάζουν για φως.
Πάλι το νερό
πενθεί την άνοιξη.

Κατακόκκινο.

ΠΟΥ ΤΗΝ ΠΑΣ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ;

Πού την πας την Ποίηση;
Πού την οδηγείς;
Σε ποια βρώμικα λερά σοκάκια;
Σε ποιες πονηρές στοές, δίχως φως
κι έξοδο κινδύνου;

Πού την πας την Ποίηση;
Πού την ξεστρατίζεις;
Σε ποια υπόγεια ύποπτα την κατρακυλάς;
Σε πόσα ανθρώπινα δεινά
την κομματιάζεις;

Δεν είναι η ποίηση χώρος απορριμμάτων.
Δεν είναι τόπος σκοτεινός, απόπνιχτος, κλειστός
με φως μια λάμπα ηλεκτρικού θανάτου.

Δεν έχει ανήλιαγες πλαγιές με δάση πνιγηρά,
ούτε ερπετά που καρτερούν κάτω από τις πέτρες
να σε σουβλίσουν στην καρδιά.

Η Ποίηση ζει και τρέφεται μόνο
με το όνειρο, είτε αιματόβρεχτο
σε ηρωισμού κιτάπια, είτε σκοτεινό
από Πόθο εξαίσιας φρίκης.
Όπως και νάχει,
έχει φορά η Ποίηση
κατά
τον Ήλιο.

ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ

Σου έφερα δάκρυα κι ανεμώνες.

Όλα είναι στη θέση τους.
Μετά απ’ το τόσο μακελειό
οι άνεμοι συμφώνησαν εκεχειρία.

Οδοιπόροι για τα Σούσα.
Εγώ κρατώντας ανεμώνες
κι εσύ τον ασκό του Αιόλου.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Ποιήματα χωρίς στολίδια,
χωρίς μεταφορές. Χωρίς λιβάνια.
Χωρίς λόγια.
Μήτε μετέωρες
υποθέσεις.
Μήτε αναστενάρια
λειτουργία θρήνων.
Μόνο μια σκέψη.
Ένα παράνομο βλέμμα
ασυμφωνίας. Ένα Αχ απαλό
σα χάδι πολιορκίας του Πόθου.
Ποιήματα ζωντανά.
Μέσα στη θάλασσα γεννιούνται.
Στους αιώνες.

ΕΚΕΙ ΠΟΥ Ο ΚΥΚΛΟΣ

Εκεί που ο κύκλος
Στη ρωγμή του χάους
Πεθαίνει κι ανασταίνεται
Εκεί
Σε συναντώ.
Σε προσπερνώ με ένα νεύμα
Αχρωμάτιστο
Λες
Και είσαι ο πιο άγνωστος
Απ’ τους αγνώστους
Λες και ποτέ ανάμεσά μας
Δε σείστηκε συθέμελα
0 κόσμος.
Εκεί που ο κύκλος κλείνει
Ασίγαστα
Σε τροχιές ελλειπτικές
Μέσα μου
Θα σε συναντώ.
Στους δικούς μου αιώνες
Στους δικούς μου κύκλους
Που δε λένε
Να κλείσουν.

ΔΕΝ ΠΑΙΖΟΥΜΕ

Δεν παίζουμε με την Ποίηση.
Άγρια πιόνια οι λέξεις
στη σκακιέρα της απελπισίας.
Σου τσακίζουν τα πλευρά
με τα Πάθη τους
και τα λάθη της ατέρμονης
μονομαχίας.

Δεν παίζουμε με την Ποίηση.
Εκτός και αν
μπούμε στον αγώνα
απ’ την πλευρά του βέβαιου ηττημένου
ή
των Εσταυρωμένων.

Μόνο τότε μπορείς
να δεις το θρίαμβο
της μεγάλης Ιδέας.

ΣΑΝ ΤΗΝ ΟΧΙΑ

Δεν υπάρχει πριν και μετά.
Έτσι ήταν πάντα ο χρόνος
επίπεδος.
Δεν υπάρχουν όρια ή σταθμοί.
Στα όνειρα μόνο μπαινοβγαίνει
η αίσθηση της αλλαγής
και λες, ερωτεύτηκα
ή αγάπησα.

Καμιά φορά
ψελλίζεις κάτω από τα δόντια σου:
με αγάπησαν,
και σκύβεις το κεφάλι σου
να μη φανεί στα μάτια σου
ο χρόνος ο επίπεδος ο ανισόρροπος,
σαν την διμούτσουνη οχιά
φαρμακερός.

ΤΑΞΙΔΙΑ ΠΟΥ ΕΚΔΙΚΟΥΝΤΑΙ

Ήταν ωραίο το ταξίδι του μυαλού.
Ούτε που νοιάστηκα για της καρδιάς
το ναυάγιο.
Για τα τσακισμένα κατάρτια,
για τα σχισμένα πανιά, για τους νεκρούς
που δε συλλέχτηκαν στην ώρα
της μάταιης προσευχής τους.

Ήταν γλυκιά η αποφορά της σελήνης
στο τελευταίο τέταρτο. Ό, τι απομένει
από το γύρω του κόσμου σε εικοσιοκτώ
ημέρες δορυφορικής επικάλυψης.

Ποιος επιλέγει τα όνειρα; Ποιος κοστολογεί
την ασέληνη των ναυαγών ζωή; Ποιος
ρετουσάρει τη δική μου την καρδιά; Ποιος
ορίζει τη ματαιότητα;

Ήταν ωραίο το ταξίδι του μυαλού.
Ούτε που νοιάστηκα για της καρδιάς το ναυάγιο.

ΕΡΩΤΟΣ ΣΚΙΑΣΜΑΤΑ

Ανεβήκαμε στο λόφο να δούμε τον τόπο μας
Γ. Ρίτσος

Κρατάει ο τόπος έρωτα.
Πότισαν τα σωθικά του.
Κρατάει τις ανάσες, τα βήματα,
γέλια, επιθυμίες.
Τις συναντήσεις στις όχθες του ποταμού.
Το βάδισμα στις εκβολές του,
το ηλιοβασίλεμα.
Κρατάει ο τόπος θάλασσα.
Οι πληγές αγιάτρευτες σπαρταρούν στο αλάτι.

Έχει ο τόπος Έρωτα.
Να μην περάσεις από Εκεί.

Σκιάζομαι τους ίσκιους Τους ανάμεσα στα δένδρα.
Τις φωνές Τους σκιάζομαι. Τις φωνές…

21-6-2016

ΤΟ ΠΑΖΛ

Μπέρδεμα.
Ποιο πάει πρώτο, ποιο μετά;
Ποιο πάει πάνω; Ποιο παραπάνω;
Έχασα πάλι του τροχού τη φορά.

Δυσκολία.
Πώς να μαντέψω την εικόνα;
Μένουν ακάλυπτα τόσα κενά
Μνήμης κενά
Μνήμης ή λήθης κομμάτια σβηστά.
Βάζω το ένα, φεύγει το άλλο
Πώς να τα κάνω εφαπτόμενα;
Μένει η ιστορία σε επεισόδια
Χωρίς σειρά.

Ένα πάζλ η ζωή λειψό κι ασαφές
Τυχαία σύνθεση
-ωστόσο, ευλογημένη-
Τι μένει απ’ το χθες;
Και τα κομμάτια της
Του πόνου ζαριές.

Ξενύχτι
Ποιο πάει πρώτο, ποιο μετά;
Όμορφη φαίνεται η πίσω σκιά
Μέγιστος κόπος
Μήπως και φτιάξω το παζλ ετούτο
Έστω μια φορά.

ΑΝΙΜΟΛΟΓΙΑ (2014)

Καθρέφτες

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Κοιτάζω τον καθρέφτη.

Το σώμα μου κάθε φορά παίρνει
το σχήμα του χρόνου.

Έτσι ξέρω
πότε θα έχει ξαστεριά, πότε θα συννεφιάσει.
Αν θα φυσήξει απαλά, αν θα σειστεί ο κόσμος.

Το σώμα μου έχει το σχήμα του χρόνου.

Γι’ αυτό και ξέρω πότε γερνάει ο έρωτας,
πότε γεννιέται η θάλασσα
ή πόσο είναι όμορφη γυμνή η καταιγίδα.

Καμιά φορά, δεν έχει άνοιξη ούτε καλοκαίρι
κι έχω ένα σώμα με δυο εποχές.

Ένα χαμόγελο κι ένα μαχαίρι ανυπότακτο
στις συμβουλές μου.

Κοιτάζω τον καθρέφτη.

Δεν υπάρχει σώμα, ούτε εποχές.
Μα που κρύφτηκε ο αυγήτωρ χρόνος;

Δεν έπρεπε να κρατά μαχαίρι.

ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ

Κι αν ακόμα σου γράφω
είναι απ’ τη συνήθεια
να ξεσκονίζω που και που τις παλιές
πολύτιμες επιφάνειες
κι ύστερα να καθρεφτίζομαι
μες τη θαμπή γυαλάδα τους.

Χρόνο το χρόνο η σιλουέτα μου
ενδύεται
το κάλλος που της ανήκει.

Κι ας επιμένουν οι ανόητοι
πως τα παλιά πράγματα
χάνουν την αξία τους.
Ή άλλοι, ανόητοι και αυτοί,
πως την πολλαπλασιάζουν.

Είναι απλά οι καθρέφτες μας.

Ιούνιος 2012

ΤΙΜΑΛΦΗ

Τα μάζεψα σ’ ένα κουτί
τα Τιμαλφή του Έρωτα.

Δυο-τρεις κάρτες με φιλιά
καρδούλες και υποσχέσεις.

Αποξηραμένα άνθη,
—ως επί το πλείστον—
κόκκινα τριαντάφυλλα.

Τα σκουλαρίκια που φτάνουν
ως τον ώμο.
Το μπλουζάκι μαύρο, ανοιχτό
στο στήθος.
Δυο στηθόδεσμους κοφτούς
στα τρία τέταρτα.
Κι άλλη πλούσια ηδονική εμορφιά.

Πολλά κεριά, όλα μισοκαμένα.
Κι ένα σωρό ακόμα μικροπράγματα
μιας μεγάλης αγάπης.

Τα μάζεψα σ’ ένα κουτί
και τα ’κλεισα στη φυλακή.
Στο πατάρι.
Πίσω απ’ τους σωρούς με τα παλιά βιβλία.

Μες το σκοτάδι.
Στο βυθό της σκέψης μου.
Στα υπόγεια μύχια μου.

Κάθε Κυριακή ανοίγω το πατάρι
να πάρουν αέρα, ν’ ανασάνουν.

Τα βράδια στα όνειρά μου
παίζω μαζί τους κουκλοθέατρο.

Μόνον αυτό.

Και καμιά φορά, όταν έχω διάθεση
ανοίγω το κουτί κρυφά,
—είναι φοβεροί οι φρουροί της μοναξιάς
κι αναπνέω βαλσαμωμένο πόθο
και το άρωμα των κορμιών πάνω
στα τριαντάφυλλα.

Κάποιες Κυριακές
ανάβω τα κεράκια ένα-ένα,
κοιτάζοντάς σε να χαμογελάς
στη φωτογραφία.

Όλοι μας έχουμε ένα μυστικό
νεκροταφείο.

ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Τα χαμένα Ποιήματα, όνειρα της αυγής,
από κρίνα και πάχνη.
Δροσοσταλιές κροκάτης μνήμης.
Η ανάσα του παιδιού πριν φορτωθεί
τη σχολική του τσάντα.
Φωτοσκιάσεις στο ξυράφι της σκέψης.
Φεύγουν με τον ερχομό τους.
Μεγαλοπρεπή.
Αφανέρωτα στην πανάκεια ημέρα.

Τα χαμένα Ποιήματα είναι σαν τα όνειρα
των ερωτευμένων. Τα πιο ωραία.
Που δε γράψαμε ποτέ.

Ανιμολόγια

ΤΡΕΛΗ ΑΓΑΠΗ

Φθινοπώριασε.
Μα η αγάπη
ως μυγδαλιά τρελή
μπουμπουκίζει
μες το λευκό της
πελαγίσιο ανάστημα.

4- 09-2010

ΓΙΟΡΤΗ

Στο οροπέδιο σώμα σου
γλυκά ξεχειμωνιάζω.
Για ήλιους αρμενίζοντας
τα νηπενθή γιορτάζω.

ΑΦΗΓΗΣΗ

Μόλις που έφτασα
στην κορυφή.
Άπλωσα τα χέρια μου
στα ορεσίβια άστρα.
Δρασκελώντας ανάμεσα
στους θεούς
ήπια βροχή το χρόνο.

Να φύγω πρέπει πάλι.
Αξημέρωτα.

ΠΑΤΙΝΑΖ

Έσπασα τον χρόνο
κάνοντας πατινάζ
σε παγωμένη λίμνη
ακατέργαστης Ποίησης.

Θα σου χαρίσω την πρώτη
ανάγνωση.

Εγώ, ψαρεύοντας στον πάγο
λέξεις προδομένες,
κι εσύ —μούσα λευκή—
ισορροπώντας στα γυαλιά
του οίστρου.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Κάθε φορά που γράφεται ένα Ποίημα
ο Κόσμος πλάθεται απ’ την αρχή.
Την έβδομη μέρα ο Ποιητής στοχάζεται το χαλασμό.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Τι είναι Ποίηση;
Η αντανάκλαση της ανυπαρξίας;
Και πώς χωράει μέσα της
της ύπαρξης ο τόσος Πόνος;

ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ

Έγινες ποίημα
τραγούδι του ανέμου
αγέραστος καημός,
καρπός Ιδέας.

Γιατί τόση μεταποίηση;
Σε προτιμούσα ζάχαρη
να καίω τα δάκτυλά μου.

31-10-11

Παφλασμοί

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΟΠΙΟ

Η θάλασσα της Κυριακής
η έρημη ακρογιαλιά
το ζευγαρωμένο πεύκο
η αρμύρα του τάφου σου.

Κι ένα μικρό ζωγραφισμένο βότσαλο
«for ever».
Ξεχασμένο στην άμμο.

ΜΟΥΣΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Έχουμε τόσο εξοικειωθεί.
Σε αναγνωρίζω και με αναγνωρίζεις.
Εσύ απ’ την υδάτινη γραφή
και το αρμυρό κορμί μου.
Κι εγώ απ’ το στεφάνι που φοράς,
του Έρωτα.

ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΜΟΥ

Κάθε άλλο παρά άδικη
η κατηγορία που μου αποδίδουν.
Είναι πολλά τα υπάρχοντά μου:
Το χρώμα της θάλασσας
τα χαλίκια κάτω από τα μαλλιά μου
κι ένα κουτί βασιλικό που κλάδεψα
απ’ τον κόρφο σου.

ΕΓΚΑΡΣΙΑ ΜΝΗΜΗ

Πώς να μη θυμηθώ τον περσινό
Σεπτέμβρη,
κοντά στην κρύα θάλασσα.
Οι ερωτιδείς στο δάσος
με τις καλαμιές. Θρηνώντας σε.
Και ο ζωγράφος ποιητής
σκάβοντας την άμμο
για τις θαμμένες υποσχέσεις.

24-8-2010

ΑΠΟΡΙΑ

Έρχεσαι ή φεύγεις;
Πού θες να ξέρω
προς τα πού φυσάει ο αγέρας
τις ιερόδουλες καλαμιές του.

Στο παράθυρο

ΑΧΘΟΣ

Κερασφόρε έρωτα
κουράστηκες,
με τα χαϊμαλιά στο
Αυτοτυφλώθηκες.

ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Βγήκα στο παράθυρο
και κοίταξα κατά το μέρος Σου.
Ήσυχη κοιμάται η πεδιάδα
με ανοιχτόν τον κόρφο της στον ήλιο

ΚΑΤΕΒΑΣΙΑ

Κρατούσα μαύρη ομπρέλα
στη βροχή,
άδοντας
εκείνο το τραγούδι μας.

Κατεβασιά του Απρίλη
ασυγκράτητη.

ΕΝΗΛΙΚΗ ΑΠΟΥΣΙΑ

Αραίωσα να έρχομαι εκεί,
τη μνήμη να ασβεστώνω με τον πόνο,
αποφεύγοντας έτσι
τις σκουροθρόφες υγρασίες
της άνοιξης.

Ή να ρίχνω στο κανδήλι λάδι.
Να καίει, να καίει, να καίει
θαλερό,
στους ανέμους και στις απότομες
βροχάδες.

Αραίωσα να έρχομαι εκεί
και να σου διαβάζω ποιήματα
που έγραψα για σένα
σε ώρες πένθιμης ανθοφορίας.

Να σου τραγουδώ τραγούδια του φονικού έρωτα.
Να σου πλέκω στεφάνια την πρωτομαγιά
και στις τόσες άλλες επετείους.

Ήρθε ο καιρός της ενηλικίωσης.
Ή θαρρείς
πως έπαψαν οι ώρες να μετρούν
την απουσία σου;

ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Σκέφτομαι να ταξιδέψω.
Από τότε, θυμάσαι,
φοράω μαύρα
και σε φυλάω απ’ τους ανέμους
με το στήθος μου.

Όμως, ήρθε ο καιρός
να σε αφήσω στη βροχή,
στα» χελιδόνια
και στο κοκκινόβροχο του Απρίλη.

ΔΕΝ ΠΗΓΑΜΕ

Η βροχή χθες ήταν πυκνή.

Θυμάσαι τότε στη Μονεμβασιά
που δεν πήγαμε;
Όλη η βροχή θα έπεφτε
στα γυμνά κορμιά μας
πιο πάνω από το Κάστρο.
Κι η θάλασσα απ’ τη ζήλεια της
θα φούσκωνε
στα σπλάχνα των βράχων.

ΤΟ ΒΥΣΣΙΝΙ ΜΑΝΤΗΛΙ

Με τις λιακάδες έρχεται
η μνήμη
και πρέπει να κατηφορίσω.
Να ακούσω τα παράπονα
για τις ολονύχτιες αταξίες σου.
Ανάμεσα στους σταυρούς
και τα χαμομήλια.

Ίσως και να μην κατέβω.
Ίσως ανοίξω το παράθυρο.

θα σου φωνάξω.

Μα είμαι μακριά
για τέτοια γυμνάσματα.

Ανοίγω το παράθυρο.
Σου ρίχνω το βυσσινί μαντήλι.
Χαμογελάς.
Πολύ σου άρεσε το βυσσινί μαντήλι.
Σχεδόν τώρα σε φτάνω.

Σε μια παρτίδα σκάκι
(Συνάντηση με τον Κ.Π. Καβάφη)

ΕΜΟΡΦΙΑ

Ας σταθώ εδώ
Στην Αλεξάνδρεια, στη Σμύρνη
Στη Νάξο μεσοπέλαγα
Στις εκβολές του Κράθι ποταμού.
Ας δω κι εγώ τη φύσι λίγο
της θάλασσας του πρωιού.
Εμορφιά χρυσή και πρώτη.

Ας σταθώ εδώ
Στα κρίνα του Μεσολογγιού
Στους κίτρινους ανθούς της Μονεμβάσιας
Στου Αχέροντα την Αμμουδιά
Στις θάλασσες τις αταξίδευτες.
Κι ας θαυμάσω το κάλλος της Ηούς,
το αστείρευτο.

Θάλασσα του πρωιού,
χρυσή εμορφιά και πρώτη.
Της Τέχνης και της Ποιήσεως.

Είναι αυτό που οι σοφοί το λένε μόνη αλήθεια.

1-7-11

Αφόρμηση από το ποίημα του Κ.Π. Καβάφη «Θάλασσα του πρωϊού»

ΜΝΗΜΗ

Σώμα θυμήσου:
Το σώμα του,
τα άγρια τριαντάφυλλα
του στήθους του,
και τις πασχαλιές
των ερώτων του.
Σώμα θυμήσου:
Πόσο δε δίστασες ν’ αγγίξεις
τη φωτιά. Και δες·
Πόσο πόνο πονάς,
κι ας είναι μνήμη.

Ιούλιος του  12

Αφόρμηση από το ποίημα του Κ.Π. Καβάφη «Θυμήσου, σώμα»

ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΗΜΙΣΦΑΙΡΙΟ (2010)

ΠΕΡΙΜΕΝΕΣ

Σε θυμάμαι.

Περίμενες στην Πρυτανεία
φορώντας ένα άσπρο πουκάμισο.
Μόλις που πρόλαβα το ραντεβού μας
ασθμαίνοντας.
Ως ταγμένος αοιδός του επικείμενου
πόνου, περίμενες.
Τυλιγμένος στο μαύρο εντός σου.

Είπες, θα είμαι εδώ αν με χρειαστείς.
Κι απλόχερα ήρθε ο χειμώνας,
πιο βαρύς
κι απ’ τη μισή χαρά που τρεμόπαιζε
με το πουκάμισό σου το λευκό.

Σε θυμάμαι, εκεί, στην Πρυτανεία
που περίμενες.
Στο μαύρο εντός σου.

28-6-08

ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ

Κάπως έτσι, γυμνοί από οράματα,
θα ταξιδέψουμε το πιο ωραίο ταξίδι
του κενού.

Ο αποχωρισμός που τώρα μας φέρνει
πιο κοντά
σχεδιάστηκε με εξαιρετική επιμέλεια.
Η πίκρα επικάθεται στα χείλη σου
ως η πιο μαύρη εσάρπα της ηδονής
που δε γνώρισα.
Η ανεπάρκειά σου πνίγεται σε αίμα τυφλό
και στοιχειωμένο.

Αχνίζεις βαθύ σκοπό, ξενόφερτο,
απόκοσμο ήχο, τραγούδι πρωτολάλητο.
Σέρνεις το βήμα σου αργό και σταθερό
σα φωνή ερεβωδώς πλανώμενη.

Θα μείνω εδώ για να μην είσαι μόνος
στην κάθετη επιστροφή σου.

Ως διαγώνιος ορθογωνίου τριγώνου
στην ανυπαρξία.

ΑΥΤΟΚΛΗΤΟΣ ΘΡΗΝΟΣ

Κι απόψε θρηνώ την εμμονή μου.
Το τέλος δε φτάνει του πόνου.
Αργοσαλεύει στην πληγή η κοφτερή
της ακίδος άκρη.
Κι είναι από μέταλλο σκληρό και δουλεμένο
της απελπισίας το εγχειρίδιο.
Ξεδιάντροπα μπροστά μου χάσκει
η περιφρόνησή σου, η ανεξήγητη.
Σπαρταρώ ως δεσμώτρια,
ισοβίως κατάδικος για σένα,
εθελόντρια του σπηλαιώδους ανίατου
νοσήματος, του ανήμερου Φιλότη.

ΑΝΤΙΠΟΙΗΣΗ

Λείπεις κι απόψε.
Κι έκανα την ποίηση
υπόθεση
αυστηρά προσωπική.
Ούτε έναν οβολό μεταφοράς
δεν έριξα
στην αιωνιότητα των στίχων.

Μήπως και πότε πλάγιασες,
αυτοκράτορα της σκέψης μου,
θαμώνα του μυαλού μου,
φθαρτός και ιδρωμένος
μέσα στη γήινη αγκαλιά μου;

Με λέξεις μόνο
άγγιξα
τα σκοτεινά σου μέλη.
Σε ρήματα και συλλαβές,
άηχα κι ερμητικά
ο πόθος μου κουρνιάζει.
Η έλλειψή σου, υπόθεση
αυστηρά προσωπική, εστέφθη
αντιποίηση.

30-8-08

ΕΝ ΤΗ ΑΠΟΥΣΙΑ ΣΟΥ

Στην τρίτη διάσταση του έρωτα
κοιμίζω το πέλαγος
της οδύνης
και της άφωνης σιωπής.

Εκεί στον άλλο τόπο,
στο ημισφαίριο της τολμηρής
αποχώρησης,
στο εκείθεν του πόνου
και της φωτιάς.

Νανουρίζω το αίμα της αγάπης
που δεν ξέρω το χρώμα της.
Νανουρίζω το θαμπό της θλίψης.
Εν τη απουσία σου.

4-9-08

ΤΟ ΔΩΡΟ

Από τα τόσα που σου χάρισα,
από τα όλα που λαμπρώς κατάθεσα
ως σάτυρος, μάγος, οπαδός,
μέρα και νύχτα,
σε ανατολές και σούρουπα,
σκυφτά, μπροστά στα πόδια σου,
ένα μόνο κράτησε.

Μήτε τα γιασεμιά. Μήτε τα αρώματα.
Μήτε τις επιγραφές. Μήτε τις περγαμηνές.
Ούτε τις λέξεις και τα ρήματα,
τα τόσα γλυκά και σκοτεινά
κι ασήμαντα στολίδια.

Κάνε την παλάμη σου χαρτί,
σφουγγάρι, μαύρη τρύπα
και λεύκανε τις προσφορές.

Όμως, τον τόπο της φωτιάς και της βροχής,
της αστραπής το θάμα,
αυτό το δώρο μην ντραπείς
να το υιοθετήσεις.

Το τρίτο ημισφαίριο, πλάτωμα
καρδιάς, από νερό και έρωτα,
από κρασί και έρωτα, από φωτιά
και θάλασσα, από φωτιά και αλάτι,
από σιωπή και ανάσταση,
απ’ του εσπερινού το δάκρυ.

Αυτό το δώρο κράτησε ανάμεσα
στα δάχτυλα, κάτω απ’ τη μασχάλη,
στον κόρφο σου, στο στήθος σου,
στον όμορφο λαιμό σου.

Αυτό το δώρο κράτησε
και εγώ θα μεγαλώσω
μέχρι την άβυσσο μακριά.

4-9-08

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΟΥ

Είχε λίγο θάλασσα, είχε και λίγο ουρανό,
είχε και λίγο άνεμο,
εκείνο το ταξίδι που δεν έγινε
καταμεσής του Αυγούστου.

Τότε που οι ελιές γέρνανε βαθιά
στη φιλοσοφία του βάλτου.
Τότε που αποφάσισα να μη δοθώ
στα όνειρα της περασμένης νύχτας.

Όνειρα είναι, είπανε.
Και συ γιατί σοβάρεψες σα να ’τανε
η δική σου αλήθεια;

ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΑΡΟΗΣ…

Περπάτησα
στο λόφο των ανέμων και της φωταψίας.
Σ’ έψαξα
στο δρόμο τον παράλληλο της κεντρικής αρτηρίας.
Σε ανέσυρα
στη ματωμένη λήθη του μυαλού μου.
Ράγισα
στη θέα που δεν άλλαξε αφότου έφυγες.
Λύγισα
για όσα δεν είπαμε και για όσα είπαμε.
Κράτησα
τα λόγια που ο άνεμος πουλιά τα φτέρωσε.
Άγγιξα
την ώρα του σούρουπου που σε συνάντησα
κάποια φορά στο δρόμο, με τα κίτρινα φύλλα
να πέφτουν στα μαλλιά μας, στους ώμους μας,
στις παλάμες μας…

ΜΑΥΡΟΣ ΩΚΕΑΝΟΣ

Γι’ αυτό εγώ προτίμησα εσένα, άγρια θάλασσα,
ανήμερη απλωσιά του αφιλόξενου πόντου.
Γι’ αυτό και πνίγομαι γλυκά στο απέραντο νερό σου,
το χωρίς ορίζοντα, φράχτες και πολιορκίες.

Για το μελάνι που κερνάς τους χαμηλούς ανέμους
έκανα το μακρινό ταξίδι χωρίς πυξίδα παραπλάνησης,
με μόνη αποσκευή το όμορφο κενό μου που σου μοιάζει,
μούσα της αβύσσου μου, του πόνου ανεμοζάλη.

Στα μαύρα απάτητα νερά χορεύω τα μεσάνυχτα.
Και συ με ψάχνεις σε φέγγη και σε ρεματιές.
Εκεί, στο τρίτο ημισφαίριο, θα περιμένω
την ήττα της τιμής
κι εκείνο το μισό επινίκιο τραγούδι μιας υπόσχεσης…

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Το δωμάτιο εγκαταλείφθηκε όπως όπως
Με τα παράθυρα κλειστά στο απομεσήμερο
Με τα σεντόνια τσαλακωμένα από τον έρωτα
Με τους αναστεναγμούς γαντζωμένους στο φεγγίτη
Με τα αρώματα των σωμάτων ιπτάμενα νεφελώματα
Με την ηδονή να σπαρταράει ολόγυμνη
δίπλα στο κομοδίνο με τις ακατάλληλες φωτογραφίες.
Κάπου ανάμεσα στο συρφετό των αντικειμένων
ένα ξεχασμένο «σ’ αγαπώ» αργοπεθαίνει…

21-1-09

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Πόσο δρόμο έχει ακόμα ο έρωτας
για την ατέρμονη σιωπή του φλέγοντος παραδείσου.

Σε ποιες υπόγειες διαβάσεις και αλλόγλωσσες σπηλιές
σκαλίζει,
σε ποια παρθενικά ερέβη και ερημικά μικρολίμανα
παραπατά.

Πόση αγάπη ξόδεψα για μερικά άγρια μεσάνυχτα
και τι καημό έπνιξα στα στήθη μου για μιαν ανάσα.

Πόσο δρόμο έχει ακόμα ο έρωτας να πάρει
τη μορφή σου,
ν’ ακούσω μες στα σπλάχνα μου πλέριο
το πρόσωπό σου.

Σε πόσο φως πλανεύτηκα και μάκρυνα το δρόμο,
αφού το ξέρω, μάτια μου, πως καις ανήλιαγη φωτιά.

21-2-09

ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

ΦΟΒΟΣ

Πώς με τρομάζει ο καπνός
που έγινε αντάρα
κι έφραξε τον ποταμό
και φούσκωσε τη λίμνη…

Πώς με τρομάζει η σκοτεινιά
που ξεμακραίνει τ’ άστρα…

θόλωσαν τα μάτια μου
και δε θωρώ το δρόμο.

ΛΑΦΥΡΟ

Μου πήρε μιαν άνοιξη αυτή η θλίψη.
Κι ακόμα δεν ξέρω αν μπορώ
να την κοιτάξω μες στα μάτια.
Πάντως μου χάρισε κορδέλα βυσσινιά,
όχι από αίμα, -ο πόλεμος δεν κρίθηκε στη βία—
για τον ήλιο του καλοκαιριού και τις δύσκολες
μέρες του Αυγούστου.

ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ

Σε τούτο το απόμερο ακρογιάλι
που κάποιο φθινοπωρινό πρωινό
μεθυσμένοι αράξαμε
ταξιδευτές, με άρωμα νυχτερινής αγράμπελης,
τι απόμεινε; για δες.
Λίγα βότσαλα γδαρμένα απ’ των κυμάτων
την οργή
κι ένα κοχύλι θρύψαλα
για τις τρυφερές πατούσες των παιδιών…

10-6-09

ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

Η βροχή…
πάνω στα κόκαλά μας.

Ο άνεμος…
πάνω στα κόκαλά μας.

Ο αετός του πρωινού, τα σύννεφα,
τα κόκαλά μας μέσα στην καταιγίδα,
κάτω απ’ το αστροπελέκι της αιώνιας θλίψης.

Σε ποια μνήμη…
Σε ποιο πέλαγος…
μαρμάρωσαν τα κόκαλά μας;
Ο διπλούς πέλεκυς του ανυπότακτου χρόνου
κόκκινος, πύρινος κλοιός
τα κόκαλά μας γλείφει,
τα ροκάνισε.

Κάποτε μιλήσαμε για αθανασία
στη βροχή, στον άνεμο, στο χρόνο.

Αίολος όρκος το σχήμα του έρωτα.
Άσχημος θάνατος η κλοπή των οστών.

Κάποτε μιλήσαμε για αθανασία.
Δριμύ ψύχος
στα γυμνά κόκαλά μας.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΡΝΗΣΗ

Μου τελείωσε ακόμα και ο Θεός
και δεν έχω πώς να σε σκεφτώ
μες στη φτωχή παλάμη μου.
Ξυπόλητος καθώς γυρνάς,
γυμνός στο καταχείμωνο.

Όλες μου τις πόρτες άνοιξα,
μα τόσος θάνατος δε χωράει σε μια ζωή.
Ούτε στη φαρέτρα ενός φτερού,
καθώς ταλανίζεται
στο αεισταγές ταξίδι του πένθους.

Μου τέλειωσε ακόμα και ο Θεός
και τώρα πώς να σε τυλίξω τρυφερά
μέσα στα βλέφαρά μου.
Έτσι που μεγάλωσες
ανανούριστος κι απόξενος
από λόγια αγάπης.

Της Κυριακής τα πρωινά
χάσανε το μελωδικό τους άσπρο.
Γέμισαν πρόσωπα θολά και όνειρα
με μάτια στάχτη.

Κοίτα να δεις που δυσκολεύομαι
και να σε ζωγραφίσω…
Μου τέλειωσε ακόμα και ο Θεός
και δεν μπορώ να βρω το χρώμα σου,
το σχήμα σου, το ηχηρό ανάστημά σου,
το γέλιο σου το ανάρμοστο
και την αρχή της μεγάλης
άρνησης…

15-11-09

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Τα λόγια που καίγονται, θημωνιές υποσχέσεων
δεν είναι του έρωτα.
Τα λόγια που καίγονται χωρίς αγιόκλημα και γιασεμί
δεν είναι του έρωτα.

Πόσες εκτάσεις φύτεψα με όλα τα ασημογράμματα
και πόσες λίμνες άδειασα για να σε ζωγραφίσω.

Όλα τα λάμδα και τα ρω θυμιατήρι του έρωτα.

Λίγο θάλασσα, λίγη άσπρη πέτρα απ’ το έρημο
ακροθαλάσσι με την αγράμπελη,
λίγο γιασεμί και σπόρους παρθένο σιταράκι.

Θυσία του έρωτα.

Μα τα λόγια καίγονται και δεν είναι του έρωτα.
Και το πρόσωπό σου στέγνωσε, σχεδόν αποτεφρώθηκε,
αφού τα λόγια πυρκαγιά δεν είναι του έρωτα.

Κι αναζητάς δυο σταγόνες αίμα αλμυρό
από τις φλέβες μου.
Και μου ζητάς τον πληγωμένο ερωδιό που μάζεψα
στο λόφο με τα καρφιά του έρωτα, μαύρα μεσάνυχτα.
Και λες πως καρτεράς την ιδρωμένη ανάσα μου
που είναι του έρωτα.

Μα τα λόγια καίγονται, αέρας γίνονται.

Κι έμεινα ολομόναχη να σε καρτερώ
χωρίς λόγια, χωρίς χρώμα, χωρίς σχήμα,
αερικό, στα τρίστρατα με τους ανέμους,
αλαφροΐσκιωτη σπορά του έρωτα…

29-ΙΙ-09

ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΜΥΡΙΖΕ ΟΡΧΙΔΕΑ
Η ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΙΚΡΑ (2007)

… Η Αρετή, γυναίκα με ιδιαίτερη καλλιέργεια, στα πενήντα δύο της τολμά να κάνει την «επανάστασή» της. Φεύγει μακριά από το «οικείο» περιβάλλον της, σε άγνωστο γι’ αυτήν τόπο, και αποφασίζει να παλέψει με τον εαυτό της, όσο γίνεται, πιο μόνη. Προστατευμένη και οπλισμένη με την έως τώρα εμπειρία της, θεωρεί πως μπορεί να θωρακίσει τον εαυτό της με επιτυχία σε ό,τι ενδέχεται να τη βλάψει και να την κάνει ευάλωτη στα γύρω ερεθίσματα και δρώμενα Ξεχνά όμως πως μέσα της κουβαλάει «τη γυναίκα», «τη μάνα», «τη ζωντανή, ευαίσθητη και σχεδόν εύθραυστη Αρετή».
Ο Ανδρέας, δημοσιογράφος με πνευματικές και επαγγελματικές ανησυχίες θα τη ζεστάνει φιλικά τον πρώτο καιρό…
Ο γιατρός Μηνάς, με τον κτητικό έρωτα που της προσφέρει, τον αλαζονικό, εγωιστικό και δύστροπο χαρακτήρα του, θα την αποπροσανατολίσει από τη γλυκιά σιγουριά της μοναξιάς της και στο τέλος θα της κλονίσει και την εμπιστοσύνη στον εαυτό της.
Ο νεαρός Αλέξανδρος με τον οποίο τυχαία συγκατοικεί, θα μοιραστεί μαζί της τα πιο δυνατά, όμορφο, πικρά και γλυκά συναισθήματα που χαρίζει η ζωή σε ανθρώπους που αγαπούν την ομορφιά και τη σέβονται.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ ΤΣΟΥΚΑΛΑ

Nancy’s Blog 26/10/2018

«Έρωτας είναι η διαρκής νεότητα του νου και της ψυχής»

Κυρία Μπόμπολη, τι θα συμβουλεύατε έναν άνθρωπο που θέλει να ασχοληθεί με την λογοτεχνία;

Αρχικά θέλω να σας ευχαριστήσω, κα. Τσουκαλά για την τιμή να δημοσιεύσετε συνέντευξή μου στο Nancy’s Blog και μάλιστα σε θέματα τόσο ευαίσθητα, όπως η λογοτεχνική γραφή.

Αρχικά να πω, πως γράφω ερασιτεχνικά και ως εκ τούτου, οι συμβουλές μου θα έχουν χαρακτήρα φιλικό και κάπως «προσωπικό». Όποιος καταπιάνεται με τη λογοτεχνική γραφή, βασικά πρέπει να μάθει να δουλεύει πάνω σε αυτή και να αναζητεί τη δική του «ταυτότητα», την οποία θα υπηρετεί και θα εξελίσσει βελτιώνοντάς την. Δεν είναι τα πάντα λογοτεχνία. Σήμερα γράφει πολύς κόσμος και μάλιστα «ποίηση». Αλλά η περισσότερη παραγωγή δεν είναι ποίηση. Άρα το βασικό κριτήριο είναι η γνησιότητα και η προσοχή σε αυτό που κάνουμε. Και φυσικά η αγάπη, καθώς και η διαρκής αγρύπνια για το αποτέλεσμα.

Έχουμε δει συγγραφείς να παρασύρονται από τα πάθη τους. Για εσάς η λογοτεχνία είναι σωτηρία η καταδίκη;

Βασικά οι συγγραφείς είναι άνθρωποι του πάθους. Η λογοτεχνία βρίθει συναισθημάτων από τη φύση της. Τώρα , αν παρασύρονται ή όχι, θέλει μεγάλη κουβέντα. Σίγουρα χρειάζεται κάποιος έλεγχος για να μπορέσεις να τα περιγράψεις κάποια στιγμή με καθαρή ματιά. Για μένα η Λογοτεχνία είναι κάτι πολύ σοβαρό και δύσκολο. Είναι μεν σωτηρία της ψυχής και του μυαλού, είναι λύτρωση, αλλά και καταδίκη με τη μορφή μιας δέσμευσης να την υπηρετώ όσο μπορώ καλύτερα, κυρίως μέσω της Ποίησης.

Ο έρωτας είναι κάτι που χαρακτηρίζει τη γραφή σας. Τι σημαίνει για σας έρωτας;
Τα πάντα. Χωρίς έρωτα δεν πας πουθενά. Για μένα έρωτας είναι η αδάμαστη θέληση να κυριαρχήσεις στο Χρόνο και να τον υποτάξεις στην πένα σου. Να τον ξεπεράσεις. Έρωτας είναι η διαρκής νεότητα του νου και της ψυχής. Το να κοιτάζεις τη φθορά και να της χαμογελάς περήφανα.

Κυρία Μπόμπολη, είστε πολυάσχολος άνθρωπος. Πέρα από την λογοτεχνική σας πορεία έχουμε δει και την παρουσία σας στο θέατρο. Ετοιμάζεται κάτι αυτόν τον καιρό; Tί να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Το θέατρο είναι μια μεγάλη αγάπη μου. Ξεκινήσαμε μαζί αν θυμάστε, τελείως ερασιτεχνικά . Το θέατρο είναι ο μαγικός καρπός της λογοτεχνικής αναζήτησης .Κάθε παράσταση είναι μια ποιητική σύνθεση. Ευελπιστούμε φέτος με την θεατρική ομάδα ¨ΤΕΧΝΗ-τες να φέρουμε στη σκηνή μια ιστορία του Ίρβιν Γιάλομ από τον Δήμιο του έρωτα. Είμαστε ακόμα αρκετά μακριά. Κάπου στα μέσα Φλεβάρη. Και στο σχολείο δουλεύουμε σε πολιτιστικό πρόγραμμα με τους μαθητές Αρχαίο Δράμα.

Aν η εποχή μας ήταν ένα ποίημά σας ή απόσπασμα από ένα βιβλίο σας, ποιο θα ήταν αυτό;

Τι είναι ποίηση ( από τη συλλογή, Ανιμολόγια)

Τι είναι Ποίηση;

Η αντανάκλαση της ανυπαρξίας;

Και πώς χωράει μέσα της

Της ύπαρξης ο τόσος Πόνος;

«Σας ευχαριστώ και καλή επιτυχία σε ότι κάνετε.»

https://www.nancysblog.gr/2018/10/26/eirin

ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ ΦΩΤΟ

Ο Στέργιος Τσακίρης γεννήθηκε το 1983 στις Σέρρες. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με
μεταπτυχιακό δίπλωμα στις Συγκριτικές Νομικές Σπουδές στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Κάτω
απ’ το φως της λάμπας, εκδόθηκε το 2011. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν συμπεριληφθεί σε ποιητικές ανθολογίες. Ζει και εργάζεται μεταξύ Αθήνας και Κύπρου.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Κάτω από το φως της λάμπας (Παρέμβαση 2011)
Άκων δραπέτης (poema 2013)
Ψυχολογία (Ένεκεν 2015)
Κλεφτά φιλιά (Ρώμη 2020)

ΜΕΛΕΤΕΣ

ΔΊΚΑΙΟ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ: Το Κυπριακό ζήτημα και ο νομικός πολιτισμός
της Κύπρου στη ποίηση του Γιώργου Σεφέρη.

ΒΙΒΛΙΑ84

ΚΛΕΦΤΑ ΦΙΛΙΑ (2020)

ΜΙΚΡΟ ΕΡΩΤΙΚΟ  Α’

Κλωνάρι πόθου
η σελήνη πάλι –
άνοιξες προμηνύει,
σιαμαία πλάσματα.

ΚΛΕΦΤΑ ΦΙΛΙΑ

Μες στην παρανομία τα φιλιά
του νέου έρωτα,
που ακόμη στα σπάργανα της άνοιξης
λυγιέται.

Κλεφτά φιλιά
ανταλλάσσουνε
κάτω από ομπρέλες μυστικότητας·
γεροντοέρωτας του ενός,
καπρίτσιο νεανικό της άλλης.

Στο γυμναστήριο, στα σπίτια, στη δουλειά,
μέρα τη μέρα όλο πιο μαζί,
με χάδια περνώντας τον καιρό
ως την επόμενη
απόσπαση.

ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ

Κενός από μνήμη και όνειρα.
Ατάραχη θλίψη τον δέρνει.
Ανέκφραστη όψη απέκτησε.

Πορεύεται μόνος κι έρημος.
Μόνος και ρημαγμένος.

Για συντροφιά του,
το πρώτο φύλλο του φθινόπωρου
στο βρόμικο μπαλκόνι του.

Την ανία του σκότωσαν
(για σήμερα)
τα αιφνίδιά της μάτια.

Τα μάτια που συνάντησε
πυροτεχνήματα
μες στο σκοτάδι της ψυχής –
φωτοβολίδες και βεγγαλικά.

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Συνέχεια γύρευε το χέρι του,
το βλέμμα των ματιών του λαχταρούσε,
όρθια ζαλιζόταν, δεν άντεχε λεπτό.

Σαν τον καθρέφτη της ζωής της,
τον είχε απόλυτη κι αδήριτη ανάγκη.

Την έπιανε απ’ το χέρι, την προστάτευε,
την πρόσεχε στα μάτια σαν τα μάτια του,
θέση τής έβρισκε, την κράταγε γερά.

Σαν εύθραυστο καθρέφτη της ζωής του,
τη φύλαγε, την άγγιζε, τη φίλαγε.

Σ’ άλλον σταθμό σιγά σιγά κατέβηκαν,
όπως και η αγάπη τους
στον λευκό καθρέφτη.

ΑΡΑΧΝΕΣ

Αράχνες
οι στιγμές μας.
Σκοτώθηκαν απότομα
από τα ίδια μας τα χέρια.

Γαντζώθηκαν στη μνήμη μου
και δεν μπορώ με τίποτα
να τις απεμπολήσω.

Κάποτε τρεχούμενο νερό,
πανσέληνος κι ηλιοβασίλεμα στην Τζιά,
μαύρο σεντόνι τώρα στο παράθυρο.
Ούτε το υφάδι τους
δεν υποφέρω πια,
το ξεσχισμένο.
Τ’ άσχημο απομεινάρι.

Η ΣΚΑΛΑ

Μια σκάλα στριφογυριστή,
στενή κι απότομη·
και κατεβαίνεις,
κατεβαίνεις,
κατεβαίνεις,
χωρίς να ξέρεις
πού θα σ’ οδηγήσει,
αν έχει τέλος,
εάν στην άβυσσο σε βγάλει
ή στο φως.

Αυτό είν’ η τέχνη,
το πάλεμά της κι ο καρπός.

Κι ο έρωτας.

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ (2015)

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

I

Σαν την τεμπέλικη σαύρα
σέρνεται μέσα μου
αυτό το συναίσθημα
που χρόνια προσπαθώ
να ονομάσω.

Άλλοτε κρύβεται καλά
-το ψάχνω και δεν το βρίσκω-
κι άλλοτε με κοιτάζει με θράσος
στα μάτια
μέσ’ απ’ τα μάτια μου.

Κι όλο σέρνεται
-δίχως όνομα-
στην ταραγμένη ψυχή.

Κι όλο
σέρνομαι.

II

Δεν αποδείχθηκες τίποτ άλλο
παρά μια χαμένη υπόθεση.
Παράλυτος από τις διαψεύσεις
κι άνεργος στον έρωτα καιρό
σφίγγεις τα όνειρα με το ζωνάρι.

Μια χαμένη υπόθεση κι εσύ.
Δεν είσαι μόνος.

IV

Κάθε πρωί ξυπνά,
ξυρίζει προσδοκίες,
φορά το προσωπείο που τον φωτίζει
και μάρτυρας υπερασπίσεως
εξαγοράζεται
της μίζερης ζωής των πελατών του.

V

Φωνάζει κι η φωνή του
ανεπίδοτη επιστρέφει.

Δεν γεννιέται καν ηχώ
στα πέτρινά του χρόνια.

Ξύπνησα
κι αντίκρισα τόσο φως
που παραλίγο
ν’ αναγεννηθώ.

Μόνο εμπόδιο
η έρημη ψυχή μου-
μες στα χαλάσματα
επίμονα έψαχνε
μια όαση
για να δροσιστεί
μα
οι φίλοι πιο λίγοι
κι ο έρωτας.

VII

Πνίγεις
τη μοναξιά
σε πολυκαταστήματα
σε βιβλιοπωλεία.
Σε πολιτείες
άδενδρες
κυκλοφορείς
υλοτομημένος.
Τα χέρια
διαρκώς
στις τσέπες.

VIII

Καθόταν στο κρεβάτι
από εφιάλτη μόλις
έχοντας ξυπνήσει•
είδε, λέει, τη μάνα του να γέρνει
σε μπαστούνι πι και να τη σέρνουν
και να της λείπει το μισό ποδάρι•
έτρεμε στη σκέψη
πως θα μπορούσε να’ βγει αληθινό
πως τα γεράματά τους είναι ήδη στο κατώφλι.

IX

Δεν ξέρει πια πού ν’ αποθέσει
αυτό το βάρος που τον κατατρώει χρόνια.
Σαν τον εθισμένο χαρτοπαίχτη,
που τη μια στιγμή βουλιάζει στη ρουλέτα
και την άλλη ορθώνεται για λίγο,
χάνει πολλά
κερδίζει τίποτα.

Ένα τίποτα όλη του η ζωή.

Χ

Κουφάρι
σαπισμένου πλοίου η ύπαρξη του
στ’ ανοιχτά μιας ρημαγμένης παραλίας.
Αλισάχνη και σκουριά
νύχτα μέρα διαβρώνουν το σκαρί του.
Στα ρέλια του καμιά φορά
πουλιά της θάλασσας λουφάζουν.

ARS POETICA

Ξεσκίζει τις σάρκες του είναι του
και φτερουγίζει ένα τόσο δα ποίημα.

ΑΚΩΝ ΔΡΑΠΕΤΗΣ (2013)

Προετοιμασία

Γκριζωπή μέρα
αγέλαστη
ζωγραφισμένη αδρά
σε πίνακα από κάρβουνο
και μολύβι 3Β σκούρο
– ή αλλιώς ειπωμένο –
ο επίλογος μιας πληκτικής
πενθήμερης άδειας στο χωριό,
μακριά από τον θόρυβο του άστεως,
πιο κοντά στη στρίγκλα μοναξιά.

«Τίποτα δεν μας χαρίζεται»,
«Τίποτα δεν μας χαρίζεται»,
«Τίποτα
Δεν
Μας
Χαρίζεται»,
ψιθύριζε ο υπολογιστής.

Δειλοί
άνομοι κριτές
ληστέψατε
τόσα χρόνια
τη ζωή,
θα κατακρεουργήσετε και τα όνειρα;
«Βράδυ θα φύγετε,
βράδυ θα φύγουμε»•
γέρνει η ζυγαριά
προς την καλοκαιρινή νύχτα
της εξόδου.

-Κύριε, στράφι οι προσευχές μου;
-Φίλε, έφ’ ώ πάρει…

Come il ladro
sempre di notte,
ma un’ altra volta tu partirai
δίχως πολύτιμα διαμάντια,
δίχως πολύτιμες αναμνήσεις,
όπως εκείνες που σε παίρνουν στα φτερά τους
τα βροχερά απογεύματα
στη ζεστασιά της κόγχης σου,
ανάβοντας το τελευταίο τσιγάρο,
πίνοντας λίγο καφέ,
ακούγοντας αγαπημένες μελωδίες.

Βαθύτερα ωστόσο
αναπολείς περασμένες νότες
μύχιων ερώτων
ή επιστήθιων φίλων
ή συντρόφων…

Κι όταν σταθείς ενώπιον
του αρχηγού της σπείρας,
λογάριασε καλά τι θ’ αποκριθείς
για τις απέραντες θάλασσες που δεν διέσχισες,
τ’ αρώματα των λουλουδιών που δεν φόρεσες,
τα οφειλόμενα φιλιά που δεν χάρισες,
τα ονόματα που ελησμόνησες
πριν καν τ’ αποστηθίσεις.
Γαλήνια.

Στοχάσου
για μια τελευταία φορά
τον απόηχο των κλητικών προσφωνήσεων
και τη σιωπή
που εγκιβωτίζεται
στο μικρό σου δωμάτιο.

Στοχάσου.

Πληγή δωματίου

Ιδού,
λοιπόν,
ΕΓΩ:
ο αβέλτερος βασανιστής
του εαυτού μου
που δεν ανοίγομαι
σε άνθρωπο
κλεισμένος στον γυάλινο πύργο της μοναξιάς
ανάμεσα στ’ αψηλά τείχη
της απομόνωσης, της αποξένωσης

τυραννισμένος από ένα φως
που εμφιλοχωρεί βιαίως κι από τις γρίλιες

στου διαμερίσματος τα τέσσερα
να ξημεροβραδιάζομαι ντουβάρια

ο πλανητικός στοχαστής της δεκάρας

να υπάρχω μέσ’ από τις ζωές των άλλων
σε μυθιστορίες λαών
και προσώπων που θαύμασα

κάτω από το φως
των φεγγαριών
μια ολάκερη ζωή
σε ράχες να
ταξιδεύω ονείρων

με ελπίδες φρούδες στις αποσκευές
να μου βαραίνουν τους ώμους

σε ενιαύσια νάρκη ξεχασμένος σαν την καφέ αρκούδα

να ποθώ να διαπρέψω
σε ματαιότητες του κόσμου τούτου

ολονυχτίς να κυνηγώ χίμαιρες
eccetera eccetera.

Πλεονάκις να με πολεμούν
οι ώρες,
οι μέρες,
οι νύχτες, του βίου που αγάπησα.

Μνήμες κι επιθυμίες ενίοτε συνταιριασμένες
δίπλα σ’ αμυγδαλιές ολάνθιστες.

Πράγματι,
ο Απρίλης που με γέννησε
απλόχερος δεν στάθηκε,
the cruellest month.

Και Συ, Θεέ μου, μην κάνεις πως με ξεχνάς.

Και Σεις, Άνθρωποι, τους φαύλους μου
τους κύκλους
ας ταράσσετε.

Μπροστά βάζω ξανά
το μισοχαλασμένο μου όχημα
– ευθύς αμέσως επιβιβαστείτε –
κι ας είναι κάπου
κάποτε
γκρινιάρα
λίγο η μέρα.

– Κι αν με ρωτάς
για τις στιγμές τον αποχωρισμού
είναι σαν τα όνειρα που μπερδεύονται
και γίνονται κουβάρι
λίγο πριν ξημερώσει και ξυπνήσεις
και δεν θυμάσαι τι είδες πριν και τι μετά.
-Άσ’τ α… ατέλειωτα τα λόγια του αποχωρισμού
τα κλειδαμπαρωμένα στο δωμάτιο της ψυχής.

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΛΑΜΠΑΣ (2011)

Δωδεκαετές

-Εδώ τελειώνει η ζωή μας.
Τα πρωινιάτικα ξυπνήματα
και φτερουγίσματα της αγριοπεριστέρας.
Το σκάσιμο του κύματος,
ο αφρός μαύρης αράχνης.
Το πρωινό ρυάκι του έρωτα
ανάμεσα σε υάκινθους, ήλιους και νυχτερίδες,
καθώς πλησιάζει τ’ απομεσήμερο.

-Δυο φορές στο ίδιο ποτάμι δεν αλλάζει τη στιγμή.
Στον κήπο τον ανέγγιχτο ν’ αγγίζεις πεταλούδες.
Να χαίρεσαι τη θάλασσα που συνεχώς βουλιάζει
και νέες Θήρες που γεννιούνται στ’ ακρογιάλι.
Στόχο το στόχο πιο ψηλά…

-Και οι φαύλοι κύκλοι της ζωής μας;
Θα με ρωτούσες.
Μηδέν. Μηδέν. Μηδέν.

-Και τώρα; Πάμε μπροστά• χαρά χαρά
και λύπη λύπη.

-Άραγε που βαδίζουμε; Και τόσα χρόνια;

(Θα σου απαντήσω. Όμως αργότερα).

Μητρούσι Σερρών, Ιούνιος του 2000

Ρημάδια

Ι

Πέτρες, σπασμένα κεραμίδια απ’ το
παλιό μας σπίτι που ναυάγησε και ξηραμένα
κομματάκια καλαμιών τούτη την ώρα πατώ,
την ώρα που ο Ήλιος γέρνει να κοιμηθεί.

ΙΙ

Πιο πέρα τρεις πέτρες αραδιασμένες
στη σειρά-μπάζα κι αυτά απ’ το παλιό μας σπίτι.
Κι εγώ σπρώχνω την ώρα μ’ ένα βαρύ
τσιγάρο.

ΙΙΙ

Κι ακόμα πιο πέρα τρία δέντρα σε στίχο
στη σκιά ενός θεόρατου τοίχου,
που μου κρύβει τη δύση…

IV

Κι αναρωτιέμαι: τι είναι και που βρίσκεται
η ζωή;
Σίγουρα τα τρία παρατεταγμένα δέντρα.
Και κάτι άλλο περισσότερο…

ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Β’

Eternity

Η ώρα περνάει.
Το δευτερόλεπτο περνάει.
Ο χρόνος περνάει.
Η ημέρα περνάει.
Μα τι;
Τι κι αν ο ουρανός χαμογελάει!
Τα δάκρυα του ήλιου
χαιρετούν τον κύκλο της ζωής μας
και η ζωή μας χάθηκε μια τωρινή στιγμή
δάκρυ, δάκρυ, δάκρυ.

Η ώρα περνάει. Πάει.
-Δε γεννήθηκα για να μισώ…
-Έρωτα που κρατάς τα σκήπτρα της χαράς!
Παύση. Παράπονο. Γλυκιά πνοή.
Τρία λευκά περιστέρια
με χέρια δεμένα
με καρδιά ανοιχτή
με σκάγι στο μεσαίο μαντίλι
του αποχαιρετισμού βρίσκονται
στην κάμαρα της Θεοτόκου.
Τίποτε άλλο. Φτάνει.

Κι ο έρωτας; Άδειο μπουκάλι που το πίνουμε
και γρατζουνάει το λαιμό.
Μυρίζει πεύκο ανοιγμένο
Δοσμένα χέρια και μια λαλιά

Παιδάκια παίζουν πάνω στη γύρη των κρίνων.
Κι οι κρίνοι γίνανε κέντρα ζωής.
Κοιτάς, βλέπεις, μυρίζεις, ζεις.

. .αλλά για να αγαπώ.
Και τι είναι αγάπη;
Τι είναι έρωτας;
Τι μοναξιά;
Μήπως είναι αρχαία τριλογία
που κατοικεί στο κέντρο του νου
και δε γνωρίζουμε παρά μόνο να συζητάμε;
Λόγια, λόγια, λόγια. Σιωπή! Να μην ακούγεται
η ψυχή που τάχα μάχεται γι’ αυτά

μα σιωπά.

ΜΕΛΕΤΕΣ

ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ:

Το Κυπριακό ζήτημα και ο νομικός πολιτισμός της Κύπρου
στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη

Στέργιος Τσακίρης
Μεταπτυχιακός φοιτητής της Νομικής Σχολής Αθηνών (ΕΚΠΑ),
αξιωματικός του Νομικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων, συγγραφέας

Δημοσιευμένο στο Νομικό περιοδικό «Ελληνική Δικαιοσύνη» της Ένωσης Δικαστών & Εισαγγελέων τ. 5 Σεπτ.-Οκτωβ. 2019

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η σχέση δικαίου και ποίησης εντάσσεται στη διεπιστημονική σύνδεση και προσέγγιση «δικαίου και λογοτεχνίας» (law and literature), καθώς και στη
σχέση δικαίου με άλλες μορφές τέχνης (πχ ζωγραφική, μουσική, θέατρο). Το δίκαιο και η ποίηση συνδέονται, επειδή διαθέτουν κοινά στοιχεία· είναι
δημιουργήματα της ανθρώπινης φαντασίας και ευφυΐας, βασίζονται στη γλώσσα, παρέχουν σχήμα ή δομή σε πλήθος καθημερινών φαινομένων, αντανακλούν και μετασχηματίζουν τον πολιτισμό από τον οποίο προέρχονται, προσφέροντας γνώση και κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης. Όμως, το δίκαιο δεν είναι ποίηση, αν και οι νομικοί μπορεί να είναι και ποιητές, και η ποίηση δεν είναι δίκαιο, παρόλο που οι ποιητές μπορεί να θεωρηθούν, κατά μια έννοια, ως νομοθέτες, σύμφωνα με το διάσημο στίχο του ποιητή Percy Shelley «Οι ποιητές είναι οι μη αναγνωρισμένοι νομοθέτες του κόσμου». Το δίκαιο βασίζεται περισσότερο στον ορθό λόγο, ενώ η ποίηση περισσότερο στη φαντασία και το συναίσθημα.
Πολλοί δικηγόροι και νομικοί υπήρξαν ποιητές, όπως οι γνωστοί Αμερικανοί Wallace Stevens, e.e. cummings και Archibald MacLeish. Οι Γερμανοί ποιητές Goethe, Schiller και Novallis σπούδασαν νομικά. Επίσης, πολλοί Έλληνες ποιητές σπούδασαν νομική ή και ασχολήθηκαν με τα νομικά, όπως οι Σολωμός, Ελύτης, Σεφέρης, Κλείτος Κύρου και Μαρία Καραγιάννη. Πολλοί ποιητές εμπνεύστηκαν από το δίκαιο στο έργο τους, όπως οι Chaucer, Shakespeare και Shelley. Σε πολλούς Έλληνες ποιητές είναι διάχυτη η ιδέα της δικαιοσύνης, αλλά και άλλες αρχές όπως της ελευθερίας, της εθνικής ανεξαρτησίας, της ισότητας, των κοινωνικών δικαιωμάτων, της ισότητας μεταξύ των φύλων. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Κάλβος, Σολωμός, Ελύτης, Σεφέρης, Βάρναλης, Ρίτσος και Ζωή Καρέλη.
Οι λέξεις και οι εκφράσεις του δικαίου αποτελούν προτάσεις ιδεών και κανόνων που αποκτούν νόημα μέσω της διάδρασης με τον εκάστοτε πολιτισμό. Σύμφωνα με τον W.H. Auden, «Το κρυφό δίκαιο δεν αρνείται τους νόμους μας της πιθανότητας, αλλά δέχεται το άτομο και το άστρο και τους ανθρώπους γι’ αυτό που είναι, και δεν απαντάει όταν λέμε ψέματα. Είναι ο μόνος λόγος που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να το κωδικοποιήσει, και οι λεκτικοί ορισμοί πολεμούν το κρυφό δίκαιο». Ο πολιτισμός ασκεί μεγάλη επιρροή στο δίκαιο. Στο ερώτημα αν το δίκαιο καθοδηγεί τον πολιτισμό ή αν ο πολιτισμός το δίκαιο, αρμόζει ότι συμβαίνουν ταυτόχρονα και τα δύο. Εξάλλου, ο πολιτισμός μιας κοινωνίας είναι θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητάς της. Μπορούμε, όμως, να γνωρίσουμε έναν πολιτισμό, μελετώντας τις δυνάμεις που τον διαμορφώνουν μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η ποίηση. Οι ποιητές εκφράζουν τα όνειρα, τα οράματα, τις ελπίδες, τις προσδοκίες και τις απογοητεύσεις του εκάστοτε πολιτισμού. Το έργο του ποιητή προσφέρει ορισμένα από τα στοιχεία του πολιτισμού, που αποτελούν τις αρχές ή τα βασικά στοιχεία που απασχολούν το δίκαιο. Συνεπώς, η μελέτη γενικά της τέχνης και της αισθητικής8 και ειδικότερα της ποίησης βοηθά στην κατανόησή τους, αλλά και του πολιτισμού εντός του οποίου εμφανίζονται και εξελίσσονται. Κατ’ επέκταση, βοηθά και στην κατανόηση του δικαίου.
Κάθε πολιτισμός δομείται από μια περίπλοκη μίξη δυνάμεων και φαινομένων, τα οποία συμβάλλουν στη δημιουργία και εξέλιξη του δικαίου. Το δίκαιο είναι μια συνεχής κατάσταση δράσης και αντίδρασης σε αυτά τα φαινόμενα, επιχειρώντας να δώσει νόημα και μορφή στους ανθρώπους μέσα στην περίπλοκη ανθρώπινη ζωή. Υπάρχουν φαινόμενα που συμβάλλουν σε αυτή την επίδραση, όπως η ιστορία, η παράδοση, η γλώσσα και η γεωγραφία, τα οποία αξίζουν μελέτης» για την περαιτέρω κατανόηση της πολύπλοκης διαδικασίας της δημιουργίας των νόμων, δηλαδή της παροχής τάξης και δομής σε μια κοινωνία. Η ποίηση ανήκει στα φαινόμενα που επηρεάζουν και
συμβάλλουν στη δημιουργία του δικαίου.
Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να παρουσιαστεί κατ’ αρχάς η σχέση δικαίου και ποίησης· οι ομοιότητες και οι διαφορές τους, τα κοινά τους στοιχεία, τα σημεία που διαφοροποιούν τον έναν κλάδο από τον άλλο, καθώς και η επιρροή που ασκεί το δίκαιο στην ποίηση, όπως και οι ενδεχόμενες επιρροές που δέχεται το δίκαιο από τον ποιητικό λόγο. Στη συνέχεια, θα παρουσιαστεί το Κυπριακό ζήτημα υπό το πρίσμα της ιστορίας και του νομικού πολιτισμού της Κύπρου. Έπειτα, θα σκιαγραφηθεί η ζωή και το έργο του Γιώργου Σεφέρη, ως νομικού, διπλωμάτη και ποιητή. Κατόπιν, θα επιχειρηθεί ανάλυση του Κυπριακού ζητήματος, του νομικού πολιτισμού της Κύπρου και της ιδέας της δικαιοσύνης όπως διαφαίνονται στα ποιήματα της συλλογής «Ημερολόγιο καταστρώματος, Γ’», που εκδόθηκε το 1955, και ειδικότερα στα ποιήματα «Ελένη», «Ο δαίμων της πορνείας» και «Σαλαμίνα της Κύπρος».

————————————–

Επίλογος- τελικά συμπεράσματα

Από όσα λοιπόν προεκτέθηκαν, καθίσταται σαφής η σύνδεση και η άμεση σχέση μεταξύ δικαίου και ποίησης, τα κοινά τους χαρακτηριστικά με πρωταρχικό και θεμελιώδες τη γλώσσα, στην οποία βασίζονται τόσο ο δικαιικός όσο και ο ποιητικός λόγος, καθώς και οι επιρροές που ασκεί και δέχεται ο ένας κλάδος από τον άλλον. Ειδικότερα, στην ποίηση του νομικού,
διπλωμάτη και βραβευμένου με Νόμπελ ποιητή Γιώργου Σεφέρη και δη στα ποιήματα της συλλογής του «Ημερολόγιο καταστρώματος, Γ» (1955), που γράφτηκαν και κυκλοφόρησαν σε λογοτεχνικά περιοδικά ή σε αυτοτελή τετρασέλιδα το επίμαχο διάστημα 1953- 1955, είναι εμφανής η επίδραση του δικαίου, της ιδέας της δικαιοσύνης και κυρίως των αρχών της αυτοδιάθεσης των λαών, της ελευθερίας και της εθνικής ανεξαρτησίας των αποικιοκρατούμενων Κυπρίων. Η αποκατάσταση των ιστορικών διαχρονικών αδικιών στο Κυπριακό ζήτημα παρίσταται όσο ποτέ άλλοτε αναγκαία στα εν λόγω ποιήματα, αλλά και σε άλλα σύγχρονα κείμενα του ποιητή (προσωπική αλληλογραφία και ημερολόγιο). Επιπλέον, εμφαίνεται και ο ενδιαφέρων κυπριακός νομικός πολιτισμός, καθώς και η ιστορία του τόπου και η κυπριακή διάλεκτος, ως τμήμα της ελληνικής γλώσσας, ιστορίας και πολιτισμού. Επομένως, από την ανάλυση που προηγήθηκε, συνάγεται η επιρροή της ποίησης από το δίκαιο, αλλά και από τον εκάστοτε νομικό πολιτισμό. Συνεπώς, η μελέτη της ποίησης είναι χρήσιμη και απαραίτητη για
το νομικό και ειδικά το συγκριτικολόγο, προκειμένου να κατανοήσει καλύτερα το δίκαιο του εξεταζόμενου πολιτισμού, του γιατί και πώς δημιουργήθηκαν οι συγκεκριμένοι κανόνες δικαίου και ποιες σταθμίσεις συμφερόντων έγιναν, ώστε να διαμορφωθεί τελικά το εν λόγω δίκαιο. Μέσω, λοιπόν, αυτής της μελέτης και σύγκρισης, επιτυγχάνεται η κατανόηση, κατ’ επέκταση, και του ίδιου του δικαίου εν γένει. Κατόπιν, λοιπόν, των ανωτέρω, στη ρητορική ερώτηση «Ποιος χρειάζεται το Συγκριτικό Δίκαιο;» η απάντηση φυσικά παρέλκει.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΚΩΝ ΔΡΑΠΕΤΗΣ (2013)

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

DIASTIXO 11/11/2013

Το ποίημα, πολύ πριν μας συστήσει τον εαυτό του και ίσως με κύρια πρόθεσή του εντέλει να το κάνει, παρουσιάζει την εικαστική απεικόνιση του τοπίου ως έμμεση απόδοση και ομολογία του έσω τόπου. Με μολύβι 3Β σκούρο σε πίνακα από κάρβουνο αποτυπώνεται η αγέλαστη πέτρα της καρδιάς, όπως αυτή σχεδιάζεται από το ποιητικό «εγώ», σε μια μάταιη όπως αποδεικνύεται προσπάθεια να δραπετεύσει από τους φρενήρεις της πόλεως ρυθμούς. Μόνο που και πάλι ο Αλεξανδρινός δικαιώνεται, καθώς «η πόλις το ακολουθεί» και πια η μοναξιά απλώς μετακομίζει και φυσικά μέσα στην ησυχία του χωριού γίνεται δυστυχώς ακόμα πιο εκκωφαντική.

Έτσι, λοιπόν, το ποίημα από τον έβδομο μόλις στίχο του αρχίζει με την πρωθύστερη εξαγγελία του τέλους. Ήδη βρισκόμαστε στο τέλος, αυτό απ’ το οποίο εκκινεί η αφήγηση. Και εξηγούμαι: ο επίλογος της πενθήμερης άδειας αποδεικνύεται απελπιστικός. Αδίκως και ματαίως να προσπαθείαπό τη μοναξιά να φύγει. Αυτή ξοπίσω του επίμονα να του υπενθυμίζει πως άλλοι, οι πάντα Άλλοι, φταίνε. Μία ευθύνη αδυσώπητη, εφόσον άνομοι κριτές ληστεύουν τόσα χρόνια τη ζωή και τώρα φαίνεται πως βάζουν χέρι ακόμη και στα όνειρά του. Το βουκολικό τοπίο της ησυχίας, της ανάπαυσης και της ανάρρωσης καθόλου δεν χαρίζει όσα εκ πρώτης όψεως υπόσχεται. Για όλα ο κόπος είναι η προϋπόθεση. Καμία χάρη συνεπώς στους μόνους κι αβοήθητους. Γι’ αυτό μία αόρατη δικαιοσύνη θα ’ρθει να σπλαχνιστεί τα πλάσματα του Θεού, μια αόρατη νομοτέλεια θα γύρει «τη ζυγαριά προς την καλοκαιρινή νύχτα της εξόδου» εκδιώκοντας τους άνομους. Μόνο που μαζί με αυτούς θα εκδιωχτούν και οι κατατρεγμένοι:

Βράδυ θα φύγετε,
βράδυ θα φύγουμε.

Το ποιητικό «εγώ» οραματίζεται την ώρα της εξόδου σε νύχτα καλοκαιριού, όπως ο κλέφτης. Μόνο που η μνήμη δεν θα έχει μαζί της τίποτα για να πάρει, κι όλες οι αναπολήσεις θα έχουν παντελώς ακυρωθεί, καθιστώντας μακρινή ανάμνηση εκείνα «τα βροχερά απογεύματα/ στη ζεστασιά της κόγχης σου,/ ανάβοντας το τελευταίο τσιγάρο/ πίνοντας λίγο καφέ/ ακούγοντας αγαπημένες μελωδίες».

Κι όταν ο ποιητής μένει άδειος και κενός, ενώπιος ενωπίω με τη μοναξιά του, τότε γυρίζει πίσω του και στρέφεται στους ανομολόγητους έρωτες, στους επιστήθιους φίλους και στους συντρόφους. Από αυτούς θαρρείς και αναζητά να πάρει δύναμη, προκειμένου να σταθεί μπροστά στον αρχηγό της σπείρας, για να απολογηθεί για όλες τις οπισθοχωρήσεις της ζωής του, για όλα τα «δεν» στα οποία υπέπεσε. Στον αρχηγό της σπείρας; Υπάρχει σπείρα και έχει και αρχηγό; Και ενώπιόν του θα σταθεί; Μα εδώ έχουμε απλώς κάτι ελάχιστα, ανάξια λόγου «δεν». Σιγά την αμαρτία! Αμαρτία; Μα φυσικά, τα «δεν» πρόσφατες έγκυρες μελέτες τα κατατάσσουν πλέον στα αμαρτήματα, ούτε καν στα ολισθήματα, αμαρτήματα για εκείνους που δίστασαν και που δεν τόλμησαν και δεν διέσχισαν και δεν φόρεσαν και δεν χάρισαν θάλασσες, αρώματα, φιλιά και ονόματα. Ο Καββαδίας στο ποίημα «Γυναίκα», από τη συλλογή Τραβέρσο που κυκλοφόρησε το 1975, δίνει την πλέον τολμηρή αλλά και τόσο αληθινή άποψή του για την αμαρτία. Θα πει λοιπόν: «Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει», δηλώνοντας ουσιαστικά πως αμαρτία εντέλει είναι η άρνησή μας να δοθούμε ολοκληρωτικά στις χαρές της ζωής, στάση που προκύπτει από τον φόβο μας, κάνοντας λάθη, να εκτεθούμε. Αμαρτία λοιπόν για τον Καββαδία δεν είναι παρά ο φόβος να αμαρτήσουμε, φόβος που μας στερεί κάποτε και την ίδια τη μέθη της ζωής. Ενώ εννέα ποιήματα παρακάτω, στη «Σπουδή θαλάσσης», δίνοντας μιαν άλλη προέκταση του ίδιου φόβου, δηλώνει ότι το μόνο αμάρτημα τελικά είναι η ντροπή, υπαινισσόμενος και πάλι την ντροπή που προκαλεί η γνωστοποίηση των αμαρτημάτων μας. Κάτι ανάλογο μοιάζει να μας λέει και ο δραπέτης μας. Πως δηλαδή για όλα τα οφειλόμενα που δεν τα αποδώσαμε στους φυσικούς παραλήπτες τους, θα έρθει η μέρα κάποτε να απολογηθούμε, η μέρα που θα μας ζητηθεί να απολογηθούμε. Ίσως και όλα αυτά τα «δεν» να ευθύνονται για τον μεγάλο εγκλεισμό στο μικρό δωμάτιο, όπου ο απόηχος των κλητικών προσφωνήσεων, ως ύστατη ενθύμηση της στιγμής των αναχωρήσεων, της μεταιχμιακής στιγμής ανάμεσα στο είναι και στο δεν είναι, δεν υπαινίσσεται τίποτε άλλο παρά τη βίαιη μετάβαση από τον ήχο στη σιωπή. Αυτά στην «Προετοιμασία».

Στην «Πληγή δωματίου», το ποιητικό εγώ μοιάζει να παίρνει θάρρος και τελικά να στέκεται μπροστά στον αρχηγό της σπείρας, μόνο που αυτός σαν να μην είναι αυτός που εκ πρώτης όψεως περιμέναμε. Συγκεκριμένα, δεν είναι κάποιος άλλος, και κυρίως δεν είναι κανένας Άλλος, εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Αποκαλύπτεται λοιπόν ο βασικός υπαίτιος – ο αυτουργός και πρωταγωνιστής της μόνωσης μες στο δωμάτιο-κελί. Εδώ ο τόπος είναι κλειστός, περίκλειστος θα λέγαμε, και η διάγνωση μοιάζει ταυτόσημη με ομολογία. «ΕΓΩ:/ ο αβέλτερος βασανιστής/ του εαυτού μου/ που δεν ανοίγομαι σε άνθρωπο/ κλεισμένος στον γυάλινο πύργο της μοναξιάς/ ανάμεσα στ’ αψηλά τείχη/ της απομόνωσης, της αποξένωσης…»

Θαρρείς και απολογείται ή κάποτε ακόμα και οικτίρει τον εαυτό του για την ενδιαμέσως άλλων ζωή που έχει επιλέξει, για την αδυναμία να ορθώσει ανάστημα βίου προσωπικού και αυθύπαρκτου. Επιλέγοντας συνεπώς μιαν εξ αντανακλάσεως ζωή, μια μ’ άλλα λόγια μη ζωή, ουσιαστικά στοχάζεται και αυτοβασανίζεται και ξημεροβραδιάζεται στη μόνωση μέσα ενός κόσμου που του παρέχει εικόνες εκ του ασφαλούς, καθιστώντας τον ίδιο θεατή σε αίθουσα σκοτεινή να βλέπει την παρέλαση προσώπων που θαύμασε κάποτε και να αφουγκράζεται μυθιστορίες λαών που όμως δεν ήταν ποτέ ο δικός του λαός.

Ξεχασμένος, αφημένος συνειδητά, αλλά κάποτε και εκούσια ναρκωμένος, μας μιλά μέσα από την ετήσια αφασία, στην οποία επέλεξε ο ίδιος να περιέλθει, ζώντας ωστόσο διαρκώς σε μιαν εμπόλεμη κατάσταση. Τον μάχονται συνεπώς τα όνειρα που τα άφησε όνειρα να μείνουν, οι επιθυμίες και οι μνήμες, μνήμες όμως όχι ενός παρελθόντος βιωμένου, αλλά απωθημένου και στερημένου από χυμούς ζωής και δράσης. Απευθύνεται τότε ως ύστατη παράκληση και έκκληση στον Θεό, τον οποίο σαν να τον επιπλήττει για την εσκεμμένη αδιαφορία για όλα τα πλάσματά του.

Και Συ, Θεέ μου, μην κάνεις πως με ξεχνάς.

Απευθύνεται και στους ανθρώπους ζητώντας τους έστω αυτοί να επέμβουν.

Και Σεις, Άνθρωποι, τους φαύλους μου
τους κύκλους
ας ταράσσετε.

Και τότε είναι η στιγμή που λαμβάνεται η μεγάλη απόφαση, η ώρα που λες και αφυπνίζεται απ’ την ετήσια νάρκη του. Σαν να παίρνει μπρος ή αλλιώς σαν να παίρνει τα απομεινάρια της μέσα ζωής στα χέρια του και προσκαλεί τους φίλους να επιβιβαστούν στο μισοχαλασμένο του όχημα «κι ας είναι κάπου/ κάποτε/ γκρινιάρα/ λίγο η μέρα». Ο δεκαπεντασύλλαβος αυτός που εμφιλοχωρεί στην αφήγηση είναι θαρρείς η τελευταία απόπειρα του ποιητικού υποκειμένου να τραγουδήσει τη ζωή δίνοντας ρυθμό στην εκκίνηση, μέτρο και τραγούδι στην αναχώρηση που πραγματοποιείται μες στο κλειστό δωμάτιο, ευελπιστώντας να το αφήσει μια για πάντα πίσω του. Εκείνος θα φύγει, αποφασίζει να φύγει, θα αφήσει όμως πίσω του τα λόγια του αποχωρισμού, αυτά που δεν αντέχονται και που συγχέονται μέσα του, τα ατέλειωτα λόγια του αποχωρισμού, τα κλειδαμπαρωμένα για καλά μες στο δωμάτιο της ψυχής. Η εκκίνηση κι η αναχώρηση που πραγματοποιείται στου διαμερίσματος τα τέσσερα ντουβάρια δεν είναι παρά η απόφαση-πρόκληση να ανθίσει ξανά μες στην ψυχή –κι ας είναι φρούδα– η ελπίδα. Ο δραπέτης μας μοιάζει να αναρωτιέται. Τι θα ήταν προτιμότερο να κάνει;

Να αποχωριστεί τους αποχωρισμούς και τις αναχωρήσεις ή μήπως να παραμείνει στο δωμάτιο με τις αποσκευές στο πλάι του κλειστές, ζώντας το αέναο δίλημμα της ύπαρξης να απαντήσει με θάρρος στον εαυτό της.Μόλις έφτασα ή μήπως μόλις φεύγω;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

 

καβαφησ - 0001

 

καβαφησ - 0002

 

 

 

ΤΕΙΧΗ (1897)

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

 

 

ΚΕΡΙΑ (1899)

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μιά σειρά κεράκια αναμένα –
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

 

Η ΨΥΧΕΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ (1901)

Μες στα παληά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων η ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι η πτωχές
και πως βαρυούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.
Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε
η σαστισμένες κι αντιφατικές
ψυχές, που κάθονται -κωμικοτραγικές-
μες στα παληά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

 

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ (1903)

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ’ ίσοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.
Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ (1904)

-Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.

-Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαριούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

-Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.

 

ΦΩΝΕΣ (1904)

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πέθαναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας –
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.

 

ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ (1904)

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά —
έτσ’ οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

 

ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ (1908)

Την μιά μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι –
οι όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Αυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.

 

Η ΠΟΛΙΣ (1910)

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη απ’ αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου -σαν νεκρός- θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούργιους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

 

 

ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ (1911)

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακούσθει
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –
την τύχη σου που ενδίδει πιά, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μιά τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

 

 

ΙΘΑΚΗ (1911)

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

 

 

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ (1912)

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με —
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται….

 

ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ (1913)

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την,
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

 

 

ΕΠΗΓΑ (1913)

Δεν εδεσμεύθηκα. Τελείως αφέθηκα κ’ επήγα.
Στες απολαύσεις, που μισό πραγματικές,
μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν,
επήγα μες στην φωτισμένη νύχτα.
Κ’ ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς
που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής.

 

ΜΑΚΡΥΑ (1914)

Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πώ…
Μα έτσι εσβύσθη πια… σαν τίποτε δεν απομένει –
γιατί μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.

Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί…
Εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν; – η βραδυά…
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια· ήσαν, θαρρώ, μαβιά…
Α ναι, μαβιά· ένα περίφημο μαβί.

 

ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΠΡΩΪΟΥ (1915)

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωϊού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.

Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)·
κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.

 

 

ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ (1915)

Την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ.
Μα της συνθέσεως μ’ αποθαρρύνει σήμερα η βραδύτης.
Η μέρα μ’ επηρέασε. Η μορφή της
όλο και σκοτεινιάζει. Ολο φυσά και βρέχει.
Πιότερο επιθυμώ να δω παρά να πω.
Στη ζωγραφιάν αυτή κυττάζω τώρα
ένα ωραίο αγόρι που σιμά στη βρύσι
επλάγιασεν, αφού θ’ απέκαμε να τρέχει.
Τι ωραίο παιδί· τι θείο μεσημέρι το έχει
παρμένο πια για να το αποκοιμίσει.-
Κάθομαι και κυττάζω έτσι πολλήν ώρα.
Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ΄την δούλεψή της.

 

ΟΤΑΝ ΔΙΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ (1916)

Προσπάθησε να τα φυλάξεις, ποιητή,
όσο κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται.
Του ερωτισμού σου τα οράματα.
Βάλ’ τα, μισοκρυμμένα, μες τες φράσεις σου.
Προσπάθησε να τα κρατήσεις, ποιητή,
όταν διεγείρονται μες το μυαλό σου
την νύχτα, ή μες την λάμψι του μεσημεριού.

 

ΠΕΡΑΣΜΑ (1917)

Εκείνα που δειλά φαντάσθη μαθητής, είν’ ανοιχτά,
φανερωμένα εμπρός του. Και γυρνά, και ξενυχτά,
και παρασύρεται. Κι ως είναι (για την τέχνη μας) σωστό,
το αίμα του, καινούριο και ζεστό,
η ηδονή το χαίρεται. Το σώμα του νικά
έκνομη ερωτική μέθη· και τα νεανικά
μέλη ενδίδουνε σ’ αυτήν.
Κ’ έτσι ένα παιδί απλό
γένεται άξιο να το δούμε, κι απ’ τον Υψηλό
της Ποιήσεως Κόσμο μια στιγμή περνά κι αυτό –
το αισθητικό παιδί με το αίμα του καινούριο και ζεστό.

 

ΕΝ ΕΣΠΕΡΑ (1917)

Πάντως δε θα διαρκούσανε πολύ. Η πείρα
των χρόνων με το δείχνει. Αλλ’ όμως κάπως βιαστικά
ήλθε και τα σταμάτησεν η Μοίρα.
Ήτανε σύντομος ο ωραίος βίος.
Αλλά τι δυνατά που ήσαν τα μύρα,
σε τι εξαίσια κλίνην επλαγιάσαμε,
σε τι ηδονή τα σώματά μας δώσαμε.

Μια απήχησις των ημερών της ηδονής,
μια απήχησις των ημερών κοντά μου ήλθε,
κάτι απ’ της νεότητός μας των δυονώ την πύρα·
στα χέρια μου ένα γράμμα ξαναπήρα,
και διάβαζα πάλι και πάλι ως που έλειψε το φως.
Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά-
βγήκα ν’ αλλάξω σκέψεις βλέποντας τουλάχιστον
ολίγη αγαπημένη πολιτεία,
ολίγη κίνησι του δρόμου και των μαγαζιών.

ΗΔΟΝΗ (1917)

Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών
που ηύρα και που κράτηξα την ηδονή ως την ήθελα.
Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα, που αποστράφηκα
την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας.

 

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1903 (1917)

Δεν τα ηύρα πια ξανά – τα τόσο γρήγορα χαμένα…
τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό
το πρόσωπο… στο νύχτωμα του δρόμου…

Δεν τα ηύρα πια – τ’ αποκτηθέντα κατά τύχην όλως,
που έτσι εύκολα παραίτησα
και που κατόπιν με αγωνίαν ήθελα.
Τα ποιητικά τα μάτια, το χλωμό το πρόσωπο,
τα χείλη εκείνα δεν τα ηύρα πια.

 

 

ΘΥΜΗΣΟΥ, ΣΩΜΑ… (1918)

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στη φωνή — και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

 

ΝΟΗΣΙΣ (1918)

Τα χρόνια της νεότητός μου, ο ηδονικός μου βίος —
πώς βλέπω τώρα καθαρά το νόημά των.

Τι μεταμέλειες περιττές, τι μάταιες….

Αλλά δεν έβλεπα το νόημα τότε.

Μέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο
μορφόνονταν βουλές της ποιήσεώς μου,
σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή.

Γι’ αυτό κ’ η μεταμέλειες σταθερές ποτέ δεν ήσαν.
Κ’ η αποφάσεις μου να κρατηθώ, ν’ αλλάξω
διαρκούσαν δύο εβδομάδες το πολύ.

 

ΑΠ’ ΤΕΣ ΕΝΝΙΑ (1918)

Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθησα εδώ. Καθόμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμησε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή – τι τολμηρή ηδονή!
Κ’ επίσης μ’ έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ’ έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πως πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πως πέρασαν τα χρόνια.

 

Ο ΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ (1919)

Την κάμαρην αυτή, πόσο καλά την ξέρω.
Τώρα νοικιάζονται κι αυτή κ’ η πλαγινή
για εμπορικά γραφεία. Όλο το σπίτι έγινε
γραφεία μεσιτών, κ’ εμπόρων, κ’ Εταιρείες.

Ά η κάμαρη αυτή, τι γνώριμη που είναι.
Κοντά στην πόρτα εδώ ήταν ο καναπές,
κ’ εμπρός του ένα τούρκικο χαλί·
σιμά το ράφι με δυο βάζα κίτρινα.
Δεξιά· όχι, αντικρύ, ένα ντολάπι με καθρέφτη.
Στη μέση το τραπέζι όπου έγραφε·
κ’ οι τρεις μεγάλες ψάθινες καρέγλες.
Πλάϊ στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι
που αγαπηθήκαμε τόσες φορές.

Θα βρίσκονται ακόμη τα καϋμένα πουθενά.

Πλάϊ στο παράθυρο ήταν το κρεββάτι·
ο ήλιος του απογεύματος τώφθανε ως τα μισά.

… Απόγευμα η ώρα τέσσερες, είχαμε χωρισθεί
για μια εβδομάδα μόνο… Αλλοίμονον,
η εβδομάς εκείνη έγινε παντοτινή.

 

ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ (1919)

Η ώρα μια την νύχτα θάτανε,
ή μιάμισυ.

Σε μια γωνιά του καπηλειού·
πίσω απ’ το ξύλινο το χώρισμα.
Εκτός ημών των δυό το μαγαζί όλως διόλου άδειο.
Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε.
Κοιμούντανε, στην πόρτα, ο αγρυπνισμένος υπηρέτης.

Δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μα κιόλας
είχαμε εξαφθεί τόσο πολύ,
που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις.

Τα ενδύματα μισανοίχθησαν – πολλά δεν ήσαν
γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.

Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα
στα μισανοιγμένα ενδύματα·
γρήγορο σάρκας γύμνωμα – που το ίνδαλμά του
είκοσι έξη χρόνους διάβηκε· και τώρα ήλθε
να μείνει μες στην ποίησιν αυτή.

 

ΓΙΑ ΝΑΡΘΟΥΝ- (1920)

Ένα κερί αρκεί. Το φως του το αμυδρό
αρμόζει πιο καλά, θάναι πιο συμπαθές
σαν έρθουν της Αγάπης, σαν έρθουν η Σκιές.

Ένα κερί αρκεί. Η κάμαρη απόψι
να μη έχει φως πολύ. Μέσα στην ρέμβην όλως
και την υποβολή, και με το λίγο φως –
μέσα στην ρέμβην έτσι θα οραματισθώ
για νάρθουν της Αγάπης, για νάρθουν η Σκιές.

 

ΕΚΟΜΙΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ (1921)

Κάθομαι και ρεμβάζω. Επιθυμίες κ’ αισθήσεις
εκόμισα εις την Τέχνην – κάτι μισοειδωμένα,
πρόσωπα ή γραμμές· ερώτων ατελών
κάτι αβέβαιες μνήμες. Ας αφεθώ σ’ αυτήν.
Ξέρει να σχηματίσει Μορφήν της Καλλονής·
σχεδόν ανεπαισθήτως τον βίον συμπληρούσα,
συνδυάζουσα εντυπώσεις, συνδυάζουσα τες μέρες.

 

 

Σ’ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΛΙΟ  (1922)

Σ’ ένα βιβλίο παληό -περίπου εκατό ετών-
ανάμεσα στα φύλλα του λησμονημένη,
ηύρα μιάν υδατογραφία άνευ υπογραφής.
Θάταν το έργον καλλιτέχνου λίαν δυνατού.
Έφερ’ ως τίτλον, «Παρουσίασις του Έρωτος».

Πλήν μάλλον ήρμοζε, «- του έρωτος των άκρως αισθητών».

Γιατί ήταν φανερό σαν έβλεπες το έργον
(εύκολα νοιώθονταν η ιδέα του καλλιτέχνου)
που για όσους αγαπούνε κάπως υγιεινά,
μες στ’ οπωσδήποτε επιτετραμμένον μένοντες,
δεν ήταν προωρισμένος ο έφηβος
της ζωγραφιάς – με καστανά, βαθύχροα μάτια·
με του προσώπου του την εκλεκτή εμορφιά,
την εμορφιά των ανωμάλων έλξεων·
με τα ιδεώδη χείλη του που φέρνουνε
την ηδονή εις αγαπημένο σώμα·
με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα για κρεββάτια
που αναίσχυντα τ’ αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική.

 

ΕΝ ΑΠΟΓΝΩΣΕΙ (1923)

Τον έχασ’ εντελώς. Και τώρα πια ζητεί
στα χείλη καθενός καινούριου εραστή
τα χείλη τα δικά του· στην ένωσι με κάθε
καινούριον εραστή ζητεί να πλανηθεί
πως είναι ο ίδιος νέος, πως δίδεται σ’ εκείνον.

Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Γιατί ήθελε -είπ’ εκείνος- ήθελε να σωθεί
απ’ την στιγματισμένη, την νοσηρά ηδονή·
απ’ την στιγματισμένη, του αίσχους ηδονή.
Ήταν καιρός ακόμη- ως είπε- να σωθεί.

Τον έχασ’ εντελώς, σαν να μη υπήρχε καν.
Από την φαντασίαν, από τες παραισθήσεις
στα χείλη άλλων νέων τα χείλη του ζητεί·
γυρεύει να αισθανθεί ξανά τον έρωτά του.

 

ΠΡΙΝ ΤΟΥΣ ΑΛΛΑΞΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ (1924)

Λυπήθηκαν μεγάλως στον αποχωρισμό των.
Δεν τόθελαν αυτοί· ήταν η περιστάσεις.
Βιοτικές ανάγκες εκάμνανε τον ένα
να φύγει μακρυά- Νέα Υόρκη ή Καναδά.
Η αγάπη των βεβαίως δεν ήταν ίδια ως πριν·
είχεν ελαττωθεί η έλξις βαθμηδόν,
είχεν ελαττωθεί η έλξις της πολύ.
Όμως να χωρισθούν, δεν τόθελαν αυτοί.
Ήταν η περιστάσεις.- Ή μήπως καλλιτέχνις
εφάνηκεν η Τύχη χωρίζοντάς τους τώρα
πριν σβύσει το αίσθημά των, πριν τους αλλάξει ο Χρόνος·
ο ένας για τον άλλον θα είναι ως να μένει πάντα
των είκοσι τεσσάρων ετών τ’ ωραίο παιδί.

 

ΣΤΟ ΠΛΗΚΤΙΚΟ ΧΩΡΙΟ (1925)

Στο πληκτικό χωριό που εργάζεται –
υπάλληλος σ’ ένα κατάστημα
εμπορικό· νεότατος – και που αναμένει
ακόμη δυο τρεις μήνες να περάσουν,
ακόμη δυο τρεις μήνες για να λιγοστέψουν οι δουλειές,
κ’ έτσι να μεταβεί στην πόλιν να ριχθεί
στην κίνησι και στην διασκέδασιν ευθύς·
στο πληκτικό χωριό όπου αναμένει –
έπεσε στο κρεββάτι απόψι ερωτοπαθής,
όλ’ η νεότης του στον σαρκικό πόθο αναμένη,
εις έντασιν ωραίαν όλ’ η ωραία νεότης του.
Και μες στον ύπνον η ηδονή προσήλθε· μέσα
στον ύπνο βλέπει κ’ έχει την μορφή, την σάρκα που ήθελε…

 

ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΚΑΠΗΛΕΙΑ (1926)

Μέσα στα καπηλειά και τα χαμαιτυπεία
της Βηρυτού κυλιέμαι. Δεν ήθελα να μένω
στην Αλεξάνδρεια εγώ. Μ’ άφισεν ο Ταμίδης·
κ’ επήγε με του Επάρχου τον υιό για ν’ αποκτήσει
μια έπαυλι στον Νείλο, ένα μέγαρον στην πόλιν.
Δεν έκανε να μένω στην Αλεξάνδρεια εγώ.-
Μέσα στα καπηλειά και τα χαμαιτυπεία
της Βηρυτού κυλιέμαι. Μες σ’ ευτελή κραιπάλη
διάγω ποταπώς. Το μόνο που με σώζει
σαν εμορφιά διαρκής, σαν άρωμα που επάνω
στην σάρκα μου έχει μείνει, είναι που είχα δυο χρόνια
δικό μου τον Ταμίδη, τον πιο εξαίσιο νέο,
δικό μου όχι για σπίτι ή για έπαυλι στον Νείλο.

 

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1896 (1927)

Εξευτελίσθη πλήρως. Μια ερωτική ροπή του
λίαν απαγορευμένη και περιφρονημένη
(έμφυτη μολοντούτο) υπήρξεν η αιτία:
ήταν η κοινωνία σεμνότυφη πολύ.
Έχασε βαθμηδόν το λιγοστό του χρήμα·
κατόπι τη σειρά, και την υπόληψί του.
Πλησίαζε τα τριάντα χωρίς ποτέ έναν χρόνο
να βγάλει σε δουλειά, τουλάχιστον γνωστή.
Ενίοτε τα έξοδά του τα κέρδιζεν από
μεσολαβήσεις που θεωρούνται ντροπιασμένες.
Κατήντησ’ ένας τύπος που αν σ’ έβλεπαν μαζύ του
συχνά, ήταν πιθανόν μεγάλως να εκτεθείς.

Αλλ’ όχι μόνον τούτα. Δεν θάτανε σωστό.
Αξίζει παραπάνω της εμορφιάς του η μνήμη.
Μια άποψις άλλη υπάρχει που αν ιδωθεί από αυτήν
φαντάζει, συμπαθής· φαντάζει, απλό και γνήσιο
του έρωτος παιδί, που άνω απ’ την τιμή,
και την υπόληψί του έθεσε ανεξετάστως
της καθαρής σαρκός του την καθαρή ηδονή.

Απ’ την υπόληψί του; Μα η κοινωνία που ήταν
σεμνότυφη πολύ συσχέτιζε κουτά.

 

ΕΙΚΩΝ ΕΙΚΟΣΙΤΡΙΕΤΟΥΣ ΝΕΟΥ ΚΑΜΩΜΕΝΗ
ΑΠΟ ΦΙΛΟΝ ΤΟΥ ΟΜΗΛΙΚΑ, ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΗΝ (1928)

Τελείωσε την εικόνα χθες μεσημέρι. Τώρα
λεπτομερώς την βλέπει. Τον έκαμε με γκρίζο
ρούχο ξεκουμπωμένο, γκρίζο βαθύ· χωρίς
γελέκι και κραβάτα. Μ’ ένα τριανταφυλλί
πουκάμισο· ανοιγμένο, για να φανεί και κάτι
από την εμορφιά του στήθους, του λαιμού.
Το μέτωπο δεξιά ολόκληρο σχεδόν
σκεπάζουν τα μαλλιά του, τα ωραία του μαλλιά
(ως είναι η χτενισιά που προτιμά εφέτος).
Υπάρχει ο τόνος πλήρως ο ηδονιστικός
που θέλησε να βάλει σαν έκανε τα μάτια,
σαν έκανε τα χείλη… Το στόμα του, τα χείλη
που για εκπληρώσεις είναι ερωτισμού εκλεκτού.

ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΧΩΡΟ (1929)

Οικίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας
που βλέπω κι όπου περπατώ· χρόνια και χρόνια.

Σε δημιούργησα μες σε χαρά και μες σε λύπες:
με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα.

Κ’ αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο, για μένα.

Ο ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ (1930)

Το πλούσιο σπίτι είχε στην είσοδο
έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό·
τουλάχιστον προ ογδόντα ετών αγορασμένο.

Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σε ράπτη
(τες Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής),
στέκονταν μ’ ένα δέμα. Το παρέδοσε
σε κάποιον του σπιτιού, κι αυτός το πήγε μέσα
να φέρει την απόδειξι. Ο υπάλληλος του ράπτη
έμεινε μόνος, και περίμενε.
Πλησίασε στον καθρέπτη και κυττάζονταν
κ’ έσιαζε την κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά
του φέραν την απόδειξι. Την πήρε κ’ έφυγε.

Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει,
κατά την ύπαρξίν του την πολυετή,
χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα·
μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,
κ’ επαίρονταν που είχε δεχθεί επάνω του
την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.

Σε δημιούργησα μες σε χαρά και μες σε λύπες:
με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα.
Κ’ αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο, για μένα.

 

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908 (1932)

Τον χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά·
και συνεπώς ζούσεν απ’ τα χαρτιά,
από το τάβλι, και τα δανεικά.

Μια θέσις, τριώ λιρών τον μήνα, σε μικρό
χαρτοπωλείον του είχε προσφερθεί.
Μα την αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό.
Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόν,
νέον με γράμματ’ αρκετά, και είκοσι πέντ’ ετών.

Δυο, τρία σελίνια την ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε.
Από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει το παιδί,
στα καφενεία της σειράς του, τα λαϊκά,
όσο κι αν έπαιζ’ έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς.
Τα δανεικά, αυτά δα ήσαν κ’ ήσαν.
Σπάνια το τάλληρο εύρισκε, το πιο συχνά μισό,
κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι.

Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ,
σαν γλύτωνεν απ’ το φρικτό ξενύχτι,
δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι το πρωϊ.

Τα ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.
Μια φορεσιά την ίδια πάντοτ’ έβαζε, μια φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά.

Ά μέρες του καλοκαιριού του εννιακόσια οκτώ,
απ’ το είδωμά σας, καλαισθητικά,
έλειψ’ η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά.

Το είδωμά σας τον εφύλαξε
όταν που τάβγαζε, που τάριχνε από πάνω του,
τ’ ανάξια ρούχα, και τα μπαλωμένα εσώρουχα.
Κ’ έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα.
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τα μαλλιά του·
τα μέλη του ηλιοκαμένα λίγο
από την γύμνια του πρωϊού στα μπάνια, και στην παραλία.

ΚΡΥΜΜΕΝΑ

 

ΟΙ ΤΕΣΣΑΡΕΣ ΤΟΙΧΟΙ ΤΗΣ ΚΑΜΑΡΑΣ ΜΟΥ (1893)

…………………………………………………..
Το ξέρω πούναι όλα φτωχικά,
και που τους έπρεπαν στολίδια άλλα
τους φίλους μου, πλέον αρχοντικά
και περισσότερα, και πιο μεγάλα.

Αλλά αυτά τα λόγια τι θα ‘πουν;
Έχουν οι τοίχοι μου πιο καλούς τρόπους·
και για τα δώρα μου δεν μ’ αγαπούν.
Εκείνοι δεν ομοιάζουν τους ανθρώπους.

Έπειτα ξέρουν μόνο μια στιγμή
πως θα κρατήσουνε τα πράγματά μου
κ’ εμένα. Η χαρές μου κ’ οι καημοί
και κάθε τι που έχω εδώ χάμου

γρήγορα θα περάσουν. Οι γεροί
τοίχοι για τέτοια δώρ’ αδιαφορούνε.
Είναι μακρόβιοι κι απ’ την μικρή
ζωή μου τίποτε δεν απαιτούνε.

 

ΕΠΙΤΑΦΙΟΝ (1893)

Ξένε, παρά τον Γάγγην κείμαι Σάμιος
ανήρ. Επί της τρισβαρβάρου ταύτης γης
έζησα βίον άλγους, μόχθου, κ’ οιμωγής.
Ο τάφος ούτος ο παραποτάμιος

κλείει δεινά πολλά. Πόθος ακήρατος
χρυσού εις εμπορίας μ’ ώθησ’ εναγείς.
Εις ινδικήν ακτήν μ’ έρριψ’ η καταιγίς
και δούλος επωλήθην. Μέχρι γήρατος

κατεκοπίασα, ειργάσθην απνευστί –
φωνής ελλάδος στερηθείς, και των οχθών
μακράν της Σάμου. Όθεν νυν ουδέν φρικτόν

πάσχω, κ’ εις άδην δεν πορεύομαι πενθών.
Εκεί θα είμαι μετά των συμπολιτών.
Και του λοιπού θα ομιλώ ελληνιστί.

 

ΤΡΟΜΟΣ (1894)

Την νύκτα, Δέσποτα Χριστέ μου,
τον νου και την ψυχή μου φύλαττέ μου
σαν γύρω μου αρχινούν και περπατούνε
Όντα και Πράγματα που όνομα δεν έχουν
και τ’ άσαρκα ποδάρια των στην κάμαρή μου τρέχουν
και κάμνουν στο κρεββάτι μου κύκλο για να με διούνε –
και με κοιτάζουν σαν να με γνωρίζουν
σαν να καγχάζουν άφωνα που τώρα με φοβίζουν.

Το ξέρω, ναι, με καρτερούνε
σαν βδελυρούς καιρούς να μελετούνε
οπόταν ίσως σέρνομουν μαζί των – μες στο σκότος
με τα όντα και τα πράγματα αυτά ανακατευμένος.
Κι αποφρενιάζουν ο καιρός να ξαναρθεί ο πρώτος.
Μα δεν θα νάρθη πια ποτέ· γιατί είμαι εγώ σωμένος,
εις του Χριστού τ’ όνομα βαπτισμένος.

Τρέμω σαν αισθανθώ το βράδυ
σαν νοιώσω που μες στο βαθύ σκοτάδι
επάνω μου είναι μάτια καρφωμένα…
Κρύψε με από την όρασί των Δέσποτά μου.

Και σαν μιλούν ή τρίζουνε, μη αφίσεις ως τ’ αυτιά μου
κανέν’ από τα λόγια των να ‘ρθή τα αφορεσμένα,
μην τύχη και μες στην ψυχή μου φέρουν
καμμιά φρικώδη ανάμνησι απ’ τα κρυφά που ξέρουν.

 

ΣΥΓΧΥΣΙΣ (1896)

Είν’ η ψυχή μου εν τω μέσω της νυκτός
συγκεχυμένη και παράλυτος. Εκτός,
εκτός αυτής γίνεται η ζωή της.
Και περιμένει την απίθανον ηώ.
Και περιμένω, φθείρομαι, και ανιώ
κ’ εγώ εντός της ή μαζί της.

 

ΠΡΟΣΘΕΣΙΣ (1897)

Αν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω.
Πλην ένα πράγμα με χαράν στο νου μου πάντα βάζω –
που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμ’ εγώ εκεί
απ’ ταις πολλές μονάδες μια. Μες στ’ ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.

 

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ (1899)

Αφανισθήκαμεν εκεί στην Σαλαμίνα.
Οά, οά, οά, οά, οά, οά, να λέμε.
Δικά μας είναι τα Εκβάτανα, τα Σούσα,
και η Περσέπολις – οι πιο ωραίοι τόποι.
Τι εγυρεύαμεν εκεί στην Σαλαμίνα
στόλους να κουβανούμε και να ναυμαχούμε.
Τώρα θα πάμε πίσω στα Εκβάτανά μας,
θα πάμε στην Περσέπολί μας, και στα Σούσα.
Θα πάμε, πλην σαν πρώτα δεν θα τα χαρούμε.
Οτοτοτοί, οτοτοτοί· η ναυμαχία
αυτή γιατί να γένεται και ν’ απαιτείται.
Οτοτοτοί, οτοτοτοί· γιατί να πρέπει
να σηκωνόμεθα, να παραιτούμεν όλα,
κ’ εκεί να πιαίνουμε να ναυμαχούμε αθλίως.
Έτσι γιατί να ήναι: μόλις κανείς έχει
τα περιώνυμα Εκβάτανα, τα Σούσα
και την Περσέπολιν, ευθύς αθροίζει στόλο
και πιαίνει προς τους Έλληνας να ναυμαχήσει.
Α ναι βεβαίως· άλλο λόγο να μη λέμε:
Οτοτοτοί, οτοτοτοί, οτοτοτοί.
Α ναι τω όντι· τι μας μένει πια να πούμε:
οά, οά, οά, οά, οά, οά.

 

ΔΥΝΑΜΩΣΙΣ (1903)

Όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει
να βγη απ’ το σέβας κι’ από την υποταγή.
Από τους νόμους μερικούς θα τους φυλάξει,
αλλά το περισσότερο θα παραβαίνει
και νόμους κ’ έθιμα κι’ απ’ την παραδεγμένη
και την ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγη.
Από ταις ηδοναίς πολλά θα διδαχθή.
Την καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
το σπίτι το μισό πρέπει να γκρεμισθεί.
Έτσι θ’ αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώσι.

 

Ο ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ 1903 (1904)

Τουλάχιστον με πλάνες ας γελιούμαι τώρα·
την άδεια την ζωή μου να μη νοιώθω.

Και ήμουνα τόσες φορές τόσο κοντά,.
Και πώς παρέλυσα, και πώς δειλίασα·
γιατί να μείνω με κλειστά τα χείλη·
και μέσα μου να κλαίει η άδεια μου ζωή,
και να μαυροφορούν η επιθυμίες μου.

Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι
στα μάτια, και στα χείλη τα ερωτικά,
στ’ ονειρεμένο, το αγαπημένο σώμα.
Τόσες φορές τόσο κοντά να είμαι.

Ο ΓΕΝΝΑΡΗΣ ΤΟΥ 1904 (1904)

Α οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου
εκείνες τες στιγμές και σ’ ανταμώνω,
κι’ ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι’ ακούω τα πρώτα.

Απελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο.
Πώς φεύγει και διαλύεται βιαστική –
πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, παν τα σπίτια, παν τα φώτα·
σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική.

 

 

ΚΡΥΜΜΕΝΑ (1908)

Απ’ όσα έκαμα κι απ’ όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.
Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε
τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.
Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με
πολλές φορές που πήγαινα να πω.
Η πιο απαρατήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα –
από εκεί μονάχα θα με νοιώσουν.
Αλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί
τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.
Κατόπι -στην τελειοτέρα κοινωνία-
κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα
βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει.

 

ΕΡΩΤΟΣ ΑΚΟΥΣΜΑ (1911)

Στου δυνατού έρωτος το άκουσμα τρέμε και συγκινήσου
σαν αισθητής. Όμως, ευτυχισμένος,
θυμήσου πόσα η φαντασία σου σ’ έπλασεν· αυτά
πρώτα· κ’ έπειτα τ’ άλλα -πιο μικρά- που στην ζωή σου
επέρασες κι’ απόλαυσες, τ’ αληθινότερα κι’ απτά.-
Από τους τέτοιους έρωτας δεν ήσουν στερημένος.

 

ΕΤΣΙ (1913)

Στην άσεμνην αυτή φωτογραφία που κρυφά
στον δρόμο (ο αστυνόμος να μη δει) πουλήθηκε,
στην πορνικήν αυτή φωτογραφία
πώς βρέθηκε τέτοιο ένα πρόσωπο
του ονείρου· εδώ πώς βρέθηκες εσύ.

Ποιος ξέρει τι ξευτελισμένη, πρόστυχη ζωή θα ζεις·
τι απαίσιο θα ‘ταν το περιβάλλον
όταν θα στάθηκες να σε φωτογραφήσουν·
τι ποταπή ψυχή θα είν’ η δική σου.
Μα μ’ όλα αυτά, και πιότερα, για μένα μένεις
το πρόσωπο του ονείρου, η μορφή
για ελληνική ηδονή πλασμένη και δοσμένη –
έτσι για μένα μένεις και σε λέγ’ η ποίησίς μου.

 

ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1914)

Ώστε κοντεύουμε να φθάσουμ’ Έρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρώ· έτσ’ είπε ο πλοίαρχος.
Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε·
νερά της Κύπρου, της Συρίας, και της Αιγύπτου,
αγαπημένα των πατρίδων μας νερά.
Γιατί έτσι σιωπηλός; Ρώτησε την καρδιά σου
όσο που απ’ την Ελλάδα μακρυνόμεθαν
δεν χαιρόσουν και συ; Αξίζει να γελιούμαστε;-
αυτό δεν θα ‘ταν βέβαια ελληνοπρεπές.

Ας την παραδεχθούμε την αλήθεια πια·
είμεθα Έλληνες κ’ εμείς -τι άλλο είμεθα;-
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Ασίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον ελληνισμό.

Δεν μας ταιριάζει, Έρμιππε, εμάς τους φιλοσόφους
να μοιάζουμε σαν κάτι μικροβασιλείς μας
(θυμάσαι πώς γελούσαμε με δαύτους
σαν επισκέπτονταν τα σπουδαστήριά μας)
που κάτω απ’ το εξωτερικό τους το επιδεικτικά
ελληνοποιημένο, και (τι λόγος!) μακεδονικό
καμιά Αραβία ξεμυτίζει κάθε τόσο
καμιά Μηδία που δεν περιμαζεύεται,
και με τι κωμικά τεχνάσματα οι καημένοι
πασχίζουν να μη παρατηρηθεί.

Α όχι δεν ταιριάζουνε σ’ εμάς αυτά.
Σ’ Έλληνας σαν κ’ εμάς δεν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες.
Το αίμα της Συρίας και της Αιγύπτου
που ρέει μες στες φλέβες μας να μη ντραπούμε,
να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε.

ΜΙΣΗ ΩΡΑ (1917)

Μήτε σε απέκτησα, μήτε θα σε αποκτήσω
ποτέ, θαρρώ. Μερικά λόγια, ένα πλησίασμα
όπως στο μπαρ προχθές, και τίποτε άλλο.
Είναι, δεν λέγω, λύπη. Αλλά εμείς της Τέχνης
κάποτε μ’ ένταση του νου, και βέβαια μόνο
για λίγην ώρα, δημιουργούμεν ηδονήν
η οποία σχεδόν σαν υλική φαντάζει.
Έτσι στο μπαρ προχθές -βοηθώντας κιόλας
πολύ ο ευσπλαχνικός αλκολισμός-
είχα μισή ώρα τέλεια ερωτική.
Και το κατάλαβες με φαίνεται,
κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες.
Ήταν πολλή ανάγκη αυτό. Γιατί
μ’ όλην την φαντασία, και με το μάγο οινόπνευμα,
χρειάζονταν να βλέπω και τα χείλη σου,
χρειάζονταν να ‘ναι το σώμα σου κοντά.

 

Ο ΔΕΜΕΝΟΣ ΩΜΟΣ (1919)

Είπε που χτύπησε σε τοίχον ή που έπεσε.
Μα πιθανόν η αιτία να ‘ταν άλλη
του πληγωμένου και δεμένου ώμου.

Με μια κομμάτι βίαιη κίνησιν,
απ’ ένα ράφι για να κατεβάσει κάτι
φωτογραφίες που ήθελε να δει από κοντά,
λύθηκεν ο επίδεσμος κ’ έτρεξε λίγο αίμα.

Ξανάδεσα τον ώμο, και στο δέσιμο
αργούσα κάπως· γιατί δεν πονούσε,
και μ’ άρεζε να βλέπω το αίμα. Πράγμα
του έρωτός μου το αίμα εκείνο ήταν.

Σαν έφυγε ηύρα στην καρέγλα εμπρός,
ένα κουρέλι ματωμένο, απ’ τα πανιά,
κουρέλι που έμοιαζε για τα σκουπίδια κατ’ ευθείαν·
και που στα χείλη μου το πήρα εγώ,
και που το φύλαξα ώρα πολλή –
το αίμα του έρωτος στα χείλη μου επάνω.

 

ΑΠ’ ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ (1923)

Εσκόπευα στης κάμαράς μου έναν τοίχο να την θέσω.

Αλλά την έβλαψεν η υγρασία του συρταριού.

Σε κάδρο δεν θα βάλλω την φωτογραφία αυτή.

Έπρεπε πιο προσεκτικά να την φυλάξω.

Αυτά τα χείλη, αυτό το πρόσωπο –
α για μέρα μόνο, για μιαν ώρα
μόνο, να επέστρεφε το παρελθόν τους.

Σε κάδρο δεν θα βάλλω την φωτογραφία αυτή.

Θα υποφέρω να την βλέπω έτσι βλαμμένη.

Άλλωστε, και βλαμμένη αν δεν ήταν,
θα μ’ ενοχλούσε να προσέχω μη τυχόν καμιά
λέξις, κανένας τόνος της φωνής προδώσει –
αν με ρωτούσανε ποτέ γι’ αυτήν.

 

ΑΠΟΚΗΡΥΓΜΕΝΑ

ΚΤΙΣΤΑΙ (1891)

Η Πρόοδος οικοδομή είναι μεγάλη – φέρει
καθείς τον λίθον του· ο εις λόγους, βουλάς, ο άλλος
πράξεις – και καθημερινώς την κεφαλήν της αίρει
υψηλοτέραν. Θύελλα, αιφνίδιός τις σάλος

εάν επέλθη, σωρηδόν οι αγαθοί εργάται
ορμώσι και το φρούδον των υπερασπίζοντ’ έργον.
Φρούδον, διότι καθενός ο βίος δαπανάται
υπέρ μελλούσης γενεάς, κακώσεις, πόνους στέργων,

ίνα η γενεά αυτή γνωρίση ευτυχίαν
άδολον, και μακράν ζωήν, και πλούτον, και σοφίαν
χωρίς ιδρώτα ποταπόν, ή δούλην εργασίαν.

Αλλ’ η μυθώδης γενεά ουδέποτε θα ζήση·
η τελειότης του αυτή το έργον θα κρημνίση
κ’ εκ νέου πας ο μάταιος κόπος αυτών θ’ αρχίση.

 

ΑΟΙΔΟΣ (1892)

Μακράν του κόσμου, τον μεθά ποιητική μαγεία·
ο κόσμος όλος δι’ αυτόν είν’ οι ωραίοι στίχοι.
Δια τον αοιδόν αυτής έκτισ’ η Φαντασία
άυλον οίκον στερεόν ον δεν κλονίζ’ η τύχη.

Θα είπετε· «Βίος ψυχρός και μάταιος. Μωρία
το να νομίζης η ζωή ότι αυλού είν’ ήχοι
τερπνοί, και ουδέν άλλο·» ή «Ξηρά αναισθησία
μαστίζει όντινα ποτέ πόνος δεν κατατρύχει

της πάλης της ζωής.» Αλλά πλάνη και αδικία
είναι η κρίσις σας. Αυτού η Φύσις είναι θεία.
Μη κρίνετ’ εν τη λογική, τυφλή σας ασθενεία.

Είν’ εκ σμαράγδου μαγικού του οίκου του οι τοίχοι –
και ψιθυρίζουν εν αυτοίς φωναί· «Φίλε, ησύχει·
σκέπτου και ψάλλε. Μυστικέ απόστολε, ευψύχει!»

 

ΜΝΗΜΗ (1896)

Δεν αποθνήσκουν οι θεοί. Η πίστις αποθνήσκει
του αχαρίστου όχλου των θνητών.
Είν’ οι θεοί αθάνατοι. Από τα βλέμματά μας
τους κρύπτουσι νεφέλαι αργυραί.
Ω Θεσσαλία ιερά, Σε αγαπώσιν έτι,
Σε ενθυμούνται αι ψυχαί αυτών.
Εν τοις θεοίς, ως εν ημίν, ανθούσιν αναμνήσεις,
της πρώτης των αγάπης οι παλμοί.
Ότε ερών το λυκαυγές φιλεί την Θεσσαλίαν,
σφρίγος από τον βίον των θεών
περνά την ατμοσφαίραν της· και κάποτ’ αιθερία
μορφή επί των λόφων της πετά.

 

http://cavafis.compupress.gr/index3.htm

 

ΧΑΡΑ ΧΡΗΣΤΑΡΑ

χαρα

H Xαρά Xρηστάρα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1957. Σπούδασε στο Παρίσι κοινωνιολογία, γλωσσολογία, εθνολογία και εθνομουσικολογία και είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος κοινωνικής ανθρωπολογίας από την E.H.E.S.S. Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Έχει εκδώσει δεκαέξι ποιητικές συλλογές και τρεις συγκεντρωτικές εκδόσεις.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποιήματα 1981-2015, Μανδραγόρας 2015
Αυτοανθολόγηση 1981-2010, Μανδραγόρας 2014
Παρουσίες – απουσίες, Μανδραγόρας 2014
Δωρικά, Μανδραγόρας 2010
Ποιήματα 1981-2008, Μανδραγόρας 2009
Υπόγεια ρεύματα, Μανδραγόρας 2008
Οπτικό πεδίο, Νέα Πορεία 2002
Το παρασύνθημα ξεχάστηκε, Νέα Πορεία 2002

βιβλιο

ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ (1986-1990)

ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ

Ελαφροκίνησε την άκρη
των δάχτυλων του ποδιού
κι έχυσε μέσα μου τον έρωτα
επάνω που κοιμόταν

το ανάκτορο του στήθους της
ανέμισε απ’ την αναπνοή της

ανοίγοντας τα βλέφαρα γίναν λουλούδια

έγινα δύτης στον ωκεανό της ομορφιάς
κι ο αφρός της επιφάνειας
τραγούδησε το όνομα
Αφροδίτη

αγγίζοντας το βάθος του κορμιού της
υψώθηκα
ως το μελάνι της γραφής

το τίναγμα του κεφαλιού της
μου υποσχέθηκε
μολύβι από τα βλέφαρά της

σταλαγματιές από τα μάτια της
στεριώσανε ένα σταλακτίτη

ανηφορίζοντας την απορία μου
την έσφιξα στην αγκαλιά μου

κι απ’ την ανάσα της
απελευθέρωσα φιλιά

ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Λυγμός ανασηκώθηκε μέσα μου το άγγιγμά της
Στα μακριά της δάχτυλα χαμογελώντας τότε
κυλίστηκα στα πόδια της γεμάτη αναμονή

Ανάσες απ’ το βλέμμα της με φίλησαν στα μάτια
Ανυποψίαστα όνειρα τύλιξαν το κορμί της
Ο έρωτας ξεχύθηκε με ορμή στα βλέφαρά της

Κι ανηφορίσαμε μαζί

ΑΝΑΦΥΛΛΗΤΟ

Το φύλο της αναδεύτηκε
σαν αναφυλλητό
υψώθηκε ως τα μάτια μου
με φίλησε στο στόμα

η ηχηρή του αναπνοή
ξεπήδησε σαν δύτης
προβάλλοντας απ’ το νερό

ημερωμένη ύστερα
πέταξε ως τ’ αστέρια

ΜΕΣΗ ΛΥΣΗ

Σαν έπιασα στο χέρι το μολύβι
τα τιτιβίσματα καλοκαιριάτικων πουλιών
έψαλαν τη χαρά μου

Όμως η αποξένωση
από κρυφά κομμάτια του εαυτού μου
όρθωσε τείχος από θόρυβο
σαν πόλη πού γκρεμίζει ανελέητος σεισμός

Δεν μένει πια παρά να
πετάξω
στην τελική ευθεία του κινδύνου

αναζητώντας
τα στερνά μου απομεινάρια

αναχαιτίζοντας
την ιερή μανία τους
πού διαλύει τούς αρμούς
κάθε συνθετικής προσπάθειας
κάθε προσπάθειας μέσης λύσης

ΣΠΟΝΔΥΛΩΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Στην αδελφή μου Χριστίνα

Ταξίδεψα σέ
λιβυκή χώρα ηβική
με πρόδωσαν
οι γερανοί του Ιβύκου

Τί απομένει;

Τις πύλες τού Άδη να περάσω
την Ευρυδίκη για να βρω
κρατώντας λύρα
με λυρικά τραγούδια
να ξορκίσω
τον Κέρβερο, τούς φύλακες και τούς θεούς
του Κάτω Κόσμου
μα στην επιστροφή να μην κοιτάξω πίσω

Δίκιά μου η Ευρυδίκη
για να μείνει

ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ

Στην Κασσιανή Φελέκη

Μοναχικοί περίπατοι
στην παραλία των λέξεων

οι γλάροι πάνω από τη θάλασσα
κρωγμοί
λόγια ανείπωτα
πού έχουν έτσι μετεμψυχωθεί

κι άλλα πού έχουνε μεταναστεύσει
σέ κλίματα θερμά
σέ ξένους τόπους
απ’ οπού ο γυρισμός
είναι σαν χάντρα πού ακτινοβολεί
σαν δάκρυ
σαν διαμάντι

σαν πυρσός που σιγοκαίει
μα κινδυνεύει να φουντώσει
σαν χάδι
σα σιωπή

ΝΕΡΟ, ΛΙΓΟ ΝΕΡΟ

Στον Θεμιστοκλή Κατριό

Ο λύκος πάνω από το σώμα
αυτό είναι ένα καινούργιο πρόσωπο
—κάθε μου πρόσωπο σέ άλλο ήχο—

Έσπασε η συνέχεια των πραγμάτων
ρωγμές στην άλλοτε στιλπνή επιφάνεια

ψεύτικα λόγια καρδαμώνουν τη σιωπή

μια εσωτερική αναταραχή
αναβοσβήνει φώτα S.O.S.
και κρούει κώδωνα κινδύνου

Παλιός γνώριμος
ο θόρυβος, ο θόρυβος που σκούζει

έφεξε
και οι δουλειές της νύχτας
υφάνανε τα σήμαντρα της μέρας
που σωπαίνει

Νερό, νερό
λίγο νερό

ΑΝΑΛΑΜΠΕΣ ΣΩΜΑΤΩΝ (1981-1991)

ΣΦΡΙΓΟΣ ΒΕΛΟΥΔΙΝΟ

ΦΛΟΙΣΒΟΣ ΦΙΛΙΩΝ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ

Τα φύλλα της γραφής φτεροκοπούν
στου φλοίσβου των φιλιών το συναπάντημα

στην παραλία νιότης
νυχτερινής
καλοκαιριάτικης

στη μνήμη των σωμάτων
πού χαράχτηκαν από την έλξη τους

στο αναμμένο κάρβουνο της γλώσσας
που ανασαίνει συνωμοτικά
να κάψει τους φραγμούς
που την παιδεύουν

Βρίσκομαι ’κει
που το παρόν είν’ ένα με το παρελθόν

μόνον υπάρχω

ο χρόνος δεν κυλά να μας χωρίζει—
το πριν το τώρα το μετά να διαμελίζει

σε κάποιο τέρμα να οδηγεί τα βήματα μας
αργά και σταθερά

Βυθίζομαι στις πρώτες,
τις χαμένες μνήμες

MUSIQUE DE CHAMBRE

Χρώματα, σχέδιο, πινελιές των αισθημάτων
– όλες οι αισθήσεις μου να συμμετέχουν-
χτυπούν ένα κουδούνι ελπίδων

Ομίχλη,
σύννεφο καπνού στο βλέμμα
και μέσα από κει να ξεπροβάλλουν
φιγούρες ποθητές, αγαπημένες,
που μου φεύγουν

μέσα σέ νότες μουσικής στο πιάνο
σέ νότες μέσα λαμπερές μελαγχολίας
κρυστάλλινες

Το κύλισμα των ήχων
φανερώνει ελλείψεις

Μαχαίρι
δίκοπο η γοητεία

ΜΟΝΟΠΕΤΡΟ

Στον φλοίσβο το γλυκόφωνο
τ’ όνομα της Σαπφώς ηδονικό

και το μονόπετρο όρθιος φαλλός
μέσ’ απ’ τη θάλασσα να με κοιτάει

πλάι στα φώτα
που αχνίζουν στο σκοτάδι
κάτω από λάμψεις φεγγαριού
και αστεριών

Κατρακυλώντας μέσ’ στη νύχτα τις πλαγιές σου
μέσ’ στα βελούδινα τα στήθη σου γλιστρώντας

το βάθος σου άγγιξα που σπαρταράει
με σμίλη σκάβοντας σιωπηλά
στους κραδασμούς σου

Οι κινήσεις μακραίνουν τα χέρια τους
πάνω από προεξοχές
βράχων τής φαντασίας

Ο στίχος ξεχασμένος
στη μέση του ονείρου μου-

ιστός τής κίνησης
μιας λόγχης

ΣΤΡΟΒΙΛΟΙ

Στρόβιλοι γύρω
απ’ τ’ όνομά σου

λυγμός στο σκάμμα
τής φωνής μου

φούγκας φιγούρες αιματόβρεχτες
περιδινούμενες σαν τη σελήνη

ΣΚΑΜΜΕΝΗ ΑΠΟ ΣΕΝΑ

Σκαμμένη από σένα
χαραγμένη ή φωνή μου

μέχρι τη ρίζα μου
ο λυγμός
μου βυθίζεις μέχρι τη ρίζα
το μαχαίρι

μέχρι τον πυρήνα

Με πυρπολούν οι ελπίδες
οι αβέβαιες

φωτιά τα λόγια
και τα χάδια σου
που αδίσταχτα τρυπώνουν μέχρι
το μεδούλι

Σκάβεις, σκαλίζεις μέσα μου
αμετανόητα ακατάπαυστα
με φτυάρια
με σκεπαρνιά

πιο τρυφερά εργαλεία
περίμενα από σένα
πόνους πιο γλυκούς

νόμισα θα ‘σουν δίπλα μου
θωπεία καθαρτική
μέσα μου υγρό μαλακτικό-
όχι υλικό εκρηκτικό
όχι φλόγα

Τώρα που χόρεψες μπροστά μου
τώρα που μου μίλησες

τώρα που όλα εκείνα μου αρνήθηκες

σκαμμένη από σένα
χαραγμένη
τρέμοντας μη ραγίσει
η φωνή

μέσα στη συντριβή φλεγόμενο
το σώμα μου
ασθμαίνουσα η ψυχή μου

Στόμα χαώδες ταραγμένης ερημιάς
παραφυλά να με καταβροχθίσει

ΧΕΡΙΑ ΓΙΑΣΕΜΙΟΥ

ΣΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ ΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ

Οι βραδινές μου επιθυμίες
δεινές σαν κοντοστέκονται
στης άνοιξης τις πόρτες

Κατηφορίζοντας πλαγιές
σπαρμένες από λόγια

πληγή να
αφουγκράζομαι τις ώρες
τις σκοτεινές
στιγμές τής μοναξιάς

ΑΚΡΗ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ

Βλεμμάτων
πληγωμένων πλάγιες

κάθοδοι σκέψεων

ανάσες σιωπής

Στην άκρη των
συλλογισμών
στην άκρη
των ανέμων
κάθετα
λόγια
πολυσήμαντα

ΣΚΙΑ ΑΠΟ ΚΟΧΥΛΙΑ

Ψαύοντας τις πληγές
μιας ολομόναχης
σκιάς από κοχύλια
κι από παρουσίες
ανασαίνω

Συγκρατημένα λόγια
σιβυλλικά
με σημασίες πολλαπλές
διπλές
τριπλές

ΚΡΥΦΕΣ ΑΝΑΠΝΟΕΣ

Κρυφές αναπνοές
κρυμμένες αντιρρήσεις

κάτω από την άνοιξη
να κουφοβράζουνε

Για την αδυναμία μου
στενάζω

ΚΟΡΜΟΣΤΑΣΙΑ ΑΓΡΙΟΛΟΥΛΟΥΔΟΥ

ΑΧΟΣ ΣΩΜΑΤΩΝ

Αχός
σωμάτων πού σωπαίνουν

Βρύσες σε δράση
βήματα,
των ήχων του κρυστάλλου
ιστορίες

Σταγόνες τής βροχής στο βράχο
μέσα σε χάδια φεγγαριού

ΜΝΗΜΕΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ

Χωρίς ημερομηνία στη σελίδα
οι λέξεις σταματούν να τρέχουν

και κατεβάζουν κύμα
μνήμες παιδικές

Κλαίει η αλυσίδα
των προσώπων μου

η ώρα της δύσης σβήνοντας
άσπρη γραμμή

ΦΡΑΣΕΙΣ ΕΜΠΟΛΕΜΕΣ

Σβήνομαι απ’ το χάρτη μου

ανοίγοντας το βήμα μου
ακόμη κυνηγώ τον εαυτό μου

κινήσεις αναρίθμητες
φράσεις εμπόλεμες-

Έχω τη γεύση υποδόριου
κινδύνου

ΜΑΚΡΟΥΛΗ ΑΝΑΠΑΥΛΑ

Στέκομαι πάνω στο κύμα
στέκομαι πάνω από μια φράση

κρέμεται μακρουλή ανάπαυλα
πάνω στις λέξεις

Στριφογυρίζω γύρω της
να την ανακουφίσω

από το δισταγμό
το διχασμό

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΓΡΑΦΗ (1991-1994)

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ

Η πέννα η στεγνωμένη απ’ τον καιρό
ξάφνου ανάβει,
καπνούς πετάει
σαν αλογίσια χνώτα σέ βαρύ χειμώνα

Τα λόγια εξαϋλώνουν και εξαϋλώνονται
σε στρόβιλο αναπάντεχο ευτυχίας,
σαν τη στιγμή της αναγνώρισης αρχαίας τραγωδίας·
τα λόγια σαν βγαλμένα από τη γη

Όπως η φλόγα όμως από δράκου στόμα
παραμονεύει πάλι η σιωπή
και το κονταροχτύπημα μαζί της αναπόφευκτο

Είναι τάχα το μέταλλό μου τόσο δουλεμένο
ώστε ν’ αντέχει μιαν ολόκληρη ζωή την αναμέτρηση;

ΠΡΩΤΗ ΜΟΡΦΗ

Στη μητέρα μου

Πρώτη μορφή
το πρώτο άλλο κορμί
πρώτη αγάπη

Αόριστό βελούδινο θερμό
ν’ αντέχει όλη την πίεση
την πείνα και τη δίψα

να δέχεται
πρώτα φιλιά,

την ψαύση
την ανασκαφή
την εξερεύνηση·

αφήνεται
να το θαυμάζω και να το μισώ
να το πετροβολώ να το σκοτώνω
να το θέλω

και κείνο είναι όμορφο
καθώς ευάλωτο κι αήττητο μαζί

Πρώτη μορφή
το πρώτο άλλο κορμί
πρώτη μου αγάπη

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Ανίχνευση
βυθομέτρηση
ναυάγιο αύτανδρο·
μέσ’ απ’ τα δάχτυλα ατέλειωτα
κυλάει ανέγγιχτη η ζωή

Θέλησα να σ’ αγγίξω και δεν μπόρεσα·
το χιόνι απ’ τα παράθυρα κοιτάζοντας
ο μέσα εαυτός σε άφησε να φύγεις

Εδώ, στη ματωμένη πιά γραφίδα μου
σμιλεύεται η αγάπη μου για σένα

Τώρα σ’ αναζητώ
τα ίχνη της αφήνοντας
στο παγωμένο χιόνι
και σπινθηροβολούν επάνω του
μικρές, τόσο μικρές στιγμές της ευτυχίας
μικρές, τόσο μικρές ποιητικές στιγμές

ΤΟΠΙΟ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (I)

Λουλούδια κι άνεμος
με συνεπαίρνουν

με τις αμίλητες φιγούρες
μέσ’ στο σκοτάδι ν’ αναδεύουν

Στιγμές-στιγμές
αντιπαρέρχομαι τα λόγια
που σαλεύουν μέσα μου

στιγμές-στιγμές
το άρωμά τους αναπνέω

και μεγεθύνομαι

μέσα μου μεγεθύνομαι
και ψαύω τις πληγές μου

Ένα αστέρι παρακολουθώ
ένα αστέρι αγγίζω

που με κοιτά
και το κοιτώ

που με ρωτά
και το ρωτώ
εκείνο πάνω σέ περιστροφές
κι εγώ στο παραμιλητό μου

ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΗ ΑΝΟΙΞΗ (1994-1997)

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΟΨΗ

Σβηστός φέτος ο δρόμος με τα φώτα
δεν με καλούν οι αναλαμπές τους

δείχνει τη σκοτεινή της όψη η γιορτή·
μάλλον ένα ποτάμι σκοταδιού
χάσκει ανάμεσα στις φωταψίες

Είναι εκεί να μου θυμίζει
τις λυπημένες κορυφές των δέντρων
που υψώνουν το ανάστημά τους
αντίσταση σ’ όλες τις ήττες

είναι εκεί να μου θυμίζει
τις διπλές όψεις των πραγμάτων
τη σιωπή μέσα στα λόγια
την απουσία μεσ’ στην παρουσία
το βαθύ σκάμμα που στηρίζει κάθε κτίσμα

είναι εκεί να επιτρέπει
στη φαντασία
στο στοχασμό ν’ ανοίγει τα φτερά του
να χάνει η επανάπαυση το έδαφος της

Εκεί, στη μέση από τα φώτα
το άγριο λυπημένο χάσμα
ανοίγει αιμοβόρο στόμα
να ροκανίσει το θεμέλιο που συντηρεί
τις τεχνητές ανίερες ισορροπίες

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ

Και τώρα το τέλος της γιορτής
οι δρόμοι ξαναβρίσκουν το σκοτάδι
τα λίγα φώτα που απόμειναν
μοναχικά και ξεχασμένα

Επιστροφή στις γνώριμες συνήθειες
ο καπνός αλλάζει μυρωδιά
η μέρα μεγαλώνει
η πάλη ξαναρχίζει η καθημερινή
και πεταρίζει η καρδιά στο ξανασμίξιμο
σαν στη «Σονάτα των αποχαιρετισμών»

ΠΥΡΓΟΙ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ

’Έκρυψε το λεπτό του πρόσωπο
την όψη τη θολή και τη στοχαστική
πίσω απ’ τα σύννεφα που ανάερα αναδεύουν,
το φεγγάρι

Έχασα το συνομιλητή μου
τον έμπιστο
που του φανέρωνα νοερά
τις πιο αντίπαλές μου σκέψεις

την σιωπηλή σελήνη
που ανεπηρέαστα
ακολουθεί την τροχιά της
κρυφά η φανερά
αδιάλειπτα

Ποια η μορφή που παίρνει
στο μυστικό της καταφύγιο;
Ποιος ο εσωτερικός της διαλογισμός;

Πύργοι και θρύλοι
στήνουν κυκλικό χορό
γύρω απ’ τις λεπτές σκιές,
από το φως της

Η ΝΥΧΤΑ ΧΑΜΗΛΩΝΕΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Δεν βρίσκω τον εαυτό μου
μέσα από τα λόγια μου,
η νύχτα χαμηλώνει το φεγγάρι

κλείνουν κι ανοίγουν
οι παλάμες των χεριών
γύρω απ’ την πέννα μου
μα ο στίχος με αρνείται

τα φώτα αναβοσβήνουν στον ορίζοντα
κι ο δρόμος πέρα προχωράει δαιδαλώδης

Η πολιτεία ήσυχη απλώνεται
στον ύπνο αφημένη
κι η νύχτα η πολυπλόκαμη
σκεπάζει και χαϊδεύει τα όνειρα
τους πόνους και τα δάκρυά μας

ΜΑΚΡΙΑ ΑΠ’ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Πιο γρήγορα, μακριά απ’ τα γεγονότα
η φαντασία καλπάζει

Δεν είμαι μόνη κι όμως το νομίζω
οι διακυμάνσεις μου πληθαίνουν
χωρίς ο άλλος να λαβαίνει γνώση

Στριφογυρνούν στο νου ιδέες κι υποθέσεις
που τις γεννά η πληγωμένη ευαισθησία

και μόνη φωτεινή στιγμή προβάλλει
εκείνη που θα νοιώσεις πως λαθεύεις’
πως δεν γυρνά μονάχα γύρω σου ο κόσμος

Τότε ο γνήσιος πόνος θα σ’ αγγίξει
θα έρθει η συντριβή να σε λυτρώσει

θ’ απλώσει το χέρι η επαφή
θα αναστήσει την ψυχή σου

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ

Βουτάω πάλι στη σιωπή μου
η κάμψη των αισθήσεων
σταματά την κρίση
να νοιώσω ελεύθερη πασχίζω

παιχνίδι στήνει ατέλειωτο
η απουσία με την παρουσία
δεν μένει παρά να το ακολουθήσω

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Παρανοώντας την αγάπη
το μίσος κρίνοντας λαθραίο
την ύστατη ώρα
διακρίνω μονοπάτια
προς της ψυχής μου τις αβύσσους

Πού οδηγεί της κακίας η γοητεία
το πείσμα αυτό της μεγαλομανίας
η αδυσώπητη κραυγή απελπισίας
από την απουσία της προσέγγισης;

Κυκλοφορούν στο νου μου οι σκέψεις
τριγύρω μου κοιτάζω απορημένα
αν τα ερωτήματα αυτά
μονάχα εμένα βασανίζουν

Ψαλμός όμως αιμάτινος
όλα αυτά στην παρουσία
και στη στιγμή που την κερδίζω
—που τη χάνω;—

ΣΤΙΛΒΩΜΕΝΑ ΛΟΓΙΑ

Στιλβωμένα λόγια
κρύβουν τον πόνο
Διερωτώμαι πάλι.
Το σκοτάδι μέσα μου πότε θα τελειώσει:

Το καίριο ερώτημα
άλλα ερωτήματα πυκνά το ακολουθούν
Μόνον αυτά τις ώρες γεμίζουν
και ο ορίζοντας χωρίς κατάφαση

Κοιτάω γύρω
κι ο κόσμος ξένος
ξένος στο πρόβλημα
στη λύση ξένος

Ποιόν περιμένω τότε
να βάλει μια τελεία
δίχτυ ασφάλειας να ρίξει;

ΡΙΖΩΝΟΥΝ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Όψιμη κατάθεση κρυφή
Ριζώνουν οι στίχοι και αναδεύουν
σαν το θεριό της θάλασσας
που αδιάκοπα σαλεύει
όμοιοι με τις κινήσεις της ψυχής
που υποδόρια ξεδιπλώνονται
μακριά απ’ την κοινή θέα,
με της επιθυμίας τους νόμους
που ανυπόταχτα με ζώνουν,
με του θανάτου τη μοιραία στιγμή

ΕΚΣΚΑΦΗ

Το χρώμα της σελίδας δυσδιάκριτο
αναζητώ τους ήχους
που θα το βάψουν κόκκινο
Κατακόρυφη πτώση
από το ανάχωμα της εκσκαφής
κλαυθμός για την βαθιά πληγή που αφήνει

Αναπολώ το σκούρο δέρμα του καλοκαιριού
η σήμανση θολή μα καίρια
λόγχες αστράφτουν στον ορίζοντά μου
βυθίζονται στα έγκατα της σκέψης και του πόθου
Καλημέρα στο πρωινό τραγούδι του κορυδαλλού
ανάρρωση από τον κυκεώνα της ορμής
συνταίριασμα απαράμιλλο του νου και της ψυχής μου

ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Μια νύξη από νόημα με γυροφέρνει
ο νους μου αντιστέκεται
Η στιγμή μου ξεγλιστράει
Η αναγέννηση δεν έρχεται
Κάτω από το στέρνο μου βαθύ πηγάδι

Ξεκινώ τότε να σκάβω
ν’ ανοίξω τρύπα ν’ αποδράσω
από τη φυλακή μου
Γρανιτένια πετρώματα συναντώ
κι αρχίζω να ονειρεύομαι
όπως στο παραμύθι
ν’ ανοίξει με λόγια μαγικά η θύρα
που με έχει παγιδεύσει

ΓΑΛΑΖΙΟ ΚΟΧΥΛΙ

Σαν το κομμάτι σάρκας
που αποσπάει το νυστέρι
τραβιούνται από μέσα μου τα λόγια
ενώ μαζί με τη βροχή
που ακούγεται τριγύρω
θέλω να κυλήσω
σε ποτάμια του δρόμου
που τη γη ανακουφίζουν

θέλω να έρθω μέσα απ’ τα νερά τους
το χώμα το δικό σου να ποτίσω
να καθαρθώ απ’ το ξέσπασμα της μπόρας
ν’ ανέβω στο ποτήρι σου να το γεμίσω
με τη δροσιά των χειλιών σου να ενωθώ
κι ο άνεμος έξω ας φυσάει

Η ΘΥΕΛΛΑ

Σκληρός ο απογαλακτισμός
με κάνει να νομίζω πως τα χείλη μου
δεν θα γνωρίσουν πια καμμία υγρή γεύση

Η νύχτα ολόφωτη και γιορτινή
κι εγώ σε σκοτεινή γωνία
βλέπω, παρατηρώ, δεν συμμετέχω
Οι στοχασμοί στριφογυρνούν χωρίς ανάσα
και περιμένουν την ανατροπή
την ώρα που η θύελλα θα βουίζει
θα παρασύρει τη σκεπή του κόσμου
θ’ αστράψει ο ουρανός
μπροστά στα θαμπωμένα μάτια μας

και τότε θα σε δω και θα με δεις
με βλέμμα νεογέννητο

ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ

Αθέλητη κίνηση να κρυφτώ
Ακατάλληλη στιγμή για μια τυχαία συνάντηση
Φορώ τους στίχους σαν βαρύ επανωφόρι
Κλείνομαι στο φρούριό τους
αποδημώ σε πυρωμένη γη
ο αέρας καίει τα ρουθούνια μου
Με περιμένεις πάλι κάπου εκεί
να αναμετρηθώ
να αφεθώ

Σε τριγυρίζω χωρίς να το ξέρεις
σε περιεργάζομαι, σε προκαλώ)
Οι πολεμικές μου προσπάθειες
πέφτουν στο κενό δεν ήσουν παρά
αυτό που η ίδια τοποθέτησα μπροστά μου

ΟΜΙΧΛΕΣ

Γυρίζω και ξαναγυρίζω στον τόπο
που με πρωτοάγγιξε η ανάσα σου
κυκλοφορώ στα δάση σου
που κυκλώνουν τις πεδιάδες μου και τα ποτάμια
με τους αβυσσαλέους καταρράκτες της οργής
τα καμένα σπαρτά μου
τις γυμνές μου ρίζες
που έχουν απανθρακωθεί

Ταξιδεύω τις σκέψεις μου στη χώρα σου
στη δική σου βλάστηση
την περιγράφω να οργιάζει
να πνίγει την αμφιβολία
να πανηγυρίζει την εξάπλωσή της με γλυκύτητα
ν’ αποδεσμεύει στους αιθέρες
το τραγούδι του αηδονιού

κι ομίχλες
που προσφέρονται στο φως
να τις διαπεράσει και να λάμψουν

ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ

Λίπασμα ή στάχτη
από τα προσανάμματα της φλόγας
όπου στροβιλίστηκα
απορροφιέται αργά-αργά πιο μέσα
φέρει τον σπόρο της εξέγερσης
που μυστικά συνωμοτεί
υφαίνει την δράση της υπόγεια
ώσπου ο καρπός της να φανεί στο φως της μέρας
να τρίξει ανάμεσα στα δόντια μου
να με στυλώσει μετά την απεργία πείνας
ν’ αποκαταστήσει σταδιακά το βάδισμά μου
καθώς παίζει μαζί μου το τρομερό ράγισμα
και προσπαθώ να βρω το συγκολλητικό

το πρόσωπό μου ολόκληρο

ΣΥΓΚΑΛΥΨΕΙΣ

Ποιο μήνυμα ζηλόφθονο
μου εναντιώνεται;
Ποιος ήχος ακανόνιστος τρελλαίνει την ακοή μου;
Πως θα περάσω απέναντι
χωρίς οι στρόβιλοι της ασφάλτου να με καταπιούν·
Τα πορτόφυλλα κλείνουν
Παραδέρνω έξω απ’ τον νυμφώνα
Οι συγκαλύψεις ελλοχεύουν απειλητικές
Κατρακυλώ στο βάθος σήραγγας
που οδηγεί στους υπονόμους
Κάνω να σηκώσω κεφάλι
ασώματη συνεχίζω

Σου ζητώ μια ευκαιρία και με προλαβαίνεις
Πέφτουν οι αντιστάσεις μου
Χαμογελώ ασυναίσθητα

ΠΤΗΣΗ

Παίρνω ν’ ανεβαίνω και να κατεβαίνω
αγκαθερά κλιμακοστάσια
η χούφτα μου τρίζει
από το κέλυφος της δοκιμασίας
Στα όνειρά μου βλέπω πως πετώ
Δεν πετώ, γλιστρώ
επικίνδυνα στα σκαλοπάτια
Με σταματάει το πλατύσκαλο
σαν σωτηρία και σαν απαγόρευση
‘Ωστόσο η γεύση από το κατρακύλισμα
πτήση και πτώση
χαράχθηκαν αγκαλιασμένες στα κύτταρά μου

Στα επεισόδιά μου γράφουν κάθε βράδυ
τον επίλογο

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Τώρα που κοπάζει της ψυχής μου ο κουρνιαχτός
και σε ξένη δύναμη παραδίνομαι
πως να μιλήσω για τις ώρες τούτες
που οι τελευταίοι σφαδασμοί της θέλησής μου
αντιστέκονται στον ύπνο;

Σωπαίνουν οι εσωτερικές κραυγές
το μήνυμα της άνοιξης
πασχίζω να μη σβήσει
στη νέα κατάσταση υποταγής
ενότητα αναζητώ με τον παλιό εαυτό μου

ΜΥΣΤΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ (1996-1998)

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ

Σκάψιμο γύρω απ’ το αγιόκλημα
Η φύτρα του στεριώνει με την εποχή
Ελέγχω τα υποστυλώματα της γέφυρα
που με φέρνει στη δική σου όχθη

Εξετάζω το έδαφος που βράζει
Καθημερινές κινήσεις
της αναζήτησης μιας άλλης σφαίρας
Πυροδοτώ υπερβάσεις εξαντλητικές
Τα πόδια μου λυγίζουν
από το βάρος της προσπάθειας

νοιώθω να λειώνω
και να διασκορπίζομαι
στην ατμόσφαιρα που σε τυλίγει

ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Η κιβωτός μου
ταξιδεύει μεσοπέλαγα
σαλεύει με το κύμα
Οι κραδασμοί την εκτινάξουν στα ύψη
Ύστερα πάλι πέφτει
και πάλι ανεβαίνει

Ο άνεμος που ξελόγιασε τη θάλασσα
δεν λέει να σταματήσει
ώρες πολλές κρατάει το σκαμπανέβασμα
ο κίνδυνος μεγάλος

Τα λόγια στέκονται στα χείλη
όπως το λεμόνι για τη ναυτία
Τα παίρνω πίσω
Στέλνω σήμα να με περισυλλέξουν

Σφίγγω στα δόντια το κλαδί μου
και όσα θέλει να σου πει

ΠΑΡΑΖΑΛΗ

Μυστικά αντηχούν οι λέξεις
και μόνο εγώ ακούω τον αντίλαλο
Σε βαθύ φαράγγι κατεβαίνω
αδιαφορώντας για τον κίνδυνο
Σύντροφό της κάνει την άγρια βλάστηση η ψυχή
και φιλικά χαιρετίζει τα θηρία που την κατοικούν

Μπορώ τάχα να σ’ αφήσω
τούτη την εικόνα μου να δεις
ν’ ανασάνεις τις αναθυμιάσεις της φωτιάς
από την κρούση της πέτρας
που επιχείρησα σαν τον πρωτόγονο
προσπαθώντας κοντά μου να σε φέρω;

Ο ΧΡΗΣΜΟΣ

Χρησμοί
που με τη σιβυλλική τους ρήση
με κυκλώνουν
Το τοπίο μου τάζει ανακούφιση
και δεν το πιστεύω
Η θάλασσα μπροστά μου αεικίνητη

Μπαίνω σε αινίγματα με θολόν ορίζοντα
οπού δηλώνεται ο άδοξος πνιγμός μου
Κανείς δεν είν’ εκεί να με καθησυχάσει
σε καρτερική εποπτεία να με σηκώσει

να εισβάλω στο χώρο
διεκδικώντας

ΤΟΠΙΟ

Οι γραμμές της βουνοκορφής εισχωρούν
και σβήνουν μέσα μου
ξεθυμαίνουν τη δίψα τους
στην υδροφόρα περιοχή μου
αφήνοντας μια μελωδία
να φτάσει στ’ αυτιά
και κατευνάζοντας την ένταση
απ’ τις φουρτούνες μου

Δέντρο παράξενο απλώνει
τα πορτοκαλιά του άνθη
κι άλλο με φύλλα ασημένια παραδίπλα
ερωτεύεται τον κάματό μου
και σείεται ελαφρά σαν να μου γνέφει

Το πουλί που περιίπταται
μου δείχνει το δρόμο
καλώντας με να μιμηθώ το πέταγμά του
Από τα έγκατα μου ανηφορίζει
ένας γλυκός πόνος
που χτυπιέται στα τοιχώματα των σπλάχνων
κι αφήνει στον αέρα μυρωδιά
που προσπαθεί να σου στείλει
το μήνυμά μου

ΔΙΑΨΕΥΣΗ

Το τοπίο μπροστά με ξαφνιάζει
Είχα καιρό ν’ ανοίξω τα μάτια
να το κοιτάξω
Οι βροντές της μπάρας που έρχεται
τα σύννεφα που σκέπασαν τον ήλιο
ο θόρυβος του δρόμου
που συνεχίζει ανεπηρέαστα
η φλόγωση των δάχτυλων
καθώς περιμένει τις σταγόνες της βροχής
για να καλμάρει
ο πυρετός μου τέλος ακατέβατος

σχηματίζουν ένα παλιρροϊκό κύμα
έτοιμο να πνίξει τις ακτές
να πλημμυρίσει τα κατώγια μου
έτσι που θέλησε η τύχη ν’ αντιστρατευθεί
τις προσδοκίες μου

ΤΟ ΝΗΜΑ

Ο άνεμος παίρνει την αγάπη μου
μου ξεφεύγει βαθύς αναστεναγμός
μεγάλη η κλίση του εδάφους
και κατρακυλώ στο πιο χαμηλό σημείο του
καθώς δεν ξέρω με τι σχοινιά ορειβασίας
να γλυτώσω τον κατήφορο
πως να κρατηθώ απ’ το νήμα που μας ένωσε
με ποιες λέξεις να το διασώσω
πως ν’ αποφύγω να χρησιμέψει για ικρίωμα
αλλά να μεταδίδει ανάμεσά μας
και την πιο απαλή μας δόνηση

όχι πια θανατερούς κραδασμούς

ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

Η αναθεώρηση των συμφωνηθέντων
κρούει τη θύρα μου σε ώρα αμέριμνου ύπνου
ο νηφάλιος αυτοσχεδιασμός του ονείρου
διακόπτεται βίαια
η πλησμονή των εικόνων του με παίρνει παραμάσχαλα
και ξεχύνεται στο δρόμο
στρίβει στα σοκάκια
λιγοθυμώ
με συνεφέρνει ανώνυμο χτύπημα στο μάγουλο
ριψοκινδυνεύω ν’ αναγνωρισθώ
καθώς η περιπλάνησή μας συνεχίζεται

ώσπου η ώρα του πρωινού
σημαίνει την επιστροφή
και παραδίδομαι σε νέο ύπνο
χωρίς όνειρα

ΚΥΛΙΟΜΕΝΑ ΠΕΤΡΩΜΑΤΑ

Κυλιόμενα πετρώματα
ανηφορική διαδρομή
προς τα που βαδίζω άγνωστο
κι ακόμα ασαφείς οι παραπομπές
σε μελλοντική ευτυχία

Ξεκολλώ από τη λάβα
που ξεστόμισε το ηφαίστειο της φαντασίας
κι αφήνω το δάκρυ να κυλήσει ικετευτικά
στον ίδιο μου τον εαυτό
να αποδεσμευθώ απ’ τις παγίδες μου
να γλιστρήσω ως την πιο βαθιά προσδοκία
περιμένοντας να φέξει πάλι
μια συνετή μέρα

να με λυτρώσει απ’ τους κυκλώνες μου

ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ

Καμένα απολιθώματα λαμπρής εποχής
στην πετρωμένη μου σιωπή
Το πυροτέχνημα της λύπης
σβήνει τη δίψα του στο αίμα μου
και η βροχή από λάμψεις
κατακλύζει τον ορίζοντα

Το φράγμα που χωρίζει τον μέσα κόσμο από τον έξω
αφήνει την πικρή του γεύση
να διαπεράσει τις κλειδώσεις
για να ραγίσει τέλος απ’ την πίεση
που του ασκεί η αντίστασή μου

η ανάγκη του άλλου
δριμεία σαν χιονοθύελλα

ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ

Οι ιστορίες μου πλέκουν στεφάνι
πάνω από την πόλη
κι αυτό κατρακυλά στους λόφους της
τα φύλλα του σκορπίζουν
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
προσφέρουν το άρωμά τους στους ανθρώπους
περιμένουν να καούν από τη ζέστη
ν’ απλώσουν τη στάχτη τους ολόγυρα
να πανηγυρίσουν έτσι το θέρος που πλησιάζει
να καρφωθούν στα μαλλιά σαν

απομεινάρια μιας εκστατικής παλινδρόμησης
προς τα παιδικά μου χρόνια

ΘΡΟΪΣΜΑΤΑ

Θροΐσματα ενός μεγάλου δέντρου
Ξαναβρίσκω τη γωνία μου μετά από καιρό
Κρυφές δυνάμεις ξετρυπώνουν
από το ένδυμα της σιωπής
Αποδέχομαι τα ερωτηματικά
που χορεύουν γύρω μου
αναδιφώ το έδαφος
χι αναζητώ τα υδροφόρα του κοιτάσματα
όπου οι ουσίες της ύπαρξης
είναι διαλυμένες
ανάκατες με δηλητήρια κι ωφέλιμα υλικά

Περιμένω αυτή η υγρασία
να ξεπηδήσει στην επιφάνεια της γης
η αποκάλυψή της να ποτίσει το χώμα μου
για να σωθούν τα δέντρα μου απ’ τον καύσωνα

καρποί αυτογνωσίας να θρέψουν στα κλαδιά τους

ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Μετά από την καταχνιά
όπου βυθίστηκε ο κόσμος
και δεν ήξερες πιά αν θα τελειώσει
η αγάπη φωτίζει πάλι τον ουρανό

Κύματα της θάλασσας
φέρνουν στην ακτή το άρωμά της
μυριάδες στίγματα χρωμάτων
κατακλύζουν τον ορίζοντα

Σε βρίσκω ξανά
να έρχεσαι με τον αέρα
της τελευταίας ώρας της μέρας
να πλημμυρίζεις τη στεγνή μου κοίτη
να υπόσχεσαι
νύχτες με πλήθος γαλαξίες

ΜΥΣΤΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Μυστική διαδρομή
με ενώνει με το ύψωμα απέναντι
Είναι τάχα αυτή που φέρνει
και τη σκέψη μου κοντά σου;

Τα κομμάτια μου τα έφερε
το κύμα στην ακτή
ζουλήχτηκα από μυλόπετρες
πήρε να σαπίζει το αίμα μου

Και τώρα που τα δέντρα σείονται απ’ τον άνεμο
που το σύννεφο ταξιδεύει αμέριμνο
που το μονοπάτι του βουνού
στριφογυριστό με καλεί

να ’μαι πάλι ολόκληρη
ελεύθερη για τον κίνδυνο
αφημένη στο ποτάμι
που εκβάλλει στη θάλασσά σου

ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ (1997-1999)

ΚΥΚΛΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Η ΣΠΗΛΙΑ

Ησυχία γύρω
Ποών δαίμονα θ’ αντιμετωπίσω πάλι;
Κρυφά τα νοήματα που με περιτριγυρίζουν
Κλείνω τις πόρτες μου
κι ανοίγω ένα φεγγίτη στη σπηλιά μου
όπου κατέφυγα αναζητώντας
υψιπετείς διαδρομές της φαντασίας
Ελπίζω να ξεγλιστρήσω απ’ τις δαγκάνες
που με κρατούν σφιχτά
κι εμποδίζουν τις αποκρυπτογραφήσεις

Θολό τοπίο και στη σελίδα μου
ενώ πασχίζω ν’ ακουμπήσω
μέσα στην ομίχλη αυτή
σε κάποιο βραχίονα να με σηκώσει
το άγγιγμά του να διαπεράσει τις ίνες μου
ο χώρος να φωτίσει από μητρικό χαμόγελο
να με γεμίσει υποσχέσεις 

ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Το περιβάλλον συνηθισμένο
και ζητώ να αποδράσω
μεσ’ απ’ τα κλαδιά του δέντρου
που σκιάζει τη θέα μου
να βρω διέξοδο προς τα πάνω
ν’ ανοίξει δ ουρανός να με δεχθεί
λευκό σύννεφο να πλανηθώ στα πλάτη του
να στείλω τα μηνύματά μου από ψηλά
σ’ όσους στρέψουν το βλέμμα προς εμένα

να μυηθώ στα ουράνια χρώματα
το δάκρυ μου βροχή να πέσει στο έδαφος
το χώμα να ποτίσει
αυτή η περιπλάνηση στους αιθέρες
να μου δώσει νέα εποπτεία του κόσμου
πιο σοφή απέναντι στα ταλανίσματά του
κι απέναντι στο δικό μου σκαμπανέβασμα 

ΥΠΟΘΑΛΑΣΣΙΑ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ

Η υποταγή μου σιωπηλή
υποθαλάσσια η εξέγερσή μου
Κρατώ την αναπνοή μου κάτω απ’ το νερό
και βάφω μενεξεδιά την παρειά μου
κουβαλώντας ένα πένθος μέσα μου
και μια αναμονή:
Το καρδιοχτύπι μου θ’ ανοίξει τάχατες ξανά
το δρόμο προς εσένα
τραγούδι θ’ ακουστεί πάλι απ’ τα χείλη μας
σαν νικητήριο άσμα στην απόσταση;

ΠΥΡΚΑΓΙΑ

Κατηφορικά μονοπάτια
με βγάζουν σ’ ένα ξέφωτο
Λύνονται τα κορδόνια μου
βυθίζομαι στη λάσπη
Τα μάτια μου γεμίζουν ιριδισμούς
από τη λάμψη σου
Με οδηγεί τώρα αυτή
εδώ που έχω καταβαραθρωθεί
αλλά της αντιστέκομαι

Όμως να, μικρές σπίθες
προοιωνίζουν τη νέα φλόγα
που θ’ ανάψει από τα έγκατα μου
για ν’ απλωθεί
να κάψει ό,τι απόμεινε από τους δισταγμούς μου
να φωτίσει πανηγυρικά το χώρο
να θεραπέψει την αρρώστια που πλανιέται
να φανεί το πρόσωπό μου
και να δω
με βλέμμα καθαρμένο

ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΛΟΓΙΑ

Ξεχασμένα λόγια στο χαρτί
τώρα αναβιώνουν
με καλούν να ξαναμπώ στους κύκλους τους
να μεθύσω απ’ το άρωμα της εποχής τους
να χαμηλώσω το βλέμμα στη βλάστηση τριγύρω τους
να πετάξω μαζί τους προς τις αναμνήσεις

Η περισυλλογή αυτή ανανεώνει το αίμα μου
και για λίγη ώρα νομίζω πως διασχίζω
μια αχανή έκταση όπου η επερχόμενη καταιγίδα
θα ξεπλύνει τις αναθυμιάσεις της πραγματικότητας

ΟΡΘΙΟΣ Ο ΚΑΙΡΟΣ

ΠΩΣ ΒΛΕΠΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Βουλιάζει στο σκοτάδι
Σιγά-σιγά τα μάτια της ανασύρουν
κάτι σαν κλεφτοφάναρο, σαν πρωινό άστρο
Αφουγκράζεται κάποια φωνή,
φωνές που την περιπαίζουν και την λοιδορούν
Τα σανίδια στο πάτωμα βγάζουν αγκίδες
που πληγώνουν τα πόδια της
Αυτό το αποκρουστικό πλάσμα
που κολλάει επάνω της
γίνεται ένα με το κορμί της,
είναι το κορμί της
της ορίζει που θα σταθεί, που θα κατευθυνθεί
κόβει στα δυο την ύπαρξή της
Ίσως ένα χέρι,
αν ένα χέρι μπορούσε να την τραβήξει
από αυτή την καθημερινότητα

«Ορφανή, ορφανή» της φωνάζουν οι κάτω όροφοι
«Έλα μαζί μας σ’ αυτό το κρεβάτι των οργίων»
επιμένουν έξω απ’ το παράθυρό της οι σειρήνες

ΨΑΧΝΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΕΝΑ ΨΗΛΟ ΚΛΑΔΙ

Κάτι αναδεύει μέσα της
κι ύστερα χάνεται
Μια λεπτή γραμμή από αισθήματα
κάνει να ξεμυτίσει προς τα έξω
Κάθε της βήμα και μια φράση
δεν ξέρει ποιόν απ’ όλους τους τόνους να διαλέξει
χάνει την ισορροπία της, ζαλίζεται

Ψάχνει να βρει ένα ψηλό κλαδί με πλατιά θέα
να κρεμαστεί από ’κει
αναζητεί απεγνωσμένα να ξαναγγίξει εκείνο το κορμί
να την μεθύσει ο παλμός του

ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ

Βουτάει και ξαναβουτάει την πέννα της στο μελάνι
Τα γράμματα χορεύουν μπροστά της
και δεν βγάζει τσιμουδιά
Το μεγάλο δισκίο που κατάπιε
την οδηγεί σε λήθαργο
μόνο που ξεφυσά κάπου-κάπου από οργή
για την παράδοσή της , ,
μάχεται σιωπηλά να ξαναβρεί τον μυϊκό της τόνο
να ξανανιώσει τις μικρές χαρές από συναπαντήματα
λέει: όχι άλλο, δεν θα ξαναγίνει
και πάλι αφήνεται στη χημική του δράση
στην τεχνητή γαλήνη

όπου τα όνειρα
σαν θέατρο σκιών σβήνουν
μόλις τραβήξεις τις φιγούρες

ΚΥΡΙΑΚΗ

Την άλλη μέρα ανομβρία
και κρύο γέρο
Λέξη δεν ξεμυτίζει
Η έμπνευση στριμώχνεται στο μοναχικό τοπίο
χτυπάει το στήθος με τα χέρια γροθιές
Εδώ χρειάζεται μια νέα καταιγίδα
ν’ αστράψει ο ουρανός, να εκτονωθεί
αλλά τίποτε, ρεπό
Αύριο θα κυλήσουν όλα ομαλά
με δουλειές, υποχρεώσεις και χαμόγελα
σήμερα όμως δεν υπάρχει ούτε αύριο, ούτε χτες

Εκείνη κρατιέται στο κιγκλίδωμα του μπαλκονιού
Ο δρόμος άδειος
Η κρίση θα περάσει
αλλά άφησε το ίχνος της
σε μια σελίδα μισοτελειωμένη
που πήρε τη θέση της μέσα στις άλλες
και μόνο αυτή ξέρει τη διαφορά της

ΛΕΥΚΟ ΕΝΔΥΜΑ

Και κάποια στιγμή θα πρέπει
να φύγει από τη θέση
Δεν ξέρει τι να περιμένει τότε
Καινούργιες λέξεις
νέα εικόνα του εαυτού της
όπως η λευκότητα του χιονιού
μεταμορφώνει την πόλη
και δεν σκέφτεσαι
ξεχνάς πως το λευκό ένδυμα
λασπώνει τέλος
και ξανά στην οικεία καθημερινότητα.

ΝΥΧΤΑ ΜΕΡΑ

Το λιμάνι σιωπηλό
Ο ακήρυχτος πόλεμος
της νύχτας με τ’ αστέρια
ανεβοκατεβάζει τη σημαία
στο κοντάρι που λυγίζει ο άνεμος

Η μέρα που θα χαράξει
κυοφορεί αμέτρητες συμπληγάδες
για να διαβεί εκείνη ανάμεσα
και η αναπνοή της
να φουσκώσει με θαλασσινό αέρα τα πνευμόνια της
μέχρι τις τελευταίες απολήξεις

Μια περήφανη λάμψη απ’ τα μάτια
κι από τα μαλλιά της
θ’ ανασηκώσει τότε το πέπλο της σιωπής
και μικρά άκακα έντομα
θα χορέψουν στην ατμόσφαιρα
θα πλημμυρίσουν με το βόμβο τους
τα ακουστικά πεδία της

Ύστερα θα γυρίσει στα ιερά χώματα
των πατρίδων της
περιμένοντας να νοιώσει τα πόδια της
να πατούν σε έδαφος νοτισμένο
από λαμπρή βροχή μεσημεριού
στην έξοχή μεσοκαλόκαιρο

ΜΕΣΑ ΕΞΩ

Αναμαλλιασμένα όνειρα
πικρή χλόη

Το τοπίο ξυπνάει μέσα της την
που συνταράζει και τη φύση
δένει με τους παλμούς της

Σκόρπια λόγια
τρελλή βουνοκορφή
που της τρυπάει τα μάτια
Τα βήματά της μέσα έξω

Αναπολεί κι έρχεται ο ήλιος
να κάψει τέλος το κελί της

Σβήνει παλινδρομεί
χτυπημένη από ψηλό κύμα
το αναμμένο κάρβουνο η ψυχή της

ΟΠΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ (1999-2002)

ΤΟ ΠΑΡΑΣΥΝΘΗΜΑ ΞΕΧΑΣΤΗΚΕ

ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΙ

Ιωνικές κολώνες στο οικοδόμημά μας
η σύζυγος του πρωτομάστορα
θαμμένη στα θεμέλια

Τα συνεργεία διάσωσης
σε απέλπιδες προσπάθειες

Όμως ο τελευταίος σεισμός απεγκλωβίζει
κάποιες ανάγκες συμφιλίωσης

Ποιος κόσμος θα στήσει τους καταυλισμούς του
Για πόσο το αβέβαιο παρόν
θα κρύβει το πρόσωπό του
από τα βλέμματά μας;

ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ

Κρυφές αναλαμπές του αισθήματος
Θέλω να τις αποκαλύψω
Φοβάμαι μήπως χάσουν
την πυρακτωμένη ύλη τους

Αναπολώ στιγμές ανακούφισης
από τις συστροφές εντός μου
διαλυτικές για τον ιστό των σκέψεων

Πού να πατήσω για να διαβώ αντίπερα
πού να κοιτάξω για να δω το πρόσωπό μου;
Το προσωπείο του πάθους
πώς να το απογυμνώσω;

Κάθομαι πάνω σέ χόβολη
έτοιμη να εκτιναχθώ στο διάστημα
Γυρνώ πισώπλατα στο βλέμμα εκείνο
Πασχίζω ν’ αντικρύσω κατάματα
το είδωλό μου στον καθρέφτη

ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΕΙΣ

Εξόρμηση
προς μακρινή πατρίδα
με καλλιέργειες απέραντες

Μνήμες και πόνοι
σαν το ξεκόλλημα βράχου σε κατολίσθηση

Κι υστέρα, τώρα
απόκρημνα όρη
να ανεβεί η σκέψη
το χέρι ν’ απλωθεί
ν’ αγγίξει τα σύννεφα
απ’ την εξάτμιση του υγρού
που συσσωρεύθηκε στην κοίτη
των παλίνδρομων κινήσεων τού μέσα κόσμου
και αρδεύει τίς εκτάσεις του

ώσπου να εισβάλει η πλημμύρα
των γεγονότων

Παιχνίδια τής ζωής
παιχνίδια τού θανάτου 

Τ0 ΠΑΡΑΣΥΝΘΗΜΑ ΞΕΧΑΣΤΗΚΕ

Επικήρυξη κεφαλών
Λιμνάζει σε κρατήρα ηφαιστείου
η αδικία
παραβίαση κατάφορη των ισορροπιών
Λουφάζουν οι ηγεσίες

Αθέατη η εξέγερση
Η απεργία πείνας
δεν απέδωσε

– Τίς εί;
Το παρασύνθημα έχει ξεχαστεί
Σέ σύγχυση οι δυνάμεις μας
Σοφά λόγια δεν βρίσκουν ανταπόκριση

Άγρια θηρία στην αρένα
έτοιμα να κατασπαράξουν
τους κρατούμενους του καθεστώτος

Μα ούτε και οι μάρτυρες μας
βρίσκουν θέση στον παράδεισο

ΟΠΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

Καθημερινό άγος
χωρίς παρακίνηση της σκέψης

Ψαύω ωστόσο
τις κινήσεις της οργής
το δίπολο
της αγάπης με το μίσος

Την πέτρα
πως θα την κυλήσω
να φράξει τις διόδους
απ’ όπου ξετρυπώνουν
τα παραληρήματα μου;

Πως να κατευνάσω
τα βήματά μου
δώθε-κείθε;

Η άνοιξη της νέας περιόδου
που μου δόθηκε από
καλοπροαίρετα μηνύματα
πως να διανύσει τον κύκλο της
χωρίς να την προλάβει
πρόοδος χειμώνας;

Το αναπεπταμένο πεδίο του κόσμου
που μπαίνει στις διερευνήσεις μου
αναμετριέται με τους εφιάλτες
με τα ατέλειωτα σκαμπανεβάσματα όπου
οποίος μ’ αγάπησε
με μίσησε

και η γλυκεία του παρουσία
άνοιξε τέλος χαίνουσα πληγή
φόρεσε το μανδύα του διώκτη
Παίρνω πάλι το δρόμο
αναζητώντας τούτη τη φορά
τον εαυτό μου

το δρόμο παίρνω πάλι
που με ενώνει με τον κόσμο

Ανήφορος-κατήφορος
το βάδισμά μου ασθμαίνει

όμως θα τον δω τον ορίζοντα
ίσως και να πετάξω 

ΚΑΛΠΑΣΜΟΙ

Πώς να στεριώσει το βήμα μου
στον κυκεώνα αυτόν της παλινδρόμησης;

Πώς η αχτίδα του ήλιου
να εισχωρήσει σ’ αυτή την ανήλιαγη τρύπα
που χαντακώθηκα;

Χλιμιντρίσματα αλόγου
που με παίρνει μακριά
η επόμενη κίνηση

Αν μπορούσα
να ελέγξω τη ρότα του

να αδράξω τη χαίτη του
να καλπάσω ατέρμονα—

Ήρεμη τώρα η διαδρομή
Μαλακά τα πατήματα

Ίσως στη στροφή που έρχεται
η φροντίδα ενός άλλου χεριού
να πλατύνει το δρόμο

ΟΠΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ

Στη Ρούλα Αλαβέρα

Ασυνάρτητα
τα λόγια

Κάθονται στο λαιμό μου
και κλυδωνίζουν το πλοίο
που με φέρνει στις νέες χώρες

Που θα σταθούν
τα φληναφήματα
του εσωτερικού τοπίου;

Πως θα διανυκτερεύσω
στον ξένο τόπο
που φιλοξενεί την αγωνία μου;

Το κάλεσμα της ζωής
γκρεμίζει από ψηλά
τις αντιστάσεις μου
στο οπτικό πεδίο
που αναπάντεχα
ανοίχτηκε μπροστά μου

Οι πόλεις μας
τα καταφύγιά μας
λιμοκτονούν
από την άρνηση στο πέταγμα
μπρος σε οθόνες
οπού τα μηνύματα μπερδεύονται
σε ακατάσχετη φλυαρία
χωρίς την πνοή
που θα τα ανέβαζε
πάνω από τη γραμμή του ορίζοντα

σε θέα απέραντη
σε λόγο κρουστό
σε νέες διαστάσεις
στην κατανόηση
του αδύνατου
του περιφρονημένου

Επιστρέφω
από το στριφογύρισμα
σε άδειους δρόμους
πίσω στο κάθισμά μου
προσπαθώντας να ορίσω
τον τόπο που μου ανήκει

το βλέμμα μου
που να το στρέψου
ώστε να δω
την καταιγίδα που πλησιάζει
πάνω από τις άνυδρές μας κατοικίες
να μας προσφέρει τέλος
λίγη δροσιά

στον καύσωνα
που άλλαξε σε έρημο
τις πόλεις μας
τις εξοχές μας 

ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΡΗΣΗ

Αντίστροφη μέτρηση
Η λύση ανέφικτη
κι η κραυγή καταλήγει στο κλάμα

Τι υπονοούν οι δείκτες του ρολογιού
με τον προκαθορισμένο χτύπο τους;

Αν τρελαίνονταν ξαφνικά
κι έμοιαζαν με τους χτύπους της καρδιάς μου-

Βαθιά θαμμένα
τα υπολείμματα της σκέψης μου

θαμμένος βαθιά
ο θησαυρός που μου χαρίστηκε

Οι αναθυμιάσεις της φωτιάς
που έκαψε όλα τα παλιά ενθύμια
τρυπούν την όσφρησή μου
και με τρέπουν σε φυγή

Δρομολόγιο χωρίς επιστροφή
χωρίς καμμία στάση

Πώς ν’ αναστήσω πιά
νέα δέντρα στην αυλή μου
χωρίς απ’ την αρρώστια
να υποφέρουν;

Ποια μουσική κλίμακα
θα δώσει νέους ήχους
στην ταλαιπωρημένη ακοή μου;

Ψηλόλιγνες φιγούρες
στον ορίζοντα
Με καλούν προς το μέρος τους
να στήσουμε χορό

ΗΧΩ

Καθηλωμένα ρήματα
Κτυπήματα υπόκωφα

Υπομένω αγόγγυστα
το γρύλισμα μέσα στο στήθος μου
οπού ανάκατα τα λόγια περιμένουν
να τα ανασύρω προς τα έξω

Η καινούργια μου πατρίδα
διαγράφει στον χάρτη τα όριά της

Γεύομαι το ψωμί της
σαν αντίδωρο
και το κρασί της μετάληψης
με στεριώνει μετά από πολύ καιρό

Ο αυτοέλεγχος λυγίζει ωστόσο
και ξεκινώ λυπητερό τραγούδι
που απλώνεται σε πλατεία πεδιάδα
Ενώ τα μακρινά βουνά
φέρνουν πίσω την ηχώ του

Ρωμαλέα νοιώθω ξαφνικά
τα άκρα μου
έτοιμα για νέα εξερεύνηση

ΤΟ ΦΩΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥΣ ΥΠΑΚΟΥΕΙ (2003)

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ

Η κάθοδος σε κατηφορική πλαγιά
αποσυντονίζει τους χτύπους της καρδιάς

Η λεία επιφάνεια χαρακώνεται
απ’ το ακατέργαστο διαμάντι
που βρέθηκε στην κατοχή μου

Ακανόνιστες φράσεις και διακυμάνσεις
καρποί από λειψές συνομιλίες
βυθίζονται σε μαύρη τρύπα του γαλαξία

Το κλεινόν άστυ
που φιλοξενεί τους κύκλους μας
ανοίγει σαν βεντάλια
ν’ αγκαλιάσει τους πόθους
και τις αμαρτίες μας

Κλειστά ωστόσο τα παράθυρα
της κατοικίας μου
Μέσα οι στρόβιλοι της σκέψης
διαχωρίζουν στο πινάκιο
την ήρα από το στάρι

Πετούμενα, θηρία και πουλιά τριγύρω
υποδαυλίζουν όμως την πορεία
προς την έξοδο

ΤΟ ΦΩΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥΣ ΥΠΑΚΟΥΕΙ

Σκόρπια υλικά κατεδαφίσεως
Καμμιά φροντίδα για την ανακύκλωση
Το ίδιο σκόρπια και τα ρήματα

Οι κλώνοι των γραμμάτων
εξαπατούν τα αφελή πληρώματα των καραβιών

Λάμπει όμως, να, μία πυγολαμπίδα
κι η νυχτερίδα πού πετά μονάχη
εγκαταλείπει προς στιγμήν
την αιμοβόρα φύση της
και περιμένει

Κάτι γεννιέται άραγε;
Πλάσμα ή άνθρωπος
ιδέα ή λέξη
σπόρος ή καρπός;

Σιωπές γεμάτες
Αγωνία και αναταραχή

Ξεγελαστήκαμε πολλές φορές
και πάλι ελπίζουμε

κι’ ας έχουμε χειμώνα
στους καταυλισμούς μας

Το φως δικούς του νόμους υπακούει
Άλλοτε θέλει κι άλλοτε δε θέλει
το πρόσωπο του να μάς δείξει

Μετανοείτε και προσεύχεσθε.

ΑΤΙΘΑΣΗ ΩΡΑ

Ατίθαση ώρα
Την αρπάζω από τη χαίτη της
για να με ταξιδέψει στο λαβύρινθο

Η θέα χάνεται
Τόσο ταχύς ο καλπασμός

Οι λεπτοδείκτες επιταχύνουν τον κτύπο τους
Σύγχυση, λοιπόν, και στο χρόνο

Δειλά αναδύεται
από το λάρυγγα η φωνή

Καλεί τους φίλους
καλεί και τους εχθρούς
να υψώσουν ανάστημα
να αναμετρηθούνε

Κι ύστερα, ξαφνικά,
απόλυτη ησυχία

Άλλοι, κρυφοί ρυθμοί
ξεπηδούν μέσα στη σιωπή

Επί τέλους η θέα επανέρχεται
Η ομίχλη βαρεία που τη σκεπάζει
Το χιόνι πέφτει ασταμάτητα
Το λευκό τοπίο μας εξαγνίζει

Ήταν η αγάπη
που ’χτίσε τις νέες αντιστίξεις

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΥΣΤΙΚΗ

Η οιμωγή πού ξεπήδησε απ’ τα σπλάχνα
φέρνει πίσω καταχωνιασμένες μνήμες

Λάμψη υπέργεια καταυγάζει
τα μονοπάτια των ιστών τής σκέψης
Τα νήματα πού οδηγούν σέ λύσεις
είναι από εύκαμπτο και τρυφερό υλικό

Απέραντα τοπία από βλάστηση
αναζητούν το βλέμμα που θα τα κοιτάξει
κι υπόσχονται νέες ερμηνείες τής ζωής

Ακούραστα βαδίζουμε και βαδίζουμε
Κάποια ώρα γεμάτη κατάφαση
το κουκούλι της πλέκει αναπάντεχα

Ίσως ο νους δεν είναι ακόμη έτοιμος
να γευτεί τον καρπό της

Μα ο καιρός έχει γυρίσματα
κι είν’ από στερεό μέταλλο ή σκαπάνη μας

Λειτουργία μυστική
κινεί το δοξάρι της
στης ψυχής τα κατάβαθα
να υμνήσει τον πόνο 

ΨΙΘΥΡΟΙ

Χλιαρά τα νάματα της σκέψης
Πύρινες γλώσσες όμως κατακαίουν
τους τρυφερούς μίσχους των λουλουδιών
Η κόλαση ανοίγει σαν χοάνη
να δεχθεί δικαίους και άδικους

Κλειδωμένες οι παρακαταθήκες πυρομαχικών
Με υπονοούμενα οι συνεννοήσεις μας
Οι δηλώσεις ελλειποβαρείς
Λυπημένες κι οι κορφές των δέντρων μας
Βουλιάζει και η τελευταία βραχονησίδα
της θάλασσας μας

Κανένα σημείο στον ορίζοντα
Μόνο ψίθυροι από στόμα σε στόμα
και ο ήλιος κρυμμένος
πίσω από τα σύννεφα

ΚΥΚΛ0Σ ΕΠΟΧΩΝ

Κυοφορείται μια αναλαμπή
Οι φράσεις πάνε κι έρχονται
κρυφομιλούν, αναρωτιούνται

Συνωμοσία εκτυλίσσεται
Λέξεις-κλειδιά οι συνωμότες

Όμως η κλίμακα προς τη σιωπή
έχει στηθεί
Βρίσκομαι πια στα πόδια της
Τρίζουν υπόκωφα τα σκαλοπάτια της

Πόσες στροφές του κεφαλιού προετοιμάζονται
στο νόημα της άρνησης;

Πέφτει η αυλαία του δράματος
Κι ο σπόρος των καινούργιων λέξεων
θάβεται βαθιά στο χώμα του φθινοπώρου
για να βλαστήσει κάποτε
ο κύκλος των εποχών
θα ξανοίξει

ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ (2003-2004)

ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΥ

Ο επισκέπτης ανατάραξε τα νερά
Τα κοχύλια της θάλασσας
βγήκαν στην επιφάνεια
Σαν κάλεσμα βούιξε
στ’ αυτιά μου ο αχός τους

Τα κύματα, με περιτύλιξαν
Η όραση χάθηκε
Ανοιγόκλεισαν τα παραθυρόφυλλα
του αυθαίρετου στην παραλία

Το βέλος που φύλαγα στη φαρέτρα μου
για ενδεχόμενο πολεμικού
επεισοδίου εξαφανίστηκε

Το οπλοστάσιό μου παραδόθηκε
σε ισχυρούς μέσω συγχώνευσης

Κόσμους της φαντασίας πλάθει η μνήμη
Ήρεμα ξεγλιστράω προς τα ’κει
σαν κυριακάτικη απόδραση 

ΤΑ ΚΑΤΑΦΥΓΙΑ ΑΠΡΟΣΙΤΑ

Η κατωφέρεια ήταν παραπλανητική
τα λύματα των κατοικιών μας
εκβάλλουν στις υπώρειες της

Τα καταφύγια απρόσιτα
Ποιος υπονομεύει τη σωτήρια μας
σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης σκοτεινό

Η περιγραφή των αποτελεσμάτων
της συνόδου κορυφής
παίζει ανενόχλητα

Μια μικρή φράση
που ξεφεύγει και πετά στον αέρα
στροβιλίζεται,
κολλά στ’ αυτιά μου

Μόνο ένας άνεμος θα ξεσκεπάσει
τα σπίτια μας, θ’ αποκαλύψει
τις ρωγμές τους

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Εγκαταλελειμμένες οι εστίες μας
Τα δράματα που εκτυλίσσονται
σπέρνουν τον πανικό

Κρυφά νοήματα αποπλανούν
τις λέξεις μας, τα σώματά μας

Η συνείδηση πάσχει
από κεραυνοβόλες ανατροπές
Πως θα ξαναχτίσουμε τα σπίτια μας;
Λείπουν τα υλικά, λείπουν τα χέρια

Καθιστική διαμαρτυρία στους δρόμους
κι ύστερα τίποτε
Έρμαια ασύστολων παθών εμείς
θα κ