ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

1-ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣ

 

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ ΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ
ΠΟΙΗΤΩΝ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΑΝ

 

 

Μανώλης Αναγνωστάκης

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

-Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Την ιερότερη εκδήλωση του Ανθρώπου
Τη χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιο
Των σκοτεινών επιδιώξεών σας
Εν πλήρη γνώσει της ζημιάς που προκαλείτε
Με το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

-Το τί δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
Εσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντα σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Και μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αφτιά
Ν᾿ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μας εγκαλείτε;

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Ἔ ναι λοιπόν! Κηρύγματα και ρητορείες.

Σαν π ρ ό κε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Να μην τις παίρνει ο άνεμος.

 

 

 

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

 

Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕ ΜΑΣ ΑΛΛΑΖΕΙ

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει

Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη

Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη

 

 

Στέργιος Βαλιούλης

ΤΙ ΘΕΛΟΥΝ

Όλοι αυτοί οι άσχετοι που αγνοώ
που δεν αγάπησα
δε μίσησα
αυτά τα ξένα πρόσωπα τριγύρω μου
τι θέλουν
Τι μεσολάβησε και βρέθηκα σε τόσο άνυδρους καιρούς
που άλλαξαν τη γεύση των πραγμάτων;

 

 

Τάκης Βαρβιτσιώτης

 

ΜΑΘΑΜΕ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Μάθαμε τον έρωτα και τον θάνατο
Ταξιδεύοντας από τη μιαν όχθη στην άλλη
Πάνω στην πλώρη ενός καραβιού
Μοιράζοντας κόκκινα γαρύφαλλα
Στους ναυαγισμένους
Ανακαλύπτοντας περίσσια θαύματα
Που δεν χάνονται
Ακόμα κι όταν κλείσουμε τα μάτια
Μάθαμε τον έρωτα και το θάνατο
Ακολουθώντας ένα ποτάμι όπου σμίγουν
Αίμα και φως
Παίζοντας μια σάλπιγγα
Πού συναδέλφωνε όλους τους ανθρώπους
Πού έκανε να σωριαστούν οι τοίχοι
Και να γίνουν κίτρινη σκόνη
Μάθαμε τον έρωτα και το θάνατο
Ολομόναχοι σ ένα κελλί
Κρυμμένοι άλλοτε σ ένα σεντούκι
Κι άλλοτε πάλι στριμωγμένοι
Σε μια λουρίδα ήλιου
Πού θα μπορούσε να τη σβήσει
Ακόμα και το χέρι
Ενός αδιάφορου επισκέπτη
Μάθαμε τον έρωτα και τον θάνατο
Εκεί όπου σήμερα ηγεμονεύει η σιωπή
Τραγουδώντας εύθυμα τραγούδια
Μαζεύοντας μ’ ένα φτυάρι τα χιόνια
Μικραίνοντας με τη χαρά μας την απόσταση
Που χωρίζει τη γη από τον ουρανό

 

 

Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

 

Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Πολιτεία βυθισμένη στη νύχτα.
Κοιμητήρι μ’ επάλληλους
πολυόροφους τάφους νεκρών,
που ροχαλίζουν.

Πόσοι τάχα μπορούν ν’ ακούσουν,
στο βαρύ τους ροχάλισμα,
της περιπόλου τα βήματα;

Εφτά στρατιώτες περνούνε.
Εφτά στρατιώτες σημαίνουν
τις καρδιές των νεκρών,
που δεν έχουν ακόμα πεθάνει.

Ο πρώτος είμαι εγώ.
Ο δεύτερος πάλιν εγώ.
Το ίδιο κι’ ο τρίτος κι’ ο τέταρτος.
Κι’ ο πέμπτος κι’ ο έκτος κι’ ο έβδομος.

Με δεκατέσσαρα πόδια βαδίζω,
με δεκατέσσαρα χέρια κρατώ
τα εφτά τουφέκια,
που μπορούν να ραγίσουν
των κοιμισμένων το τύμπανο.

Ένας σ’ εφτά θώρακες μέσα.
Ένας μ’ εφτά ζώνες ζωσμένος.
Περιφέρομαι τούτη τη νύχτα,
σαν πολύποδο έντομο,
πάνω στο ιδρωμένο πρόσωπο
της Πολιτείας, που ροχαλίζει.
Περιφέρομαι,
γαργαλώντας τη στο ρουθούνι,
γαργαλώντας
την κοιμισμένη της συνείδηση.

 

 

Νίκος Γρηγοριάδης

 

ΤΥΧΑΙΑ Η ΜΗΠΩΣ ΣΚΟΠΙΜΑ;

Να γίνεται τυχαία τάχα ή μήπως σκόπιμα;
Εκδίδονται μελέτες ειδικές, γράφονται
μικρά, μεγάλα αφιερώματα
για τους ποιητές της Θεσσαλονίκης,
εσύ, με ανθισμένο τον πρώτο σου έρωτα εκεί,
με την πρώτη ποιητική σου συλλογή
(αφήνω τους πρώτους στίχους, κορφολογημένους
απ’ τη σαλονικιώτικη καρδιά σου) απουσιάζεις.

Κι όμως, χωρίς μεμψιμοιρίες και παράπονα
εκεί διαρκώς γυρνάει ο νους σου,
στη Χαριλάου, στο Βότση, στην Καλαμαριά.
Κουρνιάζεις στο Ντεπό, χτίζεις το σπίτι σου
στα σταροχώραφα,
συλλέγεις έναν έναν τους μεστούς σου στίχους,
παραδίνεσαι αφανής στην αγκαλιά της,
παντοτινός της εραστής.

Τυχαία ακόμη και σκόπιμα
κανείς δε θα σε απαλείψει από τη μνήμη μου,
αγάπη μου, ωραία Σαλονίκη.

 

 

Ανέστης Ευαγγέλου

 

ΜΕ ΠΑΡΑΧΑΡΑΓΜΕΝΗ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

Με παραχαραγμένη τη ζωή μας,
που άλλοι κινούν, αθέατοι, τα νήματά της,
παραμορφωτικά αλλοιωμένοι στο μηχανικόν αιώνα,
τραυλίζοντας γλώσσες ακατάληπτες, δίχως πατρίδα
και ρίζες μες στην ίδια μας πατρίδα,
περνούν τα χρόνια, φίλοι μου, περνώ κι έγώ
με το μαχαίρι της φωνής μου στομωμένο.

 

 

Χρυσάνθη Ζιτσαία

 

ΤΟ ΧΡΕΟΣ

Είπε να καταθέσει εφ’ άπαξ
εκείνο το χρέος της καρδιάς
που σε καμιά περίπτωση
ποτέ δεν αρνήθηκε.
Όχι, απάντησαν όλες μαζί
ενωμένες οι μυστικές φωνές
των άγραφων νόμων.
Πρέπει να καταθέτεις κάθε μέρα
κάθε στιγμή – φόρο οφειλής –
κρυφά ή φανερά,
από μια σταγόνα αίμα.
Μόνον έτσι μένει πάντα χλωρό
το πολύκλαδο δένδρο της ζωής,
που φωτίζει τη γη,
τρέφει τα ιδανικά,
δικαιώνει τη γραμμή
της πορείας σου.

 

 

Πάνος Θασίτης

 

ΑΣ ΥΠΟΧΩΡΟΥΣΑΝ ΛΙΓΟ

Τι θέλουν τώρα αυτοί και μας θυμώνουν;
Τι κουταμάρες λένε πάλι για δήθεν ύποπτους συνδυασμούς
γι’ ανόμως κερδισμένα;

Είναι ζηλιάρηδες, ανάγωγοι, ξυπόλητοι πάππου προς πάππον,
πεινασμένοι –και δικαίως τέτοιοι που ‘ναι–
δεν ξέρουν τι θα πει ζωή
–την πήρανε στα εύκολα ψωμοζητώντας–
και τώρα κάνουν τους ενάρετους,
παίζουν τους Ροβεσπιέρους!

Στο κάτω-κάτω, ας ήταν ικανοί κι αυτοί,
ας υποχωρούσαν λίγο, ας ελίσσονταν λιγάκι,
ας άρπαζαν τις ευκαιρίες, ας σπρώχναν κι ας πατούσαν στην ανάγκη
αφού κανείς δεν τ’ απαγόρεψε αυτά
–όλοι με κάτι τέτοια ζούμε και περνούμε.

Τους έξυπνους μας κάνουν τώρα;

 

 

Γιώργος Θέμελης

 

ΕΡΗΜΙΑ

Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα

Απ’ όπου περάσεις νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνει από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ’ τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ’ τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιεις νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.

Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.

Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.

Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψη.
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.

Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.

 

 

Γιώργος Ιωάννου

 

ΟΜΙΧΛΗ ΠΕΦΤΕΙ

Ομίχλη πέφτει πάλι απάνω μου
αν είναι δίπλα μου κανείς, τελείως άγνωστο.

Ούτε στη μνήμη μου δε βρίσκω μια χαρά μου.
Η αμαρτία τίποτε δεν άφησε
ούτε ένα πρόσωπο, όλα τα πήρε πίσω.

Πολλή ομίχλη πέφτει απόψε πάνω μου
– μισάνοιξε την πόρτα μου και περιμένει.

Ό,τι φοβήθηκα με βρήκε με το παραπάνω.

 

 

Ζωή Καρέλλη

 

ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

II

Αργυρόηχη, μελίχροη, χρυσορόδινη,
μειλιχόμειδη ερωμένη, ασύλληπτη.
Ηδονή ομιχλώδης η χάρη σου, η καλλονή
πάρα πολύ σιωπηλή,
βασίλισσα
στο μαβί, στιλπνό στερέωμα,
του σκοταδιού αργυρή αρχόντισσα, μακρινή.

Είναι το φως σου παράξενα οδυνηρό
και μαγικό, σαν τη σκιά
εκείνων που αγαπήσαμε τρυφερά
και ξανάρχονται να μας ψιθυρίσουν,
να πουν για τ’ ανύπαρχτα, για τα φανταστικά,
για κείνα τα μυστικά,
που μόνο οι ανήσυχες ψυχές
έχουν μέσα τους.
Παρηγοριά εκείνων που γνωρίζουν τη μοναξιά,
την πλήρη ονείρων κατάσταση
που το φως σου ξυπνά,
καθώς τις σκιές διαπερνά,
δίχως να τις κυνηγά να φύγουν.

Τόσο υπερήφανη, ασυγκίνητη στην εμορφιά σου
λάμψη διαβρωτική, ύπουλα διαπεραστική
εντός μου σταλάζεις
τα μυστικά της νύχτας.

 

Θεόκλητος Καριπίδης

 

ΑΜΦΙΒΟΛΗ ΠΟΡΕΙΑ

Έκλεισα τον κύκλο των αναζητήσεων
Τώρα μπορώ να σας μιλήσω
Η χρυσαφένια θάλασσα
Με μια βάρκα και δυο κουπιά
Παραμένει πρόκληση
Η αρχή ένας δρόμος άγνωστος
Η επιστροφή οδυνηρή
Με πληγωμένη χείλη γεύτηκα την αλμύρα
Η αλήθεια δεν προφταίνει τη σιωπή
Κι η σιωπή πλασματική
Κάθε ενέργεια μια αμφίβολη πορεία
Εκτός από την πορεία των απλών ανθρώπων.

 

 

Γιώργος Καφτατζής

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΚΟΝΗΣ

Μες στην αιώνια σύναξη
αναπηδάω, σέρνομαι
κουλουριάζομαι, ανεμίζω
παίρνω αρίφνητες μορφές
με δάχτυλα ευκίνητα
γεωγραφίζω το σκοτάδι
κλειδώνω το φώσφορο
αλέθω τους πλανήτες
ξεθωριάζω τα χρώματα.
Δεν κουράζομαι να δουλεύω
το κάθε τι από μένα ξεκινά
και σε μένα τελειώνει
όλα με γεννούν κι όλα τα γεννάω
και τυφλή τη σκόνη
με τη σκόνη μου σκεπάζω.

 

 

Νίνα Κοκκαλίδου-Ναχμία

 

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΣΠΙΤΙ

Το παλιό σπίτι επισκευάζεται
καινούργιο υλικό στην κουρασμένη στέγη του
φυσικά οι χελιδονοφωλιές θα γκρεμιστούνε
στα μισόγερτα μπαλκόνια
που με τόση αλαφράδα περπατούσαμε.
Δάση γερασμένα τα πατώματα
που κι η συμπόνοια ακόμα
αρνιέται την περιπλάνησή της.
Γράμμα κι αν στείλουμε πόρτα δεν έμεινε να το δεχθεί
λουλούδι κι αν στείλουμε παράθυρο δεν έμεινε να καμαρώσει
μόνο στους μακριούς μισόφεγγους διαδρόμους του
αθόρυβα περνάει η σιωπή.

 

 

Κλείτος Κύρου

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΓΕΜΑ

Παραθαλάσσιο κέντρο
Καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο
Μουσική χειροκροτήματα
Ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά

Τα παιδιά τρέχουν
Στη θάλασσα σέρνονται φώτα
Τραγούδια
(Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)
Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια
Βραδιάζει
Οι εκδρομείς επιστρέφουν
Με λουλούδια
Με λιοκαμένα πρόσωπα
Χαρούμενοι
(Θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)
Άγγλοι αντιπαθητικοί
Ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες
Μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο
Άλλος και φεύγουμε!
Λάμπες ασετυλίνης
Οι δρόμοι αδειάζουν
Κορμιά κολλημένα στους τοίχους
Λαχανιασμένοι ψίθυροι
(Νιώθουμε ξένοι
Νιώθουμε μόνοι πολύ μόνοι)
Ποιος θα μας σώσει
Ποιος θα μας ξεκουράσει
Κατά πού να γυρίσουμε
(Είμαστε νικημένοι
Και τόσες Κυριακές μπροστά μας)

 

 

Μαρία Κυρτζάκη

 

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

Τόσοι νεκροί
Τόσες χειραψίες
Τόσα λόγια πνιγμένα
Στο χαρτί μια άτσαλη γραμμή
Ο δρόμος
Σχεδιασμένος δήθεν με φροντίδα

Τα μάτια σου που απόφυγαν την πλάνη
Που ήθελαν να αποφύγουν την πλάνη
Τα μάτια σου που βούλιαξαν
Κι έμεινες τώρα σαν τη γάτα
Στη μέση της ασφάλτου

 

 

Κωστής Μοσκώφ

 

[ΑΡΧΑΙΕΣ ΦΩΝΕΣ]

Αρχαίες φωνές πηγάζουν μέσα μου·
η Επανάσταση
κοιμάται
στα ανάπηρα σκέλη του χρόνου…
«Ποιος θα βρεθεί να κλάψει»
Το ταξίδι τέλειωσε,
το ταξίδι ποτέ δεν έγινε·
όλα από καιρό έχουν σιγήσει…
Είμαι μία σχισμένη ταυτότητα
κομματική
— ο έρωτας ανύπαρκτος
Σιωπή ή ιστορία…

 

 

Χρήστος Ντάλιας

 

ΓΙΑ ΝΑ ΞΑΝΑΓΙΝΕΙΣ

Φωτιά. Όχι για να ζεσταθείς
μα για να βλέπεις τη φλόγα.
Φωτιά, για να φωτίζει ο κήπος.
Στον αγρό, στην ερημιά, στο δάσος
όχι για να βρεθείς πιο πέρα
αλλά για να καταλάβεις
την πρώτη του χώρου δομή.

Φωτιά. Για να ξαναγίνεις ο εαυτός σου.

 

 

Ρωξάνη Παυλέα

 

ΕΛΚΟΝΤΑΣ

Κλαίω για τα χαμένα χαμόγελα.
Μια ζωή γεμάτη λύπη
μια ζωή χωρίς ήλιο και γαλήνη.
Τον πελαργό και αυτόν ζηλεύω
που μελετά απ’ την κορυφή της φωλιάς του
τους καπνούς των εργοστασίων,
τους εργάτες και τους αστούς
και δε συμπεραίνει τίποτα.
Θέλω πεύκα με σκίουρους
όχι ένα πολλούς
να καταλάβω
την ωριμότητα της ζωής.
Κι όταν είμαι μακριά από δω
όταν σαν καπνός θα φύγω
θα με θυμούνται οι μικροί
σκίουροι σαν τη Χιονάτη.
Μόνο στα παραμύθια ζούμε.

 

 

Σαράντος Παυλέας

 

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Άνθιζε όλος ο πυρακτωμένος ήλιος, άνθιζε, όταν σ’ έβλεπα
τους χτύπους τους μουσικούς η καρδιά μου άνθιζε
κι εγώ ξεχνούσα πολεμιστές που έμεναν ακίνητοι στα μονοπάτια
με τα ρούχα τ’ άδεια ντυμένοι να τους τρώει ο χρόνος
και μια σαρκοβόρα βροχή.
Άνθιζε η καρδιά όταν σ’ έβλεπα, άνθιζα ολόκληρος κι εγώ.
Πάνε πια χρόνια και χρόνια που έχασα εκείνο τον καιρό.
Μα σ’ έχω γράψει πάνω στης καρδιάς μου το ρυθμό
και δε σε λησμονώ σαν το ελάφι που δεν ξεχνάει
την ταχύτητά μου τη γοργή.

 

 

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

 

ΕΣΥ

Τάχα τα χέρια σου λαβωμένα πουλιά,
της ημέρας καθώς κρατούσες την τροφή,
ήταν η ένδειξη, που σούδινε πρόσωπο,
μέσα στους ποικίλους ρυθμούς των σπιτιών.

Από τότε που σ’ αντίκρισα στη γωνιά,
προσφιλές του πτωχού ένδυμα ταπεινό,
το γυμνό ευθύ δρόμο ακολουθεί,
όπου σε χάνω, αποζητώντας να σε βρω.

Ανασαίνοντας τη ζωή των ομοίων μου,
στο παρελθόν αντίπερα του γεφυριού,
αποφόρι του πλούτου σπάταλο,
τόνομά σου φυλάγω μυστικό.

Μέσα σ’ έναν θάνατο γυάλινο,
όπου ιδρώνουν της δυστυχίας τα όνειρα,
βλασταίνεις ρίζες μυστικές,
σαν σκοτωμένο ζώο και θεός.

 

 

Άνθος Πωγωνίτης

 

ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ

Στη Σαϊγκόν κάνουν πυροτέχνημα τον εαυτό τους οι άνθρωποι.
Επιζητούν η τέφρα τους να καλύψει τον ήλιο.
Ανεπίτρεπτο είναι το φως.
Η δουλεία αλλάζει ενδύματα.

Ο Χάρτης του Ο.Η.Ε. ανεμίζει τη σημαία του
σε θυρεούς πτωμάτων.
Η αυτοδιάθεσις των λαών χαμόγελο σε παρένθεση.
Χωρίς περιεχόμενο ρήσις.

Ωκεανός ατέρμονος η πείνα
Χάος απύθμενο η αθλιότης.
Νιρβάνα ο Βούδας υπόσχεται. Ειρήνη ο Χριστός.
… Σαϊγκόν!… ζωή! Χαμόγελο αγγέλων.

 

 

Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου

 

Ο ΠΑΛΙΑΤΣΟΣ

Ντυμένος την παράξενη στολή του,
μ’ αλλόκοτη μορφήν από μπογιά,
κάνει τον κόσμο να γελά μαζί του,
μα εκείνος δε γνωρίζει να γελά.

Μες στης χαράς αυτός το πανηγύρι,
μερόνυχτα πηδάει στη σκηνή,
ως που μια μέρα κάπου θ’ απογείρει,
φτωχός σε κάποια τρώγλη σκοτεινή.

Είναι ο παλιάτσος, σ’ όλη τη ζωή του
τη θλίψη των ανθρώπων που σκορπά,
ενώ τη θλίψη πρέπει τη δική του
να κρύβει πάντα κάτω απ’ τη μπογιά.

 

 

Γ. Ξ. Στογιαννίδης

 

ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ

Απ΄τον φεγγίτη
η νύχτα έπεφτε άδεια
ενώ περίμενε να ξημερώσει.

Μονάχα μέσα
-πολύ μέσα-
άκουγε την Άννα να τραγουδά
κι οι φονιάδες του ύπνου αραίωναν.
Θυμήθηκε τότε
εκείνη την άδεια «μετά δημοσίων θεαμάτων»
κι άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του.

Έβγαλε μια φούχτα καρφιά…

 

Αλέξης Τραϊανός

 

ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ

Τα μάτια σου
Πώς σκοτεινιάσαν έτσι τα μάτια σου

Πώς να σε κοιμίσω μέσα μου τούτη τη νύχτα
Που με γυρνά σε μια πλατιά ανάσα
Κάτω απ’ ώρες πιο μαλακές
Κι από γαλάζιες προσδοκίες
Εκεί μες στις ακροβασίες τόσων χελιδονιών

Πώς νύχτα μου να σε κοιμίσω
Σε ποιο κρεβάτι σε ποια χωμάτινη κοίτη
Πού να σας κοιμίσω σκοτεινά μάτια της αγάπης
Σε ποιο κρεβάτι σε ποια χωμάτινη κοίτη
Τώρα που πλησιάζουν οι τυμβωρύχοι

 

 

Θανάσης Φωτιάδης

 

ΚΑΚΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΑΡΧΟΝΤΑΣ

Φέτος, παράδοξα, στη μέση του καλοκαιριού
τα παιδιά της πολιτείας
αλλάξαν λόγια στα κάλαντά τους:
Λένε για κλέφτες άρχοντες,
για προδότες αρχηγούς,
για μαύρα λουλούδια,
για σκοτεινούς καιρούς.

«Μας κλέψαν την ελπίδα,
μας κλέψαν τη χαρά!»

Υψώσατε τάχιστα το μνημείο της καταισχύνης,
αν σας ενδιαφέρουν αυτά τα παιδιά.

 

 

Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους

 

ΟΔΟΣ ΑΝΘΕΩΝ 1987

Τώρα που ερήμωσαν οι δρόμοι
για ένα ακόμη ματς του μπάσκετ
στο ξαφνικό κρύο του Δεκέμβρη
οι κήποι της ψυχής μου χάθηκαν
μαζί με προσφιλή πρόσωπα
πάνω σε ξεχασμένους όρμους γλεντιού
παλιούς ψαρότοπους για άσφαλτο
σε μια παγωμένη οδό
που οδεύει στη νύχτα με κίτρινα φώτα
στη διεύθυνση του Χορταΐτη ανέμου
όλο ψυχρές βιτρίνες που μισοκοιμούνται
φαστ φουντ και λαμπρά αυτοκίνητα

Από τότε που εγκατέλειψες την ποίηση, Μαρία
το καφέ αυτό μοιάζει ωχρό πλοίο
που φεύγει φωτισμένο για άγονες πια γραμμές
για τη Λέσβο των ποιητών
κουβαλώντας χυδαίους μνηστήρες
στις συντεταγμένες μια άναρθρης νύχτας
απάνθισμα κακόφωνο που δεν ολοκληρώθηκε
σε διάλογο και γι’ αυτό μας χώρισε
κι εγώ χρόνια κατεστραμμένος από την έμπνευση
βηματοδοτώ στίχους δίπλα στο τζάμι
εμπιστεύομαι σηματοδότες του ουρανού

Δεν ξέρω γιατί τις κρύες νύχτες του χειμώνα
κοιτώ το παγωμένο φεγγάρι που ταξιδεύει
μετρώ τα χρόνια με τη λάμψη του Πολικού
καθώς απέτυχα να σε γιατρέψω
θύμα ψυχωτικό μιας μεγάλης ομορφιάς
Μαρία, άστρο στο στερέωμα…

 

Μάτση Χατζηλαζάρου

 

ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

Μια ανεμώνη τινάχτηκε
μέσα στην αγκαλιά μου
πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα γελάει μια αχτίδα.
Η θάλασσα αναμοχλεύει τ’ άσπρα της χαλίκια
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Δυο κόκκινες χάντρες κύλησαν
από μιας κοπέλας το λαιμό.
Οι λυγαριές αναστενάζουν μες στη ρεματιά
χορεύουμε, χορεύουμε, η μουσική μας είναι η σελήνη
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Όταν μεθάει το κρασί
το πίνω μες στα χείλια σου
ο ήλιος σηκώνεται προτού ξυπνήσει το φιλί.
Η παλάμη σου ανοίγει όταν σκάει το σύκο
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΟΤΑΝ ΟΙ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ ΜΙΛΑΝΕ ΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ

 

1-ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ1

 

ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΟ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΑ ΣΕ:

  1. ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ
  2. ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ
  3. ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΟΦΙΛΗΤΗ

 

 

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

Σαν τη γραμμή του ορίζοντα, πράσινο,
εγώ αγαπούσα το μπλε, της θάλασσας,
νησιά πέλαγος πλοία άγονη γραμμή
πρόσφυγες μετανάστες

 

ΦΑΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

Απάντησε με συνοπτικές διαδικασίες
ίσως και λίγο παραπλανητικά
άλλωστε ποιον ενδιέφερε στ’ αλήθεια πώς
τα ‘βγαζε πέρα…

 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΑΒΡΑΜΙΔΟΥ

Τη στιγμή που πέφτεις
δεν υπάρχει σωστή κραυγή να βγάλεις,
λέξη να πεις,
να ψιθυρίσεις.

 

ΕΛΕΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ

Μυτερά αθήλαστα στήθη
Ένστικτο λύκαινας παρθένα λεκάνη
Εκεί που έριξε ανάσκελα ο ποιητής τον Μάη
Εκεί θέλω να γίνω μάνα σου

 

ΣΙΣΣΥ ΑΛΗΦΡΑΓΚΗ

Μετατρέπεις την άπνοια σε πνοή και θύελλα.
Το μούχρωμα σε κυανό και αυτοκρατορικό μπλε.
Την ελαφρά απορρόφηση σε ανυπόφορη φιληδονία.
Ορίζεις τον ωκεανό σε λίμνες μικροσταγόνων.

 

ΜΥΡΤΩ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Έχει πολλά ταφ
αυτό το ποίημα,
πολλούς μικρούς
ακέφαλους σταυρούς

 

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ – ΦΩΤΙΑΔΟΥ

Να στροβιλίζονται στη ζωή
μέχρι να αποσυρθούν στη γωνιά τους
χορτασμένα από κίνηση
λησμονημένα από αγάπη

 

ΝΕΒΗ ΑΣΤΡΑΙΟΥ

Πολλές στιγμές γίνονται χρόνος γδύνω τα μάτια σου
καυτές αναμνήσεις που αγγίζω βγάζουνε φτερά
λέξεις κολλάνε στο λαιμό τρέμουν τα χάδια σου
πες μου αλήθεια αν χάθηκαν κομμάτια απ’ τη χαρά.

 

ΕΙΡΗΝΗ ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ

Γίνομαι με τη φύση σώμα
Ακούω το περπάτημα των μυρμηγκιών
Μιας θάλασσας υπόγειας τον παφλασμό ακροάζομαι
Το αγορίστικο τρεχαλητό — δόνηση στο νύχι.

 

ΚΑΙΤΗ ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ

Τρέχει πάνω στο κορμί μου το νερό,
φεύγει ο ιδρώτας, τα δάκρυα, το αίμα.
Καθαρίζω την ελαττωματική μου μηχανή,
διώχνω τα βρόμικα λάδια της.

 

ΧΡΥΣΑ ΒΛΑΧΟΥ

Με πολύχρωμα λουλούδια και θυμιατά
Με ύμνους και επικήδειους
—Ανναίς μη χαλάς τα λουλούδια
για τη στείρα ασφάλεια.

 

ΣΤΕΛΛΑ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ-ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα ξεπερασμένο
που μοιάζει στη γυναίκα
ερωτεύεται τη νύχτα
και παντρεύεται τη σιωπή

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

Οι Πηνελόπες
πέταξαν τους αργαλειούς στη θάλασσα.
Δεν υφαίνουν πια
ούτε κεντούν τα βράδια.

 

ΣΤΕΛΛΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

Οι λέξεις μου ταξιδεύουν
με τους πιο σφοδρούς ανέμους
Μερικές φορές ναυαγούν
πριν βρουν λιμάνι

 

ΑΝΤΖΕΛΑ ΓΕΩΡΓΟΤΑ

Ακούω τη φωνή σου μέσα μου,
ζεστό ρυάκι στην ψυχή.
Λένε πως έφυγες,
χωρίς αποσκευές.

 

ΠΑΝΕΛΟΠΗ ΓΙΩΣΑ

Φοβάμαι μη δεν προλάβεις
να κοινωνήσεις σχώρεση
και μείνουν αυτές οι ρυτίδες
αναίτιες.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

Κορίτσι των σκοτεινών δασών… δασών… σών… σών…
θυμάμαι τη φωνή σου που αντανακλούσε
στα παλιά σανίδια του μοναστηριού…
Έχει αλλάξει από τότε, σου το είπα;

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

Με λένε Οδύσσεια.
Άνθρωπος διωγμένος κι εγώ από τον ουρανό
το σώμα μου φθαρτό, έχει από πέσιμο
σχεδόν οριστικά τσακίσει.

 

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ

Σε χρόνους ατελεύτητους
παροντικούς
και μέλλοντες
γράφω τις ιστορίες μου

 

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Έβρεχες τους αστράγαλους
στης θάλασσας το κύμα
κι ο άνεμος σου χάιδευε
το ολόλευκο φουστάνι.

 

ΕΛΕΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ – ΕΦΡΑΙΜΙΔΟΥ

Είναι ο χρόνος Μύθος μεγάλος κι ανατρέπει.
Ποιος ξέρει από στοιχειωμένα κάστρα
κι από υπνωτισμένα γίγαντα
τι παραμόρφωση θα βγει;

 

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

Ονειρεύτηκα
Την πόλη των παιδικών μου χρόνων
Ήτανε άδεια
Όλα τα σκέπαζε η σιωπή

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΖΑΜΠΑ

υπάρχουν αισθήματα φίλε μου
που οχυρώνουν το βλέμμα
τρεμουλιάσματα πυγολαμπίδων
χτυπούν από χαρά

 

ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΖΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ισοπέδωσε τον έρωτα
να γίνει ένα με το χώμα
για να μείνει ο πόνος ξεχασμένος
κάτω από τις πέτρες.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΖΗΣΑΚΗ

μια μέρα θα γίνουμε όλοι αστοί
ύστερα θα πιάσουμε από ένα προάστιο στον ουρανό
να τραγουδάμε αναπαμένοι
το τραγούδι των καλοκαιρινών τρένων

 

ΕΙΡΗΝΗ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ

Κάποτε ξύπνησα μετά από χρόνια
δίχως πόδια και χέρια
Ανάλαφρη σαν παιδική υδατογραφία
με κόκκινα χείλη από τα βυσσινάδα

 

ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ

Σαν φύγεις…
Εκείνο που με θλίβει πιο πολύ
θα ’ναι που δε θα σ’ αγκαλιάζω.
Να σε κρύβω όταν σε τρομάζουν.

 

ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ

Μετά από κείνη
την ειρηνική επέμβαση
καπνίσαμε οι περισσότεροι
το τελευταίο μας τσιγάρο

 

ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ό,τι χάθηκε στο χρόνο ταξιδεύει
αινίγματα στάχτη
και κάρβουνο
όλα τα καταπίνει η νύχτα

 

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ

μη χαθείς πάλι μες στο λαβύρινθο
ο χάρτης σου –το ίδιο κι ο δικός μου-είναι τούτο το νησί
θάρρος, το κουβάρι να ξετυλίξεις μέσα σου
χωρίς να κρίνεις

 

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Την τεφροδόχο των στίχων σου
δίχως έλεος θα σκορπίσω
να δω πως πνίγει η κάθε λέξη
το όνομά μου

 

ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ-ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

Κάθε άνθρωπος πρέπει να ‘χει ένα πάθος κρυφό
Ένδοξα να τον σβήνει ανυπόκριτα
Ένδοξα να κοιτάει το βλέμμα του
Στη σιωπηλή χαράδρα του θανάτου

 

ΜΑΡΙΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

Κατάρτια περίτεχνα καμωμένα
από τα πανάρχαια χρόνια
δοκιμάζουν τη σιγουριά του τεχνίτη
μέσα στης θάλασσας την αντοχή.

 

ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΛΟΒΕΛΩΝΗ

κι εμείς θεατές σε χρόνο νεκρό
κοιτάμε βουβοί την οθόνη
πριν μείνουμε μόνοι και πέσουν
οι τίτλοι του τέλους

 

ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ

Με το πρώτο φεγγάρι της άνοιξης
Μολυσμένες χειρονομίες
Αντανακλούν στα τζάμια της νύχτας
«Θάνατος στην Μεσόγειο»

 

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

Έμεινα έκπληκτη να τον κοιτώ
Όπως υπέρλαμπρος πετούσε
Πριονίζοντας με το δοξάρι
Τον λαιμό του

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΟΡΡΥΒΑΝΤΗ

Και ο Αγαμέμνονας νεκρός.
Κι η ομορφιά της Ελένης στείρα.
Μία σειρά συμβολισμών
που ο Μικελάντζελο δεν είδε.

 

ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΟΥΝΑΓΙΑ

Ακροβασία
ανάμεσα σε μνήμη και εικόνα.
Πλάσματα του τίποτε
αθύρματα τυχαία της φθοράς.

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Η γυναίκα μεγαλώνει.
Τα ποιήματα μικραίνουν.
Θα πρέπει να παραγγείλει
άλλο μέγεθος πόνου.

 

ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΖΑΚΗ

Η μοναξιά τον κατοικεί τον έρωτα, μη
την τρομάζεις, χαμογέλασες,
και εφευρίσκει γλώσσα αμίλητη
και γλώσσα τιμημένη.

 

ΜΑΡΙΑ ΛΑΤΣΑΡΗ

Μάρτυς μου τα δάκρυα
ορκιζόταν
λες κι ο πόνος
είναι ζήτημα αλήθειας

 

ΙΩΑΝΝΑ ΛΙΟΥΤΣΙΑ

Θέλω να φύγω από εδώ.
Αφού ποτέ δεν θα ‘ρθει η ευτυχία.
Κι ό,τι νόμιζα πως ήρθε, με κορόιδεψε.
Όλοι με πουλάνε.

 

ΜΕΡΗ ΛΙΟΝΤΗ

άκαμπτα μέλη περιφέρονται απόψε
κλαδιά στους ξεχασμένους δρόμους
και πληγώνουνε τα σώματα
που γέρασαν παράκαιρα

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΛΥΜΠΕΡΗ

Μήτρες της άνοιξης υγρές
μέσα στο χώμα του σωστού καιρού,
τρίζουν οι βολβοί, ετοιμάζονται,
αξίζει το κάλλος την αναμονή του.

 

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΜΑΚΡΙΔΟΥ

Κάθε μέρα υφαίνω
και ξηλώνω τον Έρωτα
να βρει η ψυχή μου ανάσα
και τα μάτια μου το φως.

 

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΤΑ-ΛΑΖΑΡΟΥ

Όταν μου τελειώνουν τα δάση των ονείρων
μπαίνω στο ναρκοπέδιο
ελπίζοντας πως όταν βγαίνω
κουβαλώ κι ένα κομμάτι του εαυτού μου.

 

ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ

Τα πιο πικρά δάκρυα είναι εκείνα
που δεν κυλάνε ποτέ από τα μάτια μας.
Οι πιο δυνατοί οργασμοί είναι αυτοί
που δεν ακούγονται.

 

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

Στο Καϊρουάν άκουσα τους αργαλειούς της Αμμοχώστου
όπως τους περιγράφουν παλιοί χρονικογράφοι
ήπια από το νερό του πηγαδιού
που ενώνεται υπόγεια με τη Μέκκα.

 

ΕΛΕΝΗ ΜΑΥΡΟΓΟΝΑΤΟΥ

Ανάμεσα στο χειμερινό ηλιοστάσιο
και την εαρινή ισημερία
σ’ αγάπησα.
Ούτε ένα καλοκαίρι μαζί σου δεν πρόλαβα.

 

ΛΙΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ

Τα βουνά απλώνουν τα χέρια και με καλούν.
Χιονίζει στο Τρόοδος.
Το νησί είναι αιχμάλωτο μες στην ομίχλη και τη βροχή
περικυκλωμένο από μνήμες.

 

ΛΙΛΙΑΝ ΜΠΟΥΡΑΝΗ

Μια νύχτα ανυπέρβλητη
που εισέρχεται οριστικά
στο χειμερινό της
ηλιοστάσιο.

 

ΝΟΡΑ ΝΑΤΖΑΡΙΑΝ

Πες μου για άλλη μια φορά
γιατί οι Αρμένικες ιστορίες είναι τόσο θλιβερές
και γιατί υπάρχουν τόσα πολλά γράμματα που σε πνίγουν
όταν οι λέξεις σου σβήνουν και τα χείλη σου τρέμουν.

 

ΕΥΑ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ

Τα βράδια που μονάχα
το λευκό του γιασεμιού
μας τραγουδούσε
με μύησες στις σιωπές σου…

 

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΝΤΑΣΗ

Αυτός ο κόσμος ζούσε στο ενδιάμεσο
της αγάπης του Θεού και
της μανίας του ανθρώπου.
Γι’ αυτό ο οίκτος μου μεγάλωνε κάθε ημέρα πιο πολύ·

 

ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ-ΠΑΠΑΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ

Αληθινά, τι άλλο πια να πω
απόκαμε η καρδιά να περιμένει
μένει στο στόμα μου το σ’ αγαπώ
απόκριση βουβή και ξεχασμένη

 

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Τι μελωδία μυστική
θύμιαζε μέσα απ’ το κοχύλι;
Μια αρμονία θεϊκή
άχνιζε — .. .σαν από πηγή;

 

ΣΟΦΙΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΥ

Οι λέξεις που δεν τολμώ
να σου προφέρω
την ψυχή μου στοιχειώνουν
την καρδιά μου.

 

ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΠΠΑ

Άστατο κορμί πού τριγυρίζεις;
Σε ψάχνω μάταια
ανάμεσα σε ιστούς
ζωής και θανάτου.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΥΛΑΚΟΥ

Την ώρα που κοιμάσαι
σηκώνεις το χέρι
δείχνεις το χαμόγελο στον ουρανό
το φως στον ορίζοντα. 

 

ΣΟΦΙΑ ΠΕΡΔΙΚΗ

Οπώρες κίτρινοι ήλιοι
λάμψατε σπυριά φωτός σαν το χαλάζι
στη λίμνη που έπεσε των λουλουδιών
και λιώσατε μέσα στο χέρι που σας μάζεψε.

 

ΒΑΣΙΛΚΑ ΠΕΤΡΟΒΑ-ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ

Περνούν οι μέρες σαν σκιές ξυπόλυτες,
δεν κλαίω, δεν φωνασκώ, μήτε τον ουρανό καλώ.
Μνήμες αβέβαιες, λέξεις που τρεκλίζουν
την καρδιά με νύχια ξύνουν μυτερά. 

 

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΙΤΟΥ

Μες στης ζωής μου τό μικρό ταξίδι
έμαθα ν’ αφουγκράζομαι τον ψίθυρο του ανθρώπου
και μ’ άστερόσκονη χρυσή να τον στολίζω
να τον τραγουδώ.

 

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

Κι έγερνε τότε ο Ουρανός
και της ψιθύριζε
πως σήκωνες στα ύψη όλη την Κάρπαθο
την έφερνες ξανά κοντά του

 

ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ

Στα απογεύματα της σιωπής
απλώνουν τα ρούχα τους οι γυναίκες,
να στεγνώσουν μαζί με τα υγρά όνειρα
σαν ξεφεύγουν λόγω ζέστης κι ανάπαυσης.

 

ΜΑΡΙΑ ΤΖΙΚΑ

Με μιαν απόχη μεταφέρει ωραίες εντυπώσεις,
τις αποθέτει πλούσιες
επάνω σε φιλέριδες εκφράσεις,
και τις χαλά.

 

ΕΛΕΝΑ ΤΟΥΜΑΖΗ

Γράφεις με ευγνωμοσύνη
Βουτώντας την πέννα σου
στο ασήμι της θάλασσας
Που σε κοιτάζει αμετάβλητη

 

ΓΙΩΤΑ ΤΣΕΡΤΕΚΙΔΟΥ

Καίνε δύο λαμπάδες για μένα.
Σε μαύρο περίτεχνα σκαλισμένο ξύλινο φέρετρο
που απ’ ανθρώπου χέρι δεν ήταν καμωμένο
με απόθεσαν.

 

ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΡΑΚΟΥ

ακαθόριστα ζωντανή
μετατοπίζομαι
γεμάτος ο κόσμος
και χωρίς εμένα

 

ΝΑΝΑ ΤΣΟΓΚΑ

Μες στο χορό των άστρων
παιδιά θα φύγουμε με τη χαρά
και με τις λύπες αγκαλιά.
Και τις καρδιές σπασμένες.

 

ΝΕΝΑ ΦΙΛΟΥΣΗ

Πώς αγγίζει κανείς τη χώρα του
ξαφνικά στη μέση ηλικία
και του κόβεται η ανάσα
ακριβώς στα δύο; Έτσι.

 

ΤΖΟΥΛΙΑ ΦΟΡΤΟΥΝΗ

η αγάπη είναι αυτή που δεν αντέχεις
αυτή που αμύνεσαι
συστρέφεσαι γύρω από το οχυρό σου
καμιά φορά επιτίθεσαι κιόλας

 

ΛΙΝΑ ΦΥΤΙΛΗ

Σε βλέπω στον ύπνο μου
είσαι δεκάξι
με την παλιά φωνή,
το γέλιο σου το φωταγωγημένο

 

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

Μετρά τα σποράκια βεβαίως
όπως τα θάβει ένα ένα
σαν αριθμημένα ποιήματα
για τον επιμελητή του μέλλοντος.

 

ALDA MERINI
Μετάφρ. ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ

Δεν έχω ανάγκη από χρήματα.
Έχω ανάγκη από ποίηση,
εκείνη τη μαγεία που καίει το βάρος των λέξεων,
που ξυπνά τις συγκινήσεις και φέρνει καινούργια χρώματα.

 

MARIANNE MOORE
Μεταφ. Βικτωρία Καπλάνη

η δική μου ευχή… Να ήμουν, λέει, δράκοντας
το σύμβολο της Ουράνιας Εξουσίας – μικρός
σαν μεταξοσκώληκας ή και πελώριο ερπετό ενίοτε αόρατος
Φαινόμενο που πετυχαίνει το στόχο του!

1 σχόλιο

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

 

1-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%84%ce%b5%cf%83-%ce%ba%cf%85%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%85-%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf

 

 

 

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΠΟΥ ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΑ

1. ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ

2. ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΠΟΙΗΣΗ

3. ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΟΦΙΛΗΤΗ

 

 

 

 

 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΑΒΡΑΑΜΙΔΟΥ

 

ΕΣΕΝΑ Σ’ ΕΧΩ ΞΑΝΑΓΑΠΗΣΕΙ (2014)

Αν κάθε στίχος μου
ήτανε μια στιγμή,
πλούσια πολύ θα ’χα ζωή
αν και τις στιγμές μου
ύλες
δεν τις θυμάμαι.

Αν κάθε στίχος μου
ήταν η άλλη ζωή,
θα ’χα περάσει σε αυτήν
μία μία
όλες τις στιγμές μου.

Αν στους στίχους μου
ακούσατε την καρδιά
πως έφυγα θα μάθατε
-μέσα-
δεν χώραγαν άλλοι.

Παράγωγα
Επίθετα
Επιρρήματα
Ουσιαστικά.
Μια λέξη θυμάμαι εγώ,

Αγάπη.

 

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΑΓΙΩΤΟΣ

 

ΑΝΕΣΤΙΟΣ ΚΑΙ ΛΙΘΟΞΟΟΣ (2015)

Οι σάλπιγγες

Ουρανομήκεις και κατ’ επανάληψην
ήχησαν οι σάλπιγγες.

Όμως,
αρμός δεν ράγισε,
πέτρα δεν σάλεψε,
έστω μία ζεματίστρα να κυρτώσει.

Άθικτα και ακέραια
παρέμειναν τα γιγάντια τείχη.

Μειδιώντας
και νωχελικά ξύνοντας τον θυρεό του
το απόρθητο οχυρό
λοξοκοίταξε τα χάλκινα όργανα.

Σαρδόνια κάγχασε πρώτα,
μετά βρυχήθηκε.

Τα απαστράπτοντα πνευστά,
ακαριαία, απώλεσαν την στιλπνότητά τους
μετά ζάρωσαν
και συστάλθηκαν σε κόρνες.

Κόρνες άρρυθμες, βραχνές και θορυβώδεις,
ως των νυκτερινών αυτοκινητοπομπών
σε επινίκιους πανηγυρισμούς.

 

 

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΡΓΥΡΟΥ

 

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΘΛΙΜΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ (2015)

ΠΕΤΡΕΣ

Θα ’ταν δεν θα ’ταν είκοσι χρονών
σαν με το φουστάνι της το μουσταρδί και με τα τσόκαρά της
έφυγε μεσοκαλόκαιρα.

Τριάντα χρόνια ύστερα από τότε
στο σπίτι της, προίκα του κυρού της, επιστρέφει.
Όχι κυρά του, μα επισκέπτρια μόλις πέντε λεπτών.
Κοιτά τους τοίχους, τα παράθυρα, τα ερμάρια
ίδια από τότες κι ίχνη απ’ τα χρώματά τους στέκουν ξασπρισμένα.
Χαϊδεύει απαλά το ξύλο, τον σουβά, το σκουριασμένο κάγκελο, την
πέτρα.
Στέκεται και μιλά στες κάμαρες,
οσμίζεται τες μυρουδιές,
των δέντρων τους κορμούς φιλά.

Στο τέλος φορτώνει πέτρες και τις πάει στο νότο.
«Ας εν’ τζαι πέτρες» σκέφτεται.
Με αυτές στολίζει την αυλή της στον συνοικισμό,
φκιόρα φυτεύει ανάμεσό τους,
καμώνεται πως είναι πάλι πίσω.

Μάρτιος 2014

 

 

 

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ – ΦΩΤΙΑΔΟΥ

 

ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ (2016)

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΝΟΤΑ

Έχουν μια μουσική τα τρένα
Έχουν τη μελωδία της εναλλαγής
Την ώρα που σφυρίζουνε σφαδάζοντας
ην έλλειψη
ελευθερώνουν νότα νότα το ερωτικό τους κάλεσμα
Βλέπεις τις ράγες τους
νο ορθώνονται
να γίνονται αγκαλιά
να σφίγγουν μέσα τους μια άγνωστη ηδονή
κάποιου ορίζοντα
Να λυγίζουν
σαν επιδέξιοι χορευτές

Κι άλλοτε πάλι
να γίνονται δεσμά
να τυλιχτούνε γύρω στις σκέψεις σου
κι από πουλιά που τις ξεγέννησες
να πέσουνε στο χώμα σου βαρίδια

Η επόμενη μου νότα
θα ήθελα να είναι το φως
που αντανακλά πάνω στις ράγες

 

 

 

ΝΕΒΗ ΑΣΤΡΑΙΟΥ

 

ΠΡΟΚΛΗΣΗ (2010)

ΕΥΘΕΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ

Μ’ εξουσιάζεις όταν γυμνή με υποχρεώνεις
να απαγγέλλω όσα δεν τόλμησα να ζήσω.
Σ’ εξουσιάζω όταν σε θέλω μέσα μου να μένεις
μέχρι τα μάτια να θολώσουν από την έκσταση.
Δυο ρόλοι που αναζητούν οργιαστικά σημεία
στην τόση αυτή μονοτονία του χρόνου
που βάλθηκε να αποδυναμώσει την ψυχή
για ένα καυτό πάθος σε ευθεία κόκκινη γραμμή.

 

 

 

ΣΤΕΛΛΑ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

 

ΦΟΒ ΥΠΟΓΛΩΣΣΙΟ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ (2015)

Κεφάλαιο τέταρτο
μια τέτοια νύχτα, μερικά ενδεχόμενα

Μια τέτοια νύχτα
τα χέρια θα μιλάνε με μνήμες
θα διασταλεί ο καιρός
και θ’ απαγορευτούν των φωτονίων οι
διαπραγματεύσεις
θα ’μαστέ μόνο
εγώ εσύ και ο ΦόΒ
μέσα σ’ ευκάλυπτο σιωπή
κι αμνιακών οριζόντων ηλιοβασιλέματα
όχι άλλες λέξεις, τώρα μονάχα μυρουδιές
και πιο πολλή μήτρα
και στην άλλη όχθη
υπέροχα
λευκά
άλογα

Μια τέτοια νύχτα στα σκοτεινά θα με καλεί το
φωσφορίζον τέλος
κι εξουθενωμένη θα τρέξω
για να μαζέψω πάλι
καινούρια γράμματα
Άλφα
Ρω
Χι – και (πώς αλλιώς;) στην πάλη με τον εαυτό το
ποίημα θα τελειώσει με
Ήττα

 

 

 

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

 

ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ (2016)

ΠΥΡΟΤΕΧΝΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ

Μας είδαν να στολίζουμε τις ήττες μας με σύμβολα
θριάμβου. Ναι, τα παιδιά μας! Να στέλνουμε στους φίλους
μας προσκλητήρια θανάτου. Δούλοι του Αστυάγη. Ακόμη
και τη ζωή μας πεσκέσι για την αφεντιά του θα δίναμε.
Πώς χάθηκαν αίφνης οι πλησίστιες βάρκες της φρόνησης;
Ποιος έλυσε τους λογισμούς απ’ τους σκαρμούς; Αθώες
εμείς περιστερές, όπως πάντα! Δεινοί γελωτοποιοί… Γιατί
να μας πιστέψουν τα παιδιά; Καρυκευμένα ψεύδη στο
προσκέφαλό τους. Κι η φωτιά του πόνου τους να σφυρίζει
με λύσσα. Τι να τους πούμε τώρα πια που μας έμαθαν όλοι
στα Σούσα για τους θεατρικούς μας πανηγυρικούς,
τα πυροτεχνήματα της λύπης στους ουρανούς των Εκβατάνων.

 

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΑΛΑΝΟΥ

 

ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ (2016)

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΣΤΙΧΟΣ

Μια φορά κι ένα καιρό
ήταν ένα ποίημα
με απαιτήσεις, φιλοδοξίες
και υψηλές προδιαγραφές.
Θα μιλούσε για γεγονότα
ιστορικά – ευρυμαθής ο ποιητής.
Θα ταξίδευε σε χώρες της Ασίας.
Θα ήταν στολισμένο με λέξεις πλουμιστές
και στις αποσκευές του
αισθήματα, δύσβατα νοήματα
και υψιπετή ιδεώδη.
Θα είχε αφιέρωση
σε ανθρώπους των γραμμάτων,
της επιστήμης,
ακόμη και πολιτικούς.
Θα έψαχνε μετά να εκτεθεί
σε ποιητικά, ανθολογίες, συλλογές
ή έστω σε μια εφημερίδα
στα «λογοτεχνικά».

Κι όμως το ποίημα αυτό
δεν γράφτηκε ποτέ.
Απ’ ό,τι λένε, ο πρώτος
στίχος του αρνήθηκε
να γεννηθεί,
προτίμησε για πάντα
τη μήτρα της σιωπής.

 

 

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

 

ΚΥΡΤΟΣ ΑΛΑΤΟΠΩΛΗΣ (2015)

ΝΕΚΡΗ ΖΩΝΗ

Δεν βγάζει ήχο το σκοτάδι που μαχαιρώνω
τα έγκλειστα βράδια της Λευκωσίας,
το έγκλειστο βράδυ που ξέρει να διαρκεί.

Πέρα απ’ το σκοτάδι κι άλλο σκοτάδι•
περιφέρομαι εφήμερος σε ζώνη νεκρή.

Άφαντοι οι φρουροί που φύλαγαν κάποτε
τη λυπημένη εικόνα της μεγάλης πληγής.
Νιώθω το φίδι της σιωπής που γλιστρά
θωπεύοντας τα λόγια που το εκτρέφουν.

Πέρα απ’ το σκοτάδι κι άλλο σκοτάδι.

Το πένθος προσκομίζει συμβάντα ντροπής•
μα τα ψεύδη θρηνούν τις δικές τους αλήθειες.

 

 

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΖΑΜΠΑ

 

ΑΙΩΡΕΙΤΑΙ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ (2015)

ΟΙ ΑΝΑΜΟΝΕΣ

2.

Η φωνή μου αντιλαλεί στους πνεύμονες
κατά μήκος παραστάτων πόνου ρέει

σε φωνάζω, ψυχή μου, πού είσαι;
Μάης είναι πρωινή ομίχλη θαμπώνει και βρέχει
το παράθυρο σου, καρδιά μου, έχει σπασμένο τογυώΙ
μούδιασμα στα δέντρα

η ξύλινη σκάλα σέρνεται στον τοίχο ταλαντεύεται

φτωχικό είν’ το λεξικό χωρίς λεπτές αποχρώσεις
χρειάζομαι μια λέξη, ψυχή μου, να διαπερνά την ελληνική

μια από κείνες που κρέμονται από τα δοκάρια και αναμένουν
απ’ τον κεντρικό γάντζο, καρδιά μου, λικνιζόμενη αναμένει
τον δικό σου, ψυχή μου, δύσκολο γυρισμό

 

 

 

ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1965-2010 (2011)

ΡΥΤΙΔΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

βράδυ να βρέχει μεσ’ στο πούσι
σε λιμάνια σε σταθμούς τρένων και λεωφορείων
κι εσύ να φεύγεις αγέρωχη
σε μυστικά δωμάτια και να διαβάζεις σονέτα
τ’ αηδόνι που γλυκιά θλιβάται
γι’ αυτό το σώμα το λευκό

θα ‘λεγες πως είναι ψέμα τόση ομορφιά
να χάνεται σε ώρες πρωινές χωρίς υπομονή
έτσι καθώς μεταβάλλεται η τύχη και φτάνουν ειδήσεις
ολοένα απροσδόκητες για το εξαίσιο σώμα σου
που μετατοπίζεται μέσα σε σκοτεινή νύχτα
κι ο χρόνος το σπρώχνει λίγο πιο πέρα

απ’ τ ανοιχτά παντζούρια να βλέπεις το πρόσωπο της
κάτω από ένα φως που θύμιζε παμπάλαιες φωνές
και ήχους από πλήκτρα πιάνου
με τη μυρωδιά από κρίνα και ρόδα
όπως σε σονέτα του Σαίξπηρ
καθώς διαβάζεις για τον έρωτα και σε σπρώχνουν
οι άλλοι επιβάτες στο αεροδρόμιο
στον έλεγχο διαβατηρίων

 

 

 

ΜΑΡΙΑ ΘΩΜΑ

 

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΕΣ ΣΤΙΣ ΜΥΚΗΝΕΣ (2008)

Παρτιτούρα για τέσσερα χέρια

Τα χέρια μου είναι σχοινιά δεμένα σε παράλληλους τοίχους
κίτρινα εσταυρωμένα αποκοιμήθηκαν
Χθες βράδυ τα ονειρεύτηκα να πέφτουν στους ώμους σου

Και θυμάμαι την παρατεταμένη κίνηση των χεριών
που άφηναν ραβδώσεις στον αέρα σαν διαμέτρημα φτερών
και τσάκισε ο αυχένας πέταξαν τα χοντρά μαλλιά μου
σαν μαύρο συντριβάνι σκίζοντας το πράσινο του λερωμένου ήλιου

Τρία χρόνια έβαλαν στα χέρια μου έναν έλικα πλοίου
Με περιέργεια κοίταζα και τον γύριζα αργά
με τη φορά που παίρνει στο νερό
για να τον φέρω στη ζωή
Αλλά πώς δίνεις ζωή με χέρια δεμένα

 

 

 

ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ

 

ΑΥΡΙΟ ΛΟΙΠΟΝ… (2016)

XXIII

Οι έρωτες τον Αύγουστο
είναι- αλλιώτικοι.
Έχουν μια θλίψη,
κάτι που αρχίζει για να τελειώσει σύντομα,
μια γεύση παγωτό που λιώνει,
μυρωδιά θαλασσινής αύρας που απομακρύνεται,
τον καπνό του τελευταίου πλοίου που φεύγει απ’ το λιμάνι,
ένα χάδι μετέωρο,
ένα ταξίδι επιστροφής.
Οι έρωτες τον Αύγουστο
που ξεκινάνε μ’ ένα αντίο
κι εγώ… εγώ που σε γνώρισα Αύγουστο…

 

 

 

ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ

 

ΠΕΡΙ ΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ (2010)

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ

Κανείς ποτέ δεν έμαθε, κανείς δεν είπε
από πού πηγάζει, πού επιτέλους εκβάλλει
ο άγνωστος ποταμός, ο Βώκαρος της Κύπρου.

Η Πυθία δαφνομίλησε στους προγόνους μου:
ποτίζει τα άγρια θηρία και μεμιάς ημερεύουν,
πλημμυρίζει κι έτσι πνίγει τους πολιορκητές,
διανοίγει δίνες να καταπιούν τις τριήρεις τους.

Να ‘ναι αυτός που δροσίζει τους νεκρούς
που γλυκαίνει τα χείλη των νέων σαν φιλούν,
που ανακουφίζει τα μάτια των μανάδων;
Αυτός ανάβλυσε γλυκό νερό στην Αλυκή
και μυροβολεί την άγια κάρα του Λαζάρου,
του Ονήσιλου όπου μελώνουν μέλισσες;

Ποιος τον ονόμασε Βώκαρο; Πού ρέει; Πώς;
Να ‘χει άραγε στο νερό μέταλλο που σφίγγει
τη γροθιά του λαού, το στήθος της εργάτριας;
Θα ποτίζει υπόγεια το στάχυ της Μεσαορίας
και πρέπει να ήταν ο συνοδός του Παύλου
να του απάλυνε τις πληγές των ραβδισμών.

Ήρθαν γεωλόγοι και τον ταξινόμησαν ρύακα,
Άλλοι τον είπαν χαράδρα που δεν κελάρυσε.
Μα οι νεκροί μας του οφείλουν πολλά
αφού πότιζε δενδροστοιχίες οραμάτων
να ρέουν μέσα μας, πανώριος μύθος.

Φικάρδου (Φθινόπωρο, 2007)

 

 

 

ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ

 

ΕΚ ΤΟΥ ΣΥΝΕΓΓΥΣ 2014

Αιώνες τώρα

Περιμέναμε την άνοιξη
και την ανάσταση
Λησμονήσαμε
ότι προηγούνται
αιώνες τώρα
η προδοσία
και η σταύρωση
Αιώνες τώρα
Πόντιοι Πιλάτοι
και Ιούδες
Αιώνες τώρα
μας φιλούν

 

 

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΚΑΛΛΙΝΟΣ

 

ΡΕΚΒΙΕΜ ΣΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ (2015)

ΟΛΟ ΓΙΑ ΝΙΚΕΣ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ…

Όλο για νίκες μού μιλάς και για αγώνες
εμένα που έχω νικηθεί σε όλους τους αγώνες.
Εμένα που οι πληγές μου μαρτυράν
το μέγεθος της πανωλεθρίας μου.
Εμένα που μόνο ήττες γνώρισα
και μόνον αυτές έμαθα να κερδίζω.
Εμένα που ήμουν πάντα με τους νικημένους,
αυτούς που πορεύονται προς τους αγώνες
του μέλλοντος,
βέβαιοι για την άδοξη έκβασή τους.
Κι αν τύχει και κερδίσω καμιά φορά
έτσι, από λάθος, θα τρέξω προς τους νικημένους,
αυτούς που κατά λάθος νίκησα
να σκύψω να τους φιλήσω τις πληγές.

 

 

 

ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ

 

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ (2014)

της μικρής Σάρας

Μακριά
Ένας γέροντας είδε στο όνειρο
Μια γειτονιά ολόκληρη
Συνεχώς ανοιγόκλεινε
Το σπίτι να γέρνει
Και ένα μάτι να κοιτάζει τα έγκατα
Άφωνη μέρα δίχως διήγηση
Τις φωνές του δρόμου
Δεν τις άκουγε ο ήλιος
Βόγκηξε το κορίτσι
Πριν ξυπνήσει ο κάτω κόσμος
Πριν την κλέψει
Ως άλλη Περσεφόνη ο Πλούτωνας

Τις κρύες νύχτες του χειμώνα
Να μην έχουν θέρμανση τα αστέρια
Θέριζε ο αέρας παγωμένα δάκρυα
Στις εκδορές του τοίχου
Ένα κορίτσι δίπλα στο μαγκάλι
Με κλειστά παράθυρα και μάτια
Να μη βλέπει το κακό που πλησιάζει
Μια μικρή ιερή θεότητα
Στο βωμό του ασύστολου κόσμου
Δίχως έλεος
Συναρμολόγησε το θάνατο
Χωρίς ανάσα

5/12/2013

 

 

 

ΠΑΜΠΟΣ ΚΟΥΖΑΛΗΣ

 

ΣΧΕΔΟΝ (2015)

Πηνελόπη

Σαράντα χρόνια κυοφορώ μια πέτρα
Ο άντρας μου δεν θέλησε πατέρας της να γίνει
Με χώρισε, παντρεύτηκε μια νύχτα το σκοτάδι
Ως τα σαράντα του άνεμος γινότανε πυκνός
και μου ‘σβήνε τις λάμπες πετρελαίου
και μ’ άφηνε ασήμαντη
τυφλή να πλέκω χρόνια
Μα στέρεψαν τα νήματα
Γυμνά μασούρια στέρφα
χωρίς ποτέ ξανά την παρουσία δική του
Με της βελόνας μου κεντρί δίχως κλωστή
γαζώνω πένθους νυφικό και λειώνουν οι λαμπάδες
Προβάρω το και με τρυπούν και πέφτουν οι καρφίτσες
Οι πιέτες μαραζώνουνε
Έκλειψη σώματος
Οι πεθυμιές παράνυμφοι
Το βέλο πιάνεται στου τοίχου ένα καρφί
Απόψε μύρισε το στήθος μου λεβάντα
Πάντα του άρεσε, θυμάται;
Του ‘βαλα και στην τσέπη του κρυφά
Να ‘χει να με μυρίζει εκεί στα κάτω σπίτια

 

 

 

ΒΑΚΗΣ ΛΟΪΖΙΔΗΣ

 

Γέτεμπορκ 2014

Η ΑΡΓΟΠΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Μέμφομαι τον ήλιο
για την αργοπορία της νύχτας
κι ύστερα μετανιώνω
Αν δεν επέμενε να μεσουρανεί
σχεδόν μεσάνυχτα
αφώτιστες θα έμεναν
άγνωστες πτυχές της πόλης
Ίσως και να συνέδραμε στο ψέμα
που κουβαλώ για το λιμάνι του βορρά,
γιατί όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται
το φως την κρύβει την αλήθεια
κι οι γλάροι πολιορκητές
δεν ησυχάζουν το σούρουπο
στο Γέτεμποργκ.

 

 

 

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΜΑΚΡΙΔΟΥ

 

ΡΕ ΑΛΕΞΗΣ (2015)

Ο ΗΓΕΤΗΣ ΜΙΑΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Ι

Αλυσοδεμένος δουλοπάροικος
την πέτρα τού τόπου
βαρούσε ο Αλέξης
γνωρίζοντας καλά από κατατρεγμό
στα μέτωπα,
χαλκό στην Ταμασσό
ξύλα στην Ξυλοφάγου
αμίαντο στο Πελέντρι και βάλε…

. . .

Τις νύχτες μες στους στάβλους
η ανάσα των άλογων
ζέσταινε τον ύπνο του
και καθώς οι πέτρες
πού είχε κρεβάτι
τού τρυπούσαν τις σάρκες
έβλεπε τον πυρετό μέσα του
να εγκυμονεί Επανάσταση!

 

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΛΟΡΗΣ

 

ΜΕ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΕΛΑΧΙΣΤΗ (2015)

Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΟΥ

Ποίηση είναι η τέχνη
να επισκιάζεις την πραγματικότητα
να κομματιάζεις τους λίθους της ζωής σου
μέχρι που να μην ξέρεις πού στέκεσαι
στο παρόν
στο μέλλον
ή στο μηδέν.

Έτσι απροσδόκητα
εναγκαλίζεσαι ερωτικά θέματα
στα ενδιάμεσα ασπάζεσαι ενίοτε
την πολιτική
κι αέναα επιζητάς την πολυτέλεια
της ηδονής,

κρατώντας όμως μιαν απόσταση
ασφαλείας,
όπως τη γλάστρα στο μπαλκόνι
το μισάνοικτο κάγκελο του κήπου
το μάτι στην κλειδαρότρυπα.

Κι όλα αυτά να επαναλαμβάνονται
σε μύριους τυχαίους δήθεν
κύκλους,

καθώς εσύ, ζώο βαρύ,
ποδοπατάς τους κήπους των αισθημάτων
με ύφος.

 

 

 

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΤΑ-ΛΑΖΑΡΟΥ

 

ΝΑΡΚΟΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ (2014)

Την ώρα που μπαίνω στο ναρκοπέδιο
αφήνω απ’ έξω μια ψυχή•
πότε της μάνας μου πότε του παιδιού μου
πότε της γυναίκας μου ή μιας ερωμένης
που άφησα πριν χρόνια,
αφήνω απ’ έξω μια ψυχή,
την ψυχή μου.
Μπαίνω με όλη μου τη μοναξιά στο θάνατο.

*******
Ήρθε τέλος μια νύχτα μες στο ναρκοπέδιο
ο Άγιος Φωκάς ο Κηπουρός
κι εγώ τον βρήκα εκεί φτάνοντας πολύ πρωί
για να ριχτώ στη μάχη
με το λάλημα των πετεινών
έλαβα θέση στην ορισμένη γεωγραφική μοίρα
στη μοίρα μου
αλλά ήρθε εκείνος, είχε κιόλας σκαλίσει και φυτέψει,
και πριν ρωτήσω, πριν ζητήσω εξηγήσεις
μου είπε, πάρε τις λέξεις σου και φύγε,
να γλιτώσεις
πάρε και μια κούπα ωραίους καρπούς
και άντε στην ευχή μου.
Φύτευε τα κουκούτσια τους
και με τις λέξεις σου χάδευέ τα
άντε να δεις καλό, παιδάκι μου
κι εσύ και οι δικοί σου.
— Αμήν!

 

 

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ

 

ΣΤΙΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΟΚΟΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ, (2010)

Τα πικραμένα πουλιά

Πλατύς έναστρος ουρανός.
Τριγύρω στην πλάση ανοίγει και
απλώνεται επικίνδυνα
μια θάλασσα σιωπής.
Μέσα στη βαθιά σιωπή
ταξιδεύουν
χιλιάδες πικραμένα πουλιά
και ψάρια χρυσοφτέρουγα.
Αγωνίζονται να φθάσουν
στη μυστική πηγή
για να πάρουν το αθάνατο νερό
να το φέρουν σπονδή
στα φαρμακωμένα χείλη της.
28/6/2001

 

 

 

ΛΙΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ

 

ΑΡΕΝΑ (2014)

ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΗΝ ΑΡΕΝΑ

Μεσάνυχτα ανάμεσα στους ορθόκλωνους κίονες.
Οι πλατείες άδειες απόλυτη ησυχία.
Κάτω από τις ιερές πέτρες συγκατοικούν ο Δίας
η Δήμητρα, ο Αδης, ο Διόνυσος, οΉλιος κι η Σελήνη.
Οι ελλανοδίκες παρακολουθούν τα γυμνά κορμιά
στην παλαίστρα το αγκύλωμα των σωμάτων ο στόχος.
Το Ηραίο, η Στοά της Ηχούς, το εργαστήρι του Φειδία
που αναμένει ακόμη να λαξέψει το φως
στα κλειστά μάτια των ανθρώπων.

Το φεγγάρι ακολουθεί την πεπατημένη
σίγουρο για το μέλλον του.
Αντηχούν υπόγειοι κραδασμοί, καταγράφονται
χιλιάδες διάλογοι φεγγαριών και ήλιων,
ιστορία μες στην ιστορία, ζωή μέσα σε άλλες ζωές
έξω από μας και μέσα μας.
Τα μάτια, τα χέρια, ο λόγος
απορροφούν, αδράχνουν, ανοίγουν φτερά
και στροβιλίζονται στου χρόνου την αρένα.

Μετακινώ αργά τη βαριά κολόνα.
Κάθομαι στο βαθούλωμα.
Γεμίζω με χώμα το στόμα, τα μαλλιά.
Τυλίγομαι φύλλα δάφνης
να με βρουν σ’ αυτή τη θέση χρόνια μετά.
Μια άγνωστη θα σημειώσουν, δίχως ταυτότητα.

Αρχαία Ολυμπία, Αύγουστος 2013

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ

 

ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ (2014)

ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΣΚΥΛΙ

Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή
στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη.
Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους
έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί.
Είχε ένα βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο
κι ήταν ψηλό κι αδύναμο – μου φάνηκε πεινασμένο.
Το κοίταξα για λίγο – με κοίταξε κι αυτό,
έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά
και του αγόρασα ένα κουλούρι
από τον πλανόδιο πωλητή
που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα.
Του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα,
το κράτησε για λίγο και το άφησε.
Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα τον δρόμο
περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.

Έτσι, με τη χειρονομία του αυτή,
ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη
ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου,
ξεγύμνωσε όλη τη ματαιοδοξία μου
και μου στέρησε το αίσθημα ικανοποίησης
για μια φτηνή χειρονομία,
για την ελεημοσύνη μιας δεκάρας.

Θεσσαλονίκη, 13 Οκτωβρίου 2010

 

 

 

ΝΟΡΑ ΝΑΤΖΑΡΙΑΝ

 

GAR OU CHGAR (ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑ ΚΑΙΡΟ)

Ξαναπές μου εκεινό το παραμύθι, πατέρα.

Τό παραμύθι για την ακρωτηριασμένη χώρα
και τα όνειρα της που εξοντώθηκαν.
Για την εκκλησία που έκλαψε,
την αλήθεια που κατηγορήθηκε πως έλεγε ψέματα,
τις φωνές που ξεσχίστηκαν σαν άκρα του σώματος.

Πες μου για την χώρα όπου δεν γεννηθήκαμε
αλλά που εκεί πεθαίνουμε κάθε μέρα της ζωής μας.

Πες μου για άλλη μιά φορά
γιατί οι Αρμένικες ιστορίες ειναι τόσο θλιβερές
και γιατί υπάρχουν τόσα πολλά γράμματα που σε πνίγουν
όταν οι λέξεις σου σβήνουν και τα χείλη σου τρέμουν.
Πες μου πόσο θα ήθελες να μην υπάρχουν όλα αυτά,
αλλά υπάρχουν. Και δεν είναι παραμύθι

Είναι η ιστορία μας.
Gar ou chgar.
Υπήρχε μια φορά, και δεν υπήρχε.
Είναι τόσο πολύ πιο εύκολο ν’ αρχίσει κανείς
‘Μια φορά κι εναν καιρό’ και να τελειώσει ‘ …αυτοί καλύτερα’.
Αλλά τίποτα δεν είναι εύκολο στα παραμύθια που μου λες.

 

 

 

ΕΥΑ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ

 

ΣΗΜΑΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΡΟΜΟ (2015)

Ενόραση

Αιώνες περπάτησα γυμνή
ανάμεσα στις φυλλωσιές του Αυγούστου
και τις πηγές που δεν στέρεψαν.

Αιώνες ξεδιάλυνα των μαντείων τα ανερμήνευτα,
ξέροντας πως οι ανακατωμένοι αέρηδες

ήταν η ίδια η ζωή.

Τα καμώματα των καιρών πληθαίνουν
– μοίρα του ανήσυχου Ιθακήσιου-

Αιώνες αγρύπνησα
να ανιχνεύω τα σημάδια

από ήχους άλλων ουρανών…

Αιώνες χαράχτηκα
με το λευκό των γιασεμιών
σε αυλές με το αγιόκλημα της λύπης.

Ανήσυχοι
θα καταθέτουν
πανσελήνους.
Οι αιώνες μου.

 

 

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΪΔΗΣ

 

ΠΑΡΑΛΟΓΗ (2015)

Σεισάχθεια

Όπως έσκαβα
μια μέρα έφτασα στον Σόλωνα
φιλόσοφο και ποιητή και
φραπεδιά στο χέρι
Κοίτα μου λέει νεαρέ… Πλήρης
σεισάχθεια χρεών
Και προπαντός πλήρης σεισάχθεια
της λέξης
Κοίτα του λέω Σόλωνα… χλωμό…
Αν ήσουν μάγκας και σωστός
δεν θα ‘χαμε Πεισίστρατο
δεν θα ‘χαμέ Κλεισθένη
Και για τις λέξεις… δυστυχώς…
πρώτα κουβαλώ
και μετά γράφω

 

 

 

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

 

ΥΔΑΤΑ ΥΔΑΤΩΝ ΠΟΙΗΣΗ (2016)

ΤΑΞΙΔΙ

Έλαμψε πάλι η χρυσαυγή χάθηκε το σκοτάδι
Ο κόσμος λούστηκε στο φως ζεστό του ήλιου χάδι
Στέκονται νέοι στη σειρά φοράνε δαχτυλίδι
Σημάδι αποχωρισμού για μακρινό ταξίδι
Σέβονται την απόφαση που η πόλη έχει λάβει
Ήρθε στιγμή σημαδιακή να μπούνε σε καράβι.

Μα ποιος κατέχει τον καιρό μόνο ο Θεός τον ξέρει
Θυσία του προσφέρουνε τύχη καλή να φέρει
Ένα καράβι με πανί κι ένα ψηλό κατάρτι
Θα ταξιδέψει σήμερα με οδηγό και χάρτη
Μ’ ένα καράβι τολμηρό και στην καρδιά ελπίδα
Θα ταξιδέψουν μακριά στα νέα τους πατρίδα
Έχουν αγγεία, φυλαχτά, κοσμήματα ωραία
Δεν πάνε ’κει για πόλεμο μα για πατρίδα νέα
Καράβι φεύγει με τούς νιους κι αφήνει πονεμένη
Μάνα που κλαίει το παιδί και πάντα το προσμένει.

Ποιος είπε πώς το σώμα μου είναι μια λίμνη λάδι
Κάποτε είμαι μάγισσα στα βάθη μου σκοτάδι
Και τραγουδώ βράδυ πρωί αλάτι τους ποτίζω
Αν βρουν πατρίδα σώζονται πίσω δεν τους γυρίζω.

 

 

 

ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ-ΠΑΠΑΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ

 

ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΠΛΕΥΣΗ (2011)

ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Μακρύς ο δρόμος του πηγαιμού
κι όλο να σκιάζεσαι
μη δε προλάβεις τη Θεά
Ήχος νερού

που αργοσταλάζει ολούθε της σπηλιάς
οσμή βουνού στα βράχια
κλωνιά και ρίζες αξεδιάλυτα
μα η συκή δεν εξηράνθη
Μην την είδατε την Αφροδίτη
άσπρο σεντόνι στα νερά;
Μιαν αχτίδα περίεργη
που τρύπωσε ανάμεσα στα φύλλα
κι αχνοφέγγει στον πάτο της σπηλιάς;
Μικρή ζαρκάδα γοργοκίνητη
με δυο αρμαθιές λουλούδια στην αγκάλη
να τρέχει αλαφιασμένη
στην άλλη άκρη του δρυμού;
Μη και την είδατε
μια χαδιάρα τρυγόνα
στο πέταλο της αροδάφνης
μ’ ένα φτερό της πεθυμιάς τρεμάμενο
να σέρνει πλουμιστό πουκάμισο
στην τραχηλιά του ήλιου;
Μη δεν την είδατε την Αφροδίτη
κι άδικο μείνει
το ταξίδι ως το Λατσί!

1989

 

 

 

ΜΙΧΑΛΗΣ Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΑΝΘΡΩ ΠΕΙΝΩ (2016)

ΦΘΟΝΟΣ, ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΦΟΝΟΣ

Στον καθηγητικό σύλλογο:
«Εφηβική κατάθλιψη, πιθανές
αυτοκαταστροφικές αντιδράσεις»
Διάγνωση Ψυχολόγου
Ακούστηκε ένας πυροβολισμός
Ο Ψυχολόγος νεκρός
Η ομάδα υποχθόνιων καταστροφών
Απαγγέλει το κατηγορητήριο
Στη συνέχεια αφού ανέσυραν
τα Καλά σνικόφ τους
άρχισαν να πυροβολούν
Αυτοί που δεν ξέρουν να μιλούν
Αυτοί που αρνούνται να σκεφτούν
Αυτοί που δεν ξέρουν ν’ αγαπούν
τον εαυτό τους μισούν
Το παιδί που είναι μέσα τους φθονούν
Και πυροβολούν και το πυροβολούν
Με την αφέλειά τους ανά χείρας
Χειροκροτούν τον θάνατό τους
Η μειοψηφία των δασκάλων
εξερχόμενοι της αιθ ούσης
διε ρωτήθηκαν: Ω! οι πτωχοί
συνάδελφοι δεν κατάλαβαν πως
δεν πρόκειται για φόνο
Αλλά για αυτοκτονία

 

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

 

ΕΝΤΟΠΙΟ ΡΙΓΟΣ (2013)

ε. ΚΟΙΤΙΔΑ ΜΝΗΜΗΣ

Βάζεις το πόδι στο λιγοστό
νερό που βγαίνει απ’ το χώμα
αφήνοντάς το να το γαργαλά
παράξενα – σχεδόν μεταφυσικά,
μ’ αυτί ολάνοιχτο σ’ όλους τους ήχους
με μάτι δεκτικό σε κάθε χρώμα.
Κι εκεί ανάμεσα
στη σαύρα που σέρνεται στη γη
και στο φτερό που χάνεται σ’ αβέβαιη πτήση,

στα σύνορα πάντα
αυτού που θά’ θελες
κι αυτού που πρέπει,
περνά ένα παράπονο το σώμα
ένα παράπονο στα χείλη σαν έτοιμη
να πέσει σταγόνα:

Ποιός κόβει των παιδικών
χρόνων τα δέντρα μας,
διώχνει με φώτα εκτυφλωτικά
τ’ αγαπημένα φαντάσματα
και κλέβει το νερό και στερεύει το ρέμα

 

 

 

ΒΑΣΙΛΚΑ ΠΕΤΡΟΒΑ-ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ

 

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΕΞΗ (2010)

ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ

Δεν κατανοούμε μήπως
και δε δεχόμαστε το τέλος
την έκρηξη εκείνη τη μικρή
που τον πυρήνα σπάζει
του θαύματος
της ζωντανής μας ύλης;

Έτσι τάχα διαφέρουμε
από τ’ άστρα
που σβήνουνε σε τροχιά
στη σιωπή
ή τους σπινθήρες
που κυλά αδιάφορα
ο άνεμος
στα ρείθρα των λεωφόρων;

Ή τέλος μοιάζουμε
με τις πυγολαμπίδες
που εν πτήσει χάνονται
μες στο σκοτάδι;

Και στάζει του φωτός
το κάλυμμα νεκρό
πάνω σε ξεραμένα φύλλα
και βότανα καμένα.

 

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ

 

ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ (2008)

ΘΑ ‘ΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΚΕΙ

Υπάρχουν εκείνοι που στο κάλεσμα σου
Πάντα θα λένε ναι
Χωρίς μετρήματα και μασημένα λόγια.
Μόνο ένα νεύμα αρκεί.
Μια ικεσία άναρθρη της μυστικής βουής
Της πιο βαθιάς λαχτάρας σου.
Θα ‘ναι πάντα εκεί
χωρίς αντίπραξη και μελωδίες γλυκερές.
Χωρίς ούτε ένα δάκρυ στη θολή ματιά
της κοινωνίας της πιο βαθιάς ουσίας σου.
Αυτήν που κάποτε την είπανε μοίρα ή θεά.
Αγέραστη, χωρίς λύπη ή ακραία χαρά.
Είναι εκεί σαν υγρή νοτιά καινούργιας μέρας.
Η αβεβαιότητα αυτού που είσαι.
Η γαλήνια προσμονή αυτών
Που πάντοτε θα λένε ναι στο κάλεσμα σου
Για να μη χαθείς.
Να μη νοιώσεις ποτέ
το φόβο της φθοράς
μα ούτε και τη ψευδαίσθηση
των μάταιων ονείρων.
Αυτοί που πάντα θα ‘ναι εκεί.
Για να κοιτάξεις
μέσα στην ήρεμη κι απόλυτη αποδοχή τους
το πιο βαθύ σημάδι της ζωής σου
που τους χάραξε.

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΑΡΔΙΟΣ

 

ΕΤΣΙ ΜΟΥ ΛΕΝ

VI.

Σε έναν πολύβουο δρόμο του Λονδίνου, ο κήπος μπροστά ποτισμένος προσευχές
Το γιγάντιο γιασεμί της μακαρίτισσας της μάνας μου τυλιγμένο καμάρα
σπόροι απ’ την Κύπρο
τραβά όλους τους περαστικούς.
Προσέρχονται στο γλυκό του άρωμα που δελεάζει
σαν να φιλούν εικόνα
Θυμούνται πώς είναι ν’ αναπνέεις, σιγοτραγουδούν μυρωδάτα
φτεροκοπούν σαν πεταλούδες, υπερβαίνουν εαυτούς.

Το ορμητικό άρωμα που ζαλίζει
σαν μουσική από άλλους κόσμους
μπορεί να ρίξει ξόρκι λυτρωτικό
να καθαρίσει τους δρόμους απ’ το κακό
να καλέσει τον ήλιο ν’ αναφανεί
να λογικέψει τους τρελούς.
Ακόμη και στο Λονδίνο.

Ακόμη και στο Λονδίνο,
Έτσι μου λεν.

 

 

 

ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ

 

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ, 2015

ΣΤΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Στα απογεύματα της σιωπής
ακούγονται μόνο τα φύλλα
σαν ψιθυρίζουν ύμνους στον ήλιο
και κανένα παιδί σαν παίζει στο δρόμο
με τις ελπίδες του αύριο να χτυπούν
σαν μπάλες στου τοίχους της γειτονιάς.
Ο μονότονος θόρυβος δεν ξυπνά
τον βαθύ ύπνο… ίσως μια καμπάνα
που χτυπά χαρμόσυνα και το γάβγισμα
των σκυλιών που αγανάκτησαν.

Στα απογεύματα της σιωπής
απλώνουν τα ρούχα τους οι γυναίκες,
να στεγνώσουν μαζί με τα υγρά όνειρα
σαν ξεφεύγουν λόγω ζέστης κι ανάπαυσης.
Ένα ένα σαν εξατμίζονται στις απλώστρες
γυρνούν σαν σύννεφα μέχρι να ‘ρθουν
οι πρώτες βροχές να τα παρασύρουν
στο λιμάνι της θύμησης μέχρι να ξεψυχήσουν.
Μονάχα τα νιάτα απέναντι στο λευκό σπίτι
φτιάχνουν νότες, γελούν κι ανασαίνουν την ποίηση.

 

 

 

ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

 

ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ (2014)

Περαστικοί

Σε ζηλεύω θάλασσα
που ‘σαι γαλήνια σήμερα,
παρασέρνεις μαζί σου τα πάντα,
για όλα έχεις μια στεριά.
Είναι κι αυτά που τα βυθίζεις
και το σκοτάδι σου τα κρύβει
μην τα θυμηθεί κανείς,
μην τύχει και τα ψάξει ποτέ.

Μα εγώ χάνομαι μες στην επιφάνειά μου,
μες στους ανθρώπους που με ξέχασαν
διότι ήθελε κόπο ν’ απλώσουν το χέρι,
μες στις ψυχές που ‘ρθαν μονάχα
να καρπωθούν την αγάπη μου
και μετά έφυγαν.
Λεηλάτησαν τους κόσμους που χτίζαμε,
μ’ άφησαν να χαθώ σαν το χρόνο που τους χάρισα
και τώρα μαρτυρώ τον κόπο της αγάπης.

 

 

 

ΕΛΕΝΑ ΤΟΥΜΑΖΗ

 

MARGINALIA Δυο γυναικείες φωνές (2016)

ΓΥΝΑΙΚΑ

Μια φωνή
που διασχίζει τον Μύθο
την Ιστορία τους αιώνες,
κινούμενη αέναα στο παρόν.

Εκλαμβάνεται από τούς ανθρώπους
ως τροφή
ως εικόνα
ως ένδυμα
ως κατεύθυνση
ως καθρέφτης
ως νόημα.

Αλλά ποτέ ποτέ
ως αυτό πού πραγματικά
είναι:
Μια φωνή.
Γυμνή.
Που αναπνέει.
Εκφερόμενη από ένα
ένσαρκο,
έμφυλο σώμα.
Βροτό.
Χρονικό σώμα.
Μια φωνή πού έναρθρα
καλεί,
κάθε φορά,
εσένα
(γνωρίζοντας σιωπηλά το όνομά σου).

 

 

 

ΝΕΝΑ ΦΙΛΟΥΣΗ

 

ΑΚΤΗΜΩΝ (2014)

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Νερό που στάζει ρυθμικά
και πιπεριές πανύψηλες γεμάτες τιτιβίσματα
τα χόρτα της αυλής βρεγμένα
ποδήλατα της γειτονιάς πίσω από σχοινιές
φρεσκοπλυμένα δέντρα έτοιμα να δακρύσουν:
Αν λείψει κάτι, διαλύεται ο μύθος.
Αυτό δεν είναι σπίτι μου.
Η υγρασία κυρίως μας κράτησε μαζί.

Ταχυδρομική σύνδεση με τις ενδότερες περιοχές
έφερε αυτό που δε θέλαμε:
Την απάθεια με τσαντάκι κοραλλί
ιριδίζουσες χάντρες και θρασεία αρτιμέλεια.
Τι εμμονή κι αυτή να στολίζω μιαν αδειοσύνη ξένη!

Μόνο τριπλό καημό και ζάρες θέλω για το τέλος
και να φύγει ο καταραμένος φόβος
που σαν καυτός καφές πέφτει στον ύπνο μου
και ξαναπέφτει
να κάψει το δέρμα του αγέννητου εαυτού μου.

Δε θέλω στέγη. Θέλω ουρανό.

Έχω κι εγώ μια θλίψη να κοιμίσω

 

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ

 

Η ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΟΧΗ (2012)

Η ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ Μ’ ΕΝΑ ΚΟΧΥΛΙ

Η σιωπή με φέρνει
σ’ εκείνο το ακροθαλάσσι
που κάποτε αγκάλιασα
το δέλτα του σώματος σου.

Ένα γυμνό κοχύλι
ανάσκελα κοιτάζει τη σελήνη
ορθάνοικτο
ροδόχρωμο αιδοίο
να μπαινοβγαίνει μέσα του
ο πάλλευκος αφρός
σαν υδάτινο σπέρμα.

Το ανασηκώνω στα χέρια μου
το ακουμπώ στο αυτί μου
ν’ αφουγκραστώ
τα τόσα που έχει να μου πει.

Για πολυτάξιδες γοργόνες
με την ακόρεστη περιέργεια στα χείλη
για νύμφες που χορεύουν ρυθμικά
κτυπώντας όστρακα
να ξορκίσουν άλιους δαίμονες
για μέδουσες που κτενίζουν
τα φιδίσια μαλλιά τους
μπροστά σ’ εκτυφλωτικό κάτοπτρο
έτοιμες
να μεταλάβουν το πάθος της σάρκας.

 

 

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ

 

ΤΑ ΠΗΓΑΔΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (2012)

ΥΠΝΟΣ ΑΝΤΙΠΟΙΗΤΙΚΟΣ

Κάποτε νιώθω τόσο κουρασμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ
με διάθεση
πέραν του ύπνου.
Να κοιμηθώ
βαθιά
να μην ακούω.

Η κενότητα των λόγων σας
η ματαιότητα των πράξεών σας
υπνηλία μου φέρνουν
θανατερή.
Να κοιμηθώ χωρίς όνειρα
τα όνειρα
αντίγραφο όσων ζω
καθρέφτισμα των λόγων σας
της θρασύτητάς σας
εγώ τα έχω σιχαθεί.

Δε θέλω να βλέπω
μέσα σε συμπληγάδες βλακείας
επηρμένης
οιδηματικής
σαν πτώμα με μύγες πράσινες
να γυροφέρνουν
την πατρίδα μου την ίδια.

Θέλω να κοιμηθώ•
νομίζοντας πως κοιμάμαι
να συνεχίσω.

 

 

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ

 

ΟΝΕΙΡΑ ΑΜΕΝΗΝΑ (2014)

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΟΝΕΙΡΩΝ

Μέσα στο κάστρο της Κερύνειας
τα πήραν πισθάγκωνα
οι κάθε λογής εθελόδουλοι σαγιτάρηδες
και με επιδέξιες κινήσεις
τους λύγισαν τους νεανικούς καρπούς,
τους θρυμμάτισαν τα λεύτερα άκρα,
τους λόγχισαν τη μυώδη πλευρά
και τους φίμωσαν το λαλίστατο στόμα
που μιλούσε για λευτεριά.
Από το μάτι των ονείρων κύλησε
ένα στερνό πικρό δάκρυ.

«Βλέπετε τι έπαθαν τα αφελή όνειρα;»
είπαν οι ζωντανοί νεκροί αφέντες.
«Έτσι θα πάθετε κι εσείς.
Αν θέλετε να γλιτώσετε
προσκυνήστε
κι ευθύς ελεύθεροι θα ζήσετε».
(Το «μες στη σκλαβιά σας» δεν το ξεστόμισαν)

Κάποιοι επιφανείς
μετά από ενδελεχή μελέτη
των φιλίων και εναντίων,
έτσι νεκροί σαν ήταν,
έσκυψαν και γονάτισαν.

Από το στήθος των ονείρων
πέταξαν δυο άσπρα περιστέρια
κατά τον Μαχαιρά και το Δίκωμο,
μου φαίνεται.

Λατσί Μάριον

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

 

ΠΛΗΓΕΙΣΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ/ΓΥΜΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ (2016)

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

0 πατέρας τους έφτιαχνε τα σπασμένα ποδήλατα
της γειτονιάς.
Έρχονταν και περαστικοί κάποτε, του έφερναν.
Τα δυο παιδιά του έτρεχαν πέρα-δώθε ξυπόλητα
και ρακένδυτα
– στα μάτια τους έλαμπε η περιπέτεια
και το τέλος της.
Όλη μέρα έτρεχαν
αυτός πνιγμένος στη δουλειά
δεν τα χάνε απ’ τα μάτια του
όμως μια κοφτερή στιγμή
που το αδόκητο δρεπάνιζε τα σύθαμπα
στο τυφλό σημείο
όταν ο αυχένας αδυνατεί να στρίψει
του ξέφυγαν
καβάλησαν δυο σέλες
με τρυπημένους τροχούς
ξεχαρβαλωμένες καδένες
διαλυμένα φρένα
κι ανέβηκαν στο ψηλότερο σημείο των ονείρων.
Στη μεγάλη κατηφόρα των χρωμάτων
εκεί που συνήθως
όλα τα ξυπόλητα παιδιά την παθαίνουν
δεν τα κατάφεραν.
Τα γύρεψε μάταια
ο πατέρας τους
– ο ανήλιαγος.
Τα γύρεψε βουβά.
Μόνο αυτός τα γύρεψε.

Αυτά και άλλα περιστατικά
συμβαίνουν σε αφώτιστα μέρη.

 

 

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΕΦΥΓΑΝ

 

ΤΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Να φύγω. Με τον ίσκιο μου στο πλάι,
συνοδοιπόρο, φίλο και αδερφό.
Δεν το ρωτώ η ψυχή μου πού θα πάει,
κι αν από τη φυγή θα λυτρωθώ.

Στενός ο τόπος. Αίμα και σκοτάδι.
Γερμένοι οι τοίχοι, θολοί και θλιβεροί.
Σπασμένα τόξα. Κι έρχεται το βράδυ
με τη μορφή στυγνή και παγερή.

Τρέμουν τα χείλη. Στήθη που βογγούνε.
Κραυγή και πάθος: Κύματα κι αφροί,
τη βάρκα μου οδηγάτε όπου και να ναι,
τη χίμαιρα και τ’ όνειρο να βρει.

Μια σερενάτα βαθιά μου αναπηδάει
και στα παλιά με καλεί να ξανοιχτώ.
Να φύγω με τον ίσκιο μου στο πλάι,
συνοδοιπόρο, φίλο και αδερφό.

 

 

 

ΝΙΚΟΣ ΚΡΑΝΙΔΙΩΤΗΣ

 

ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ, 1991

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΣΤΗΝ ΚΕΡΥΝΕΙΑ

Απλώνει η πανσέληνος τ’ ασήμι της στη θάλασσα
Στέλλει μαργαριτάρια στους γυμνούς ώμους
και λάμψη αθάνατη
στα μάτια της μικρής αγαπημένης.

Χιλιάδες οστρακόδερμα
βγαίνουνε θαρρετά στο φως
να βάψουνε το κέλυφος τους ασημί,
να θησαυρίσουν στα κογχύλια τους
τον ήχο της εσπέρας.

Ο αέρας σελαγίζει το τρόπαιο της νύχτας,
κι η νοτισμένη σιωπή σκορπά το μύρο της
στους κοιμισμένους κήπους.

Τούτες οι μνήμες με πληγώνουν.
Κι όμως, ποτέ δεν θέλω να μ’ αφήσουν.

Κάπου εκεί,
πίσω απ’ το σκλαβωμένο Πενταδάχτυλο
είναι δεμένο,
κόμπος αξεδιάλυτος,
το νήμα της ζωής μου.

 

 

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΥΠΕΡΤΗΣ

 

Βούττημαν ήλιου

Άρκον πών να με παίρνουσιν οι τέσσερις τζι έμεναν
Μες τζι ειν την ανακατωσιάν
Έλα τζι εσού στην εκκλησιάν
Μεν αντραπής κανέναν.

Αγάππουσ-σε έξω ψυσ’ ης τζι εν να σε καταχνώσουν
Αν είσαι κόρη σπλαχνιτζ’ η
Μεν περαρκήσης, έρκου τζ’ ει
Πριχού να με λουκκώσουν.

Τους ζωντανούς απώχουσιν μάσ’ην τζι’ εν τους χωνεύκουν
τους πεθαμένους συγχωρούν
εν φούχτα χώμα τζι’ εν μπορούν,
κόρη να τους παιδεύκουν.

Ππέφτει τους πιον μακάριση τζαι ψυσικόν διούσι
γιατί που τον ψεματινόν
πηαίννουν στον αληθινόν
κόσμο τζι’ εν να κριθούσι.

Αν μεν μου κάμουν κόλλυφα στες τρεις με σαραντάριν
Μήτε στον γρόνο λουτουρκάν
Πάρουμου για παρηορκάν
Κάμε μου τουν την χάριν.

Βούττημαν ήλιου τζι ύστερις τέλεια πών να σιγράση
Τζιαι πών ν’ αδκειάσουν τα στενά
Πών εσ’ ει πλάσμαν
να περνά Για να σε ξιφαράση,

Έλα τζιαι σου στο μνήμαν-μου τζιαι μες τον μπότην άψε
Αϊταφίτικον τζ’ ερίν
Κάπνισε, κόρη, νακκουρίν
Νομάτισ’-με τζιαι κλάψε.

 

 

 

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

 

ΠΡΟΣ ΑΜΥΔΡΑΝ ΙΔΕΑ (2013)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΤΟ ΒΟΡΡΑ

Επειδή μιλώ για τριαντάφυλλα,
για τη διάχυση του φωτός,
την ανημποριά της αγάπης,
και την παροδική ζωή μας,
μη νομίζετε, φίλοι από τον βορρά,
ότι αυτό που συνέβηκε το 74
δεν απλώνει σαν κηλίδα στη ζωή μου,
κάθε μέρα.

Το φεγγάρι ξεπροβάλλει σα μια φέτα καρπουζιού
από τη θάλασσα
και η πεθαμένη μητέρα μου στη βεράντα του
σπιτιού μας στην παραλία της Αμμοχώστου να μας
φωνάζει να βγούμε από το νερό.
Είδα έναν πίνακα που ζωγράφισε τις προάλλες
στον τοίχο μιας ταβέρνας στο Καρπάσι.
Μιας ταβέρνας που την αποτελούσαν κλεμμένες
καρέκλες, κλεμμένα τραπεζομάντηλα, κλεμμένες
πόρτες, κλεμμένα χερούλια.
-Είναι της μάνας μου, είπα στον ταβερνάρη, εδώ
είναι γραμμένο το όνομα της.
-Τώρα όμως είναι δικό μου, είπε ο άντρας που ήρθε
από το μέρος που ανατέλλει ο ήλιος, (έτσι μου τον περιέγραψε η γυναίκα του).
-Είναι δικό μου τώρα, είπε, ganimet,*
έτσι το λένε στα τουρκικά.

ganimet λάφυρο πολέμου

 

 

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ

 

ΚΑΤΑΘΕΣΗ (1975)

ΟΝΗΣΙΛΟΣ

Δίπλα μου ήτανε ο Ονήσιλος
βγαλμένος απ’ την ιστορία και το θρύλο
ολοζώντανος.

Αρχιλεβέντης βασιλιάς αυτός
κρατούσε στο χέρι ό,τι του ΄χε απομείνει:
ένα καύκαλο
―το δικό του κρανίο―
γεμάτο μέλισσες.

Δέκα χρόνια έστελλε τις μέλισσές του ο Ονήσιλος
να μας κεντρίσουν
να μας ξυπνήσουν
να μας φέρουν ένα μήνυμα.

Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος
κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα
χωρίς τίποτα να νιώσουμε.

Κι όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων
έφτασε στη Σαλαμίνα
φρύαξε ο Ονήσιλος.
Άλλο δεν άντεξε.
Άρπαξε το καύκαλό του
και το θρυμμάτισε απάνω στο κεφάλι μου.

Κ’ έγειρα νεκρός.
Άδοξος, άθλιος,
καταραμένος απ’ τον Ονήσιλο.

 

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

 

ΚΑΙ ΤΟΤ’ ΕΝ ΕΙΝΑΛΙΗ ΚΥΠΡΩ (1974)

ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΟ ΜΟΡΦΟΥ

Η πιο καλή γειτόνισσα
η Παναγιά είν’ η Χρυσοζώνισσα.
Στο τόσο δα σπιτάκι της κλεισμένη
όποτε πας θάν’ πάντα μέσα να προσμένει
να της άνοιξης την καρδιά σου
τη λύπη να της πεις και τη χαρά σου
κι’ απ’ το παλιό της πίσω το μανουάλι
να γνέφει «ναι» με το κεφάλι.
Ένα την έχει μοναχά πάντα στενοχωρήσει
που δε μπορεί ένα καφεδάκι να σου ψήσει.
Και τις ζεστές του Αυγούστου νύχτες
που δε λέει πια να πάρει τ’ αγεράκι
βγαίνει κι’ Αυτή με μια καρέκλα στο σοκάκι
και τα κουτσομπολιά των άλλων τα τρελά
τ ακούγει και κρυφά-κρυφά γελά.
Ώσπου με το «άντε για ύπνο πια κ’ είν’ η ώρα περασμένη»
σηκώνεται κι η Παναγιά
και παίρνει τη καρέκλα της και μπαίνει.

 

 

 

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ (1993)

α’

Οι πόρτες σπασμένες και τα παράθυρα σχισμένα
Χαλαρά τα φατνώματα έτοιμα να πέσουν
Κι από τους τοίχους οι ασβέστες ραγισμένοι
Σωριάζονται στο πάτωμα με κρότο κάθε τόσο.
Το σχήμα και το χρώμα του αλλάζει
Όπως η λάμψη ενός νομίσματος που έρχεται κοντά σου
Ταξιδεύοντας σε ποταμούς χεριών για χρόνια,
Και δεν υπάρχει νόμος
Να προστατεύσει αυτό το σπίτι
Ως οικοδόμημα ιδιαιτέρου και εξαισίου κάλλους
Μιας εποχής που φεύγει
Και να κριθεί διατηρητέον.
Οι χαραμάδες ανοίγουνε τη θέα
Με κάποια αδιαφορία αποκαλύπτοντας
Αυτό που τόσα χρόνια μ’ επιμέλεια και φροντίδα
Κρατούσε στο εσωτερικό του μυστικό
Και το περίεργο μάτι μ’ ενδιαφέρον προσπαθούσε
να ερευνήσει.
Και τώρα που ο ήλιος χαμηλώνει στον ορίζοντα
Και η σκιά μου επιμηκύνεται και ξεπερνά το ανάστημά μου
Σχεδόν εκμηδενίζοντας την ύπαρξή μου
Φοβούμαι μήπως κι η αθέατη ομορφιά του κινδυνεύει
Γιατί το κάθε ωραίο που υπάρχει χρειάζεται
το στήριγμά του
Όπως το άγαλμα χρειάζεται το βάθρο του
Όπως το ρόδο την ισχύ του κάλυκος του.

 

 

 

ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ

 

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΟΥ

Η Κυριακή μου ξεπετάχτηκε απ’ τα παράθυρα
αγουροξύπνητη, με καθαρή ποδιά,
πήρε τους δρόμους με το πράσινο καπέλο της,
αντάλλαξε χαιρετισμούς πρωτοχρονιάτικους η Κυριακή μου,
χάιδεψε τα μαλλιά του γιασεμιού
και στις χαρούμενες προθήκες χαμογέλασε η Κυριακή μου,
θυμήθηκε τις φιλαρμονικές παλιών καιρών,
τους εύθυμους περίπατους…
κι έφτασε εκεί που ξεχωρίζουνε οι εχθροί–
στη Λήδρα όλου του κόσμου
κι ας είναι η Λήδρα οδός της Λευκωσίας–
κι απ’ τα σακιά της άμμου, που τα στόλιζε χορτάρι
και μια μικρούλα παπαρούνα,
ψήλωσε το κεφάλι η Κυριακή μου κι είπε
στους άλλους, με την άλλη γλώσσα
και τ’ άλλο πρόσωπο,
τους είπε: «καλημέρα».

6 Σχόλια

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ

%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7

 

 

Η Ανδρονίκη Γωγοπούλου είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Ιστορία της Τέχνης στο Α.Π.Θ.
Διετέλεσε Διευθύντρια του 11ου Γυμνασίου Θεσσαλονίκης (2002-2010).
Ζει στη Θεσσαλονίκη.
Έγραψε κριτικές για ποιητικές συλλογές και εικαστικές εγκαταστάσεις και δημοσίευσε άρθρα για το θέατρο και την εκπαίδευση.
Έγραψε το θεατρικό έργο Μονόπρακτο για τρεις Γυναίκες (θέατρο Χηλής 2010). Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά.
Τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο του 19ου Πανελλήνιου Ποιητικού Διαγωνισμού «Κούρος Ευρωπού» 2014 από τη Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία «Τέχνη» Κιλκίς για την ποιητική συλλογή Κλέφτες Ονείρων και Ληστές Αναμνήσεων.
Η Ευτοπία είναι η πρώτη δημοσιευμένη ποιητική συλλογή της.
Τα σχέδια που κοσμούν τη συλλογή είναι της Μαρίας Γολσουζίδου.

 

 

 

1-untitled-fr12-0003

 

ΕΥΤΟΠΙΑ (2016)

 

Ας είναι οι μέρες μελαγχολικές…
Οι Κυριακές θα είναι πάντα εκεί καρτερικές και γενναιόδωρες…

ΝΟΥΦΑΡΟ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ

Η λέξη μαμά κολυμπάει
στη Μεσόγειο
νούφαρο σε θάλασσα ελπίδας
Προσφυγικές κραυγές απόγνωσης
φυλακισμένες σε αμπάρια
ταξιδεύουν ταξίδια μακρινά
σε τόπους σιωπηλούς
σε τόπους δίχως ενοχές

Φέρνουν μαζί τους λίγο νερό
σε μπουκάλι πλαστικό
και μια κουβέρτα τρύπια
Ένα όνειρο παλεύει
με θάλασσες ανήμερες

Άδεια κουφάρια παιδικά κορμιά
γκρεμισμένα σε βάθη απύθμενα
άλλοτε επιπλέοντα
και πάνω κύκλοι άγριων ορνέων

Το Πακιστάν είναι μακριά…
Το Ιράκ φλεγόμενο…
Η Δύση κοιτάζει δυτικά…

 

 

1-untitled-fr12-0001

 

ΛΗΣΤΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

Ξύπνα
Η πόλη κοιμάται τον ύπνο του δίκαιου
Θα γλιστρήσουμε αλαφροΐσκιωτοι
μέσα στα όνειρά τους
Θα κλειδώσουμε τα βλέφαρά τους
Θα γράψουμε ανώδυνες εικόνες
Θα στολίσουμε τις λέξεις
με νοήματα δικά μας
Ληστές θα γίνουμε αναμνήσεων
Μνήμες θα βάλουμε καινούριες
τσιπάκια τις λένε τώρα

Αύριο θα φορέσουν τα καινούρια τους κοστούμια
σκαρπίνια λουστρινένια
γόβες και ταγιέρ
Θα κόβουν βόλτες στην πλατεία
Ωραίος καιρός σήμερα
θα λένε
πολύ σου πάει το βόλεμά σου

Επιτέλους μάκαρες
αθύρματα στα χέρια μας
θα ενδυθούν δικές μας πεποιθήσεις

 

ΑΟΡΑΤΟΙ ΘΙΑΣΟΙ

Αόρατος θίασος γελωτοποιών χορεύει
γύρω από ξεφτισμένες ψάθινες καρέκλες
Χλευάζει πίσω από τις πλάτες
μεθυσμένων τζογαδόρων πελατών

Στο παλιό το καφενείο με τα ξύλινα τραπέζια
με θολά από την κάπνα μάτια
με βλέμμα νυσταγμένο
σκύβουν οι θαμώνες στα φλιτζάνια του καφέ
Στα βρόμικα τραπεζομάντιλα
τα χρόνια που έχασαν διαβάζουν
περιπλανώμενοι ανάμεσα
σε αποτυχημένο χτες
σε αδιάφορο παρόν
σε μέλλον ακαθόριστο
Ξοδεύτηκε η ζωή τους με ριξιές
μες στα κενά του χρόνου
ατέρμονες απόπειρες διόρθωσης λαθών
Χάνονται σε νύχτες πάντα άφεγγες
βουβός αόρατος θίασος κι αυτοί
σε θέατρο του παραλόγου…

 

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΟΥΡΛΙΑΖΑΝ

Άνοιξα το παράθυρο στη νύχτα
Οι λέξεις ούρλιαζαν και η ηχώ
έφτανε στ’ αυτιά μου διαπεραστική
Φράσεις ακατανόητες αμφίσημες
τρύπωναν στις σκέψεις μου
με έσχιζαν με τρόπο βασανιστικό
Λέξεις μου φωτιά
τρέχω ξοπίσω σας άσαρκη σκιά άπνοη
ικετεύοντάς σας
να με εναποθέσετε ανάμεσα σε ήχους και απόηχους
να με παρασύρετε σε αλλόκοτους χορούς
με Βάκχες και Κορύβαντες
μέσα από τα δάκρυά σας να με κάνετε ένα με τη γη μου

Συλλαβίζω λέξεις ψάχνοντας αρχαίες προφητείες
Εκλιπαρώ να ξεκλειδώσουν μυστικές φωνές
να μου αποκαλύψουν έναν κόσμο μαγικό
τον ουρανό με σχήματα αλλόκοτα
τη γη με οσμές φθινοπωρινής ανάσας
έναν κόσμο άδολο που δε ζητάει ανταλλάγματα

Τον κυνηγώ μα φεύγει όλο φεύγει
Και οι λέξεις είναι ανήμπορες να τον κρατήσουν πια…

 

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΠΟΥΛΟΒΕΡ

Καθόταν στη γωνιά
εκείνης της Μεγάλης Αίθουσας
Έπλεκε…
Έπλεκε ασταμάτητα
ένα κόκκινο πουλόβερ
όχι σε κομμάτια
ήθελε να δείχνει
ρούχο που δε φαίνεται η ραφή
Γύρω της φωνές
φασαρία και ορυμαγδός
Μα εκείνη
έπλεκε μανιωδώς

Πρέπει να το τελειώσω
πριν τελειώσω…

Περιέργως πώς
ακόμα πλέκει…

 

ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Τραβάω τις κουρτίνες
Το σκοτάδι έξω πάλι στο παράθυρο
Επιμένει

Σπρώχνω τις πόρτες
Δεν ανοίγουν
Κλειδωμένες
ή κάποιος βάζει πλάτη από πίσω;

Η σκάλα απότομη
Την ανεβαίνω
Ένας ουρανός γεμάτος γαλαξίες
πάνω μου
Ένας θόλος σκούρος πάντα
βαθύς και δίχως όρια
Την κατεβαίνω
Μια άβυσσος απειλητική
κάτω μου

Τι ωφελεί να περπατάς τόσο καιρό;
Το τέρμα είναι αδιέξοδο

Υπάρχει τέρμα με διέξοδο;

 

 

1-untitled-fr12-0002

 

Η ΣΑΡΚΑ ΜΟΥ ΓΔΥΘΗΚΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ

Η σάρκα μου γδύθηκε τα όνειρά μου
σπαρμένα κομμάτια ακινησίας
δάκρυα κομματιασμένα σε λιμνάζοντα νερά.

Γλιστρά κι ακροβατεί
ασημένιο το φεγγάρι γυρτό
στην πλάτη κουρασμένου ουρανού.
Στέκομαι στην άκρη του γκρεμού
και αφουγκράζομαι
το κύμα
που σκάει παραπονιάρικο στα βράχια
το σφύριγμα του αέρα
που κυλά στ’ άσπρα φτερά των γλάρων
μυστήριο ψιθύρισμα εμπιστευτικό.

Κοιτάζω τα πόδια μου
τη γη μου
δυο ρόδες
να κυλούν τα όνειρά μου.

Πάνω στους ωκεανούς
νωχελικά ξαπλώνουν οι ματιές μου.
Σε ήλιους μακρινούς ζεστούς
απλώνεται η ψυχή μου.
Τα χέρια ξεδιπλώνω
ν’ αγκαλιάσω την αποστροφή σου.
Σου δείχνω χίλιους δρόμους
χίλια πρόσωπα και μύρια χρώματα.
Πινελιές μαβιές στο φρύδι τ’ ουρανού
ξεδιπλωμένες κόκκινες, κίτρινες κορδέλες
στο γαϊτανάκι της αποδοχής.

 

 

 

ΣΚΟΡΠΙΑ ΔΑΚΡΥΑ

Τα δάκρυα μου
χαρτογραφούν
οδυνηρές στιγμές
Ένα χέρι τα μαζεύει

Σκόρπισε τα
σε πληγώνουν
έχουν κοφτερές ακμές

Όχι!
Θα τα κλείσω
στα χέρια μου
Θα τα συνθλίψω
στις παλάμες μου
Θα κρατήσω την αλμύρα
θα σου επιστρέφω τη δροσιά

 

 

 

ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Περπάτησα τη μνήμη μου
στην οδό Αριστοτέλους
Έγραψα τα ίχνη μου
στις πλάκες του πεζόδρομου

Μου έγνεψαν με νόημα
πλανόδιοι πωλητές
Μου μίλησαν ρακένδυτοι επαίτες
τη γλώσσα που ξεχάστηκε

Σέρνω
το σαρκίο μου
χαράζοντας γραμμές σε κύκλους

Μετρώ ξαναμετρώ και
καταλήγω
Οι πιο πολλές οι σκέψεις
είναι αναμνήσεις

 

 

 

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΕΧΩ ΥΠΟΛΟΙΠΟ

Σε χρόνους ατελεύτητους
παροντικούς
και μέλλοντες
γράφω τις ιστορίες μου
Σε χρόνους παρελθοντικούς
προσθέτω αναμνήσεις
Διαιρώ τα δευτερόλεπτά μου
Και πάλι έχω υπόλοιπο

 

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

«Ευτοπία» Εκδ. Σαιξπηρικόν 2016

Πώς ένα «ου» μετατρέπεται σε «ευ» και η μίζερη ύπαρξή μας αντικρίζει το φως της ημέρας; Στην πρώτη ποιητική συλλογή της με τίτλο Ευτοπία, η ποιήτρια Ανδρονίκη Γωγοπούλου βλέπει κατάματα τις δυστυχίες που καραδοκούν και ταξιδεύει θαρραλέα μέσα στο Κενό, για να εξορκίσει τις αναπόφευκτες κακοτοπιές της ζωής ή και για να συγκρουστεί ηρωικά μαζί τους. Η ποιήτρια ακολουθεί ένα οδοιπορικό στο χώρο και το χρόνο, φαίνεται να παίζει με την εγελιανή διαλεκτική και να ανάγει την αντίθεση σε ανατρεπτική αποδοχή της πραγματικότητας, τη μόνη δυνατή για τους θνητούς. Το άτομο, ενώ ερωτοτροπεί με το μηδέν, το απορροφά, το διαλύει εις τα εξ ων συνετέθη, με άλλα λόγια το εκμηδενίζει.
Ο Ησίοδος μας είχε καθοδηγήσει σε μια φιλοσοφική και συνάμα χοϊκή κοσμοαντίληψη. Στη Θεογονία γράφει:
Πρώτιστα Χάος γένετο. (στ. 116)
Εκ Χάεος δ’ Έρεβός τε μέλαινά τε Νυξ εγένοντο.
Νυκτός δ’ αυτ’ Αιθήρ τε και Ημέρη εξεγένοντο. (στ. 123-124)
Η νύχτα, πηγή δημιουργίας, γεννά το φως, δεν είναι αναγκαστικά το αντίθετό του, αν και πορεύεται από το χάος και το μηδέν. Μόνο μετά τη γέννηση του φωτός εκλάβαμε το σκοτάδι σαν αρνητική έννοια. Αν θέση είναι το χάος ως αρχή του σύμπαντος, αντίθεση το έρεβος ή η νύχτα, τότε σύνθεση είναι το φως της ημέρας. Ωστόσο, καθώς στην Ευτοπία θέση δεν μπορεί παρά να είναι η τωρινή κατάσταση, και τα τρία στοιχεία της διαλεκτικής εναλλάσσονται, δημιουργώντας διαρκώς νέα νοήματα.
Από το πρώτο ποίημα-μότο της συλλογής η διαλεκτική θεώρηση της ύπαρξης επιβάλλει την παρουσία της:
Ας είναι οι μέρες μελαγχολικές…
Οι Κυριακές θα είναι πάντα εκεί καρτερικές και γενναιόδωρες
Το πρώτο επίθετο χαρακτηρίζει την καθημερινότητα, το δεύτερο τη σοφή αντιμετώπισή της και το τρίτο το αίσιο τέλος της πάλης του φωτός με το έρεβος.
Το φεγγάρι, με τις μεταμορφώσεις του, ανάγεται σε σύμβολο της κίνησης από το απόλυτο σκοτάδι στο φως. Όταν η ποιήτρια περιγράφει τα προσφυγόπουλα σαν «πρόσωπα φεγγάρια μελαμψά», το σκούρο χρώμα του προσώπου τους γίνεται καθρέφτης και αντανακλά το σκοτάδι της ψυχής των πολιτισμένων λαών. Και καθώς διαβάζουμε τους στίχους δεκάχρονα παιδιά/ κρατούν φωτιές/ σε κόκκινα κυκλάμινα πατούν τους ακολουθούμε σε «νύχτες αφέγγαρες» με συμπαραστάτη, ωστόσο, το αθέατο φεγγάρι, «ασημένιο το φεγγάρι γυρτό», που γέρνει να κλάψει, μας βλέπει, κι ας μην το βλέπουμε, αντανακλά το ζόφο της ύπαρξής μας.
Και τα φεγγάρια κάποτε πασιφαή
στάλαζαν
ήχους αλλόκοτης σιωπής
Μένουν βουβά, η φωνή τους, που ήταν δανεισμένη από το φως του Ήλιου, σβήνει. Και όπως το φεγγάρι γίνεται ακόμη πιο εκφραστικό όταν σβήσει, έτσι και οι στίχοι. Τα ερμητικά ποιήματα συγκλονίζουν, υπονοεί η ποιήτρια, γιατί επικοινωνούν χωρίς τη βοήθεια των σημαινομένων. Μόνη ελπίδα η ποίηση, με τους ρυθμούς και τους ήχους της, να δημιουργήσει μια πυθαγόρεια κοσμική αρμονία.
Μέσα σε αυτό το ακατανόητο σύμπαν, τα ποιήματα της Γωγοπούλου έχουν βάθος, εξομολογείται η ίδια με συγκλονιστικό αυτοσαρκασμό, γιατί τα είχε «παραχώσει/ βαθιά σ’ ένα μπαούλο», με το βάθος, από κυριολεξία, να γίνεται σύμβολο και μάλιστα της Μητέρας Γης. Λέξεις όπως «βάθος», «βαθύς», «βαθιά», «βυθίζομαι» επαναλαμβάνονται και μας οδηγούν στα άδυτα του χωροχρόνου και των λέξεων που ξαναγεννιούνται και σημαίνουν διαφορετικά. Εκφράζουν τη μωρία των πολιτισμένων που φορούν αθλητικά παπούτσια με περίεργα στολίδια και δεν νοιάζονται για τα παιδιά που δουλεύουν σκληρά και αμείβονται με μη εδώδιμη τροφή.
Αυτή η καταγγελία στο πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής αναδεικνύει τα πολλαπλά προσωπεία που επιλέγει η ποιήτρια, για να εκφράσει τη ζοφερή πραγματικότητα. Τα σανδάλια είναι σημαντικό σύμβολο τόσο στην αρχαία ελληνική μυθολογία όσο και στην Παλαιά Διαθήκη. Στη μυθολογία μας η απουσία κάλυψης των ποδιών παραπέμπει σε πιθανή πτώση από το ηρωικό στάτους (παράδειγμα ο Ιάσων). Στην Παλαιά Διαθήκη (Ρουθ 4,7-8) οι εμπορικές συναλλαγές συνοδεύονται από ανταλλαγή ενός υποδήματος. Με τα σανδάλια πατάμε σταθερά τα πόδια μας στη γη. Και όταν τα παιδιά μάς δίνουν τα παπούτσια που φτιάχνουν με δική τους στέρηση, κάνουν μια συμβολική και ηρωική πράξη, μας παραχωρούν την εξουσία στη γη. Τα παιδιά γίνονται ένα κομμάτι του σκότους που δημιουργήσαμε γι’ αυτά:
Γλιστρώ σε ανήλιαγα υπόγεια
Χωμένα στο ημίφως
λιγνά σκουρόχρωμα χεράκια
Και όμως τα παιδιά δουλεύουν αγόγγυστα. Η φωνή τους ακούγεται μονάχα όταν αντικρίζουν το θάνατο και τότε προφέρουν μόνο μία λέξη:
Η λέξη μαμά κολυμπάει
στη Μεσόγειο […]
σε τόπους σιωπηλούς
σε τόπους δίχως ενοχές
Ο τόπος σηματοδοτεί τον πολιτισμό. Τι σημαίνει όμως πολιτισμός; Από ποια βαρβαρότητα πηγάζει; Γιατί συναλλάσσεται με το σκότος σε υπόγεια, σε αμπάρια, σε εχθρικές θάλασσες; Σε κάθε ταξίδι μακριά από τις βόμβες και την εκμετάλλευση, η θάλασσα και η αδιαφορία καραδοκούν. Η ελπίδα φαίνεται να είναι πάντα βαθιά κρυμμένη στο κουτί της Πανδώρας, απρόσιτη, αθέατη.
Και ξαφνικά εμφανίζονται τα δικά μας νέα παιδιά με συνθήματα στους τοίχους, που θέτουν σε νέες βάσεις την ταλαίπωρη κοσμοθεωρία μας. Δεν έχουν ακόμη φτάσει στο σημείο να δουλεύουν σε «ανήλιαγα υπόγεια». Νιώθουν τον κίνδυνο και παίρνουν την τύχη όλων μας στα χέρια τους. Και τότε το αρνητικό «ου» με το οποίο φορτίσαμε την ουτοπία των ονείρων μας γίνεται «ευ». Οι αφέγγαρες νύχτες παραχωρούν τη θέση τους στην πανσέληνο. Μπορεί οι καθρέφτες-όνειρα να έχουν θρυμματισθεί, αλλά, ιερά αντικείμενα καθώς είναι, αντανακλούν την αλήθεια που κρύβαμε.
Η ποιήτρια στέκει τώρα «κατάντικρυ σε λέξεις», μας καλεί να τις στολίσουμε με δικά μας νοήματα, να μην τις σπαταλάμε σε «στίχους παγκοσμίως αγνώστων ποιητών», προσθέτει με ειρωνική διάθεση. Και καθώς στην Παλαιά Διαθήκη οι λέξεις υπάρχουν πριν από τη Δημιουργία, προκαλούν τη Δημιουργία, το ποιητικό εγώ χτίζει τον κόσμο με νέο και παλιό υλικό: «Συλλαβίζω λέξεις ψάχνοντας αρχαίες προφητείες».
Το παράθυρο που συνήθως ανοίγει στο φως, η Γωγοπούλου το ανοίγει στη νύχτα και τότε οι λέξεις ουρλιάζουν. Το «ευ» κρύβεται πάντα πίσω από το «ου». Η ετερόφωτη γη ξαναγεννιέται, όπως το φεγγάρι που χάνεται κάθε μήνα μέσα σε απόλυτο σκοτάδι. Μπορεί η νύχτα να γεννά συνάμα όνειρα και εφιάλτες, αλλά κυρίως γεννά την ημέρα. Οι τοίχοι που τη φυλάκιζαν, τη χώριζαν από τον συνάνθρωπό της, τώρα την προστατεύουν, καθώς το ποίημα κοχλάζει μέσα της. Ο Αλέξανδρος δεν είναι πλέον ο μέγας στρατηλάτης, ανάγεται σε μετωνυμία της εκεχειρίας μετά τον πόλεμο. Η νέα θέαση των πραγμάτων ενεργοποιεί τη μνήμη της, τις επιθυμίες της. Η ευαισθησία της φορτίζει τις λέξεις και οι λέξεις, ανανεωμένες, ανταποδίδουν το δώρο, χαρίζοντας νέες διαστάσεις στα συναισθήματα:
Οι τοίχοι γκρεμίστηκαν […]
Οι τοίχοι πάντα εκεί
κι ας μην ήτανε εκεί […]
Γελιέστε να νομίζετε
πως την απόφαση την παίρνετε εσείς
Να δείτε που θα βγω!
Μαχαίρι επίσης που σφάζει η επόμενη αυτοβιογραφική αναφορά και η ταύτιση γραφής και ύπαρξης προς το τέλος της συλλογής:
Και τώρα…
γράφω τον επίλογο
σ’ ένα γραπτό που δεν τελείωσε ακόμα…[…]
Τώρα
που νιώθω να βυθίζομαι
μες στην απέραντη ακινησία
Το «Τώρα» καταλαμβάνει όλο το στίχο, σαν να θέλει η ποιήτρια να το κάνει να διαρκέσει, να πάψει η ζωή μας να είναι εφήμερη στιγμή, να γίνει διάρκεια.
Πρέπει να το τελειώσω
πριν τελειώσω…
Ο πολυέλαιος, μας λέει, είναι μια άχρηστη λέξη «την εποχή του ηλεκτρισμού», για να προσθέσει:
Ας είναι
πιο φωτεινές ακούγονται οι λέξεις
Το υπαινικτικό εξώφυλλο από τη Μαρία Γολσουζίδου –κόρη της ποιήτριας– καθώς και τα εμπνευσμένα σχέδια με τα οποία κόσμησε το βιβλίο προσφέρουν ένα συναρπαστικό διάλογο ανάμεσα στο λόγο και την εικόνα, ανάμεσα στη μάνα και την κόρη. Οι καλόγουστες και πολύ επιτυχημένες εκδόσεις Σαιξπηρικόν αναδεικνύουν την υψηλή ποιότητα της ποίησης που περικλείεται στη συλλογή.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

 

%cf%861

 

 

H Ζωή Σαμαρά γεννήθηκε στην Κάρπαθο (1935). Ομότιμη καθηγήτρια της Θεωρίας της Λογοτεχνίας και του Θεάτρου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, διδάσκει Θεατρική Γραφή σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Έχει επίσης διδάξει σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ. Εκτός από μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά της Ελλάδας και του εξωτερικού, γράφει ποίηση, δοκίμιο, κριτική βιβλίου. Έχει μεταφράσει ποίηση και θέατρο. Πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης μέχρι το 2016, μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, επίτιμο μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και Διευθύντρια του λογοτεχνικού περιοδικού Θευθ . Αναφέρεται σε Διεθνή Who’s Who. Υπήρξε πρόεδρος του ΕΤΟΣ (της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης), αντιπρόεδρος του Κρατικού Ωδείου και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Είναι πρόεδρος του Πανελλήνιου Διαγωνισμού Ποίησης της «Τέχνης» Κιλκίς. Οι εκδόσεις Champion (Παρίσι-Γενεύη) κυκλοφόρησαν το 2005 συλλογικό τόμο προς τιμήν της, με τον τίτλο «Le verbe et la scène. Travaux sur la littérature et le théâtre en l’honneur de Zoé Samara».

 

Εργογραφία:

Δημοσιεύει φιλολογικές και θεωρητικές μελέτες σε τόμους και περιοδικά στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως «Rêverie et mythe» στον διεθνή τόμο Questions de mythocritique. Dictionnaire (Παρίσι, 2005), κριτική σε περιοδικά και εφημερίδες, ποίηση σε περιοδικά. Επιμελήθηκε αφιερώματα σε φιλοσόφους και συγγραφείς.

 

Βιβλία:

The Comic Element of Montaigne’s Style (1970)
Le Règne de Cronos dans la littérature française du XVIe siècle (1983)
Προοπτικές του κειμένου (1987)
Υπόκριση θεατρικού λόγου (1996)
Φωνή από την άλλη ακρογιαλιά. Μίλτος Σαχτούρης (ανθολογία – 1997)
Τα άδυτα του σημείου (2002)
Ο κατοπτρισμός του άλλου κειμένου (2003)
Το βλέμμα του συγγραφέα. Πώς να γράφεις (ή πώς να μη γράφεις) θεατρικά έργα (2009)
Le langage des dieux (2016)

 

Μεταφράσεις:

εξέδωσε τον τόμο L’Enfant du Taygète, επιλογή, μετάφραση και παρουσίαση της ποίησης του Νικηφόρου Βρεττάκου
Ode au soleil, μετάφραση της συλλογής Ωδή στον ήλιο του Νικηφόρου Βρεττάκου
μετάφραση των έργων του Marivaux: Το νησί των σκλάβων (1995), Το παιγνίδι του Έρωτα και της Τύχης (1996), Ο θρίαμβος του Έρωτα (2010) και του Sartre, Κεκλεισμένων των θυρών (2011).

 

Ποιητικά βιβλία:

Για την Μαρία (1991)
Ημέρες αβροχίας (1994)
Το πέρασμα της Ευρυδίκης (1997)
Και είναι πολύ μακριά η Δύση (2012)
Είδα τις λέξεις να χορεύουν (2015)
Το μυστικό του τετραδίου (2015)

 

 

 

Είδα τις λέξεις να χορεύουν (2015)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Όταν πρωτοείδε
το Χορό
να διηγείται να διαλέγεται
σε ημίφως σε σκοτάδι
πάνω σε μια εξέδρα από άλλο τόπο
η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια

 

 

ΔΙΑΛΟΓΟΣ

 

Ο ύπνος των λουλουδιών

Οι ανεμώνες έγειραν το κεφάλι
πλάγιασαν στην αγκαλιά του Ανέμου
Τις είδα
καθώς αργόκλειναν τα μάτια
καθώς κοιτάζανε κρυφά
πριν φύγει το σκοτάδι
Διαβάζανε στο φως του φεγγαριού
τα μυστικά των άστρων

Τις είδα
κι ο δικός μου κήπος μ’ εγκατέλειψε
πλήγωσε τα μάτια μου με χρώματα απαλά
σκέπασε τα πόδια μου με χώμα
Χαράματα ξεκίνησε για μια άλλη Βαβυλώνα
Τα βλέφαρά μου έκρυψαν μυστήρια παλαιά

Πέρσες ιερείς περνούσαν αόρατοι
έφεραν πέτρινα λούλουδα στους ώμους
Κι εσύ έκλεισες τα μάτια
κοίταξες στα βάθη της ψυχής τους
διάβασες τα μυστικά
ενός μόνον άστρου

Οι ανεμώνες αποκοιμήθηκαν
κι ο Ενδυμίων τις κοιτούσε ατάραχος

 

 

Τι βλέπει σήμερα η πανσέληνος

Ένα εφήμερο λουλούδι
να θρηνεί
που έζησε ολόκληρη τη μέρα
δύο παιδιά
να ξαναχτίζουν με πηλό
τα σπίτια που δεν γνώρισε η γενιά τους

Μια μαργαρίτα
να λέει πεισματικά
Δεν μ’ αγαπά
δυο ερωτευμένους
να αγνοούν μ’ ένα φιλί
το βούλευμά της

Έναν πελαργό
να φέρνει διστακτικά
ένα παιδί
ένα παιδί
να ρίχνει βόμβες
μέσα στης πόλης τα σοκάκια
δύο παππούδες
με μια ευχή
να τις προωθούν βαθιά στην έρημο

Εν δυο
εν δυο
με βήμα
σημειωτόν

Ένα μωρό κλαίει και γελά
Γεννιέται ή
βλέπει τη μέρα με το φέγγος της πανσέληνου?

 

 

Πηγάδια

Καθόταν στο πεζούλι σκεφτική
Κι η θάλασσα στα πόδια της
Πάντα απειλητική
Καρπάθιο Πέλαγος

Κοίταζε το τοπίο
Κι εκείνο όρθωνε τα βράχια του
στην οργή του πελάγους
να προστατέψει τη λεμονιά που άνθιζε σε κάθε αυλή

Έβλεπε
Πλάι στις βάρκες τα καράβια
πλάι στη μαρίδα τα λυθρίνια
θεσπέσια εικόνα
ισότητα
βγαλμένη απ’ τον Παράδεισο

Και τότε
κολυμπούσε ως την αντίπερα όχθη
πετούσε ως την απέναντι κοιλάδα
άγγιζε τ’ αστέρια
πολύ ψηλά στον ουρανό
Μικρή ακόμη
Το πέλαγος της φαντασίας δεν είχε όρια

 

 

Μη

Μη στέκεσαι όρθια
Δεν υπάρχει θέση
Μη στέκεσαι εδώ Στο σαλόνι πήγαινε
Δεν έχει σαλόνι
Μη στέκεσαι εδώ
Δεν υπάρχει «εκεί»
Πού πας;
Εκεί
Πού είναι …εκεί;
Όπου το «μη» δεν υπάρχει 

 

 

Και είπες

Γαλάζιο περίβλημα
Λευκό κρεβάτι
εσύ
μονάχη

Και είπες
αρκετά περίμενα
Ζωή κι αυτή
να περιμένεις μια ζωή

Τέντωσες τα φτερά σου
τα τέντωσες ξανά
πολύ μικρά για να πετάξεις
Και είπες
να δοκιμάσεις τη γη
Πολύ ψηλά ο ουρανός

Δίπλωσες τα φτερά σου
τα δίπλωσες ξανά
πολύ μεγάλα για να τρέξεις
Και είπες 

Θα πηγαίνεις
αργά
για να ζήσεις
μια ζωή
χωρίς πετάγματα
χωρίς
δρασκελιές
αργά με προσοχή
Σιγά την πόρτα
Βήμα σημειωτόν
μια ζωή με νωχελείς κινήσεις
μια ζωή πλήρης ημερών

ανυπαρξίας

 

 

Αμφίπολις

Πώς έγινες αγνώριστος λαέ
έγραφε κάποτε κι αναρωτιόταν
ίδιος ήλιος ίδια θάλασσα ίδιο χώμα
Σκάβουμε τη γη σκάβουμε το χρόνο
Τα χέρια μας αγγίζουν το παρελθόν μας
Συναντούμε αντί για θνητά σκουληκάκια εικόνες
τον ήλιο αναλλοίωτο μέσα στον τύμβο
χρώμα και κίνηση στο δάπεδο του τάφου
Θύρες μαρμάρινες
ανοίγουν κλείνουν στο χρόνο στον ορίζοντα
φιγούρες με κίνηση που όμως δεν φεύγουν
κινούνται
μήπως μας προλάβουν

Ποιος είναι ο ένοικος του τάφου
διερωτώνται οι σοφοί

13 Οκτωβρίου 2014
Δεν ξέρουμε ακόμη ποιος είναι
ξέρουμε μόνο πως δεν είναι ο νεκρός

ίσως το μέλλον μας που μας στοιχειώνει

 

 

Γραφίδα

Κάποτε
έγραφε
χωρίς γράμματα
μιλούσε
χωρίς λέξεις
Παγιδευμένος στις σελίδες του ήσκιου
πρόσθετε τη δική του ψηφίδα
στις εικόνες του ποιήματος

Έλεγε
Μη με διαβάζετε
μη μ’ ακούτε
εκτός κι αν τολμάτε
να δείτε το
αόρατο

Κι έμεινε στην Ιστορία

Σήμερα
γράφει
γράφει
αποφαίνεται
φαίνεται
ομιλεί
διεκδικεί
αυτοπροβάλλεται

αυτοαποκαλείται
θεέ μου
Ποιητής

 

 

Μετουσίωσις

Άρτος να γίνω
να θρέψω
τις Ινδίες της Γης

Οίνος να γίνω
να μεθύσω
τις Μπιάφρες του σύμπαντος

Γροθιά να γίνω
στους λαούς
Τίμιο Δώρο
να την προσφέρω

Να σηκώσουν ξανά το κεφάλι
Από ψηλά
τους δήμιους
να
αντικρίσουν

 

 

Στο παγκάκι

Ήτανε μόνος
και ήταν τρεις
Δεξί χέρι στην τσέπη
Προσεχτικοί
Του ζήτησαν τα χαρτιά του
Ποιος δεν γνωρίζει ότι
οι επικίνδυνοι ληστές με τα καλάσνικοφ
μεταμφιέζονται σε
άστεγους
περνούν τη νύχτα σε παγκάκι
όχι εκκλησίας μα δρόμου κεντρικού

– Μετανάστης
και άστεγος
πάει πολύ

Κάνε Θεέ μου
να μην τιμωρηθεί
;για αμαρτίες
ομόχρωμών του

Ήτανε τρεις
Ίσως σταλμένοι
απ’ την Αγία Τριάδα
Απόψε θα περάσει
το βράδυ
μέσα σε τέσσερεις τοίχους

Οικονομικός μετανάστης
σε οικονομία του Νότο

 

 

Μενετές

Έστρεφε το βλέμμα προς τα επάνω
η μικρή από τον Κάβο
να σε αντικρίσει
Παναγία μενετιάτισσα
να σε βλέπει
να εμπνέεις σε όλους γύρω
λεβεντιά και δέος

Άκουγε από μακριά
ν’ ανεβαίνει ως την άγια πύλη σου
το Καρπάθιο Πέλαγος
να φυσάει μέσα στο ιερό σου να
τρέχει στα σοκάκια
του χωριού που σ’ αγκαλιάζει
να ραντίζει τα σπίτια με μύρο
κι αγγελικό λιβάνι

Έβλεπε τον ήλιο να ανάβει τα καντήλια σου
να ρίχνει σπίθες στα μάτια των
αγέρωχων Μενετιατών
κάθε φορά που προσεύχονταν στη χάρη σου

Κι έγερνε τότε ο Ουρανός
και της ψιθύριζε
πως σήκωνες στα ύψη όλη την Κάρπαθο
την έφερνες ξανά κοντά του

 

 

Γάζα

Αν σ’ ενοχλούν
τα συναισθήματα στην ποίηση
κάνε χαρταετό αυτό το ποίημα
κι ας γράφεται
μόνο
για σένα

Οι νουθεσίες αν σε προσβάλλουν
αγνόησε τούτη τη σελίδα
όσο κι αν ξέρεις πως
μόνο για σένα γράφεται

Καλέ μου αναγνώστη
άμοιρε
ευθυνών
κι εσύ όπως κι εγώ
για όλα τα δεινά
στα σκαλοπάτια μας
για δες
αφήσαμε να γίνει
άγνωστο χι
το άλφα
αφήσαμε να γίνουν
της Άγαρ και της Σάρας τα παιδιά
σε έρημο χαμένη φυλή του Αβραάμ

να τα ενώνει ένα ααα… ατέρμονο
να τα χωρίζει μια κραυγή του τρόμου

 

 

ΛΟΓΟΣ

 

Πραγματικότητα

Θραύσμα της φαντασίας μας
βίαιη αποκόλληση
από το αληθινό βλέμμα του ονείρου

Δεν ζούμε μέσα σου
ζεις και βρυχάσαι μέσα στους εφιάλτες μας
Ντύνεσαι με το χρώμα της φωνής
όσων χάθηκαν
όσων δεν μπόρεσαν ποτέ να γεννηθούν
Τείχος νοητό μπροστά σε κάθε απόλαυση
πέτρα που χτίζεις όνειρα χωρίς τα χέρια τα δικά μας

Πραγματικότητα

παιδί και μάνα του μη πραγματικού

 

 

Και είναι πολύ μακριά η δύση (2012)

 

Πρόλογος

 

Καιρός να γράψω

Αρκετά ζύμωσα
αρκετά περπάτησα
Και το ψωμί μένει ακόμη στο ντουλάπι
κι ο κόσμος είναι ακόμη στρογγυλός
Χάραξα τη ζύμη χάραξα το δρόμο
Κανείς δε χόρτασε κανείς δεν άλλαξε
Νερό δεν έτρεξε στα αυλάκια
Η αβροχία φύσηξε εδώ
ή και παντού Ποιος ξέρει

Καιρός να γράψω

 

 

Σωτήριον έτος 2011

 

Ειρωνικόν

Την αδελφή του Κάδμου μη φοβάσαι
εκ της σαρκός σου σαρξ είναι και αίμα σου
Την έπλασε η αθάνατη πνοή σου

Θυμάσαι;

Όταν την καταδίωκε ο Δίας
τ’ αδέλφια της διέτρεξαν μιαν ήπει-
ρο -όνομα δεν είχε τότε η Δύση-
ευλόγησαν το χώμα που είχε πατήσει

Μη σκιάζεσαι

Η Ευρώπη αν υπέκυψε στον Δία
κάτω από αιώνια πλατάνια
γέννησε μια καινούργια πολιτεία
και έδωσε στον κόσμο τον Ραδάμανθυ

 

 

Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Δεν ταίριαζε ο μύθος της πιστής Πηνελόπης
σ’ ερεβώδεις καιρούς σαν τον δικό μας
της χάρισαν όχι έναν εραστή
μα όλους τους μνηστήρες
Τόσοι χρειάστηκαν να δημιουργηθεί ο Πάνας
να πάρει λίγο απ’ τον καθένα τους
το βλέμμα το μουσούδι την ουρά
Κι ο Οδυσσέας;
Οργίστηκε μας λένε
Εύκολα ξέχασε την Κίρκη με τον Τηλέγονο
την Κασσιφόνη
Στην κόρη του Ήλιου πώς ν’ αντισταθεί
Μα να ’ναι άπιστη η Πηνελόπη;
Και ποιος θα συμβολίζει τώρα την αιώνια πίστη;

Α! Χωρίς σύμβολα πώς θα ζήσουμε
τώρα που δίχως πίστη εύκολα ζούμε

Κι όμως είναι πολύ απλό
Ας μην αλλάζουμε τους ήρωες των μύθων
Μόνο στα παρα-μύθια ζουν αυτοί καλά
κι εμείς καλύτερα
Που πότε δε μας λένε
να πάμε προς τα εκεί
να ζήσουμε σαν ήρωες των μύθων μας
αφού σαν άνθρωποι
έστω τιμωρημένοι απ’ τους θεούς
δε θα μπορέσουμε να ζήσουμε
ποτέ

 

 

ΠΕΛΟΨ

Έφερες στη χώρα τη χλιδή
τύλιξες τον διάφανο αέρα με οσμή
του πλούτου
τη θάλασσα τον ήλιο με ομίχλη

Κι ήρθε ο Όμηρος
Άφησε μια λέξη στην άκρη του πελάγου
Άναψε έν’ αστέρι στα ίχνη του χρόνου

Κι εμείς
παιδιά της πλησμονής
διαλέξαμε

 

 

ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ

Πάνω σου κάθισε η γερόντισσα
όταν τον ουρανό είχε διασχίσει
κι είχε διαβεί ολόκληρη την πλάση
Μέρες εννέα κι άλλες τόσες νύχτες
ταξίδευε
Δέχτηκες τότε την καρδιά της στη δική σου
θέλησες να της δώσεις την ύλη σου
μα δεν μπόρεσες να δαμάσεις τη θεά

Πώς έγινες γερόντισσα
τη ρώτησες
Δεν είναι μεταμόρφωση
σου απάντησε η θεά
Η μάνα Γη γερνάει
όταν χαθεί
η Κόρη

 

 

ΕΡΟΣ-ΕΡΕΒΟΣ

Το Χάος
η Γαία
οΈρος

Ακατέργαστη πέτρα
πρωτόγονη ρώμη
ορμή του Δία
πρωτόγνωρη τέρψη των θνητών
πρωτάκουστη
θλίψη

Γεννιέται.
γεννά
θεριεύει
απόλλυται
στην ίδια γη
σε
άλλο
Χάος

 

 

ΥΠΕΡΒΟΡΕΙΟΙ

Σας γέννησε η ψυχή η ελληνική
Και είπε: η χώρα σας ν’ απλώνεται
σε φως λαμπρό σε αέρα διάφανο
μέσα σε αέναη γιορτή

Ύστερα
σας έστειλε τη Λήδα τον Απόλλωνα
τους έδωσε εντολή
να σπείρουν κόκκους ουτοπίας

Και τώρα εμείς
σαν δράκοντες σταλμένοι από την Ήρα
σκοτώνουμε τον Ήλιο
του Αιγαίου
θολώνουμε τα ιερά ρυάκια
τα δικά μας

Γέννησε η ψυχή μας τον Βορρά
Εμείς γιατί εξοριστήκαμε στον Νότο;

 

 

Παρενθέσεις και αγκύλες
(ποιητική σύνθεση)

 

Ο δρόμος που πήραμε οδηγεί στη θάλασσα
Κι η θάλασσα γεμίζει τα κοχύλια της
με τα δικά μας όνειρα

Να γράφεις ό,τι δεν έχει γραφτεί ποτέ, να
γράφεις ό,τι γράφεται από την αρχή του Χρόνου.
Ιερογλυφικά, γράμματα, λέξεις ταξιδεύουν από
το όνειρο στη σκέψη από τη σκέψη στο χαρτί.
«Γράφω». Η λήθη ξυπνά την αλήθεια. Το
α στερητικό θεριεύει, γίνεται α θαυμαστικό,
άλφα σ’ έναν κόσμο θαυμαστό, με το ωμέγα ν’
αντιφεγγίζει το φεγγάρι.
Και συνεχίζεις…
Ή μήπως επιστρέφεις…

 

Η Ιθάκη καρτερούσε στην αγκαλιά του χρόνου
ζούσε στον αργαλειό τα όνειρά της
κεντούσε λέξεις χιλιοειπωμένες
που όμως ποτέ δεν είχαν ειπωθεί

Να ξαναζήσει θέλησε το παρελθόν κι ο χρόνος
εκδικήθηκε. Βιολέτες άλικες γεννούσε η
στιγμή. Οι ηλιαχτίδες εξαντλήθηκαν. Ταξίδι
στο πιο άγριο παρελθόν. Ή μέλλον. Τρέξε.
Τρέξε,
δεν θα προλάβεις. Φύγε. Ένα τεράστιο κενό
μπροστά, στο δρόμο σου. Ένα τεράστιο
κενό το
Είναι σου.

 

Περπατώ σε χώρους που με αγνοούν

Να είσαι μια παρένθεση
στων άλλων τη ζωή
Να είσαι μια αγκύλη στην
παρένθεση
της νιότης σου
Κι ενώ εσύ φυλακίζεσαι
μέσα στις αγκύλες
η Λερναία Ύδρα καραδοκεί
οι παρενθέσεις πολλαπλασιάζονται

 

Ρίξε μου ένα νήμα Θεέ μου να βγω απ’ το λαβύρινθο
ρίξε μου ένα κύμα να με πάει στη Νάξο
να προλάβω την Αριάδνη

Να έχεις το σθένος να γίνεις
αυτό που είσαι
με όλα τα συστήματα
γονίδια-κοινωνία
μοίρα-μερίδιο
να σε αντιμάχονται

 

Η Λέξη είναι μια αχόρταγη θεά
εκδικείται αν οι βωμοί της μείνουν άδειοι

Στην ίδια παραλία. Κρατά σφιχτά τα χε-
ράκια των παιδιών της. Ξένοι, μυριάδες ξέ-
νοι γύρω- άφησαν τα όπλα, φόρεσαν υπερο-
ψία. Έχει γίνει μόδα η ανορεξία κι ας μην
προκαλεί αποστροφή το φαγητό ή ο κρύφιος
φόβος, αν εσύ χορτάσεις, ο άλλος να μείνει
νηστικός.

Δεν μαγεύουν πλέον οι λέξεις
Ψάχνει νά βρει το σημείο
που η λέξη γίνεται τροφή
Έμειναν άραγε σημάδια;
Άδικα τα αναζητεί
Σαν να κρατούσαν κάποια χέρια
αόρατα
μία τεράστια
γομολάστιχα
Όλα έχουν διαγράφει

Τα παιδιά της κρατούν από μια μεγάλη
σοκολάτα γάλακτος. Μικρή έλεγε σοκολάτα·
πίστευε πως έτσι θα γινόταν πιο νόστιμη. Σε
λίγο έχει δυο μισές σοκολάτες στο χέρι.

 

Από τα βάθη του χρόνου
η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας

Η ιεροσυλία ντόπιων και ξένων φέρνει κά-
ποια στιγμή ευημερία. Φέρνει μαζί την προ-
σφυγιά.
Μυριάδες πάλι οι ξένοι
Και πρόσφυγες
εμείς
στη μοναξιά μας

Άμμος της ερήμου. Λαθρομετανάστες
τους βαφτίσανε. Πώς αλλιώς; Ήρθαν από μα-
κριά – όπως κάποτε πήγαμε εμείς. Στα κρυ-
φά όμως οι άλλοι. Στα κρυφά.

Το χώμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μας
Το χώμα το ελληνικό να μη φτάνει
για όλους μας
Και είναι πολύ μακριά η Δύση
Από τα βάθη του γιαλού
από του χρόνου τα βάθη
φράχτες δεν μπήκαν γύρω
από τα νησιά
συνοριακό πλέγμα
το πέλαγο

Κι οι άλλοι δεν διστάζουν
να πνιγούν
Λίγη Ευρώπη
Αδέλφια
δώστε μας λίγο χώμα από την ήπειρο των

δύο Πολέμων.

Συρματοπλέγματα
ξηλώστε τα
δέστε τους
Τολμούν
να ζητούν την Ελπίδα

στο κουτί της Πανδώρας

Πόσο άλλαξε

πόσο
δεν
άλλαξε

αυτός ο κόσμος

Η όαση είναι δώρο της ερήμου
κι η ποίηση είναι κόρη της σιωπής

Οι πλαγιές ταξιδεύουν στα βάθη του λόγου
ξεκινούν για το άπειρο της σιωπής
αγκαλιάζουν στις λέξεις τα σημάδια
του πόνου
ξεδιπλώνουν τα χρώματα της αστραπής

Ανεβαίνει κι ο χρόνος ταξιδεύει μαζί της
Ξαποσταίνει στο λόφο καρτερεί στις πλαγιές
μια πικρή μελωδία αντηχεί στη φωνή της
να μπορούσε να μη μεγαλώσει ποτέ

Θα ’ρθεί καιρός να τα ξεχάσει

Θα ’ρθεί καιρός να θυμηθεί

σταγόνα ο χρονος
στάσιμος στην άκρη του πελάγου
Νερό
από πηγές υφάλμυρες
Πόσο θα ήθελε
να κυνηγούσε πάλι χαμομήλια
να φαινόταν ανέμελη
στης πλαγιάς το ρυθμό

 

 

Αστέρι στην Άκρη
της Αιωνιότητας

21-11-1991

Στη γιορτούλα σου φέτος δεν μπόρεσα να ’ρθω
με κράτησαν
μακριά
υποχρεώσεις
γήινες
αταίριαστες με την καινούργια μου ιδιότητα
της Ραχήλ που ψάχνει να βρει το παιδί της

Ήμασταν όμως εκεί κι Εσύ το ξέρεις
Μπήκαμε στην αυλή σου
γονατίσαμε ευλαβικά
0 αδελφός σου έσπειρε γύρω του
μαργαριτάρια
να βρουν τροφή αθάνατη
οι καρδερίνες
κι εγώ είπα ν’ αφήσω μια στάλα ζωή
για τα λιθάρια της εξώπορτάς σου
Μα δεν μου είχε απομείνει

 

 

Επίλογος

 

Γράφω

χαράζω με μαύρα γράμματα
το όνομά μου
σε λευκή ταφόπετρα

παλεύω την αιωνιότητα της γραφής
με τη δική μου φευγαλέα υπόσταση
θραύω
μέσα στα χέρια μου
την ανέκφραση του λόγου

σκάβω βαθιά μέσα στην
πέτρα
μ’ αυτά τα χέρια
που αύριο κληρονομούν
την ακινησία της

Γράφω

 

 

Το πέρασμα της Ευριδίκης (1997)

 

Προϊστορία

Θέλησε να ξεφύγει από το μύθο της Ιθάκης
στάθηκε όρθια κοντά στον Ουρανό
– Είμαι η κόρη του Οδυσσέα φώναξε
Ένα ασήμαντο αστέρι πήρε μια γομολάστιχα
κι έσβησε το φεγγάρι

Έτεινε το χέρι στη Μήδεια
– Φύγε από την Κολχίδα
πριν φτάσει εκεί ο Ιάσων
Είναι ο μόνος τρόπος ίσως
πρόσθεσε
(είναι σοφή η κόρη τ’ Ουρανού)
ποτέ να μη δημιουργηθεί
το ταίρι του ψεύτικου ήρωα

Είπε στην Ιοκάστη
– Φύγε μακριά από τη Θήβα
μη νυμφευτείς το βασιλιά της και την ανίερη
προϊστορία του
Κάποτε στην περιπλάνησή σου θα συναντήσεις
αυτόν που γέννησες πριν γεννηθείς
όπως η Γαία τον Ουρανό

Κι όμως η Αντιγόνη δεν παντρεύτηκε ποτέ τον
Αίμονα

 

 

Το ξύπνημα της Γαλάτειας

Ταξίδευε με δέος στην ανήλια χώρα
πίσω της η περίλαμπρη Γη ακολουθούσε
πέπλο και σάβανο
ραμμένα από τον ίδιο τεχνίτη

Μην κοιτάς
άκου
ο λόγος είναι πιο ισχυρός από την κίνηση των χεριών του
το σώμα επιθυμεί
ο λόγος ποιεί
κι η εικόνα γεννιέται
βαθιά
μέσα στα μάτια της λέξης
Το φως-Πυγμαλίων λατρεύει τα χρώματα της πεταλούδας
κι εκείνη του ανταποδίδει τη φλόγα του σε μεγεθυντικό καθρέφτη

Ξέφυγε μια στάλα ζωή από το δισκοπότηρο του ιερέα της Εκάτης
με μιας ξεχείλισαν οι γαλαξίες
χαμογέλασε η αγαλμάτινη θεά
Ανάσταση νεκρών προφήτεψε τότε ο σοφός ιερέας
τελετουργική μετάβαση στη χώρα των ζωντανών
Ποιοι ζωντανοί; Ποια χώρα;

Αφήστε τα πόδια μου ν’ αγγίξουν τη γη

 

 

Αριάδνη

Ξεκίνησε για ένα άλλο ταξίδι
εκείνο που δεν έκανε ποτέ
Το είχε αφήσει χαραγμένο στα όνειρα
των παιδικών της χρόνων
Πήρε το δρόμο
τον ανηφορικό τον μόνο που ήξερε
κι ήταν πια ανάλαφρη
χωρίς αποσκευές
έτοιμη για το ξεκίνημα
Είπε πως όλα είναι τέλεια
γι’ αυτό όλα τελειώνουν
Αν βρισκόταν στην άκρη τού ονείρου
θα άνοιγε την πόρτα
αυτήν που δεν μπόρεσε ποτέ να κλείσει
Θα έπεφτε θα ανέβαινε τι άραγε;
Ήξερε τι την περιμένει;
Η ζωή είναι όνειρο
Ε όχι
όχι
το όνειρο είναι ζωή
Πασιφάη με τον Μινώταυρο στα σπλάχνα της
Κι η Αριάδνη να κόβει το μίτο και να ψάχνει το δικό της Διόνυσο
ο μεγάλος Θησέας να τα εγκαταλείπει όλα για μια Φαίδρα
Κι ο Μινώταυρος μόνος
να φοβάται κρυμμένος στο λαβύρινθο

Κόκκινη κλωστή δεμένη
Ρίξε μου ένα νήμα Θεέ μου να βγω απ το λαβύρινθο
ρίξε μου ένα κύμα να με πάει στη Νάξο
να προλάβω την Αριάδνη

 

 

Οὐκ ἔστιν ἐν τῇ πόλει

Είδε τον εαυτό του στο ρέμα και μας ρώτησε
η εικόνα αυτή ποιον αγαπά για ποιον υπάρχει
ποιον απειλεί;
Δεν καταλάβαινε γιατί
να είχε γίνει κατ’ εικόνα και ομοίωσίν του
Δεν ήταν Θεός δεν είχε δημιουργήσει Κι όμως
η εικόνα ήταν εκεί ερωτική απειλητική
φευγάτη

Σκέφτηκε τότε μήπως ήταν ποιητής
μήπως σμίλευε τη φωτιά και τον αέρα
μήπως ποιούσε λέξεις με το εφήμερο

Ποιητή σ’ έχουν διώξει από πόλεις και ουτοπίες
Έχουν τόσα ειπωθεί για σένα από εσένα
όλα εκτός από αυτό που είναι κρυμμένο στη ματιά σου
Απ’ όλους εμάς μόνος εσύ αφήνεις την εικόνα σου
να σε δημιουργήσει

 

 

Το τραγούδι της Νύχτας

Η Σελήνη έκρυψε το πρόσωπό της
Σκέπασε τον Ενδυμίωνα με μια λευκή δαντέλα
Την είχε υφάνει με όλη την υπομονή που δίνει η Νύχτα

Κι όμως δεν ήτανε αυτό το ποίημα που θέλησε να γράψει
Πάνω στο χαρτί έμοιαζε σώμα και ύλη
Είχε χάσει τη γοητεία τού φευγαλέου
Να το έσβηνε με μια κίνηση
με μια αχτίδα από το δάνειο φως της

Κι ο Ενδυμίων χαμογελούσε
είχε ξεφύγει από το βλέμμα της
όμμα ανέσπερο
Τρόμαξε την Ευρυδίκη
καθώς εκείνη περνούσε δήθεν αδιάφορη
από τη Νύχτα στο φως τής Ημέρας

Κι ο Ενδυμίων τώρα τραγουδούσε
«Η Σελήνη χάνεται κάθε πρωί
το ποίημα μένει πάντα νέο»

 

 

Το πέρασμα της Ευρυδίκης I

Ήτανε βράδυ
κοντά στην είσοδο του Άδη
η Ευρυδίκη μάζευε τα πέπλα της
προσωπεία σε όλο της το σώμα
Δεν ήτανε ποτέ γυμνή για κανένα

Κι όταν το μαύρο πέπλο έγινε κάπα
όχι για να ζεστάνει
ούτε για να καλύψει
μα για να κρύψει

πήρε τη λύρα από τα χέρια του ’Απόλλωνα
πήρε τη μοίρα από τα μάτια του Ορφέα
και κρύφτηκε στα βάθη της Αυγής

 

 

Το πέρασμα της Ευρυδίκης III

Άκουγε τη λύρα του Ποιητή
να αναπνέει
μέσα στις αχτίδες που ξέφυγαν
από το άρμα του Φαέθοντα
Πήρε άμμο από μια άλλη ακρογιαλιά
κάθισε να γράψει
για ένα παλάτι που δεν μπόρεσε να χτίσει

Το κύμα έσβηνε τα γράμματα
οι αχτίδες
κράταγαν τις νότες στον αέρα
Κι εκείνη έγραφε έγραφε
Γυναίκα του Ήλιου καθώς ήταν
γνώριζε
πως μόνο στην έρημο φυτρώνει η γραφή

 

 

Non vox erat

Σε είδα να καθρεφτίζεσαι στο νερό που κυλούσε
Ήσουνα η νύμφη Ηχώ που ξέφυγε από τις φυλλωσιές του αθώρητου δάσους
Περίμενες τον Νάρκισσο να αναδυθεί κρατώντας το είδωλό του
Κι εκείνος κοίταξε βιαστικά έγραψε δυο στίχους στο νερό
και χάθηκε

Πήρες τους στίχους τους μελοποίησες
κι έψαξες στα βαθιά να βρεις με τη λύρα σου το είδωλο μιας ιδέας
σαν να μην είχες ποτέ σάρκα και οστά

Σε είδα από μακριά
θέλησα να φτάσω στο νερό
μα εσύ κολυμπούσες μέσα στον καθρέφτη
Κράταγες στα χέρια σου όσα δεν μπορώ ποτέ να ονειρευτώ
γιατί δεν είμαι παρά μια σκιά
αυτής που θαρρεί πως γράφει

 

 

Ηχώ I

Σε είδα στο όνειρό μου
Καθόσουν σε ένα θρόνο ασημένιο
η Νύχτα ακολουθούσε τη Νύχτα
κι εσύ διάβαζες με μάτια λαμπερά
το κρυφό βιβλίο των άστρων

Σε είδα στο όνειρό μου
Σύρθηκα λέει κοντά σου
στα πόδια του θρόνου
κι εσύ πέταξες σαν αναλαμπή
στον άλικο ουρανό

Με είδες στο όνειρό σου
Καλούσα λέει σε βοήθεια
άγγελο περαστικό
μα ήταν βαριά τα πόδια μου
κι ο άγγελος μικρός

 

 

Ηχώ II

Με κάλεσες
έτρεξα στην άλλη ακρογιαλιά
να γίνω λουλούδι στην άκρη του γκρεμού
να γίνω κοχύλι στην άμμο
να γίνω κύμα μελωδία χρώμα

Σε κάλεσα
δεν ήρθες στην άλλη ακρογιαλιά
ήσουνα λουλούδι στην άκρη της γης
ήσουνα κοχύλι φωτεινό στον ουρανό
ήσουνα κύμα μελωδία χρώμα
πλάι στον Τιτάνα ’Ωκεανό

Πήρα μολύβι αόρατο
ζωγράφισα στο κορμί του σύμπαντος
τα λόγια μου

 

 

6 ’Απριλίου 1995

Είκοσι τεσσάρων χρόνων
Είκοσι τέσσερα αστέρια άναψε ο Θεός για να γιορτάσεις
Τήρησα την υπόσχεσή μου και δεν έκλαψα
να μη σβήσω τα κεράκια στον ουρανό που μας ενώνει
να μή σβήσω τον ουρανό να μην κάψω τη γη με το δάκρυ μου
Σε βλέπω βλέπω μόνο εσένα
Ας μείνουν οι άλλοι Δική τους η γη
δικό τους το χώμα
Ο κόσμος τους δεν είναι πια δικός μας
κι ούτε ακούει το τελευταίο τραγούδι του Ορφέα
όταν αυτός με χαρά
απαρνιέται το εφήμερο
για να κερδίσει το θάνατο

 

 

Πέρασμα

Πήρα τη λύρα του Ορφέα
Συγκίνησα ακόμη και θεούς
Άνοιξαν τις πύλες του Άδη

Το χέρι μου έσχισε το χαρτί
Πάνω του είχα γράψει την ιστορία σου

«Πέρασε από το φως του ήλιου
στο φως του φεγγαριού

ή και το αντίθετο»

 

 

Τελευταίο δείπνο

Πόσο πόνο κρύβει ο άνθρωπος
πόσο πόνο
Το βλέμμα του αγκαλιάζει τον ουρανό
πλατύτερος από τη γη και τη θάλασσα
τα βουνά στιγμές της άγριας θλίψης του
τα χθόνια πελάγη ηρεμία που ακολουθεί τον άκρατο πόνο
Πίετε εξ αυτού πάντες

Πόσο πόνο κρύβεις μέσα σου
κι όμως δε νιώθεις τον πόνο γύρω σου
Δεν έχεις παρά ν’ απλώσεις το βλέμμα σου στη γη
δεν έχεις παρά ν’ αγγίξεις τον άνθρωπο πλάι σου
ν’ ανταμώσεις τον άνθρωπο στο είναι σου

Καταδικασμένος να είσαι εδώ κι άλλου
ν’ αναζητάς την εικόνα σου στον καθρέφτη
αυτόν που κουβαλούν στην τσέπη τους οι άλλοι

 

 

Αμίλητο νερό

Ο ήλιος ήταν πιο δυνατός απ’ την αγάπη μου
Η πέτρα έσκαζε χωρίς μια λέξη θεϊκή
το χώμα άνοιγε στα δυο χωρίς μιλιά
και το νερό κυλούσε μέσα σε βουβά ρυάκια

Η αγάπη μου ήταν πιο δυνατή από τον Ήλιο
Πλησίαζε ο Ίκαρος περίεργα τη Γη
έσβηνε ο Φαέθων τη φλόγα του στον ποταμό Ηριδανό
κι εγώ γελούσα μες στις φωτιές τού Άη-Γιάννη

 

 

Χαρταετός

Πέταγα το χαρταετό μου μια Δευτέρα
όταν ήμουνα πολύ μα πολύ μικρή
κι ας μη θυμάμαι μικρή να ήμουνα ποτέ
Πέταγα το χαρταετό μου
απ’ την κορφή ενός μικρού λόφου
κι έβλεπα με χαμόγελο τη θάλασσα

Την Τρίτη ό αετός ξέφυγε από τα χέρια μου
πήγε να κολυμπήσει στα βαθιά
Τετάρτη Πέμπτη Παρασκευή Σάββατο
χρειάστηκε δουλειά πολλή
την Κυριακή να γίνει μια βραχονησίδα
να βλέπει με όμορφα πράσινα μάτια
το μπαλκόνι του σπιτιού μου
στο πιο όμορφο νησί

της πιο γαλάζιας θάλασσας

 

 

Εκ Χάεος δ’ Έρεβος

Δεν είναι πια αρχέτυπο ο ανθρώπινος λόγος

Το Χάος αρνείται να γίνει Ήμερα
ερωτευμένο καθώς είναι με τις μικροδομές του
η ποίηση αρνείται να ποιήσει
καθώς άυλη ξεπροβάλλει η νέα Νύχτα

Το βουνό υποκλίνεται

 

 

Ιστορία

Τα πλοία μας ταξιδεύουν πάντα προς τη Σικελία
Κι η ιστορία γράφει για πολέμους
της ψυχής με το άπειρο ή το Μηδέν
Κι όσο καλύτερα γνωρίζουμε πώς κάπου στην άκρη
καραδοκεί η Ειμαρμένη
τόσο περισσότερο γεμίζουμε τα πλοία μας
με τρόφιμα μαζεύουμε κάθε στάλα της βροχής
να ξεπλύνουμε τις πληγές μας
ρίχνουμε στα κοράλλια ένα χαμόγελο κρυφό
σαν να ήμασταν αθάνατοι

Και συνεχίζουμε το δρόμο προς το ριζικό μας

Η Νέμεσις ήταν θνητή και τη θεοποιήσαμε
ζούσε ανάμεσα σε μας και στα παιδιά της
μας οδηγούσε στα μονοπάτια της μνημοσύνης ή της λήθης
πίναμε κρασί με τον Διόνυσο στην άκρη του γκρεμού
Γεννήσαμε θεούς με τα τραγούδια μας

Και συνεχίζαμε το δρόμο προς το ριζικό μας

Τα πλοία μας ταξιδεύουν πάντα προς τη Σικελία
Συναντήσαμε Σειρήνες σε άλλες θάλασσες
η λησμοσύνη μας ψιθύρισε άλλα τραγούδια

Κι εμείς πιστεύαμε πώς γράφαμε ιστορία

 

 

 

Ημέρες αβροχίας (1994)

 

Καιρός του σιγάν

Από τα βάθη του χρόνου
η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας
Πήρε το λόγο τον έσπειρε στην άμμο
πήρε τη σιωπή τη φύτεψε στην όαση

Μην κλαις για το νερό που χάθηκε
τα δάκρυα σβήνουν τη γραφή σου στην άμμο
Η όαση είναι δώρο της ερήμου
κι η ποίηση είναι κόρη της σιωπής

Από τα βάθη της ερήμου
ο χρόνος ακολουθεί τα βήματά μας
Πήρε την άμμο τη φύτεψε στο λόγο
Φωνή άφρονος βοούσε στην όαση

 

 

Άμπελος η αλλοτρία

Πώς έγινες αγνώριστος λαέ
Ο Όμηρος ο Αλέξανδρος ο Σοφοκλής
σε φύτεψαν άμπελον καρποφόρον
Έσπειρες τον σίτον σου σε ημέρες αβροχίας
σκόρπισες τα πλούτη σου σε λαούς των ερήμων
αντάλλαξες μαζί τους είδωλα
φόρεσες τη χλαίνη της μωρίας
γονάτισες ευλαβικά μπροστά σε ανούσιους θεούς

Άφρονα λαέ
χαλκεύεις τα παρελθόντα
λησμονείς τα μέλλοντα
εγκαταλείπεις τις κόρες σου
την Ιλιάδα την Αλεξάνδρεια την Αντιγόνη
θρηνείς στο σκλαβοπάζαρο των συμφερόντων
εκλιπαρείς μια στάλα μνήμη
ενώ σφίγγεις στη μέση σου τον γόρδιο δεσμό της λήθης

Ας τραγουδήσει ο Όμηρος την μήνιν των
προγόνων σου
ας πολιτίσει ο Αλέξανδρος πιο μακρινές
ηπείρους
κι ας στείλει ο Σοφοκλής τον Κρέοντα να σε
καταδικάσει

 

 

Επίκληση

Τις κάλεσα μία μία από άλλη ύλη
άλλες εποχές
από βιβλία και από μύθους

Άγαρ μην ψάχνεις στην έρημο Οι γενεές
σου βρέθηκαν
Λητώ μην κρύβεσαι στη θάλασσα Τα παιδιά
σου γεννήθηκαν
Κλυταιμνήστρα μην παραμένεις θεατής
σαν θυσιάζουν το παιδί σου
Νιόβη μη γίνεσαι πέτρα γίνε δάκρυ να
θρέψεις τη γη σου

Είμαι όλες εσείς ενωμένες
Είμαι αυτή που βρήκε και έχασε
που κρύφτηκε στα βάθη του Αιγαίου και
η Δήλος αναδύθηκε
που έγινε θεατής και δρων
πέτρα και νερό
βιβλίο και μύθος

 

 

Και η γη παραμένει

Όταν πρόσταζε ο Ηρώδης ο Μέγας να
εμφανιστείς στο ανάκτορο
να γονατίσεις με ευλάβεια μπροστά στην έκνομη
οργή του
να εξαγνιστείς στη φλόγα της άνομης αγάπης του
-για να γίνεις άξια να προσφέρεις την καρδιά
σου στη σφαγή των αθώων-
εσύ παραλογίστηκες Ραχήλ
Εγκατέλειψες το σπίτι σου
βρήκες καταφύγιο στις πλαγιές των βουνών
κοντά σε δέντρα και σε θάμνους
– δεν ήξερες πως ο Ηρώδης εκεί εδρεύει
πως οι λεγεωνάριοι καραδοκούν πίσω από τις
ζωοφόρους των ναών του δάσους

Ραχήλ μη θρηνείς
μην ψάχνεις να βρεις ό,τι χάθηκε
Μάταια απομακρύνεσαι από τη Βηθλεέμ
εκεί βρίσκεται ο τάφος σου

Και τελικά η θυσία σου δεν μπόρεσε να σώσει
τον Μεσσία

 

 

Νανούρισμα

Κοιμάσαι
κι ο ύπνος πάλλεται πλάι σου με φτερούγες
ολόλευκες
Κοιμάσαι
κι ο ήλιος εκδύεται τον χρυσό του μανδύα για να
μη σε ξυπνήσει
Οι μάγοι εγκαταλείπουν τη μυθική Ανατολή
αναζητούν πρωτόθετα σημεία του ορίζοντα
εκεί που ορίζοντες δεν υπάρχουν
Οι άνεμοι καλύπτουν απαλά
με την κάπα του
το γέρο που δεν μπόρεσε ν’ απαρνηθεί τον ήλιο

Δεν ανέτειλε η Σελήνη για να μη σε ταράξει
ο Ενδυμίων σου παραχώρησε τη θεϊκή του κλίνη
Χαμογέλασες στην πρώτη αχτίδα μα δεν
ξύπνησες
ο ήλιος συγκρατήθηκε
τρόμαξε μήπως ανταποδώσει το χαμόγελο με
χρυσαφένια βροχή και σε ξυπνήσει

Ονειρεύομαι πως κοιμάσαι
και το λευκό σεντόνι ιπτάμενο χαλί
σ’ έφερε πέρα από τα σύνορα των πλανητών και
της οδύνης
Ονειρεύομαι πως κοιμάσαι
κι ο ήλιος σ’ ακολούθησε στο πέταγμά σου

 

 

Λόγος

Έλεγαν πως έγραφε ποιήματα για να μη
σκέφτεται
πως έγραφε για να μη ζει
κι εκείνος ανέτρεπε την πράξη με το λόγο

Μακριά από την ποίηση οι άλλοι
δεν έμαθαν να πλάθουν χρόνο με τη σκέψη
κι ούτε ένιωσαν ποτέ
πως οι λέξεις είναι μαγικές επιφωνήσεις
πως οι φθόγγοι όταν συγκρούονται
γεννούν ενέργεια
πως όλο αυτό το σύμπαν δημιουργήθηκε
με μια εντολή ένα μόνο ρήμα
του πρώτου ποιητή

Γενηθήτω

 

 

Το μυστικό του τετραδίου (2015)

Στη συλλογή αυτή περιλαμβάνονται ποιήματα από τις προηγούμενες ποιητές συλλογές της Ζωής Σαμαρά μεταφρασμένα στη Γαλλική από την Πολυτίμη Μακροπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια της Γαλλικής Λογοτεχνίας στο ΑΠΘ.

Σε εκδήλωση της Μακεδονικής Καλιτεχνικής Εταιρείας ΤΕΧΝΗ η Ζωή Σαμαρά συζήτησε με τη ποιήτρια Βικτωρία Καπλάνη για «Το μυστικό του τετραδίου» και ποιήματα της συλλογής διάβασε η Έφη Σταμούλη.

 

Η ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΑΜΑΡΑ

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ Η ΕΦΗ ΣΤΑΜΟΥΛΗ

 

ΒΚ  Η ποίηση ξεκινά σ’ ένα μυστικό τετράδιο. Ακόμη κι αν το περιεχόμενο αυτού του τετραδίου καταλήξει στις σελίδες ενός βιβλίου, το τετράδιο παραμένει μυστικό. Κάθε φορά που ξεφυλλίζεις αναγνωρίζεις κάτι, ανασύρεις
από τη λήθη τις αλήθειες που σε αφορούν, μπαίνεις στη δοκιμασία, στον πειρασμό να προσθέσεις τις δικές σου σημειώσεις στο περιθώριο. Συνομιλείς με τον εαυτό σου που καθρεφτίζεται στις λέξεις ενός άγνωστου προσώπου,
επιχειρείς να του δώσεις υπόσταση, να νιώσεις πώς σκέφτεται, τι αισθάνεται, πώς βρέθηκε μέσα σ’ αυτούς τους στίχους. Εκεί που το βρίσκεις, εκεί το χάνεις. Κλείνεις το τετράδιο, το ξανανοίγεις και όλα πάλι απ’ την αρχή.

 

Το μυστικό του τετραδίου

Σε δύο χρόνια θα πας σχολείο.
Μα πώς; Σπάνια τα βιβλία. Σπάνια όσο και η τρο-
φή. Μπροστά στο άσπρο, το αδέσποτο, χαρτί υποκρινόταν
πως διαβάζει, όπως έκαναν άλλα παιδιά μπροστά στην
Άγια Τράπεζα, σαν να έβλεπαν ένα ολόγιομο φεγγάρι. Και
έπιναν τα δάκρυά τους.
Τι να σημαίνουν άραγε τα μικρά μαύρα ανθρωπά-
κια κολλημένα πάνω σε χαρτί; Έκρυβαν ένα μυστικό, αυ-
τό ήταν βέβαιο. Αλλά ποιο; Του νου μας; Της θάλασσας;
Του ουράνιου τόξου πέρα από τον ορίζοντα, καβάλα στο
κύμα;
Και τότε της χάρισαν ένα μικρό τετράδιο. Τόσο
μικρό που χωρούσε στην παλάμη της. Είχε δηλώσει με
πάσα επισημότητα ότι θα γίνει συγγραφέας. Ευτυχώς δεν
τη ρώτησαν τι σημαίνει η λέξη. Την άκουσε, ακούστηκε
ωραία, την επανέλαβε. Και τώρα, τι κάνει; Θα μάθει να
γράφει, σκέφτηκε. Ανάμεσα στο μολύβι και το χαρτί, κά-
τω από τις δικές της λέξεις, θα αποκαλυφθεί το μυστικό
του τετραδίου.
Μα πώς;
Πώς…
Θα της μιλούσε το χαρτί, καθώς θα έγραφε. Θα της
έλεγε τι να γράψει.
.. .πώς; Ήταν μικρή και το τραπέζι πολύ ψηλό. Δεν
έφτανε να σχεδιάσει στο τετράδιο. Να κάθεται. Μα γράφω
σημαίνει ζω, δηλαδή είμαι όρθια. Σκεφτόταν έτσι αλλόκο-
τα ή της μιλούσε κιόλας το χαρτί;

 

ΒΚ  Στο εξώφυλλο του μυστικού τετραδίου που απόψε επιχειρούμε να διαβάσουμε υπάρχει μια ετικέτα με το όνομα: Ζωή. Χωρίς επώνυμο. Η Ζωή ανήκει στη ζωή, κάθε άλλη γενική κτητική περιττεύει. Πόσο ένα όνομα προσδιορίζει ή μυστικά καθορίζει την πορεία ενός ανθρώπου; Η ζωή είναι ένστικτο, δύναμη, ενέργεια, ιδανικό, μάχη, πίστη, ταξίδι, έρωτας, υλικό ονείρου, χώμα και νερό, μητέρα, δημιουργία. Η ζωή ακολουθείται πάντα από τη σκιά της, το θάνατο. Μ’ αυτόν η διαρκής και πολύτροπος αναμέτρηση.

 

ΖΣ  Το όνομα της γιαγιάς μου. Αιώνες τώρα στην Κάρπαθο το όνομα πηγαίνει από πατέρα σε γιο και από μητέρα σε κόρη. Το τελευταίο διόλου αυτονόητο στη χώρα μας. Σαν να γνώριζαν οι Καρπάθιοι την ψυχολογία του βάθους πριν ακόμη γεννηθεί. Ίσως από τα χρόνια του Τρωικού πολέμου, όπου, σύμφωνα με την Ιλιάδα, συμμετέχουν με τα καράβια τους. Η προέκταση της μάνας στην
κόρη, η θηλυκή πλευρά της αέναης δημιουργίας. Το φαντασιακό που αναδεικνύεται πάντα άξιο να συνεχίσει τη ζωή με ποίηση και όνειρο. Το βίωμα, ωστόσο, δεν γίνεται ποίηση και δεν μας αφορά αν δεν γενικευτεί, αν δεν εκφράζει, με κάποιο μυστήριο τρόπο, τα βιώματα όλων μας.
Όταν γράφεις για τον εαυτό σου, το εγώ του κειμένου σου ανήκει στο χώρο της μυθοπλασίας. Μπορείς να ξαναγίνεις μικρό παιδί, αλλά τα περιστατικά που θα αφηγείσαι δεν θα είναι αυτοτελή. Θα περιέχουν πολλές εκδοχές που προέκυψαν από την ανάμνησή τους.
Για να συλλάβεις την ουσία της ύπαρξης γενικά, όπως κάνει άθελά του κάθε ποιητής, βλέπεις τον εαυτό σου και εξωτερικά, ανάγεσαι σε παρατηρητή της ζωής σου.

 

Η Ευλογημένη

Η πέτρα ήταν βαριά κι εσύ στο πλάι
Να την κινήσεις
να τη νικήσεις
ζήτησα Τίποτε άλλο
η Πύλη παρέμενε κλειστή
Σειστή κι αόρατη
Και μόνο εσύ την έβλεπες
Η Ευλογημένη

Άσε με να περάσω

Από τα βάθη του σπηλαίου
ακούστηκε η φωνή μου

Εδώ είσαι ή εκεί
με ρώτησαν τα δέντρα
Όπως εσείς απάντησα
Κι εκεί κι εδώ
Όπου υπάρχει
η Ευλογημένη

 

Καιρός του σιγάν

Από τα βάθη του χρόνου
η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας
Πήρε το λόγο τον έσπειρε στην άμμο
πήρε τη σιωπή τη φύτεψε στην όαση

Μην κλαις για το νερό που χάθηκε
τα δάκρυα σβήνουν τη γραφή σου στην άμμο
Η όαση είναι δώρο της ερήμου
κι η ποίηση είναι κόρη της σιωπής

Από τα βάθη της ερήμου
ο χρόνος ακολουθεί τα βήματά μας
Πήρε την άμμο τη φύτεψε στο λόγο
Φωνή άφρονος βοούσε στην όαση

 

ΒΚ  Η ποίηση την ουσία της ύπαρξης αναζητά, αυτήν προσπαθεί εναγωνίως να εκφράσει. Το εγώ και η ζωή του ποιητή γίνονται ένα πρώτο πεδίο πειραματισμού και δοκιμασίας. Η φωνή που μιλάει στα κείμενα είναι πολυπρόσωπη. Αλλάζει συχνά μορφές, παίρνει το προσωπείο μυθολογικών ηρώων, γίνεται ρόλος. «Το εγώ είναι ένας άλλος». Υπάρχει μια εγγενής θεατρικότητα στο λόγο, μια κίνηση στις λέξεις ακόμα και μέσα στη λευκή σελίδα. Υπάρχει ο δικός τους ρυθμός. Διακριτικά διατυπωμένες επιστρέφουν στο ποίημα στιγμές από τη ζωή της ποιήτριας.
Οι αναφορές στο σκηνικό της παιδικής ηλικίας αντιστέκονται στη νοσταλγία, αφορούν μόνο την ανασύνθεση της προσωπικής ιστορίας. Πατρίδα του ποιητή είναι οι λέξεις;
Δεν υπάρχει Ιθάκη για την κόρη του Οδυσσέα. Το ταξίδι, το πάθος της γνώσης, η δημιουργική σκέψη και η κριτική δεν μπορούν να καθρεφτιστούν στα συνήθη γυναικεία πρότυπα που καλλιεργεί και προτείνει ο γενέθλιος τόπος. Πόσω μάλλον η ταυτότητα ποιητής ή μάλλον ποιήτρια.
Άραγε η ποίηση έχει φύλο; Ως λέξη είναι γένους θηλυκού, όμως πώς προκύπτει; Μέσα από τη σύγκρουση και την εύθραυστη ισορροπία του animus με την anima μέσα μας;
Πότε η γυναίκα συναντά την ποιήτρια;

 

Το ποίημα

Μικρή όταν ήμουν
φαντάστηκα
την ιστορία μιας γυναίκας
που έγραφε
έγραφε
όλη μέρα όλη νύχτα
από τότε που ήταν 18 χρονών

Έγραφα κι εγώ
πάνω σ’ ένα κατάλευκο χαρτί
μ’ ένα φτερό που είχε πέσει
από το περιστέρι που περνούσε βιαστικά
έγραφα χωρίς δισταγμό χωρίς φόβο
γιατί ήμουν τόσο μικρή
που δεν γνώριζα τη λέξη «γραφή»

Και η γυναίκα
με το μολύβι στο ένα χέρι και το χαρτί στο άλλο
σχεδίαζε γράμματα
σχεδίαζε λέξεις
σχεδίαζε
τη μέρα τη νύχτα το ποίημα
μέχρι που έγινε 81 χρονών

Έτοιμη πια να φύγει γι’ άλλη χώρα
σκέφτηκε να περάσει από το κοντινό βιβλιοπωλείο
να δει στα ράφια τα βιβλία της
να δει στα ράφια μια ζωή εξήντα τριών χρονών
Και είναι τότε που είδε
πως είχε γράψει
μονάχα ένα ποίημα

Πώς δεν το είχε αντιληφθεί
Πού πήγαν όλα εκείνα τα βιβλία
με τους τίτλους που μάγευαν
Η βασιλεία του Κρόνου
Το πέρασμα της Ευρυδίκης
Φωνή από την άλλη ακρογιαλιά

Είχε γράψει
μονάχα ένα ποίημα
Ήταν κρυμμένο στην πίσω σελίδα
κάποιου αδιάφορου έντυπου
Είχε γράψει μονάχα ένα ποίημα
Το έλεγε Ποίημα
Κι εκείνο
έλεγε
έλεγε
την ιστορία μιας γυναίκας
που άρχισε να γράφει στα 18
και έγραφε ως τα 81

Όσο για μένα
δεν μπόρεσα να γράψω τη ζωή της
γιατί ήμουν πολύ μικρή
τόσο μικρή που δεν γνώριζα καν
τη λέξη
«ζωή»

 

Η κόρη του Οδυσσέα

Κοίταζε τον Ουρανό που την κοιτούσε με μάτια
τυφλά απ’ το περίσσιο φως το προγεγεννημένο
Περνούσε μέσα από αχτίνες
κατακερματισμένες
τα μάτια της άκουγαν
ναι άκουγαν
την αρμονία του φωτός
να ψιθυρίζει γνώριμα τραγούδια
σε νότες άγνωστες λατρευτικές

Οι Σειρήνες σώπασαν
Μπροστά στην κόρη τ’ Ουρανού
καθώς εκείνη έβλεπε το σύμπαν να σπαράζει
μέσα στα μάτια του πρωτόγονου πατέρα της

Η Ιθάκη καρτερούσε στην αγκαλιά του χρόνου
ζούσε στον αργαλειό τα όνειρά της
κεντούσε λέξεις χιλιοειπωμένες
που όμως ποτέ δεν είχαν ειπωθεί
Κι η κόρη κατακτούσε τις πέντε θάλασσες
ναύτης μαζί και νέα γοργόνα
ρωτούσε αν επέστρεψε ο Οδυσσέας

 

ΖΣ  Η κόρη του Οδυσσέα δεν επιστρέφει στην Ιθάκη, ενώ αγωνιά μήπως δεν επιστρέψει ο Πατέρας. Το ποίημα ταξιδεύει, ο ποιητής επιστρέφει στις ρίζες του. Η Ευρυδίκη επιθυμεί το βλέμμα του Ορφέα, αλλά δεν θα τον ακολουθήσει. Αν τελικά δεν γυρίσει να τη δει, εκείνη θα αρνηθεί να φύγει από τη χώρα των σκιών. Ο Ποιητής πρέπει να αντιμετωπίσει τη μοναξιά του, την ίδια στιγμή που αντιμετωπίζει την παράδοση. Ακόμη και στο πιο ανατρεπτικό σύμπαν η ποίηση αντλεί από την παράδοση για να κρατήσει τον κόσμο ζωντανό.

ΒΚ  Όπως οι τραγικοί ποιητές αντλούν υλικό από τον πλούτο της μυθολογίας για να δημιουργήσουν τα έργα τους, έργα όπου η φιλοσοφία έχει σημαίνοντα ρόλο στη σύλληψη και την κατασκευή τους, έτσι και η ποιήτρια πραγματεύεται τα μείζονα ζητήματα της ύπαρξης, προβάλλοντας το δικό της εσωτερικό σύμπαν στα πρόσωπα του μύθου, τα οποία ξαναγεννιούνται, επαναπροσδιορίζονται, κρατώντας κάποια βασικά στοιχεία της ταυτότητας
τους, κερδίζουν μια νέα ζωή, έναν άλλο λόγο. Τα πρόσωπα του μύθου άλλωστε ζουν στο συλλογικό ασυνείδητο, αρχέτυπα δώρα του χρόνου και των πολιτισμικών αιώνων που προηγήθηκαν. Η Σαμαρά μας δείχνει με τον τρόπο
που αξιοποιεί το μυθολογικό υλικό πόσο ανεξάντλητη είναι η σοφία των μύθων. Ένα πρώτο παράδειγμα από ποιητική συλλογή Το πέρασμα της Ευρυδίκης. Εδώ παρατηρούμε ότι η Ευρυδίκη αλλάζει πολλά πρόσωπα ακόμη
και μέσα στο ίδιο ποίημα. Είναι η αγαπημένη του Ορφέα, είναι ο Ορφέας αλλά και η θηλυκή πλευρά του Ορφέα (anima), είναι η κόρη αλλά και η μητέρα, είναι η γυναίκα, είναι το ποίημα, είναι η ύλη του πραγματικού, το είδωλο
του φαντασιακού.

 

Ανδρόγυνον

Ορφέας και Ευρυδίκη

είσαι μαζί
το όμμα που βλέπει
και το σώμα που χάνεται
Μόνος
δεν θα κατέβαινες ποτέ
στα τρίσβαθα του Άδη
Μόνη
δεν θα γινόσουνα ποτέ
ανείπωτο τραγούδι
Διαλύεσαι στον άνεμο όπως ο ήχος του φεγγαριού
συνθέτεις μελωδία πρωτάκουστη

Τι κι αν με το πέρασμά της γεννιέσαι
Τι κι αν με τη ματιά του χάνεσαι

Είσαι η πρώτη διαλογή των άστρων

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΑΜΑΡΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΜΑΚΡΙΑ Η ΔΥΣΗ (2012)

Αλέξης Ζήρας

Η προσφυγή στους αρχαίους μύθους, με προοπτική τον αναστοχασμό του ποιητικού λόγου ο οποίος αφορμάται από φαινόμενα και παραστάσεις της τρέχουσας ζωής, εννοείται πως δεν είναι ένα εγχείρημα μοναδικό. Το αντίθετο, μάλιστα! Με μια έννοια, η ίδια η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι δυο έπη στα οποία ο Όμηρος αφηγείται εν συμβόλοις και παραβολαίς και τη διδακτική σημασία της άγραφης τότε παραμυθίας. Η επική του αναπαράσταση είναι στην ουσία ένας διάλογος με την πριν από αυτόν παράδοση του μύθου, γι΄αυτό και από τις αναρίθμητες ποιητικές αναγνώσεις του ομηρικού έργου που έχουμε ως σήμερα, προκύπτει το ζητούμενο της «δικής μας» ποιητικής ανάγνωσης ή του δικού μας διαλόγου με την αρχαία επική παράδοση. Αυτό κάνει και η Ζωή Σαμαρά (γ.1935). Επιλέγοντας πρόσωπα και συμβολικές αναπαραστάσεις από την αρχαία ελληνική μυθολογία, στην ουσία την διαβάζει με τον δικό της τρόπο και για λογαριασμό της εποχής μας. Όμως, πάνω σ΄αυτό το γενικό πεδίο, πάνω σ΄αυτή τη νοητή, χρονική διασταύρωση της ποίησης, η Σαμαρά συσσωματώνει στο μυθικό της παράδοσης, ας πούμε στο εξ αντικειμένου, το εξ υποκειμένου της. Κάτι σαν παλίμψηστο. Αφηγείται ποιητικά τα δικά της δράματα, στήνει τις αναπαραστάσεις των δικών της βιωμάτων. Συνεπώς, μυθολογεί εκ νέου και εξ ιδίων. Η ειρωνική αντίστιξη , η ανάδειξη του ανίερου απέναντι στο ιερό, η πρόταξη με έμφαση του πανάρχαιου στοιχείου της αδικίας, το αναποδογύρισμα που επιχειρεί σε κοινούς τόπους και παραδεδομένες ερμηνείες, αποτελούν άλλωστε τα μέσα της ρήξης της με τη συμπάγεια της μυθολογικής εικόνας η οποία μας δόθηκε. Η απομυθοποίηση, η αποδόμηση είναι τα εργαλεία που της επιτρέπουν να ανοίξει ένα άλλο πεδίο, για να προβάλλει αλληγορικά τις δικές της τραυματικές αναμνήσεις και τους δικούς της ελεγειακούς αναστοχασμούς. «Την εποχή των πρώτων μύθων /με ανθρωποθυσίες χόρταιναν οι θεοί /Και σήμερα;/Α!/Σήμερα / όλοι γινήκαμε θεοί/ θυσιάζουμε τον Άλλο/τον άλλο εαυτό μας /Μα δε χορταίνουμε /Όλοι γινήκαμε θεοί /ή σφάγια».

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

περ. «Τα Ποιητικά», τεύχ. 8, Δεκέμβριος 2012. Αναδημοσίευση στην ιστοσελίδα «salonicanews»,

Γέφυρες προς την απόμακρη Δύση

«Μια ζωή μια Ιστορία», που αμαυρώνεται από «διαγραφές/ πολιτικές/ ηθικές/ εγκληματικές», που καταδιώκει «τα όνειρα των παιδικών μας χρόνων», που αποδεικνύεται «μια ζωή θάνατος», σε ένα συγκλονιστικό οξύμωρο, όπου το σημαινόμενο της ζωής κυοφορεί την ανυπαρξία, έχει υποστεί αυτοϋπονομευόμενη αξιακό εκτροχιασμό. Καθώς «η αβροχία φύσηξε», η ποιητική τέχνη επιφορτίζεται την επαναφορά του οράματος: «Καιρός να γράψω» εξομολογείται λοιπόν η Ζωή Σαμαρά στην ποιητική της συλλογή Και είναι πολύ μακριά η Δύση.
Στο σύγχρονο σύμπαν κάθε παρηγορητικός μύθος καταλύεται: «Ο Απόλλων πλέον/ κυκλοφορεί με αεροπλάνο»· «Η Περσεφόνη φτάνει/ με υποβρύχιο/ στο κέντρο της γης». Η τεχνολογική εξέλιξη καταργεί ουσιαστικά τον Θεό, επιχειρώντας να τοποθετήσει στη θέση του τον άνθρωπο. Η κατάργηση τούτη συνεπάγεται την ηθική έκπτωση, που μεταφράζεται σε έκπτωση της ανθρωπιάς, δηλαδή σε απώλεια της βασικής ιδιότητας του ανθρώπου. Παράλληλα με τον Θεό εξαφανίζεται επομένως κι ο ίδιος ο άνθρωπος: «Όλοι γινήκαμε θεοί/ ή σφάγια// Δεν έμεινε στη Γη/ ούτε/ ένας/ Άνθρωπος;» Το ερώτημα αγωνιώδες, μα ρητορικό, «αφού σαν άνθρωποι/ έστω τιμωρημένοι απ’ τους θεούς/ δε θα μπορέσουμε να ζήσουμε/ ποτέ».
Η παραίτηση του ανθρώπου απ’ τη διεκδίκηση της αξίας του, ο συμβιβασμός του με τον ξεπεσμό, την ασημαντότητά του, την προοπτική να αποτελεί απλώς μια παρένθεση στη ζωή των άλλων, εκτρέφουν τη Λερναία Ύδρα της αδιαφορίας και της μετριότητας. Τα αιώνια σύμβολα καταρρέουν. Ο Έρος (ποιητικός τύπος στα έπη) απέχει μόλις δύο γράμματα απ’ το Έρεβος. Η Πηνελόπη φανερώνεται άπιστη. Ο γνωμικός αφορισμός της Σαμαρά «Α! Χωρίς σύμβολα πώς θα ζήσουμε/ τώρα που δίχως πίστη εύκολα ζούμε», πικρά ειρωνικός, καταδεικνύει πως η ένδεια των καιρών γεννά θλίψη μονάχα για τη φθορά του επικαλύμματος, όχι για την αλλοίωση της βαθύτερης ουσίας.
«Έχει γίνει μόδα η ανορεξία» συλλογίζεται η Σαμαρά, εντοπίζοντάς την ωστόσο πρωτίστως στην έλλειψη πνευματικότητας, εφόσον η λέξη, αν και «αχόρταγη θεά» η ίδια, έπαψε πλέον να καταναλώνεται. Τα όποια «χαρίσματα», μέσα από την αλληγορία του μύθου, αποδεικνύονται αρνητικά. Ο Αυτόλυκος, γιος του θεού Ερμή, επιλέγει απ’ του πατέρα τις ιδιότητες μόνο να είναι «κλέφτης και ψυχοπομπός». «Τι χάρισμα κι αυτό// Χάρισμά σου!», σχολιάζει η Σαμαρά, απορρίπτοντας κάθε κακία στο ήθος, με ποιητικό λόγο που εκμεταλλεύεται δραστικά την πολυσημία των λέξεων.
Το αίτημα της δικαιοσύνης αναζητά την πραγμάτωσή του στη Δύση. Η Σαμαρά, αξιοποιώντας την αρχαία ελληνική μυθολογία και συγκεκριμένα το μύθο της Ευρώπης, η οποία έφερε στον κόσμο από την ένωσή της με τον Δία τον Ραδάμανθυ, τον δικαιότερο των θνητών, εντοπίζει στην ήπειρο της Ευρώπης, όπου δομήθηκε ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός, το κράτος δικαίου. Η τραγική ειρωνεία ωστόσο για τον ελληνισμό είναι πως, ενώ γέννησε πολιτισμικά τη δικαιοσύνη και την παρέδωσε στους «υπερβορείους» του ομότιτλου ποιήματος, ο ίδιος πλέον τη θολώνει και την ακυρώνει. Καταλήγει λοιπόν εξόριστος μακριά της σ’ έναν Νότο, σε μια εξορία που δεν θα ’πρεπε να τη δοκιμάζει λόγω της πολιτιστικής του κληρονομιάς: «Γέννησε η ψυχή μας τον Βορρά/ Εμείς γιατί εξοριστήκαμε στον Νότο;»
Η απομάκρυνση απ’ το δίκαιο εξηγεί γιατί «είναι πολύ μακριά η Δύση», σύμφωνα και με τον τίτλο της ποιητικής συλλογής. Η κατάσταση όμως υπερβαίνει τα ελληνικά όρια και γενικεύεται, καθώς ο στίχος του τίτλου αξιοποιείται για να σημάνει και μια ευρύτερη ομάδα προσφύγων, οι οποίοι μέσω της Ελλάδας αναζητούν ένα πέρασμα στη Δύση, ένα πέρασμα στην ευημερία. Ο φιλοσοφικός στοχασμός της Σαμαρά, ενισχυμένος από την ανθρώπινη ματιά της, διαπιστώνει τη συνύπαρξη του καλού και του κακού: η θετικά φορτισμένη ευημερία και η αρνητικά φορτισμένη προσφυγιά αποδεικνύονται αλληλένδετες, εφόσον η ευημερία, σαν κουτί της Πανδώρας, επιφυλάσσει, στο πλαίσιο της αναζήτησής της, τον πνιγμό για πολλούς απ’ όσους την ονειρεύονται. Πάλι η Δύση φανερώνεται πολύ μακρινή και το όραμά της κονιορτοποιείται.
Με δεδομένη την απουσία της ελπίδας, η ποιητική αντιπρόταση απέναντι στην παραίτηση κατατίθεται μαχητικά: «Να έχεις το σθένος να γίνεις/ αυτό που είσαι/ με όλα τα συστήματα/ […] να σε αντιμάχονται», προτείνει η Σαμαρά. Προς την κατεύθυνση αυτή είναι απαραίτητη η συνδρομή της ποίησης, αφού «Ένας μεγάλος ποιητής μπορεί/ να ανατρέψει τους μύθους ή την Ιστορία». Με αφορμή την ποιητική ικανότητα του Σοφοκλή να επιβάλει σαν σύζυγο του Οιδίποδα την Ιοκάστη και σαν εξέλιξη του μύθου την αιμομιξία, όταν κάθε προηγούμενη μυθολογική προσέγγιση ήταν διαφορετική, η Σαμαρά διεκδικεί την ανατροπή της «μυθολογίας», στο όνομα ωστόσο της οποίας θα μπορούσαν να λογίζονται όλα τα έτοιμα σχήματα που συνόδευσαν στην πορεία του επί μακρόν τον σύγχρονο βολεμένο άνθρωπο.
Η γραφή συνεπώς, και δη η ποιητική, θα μπορούσε να κυνηγά «πάλι χαμομήλια/ να φαινόταν ανέμελη», διεκδικώντας πλάι στην ανεμελιά την αθωότητα. Η ποιήτρια, βεβαίως, έχει συναίσθηση της δυσκολίας του εγχειρήματος. Αντιλαμβάνεται πως η γραφή, μ’ όλη τη μεταπλαστική της δύναμη, θα φάνταζε, σαν διεκδικήτρια της αιωνιότητας, ακόμη και μακάβρια, αφού χαράσσει «με μαύρα γράμματα» ονόματα «σε λευκή ταφόπετρα». Όμως, παρά τις παγίδες της γραφής, η γόνιμη λειτουργία της βαραίνει, γι’ αυτό και η τελική επιλογή της ποιήτριας αποτυπώνεται στο επιλογικό κι αποφασιστικό «γράφω», που ολοκληρώνει τη συλλογή με σχήμα κύκλου κι αναπτερώνει την ελπίδα. Οι γέφυρες προς την απόμακρη Δύση δηλώνουν παρούσες.

 

 

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

Αυτός ο κόσμος των μύθων ο ηρωικός

Είναι λοιπόν αλήθεια/ ένας μεγάλος ποιητής μπορεί να ανατρέψει μύθους ή την Ιστορία —Ένας μεγάλος ποιητής πού θα βρεθεί να γράψει έπος ή τραγωδία/

Αβέβαιος, συχνά αδύναμος, φυγόπονος κι ανασφαλής από τη φύση του ο άνθρωπος έχει ανάγκη από ήρωες —ήρωες πρωταγωνιστές μιας άλλης πραγματικότητας που κατοικεί μακριά του, αλλά που ο ίδιος σφοδρά επιθυμεί, όποτε μπορεί να επισκέπτεται. Ο άνθρωπος φτιάχνει έναν κόσμο ιδανικό, ουτοπικό και μετά με τους κατασκευασμένους του ήρωες αρέσκεται να του επιτίδεται, να τον ξεβιδώνει, να τον αναποδογυρίζει, και τελικά να τον
γκρεμίζει. « Κάθε ονειροπόλος ζει τον ηρωισμό του μέσα στη φαντασίωση:», γράφει ο Βίλχελμ Ράιχ στο έργο του Ψυχανάλυση στο Θέατρο, χαρακτηρίζοντας το συνειδητό και το ασυνείδητο ως τη διπλή πραγμάτωση της φαντασίωσης. Όμως για να γίνεις ήρωας πρέπει να μοιάζεις με ήρωα, αλλιώς απλώς τον φαντασιώνεσαι και πλάθεις έναν μύθο.

Κι όμως είναι πολύ απλό/ ας μην αλλάζουμε τους ήρωες
των μύθων/ Μόνο στα παραμύθια ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Και γίνεται ο πόνος ανυπόφορος στα σταυροδρόμια των στίχων
γράφει δικαίως η ποιήτρια, τονίζοντας την τυραννία που υφίσταται
ο δημιουργός από την ίδια την ποιητική του τέχνη, καθώς πασχίζει με γενναιότητα ψυχής να κατακτήσει την Τέχνη του και να κατανοήσει το σύμπαν. Για να μη γίνεται ο πόνος ανυπόφορος, γίνεται ο κόσμος μυθικός, θα μπορούσε σε αυτό το σημείο να συμπληρώσει από την πλευρά του ο κοινός άνθρωπος. Κι αυτός ο κόσμος ο μυδικός δεν συνιστά άλλο παρά μια μυστική κρύπτη εντός του.

Αυτός ο κόσμος ο παράλληλος ο μασκαρεμένος

Η απροσδιοριστία του μύθου είναι ό,τι αλώβητο μένει τελικά, ό,τι επίμονα από την καλλιτεχνική ψυχή διερευνάται. Ένας κόσμος παράλληλος σε χρόνο νεκρό. Η ποίηση είναι η έσχατη καταφυγή για ύπαρξη, για μια διάρκεια σαν στιγμή που δα επαναλαμβάνεται μέχρι όλα να γίνουν ένα.
Ο Νίτσε είχε πει χαρακτηριστικά, «σκάβοντας δαδιά στη μάσκα
κινδυνεύεις η μάσκα να ενσωματωθεί στο πρόσωπό σου». Η ποιήτρια μοιάζει να έχει την απάντηση για να γλιτώσει ο άνθρωπος από την παραμόρφωση, από την υποκρισία, από το κολλημένο στο πρόσωπό του θεατρικό προσωπείο, από την επιβολή της στρέβλωσης σε έναν κόσμο που πασχίζει επίμονα και μεθοδικά να τον κάνει κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι.

Να έχεις το σθένος να γίνεις αυτό που είσαι/ με όλα τα συστήματα/ γονίδια – κοινωνία/ μοίρα – μερίδιο/ να σε αντιμάχονται

Αυτός ο κόσμος ο ασαφής

Το παράλογο του κόσμου είναι το απάνθρωπο πρόσωπο της ανθρώπινης κατάστασης. Το παράλογο παράγει συνείδηση, η συνείδηση δομεί τον άνθρωπο. Χωρίς αυτά έχουμε μόνον την ενστικτώδη ζωή του όντος. Όλη αυτή η ασάφεια. Αν ο κόσμος ήταν σαφής δεν δα υπήρχε τέχνη διατείνεται με την ιδιοφυή του ματιά στον «μύθο του Σίσυφου» ο Αλμπέρ Καμύ. Η ανθρώπινη πραγματικότητα τρέφεται από την απάνθρωπη φαντασία και η ανθρώπινη φαντασία τρέφεται από την απάνθρωπη πραγματικότητα κι η Περσεφόνη φτάνει με υποβρύχιο στο κέντρο της γης σε εννέα μέρες.

Αυτός ο κόσμος ο νεκρός ο ρηχοφυτρωμένος

Μια ζωή μια Ιστορία διαγραφές/ Να ξαναζήσει Θέλησε το παρελθόν κι ο χρόνος εκδικήθηκε/.

Ο κόσμος ο ρηχοφυτρωμένος με μνήμη κοντή, μνήμη χρυσόψαρου. Ο κόσμος που μηδενίζει στο νεκρό σημείο του και παίρνει φόρα και ξαναρχίζει και ποτέ τίποτα πια δεν θυμάται. Ο ήρωας, αντιήρωας, πρωταγωνιστής στο ποιητικό έργο της Ζωής Σαμαρά έχει την θαυμαστή ικανότητα να μπαινοβγαίνει με άνεση από την ατομικότητα, στην Ιστορία, από την Ιστορία στη Μυθολογία, από τη Μυθολογία στην Κοινωνία. Ο κόσμος του που πασχίζει να γίνει
επαναστατικός τις περισσότερες φορές μένει ακίνητος, νεκρός.
Με ένα δράμα σαν ιστό αράχνης επάνω του αιώνια να αιωρείται —ένα θεατρικό έργο που αιώνες τώρα παίζει κι επαναλαμβάνεται σε μια σκηνή χωρίς αυλαία αρχής, χωρίς αυλαία τέλους. Με μια και μόνη πράξη: την αταραξία ενός ψυχρού delete.

Αυτός ο κόσμος ο φονικός ποτέ δεν πεθαίνει

Μια ζωή θάνατος/ μια ζωή χωρίς τα όνειρα των παιδικών μας χρόνων,

γραφεί η ποιήτρια εκπροσωπώντας όμως ενδόμυχα με πείσμα το πλάσμα
«ποτέ δεν πεθαίνω». Είναι ένας κόσμος βιονικός, που κάθε λίγο αιμόφυρτος στην άβυσσο κατρακυλά, κι όλο στην επιφάνεια αλώβητος ανεβαίνει. Είναι η ωρολογιακή βόμβα που ο κόσμος ο αυτοκτονικός κάθε τόσο αρέσκεται ηδονικά κάτω από το κάθισμά του να τοποθετεί και λίγο πριν το κρίσιμο λεπτό με τύψεις συνειδήσεως κάθιδρος να απενεργοποιεί και από θαύμα να γλιτώνει.

Αυτός ο κόσμος ο Θαυμαστός που ελπίζει

Το α στερητικό Θεριεύει, γίνεται α Θαυμαστικό/ άλφα ο’ έναν κόσμο Θαυμαστό, με το ωμέγα ν’ αντιφεγγίζει το φεγγάρι.

Για το α θαυμαστικό ο Κώστας Αξελός θα μας προμήθευε άμεσα τα θαυμαστά του επίθετα: το απόλυτο, το άπειρο, το αθάνατο, το αιώνιο, και ας είναι όλα τούτα κατά τη φιλοσοφική του θέση, γεννήματα της θνησιμότητας.
Μήπως είναι ο ίδιος ο κόσμος ο θαυμαστός, απλά ευφάνταστα
ειρωνικός σαν το κουτί της Πανδώρας, όπου όπως γράφει η ποιήτρια οι άνθρωποι αναζητούν (εις μάτην) την Ελπίδα;

Πόσο άλλαξε, πόσο δεν άλλαξε αυτός ο κόσμος/ γράφει η ποιήτρια «εκλιπαρώντας» για «λίγη Ευρώπη».
Λίγη Ευρώπη Αδέλφια, δώστε μας λίγο χώμα από τηνΉπειρο των δύο Πολέμων/.
Θα τον αλλάξουμε, δεν θα τον αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο, μοιάζουν να μαλώνουν πάνω στα αφρισμένα κεφάλια των αιώνων οι άνθρωποι, χωρίς να καταλήγουν στο τι είναι τελικά αυτό που διακαώς επιθυμούν από γεννήσεως κόσμου.
Ένας νέος/ —ή μήπως μια νέα;—/ έγραφε για τον κόσμο/ που δεν άλλαζε / για τον
κόσμο που δεν επρόκειτο/ ν’ αλλάξει
Χωρίς σύμβολα πώς Θα ζήσουμε τώρα που δίχως πίστη εύκολα ζούμε/.

Μια έξοχη ερώτηση που θέτει με φιλοσοφική διάθεση η ποιήτρια
ξέροντας πως δύσκολα θα λάβει απάντηση από έναν κόσμο που πασχίζει μέσω της αποδόμησης να ανεξαρτητοποιηθεί, σε κανέναν να μη λογοδοτεί, πουθενά να μην ανήκει, μακριά από κανόνες, νόμους, θρησκείες και αρχές να ζει, όμως μόνον εν κενώ μέσα στην ανυπαρξία του να υπάρχει. Καχύποπτος και υποψιασμένος όσο ποτέ άλλοτε ο κόσμος-θεριό απομακρύνεται από τον Άνθρωπο από τον συνάνθρωπο, από τον ίδιο του τον εαυτό. Ώσπου καταλήγουν δύο ξένοι. Ο κόσμος κρυμμένος σαν πληγωμένο θηρίο στη σπηλιά του κι ο άνθρωπος κρυμμένος σαν μοναχικό θηρίο στον
κόσμο του.

Όλοι γινήκαμε Θεοί ή σφάγια/ Δεν έμεινε στη γη ούτε ένας Άνθρωπος;/ Γέννησε η ψυχή μας τον Βορρά, εμείς γιατί εξοριστήκαμε στον Νότο;/

αναρωτιέται στο πιο κομβικό σημείο της συλλογής η ποιήτρια, και την απάντηση θα της τη δώσουν διά στόματος Κώστα Αξελού, όπως το αναφέρει στο δοκίμιό του «Το άνοιγμα στο επερχόμενο και το αίνιγμα της Τέχνης» δύο γνώριμοι φιλόσοφοί της. Ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης. Ο λόγος του γίγνεσθαι στον Ηράκλειτο και το νοείν και το είναι στον Παρμενίδη ανοίγουν όχι ένα δρόμο, αλλά τον δρόμο που θα ακολουθήσει η δυτική σκέψη. Ο Παρμενίδης μας λέει: «το yap αυτό νοείν εστίν τε και είναι». Η εγκατάλειψη της σκέψης των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων από τους Νεοέλληνες που περιφρόνησαν το «γίγνεσθαι», το «νοείν» και το «είναι» έφραξε τον δρόμο προς το επερχόμενο. Το Όλον συναντιέται με το κενό, με το τίποτα. Η επιπολαιότητα συναντά την αδιαφορία. Οι θεοί πέθαναν. Στη σύγχρονη εποχή η ύβρις των θνητών δεν τιμωρείται. Το «φως» της Δύσης είναι ακόμα μακριά.

Τρέξε./ Τρέξε,/ δεν Θα προλάβεις./ Φύγε./ Ένα τεράστιο κενό/ μπροστά, στο δρόμο σου. Ένα τεράστιο κενό το/ Είναι σου.
Ένα παιδί γράφει/ Θα τον αλλάξω αυτόν τον άτιμο κόσμο/
γραφεί δίνοντας μία νότα αισιοδοξίας σε ένα άλλο ποίημά της η Ζωή Σαμαρά.
Ο Θόρντον Ουάιλντερ σε μια συνέντευξή του είχε πει, «Θεωρώ το θέατρο ως την υψηλότερη μορφή τέχνης, τον πιο άμεσο τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος μπορεί να μοιραστεί με έναν άλλο το τι σημαίνει να είναι κανείς Άνθρωπος». Σε αυτό το σημείο έχω την αίσθηση ότι και η Ποιητική Τέχνη με τον τρόπο της Ζωής Σαμαρά, μιας καθαρά ανθρωποκεντρικής ποιητικής γραφής, με επίκεντρο τον παγχρονικό άνθρωπο και με στόχο την αφύπνιση και διερεύνηση της ανθρώπινης συνείδησης, τον ίδιο υψηλό σκοπό επιτυγχάνει.

 

 

ΕΙΔΑ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΝΑ ΧΟΡΕΥΟΥΝ (2015)

 

Κωνσταντίνος Μπούρας

DIAVASAME 5/2015

Η ογδοντάχρονη ποιήτρια, ομότιμη καθηγήτρια θεωρίας Λογοτεχνίας και Θεάτρου, καταθέτει σε αυτόν τον ευσύνοπτο τόμο το απαύγασμα τόσο της συναισθηματικής ζωής των μετουσιωμένων αισθημάτων όσο και την προσωπική της ποιητική θεωρία. Δίκην ορατορίου, διαλογικό ποίημα για Χορό, Γυναίκα και Ποιήτρια, ανιχνεύει τα όρια μεταξύ σιωπής κι έναρθρου λόγου, ενώ ο Θάνατος μοιάζει ανέφικτος, η Πραγματικότητα εφιαλτική, «παιδί και μάνα του μη πραγματικού», η φυγή στο όνειρο αναπόδραστη, αφού και τα όνειρα είναι το ίδιο μίζερα με τα δεδομένα των αισθήσεων. Η Ζωή Σαμαρά έχει κατακτήσει έπειτα από δεκαετίες γραφής την πολυπόθητη, δυσεύρετη και δεξιοτεχνική απλότητα, ξαναγυρίζει στην αθωότητα της παιδικής ματιάς του αναλφάβητου, για να ξορκίσει τα στολίδια και τα ξόμπλια που βάρυναν τη μάσκα της έκφρασής μας. Είναι ειρωνικά καυστική, αυτοσαρκαστική, επινοεί έναν δικό της ιρασιοναλιστικό σουρεαλισμό. Χρησιμοποιεί συχνά το σχήμα οξύμωρον, καταφεύγει σε καλοστημένες παρηχήσεις, αντιθέσεις, ισοζυγιασμένες αντιφάσεις, εξισορροπήσεις αριστερού και δεξιού ημισφαιρίου εγκεφάλου, Λογικού και Ά-λογου, βιωμένου και ματαιωμένου. Αναλογίζεται διαρκώς η εσωτερική της φωνή και παλινδρομεί ανάμεσα σε αυτά που δεν ήρθαν και σ’ αυτά που συνέβησαν τόσο που δεν μπορείς να τα αρνηθείς, να τα ξεχάσεις, να τα καταδικάσεις στη Λήθη. Η σολωμική Φεγγαροντυμένη πετάει στον αιθέρα με το νεκρό παιδί της αγκαλιά, ακούει απόκοσμες φωνές, καταφεύγει στην έλλογη θεοφαγία της Μάνας, διδάσκει με τον παραινετικό της λόγο, αποφαίνεται χωρίς να αφορίζει, τεκμαίρεται χωρίς να τεκμαίρει, απογειώνεται χωρίς να χάνει την επαφή της με τη γη.

Ο ιδεαλισμός της είναι πλατωνικού τύπου, ο ρομαντισμός της καθαρά μεσογειακός με την ελληνική αίσθηση του μέτρου. Απογοητευμένη από τον Άνθρωπο αλλά και αισιόδοξη: «Εξ ανθρώπου τα χείρω. / Και εξ ανθρώπου τα κρείττω. / Καρτερούμε. Ή μήπως καραδοκούμε;» (σελ. 34). Η ποιητική της ευθυβολία απαράμιλλη, η λελογισμένη ευστοχία της αφοπλιστική, ειδικά όταν –τεχνηέντως– αστοχεί. Αυτοαναρείται και ακυρώνει τη συσσωρευμένη ακαδημαϊκή Γνώση με την απλότητα του εκφωνούμενου λόγου. Η τρισώματος αφηγηματική φωνή ποιητικολογεί ακόμα κι όταν απολογείται. Δεν ποιητικίζει όμως. Δεν μιμείται. Δεν παρωδεί. Παραπέμπει στον εαυτό της, ως μέρος του συλλογικού Συνειδητού. Το μέρος αντί του όλου. Συνεκδοχή ή μεταφορά. Βαθιά αλληγορική η ποίηση της Ζωής Σαμαρά, αναβιώνει τον Συμβολισμό, μεταπλάθει την υγιή δραματικότητα σε υψηλό λόγο στερούμενο μελοδραματισμού. Τελικά, διδάχτηκα από αυτό το ώριμο επίτευγμά της την επιθετική αντικομφορμιστική ειρωνεία με την κομψότητα ενός ευγενούς που αποκαλύπτεται σε στίχους όπως: «Ίσως πάλι να ήθελε να κρύψει την αρχοντιά του, όπως σήμερα κρύβουμε τη μιζέρια μας». Υποκλίνομαι ενεός. Αυτό είναι ποίηση. Που δεν περισσεύει τίποτα. Ακόμα και η απουσία της στίξης στα μη αφηγηματικά μέρη είναι λελογισμένη. Ο Χορός φέρει κυρίως το βάρος των περιγραφών, ενώ οι θηλυκές μορφές της Γυναίκας και της Ποιήτριας είναι περισσότερον λυρικές.

Σε διάλογο της Ζωής Σαμαρά με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, πριν από χρόνια στο «Ούζου Μέλαθρον» της Θεσσαλονίκης μετά την παρουσίαση της ποιητικής μου συλλογής «Ελευθερίας Ανατολή», την άκουσα να υπεραμύνεται της στοχαστικής ποιήσεως. Σήμερα καταλαβαίνω γιατί: δεν αρκεί το εκπεφρασμένο συναίσθημα, το μετουσιωμένο αίσθημα, αν η Γνώση δεν έχει καταστεί βίωμα οργανικό. Της ευχόμαστε να δημιουργήσει πολλές ακόμα στιγμές καθαρού κι ευθύβολου ποιητικού λόγου.

 

 

Αφροδίτη Σιβετίδου

diastixo 3/4/2015

Μπορεί, άραγε, ο ποιητικός λόγος να ανιχνεύσει το πραγματικό στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον και να το μετουσιώσει σε καλλιτεχνική μορφή, να εκφράσει τη συλλογικότητα, ώστε να δουν οι άνθρωποι τη ζωή διαφορετικά από ό,τι συνήθως; Στόχος υψηλός, όχι ανέφικτος. Η προσήλωση στην αναζήτηση της πολιτικής στόχευσης είναι το στίγμα του τελευταίου βιβλίου της Ζωής Σαμαρά, με τον ευφάνταστο τίτλο και την ονειρική χορευτική φιγούρα του εξωφύλλου. Η κρυφή υπόσχεση του τίτλου, Είδα τις λέξεις να χορεύουν, η επίκληση δηλαδή του βλέμματος, υλοποιείται μέσα από τη θεατρική δομή που αυξάνει τη δόση του ρεαλισμού και επιδιώκει τη δράση στα στενά πλαίσια της μικρής φόρμας. Βαθιά γνώστρια του θεάτρου, η ποιήτρια στήνει μια σκηνή και παρακολουθεί τις λέξεις να χορεύουν:
ΓΥΝΑΙΚΑ
Ναι είδα τις λέξεις να χορεύουν
ναι είδα τον τάφο του ποιητή
να γίνεται αλώνι
τη γη να κινείται στο ρυθμό μιας μουσικής απόκοσμης
τα πόδια να χορεύουν και το κορμί να τινάζεται
να γίνεται βωμός για τη θυσία των λέξεων
των αρνήσεων
της αλήθειας
Ναι, είδα
Μη με πιστεύετε, γιατί
τότε θα πάψω να βλέπω λέξεις […]
Πέρα από την οραματική απεικόνιση του χορού των λέξεων, οι λέξεις χορεύουν ασύστολα και τολμηρά, υπακούοντας –ή μήπως και παρακούοντας;– στο ραβδί της νεράιδας-ποιήτριας: οπισθοχωρούν στο παρελθόν της παιδικής ηλικίας, έρχονται στο τώρα της κρίσης, βουτούν στην ποιητική των ιδεών και, τέλος, κεντούν ρυθμικά τη λευκή σελίδα:
ΠΟΙΗΤΡΙΑ
− Και όταν γράφεις
ποίηση
πάλι πεζολογείς
Κι αναρωτιέμαι
Πόσο σημαντική είναι για σένα
η ασήμαντη πεζότητα;
Ωστόσο, οι λέξεις αιφνιδιάζουν, γίνονται Χορός –υλοποιώντας την έννοια της συλλογικότητας– καθώς η Ζωή Σαμαρά υποκύπτει στη νοσταλγία της τραγικής ποιητικής μορφής. Άλλωστε, από τη μαγεία του Χορού γεννήθηκε η Ποιήτρια, όπως ομολογεί, στον εν είδει σκηνικών οδηγιών πρόλογό της:
Όταν πρωτοείδε
το Χορό
να διηγείται να διαλέγεται
σε ημίφως σε σκοτάδι
πάνω σε μια εξέδρα από άλλο τόπο
η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια
Το δημιουργικό εγώ, ως δρων ποιητής, επιτελεί την ολιστική λειτουργία των δραματικών ποιητών της Αρχαιότητας. Παρατηρεί τον κόσμο, ποιεί τον λόγο, σκηνοθετεί και ερμηνεύει. Πρό-λογος, Διά-λογος, Λόγος. Τρία μέρη, στιγματισμένα από τον λόγο, με προεξάρχοντα τον διάλογο. Τρεις υποκριτές: Χορός, Γυναίκα, Ποιήτρια.
Συνεπής στον στόχο της να αφουγκράζεται την εποχή και να συνομιλεί με τον Άλλο, η Σαμαρά πατά με σιγουριά στη θεατρική εξέδρα, προχωρά σε κατακερματισμό του ποιητικού υποκειμένου και αποζητά την αντί-δραση και διά-δραση του παραλήπτη, για μια διαφορετική θεώρηση του κόσμου. Καταδύεται στο παρελθόν, αναδύεται στο παρόν και μεταπλάθει ποιητικά το ατομικό σε συλλογικό, με τον διάλογο να διατηρεί την κίνηση στην ακινησία των λέξεων. Και πότε το εγώ διαλέγεται με το εγώ:
Και είπες
αρκετά περίμενα
Ζωή κι αυτή
να περιμένεις μια ζωή
πότε με τον αναγνώστη:
Καλέ μου αναγνώστη
άμοιρε
ευθυνών
κι εσύ όπως κι εγώ
για όλα τα δεινά
στα σκαλοπάτια μας
για δες
αφήσαμε να γίνει
άγνωστο χι
το άλφα.
Ποίηση δραματική ή ποιητικό δράμα, το βιβλίο υποκλίνεται στην υβριδικότητα της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας και ταυτόχρονα η Γυναίκα-ποιήτρια αναρωτιέται με απορία, στο ομώνυμο ποίημα, «Άσκηση ποιητικού ρεαλισμού ή Ποίηση ασκητικού ρεαλισμού ή…», αφήνοντας την απάντηση στον αναγνώστη. Άναυδος αυτός, παγιδευμένος στην «πλεκτάνη» των λέξεων, με τις φωνές των τριών υποκριτών να ηχούν στα αυτιά του, φτάνει στο τέλος του βιβλίου. Εδώ ο Λόγος παίρνει τη μορφή του δημιουργικού λόγου του Θεού και η Ζωή Σαμαρά βλέπει μια αντεστραμμένη «Δημιουργία» −«Τα γέννησε όλα είπαν/ Όλα;/ Τότε γιατί όχι κι εμένα;»− και μια απίθανη «Πραγματικότητα», «παιδί και μάνα του μη πραγματικού». Καθώς ο αναγνώστης κλείνει το βιβλίο διακρίνει στο εξώφυλλο έναν αχνό μαύρο κύκλο, με το σχήμα του ανθρώπινου σώματος και το σημάδι της οδύνης πάνω του, να διαγράφεται ψηλά από το κεφάλι της χορευτικής φιγούρας. Θλιβερή υπόσχεση ανακύκλωσης μιας αέναης σκληρής αλήθειας ή πρόσκληση για μια πιθανή διαφορετική πραγματικότητα;

 

 

Αρχοντούλα Διαβάτη

ΦΡΕΑΡ 24/8/2015

Καθώς προχωρώ στην ανάγνωση του βιβλίου με τον κρυπτικό τίτλο Είδα τις λεξεις να χορεύουν, το αδύνατο κοριτσάκι από το νησί της Καρπάθου, παιδί φανατικό για γράμματα, όπως διηγείται ο Χορός, αποκαλύπτοντας «το μυστικό του τετραδίου» της Ζωής -σελ.19 και 22 – μέσα στη μελωδία της ουτοπίας και των βιβλίων, όπου «είχε δηλώσει – εκείνη- με πάσα επισημότητα ότι θα γίνει συγγραφέας», ήρθε και στάθηκε με «τα 24 γράμμματά»του της σελ.24 – δίπλα στην ΚΑΔΜΩ – της Μέλπως Αξιώτη, δίπλα στην άλλη «ποιήτρια» από το άλλο νησί, με συγγενικό το πεζόμορφο ποιητικό της σύμπαν, όχι όμως για να κάνει όπως εκείνη κανέναν έσχατο απολογισμό, αναστοχασμό μόνον, γιατί εδώ η μνήμη λειτουργεί ως παράγοντας ανανέωσης κι όχι στατικά, ταξίδι στην αυτογνωσία και στο μέλλον, με την ουτοπία, έστω, «που χρησιμεύει- όμως- για να προχωράμε», όπως γράφει ο Εντουάρντο Γκαλεάνο στο βιβλίο του με τον συγγενικό τίτλο, «Οι λέξεις ταξιδεύουν», που διαβάζω αυτές τις μέρες. Γιατί «….γράφω σημαίνει ζω, δηλαδή είμαι όρθια», ένα από τα μυστικά στο τετράδιό της, σελ.22.

ΧΟΡΟΣ, ΓΥΝΑΙΚΑ και ΠΟΙΗΤΡΙΑ, μια σύνθεση με τρεις φωνές, τρεις υποκριτές, με πρόλογο, διάλογο και λόγο. Στον πρόλογο μαθαίνουμε ήδη ότι μέσα από τις διηγήσεις και την τραγικότητα του χορού, της λαϊκής γνώμης, ενός συλλογικού υπερεγώ, γεννήθηκε η ποιήτρια. Παιδί, στον παράδεισο του νησιού και το Καρπάθιο πέλαγος να θρέφει το πέλαγος της φαντασίας της, ξεκινάει με αφέλεια το ταξίδι , «ενώ η άβυσσος μας περιμένει» – γράφει, προοικονομώντας τη δυστυχία της ζωής.Με την ανυπακοή απέναντι στα « μη», πολεμάει για το ζωτικό της χώρο, να χτίσει την ταυτότητά της. «… Έγραφε / όλη μέρα όλη νύχτα / από τότε που ήταν 18 χρονών / …μέχρι που έγινε 81», «έτοιμη πια να φύγει γι’άλλη χώρα », κατακτώντας την άδεια σελίδα, γράφοντας «μονάχα ένα ποίημα», «κι εκείνο έλεγε την ιστορία μιας γυναίκας…», σελ.29.

Ο ΧΟΡOΣ μας διηγείται τα δρομολόγια που κάνει τη αδύνατη μικρούλα για να πάει στο γυμνάσιο, ηρωική φιγούρα που εμπνέει και δεν περνάει απαρατήρητη κι απότον Διοικητή του νησιού που « ίσως πάλι να ήθελε να κρύψει την αρχοντιά του, όπως σήμερα κρύβουμε τη μιζέρια μας.».Βγάζει τη γλώσσα στις εξουσίες και την υπακοή, κι ας είναι γυναίκα, βγάζει το στενό σακάκι των στερεοτύπων, να πάει «μόνη σπίτι» της να γράψει, κι ο ποιητής- άλμπατρος με τα άβολα φτερά του, « πολύ μικρά για να πετάξει(ς)»- «πολύ μεγάλα για να τρέξει(ς)», εξόριστος και δύσκολο να βρει το βηματισμό του, ικανός μόνο «για να ζήσει(ς)… μια ζωή πλήρη(ς) ημερών ανυπαρξίας». Αυτοσαρκασμός και μαύρο χιούμορ- σελ.33- «…πριν ονομάσουμε τον κόσμο δεν προσπαθήσαμε καν να αφαιρέσουμε την ετικέτα με την τιμή που είχε επάνω του», σελ.34.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ -φωνή- ζητάει το δίκιο της, καθώς « ανεκπλήρωτα όνειρα την αναζητούν», σελ.42. Να βγει απο τις παρενθέσεις και τις αγκύλες και τη φυλακή τους, να αυτοπραγματωθεί – « να έχεις το σθένος να γίνεις / αυτό που είσαι / με όλα τα συστήματα/ γονίδια- κοινωνία/ μοίρα- μερίδιο/ να σε αντιμάχονται», σελ.37.

ΠΟΙΗΤΡΙΑ να γίνει, «για να ακουστεί το κενό, το αόρατο», σελ. 38. Να δώσει φωνή στο άρρητο, αυτό φαίνεται χρειάζεται να πράξει. «Η ποίηση αναδεύει / λέξεις συναισθήματα πλάνην οικτράν / πέρα από το ρυθμό καί την οδύνη», έτσι, χωρίς στίξη. Κι όταν «η ποίηση αρνείται να ποιήσει», « το Χάος αρνείται να γίνει Ημέρα»- «μη με διαβάζετε εκτός κι αν», που έλεγε κι ο ποιητής.Μετά το πέρασμα του Φαέθοντα- «..ο χρόνος έσβησε / ή άρπαξε φωτιά…», ήταν ο ήσκιος του θανάτου και «Ούρλιαξε μα δεν μπόρεσε να σταματήσει τη συμφορά», «σταμάτησε να γράφει…έχτισε τον τάφο της.» , σελ. 52,

είδε «τις λέξεις να χορεύουν -δεν είναι ένας διονυσιακός χορός – …ντυμένες στα μαύρα», είναι ποίηση, αινιγματική, με αντηχήσεις από την ποίηση του Σαχτούρη –«πάνω στον τάφο μου χαράζω ποιήματα», μέχρι να μετουσιωθεί σε «άρτο», σε «οίνο», «γροθιά» να γίνει για «τους λαούς» ή τους « οικονομικούς μετανάστες/ σε οικονομί α του Νότου», «να σηκώσουν ξανά το κεφάλι / από ψηλά/ τους δήμιους/ να /αντικρίσουν». Μια γενική επιστράτευση των φτωχών, μια ποίηση που θέλει να φέρει στο προσκήνιο τους αφανείς, αρνείται να είναι η ποίηση μιας διανοούμενης, θέλει να χορέψει στη γιορτή της ζωής, να νοηματοδοτήσει τον κόσμο ξανά, με τις αισθήσεις, τη λογική και τη συγκίνηση. «Θέλετε να χορέψομε Μαρία;» Από την αχρονική νουβέλα της Μ. Αξιώτη και πάλι η πρόσκληση σε χορό, ένα σχόλιο στην απόκοσμη λειτουργία των λέξεων και της γραφής του κρυπτικού τίτλου της συλλογής.

Γυναίκα γήινη, από καλή γενιά, μιας μητροτοπικής νησιώτικης οικογένειας, «κι η θάλασσα στα πόδια της», « η μικρή από τον Κάβο», αντικρίζει από τα Πηγάδια, «Απέναντι ακριβώς από το σπίτι της / το φιλόξενο Όθος / Εκεί γεννήθηκε η μητέρα της/ εκεί η μητέρα της μητέρας / Της χάρισε το όνομά της/ η γιαγιά/ η αρχόντισσα/ που έσκαβε τη γη / πλάι στους εργάτες/ και στη συνέχεια μαγείρευε/ Τους πρόσφερε λαγό κρασάτο πάνω στο καλό/ τραπεζομάντηλο/ Τους φίλευε καρπούς εξωτικούς από την Αλεξάνδρεια/ Η γιαγιά/ με τα πολλά χωράφια/τα πολλά παιδιά…», σελ.59.

«Μενετές», σαν προσευχή στον κόσμο της παιδικής ηλικίας, «Με τα μάτια κλειστά», στην Παναγία του γενέθλιου τόπου και στη χάρη της , όπου όμως « μόνο οι γυναίκες πάντα γεννούσαν με οδύνη», σελ.65. Πεζολογώντας γράφει ποίηση.

Είναι «Η πρωτόγονη Μπα – Ίλα» που έχασε το παιδί της, Έτσι κι αυτή «φτάνει στην άκρη του γκρεμού και πέφτει στην άβυσσο της τρέλας», με τις τελευταίες της εντολές και τις τις τελευταίες της υποθήκες προς τον αναγνώστη, hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère, που παραμέλησε την αγάπη κι έγινε ο κόσμος αβίωτος ένας κόσμος τρόμου. Στο τέλος η πραγματικότητα, ακατανόητη: «Πραγματικότητα / παιδί και μάνα του μη πραγματικού» και το όνειρο η μόνη πραγματικότητα, «μόνο δια της λύπης».

 

 

Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Ο χορός, η γυναίκα και η ποιήτρια

BOOK PRESS ΚΥΡΙΑΚΗ, 26 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2015 00:00

Στην πολυσύνθετη, ποιητική συλλογή της Ζωής Σαμαρά Είδα τις λέξεις να χορεύουν, οι φωνές, ως πρωταγωνιστές, που μιλούν και διαλέγονται είναι τρεις, ο χορός, η γυναίκα και η ποιήτρια.

Ο χορός αντιπροσωπεύει τον κόσμο, την κοινωνία με τις άπειρες όψεις και εκφάνσεις, που παρέχει συνεχώς ερεθίσματα στο ποιητικό υποκείμενο, αλλά συγχρόνως το διαπλάθει και το προσδιορίζει. Η γυναίκα είναι εκ των πραγμάτων ο υποδοχέας που συγκεντρώνει κι αποθησαυρίζει κάθε συναίσθημα και προσωπική ή συλλογική εμπειρία μέσα στη ζωή, ενώ η ποιήτρια είναι η πιο ευαίσθητη, διορατική και ισχυρά διανοητική πλευρά της, που προχωράει σε βάθος κι επιχειρεί να μετουσιώσει το συναίσθημα σε τέχνη.
Στο πρώτο μέρος της συλλογής, που έχει τον τίτλο «Πρόλογος», αποσαφηνίζεται μέσα από ένα και μοναδικό εξάστιχο ποίημα ότι το έναυσμα για να συναντήσει η γυναίκα την ποιήτρια είναι οι διηγήσεις του χορού. Και προχωράμε στο δεύτερο μέρος της συλλογής με τον τίτλο «Διάλογος», όπου ως ηχείο κι αντικατοπτρισμός του κόσμου, ο χορός θέτει το πλαίσιο για να ειπωθούν οι πιο βαθιές εκμυστηρεύσεις εναλλάξ ανάμεσα στη γυναίκα και την ποιήτρια, ενώ συγχρόνως συμπλέκεται κι ο χορός στο διάλογο ενδυναμώνοντας την έντασή του ακόμη περισσότερο. Μέσα από τις φωνές των τριών πρωταγωνιστών το ποιητικό υποκείμενο κάνει έναν απολογισμό ζωής και μια στοχαστική ενατένιση της ύπαρξης, αρχίζοντας από την παιδική ηλικία και φθάνοντας στην πλήρη ωρίμανση μέσα στο χρόνο.

Ο τόπος της παιδικής ηλικίας, η Κάρπαθος, είναι έμπλεος λάμψης όχι μόνο από το διάχυτο φυσικό κάλλος, αλλά κι από τη στενή κοινωνική συνοχή που διέπει την κοινωνία του νησιού, μια κοινωνία ανοικτή κι ευφρόσυνη παρά τα εμπόδια της φτώχιας που αντιμετωπίζει. Η γυναίκα-ποιήτρια ως παιδί από νωρίς δείχνει έντονη έφεση και αφοσίωση στα γράμματα, τα βιβλία, τα διαβάσματα, τη γραφή. Η απόφασή της από την τρυφερή αυτή ηλικία να γίνει συγγραφέας φανερώνει έναν χαρακτήρα ευαίσθητο, ανήσυχο και δυναμικό. Η οικογένεια και ο κοινωνικός περίγυρος δεν αποτελούν φρένο ή εμπόδιο στο ανήσυχο πνεύμα της, εξάλλου τα μητριαρχικά πρότυπα είναι απτά και δυνατά. Κυρίαρχη είναι ιδίως η παρουσία της γιαγιάς της, της γιαγιάς «αρχόντισσας», όπως την αποκαλεί στο ποίημα «Όθος», και αξίζει να παραθέσουμε τους στίχους που τόσο έξοχα την σκιαγραφούν ως προσωπικότητα: η γιαγιά/ η αρχόντισσα/ που έσκαβε τη γη/ πλάι στους εργάτες/ και στη συνέχεια μαγείρευε/ Τους πρόσφερε λαγό κρασάτο πάνω στο καλό τραπεζομάντηλο/Τους φίλευε καρπούς εξωτικούς από την Αλεξάνδρεια/ Η γιαγιά/ με τα πολλά χωράφια/ τα πολλά παιδιά/ τον ταξιδιάρη σύζυγο που λάτρευε/ τον λίγο χρόνο/ ευδαιμονίας.

Μεγαλωμένη μέσα σε ένα ζεστό και γόνιμο περιβάλλον, η ποιήτρια διαρκώς μέσα στα χρόνια ετοιμάζεται για υψηλά πετάγματα -οι μεγάλες ψυχές έχουν ανάγκη από υψηλά και μεγάλα πετάγματα. Απεκδύεται τους περιορισμούς των συμβάσεων, το «ζουρλομανδύα της υπακοής», τους εξαναγκασμούς της εξουσίας και με την τόλμη ενός γενναίου κι απελευθερωμένου πνεύματος ρίχτεται στην περιπέτεια της ζωής, αλλά και στην περιπέτεια της τέχνης. Οι υψιπετείς στόχοι της όμως πάντα συνδυάζουν την προσφορά, την αμέριστη συμπάθεια, την έγνοια για τον πάσχοντα συνάνθρωπο, τον παρία, τον φτωχό, τον αδικημένο. Το έντονο ανθρωπιστικό στοιχείο -στη ποιητική συλλογή δεν λείπουν και οι καταγραφές για την θλιβερή πραγματικότητα της χρεοκοπίας που ζούμε- πάντα δίνει το στίγμα στην ποίηση της Σαμαρά.

Παράλληλα με το κοινωνικό στοιχείο, (αναφορές για τη Γάζα, την Μπιάφρα, το μακελειό των πολέμων ανά την υφήλιο), αλλά και σε μεγαλύτερη έκταση εμφανίζεται το υπαρξιακό, καθώς και ο ρόλος, η σημασία της ποίησης. Η μύηση στο μέγα μυστήριο της ζωής και του κόσμου για τη Σαμαρά περνάει, διηθείται, απαυγάζεται, αποκαλύπτεται μέσα από την παράδοση του εαυτού της στην ποίηση. Γιατί η ποίηση απαιτεί την καταβύθιση στη σιωπή, που είναι η είσοδος για το πλησίασμα της γνώσης και της αλήθειας. Η ποίηση δεν ανέχεται τις ψευδαισθήσεις, βασανιστικά αποκαλύπτει το χάσμα, το «κενό» που μας περιβάλλει και μας εξουθενώνει, όπου το «άπειρο παίζει κρυφτούλι με το μηδέν», κι όπου το χάος και «το πουθενά είναι παντού». Έτσι, αν η γυναίκα ξεκίνησε για υψηλά πετάγματα σε γαλάζια βάθη, για ιδανικές φωνές ονείρων που μεσουρανούν σε φωτεινούς ορίζοντες, η ιδιότητά της ως ποιήτρια τραγικά κι αμετάκλητα την προσγειώνει, διαβάζουμε τους στίχους από το ποίημα Και είπες»: [..] θα πηγαίνεις/ αργά/ για να ζήσεις/ μια ζωή/χωρίς πετάγματα/χωρίς/ δρασκελιές/αργά με προσοχή/ Σιγά την πόρτα/Βήμα σημειωτόν/μια ζωή με νωχελείς κινήσεις/μια ζωή πλήρης ημερών/ ανυπαρξίας.
Η υφή της ποιητικής συλλογής είναι δραματική, το ποιητικό υποκείμενο λαχταράει για την πραγματοποίηση ενός ενθουσιασμού, μιας έκστασης, μιας ολοκλήρωσης ονείρων, όμως καταλήγει στην πικρή διαπίστωση ότι σ’ έναν κόσμο μη έλλογο, που κρατάει καλά κρυμμένα τα μυστικά και το αχανές μυστήριό του, «η άβυσσος μας περιμένει», «η φωνή μας έσπασε τα κλαδιά της», «δεν φυτέψαμε άνεμο στο αλφαβητάριό μας», «αφήσαμε χώρο για μεταμέλεια και πένθος». Το κρεσέντο από τη διάψευση των προσδοκιών επιτείνεται ακόμη περισσότερο και στα δύο ποιήματα του τρίτου μέρους της συλλογής, που έχει τον τίτλο «Ο λόγος», όπου η αμείλικτα σκληρή πραγματικότητα χαρακτηρίζεται μέσα από τους στίχους ως «θραύσμα της φαντασίας μας/ βίαιη αποκόλληση/από το αληθινό βλέμμα του ονείρου».

Ωστόσο υπάρχει ένα «διαλείπον φως» που αφήνει μια χαραμάδα αγαλλίασης, μια λάμψη που ανάβει, τρέμει και πάλι επανέρχεται, τροφοδοτώντας με δύναμη κι ελπίδα την κλεισμένη μέσα σε «φυλακές κι αγκύλες μοναξιάς» ψυχή της Σαμαρά. Κι αυτό το φως που τη συμπαραστέκεται είναι η τέχνη της ποίησης, που μόνο αυτή μπορεί στο διηνεκές να δίνει παρηγοριά κι απάγκιο. Έτσι εξηγείται και ο χαρμόσυνος τίτλος της συλλογής «Είδα τις λέξεις να χορεύουν», χαρμόσυνος γιατί οι λέξεις της ποίησης κινούν τη γη «στο ρυθμό μιας μουσικής απόκοσμης», χαρίζοντας ομορφιά και μαγεία στις πονεμένες καρδιές μας.

Η Ζωή Σαμαρά προβαίνει σε μια απογύμνωση της ψυχής της, που φανερώνει τις τραγικές διαστάσεις που την περικυκλώνουν και την τραντάζουν, μένουμε με δέος συγκίνησης και υποκλινόμαστε στο ρίγος που μας μεταδίδει αυτή η απογύμνωση. Ο δραματικός τόνος των ποιημάτων συμβαδίζει κι αναδεικνύεται έξοχα μέσα από την λιτή, εύχυμη κι εναργή έκφραση του λόγου της, ενός λόγου αδρού και δραστικού.

 

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 28/5/2015

Σ’ αυτή την ποιητική συλλογή, όλο το δράμα εξελίσσεται ανάμεσα στον Χορό, στην Γυναίκα και στην Ποιήτρια.

Στον πρόλογο ευθύς εξαρχής έχουμε την Ικανή και Αναγκαία συνθήκη: Η Γυναίκα συναντά την Ποιήτρια, μόνον όταν οι λέξεις χορεύουν. Μα και οι λέξεις χορεύουν, όταν συντελείται η ιερή Συνάντηση ανάμεσα στην Γυναίκα και στην Ποιήτρια.

Όλη η συλλογή αναπαριστά το τελετουργικό αυτού του χορού.

Στον διάλογο, που αποτελεί το κυρίως σώμα της συλλογής, η Γυναίκα πενθεί. Η Σελήνη ερωτεύεται τον Ενδυμίωνα και παρακαλεί τον Δία να τον αφήσει να κοιμάται για πάντα τον αγέραστο ύπνο, ώστε να μην τον χάσει ποτέ. Η γυναίκα αποτυπώνει τα παλαιά μυστήρια στο χαρτί. Τις λέξεις κουβαλούν Πέρσες Ιερείς σε μία ιερή πομπή από πίσω προς τα μπρος και από το τώρα στο τότε.

Ο Χορός μέσα από τα μάτια της Πανσέληνου, τραγουδά και χορεύει

Εν δυο/ Εν δυο/ με βήμα/σημειωτόν/. Όπως η γυναικεία θεότητα Σελήνη, έτσι κι αυτός μιλά για το εφήμερο και ρευστό των ανθρώπινων πραγμάτων, για τον αέναο κύκλο, για την ροή του παντός, για τον πόλεμο, για το αίμα, για την συγχώρεση.

Η Ποιήτρια καταδύεται στο πηγάδι, εκεί αναπολεί, αναβιώνει, επιστρέφει, κάνει την ανασκόπηση της. Η θάλασσα της Καρπάθου ακόμα μέσα της. Σ’ αυτήν βουτάει πάντα κατά την διάρκεια του χορού της.

Ο Χορός θα περιγράψει το ταξίδι της. Θα τραγουδήσει για το μικρό κορίτσι του τότε, που προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει την γνώση του στα άλλα παιδιά που δεν έχουν μυηθεί στις μεταμορφώσεις της Σελήνης, που δεν ακούν τον μακρόσυρτο ήχο που κάνει τα βράδια, που δεν είναι ήδη ποιητές.

Η Γυναίκα διεκδικεί την θέση του φύλου της στα προκαθορισμένα ήθη και έθιμα μίας πατριαρχικής κοινωνίας. Αντιπαλεύει τα μη και τα πρέπει στην μεταμόρφωσή της σε ποιήτρια. Αρνείται να φορέσει το στενό σακάκι που προσπαθούν να της επιβάλλουν. Θα σπάσει τους κανόνες της υπακοής που την δεσμεύουν. Είπαμε, η θάλασσα της Καρπάθου, ελεύθερη και γαλάζια ήδη κυματίζει μέσα της. Όταν η πόρτα χτυπά, κάποιοι θέλουν να παραβιάσουν την είσοδο στο Ιερό.

Μην μπείτε,
είπα
αυτή η πόρτα
είναι μόνο είσοδος.

Η Γυναίκα προσκρούει στις παρενθέσεις και στις αγκύλες που προσπαθούν να την περιορίσουν, αντιστέκεται στην μοίρα, στις επιταγές της κοινωνίας και μέσα στον Λαβύρινθο βρίσκει την Θηλυκή της Δύναμη, την χαρά να είναι αυτό που είναι.

Να έχεις το σθένος να γίνεις
Αυτό που είσαι
με όλα τα συστήματα
γονίδια-κοινωνία
μοίρα-μερίδιο
να σε αντιμάχονται

Η Γυναίκα γνωρίζει τον σπόρο της σιωπής από την φύση της, γνωρίζει πώς να τον κυοφορεί με γαλήνια εγκαρτέρηση και να τον αφομοιώνει στο κορμί και στην ψυχή της. Γνωρίζει την συνέχεια, από κόκκο σε κόκκο, από σιωπή σε σιωπή, από νότα σε νότα της επτάχορδης λύρας του σύμπαντος.

Η μύηση στα γράμματα, η πορεία στην γνώση, το μυστήριο της λευκής σελίδας, τα στάδια της ποιητικής διαδικασίας, το αιώνιο Ποίημα που γράφεται και ξαναγράφεται, αυτός είναι ο χορός των λέξεων, τα βήματά του προσπαθεί να αποτυπώσει το ποιητικό υποκείμενο, η Ποιήτρια, και εμείς οι αναγνώστες βαθμιαία αρχίζουμε σιγά σιγά να εκτελούμε μία πιρουέτα και να χορεύουμε μαζί της.

Το πρόβλημα των φτερών. Πολύ μικρά για να πετάξεις, πολύ μεγάλα για να τρέξεις. Το πρόβλημα της ανυπαρξίας σε μία ζωή χωρίς ζωή. Το πρόβλημα των τρένων που έρχονται και φεύγουν, το πρόβλημα του αμείλικτου χρόνου, η διάσταση ανάμεσα σ’ αυτό που είσαι εσύ και στον άλλο απέναντι, η προσπάθεια συμφιλίωσης με τον άλλο που είσαι εσύ, εγώ ένας άλλος λέει ο Ρεμπώ. Αλήθεια, πώς χορεύεται η αιωνιότητα;

Στην συλλογή κυκλοφορούν άγγελοι, από τις ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε, ο άγγελος Ντάμιελ από την ταινία «τα φτερά του έρωτα» του Βίμ Βέντερς, άγγελοι όχι μόνο ως μεσολαβητική βαθμίδα ανάμεσα στο υπερφυσικό και στο κοσμικό, αλλά γυναίκες ποιήτριες, όντα που τελικά τα φτερά τους μεγάλωσαν τόσο, ώστε κάποια στιγμή πέταξαν μέσα στην σιωπή, γιατί το μυστήριο εξελίσσεται πάντα στην σιωπή, αυτή είναι η μαγεία του. Η ποίηση, μας λέει η Ζωή Σαμαρά, είναι αγγελική υπόθεση, αγγίζει το Άρρητο, το Ανείπωτο, το Ιερό.

Και ενώ τα μέλη του Χορού είναι πάνω στην σκηνή, με κοθόρνους και μάσκες που καλύπτουν το πρόσωπο, κρατώντας ένα μικρό κερί στο χέρι που η φλόγα του τρεμοσβήνει, ενώ η Γυναίκα κατεβαίνει με ένα ασανσέρ όλο και πιο βαθιά, ο χρόνος αναφλέγεται στο άρμα του Φαέθοντα και η Ποιήτρια έρχεται σε επαφή με το τρομερό πρόσωπο του Θανάτου. Ο ακέφαλος άντρας,

η άλλη όψη του νομίσματος στα δόντια, ο δρόμος για τον Γολγοθά, η Νύχτα που προβάλλει, ο ποταμός Αχέροντας,, οι λέξεις στήνουν χορό πάνω στον τάφο. Και η απώλεια αποκτά ένα όνομα. Η Μπα-ίλα έχασε το παιδί της. Και ο πόνος ενσωματώνεται, γίνεται αιωνιότητα, άβυσσος, σιωπή.

Πώς χορεύεται ο πόνος;

Ο Χορός, η Γυναίκα, η Ποιήτρια επιστρέφουν στην θάλασσα από όπου όλα ξεκίνησαν.

Όταν θα φύγω με τα σύννεφα του Νότου
δεν θέλω να γίνω φως
το φως περίσσεψε

θέλω να
φυτέψεις
ένα δέντρο
στον τάφο μου
…….

Να γίνει
Ένα πελώριο κατάλευκο χαρτί
Να ΄χουν να γράφουν οι νέοι ποιητές
Όταν οι υπολογιστές
Θα’ χουν σωπάσει

Στο τέλος της συλλογής είναι ο Λόγος. Όμως «εν αρχή ήν ο λόγος». Η ή αρχή και το τέλος είναι δύο σημεία στο Σύμπαν που συμπίπτουν και ο κύκλος κλείνει;

Για όσους χάθηκαν /για όσους δεν μπόρεσαν ποτέ να γεννηθούν.

 

 

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

FRACTAL 30/9/2015

Ένας τίτλος: Είδα τις λέξεις να χορεύουν.

Είδα: α΄ ενικό. Ποιος είδε; Ποιο είναι το ποιητικό υποκείμενο; Υπάρχει μια αφήγηση για κάτι θαυμαστό.

Πού και Πότε συνέβη η αφήγηση; Ένας ποιητικός Πρόλογος μας μπάζει στο σκηνικό: Όταν πρωτοείδε/το Χορό/ να διηγείται να διαλέγεται/ σε ημίφως σε σκοτάδι/ πάνω σε μια εξέδρα από άλλο τόπο/ η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια.

Πάνω σε μια εξέδρα, λοιπόν, από άλλον τόπο (πού), σε ημίφως ή/και σε σκοτάδι (πότε), σε έναν χρόνο άχρονο κι εκεί που το πραγματικό συναντά το φανταστικό, μέσα από την αφήγηση και τον διάλογο η Γυναίκα ενδύθηκε την Ποιήτρια. Η γυναίκα με κεφαλαίο. Η συγκεκριμένη γυναίκα, έμφυλη αναφορά, το κοριτσάκι που μεγαλώνει.

Η Σαμαρά συνθέτει με ευφυή τρόπο ένα ποιητικό δραματικό κείμενο, με τις δύο σημασίες της λέξης. Τρία είναι τα μέρη της σύνθεσης, ο Πρόλογος, ο Διάλογος και ο Λόγος, με κυρίως τμήμα τον Διάλογο. Ο Πρόλογος δίνει το πλαίσιο. Και στη συνέχεια τα πρόσωπα ξετυλίγουν τη σύνθεση. Μια σύνθεση που ενώνει σε ενιαίο όλον αδημοσίευτα ποιήματα που γράφτηκαν πρόσφατα, ποιήματα δημοσιευμένα σε περιοδικά αλλά που δεν είχαν περιληφθεί σε συλλογές, ποιήματα προηγούμενων συλλογών και ποιήματα που είχαν γραφτεί αρκετά παλιότερα – οι σχετικές πληροφορίες για το κάθε ποίημα δίνονται αναλυτικά και με μεγάλη ακρίβεια στις πρώτες δημοσιεύσεις, με τον ωραίο τίτλο Πρώτες (ή αθέατες εμφανίσεις). Η σύλληψη απαιτητική. Το αποτέλεσμα συναρπαστικό και άκρως ποιητικό, με έντονη τη θεατρική του πλευρά.

Παράλληλα με την ανάδυση της γραφής, σταθερό background η κοινωνική ματιά. Η απλότητα. Η προσφορά. Η δικαιοσύνη. Η ανιδιοτέλεια.

Έβλεπε/ Πλάι στις βάρκες τα καράβια/ πλάι στη μαρίδα τα λιθρίνια/ θεσπέσια εικόνα/ ισότητα/ βγαλμένη απ’ τον Παράδεισο (Ποιήτρια-Πηγάδια, σ.18)

– Σας είπε μήπως ποιο ψάρι της αρέσει;

– Οι γόπες. Είναι, λέει, ταπεινές. Τροφή για τους σοφούς, που είναι φτωχοί.

– Δώσε αυτές στη μαμά της.

– Όχι, μονάχα μία, θα θυμώσει η δασκάλα μας. (Χορός-Χρη Μα, σ.19-20)

Ο φακός να εστιάζει σε παλαιότερες καταστάσεις αλλά και σε σύγχρονα γεγονότα.

Δώδεκα χρονών. Ξεκίναγε κάθε πρωί για το Γυμνάσιο, γύρω στα δέκα χιλιόμετρα δρόμο, μέσα από γκρεμούς και θάμνους. (Χορός-Λιμουζίνα, σ.27)

Καλέ μου αναγνώστη/ […]/ αφήσαμε να γίνουν/ της Άγαρ και της Σάρας τα παιδιά/ σε έρημο χαμένη φυλή του Αβραάμ/ να τα ενώνει ένα ααα… ατέρμονο/ να τα χωρίζει μια κραυγή του τρόμου (Γάζα, σ. 70)

Ένα βαθύ πολιτικό σχόλιο είναι οι στίχοι της Ζωής Σαμαρά. Όχι κραυγαλέο, αλλά αιχμηρό, για τη φτώχεια, τη μετανάστευση, τον πόλεμο από τη μια μεριά, για την «Ευρώπη του ανθρωπισμού» από την άλλη, όπως την ονειρεύτηκαν πολλοί, που όμως στέκει μακρινή, αποστασιοποιημένη. Η προηγούμενη συλλογή της Σαμαρά φέρει τον τίτλο Και είναι πολύ μακριά η Δύση». Πολύ μακριά, όχι τοπικά κυρίως. Και οι δύο συλλογές, ειδικότερα η πιο πρόσφατη, γίνονται εξαιρετικά επίκαιρες μέσα στο πολιτικό σκηνικό που βιώνουμε, με το ευρώ και την Ευρώπη να γίνονται η μαγική σωσίβια λέμβος, που όμως γλιστρά και απομακρύνεται ανέλπιδα.

Από τη συλλογή Είδα τις λέξεις να χορεύουν:

Τεντώνουν/ τ’ αδύνατα χεράκια τους/ να πιάσουν το ευρώ που τους προσφέρεις/ Ευρώ Ευρώπη/ ψιθυρίζουν (Ποιήτρια-Πεζός λόγος, σ. 66)

Και από τη συλλογή Και είναι πολύ μακριά η Δύση ένα ποίημα που το παραθέτω σχεδόν ολόκληρο:

[…] Μυριάδες πάλι οι ξένοι/ Και πρόσφυγες/ εμείς/ στη μοναξιά μας/ Άμμος της ερήμου. Λαθρομετανάστες τους βαφτίσανε. Πώς αλλιώς; Ήρθαν από μακριά – όπως κάποτε πήγαμε εμείς. Στα κρυφά όμως οι άλλοι. Στα κρυφά./ Το χώμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μας/ Το χώμα το ελληνικό να μη φτάνει για όλους μας/ Και είναι πολύ μακριά η Δύση

Από τα βάθη του γιαλού/ από του χρόνου τα βάθη/ φράχτες δεν μπήκαν γύρω/ από τα νησιά/ συνοριακό πλέγμα/ το πέλαγο/

Κι οι άλλοι δεν διστάζουν/ να πνιγούν/ Λίγη Ευρώπη/ Αδέλφια/ δώστε μας λίγο χώμα από την ήπειρο των/

δύο Πολέμων.

Συρματοπλέγματα/ ξηλώστε τα/ δέστε τους/ Τολμούν/ να ζητούν την Ελπίδα/

στο κουτί της Πανδώρας […]

(Από τα βάθη του χρόνου, σ. 43)

Και ταυτόχρονα, ο ανθρώπινος πόνος, ο υπέρτατος πόνος, η απώλεια. Που συντρίβει την ψυχή και τη σφραγίζει ισόβια. Που ενώνει την ύπαρξη με το εδώ και με το εκεί και με τη φύση που δέχτηκε το σώμα αυτής που χάθηκε.

-Εδώ είσαι ή εκεί/ με ρώτησαν τα δέντρα/ Όπως εσείς απάντησα/ Κι εκεί κι εδώ/ Όπου υπάρχει/ η Ευλογημένη

( Η Ευλογημένη, σ.60)

Ωστόσο δεν αφήνει ο υπέρτατος πόνος την ύπαρξη να βουλιάξει στο πένθος, και μετατρέπει την οδύνη σε έγνοια για τον πάσχοντα, σε προσφορά και αλληλεγγύη. Μολονότι το προσωπικό δράμα θα παίζεται πάντα σιωπηρά αναζητώντας την ανέφικτη απάντηση.

πέφτω στην άβυσσο/ τηρώ μιας αιωνιότητας σιγή/ ηχώ στην «αέναη του σύμπαντος σιγή»/ κι όπως ο λύκος του ρομαντικού ποιητή/ ξέρω πως μόνο η σιωπή είναι δύναμη (Χορός-Γυναίκα: Μπα-΄Ιλα, σ. 68)

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο δραματικός λόγος, ενώ εμπεριέχει το τραγικό, δεν βαραίνει την ψυχή, γιατί η ποιητική έκφραση το αλαφρώνει συνειδητά, κάποτε με χιούμορ ή σαρκασμό.

Σε μια ευρύτερη σύγκριση με το αρχαίο δράμα, είναι ο Χορός που προχωράει την αφήγηση (τα επεισόδια προχωρούν τη δράση εκεί), ενώ στα λυρικά στάσιμα στοιχούν οι μονόλογοι της Γυναίκας και της Ποιήτριας. Ο Πρόλογος, όπως προαναφέρθηκε, παρέχει το πλαίσιο της ποιητικής αφήγησης-δράσης. Η Σαμαρά γνωρίζει να ανατρέπει τους κανόνες, όχι μόνο στην έκφραση αλλά και στη δομή. Μετά τον Διάλογο έχουμε τον Λόγο, που κλείνει τη συλλογή με δύο εκπληκτικά ποιήματα, τη Δημιουργία και την Πραγματικότητα. Το πρώτο αρθρωμένο από τη Γυναίκα, «παίζει» με την έννοια της δημιουργίας-γέννησης και μη γέννησης, άρα ανυπαρξίας; Ή μήπως της ύπαρξης με τη γέννηση μέσω της γραφής;

Στο δεύτερο, αρθρωμένο από την Ποιήτρια, επιχειρείται ένας ορισμός της πραγματικότητας, ανατρεπτικός ορισμός, που τη συνδέει και ταυτόχρονα τη διαχωρίζει από τη φαντασία και το όνειρο, τέλος την εξισώνει με το μη πραγματικό.

Πραγματικότητα/ παιδί και μάνα του μη πραγματικού.

Ο καλύτερος τρόπος για να κλείσει η συλλογή, με φιλοσοφικό στοχασμό, μ’ ένα ευφυές παιχνίδι με τις λέξεις, με τον λόγο να αμφισβητεί τα σύνορα ανάμεσα στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία, ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο επιθυμητό.

Αγαπώ τα ποιήματα που, μολονότι εκφράζουν υψηλά νοήματα, είναι κατανοητά – όχι εύκολα. Που, μολονότι η ποιητική τους έκφραση είναι εξαιρετικά δουλεμένη, δεν είναι εξεζητημένη. Αγάπησα λοιπόν (και) αυτά τα ποιήματα της Ζωής Σαμαρά για τον κομψό της λόγο, για τον ρυθμό που περικλείουν, για τον έλεγχο στην έκφραση του πόνου και της απώλειας, για το γενναίο κοίταγμα του θανάτου, για την γνοιασμένη ματιά στα ανθρώπινα, εντέλει για τη γλυκιά κατάφαση της ζωής.

Τριπλό ποιητικό υποκείμενο επομένως: Χορός, Γυναίκα, Ποιήτρια. Ο Χορός ως έκφραση του γενικού-συλλογικού. Η γυναίκα του ατομικού. Η ποιήτρια δημιουργός. Σε μια πρώτη ανάγνωση. Από εκεί και πέρα οι τρεις οπτικές ενώνονται και γίνονται μία. Και ύστερα επιμερίζονται πάλι, για να πιάσουν γωνιές της γης, γωνιές της ύπαρξης, της ιστορίας. Περσόνες με άλλα λόγια. Που μπλέκονται αξεδιάλυτα, καθώς διαλέγονται, καθώς η μια περσόνα εγκιβωτίζεται μέσα στην άλλη.

Ακόμα παραπέρα. Και οι τρεις περσόνες-ποιητικά υποκείμενα είναι σαν να αναφέρονται σε ένα άλλο πρόσωπο και να αφηγούνται τη ζωή του. Τη ζωή ενός μικρού κοριτσιού που μεγαλώνει σε ένα νησί, του κοριτσιού που ήθελε να γράφει και να γίνει συγγραφέας. Η ιστορία αυτή πότε τέμνεται με τη ζωή της Ποιήτριας, πότε με της Γυναίκας, κι άλλες φορές αυτονομείται και ταυτίζεται με τη δημιουργία, με το Σύμπαν, με τη συλλογική μοίρα.

Κι αρχίζει ο χορός των λέξεων. Ποικιλοτρόπως χορεύουν οι λέξεις:

-Με την εναλλαγή των ρηματικών προσώπων. Πρώτο, δεύτερο και τρίτο ενικό, πρώτο πληθυντικό χρησιμοποιούνται και από τα τρία ποιητικά υποκείμενα, τα οποία δεν συνδέονται σταθερά με κάποιο ρηματικό πρόσωπο.

-Με την απεύθυνση του ενός προσώπου στο άλλο, σαν σε ένα διάλογο, που είναι ταυτόχρονα και προχώρημα της αφήγησης, αλλά και πολυπρισματικό κοίταγμα-εστίαση σε κάποια χρονικά σημεία και γεγονότα.

-Με την ίδια τη δομή των στίχων. Οι στίχοι τέμνονται, αλλά και παύσεις-κενά δημιουργούνται μέσα στον ίδιο στίχο, κατά τον προσφιλή ποιητικό τρόπο της Σαμαρά. Επαναφορές, παιχνίδι με τις λέξεις, συνώνυμα, παρηχήσεις. Και συχνά απουσία στίξης, κυρίως στον λόγο της Γυναίκας και της Ποιήτριας, ή αντίθετα πλούσια και συνεπέστατη στίξη.

-Σε συνδυασμό και με τα προηγούμενα, με τον ρυθμό να συνοδεύει κάθε στίχο της συλλογής, δίνοντας στην ποιητική έκφραση την εσωτερική έννοια του χορού, της αρμονίας.

-Με τη διακειμενική συνομιλία, όπως με ποιήματα από προηγούμενες συλλογές της Ζωής Σαμαρά.

Κομβικό ποίημα στη συλλογή θεωρώ ότι είναι αυτό που φέρει τον τίτλο Το ποίημα, αρθρωμένο από την Ποιήτρια (σ.27). Το κοριτσάκι αφηγείται σε α΄ ενικό ότι ήθελε να γράψει την ιστορία μιας γυναίκας που έγραφε συνέχεια, από τα 18 ως τα 81 (ενδιαφέρον παιχνίδι με τους αριθμούς, που έχουν συμβολική λειτουργία), φαντάστηκε ότι έγραφε, ενώ δεν γνώριζε ακόμη τη λέξη γραφή. Η γυναίκα κάποια στιγμή διαπιστώνει ότι αντί, για τα σημαντικά βιβλία, είχε γράψει μόνον ένα ποίημα, που έλεγε/ έλεγε/ την ιστορία μιας γυναίκας/ που άρχισε να γράφει στα 18/ και έγραφε ως τα 81

Εντυπωσιακός εγκιβωτισμός της μιας ιστορίας μέσα στην άλλη. Σ΄ αυτό το σημείο είναι που η τέταρτη περσόνα εισάγεται στον διάλογο. Η γυναίκα αυτή παρουσιάζει κοινά στοιχεία με την Ποιήτρια. Μολονότι στο τέλος του ποιήματος η αφηγήτρια, η μικρή της ιστορίας, λέει ότι δεν μπόρεσε να γράψει τη ζωή εκείνης της γυναίκας, γιατί

ήμουν πολύ μικρή/ τόσο μικρή που δεν γνώριζα καν/ τη λέξη/ «ζωή»

η αναίρεση αφήνει ένα μικρό παράθυρο άλλης ανάγνωσης, καθώς η τελευταία λέξη («ζωή») συνδέεται όχι μόνο με την Ποιήτρια αλλά και με τη συγγραφέα Ζωή).

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

περ. «Απόπλους», τεύχ. 65-66, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2015.

Έλλογη ουτοπία

Ένα λουλούδι αποδεικνύεται εφήμερο. Μία μηλιά στερείται τον ανθό της. Ένας κήπος εγκαταλείπει τον κάτοχό του. Τρεις ομόθυμες διαπιστώσεις από τρία πρόσωπα, τον Χορό, την Ποιήτρια και τη Γυναίκα αντίστοιχα, ορίζουν ένα σκηνικό μαρασμού, χωρίς ανθοφορία, στην ποιητική συλλογή «Είδα τις λέξεις να χορεύουν», που συγκροτεί η Ζωή Σαμαρά, εν είδει αρχαίας τραγωδίας με τους τρεις ηθοποιούς της. Ένας απ’ τους ηθοποιούς, μάλιστα, είναι ο Χορός, που επίσης συμπληρώνει τους απαιτούμενους ρόλους σε μια παράσταση αρχαίας τραγωδίας. Δομημένη σε τρία μέρη, τα οποία επιγράφονται «Πρόλογος», «Διάλογος» και «Λόγος», η συλλογή ξεδιπλώνει τον διάλογο των τριών της προσώπων, αποσκοπώντας στη νοηματοδότησή του, εφόσον συχνά αυτός καταντά «μια ομιλία χωρίς Λόγο», μια επικοινωνία προσχηματική.
Η απουσία ψυχικής επαφής κι έλλογης σκέψης αποτυπώνεται σε μια σειρά διαπιστώσεων: η μαργαρίτα, ως το κλασικό άνθος που καλείται να φανερώσει με το μάδημα των πετάλων του την ύπαρξη ή μη της αγάπης, αποφαίνεται την έλλειψη αυτής· ο πελαργός, κλασικός φορέας της ζωής, ως κομιστής, κατά τη λαϊκή αντίληψη, των βρεφών στους γονείς τους, διστάζει να φέρει παιδιά στη ζωή· η γέννηση μιας ζωής, όταν τελικά πραγματοποιείται, δεν σηματοδοτεί την έναρξη της μέρας και των παρεπόμενων φωτεινών συμβολισμών, παρά τη θέαση των πραγμάτων «με το φέγγος της πανσέληνου». Είναι όμως αρκετό το φέγγος αυτό; Μπορεί να είναι αρκετό, σ’ ένα τοπίο ερημικό, όπου τα παιδιά ρίχνουν βόμβες κι όπου κυριαρχούν ο εγωισμός κι η δειλία; Το τοπίο της Σαμαρά διαγράφεται εξαρχής ζοφερό.
Η διαπίστωση του ζόφου και η επιδίωξη της υπέρβασής του φαίνονται κοινές για τους τρεις συνομιλητές στη συλλογή, οι οποίοι, μέσα από τούτη την κοινή τους στόχευση, μοιάζουν να ταυτίζονται με τη συλλογική συνείδηση – ιδίως ο Χορός, ενώ η Γυναίκα και η Ποιήτρια δείχνουν να ταυτίζονται καί μεταξύ τους, με μόνη τους απόσταση τη διαδρομή που απαιτείται ώστε η Γυναίκα να γίνει Ποιήτρια. Αυτή η διπλή ταυτότητα, της γυναίκας και της ποιήτριας, υπονοείται όταν η Γυναίκα, στο άκουσμα του χτυπήματος της πόρτας, ανοίγει και συναντά τον εαυτό της, πιθανώς τον ποιητικό. Η εξωλογική συνάντηση ακολουθείται από την αντιφατική πάλη της Γυναίκας με τον εαυτό της, καθώς από τη μια μεριά τον ωθεί να διαβεί την πόρτα, κι από την άλλη τον παροτρύνει να μην εισέλθει, με τα λόγια «Μην μπείτε/ είπα/ αυτή η πόρτα/ είναι μόνο είσοδος».
Η μαγική τούτη πόρτα, ένας πιθανός αντικατοπτρισμός της πόρτας της ποίησης στο ποίημα «Τα αντικλείδια» του Γιώργη Παυλόπουλου, θα μπορούσε ακριβώς να συμβολίζει τον αγώνα της ποιητικής ωρίμανσης για τη Γυναίκα. Δεν αποκλείεται ωστόσο κι ένα κοινωνικό σχόλιο επί του ρόλου μιας γυναίκας στις ανθρώπινες κοινωνίες, καθώς η πόρτα είναι αμπαρωμένη με αλυσίδες. Εγκλεισμός, λοιπόν, στο σπίτι, για μια γυναίκα καταδικασμένη σε πολύ συγκεκριμένο κοινωνικό ρόλο, ή εγκλωβισμός στα μυστήρια και τις απαιτήσεις της ποίησης; Η επαλήθευση της ταύτισης Γυναίκας – Ποιήτριας στηρίζει καί τις δύο εκδοχές, αφού η Γυναίκα είναι ποιήτρια, ενώ και η Ποιήτρια είναι γυναίκα. Η επιμονή, μάλιστα, της Ποιήτριας στο αμέσως ακόλουθο ποίημα «Να μένεις» επιβεβαιώνει την ταύτιση: «Να περι-/ μένεις/ όχι τον άλλο εμένα/ που είμαι ο άλλος εσύ»
Η ταύτιση φαίνεται να ενισχύεται ακόμη περισσότερο στην προοπτική Γυναίκα και Ποιήτρια να σχηματοποιούν το προσωπείο της συγγραφέα της συλλογής, δηλαδή της ποιήτριας Ζωής Σαμαρά. Η Σαμαρά διασπείρει ενδείξεις προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση μέσω στοχαστικών της στίχων περί ζωής, οι οποίοι όμως παραπέμπουν τεχνηέντως στ’ όνομά της, υποδεικνύοντάς την: «Ζωή κι αυτή/ να περιμένεις μια ζωή»· «Θα πηγαίνεις/ αργά/ για να ζήσεις/ μια ζωή/ χωρίς πετάγματα/ […]/ Βήμα σημειωτόν/ μια ζωή με νωχελείς κινήσεις/ μια ζωή πλήρης ημερών// ανυπαρξίας»· επιπρόσθετα, όταν οι στίχοι της Σαμαρά ανακεφαλαιώνουν τον βίο, εύλογα μοιάζει η ζωή να μεταμφιέζει τη Ζωή: «Είχε γράψει μονάχα ένα ποίημα/ […]/ την ιστορία μιας γυναίκας/ που άρχισε να γράφει στα 18/ και έγραφε ως τα 81»· άλλωστε, την ίδια μυστηριακή μεταμφίεση συνδράμουν οι αριθμοί 18 και 81, οι οποίοι, με μια μαγική αντιστροφή των ψηφίων τους, μεταστοιχειώνονται ο ένας στον άλλο σχηματίζοντας κύκλο, περικλείοντας τη ζωή, συγκεκριμένα της ποιήτριας. Εξάλλου ο βίος τούτος εμπερικλείει την ατελεύτητη σύνθεση του ποιήματος, αφού «η γυναίκα/ […] σχεδίαζε/ τη μέρα τη νύχτα το ποίημα/ μέχρι που έγινε 81 χρονών».
Αν, βέβαια, η συγγραφή μετατραπεί σε εμμονή και καταδυναστεύσει τον βίο, εμποδίζοντας τον άνθρωπο να χαρεί την ομορφιά γύρω του, καταντά τάφος για τον συγγραφέα. Γι’ αυτό κατά την πορεία της ατέρμονης σύνθεσης η διεκδίκηση είναι διαφορετική: η συμφιλίωση με τη φύση, τα πλάσματά της και τον άνθρωπο, η οποία διέρχεται από την αθωότητα της παιδικής ηλικίας, της ηλικίας κατά την οποία τα παιδικά μάτια αισιοδοξούσαν ακόμη, καθώς «Το πέλαγος της φαντασίας δεν είχε όρια», η λεμονιά άνθιζε, ο ουρανός ήταν ανέφελος, τα αστέρια προσεγγίσιμα. Ακόμη και το ουτοπικό όραμα μιας κοινωνίας όπου το χρήμα δεν αποτελεί την πρώτιστη επιδίωξη, περνά μέσα από την αγνότητα της παιδικής ηλικίας, όπως την αποτιμά ο γάτος της γειτονιάς, απολαμβάνοντας το ψάρι που γενναιόδωρα του προσφέρουν: «Είναι τρελοί οι άνθρωποι, το ξέρω, αλλά τρελά και τα μικρά κορίτσια;»
Η τεθειμένη στόχευση, ωστόσο, εμποδίζεται όσο «Το Χάος αρνείται να γίνει Ημέρα». «Από τα βάθη του χρόνου/ η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας» συλλογίζεται η Σαμαρά, άλλοτε με χαμηλόφωνο σεφερικό στοχασμό κι άλλοτε με πικρή ειρωνεία απέναντι σε όσα στοιχεία εμποδίζουν τη μετατροπή της ερήμου σε όαση, όπως οι ανθρωπόφοβες εμμονές των σύγχρονων μονήρων ατόμων, που απολήγουν ακόμη και στην ενοχοποίηση των θυμάτων αντί των θυτών, συχνά και του ίδιου τους του εαυτού. Εξάλλου, «Για κάτι θα φταίνε κι αυτοί», δηλαδή τα θύματα, «αλλιώς δεν θα ’τανε φτωχοί», σχολιάζει θλιμμένα η ποιήτρια στο ταξικό της σχόλιο, προβαίνοντας συνάμα στη μετατροπή της οικονομικής ένδειας σε πνευματική: «Ας πάμε λοιπόν/ ας πεθάνουμε/ εμείς οι/ πτωχοί/ τω πνεύματι»
Όπου όμως η καθημερινή ομίχλη κατασκεπάζει την αισιοδοξία καθιστώντας την αόρατη, ο ποιητής έρχεται να διεκδικήσει το αόρατο. Η μαγική ποιητική επενέργεια επί της ασχήμιας έχει τόση ένταση, ώστε επιβάλλει την ομορφιά ακόμη κι επί του τάφου του ποιητή, μετατρέποντάς τον σε αλώνι, όπου οι λέξεις χορεύουν. Αρκεί, βέβαια, ο συγχρωτισμός των πολλών κι ο βόμβος τους να μη διαλύσουν τ’ όνειρο. Γι’ αυτό ο βόμβος επιβάλλεται να αντικατασταθεί από την έλλογη, αποτελεσματική ανθρώπινη επικοινωνία. Στη σχετική κατεύθυνση, η Σαμαρά δεν τιτλοφορεί το κεντρικό σώμα όπου αναπτύσσονται τα ποιήματά της «Κύριο μέρος» αλλά «Διάλογο», και για τον ίδιο λόγο την κατάληξη της ποιητικής της σύνθεσης όχι «Επίλογο», παρά «Λόγο». Η δε έλλογη εκφορά του μηνύματος επικυρώνει την ελπίδα στη διαπίστωση ότι όσους εφιάλτες κι αν περικλείει η πραγματικότητα, δεν παύει να είναι «παιδί και μάνα του μη πραγματικού», άρα του ιδεατού, της ουτοπίας. Συνεπώς, μπορεί να γεννήσει και να αναστήσει όνειρα. Κατ’ επέκταση, η διεκδίκηση μιας καλύτερης πραγματικότητας δεν πρέπει να εγκαταλείπεται ποτέ.

 

 

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ

Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 55, 2016.

 Όταν οι άλλοι σιωπούν, οι λέξεις των  ποιητών χορεύουν, που σημαίνει κινούνται στο χώρο και κινούν οτιδήποτε υπάρχει σ’ αυτόν, καταδύονται σε βαθύτερες σημασίες, διεισδύουν με την ίδια ευχέρεια σε προσωπικούς ή κοινωνικούς χώρους. 

Ο λόγος, όπως αυτός αρθρώνεται μέσα από τα ποιήματα της Ζωής Σαμαρά, χορεύει υπό τους ήχους μιας μουσικής, η οποία αχνοπαίζει πίσω από τις αρμονικές εναλλαγές προσωπικού στοιχείου και κοινωνικού ή πολιτικού σχολίου, σε μια εποχή που η προσωπική καταγραφή κυριαρχεί σε βάρος ενίοτε και του κοινωνικού ρόλου της ποίησης. Φτώχεια, ανεργία, μετανάστευση, προσπάθεια ποδηγέτησης είναι προβλήματα που απασχολούν την ποιήτρια, μέσα από έναν σαφέστατα δραματικό χαρακτήρα στην ποίησή της. Μέσα από μια εκκωφαντική σιωπή –η ποίηση είναι κόρη της σιωπήςταξιδεύει μέσα στο λόγο της αναζητώντας, όχι μάταια πάντα, έναν κόσμο έλλογο.

Ο χώρος, όπου κινείται η ποιήτρια, δεν έχει όρια και γρήγορα μετατρέπεται σε μια πανανθρώπινη θεατρική σκηνή: Το πέλαγος της φαντασίας δεν είχε όρια. Απλώνεται στην αντίπερα όχθη, στην απέναντι κοιλάδα, σε όλο το σύμπαν. Κάποιοι βεβαίως προσπαθούν να περιορίσουν, να σμικρύνουν αυτά τα όρια, Μη στέκεσαι εδώ / Δεν υπάρχει «εκεί», δημιουργώντας τεχνητή ασφυξία, τελικά βρίσκει τον τρόπο η ποιήτρια να σταθεί Κι εκεί κι εδώ, εκεί, όπου προβάλλονται ο ανθρώπινος πόνος, οι υπαρξιακές αγωνίες.

Σχεδόν στο σύνολό τους τα ποιήματα και τα πεζοποιήματα, τα τελευταία με έντονο το  φιλοσοφικό περιεχόμενο και με ολοφάνερα τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, ενώ φαίνονται προσεγγίσιμα στην πρώτη ανάγνωση, σε προκαλούν να τα ξαναδιαβάσεις. Ανακαλύπτεις, ως δια μαγείας, πολλές αναγνώσεις: ξεφλουδίζεις τους στίχους και κάθε φορά έχεις να προσθέσεις κάτι καινούριο σε ό,τι ήδη έχεις εισπράξει.

Η ποίηση της Ζωής Σαμαρά δεν περιορίζεται στον αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα. Το «εγώ» της ποιήτριας κάνει ένα βήμα πίσω, χωρίς να παραγκωνίζεται. Είναι διάχυτη η αγάπη της για την ίδια τη ζωή και οι αξίες κυριαρχούν σε πείσμα  των  καιρών. Γι’ αυτό και, πέρα από την κοινωνική κριτική, έχει να προτείνει και μια στάση έντιμη απέναντι στα πράγματα: Στείλε την κόρη του Αγήνορα ξανά / να την ξυπνήσει, λέει αναφερόμενη στην Ευρώπη, με προφανείς τις πολιτικές αιχμές. Εξάλλου αυτό είναι το χρέος του ποιητή, του διανοούμενου, του φιλόσοφου: οι διαπιστώσεις μόνο δεν αρκούν.

Οι φωνές της ποιήτριας, της γυναίκας, του χορού, άλλοτε ψίθυροι, άλλοτε κραυγές, άλλοτε θρήνοι, διαπερνούν τους στίχους και κάνουν τις λέξεις όχι να χορεύουν πια, αλλά να δονούνται από μια βαθιά εσωτερικότητα. Έτσι η φωνή της ποιήτριας μετατρέπεται σε φωνή-κάλεσμα του αρχάγγελου που καλεί σε μια ηθική επαναφορά, Σηκώστε το κεφάλι ψηλά, ενώ οι φωνές που ακούει η γυναίκα μέσα από την προσωπική καταγραφή, Σας άκουσα / Σχίζατε τη γη   ο αέρας ράγισε, προβάλλονται ως μια καθολική τοποθέτηση και συγκλονίζουν με τη δραματικότητά τους: Κρίση είναι κι αυτή θα σου περάσει.

Ο τίτλος της συλλογής Είδα τις λέξεις να χορεύουν δεν παραπέμπει μόνο σε  στίχους ποιήματος, αλλά και σε μια δυναμική της γλώσσας της ποιήτριας γεμάτη μουσική. Οι λέξεις, αυτό το πρωταρχικό υλικό της ποίησης, ζωντανεύουν, αποκτούν σαρκική υπόσταση, άλλοτε γίνονται αιθέριες οπτασίες. Το σκοτάδι δε μας αποστερεί από τη δυνατότητα να τις αφουγκραστούμε, να τις δούμε, να τις ερμηνεύσουμε.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                          Ο χορός των λέξεων δεν είναι απλώς και μόνο θεωρητική συνεύρεση της απολλώνιας τέχνης –ποίησης, μέλους, χορού, ως αδιάσπαστη ενότητα που παραπέμπει στο αρχαίο θέατρο– αλλά πραγματική σύζευξη μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου. Εάν προσθέσουμε και την ιδιαίτερη τοποθέτηση των λέξεων και των στίχων στα ποιήματα –μεγάλα κενά μεταξύ των λέξεων, φράσεις ελλειπτικές που μένουν μετέωρες, η λέξη Μαρία που μέσα σε μια αραίωση χάνεται στην άβυσσο μαζί με το εγώ της γυναίκας– τότε έχουμε και στη μορφή αέναες χορευτικές κινήσεις.

Στη γραφή της Ζωής Σαμαρά διακρίνουμε στοιχεία βιωματικά, ταξίδι  νοσταλγικό στην παιδική ηλικία, ταυτόχρονα και μύηση του αναγνώστη στον ψυχισμό της ποιήτριας. Τα στοιχεία αυτά τελικά μετουσιώνονται σε καθολική αγωνιώδη διείσδυση στους κρυφούς κώδικες των λέξεων. Οι συμβολισμοί κυριαρχούν, πολλοί από αυτούς δυσδιάκριτοι καλούν τον αναγνώστη να τους αποκαλύψει.  

Οι αγωνίες πολλές, κυριαρχεί όμως ο φόβος, μήπως και δεν μπορεί κάποια στιγμή να εκφραστεί με τον ποιητικό λόγο: Τι να συμβαίνει άραγε μετά / μετά την πρώτη σελίδα / εννοεί / την πρώτη / Υπάρχουν γράμματα; Και αλλού η  ποιήτρια, έκπληκτη με την παραδοξολογία, διαπιστώνει πως Είχε γράψει μονάχα ένα ποίημα. Ολοφάνερος ο υποσυνείδητος αγώνας της ποιήτριας για τη γραφή που φέρει και το κοινωνικό αποτύπωμα: δεν είναι η αντίληψη η τέχνη για την τέχνη που τη συναρπάζει, είναι η γραφή που κυοφορεί το κοινωνικό μήνυμα, μια διαρκής πάλη για ανάδειξη και υποστήριξη της ανθρώπινης φύσης ως πνευματικής οντότητας, μέσα σε έναν κόσμο αλληλοσυγκρούσεων και έντονης εσωστρέφειας που μερικές φορές, εσφαλμένα, μεταφράζεται σε εσωτερικότητα. Θεωρώ όμως ότι η αγωνία της αφορά κυρίως στους γύρω της, αγωνία μήπως και νιώσουν αδυναμία να προσεγγίζουν τον ποιητικό λόγο, μήπως και δεν μπορούν να προσεγγίζουν πια τη γνώση, παρότι παραδέχεται ότι μερικές φορές Καλύτερα / κάποιες απορίες / να μένουν / χωρίς πέρασμα στη γνώση.

Σκηνές της καθημερινότητας, που συνήθως περνούν απαρατήρητες, η ποιήτρια τις σχολιάζει με έναν καυστικό τρόπο που μερικές φορές αγγίζει τα όρια της  ειρωνείας, όπως στην Κλινική, όπου ειρωνεύεται την περιττή παρουσία των λέξεων πρωί, βράδυ, ως αποτέλεσμα γλωσσικής ανεπάρκειας ή ελλιπούς γνώσης: ΩΡΕΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟΥ / 10:00-12:30 ΠΡΩΙ / 17:30-21:00 ΒΡΑΔΥ ή στο Το σακάκι, όπου το σακάκι από αφόρετο μετατρέπεται σε αφόρητο κάτω από την πίεση του πωλητή ή του δωρητή που επιδιώκει, ματαίως ως φαίνεται, να το προσαρμόσει σε ένα σώμα που αρνείται να το δεχτεί. Για άλλη μια φορά αφήνει πίσω όλη την ένδυση της εξουσίας, το ζουρλομανδύα της υποταγής.

Ενίοτε η ποιήτρια χρησιμοποιεί τους ήχους των επαναλαμβανόμενων συλλαβών και συνθέτει στην ουσία μουσικό έργο, όπως συμβαίνει στο Ου. Οι λέξεις της είναι νότες που εκλαμβάνονται από τον αναγνώστη ως ηχητικό αποτέλεσμα που δημιουργείται από την παρήχηση του «ου» ή χορεύουν με μουσικές που ακούγονται από τις συγχορδίες των λέξεων που επαναλαμβάνονται, όπως στο «Μη». Ευφυέστατο και το παιχνίδι που δημιουργεί με τις λέξεις, όπως στο Χρη Μα.

Το τραγικό συναίσθημα της μοναξιάς υπάρχει έντονο και απλά η ποιήτρια το αφήνει να ξεχυθεί από μέσα της, το μοιράζεται όμως μαζί μας. Μας επιτρέπει να ζήσουμε τη μοναξιά της, να νιώσουμε την οδύνη της: εσύ μόνος / κι εγώ; / Γέφυρα πάνω από ποτάμι, καθώς και στην εκπληκτική, εκπάγλου ομορφιάς εικόνα της μοναξιάς, μέσα σε ένα πλούσιο περιβάλλον: Μοναξιά / μέσα σε εκατόφυλλο τριαντάφυλλο, αν και επικαλείται την αποθυμιά, Να με θυμάσαι κάθε βράδυ, αποθυμιά τίνος όμως; Η απάντηση απορρέει από τον αναγνώστη.

Ευαίσθητες οι ανεμώνες και οι μαργαρίτες, αδιαμφισβήτητης ομορφιάς τα τριαντάφυλλα, χωρίς πνοή και χωρίς όνομα τα πέτρινα λούλουδα που δημιουργούν ένα σκηνικό υπερρεαλιστικό, σε φόντο συνήθως νυχτερινό, υποδηλώνουν επώδυνες καταστάσεις. Αξιοσημείωτη μέσα στην ανατρεπτικότητά της η σκηνή του εφήμερου λουλουδιού, το οποίο θρηνεί που έζησε ολόκληρη τη μέρα: το προορισμένο να πεθάνει πρόωρα, είναι καταδικασμένο να ζήσει περισσότερο χρόνο από εκείνον που του αναλογεί.

Οι εικόνες σχεδόν υποκρύπτονται ή υπονοούνται. Μας επιτρέπουν  όμως να διεισδύσουμε σε έναν κόσμο που διατηρεί τη μαγεία του, ακόμα κι αν αυτός είναι κομμάτι  μιας οδυνηρής περιπέτειας: η παρέλαση, η γυναίκα που γράφει συνεχώς, το κορίτσι που περπατούσε γυμνό στο δρόμο. Ίσως το στοιχείο που κάνει ιδιαίτερα εμφαντική την παρουσία του είναι το τοπίο, όπως το βιώνει η ποιήτρια, πραγματικό ή φανταστικό. Το αλώνι, όπου χορεύουν οι λέξεις, είναι ένας τέτοιος μαγικός τόπος. Οι λέξεις αυτές, καθώς και η ποιήτρια, μεταμορφώνονται σε νεράιδες, ονειρικές υπάρξεις που κατοικούν στο αλώνι και είναι εκείνες που την οδηγούν στη δημιουργία.

Το ίδιο ονειρικό «τοπίο» κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου. Η γυναικεία φιγούρα που χορεύει με τα μαλλιά της εν είδει πέπλου γύρω από το κεφάλι της προέρχεται από το Destino (Πεπρωμένο), μια μικρού μήκους ταινία animation του 1945, που προέκυψε από τη συνεργασία του Σαλβαντόρ Νταλί με την εταιρεία της Γουώλτ Ντίσνεϊ.. Η καθετότητα της μορφής μέσα σε ένα ερημικό τοπίο συνδέει τη γη με τον ουρανό, στοιχείο που υπάρχει σε πολλά ποιήματα της συλλογής και δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ποιητική, γεμάτη μυστήριο. Πρόκειται για μια υψηλής αισθητικής έκδοση τόσο με την επιλογή της γυναικείας μορφής του Νταλί, όσο και με την υφή του πρωταρχικού υλικού του βιβλίου, που δίνει την εντύπωση μιας μικρής αλλά διακριτής πολυτέλειας.   

Ευρηματικοί στίχοι, έξυπνη σύζευξη λέξεων σε μεταφορικό επίπεδο, ποιητική ευαισθησία: αυτή είναι η ποίηση της Ζωής Σαμαρά. Μια ποίηση μεστή, ώριμη, δημιουργική, χωρίς βερμπαλισμούς και ρητορείες, που αποτυπώνεται ως μια έκρηξη γοητευτικών στίχων.

Μέσα από το ταξίδι της βαθιάς περισυλλογής και ενδοσκόπησης στην ποίησή της ξαναβρίσκουμε τις λεπτές ισορροπίες που αναζητούμε  γύρω μας.

Η Ποίηση της σιωπής είναι η δυνατή κραυγή της ποιήτριας και ας γνωρίζει καλά πως μόνο η σιωπή είναι δύναμη…

 

 

ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ

Τα ποιητικά τ. 19

«Μάρμαρο, στίχο μελετώ / και το κορμί μου όλο πάει / με τον νέο/ρυθμό να κάμψει /… /Παίζουμε παντομίμα. / Να σωθεί η σιωπή /…/ Πηδάνε έξω απ’ τα μεγάφωνα οι/Χορευτές./… /Τι μαγική / ακροβασία / στο κενό/… / μες στη φωνή βουλιάζοντας. /… / Το μολύβι σέρνει το / σώμα μου. /Όρθιο στον αέρα»
ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΪΊΩΤΟΥ (Χορευτές)

     Η Ζωή Σαμαρά επί σειρά ετών αποδεικνύει με συνέπεια τη σταθερή σχέση της με τη γλώσσα αφενός στο επίπεδο της συστηματικής θεωρητικής προσέγγισης και αφετέρου στο επίπεδο της ευρηματικής δημιουργικής παραγωγής.
     Με αυτή την προϋπόθεση η γλώσσα στα έργα της Ζωής Σαμαρά αντιπροσωπεύει έναν ζωντανό, ισχυρό οργανισμό που διεκπεραιώνει ιδέες, νοήματα, αρχές και αξίες, ενώ παράλληλα συμμετέχει ως αποφασιστικός παράγων στη δημιουργία ενός πρωτότυπου υπο-/κειμενικού σύμπαντος σε άμεση και διαρκή επικοινωνία με την αντικειμενική πραγματικότητα.
     Κατά τη σύνθεση της ποιητικής συλλογής Είδα τις λέξεις να χορεύουν η Ζωή Σαμαρά αποτυπώνει με τον πλέον παραστατικό τρόπο την κινητικότητα ακριβώς της γλώσσας που εξασφαλίζει τον δυναμικό χαρατήρα αυτού του υπο-/κειμενικου συμπαντος. Την κινητικότητα της γλώσσας αποδίδει η έννοια του χορού. Ο χορός ως γενικός κώδικας διεκπεραίωσης σημαινομένων τόσο στο επίπεδο της δήλωσης όσο και κυρίως στο επίπεδο της συνδήλωσης, ενσαρκώνει την προετοιμασία, τα άλματα, την ορμή, την αμφισημία, την άνοδο και την πτώση, την καθοδήγηση, την υποβολή, την υπόδειξη, πρωτίστως τον μετρημένο και τον ελεύθερο ρυθμό.
     Με τον τρόπο αυτόν αναγνωρίζεται η προσωποποίηση ή/και σωματοποίηση του λόγου ως αποτέλεσμα δυο παραγόντων που αντιπροσωπεύουν η εκφορά και η πρόσληψη με ζητούμενο την επικοινωνία ανάμεσα στον εσωτερικό άνθρωπο και στον εξωτερικό, αντικειμενικό κόσμο.
     H κίνηση του προσωποποιημένου, μάλλον σωματοποιημένου λόγου με δίαυλο τη φωνή μεταφέρει έκφραση και περιεχόμενο σημαινομένων, αντικειμενική ή κοινή λογική και μύθους, αισθητική, αφήγηση και επιχειρηματολογία, εντολή και συμφωνία, γνώσεις, ιδέες, κρίσεις, και αποτελεί τη διαδικασία για την οργάνωση εσωτερικών τοπίων με καταγωγή από την εξωτερική πραγματικότητα, αλλά με ιδιαίτερη φυσιογνωμία που προσδιορίζει η υποκειμενική πρόσληψη εννοιών, όπως είναι το όνειρο και η φαντασία, η ύπαρξη, η αιωνιότητα, η μεταμέλεια, το πένθος, η θλίψη, η μοίρα, ο αναπόφευκτος διάλογος ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, η φυγή, η μοναξιά, η αγάπη και ο έρως, η μνήμη και η λήθη, το ορατό και το αόρατο, το υλικό και το άυλο.
     Αυτές οι προϋποθέσεις επεκτείνονται και στην άμεση συνάρτηση των εσωτερικών τοπίων με τη φύση, στις περιοχές των φυσικών οργανισμών, στοιχείων και φαινομένων, όπως είναι η κοινωνία των φυτών, η θάλασσα και τα βράχια, ο άνεμος, η πανσέληνος, το φως του ήλιου, το σκοτάδι, ενώ στον μακρινόν ορίζοντα ανιχνεύεται η αίσθηση του απείρου, της αβύσσου, του χάους.
     Ο εσωτερικός άνθρωπος ευθύνεται για τη δημιουργία των εσωτερικών τοπίων, όπου καταφεύγει συναποκομίζοντας και τα προϊόντα της αντιπαράθεσής του τόσο με τον εαυτό του όσο και με το κοινωνικό σύνολο.
     Ιδιαίτερη σημασία έχει το περιεχόμενο του προσωπικού χρόνου όπως προβάλλεται στον χώρο. Ο προσωπικός χρόνος ρέει αλλά ταυτόχρονα ακινητοποιείται σε ένα γενικό και «άδηλο» παρόν, διαφυλάσσει στη βαθειά δεξαμενή της μνήμης όσα αποθησαυρίζει ενώ άλλα τα διασφαλίζει στις δυσπρόσιτες περιοχές της λήθης, συντηρεί τον δεσμό ζωντανών και νεκρών, δανείζεται από τον γενικό χρόνο τόσο το μυθικό και ιστορικό παρελθόν όσο και τη συγχρονία της επικαιρότητας: Όλα αυτά σε έναν τόπο που υπάρχει και δεν υπάρχει, που κινείται προς το άπειρο, που συνδέει το παντού και το πουθενά ή το εδώ και το εκεί, με πραγματικά τοπόσημα που έχουν μετουσιωθεί σε σήματα για εσωτερικές διαδρομές.
     Στο βιβλίο της Ζωής Σαμαρά η οργάνωση του κειμενικού κόσμου με αυτά τα δεδομένα ακολουθεί την αντιπαράθεση ανάμεσα στον Χορό και στη διφυή οντότητα που αντιπροσωπεύουν η Γυναίκα και η Ποιήτρια με τη συνακόλουθη πάντως αυτάρκεια στις δύο αυτές μορφές. Ο Χορός, η Γυναίκα και η Ποιήτρια (φαίνεται να) αποτελούν προσωπεία που λειτουργούν ως σωματοποιημένα άυλα στοιχεία γραμματικών εικόνων και ως παραστατικοί πυλώνες για τη διέλευση υλικού από το πλούσιο περιεχόμενο του εσωτερικού, ασχέτως φύλου, ανθρώπου.
     Είναι αυτονόητο ότι στη δόμηση των σημαινομένων δεσπόζουσα θέση κατέχει η διαδικασία της δημιουργικής γραφής. Επομένως καθίσταται σαφής ο κυρίαρχος μεταγλωσσικός χαρακτήρας των κειμένων της ποιητικής συλλογής Είδα τις λέξεις να χορεύουν, τόσο στη διάσταση της αυτοαναφορικότητας του λόγου όσο και στη διάσταση της αξιοποίησης γλωσσικών στοιχείων και φαινομένων ως λογοτεχνικής πρώτης ύλης, όπως αποδίδουν π.χ. οι διατυπώσεις: «Όταν πρωτοείδε / το Χορό / να διηγείται να διαλέγεται / … / η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια», «μια ομιλία χωρίς Λόγο», «Πήρε το λόγο … / πήρε τη σιωπή …», «Φωνές … / Σας είδα / Πάρτε με κοντά σας», «Δεν είναι πια αρχέτυπο ο ανθρώπινος λόγος / … / η ποίηση αρνείται να ποιήσει», ή ολόκληρα τα κείμενα με τους τίτλους «Το μυστικό του τετραδίου», «H ιστορία μιας άδειας σελίδας», «Το ποίημα», «Και εξ ανθρώπου τα κρείττω», «Η γυναίκα με τα μικρά βιβλία», «Ποιητική» (όπου διακήρυξη δημιουργικής γραφής), «Γραφίδα», «Πεζός λόγος».
     Ο άμεσος, πνευματώδης, βιωματικός, συνδηλωτικός, ενίοτε παραβολικός, πρωτίστως παραστατικός λόγος της Ζωής Σαμαρά προβάλλει μια ιδιαίτερη αισθητική με τη συνδρομή της μεταφοράς, π.χ.: «Ένα εφήμερο λουλούδι / να θρηνεί / που έζησε ολόκληρη τη μέρα», «Κοίταζε το τοπίο / Κι εκείνο όρθωνε τα βράχια του / στην οργή του πελάγους», «η φωνή μας έσπασε τα κλαδιά της», σε συνδυασμό με αφοριστικές διατυπώσεις, π. χ.: «Να είσαι μια παρένθεση / στων άλλων τη ζωή / Να είσαι μια αγκύλη στην / παρένθεση / της νιότης σου», «Η ποίηση είναι κόρη της σιωπής», καθώς και με στοιχεία τόσο για διακειμενικές συγγένειες όσο και για την εξωδιηγητική συμπεριφορά του συγγραφέα. Εξάλλου ο ιδιαίτερος ρυθμός των ελεύθερων στίχων σε μορφή ποικίλης έκτασης και δομής συμπεριλαμβανομένων και των παρηχήσεων, αναπτύσσει αντιστικτική σχέση με τη συνεχή ροή των αφηγηματικών μερών.
     Παράλληλα, οι γραμματικές εικόνες συνθέτουν μια εκτενή, πολυεπίπεδη πινακοθήκη που αντιστοιχεί στο σύνολο της ποιητικής συλλογής, και είναι δυνατόν να εκτιμηθούν ως μια πλήρης σκηνική γλώσσα που αποτυπώνει τις διαδρομές του Χορού, της Γυναίκας και της Ποιήτριας όπως συναντώνται μέσα στον κειμενικό κόσμο του βιβλίου.
     Με τον τρόπο αυτόν η Ζωή Σαμαρά προτείνει μια παραδειγματική εφαρμογή για ένα ευρύτατο φάσμα διαδικασιών σε ό,τι αφορά τη πολλαπλή αξιοποίηση της γλώσσας, εκτός από την κοινή χρήση αυτής ως εργαλείου επικοινωνίας στο πλαίσιο της ανθρώπινης κοινότητας

 

 

Συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
στο ΔΙΑΣΤΙΧΟ

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή;

Μικρή είχα συχνά την αίσθηση ότι το πρώτο δώρο που μου χάρισαν όταν γεννήθηκα δεν μπορούσε παρά να ήταν ένα βιβλίο ή ένα τετράδιο. Τα μικρά μαύρα πλασματάκια, όπως αποκαλούσα τα γράμματα, ασκούσαν στη σκέψη μου μια φοβερή γοητεία από την πρώτη στιγμή που είδα βιβλίο και το έπιασα στα χέρια μου. Παρόμοια επίδραση είχε και η λευκή σελίδα. Με προκαλούσε να τη γεμίσω με μαύρα ανθρωπάκια που δεν έμοιαζαν ωστόσο με τα γράμματα που έβλεπα στα βιβλία και δεν μπορούσα ακόμη να αναγνώσω, να αναγνωρίσω. Νόμιζα ότι ήταν υποχρέωση του κατόχου του τετραδίου να δημιουργήσει την εικόνα του γραπτού λόγου από την αρχή, και γιατί όχι τα γράμματα. Αργότερα, όταν έμαθα γαλλικά και διάβασα Mallarmé, αντιλήφθηκα ότι η λευκή σελίδα είναι στην ουσία το ποίημα εν τη γενέσει του. Δεν είναι τυχαίος ο τίτλος του περιοδικού που ίδρυσα. «ΘΕΥΘ» είναι ο θεός των γραμμάτων στην αιγυπτιακή μυθολογία, άσχετα αν τον μεταμορφώνω σε θεό της γραφής, έννοια του 20ού αιώνα.

Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η ποιητική συλλογή Είδα τις λέξεις να χορεύουν;

Μου αρέσει να γράφω μικρά ποιήματα, αλλά δεν τα αφήνω ποτέ μόνα. Προσθέτω κάθε τόσο καινούργια, που τα συνδέει η θεματική, η τεχνική, οι εικόνες ή ο ρυθμός. Έτσι βγαίνει μόνο του ξαφνικά ένα βιβλίο που μοιάζει με σύνθεση. Όσο συσσώρευα τα ποιήματα για το συγκεκριμένο βιβλίο τόσο είχα την ψευδαίσθηση ότι έγραφα αρχαία τραγωδία. Το έστειλα στις εκδόσεις Γκοβόστη και ήταν μεγάλη η συγκίνησή μου όταν είδα με πόση αγάπη το αγκάλιασαν. Από τις ίδιες εκδόσεις είχε κυκλοφορήσει και η προηγούμενη ποιητική μου σύνθεση Είναι πολύ μακριά η Δύση.

Ο τίτλος της ποιητικής σας συλλογής είναι συμβολικός ή υποδηλώνει κάτι άλλο;

Ο τίτλος είναι στίχος ποιήματος που έγραψα το 2000 στη Λευκωσία –όταν ήμουν εκεί για λίγες μέρες, προσκεκλημένη από το Πανεπιστήμιο Κύπρου– και δημοσίευσα σε περιοδικό το 2002. Στο ποίημα η αφηγήτρια παρασύρεται από την ποιητική μανία –πιο σοφή από την ανθρώπινη σωφροσύνη, σύμφωνα με τον Σωκράτη–, βλέπει νεράιδες να χορεύουν σε μαγεμένο αλώνι και αναφωνεί: «Ναι, είδα τις λέξεις να χορεύουν», άρα αποδέχεται το πάθος της για την ποίηση και τις λέξεις. Επιπλέον, η μεγάλη μου επιθυμία να γράψω θέατρο γέννησε τη διαλογική φύση της συλλογής. Ο Χορός, φωνή της κοινωνίας, δεν μπορούσε να απουσιάζει από ένα βιβλίο με κυρίαρχη την κοινωνική θεματική.

Γράφετε: «Δεν έγραφε, σιωπούσε/ Η ποίηση είναι κόρη της σιωπής…». Αλήθεια, θα μπορούσατε να μας πείτε λίγα λόγια για αυτούς τους στίχους σας;

Όταν ο ποιητής σχολιάζει τους στίχους του, κλείνει το μαγικό παράθυρο που οδηγεί στην πολλαπλή σήμανση. Μπορεί όμως να αποκαλύψει τα κρυφά μονοπάτια που τον οδήγησαν σε αυτούς. Στην Παλαιά Διαθήκη το φως γεννιέται από μια εντολή. Δηλαδή πρώτα υπήρχε η λέξη και μετά το αντικείμενο αναφοράς, στην περίπτωσή μας, το σύμπαν. Έχουμε λοιπόν υποχρέωση να σκάψουμε τη γη και να θάψουμε μέσα το λόγο, για να μπορέσει να ξαναγεννηθεί, ανθρώπινος, ανανεωμένος, ακριβώς όπως για να φτάσουμε στη Γη της Επαγγελίας περνούμε μέσα από την έρημο. Για να βγει ο σωστός εσωτερικός ρυθμός πρέπει να έχουμε απαρνηθεί όλους τους γνωστούς ρυθμούς, να ακούμε μέσα στη σιωπή ανενόχλητοι τους ήχους της ψυχής μας.

Η ποίηση είναι πάθος, έμπνευση, αναδεύει λέξεις, συναισθήματα, πέρα από το ρυθμό και την οδύνη. Δανείζομαι κάποιους στίχους σας και σας απευθύνω το ερώτημα, τι είναι αλήθεια η ποίηση;

Η αλήθεια είναι ότι ως θεωρητικός της λογοτεχνίας δεν έχω καμιά απάντηση που να με ικανοποιεί. Και αυτό ίσως είναι μια ευλογία για την ποιήτρια που από μικρό παιδί κρύβω μέσα μου. Η μάταιη αναζήτηση της φύσης και της λειτουργίας της ποίησης μοιάζει με ταξίδι στην Ιθάκη.
Έχω απαντήσει πολλές φορές στην ίδια ερώτηση. Ίσως η απάντηση που μου ταιριάζει περισσότερο είναι αυτή που έδωσα σε συνέντευξη στην εφημερίδα «Τα Νέα» το 2006. Αν θυμάμαι καλά, είπα: «Ποίηση είναι να πάρεις το άδειο και να το γεμίσεις, για να νιώσεις το δέος της δημιουργίας∙ να πάρεις το γεμάτο και να το αδειάσεις, για να νιώσεις τη γοητεία της ερημιάς».

Μπορεί να έχει πάθος ο ποιητής και να ανησυχεί για το έργο του;

Πάθος, αυτό που ο Σωκράτης στο «Φαίδρο» αποκαλεί ποιητική μανία; Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο γνήσιος ποιητής, όπως ο γνήσιος λογοτέχνης γενικά, ανησυχεί για το έργο του σε πολλά επίπεδα. Πρώτα απ’ όλα, αμφισβητεί την αξία των γραπτών του. Κι εδώ που τα λέμε, αν πιστεύεις ότι γράφεις αριστουργήματα, καλύτερα να μη γράφεις. Το ερωτηματικό για την αξία μας που κρύβεται μέσα μας και προκαλεί άλγος είναι ένδειξη πηγαίου ταλέντου.
Αγωνία όμως προκαλεί και το πεπρωμένο της ποίησής μας από την εποχή του Πίνδαρου. Μέχρι πότε θα ζει η ποίησή μου; Για πάντα, είναι η απάντηση του αρχαίου Έλληνα. Εμείς ας αρκεστούμε στο γεγονός ότι διαβάζεται σήμερα από δέκα ευαίσθητους αναγνώστες που παίρνουν μαζί τους, καθώς αφήνουν το βιβλίο μας, την πεμπτουσία του λόγου μας.

Εσάς ποιος ποιητής σας συγκλόνισε με το έργο του και σας επηρέασε;

Όσοι ποιητές με συγκλόνισαν, αρχίζοντας από τους μεγάλους τραγικούς, είναι τόσο σπουδαίοι που δεν είναι δυνατό να μιλάμε για επίδραση. Έχω πλέον πεισθεί ότι ετοίμασαν την ψυχή μου για να υποδεχθώ την Ποίηση με την ταπεινότητα που της οφείλουμε.
Με ρώτησαν κάποτε οι φοιτητές μου γιατί δεν διδάσκω Rimbaud, ενώ ξέρουν ότι τον λατρεύω. Τους εξήγησα ότι με συγκλονίζει σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορώ να τον διδάξω, καθώς στη διδασκαλία χρειάζεται ορθός λόγος. Ζήτησαν ένα παράδειγμα και τους ανέφερα τον περίπατο του ποιητικού Εγώ το ξημέρωμα, στο ποίημα «Η αυγή», όταν συναντά στο δρόμο του ένα λουλούδι που του λέει το όνομά του. Άλλοι φοιτητές με άκουγαν με δέος, άλλοι ήταν έτοιμοι να βάλουν τα γέλια. Και τότε τους ρώτησα: «Δεν καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι ο ποιητής ξεκινά πριν ξημερώσει για να πλάσει τον κόσμο από την αρχή, ότι περπατά για να αγγίζουν τα πόδια του στη γη, ότι το λουλούδι τού λέει το όνομά του γιατί ο ποιητής έχει κιόλας μεταφερθεί στις πρώτες στιγμές της Δημιουργίας και βλέπει όλα τα όντα να αυτοπροσδιορίζονται, να έχει το καθένα το δικό του όνομα και τη δική του ουσία;».

Έχετε διαγράψει μια σπουδαία πορεία όχι μόνο μέσα από την ποίηση αλλά και ως υπεύθυνη του έντυπου περιοδικού που ονομάζεται «ΘΕΥΘ». Τι μένει στο τέλος από αυτή την όμορφη διαδρομή;

Επανέρχομαι στην αρχή των ερωτήσεών σας και λέω ότι αυτό που μένει είναι η αίσθηση της αξίας του χαρτιού, του χάρτη, αυτού που καταγράφει και δημιουργεί πολιτισμό. Πολύ σημαντική είναι η αίσθηση ότι αγγίζεις τα νέα παιδιά. Ένιωσα μεγάλη χαρά όταν φοιτήτριες της Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μου είπαν ότι χρησιμοποίησαν ποιήματά μου στις εργασίες τους, όταν μαθητές του Καλλιτεχνικού Σχολείου Θεσσαλονίκης μετέτρεψαν ποιήματά μου σε ζωγραφιές, μουσική και χορό.
Είστε πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Ποιες είναι οι δραστηριότητές σας;

Ήμουν πρόεδρος από το 2013 έως το 2016. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε να φέρουμε την Εταιρία κοντά στην κοινωνία, να δώσουμε την ευκαιρία στους ακροατές μας να πιάσουν ένα βιβλίο στα χέρια τους, να ακούσουν για το βιβλίο με λόγο και μουσική. Πιστεύαμε ότι ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να καταπολεμήσουμε την κρίση. Ήταν μεγάλη η χαρά μας όταν οι αίθουσες που χρησιμοποιούσαμε –Στέγη της Εταιρίας Λογοτεχνών, Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη, βιβλιοπωλεία, καφέ– ήταν γεμάτες με ακροατές που νοιάζονταν.

Αλήθεια, ποια είναι η πνευματική κίνηση σήμερα στη Θεσσαλονίκη;

Η πνευματική κίνηση στη Θεσσαλονίκη είναι πάντα πολύ πλούσια. Είναι αλήθεια ότι μερικά από τα καλύτερα θέατρα έκλεισαν, αλλά όσα μένουν εξακολουθούν να κάνουν άριστη δουλειά. Υπάρχουν πάντα συναυλίες, εκθέσεις ζωγραφικής, παρουσιάσεις σημαντικών βιβλίων συγγραφέων που έρχονται από όλη την Ελλάδα. Διάθεση να έχουμε, να πηγαίνουμε.

Πριν λίγα χρόνια η ποίηση ή τα βιβλία εκδίδονταν μόνο σε έντυπη μορφή. Σήμερα που υπάρχουν οικονομικά προβλήματα, δεν θα μπορούσε το ίντερνετ να αποτελέσει μια διέξοδο για τους στίχους των νέων που γράφουν ποίηση;

Πολλοί νέοι ποιητές παρουσιάζουν τα ποιήματά τους σε ιστοσελίδες. Και πολύ καλά κάνουν. Επικοινωνούν έτσι ευθέως και χωρίς οικονομική επιβάρυνση με πάρα πολλούς αναγνώστες. Επιμένω σε αυτό και ας ανήκω σε μια άλλη γενιά, σε αυτήν που το χαρτί κρύβει όλα τα μυστικά της ποίησης και πρέπει να το αγγίζεις για να επικοινωνήσει μαζί σου.
Σήμερα, ωστόσο, λευκή σελίδα είναι η οθόνη του υπολογιστή. Είναι γοητευτικό αν σκεφτούμε ότι, λίγα λεπτά μετά την καταγραφή του, το ποίημα μπορεί να φτάσει σε χιλιάδες αναγνώστες. Ας αρχίσουν, λοιπόν, οι νέοι από το διαδίκτυο και, αν αυτό τους εκφράζει πραγματικά, θα του δώσουν μια νέα υπόσταση, θα το μεταμορφώσουν σε μαγικό χαρτί του μέλλοντος, θα είναι συνάμα scripta manent και έπεα πτερόεντα.

Ποιους ποιητές θα μας προτείνατε να διαβάσουμε σήμερα;

Προτείνω να μην ξεχνούμε ποτέ τους παλιούς που άνοιξαν το δρόμο για την Ιθάκη, καθένας με τον δικό του απαράμιλλο τρόπο.

Ποια ποιητική συλλογή έχετε δίπλα στο μαξιλάρι σας;

Αυτό το βιβλίο αλλάζει κάθε τόσο, εννοείται. Και δεν είναι συνήθως συλλογή, είναι άπαντα – Καβάφης, Ρίτσος (Τέταρτη διάσταση), Αναγνωστάκης, Κέντρου-Αγαθοπούλου, Αγγελάκη-Ρουκ… Αυτός που έμεινε πλάι μου περισσότερο από κάθε άλλον ποιητή ήταν ο Μίλτος Σαχτούρης.

Ένα αγαπημένο ποίημα;

«Τα τείχη». Αφηγείται την ιστορία όλων μας, και τη δική μου, κι ας μην επέτρεψα ποτέ στον εαυτό μου να εγκλωβιστεί και ούτε θα έλεγα ποτέ ότι φταίνε οι άλλοι για τα δικά μου δεινά. Αυτό σημαίνει ότι το ποίημα κρύβει μια βαθιά αλήθεια που μόνο το ασυνείδητό μας μπορεί να συλλάβει.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΙΩΣΑ

1-%cf%80%ce%b5%ce%bd%ce%bd%cf%85

Η Πηνελόπη Γιώσα γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Ιωάννινα. Σπούδασε
Νομική σε προπτυχιακό επίπεδο στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και σε μεταπτυχιακό επίπεδο στο University College London
(UCL) και στο University of East Anglia (UEA) ως υπότροφος του
Ιδρύματος «Προποντίς». Είναι δικηγόρος σε Ελλάδα και Κύπρο, ενώ
στο παρελθόν συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο του Cambridge, Τμήμα
Κοινωνιολογίας, στα πλαίσια ερευνητικού προγράμματος. Διαμένει
στην Αγγλία όπου πραγματοποιεί τις διδακτορικές της σπουδές στο UEA
ως υπότροφος του πανεπιστημίου.
Είναι γνώστρια της αγγλικής, γαλλικής, τουρκικής και αλβανικής γλώσσας.
Εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές :
Ενδόμυχα (2011) και Ανάδοχοι καιροί (2016)

 

 

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf

1-16652389_10212259191541968_90234402_n

ΑΝΑΔΟΧΟΙ ΚΑΙΡΟΙ (2016)

 

 

ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ

Οι δάσκαλοι που γέρασαν
οι γονείς που απέκτησαν ανάγκες δεκανίκια
θυμίζουν ανελέητα τα τριάντα ορφανά χρόνια μου
που ξεπαγιάζουνε γυμνά έξω απ’ την πόρτα.

Με μεγαλώσανε απότομα ή μου φαίνεται;
Οι υπάλληλοι στα μαγαζιά μ’ αποκαλούν κυρία
το ίδιο και τα παιδιά στον δρόμο όταν περνώ.

Οι συνομήλικοι στην πλατεία
σέρνουν καροτσάκια, ζουν συντροφικά
επιμελώς οικογενειακά
αφελώς μεγαλοαστικά
Άραγε στον χρόνο τους χωρά η αναπόληση
με τα ταξίδια της;
Κι εγώ να νιώθω μέσα μου
σαν το παιδί που ήμουνα στα δώδεκα
αυτό που παίζει με τις κούκλες
χτενίζει το μέλλον
ταΐζει τα όνειρα
φασκιώνει τις ρέουσες μέρες της αθωότητας
μην εισχωρήσει απ’ τη σχισμή λαθραία η γνώση
και συγκαούνε πρώιμα μαζί της.

 

 

ΤΟ ΑΦΡΟΝ ΓΗΡΑΣ

«Ατάσθαλον ύβριν έτισας»
Με νεανίζοντα εγωισμό
άφησες να μουχρώσει ο νους
κι έβγαλε δόντι και νύχι
πάνω στην αμφιλύκη της ζωής.

Κι υπάρχει πάντα χρόνος
για νέμεση και τίση
μετά την ύβρη·
όμως για μεταμέλεια;

Φοβάμαι μη δεν προλάβεις
να κοινωνήσεις σχώρεση
και μείνουν αυτές οι ρυτίδες
αναίτιες.

 

 

ΑΝΑΞΙΟΚΡΑΤΟΥΝΤΕΣ

Φάσματα θλιβερά
ολοένα τριγυρνούν σε αξιώματα και θώκους
σαν άδικες στοιχειωμένες κατάρες
που ξεστομίσανε αναίτια χείλη ρυπαρά
ζυγιάζοντας επιπόλαια
το βάρος του κρίματος.

Την επομένη
ίσως παραχωρήσουμε μία λωρίδα ουρανό και για κείνους
να ’χουν να στερεώσουν κάπου
κι οι διάττοντες αστέρες
το πέρασμά τους.

 

 

ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

Μεγαθήρια σε στάση αμετάκλητη
ορθώνονται
σφιγμένες βλάσφημες γροθιές
προς τον ορίζοντα.
Χορεύουν στατικά
μες στον εκστατικό χορό του κέρδους
οχεύοντας τον ουρανό
και τρωγοπίνοντας την ανασαιμιά μας.

Πλατιές βιτρίνες όπου κι αν κοιτάξεις
να καθρεφτίζονται τ’ απολειφάδια μιας ιδέας
σε φόντο απαστράπτοντος υλισμού·
ματαιότητα πια να πιστεύεις σε κάθε ενέργεια
συλλογική.

Κι η άσφαλτος να στρώνεται σαν κόκκινο χαλί
για να περνούν κάθε λογής αιλουροειδή,
που τρέφονται με κόπρο του Αυγεία
και ξερατό μέσ’ απ’ τα σωθικά της γης.

Πρίγκιπες επιβήτορες που κοάζουν
σαν τους φιλήσεις
πριγκίπισσες που ντύνονται με ρέλια υφασμάτων
κι απομυζούν τη γοητεία που ’χει το κοκκινάδι.
Άνθρωποι που βγάζουν μεροκάματο απ’ την πείνα τους
άνθρωποι που πλουτίζουν από την πείνα των άλλων.

Ιοστεφές άστυ μιας άλλοτε εποχής
γιατί να καταντήσεις έτσι;
Ίσως μονάχα η Καβαφική λύτρωση των Βαρβάρων
να ’ναι για σένα τώρα πια
μια κάποια λύσις.

 

 

ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟ

Βρέχει
στους συλημένους τάφους των προγόνων
δάκρυα από μάτια που μείνανε ορθάνοιχτα
στης Ιστορίας την απόκοσμη όψη·
κανείς πατριώτης δεν βρέθηκε να τα σφαλίσει
Κι είναι τ’ ανάχωμα της κοιμωμένης μνήμης
σαν ένα κάνιστρο που αποζητά
μονέδες ξένων περιηγητών
για τη δικαίωση στον χρόνο.

Βρέχει
στους συλημένους τάφους των προγόνων
βρέχει και στα χαμόσπιτα
με λύσσα
να ξεπλυθούν τ’ ασπρόρουχα
απ’ όσο κορνιαχτό μάζεψε ο μόχθος
ν’ ασπρίσουνε τ’ αγάλματα
από συνθήματα οργής.
Στο μεταξύ βαλίτσες πάνε κι έρχονται
ξεπλένονται από της ξενιτιάς το χώμα
ξεπροβοδίζουνε λυγμούς
υπόσχονται ελπίδα.

Βρέχει αλύπητα
στους συλημένους τάφους των προγόνων.
Σε μια γωνιά απόμερη στα μνήματα
στέκουν τα κενοτάφια
μεράδι ενός λάκκου η σπιθαμή
στους μελλοθάνατους που καρτερούν.

 

 

ΤΟ ΔΑΣΑΚΙ ΤΗΣ ΑΧΝΑΣ

Στο δασάκι της Άχνας
εκεί που οι ελιές δεν τολμούν να φυτρώσουν
και τα πουλιά φοβούνται το κελάηδημα
κείτεται βαλσαμωμένη επιτύμβια σιωπή.

Σιγή παντού και αλαλία
μην και ξυπνήσει ο κοιμισμένος βασιλιάς Αττίλας
απ’ τη νάρκη του
κι αρχίσουν πάλι να ηχούν του πολέμου τα κύμβαλα.

Στο δασάκι της Άχνας κανείς δε μιλά
μονάχα αφουγκράζεται
τους στεναγμούς του ανέμου
κι αγναντεύει τα τουρκικά φυλάκια
σαν παράταιρα ξόανα να χάσκουν
στης μνήμης το πικρό νεφέλωμα.

Και τότε η ματιά πονά και ματώνει
απ’ τα συρματοπλέγματα που ρίζωσαν στο χώμα.
Όμως αναθαρρεύει γλήγορα σαν δει
το μοναστήρι του Αί-Κεντέα,
σε μια κορφή να στέκεται του δρόμου
αγέρωχα μοναχικό
για να θυμίζει περήφανα, λυτρωτικά
τους μικρούς Χριστούς που σταυρώθηκαν.

Αμμόχωστος, 2012

Η ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ

Και τι απέμεινε;
Μονάχα οι πτυχές στα σεντόνια
κι η απόπνοια της ζώσας ύλης
μετά τον κάματο της ένωσης·
ενθυμήματα κι αυτά που βιάζονται να φύγουν
με το γρήγορο του λεπτοδείκτη πέρασμα.

Μονάχα η θυμέλη της κλίνης απέμεινε εκεί
να στέκεται βουβή κι ακλόνητη
μες στων ξεχασμένων κορμιών το ανάθημα
στης ηδονής τη χθόνια θεότητα
θυμίζοντας πάντα σαδιστικά
την ασυγχώρητη λιποταξία του λογισμού.

 

 

 

ΕΝΔΟΜΥΧΑ (2011)

 

 

Οι λέξεις

Είναι οι λέξεις ώρες-ώρες
ανυπόφορα φορτικές,
φορτωμένες σαν πουλαράκια
με πόνο, πίκρα και απόγνωση…

Να τις αποφύγω θέλω, αμελλητί·
τι να κάνω που ο νους μου όμως
με τομή, καισαρική έστω,
αρέσκεται να τις γεννά…

 

 

Το Αλφάβητο του Έρωτα

Γράμματα αλφαβήτου ανάκατα,
συλλαβές σπασμένες, λέξεις μισοτελειωμένες,
προτάσεις που ήτανε να γίνουν φράσεις,
αλλά δεν έγιναν…
Αυτό είμαι χώρια σου, μονάχα αυτό.

Κι’ αυτή η απόσταση που μας χωρίζει
κάνει να γίνομαι ολόκληρη,
ένα ουρλιαχτό που κραυγάζει
τ’ όνομά σου…

Και όποιο μέλος μου ν’ αγγίξεις
θα ψηλαφίσεις θες δε θες
κι ένα από τα γράμματα του ονόματος σου…

Μα, όταν έρχεσαι εσύ, ο λεξιπλάστης μου,
η απόστασή μας μηδενίζεται
και σχηματίζεται περίλαμπρο
το όνομά σου στο κορμί μου…
Αυτό που κάθε βράδυ ψιθυρίζεις στ’ αυτί μου σιγανά
μην και τ’ ακούσει η μέρα και ζηλέψει…
Και τότε, συλλαβίζουμε μαζί το όνειρο
κι ορθογραφούμε την αγάπη…

Λεξιπλάστες του έρωτά μας γινόμαστε κι’ οι δυο
και κάθε γράμμα του, κάθε συλλαβή του
αποθεώνεται…

 

 

Η αποτυχία

Βαρύγδουπος ο ήχος της πτώσης
από την κορυφή…
Ηχεί διογκωμένα
μες στον αντίλαλο της ματαιοδοξίας…

… Και το ποτάμι συνεχίζει να κυλά,
ο ήλιος ν’ ανατέλλει
κι’ ο πλάτανος να ‘χει σκιά το καλοκαίρι.
Άραγε, ποιος θα θυμάται,
ποιον θα νοιάζει
εκείνη η αποτυχία,
εκτός του εγωισμού μου…;

 

 

Βραδιές δίχως εσένα III

Με χέρι σιδερένιο και βαρύ
μαχαίρι έμπηξα στο σώμα της σελήνης.

Έκοψα μια φετούλα από φεγγάρι
και τη μάσησα…

Το χλωμό της φως με αηδίασε·
άνοστη η γεύση της βραδιάς…

 

 

Η αντάμωση

Όταν τα μάτια μας συναντήθηκαν,
ο κόσμος σταμάτησε…
Κινείς δεν κινήθηκε, κανείς δε μίλησε,
μήτε ο χρόνος τόλμησε να κυλήσει,
λες κι’ όλη η φύση συνωμοτούσε χρόνια, αιώνες
γι’ αυτή τη μικρή προσωπική στιγμή μας…

Έπαψαν του εγωισμού μου οι ιαχές
να ηχούν αλύπητα στ’ αυτιά μου.
Τώρα μονάχα η άγρα της φωνής σου
στης ακοής μου το ηχόχρωμα τανύζεται…

Κανείς δε μίλησε, κανείς δεν ρώτησε
για των βλεμμάτων μιας το συναπάντημα.
θαρρείς πως στις Γραφές ήταν προφητεμένο
και ήρθε απλά το πλήρωμα του χρόνου
σαν φυσικό επακόλουθο ενός μεγάλου έρωτα,
προδιαγεγραμμένου…

 

 

Η Εκδίκηση

θα σ’ εκδικηθώ μονάχα
όταν θα σ’ έχω ξεχάσει…
Όταν το όνομά σου δε θα σε θυμίζει
κι η εικόνα σου θα είναι αγνώριστη
και μαύρη απ’ τα χιόνια και τα παράσιτα…

Τότε ναι!
θαρρώ πως θα σ’ έχω εκδικηθεί
Ούτε αγάπη, ούτε μίσος, απλά τίποτα…
Ένα τίποτα του σήμερα
που ισούται με τα πολλά όλα του κάποτε…

Όμως, φοβάμαι
πως έτσι αν σ’ εκδικηθώ
θα γίνω ολάκερη εγώ ένα τίποτα…
Μια κενότητα…
Μια άνω και κάτω τελεία
που προλογίζει κάτι που δεν έπεται
και που ποτέ δε θα ‘ρθει…

Δε μου πρέπει τέτοια εκδίκηση.
δε μου ταιριάζει ο νιχιλισμός…
θα προτιμήσω τη γλυκιά εκδίκηση
της συγχώρεσης,
ν’ αναπαυτούν τα μέσα μου…
Κι εσύ αν θέλεις δέξου την,
έστω κι αν δεν τη ζήτησες ποτέ…

 

 

Το Παρασιτικό

Όπως η μύγα ύπουλα κι αδυσώπητα
ρουφά το αίμα απ’ ανοιχτές πληγές
κουφαριού παρατημένου
και κολλάει πάνω τους
και ματώνεται ολάκερη
αρέσκοντας τα πόδια της
τα δυο τα μπροστινά
βαθιά να χώνει μέσα τους
και μ’ ευχαρίστηση
το αίμα ύστερα να γλείφει,
έτσι κι εσύ απ’ την καρδιά μου
το αίμα ρουφάς σταλιά-σταλιά
δίχως έλεος γιατί απ’ τη φύση
έτσι πλάστηκες…

Και είσαι συ για μένα
ό,τι ο δάκος για την ελιά
ό,τι η μελίγκρα για το φύλλο
ό,τι το σαράκι για το ξύλο…

Κι ωσάν το σκόρο με τρυπάς
και μ’ αχρηστεύεις…
Μ’ ακουμπάς κι αφήνεις ίχνη μαγαρίσματος,
καμένης γης λεηλατημένης…

Μα εσύ δε φταις γι αυτή τη συμφορά.
Η φύση σου φταίει που έτσι σ’ έπλασε…
Καταχτητή, οργανισμό παρασιτικό,
να τρέφεσαι εις βάρος μου από μένα…

 

 

Τα Χώματα

Στη γιαγιά μου

Τα χωματάκια που σε σκεπάζουν
εκεί που κείτεσαι, μην τα φοβάσαι!
Είναι τα δικά σου χώματα,
αυτά που πάτησες. έσκαψες,
σκάλισες κι αγάπησες σ’ όλη σου τη ζωή.

Αυτά τα χώμα τα για σένα
είν’ ελαφριά και μακάρια.
Μυρίζουν την κοπριά απ’ τις κατσίκες σου,
το λιβάνι και τα κεριά απ’ τις εκκλησίες σου…
Είναι ακόμα νωπά κι εύφορα
απ’ το νερό που τα πότιζες…

Αυτά τα χώματα φωνάζουν τ’ όνομά σου,
σ’ αγαπάνε…

 

 

Το ανοιχτό σου πουκάμισο

Άσε λίγο το πουκάμισά του ανοιχτό!
Έτσι, για να θαυμάσουνε τα μάτια μου
τη θέα του γυμνού σου στήθους,
καθώς οι θηλές του
ανάγλυφα στητές θα γίνονται
με της πνοής μου την ανάσα…

Άναψε του βλέμματος τη σπίθα
η θέα του ανοιχτού σου πουκαμίσου…
Πώς να ξεφύγω απ’ το φάσμα των ήλιων σου,
πώς ν’ αρνηθώ τα κάλλη της σάρκας;

Τ’ ανοιχτό σου πουκάμισο
παράθυρο με θέα την ψυχή σου…
Εκεί τα βλέπω όλα,
την αγάπη, τους φόβους και τα πάθη σου…
Κι όσο κι αν θες να μου κρυφτείς
τείχη δεν μπορείς να υψώσεις.
Δεν κρύβεται, καλέ μου, η αγάπη…

Έλα, δώσε μου το πουκάμισο σου να το ντυθώ,
να μείνει της γύμνιας σου η ωραιότητα
να τη θυμάμαι…

Δώσ’ μου το, κι ας κολλήσει πάνω μου
κι ας κόψει κομμάτια απ’ τη σάρκα μου
κι ας με κατασπαράξει…

Για μένα θα ’ναι αρκετή
η θέα του γυμνού σου στήθους…

 

 

Η Σιωπή Σου

Κόψε στη μέση τη σιωπή σου
κι απ’ το μισό νεκρό της σώμα
δώσε μου ένα κύτταρο λαλιάς,
τη ζωή μου…

Σαν θες να λέγεσαι ποιητής

Κατάπιε τον ορίζοντα απόψε ο ουρανός
μαύρο το πλάνο γύρω μου,
δίχως αστέρια και φεγγάρι.

Κι’ αυτή η μονωδία του ποιητή,
θρηνητικά ηχώντας
μες στην αχλύ των χρόνων,
μοιάζει με προφητεία δυσοίωνη
σαν της κακιάς Κασσάνδρας:

«Σαν έρθει η ώρα εκείνη
που την πατρίδα σου στη ζητιανιά
θα δεις να βγαίνει,
άθυρμα να γίνεται
σ’ αγιογδύτες των λαών,
εσύ, να μη σωπάσεις!

Εσύ, φτωχέ ποιητή,
των προγόνων ύστατο αγλάισμα,
μίλα, μην ψιθυρίζεις!
Αγκωνάρι γίνε των αδύναμων,
λόγος στα χείλη των δειλών,
φόβος στις καρδιές των ισχυρών.

Ύψωσε το κοντύλι σου μ’ ευλάβεια
στο στέμμα της αλήθειας
και μίλα…
Κατάγγειλε…
Παρηγόρα…

Λυτός ο λαός συνήθισε να ζει
με μιαν ελπίδα στην ψυχή
κι ένα χαμόγελο στα χείλη.
Γίνε εσύ, ω ποιητή,
η ελπίδα και το χαμόγελό του…
Κι ας είναι αυτή σου η προσφορά
τα ύστατα θρέπτρα σου
προς την πατρίδα…

 

 

Το άχρονο του χρόνου

Φαντάζει η αντάμωσή μας
μια στιγμούλα μέσα στο χείμαρρο του χρόνου.
Μια λιμνούλα χρόνου
στάσιμη μα διόλου ασήμαντη,
γιατί απ’ τη γούβα της ποτίζονται
τα σπουργίτια της νιότης
και της νοσταλγίας…

Κι ακροβατεί περίτεχνα η μνήμη
στο πάντα, στο πάλι, στο ποτέ…

 

 

Το άγραφο χαρτί

Σφηνώθηκε απόψε η σκέψη μου
στο ανέφικτο του άλλοτε εφικτού
κι όσο η νυχτιά το μαύρο σάλι της απλώνει.
η άσπρη σελίδα εμπρός μου
αμείλικτα λευκότερη φαντάζει.

Κραυγάζει τη στείρα φαντασία μου,
τη λήθη των λέξεων
μ’ αιωρούμενες επαγγελίες ξεγελά.
Με δείχνει με το δάχτυλο σαδιστικά,
εμένα, το δυστυχή ποιητή,
που άλλοτε με το κοντύλι μου
ξεκλείδωνα με μιας τις λέξεις απ’ το νου
κι έρρεε τότε ο λόγος μου
κελαρυστός και γάργαρος
καταμεσής της χάρτινης ερήμου…

Πώς θα’ θελα κι απόψε
να χορτάσω τον αδηφάγο πόθο για έμπνευση
γεμίζοντας το αδειανό χαρτί
με λέξεις που ξεπόρτισαν
από του ορμέμφυτου τα κατώγια…

Όμως, αλίμονο, το άγραφο χαρτί,
ατάραχο, νωχελικό,
στυλώνει το κενό του βλέμμα
στην αιδώ της αδειοσύνης μου
στερώντας μου κι απόψε
το παυσίλυπο που αποζητώ στην Ποίηση…

Να ’ξερες πόσο μισώ το άγραφο χαρτί εμπρός μου
Γιατί είν’ αυτό που με χωρίζει απ’ την αθανασία..

 

 

Πότε θα πάμε στην Ιθάκη;

Πότε θα πάμε στην Ιθάκη;
Πεθύμησα την πατρίδα της αγάπης μας

Λόγια μελωμένα
από στόματα άσπιλα στου χρόνου την πείρα…

Χείλη πρωτοφιλημένα
στων αιώνων το πέρασμα
από έναν μονάχα εραστή…

Βλέμματα που στάζουν
το πεπρωμένο του βασιλιά και της βασίλισσας,
του Οδυσσέα και της Πηνελόπης,
το δικό μας πεπρωμένο…

Νοσταλγοί εμείς που αντέξαμε το νόστο
και συνεχίζουμε την Ιστορία των Ερώτων.

 

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

 

 

Εξορκισμός

Φαγουρίζουν οι λέξεις μερόνυχτα ολάκερα.
Τσιμπολογάν σαν όρνεα το νου ως το μεδούλι
ξεσκίζουν τους νευρώνες με τα νύχια˙
δεν έχει τελειωμό το χαροκόπι τους.

«Φευγάτε κολασμένες από πάνω μου»
με πέτρες ολοένα τις προγκίζω
μα εκείνες αθεόφοβες
τον οίστρο ραμφίζουν πιο βαθειά
σαν ξεπροβάλλει ωμός στης άψης το τσιμπούσι.

Ξέρω τι σας χρειάζεται κακούργες ˙
ένα μολύβι να παλουκώσω την καρδιά σας
να βαφτούν τα χέρια με μελάνι
να πάψει πια αυτό το μαρτύριο.

 

 

Έμπνευση

Όταν εσύ αποχωρούσες, εαυτέ
εκείνη ερχόταν ξαναμμένη˙
ίδια βιτσιά σ’ αφηνιασμένο άλογο
που ρουθουνίζει υποταγή
στης πένας το καμτσίκι.

 

 

Προσφώνηση στην ποίηση

Έλα λικμέ κι απόψε να λιχνίσεις
τ’ αδήριτα απ’ τα περιττά
λόγια καρδιάς από πομφόλυγες
νόησης κομπασμένης.

 

 

ΓΙΑ ΤΗ ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΙΩΣΑ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

 

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου
Fractal 26/12/2016

Σκέψεις πάνω στην ποιητική συλλογή της Πηνελόπης Γιώσα, «Ανάδοχοι καιροί», εκδ. Γκοβόστης

Η ποιητική συλλογή της Πηνελόπης Γιώσα κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον μου με τον αινιγματικό της τίτλο “Ανάδοχοι καιροί”. Είναι -ασφαλώς- ένας ευρηματικός τίτλος που επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Στα 33 μακροσκελή της ποιήματα, βρήκα μεστό ποιητικό λόγο που εκφράζει με εκπληκτική άνεση και χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη, έναν βαθύ προβληματισμό γύρω από τον χρόνο που κυλά ασταμάτητα αφήνοντας πίσω του μνήμες γλυκόπικρες που δε σβήνουν.
Ο άνθρωπος είναι γεννημένος να αντέχει ακόμα κι όταν όλες οι προσπάθειες ναυαγούν. Είναι άλλωστε υδρόβια η φύση του από την εποχή που βρισκόταν στην κοιλιά της μάνας του. Έχει μάθει λοιπόν να κολυμπά και να επιβιώνει από τα ποικίλα ναυάγια της ζωής. Ακόμα κι αν οι θάλασσες που τον απειλούν είναι θάλασσες αναμνήσεων, καταφέρνει και γλιτώνει:

Εσύ κολύμπησες με λέπι και κουπί
και προπορεύτηκες
Στη θάλασσα της μνήμης
να μη δειλιάζεις ούτε στιγμή
Και μη μου πεις ξανά κολύμπι πως δεν ξέρεις

Οι ενήλικες γύρω της γέρασαν όλοι κι αυτό την ανάγκασε να συνειδητοποιήσει το χρόνο που άρχισε να βαραίνει και στους δικούς της ώμους. Άλλωστε, οι συνομήλικοί της έκαναν δικές τους οικογένειες και σπρώχνουν τα καροτσάκια με τα δικά τους παιδιά στις πλατείες. Παρόλα αυτά, στην ψυχή της ποιήτριας παραμένει μια παιδικότητα που δε θέλει να παραδεχτεί το χρόνο που κυλά αδιάκοπα. Κάποιες φορές, μετρά το χρόνο βλέποντας τον τρόπο με τον οποίο αλλάζουν γύρω της τα ίδια τα πράγματα. Στο ποίημα “Η Συκιά” συνειδητοποιεί τη δική της πορεία προς την ωριμότητα, καθώς βλέπει το δέντρο να δυναμώνει και να αναπτύσσεται. Η “γινομένη νιότη” γεννά καρπούς γλυκούς σαν τους γλυκούς καρπούς του δέντρου:

Έι, εσύ συκιά,
κυρά του περβολιού
γεννοβολάς ετοιμόγεννα πουγκιά ηδυπάθειας
μικρά χαρτζιλίκια του ελεήμονος Θεού

Η ποιήτρια ψάχνει βαθιά μέσα της την αληθινή της φύση. Ο μίτος που κρατά και ξετυλίγει δεν την οδηγεί έξω στο φως, αλλά βαθιά στον μέσα εαυτό, σε κλειστά, κρυφά και σκοτεινά δωμάτια της ψυχής. Αναρωτιέται αν θα βρει εκεί μέσα κάτι από την καθαρότητα του Θεού ή κάτι από το σκότος του διαβόλου:

Mην είσαι δαίμονας ή άγγελος
κατάρα ή ευλογία;
Κι αλήθεια, η πτώση από τον παράδεισο
να` ναι αφετηρία ή προορισμός;

Φαίνεται πως την ψυχή της ποιήτριας διαποτίζει η χριστιανική διδαχή σχετικά με την αιωνιότητα της ψυχής στον παράδεισο των δίκαιων και αγαθών. Ατενίζει, όμως, με δέος τον ουρανό σκεπτόμενη τη γήινη, φθαρτή και χωμάτινη φύση μας. Γιατί άραγε μας έδωσε ο Θεός την ελπίδα του ουρανού, αφού είναι πάντα τόσο ψηλά και τόσο απρόσιτος; Είναι εφικτή η ομοίωση με τον Θεό; Να που οι άνθρωποι δεν αγωνίζονται να βελτιωθούν κι ορισμένοι κάποτε γερνάνε χωρίς να ωριμάσουν:

Φοβάμαι μη δεν προλάβεις
να κοινωνήσεις συγχώρεση
και μείνουν αυτές οι ρυτίδες
αναίτιες

Ο λόγος της γίνεται καυστικός και ανελέητος καθώς συλλογίζεται την αθλιότητα που κρύβει η αλαζονεία. Είναι -λέει- ένα οίδημα, ένα βρώμικο απόστημα της ψυχής που “εκκρίνει σμήγμα χολικό”.
Τι νόημα έχει να θέλει κανείς να αποκτήσει φήμη μεγάλη; Στο ποίημα “Ο Πολύφημος” αξιοποιεί τον ομηρικό μύθο για να καταλήξει στο συμπέρασμα πως η πολλή φήμη δεν ωφελεί. “Πολύφημος” ονομαζόταν κι ο γίγαντας, αλλά έβλεπε μόνο με ένα μάτι, μέχρι που το έχασε κι αυτό, γιατί τον κατάστρεψε ο υπερτροφικός εγωισμός του που γιγαντώθηκε μέσα του.
Η ποιήτρια επιστρέφει ξανά και ξανά σε υπαρξιακές αναζητήσεις. Μιλά για τον Θεό, για την αμαρτία, για το καθαρτήριο και για την εναγώνια προσπάθεια απόκτησης αυτογνωσίας. Μιλά για την ηθελημένη απομόνωση, για την αυτοσυγκέντρωση, για την αναζήτηση με κάθε μέσο του ξεχασμένου εσώτερου εαυτού. Έπειτα, έρχεται η δύσκολη ανάβαση, ο κάματος, τα πληγωμένα χέρια που σφίγγουν το σχοινί της αναρρίχησης, μέχρι που τα εμπόδια υποχωρούν κι οι Συμπληγάδες συντρίβονται κάτω από μια φτέρνα που σκλήρυνε πολύ κι έμαθε να αντέχει. Το αισιόδοξο μήνυμα που δίνει στον αναγνώστη, είναι πως η ψυχική ανάταση είναι εφικτή. Κι αμέσως μετά, με καθαρά δραματικό τρόπο, τα πάντα ανατρέπονται. Στο ποίημα “Ψυχανέμισμα” που είναι δοσμένο σαν μια μικρή αρχαία τραγωδία, η “Μονωδία” μιλάει για την ηρωική ανάβαση, όμως το “Χορικό” έρχεται να μιλήσει για την τρομακτική πτώση. Οι άνθρωποι δε συγχωρούν την ανάβαση κι όσα κερδίζει κανείς με αγώνα σκληρό, εύκολα καταντούν σκορπισμένα ανεμομαζώματα. Οι άλλοι θα έρθουν με θράσος να σου τραβήξουν το μανίκι:

Σωστά την κατρακύλα δεν εκτίμησες
όταν μια μέρα βάλθηκαν να σου τραβήξουν το μανίκι
και γίνανε ανεμομαζώματα μεμιάς
τα ύψη κι οι αναβάσεις

Στην ποίηση της Πηνελόπης Γιώσα δε βρήκα φως χαράς και αισιοδοξίας. Δε βρήκα λυρικές εξάρσεις και τραγούδι ψυχής. Κι αν μίλησε στη “Μονωδία” για ανάβαση, έχω την αίσθηση πως αυτό είχε ως στόχο άλλο σκοπό : Να τονιστεί στο “Χορικό” η πτώση από ακόμα μεγαλύτερο ύψος! Η ποιήτρια πιστεύει πως τα όνειρα είναι καταδικασμένα να πεθαίνουν ανεκπλήρωτα. Υπακούμε σε ένα προαιώνιο σχέδιο που αγνοεί τη δική μας βούληση και τις δικές μας επιθυμίες. Δυστυχώς, αυτό το σχέδιο δεν αλλάζει.

Όσα αστέρια κι αν φυτέψω στο πανέρι τ` ουρανού
ο δρόμος του πεπρωμένου δεν φωτίζει
Πάντα κάποιο αόρατο χέρι θα σβήνει
την άσπρη κιμωλία στο μαυροπίνακα

Ακόμα κι η ποίηση είναι μια επιτακτική ανάγκη της ψυχής στην οποία η ποιήτρια υποτάσσεται. Όλοι οι ποιητές είναι “έρμαια”. Είναι “όργανα εκτελεστικά μιας ανωτέρας δύναμης, μιας ανάγκης αδήριτης, μιας τρελής φλέβας που χτυπά”, λέει η ποιήτρια με μοιρολατρική διάθεση.
Στη ζωή μας κυβερνά η αδικία και η αναξιοκρατία. Το χρήμα στις σύγχρονες κοινωνίες θεοποιείται. Στο ποίημα «υπόκλιση», η ειρωνεία της ποιήτριας αγγίζει τα όρια του σαρκασμού, χωρίς όμως να χάσει τη λεπτή «καβαφική» της καταγωγή. Οι πλούσιοι πέφτουν στα γόνατα να μαζέψουν τα κέρματα που η ποιήτρια σκορπίζει στο δρόμο και ονομάζει αυτό το θέαμα πράξη ελεημοσύνης «σ’ αυτούς που πράγματι το ‘χαν ανάγκη». Γιατί είχαν ανάγκη μολονότι οι ίδιοι δεν το συνειδητοποιούσαν από μια βαθιά υπόκλιση! Είναι λοιπόν πράξη φιλανθρωπίας το να διδάσκεις τη σεμνή υπόκλιση στους υπερόπτες!  Τα κέρματα από το υστέρημά της έπιασαν τόπο! Ίσως περισσότερο απ` όσο θα έπιαναν αν τα έδινε στους επαίτες.
Η ποιήτρια στηλιτεύει την υποκρισία μας στις τυπικές εκφράσεις μιας εξωτερικής φιλανθρωπίας, χωρίς βάθος και χωρίς ηθικό αντίκρισμα. Οι πολιτείες στα μάτια της είναι αμαρτωλές. Τα μεγαθήρια υψώνονται σαν «σφιγμένες βλάσφημες γροθιές» στον ουρανό του Θεού. Μοιάζουν με πύργους της Βαβέλ που χτίζονται με αλαζονεία αξιοκατάκριτη. Οι λαμπερές βιτρίνες καθρεφτίζουν τη ματαιοδοξία και στην άσφαλτο σέρνονται ποικίλα μηχανοκίνητα «αιλουροειδή που τρέφονται με κόπρο του Αυγεία και ξερατό μες απ’ τα σωθικά της γης». Τριγύρω πρίγκιπες, πριγκίπισσες και μεροκαματιάρηδες που παιδεύονται για το ψωμί της μέρας. Τελικά, μόνο μια λύτρωση απομένει: Η καβαφική αναμονή των βαρβάρων…

Ίσως μονάχα η Καβαφική λύτρωση των Βαρβάρων
να `ναι για σένα τώρα πια
μια κάποια λύσις

Η «Αποκάλυψη του Ιωάννη», οι «τέσσερις καβαλάρηδες», οι “
«επτά φιάλες», το «Αρνίο», το «θηρίο» και το «ανοιχτό βιβλίο του ουρανού»
απηχούν τη βαθιά θρησκευτική πίστη της ποιήτριας και την πίκρα της απέναντι σε έναν κόσμο που φθείρεται και καταρρέει. Μάταια ζητά στη δέησή της να μην αφήσει ο Θεός να τραβούν μπροστά τα αμαρτωλά του παιδιά που βαστάζουν μαχαίρια και ρόπαλα. Δε μένει όμως μόνο στην κρίση του κόσμου γύρω της. Επιστρέφει με αυτοκριτική διάθεση και αυστηρότητα και μιλάει για το θυμό που κάνει τη γλώσσα της να τρέχει με εγωισμό και πείσμα, απαιτώντας χειραφέτηση από τον νου. Τα λόγια της δείχνουν άνθρωπο που έχει πάρει μέσα του την απόφαση να ξεριζώσει οριστικά κάθε κακή συνήθεια κι οτιδήποτε εμποδίζει την πνευματική ανάταση.

Αυτό το ύπουλο μαλάκιο
που κείτεται στον βυθό
καλά κρυμμένο
μπόρεσε κι απόψε να διαφεντεύσει
του λόγου τον ωκεανό

Ξεχώρισα αμέσως ένα ωραίο ποίημα με τίτλο “Οίκαδε”. Ένα μακροσκελές ποίημα με καθαρό πάνω του το άγγιγμα του μεγάλου δασκάλου Σεφέρη, ένα ποίημα νοσταλγικό, που μιλά για την επιστροφή εκεί που είναι οι ρίζες μας και η καρδιά μας

……
Σου το `χα πει κάποτε, θυμάσαι;
Να στρέφεις πάντα την πυξίδα σου στα νότια
σε κλίμα Μεσογειακό.
Εκεί πάντα θα υπάρχει
ένας ανεμόμυλος να σε περιμένει
ιστίο ασιδέρωτο, απλωμένο στην ελευθερία των επάλξεων
τσιτωμένο από τον Μπάτη που φυσάει
την ωραία τόλμη να ταξιδεύει μονάχο του
……….
Έγινα έρμαιο των καιρικών δελτίων
σε μια χώρα που της απαγόρευσαν
να λιάζεται στο Ήλιο που της αναλογεί.
Έκλεψα τότε κι εγώ μια ηλιαχτίδα μες στα μάτια μου
κι από τότε την πάω και τη φέρνω στους Βορεινούς

Τι παίρνει, λοιπόν, κανείς για αν θυμάται την πατρίδα; Μια ηλιαχτίδα στα μάτια είναι ικανή να φωτίσει τη ζωή στα ξένα. Από την πατρίδα ποτέ δε φεύγουμε στ` αλήθεια. Την κουβαλάμε μαζί μας σε ένα πλήθος αναμνήσεων που τις φυλάμε με αγάπη, σαν να είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στον κόσμο. Ακόμα κι αν είναι συλημένοι οι τάφοι των προγόνων κι αν ο τόπος μας είναι γεμάτος χαμόσπιτα φτωχικά, οι βαλίτσες που πάνε κι έρχονται κουβαλάνε ελπίδες για ένα μέλλον καλύτερο, όμως οι αποχωρισμοί γεμίζουν από λυγμούς. Η εικόνα της πατρίδας φυλάγεται στην καρδιά της ποιήτριας και δε σβήνει:

Κουβαλάω την εικόνα σου πάντοτε μαζί μου
σαν τσαλακωμένη παλιά φωτογραφία
σε στέρνο στρατιώτη
σαν καύχημα αρχοντικής καταγωγής
και σαν λουλούδι ευωδιαστό

Η αγάπη για τους ανθρώπους είναι εμφανής στο ποίημα “αποχαιρετισμοί”. Είναι “πικρή πρόγευση θανάτου” το να αποχωρίζεσαι τους ανθρώπους. Ίσως γιατί οι άνθρωποι υφαίνουν μικρά και μεγάλα κομμάτια της δικής μας ζωής κι όταν απομακρύνονται ξηλώνεται κάτι βαθιά στην ψυχή μας που δεν κλείνει εύκολα:

βαραίνει την τρύπια φόδρα
του λεπτοδείκτη χρόνου

Η ποιήτρια πιστεύει πως ο έρωτας συνδέεται με μικρά καθημερινά πράγματα που μοιράζεται κανείς με έναν άλλο άνθρωπο. Όμως, η απόκτηση κοινών συνηθειών απαιτεί χρόνο. Ο χρόνος συνδέει στ’ αλήθεια τους ανθρώπους. Ψυχρές, βιαστικές ερωτικές συνευρέσεις δεν είναι ικανές να καλύψουν τα μεγάλα κενά της ψυχής και μένει πάντα το πικρό συναίσθημα της έλλειψης.
Το «γοργό συναπάντημα των χνώτων» δεν μπορεί να γαληνέψει την ψυχή της. «Ανέραστη καταφρόνια» βλέπει στα μάτια του εραστή της, κάθε φορά που συνειδητοποιεί το ψυχικό κενό. Μετά μένει με τα αιώνια ερωτηματικά της που καμπυλώνουν κι ορθώνονται σαν απειλητικά φίδια, κι οι εξομολογήσεις, «οι άκρως εμπιστευτικές», αργούν πολύ με το ταχυδρομείο ή χάνονται στο δρόμο και δε φτάνουν ποτέ στον προορισμό τους.
Συνοψίζοντας, κεντρικά θέματα αυτής της ωραίας ποιητικής συλλογής είναι η εναγώνια έρευνα στα πιο βαθιά κι ανεξερεύνητα μέρη της ψυχής με σκοπό την αυτογνωσία, ο Θεός που προσφέρει τον ουρανό του παρά τη χωμάτινη φύση μας, ο κακός εαυτός που παρασύρεται στην αλαζονεία, η θεοποίηση του χρήματος, η απουσία συμπόνιας προς τον συνάνθρωπο και ο παράλογος τρόπος ζωής στις τερατώδεις «αμαρτωλές πολιτείες». Τέλος, ένα θέμα που εμφανίζεται κατ` επανάληψη σε τουλάχιστον τέσσερα ποιήματα είναι οι δεσμοί με την πατρίδα. Ο έρωτας δεν κατέχει σημαντική θέση στην ποιητική συλλογή «Ανάδοχοι καιροί». Ίσως γιατί πλημμυρίζει την ψυχή της ποιήτριας με λύπη και απογοήτευση, αντί να τη γεμίζει με φως.
Κλείνοντας αυτήν την εργασία, οφείλω να πω με θαυμασμό πως η πηγαία ποίηση της Πηνελόπης Γιώσα με γοήτευσε. Άκουγα διαρκώς τη φωνή της διαβάζοντας τους ωραίους στίχους της. Άκουγα την ώριμη φωνή μιας ψυχής που δεν έχασε στιγμή την παιδική της αθωότητα και το δικαίωμα να ονειρεύεται και να χάνεται μέσα στα δικά της παραμύθια. Μια φωνή ειρωνική και σκληρή σαν οργισμένη καταγγελία, όταν μιλάει για το άδικο ή την ασχήμια που καταστρέφει τη ζωή μας, για να ξαναγίνει σε λίγο απαλή, τρυφερή και νοσταλγική.

 

 

Θανάσης Σακελλαριάδης,
Αύγουστος 2013

Πηνελόπη Γιώσα, ΕΝΔΟΜΥΧΑ, Αθήνα, 2011.

Ένας ιδιαίτερα γόνιμος και δόκιμος τρόπος στην ποίηση είναι η επινόηση της περσόνας, η οποία δηλώνει τη δημιουργία ενός «εναλλακτικού» εαυτού προκειμένου να αποθησαυρίσουμε όσα στοιχεία δε θέλουμε να αποκαλύψουμε με την αυθεντική μας ιδιότητα. Αποτελεί επίσης μια φιλολογική άμυνα η οποία σε καμιά περίπτωση δε στερεί το νόημα από τα ποιητικά φαινόμενα που απεικονίζονται αλλά εστιάζει στον τρόπο ο οποίος για πολλούς δεν απέχει και από την ουσία των εμπράγματων γεγονότων που αναπαριστώνται λεκτικά.
Η περσόνα έχει πολλές πτυχές, όπως την πλήρη απόκρυψη του αναφορικού ονόματος του δημιουργού, τη σκόπιμη παράλειψη ουσιαστικών του δραστηριοτήτων, κυρίως όμως στοχεύει στην προσδοκία μιας νέας ερμηνευτικής γιατί η βαθύτερη ανάγκη είναι η νοηματική ή εννοιολογική εξέλιξη του ποιητικού φαινομένου. Η περσόνα δεν εξαντλείται κατ’ ανάγκη σε μια φορμαλιστική ή μη άρνηση, Ο εαυτός που επινοείται στο ποιητικό μέγεθος λειτουργεί πρωτίστως ως νέος πλοηγός δρωμένων, προκειμένου να εκφράσει με διόλου τεχνικά μέσα τη νέα δυναμική της ποιητικής θεωρίας.
Οι περισσότερες/οι ποιήτριες/ες επιδιώκουν την περσόνα γιατί πρώτιστα η ποιητική διαδικασία αποτελεί μεταφορικό γεγονός – δηλαδή στηρίζεται στο φαινόμενο της μεταφοράς προκειμένου να επιτύχουν μια απόσταση από τα γεγονότα που θέλουν να εξεικονίσουν την ίδια στιγμή που τούτο λειτουργεί κυρίως αντίστροφα με το να δηλώνουν κυρίως άμεσα τη βιωμένη εμπειρία τους. Τούτη τη σκόπιμη αμφιλογία κάνουν οι πολλοί καλοί ποιητές.
Τύχη καλή έφερε στα χέρια μου την ποιητική συλλογή μιας νέας κοπέλας της Πηνελόπης Γιώσα που συγκεντρώνει ικανές ιδιότητες να χαρακτηριστεί ποιήτρια ήδη από την πρώτη συλλογή της. Με πλούσιες αρετές φόρμας, δομής και περιεχομένου στην ποίησή της. Όμως πρώτιστα ξεχωρίζει η προσοχή και η επιμέλεια με τις οποίες διατάσσει το υλικό της. Μη πάει ο νους σε τυπολογίες και καθώς πρέπει υποδείξεις, απλώς η ποιήτρια προσέχει τη διαδοχή των σκηνών με τη φροντίδα του καλλιτέχνη εικαστικού του σώματος αλλά και του μουσικού με τη ρυθμικότητα των σωματικών κινήσεων. Στο σώμα επιμένει και το αποθεώνει, σπανίως με διδακτισμό, αν και κάποτε της ξεφεύγει γιατί ακόμη είναι στην αρχή. Είναι οι αφηγηματικές της αρετές και το ζύγιασμα των επιπέδων αφήγησης που εξασθενίζουν ή «λιγνεύουν» τις πρόσκαιρες αδυναμίες της. Τονίζει με ουσιαστικό τρόπο στη γοητευτική πλάνη, κατά τη γνώμη μου, του νοητικού και του σωματικού, ενδεχομένως τούτο να το πράττει σκόπιμα, μόνο που δεν αναλώνεται σε μια διανοητική ρητορεία ή στη σωματική πληθωρικότητα αλλά οδηγεί τη σχέση δένοντας τα νοήματα σαν κορμί με κορμί. Παθαίνει με τις εμπειρίες και αφήνεται στο ρυθμό – φαίνεται σα να χορεύει με πάθη και νοήματα – και αυτό είναι καλό. Οδηγεί ένα στοχαστικό χορό αισθημάτων.

Σε κάθε περίπτωση είναι η ακούραστη δουλειά που θα επιτρέψει στον κάθε δημιουργό τη συνέχεια της αναγνώρισής του. Η πρώτη δουλειά όμως της Πηνελόπης ξεχώρισε αρκετά.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΡΓΥΡΟΥ

1-untitled-fr12

 

 

O Χρήστος Αργυρού γεννήθηκε το 1972 στη Γιαλούσα. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχει, επίσης, κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Birmingham στην Ελληνική Αρχαιολογία, με ειδίκευση στη βυζαντινή τέχνη, και στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στις Επιστήμες της Αγωγής. Είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εργάζεται από το 1998 στη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου.
Έχει δημοσιεύσει άρθρα και μονογραφίες σε θέματα εκπαίδευσης και ιστορίας της βυζαντινής τέχνης. Παράλληλα, ασχολείται με τη λογοτεχνία. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Κατάδυση στο χρόνο» (2008, Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη) και «Ο κήπος των θλιμμένων ποιημάτων» (2015) καθώς και τη μεσαιωνική μυθιστορία «Ο Άνθρωπος του Βασιλέως» (2009). Δημοσίευσε ποιήματα, διηγήματα και κριτικές – παρουσιάσεις βιβλίων σε λογοτεχνικά περιοδικά της Κύπρου.

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0002

1-katadysi-sto-chrono_cover

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0001

 

 

 

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΘΛΙΜΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ (2015)

 

 

ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ ΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Είναι στιγμές που η κορυφογραμμή σου
Πενταδάκτυλε
το σούρουπο
γίνεται λάμα κοφτερή
κι εσύ θλιμμένος στο ρόδινο το φως
έτοιμος να αυτοχειριασθείς.

 

 

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ

Στον προσφυγικό συνοικισμό
ήξερες την προέλευση του καθενού.

Έβλεπες το σπίτι της κυράς Αντρούλας
πνιγμένο λεμονόδεντρα,
μια μικρή Λάπηθο είχε φτιάξει.
Χρυσομηλιές ο Αμβρόσιος,
ο Άης Γρόσης κατ’ εικόναν και καθ’ ομοίωσιν.

Και σ’ εμάς το κολοκάσι
μες στον αγιωμένο ντενεκέ
μπροστά μπροστά στον κήπο μας
σα θυρεό έβαλε ο πατέρας
να σημαίνει τη Γιαλούσα.

Απρίλιος 2013

 

 

ΠΕΤΡΕΣ

Θα ’ταν δεν θα ’ταν είκοσι χρονών
σαν με το φουστάνι της το μουσταρδί και με τα τσόκαρά της
έφυγε μεσοκαλόκαιρα.

Τριάντα χρόνια ύστερα από τότε
στο σπίτι της, προίκα του κυρού της, επιστρέφει.
Όχι κυρά του, μα επισκέπτρια μόλις πέντε λεπτών.
Κοιτά τους τοίχους, τα παράθυρα, τα ερμάρια
ίδια από τότες κι ίχνη απ’ τα χρώματά τους στέκουν ξασπρισμένα.
Χαϊδεύει απαλά το ξύλο, τον σουβά, το σκουριασμένο κάγκελο, την
πέτρα.
Στέκεται και μιλά στες κάμαρες,
οσμίζεται τες μυρουδιές,
των δέντρων τους κορμούς φιλά.

Στο τέλος φορτώνει πέτρες και τις πάει στο νότο.
«Ας εν’ τζαι πέτρες» σκέφτεται.
Με αυτές στολίζει την αυλή της στον συνοικισμό,
φκιόρα φυτεύει ανάμεσό τους,
καμώνεται πως είναι πάλι πίσω.

Μάρτιος 2014

 

 

ΤΙΜΕΣ

Επ’ ώμου
Παρουσιάστε
Αρμ
Οι Εύζωνες
μες στο λιοπύρι του καλοκαιριού
φόρο τιμής στον άγνωστο στρατιώτη αποτίουν

Πιο πέρα γέροντας σακάτης
με απλωμένη την παλάμη
τους διαβάτες επαιτεί.
Άγνωστος στους περαστικούς
άγνωστα και τα πάθη κι οι καημοί του

Ίσως και να πολέμησε
Ίσως και όχι
Ίσως ο πόλεμός του να ’τανε μια φάμπρικα
χαράκωμά του ένα καταγώγι σκοτεινό
κι οχτρός η κακοριζικιά του

Επ’ ώμου
Παρουσιάστε
Αρμ

Τους πεθαμένους πιότερο
τούτος ο τόπος γνοιάζεται
παρά τους ζωντανούς

Αθήνα, Ιούλιος 2009

 

 

ΣΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ

 

II

 

ΠΑΣΧΑΛΙΝΟΣ ΧΟΡΟΣ

Τρελό απριλιάτικο χορό στήσαν στην Αρακιώτισσα
οι προφήτες πιάσαν τους καρσιλαμάδες
οι άγγελοι ασίκικο συρτό
οι λαμπαδηφόρες κόρες καλαματιανό
κι εσύ, Κύριε,
πάνω στις σπασμένες πύλες του Άδη
ένα ζεϊμπέκικο βαρύ

Απρίλης 2012

 

IV

 

Ο ΛΙΟΝΤΑΣ Τ’ ΑΗ ΜΑΜΑ

0 λιόντας που καβαλλικάς ελούθηκεν το κλάμαν
’εν τζ’ έν’ αγκάθιν με γιαράς
μα ‘ν’ ο καμός της προσφυγιάς
βοσσέ μου Αη Μάμα.

 

 

ΑΠΟΡΙΑ

Του καρχαρία τού έδωσε εκείνο το τριγωνικό πτερύγιο η φύση,
στη θέα του να προφυλάγονται τα ζωντανά της θάλασσας.
Και του φιδιού εκείνο το συριστικό το σύρσιμο
να νιώθουνε την άφιξή του σαν σιμώνει.

Μα απ’ τους ανθρώπους
που ντυνόμαστε την αγιοσύνη,
που πουδράρουμε με ηθικολογίες τη φάτσα μας,
που δένουμε φύλλα από το Ευαγγέλιο για γραβάτα,
από εμάς πώς θα προστατευθούν οι αφελείς;
πώς θα κρυφτούν οι αγνοί;
πώς θα διαφύγουν τα παιδιά;

Οκτώβριος 2009

 

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ

Κάθε φορά που στηνόμαστε για φωτογραφία διαβατηρίου
ποτέ δεν συνειδητοποιούμε
πως τόση πόζα, τόσα χαμόγελα
μπορεί να προορίζονται για την αγγελία θανάτου μας

Αύγουστος 2011

 

 

ΠΟΙΗΤΗΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΝΟΣ
ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΖΑ

Τι ποίηση να γράψεις πια;
Τι ποιήματα να δημοσιεύσεις πλέον;
Τι αντιποιητικός που είσαι εις το εξής,
όταν το μικρό κορίτσι σκαλίζει τα χαλάσματα
στο σπίτι του στη Γάζα
για να περισώσει τα σκισμένα του βιβλία και τετράδια!

28 Ιουλίου 2014

 

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΒΡΑΔΙΑ

0 έντιμος κύριος βουλευτής
προσήλθε πανηγυρικά στην αίθουσα
χαιρέτισε δεξά ζερβά
απλόχερα φιλοφρονήσεις μοίρασε
και κάθισε περιχαρής για την αποψινή ψαριά

Σαν η εκδήλωση άρχισε
φάνηκαν τα πρώτα δείγματα ανίας
Στίχοι ακατάληπτοι και νεφελώδεις
νευρικά το ρολόι του κοιτά
Βαριεστημένος στέλνει, λαμβάνει SMS
εν μέσω ανάγνωσης
σε χρόνο ανύποπτο η καρέκλα του άδεια

Μα δεν ταιριάζει δυσανασχέτηση καμιά
Είθισται να γράφουνε στ’ αρχίδια τους τους ποιητές

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, 2012

 

 

ΑΝΑΤΡΟΦΗ

Αύριο θα ’σαι μάνα ή πατέρας
ενός ποιήματος που θα γεννήσεις με άφατες οδύνες.
Μα πρόσεξε να ’σαι καλός γονιός.
Να το αφήνεις να κοιμάται για καιρό,
ο ύπνος θρέφει τα παιδιά λέει ο λαός εξάλλου.
Νανούριζέ το και κανάκευέ το, μα μην το κακομάθεις,
απλά και χωρίς επιτήδευση να μάθει να διάγει τη ζωή του.
Τους στίχους μην αφήνεις έκθετους ώρα πολλή στο φως του ήλιου,
οι λέξεις οι νιογέννητες είναι μαλακές και μην τις κάψεις.
Και σε λάθη να το αφήνεις να υποπίπτει,
πώς θα μάθει αλλιώς να ’ναι προσεκτικό!
τα λάθη των μεγάλων ποτέ δεν συγχωρούνται.
Κι ύστερις,
σαν έτοιμο να βγει ανδρωμένο από το πατρικό το σπίτι,
μην κλαις που δεν το εχόρτασες μωρό.

Οκτώβριος 2009

 

 

 

ΜΑΓΕΙΡΕΜΑΤΑ

 

III

Χρόνια τώρα μαγείρευες ποιήματα
κι όλο έψαχνες εξαίσια υλικά
Έκοβες λέξεις φρέσκιες από τον μπαξέ
κι αγόραζες καρυκευμένες ρίμες
Δεν το κατάλαβες ακόμη;
Η επιτυχία είναι στη δοσολογία

Ιανουάριος 2013

 

 

ΕΛΕΓΕΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ

Στης νιότης τους τη ροδαυγή
με όραμα κι ωραίοι σαν κι εσέ
χιλιάδες και χιλιάδες χάθηκαν
στη μαύρη αντάρα του πολέμου.
Μα εσένα η Ποίησίς σου σέσωκέ σε, Rupert Brooke.

Πλατεία της Αιώνιας Ποίησης, Χώρα της Σκύρου
Αύγουστος 2011

 

 

ΜΑΥΡΟ

Σηκώθηκε
Τεντώθηκε
Τίναξε το χώμα απ’ τ’ άσαρκά του μέλη
Έτριψε τα βαθουλώματα που στέγαζαν τα μάτια
Κοίταξε γύρω
Κόλαση
Μαύρο παντού
Σκέφτηκε για μια στιγμή
πως θα ’ταν ο τόπος
που ιστορούσε ο μάγος τους
για κείνους που κλέβανε τον σπόρο
και παίρνανε άπληστα
κομμάτι μεγαλύτερο από το κυνήγι.
Απόρησε.
Θεωρούσε
πως ήταν δίκαιος στη σύντομη, θηρευτική ζωή του.
Κοίταξε ξανά, με τρόμο πάλι,
μα πιο προσεκτικά.
Δυο αυλάκια γκρίζα, σα φίδια φθονερά,
σφάζανε την παλιά μικρή κοιλάδα
και τέρατα φρικτά που μουγγανίζαν τρομαγμένα
τρέχανε πάνω κάτω.
Μα οι μυριστές πλαγιές;
Οι σκίνοι;
Τα θυμάρια;
Οι ελιές κι οι χαρουπιές;
Τίποτα στις πλαγιές
Μαύρο πάνω στο μαύρο
Κορμοί απανθρακωμένοι
Κόλαση.
Ένα δάκρυ κύλησε
από τα ανύπαρκτά του μάτια.
Περίλυπος
επέστρεψε στη μέση του κυκλικού σπιτιού του
στο λάκκο άπλωσε τα κίτρινα οστά του
παίρνοντας ξανά την εμβρυακή του στάση.

Χοιροκοιτία, μετά την καταστροφή της πυρκαγιάς του Ιούνη
Ιούλιος 2013

 

 

 

ΚΑΤΑΔΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ (2008)

 

 

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΣΕ ΛΑΤΙΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ

Έγραφε το φίδι ο Λιουτπράνδος
– της Κρεμώνης πίσκοπος –
πεμπάμενος του Όθωνα στη βασιλική αυλή του γέροντα σοφού
βασιλέως μας Νικηφόρου του Φωκά:

.. .και ο αυτοκράτωρ των Γραικών
φορεί χλαμύδες, μανίκια στα φορέματά του, στη μακρυμάλλα κάρα του
καπέλα,
τεχνίτης στα ψέματα και πρωτομάστορας στους δόλους,
χωρίς ίχνος ελεημοσύνης στην καρδιά,
περιπόνηρος, υπερόπτης, ψευδοταπεινόφρων,
το χρήμα βλέπει στα όνειρά του,
όλα τα θέλει αυτός χωρίς να αφήνει ούτε ψίχουλο για τον πλησίον,
τρώει σκόρδους, κρομμύδια, πράσα
κι όλο ρουφά ηδύποτα σαν το νερό…

Αυτά έλεγε ο πικρέντερος Λατίνος
για την κεφαλή της Ρωμανίας
Αυτά συλλογιζούνταν ο κακομάζαλος
που δεν μπορούσε να κατανοήσει τους εξ Ανατολών,
που δεν μπορούσε να χωνέψει ο κακομούτσουνος πώς είχαν τα πρωτεία

«Ειλικρινά χεστήκαμε Λιουτπράνδε της Κρεμώνης,
έχουνε δει τα μάτια μας χιλιάδες σαν κι εσένα»
θα του ψιθύριζαν περήφανα μα και μ’ αλαζονεία οι παλατιανοί στ’ αφτί
σαν τα μαθαίναν τα γραφόμενα του.

Απρίλιος 2001

 

 

ΤΟ ΣΗΚΩΜΑ ΤΟΥ ΡΗΓΑ ΑΕΞΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΩΡΓΙΑΤΩΝ

 

Έβαλαν οί χωργιάτες καπετάνον […] εις
τό Λενκόνοίκον ρήγαν Άλέξην, καί όλοι
οί χωργιάτες έδόθησαν εις τήν ’πότάξίν
του καί άννοΐξαν τές αποθήκες καί
έκουβαλούσαν τα κρασία τούς
καλοπίχερους, έτεροι έπαιρναν το
ψουμίν από τ’ αλώνια, άλλοι τα
ζαχάριτα καί τά προδέλοιπα πράγματα
τούς καλούς λας…

Λεόντιος Μαχαιράς, §696

Σαν εκίνησε για την ανατολή το παράνομο φουσάτο
κι είχε μαζί του τη φράγκικη της Κύπρου κεφαλή,
τότες, μες στο δαιμονισμένο κουρνιαχτό πο ’χε σηκώσει Σαρακηνού άτι
εσμίχτηκαν στριγκλιές βαθύκοχων τρεμάμενων ματιών.
Οι κλέφτες κι οι χωργιάτες στρατό σηκώσανε
και καπετάνιος τους ο ομορφάντρας Ρήγας Αλέξης,
απ’ το Λευκόνοικο να ορίζει τη δουλειά.
Και πεινασμένοι μπήκαν στα ξέχειλα τα σώσπιτα των ύπουλων αρχόντων.
Κι οι τσιφλικάδες θωρούσαν το έχει τους να ξεπορτίζει εύκολα
όπως εύκολα, βέβαια, με την ατιμιά είχε μπει.
Κι ο γαρδινάλης ζήτησεν του Φρε Αγγέλου – κεφαλή των φιλοαίματων καλογήρων του Άη Γιάννη
και του Αντώνιε απ’ το Μιλάνο να μάθουνε σ’ αυτούς τους άμοιρους,
πως η γνώμη μόν’ των χρυσοφορεμένων είν’ η αληθινή
Έτσι κι εγίνηκε η σφαγή, σαν η Φραγκιά το φονικό άρχισε,
κι οι ταπεινοί, ως είθισται, ταπεινωθήκαν.
Κι ο Ρήγας Αλέξης, της Κάτω Μηλιάς παιδί,
σαν μήλο κάτω απ’ τη μηλιά κρεμόταν στα σκοινιά,
μες στα τειχιά της Λευκωσίας.

 

 

TERRA SIGILLATA

Η γης δεν άντεξε τη σιωπή της
κι αρχίνησε την ξομολόγηση.
Κάτω από το νοτισμένο χώμα
της παλαιοχριστιανικής Αμφίπολης
ξεπετάχτηκε πουλί πρωτόπετο
ένα μικρό – μια χούφτα – όστρακο.
Terra sigillata απεφάνθη ο νεαρός αρχαιολόγος.
Δυο έκτυπες μορφές ζωντάνευαν μέσα απ’ τον πηλό,
με τα insignia και την επίσημη αμφίεσή τους.
Υπάτοι, συγκλητικοί, παλατιανοί, εν πάση περιπτώσει
αξιωματούχοι της χριστιανικής αυτοκρατορίας των Ρωμαίων
ένα χριστόγραμμα στα ενδύματά τους μαρτυρούσε
τη χριστιανική πεποίθησή τους.
Όλα γενήκαν ως απαιτούσε η ανασκαφική μεθοδολογία,
όλα απαντηθήκαν:
μέτρηση βάθους, καταγραφή, περιγραφή.
Μα για τα άλλα, τα σπουδαία και τα ουσιαστικά;
Ποιοι να ’ταν, ποιο τ’ όνομα και η γενιά τους;
Κοιμόντουσαν με ελαφρύ το βλέφαρο τις νύχτες;
Σ’ αυτά απαντήσεις δεν θα βρει
ο νεαρός αρχαιολόγος, ξάγρυπνος στην Αμφίπολη.

Ιανουάριος 2003

 

 

ΤΣΟΥΚΑΛΙ

του Χαράλαμπου Μπακιρτζή
που μ’ έμαθε, μεταξύ άλλων,
πως τα κεραμικά έχουν ψυχή

Τρίσβαθη χαρά στη θέα ενός σπασμένου τσουκαλιού
στο άγγιγμά του πανηγύρι και χορός μες στην καρδιά
ο σχεδιαστής και ο συντηρητής καλώς να ορίσουν για να αποτυπώσουν τις
πληγές του χρόνου
ύστερις ο αρχαιολόγος να το αφουγκραστεί
καθώς την ιστορία του διηγιέται και τους πόνους του
άλαλοι στέκουν και βουβοί μπροστά του ο Χωνιάτης, ο Μαλάλας κι η Αννα
η Κομνηνή

λάσπη, φωτιά και ιδρώτας κεραμέως
ιστορία πήλινη και ταπεινή για ένα λιμάνι, μια αγορά και μιαν αρχόντισσα
βυζαντινή

Μάρτιος 2002

 

 

ΚΑΘΕ ΠΟΥ ΒΡΑΔΥ ΕΡΧΟΤΑ

Κάθε που βράδυ ερχόταν
και τελευταίος έλεγε το καληνύχτα στο γέρο κάπελα σαλπάριζε στον ύπνο του με χαμηλό και βρώμικο ντιβάνι κι ερχόταν η καλή που γνώρισε
με τα λογής λογής παιχνίδια κι επινοήσεις των σωμάτων για ηδονή.
Και το πρωινό σαν γύριζε
κι ο ήλιος κακομούτσουνος του θύμιζε
πως όλα είναι μπαούλο, που προσδοκάς γεμάτο λίρες και κωσταντινάτα,
μα ’ναι άδειο σαν ανοίξει,
για το καρνάγιο βαρύς επροχωρούσε,
μα ’χε στα μάτια και στο στόμα τα φιλιά
και τ’ άρωμα στα πόρτα τα βαθιά του Μαρμαρά και του Αιγαίου.

 

 

 

Ο ΣΤΙΧΟΣ

Πόσο μ’ αναστατώνουν
πέντ’ έξι αερόκορμες λέξεις – ερωμένες στο κρεβάτι μου

Πόσο με ξεσηκώνει
ένας στίχος λαμπρός ποιήσεως – λαθρεπιβάτης στο καράβι μου

Δέκα χιλιάδες στρατηγοί μου λέγαν
πως μάταιο είναι στους πειρατές πλέον ν’ αντιστέκομαι

κι αυτός, χωρίς κύρος μεγάλου και τρανού,
χωρίς επωμίδες και παράσημα,
μου ’γνεφε όχι

Κι αν με τραβολογάνε τώρα οι πειρατές
μπρος στο μονόφθαλμο αρχηγό τους
το ξέρω
με δικαίωσες τελικώς
στίχε κοντόσωμέ μου.

 

 

 

ΤΟ ΑΣΠΡΟΓΙΑΣΜΑΝ

του Χουσεΐν

Στο Καλό Χωριό το κοιμητήριο εφέτος ασπρογιάστηκε.
Οι χλωμές πέτρες πήραν ένα λαμπρό φως.
Μα πιότερο ο τόπος έλαμπε
που η βούρτσα δεν σταμάτησε στις δόμες του κοιμητηρίου,
μα πήρε σβάρνα να καλύπτει κι αυτές του τούρκικου νεκροταφείου
που φιλούσε χρόνια τώρα σε αυτό των Χριστιανών.
Στο φόβο του θανάτου η ζωή υποκλίνεται.
Ήδη τις νύχτες οι νεκροί χαμογελώντας βγαίνουν από τα μνήματα, ασπάζονται και χαιρετιούνται πάνω απ’ το μεσότοιχο:
-γεια σου Οσμάν
-merhaba Petris bey –
γεια σου Τζεμαλιέ
Ύστερις πάλι ξέγνοιαστοι ξαναεπιστρέφουν στα κιβούρια.
Στο φόβο της ζωής ο θάνατος πεθαίνει.

Σεπτέμβρης 2002

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ

 

της Ρήνας Κατσελλή
που δεν έφυγε ποτέ από την Κερύνεια

Σε τούτο τον μακάριο χώρο
που αλλιώς θα μας εφάνταζε μακάβριος
οι ζωντανοί φθονούνε τους νεκρούς.
Ο ποιητής αχολογά στα αφτιά μας:
να μη μου δώκει η μοίρα μου
ν’ αφήσω το κορμί μου
σε ξένο χώμα μακρινό
γιατί αλλού δεν είν’ γλυκός
παρά στον τόπο τον δικό
του θάνατου ο ύπνος.

Απρίλιος 2005

 

ΕΠΙΘΑΝΑΤΙΟ

του Χρυσήλιου Πολυκάρπου
που ήπιε μέχρι πάτο τη ζωή

 

Πώς μας πολιορκεί έτσι ο θάνατος!
Πώς μας στέλλει τηλεγραφήματα και καρτ ποστάλ
με ταχυδρόμους φίλους αγαπημένους!
Πώς προσπαθεί να πιάσει φιλίες και να μας γίνει οικείος,
λες και τον ξέραμε χρόνια τώρα!
Δεν τον ξέραμε;
Μάλλον τα παιδικά παιχνίδια και τα εφηβικά μας όνειρα
ανέβαλλαν τη συνάντηση.
Για δες τον, σα βδέλλα χώνεται μες στις παρέες μας
και επιμένει εναγώνιος να γίνει μέλος της ομάδας.

Από το θάνατο των φίλων φιλιώνουμε κι εμείς μαζί του,
έτοιμοι πια, χωρίς ενδοιασμούς, να του σφίξουμε το χέρι.

 

 

Η ΒΡΥΣΗ ΤΗΣ ΛΕΜΠΑΣ

του βασιλιά της Κερύνειας

“Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ’δες”
Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Γ’: Ο πειρασμός

Κάθε που κατηφόριζα τα χρυσόσκαλά της για να γιομίσω,
κάθε που η σίκλα μου ξεχείλιζε νεαρόν ύδωρ,
που αφειδώλευτα η καμαρωτή μου χάριζε απ’ τα στήθια της,
ήμουνα σίγουρος
δεκάδες ανεράδων, ξωτικών μάτια με παρακολουθούσαν
πίσω απ’ τις φυλλωσιές των δέντρων.

τα όμορφα καλοκαίρια της αναζήτησης
των μεσαιωνικών καμινιών της Λέμπας

 

 

ΚΑΝΑΚΕΜΑΤΑ

του Αναστάσιου Αγγέλου
κατά τον τρόπο των παππούδων μας

Μικρέ θαλασσομάτη μου, ρουσόμαλλό μου αγόρι
να αντρειέψεις καρτερώ ν’ αγγίζεις το φεγγάρι

Βυζαντινέ μου πρίγκιπα στην κούνια σου θαρρώ σε
γλυκό πως είσαι ’κόνισμα μικρού Χριστού, χαρώ σε

αητέ μου κοσμοπόθητε κι αγγελοκάμωτέ μου
το γέλιος σου παράδεισος και λυτρωμός γλυκέ μου

η μάνα σου φυλάγει σε κι έχει σε στα μετάξια
και τάζει σου αλόγατα και χρυσαφένια αμάξια

Φαντάζουμαί σε νιούτσικο σ’ άσπρο φαρί καβάλα
να κόβεις κάμπους και βουνά ολημερίς τρεχάλα

μα μη ξεχάσεις γιόκα μου μες στα πολλά τα λούσα
κείνο το δύσκολο στρατί που βγάζει στη Γιαλούσα

Ιανουάριος 2002

 

 

ΤΟ ΜΑΚΡΥΝΑΡΙΝ

των ποππούων τζιαι των στετάων μου

Στο μακρυνάρι του παππού μου επιστρέφω.
Πέτρες λευκές, σχεδόν εκτυφλωτικές στον ήλιο του καλοκαιριού,
σφίγγουνται αγκαλιασμένες σχηματίζοντας τις κάμαρες του.
Τα παραθύριά του χωρίς παντζούρια, κορμί πεσμένο που ψυχορραγεί
με τραύματα διαμπερή.
Ο άνεμος που φτάνει από την ακτή
ανακατεμένος με τα χνώτα των οκτώσχημων ασπιδοφόρων
το διαπερνά.
Τα βολίκια που σκέπαζαν τους πόνους και τα κρυφά όνειρα επτά γενιών και βάλε αγνοούμενα.
Ανοικτό τώρα με τα αστέρια τη νύχτα να διαλέγεται.
Τ’ αλώνι πια δεν διακρίνεται.
Μα η μνήμη του πατέρα, πιο αιχμηρή κι από τις αθκειακόπετρες,
την κυκλοτερή του κάτοψη ξανά διαγράφει.
Οι νερόλακκοι, χρόνια και χρόνια αμίλητοι, βαθιά κραυγή αφήνουν,
καθώς με πέτρες δοκιμάζουμε τα σπλάχνα τους.

Κάνω να μπω, αργά,
καθώς τα πόδια μου βουλιάζουν μες στη γη,
μα μια ορθογωνισμένη πέτρα πάνω από τ’ ανώφλι,
φύλακας σαν τους λέοντες των Μυκηνών, με σταματά.
Διαβάζω:
«1798»
πάνω από τις κεραίες του λιθανάγλυφου σταυρού
και του «Ιησούς Χριστός Νικά».
Πετρώνω σαν την πέτρα
που είναι σκαλισμένοι οι αριθμοί.
Νόμιζα τόσα χρόνια αρχαιολογώντας
πως είχα νιώσει την παλαιότητα του κόσμου.
Ψηλαφώ τις πέτρες και τα λιωμένα ξύλα
σαν να ’ναι μέλη κόρης που πρωτερωτεύεσαι.
Ενώνομαι με το ακρωτηριασμένο παρελθόν μου.
Βραδιάζει…
Δεν περίμενα ποτέ πως η άφιξη της νύχτας θα μου ήταν τόσο ανεπιθύμητη.

Κατά τις απελπιστικές, γλυκόπικρες επιστροφές μου
στην κατεχόμενη Γιαλούσα
2004-2008

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΑΠΑΝΤΗΣΕ ΣΕ ΛΑΤΊΝΟ ΕΠΙΣΚΟΠΟ
Ο επίσκοπος της Κρεμώνας Λιουτπράνδος στάληκε τον Ιούνιο του 968, ως
πρεσβευτής του βασιλιά της Γερμανίας Όθωνα A’, στον Βυζαντινό αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, με στόχο να διαπραγματευθεί την ειρήνη μεταξύ Όθωνα και Νικηφόρου Φωκά, καθώς ο πρώτος είχε καταλάβει εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας στην Ιταλία και στέφθηκε στη Ρώμη αυτοκράτορας από τον πάπα. Η αποστολή του Λομβαρδού επισκόπου οδηγήθηκε σε αποτυχία. Κατά την τετράμηνη παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη ο Λιουτπράνδος άφησε μια λεπτομερή περιγραφή για τη βυζαντινή πρωτεύουσα, αλλά και για την αυτοκρατορική αυλή. Η αφήγηση του Λιουτπράνδου, η οποία αποπνέει ένα μίσος προς τους Έλληνες, αντιμετωπίζεται από τους ιστορικούς με επιφύλαξη, καθώς υπάρχει μια δόση υπερβολής και έλλειψη αντικειμενικότητας. Η στάση αυτή του Λιουτπράνδου μπορεί, ως ένα βαθμό, να δικαιολογηθεί από την περιφρονητική υποδοχή και εχθρική αντιμετώπιση που είχε από τους Βυζαντινούς. Στην περιγραφή του, σκιαγραφεί πολύ αρνητικά τη βυζαντινή αυλή, πιθανώς για να δικαιολογήσει την αποτυχία της διπλωματικής αποστολής του. Με την ίδια υπερβολή και προκατάληψη περιγράφει ο Λιουτπράνδος τον αυτοκράτορα, τον οποίο αποκαλεί αυτοκράτορα των Γραικών αρνούμενος στον Νικηφόρο Φωκά τον τίτλο του αυτοκράτορα των Ρωμαίων, καθώς τη διαδοχή και την πολιτική συνέχεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας διεκδικούσε ο Όθων.

ΤΟ ΣΗΚΩΜΑ ΤΟΥ ΡΗΓΑ ΑΛΕΞΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΩΡΓΙΑΤΩΝ

Το καλοκαίρι του 1426 δυνάμεις των Μαμελούκων του σουλτάνου·της Αιγύπτου εισέβαλαν στην Κύπρο. Ο Φράγκος βασιλιάς Ιανός (1398-1432) επεχείρησε να αντιμετωπίσει τις αιγυπτιακές δυνάμεις. Στην τελική σύγκρουση στον κάμπο της Χοιροκοιτίας, στις 7 Ιουλίου 1426, ο βασιλικός στρατός ηττήθηκε και ο ίδιος ο βασιλιάς συνελήφθη αιχμάλωτος. Οι Μαμελούκοι αφού κατέλαβαν όλο το νησί έφυγαν με πλήθος λαφύρων, 6000 αιχμαλώτους και τον βασιλιά Ιανό, ο οποίος θα απελευθερωνόταν μετά από μερικούς μήνες με την καταβολή μεγάλων λύτρων. Αμέσως μετά την αποχώρηση των Μαμελούκων της Αιγύπτου και την αναρχία που δημιουργήθηκε, οι Κύπριοι χωρικοί και δουλοπάροικοι εξεγέρθηκαν εναντίον των πλουσίων και των Φράγκων ευγενών. Οι επαναστάτες ανακήρυξαν τοπικούς ηγέτες και ένας εξ’ αυτών, Ρήγας ή Ρε Αλέξης, επιβλήθηκε ως ο ηγέτης των επαναστατών της υπαίθρου. Οι Φράγκοι κατέστειλαν την εξέγερση το επόμενο έτος 1427 και θανάτωσαν τους αρχηγούς της.

στ. 8 στα ξέχειλα τα σώσπιτα των ύπουλων αρχόντων, το σώσπιτον [έσω +
σπίτιν] είναι εσωτερικό δωμάτιο του μεσαιωνικού και του παραδοσιακού σπι-
τιού, το οποίο συνήθως χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος.

στ. 11-12 Κι ο γαρδινάλης ζήτησεν του Φρε Αγγέλου – κεφαλή των φιλοαίμα-
των καλογήρων του Άη Γιάννη·. Ο Αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας Ούγος ντε
Λουζινιάν, αδελφός του βασιλιά Ιανού, ήταν γνωστός και ως καρδινάλιος της
Κύπρου. Ο Ούγος εξελέγη αντιβασιλιάς από τους ευγενείς που είχαν διαφύγει
στην Κερύνεια, λόγω τόυ κινδύνου των Μαμελούκων. Ο Ούγος, εκτός από την
οργάνωση στρατιωτικής δύναμης υπό την αρχηγία του ευγενούς Μπατίν ντε
Νόρες για καταστολή της εξέγερσης, επιστράτευσε επίσης τον Ιωαννίτη ιππότη Αγγελον Μουσετούλα, τον οποίο διόρισε ως διοικητή της Πάφου και τον διέταξε να στραφεί κατά των χωρικών της Πάφου.

στ. 13 και του Αντώνιε απ’ το Μιλάνο: Ο ιππότης Αντώνιος ντε Μιλάν (από
το Μιλάνο) βοήθησε τον Αγγελον Μουσετούλα, μετά από εντολή του Αρχιεπισκόπου και αντιβασιλιά Ούγου ντε Λουζινιάν, στην καταστολή της εξέγερσης στην περιοχή Λεύκας και Μόρφου.

στ. 17 της Κάτω Μηλιάς παιδί: Ο Λεόντιος Μαχαιράς αναφέρει ως τόπο
καταγωγής του Ρε Αλέξη το χωριό Κάτω Μηλιά, το οποίο μπορεί να ταυτιστεί
με το χωριό Μηλιά Αμμοχώστου και το οποίο γειτνιάζει με το χωριό Λευκό-
νοικο, έδρα του ηγέτη των επαναστατών Ρήγα Αλέξη.

TERRA SIGILLATA
Σφραγισμένη γη. Τύπος αγγείων ευρύτατα διαδεδομένος κατά τη ρωμαϊκή
περίοδο, γνωστός και ως Σαμιακή κεραμική. Κυρίως επιτραπέζια σκεύη, από
πηλό σε χρώμα πορτοκαλί ή κεραμίδι, με γυαλιστερό επίχρισμα, και έκτυπο ή
εμπίεστο διάκοσμο στο χείλος ή στον πυθμένα.

ΤΟ ΑΣΠΡΟΠΑΣΜΑΝ
Τίτλος Το άσπρισμα, το βάψιμο με λευκό χρώμα, το ασβέστωμα τοίχων με
ασπρόϊν [<βυζ. ασπρόγειον = χώμα λευκάργιλο].
στ. 4 στις δόμες του κοιμητηρίου: η δόμη [<αρχ. δόμος {ρ. δέμω = οικοδομώ}]
είναι τοίχος κτισμένος με πέτρες χωρίς πηλό.

ΤΟ ΜΑΚΡΥΝΑΡΙΝ
στ. 9 Τα βολίκια που σκέπαζαν τους πόνους…: ξύλινα δοκάρια που υποστηρί-
ζουν την οροφή [<γαλλ. volige].
στ. 12 πιο αιχμηρή κι από τις αθκειακόπετρες: Οι αιχμηρές σκληρές πέτρες
από πυριτόλιθο οι οποίες είναι στερεωμένες στο κάτω μέρος της δουκάνης,
βουκάνης ή λουκάνης [αρχ. τυκάνη], μιας βαριάς, επιμήκους και πλατιάς σανίδας. Κατά το αλώνισμα, όταν η δουκάνη συρόταν από βόδια ή άλλα υποζύγια οι αθκειακόπετρες συνέθλιβαν τα στάχυα για να ξεχωρίσει το γέννημα (σιτάρι, κριθάρι, κ.άλ.) από τα στάχυα και για να σχίζει την ποκαλάμη [στέλεχος του σταχυού] σε άχυρο που χρησιμοποιείται σαν ζωοτροφή.

 

 

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ (2009)

(Οπισθόφυλλο)

Η μεσαιωνική μυθιστορία 0 Άνθρωπος του Βασιλέως είναι η τραγική
ιστορία του Βυζαντινού αφεντόπουλου Νικήτα Ευγενικού, στα
τέλη του 12ου αιώνα. Ευνουχισμένος από τον τυραννίσκο της
Κύπρου Ισαάκιο Κομνηνό ξεκινάει ένα ταξίδι δίχως όνειρα για
τον Όλυμπο της Βιθυνίας για να καταλήξει στο παλάτιον των
Βλαχερνών, δεξί χέρι του άβουλου βασιλέως Τσαάκιου Β’ Αγγέλου
και ουσιαστικά ο εγκέφαλος της Αυτοκρατορίας. Διπλωματικές
αποστολές, αυτοκρατορικοί γάμοι συμφερόντων, επαναστάσεις,
αιματηρές μάχες, μαγγανείες, συνωμοσίες, δολοφονικές απόπειρες
και συγκρούσεις συνθέτουν τον πολύβουο μα και επικίνδυνο δρόμο
στον οποίο πορεύεται ο Νικήτας. Μέσα από την ιστορία του
πρωτονωβελισσιμοϋπερτάτου και πρωτοβεστιαρίου Νικήτα
Ευγενικού καταγράφονται τα δύσκολα εκείνα χρόνια, όταν οι
άνεμοι της επικείμενης καταστροφής φυσούσαν από παντού για
τη Ρωμανία, αλλά και το προσωπικό δράμα ενός ευνούχου που
το μόνο του αμάρτημα ήταν να αγαπήσει παράφορα. Μπορεί κι
έχει δικαίωμα ένα «λειψό» στο σώμα πλάσμα να αγαπήσει και
να αγαπηθεί; Τι λογής έρωτας θα αναπτυχθεί και ποια δύσβατα
μονοπάτια παίρνει; Μπορεί ένας τέτοιος έρωτας να επιβιώσει και
πόση δύναμη χρειάζεται για τούτο, όταν η αγαπημένη Αριάδνη
είναι μια μοναχή σε μια κοινωνία όπως η βυζαντινή; Μέσα από τις
γραμμές της μαγευτικής τούτης ιστορίας δίνονται πινελιές της
καθημερινότητας των Βυζαντινών που μας οδηγούν συνεχώς στη
διαπίστωση πόσο κοντά είμαστε, παρά το νεωτερικό μας κάλυμα,
στους ανθρώπους τούτους και στην εποχή τους – ένα χρονικό
φάσμα που αποτελεί περισσότερο παράλληλο παρόν παρά μακρινό
παρελθόν.

 

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΡΓΥΡΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

 

Ο κήπος των θλιμμένων ποιημάτων

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Άνευ, 2015, σελ. 63.

Ήδη με τα πρώτα βιβλία του (μια συλλογή ποιημάτων και ένα μυθιστόρημα) ο Χρήστος Αργυρού (γενν. 1972) εμφανίστηκε με πολλές αξιώσεις και υποσχέσεις τόσο στον χώρο της ποίησης όσο και στην πεζογραφία. Με τα νέα ποιήματά του επιβεβαιώνει τις προσδοκίες που δημιούργησε εξαρχής: Ξεκαθαρίζει ακόμη περισσότερο την ποιητική του φωνή, ενώ παράλληλα στοιχειοθετεί ευκρινέστερα τις θεματικές και τεχνοτροπικές περιοχές του.
Όσο και αν επιμένει σε κυπριακά θέματα ή στη θεματική του 1974, ή έστω και αν χρησιμοποιεί πιο συστηματικά το κυπριακό ιδίωμα, και στη μια και στην άλλη περίπτωση κατορθώνει να δώσει το προσωπικό του στίγμα: Στις καλύτερες περιπτώσεις η στροφή στην εντοπιότητα αποδεικνύεται πολύ δημιουργική. Δεν πρόκειται για τοπικισμό ή ομφαλοσκόπηση ούτε για στείρα αναπαραγωγή κοινών τόπων στη θεματική ή την τεχνοτροπία. Αντλώντας διδάγματα από την ποιητική του Μόντη ή του Καβάφη, διαμορφώνει μια λιτή και ουσιαστική γλώσσα (ιδίως στα πιο ευσύνοπτα ποιήματά του αλλά όχι μόνο σ’ αυτά) και προσεγγίζει με ευρηματική, ανθρωπιστική και ιστορική ματιά ή αποφορτίζει με χιουμοριστικές, ειρωνικές και σατιρικές πινελιές επιλεγμένα στιγμιότυπα από την παλαιότερη και τη σύγχρονη ιστορία ή την καθημερινή της Κύπρου, αλλά και πανανθρώπινα θέματα, μικρά και μεγάλα δράματα και ζητήματα, μελαγχολικές διαθέσεις και ευτράπελες συμπεριφορές.
Τα ποιήματα που προτάσσονται (σσ. 9-16) συνδέονται με τη θεματική του 1974 και μάλιστα με τον αγαπημένο γενέθλιο χώρο της Καρπασίας. Εδώ δεσπόζουν μερικές μαρτυρίες και ευαίσθητες τοπιογραφίες, που αποτυπώνονται με αφαιρετικές γραμμές και μελαγχολική διάθεση. Αν και είναι ενδιαφέροντα ή αξιόλογα, δεν είναι τα καλύτερα του βιβλίου. Από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές του βιβλίου είναι, κατά την αντίληψή μου, το τρίπτυχο «Κουρκουτάες», το οποίο ενδεχομένως προϋποθέτει το ποίημα «Κουρκουτάς» (γρ. 1999) του Τουρκοκύπριου Γκιουργκέντς Κορκμάζελ. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση τα πράγματα φωτίζονται μέσα από το βλέμμα ή και τη φωνή της ενδημικής αυτής σαύρας· με τη διαφορά ότι στα τρία ποίηματα του Χρ. Αργυρού (με τους επιμέρους τίτλους «Ο βασιλιάς της Αλάσιας», «Δοξαστικόν ιδιόμελον κουρκουτά Αλασίας Αρχιερέως» και «Ο κουρκουτάς της Περγαμηνιώτισσας») οι γνωστές σαύρες επιφορτίζονται και με ιστορική ματιά, για να υπαινιχθούν και να αξιολογήσουν παλιές και σύγχρονες περιπέτειες και καταστάσεις της Κύπρου. Μεταφέρουμε εδώ το τρίτο και πιο ευσύνοπτο από αυτά, στο οποίο ο συμπαθής ή αντιπαθής κουρκουτάς (μια μινιατούρα κροκόδειλου) περιφέρεται στον περίβολο του βυζαντινού ναού της Παναγίας της Περγαμηνιώτισσας (ανάμεσα στην Κερύνεια και την Ακανθού), όπου υπάρχουν και κατάλοιπα από το αρχαίο Αφροδίσιο, και ρίχνει τα σατιρικά βέλη του στον ξένο φύλακα (μάλλον έποικο), που μάλιστα στόλισε τον πρόναο της εκκλησίας αυτής με διάφορα κάδρα προς πώληση, στα οποία εικονίζονται ο Χριστός παρέα με τον Κεμάλ Ατατούρκ (!):
Ο κουρκουτάς τελεί λιτή / πέριξ της Παναγίας Περγαμηνιώτισσας / και σαρκαστικά χαμογελά / – ή έτσι μου φάνηκε, άραγε χαμογελούν οι κουρκουτάδες; – / καθώς τον ξένο φύλακα από άλλη γη κοιτά / που δεν αναγνωρίζει τα σκόρπια βαρούλκα και πατητήρια του αρχαίου Αφροδισίου / «καημένε, δεν κατάλαβες / πως γίνεσαι περίγελος σε κάθε πέτρα, σε κάθε κόκκο χώματος;».
Δεν υπάρχει περιθώριο να σχολιάσουμε εδώ τις πολλές καλές στιγμές στη συλλογή αυτή· τα ειρωνικά χαμόγελα στα γυρίσματα των καιρών ή στα καμώματα ηγεμόνων (λ.χ. «Η Άνασσα και οι ξηροί καρποί», «Ευχές», «Το πορτρέτο της Άννας της Κλέβης» και τα δυο ολιγόστιχα για τα παθήματα του βασιλιά Φαυστιανού), τις ενδιαφέρουσες ή ανατρεπτικές προσεγγίσεις σε απεικονίσεις αγίων («Στοιχογραφίες», «Πασχαλινός χορός», «Ο λιόντας τ’ Άη Μάμα», «Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος»), τις ανθρωπιστικές, τρυφερές ματιές στο δράμα της Γάζας («Άμστερνταμ – Γάζα – Παράδεισος», «Ποιητής μπροστά στις φωτογραφίες ενός κοριτσιού από τη Γάζα») κτλ. Σε τέτοιες περιπτώσεις αναγνωρίζουμε συχνά ευεργετικά διδάγματα από τις ποιητικές «στιγμές» του Κ. Μόντη.
Δεν λείπουν βέβαια οι πιο ευθύβολες και καίριες σατιρικές σκοπεύσεις σε καταστάσεις και νοοτροπίες της σύγχρονης πολιτικής και άλλης ζωής (λ.χ. «Ποιητική βραδιά»), τα πειρακτικά σχόλια σε ομοτέχνους («Ανατροφή», «Μαγειρέματα»), η σκληρή σάτιρα «Προς τιβέλλοππερς», όπως δεν λείπουν και οι πιο τρυφερές και ευαίσθητες προσεγγίσεις σε θέματα της ελληνικής ιστορίας (λ.χ. «Όπλα του αγώνος στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο») αλλά και το αμείωτο ενδιαφέρον και η αγάπη για τον γενέθλιο χώρο και τις καταβολές του, για το γλωσσικό ιδίωμα, τα τοπωνύμια και τις ομορφιές του («Ονομάτων επίσκεψις», «Ακουαρέλα», «Καραολότσιβλον», «Γιαλούσα, Κώμα του Γιαλού»). Αξίζει να σημειωθεί η τόλμη του ποιητή να αξιοποιήσει το κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα σε αρκετά ποιήματά του, παντρεύοντάς το πολλές φορές με μια μη ιδιωματική, νεοελληνική γλώσσα.
Ας κλείσουμε τη σύντομη αυτή παρουσίαση με το εύστοχο τετράστιχο «Σχολικός εορτασμός της 25ης Μαρτίου», στο οποίο ένας μικρός μαθητής ουκρανικής καταγωγής στη σύγχρονη πολυπολιτισμική Κύπρο καλείται να ενσαρκώσει τον ρόλο του αρχιεπισκόπου Κυπριανού και να απαγγείλει πατριωτικούς στίχους από τη γνωστή ποιητική σύνθεση του Βασίλη Μιχαηλίδη για την επιβίωση της ρωμιοσύνης· και στην περίπτωση αυτή ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να μειδιάσει μπροστά στα απρόσμενα γυρίσματα των καιρών:
«Η Ρωμιοσύνη εννά χαθεί όντας ο κόσμος λείψει!» / Έτσι, μες στα λαμπρά αρχιεπισκοπικά άμφιά του, / τον Μουσελίμ αγά αποστομώνει / ο μικρός Βίκτωρας από την Ουκρανία».
Ύστερα από όλα αυτά, διερωτάται κανείς αν μπορεί να μιλήσει για «κήπο θλιμμένων ποιημάτων». Παρόλο που σε πολλά ποιήματα υπόκεινται μικρά και μεγάλα δράματα, η θλίψη για τα ανθρώπινα αποφορτίζεται σημαντικά με τη δραστική αξιοποίηση του χιούμορ, της ειρωνείας και της σάτιρας και καταλήγει σε ανακουφιστικό χαμόγελο (κάποτε και σε ξεκαρδιστικό γέλιο) αλλά και σε γόνιμη διδαχή.

 

 

 

ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

ΕΠ’ ΩΜΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕ ΑΡΜ Οι Εύζωνες μες στο λιοπύρι του καλοκαιριού φόρο τιμής στον άγνωστο στρατιώτη αποτίουν Πιο πέρα γέροντας σακάτης με απλωμένη την παλάμη τους διαβάτες επαιτεί. Άγνωστος στους περαστικούς άγνωστα και τα πάθη κι οι καημοί του Ίσως και να πολέμησε Ίσως και όχι Ίσως ο πόλεμός του να ‘τανε σε μια φάμπρικα χαράκωμά του ένα καταγώγι σκοτεινό κι οχτρός του η κακοριζικιά του Επ’ ώμου Παρουσιάστε Άρμ Τους πεθαμένους πιότερο τούτος ο τόπος γνοιάζεται παρά τους ζωντανούς

Να ‘σου, πάλι, μπροστά στα μάτια μου μου η τρυφερότητα της ποίησης. Και η ποίηση της τρυφερότητας. Το άρωμα, αλλά και ο ιδρώτας μαζί, των στίχων. Ο φαρισαϊσμός της βασίλισσας και, γενικότερα, όσων βόλεψαν τα καλομαθημένα τους οπίσθια σε θώκους και θρόνους. Η αναγκαστική, λες και του έχουν δέσει τα ποδάρια με σιδερένια μπάλα, παρουσία του βουλευτή στην ποιητική βραδιά – τι γυρεύει, αλήθεια, η αλεπού στο παζάρι; Η μνήμη του δασκάλου που στροβιλίζεται, ανάλαφρα, γύρω από τους μαθητές του οι οποίοι, τώρα πια, θα έχουν αλλάξει προς το καλύτερο, καθώς «γηράσκουν αεί διδασκόμενοι». Ένα λουλούδι στην Κώμα του Γιαλού. Ένα ρυάκι στον Άγιο Αμβρόσιο. Οι πέτρες του πατρικού σπιτιού που μεταφέρονται στον προσφυγικό συνοικισμό, ως επιλεγμένη μορφή ψευδαίσθησης. Μέχρι και ο αγαπημένος μου Μπλεκ που τα βάζει με τον Άγγλο, με τον οποίο τα βάζαμε κι εμείς. Ο Χρήστος Αργυρού παλμογραφεί στιχουργικά την κοινωνία και τον κόσμο ολόγυρά μας. Το περιορισμένο εμβαδόν της πατρίδας μας, γεωγραφικής και συναισθηματικής, αλλά, ταυτόχρονα, και την απεραντοσύνη της οικουμένης η οποία, στους μεθυσμένους καιρούς που ζούμε, παίρνει την έκταση γειτονιάς. Βαθιά λυρικός, αυστηρός με εκείνους που υπηρετούν, και εξυπηρετούν, την πνευματική αποχαύνωση και, ταυτόχρονα, επιεικής με τους πάντες αφού, άλλος λίγο και άλλος πολύ, παρασυρόμαστε, συχνά, από τα μεθυστικά ρεύματα της αυταπάτης, ξεφλουδίζοντας τα σάπια φρούτα του κήπου, του κήπου, εννοείται, των θλιμμένων ποιημάτων, τόσο θλιμμένων που, στιγμές-στιγμές, ίσα που προλαβαίνουν να σφουγγίσουν τα δάκρυά τους, απεικονίζει, με σπάνιας αιχμηρότητας εμπνεύσεις, προφανώς επειδή το συνώνυμο της αιχμηρότητας είναι η ειλικρίνεια, τον εσωτερικό μας κόσμο, τον κόσμο, με άλλα λόγια, που παλεύουμε να κρύψουμε πίσω από, τις έτσι κι αλλιώς, διαφανείς ανέσεις μας. Καθώς, λοιπόν, περνάω, σαν άνεμος, από ποίημα σε ποίημα, θυμάμαι, με συγκίνηση, το απέναντι βουνό που το σφάζει η σημαία του κατακτητή, τον πρόσφυγα που επιβιβάστηκε στο ανοικτό διπλοκάμπινο, ελπίζοντας ότι θα γυρίσει πίσω σε λίγα εικοσιτετράωρα, και, τώρα, αναπαύεται εν ειρήνη στο κεντρικό κοιμητήριο της πόλης, τον Βαγορή που πήγαινε τραγουδώντας στην αγχόνη, το χελιδόνι που, πιστό στο ραντεβού του, κάνει ερωτική εξομολόγηση στην άνοιξη.*
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΑΝΕΥ
Η ΑΝΑΣΣΑ ΚΑΙ ΟΙ ΞΗΡΟΙ ΚΑΡΠΟΙ Εγκύκλιο σε ύφος αυστηρό τους έστειλε η άνασσα να μην απλώνουν τάχα χέρι στους ξηρούς καρπούς της. Μολύβι πήρε, τράβηξε γραμμή τη στάθμη τους σημείωσε στα μπολ του Μπάκιγχαμ. Καιρό υποψιαζόταν πως τους καρπούς αφάνιζαν και σαν η στάθμη έπεσε και φλούδες έμειναν στον πάτο-είναι δύσκολο να αντισταθείς, άλλωστε στην αλμυρή τους γλύκα και στην ανία του παλατιού -αυτή θριαμβευτικά τους τσάκωσε τους ληστές ξηρών καρπών. Μα η χαμηλή στάθμη τους στις κούπες, δεν κατάλαβε; τη δική της στάθμη τώρα θα μετρούσε. Γερόντισσα παλιμπαιδίζει η αυτού μεγαλειότης και τους αστυνομικούς της διατάζει τα κουλά τους να μην ξαναπλώσουν μες στα μπολό πως κι αυτής η αυτοκρατορία εξάλλου δεν άπλωσε τα χέρια της ποτέ σε ξένης γης καρπό.
ΤΩ ΑΓΝΩΣΤΩ ΔΑΣΚΑΛΩ -Ωραία, τιμήσαμε τους υπουργούς για το έργο τους στα πενηντάχρονα της κυπριακής παιδείας! Μα τον λουσμένο μες στο φως του ήλιου δάσκαλο που πάσκιζε αγογγύστως να διδάξει τα εις -μι, που έφερνε το ακοίμητο νερό μπροστά σε διψασμένα μάτια, που οι λέξεις του, σαν σπίθες, έσκιζαν το βαθύ σκότος, εκείνου δεν του αξίζουν οι δάφνες και οι τιμές της πολιτείας;-Μην είσαι αφελής του αρκεί ένα χαμόγελο μετά από χρόνιασε μια τυχαία συνεύρεση από την αμίλητη του πρώτου θρανίου αριστερά, κι εκείνος ο πληθυντικός ευγενείας από τον αλήτη του σχολείου, του φτάνει ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης από τον αχάριστο της τάξης.
ΠΕΤΡΕΣ Θα ‘ταν δεν θα ‘ταν είκοσι χρονών σαν με το φουστάνι της το μουσταρδί και με τα τσόκαρά της έφυγε μεσοκαλόκαιρα. Τριάντα χρόνια ύστερα από τότε στο σπίτι της, προίκα του κυρού της, επιστρέφει. Όχι κυρά του, μα επισκέπτρια μόλις πέντε λεπτών. Κοιτά τους τοίχους, τα παράθυρα, τα ερμάρια ίδια από τότες κι ίχνη απ’ τα χρώματά τους στέκουν ξασπρισμένα. Χαϊδεύει απαλά το ξύλο, τον σουβά, το σκουριασμένο κάγκελο, την πέτρα. Στέκεται και μιλά στες κάμαρες, οσμίζεται τες μυρουδιές, των δέντρων τους κορμούς φιλά. Στο τέλος φορτώνει πέτρες και τις πάει στο νότο. «Ας εν τζιαι πέτρες» σκέφτεται. Με αυτές στολίζει την αυλή της στον συνοικισμό, φκιόρα φυτεύει ανάμεσό τους, καμώνεται πως είναι πάλι πίσω.

 

 

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΙΚ. ΣΧΟΡΕΤΣΑΝΙΤΗΣ

‘‘Ας εν’ τζαι πέτρες’’ λοιπόν;
Σκέψεις για τον ‘Κήπο των Θλιμμένων Ποιημάτων’ του
Χρήστου Αργυρού.

Αυτές οι πέτρες που μαζευτήκαν με τα χρόνια,
Απ’ τους γιαλούς των νησιών της πατρίδας.
Τούτες οι στάμνες και τα πιάτα κι οι μορφές
Πώς να γίνουν τώρα…. τα δικά μας δικά σου;….
Πως θα μοιράσουμε εκείνο
το απομεσήμερο στην καλύβα μπροστά στη θάλασσα;………

Γιάννης Καρατζόγλου, Η μοιρασιά (1982)

Από τη Magna Grecia (Φωτογραφία του Γεωργίου Σχορετσανίτη, σε επεξεργασία Ειρήνης Σουλτάτου).

Στη ‘μη σύγχρονη’ παράδοση, ο προβληματισμός και η λαχτάρα, η αποξένωση και η αγάπη, συμπλέουν. Επιπλέον, για ορισμένους μη μοντερνιστές του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα που έλκουν την καταγωγή από παραδόσεις που θεωρούνταν περιθωριακές ή επαρχιακές σε σχέση με την πολιτιστική ενσωμάτωση, από την Ανατολική Ευρώπη έως τη Λατινική Αμερική, καθώς και για πολλούς εκτοπισμένους ανθρώπους από όλο τον κόσμο, η δημιουργική επανεξέταση της νοσταλγίας δεν ήταν απλώς μια καλλιτεχνική συσκευή, αλλά μια στρατηγική για επιβίωση, ένας τρόπος για να κάνει αίσθηση την αδυναμία της επιστροφής στην πατρίδα. Η Svetlana Boym, εν προκειμένω, ήταν αρκούντως σαφής!

Οι ιστορικοί θεωρούν συχνά τη ‘νοσταλγία’ ότι είναι αρνητική λέξη ή μια στοργική προσβολή στην καλύτερη περίπτωση. ‘‘Η νοσταλγία είναι λαχτάρα, όσο και το κιτς είναι τέχνη’’, γράφει κάπου ο Charles Maier. Η λέξη χρησιμοποιείται συχνά περιφρονητικά. ‘‘Η νοσταλγία … είναι ουσιαστικά ιστορία χωρίς ενοχές. Πολιτιστική κληρονομιά είναι κάτι που μας κατακλύζει με υπερηφάνεια και όχι με ντροπή’’, γράφει ο Michael Kammen. Έχοντας αυτή την παρατήρηση κατά νου, η νοσταλγία θεωρείται ως αποποίηση της προσωπικής ευθύνης, μια χωρίς ενοχές επιστροφή στην πατρίδα, μια ηθική και αισθητική αποτυχία. Η νοσταλγία παράγει υποκειμενικά οράματα της πληγείσας φαντασίας που τείνουν να αποικίσουν τη σφαίρα της πολιτικής, την ιστορία και την καθημερινή αντίληψη.

Όλα αυτά ξαναήρθαν στο προσκήνιο, διαβάζοντας την καινούργια ποιητική συλλογή, ‘Ο Κήπος των Θλιμμένων Ποιημάτων’ του γεννημένου στη Γιαλούσα (1972) Χρήστου Αργυρού, η οποία εκδόθηκε πρόσφατα (2015) από τις Εκδόσεις Άνευ της Λευκωσίας. Η πλειονότητα των ποιημάτων της συλλογής ταξιδεύει δίκην στροβίλου πάνω από χαμένα μέρη, πατρίδες ‘μακρυνές’ που ήρθαν ξαφνικά πάλι ‘κοντά’ με το όποιο άνοιγμα της διαχωριστικής γραμμής, αρχής γενομένης με τον ‘Πενταδάκτυλο το Σούρουπο’, όταν το τελευταίο ‘γίνεται λάμα κοφτερή, κι εσύ θλιμμένος στο ρόδινο το φως έτοιμος να αυτοχειριασθείς’.
Δυστυχώς έτσι ήταν κι έτσι θα μείνει για πάντα! Τα βιώματα που προσφέρονται για λογοτεχνική αξιοποίηση, δεν ήταν πάντα τα καλύτερα, αλλά μάλλον τα πλέον τραυματικά. Έρχεται κάποια στιγμή κατά την οποία οι επώδυνες εμπειρίες συσσωρεύονται ατάκτως, και το ξεχείλισμα της επώδυνης μνήμης δίνει τη θέση στην ποιητική, κυρίως, δημιουργία. Χρόνια και δεκαετίες κύλισαν μακρυά από τα πάτρια εδάφη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στιγμές που ‘τα ψάρια οι γυναίκες τους τηγάνιζαν και με το δάκρυ τους τ’ αλάτιζαν’, κι η πιο μεστή συναισθηματικά μέση ηλικία της Κύπρου δίνει τη δική της κατάθεση. Κι όταν έρθει η ποιητική βραδυά, τα προσχήματα να πέφτουν. Οι εκπρόσωποι του αχρείου πολιτικού συστήματος, ένθεν κακείθεν, οι υπεύθυνοι για σωρεία δεινών με κατάληξη που ακόμα βρίσκεται σε εξέλιξη, όλοι όσοι απέφευγαν τους ‘λαπάδες ποιητές’ με δηλώσεις προκρούστιες, ρίχνουν απροκάλυπτα τις μάσκες ενώπιον των ποιητών και του κοινού τους, εκείνες τις μάσκες που φορούσαν πάνω στις έγχρωμες και απαστράπτουσες γιγαντοαφίσες, ζητώντας συμμετοχή στη διαδικασία, όρα συνενοχή!
Οι πέτρες του πατρικού σπιτιού μεταφέρονται έτσι στο Νότο, αφού δεν μπορεί να γίνει αλλοιώς. Απλή μοιρολατρία λοιπόν, επιλεγμένος τρόπος ψευδαίσθησης, τροποποιημένη προσπάθεια άμυνας του εγώ, ή αποδοχή τελικά της σκληρής πραγματικότητας; Ο ‘Κήπος των Θλιμμένων Ποιημάτων’, βρίσκεται ανοιχτός μπροστά μας, στον έξω κόσμο, χωρίς περίφραξη!
Ο Χρήστος Αργυρού με τους στίχους του, περιστρέφεται και σεργιανίζει στις αυλές του ελληνισμού, ειδικά του πονεμένου. Αλλά εξομολογείται,
‘τα ονόματα επισκέπτομαι, όχι τον τόπο
Οι λέξεις μένουν, κι όλα τ’ άλλα τοίχοι ρημαγμένοι
Μου μένουνε κληρονομιά τούτες οι λέξεις
Τη γλώσσα για πατρίδα μου στα πέρατα του κόσμου κουβαλώ’.

Το περιορισμένο από γεωγραφικής απόψεως εμβαδόν του ελληνισμού, και ειδικότερα του κυπριακού, αντιρροπείται από τον συναισθηματικό πλούτο του ποιητή. Αλλού λυρικός, όπως στα τρία ‘μαγειρέματα’,
‘τσιγάριζες τις λέξεις με κρεμμύδια,
Κι οι στίχοι σου μου έκαψαν τα μάτια’,

κι αλλού ανελέητα οξύς με όσους βάζουν φραγμούς στους ορίζοντες, περιφέρεται παρατηρώντας τα φρούτα του κήπου του, του κήπου δηλαδή των θλιμμένων ποιημάτων, κι ακόμα στις εσχατιές του ελληνισμού με επώδυνες κατά κύριο λόγο αναφορές, κι όλα αυτά έως ότου καταλήξει με αφόρητη ειλικρίνεια στη μοιραία διαπίστωση, ότι:

‘Τους πεθαμένους πιότερο
Τούτος ο τόπος γνοιάζεται
Παρά τους ζωντανούς’ !

Η νοσταλγία, για να τελειώσουμε, συνεχίζει την επιστροφή της, έρχεται και ξανάρχεται στο προσκήνιο! Οι ρομαντικοί ήταν πάντοτε νοσταλγικοί. Οι κάτοικοι της Βικτωριανής εποχής ήταν φυσικά νοσταλγικοί, όπως βεβαίως και οι νεωτεριστές καλλιτέχνες και κριτικοί. Ήταν νοσταλγικοί για ένα παραδοσιακό και ατομικό ταλέντο, επιθυμούσαν κοινωνικές σχέσεις και αρχιτεκτονικές δομές που ήταν τόσο απλές όσο κατά τη διάρκεια της φεουδαρχίας, ήθελαν τη φεουδαρχία αλλά χωρίς την πανούκλα και τη δουλοπαροικία. Είχαν μια λαχτάρα για ένα χρόνο και τόπο που δεν υπήρξαν ποτέ, την αρχαία Αθήνα χωρίς τη σκλαβιά. Η εμμονή με το παρελθόν δεν είναι κάτι νέο. Αυτό που είναι ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι οι ίδιοι οι κριτικοί συχνά δείχνουν κάποια κλίση προς τη νοσταλγία. Γιατί όμως και αυτοί υποκλίνονται στη γοητεία της ; Μια πιθανή απάντηση είναι ότι κανένας τελικά δεν ξεφεύγει από τη μακρά σκιά της λαχτάρας για έναν τρόπο σκέψης. Η νοσταλγία είναι επίσης μέρος της παραπλάνησης της φύσης για το τι μπορεί να σημαίνουν κάποια πράγματα από το παρελθόν. Γνωρίζουμε ότι οι μελέτες και θεωρίες της νοσταλγίας τείνουν στο συμπέρασμα ότι, με κάποιο τρόπο, η μνήμη και η ιστορία είναι ξεχωριστές κατηγορίες της σκέψης. Η πρώτη παριστά ένα σύστημα ανάκτησης, ενώ η δεύτερη αναλίσκεται στους τρόπους της ανάκτησης και ότι ακόμα η νοσταλγία είναι ένας θλιβερός συγγενής των διαφόρων τρόπων ανάκτησης της μνήμης. Τα περισσότερα δοκίμια για τη νοσταλγία εστιάζονται όχι μόνο στις γενικότερες πολιτιστικές αντιδράσεις, αλλά και στο αντικείμενο και την ιστορία της νοσταλγίας. Επισημαίνουν ότι η νοσταλγία μπορεί να αφορά πολλά πράγματα, όπως ένα πρώιμο στάδιο της ζωής, ένα τοπίο, έναν ήχο ή μια αφήγηση και ότι μπορεί να είναι πολλών διαφορετικών ειδών. Από τη λαχτάρα για το σπίτι στην Οδύσσεια, μέχρι τη διατριβή του Johannes Hofer το 1688 για τη νοσταλγία και έως σήμερα ακόμα, η νοσταλγία έχει συνδεθεί με τις έννοιες της απώλειας και της θεραπείας. Η πίστη του Καντ ότι η ανθρωπότητα προχωρούσε αλάνθαστα και η έννοια του Χέγκελ της ώθησης για τελειοποίηση της ανθρωπότητας, ήταν ιδέες που θεωρήθηκαν δυσμενείς και μάλιστα ριζικές για όσους βρίσκονταν στην εξουσία και σε εκείνους που ήθελαν οι σχέσεις εξουσίας να παραμείνουν σταθερές. Ο Μαρξ πίστευε ότι ο κόσμος κινείται προς μια πιο δίκαιη κοινωνία και ότι για να συνεχιστεί αυτό, το παρελθόν θα πρέπει να μείνει πίσω. ‘Αφήστε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς’, έλεγε! Αλλά ο Μαρξ απαντούσε σε δύο ιδέες! Την αποτυχημένη επανάσταση του 1848, η οποία αποδείκνυε ότι το παρελθόν δεν μπορεί να επαναληφθεί και ότι υπήρχαν πάρα πολλές παλιές ιδέες που μόλυναν το παρόν και τις μελλοντικές δυνατότητες για κοινωνική δικαιοσύνη.
Ενδιαφέρουσες βεβαίως είναι οι σχέσεις μεταξύ του τραύματος, της αφομοίωσης και της νοσταλγίας, μέσα από λογοτεχνικά παραδείγματα. Η εποχή μετά τον εμφύλιο πόλεμο στις ΗΠΑ, είδε την επιβολή των ιδεολογιών του εθνικισμού, της βιομηχανοποίησης και της υπεροχής των λευκών, να ενθαρρύνει ένα είδος ιστορικής αμνησίας, ειδικά στον αμερικάνικο Νότο. Τα συνηθέστερα νομίσματα της παγκοσμιοποίησης που εξάγονται σε όλο τον κόσμο, είναι τα χρήματα και ο λαϊκός πολιτισμός. Η νοσταλγία, είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του παγκόσμιου πολιτισμού, αλλά απαιτεί διαφορετικό συνάλλαγμα. Μετά από όλα αυτά, μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι οι λέξεις-κλειδιά που καθορίζουν την παγκοσμιοποίηση, όπως πρόοδος, εκσυγχρονισμός και εικονική πραγματικότητα, εφευρέθηκαν από τους ποιητές και φιλοσόφους. Η ‘πρόοδος’ επινοήθηκε από τον Immanuel Kant, το ουσιαστικό ‘νεωτερισμός’ είναι δημιουργία του Σαρλ Μπωντλαίρ, ενώ την ‘εικονική πραγματικότητα’ για πρώτη φορά τη φαντάστηκε ο Henri Bergson, και όχι φυσικά κάποιοι νεώτεροι. Κατά τον ορισμό του Bergson ωστόσο, η ‘εικονική πραγματικότητα’ αναφερόταν στα επίπεδα της συνείδησης, τις πιθανές διαστάσεις του χρόνου και της δημιουργικότητας που είναι σαφώς και αμίμητα ανθρώπινα. Αλλά όταν απέτυχαν να αποκαλύψουν τον ακριβή τόπο και εστία της νοσταλγίας τον δέκατο όγδοο αιώνα, οι γιατροί συνέστησαν και ζήτησαν εναγωνίως βοήθεια από τους ποιητές και τους φιλοσόφους!

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2015

Χρήστος Αργυρού: «Ο κήπος των θλιμμένων ποιημάτων», εκδόσεις Άνευ, 2015

Με ευθυβολία και καμιά αμφισημία

Ο Χρήστος Αργυρού έχει κατασταλαγμένο ποιητικό ύφος, ξεκάθαρες θεματικές προτεραιότητες και επαρκώς κατεκτημένες τεχνοτροπικές πρακτικές. Αυτή είναι η γενική -ευχάριστη βεβαίως- γεύση που μου άφησαν τα ποιήματά του στο σύνολό τους. Από πλευράς υποδομής μα και προοπτικής, θεωρώ λοιπόν πως ο ποιητής βρίσκεται στον σωστό δρόμο.

Ο Χρ. Α. επιλέγει την ευθυβολία, το μονοσήμαντο και την αμεσότητα στα μηνύματα που θέλει να εκπέμψει μέσω της ποίησής του. Οι τοποθετήσεις του είναι ακαριαία καίριες και οι εικόνες του ευκρινείς και ουδόλως αμφίσημες: «Είναι στιγμές που η κορυφογραμμή σου / Πενταδάκτυλε / το σούρουπο / γίνεται λάμα κοφτερή / κι εσύ θλιμμένος στο ρόδινο φως / έτοιμος να αυτοχειριασθείς». (σελ. 9)

Αξιοπρόσεκτα θεωρώ τα ποιήματα «Κλήρωση» (σελ. 10) και «Ψάρεμα» (σελ. 11) όπου ο Χρ. Α. επιχειρεί, άμεσα και παραστατικά, να αναπαραστήσει αισθητικά τις μνήμες των γονιών του από τον εγκλωβισμό στη γενέθλια γη της Γιαλούσας. Ο ποιητής, ορθώς κατά την άποψή μου, αφήνει τα πράγματα, τα γεγονότα και τις καταστάσεις να μιλήσουν από μόνα τους και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει.

Οι στιγμές του μεγάλου πόνου, του μεγάλου νόστου, γενικά της πικρής συναισθηματικής κορύφωσης, αποδίδονται καλύτερα, πιστότερα και λειτουργικότερα στο κυπριακό ιδίωμα. Σ’ αυτό προσφεύγει, σε ανάλογες περιπτώσεις και ο Χρ. Α., όπως πράττει άλλωστε και μια σειρά από άλλους σύγχρονους Κύπριους ποιητές, οι οποίοι επίσης υιοθετούν αυτή την ιδιότυπη «τεχνική» προσέγγιση: «Γιαλούσα μου τζι’ οι φίνες σου φαίνονται σιελεντρούνες / τζ΄ οι σμέρνες τζαι οι δράτζαινες, παιρνώ τες για κουρκούνες / τζαι τ’ άλας μες τες λάντες σου εν’ ζάχαρι με μέλι / τ’ αρκόχορτα, τα αγκάθκια σου εν’ καρπερόν αμπέλιν». (σελ. 14)

Ο Χρ. Α. επιχειρεί να προσδώσει κυπριακό ηχόχρωμα σε όλα τα σύμβολα που χρησιμοποιεί και εμπλουτίζει αναλόγως το σύνολο της σημειωτικής του. Π.χ. παρομοιάζει τους Ελληνοκύπριους με «κουρκουτάες», «Εμείς οι κουρκουτάες, / μπορεί, όπως τους σέσηες, / να βουρούσαμεν τζαι να χωννούμαστεν ‘που κάτω στα λίντερκα, / αλλά είχαμεν πάντα μας εις τάψη την κκελλέν μας γυρισμένην / τζαι εζήσαμεν / γιατί τζείνος π’ ορπίζει τζαι πιστεύκει / αντέχει τον πόνον τζαι την κακοριζιτζιάν». (σελ. 18)

Μια από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου πιστεύω πως είναι το ποίημα «Άγιος Γεώργιος Δρακοντοκτόνος», όπου ο ποιητής, με σκωπτική διάθεση, σημειώνει: «Γιατί υποψιάζομαι πως με τον δράκοντα τελικά γίνατε φίλοι; / Γιατί νομίζω πως, αιώνες τώρα, τόσο πάλιωμα σας κούρασε; / Γιατί πιστεύω πως τελικά μένετε στην ίδια στάση χάριν διδαχής;». (σελ. 28) θεωρώ το ευσύνοπτο, αλληγορικό και παραστατικό αυτό ποίημα, ενδεχομένως και ως μιας μορφής ψόγο για όσους συμβιβάζονται και ειρηνεύουν με την παγίωση της όποιας καθεστηκυίας τάξης αλλά κυρίως με την παγίωση της «καθεστηκυίας» τάξης των τετελεσμένων της τουρκικής κατοχής. Γενικά, όμως, το ποίημα αυτό μπορεί να τύχει πρόσληψης ως έμμεσος ψόγος μέσω παραλληλισμού, για την κόπωση που επιφέρει ο όποιος ατελέσφορος αγώνας.

Στην ίδια θεματική ξεχώρισα και το ποίημα «Προέλευση», (σελ. 15) κυρίως για την παραστατικότητα, τη συμμετρία, την εκφραστικότητα και τη σχηματική ανάπτυξή του: «Στον προσφυγικό συνοικισμό / ήξερες την προέλευση του καθενού. / Έβλεπες το σπίτι της κυράς Αντρούλας / πνιγμένο λεμονόδεντρα, / μια μικρή Λάπηθο έχει φτιάξει. / Χρυσομηλιές ο Αμβρόσιος, / ο Άης Γρόσης κατ’ εικόναν και καθ’ ομοίωσιν. / Και σ’ εμάς κολοκάσι /μες στον αγιωμένο ντενεκέ / μπροστά μπροστά στον κήπο μας / σα θυρεό έβαλε ο πατέρας / να σημαίνει τη Γιαλούσα».

Ωραίο και αισθαντικό αισθητικό αποτέλεσμα, κατά την άποψή μου, επιτυγχάνει ο ποιητής και στο ποίημα: «Μόνον για σας ρε ‘πέρκαλλες», όπου με ύφος και ήθος Λιπέρτη, αλλά και ανάλογο ερωτικό οίστρο, με βαθύ υπόστρωμα νοσταλγικότητας και πάθους περί του γυναικείου κάλλους, λέει: «Μόνον για σας ρε ‘πέρκαλλες, πιστεύκω στον Θεόν / σγοιαν το καντούνιν της ζωής γείρω τζαι δεν θωρώ / πως πέμπει τον Αρκάντζελον τζαι παίρνει την ψυσήν μου / τζαι πάλε σ’ έναν νιουλλικον φυτεύκει την τζαι ζιω». (σελ. 32)

Στα ευσύνοπτα, ολιγόστιχα ποιήματά του, που παραπέμπουν στις «Στιγμές» του Μόντη, πιστεύω πως ο Χρ. Α. πετυχαίνει καλύτερα αποτελέσματα, με συμπύκνωση, λακωνικότητα και συχνά σκωπτική διάθεση. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι αυτό δεν συμβαίνει πάντα. Σε κάποιες περιπτώσεις, αυτά τα ολιγόστιχα ποιήματα, θεωρώ πως έχρηζαν μεγαλύτερης ανάπτυξης και πλουσιότερης εσωτερικότητας. Και βεβαίως τα καλύτερα αποτελέσματα επιτυγχάνονται στα βιωματικά ποιήματα, όπου και τα μηνύματα είναι πιο άμεσα, πιο καίρια και πιο λειτουργικά.

Από την άλλη, τα πλείστα ποιήματα του Χρ. Α. χαρακτηρίζονται από περιγραφικότητα και ατμοσφαιρικότητα. Αν και το υπερβατικό και άλογο στοιχείο, θα μπορούσε, κατά την άποψή μου, να είναι κάπως πιο ανεπτυγμένο. Αυτό εξάλλου συνιστά και μία από τις ειδοποιούς διαφορές για την ποίηση, σε σχέση με τα υπόλοιπα λογοτεχνικά είδη.

Τελειώνοντας, θέλω να πω ότι, όπως σε όλες τις θεματικές, έτσι και στα ποιήματα ποιητικής, ο Χρ. Α. είναι απόλυτα ευκρινής, διαυγής και μονοσήμαντος: «Αύριο θα ’σαι μάνα ή πατέρας / ενός ποιήματος που θα γεννήσεις με άφατες οδύνες. / Μα πρόσεξε να ’σαι καλός γονιός. / Να το αφήνεις να κοιμάται για καιρό, / ο ύπνος θρέφει τα παιδιά λέει ο λαός εξάλλου». (σελ. 46)

Επί του προκειμένου, μοναδική αλλά ισχνή επιφύλαξη που διατηρώ είναι η χρήση της προστακτικής, που με προβλημάτισε καθώς, από μόνη της, όζει διδακτισμού. Ίσως να ήταν καλύτερα αν επιλεγόταν άλλη συντακτική φόρμα…

 

 

 

ΚΑΤΑΔΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

 

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Η έκδοση μιας ποιητικής συλλογής από ένα νέο άνθρωπο, δε θα ’πρεπε να περνά απαρατήρητη. Ιδιαίτερα στην εποχή μας, την εποχή στην οποία τα πάντα κινούνται γύρω από δείχτες οικονομικούς και οι πάντες περί χρημάτων τον αγώνα ποιούνται. Η ποίηση δεν έχει λεφτά, λέει ο Ρόμπερτ Γκρέιβς, αλλά και από την άλλη, προσθέτουμε, ευτυχώς, ούτε και τα λεφτά έχουν ποίηση. Μια νέα, λοιπόν, ποιητική φωνή με λόγο καθαρό και γνήσιο έρχεται να καταθέσει τη δική της οπτική, τη δική της ερμηνεία για τον κόσμο μας.
Είναι, μάλιστα, μια δυναμική εμφάνιση στο ποιητικό προσκήνιο, αφού η συλλογή Κατάδυση στο χρόνο, του Χρήστου Αργυρού που εκδόθηκε το 2008, μοιράστηκε με την Τίτσα Διαμαντοπούλου το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη.
Η ποίηση του Χρήστου Αργυρού πατάει γερά στα πόδια της, διαθέτει προσωπικό ύφος, έχει αφομοιώσει ποικίλα εκφραστικά μέσα και συνδιαλέγεται γόνιμα με την παράδοση, ώστε να μιλήσει με εύσχημο τρόπο και οξυδέρκεια για το σήμερα. Κυριαρχεί ο στοχασμός, η ενατένιση, η καταβύθιση στη μνήμη και η συνομιλία με το χρόνο, η ευαισθησία, η έντονη δραματικότητα, ο υπαινιγμός, η ειρωνεία, ο εξομολογητικός τόνος. Ο ποιητής έχει καταγράψει στη συλλογή του τη δική του εκδοχή του κόσμου που μας περιβάλλει, αθέατου και θεατού. Με τρόπο που το απρόσιτο καθίσταται προσιτό και το ανοίκειο οικείο.
Όπως πολύ εύγλωττα καταγράφεται στον τίτλο, ο ποιητής καταδύεται μέσα στο χρόνο. Κι αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό της συλλογής. Ο Χρήστος Αργυρού εκμεταλλεύεται στο έπακρο την «τρισυπόστατη» φύση του. Ως αρχαιολόγος έχει χαρτογραφήσει το χώρο του, έχει οριοθετήσει τις ανασκαφικές του τομές και τους μάρτυρες, έχει ανασκάψει στα σκάμματα και έχει επεξεργαστεί τη στρωματογραφία, ανασύροντας από τα βάθη του χρόνου πρόσωπα, γεγονότα, ιδέες και ξεχασμένα αντικείμενα. Και για να θυμηθούμε τον Αριστοτέλη, ως ιστορικός έχει καταγράψει τα γενόμενα, αλλά ως ποιητής έρχεται να δώσει μια νέα ερμηνεία πέρα από τα φαινόμενα. Έτσι, ενώ η ιστορία παρουσιάζει τα ειδικά, η ποίηση τα γενικεύει και τα ανάγει στο καθολικό.
Με αυτό τον τρόπο, «η ιστορία προκαλεί τη συνείδηση του ποιητή και την ευαισθησία του». Η ποίηση μπορεί να συνδράμει αποφασιστικά με τη διεισδυτική της ματιά τα ιστορικά γεγονότα, να συλλάβει τους κραδασμούς που η ιστορία αδυνατεί να καταγράψει. Με λίγα λόγια, εκεί που σταματά η ιστορία, αρχίζει το έργο της ποίησης. Έτσι πρέπει να λειτουργεί η ποίηση και ο ποιητής απέναντι σε κορυφαία ζητήματα που αφορούν την ιστορία, το λαό του και την ανθρωπότητα. Αρκεί μόνο να θυμηθούμε τρεις από τους σημαντικότερους ποιητές μας, των οποίων η παρουσία, άλλοτε εμφανής κι άλλοτε αμυδρή, υποκρύπτεται πίσω από ορισμένα ποιήματα της συλλογής: τον Καβάφη για την κατανόηση της ελληνιστικής και βυζαντινής περιόδου, τον Σεφέρη και σ’ ένα βαθμό τον Αναγνωστάκη για την εποχή από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και εξής. Ο ποιητής φέρει αβάστακτο το βάρος της ιστορίας στη συνείδησή του, γι’ αυτό αισθάνεται έντονη την ανάγκη, εκεί που η ιστορία αδυνατεί, να καταδυθεί στη μνήμη, να επικαιροποιήσει τα πεπερασμένα, να αποκαταστήσει την τάξη, την αδικία, να δικαιώσει τον αδύνατο, να κατακεραυνώσει τον ισχυρό, εν τέλει να επιφέρει την κάθαρση.
Ο Χρήστος Αργυρού εντάσσει την οπτική του μέσα στο ρεύμα της παράδοσης, της ιστορίας και της ποίησης, της γραμμής που ξεκίνησε από τον Όμηρο, τους μεγάλους ποιητές και τραγικούς, τη Βυζαντινή εποχή, το δημοτικό τραγούδι και τη νεοελληνική κληρονομιά. Η θεματική του, εν πολλοίς ελληνοκεντρική, προδίδει τις σπουδές, την ενασχόληση και προτίμησή του για τη βυζαντινή και γενικά τη μεσαιωνική περίοδο. Άλλωστε, Ο άνθρωπος του βασιλέως, το μυθιστόρημά του που κυκλοφόρησε το 2009 διαδραματίζεται στη διάρκεια της βυζαντινής περίοδου της Κύπρου. Τα ποιήματα συνοδεύονται από πλήθος παρακειμενικών στοιχείων: αφιερώσεις με σχόλια, προμετωπίδες με αποσπάσματα πηγών, αλλά και επεξηγηματικές σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, ενδεικτικές της ευσυνειδησίας ενός ερευνητική.
Στο πρώτο ποίημα της συλλογής Των αστεριών τα περπατήματα, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Στ΄, παρασυρμένος από τις προβλέψεις του αστρολόγου Παγκράτιου, επιτίθεται απερίσκεπτα κατά των Βουλγάρων το 792 και υφίσταται συντριπτική ήττα. Στο δεύτερο ο Μιχαήλ Ε΄ ο Καλαφάτης βρίσκει φρικτό τέλος εξαιτίας των αυθαιρεσιών της βραχύβιας βασιλείας του.
Για τον ποιητή είναι μια ευκαιρία να στοχαστεί την ανθρώπινη ματαιοδοξία, τη μανία για εξουσία, τη διασάλευση της τάξης, την ύβρη που οδηγεί στην τιμωρία. Όπως ο Κεκαυμένος, που κατέγραψε τα γεγονότα της εποχής, συλλογίζεται κι αυτός τη ματαιότητα του κόσμου και την αιφνίδια αλλαγή της τύχης. Στην περίπτωση του Κωνσταντίνου του Στ΄:

Ίσως το πιο αισιόδοξο της θλιβερής και άτακτης μάχης
ήταν που μαζί με τις προφητείες και τα λόγια τα κενά
έτσι κι ο Παγκράτιος ο αστρολόγος χάθηκε στο άγριο φονικό.

Όσο για τον Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτη:

έπεσε έξω, είναι αλήθεια, απ’ τα σχέδιά του
κι αστόχαστα εμπλέχτηκε μέσα στους δολοφονικούς ιστούς
της λάγνας εξουσίας.
…………………………………………
ήταν να τον λυπάσαι, σαν ζητιάνος ήταν,
ήταν σαν γέρος έρημος,
που, αφού τον ξεζουμίσαν τα παιδιά του,
τον αφήκαν,
ήταν σαν άστρο που έφεγγε κι εχάθη.

Στη βυζαντινή εποχή τοποθετείται και το ποίημα Απαντήσεις σε Λατίνο επίσκοπο. Ο επίσκοπος της Κρεμώνας Λιουτπράνδος, το 968 μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και στην αφήγησή του εκφράζεται πολύ αρνητικά για την αυτοκρατορική αυλή και τους Έλληνες. Ο ποιητής δεν του χαρίζεται, έντονα ειρωνικός, σαρκαστικός, τού απαντά μια χιλιετία και πλέον από τότε:
«Ειλικρινά χεστήκαμε Λιουτπράνδε της Κρεμώνης,
έχουνε δει τα μάτια μας χιλιάδες σαν εσένα»
θα του ψιθύριζαν περήφανα μα και μ’ αλαζονεία οι παλατιανοί στ’ αφτί
σαν τα μαθαίναν τα γραφόμενά του.

Τα ποιήματα Το σήκωμα του ρήγα Αλέξη και των χωργιατών και Χούλου αναφέρονται στην περίοδο που η Κύπρος τελούσε υπό την εξουσία των Φράγκων. Εξετάζεται κι εδώ η θέση των ανθρώπων μέσα στην ιστορία, η μοίρα των αδύνατων. Ο ρήγας Αλέξης, που ξεσηκώθηκε κατά των δυναστών, υπέκυψε τελικά μπροστά στους ισχυρούς:

Έτσι κι εγίνηκε η σφαγή, σαν η Φραγκιά το φονικό άρχισε,
κι οι ταπεινοί, ως είθισται, ταπεινωθήκαν.
Κι ο ρήγας Αλέξης, της Κάτω Μηλιάς παιδί,
σαν μήλο κάτω απ’ τη μηλιά κρεμόταν στα σκοινιά,
μες στα τειχιά της Λευκωσίας.

Ο ποιητής συνδέει υπόγεια και υπαινικτικά το ποίημα και την εξέγερση, με την αναφορά στη γενέτειρα του ρήγα Αλέξη, την κατεχόμενη σήμερα από τους Τούρκους Μια Μηλιά και τη διαχρονική μοίρα του τόπου. Μπορεί η επανάσταση να κατεστάλη, ωστόσο, τούτος ο τόπος και η ιστορία του θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν. Οι εκάστοτε κατακτητές θα είναι παροδικοί, όπως κι αν αυτοί ονομάζονται, Φράγκοι ή Τούρκοι.

Η Ιωάννα Ντ’ Αλεμάν, η Ροδαφνούσα του δημοτικού τραγουδιού, παρεισφρέει στο ποίημα Χούλου, καθώς η νεανική παρέα του ποιητή περιφέρεται στο χωριό, για να ικανοποιήσει τη λαογραφική της περιέργεια.

Με τυμπανοκρουσίες πως ψάξαμε να βρούμε λαίμαργα
την καύχα Ιωάννα Ντ’ Αλεμάν! λέει ο ποιητής.

Η Ιωάννα, χήρα του Ιωάννη ντε Μοντολίφ της Χούλου, ερωμένη του Φράγκου βασιλιά Πέτρου Α΄ που υπέφερε τα πάνδεινα από τη σύζυγό του Ελεονώρα, συμβολίζει την Κύπρο, την οποία πόθησαν και καταδυνάστευσαν πολλοί κατακτητές.
Και τα δύο αυτά, λοιπόν, ποιήματα πραγματεύονται τη διαχρονική μοίρα της Κύπρου, την κατάκτηση του νησιού και την καταπίεση. Και ασφαλώς πρέπει να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης εποχής, της ημικατεχόμενης τουρκοκρατούμενης πατρίδας.

Τα ποιήματα Terra Sigillata και Τσουκάλι έχουν ιστορικό-αρχαιολογικό χαρακτήρα. Σ’ αυτά εκφράζεται η χαρά και η έκπληξη του αρχαιολόγου, όταν μέσα από τη γη προβάλλουν απρόσμενα ευρήματα έπειτα από πολλούς αιώνες. Ταυτόχρονα, όμως, ο ποιητής στοχάζεται το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης και την καταβύθιση στη λήθη εποχών και ανθρώπων.

Terra Sigillata απεφάνθη ο νεαρός αρχαιολόγος.
Δύο έκτυπες μορφές ζωντάνευαν μέσα απ’ τον πηλό,
με τα insignia και την επίσημη αμφίεσή τους.
Υπάτοι, συγκλητικοί, παλατιανοί, εν πάση περιπτώσει
αξιωματούχοι της χριστιανικής αυτοκρατορίας των Ρωμαίων˙
ένα χριστόγραμμα στα ενδύματά τους μαρτυρούσε
τη χριστιανική πεποίθησή τους.
Όλα γενήκαν ως απαιτούσε η ανασκαφική μεθοδολογία,
όλα απαντηθήκαν:
μέτρηση βάθους, καταγραφή, περιγραφή.
Μα για τα άλλα, τα σπουδαία και τα ουσιαστικά;
Ποιοι να ’ταν, ποιο τ’ όνομα και η γενιά τους;
Σ’ αυτά απαντήσεις δεν θα βρει
ο νεαρός αρχαιολόγος, ξάγρυπνος στην Αμφίπολη.

Το ποίημα αυτό αξίζει να συναναγνωστεί με την Έγκωμη του Σεφέρη τη στιγμή της ανασκαφής.

Ήταν μια πολιτεία παλιά, τειχιά δρόμοι και σπίτια
ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων,
η ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης κάτω απ’ το μάτι
του αρχαιολόγου του ναρκοδέτη ή του χειρούργου.
Φαντάσματα και υφάσματα, χλιδή και χείλια, χωνεμένα
και παραπετάσματα του πόνου διάπλατα ανοιχτά
αφήνοντας να φαίνεται γυμνός κι αδιάφορος ο τάφος.

Το σύντομο ποίημα Για τα σύννεφα με την έντονη φιλοπαίγμονα διάθεση και ειρωνεία, αναφέρεται στη νεφελοκοκκυγία του Αριστοφάνη, με πρόθεση να διακωμωδήσει τη σημερινή εποχή και κάθε είδους ουτοπία. Στο ποίημα Προφάσεις, ο ποιητής με σαρκασμό θυμάται την ομορφιά της Ελένης του Τρωικού πολέμου, για να στηλιτεύσει τη σύγχρονη υποκρισία, τη βαρβαρότητα και το δίκαιο του ισχυρού.

Τουλάχιστον οι αρχαίοι
σοφιζόντουσαν
ρομαντικότερες προφάσεις
στους πολέμους των.
Την ομορφιά σου Ελένη
στο Ιράκ
αντικατέστησαν
με όπλα μαζικής καταστροφής
οι Αμερικάνοι.

Τα ποιήματα Η βρύση της Λέμπας και τα Φυδκιώτικα, με την εύστοχη χρήση ιδιωματισμών της κυπριακής διαλέκτου, είναι εμπνευσμένα από προσωπικά βιώματα, αλλά έχουν και πάλι να κάνουν με το αρχαιολογικό-λαογραφικό ενδιαφέρον του ποιητή. Η βρύση της Λέμπας φέρει ως προμετωπίδα το γνωστό στίχο Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι’ δες από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Σολωμού. Ταυτόχρονα συνδιαλέγεται σ’ ένα βαθμό και με την Ανεράδα του Βασίλη Μιχαηλίδη:

Καθώς δεκάδες ανεράδων, ξωτικών μάτια με παρακολουθούσαν
πίσω από τις φυλλωσιές των δέντρων.

Μέσα από τα ποιήματα Το ασπρόγιασμαν, και το Ελληνικό κοιμητήριο Κερύνειας ο ποιητής συνδέει το θέμα του θανάτου με πτυχές της σύγχρονης ιστορίας και τις συνέπειες και τις πραγματικότητες που διαμορφώθηκαν μετά την τούρκικη εισβολή. Ο ποιητής στέκεται στοχαστικά απέναντι σ’ αυτό το μέγα γεγονός, την αναπότρεπτη μοίρα του ανθρώπου. Στο ασπρόγιασμαν, το καλύτερο ποίημα της συλλογής κατά την προσωπική μας άποψη, η τραγική έλευση του θανάτου δίνει την ευκαιρία στον ποιητή να υπερπηδήσει τα σύνορα της πραγματικότητας, όπως δεν μπορεί να κάνει ο ιστορικός και να εισέλθει στο χώρο του μεταφυσικού, εξωλογικού στοιχείου, απηχώντας μια μακρινή, έστω, σχέση με το ποίημα Στα στέφανα της κόρης του, του Κυριάκου Χαραλαμπίδη και την παραλογή Του νεκρού αδελφού, την κοινή, ίσως, πηγή και των δύο. Ο θάνατος διαγράφει τα προβλήματα και τις διαφορές της εφήμερης ζωής και οι νεκροί τις νύχτες εγείρονται από τα μνήματα των γειτονικών νεκροταφείων, το χριστιανικό και το τούρκικο, ασπάζονται ο ένας τον άλλον και χαιρετιούνται. Έτσι, μπροστά στο φόβο της ζωής, ο θάνατος πεθαίνει, αποφαίνεται ο ποιητής. Αυτό που απομένει ως επίμετρο είναι η εξισωτική δύναμη του θανάτου και στο τέλος η συμφιλίωση.

Στο φόβο του θανάτου η ζωή υποκλίνεται.
Ήδη τις νύχτες οι νεκροί χαμογελώντας βγαίνουν από τα μνήματα,
ασπάζονται και χαιρετιούνται πάνω απ’ το μεσότοιχο:
-γεια σου Οσμάν
-merhaba Petris bey
-γεια σου Τζεμαλιέ
Ύστερις πάλι ξέγνοιαστοι ξαναεπιστρέφουν στα κιβούρια.
Στο φόβο της ζωής ο θάνατος πεθαίνει.

Στο Ελληνικό κοιμητήριο Κερύνειας, οι ζωντανοί φθονούν τους νεκρούς, οι οποίοι δεν αποδήμησαν ποτέ από τον τόπο τους και έτσι ο θάνατός τους αποδεικνύεται γλυκύς. Στο ποίημα προβάλλεται η πίστη πως είναι ευτυχής σύμπτωση για τον άνθρωπο, όταν ο γενέθλιος τόπος συμπέσει με τον τόπο του θανάτου. Αναδεικνύεται έτσι η αγάπη προς τη σκλαβωμένη γη. Η Κερύνεια εδώ, και η Καρπασία και η Γιαλούσα σε άλλα ποιήματα της συλλογής, ανάγονται σε σύμβολα του αγώνα κατά της κατοχής, όπως συμβαίνει με την ποίηση πολλών άλλων ποιητών μετά το 1974 και ιδιαίτερα του Μόντη.

Σε τούτο τον μακάριο χώρο
που αλλιώς θα μας εφάνταζε μακάβριος
οι ζωντανοί φθονούνε τους νεκρούς.
Ο ποιητής αχολογά στα αφτιά μας:
να μη μου δώκει η μοίρα μου
ν’ αφήσω το κορμί μου
σε ξένο χώμα μακρινό
γιατί αλλού δεν είν’ γλυκός
παρά στον τόπο τον δικό
του θανάτου ο ύπνος.

Στο ποίημα Επιθανάτιο επανέρχεται ο στοχασμός, με μια δόση πικρής ειρωνείας, για το πεπερασμένο της ανθρώπινης ζωής. Ο θάνατος ενός φίλου, είναι το μήνυμα, μια καρτ ποστάλ που φτάνει κοντά μας με το ταχυδρομείο και καθίσταται η αφορμή για την εξοικείωση με το τραγικό γεγονός και τη συμφιλίωση με το επερχόμενο τέλος.
Στην ίδια κατηγορία ποιημάτων, ας μας επιτραπεί να τα ονομάσουμε πιο προσωπικά, ανήκουν και τα ποιήματα Στην καρδιά, με την ερωτική θεματική του (που απηχεί σ’ ένα βαθμό το γνωστό ποίημα του Αναγνωστάκη Το σκάκι), Το πιάνο, με τον έντονο υπερρεαλισμό του, και το ποίημα Κανακέματα, γραμμένο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, που συνομιλεί με τη δημοτική παράδοση και ιδιαίτερα τα Νανουρίσματα. Το ποίημα Ο στίχος (και σ’ ένα βαθμό το Ελληνικό κοιμητήριο Κερύνειας) αναφέρεται σε θέματα ποιητικής, στο σάστισμα μπροστά σ’ ένα λαμπρό στίχο και την επιλογή των κατάλληλων λέξεων, θυμίζοντας έτσι την ποιητική του Μόντη, του Τίτου Πατρίκιου και άλλων ποιητών.
Το τελευταίο ποίημα της συλλογής έχει τον τίτλο Το μακρυνάριν και φέρει την αφιέρωση: των παππούων τζιαι των στετάων μου. Και εδώ ο ποιητής έχει τη συναίσθηση ότι ζει εντός της ιστορίας μέσα από τις βιωματικές του εμπειρίες. Το μακρυνάριν είναι το σπίτι των παππούδων του στην κατεχόμενη Γιαλούσα, το οποίο επισκέφθηκε επανειλημμένα. Η εικόνα του ανάγλυφου υπέρθυρου με το σταυρό και τη χρονολογία 1798 και τα αρχικά ΙC και ΧΝ, δηλ. «Ιησούς Χριστός Νικά», που κοσμεί το εξώφυλλο της συλλογής, προέρχεται από αυτό το σπίτι. Οι συνέπειες τις τούρκικης εισβολής, η επώδυνη μνήμη και η θλίψη, η αγάπη για το γενέθλιο τόπο, η εμψύχωση του σπιτιού, το οποίο μοιάζει με κορμί πεσμένο που ψυχορραγεί με τραύματα διαμπερή, καθιστούν το ποίημα μια ανοιχτή, ανεπούλωτη πληγή.

Πετρώνω σαν την πέτρα
που είναι σκαλισμένοι οι αριθμοί.
Νόμιζα τόσα χρόνια αρχαιολογώντας
πως είχα νιώσει την παλαιότητα του κόσμου.
Ψηλαφώ τις πέτρες και τα λιωμένα ξύλα
σαν να ’ναι μέλη κόρης που πρωτοερωτεύεσαι.
Ενώνομαι με το ακρωτηριασμένο παρελθόν μου.
Βραδιάζει…
Δεν περίμενα ποτέ πως η άφιξη της νύχτας θα μου ήταν τόσο ανεπιθύμητη.

Και αυτό το ποίημα απηχεί έντονα την τεχνική του Σεφέρη κυρίως το Λεπτομέρειες στην Κύπρο αλλά και το ποίημα Ένας γέροντας στην ακροποταμιά, που γράφτηκε στο Κάιρο μέσα στη δίνη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, τότε που ακόμα δε διαγραφόταν καμιά ελπίδα στον ορίζοντα για απελευθέρωση. Η απόγνωση ήταν εμφανής, αλλά ο ποιητής θα αρθεί πάνω από την τρέχουσα επιφάνεια της ιστορίας, θα αποστασιοποιηθεί και μέσα στην πορεία του χρόνου θα συλλογιστεί:

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.
Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε.
Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι
τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων
κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα
χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους,
χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράγματα ή
έστω και για τα μεγάλα˙

Έτσι και Στο μακρυνάρι, ο ποιητής παρά τον πόνο του, βλέπει πέρα από την επιφάνεια της ιστορίας. Η χρονολογία 1798, χαμένη πίσω στο βάθεμα του χρόνου και τους αιώνες και κυρίως η επιγραφή «Ιησούς Χριστός Νικά» στο ανώφλι, «φύλακας» όπως αναφέρει «σαν τους λέοντες των Μυκηνών», είναι η συνείδηση του ποιητή, η παρηγοριά που προσβλέπει στο μέλλον.
Είναι εμφανές ότι ο Χρήστος Αργυρού αντλεί τα εκφραστικά του μέσα από την αστείρευτη δεξαμενή των ρητορικών τρόπων της παράδοσης και της σύγχρονης ποίησης. Συνδιαλέγεται γόνιμα με την ιστορία, διαμορφώνοντας μια νέα οπτική πάνω στα γεγονότα, ανασύροντας το καθολικό από το ειδικό και προσδίδοντάς του επικαιρότητα, συγχρονίζοντας έτσι τη γνήσια ποιητική του φωνή με το παρελθόν και το παρόν. Οι στίχοι του διακρίνονται από πυκνότητα και απλώνονται σε πολλές κατευθύνσεις, ρίχνοντας πολλαπλές γέφυρες με τις ποικίλες συνδηλώσεις τους. Ο ποιητής αφήνει σκόπιμα στους στίχους του απηχήσεις, επηρεασμούς, γλωσσικά αποτυπώματα, για να τα ακολουθήσει ο ιχνηλάτης-αναγνώστης και να φτάσει στις πηγές του: Θεοφάνους Χρονογραφία, Κεκαυμένος-Στρατηγικόν, Λεόντιος Μαχαιράς, δημοτικό τραγούδι, Διονύσιος Σολωμός, Βασίλης Μιχαηλίδης, Σεφέρης, Καβάφης (ενδεικτικό είναι το ποίημα Κάθε βράδυ ερχόταν), Μόντης ανάμεσα σ’ άλλους. Ανακεφαλαιώνοντας, η ποίηση του Χρήστου Αργυρού κινείται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, την πλημμυρίδα και την άμπωτη της ιστορίας, με θέματα ιδωμένα μέσα από την προσωπική ματιά και νέες ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Είναι η ανάγκη που νιώθει να τοποθετηθεί απέναντι στα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα. Ή όπως αλλιώς το λέει ο Μανόλης Αναγνωστάκης, Η ποίηση δεν είναι τρόπος να μιλήσουμε, αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.

 

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

Αλήθεια, Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Μπορεί κι έχει δικαίωμα ένα λειψό στο σώμα πλάσμα να αγαπήσει και να αγαπηθεί;

ΧΡΗΣΤΟΥ ΑΡΓΥΡΟΥ: Ο Άνθρωπος του Βασιλέως
Μέσα από τις γραμμές της μαγευτικής αυτής ιστορίας δίνονται πινελιές της καθημερινότητας των Βυζαντινών

Το σημειώνω ευθύς εξ αρχής: είναι το πιο πρωτότυπο βιβλίο που διάβασα φέτος. Και, πιθανότατα, το πιο αριστοτεχνικά δομημένο. Ξεκινάς να το διαβάζεις και κολλάς στις σελίδες. Παίρνεις μέρος στη θαυμάσια ιστορία του Χρήστου Αργυρού, ξυπνάνε μέσα σου γνώσεις που, για δεκαετίες, ήταν θαμμένες βαθιά στο χώμα της λησμονιάς, αισθάνεσαι τον παλμό του συγγραφέα αλλά και των χαρακτήρων του, και εκεί που αλληλογραφούν οι δύο νέοι, λιώνεις σαν κερί από τη συγκίνηση.
Είναι γεγονός ότι η ταμπέλα Μεσαιωνική Μυθιστορία, τουλάχιστον αρχικά, με απώθησε. Ήμουνα και μπερδεμένος, προσπαθώ, επίσης, να δραπετεύσω, μια και καλή, από τας δέλτους της Ιστορίας, ιδίως όταν εφάπτεται της Μυθολογίας, αλλά δεν άργησα να καταπίνω με βουλιμία τις λέξεις, τις περιγραφές, τις συγκρούσεις, τις γενναιότητες και τις δειλίες που παρελαύνουν μέσα στο μυθιστόρημα, σαν στρατοί με πανοπλίες.
Τελικά, η έμπνευση του Χρήστου Αργυρού είναι μεγαλειώδης. Και ως τέτοια διακλαδώνεται στα διάφορα κεφάλαια, καθιστώντας τον αναγνώστη όμηρο μιας συγκλονιστικά αληθινής γραφής, η οποία διατηρεί τη λάμψη και τη διαύγειά της έως την τελευταία σελίδα. Όπου, φυσικά, η ανακάλυψη του Δόκτορος Henry James κατεβάζει, με μαεστρία, τα παντζούρια της αφήγησης. Ή μήπως τα ανοίγει;
Δεν θέλω να κρίνω το βιβλίο ιστορικά, επειδή, πρώτα απ’ όλα, δεν είμαι γνώστης της ιστορίας, μολονότι και στον τομέα αυτό ο συγγραφέας σημαδεύει σωστά το στόχο του. Όμως, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά το λογοτεχνικό αισθητήριο, τότε, ναι, είμαι αναγκασμένος να ομολογήσω ότι ο Χρήστος Αργυρού δίνει πνοή σε μια, θεωρητικά, συνηθισμένη, εννοώ για εκείνους τους χρόνους, ιστορία. Η οποία, και εδώ έγκειται, κατά την άποψή μου, το μεγάλο του επίτευγμα, άλλοτε μοιάζει ερωτική με ιστορικές προεκτάσεις, άλλοτε μοιάζει ιστορική με θρησκευτικές προεκτάσεις, και άλλοτε μοιάζει πολεμική με οικονομικές διαστάσεις. Ωστόσο, στην πυραμίδα, και ενδεχομένως ψηλότερα από την πυραμίδα, ακολουθούμε τα αχνάρια της σπαρακτικής, αν και γενναίας, διαδρομής του Νικήτα Ευγενικού ο οποίος, αφού πέσει θύμα συκοφαντίας, ευνουχίζεται από τον Ισαάκιο Κομνηνό. Αφήνει, λοιπόν, στη μέση το φλογερό του ειδύλλιο και γίνεται το δεξί χέρι του Ισαάκιου Β’ Αγγέλου για να βουλιάξει στις ίντριγκες, στις συνωμοσίες, στις ραδιουργίες, στις βουλιμικές εμμονές γελοίων αρχόντων, σε ό,τι, με άλλα λόγια, τρέχει στους οχετούς των ψυχών. Ευτυχώς γι’ αυτόν, ξαναβρίσκει την αγαπημένη του, μόνο που, και πάλι, οι συμβάσεις και οι τυπολατρείες δεν του επιτρέπουν να τη χαρεί.
Μένω εδώ, γιατί, όντως, οι ανατροπές στο μυθιστόρημα είναι εκθεμελιωτικές και κατακλυσμιαίες. Κι ενώ η σκληρότητα εμφανίζεται σαν παχιά κρούστα, μόλις τη γδάρετε λίγο με το νυχάκι σας θα αντικρίσετε μια σπάνια, και εξόχως διατυπωμένη, τρυφερότητα.

 

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Μυθιστορία βυζαντινών παθών

Χρήστος Αργυρού, Ο άνθρωπος του βασιλέως, μεσαιωνική μυθιστορία,
Λάρνακα, Βιβλιοεκδοτική, 2009, σελ. 250

Ο Χρήστος Αργυρού γεννήθηκε στη Γιαλούσα το 1972, τη χρονιά κατά την οποίαν ο Θεοδόσης Νικολάου ανέλαβε καθήκοντα γυμνασιάρχη στο εξατάξιο Γυμνάσιο της ίδιας κωμόπολης. Στον λόγο που εκφώνησε κατά την αφυπηρέτησή του, ο αείμνηστος ποιητής και φιλόλογος δεν παρέλειψε να τη μνημονεύσει: «Καημένη Γιαλούσα, είχες το πρόσωπό σου σαν τριαντάφυλλο· τώρα;»
Οι σπουδές του Χρ. Αργυρού στον κλάδο της Ιστορίας και Αρχαιολογίας, με ειδίκευση στη βυζαντινή τέχνη, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο Πανεπιστήμιο του Birmingham κατευθύνουν αρκετές από τις λογοτεχνικές του ενασχολήσεις, ποιήματα, διηγήματα και ειδικότερα το μυθιστόρημά του. Εμφανίστηκε στα γράμματα με ένα ερωτικό διήγημα («Ο παράφορος έρωτάς μου με την π», Νέα Εποχή, τχ. 291, Χειμώνας 2006-2007, σσ. 55-56), όσο ερωτική μπορεί να είναι η σχέση με μια παττίχα, που έχει όμως γυναικεία χαρακτηριστικά. Πάντως, στο διήγημα αυτό, όπως και στο υπό δημοσίευση «Βούτσες σγοιαν τα πομιλόρκα τζιαι στομόσσειλα κκεράζιν», που είναι γραμμένο εξολοκλήρου στο κυπριακό ιδίωμα, φαίνονται η ετοιμότητα και η δεξιότητα του νέου διηγηματογράφου να αξιοποιεί αποτελεσματικά το χιούμορ, το απρόοπτο και το παράδοξο και να εμποτίζει ταυτόχρονα την πρόζα με στοιχεία της ποίησης, για να τραγουδήσει με ανάλαφρες νότες και λυρικές πινελιές τον έρωτα· την παντοδυναμία του ερωτικού πόθου και τα αδιέξοδά του. Ειδικά το ιδιωματικό αφήγημά του αποτελεί υπόσχεση αλλά και επιβεβαίωση ότι η κυπριακή διάλεκτος μπορεί να αξιοποιηθεί περαιτέρω, όχι μόνο στην ποίηση και το θέατρο αλλά και στον πεζό λόγο.
Το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο του είναι μια συλλογή ποιημάτων (Κατάδυση στο χρόνο, 2008), που έχει τιμηθεί πρόσφατα με κρατικό βραβείο. Στη συλλογή αυτή, τα πιο προσωπικά ποιήματα επιτάσσονται, για να προταχθεί μια σειρά από τέσσερα ιστορικά ποιήματα. Τα τρία από αυτά («Των αστεριών τα περπατήματα», «Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτης» και «Απάντησις σε λατίνο επίσκοπο») αντλούν τη θεματική τους από τη βυζαντινή περίοδο και μας προδιαθέτουν, όχι μόνο με τη θεματική τους αλλά και με τη γλώσσα, το ύφος ή την (ανθρωποκεντρική) προσέγγιση της Ιστορίας, για το δεύτερο βιβλίο του, το μυθιστόρημα Ο άνθρωπος του βασιλέως, που κυκλοφόρησε έναν χρόνο αργότερα. Είναι το πρώτο αξιόλογο δείγμα που προέρχεται από έναν εκπρόσωπο της πιο πρόσφατης λογοτεχνικής «γενιάς» και το δεύτερο κυπριακό μυθιστόρημα με βυζαντινή θεματική, ύστερα από το δίτομο έργο της Ρήνας Κατσελλή Στα βουνά της τραμουντάνας (1973-1974). Η «μυθιστορία» του Χρ. Αργυρού αποκτά περισσότερη σημασία, αν σκεφτούμε ότι στην Κύπρο, ιδίως ανάμεσα στους νέους συγγραφείς, το καλό μυθιστόρημα σπανίζει – παρά το γεγονός ότι έχουν εκδοθεί από τη δεκαετία του 1960 και εξής μια δεκαριά σημαντικά και αξιόλογα δείγματα, που οφείλονται κυρίως σε εκπροσώπους της δυναμικής «γενιάς» του 1960 και λιγότερο σε συγγραφείς που εμφανίστηκαν μετά το 1974.
Κατά τις τελευταίες δυο δεκαετίες παρατηρήθηκε μια στροφή στο ελληνικό μυθιστόρημα για αξιοποίηση της παλιότερης ιστορίας. Ας θυμηθούμε εδώ ότι το ιστορικό μυθιστόρημα καλλιεργήθηκε στον ελληνικό χώρο κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, κυρίως από τους Αλέξανδρο Ραγκαβή (Ο αυθέντης του Μορέως, 1850), Στέφανο Ξένο (Η ηρωίς της Ελληνικής Επαναστάσεως, 1861), Κωνσταντίνο Ράμφο (Ο Κατσαντώνης, 1862), Εμμανουήλ Ροΐδη (Η πάπισσα Ιωάννα, 1866), Δημήτρη Βικέλα (Λουκής Λάρας, 1879) και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (Οι έμποροι των εθνών, 1882-1882, Η γυφτοπούλα, 1884). Ακολούθησε ένα δεύτερο κύμα, στα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, με τους Άγγελο Τερζάκη (Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ, 1945), Μ. Καραγάτση (λ.χ. Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου, 1944), Παντελή Πρεβελάκη (λ.χ. Ο Κρητικός, 1948-1950) και Θανάση Πετσάλη-Διομήδη (λ.χ. Οι Μαυρόλυκοι, 1947-1948). Από τη δεκαετία του 1990 εξελίσσεται μια νέα φάση του ιστορικού μυθιστορήματος με τη συμβολή συγγραφέων όπως οι Θανάσης Βαλτινός, Ρέα Γαλανάκη, Μάρω Δούκα και Αλέξης Πανσέληνος. Ο Άνθρωπος του βασιλέως μπορεί να ενταχθεί σε μια ειδικότερη ομάδα πεζογραφημάτων, που αντλούν τη θεματική τους από τη βυζαντινή περίοδο. Τέτοια μυθιστορήματα έχουν γράψει, εκτός από τη Ρήνα Κατσελλή, και οι Μάρω Δούκα (Ένας σκούφος από πορφύρα, 1995), Ισμήνη Καπάνταη (Το άλας της γης, 2002), Πασχάλης Λαμπαρδής (λ.χ. Η κοιλάδα των σπαθιών, 2008), Παναγιώτης Αγαπητός (λ.χ. Το εβένινο λαούτο, 2003· Ο χάλκινος οφθαλμός, 2006) αλλά και ξένοι συγγρα-φείς, όπως ο Άλαν Γκόρτον (Ο σφετεριστής του βυζαντινού θρόνου, 2005) κ.ά. Ο Χρ. Αργυρού έχει υπόψη του τέτοια μυθιστορήματα βυζαντινής θεματικής και ενδεχομένως αξιοποιεί ορισμένα στοιχεία τους.
Έχει επισημανθεί ότι οι πλείστοι μυθιστοριογράφοι της εποχής μας δεν επιδιώκουν να εκφράσουν την ιδεολογία της επίσημης ιστοριογραφίας ή να καθρεφτίσουν το ιστορικό παρόν μέσα από τις ιστορικές περιπέτειες του παρελθόντος. Αντίθετα, παρατηρείται συνήθως μια πολυφωνική προσέγγιση της ιστορίας, αφού αυτή θεωρείται πια ένα ανοιχτό και ρευστό πεδίο έρευνας και ερμηνείας, και πάνω απ’ όλα μια γλωσσική κατασκευή, που δεν αποβλέπει να πείσει τον σύγχρονο αναγνώστη για την ιστορική της αλήθεια, αλλά να υποβάλει μια προσωπική ανάγνωση της παλιότερης ιστορίας.
Ο ορισμός της πεζής μυθιστορίας από τον M. H. Abrams μας βοηθά να κατανοήσουμε τον ειδολογικό προσδιορισμό του βιβλίου του Χρ. Αργυρού, όπως συνοψίζεται στον υπότιτλό του («μεσαιωνική μυθιστορία»). Σύμφωνα με τον Abrams, η πεζή μυθιστορία (prose romance) «έχει ως προδρόμους την ιπποτική μυθιστορία του Μεσαίωνα και το γοτθικό μυθιστόρημα του ύστερου 18ου αιώνα. Συνήθως παρουσιάζει χαρακτήρες που διακρίνονται ιδιαίτερα είτε ως ήρωες είτε ως αχρείοι, ως κύριοι ή θύματα μιας κατάστασης. Ο πρωταγωνιστής είναι συχνά μοναχικός και σχετικά απομονωμένος από τον κοινωνικό του περίγυρο. Η δράση συνήθως τοποθετείται στο ιστορικό παρελθόν και η ατμόσφαιρα είναι τέτοια ώστε να αναστέλλει τις προσδοκίες του αναγνώστη, που βασίζονται στην εμπειρία της καθημερινότητας. Η πλοκή της πεζής μυθιστορίας δίνει έμφαση στην περιπέτεια και συχνά έχει τη μορφή της αναζήτησης ενός ιδανικού ή της καταδίωξης ενός εχθρού. Τα ρεαλιστικά ή ενίοτε μελοδραματικά γεγονότα του προβάλλουν συμβολικά, σύμφωνα με ορισμένους κριτικούς, τις πρωταρχικές και μύχιες επιθυμίες, ελπίδες και ανησυχίες του ανθρώπου, και ως εκ τούτου παρουσιάζουν αναλογίες με το υλικό του ονείρου, του μύθου, της τελετουργίας και της λαϊκής παράδοσης» (Λεξικό λογοτεχνι-κών όρων, Αθήνα, Πατάκης, 2005, σ. 289-290).
Όπως θα δούμε στη συνέχεια, τα πλείστα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά εφαρμόζονται και στη μυθιστορία του Χρ. Αργυρού, που τοποθετεί τη δράση της κατά τη δεκαετία 1185-1195, δηλαδή στα χρόνια της βασιλείας του Ισαάκιου Β΄ Αγγέλου, παραμονές της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους. Η Κύπρος γνωρίζει τότε την τυραννία του Ισαάκιου Κομνηνού (1182-1191), για να περάσει στα χέρια του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, που θα την πουλήσει σχεδόν αμέσως στους Ναΐτες ιππότες, και αυτοί θα τη μεταβιβάσουν στη δυναστεία των Λουζινιανών (1192). Την ίδια εποχή ο άγιος Νεόφυτος μονάζει στην Εγκλείστρα του και καταγράφει, μαζί με το θεολογικό του έργο, και τις δοκιμασίες του τόπου του στο πιο αξιόλογο κείμενό του Περί των κατά χώραν Κύπρον σκαιών (πρωτοεκδόθηκε το 1681).
Η κεντρική μορφή της μυθιστορίας, ο «άνθρωπος του βασιλέως», δηλαδή ο κυπριακής καταγωγής Νικήτας Ευγενικός, είναι πλασματικό πρόσωπο· επινοήθηκε από τον συγγραφέα για να λειτουργήσει ως συνεκτικός κρίκος ανάμεσα στο ιστορικό υλικό και τη μυθοπλασία. Η αφηγηματική αυτή μορφή αποδεικνύεται, πράγματι, αρκετά λειτουργική για την προώθηση της μυθοπλασίας. Εξαρχής ο νεαρός Νικήτας, γόνος αρχοντικής οικογένειας, πέφτει θύμα της τυραννίας του Ισαάκιου Κομνηνού: υποβάλλεται σε ορχεοτομία και διαπομπεύεται στους δρόμους της Λευκωσίας, με την άδικη κατηγορία της πορνείας και της μοιχείας, ενώ ο ίδιος βίωνε τότε τον πρώτο, αγνό έρωτά του με την αγαπημένη του Αριάδνη. Με τις συμβουλές του Νεόφυτου του Έγκλειστου, ο ευνουχισμένος νέος αποφασίζει να γίνει μοναχός σε μοναστήρι στο όρος Όλυμπος της Βιθυνίας, όπου, ως δόκιμος Νικόλαος, διαβάζει και αντιγράφει παλιά χειρόγραφα. Ωστόσο, για τις ανάγκες τις μυθοπλασίας, ο κεντρικός ήρωας εγκαταλείπει τη μοναστική ζωή για να βρεθεί στην Κωνσταντινούπολη, ως σύμβουλος (πρωτοβεστιάριος) του νέου αυτοκράτορα, του Ισαάκιου Αγγέλου, και να ρυθμίζει την τύχη μιας αυτοκρατορίας. Έτσι, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει από κοντά την εξέλιξη των πραγμάτων, τις πολεμικές συγκρούσεις αλλά και την εσωτερική διακυβέρνηση, τη ζωή στο παλάτι, τις πλεκτάνες και τα πάθη όσων αλώνονται από τον δαίμονα της πολιτικής και της πορνείας.
Όσο ο Νικήτας διεκπεραιώνει με επιτυχία τις αποστολές του ως «αποκρισάριος» του βασιλιά σε Ανατολή και Δύση, για να εξασφαλίσει συνθήκες ειρήνης με τους εχθρούς που καραδοκούν να κατακτήσουν τη Βασιλεύουσα, ο ίδιος βιώνει βουβά το προσωπικό του δράμα· τον ακρωτηριασμένο ανδρισμό του και τον ανολοκλήρωτο έρωτά του με την Αριάδνη, η οποία, και πάλι για τις ανάγκες της μυθοπλασίας, βρίσκεται στην Πόλη, αλλά έχει γίνει μοναχή. Από τις πιο ωραίες σελίδες του βιβλίου είναι οι ερωτικές επιστολές που ανταλλάσσουν ο Νικήτας και η Αριάδνη, για να εξυμνήσουν και να προβάλουν τη δύναμη της αγνής και ανιδιοτελούς αγάπης τους.
Όλα δείχνουν ότι η Βασιλεύουσα οδηγείται στην παρακμή και, μοιραία, στην καταστροφή. Ο πρωτοβεστιάρος, αφού διαπιστώνει ότι οι συμβουλές του δεν εισακούονται από τον βασιλιά, αποφασίζει να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και να γυρίσει στην Κύπρο, που είχε περάσει στα χέρια του Λουζινιανών. Η πτώση του αυτοκράτορα δεν αργεί· χάνει τον θρόνο του από τον αδελφό του, για να διαπομπευθεί με τον τρόπο που είχε διαπομπεύσει και ο ίδιος τον προκάτοχό του, τον Ανδρόνικο Κομνηνό.
Στο προτελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματος παρακολουθούμε μέσα από το βλέμμα του χρονικογράφου Νικήτα Χωνιάτη την άλωση και την καταστροφή της Βασιλεύουσας από τους Σταυροφόρους το 1204 (εδώ ξεφεύγουμε κατά εννιά χρόνια από το βασικό χρονικό πλαίσιο του κειμένου). Ένα από τα θύματα της βίας των Σταυροφόρων είναι η μοναχή Άννα, δηλαδή η Αριάδνη, που αρνήθηκε να ακολουθήσει τον Νικήτα στο νησί τους. Όμως, ενώ πληροφορούμαστε το άδοξο τέλος της Αριάδνης, δεν μαθαίνουμε τι απέγινε ο πρωταγωνιστής του κειμένου. Πάντως, το ιστορικό πρόσωπο του Νικήτα Χωνιάτη παρουσιάζει ενδιαφέρουσες αναλογίες με τον πρωταγωνιστή της μυθιστορίας, ο οποίος συνδέεται παράλληλα με το χωριό (ή «πρόνοια») Νικήτα της Θεομόρφου (δηλ. της Μόρφου). Καθόλου τυχαία ο Νικήτας Χωνιάτης, που είχε ανάλογα αξιώματα στο παλάτι των Βλαχερνών, εμφανίζεται να συμβουλεύει και να καθοδηγεί τον πρωταγωνιστή της μυθιστορίας.
Στο τελευταίο κεφάλαιο μεταφερόμαστε, με ένα τεράστιο χρονικό άλμα, στην Κωνσταντινούπολη του 2006, για να παρακολουθήσουμε την ανασκαφή της Μονής της Κεχαριτωμένης από αμερικανική αρχαιολογική αποστολή με επικεφαλής τον Henry James. Ο συνονόματος του γνωστού μυθιστοριογράφου ανακαλύπτει χειρόγραφο του Νικήτα Χωνιάτη για την ιδιωτική ζωή των αξιωματούχων της εποχής του – και για τον έρωτα του Νικήτα με τη μοναχή Άννα, που επιβεβαιώνεται σε περγαμηνή που χάρισε ο πρώτος στη δεύτερη με τη ρήση του Φιλόστρατου για τη δύναμη και την αξία της αγάπης και του έρωτα. Με άλλα λόγια, η ερωτική μυθοπλασία, και ειδικά ο αγνός αλλά ατελέσφορος έρωτας, εξελίσσεται σε βασικό θεματικό άξονα του βιβλίου και έρχεται ως αντίβαρο στα οξυμένα πολιτικά πάθη.
Περνώντας σε ζητήματα τεχνικής, θα μπορούσαμε να πούμε πολύ συνοπτικά ότι ο Άνθρωπος του βασιλέως αρθρώνεται σε 27 σύντομα κεφάλαια, ενώ η αφήγηση εξελίσσεται γραμμικά, ακολουθώντας τη δομή ή και ρητορικούς τρόπους των μεσαιωνικών χρονικών. Σε αρκετές περιπτώσεις ενσωματώνονται, συνήθως εύστοχα και λειτουργικά, λέξεις και εκφράσεις της βυζαντινής περιόδου αλλά και της μεσαιωνικής κυπριακής διαλέκτου με βάση γραπτές πηγές (όπως το Χρονικό του Μαχαιρά και τα αναγεννησιακά ποιήματα του 16ου αιώνα).
Το μυθιστόρημα του Χρ. Αργυρού έχει αρκετές αφηγηματικές αρετές, κυρίως όταν απεικονίζονται χώροι και μνημεία (λ.χ., η Κωνσταντινούπολη και ο ναός της Αγίας Σοφίας), ή όταν ανασύρεται στην επιφάνεια η εσωτερική πάλη του ευνουχισμένου Νικήτα, οι ψυχολογικές συγκρούσεις και μεταπτώσεις του, όταν νιώθει διχασμένος ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα. Τέτοιες ενδοσκοπήσεις συμβάλλουν στην ανάδειξη του προσώπου του πρωταγωνιστή, που είναι, τελικά, ο μοναδικός σχετικά ολοκληρωμένος αφηγηματικός χαρακτήρας του έργου. Το κείμενο είναι καλογραμμένο (το «κοιλοπόνημά» του κράτησε εφτά χρόνια, από το 2000 έως το 2007) και εύληπτο, διαβάζεται μονορούφι και δεν κουράζει. Ανάμεσα στις αρετές της γραφής του θα μπορούσε να αναφερθεί και η σποραδική αξιοποίηση του χιούμορ, που θα μπορούσε, όμως, να είναι πυκνότερη. Αξιοσημείωτη είναι και η προσπάθεια του συγγραφέα να δείξει την ψυχολογία του «όχλου» κατά τη διαπόμπευση του Ανδρόνικου Κομνηνού, ή να φωτίσει το πρόσωπο και την κρυμμένη ζωή των ευνούχων, ή να προβάλει αντιλήψεις της εποχής για τη μαγεία, τις σολομωνικές, τις δεισιδαιμονίες κτλ.
Είναι δύσκολο να πει κανείς αν ο συγγραφέας κατόρθωσε να συλλάβει την αύρα της βυζαντινής περιόδου που εξιστορεί, ή αν κατόρθωσε να αποδώσει τα ήθη της εποχής αυτής. Αυτό δεν μπορεί να ελεγχθεί, αφού δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με επάρκεια την καθημερινή ζωή μιας τόσο μακρινής εποχής ή τις πιο αθέατες πλευρές της ιστορίας. Θα μπορούσε να ειπωθεί με περισσότερη ασφάλεια ότι ο μυθιστοριογράφος δεν παρεκκλίνει αισθητά από την επίσημη ιστοριογραφία – παρά το γεγονός ότι δοκίμασε να προσεγγίσει τα ιστορικά πράγματα ανθρωποκεντρικά, μέσα από την ατομική περίπτωση του πλασματικού πρωταγωνιστή του. Πάντως, σε ορισμένες σελίδες (λ.χ., σσ. 92-94) δίνεται η αίσθηση ότι το ιστορικό υλικό «βαραίνει», και ότι θα μπορούσε να διοχετευθεί περισσότερο έμμεσα και διακριτικά, με μικρές και ελεγχόμενες δόσεις – σύμφωνα και με τις συμβουλές του Walter Scott, εισηγητή του ιστορικού μυθιστορήματος. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ο συγγραφέας λειτουργεί περισσότερο ως ιστορικός παρά ως μυθιστοριογράφος. Αλλά και από την πρόταξη αρκετών ιστορικών πληροφοριών (στο Προλογικό σημείωμα, το Χρονολόγιο, τη Γενεαλογία της δυναστείας των Αγγέλων και τους Χάρτες), είναι φανερό ότι ο συγγραφέας επιδιώκει να ενημερώσει πρώτα τον αναγνώστη του, για να τον βοηθήσει να παρακολουθήσει πιο εύκολα το κείμενο. Ωστόσο, οι ιστορικές αυτές πληροφορίες θα ήταν καλύτερα να περιοριστούν στο τέλος του βιβλίου, μαζί με το πολύ χρήσιμο Γλωσσάριο.
Το εξώφυλλο της έκδοσης φαίνεται απόλυτα ταιριαστό με το περιεχόμενό του: Όπως με πληροφόρησε ο συγγραφέας, η μορφή που παριστάνεται στο εξώφυλλο είναι λεπτομέρεια από χειρόγραφο του 11ου ή 12ου αιώνα, που προέρχεται από τη Μονή Διονυσίου στο Άγιον Όρος (Κώδικας 61, φ. 1β: «Λειτουργικές Ομιλίες» του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού). Ο εικονιζόμενος, που προσφέρει κώδικα στον Γρηγόριο το Ναζιανζηνό, είναι ανώνυμος νεαρός ευγενής, ίσως αξιωματούχος, όπως υποδηλώνεται από την πλούσια στολή και το πορφυρό χρώμα της χλαμύδας του. Η φιγούρα αυτή φαίνεται να παραπέμπει στον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος. Εξάλλου, η μισοκρυμμένη στο «αυτί» του βιβλίου μοναχή (λεπτομέρεια από χειρόγραφο που βρίσκεται στο Lincoln College της Οξφόρδης και χρονολογείται στα 1327-1342) φαίνεται να παίρνει τον ρόλο της Αριάδνης και να «συνομιλεί» διακριτικά με τον Νικήτα. Η παράσταση στο χειρόγραφο απεικονίζει την ηγουμένη και τις μοναχές της Θεοτόκου Βεβαίας Ελπίδας από το τυπικό της μονής. Οι παραπάνω εικόνες και οι σχετικές πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο του Γιώρ-γου Γαλάβαρη Ζωγραφική βυζαντινών χειρογράφων (Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1995).
Ο Χρ. Αργυρού παραμένει ποιητής και σε αρκετά σημεία του μυθιστορήματός του. Έχει εξαιρετική αίσθηση της γλώσσας και μπολιάζει, συνήθως αποτελεσματικά, τον πεζό λόγο με στοιχεία της ποίησης. Σε λίγες περιπτώσεις, ίσως, θα μπορούσε να ελέγξει περισσότερο τον ποιητικό του οίστρο και να είναι πιο φειδωλός στη χρήση «λυρικών» ή «καλολογικών» εκφράσεων. Όσο μπορώ να κρίνω, ο συγγραφέας κερδίζει το στοίχημα της αληθοφάνειας, αφού κατορθώνει να πλάσει ένα μυθοπλαστικό σύμπαν που πείθει για τη μυθιστορηματική του αλήθεια. Μακάρι να συνεχίσει να γράφει ιστορικά ή άλλα μυθιστορήματα (αλλά και ποιήματα και διηγήματα), αντλώντας θέματα και από τη νεότερη και τη σύγχρονη κυπριακή ζωή. Άλλωστε η εποχή μας, που δεν υστερεί καθόλου σε βυζαντινισμούς, έχει να του προσφέρει άφθονο υλικό για μυθοπλασίες.

 

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΠΑΚΙΡΤΖΗΣ

Ο Χρήστος Αργυρού σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με ενδιαφέρον προς τη βυζαντινή αρχαιολογία. Στα χρόνια των σπουδών του έλαβε μέρος σε ανασκαφές και αρχαιολογικές δραστηριότητες στην Ελλάδα και στην Κύπρο, που πλούτισαν τις γνώσεις και την εμπειρία του. Στο Μπέρμινγχαμ έλαβε το μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στη βυζαντινή αρχαιολογία και επέστρεψε στην Κύπρο με την επιθυμία να σταδιοδρομήσει ως αρχαιολόγος. Η καιρική στένωση των πραγμάτων, οι συγκυρίες και οι πιεστικές ανάγκες μετά την Τουρκική εισβολή τον έστρεψαν στην Εκπαίδευση, όπου τα ενδιαφέροντά του για την Αρχαιολογία και οι γνώσεις του βρήκαν στη διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας γόνιμο έδαφος καλλιέργειας αναδεικνύοντας και μέσα στην τάξη και με δημοσιεύματα την αξία της καλής γνώσης της Ιστορίας και Αρχαιογνωσίας στη διαμόρφωση χρησίμων πολιτών. Συχνά συναντώ νεαρούς μαθητές του, στους οποίους έχει καλλιεργήσει την αγάπη για την Αρχαιολογία, και χαίρομαι τη μια γενιά να διαδέχεται την άλλη.

Τώρα, με το βιβλίο αυτό, μας ξαφνιάζει με την ορμητική ανάγκη του να εκφρασθεί αλλιώς, έξω από επιστημονικά και παιδαγωγικά πλαίσια, με τη λογοτεχνία που, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι ο μόνος τρόπος που λέγοντας κανείς ψέμματα λέγει την αλήθεια. Τί είναι, λοιπόν, το βιβλίο «Ο άνθρωπος του βασιλέως» του Χρήστου Αργυρού, που ο ίδιος χαρακτηρίζει μεσαιωνική μυθιστορία; Περί της πλοκής, των χαρακτήρων και της λογοτεχνικής παρουσίας του έχει ομιλήσει ο καθηγητής κ. Λευτέρης Παπαλεοντίου. Στη σύντομη ομιλία μου θα περιορισθώ σε κάτι άλλο, στη σχέση του βιβλίου με το Βυζάντιο.

Παλιότεροι ιστορικοί χαρακτήριζαν το Βυζάντιο Bas Empire, παρηκμασμένη δηλαδή αυτοκρατορία, καθώς κοίταζαν την περίοδο αυτή με μάτια εθισμένα στην ανάγνωση της Αρχαιότητας. Στον 20ο αι., και στο πλαίσιο του Ανατολικού Ζητήματος, οι σπουδές για το Βυζάντιο γνώρισαν ανάπτυξη και εστράφησαν στην έρευνα κυρίως του θρησκευτικού, χριστιανικού Βυζαντίου. Ήδη όμως από το διεθνές συνέδριο βυζαντινών σπουδών στη Βιέννη το 1981 η καθημερινή ζωή του Βυζαντίου ελκύει ολοένα και περισσότερο τους νεωτέρους ερευνητές και η ιδιάζουσα τέχνη του αναζητεί νέες προσεγγίσεις.

Εν τω μεταξύ πολλά έχουν αλλάξει. Τα τελευταία 25 χρόνια τα μεγάλα μουσεία, Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης στη Νέα Υόρκη, Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο, Λούβρο στο Παρίσι, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη διοργάνωσαν μεγάλες εκθέσεις περί Βυζαντίου, και άλλες ειδικότερες, στο Μουσείο Μπενάκη και τη Βασιλική Ακαδημία προσφάτως στο Λονδίνο. Θυμίζω εδώ στην Κύπρο την έκθεση «Βυζαντινή μεσαιωνική Κύπρος» (1998). Οι εκθέσεις αυτές γνώρισαν μεγάλη επιτυχία και έγιναν ευρύτερα γνωστές με τη δημοσίευση λαμπρών καταλόγων και μαρτυρούν την εμφάνιση διεθνούς ενδιαφέροντος για το Βυζάντιο, καθόλου τυχαίο σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης και ηλεκτρονικής τεχνολογίας . Και η μέν ομοιομορφία της παγκοσμιοποίησης έχει ανάγκη από την ποικιλία και τη ζωντάνια των πολιτισμών, η δε απόλυτη συναρμογή της ηλεκτρονικής τεχνολογίας από μία εξήγηση όταν ξαφνικά προκύπτει ότι 1+1 δεν κάνουν 2. Απαντήσεις και στις δύο περιπτώσεις δίδει το Βυζάντιο ως ευρισκόμενο ανάμεσα στον ορθολογισμό της Δύσης και τον μη ορθολογισμό της Ανατολής. Το Βυζάντιο, Κυρίες και Κύριοι, σκέπτεται ανατολικά, αλλά μιλά δυτικά.

Γι’ αυτό το λόγο η αναπαράσταση του Βυζαντίου είναι πρόβλημα. Για μας που είμαστε παιδιά του ορθολογισμού της Αναγέννησης πιο εύκολα φανταζόμαστε τον Σωκράτη στην Αγορά των Αθηνών παρά τον Πτωχοπρόδρομο στο παζάρι της Κωνσταντινούπολης. Δείτε στον κινηματογράφο: Πού είναι οι ταινίες για το Βυζάντιο, σαν την αξεπέραστη ακόμη Οδύσεια με τον Κέρκ Ντάγκλας καλούπι στον ρόλο του Οδυσσέα; Ταινίες περί Ελληνικής Αρχαιότητας είναι πολλές, συχνά με αφομοιωμένη τη γνώση των πηγών, των έργων τέχνης και των αρχαιολογικών ανακαλύψεων, που προχωρούν μέχρι την απομυθοποίηση του μύθου, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος του Όλιβερ Στόουν, ή σε γραφή κόμικς, όπως οι 300 του Λεωνίδα του Frank Miller. Ο «Αλέξανδρος Νέφσκι» και ο «Ιβάν ο Τρομερός» του Αϊζενστάιν είναι περισσότερο ρωσικοί παρά βυζαντινοί, και στον «Αντρέι Ρουμπλιώφ» του Ταρκόφσκυ ο ζωγράφος Θεοφάνης ο Έλλην, που εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη του 14ου αι. για να βρεί αδέσμευτο καλλιτεχνικό πεδίο στη Ρωσία, είναι απλώς μία περίεργη φιγούρα. Οι φιλότιμες μεσαιωνικές ταινίες του ΡΙΚ στηρίζονται όχι μόνον σε ό, τι μεσαιωνικό διασώζει η παράδοση της Κύπρου αλλά και στον λόγο και τη θεατρική εκφώνησή του.

Στην αναπαράσταση του Βυζαντίου, λοιπόν, έρχεται να συμβάλει η λογοτεχνία, και μάλιστα η νεοελληνική λογοτεχνία. Τα τελευταία χρόνια πολλοί τίτλοι, όπως γνωρίζετε, βυζαντινών βιβλίων εμφανίζονται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, και μπορούμε να πούμε ότι το Βυζάντιο είναι σήμερα της μόδας στη νεοελληνική λογοτεχνία και η προσέγγισή του προκαλεί το ενδιαφέρον συγγραφέων, εκδοτών και αναγνωστικού κοινού. Τα ερωτήματα λοιπόν είναι δύο: με ποιό τρόπο οι συγγραφείς αναπαριστούν το Βυζάντιο; Τι είδους Βυζάντιο αναπαρίσταται; Η Ρήνα Κατσελλή στα «Βουνά της Τραμουντάνας» αφομοίωσε το πολύτομο έργο του Φαίδωνος Κουκουλέ «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» για να αποδώσει πειστικά τον λυρισμό της μεσαιωνικής Κύπρου. Ο Παναγιώτης Αγαπητός χρησιμοποιεί τις πολλές και πρωτότυπες φιλολογικές και ιστορικές γνώσεις του για το Βυζάντιο, και βρίσκει ότι το σασπένς του αστυνομικού μυθιστορήματος που γράφει, ταιριάζει να ενδύεται βυζαντινά επειδή και τα δύο για να εκφρασθούν σκέπτονται μη ορθολογικά .

Με ποιό τρόπο λοιπόν ο Χρήστος Αργυρού προσεγγίζει το Βυζάντιο; Και ποιό Βυζάντιο;

1. Είναι κατανοητό ότι κοινός τόπος στα ιστορικά μυθιστορήματα είναι οι εξειδικευμένες γνώσεις του συγγραφέα, που επηρεάζουν την επιλογή του χρόνου, του χώρου και του τρόπου. Γι αυτό και ο αναγνώστης οφείλει να συμπορεύεται μαζί του για να έχει ασφαλή προσανατολισμό. Το ιστορικό σημείωμα, το χρονολόγιο από το 1183-1195, το γενεαλογικό δένδρο της οικογενείας των Αγγέλων, το γλωσσάρι με βυζαντινούς όρους, ο χάρτης του Βυζαντίου στον 12ο αι. και το τοπογραφικό της Κωνσταντινουπόλεως, που σχεδίασε η Λεόνη Μενογιάτη, καλόν είναι να μην τα προσπερνά ο αναγνώστης διότι είναι αναπόσπαστα μέρη του μυθιστορήματος.
2. Ο συγγραφέας επέλεξε να ντύσει το μυθιστόρημά του στον 12ο αι. για δύο λόγους: Πρώτον, επειδή το τέλος του 12ου αι., πριν από την κατάληψη της Πόλης από τους Λατίνους (1204), είναι ο δραματικός επίλογος περιόδου ακμής, και δεύτερον, επειδή στο 12ο αι. το Βυζάντιο έχει έντονη παρουσία στην Κύπρο, όπως μαρτυρούν κείμενα και πασίγνωστα μνημεία.
3. Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου είναι αυτοτελές και θα μπορούσε να διαβαστεί μεμονωμένα διότι παράλληλα με την αφήγηση διαπραγματεύεται και κάποιο θέμα βυζαντινού πολιτισμού, που έχει απασχολήσει τον συγγραφέα. Εύκολα αναγνωρίζει κανείς π.χ. ότι το 7ο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην περιγραφή της Κωνσταντινουπόλεως και της Αγίας Σοφίας, το 5ο στη διαπόμπευση ενός αυτοκράτορα, το 8ο και το 12ο σε τελετές της αυτοκρατορικής αυλής, το 10ο στις σχέσεις του Βυζαντίου με τους Νορμανδούς και τους Τούρκους του Ικονίου, το 13ο στην εξάπλωση της λατρείας του αγίου Δημητρίου στους Βουλγάρους, το 14ο στα χερσαία τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, το 15ο στον βυζαντινό πόλεμο εν γένει, το 18ο στη μαγεία στο Βυζάντιο, το 19ο στους Νορμανδούς της Σικελίας και τις εκκλησίες στο Παλέρμο με τα βυζαντινά ψηφιδωτά, το 20ο και το 24ο στο παλάτι των Βλαχερνών, το 21ο στην αυλή του Σαλαντίν, το 23ο στη βυζαντινή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, το 26ο στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους. Μέσα από τα κεφάλαια του βιβλίου προκύπτει ένα Βυζάντιο κοσμικό και θρησκευόμενο αλλά όχι θεοκρατικό. Ακόμη και όταν προσεύχεται είναι γεμάτο ζωή, χαρές και κακίες, ανθρώπους με προτερήματα και ελαττώματα, όπως πάντοτε και παντού άλλωστε.
4. Είναι τόσο φανερή η παρουσία του Βυζαντίου ώστε θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι ο συγγραφέας πρώτα επέλεξε τα βυζαντινά θέματα και κατόπιν τα ενέπλεξε στο μυθιοστόρημα. Στα τελευταία κεφάλαια, που είναι και πληρέστερα, η παρουσία των πηγών είναι λιγότερο εμφανής και ισορροπεί με την αφήγηση και την πλοκή.
5. Στη γραφή του Χρήστου Αργυρού οι περιγραφές των τόπων, όπως το δάσος του Φιλοπατίου έξω από την Κωνσταντινούπολη, υποτάσσονται στις περιγραφές των γεγονότων, όπως συμβαίνει στη βυζαντινή ζωγραφική, όπου ο τόπος απλώς ενδύει το γεγονός, όπως π.χ. στην παράσταση της Κοιμήσεως της Παναγίας τα σπίτια περιβάλλουν την τελευτή ωσάν η σκηνή να λαμβάνει χώρα σε αστικό περιβάλλον.
6. Τα κύρια πρόσωπα του μυθιστορήματος δεν σκιαγραφούνται ως πρόσωπα και χαρακτήρες αλλά ως τύποι, όπως στη βυζαντινή ζωγραφική δεν υπάρχουν εξειδικευμένα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά με αποτέλεσμα ο άγιος Νικόλαος, με οποιαδήποτε τεχνοτροπία και αν έχει αποδοθεί, να είναι παντού άγιος Νικόλαος, και αναγνωρίζεται από όλους ως άγιος Νικόλαος ακόμη και σήμερα.
7. Τα δευτερεύοντα πρόσωπα του μυθιστορήματος είτε είναι καρικατούρες, όπως στη βυζαντινή ζωγραφική οι στρατιώτες στην παράσταση της Σταυρώσεως, είτε είναι αόρατα, όπως ο άγιος Νεόφυτος στην Εγκλείστρα, στον οποίο είναι αφιερωμένο το 3ο κεφάλαιο.
8. Η ορολογία τίτλων και αντικειμένων, ενδυμασιών και σκηνών καθημερινής ζωής, όπως κομμερκιάριος, πρωτοβεστιάριος, βορδονάριος, κουμπάρια, λατίνια και σανδάλια, κουτρούβια κ.ά. σκιαγραφούν την αφήγηση με τόνους βυζαντινούς.
9. Ξάφνιασμα προκαλεί η χρήση «περιέργων» λέξεων, που ανασύρονται από τον προφορικό λόγο της κυπριακής ή και φτιάχνονται από τον συγγραφέα – στο λουτρό για να λουτρακιστούν, θεγέ μου, το αγνό ευγενικόπουλο, αγνάντιαζαν – και είναι ένας τρόπος, με τον οποίο ο λόγος ξεφεύγει από τη φυσικότητα, όπως η βυζαντινή μουσική διαλύει τη γραμματική και συντακτική δομή, αλλά δεν εξαφανίζει τον λόγο ή όπως το θυμίαμα, είναι μεν φυσική οσμή απτή δια του καπνού, αλλά δεν συναντάται πουθενά στη φύση.
10. Μολονότι η Κύπρος είναι παρούσα σε αρκετά κεφάλαια δεν περιγράφεται το τοπίο της. Η μεσαιωνική της όμως παράδοση επηρεάζει τον συγγραφέα, όπως π.χ. οι ερωτικές επιστολές, που με τον τίτλο «Κρυφά λόγια της αγάπης» παρεμβάλλονται ανάμεσα στο 11ο και το 12ο κεφάλαιο, θα γραφόντουσαν διαφορετικά εάν ο συγγραφέας δεν γνώριζε τα μεσαιωνικά κυπριακά poèmes d’amour.
11. Όλα αυτά συνθέτουν, είτε το επεδίωξε ο συγγραφέας είτε όχι, μία ελλειπτική, μη κυριολεκτική εικόνα του κόσμου, όπου κυριαρχούν όχι οι άνθρωποι αλλά η περί των ανθρώπων αφήγησις. Και αυτό, νομίζω, όσο αντιλογοτεχνικό και αν φαίνεται, καθιστά την επίδραση του Βυζαντίου παρούσα στο βιβλίο του Χρήστου Αργυρού.
Στέκομαι σε ορισμένες σκηνές βίας, ευνουχισμών, ανασκολωπισμών, αποκεφαλισμών, που ομολογώ ότι με ξάφνιασαν με την έντασή τους. Συζήτησα το θέμα με φίλο του συγγραφέα, ο οποίος χαρακτήρισε τις σκηνές αυτές αποτροπαϊκές. Με τον τρόπο αυτό προβάλλεται το χαρακτηριστικότερο στοιχείο του βιβλίου, ο έρωτας, και μάλιστα ο παράφορος και απελπισμένος έρωτας. Οι ερωτικές σελίδες είναι οι ωραιότερες του βιβλίου και έχω τη γνώμη ότι η κεντρική ιδέα του βρίσκεται στη σελ. 198, στο 20ο κεφάλαιο: Τόσο ο ευνούχος όσο και η παλλακίδα ήταν δύο καταδικασμένες ψυχές σε μια χωρίς τέλος πορεία σε ένα αγκαθερό, σταθερό, δύσβατο και σκοτεινό μονοπάτι…ήταν δυό πλάσματα που αγαπούσαν παράφορα.

Ο ήρωας Νικήτας Ευγενικός αλλιώς ήθελε και αλλιώς έζησε τη ζωή του. Τελικά διασώζεται όχι, όπως θα νόμιζε κανείς, από την εμμονή στο καθήκον και την αναμμένη σπίθα ελπίδας και αισιοδοξίας που προκαλεί ο έρωτας, αλλά από την τελική αποστασιοποίησή του και από τα δύο.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

1-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1

 

 

Η Μαρία Κοκκινάκη γεννήθηκε στις Αρχάνες Ηρακλείου. Σπούδασε Ιστορία, Αρχαιολογία και Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε ως καθηγήτρια φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές:
Αντιθέσεις 2006
Η γούρνα με τα περιστέρια 2016

 

 

 

1-untitled-fr12

1-1-%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%bf%ce%ba%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b1%ce%ba%ce%b7

 

 

 

 

 

 

Η ΓΟΥΡΝΑ ΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ (2016)

(Οπισθόφυλλο)

Η πόλη και έρωτας είναι δυο έννοιες αλληλοσυμπληρούμενες
αλλά και κάθε μια αυθύπαρκτη και αυτόνομη. Είναι η διττή
υπαρξιακή πορεία ενός ανθρώπου, που σα διψασμένο περιστέρι
μετά από μια κουραστική περιπλάνηση θα αναζητήσει την πηγή
για να πιει νερό, να ξεδιψάσει, να ξεκουραστεί, και να
ξαναπετάξει για άλλες αναζητήσεις. Είναι η πηγή ζωής που έχει
ανάγκη ο ποιητής για να υπάρξει.

 

 

η πόλη

 

 

Αθήνα 2015

Αθήνα, πόλη νεκρή,
κι εμείς θρασείς περπατητές
πάνω στους τάφους.
Απόντες οι ποιητές.
Σε μια συμφωνημένη συσκότιση
τα λουκούλλεια γεύματα τελούνται
αγωνιωδώς καταπίνοντας το λιγοστό χρόνο
που παραμονεύει στην άλλη γωνία.

Απούσα η ελπίδα.
Τις λεωφόρους οργώνουν οι λαοί
για να δικαιώσουν την ιστορία
που θα μιλήσει για τη συλλογική ευθύνη.

Ενοχικές πορείες, σχολεία υπαίθρια,
ετοιμάζουν τους αυριανούς στρατιώτες.
Μαθαίνουν οι νέοι από τους παλιούς.
Η βιωματική μάθηση είναι η καλύτερη.
Τι να την κάνεις τη βιβλιογραφία!

Εσύ, μοναχά, ρομαντικέ ταξιδευτή,
από το γαλαξία των Γραφικών
επιμένεις ν’ αναζητάς την αλήθεια
πίσω απ’ τα ψέματα.

Σκάψε, σκάψε κάτι θα βρεις
σ’ αυτή τη χώρα που οι θησαυροί της
βρίσκονται πάντα κάτω απ’ το χώμα.
Πώς αλλιώς να δώσεις ελπίδα στους νέους
που σκοτώνονται στη Συρία, στην Παλαιστίνη,
στη Μοσούλη, στη Λιβύη
και πιότεροι ανάμεσα στα βιογραφικά
για αναζήτηση εργασίας
μέσα στη χώρα μου.

 

 

Ελλάδα

Θα βάλω βαθυγάλαζο σ’ ένα χαρτί
να παίζει η θάλασσα
και με τα χρώματα
θα ζωγραφίσω φύση:
παπαρούνες, μαργαρίτες,
κρόκους κι ασπάλαθους.
Στο βάθος
μια κουρασμένη βελανιδιά.

Μια γούρνα με τα περιστέρια
στην καρδιά σου
και έναν ήλιο καρφιτσωμένο
στο πέτο σου.
Τον άνεμο θα στείλω
να κυνηγήσει τους ανεμόμυλους
που έστησες και με περιπαίζεις.

Θα το κοιτώ και θα θυμάμαι
πόσο και πως σ’ αγάπησα
Παλιά μου άνοιξη, μικρή μου Ελλάδα,
ζωγραφιά μου εσύ
σ’ ένα χαρτί άλφα τέσσερα.

 

 

Νόστος

Χρόνια απών κι όμως ποτέ
δεν ήταν τόσο κοντά στην καρδιά μου
η θάλασσα που, θυμάμαι, έφτανε ως το παραθύρι μου.

Ίδιες, θα μου πεις, οι θάλασσες του κόσμου.
Μα η θάλασσα του τόπου μου έχει άλλο χρώμα,
θα σου πω,
άλλο ήχο, άλλο πόθο πάνω στο κύμα της.

Πατρίδα, εσύ, αλησμόνητη,
σε σένα κουρνιάζω
κάθε που οι ξένοι τόποι
αδειάζουν τα σπλάχνα μου·
μα όπου κι αν βρίσκομαι
το δικό σου πόνο κουβαλώ.

 

 

Χειμώνας

Ο καιρός άλλαξε.
Έβαλε κρύο.
Κι εμείς δεν προλάβαμε να ετοιμαστούμε στο σπίτι.
Βέβαια δεν ήμαστε μόνοι.
Κι αυτό μας ζέσταινε.
Όταν όμως πλάκωσε η βαρυχειμωνιά
ο καθένας βυθίστηκε μες στο παλτό του.
Προσπάθησε να κοιμηθεί για να μη σκέφτεται.
Το πρωί μας βρήκε χωριστά
ν’ αναζητούμε ποιος λείπει ανάμεσά μας.
Κανείς δεν είδε.
Μα όλοι είμαστε γνώστες της ενοχής μας.

 

 

Ψυχή και Άνεμος

Κατάρτια περίτεχνα καμωμένα
από τα πανάρχαια χρόνια
δοκιμάζουν τη σιγουριά του τεχνίτη
μέσα στης θάλασσας την αντοχή.

Στις κορυφές των δέντρων
και στα ακρόμυτα των καταρτιών
ξεκουράζεται ο άνεμος
σαν αποκάμνει απ’ το ταξίδι στα πέλαγα.

Κουρασμένε πολεμιστή,
ακούμπα στο κατάρτι σου
να ξαποστάσεις.
Θυμήσου ωστόσο:
αν δεν τολμήσεις
σαν την αμυγδαλιά το χειμώνα
δε θα θερίσεις καρπό την άνοιξη.

 

 

ο έρωτας

 

 

Αδυναμία παροχής

Πες μου αλήθεια γιατί μ’ ακολουθείς;
Γιατί πατάς στα βήματά μου;
Γιατί μετράς τον ίσκιο που φορώ
σα βγαίνω να περπατήσω στον κόσμο μου;
Το μετέωρο βήμα σου ακούγεται ως τα σπλάχνα μου.
Σμίγεις με τους ίσκιους των φύλλων
και σαν αγγέλου τίναγμα
προσγειώνεσαι στην καρδιά μου.
Παίζεις με το φως των αστεριών
περιπαίζοντας την πίστη της σελήνης
στο πρωινό ξημέρωμα.
Θροΐζεις πίσω από το νου μου, αέρας πλάνος,
φυλλορροώντας τις υποσχέσεις
που αθετείς εν τω άμα.
Μ’ αγαπάς, μου λες.
Γιατί, ωστόσο, σα σε ζητώ πάντα λείπεις;

 

 

Δια πταίσμα ασήμαντον

Έφυγες μια μέρα
με το φως του μεσημεριού
να λούζει την απορία μου.
Αυθαίρετη λύση μιας σχέσης
που κτίστηκε αστόχαστα
στην άκρη ενός ποταμού.
Η φωνή μου χάθηκε
σε ώτα απρόθυμα.
Κι εγώ καταδικάστηκα
δια πταίσμα ασήμαντον.

 

 

Παράβαση

Στενεύουν οι δρόμοι.
Οι αστυνόμοι καραδοκούν
κι εγώ παραβάτης του κώδικα.
Η κακή συνήθεια δεύτερη φύση
κι αφέθηκα πάλι να με παρασύρει.
Πώς να περπατώ πια
στις μικροπολιτείες των ταπεινών;

 

 

Χωριστά δρομολόγια

Μέσα από τα δρομολόγια της προσφυγιάς μου
ανιχνεύω τα λείψανα της κοινής μας πορείας.
Συνταξιούχος πια, να κλαδεύω τριανταφυλλιές
και συ γηραιός κύριος επιζήσας του ναυαγίου του
έρωτα.
Η ζωή μας μια βάρκα που χάθηκε χρόνια πριν
καθώς μοιραία συνάντησε κάποιον ύφαλο.
Οι προσπάθειες του πληρώματος
δε στάθηκαν ικανές να σώσουν το σκάφος
που, καθώς φαίνεται, ναυπηγήθηκε αστόχαστα.
Τα υπόλοιπα ταξίδια τα κάναμε χωριστά.

 

 

 

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ (2006)

 

 

Αθετημένη υπόσχεση

Όταν αποφάσισες να σκοτώσεις τη μοναξιά μου
σου είπα πως δε χρειάζεται, την έχω συνηθίσει πια
Με κοίταξες και μου ‘πες
εμένα θα με συνηθίσεις περισσότερο

Κρατούσες καλά τα μυστικά του έρωτα
Ωστόσο σου παράδωσα την αδικαίωτη νιότη μου
για να βάλεις τα θεμέλια στης ψυχής μου το μέλλον
Τα θα σου στεγνώσανε κι έφυγες

Κι απόμεινα εγώ στα περίχωρα της Ιεριχώς
να συντηρώ μια αθετημένη υπόσχεση

 

 

Ανθρώπινα

 

 

I

Καρποφόρες αγκαλιές και χείλη φωτιά
επισκέφτηκα και χθες μες στην κάμαρά σου
Μόνο που τη βρήκα πλημμυρισμένη από άρωμα λεβάντας,
που εμένα μου είχε τελειώσει μήνες πριν

II

Ερωτικές αιρέσεις, αδικαίωτη νιότη
κι εγώ σκόνταψα στον αγέρα που έφραζε το δρόμο για το αύριο
Χάθηκα και πάλι στ’ απατηλά σοκάκια της σκέψης μου
Εκεί σου χάρισα το χρόνο μου
κι εσύ μου ανταπόδωσες τη σιωπή σου

III

Είχαμε δώσει ραντεβού μπροστά στη βρύση
Οι φοινικιές ξεράθηκαν κι ο πλάτανος κουράστηκε να κάνει ίσκιο
«Διέκοψαν την παροχήν ύδατος, η υδροδότησις θα καθυστερήσει»
Νυχτώθηκα κι εγώ να περιμένω
Φεύγοντας σ’ είδα να ξεδιψάς τα νιάτα σου σ’ άλλη πηγή

 

 

Ασκητής

Πολύχρωμα αλαζονική η πολιτεία
και συ, παράταιρη μονόχρωμη πινελιά,
αναζητάς τ’ αναπάντητα γιατί της ύπαρξης
Μπορείς να πεις ότι τα ‘ζησες όλα;
Σαν ανεβαίνεις στο ασκηταριό της Ποίησης
κι αντικρύζεις, καθρέφτης ο βράχος, τις πορείες του Χρόνου,
πες μου αν έδωκες απάντηση σ’ όσα ρωτάνε τα παιδιά
όταν η αγωνία κι ο φόβος συντροφεύει τα όνειρά τους
Πες μου, λοιπόν, γιατί διαλέγεις τα εύκολα;

 

 

Εκούσιο θύμα

Ονειροπόλος του αρχαίου καιρού
με μια καρδιά μοιρασμένη
ανάμεσα στο Χριστό και τον Πλάτωνα
Δεσπότης και μαζί αρχαίος ρήτορας
φορώντας ωμοφόριο κι αρχαίο χιτώνα
παλεύω ανάμεσα στα ορατά και στ’ αόρατα
στην Ανάγκη και την Επιθυμία

Δολοφόνες αντιφάσεις κι εγώ εκούσιο θύμα

 

 

Έλλειψη ψυχής

Στην αυγή του κόσμου
κοιτάζω κι εγώ σαν τον κλέφτη
ν’ αρπάξω κάτι απ’ το σκοτάδι
Αυτό είναι για μένα το φως
Περπατητής σ’ έρημες παραλίες
κάτω από το αχνό κάλυμμα του φεγγαριού
με το ρυθμικό χτύπημα του αφρού πάνω στην καρδιά μου,
ξεπλένω κάθε νύχτα τα λάθη μου
Πόσο με κουράζει ο ήλιος!
Πόσο με πονάνε τ’ ακούσματα!
Καμιά βάρκα δεν είναι ικανή να με ταξιδέψει στα πέλαγα
Είμαι εδώ βιδωμένος στ’ ακροθαλάσσι
ανάμεσα στην άμμο και στο νερό
Τα πόδια μου βουλιάζουν στ’ απύθμενα βάθη
μιας δικαιολογημένης πρόφασης
Κι όμως, κάπου στον ορίζοντα,
ακροβατεί η επιθυμία μιας βάρκας
να κάνει ταξίδι…

 

 

Ήθελα

Ήθελα ένα σπίτι στο λόφο με μεγάλα παράθυρα,
να το λούζει το φως, να το γεμίζουν οι μυρωδιές της άνοιξης
Να βλέπω τη θάλασσα το καλοκαίρι
Να καρτερώ τις αλλαγές του φθινοπώρου
με τα ζεστά του χρώματα να βάφω τις μέρες μας

Μα άνοιξε ο Οδυσσέας τους ασκούς κι εσύ τα παράθυρα
Και η πνοή τ’ ανέμου γίνηκε κόλαση
και μ’ έκαψε κι αρρώστησα

Τώρα σε βλέπω από μιαν ανάμνηση,
να συνεχίζεις χωρίς να ξέρεις γιατί
και πώς αρρώστησα!

 

 

Λύτρωση

Δε μ’ αγαπάς
Μα εγώ μιλώ για σένα
και λυτρώνομαι

 

 

Κάτι κάνουμε και μείς !

Πρόσωπα δημοσίων θέσεων
διαχειριστές των ανθρωπίνων υποθέσεων
Με βίλες μεζονέτες, μ’ αυτοκίνητα Mercedes
με αστρολόγους να τους ρίχνουνε πασιέντζες
Ταξίδια σε Ευρώπη, Κίνα, Αμερική
σαφάρι για ελεφαντόδοντο στην Αφρική
Σπουδαίοι άνθρωποι!

Κι εγώ… πλέκω στιχάκια για έναν έρωτα 

 

 

Σχέση μονόδρομος

Ξημέρωνε τ’ Αη- Γιαννιού, μετά τα Φώτα,
όταν μου χάρισες ένα κλαδί βασιλικού
πού είχες φυτέψει το περασμένο καλοκαίρι
Είναι δίφορος μου είπες
Θα τον έχεις και το χειμώνα
Ο βασιλικός θέριεψε
κι έπιασε όλη τη γωνιά του μπαλκονιού.

Μα η γωνιά στην καρδιά μου,
που είχε τη δική σου υπόσχεση,
απόμεινε άδεια.

 

 

Όψιμος Πόθος

Αναζήτησα και σήμερα τις λάμψεις
που κάνουν τον ουρανό πιο φωτεινό.
Ψάχνοντας έφτασα στα ηλεκτρικά σου όνειρα.
Ακούμπησα δισταχτικά τις ελπίδες μου, μα κάηκαν,
σαν τις Ψυχές που νόμιζαν πως θα ξεγελούσαν το φως.

Αδιαφιλονίκητος νικητής η ατάραχη σκέψη σου
έβαλε τάξη στα ερωτηματικά του όψιμου πόθου.
Τα δικαιώματα παραμέρισαν αφήνοντας χώρο
στην Αυτής Μεγαλειότητα Υποχρέωση!

 

 

Φλύαρες σιωπές

Ποιος είδε τέτοιο πόλεμο να πολεμούν τα μάτια
Χωρίς μαχαίρια και σπαθιά να γίνουνται κομμάτια
Κρητική μαντινάδα

Απόλυτα ανεξιχνίαστη η ματιά σου
με κρατά καθηλωμένη απέναντι.
Τώρα πλέω σ’ άγνωστα νερά
Αρμενίζω στις αποχρώσεις του μπλε και του πράσινου,
ώσπου να πέσω πάνω σε στεριά, στην καρδιά σου
Εραστής της περιπέτειας
τολμώ πάλι άλμα στο άπειρο
Αργόσυρτα μερόνυχτα, φευγαλέα σύννεφα
Ο ωκεανός δεν έχει τέλος
Όλα σιωπούν, οι φωνές σταματούν
κανείς δεν κινείται
Ανυπόμονα βλέμματα σαρώνουν τον ορίζοντα
Η θάλασσα φουσκώνει
Adelante! *

*Ισπανικό ναυτικό πρόσταγμα που σημαίνει «πρόσω ολοταχώς»

 

 

Ψέμματα

Μου λείπουν οι λέξεις που λένε ψέμματα
Για να σου πω πόσο ευτυχισμένη είμαι

 

 

Απληστία

Για ποιαν αίτια έχω ταξιδέψει ως εδώ δε θυμάμαι
Για χρήμα, για δόξα, για τ’ όνειρο;
Για ποιαν Ιθάκη έβαλα πλώρη;
Ποια Τροία, ποιον Παράδεισο;

«Όποιος ζητάει τα πολλά, χάνει και τα λίγα»

Όλες οι θάλασσες στα δυο σου μάτια
Κι εγώ χάθηκα στον Ωκεανό του ελάχιστου.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΠΑΜΠΟΣ ΚΟΥΖΑΛΗΣ

%cf%80%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%82

 

Ο Πάμπος Κουζάλης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1964. Σπούδασε Αρχαιολογία – Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και από το 1998 εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση.
Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες ανθολογίες στην Κύπρο, στην Ελλάδα, στην Ελβετία, στη Γαλλία και στη Βουλγαρία. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί για τηλεοπτικές σειρές και άλλες παραγωγές και για θεατρικές παραστάσεις στην Κύπρο και στην Ελλάδα.
Με τον Κώστα Κακογιάννη ίδρυσε στη Λεμύθου τον μη κερδοσκοπικό πολιτιστικό οργανισμό Παράκεντρο. Το οίκημα του Παράκεντρου, που εγκαινιάσθηκε το 2008, είναι ένα διατηρητέο κτίσμα του 19ου αι. που περιλαμβάνει υπαίθριο χώρο εκδηλώσεων, στούντιο ηχογραφήσεων, στούντιο μοντάζ ταινιών και αίθουσα σελίδωσης και γραφικών τεχνών.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:

ραπτός λόγος (2003)
ένα (2011)
Σχεδόν (2015)

 

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0001

 

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0002

 

 

 

σχεδόν (2015)

 

Μετανάστης

Κρύψτε με, είπε ο χαρταετός
και μπόρεσε και χώρεσε
πίσω από την αρμαρόλλα με τα ασημένια πιρουνάκια
εκείνα που κρατούνε στιλβωμένη την προσμονή
για τον γάμο της κόρης που δεν έγινε ποτέ
Είχε μπει από το παράθυρο
σπαράζοντας στο κλάμα
κι ας είχε ένα χαμόγελο στο σώμα ζωγραφιά
Φύσαγε λυσσασμένα ο άνεμος
κι έφερε ως την πόρτα μας παιδάκι μια σταλιά
Το είχε δώσει η μάνα του στου χαρταετού τις βέργες
και το λευτέρωσε να βρει την τύχη σ’ άλλο τόπο
Δακρύζει η αλευρόκολλα λυγάνε τα καλάμια σπάει το νήμα

Βγήκαμε έξω και πιάσε το χεράκι του απαλά μην το τρομάξεις
μα τι κάνεις εκεί;
φίλα του τα χείλη ν’ ανασάνει
τρεμόπαιξε τα μάτια ή μου φάνηκε;
Βαριανασαίνει ο βοριάς
σηκώνει το παιδί ψηλά
και δώσ’ του να χτυπούν το στήθος οι γυναίκες
σαν να ‘τανε το σπλάχνο τους
που αγγέλου φόρεσε φτερά και ανελήφθη
Αφήστε τες να το θρηνήσουν
ψιθύρισε ο χαρταετός
μην ανεβαίνει άκλαυτο παιδί σ άγνωστους ουρανούς
Σε καθαρό δεφτέρι γράφτηκε, σήμερα ν αποστάσει

Κάλλιο που μου δόθηκε άκληρη να γεράσω
σκέφτηκε η κόρη ανύπαντρη
μα ποιου να το μιλήσει

Χρέος

Το πατημένο χώμα πάτωμα σαρώνω με φρουκάλι
Θα έρθουνε σε λίγο οι δανειστές να μου πάρουν το σπίτι
Χτυπώ τα πόδια καταγής
να φύγει η σκόνη απ’ τα παπούτσια
Ξυπνάνε κι εξεγείρονται μια δράκα εγγυητές
κεκοιμημένοι από καιρό
άγνωροι πρόγονοι γνώριμοι κληροδότες
Χτυπούν τα χέρια καταγής
κλαίνε κι ανασηκώνονται και χαιρετούν και λένε
Εμείς είναι το πρέπον να πληρώσουμε
Πέρδικες χαμηλοπετούν φωνάζουν τη βροχή
Τα νέφη ανοίγουν την αγκάλη τους
Τρεις αστραπές μαλώνουνε
και κεραυνός περήφανος και πρωτοχορευτής
κόβει στα τέσσερα
δοκάρια και καρφιά
Το πλιθάρι επιστρέφει στην αρχή του
Χώμα μου κι άγιο μου νερό
κι εσύ βελόνι στ’ άχυρα και στάχυ ραγισμένο
Είδα σε που πρασίνισες
κι έριξες άγκυρες καινούργιες να ριζώσεις
Καλή αντάμωση

Πηνελόπη

Σαράντα χρόνια κυοφορώ μια πέτρα
Ο άντρας μου δεν θέλησε πατέρας της να γίνει
Με χώρισε, παντρεύτηκε μια νύχτα το σκοτάδι
Ως τα σαράντα του άνεμος γινότανε πυκνός
και μου ‘σβήνε τις λάμπες πετρελαίου
και μ’ άφηνε ασήμαντη
τυφλή να πλέκω χρόνια
Μα στέρεψαν τα νήματα
Γυμνά μασούρια στέρφα
χωρίς ποτέ ξανά την παρουσία δική του
Με της βελόνας μου κεντρί δίχως κλωστή
γαζώνω πένθους νυφικό και λειώνουν οι λαμπάδες
Προβάρω το και με τρυπούν και πέφτουν οι καρφίτσες
Οι πιέτες μαραζώνουνε
Έκλειψη σώματος
Οι πεθυμιές παράνυμφοι
Το βέλο πιάνεται στου τοίχου ένα καρφί
Απόψε μύρισε το στήθος μου λεβάντα
Πάντα του άρεσε, θυμάται;
Του ‘βαλα και στην τσέπη του κρυφά
Να ‘χει να με μυρίζει εκεί στα κάτω σπίτια

Ιούλιος

Πρωτοχρονιά πρώτη φορά χωρίς εκείνον
Μέρες καλές σου έλεγα
μου ‘λεγες πως σου λείπει
Φίλησα δάκρυ μάγουλο
δάκρυσες λόγια χώρια
Κάθε που θ’ αλλάζει ο χρόνος
με τον Ιούλιο ποτήρια θα τσουγκρίζεις
Μόνη θα πίνεις το κρασί, μόνος θα φεύγει εκείνος

Χρυσοπέρτικα

Ο πόνος ο πραματευτής περνά στη γειτονιάν του
Θωρεί τον Λιόντα γελαστόν που κά’ στη λεμονιάν του
Λαλεί του, πόψε έννα χαθεί η μέρα τζιαι το φως σου
Με τέρτιν εκατόφυλλο θα μείνεις μανιχός σου

Η νύχτα μπαίνει φουρκαστή να της το μαντατέψει
της κόρης πως ο χάροντας εν νάρτει να την κλέψει
Η κόρη εσυντρομάχτηκε, βουρά να μανταλώσει
Στο μακρυνάριν έμεινεν κρυφτή για να γλιτώσει

Λ, χρυσοπέρτικα, στο βράχο σ ονειρεύτηκα

Με το μασιαίριν του ληστή θερίζει την ο χάρος
Ευτύς εγίνην άφαντος ο σκοτεινός κουρσάρος
Πριχού ν’ αφήκει τη ψυσιή να φκει που τη φωλιάν της
αγκάλιασεν τ’ αγέννητο μωρό μέσ’ την τζιοιλιάν της

Μπαίνει της πόρτας όμορφος ο Λιόντας ποσταμένος
Με μια φωθκιάν πρωτόπλαστην εβρέθηκε ζωσμένος
Το άσπρον το φουστάνι της θωρεί το πορφυρένο
τζι αφήνει πά στα σιείλη της φιλί μαλαματένο

Κοντά στη νεροθκιάβαση με τον φονιάν παλεύκει
Πετά μια χρυσοπέρτικα που δίπλα του τζιαι φεύκει
Ανοιξαν τα επουράνια τζι η αγάπη του φωνάζει
Πρόσεχε, Λιόντα, τζι εν βαστώ να πιω τζι άλλο μαράζι
Εππέσαν τα μασιαίρκα τους στη γην την πικραμένη
τζι εμείνασιν αντικριστοί θκυο βράχοι αρματωμένοι

Α, χρυσοπέρτικα, στο βράχο σ ερωτεύτηκα

ένα (2011)

Αύριο

Περίοπτα στην προθήκη τους
οκτώ λογιών στεφάνια

Δάφνη ανθισμένη
νικητές

να στέψει αυριανούς
Περίτεχνα πλεγμένη ελιά
και δυο κλαδιά του πεύκου
Δίπλα, της μέθης ο κισσός
και σέλινο του πένθους

Όποιος κρασί θέλει να πιει
ρόδα για τα μαλλιά του
Κι όποιος περνάει απέναντι
παίρνει λευκά λουλούδια
Μα η Αφροδίτη με μυρτιά
τον έρωτα κυκλώνει

Κι εμένα;
Ποιος ξέρει άραγε
τι στεφάνι θα μου ξημερώσει

Αν

Γνωρίζω πως το «αν»
ουδέποτε ευδοκίμησε
στης ιστορίας τους καρπερούς αγρούς
Μα πάλι λέω
αν
αφού είχαν όλα προαποφασιστεί
κι ήταν η προδοσία
προδιαγεγραμμένη
Αν, λέω, είχα αποσκιρτήσει
κι είχα επιστρέψει
στου λαιμού σου την απάνεμη καμπύλη
Αν τους άλλους τριάντα επτά
είχα κλειδώσει άκλαυτους
στο ομαδικό τους πένθος
Θα μ’ αγαπούσες;

Μισό σελίνι

Επιστροφή

Καθημερινά
επιστρέφω στο πατρικό μου
το μητρικό γάλα μυρίζοντας στα χείλη
Πότε πρωί
πότε μέσ’ στο σκοτάδι
βγάζω από τη μέσα τσέπη
τη γυάλινη σφαίρα με το αιωρούμενο χιόνι
Ελαφρά την περιστρέφω
Ακολουθώ τις νιφάδες
μέσ’ από χαραμάδες του μυαλού
Πέφτω στη στέγη
Γλιστρώ στο καθιστικό
Πιάνομαι απ’ την καφετιά πορσελάνη
του μικρού σκύλου στο τραπεζάκι
κεφάλι του αρχίζει να ταλαντεύεται ανεπαίσθητα
Μια δεξιά
προς το δωμάτιο των αθώων ονείρων
και μια βαθιά
στη μυρωδιά απ’ το αγιόκλημα
Κι όταν το χιόνι λευκάνει το υγρό
έγκλειστο σπιτάκι
αιωρούμενος και μόνος
επιστρέφω στο παρόν

Τελωνείο

-Τι έχετε να δηλώσετε;

-Λίγο αλάτι
να ξυπνάει τις πληγές
Μια σημαδούρα
για να βρίσκουν το βυθό τους
οι αναμνήσεις
Ένα χαρτοκόπτη
ν’ ανοίγει δρόμο
στις άγραφες μέρες
Κι ένα ψαλίδι
για τα εγκαίνια
των νέων συνόρων

Παύσεις

Παρακαλώ τον υποβολέα
να μην ψιθυρίζει συνεχώς τα λόγια
τα επόμενα
Αυτά τα γνωρίζουν οι υποκριτές
Τις παύσεις να τους θυμίζει
Τις παύσεις

Πώς;

Αλήθεια πώς να σου εξηγήσω
γιατί φιλούσαμε το ψωμί
που είχε πέσει στο πάτωμα;
Αλήθεια πώς να σου εξηγήσω
γιατί μαζεύαμε τα ομορφότερα λουλούδια
για τον επιτάφιο;
Αλήθεια πώς να σου εξηγήσω
γιατί, όταν κάποιος έφευγε ταξίδι,
ρίχναμε πίσω του νερό;
Αλήθεια πώς να σου εξηγήσω
γιατί στρώσαμε τα κρεβάτια μας
πριν φύγουμε κυνηγημένοι απ’ τ’ αλεξίπτωτα
που πέφταν στην αυλή μας;

Αναμονή

Ιστιοφόρες
οι ώρες της αναμονής
οι αβάσταχτες
Δεν θα τους κάνω το χατίρι
Θα κρύψω επιμελώς
τους μικρούς στεναγμούς μου
για στιγμές ηδονής
Κι ας μείνουν τα πανιά τους
ζαρωμένα

Λεπιδόπτερα

Μην ανάβεις το φως
Λεπιδόπτερα οι σκέψεις
θα εφορμήσουν
Να σε κεντρίσουν θέλουν
με το λεπίδι τους
Κι ας ξέρουν
πως θα σβήσουν
στο φωτεινό γυαλί

Θυμός

Θύμωσες πολύ
Θυμάσαι, μαμά;
Πήρα κρυφά το κοκκινάδι σου
και πλήγωσα τον τοίχο
τον κατάλευκο
με μια γραμμή μακρόσυρτη
Μάτωσαν τα χέρια σου
να τον καθαρίσεις
Όταν τα συνεργεία διάσωσης
ανασηκώσουν τον τοίχο
τον κατάλευκο
που θρυμμάτισε το πρόσωπο μου
φοβάμαι πως και πάλι
θα θυμώσεις
Θα ματώσουν τα χρόνια σου
να τον καθαρίσεις

Μικρές απαγγελίες

Μονήρης και κατηφής Δεκέμβριος
ζητεί Αλκυονίδα μέρα
για φωτερό σκοπό

***

Ζητείται
αποχαιρετιστήριο βλέμμα
σε παραμεθόριο σκίρτημα
για επείγουσα
σιδηρόδρομη αναχώρηση

***

Σοβαρός κύριος
κυρίως μόνος
ζητεί
για μερική απασχόληση
ανεμοχαρή σκέψη

***

Διατίθεται σώμα
ανεπίσκεπτο
σε άριστη κατάσταση
λόγω αιφνίδιας αναχώρησης
της νιότης του

***

Κερδοφόρος μοναξιά
και πόθος ανεκπλήρωτος
έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου

***

Ραπτομηχανή ζητά επειγόντως
κλωστή μεταξωτή
για προσαρμογές
σε ρούχα που μεγάλωσαν
μακριά απ’ τα σώματά τους

***

Διατίθεται λόγος διφορούμενος
για χείλη πολυμήχανα
κι αμήχανα χαρτιά

***

Πωλείται πανσέληνος
υψηλής φωτεινότητας
χαμηλής κατανάλωσης
για μεγάλης διάρκειας
ώρες πυρακτώσεως

Χαμόγελο

Καλά είμαι
Πότε μου έρχεται το σπίτι ως τη μέση
Πότε ξυπνάω στο ημίφως του βυθού
Παράπονο δεν έχω
Στο τραπέζι ένα πιάτο με προζύμι
φουσκωμένο
Στη ραγισμένη κρουστά του
διαβάζω ένα χαμόγελο
που πάει να γίνει στάχυ

Θλίψη

Βγάλε πια τα μαύρα ρούχα
Φόρεσε το κυριακάτικο σου
το βλέμμα το ανοιχτόχρωμο
Στο πλατύσκαλο
περιμένει απ’ το πρωί
η νέα θλίψη
Μην την τρομάξεις και σου φύγει

Νυχτερινό

Είναι πολύ αργά
Αργά κυλά η νύχτα
Οι εργαζόμενες αγκαλιές
έχουνε σχολάσει από τις έξι
Πρέπει επειγόντως να βρω
διανυκτερεύον σώμα

Ξενοδοχείο Δέλτα

Χτυπούσε το τηλέφωνο κι εγώ απαντούσα Δέλτα
Τα άλλα είκοσι τρία γράμματα κάθονταν ήδη σε τραπέζι γιορτινό
ορθογώνιο και μακρύ
απόσταση ασφαλείας
να μην μπορούν τα κρύσταλλα να σμίξουν
Σε μισή ώρα θα άλλαζε ο χρόνος
Ο καινούργιος έξω απ’ την πόρτα
μάθαινε τα λόγια του
κι εγώ επαναλάμβανα το γράμμα Δέλτα
Στην άλλη άκρη της γραμμής ευχές μακρινές
ζητούσαν να μπουν στο δωμάτιο εκατόν τρία, πεντακόσια ένα
σ’ ένα δωμάτιο
Στις δώδεκα παρά δέκα άφιξη για μονόκλινο
Ταυτότητα παρακαλώ
Αλβανός είμαι
Δουλεύω στις γεωτρήσεις με Κύπριους
Όταν με σταματά η αστυνομία
μιλάω κυπριακά και μ’ αφήνουν ήσυχο
Δέλτα, παρακαλώ! Όχι, απουσιάζει
Θα του το πω πως αλλάζει ο χρόνος σε λίγο
Στον πάγκο της υποδοχής, δώδεκα παρά δύο
δυο ποτήρια πλαστικά με κόκκινο κρασί βαρελίσιο
λαδοτύρι και ψωμί
Στην υγειά σου!
Πώς λέμε Καλή Χρονιά στα Αλβανικά;

Χρόνος

Τι θλίβεσαι;
Φέρεις ακεραία την ευθΰνη
του γήρατος
Λησμονείς
που κάθε Δεκέμβρη τραγουδούσες
«γέρο χρόνε, φΰγε τώρα»
Έφυγε ο χρόνος και το τώρα
Κι έμεινες γέρος

Απολογία

Ποιο χέρι άνοιξε βεντάλια παγονιού κι απόψε με κοιτάζουνε
τόσα ζευγάρια μάτια; Φωνή ερπύστριας με καλεί και προκαλεί
τον λόγο μου να δώσω. Ωραία λοιπόν, θα λύσω τη σιωπή μου.
Ούτε ένας κόμπος πια να κρατηθεί το μυστικό. Τον είχα δει
τον ιστό. Τον αποκάλυψε μια ανάσα φως που με νοιάστηκε
κι ήθελε την υστάτη να με σώσει. Μα τόσο ήταν περίλαμπροι
οι κύκλοι της παγίδας, που ν’ αντισταθώ δεν μπόρεσα. Όλα
τα λόγια μου είναι αλλωνών. Το ομολογώ. Τα βρήκα
κρεμασμένα σε σχοινάκια, νοτισμένα απ’ τις πρωινές απορίες.
Τα φόρεσα. Περπάτησα. Με γεια, μου λέγαν όλοι. Ξένα
σταφύλια γεύτηκα, δυο λόγια ν αποστάξω. Κι οι μέρες μου
όλες δανεικές, με λύπες και χαρές τους μισθωμένες. Τα χέρια
μου διάστικτα από βουβές κηλίδες. Χιλιάδες χρόνια σας μιλώ,
μ’ απόκριση δεν παίρνω. Μόνο η μιμόζα η ντροπαλή τους
μίσχους χαμηλώνει. Του πλήθους οι βραχίονες υψωμένοι το
μπλε διαρρηγνύουν ιμάτιο τ’ ουρανού. Μ’ ένα μολύβι πέμπω
σας βραχύχρονα στιχάκια. Άλλο δεν έχω να προσθέσω.
Αποστροφή τώρα χαρίστε μου του βλέμματος. Το αλέτρι μου
το ξύλινο θα σύρω, τους ύστερους που κληροδότησε ο
παππούς μου σπόρους για να θάψω.

Το νανούρισμα της Δανάης

Έλα, ύπνε, και πάρε της
μακριά
αφώτιστη τη νύχτα
και φέρε της χρυσή κλωστή
τα πρώτα όνειρα
γερά να τα τροπώσει
σε κασμίρια μεθυσμένα

Έλα, μέρα, και πάρε της
μακριά
τον γητευτή τον ύπνο
και φέρε μου χρυσά γυαλιά
τα πρώτα γέλια της
να δω μεγεθυσμένα

Κέρμα ασφαλείας

Με τα παπούτσια μου τα πρώτα
σήμερα θα πάω βόλτα τους γονείς μου
Θα τους κρατάω απ’ το χεράκι
στράτα στρατοΰλα
Τώρα που μάθαν να ξεχνούν
να τους θυμίσω πώς με μάθανε
να περπατώ
στράτα στρατούλα
Θα τους κεράσω παγωτό
Μιαν αρμαθιά τραγούδια
Κι ένα κέρμα θα τους δώσω
για ώρα ανάγκης
να τους κρατήσει το παιχνίδι ως το τέρμα

Τα στέφανα τ’ αμίλητα

Άμα τους δω ζηλεΰκω τους
τους άσπρους τους λεμοναθούς
που τους φιλούν οι μέλισσες
τζι ύστερα κάμνουν μέλι

Είχα τζι εγώ στην πόρτα μου
πλατύφυλλους βασιλικούς
Μα εμείνασιν αμύριστοι
Κανένας δεν τους θέλει

Άμα τες δω ζηλεύκω τες
τες πέτρες ούλλες του γιαλού
που τες φιλούν τα κύματα
τζιαι γίνουντ’ ασημένιες

Είχα τζι εγώ στα σιέρκα μου
βρασιόλια του παλιού τζιαιρού
Μ’ αλλάξαν τζι εγινήκασιν
καδένες σιδερένιες

Τωρά θωρώ ξαναθωρώ
τα στέφανα του γάμου μας
πάνω που το κρεβάτι μας
περίλυπα τζι αμίλητα

Τωρά μετρώ ξαναμετρώ
τα χρόνια που περάσασιν
τζι εκλείσαν τζι εμαράνασιν
τα σιείλη μου τ’ αφίλητα

 

ραπτός λόγος (2003)

 

Μεγαλώνω

Μεγαλώνω
Ρήμα αμετάβατο κι αναπόδραστο
Μεγαλώνω, μα δεν έχω πού να μεταβώ
Επί τα ίχνη του χρόνου βαίνω
Τροχονόμος πουθενά
να πάρει την ευθύνη
της κατεύθυνσης

Μεγαλώνω
Ρήμα μεταβατικό
Μεγαλώνω τις μέρες μου
να χωρέσουν του σώματος
τα αμετάβατα αγγίγματα
τα πολυκαιρινά
Μεγαλώνω τα ρήματα
να καλύψουν το κενό
που αφήνουν πίσω τους
οι δραπέτες τα ουσιαστικά βλέμματα

Δελτίο καιρού

Δελτίο καιρού
Πολύ παλαιού καιρού
Έβρεχε ασταμάτητα
σταγόνες αδρές
Πόσες ν’ αδράξει
μια παλάμη παιδική;
Και πώς να σβηστεί
πρωθύστερα
δίψα μελλοντική;

Είδα την πρώτη αστραπή
Με μάτια σφαλιστά
έπιασα να μετρώ
τα βήματα του χρόνου
πέντε, δέκα-δεκαπέντε
«Βγαίνω»
ψιθυρίζει κάθε βράδυ
η βροντή
η αναπόδραστη
Ακόμα να φανεί

Σήμερα
ενδέχεται να σημειωθούν
πέντε, δέκα-δεκαπέντε
λησμονημένες φωνές
σε όλα τα προσήνεμα
ακρωτήρια
σώματα

Σώμα στενό

Με στενεύει πολύ αυτό το σώμα
Ξέρω,
δεν γίνονται αλλαγές
μετά παρέλευσιν επτά ημερών
Κι εγώ
κοντά σαράντα έτη
απομακρύνομαι ολοταχώς
απ’ το ταμείο

Έχω απολέσει την απόδειξη
Πώς να διακρίνω
το νιογέννητο κλάμα
που μου το κύκλωσαν
τόσες κραυγές;

Με στενεύει πολύ αυτό το σώμα
Όσο μακραίνουν οι δρόμοι
πληθαίνουν τ’ άσπρα χαλικάκια
της επιστροφής
Κι οι τσέπες
ολοένα μικραίνουν

Γήρας

Όσο πάει μικραίνει
Φέτος κλείνει τα ογδόντα

Μην της λες νανουρίσματα
και σου κοιμηθεί
Υποκοριστικά πρωί απόγευμα
και να ντύνεται ζεστά χαμόγελα

Όσο πάει μικραίνει
Μέχρι να πεις ενενήντα
θα χωράει στην παλάμη σου
Μια ολόσωμη
κατ’ ενώπιον
ορθή
απουσία
Κι άντε να βρεις κορνίζα
να αγκαλιάσει μια θάλασσα μνήμη

Οδός βροχής

Οδός βροχής
Οι ζυγές σταγόνες απ’ τη μια
Αντίκρυ μόνες οι αστραπές
Μη δουν μοναξιά
χωρίς φόβο στα μάτια
Μεμιάς την κεραυνώνουν

Οδός μοναχικής βροχής
Σήμερα δεν φοράω τα μάτια μου
μα βρίσκω εύκολα το δρόμο
Ξέρω
δεξιά εσύ
αριστερά εσύ
Πώς να μη σε χάσω;

Του Σολωμού

Χρησιμοποιώ ανελλιπώς
όλα τα στιλβωτικά της μνήμης
Η κόψη του σπαθιού
η τρομερή
μου έχει πληγιάσει
αμέτρητα πανιά της σκόνης

Της αγοράς τα βέλτιστα
λευκαντικά της μνήμης
επικαλούμαι
Μα όσο κι αν πλένω
στο γλυφό νερό
τη μαύρη φορεσιά του Αυγούστου
αιματογράφημα ανεξίτηλο
η ριπή
δεν λέει να σβήσει

Και κείνη η τρύπα στο γιακά
από την καύτρα του τσιγάρου
Όλο τη μπαλώνω
κι όλο φλέγεται

Πετροχελίδονο
(Του Σολωμού ΙΙ)

Έτσι όπως σε είδα ν’ ανάβεις το τσιγάρο
πάνω στο κατάρτι να καις τον ουρανό,
πετροχελίδονο,
κόβεις τον Αύγουστο στα δυο
να χωρέσεις στου χρόνου τη χαραγματιά

Τότε θυμήθηκα, που λες
στις παιδικές σου ζωγραφιές
κείνον τον ήλιο που λαμπάδιασε

Λίγο πριν βασιλέψει
στα νερά να γαληνέψει
πέφτει σ’ ένα βράχο
που ’μοιαζε με σύννεφο
Βάφει κόκκινη τη Δύση
λίγο πριν να ξεψυχήσει
φαίνεται σαν ψέμα
σαν ηλιοβασίλεμα

Ηρωικό

Υπόσχομαι
ύμνους άλλων ηρώων
να μη σιγοτραγουδήσω
Υποσχεθείτε όμως κι εσείς
πως δεν θ’ αφήσετε
άλλο πετροχελίδονο
ν’ ανέβει στον ιστό

Κέντημα

Ελάτε κάβουρες
κεντήστε με να θυμηθώ
Επέτειοι των αιτίων
σε λίγο θα χτυπήσουν το παράθυρο
για λίγο θα τρυπήσουν το στήθος
βιαστικά περνώντας
να μνημονέψουν ονόματα
να καθαρίσει ο πόνος
να μπορεί να μεταλάβει

Ελάτε κάβουρες
θυμίστε με να κεντήσω τον αντίχειρα
Κάθε που παίρνει αντίδωρο
να γεμίζει με άμμο
το παγκάρι της λήθης
να ’χει πού να καρφώσει
τα φλογισμένα ονόματα

Ελάτε κάβουρες
κεντήστε σταυροβελονιά τις ακτές
να ’χουν τα κύματα να σβήνουν

Παπούτσια

Έξω απ’ το τέμενος
χίλια παπούτσια αμαρτιών
ζητούν συγχώρεση

Μπροστά από το πολυκαιρισμένο τέμπλο
μύρια γυμνά πόδια
αποζητούν απόντες αγίους

Στις παρυφές της συλημένης μνήμης
χιλιάδες αδειανά παπούτσια
περιμένουν τα πόδια τους
Στο στήθος
φωτογραφημένες οι απουσίες
τρομάζουν τους περαστικούς
Τους προτρέπουν να μην ταξιδεύουν ποτέ
καβάλα σε μοιρασμένα άλογα

Χρυσόψαρο

Είσαι καλά
-μου γράφεις-
και με σκέφτεσαι
Σκέψη καμιά δεν χτύπησε την πόρτα μου

Μέρες τώρα
ζωές τώρα
έχω τη γυάλα στο περβάζι
στο ανατολικό παράθυρο
Αλλάζω τακτικά το νερό
να επιπλέει διάφανη
η προσμονή

Σταχτιά
μια βρόχινη σταγόνα
-φαίνεται θα ’χει πιει
λίγο απ’ το σύννεφο που έπεται-
διστάζει για λίγο
έπειτα στάζει λίγη σιωπή
στην υγειά σου

Αναρριχώμαι στη ράχη του απογεύματος
Κάνω μια πρόποση
Καρφώνω μιαν ευχή
στην πνοή κατάστηθα
Μα ο άνεμος παράκουσε
κι αλλιώς επήγε κι είπε
Ανοίγει ο ουρανός
το πορτοφόλι του
Υπογράφει εν λευκώ
ένα χρυσόψαρο
για τα διψασμένα ύδατά μου

Δύναμαι τώρα να πληρώσω το κενό
με όσα μηδενικά σιγής
επιθυμώ

Ανάμνηση

Ξύνω με τα νύχια το απόγευμα
μοσχοβολάει τ’ άρωμά σου

Στύβω το βραδινό αεράκι
μεθώ με το κελαρυστό σου γέλιο

Βάζω την παλάμη στη φωτιά
ακούω να σβήνουν στην αυλή τα βήματά σου

Τριαντάφυλλη θύμηση

Δύσκολο δρόμο θα διαβείς,
είπεν η χαρτορίχτρα μέρα
Κι αναρριχήθηκες
στο μίσχο με τ’ αγκάθινα ενθυμήματα

Έπιασες πάλι
να χορδίζεις τα τριαντάφυλλα
δάκρυ το δάκρυ
να λύσουν τη σιωπή
ψιχάλισμα στον μπακιρένιο δίσκο

Έπιασες πάλι
το φυλλορρόημα
πέταλο το πέταλο
να καις
θυμίαμα θυμητάρι

Για δες
πώς πεταρίζουν ντροπαλά
τα κρυμμένα
στην κατακόκκινη σιωπή

Έξοδος κινδύνου

Ώρες ατέρμονες
περπάτησα εντός μου
Δεν με παρέσυρε η Κρίση
στο ημίφως των παρόδων
Κι ούτε της Μνήμης
τον καφέ παρηγοριάς
καταδέχτηκα
Στην κεντρική μονάχα λεωφόρο
πλανήθηκα

Στην πίσω πόρτα
ο κίνδυνος
ημίγυμνος
με το χέρι στο μαντάλι
απειλεί να λευτερώσει
ισόβιους πόθους
Παίρνω φόρα
διαπερνώ το αγκάλιασμά του

Έκτοτε ανεγείρεται
τιμής ένεκεν
σε κάθε νεοφώτιστο σώμα
σεσημασμένη μια έξοδος κινδύνου

Καθρέφτης

«Χορεύετε;»
Πώς να πεις όχι
σε καθρέφτη με ξυλόγλυπτο χαμόγελο
Χορέψαμε ώρα πολλή
Το κεφάλι γερμένο στον ώμο του
αναζήτησε την αθέατη κόψη

Έβλεπα από ώρα
το είδωλό του
να κατοπτρίζεται
στις φοβισμένες κόρες
«Τι ομορφάντρας,
Θεέ μου, ο θάνατος!»
Πώς να πεις όχι
σε καθρέφτη
που σε κοιτάει κατάματα

Παλιόκαιρος

Κάνει πολύ κρύο απόψε
Ας αφήσουμε ανοιχτή
τη στρόφιγγα της βρύσης
στάλα – στάλα
να πέφτουν συνέχεια
οι λέξεις
Με τέτοιον παλιόκαιρο στο σπίτι
έτσι και βυθιστούμε στη σιωπή
θα παγώσει η συγνώμη
στην καρδιά μου

Σιωπή Ι

Γέφυρα η σιωπή
Οι λέξεις δεν τολμούν
να την πατήσουν
Μόνο τα βλέμματα
ξεχειλίζουν
νερό καθαρό
πολύλογο

Σιωπή ΙΙ

Ποτάμι η σιωπή
κυλάει πάνω στην άσφαλτο
ωδή πλανόδια
κυριακάτικη
Ψυχή δεν έμεινε
να ρίξει νόμισμα αργυρό

Προθέσεις

Ποιες οι προθέσεις μου;
Μα, οι συν και πλην
Όλο γεμίζω μέρες
το ποτήρι
κι όλο μου πίνει χρόνο
ο καιρός

Ανταμώνουν το πρωί
δυο βλέμματα ρόδινα
Κι εκεί που λες
έσονται εις πόθον έναν,
το απομεσήμερο
αρχίζει η ταχύρρυθμη εκμάθηση
της αφαίρεσης

Στιγμή

«Μια στιγμή επιστρέφω»
Ψέμα δεν είπες
Μου επέστρεψες
τη στιγμή
και την κάρφωσες
τελεία
στη μέση
της ανυπεράσπιστης
αγκαλιάς

Γυάλινο γοβάκι

Το γυάλινο γοβάκι
στο μπρελόκ που μου χάρισες
το φόρεσε εκείνη η μέρα
που ντύθηκε στα μοβ
για την περίσταση
και σε ξεπροβόδισε
μέχρι τη στροφή
Τόσες φορές πήγε δώδεκα
κι ακόμα να μου το επιστρέψει

Ερωτικό I

Ομοιοκατάληκτες οι μέρες μας
Καλημέρα μού λένε τα πρωινά
Τα κερνώ καφέ ζεστό τ’ όνομά σου
Δίστιχα καλότυχα πλέκει το μεσημέρι
να μερώσει την κάψα του
Το ξεδιψώ με τσάι παγωμένο τ’ όνομά σου
Κάθεται η νύχτα στο τραπέζι μας
Τη μεθά λευκό κρασί τ’ όνομά σου

Άτιτλο IV

Τη μαρμαρόσκονη των συμφώνων
και το φωνήεν περίσσευμα
της σιγαλιάς
δεν τα πετώ
Μ’ ένα σίγμα τελικό
τα σαρώνω
κάτω από τον ποδόγυρο
μιας άγραφης σελίδας
Κάθε που λαβώνω
λέξη ανυπεράσπιστη
να ΄χω κάτι
να επιθέσω
στις ουσιαστικές πληγές

 

Χριστούγεννα

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

06 Ιουνίου 2016

Πάμπος Κουζάλης: «Σχεδόν», εκδόσεις Παράκεντρο, 2015

Με ευτολμία στους πειραματισμούς

Όπως και σε όλο το προηγηθέν ποιητικό του έργο, ο Πάμπος Κουζάλης συνεχίζει να είναι πολυθεματικός ποιητής και συνάμα βαθιά πλουραλιστής ως προς τις υφολογικές και στυλιστικές του επιλογές. Παράλληλα, θα έλεγα ότι γίνεται ολοένα και πιο εύτολμος στους αισθητικούς του πειραματισμούς· όσο κίνδυνο ή ρίσκο κι αν ελλοχεύει αυτή η έφεση. Η νέα συλλογή του Π.Κ., η τρίτη στη σειρά, εμποτίζεται πιο βαθιά σε σύγκριση με τις προηγούμενες με το στοιχείο της επικαιρικότητας. Ίσως γιατί τα προβλήματα της τρέχουσας επικαιρότητας στις μέρες μας έγιναν πιο επιτακτικά, πιο ασφυκτικά και πιο δραματικά από ποτέ προηγουμένως.

Οι προσφυγικές ροές από την Εγγύς Ανατολή στην Ευρώπη μοιάζουν να είναι ο πρωτεύων θεματικός πυλώνας στην επικαιρική ποίηση του Π.Κ. «Σταθμός πρώτης υποδοχής αποδημητικών ψυχών» (σελ. 8), λέει για τη Λαμπεντούζα, αποδίδοντας έτσι το κυρίαρχο στίγμα της θεώρησής του γύρω από το όλο προσφυγικό ζήτημα.

Αγγίζει όμως και τις γενεσιουργές αιτίες του Προσφυγικού, που είναι η εμπόλεμος βία στη γύρω περιοχή. Και το πράττει μ’ έναν τρόπο ευφάνταστο, γόνιμο και δημιουργικό. Με μια πρόσμιξη χρονικού εν είδει ειδησεογραφικού ρεπορτάζ μαζί με εικόνες από τη Βίβλο. Αφού και στη μια και στην άλλη περίπτωση το γεωγραφικό θέατρο των δρωμένων είναι το ίδιο. Εδώ ταυτόχρονα ανιχνεύεται και μια παραλλαγή του θαύματος της Κανά: «Μάνες μοιρολογούν πεσόντες αγνώστους/τους κλαίνε για δικούς τους/Μαγδαληνή ασπάζεται τα πόδια Εσταυρωμένου ενός παιδιού/Σε μια κανάτα το κρασί βαπτίζεται νερό/Σχολνάει ο γάμος κι ο γαμπρός φεύγει για κάποια μάχη». (σελ. 9)

Είναι αξιοσημείωτο πως ο Π.Κ. καταφέρνει να υιοθετεί την τετριμμένη ορολογία της τρέχουσας επικαιρότητας, αξιοποιώντας την όμως με ποιητικούς όρους και με αισθητική νεωτερικότητα. Κατ’ αυτό τον τρόπο ξεφεύγει και από τους συναφείς κινδύνους λογοτεχνικής διάβρωσης, που εμπερικλείει η επικαιρική ποίηση.

Ο ποιητής επιχειρεί με μια συμπαντική, καθολική ματιά να αναλύσει τα σύγχρονα γεωστρατηγικά δρώμενα που ταλανίζουν την εποχή μας, την ανθρωπότητα και τον πλανήτη. Και το πράττει με έναν τρόπο ιδιαίτερα εύγλωττο, εκφραστικό και παραστατικό. Έναν τρόπο που εμπερικλείει μέσα του, άκρως λειτουργικά, και το κριτικό στίγμα: «Ανακλαδίζεται και πάλι η ιστορία/και τρέχουν όλοι σε μονόφθαλμους καθρέφτες/τα δόντια τους τα ανάρια να μετρήσουν/Ανακλαδίζεται και πάλι η ιστορία /και πέφτουνε τα μέλη της καινούργια να  φυτρώσουν/και τρέχουν όλοι για νεκρές ύστατες χειραψίες/ Ανακλαδίζεται και πάλι η ιστορία/και ψάχνουν όλοι μανιωδώς στις τσέπες τους/συγγνώμες ξεχασμένες». (σελ. 20) 

Βεβαίως, ο ποιητής επιστρέφει και στις προσφιλείς θεματικές του, που είναι ο έρωτας, οι παραδόσεις και η μοίρα της πατρίδας μας, η ποιητική ως διακήρυξη αρχών, αλλά και ο συναισθηματικός, ο εσωτερικός κόσμος του σύγχρονου ανθρώπου: «Ταξιθέτρια θεατών που αργοπόρησαν/δείχνει τους τις θέσεις στο σκοτάδι στην καρδιά της». (σελ. 15)

Ώρα να περιδιαβάσουμε στις άλλες θεματικές. Για παράδειγμα, σε δυο διαφορετικές περιπτώσεις, ο Π.Κ. θεματοποιεί το μνημόσυνο ως θρησκευτική και κοινωνική τελετουργία για να μιλήσει, για την αγάπη στην πρώτη περίπτωση και για τη μνήμη στη δεύτερη. Αυτό γίνεται στα συνεχόμενα ποιήματα «Της θειας Ελλούς» (σελ.24) και «Ψυχοσάββατο»: (σελ.25) «κι από κοντά η θλίψη πλατυτέρα των ουρανών/να προσδοκά ένα ανοιγοκλείσιμο ματιών σου/στη βουβή του τραπεζιού φωτογραφία σου», λέει στην πρώτη περίπτωση. Ενώ στη δεύτερη διερωτάται: «Τόσα πολλά ονόματα μνημόνεψαν μαζί…/Τ’ άκουσες το δικό σου;/Το ξεχώρισες;/Θυμάσαι μαραζώνεις μου;/Για με ξέχασες;». Η ευαισθησία του ποιητή και η δεινότητα αισθητικής μετάπλασης της συγκινησιακής φόρτισης, κατά τη γνώμη μου, δίνει επιτυχώς διαπιστευτήρια, ειδικά σε αυτά τα δύο ποιήματα.

Ο Π.Κ. ανήκει στη γενιά των ποιητών που έζησαν την προ του ‘74 εποχή αλλά και τα ίδια τα τραγικά γεγονότα του πραξικοπήματος και της εισβολής, στην παιδική ηλικία. Ως εκ τούτου, όλες οι μνήμες από εκείνη την περίοδο διακρίνονται από μια παιδική αθωότητα και δίνουν το «παρών» τους εντελώς αναπάντεχα και πικρά, μέσα από ειδυλλιακές εικόνες της παράδοσης ή της φύσης. Π.χ. οι Τούρκοι αλεξιπτωτιστές της εισβολής παρομοιάζονται με λαλέδες: «Πέφταν με τ’ αλεξίπτωτα/ανάστροφοι λαλέδες/εξόριστοι από τον ουρανό/έκπτωτες άνοιξες». (σελ. 27)

Θεωρώ το ποίημα που ακολουθεί καίριο δείγμα ποιητικής, όπως ο Π.Κ. προσλαμβάνει το νέο, ουσιαστικά εν εξελίξει, αισθητικό του στίγμα: «Με τα κουμπιά αθηλύκωτα/με προσπερνούν οι λέξεις/Βγαίνω στη σύνταξη/νέων προτάσεων ελλειπτικών/χωρίς αντικείμενα και αδρανή επίθετα/Μόνο υποκείμενο/Κι ένα ρήμα έρημο/Καμιά φορά το αποδεσμεύω κι αυτό». (σελ. 18)

Η τριβή και εμπειρία του Π.Κ., εδώ και αρκετά χρόνια, στη συγγραφή τηλεοπτικών σεναρίων, κυρίως για σειρές εποχής, βρίσκει την έκφρασή της και στην ποίησή του. Αυτό, κατά την άποψή μου, πραγματώνεται σε ποιήματα με δομική διαρρύθμιση θεατρικού δρωμένου, με σκηνοθετική υφή και ανάπτυξη. Π.χ. ο συζυγικός διάλογος που καταγράφεται στο ποίημα «Πλανόδιος» (σελ.29) που συνάμα θεωρώ πως είναι και το πιο ερωτικό ποίημα της συλλογής.

Ανάλογης υφής επιρροή από την τηλεοπτική συνάφεια του Π.Κ. αποτελεί και το ποίημα «Χρυσοπέρτικα» (σελ. 30) που είναι ήδη γνωστό ως τραγούδι στο τηλεοπτικό κοινό και όχι μόνο σε αυτό. Πρόκειται για ένα ποίημα παραδοσιακό, σχεδόν δημώδες, γραμμένο στην ντοπιολαλιά και σε στίχο δεκαπεντασύλλαβο, ομοιοκατάληκτο ζευγαρωτά. Η αισθητική ευόδωση αυτού του εγχειρήματος, υφολογικά, τεχνοτροπικά, μα και θεματικά, καταδεικνύει πόσο λειτουργικά, πόσο αρμονικά μπορεί να θρέψει ακόμη τη σύγχρονη ποίηση η παράδοσή μας.

Γιώργος Φράγκος

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 2/12/2011

Δημιουργήματα υπερβατικής αισιοδοξίας

«Ένα», εκδόσεις Παράκεντρο, 2011

O ΠΑΜΠΟΣ Κουζάλης, με τη νέα του ποιητική συλλογή: «Ένα», εκδόσεις Παράκεντρο, 2011, συνεχίζει από εκεί που έμεινε στο «Ραπτό λόγο», την προηγούμενη και πρώτη ποιητική συλλογή του, το 2003. Παραμένει το ίδιο ευσύνοπτος, παραστατικός, με πλούσια και γόνιμη φαντασία, με λεπτή αίσθηση του χιούμορ και μια υπολανθάνουσα, ραφιναρισμένη και γοητευτική ειρωνεία. Θυμάμαι ότι παρουσιάζοντας τότε το «Ραπτό λόγο» είχα σταθεί
ιδιαίτερα στη λιτότητα, την πυκνότητα, τη δωρικότητα, τον λυρισμό αλλά και
την καυστικότητα των στίχων του Π.Κ.
Τα ίδια αισθητικά προτερήματα συναντούμε και σ’ αυτή τη συλλογή. Θεωρώ ότι ο Π.Κ. είναι ένας γόνιμος ποιητής, δεκτικός σε επιδράσεις και επιρροές από ποικίλες ποιητικές σχολές διαφόρων εποχών. Βέβαια, είναι πιο
επιρρεπής στις σύγχρονες, νεωτερικές και μοντερνίστικες επιδράσεις. Στους
στίχους του συναντάμε συχνά υπερρεαλιστικά στοιχεία, μέχρι και στοιχεία από τον μαγικό ρεαλισμό. Όπως π.χ. στο «Σουσάμι» (σελ. 33) όπου λέει: «Πάλι σουσάμι καβουρντίζεις / νυχτιάτικα; / Αύριο έχεις τη γιορτή σου / Δεν το ξέχασα /Όμως / τριάντα χρόνια πεθαμένη / γιατί επιμένεις /
το ίδιο γλυκό να μας κερνάς;».
Ο Π.Κ. δεν είναι μονοδιάστατος ποιητής. Όπως οι επιρροές του διακρίνονται από ένα ευρύ πλουραλιστικό φάσμα, έτσι και τα δημιουργήματα του χαρακτηρίζονται από θεματική, αλλά ενίοτε και τεχνοτροπική ποικιλομορφία. Έτσι έχει ποιήματα διάφανης εικονοποιίας από τη μια, αλλά και ποιήματα βαθιάς εσωτερικότητας από την άλλη.
Μια από τις μεγαλύτερες δεξαμενές εμπνεύσεων και ερεθισμάτων για τον Π.Κ. είναι η παιδική ηλικία, η παιδικότητα, με τις ανεξίτηλες, ολοζώντανες και αναβλύζουσες μνήμες της. Εδώ επιδίδεται σε γλυκά μακροβούτια και ο Π.Κ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Κάτω από το τραπέζι» (σελ. 6), όπου συν τοις άλλοις, αναπτύσσεται σε δεύτερο, ενδεχομένως και σε
τρίτο πλάνο, κι ένας διάλογος με τον Σεφέρη, στο γνωστό ποίημα για το πατρικό του: «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου». Ο διάλογος βέβαια αφορά τη μυθοπλαστική πτυχή του σεφερικού ποιήματος και όχι την απομυθοποιητική.
Αναλόγου πνοής είναι και το «Επιστροφή» (σελ. 11) όπου επίσης μνήμες από το πατρικό σπίτι μεταπλάθονται ποιητικά. Βέβαια και στη μια και στην άλλη περίπτωση αυτό που πραγματεύεται ο Π.Κ. δεν είναι οι χώροι και τα πράγματα, που είναι το σημαίνον, αλλά η αγάπη που θρέφει τις ανθρώπινες καρδιές, που είναι το σημαινόμενο. Εδώ θέλω να σημειώσω ότι, παρόλο που ο Π.Κ. κατά κύριο λόγο πραγματεύεται μνήμες, τα ποιήματά του δεν είναι αδιέξοδα, αλλά είναι δημιουργήματα προοπτικής και μιας ιδιάζουσας, λυρικουπερβατικής αισιοδοξίας.
Ιδιαίτερη μνεία θέλω να κάμω στην αντικατοχική ποίηση του Π.Κ. Γιατί ναι, αυτός ο κατ’ εξοχήν λυρικός ποιητής, γράφει χωρίς οδυρμούς, χωρίς πομπώδεις κλαυθμούς, χωρίς εύηχα και εντυπωσιοθηρικά ρητορικά ξεσπάσματα και αντικατοχική ποίηση. Απλά, παραστατικά, με λυρισμό, συναίσθημα, συγκίνηση και δέος. Π.χ. στο «Μισό σελίνι» (σελ. 10)
μιλώντας για τα δυο σινεμά του κατεχόμενου Τράχωνα και τις παιδικές του μνήμες από αυτά, όπως βιώνονται σήμερα.
Αλλά και στο «Πώς;» (σελ. 17) ο Π.Κ. πετυχαίνει μια χαμηλόφωνη, υποβλητική και συνάμα επιβλητική αντικατοχική φωνή. Μακριά από ηχηρούς και υψίφωνους καταγγελτικούς τόνους, αλλά με πόνο και σωστά ελεγχόμενα δομημένη, συγκινησιακή κορύφωση. Ο Π.Κ. γράφει αντικατοχική ποίηση με λυρικό υπόβαθρο και ηχόχρωμα, αντί του συνήθους επικού ύφους που χρησιμοποιείται σε τέτοιες περιπτώσεις.
Προσφιλείς θεματικοί πυλώνες στην ποίηση του Π.Κ. παραμένουν ο χρόνος και ο έρωτας. Αρχικά ένα ενδεικτικό παράδειγμα σε σχέση με τον χρόνο: Ο ποιητής αξιοποιεί τις χρονικές μεταβάσεις από το παρελθόν, στο παρόν και το μέλλον και αντιστρόφως, με διαφορετική και απρόσμενη αλληλουχία κάθε φορά, επιτυγχάνοντας όμως πάντα αισθητικό αποτέλεσμα που είναι και το ζητούμενο. Αυτό συμβαίνει στο ποίημα: «Μνήμες» (σελ. 14).
Για το ερωτικό στοιχείο τώρα, όπου, σχεδόν κατά κανόνα, ο Π.Κ. είναι ακαριαία καίριος και λειτουργικός. Όπως π.χ. στο ευσύνοπτο και απόρροια στιγμιαίας σύλληψης και παράθεσης ποίημα: «Φωτιά» (σελ. 18), το οποίο και παραθέτω ολόκληρο: «Επειδή αργούν ακόμα να γεννηθούν οι πέτρες / τρίβω τα χέρια στο φως του ήλιου / μέχρι να πιάσω φωτιά / να ζεσταθείς».
Συνεχίζω με ένα – δυο πιο κριτικές επισημάνσεις: Ο Π.Κ. ίσως κάποτε να δελεάζεται υπερβολικά από τη μεγάλη έφεση και μαεστρία του στις μεταφο-
ρές. Όμως, υπό το καθεστώς αυτού του δέλεαρ, κάποτε πετυχαίνει αποτελέσματα, που όσο κι αν εντυπωσιάζουν με το αισθητικό επίπεδό τους, εν μέρει τουλάχιστον, προκαλούν και μια μικρή όχληση με την ωραιοπάθεια τους. Π.χ. αυτό συμβαίνει στο ποίημα: «Αναμονή» (σελ.22). Ωραίο το λεκτικό σχήμα, μα όσο εντυπωσιακές και πανοραμικές γέφυρες κι αν οικοδομήσει ο Π.Κ. οι στεναγμοί της αναμονής δεν έχουν καμιά σχέση με τους στεναγμούς της ηδονής. Συνεπώς, κατά την ταπεινή μου άποψη, οι δύο στεναγμοί μάλλον παραλληλίζονται άστοχα.
Η δεύτερη παρατήρηση που θα ήθελα να κάμω αναφέρεται στο συνολικό, προσωπικό αισθητικό στίγμα του Π.Κ. Ένα στίγμα, που όσο κι αν διακρίνεται για τον πλουραλισμό και την ποικιλόμορφη δεκτικότητά του, σε έναν αισθητό βαθμό, δεν παύει από του να γοητεύεται, ίσως υπέρμετρα, από το αισθητικό στίγμα της Κικής Δημουλά. Προσωπικά, στις μελλοντικές ποιητικές συλλογές του Π.Κ., θα ήθελα να διακρίνω ολοένα και λιγότερο αυτή την αίσθηση.
Συνολικά η ποιητική συλλογή «Ένα» του Π.Κ. είναι επαινετέα, αξιόλογη και αξιοπρόσεκτη. Γι’ αυτό εξάλλου και θα ήθελα να ολοκληρώσω την παρουσίασή της με ακόμα ένα-δυο από τις πολύ καλές στιγμές της. Στις πρώτες προτεραιότητες του Π.Κ. είναι ο ψυχικός, συναισθηματικός κόσμος του ανθρώπου. Όμως, δεν τον απασχολεί μονάχα ο έρωτας, η χαρά, η αγάπη, οι μνήμες, οι ποικίλες συγκινήσεις αλλά και ο ανθρώπινος πόνος. Μ’ έναν τρόπο ουδόλως γλυκερό, αλλά καίρια εύστοχο και παραστατικό, στο
ποίημα: «Μετόχια» (σελ. 38), λέει: «Θέλω μονάχα να σου πω πως / έχει πολλά μετόχια ο πόνος / εκεί που λες, πάει / παραγράφεται / από μιαν άλλη γειτονιά / ακούς το σήμαντρο του / θέλοντας και μη θέλοντας / πάλι κι απόψε θα λειτουργηθείς».
Τέλος, με τη λεπτή, ραφιναρισμένη ειρωνεία του, ο Π.Κ. μειδιά μπροστά στη λογική, το πρέπον, το σωστό, τον ατσαλάκωτο καθωσπρεπισμό. Παραθέ-
τω, για του λόγου το αληθές, την πρώτη στροφή από το ποίημα: «Λογική» (σελ.19): «Στην πρόσοψη της λογικής / χτισμένης με απόλυτη ακρίβεια / οι ορθογώνιες πέτρες της / επιχειρώ ν’ ανέβω / Από πού να πιαστώ; / Γλιστρώ και τη χάνω» /…

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Φιλελεύθερος 22/1/2012

Το Ένα Τραγούδι
Πάμπος Κουζάλης, Ένα, Εκδ. Παράκεντρο, 2011, σελ. 58

Είναι κοντά δύο μήνες που παρευρέθηκα σε μιαν άκρως ζωντανή – παραδόξως(;) για encore λογοτεχνικής εκδήλωσης- συζήτηση αναφορικά με τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου στην ποίηση των Κυπρίων ποιητών
και κυρίως για τη λειτουργικότητα που αυτή ενέχει σήμερα – για την προοπτική που δύναται να ανοίξει ή να κλείσει στο καλλιτεχνικό βλέμμα του
δημιουργού. Φυσικό, οι απόψεις ποίκιλαν: από την αδυναμία ή την αδυνατότητα της διαλέκτου να εκφράσει το εύρος της ανθρώπινης διανοίας και ψυχοσύνθεσης αλλά και τη διαφοροποίηση των συναισθηματικών τόνων που δοκιμάζει το ποιητικό υποκείμενο, μέχρι τη σχεδόν προγραμματική και επιβαλλόμενη – στα όρια της ιδεοληψίας- αξιοποίηση της διαλέκτου, γιατί όχι και τη συστηματική -με εμμονική συνέπεια- χρήση της. Παρεμβάσεις, βέβαια, κάλυψαν και τις μέσες αποστάσεις των δύο άτυπα -και εν πολλοίς, ανώφελα- αντιτιθέμενων «στρατοπέδων». Λες και η ποιητική γλώσσα χωράει αποκλεισμούς, στρατεύσεις, προγραμματικές δηλώσεις και τα συναφή, αν δεν είναι ποίηση. Λες και η ποιητική γλώσσα δεν ακυρώνει, δεν αναιρεί, δεν σαρώνει. Λες και η ποιητική γλώσσα δεν ακυρώνεται, δεν αναιρείται, δεν σαρώνεται. Λες και μια τέτοια γλωσσολογική, λογοτεχνική συζήτηση πρέπει
να βρίσκεται πάντα ένα «κλικ» πριν να μετατραπεί σε… πολιτική.
Ωστόσο, τις ίδιες μέρες περίπου έφτανε στα χέρια μου η δεύτερη ποιητική συλλογή του Πάμπου Κουζάλη «Ένα», και σε μεγάλο βαθμό, με διάσπαρτες λέξεις της διαλέκτου ενσωματωμένες στην κοινή νεοελληνική -την ελλαδική, τη «μητροπολιτική», την όπως τη βιώνει κάθε δημιουργός- γλώσσα και με δύο από τα καταληκτικά ποιήματα του βιβλίου -ένα ειρωνικό «Προικοσύμφωνο» κι ένα ερωτικό τραγούδι-, έδινε τη μόνη «έγκυρη» απάντηση: πως τέτοιου είδους ζητήματα λύνονται μέσα στην τέχνη κι όχι μέσω θεωρητικών σχημάτων και εκτιμήσεων. Η λειτουργικότητα της ποιητικής γλώσσας ομοιάζει με το πένθος: πρόκειται για καθαρά ιδιωτική υπόθεση. Το Έξω αναίτια υποδεικνύει «διαχειρίσεις», εφόσον το καλλιτεχνικό έργο είναι που
σπάζει ενδοκειμενικές και μη συμβάσεις και επιβάλλεται με τους όρους του. Κι αυτή είναι –με αποφατικό τρόπο- η διαφορά μεταξύ λογοτεχνίας και υπόθεσης εργασίας. Κι εδώ είναι που εξαρχής κερδίζει ο Κουζάλης εκφέροντας τη δική του προοπτική για τη γλώσσα, συνδέοντας
αρμονικά τύπους της κυπριακής καθημερινής γλωσσικής συναλλαγής με την «επίσημη» νεοελληνική.
Τα παραπάνω, εξ αφορμής. Αποκεί και πέρα, ο Κουζάλης στα 47 ποιήματα της συλλογής τραγουδάει με τη φυσικότητα που ανασαίνει. Λυρικός κι απέριττος ο λόγος του αρθρώνει έναν τόπο φασματικό, που κινείται μεταξύ πραγματικότητας και του πεπερασμένου. Η πλειονότητα των ποιημάτων φέρει στον πυρήνα της μιαν ασήμαντη εικόνα της καθημερινότητας ή ενός
παρελθόντος περιστατικού. Στην ποιητική συνείδηση του Κουζάλη χρόνος και τόπος συμπλέκονται: μιαν ελάχιστη κίνηση ή ένα αντικείμενο αναβιώνει το παρελθόν ή τροφοδοτεί το συναίσθημα του παρόντος. Τα πρόσωπα των ποιημάτων κινούνται εξίσου φασματικά. Χωρίς να κτίζει ένα κλειστοφοβικό ή αυτιστικό σύμπαν, εντούτοις ο Κουζάλης κινεί τα νήματα των ηρώων του σε έναν εσωτερικό χώρο. Άλλοτε δημιουργεί την αίσθηση πως πρόκειται για
κάποιον παλαιό αστικό οίκο και πότε για εκφάνσεις της ζωής στην κυπριακή ύπαιθρο. Σε κάθε περίπτωση, η μνήμη του δεν νοσταλγεί, δεν μελοδραματίζει, δεν θρηνεί. Η γλώσσα του Κουζάλη αναδύει τη χαμένη αρχοντιά μιας αστικής καθημερινότητας, ακόμα και σε εκείνες τις εικόνες που τονίζεται ο πόνος και θάνατος των μικρών πραγμάτων. Υπ’ αυτή την έννοια, τα πρόσωπα του έργου του αποπνέουν έναν ιδιότυπο ηρωισμό μέσα από τις καθημερινές τους δρα-
στηριότητες και τα συναισθήματα. Η απώλειαείτε αφορά την ερωτική επιθυμία είτε τους οικογενειακούς δεσμούς είτε την τραγωδία των αγνοουμένων το ’74 είτε την παρουσία ενός μετανάστη στη σύγχρονη Κύπρο προφέρεται γυμνή – μες στην ειρωνεία και τον σαρκασμό της, ναι, μα γυμνή όσον αφορά την καθαρότητα με την οποία μεταφέρεται στον αναγνώστη και δίχως ρητορικές εκπτώσεις. Διακρίνει μάλιστα κανείς τη συναισθηματική κλιμάκωση από ποίημα σε ποίημα και τη μεθοδικότητα την οποία μετέρχεται ο Κουζάλης προκειμένου να χτίσει ένα βιβλίο με ισχυρούς νοητικούς αρμούς σαν να
πρόκειται το «Ένα» για μια ενιαία καλλιτεχνική σύνθεση που προεκτείνει σε ετερόκλιτες νοηματικές ενότητες τα μέλη της. Κι όλα αυτά από έναν δημιουργό που η ιδιότητά του ως στιχουργός και σεναριογράφος δεν κατάφερε να τον παρασύρει στην ευκολία της προβολής και της
δημοσίευσης· ίσα ίσα ο Κουζάλης αξιοποίησε δάνειες τεχνικές και σχήματα από τις εν λόγω δραστηριότητές του για να καταστήσει ακόμα πιο καίρια την ποιητική του παρέμβαση. Σαν να λέμε πως το κυρίαρχο Έξω δεν του επέβαλε τις αξιώσεις και τη φθορά του, γεγονός που φαίνεται ακόμη και από τη δημοσίευση μόλις δύο ποιητικών συλλογών μέχρι σήμερα. Δύο, που
αρκούν όμως για να τον αναδείξουν ως έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ποίησης που γράφεται στην Κύπρο μετά το ’90.

Νίκος Πετρίδης, 13/12/2015

«σχεδόν» του Πάμπου Κουζάλη, Παράκεντρο, Λεμύθου 2015

Αυτό που πρόσεξα στην ποίηση του Πάμπου Κουζάλη είναι ότι κάποια από τα ποιήματα ταιριάζουν πιο πολύ να τα διαβάσει κανείς το βράδυ και άλλα κάτω από το φως του ήλιου. Επίσης μου αρέσει πολύ η ιδιάζουσα γραφή, που είναι πλέον σήμα κατατεθέν του ποιητή, η ντοπιολαλιά και η χρησιμοποίηση σπάνιων λέξεων της κυπριακής διαλέκτου. Λένε πως το γιόμα του μυαλού είναι η ποίηση και γενικά η μάθηση. Τωόντι, η δική του ποίηση αντιπροσωπεύει πλήρως αυτό τον όρο επάξια, αγγίζοντας απαλά τις καρδιές μας, στέκοντας έτσι βιζαβί ενός δάδινου λόγου που αντιπροσωπεύει τον άσειστο τρόπο ομιλίας και τον τρόπο ζωής του σήμερα. Η αγάπη που δείχνει για τη ζωή, τη φύση, το πάντρεμα του χθες και του σήμερα, παράλληλα με τον ευαίσθητο τρόπο γραφής του, θα μπορούσε ακόμη και να αλλάξει οποιονδήποτε ακολουθεί λαθεμένα τον δρόμο του θερσιτισμού.
Πρόσεξα ότι δεν τον διακρίνει καμιά βιασύνη για δημοσιότητα. Κύριο χαρακτηριστικό της ποίησής του είναι η μουσικότητα. Τα ποιήματα πρέπει να διαβαστούν φωναχτά, αργά, με παύσεις για να χαρείς το παιχνίδι των συνήθως μελαγχολικών μουσικών τόνων. Χρησιμοποιεί επίσης τα επίθετα για να κάνει πιο έντονη την έννοια του ουσιαστικού. Καθώς και τη μεταφορική περιγραφή.

Η ποίησή του κινείται μέσα σε ένα κλίμα μαρασμού, απογοήτευσης και μοναξιάς με έναν αψεύτιστο λυρικό τρόπο γραφής που στοχεύει στον φροκαλισμό της βόχας που αφήνει ο δελής τρόπος έκφρασης του ανθρώπινου στοιχείου, όπως ακριβώς είναι και η ποίηση του Λαπαθιώτη και του Άγρα.
Μοιάζει να ζητά στη φύση την ελπίδα μιας λύτρωσης από τη μονοτονία της αστικής ζωής, όπου η ευαισθησία και η δειλία σε κάνουν να αποζητάς στοργή και προστασία. Είναι θετικό για μένα ότι δεν υπάρχει η χασμωδία, αλλά και η αποφυγή του φουτουρισμού. Ο έντονος λυρισμός, η κάθαρση, η συγγραφική σκηνοθεσία, ο ντανταϊσμός, ο ρεαλισμός, η προσωποποίηση άψυχων αντικειμένων, η κορύφωση, το ημερολόγιο, τα συμφραζόμενα, η ταξιδιωτική λογοτεχνία και τα παρακείμενα υπάρχουν στη γραφή του Πάμπου Κουζάλη, εμπλουτίζοντάς την σε τεράστιο βαθμό. Με έμμεσο τρόπο υπάρχει η αναφορά στον θεό, όπως γίνεται στην ποίηση του Βρεττάκου, με ένα λυρισμό που σου επιτρέπει να μπορείς να εκφράζεις τα πληθωρικά σου αισθήματα.

Σε κάποια ποιήματα υποβάλλει το αίσθημα της νέκρωσης, κάνοντας έτσι τον αναγνώστη να συμμετέχει περισσότερο, νιώθοντας πιο έντονα αυτή τη νέκρωση, γιατί η έκφραση στηρίζεται σε μια αντικειμενική περιγραφή καθημερινών καταστάσεων που του είναι οικείες.
Υπάρχει ωστόσο έντονα το τραγικό στοιχείο της ζωής, της φθοράς, της ματαιότητας, χωρίς όμως να οδηγείς τον μηδενισμό και την απώλεια της πίστης. Σαν αντίβαρο υπάρχει η βαθιά πίστη στην αξιοπρέπεια, στην ανθρώπινη συνείδηση. Καθώς και ένα αίσθημα υπερηφάνειας μέσα από μια καθαρά ανθρωποκεντρική ποίηση. Είναι ποιήματα, μπορώ να πω, διαλόγου μεταξύ του συγγραφέα με τον εαυτό του και με τους άλλους, και λιγότερο μονόλογος. Ακόμη και σε ποιήματα όπου τα συναισθήματα είναι πιο αόριστα, καταφέρνει να τα κάνει πιο συγκεκριμένα, εντάσσοντάς τα μέσα σε μύθους.

Στέλιου Παπαντωνίου

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Πάμπος Κουζάλης, Σχεδόν, Ποίηση, εκδόσεις Παράκεντρο

Η αίσθηση πως έχουμε νέους ποιητές που μας κομίζουν τη νέα ειδή των πραγμάτων χαροποιεί τον αναγνώστη, γιατί από τη μια επιβεβαιώνει πως η ποίηση συνεχίζεται επάξια στον τόπο και από την άλλη πως η συνέχεια αυτή διακρίνεται από τη γνησιότητα, τη φρεσκάδα και το σπινθηροβόλο του πνεύματος, με την ξεχωριστή ευαισθησία αλλά και το θεμέλιο της παράδοσης σεβαστό και ανανεωμένο.

Η ποίηση του Πάμπου Κουζάλη είναι πλούσια θεματικά, γιατί ο ποιητής έχει ανοιχτά τα μάτια στον καιρό του με τα παγκόσμια προβλήματα και τα τοπικά -το Κυπριακό δεν παύει να πονά με τους νεκρούς και αγνοουμένους – με το θάνατο και την πολύπτυχη ζωή, την αγάπη, τον έρωτα, τις ανθρώπινες συναναστροφές. Ένα πλατύτατο δίχτυ μέσα στο οποίο συλλαμβάνονται από τον ευαίσθητο ψαρά πολυποίκιλα ερεθίσματα για την ποίησή του. Πρώτα η συγκίνηση κι ύστερα η επεξεργασία του ποιήματος, με τέτοια όμως μαεστρία, ώστε να μη φαίνεται, αλλά να διατηρείται η δροσερή αύρα της σύλληψης και του σκιρτήματος.

Από μόνο του το «σχεδόν» είναι μια ημιτελής και εν εξελίξει κατάσταση πριν προλάβει να παγιωθεί, γι’ αυτό έχει μέσα του το στοιχείο της πάλης της ζωής, έστω κι αν η απόληξη είναι ο θάνατος. Άνθρωποι προσπαθούν να σωθούν, σχεδόν τα φτάσουν στον προορισμό τους, άλλοι στο «μεταξύ», για παράδειγμα οι αγνοούμενοι, πραγματικά νεκροί, για τους δικούς τους όμως ζωντανοί, ένας ημιέρωτας, μια συνειδητοποίηση της αδυναμίας ενώ η ζωή κι ο έρωτας προκλητικά καλούν.
Ίσως αυτό το σχεδόν, το «μεταξύ» να είναι και πιο δύσκολο να εκφραστεί, γιατί δεν παγιώθηκε, δεν αντικειμενοποιήθηκε, γι’ αυτό κι ο ποιητής ζωντανά με τον εαυτό του και με την τέχνη του το συλλαμβάνει στην εξέλιξη και ροή του.

Εκφραστικά θαυμαστή για τον αναγνώστη η έκπληξη με το απρόοπτο του τρόπου έκφρασης, με τις πολλές αφαιρέσεις στις μεταφορικές αλματικές εκφράσεις και γενικά αφαιρετικές μεταφορές. Ζωντανές εικόνες αποτυπώνονται με τα παρακόλουθα ζέοντα συναισθήματα (ένα ψυχοσάββατο, μια μάνα που πληροφορείται για το αγνοούμενο παιδί της, η προσπάθεια των μεταναστών να προσεγγίσουν τη ξένη γη) στο σχεδόν, και εντυπώνονται για πολύ στον αναγνώστη.

Συμπερασματικά, χωρίς στόμφο, με μόνη την ποιητική χάρη, ο Πάμπος Κουζάλης μας έδωσε με το «σχεδόν» μηνύματα και καλλιεργημένης αισθητικής αλλά και ήθους ελευθέρου και γνήσιου ποιητή.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ

troaditis

 

 

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959. Στα τέλη της δεκαετίας του 70 με αρχές της δεκαετίας του 80 συμμετείχε σε ομάδα θεάτρου σκιών και μουσικό συγκρότημα. Με την ποίηση ασχολείται από τα γυμνασιακά του χρόνια. Από το 1992 ζει μόνιμα στην Μελβούρνη. Εργάζεται ως διορθωτής εφημερίδας. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά σε Ελλάδα και Αυστραλία, στα Ελληνικά και Αγγλικά. Οργανώνει ποιητικές εκδηλώσεις στην Μελβούρνη, ενώ ασχολείται με την ποιητική μετάφραση. Έχει, επίσης, κάνει μεταφράσεις πολλών άρθρων πολιτικού και ιστορικού περιεχομένου. Διατηρεί την ιστοσελίδα ποίησης «Το Κόσκινο» στη διεύθυνση http://tokoskino.me

 

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0003

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0002

1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-0001

ΜΕ ΜΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΝΑΤΑΣΗ (2016)

 

ΟΙ ΤΟΠΟΙ ΜΟΥ

 

Ι

Οι τόποι μου
βρίσκουν καταφύγιο
σε ρημαγμένα κτήρια
σε αποπνικτικές ατμόσφαιρες
σε φωτιές που θεριεύουν

 

II

οι τόποι μου
κυλιούνται πρηνηδόν
σε μάτια χαμένα