diP generation 2017

1-βιβλιο

 

diP generation 2017 Ανθολογία πεζου και ποιητικού λόγου
Επιμέλεια Ιφιγένεια Σιαφάκα

Συμμετέχουν με πεζά και ποιήματα οι:
Σταυρούλα Δημητρίου – Στέλλα Δούμου – Μαρία Μανδάλου –
Μαρία Μαραγκουδάκη – ΕυσταΘία Ματζαρίδου – Αυγή Μελέτη –
Ολβία Παπαηλίου – Γιώργος Πολ. Παπαδάκης – Σοφία Περδίκη –
Ιφιγένεια Σιαφάκα – Γιώργος Σπανός – Νίκος Σταμπάκης –
Χρύσα Φάντη – Στρατός Φουντουλης και, για το αφιέρωμα της Λευκής Γεροβασίλη στη “Ζαρντινιέρα”, Λευκή Γεροβασίλη

 

Ποιήματα της ανθολογίας

 

ΣΤΕΛΛΑ ΔΟΥΜΟΥ

 

ΠΙΝΟΚΙΟ

Σκουριασμένο σούρουπο
με θύλακες νύχτας να παραμονεύουν
γωνία ασήμαντης οδού και βορεινής ακτής
μιας σύμπτωσης
άγγιξες την άκρη του βιαστικού παλτού μου
και σταμάτησες.
Φύσηξε για λίγο μια άρρωστη νιύτη
πολύ λίγο, να, ώσπου να πάρεις σχήμα.
Ψέλλισες κάτι. Σε άγνωστη γλώσσα μού φάνηκε.
Νόμισες πως εντυπωσιάστηκα.
«Μα είσαι πεθαμένος από χρόνια»,
σου είπα ατάραχα, δεν το ήξερες;
Σε κήδεψα σ’ ένα φριχτό κήπο
από μπελαντόνες στη μέση της θάλασσας.
Γύρω γύρω άλειψα άβυσσο σιωπής.
Τη μύτη σου την κήδεψα χωριστά
σ’ ένα κουτί από αμίαντο
γιατί άνθιζε ψέματα συνεχώς.
Το όνομά σου το ’τριψα στα πουλιά
που ’θέλαν να πεθάνουν.
Τον όρκο σου τον κρέμασα
στο φεγγάρι, να σκιάζονται
τα μικρά κορίτσια
πριν κερώσουν με το αίμα τους
το νήμα της αγάπης».

«Τι να την κάνω τη συγγνώμη σου τώρα;»
είπα και συνέχισα το δρόμο μου
βάζοντας δυο κέρματα
στα μάτια του γερο-ζητιάνου
που άκουσε τα ιώδη και πέτρωσε.

Στο μεταξύ είχε νυχτώσει πολύ. Μέσα κι έξω από το σώμα.

Χαμηλές οκτάβες (2013)

ΝΑΥΑΓΟΣ

Σε έρημη παραλία τα όστρακα αποφεύγουν τα λεμόνια.
Νηστικό φιλί ψάχνει ρούμι, για να γίνει ανθολογία.
Στο πουθενά, νομίσματα κάνουν τραμπάλα
το κυματάκι τούς γλείφει τα δάχτυλα.
Εσπερινοί λωτοί βρίσκονται δύσκολα
και πώς να τους ξεπατικώσεις;
Ούτε ένα πιάνο με ουρά δεν έχει ξεβραστεί
να γαργαλήσει τα πλήκτρα να ξεχαρμανιάσει η ερημιά.
Η φύτρα του Ποσειδώνα χωράει στα γραφτά του ναυαγού.
Τον δένει χειροπόδαρα, δαγκώνει την καρδιά του
παντού με ιώδιο αψύ το δέρμα τού αλείφει
μόνο τη φτέρνα τού αφήνει καθαρή
για να θυμάται άνθρωπος πως είναι κι όχι ψάρι.

Γι’ αυτό προσέχει πολύ να μην πατήσει αχινό τις νύχτες
που χορεύει χούλα-χουπ με τ’ ωκεάνιο φεγγάρι.
Τα αλατισμένα χρώματα τον έχουν από καιρό τυφλώσει.
Πότε-πότε νομίζει πως βλέπει φάλαινες –
τον ψάχνουν για να τον καταπιούν.
Και κρύβεται.

Πλοία γκρίζα, μακριά…

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΑΞΗ

Έλα στα συνεργεία να ’μερώσουμε άλογα
Των Κυριακών οι σφαίρες στο λαιμό
Ανεβάζουν θερμοκρασίες
Ποια ένδον και ποια αιφνίδια βλέμματα;
Ξεγελάς τους υπότιτλους
Μα εγώ απ’ τα χείλη διαβάζω
Πως κηδεύεις φτερά μες στα γράσα
Και ανάβεις φωτιά με τα μάτια
Σε χιλιόμετρα χίλια
Να φυτρώσουνε τόποι απ’ τη δίψα πιο άγριοι
Σκόνη σηκώνεται η μέρα που γίναμε κλέφτες
Και στραβώνει κεραίες και πέταλα, θολώνει νερά
Λύσε τα φρένα, Γκιγιέρμο, και πιάσε ερτζιανά
Θα κοιμηθώ στο πίσω κάθισμα
Τη σκηνή θα την κάψουμε
Έτσι ή αλλιώς στο τρίτο φανάρι το ζάρι στον καθρέφτη
Θα δείξει τη δύση.

 

ΜΑΡΙΑ ΜΑΝΔΑΛΟΥ

 

ΕΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΧΡΗΣΤΟΣ…

Της ύπαρξης η ανοχή
ταξίδι πρόσφορο
σε νήσο Ευρυδίκη

Εκεί βουβά κριάρια
αλέθουν στην κοιλιά τους
το χορταράκι της σιωπής
μηρυκάζοντας σύννεφα

Εκεί το κύμα όνειρο
σμίγει την άρμη
του μαστού
Εκεί το μάτι το τυφλό
ξορκίζει
τον Κανένα

Προκύπτουν
δύστηνα πτηνά
γυναίκες αναπάντητες
και θεριακλήδες
μάρτυρες
της Άπω Αθανασίας

 

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Τώρα κατοικώ
αυτό το σπίτι – μια πληγή

Χαράζει μέσα μου
φεγγάρι ίσαλο
οδυσσευάμενη σκιά
σε άδοξο ταξίδι
πεπρωμένο

Στάζουν τα τσίγκια του
έχθρητες – Κλυταιμνήστρες
Μόρμυρος ήχος
σαλεύει τα δοκάρια του
Φωλιές χελιδονιών
συνάζουν αμαρτίες
παλιές στις κόχες του

Σκύβει στο μπαλκονάκι του
η θλίψη μου, δειλή
υγρή Μαντόνα, αφορμή
συνάζει άωρα τα μέλη μου
στων ματιών της
την άκριτη Ιθάκη

 

ΑΝΑΙΡΕΣΗ

Άρρωστος ύπνος απόψε ξανά
πνιγμένος στα φαντάσματα
Τρένα παυσίλυπα
με ξεγελάνε στο σταθμό
ανάβουν θάλασσα
τα σιωπηλά βαγόνια τους
χιονισμένα αγάλματα
στην πάχνη των Αιώνων
επαιτούν ένα ψίχουλο δάφνη
τον άβατο χρησμό
μασουλώντας ακρόπρωρα

Ακούγεται τότε καπνός
ένα σύριγμα ρόπτρο
Βαρύθυμα κουπιά
αρμοί φουγάρα

Εκείνο της Καρένινα
το είδωλο
οξειδωμένος οιωνός
βαριά η ανάσα της
ιδρώνει
στο πλευρό μου
βρίσκομαι αίφνης
να της κρατάω το παλτό
χιονίζει μες στο όνειρο
Το ξέρω δεν θα την προλάβω
ία χαθεί βιαστικά
σε σελίδες λουλάκι

θα τρέξω πίσω της
μες στην παλάμη μου
θα σφίγγω
τον αρχαίο οβολό
το ύστερο μειδίαμα
υφάδι αμαρτωλό
λίγο προτού την ήττα…

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

 

ΟΝΕΙΡΟΠΑΡΜΕΝΟΣ

Μη με λες ονειροπαρμένο. Δεν είμαι. Ο ονειροπαρμένος
απλώνει τα δάχτυλά του πάνω στο σώμα της νύχτας και
πιάνει την αύρα της. Δεν είμαι εγώ αυτός.
Το απροσδόκητο εξωραΐζει και ραντίζει το γκρίζο
με μοβ αχάτη. Δεν είναι φίλος της δόξας,
παρά μόνο ακίνητος θωρεί τις αλλαγές στο κύμα.
Δεν επεμβαίνει στην ύλη. Διακρίνει το όμορφο
μέσα στο άσχημο. Γεννάει ιδέες καθισμένος σε
μια τέντα από τη γη ως τον ουρανό. Είναι σιωπηλός.
Εγώ δεν είμαι. Απλώς βρίσκομαι στην άκρη της τέντας
ξηλώνοντας τον αέρα με την άγνοιά μου. Ράβε ξήλωνε,
ράβε ξήλωνε. Μια λάθος βελονιά και πήρε
ο διάολος τον κόσμο. Κι εκείνον μαζί.

 

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Μια μέρα ολόκληρη ακολούθησα το Λόγο.
0 Λόγος είναι ένας κι οι μέρες μικρές
Αποκαλύπτομαι κάθε μέρα, μα όσο μακρύτερα πάω,
τόσο πλατύτερη η νοσταλγία. Μια λεπτομέρεια στο όνειρο
κάνει το λεπτό αιώνα. Τα βράδια, σύναξη μυστική με Μπλέηκ.
με ήχους γλυκείς μιας άρπας! Απλώς ακούω το Λόγο.
Ο Λόγος είναι ένας κι η Γνώση απέραντη.
Ακόμα κι η γάτα που πνίγεται εκεί
φτάνει να πιάσει το φεγγάρι (που ’ναι σα σβούρα).
Δεν είν’ αυτός ένας λόγος να δώσω το βασίλειό μου για μια
γάτα;
Μια σβούρα κόκκινη με σκοτεινή τη μια πλευρά· το φεγγάρι.
Το βασίλειό μου για μια γάτα.

Από τη συλλογή Νέα Ατραπός

 

ΣΟΦΙΑ ΠΕΡΔΙΚΗ

 

Ο ΚΑΝΟΝΑΣ

Δεν μπορείς να γράψεις, λένε, για τραύματα νωπά.
Έτσι όπως σπαρταράει η σάρκα τους
ροδαλή ακόμα πριν από τη σήψη
προκαλεί στον νου θρομβώσεις
κι εκείνη η αναβλύζουσα σχισμή
δακρύρροιες επιφέρει.
Συγχύζονται οι προτάσεις, γίνονται εκδορές
πληγές αιμορραγούν
σχίζονται χαρτιά κι άλλα χαρτιά
τυλίγουνε απορροφητικά το σώμα
αλλά λειψά είναι, τι να σου κάνουν.
Ανήκεστος η βλάβη.

Κι ύστερα ακούγεται
κι ο μακρινός εκείνος ρόγχος των πραγμάτων
αχός που ακατάσχετα μονολογεί
σφαδάζει του λόγου η εκφορά
απαιτεί απόσταση αναπνοής
και ασφαλείας ζώνη
ένα φιλί ζωής εναγώνια ζητά
που πάντα τον κανόνα επιβεβαιώνει.

 

ΧΟΡΕΨΑ

Χόρεψα με πόδια γυμνά
πάνω σε καμένο χώμα.
Ήταν η μεγάλη του θέρους γιορτή
μου είχαν κλέψει τα παπούτσια
σε ηλικία τρυφερή οι Ακάνθινοι
άλειψαν στα δάχτυλά μου το πιο πικρό οξύ
να μην έχει αίσθηση, έλεγαν, να μπορέσει να σταθεί.

Περπάτησα πολύ πριν φτάσω ως εκεί.
Μίλια βήματα, ξυράφια οι αιχμές,
ανηφοριές να σου κόβουν την ανάσα
και πέτρωσαν οι φτέρνες
απέκτησα σιγά σιγά άκρα φολιδωτά
τα χάιδευα τις νύχτες
πέλη από βελούδα ανάποδα.

Τα φόρεσα, μ’ αυτά χόρεψα στη μεγάλη γιορτή
σε γη καυτή κι ήμουν ήδη μορφή Χιμαιρική.
Ήταν πια αργά
όταν άκουσα τ’ αηδόνι γλυκά να μου λαλεί.

 

ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΟΝΕΙΡΟ

Μέσα στο όνειρο εγκαταλείπονται όλα
και ξαναβρίσκονται σε μια στιγμή
ακαριαία
την ώρα που τα φύλλα της κορομηλιάς
τρέμουν γύρω απ’ τον σφιχτό κορμό
κι η αφή φτάνει στο έπακρο.

Πιο κει πρόσωπα αχνά
με μάτια έντρομα κοιτούν
το στημένο σκηνικό
η ανάσα του μεγάλου βατράχου
ψιθυρίζει στη γη
την τελευταία προσευχή
ένα ρυχόσπερμα ανθίζει ξαφνικά
μες στην αυλή
ενώ κανείς δεν το ποτίζει
μια πρόταση μυστική
εκεί που πάει να συνταχτεί
γίνεται θρύμματα και τότε
αρχίζουν τα αινίγματα.

Κι εσύ που στεκόσουν προ ολίγου
ζαρωμένη στον αγέρα φιγούρα
κι έβλεπες το τραύμα σου
από την εναιώρηση
στη βραχώδη πλαγιά
μετρούσες τον σπασμό σου
κι ευχόσουν
να μην είναι η πληγή αυτή
στο γόνατο το παιδικό
που θα σε έκοβε για πάντα στα δύο
βρίσκεσαι τώρα με σταθερή ανάσα
σ’ ένα συγκεκριμένο
χειμωνιάτικο τοπίο.

Κοιτάς
της μνήμης σημάδι
για το γεράκι που θα ’σαι
στο επόμενο όνειρο.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

 

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Ένα πλήκτρο αστερία δεν μπόρεσε ν’ αρμέξει
με τη σπιρτάδα από άλμη ούτε μια ρώγα σταφυλιού
που αναφλεγόταν ερήμην μας σε οιωνούς κληματαριάς
ραντίζοντας μ’ άγριο θέρος τις σκιές μας όταν
η θάλασσα με ομοβροντία κοχυλιών πέταξε
το μαύρο γάντι στο σεντόνι κι έβαλε τα γέλια έτσι
όπως μας βρήκε να θωπεύουμε στον ύπνο μας
τα χείλη μ’ αμβροσία απ’ τον ιδρώτα κάποιου εφιάλτη
αγκαλιασμένους σ’ αιματοχυσία ρητορείας
για την αλμύρα στο έγκαυμα και τη συνείδηση στο χάος

 

ΝΥΧΤΑ ΔΕΡΜΑΤΙΝΗ

Τρέχαν ξυπόλητοι κάτω απ’ την αστροφεγγιά
που ’σπερνε δόντια θάλασσας
στης νύχτας τις συρράξεις
Στο φλοίσβο η γλώσσα έραψε γυαλί
η σάρκα κόπηκε σανδάλι

Να με φοράς όταν σ’ αρνιέσαι! ακούστηκε

Νύχτα δερμάτινη, Θε μου, ψέλλισα, είσαι
και πώς θα με κουβαλάει ολομόναχος
με τα παιγμένα χνάρια μου στα ζάρια;

 

ΟΙ 4 ΓΑΤΟΙ

Περιουσίες χάλασα σ’ αργόστροφα φεγγάρια
ελεημοσύνες σε φιγούρες σαλτιμπάγκων
Γύρευα τη φυγή σε ψευδορκία ελλειμμάτων –
Με χέρια στο χρυσάφι της παλέτας
φωνήεντα τρυγούσα αζευγάρωτων βατράχων
μες στο μπαούλο με τα μπακιρένια οστά
και το προικιό της νύχτας τυλιγμένος.

Μπούστο από ρόδο, ρύζι, κάρδαμο, λειχήνες
λιγόστευε την υγρασία στ’ άσπρα ρούχα –
ποιος ξέρει, άραγε, για σάβανο ή πτήση;
Ντύνανε τα μπουλούκια με τις νύφες τον παλιό καιρό
και τους λευκούς με τα όπλα γάτους στη μασχάλη –
μια σπίθα ελευθεριότητας στη γη μας

Ήρθε και χτύπησαν τον Μαύρο Γάτο στα διόδια
και άλλους 4 μαζί στο ίδιο χρώμα
Έκτοτε «το εύδαιμον το ελεύθερον»
όταν παίρνει το εύψυχον αέρα
καίει -και στην Ανάσταση ακόμη-
για λαμπάδα τη φορμόλη με κορδέλα
στα ρουθούνια

Οι 4 γάτοι: Καφέ-εστιατόριο στη Βαρκελώνη, που άνοιξε το 1897 ο Pere Romeu, κατά το πρότυπο του Μαύρου γάτου στο Παρίσι, και το οποίο συγκέντρωνε τους γνωστούς καλλιτέχνες της εποχής.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΠΑΝΟΣ

 

ΠΟΙΟΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Τα βρόχια στα βουνά ίδια δες τα
πώς πιάσαν το πέρασμα
στα φανάρια με τα παιδικά τους μάτια
τα τσαντάκια μέσης
τα επαιτικά ισχνά δάχτυλα
βαφτισμένα
μες στη ζαλάδα των καυσαερίων
των βρισιών και των κλάξον,
ξέρεις δεν προορίζονται να παίξουν κάποτε
ποτέ
σ’ αυτάρεσκα πλήκτρα του πιάνου
μια Fuga του Μπαχ

με ρωτάνε για σένα

τις φυγές στους δρόμους μιας Αθήνας
πριν γεννηθούν
διαψεύσεις
στην εξορία των συμμιγών μας συμπτώσεων
με τις οποίες δεν ξεμπερδεύεις

 

ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Σημάδι ότι
συνήθισε να τα κάνει μούσκεμα

γιατί είχε ανάγκη από ένα αδιάβροχο
όσο την περίμενε
μες στο φτύσιμο

κορμάκι ουρανοκατέβατο βροχοσταλίδα
σα δάκρυ
σαν κύλησε
σε φύλλο λωτού νότιζε παρελθόν

και μετά πατήσανε τα βήματα κουρασμένα
αχθοφόρος η σιωπή
των βουερών εκδρομών τους
κράτησε άνθιση

με ή χωρίς τα παράγωγά της
(κι ας δίνει νεκρό σημείο
δηλαδή ούτε κέρδος ούτε ζημία

ή, όπως λένε, τριβές δεν υπάρχουν)

 

ΚΑΛΟΥ ΚΑΙΡΟΥ

Η εξεταστική στη δυνατή αποχώρηση
δοτή σταθερά
είναι φινάλε με ένδειξη αλέγκρο
σε χορό τελειόφοιτων
ήτανε αποτέλεσμα κατά τη φορά του βέλους
κι όπου φύγει-φύγει εκτός διδακτέας

το στυλό στάζει
άγχος και πλήξη –

μην υπολογιστούν 3ψ ρίχτερ που θα ισοπέδωναν
το ινδιάνικο χωριό σας φτερωτές
μονάδες
σαν τελευταία πεταχτή ματιά απ’ τις αντιγραφές
όπως τρέπεστε του κύκλου

αναγνωρίζεται μία ανεξεταστέα ιδέα της τάξης
ή τίποτα από τα παραπάνω

διδασκαλία(ν) αποποιούμενο
ένα τίποτα

 

ΝΙΚΟΣ ΣΤΑΜΠΑΚΗΣ

 

ΛΥΚΟΦΩΛΙΑ

(Απόσπασμα)

Ανάμεσα
Σ’ εμέ
Και τ’ οτιδήποτε
Ιδές παρεισφρέει
Ένα σχήμα
Όχι διόλου πράγματος
Αλλά πολύ παρόμοιο
Με τ’ ασαφές ολόγραμμα
Που στείλαμε άκουσα
Στον Άρη (ή τον Ερμή;)
Μια Κυριακή πρωί π’ αποφασίσαμε
Πως πρέπει κι άλλοι (ίσως τυχαίοι) πλανήτες
Να πληροφορηθούν έστω και μερικώς
Περί του πλούτου της γήινου κοινωνίας
Των παντοειδών μας πολιτισμικών επιτευγμάτων
Ή ίσως, ακόμη, και αυτής της ύπαρξής μας
Κάτι που (καθώς λίγοι αντελήφθησαν:
Εις εξ αυτών εγώ) θα τους παρείχε πλεονέκτημα
Έναντι ημών, δυνητικά μοιραίο
Αφού εμείς θ’ αγνοούσαμε και πάλι τη δική τους
(Την ύπαρξή τους) ενώ εκείνοι εξαιτίας μας
(Χάρη (τι χάρη;) στον υπέρμετρο ενθουσιασμό μας
Τον εξυπνακισμό μας και την, θα ’λεγα, ανυπόφορη
Αλαζονεία μας, ότι εμείς είμαστε κάποιοι τάχατες
Κι οι άλλοι τίποτες, ή όχι και πολύ
Και τους τα λέμε όλα για να τους διδάξουμε
Κι εκείνοι αδράχνουν (τι, κορόιδα;) ευθύς την ευκαιρία
Και πάλι στο τσεπάκι τους μας βάζουνε
Καθώς εμείς περιαυτολογούμε ανοήτως
Μα τι τα θες, από μικροί φαινόμασταν
Και στα γεράματα πόσο (ή πόσω) μάλλον)
Ενώ εκείνοι εξαιτίας μας λέω
0α ξέρουν κατιτί για μας και θα συνάγουν άλλα
Με την ενδεχομένως υψηλή τους διάνοια
Που θα περιλαμβάνει (ίσως) και την τηλεπάθεια
Ως καθημερινή κι απλούστατη δεξιότητα
Όπως σε μας η πλύση των δοντιών, ή να τραβάς χωρίστρα
Ή ακόμη να σε πιάνει λόξυγκας ενώπιον
χρωματικού συνδυασμού
Που σου θυμίζει την αμφίεση της παιδικής καλής σου
Μια βραδιά χειμωνιάτικη, προ τριακονταετίας και πλέον
Εμπρός σ’ ένα κατάστημα ειδών νεωτερισμού
Που δεν υπάρχει πλέον, μα και να υπήρχε
Θα είχε ολοσχερώς αλλάξει την πραμάτεια του
Την πρόσοψη, το καθετί που το όριζε
Τόσο που είναι ζήτημα το κατά πόσον
Θα επρόκειτο για το ίδιο μαγαζί, και τέλος πάντων
Θα έχουν (ίσως) αυτήν την ικανότητα
Της τηλεπάθειας, ή όπως αλλιώς την λένε
Στη γλώσσα τους, που θα διαθέτουν (δίχως άλλο)
Παρότι (ίσως) δομικά διαφορετική
Απ’ τις δικές μας, πιθανόν δε χωρισμένη
(Όπως με μας) σε γλώσσες επιμέρους
Με πιθανούς αντίστοιχους εθνικισμούς
Με τα δικά τους είδη κι έθιμα (τσιγάρα, τρίκυκλα, τελάρα)
Και κάτι αντίστοιχο της παρ’ ημίν οικονομίας
Μα δίχως τόσες φασαρίες κι ανισότητες
Ή, αν υπάρχουν, κάπως πιο εμπεδωμένες
Κι αφού θα έχουν (λέμε) τόσες ικανότητες
Θα ξέρουν (δίχως άλλο) τι συμπέρασμα να βγάλουν
Και πώς να μας επιτεθούν, αν ο μη γένοιτο θελήσουν
Ενώ εμείς θα παίρνουμε ψηλά τον αμανέ
Σαν χωριανοί από την Άνω Γερακόβρυση
Δίχως να ξέρουμε τη διαφορά από την Κάτω
Ή αν υπάρχει Άνω και Κάτω, ή ακόμη
Κι η ίδια αυτή αν υπάρχει Γερακόβρυση
Και αγνοώντας το να επιμένουμε ωστόσο
Πως έχουμε ψωμί στον Άρη (ή ίσως τον Ερμή)

 

ΛΕΥΚΗ ΓΕΡΟΒΑΣΙΛΗ

 

ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΦΥΛΛΩΜΑΤΑ

Ένα δέντρο στην άκρη του δρόμου
αν και αειθαλές δεν έχει πια φύλλα
οι ρίζες του εκτίουν ποινή εγκλεισμού
στο πυκνό τσιμέντο της πόλης
τον αιωνόβιο κορμό απορρίμματα πολιορκούν

Ημιθανές δέντρο στην άκρη του δρόμου
και δεν τολμά να τ’ αγγίξει η ψυχή μου
δειλή κι ανίκανη, κατεστραμμένη κι αυτή
στην ανείπωτη άκρη του δρόμου

 

ΑΠΟΣΙΩΠΗ

Πνιγμένη η κραυγή στο λυκόφως του φόβου
απόηχοι θαμμένοι κάτω από λόφους χαμένων ευκαιριών

Δυσδιάκριτα ίχνη μαδημένων ονείρων
σέρνονται σιωπηλά
ανασηκώνουν ανεπαίσθητα την άμμο της λήθης

Ερωτηματικά αιωρούνται στο αναπάντητο κενό
περιμένοντας ούριους ανέμους
την πολυπόθητη ώθηση μακριά από την κόψη;
την πολυπόθητη ώθηση προς την πτώση;
ή ίσως την πολυπόθητη ώθηση προς μία Ιθάκη
μια οποιαδήποτε Ιθάκη;

Και το κενό ανταπαντά με το απόλυτό κενό
σιωπή εκκωφαντική
γεμάτη φαντάσματα ειρωνικά

χασκογελούν χωρίς ήχο
σαρκάζουν τους πόθους
απογυμνώνουν τις κοίλες φιλοδοξίες
σωρεύοντας στις κυρτές πλάτες του εγώ
αυτό που ακολουθεί τη σιωπή

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ

Θυμάμαι πάντα εκείνη την Κυριακή
στην επαρχιακή πλατεία
πώς χαμογέλασες φεύγοντας

Το βλέπω ακόμη το χαμόγελό σου
μπροστά στα μάτια μου
κάθε φορά που τ’ ανοίγω
στα όνειρά μου
κάθε φορά που τα κλείνω

Και είναι αστείο
πώς από μια ολόκληρη ζωή
που περάσαμε μαζί
μόνο αυτό το χαμόγελο του χωρισμού
έχει μείνει
να στοιχειώνει το αβίωτο
της ζωής μετά από σένα

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

1-1011789_10200430437828153_1465902388_n

Η Χλόη Κουτσουμπέλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1962. Σπούδασε Νομικά στο Α.Π.Θ. Εργάστηκε για δέκα οκτώ χρόνια σε Τράπεζα.
Έχει εκδώσει μέχρι στιγμής οκτώ ποιητικές συλλογές, δυο μυθιστορήματα και δύο θεατρικά έργα.
Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, του Κύκλου Ποιητών και της Εταιρείας Συγγραφέων.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Ποίηση

1. Σχέσεις σιωπής Εγνατία 1985
2. Η νύχτα είναι μια φάλαινα Βιβλιοπωλείο Λοξίας 1990
3. Η αποχώρηση της Λαίδης Κάπα Νέα Πορεία 2004
4. Η λίμνη, ο κήπος και η απώλεια Νέα Πορεία 2006
5. Η αλεπού και ο κόκκινος χορός Γαβριηλίδης 2009
6. Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς Γαβριηλίδης 2012
7. Κλινικά απών Γαβριηλίδης 2014
8. Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης Γαβριηλίδης 2016

Β. Μυθιστόρημα

1. Ψιθυριστά Παρατηρητής 2002
2. Ο βοηθός του κυρίου Κλάϊν Μελάνι 2017

Γ. Θεατρικά

1. Ορφέας στο μπαρ Πάροδος 2005
2. Το ιερό δοχείο Θίνες 2015

Δ. Ηλεκτρονικά βιβλία

1. Απαγόρευση κυκλοφορίας, 2013
2. Η μυστική ζωή των ποιημάτων, 2014
(Ποιήματα της ιδίας με φωτογραφίες του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου)

 

Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΛΑΪΝ (2017)


ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ποιος είναι ο Κύριος Κλάιν; Γιατί προσλαμβάνει τον Στέφαν, πρώην δικηγόρο, νυν άνεργο, ως βοηθό του, θυρωρό και συντηρητή για σαράντα εικοσιτετράωρα; Ποια μπορεί να είναι η λύτρωση για ένα εγωκεντρικό άτομο που δεν ενδιαφέρεται και δεν σχετίζεται ουσιαστικά με τους άλλους ανθρώπους; Μπορεί ένας άνθρωπος να επηρεάσει το περιβάλλον του και να γίνει καταλύτης στη ζωή των άλλων; Τοποθετημένο σε κάποια γωνιά του πλανήτη Γη, αρχές εικοστού πρώτου αιώνα, μέσα σε μία παγκόσμια κρίση, το μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη με τρόπο αλληγορικό και συμβολικό εξετάζει τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και την υποχρέωση του ατόμου προς το κοινωνικό σύνολο, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέλος.
Ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα για την απώλεια, την κάθαρση και κυρίως για την αγάπη, μια και αυτή είναι, σύμφωνα με τη συγγραφέα, η συγκολλητική ουσία του σύμπαντος.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

0 κύριος Κλάιν έβγαλε μια μεγάλη αρμαθιά κλειδιά από τη βαθιά του τσέπη, έβαλε το μεγαλύτερο από αυτά στην κλειδαριά, η εξώπορτα της πολυκατοικίας υποχώρησε με θόρυβο κι από μέσα ξεπρόβαλε το σκοτεινό της υπογάστριο. 0 Στέφαν τον ακολούθησε κι ένιωσε σαν να κατέβαιναν επίπεδα κάτω από την επιφάνεια της γης. Στη δεξιά πλευρά της εισόδου υπήρχε μόνον ένα θυρωρείο με έναν ξύλινο πάγκο και μία καρέκλα. Ο πάγκος ήταν σκεπασμένος με έντυπα, ενώ στον αριστερό τοίχο ένας θολός καθρέφτης έστειλε πίσω την αντανάκλαση των μορφών τους. Ήταν άραγε πάλι η φαντασία του Στέφαν ή ο κύριος Κλάιν εμφανίστηκε ξαφνικά θεόρατος στη μισοσκότεινη είσοδο; Ίσως όμως να τον κάνει τόσο επιβλητικό ο τρόπος που ρουφάει τον αέρα γύρω του, η μεγαλοπρέπεια ενός άρχοντα που επιθεωρεί την επικράτειά του, και γιατί όχι άλλωστε, αφού η πολυκατοικία αυτή με τα πέντε διαμερίσματα, ένα σε κάθε όροφο, ανήκε ολοκληρωτικά σ’ αυτόν και σήμερα θα την έλεγχε με τη συγκατάθεση βέβαια των ενοίκων και τη βοήθεια του Στέφαν.
Από μια εσωτερική τσέπη του σακακιού του, ο κύριος Κλάιν εμφάνισε μια κατάσταση με ονόματα και ο Στέφαν πρόλαβε να δει μουτζουρωμένα γράμματα, που καβαλίκευαν το ένα το άλλο.
«Διαμέρισμα 102 στον πρώτο όροφο. Τυπική τετραμελής οικογένεια, ο κύριος και η κυρία Μουρν, αυτός δικηγόρος, αυτή ασφαλίστρια, δύο παιδιά, κόρη δεκαεπτά, γιος είκοσι, θα τους πετύχουμε στο πρωινό. Είστε έτοιμος;» ρώτησε και κοίταξε με σημασία το μπλοκάκι και το στιλό που κρατούσε
ο Στέφαν στα χέρια του. Οι οδηγίες που είχε λάβει την προηγούμενη μέρα στο τηλέφωνο από τον κύριο Κλάιν ήταν πολύ συγκεκριμένες. Όχι τάμπλετ ή ηλεκτρονικό σημειωματάριο, ένα μπλοκάκι μόνο και μάλιστα συγκεκριμένων διαστάσεων και μια πένα. «Τι σημασία έχει;» είχε πει η Κρίστυ σκληρά. «Ακόμα και αν σου ζητούσε να κρατάς κατσαβίδι και κλεφτοφάναρο, θα έπρεπε να τον υπακούσεις, έτσι ζορισμένοι που είμαστε».
Η πόρτα του διαμερίσματος ήταν υπερσύγχρονη και προφανώς είχε αντικατασταθεί πρόσφατα. Τόνοι από ατσάλι που άστραφτε. Ο κύριος Κλάιν χτύπησε το κουδούνι. Η κυρία Μουρν τούς άνοιξε σχεδόν αμέσως.
«Σας περίμενα», είπε και ένα χαμόγελο έσπασε το πρόσωπό της σε ρυτίδες. Ύστερα πάλι το πανί του δέρματος τεντώθηκε. Είχε ξανθά μαλλιά πιασμένα σε κότσο και φορούσε ένα κομψό κλασικό ταγέρ. Λικνιζόταν επιδέξια πάνω στις ψηλές της γόβες, όμως ο Στέφαν είχε την αίσθηση ότι
από στιγμή σε στιγμή θα σωριαζόταν στο πάτωμα. Τα γαλανά της μάτια ήταν ψυχρά σαν δυο στρογγυλά κομμάτια καθρέφτη.
Παραμέρισε για να περάσει πρώτος ο κύριος Κλάιν και ύστερα τον ακολούθησε σε ένα μεγάλο σαλόνι ενωμένο με την κουζίνα, με μεταλλικές πολυθρόνες, γυάλινο τραπέζι, μεγάλους πίνακες με αφαιρετική ζωγραφική στους τοίχους και ένα χαλί σκακιέρα με μαύρα και άσπρα τετράγωνα στο
πάτωμα. Όλα τακτικά, οργανωμένα, καθαρά. Πάνω στο γυάλινο τραπέζι υπήρχε το πρωινό. Μπολ δημητριακών, φρούτα, γιαούρτι και γάλα. Ο κύριος Μουρν, ένας γοητευτικός άντρας με γκρίζους κροτάφους, ντυμένος με ένα ακριβό κοστούμι και καλογυαλισμένα παπούτσια που έτριζαν καθώς περπατούσε, σηκώθηκε και τους χαιρέτισε με χειραψία. Το χέρι του ήταν κρύο και άτονο. Στο τραπέζι είχε απομείνει η κόρη της οικογένειας να τρώει δημητριακά που μούλιαζε σε λίγο γάλα και τα κατάπινε αθόρυβα για να μην ταράξει τη σιωπή.
Η κυρία Μουρν τούς έδειξε τους αναπαυτικούς καναπέ-
δες με τα αφράτα μαξιλάρια και κάθισαν όλοι εκεί.
«Ο γιος σας κοιμάται ακόμα;» ρώτησε ο κύριος Κλάιν, αφού τα μάτια του, σταχτιά ποντίκια, διέτρεξαν το διαμέρισμα.
«Ναι, κοιμάται πάντα ως αργά», ράγισε η φωνή της κυρίας Μουρν.
«Όχι, ξυπνάει νωρίς και πάει για περπάτημα», απάντησε ο κύριος Μουρν ταυτόχρονα.
Μια αμήχανη σιωπή διαδέχτηκε τα λόγια τους.
Τότε η κόρη σταμάτησε να τρώει και γύρισε το κεφάλι προς την κατεύθυνσή τους. Η ματιά της διασταυρώθηκε με του Στέφαν για μια στιγμή. Είχε τα γαλάζια μάτια της μαμάς της, μόνο που αυτής ήταν βαθιά και υγρά. Μάτια ζωντανά που πάλλονταν. Φορούσε τη στολή του σχολείου της, γκρίζα φούστα και μπλε πουλόβερ από το οποίο ξεπρόβαλλε νούφαρο ένα άσπρο πουκάμισο. Ήταν υπερβολικά αδύνατη, στη βάση του λαιμού της πρόβαλλαν ανάγλυφα τα κόκαλά της. Ωστόσο ο Στέφαν τη βρήκε ελκυστική.
«Ο αδελφός μου δεν μένει πια εδώ», είπε με καθαρή φωνή που έσπασε την κρυστάλλινη ατμόσφαιρα.
«Εντελώς προσωρινά, φυσικά!» επενέβη βιαστικά η κυρία Μουρν. «Ξέρετε πώς είναι τα σημερινά παιδιά. Λατρεύουν την ανεξαρτησία τους. Σύντομα θα είναι πάλι μαζί μας».
Ο Στέφαν κοίταξε το τραπέζι και παρατήρησε ότι υπήρχαν πάνω του τέσσερα σερβίτσια φαγητού.
Η κυρία Μουρν ακολούθησε το βλέμμα του.

«Για εμάς είναι ακόμα εδώ». Όταν χαμογελούσε, η κυρία Μουρν άλλαζε ηλικία, το πρόσωπό της τσαλάκωνε και έβλεπες πώς θα ήταν σε είκοσι χρόνια.
«Ναι», είπε ο κύριος Μουρν με καλλιεργημένη φωνή που μάλλον θα χρησιμοποιούσε για να κατευνάσει τους πελάτες του. «Ο Μπίλλυ είναι ακόμα εδώ. Η μητέρα του επιμένει να καθαρίζει το δωμάτιό του, να πλένει τα πουλόβερ, να τακτοποιεί τα ντουλάπια του. Και βάζει πάντα ένα επιπλέον
σερβίτσιο στο τραπέζι για το πρωινό στις οκτώ, το μεσημεριανό στις πέντε και το δείπνο στις οκτώ. Η σύζυγός μου, βλέπετε, κύριοι, είναι η προσωποποίηση της τάξης».
Ο κύριος Κλάιν και ο Στέφαν προσποιήθηκαν ότι δεν πρόσεξαν την καλυμμένη μομφή και χαμογέλασαν τυπικά.
«Και γι’ αυτό ακριβώς με επέλεξες, αγάπη μου, για να οργανώσω το χάος στο οποίο είχες συνηθίσει να ζεις». Το χαμόγελο της κυρίας Μουρν είχε αρχίσει να ξεχειλώνει και να κρέμεται πλαδαρό. Ο Στέφαν είχε την εντύπωση ότι από στιγμή σε στιγμή η γυναίκα θα αναλυόταν σε λυγμούς.
Και τότε πρόσεξε ξαφνικά κάτι παράξενο. Ενώ μιλούσαν, η κόρη είχε τελειώσει το πρωινό της, αλλά συνέχιζε να κάθεται στο τραπέζι. Είχε πάρει ένα κοφτερό μαχαίρι και ανασηκώνοντας το μανίκι της, έμπηγε απορροφημένη την άκρη του κοφτερού μαχαιριού στο λευκό ζυμάρι του μπράτσου της μέχρι να ματώσει. Μικρές σταγόνες αίμα λέκιαζαν το λευκό τραπεζομάντιλο. Το χέρι ήταν γεμάτο περίτεχνα μπλαβά λουλούδια, που κάποια είχαν επάνω τους ξεραμένο αίμα, πράγμα που σήμαινε ότι αυτό ήταν κάτι που η δεσποινίς Μουρν έκανε πολύ τακτικά. Για μια ακόμα φορά οι ματιές τους διασταυρώθηκαν, το μανίκι αμέσως της κατάπιε το χέρι, φόρεσε τη σχολική της σάκα στους ώμους, χαιρέτησε τυπικά και έφυγε.

 

 

 

ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ (2016)

 

 

Α. ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΣΠΙΤΙΑ

 

ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ

 

I

Ο άντρας στην φαντασίωσή της γέρασε.
Πέταξε το μαστίγιο και τα γάντια
κάθεται κουλουριασμένος στην φωτιά
ενώ ο χρόνος
του γλείφει πιστά τα πόδια.

 

II

Η γυναίκα μεγαλώνει.
Τα ποιήματα μικραίνουν.
Θα πρέπει να παραγγείλει
άλλο μέγεθος πόνου.

 

V

Μην έρχεστε σε μένα, τους φωνάζω.
Διαβάστε την πινακίδα,
είμαι από την γενιά του ιδιωτικού οράματος
που ομφαλοσκοπεί.
Μα συνέχεια έρχονται κι άλλοι
χώνονται στους στίχους
μπλέκονται στο αμπάρι
πλημμυρίζουν το κατάστρωμα.

 

VII

Δεν ξέρει πώς να τελειώσει ένα ποίημα.
Ίσως γιατί ποτέ ένα ποίημα δεν τελειώνει
πάπυρος ξεδιπλώνεται στον χρόνο
βούβαλοι χαραγμένοι στις σπηλιές.
Μόνον οι άνθρωποι τελειώνουν.
Ύστερα η γάζα της νύχτας στο οστεοφυλάκιο
μούμιες αναμνήσεις τούς τυλίγει.

 

 

IN MEMORIAM

III

Ο μπαμπάς μου υπήρξε ένας παλαιάς κοπής γιατρός, από αυτούς που ψηλαφούν το ανθρώπινο σώμα και νιώθουν κάτω από τα δάχτυλά τους το πρόβλημα, από αυτούς που τις περισσότερες φορές πληρωνόταν με αυγά ή φρούτα, από αυτούς που εκτός από παθολόγοι και καρδιολόγοι ήταν ταυτόχρονα και ψυχοθεραπευτές. Από αυτούς που άγγιζαν, από αυτούς που συμπονούσαν. Δεν υπήρξε ποτέ ούτε πλούσιος, ούτε διάσημος, όμως όταν έλεγα το επίθετό μου, πέντε στους δέκα ανθρώπους με ρωτούσαν, αν ήμουν κόρη του και είχαν να μου αναφέρουν ένα καλό, που τους είχε κάνει. Την περίοδο που είχαμε μείνει μόνοι, τον θυμάμαι να μαγειρεύει μία ντοματόσουπα δικής του επινόησης. Έκοβε ντομάτες και μέσα έριχνε λαχανικά, ρύζι και ό,τι άλλο ήταν διαθέσιμο στο ψυγείο. Το μείγμα πάντα έκρυβε μία έκπληξη, τις περισσότερες φορές όχι και τόσο ευχάριστη. Έτρωγα πάντα όμως την σούπα που μου μαγείρευε. Ίσως αυτό που θα μου λείψει περισσότερο είναι η ντοματόσουπα αυτή.

 

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Ι

Την λένε Αντιγόνη και ήρθε να θάψει τον αδελφό της.
Και από πού και ώς πού ακούει σ’ αυτό το όνομα;
Έβαλε το σώμα της ασπίδα απέναντι στα βέλη και στα ακόντια του εχθρού;
Έγινε η μάνα και ο πατέρας του, όταν αυτοί τον εγκατέλειψαν;
Ή έφυγε από το σπίτι στα δεκαοκτώ και τον άφησε κι αυτή;
Καλύτερα να την ονομάσετε Άννα ή Μαρία.
Και ετοιμάστε τις πρέπουσες τιμές για τον νεκρό.

 

Β. ΠΟΙΟΣ ΕΚΛΕΨΕ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΧΑΝΣ;

 

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΡΟΟΥΝΤ

Ι

Εκείνο το απόγευμα
στις πέντε και σαράντα δύο
οι γυναίκες της οδού Ρόουντ
βγήκαν από το σπίτι
ανέβηκαν στον λόφο
έπλεξαν τα χέρια
κι άρχισαν να στροβιλίζονται
αντίθετα απ’ τους δείκτες
ενός χρόνου που δεν όριζαν,
δακτυλοδεικτούμενες κι αθώες,
ώσπου τα φορέματά τους ξεκουμπώθηκαν
οι κολλαριστές ποδιές ξελύθηκαν
τα μεσοφόρια φούσκωσαν στον αέρα,
γυμνές τότε και ελεύθερες,
συνέχισαν να περιστρέφονται
ώσπου το έδαφος έλιωσε κάτω από τα πόδια τους
κι οι ίδιες έγιναν μία σταγόνα ζυμάρι
στο ξύλινο τραπέζι.

 

II

Μα τι περιμένουν οι γυναίκες
με τα λευκά σκουφάκια
τα μαύρα φουστάνια, τις άσπρες ποδιές,
ποια άφιξη, ποια επιστροφή;
Μόνο το θρόισμα θα μείνει απ’ τον ποδόγυρο τους
ίσως και ένα όνειρο βαμβακερό
που να σκαλώσει πρόλαβε στο ράμφος πελαργού.

 

ΤΟ ΙΕΡΟ ΔΟΧΕΙΟ (2015)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Τι θα γινόταν άραγε, αν ο Νώε δεν έπαιρνε μαζί του στην Κιβωτό, την Εμζάρα, την νόμιμη σύζυγό του, αλλά μία νεαρή κοπέλα, την Σιγκάλ, κατάλληλη για τεκνοποίηση, για να κυοφορήσει στα σπλάχνα της τον γιο του στον Καινούργιο Κόσμο; Και αν με κάποιο τρόπο διασώζονταν τα γράμματα που έστελνε αυτή η νεαρή γυναίκα στην Εμζάρα, ως γυναίκα προς γυναίκα; Σ’ αυτό τον επιστολικό μονόλογο της Σιγκάλ, παρακολουθούμε την βαθμιαία συνειδητοποίηση της γυναίκας που γίνεται αντικείμενο της ανδρικής εξουσίας,
που το κορμί της χρησιμοποιείται ως δοχείο μέσα στις δομές μιας
πατριαρχικής κοινωνίας, που χαρακτηριστικά της νοοτροπίας της
επιβιώνουν μέχρι σήμερα.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΚΙΒΩΤΟ

Έπαψα πια ακόμα και να προσπαθώ να μετρώ τις ημέρες, εδώ μέσα ο χρόνος είναι άχρονος. Περνάμε τώρα ώρες στο κατάστρωμα να αγναντεύουμε μακριά.
Σήμερα προσθέσαμε μία ελιά κομμένη σε οκτώ κομμάτια στον χυλό μας. Την έφερε το περιστέρι. Κρίθηκε καλός οιωνός. Τα νερά έχουν υποχωρήσει, λέει ο Νώε, σε λίγο θα προσαράξουμε. Εγώ δεν μιλώ. Κάτι μέσα μου σαλεύει, είναι το ιερό μωρό, δεν το λέω πουθενά, η Νέλε όμως το έχει καταλάβει και μερικές φορές μου χαμογελάει, ενώ κρυφά μου δίνει να τρώω περισσότερο.
Νομίζω ότι και η Αντατανέσε το ξέρει, κάποια στιγμή μού έδωσε να πιω ένα ζεστό ρόφημα, το οποίο όμως ήταν πολύ πικρό, έκανα ψέματα ότι το πίνω και μετά το έχυσα σε ένα φυτό, που την άλλη μέρα μαράθηκε.
Η Σέντε δεν ενδιαφέρεται για τίποτε. Πολλές φορές περνάει όλη την μέρα στο κρεβάτι, έχει περίεργα ρίγη, έχει αδυνατίσει πολύ, τώρα όλοι βλέπουμε μία γριά γυναίκα, που έχει παραιτηθεί από όλα. Έτσι αναγκαζόμαστε να δουλεύουμε περισσότερο, για να τα βγάλουμε πέρα. Όμως σε λίγο, όλα θα αλλάξουν. Θα φθάσουμε στην στεριά.

 

 

ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ (2014)

 

ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ

Το πρόβλημα είναι
πως δεν άκουσα τις κούκλες.
Aνοιγόκλειναν
τα γυάλινά τους μάτια
λέρωναν τα λευκά φορέματα
έχαναν τα νάυλον μαλλιά.
Πρόσεχε τα Σάββατα
μου έγνεφαν,
είναι πάντα ξεκούρδιστα
ο μηχανισμός κλάματος δεν λειτουργεί
το κεφάλι δεν είναι κολλημένο
κυλάει σε μία μόνη Κυριακή.

Αν ήμουν πιο προσεκτική
θα είχα από τότε αποσυνδέσει την ελπίδα.
Επίσημα θα ήσουν τώρα.
Κλινικά απών.

 

 

ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ

Όλοι εμείς οι συγγενείς
είχαμε φέρει ντόρτια
στο παιχνίδι με τα πούλια
παγώνει σε μονά φλιτζάνια όμως ο καφές
στο καφενείο χωρίς όνομα
στην οδό Αρίστου Τέλους.
Εκλεκτική συγγένεια λοιπόν σημαίνει
κρύβω άσσους σε μανίκι δίχως χέρι
ενώ σε ειδική αίθουσα υποδοχής
σερβίρεται κονιάκ και κουλουράκι.
Στον προθάλαμο κάποιος χτυπάει νούμερα
στο μπράτσο εραστών που γίναν δήθεν φίλοι.

Γιατί άραγε λαχανιάζουμε άδικα μέσα στους αιώνες
εμείς οι εκλεκτοί εκλεκτικοί
χωρίς γένος χωρίς φύλο
που τρέχουμε γυμνοί μέσα σε γυάλα
που σμίγουμε κρυφά φθηνά και με ντροπή
σε παχιά μαξιλάρια από πούπουλα
κύκνων που ραμφίζουν
για λίγο στην σιωπή
για πάντα στο κενό.

Όλοι εμείς οι συγγενείς
που στο λήμμα αγάπη
διαβάζουμε πάντα λάθος
το συνώνυμο.

 

 

ΛΙΛΙΘ

Τρεις αγγέλους της έστειλε ο Θεός
Τον Σανβί, τον Σανσαβί
και τον τρίτο τον αλαφροΐσκιωτο
τον Σαμεγκελάφ
που τα φτερά του θρόιζαν στον ήλιο.
Πήγαν με βαριά καρδιά στην θεϊκή γυναίκα.
Ο Θεός και ο Αδάμ την συγχωρούν,
της μήνυσαν και την ζητούνε πίσω.
«Τι θέλετε άβουλα έντομα του Παραδείσου»
έφτυσε τότε αυτή
«και με ενοχλείτε;
Εκάτη, Κάλι, Λίλιθ, Αντιγόνη το όνομά μου.
Λιλλάκε, Μπελίλι, Μπααλάτ.
Κάποιοι με αποκαλούν Αρχόντισσα του Σκότους
ή ηγέτιδα των Θηλυκών Βαμπίρ.
Με συγχωρούν είπατε; Γιατί;
Που γεννήθηκα ισότιμη;
Που έκανα έρωτα με πάθος;
Που πρόφερα την ιερή λέξη
που ο Αδάμ δεν άντεχε να ακούσει;
Που ανέτρεψα την γαλήνια πλήξη
του Κήπου με τα πολλά σκουλήκια
και την μυρωδιά της ήδη σήψης;
Ή που δεν χώρεσα στο καλούπι του πηλού
εκείνο με το λειψό πλευρό
που είχε ετοιμάσει ο αφέντης σας για μένα;»
Έπεσε σιωπή που κράτησε αιώνες.
Ύστερα μίλησε ο πιο σοφός ο Σανσαβί.
«Μα γράφεις ποιήματα Αρχόντισσα,
υπάρχει τίποτε πιο δαιμονικό από αυτό;»

 

 

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΜΑΚΡΟΗΜΕΡΕΥΣΗ

Προπάντων να αποφεύγετε τις σκάλες
σε σπίτια που κατοικήσατε παλιά
ποτέ το βελούδινο χαλί
δεν κρύβει καλωσόρισμα,
κάθε σκαλοπάτι χαλασμένο δόντι
έτοιμο να υποχωρήσει
στην άβυσσο από κάτω.
Κυρίως όμως πρέπει να γνωρίζετε.
Πως για κάθε σκαλοπάτι που ανεβαίνετε
πάντα δύο πίσω θα γλιστράτε.

 

 

ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ

Σύμπτωση πρώτη ότι βρεθήκαμε
στην ίδια φέτα του τόπου και του χρόνου
είχαμε χάσει και οι δύο Γενέθλια Γη
ο καθένας είχε κάνει ένα ταξίδι
οι πρόγονοί μας σκυφτοί και μαλλιαροί
έτρεχαν μες στον χρόνο.
Σύμπτωση δεύτερη
Σώματα που επιπλέουν στο ποτάμι
μία γυναίκα με μαύρο κότσο
ζωγραφίζει έναν άντρα που προδίδει,
ταυτόχρονα κάποιος κόβει το αυτί
και το στέλνει δώρο σε μια πόρνη
μία ποιήτρια γράφει σε έναν Κώστα
ένας Κώστας σε μία Μαρία που βήχει
σύμπτωση τρίτη ασύμπτωτες ιστορίες
ανθρώπων που αγαπήσαν μέσα σε έναν καμβά
γιατί οι λέξεις ήταν πιο αναπαυτικές από τις πράξεις
γιατί πάντα μέσα από ένα παράθυρο
το δάσος μοιάζει πιο γοητευτικό
καθώς βυθίζεται στην θάλασσα.

 

 

ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΗΘΗ

Στα σύνορα κατάσχονται οι αποσκευές.
Πρώτος σταθμός Απολυμαντήριο.
Κάτω από το καυτό νερό
το σώμα ξαναγίνεται
χωρίς ουλές και κόκκινα σημάδια
χωρίς το αιμάτωμα του οργασμού
χωρίς το χωρίς του.
Η μετακίνηση γίνεται με παγοπέδιλα.
Μοιράζονται φυλλάδια με οδηγίες.
Γιατί καιροφυλακτούν τόσοι πίδακες θερμού αέρα
κάτω από τα στρώματα του πάγου
η Μνήμη μπορεί να εκτιναχτεί
με ένα μόνο τηλεφώνημα
και όλη η Λήθη να καταποντιστεί
στον ζεστό κόλπο της Αλήθειας

 

 

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ

Φόρεσα το πιο γυαλιστερό φουστάνι
(κόκκινο για να μην φαίνεται το αίμα)
και τα σκουλαρίκια μισοφέγγαρα
δώρα της Θεάς.
Σου πρόσφερα δύο ποτήρια.
Στο ένα του νερού έριξα φίλτρο της Λήθης
στο άλλο του κρασιού, της Μνημοσύνης.
Μαύρα ποτάμια η νύχτα
κυλούσε ολόγυρά μας.
Το πρώτο πιάτο περιείχε
τρυφερά ακέφαλα ορτύκια
από αυτά που ως χθες γέμιζαν το μαξιλάρι μου
το δεύτερο ήταν το ελάφι
που έσφαξα το μεσημέρι στην αυλή
αφού πρώτα το φίλησα στο στόμα.
Για επιδόρπιο σου έφερα κάτι κόκκινο
που σπαρταρούσε ακόμα,
το καταβρόχθισες λαίμαργα
και σκούπισες τα χείλη.
«Γιατί είσαι τόσο χλωμή απόψε;» ρώτησες.

 

 

ΤΟ ΨΑΛΙΔΙ

Κόβω με ένα ψαλίδι την παιδική μου ηλικία,
δύο μαυρόασπρα κοριτσάκια
που επιπλέουν θολά
θρυμματίζονται στο πάτωμα.
Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή
ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ;
Μία φωτογραφία σπαρταράει
ασημένια και στιλπνή μέσα στην γυάλα της.
Είναι παράξενο πως κάθε φορά
τα λέπια που αφαιρώ
τα εντόσθια τις μνήμες τα πτερύγια
όταν βάζω στο φούρνο το κεφάλι
και μετά κόβω προσεκτικά φέτες τις φλέβες
θυμάμαι πιο βαθιά.

Κόβω με ένα ψαλίδι το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου
αυτό που γεμίζει συνέχεια θάλασσα
Μη έλεγε η μαμά
Μη βάζεις το χέρι κάτω από το λευκό φουστάνι
το κλειδί γυρνάει μία πόρτα
ένα σπίτι περιστρέφεται
κράτα στο χέρι τα κόκκινα παπούτσια.

Η μαμά και ο μπαμπάς χαμογελούν
ο αδελφός από πίσω μου σφίγγει το χέρι
εσύ με προδίδεις ξανά και ξανά
κι εγώ σε ένα δωμάτιο με εγκαταλείπω πάλι.

Κόβω με ένα ψαλίδι αυτό το ποίημα.
Κορμί είναι μπορεί δικό σου,
μπορεί κάποιου ξένου
από αυτούς που κοιμάσαι και χάνονται.

 

 

ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΠΙΑ ΝΩΡΙΣ (2012)

 

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΕΡΝΟΥΝ

Όσο μεγαλώνουμε, τόσο τα ποιήματα γερνούν.
Η σάρκα πλαδαρή
οι περούκες και η πούδρα
δεν μπορούν να κρύψουν τις ρυτίδες
μία μαύρη γάτα αίλουρος
κοιμάται ανάμεσα στις λέξεις

Έρημοι πύργοι είναι τα ποιήματα
στην άκρη πάντα ενός γκρεμού
Κανείς μέσα τους δεν φοράει κόκκινο φουστάνι
δεν χαϊδεύει
δεν εκσπερματώνει
δεν καίει
δεν περικλείει.
Όπως πίνακας ζωγράφου
που αυτός ζωγράφισε με αίμα
μπήγοντας το πινέλο μες την σάρκα του
και τώρα παγώνει σε μουσείο.

Γι αυτό όσο μεγαλώνω
διαλέγω πιο αιχμηρούς κονδυλοφόρους

 

 

Η ΘΥΣΙΑ

Στο βωμό τυφλός ιερέας θυσίαζε ελάφι
τα τύμπανα χτυπούσαν ρυθμικά
οι καλεσμένοι ετοιμάζονταν να φάνε
ανθρώπινα κόκαλα και σάρκα
καλυμμένα περίτεχνα από ρίζες
ένα φίδι ξεπήδησε από παλιά βιβλία
η γυναίκα φοβισμένη σκέπασε το φύλο της
ένα ξύλινο φέρετρο με ζώα και πουλιά
διασχίζει την βροχή
ο άντρας τρέχει σε έναν βάλτο
η γυναίκα πονάει, γεννάει ένοχα παιδιά
μια μέρα ανακαλύπτουν ένα μισοσβησμένο αστέρι
ψήνουν πάνω του το κρέας και το τρώνε
στέκονται οι δυο τους μπροστά σε ένα βωμό
ξέρουν πως αυτοί είναι το ελάφι
πως ο ιερέας ποτέ του δεν λαθεύει
πως την δική τους σάρκα
θα φαν οι καλεσμένοι στο τραπέζι.
Και τότε ο άντρας προφέρει σιγανά μια λέξη
και είναι το όνομα του Κύριου
του Άρχοντα του Χορού και των Κυμάτων
και ξεπροβάλλει ατόφιος, ακέραιος, τρομερός
ο Έρωτας των πάντων
με την Σελήνη αγκαλιά
και πλάθεται ξανά ο Κόσμος.

 

 

Η ΔΙΚΗ

«Είναι μια παράνομη γυναίκα»,
Και πρώτα πρώτα δεν φοράει βέρα»
«Δεν έχει τίτλο ιδιοκτησίας,
«Ούτε σφραγίδα στον μηρό».
«Διαθέτει το κορμί όπως και την ψυχή ελεύθερα»
«Και το χειρότερο: ποιήτρια»
«ξέρετε από εκείνες που προφητεύουν τα δεινά,
ή χώνουν το κεφάλι μες τον φούρνο
ή ταξιδεύουν με το Όριεντ Εξπρές
πίνοντας τσάι σε ανύπαρκτα φλιτζάνια».
Αυτή τους άκουγε διαβάζοντας τα χείλη
γιατί η συχνότητα των λόγων τους δεν έφτανε στ’ αυτιά της,
Ύστερα έκοψε ήρεμα με το μαχαίρι το ένα στήθος
και πορτοκάλι το πρόσφερε στους δικαστές.
«Το όνομά μου είναι Αντιγόνη»
φώναξε θαρραλέα,
«κι αυτός είναι ο δικός μου τρόπος ν’ αγαπώ.»

 

 

Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Φορούσα κουρέλια κι έτρεχα στα τέσσερα
είχα τυλίξει τα πληγιασμένα πόδια σε φύλλα δέντρων
πατούσα σε θραύσματα από παλιά ρολόγια
ένας κούκος χτυπούσε διαρκώς μεσάνυχτα
είχα μόλις αντέξει την εποχή των παγετώνων
και το καλοκαίρι έσταζε καυτό ιδρώτα
δεν είχα γονείς ούτε ιστορία
θυμόμουν μόνο το αυγό που έσκασε
και τον κόκκινο κρόκο που ήλιος ξεπήδησε από μέσα.
Σε είδα ξαφνικά ψηλό και ακίνητο
στην μέση εκεί του πουθενά
να μου ανοίγεις διάπλατα τα χέρια.
Τυφλά χώθηκα στην αγκαλιά σου.
Κάτι παλιό κατέρρευσε με θόρυβο
και η πρώτη πανσέληνος γεννήθηκε στον κόσμο.

 

 

TOY ΑΝΤΡΕΑ
(Μόρφου, Κύπρος)

Στο πατρικό μου σπίτι
γύρισα πάλι χθες
η πόρτα έχασκε ορθάνοιχτη
γάβγιζε συνέχεια ένα ανύπαρκτο σκυλί
δυο γυναίκες στα μαύρα
έπλεκαν καθισμένες
«Αντρέα, εσύ είσαι;»
ψέλλισε ένοχα η πρώτη
Οι ρυτίδες στο πρόσωπο της
άνοιξαν ρήγματα σε όλο το νησί
«Το σπίτι πάλιωσε» μου είπε
«βατράχια κοάζουν όλη μέρα
τις νύχτες γεμίζει νυφίτσες και ασβούς
τα έπιπλα τρίζουν και πονούν»
Στο τραπέζι στρωμένο
το τραπεζομάντιλο της μάνας
από τη νύχτα ακόμα του χαμού
«Δώσε λίγο χρυσάφι»
πετάχτηκε η δεύτερη
«να φτιάξουμε το σπίτι
να το βρείτε καινούργιο
όταν θα ρθείτε πίσω»
Άπληστα τα μάτια της
γαντζώθηκαν στα χέρια μου
Κινήθηκα αυθόρμητα μπροστά
και υστέρα πάλι πίσω

Χθες βράδυ με τους φίλους μου
επέστρεψα στο πατρικό μου

 

 

ΤΟ ΚΙΤΡΙΝΟ ΤΑΞΙ

Όχι κύριε με μπερδεύετε με κάποια άλλη.
Δεν ήμουνα εγώ αυτή
στο κίτρινο ταξί
ούτε καθόμουνα ποτέ στο πίσω κάθισμα μαζί σας.
Ούτε χιόνιζε, είμαι βέβαιη για αυτό
και όχι δεν έπεφταν νιφάδες στα μαλλιά μου.
Δεν έχω άλλωστε μαλλιά.
Δεν με φιλήσατε ποτέ, αλλιώς θα το θυμόμουν.
Και αν με φιλήσατε, εγώ δεν ήμουνα εκεί.
Ούτε ο οδηγός γύρισε καμιά φορά πίσω το κεφάλι.
Σιωπηλά διέσχισε την λίμνη ως το τέλος
και που και που βύθιζε το κουπί
στα μαύρα ολόγυρα νερά

 

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Ενώ είμαστε μαζί αγκαλιασμένοι
(απόδειξη το χέρι σου στην πλάτη μου)
φυσάει αγέρας, φορώ ένα γκρι παλτό,
φύλλα στροβιλίζονται και πέφτουν
«Για πάντα δικός σου», ψιθυρίζεις
ενώ στο φόντο πίσω φαίνονται τα κάρβουνα
τα λευκά άλογα
ο λάκκος με τους νεκρούς
το δέντρο με τα κεφάλια στα κλαδιά
η σιωπηλή διαδήλωση στους τάφους
οι άνθρωποι με τα κεριά
που πενθούν βουβά
ενώ βρέχει σκοτάδι
κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν
από την φωτογραφία
χάνεται το πρόσωπό σου
κι αυτή η απώλεια,
τόσο μικρή μέσα στο νεκρικό Σύμπαν
που μας τυλίγει,
αυτή ακριβώς η ασήμαντη απώλεια
είναι που δίνει στην φωτογραφία
την ανεκτίμητη αξία
του οριστικά χαμένου.

 

 

ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ

Αν μυρίσετε στον ύπνο σας κανέλα
κάποιος θα σας φιλήσει στο σκοτάδι
αν δείτε σαύρα να λιάζεται στις πέτρες
αποφύγετε τους ξένους με τα ψηλά καπέλα
αν ονειρευτείτε ασπρόμαυρο καράβι
και ανθρώπους να σας γνέφουν με μαντήλια
αγοράστε ένα λαχείο,
δεν έχετε πια τίποτε να χάσετε.
Έτσι κι αλλιώς
τα όνειρα δεν έχουν γραμματόσημο
ο αποστολέας είναι άγνωστος
κι ο παραλήπτης λάθος.
Αν κάποιο βράδυ δείτε το δικό μου όνειρο
σημαίνει απλώς πως περπατάτε σε θυμάρι
ή κυνηγάτε μικρά χελιδονόψαρα
ή πως είστε ένας τρελός που ακόμα ελπίζει.
Κρύψτε το άφοβα κάτω απ’ το κρεβάτι.
Τα ποιήματα των άλλων σπάνια είναι επικίνδυνα
για μας.

 

 

Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΧΟΡΟΣ (2009)

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

Είναι, εκείνο το πρώτο αυγό στρουθοκαμήλου
που κάποτε στην έρημο
γέμισες με νερό
κι έθαψες κάτω από την άμμο.
Επτά εκατομμύρια χρόνια
άλλοτε στα τέσσερα, μετά στα δύο,
με άκρα κοντά, με άκρα μακριά
με τρίχες και χωρίς
έτρεχες, ζευγάρωνες, έτρωγες, πάλευες,
κρύωνες, ζεσταινόσουν, πέθαινες.
Και ύστερα αιφνίδια ένα άδειο κέλυφος αυγού
με νερό κάτω απ’ την άμμο.
Προνόησες ότι θα ξαναπεράσεις διψασμένος από κει.
Επτά εκατομμύρια χρόνια μέχρι να φανταστείς.
Τώρα χαράζεις στις σπηλιές τον φόβο σου
στέκεσαι όρθιος πια στα πόδια σου
και το κεφάλι σου ατενίζει το φεγγάρι,
τα βράδια αγκαλιά μού ψιθυρίζεις λόγια
κι όταν με χάνεις πάλι με λέξεις κλαις.
Επτά εκατομμύρια χρόνια για να μου πεις το «σ’ αγαπώ».
Έχει αρχίσει πια το παραμύθι της ζωής.

 

 

ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ Ι

Πρώτα βγάζει το πουκάμισο
μετά το αστραφτερό χαμόγελο,
έχει σειρά η φούστα
ύστερα το μεσοφόρι από δαντέλα.
Ντύνεται ολόκληρη το κόκκινο κραγιόν.
Έξω η νύχτα βάφει με πινέλο μαύρο το σκοτάδι της.

 

 

ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΙΙ

Γυναίκα σε καθρέφτη.
Φοράει, μαύρες κάλτσες,
νυχτερίδες στο χιόνι του κορμιού της.
Ένας άντρας στέκεται κοντά της.
Δεν φαίνεται η αντανάκλασή του στο γυαλί.
Τα μάτια του έχουν ήδη φύγει.
Δεν μπορεί να δει
το τρίγωνο του φόβου της
τα ελάφια των ματιών της
τα σπαρταριστά περιστέρια των δαχτύλων της.

Όπως κάθε βράδυ
τελευταία αποχωρούν τα χέρια του.

 

 

IT TAKES TWO TO TANGO

Τις νύχτες χορεύω ταγκό.
Μικροί πιγκουΐνοι χειροκροτούν θερμά
και σερβίρουν παγωμένη σαμπάνια
στα φαντάσματα του κήπου.
Ο καβαλιέρος μου εξατμίζεται,
σηκώνω την πολύχρωμή μου φούστα
και πηδάω στο κενό.

 

 

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΙΙ

Γάζες από χαμόγελα στο στόμα
έθαψες πια τους νεκρούς,
τον Κρέοντα τον κουβαλάς μαζί σου,
τον ψάχνεις στους άντρες που αγαπάς.
Γνώρισες τους κανόνες της απώλειας
την πνιγηρή υγρασία της σπηλιάς.
Τώρα πια γυαλίζεις τα ασημένια σου σερβίτσια
ενώ οι γύπες κάθε μέρα αφαιρούν
παράθυρα, σκεπή, αύριο την πόρτα
κι εσύ κάτι πρέπει να θυμηθείς
που όμως συνέχεια διαφεύγει.
Κι έτσι ολότελα γλιστράς
το αλλού γίνεται άλλοθι
και όλα τα ποιήματα νερό.

 

 

ΠΑΛΙΕΣ ΣΥΜΜΑΘΗΤΡΙΕΣ

Με ξεσκισμένες σάρκες και γυμνά φτερά
μικροί καθρέφτες των ρυτίδων μου
πόσο ακόμα ως το τέλος;

 

 

Ο ΦΟΒΟΣ ΝΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ

Ποιος είναι αυτός ο Φόβος
που ουρλιάζει με τα δυο του όμικρον
να χάσκουν στο σκοτάδι;
Ποιο είναι το βουβό βήτα
που βηματίζει βαρύγδουπα
σέρνοντας το παραμορφωμένο του ποδάρι;
Ποια φυγή ονειρεύεται το φι
και γιατί το σίγμα
σπαράζει σιωπηλά στο τέλος
αλλά και μπροστά
από το άλλο ρήμα
που τόσο πολύ φοβάμαι να προφέρω;

 

ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ

Μια γυναίκα κι ένας άντρας στη
σκοτεινή σπηλιά
με τα κόκαλα των νεκρών αδελφών
και τις χαραγμένες με πέτρα κοφτερή
σκηνές από κυνήγι άγριων ζώων.
Η νύχτα βαθαίνει ολοένα
τα ουρλιαχτά απέξω δυναμώνουν
η σπηλιά-στόμα μεγαλώνει
η γυναίκα παγώνει στους χειμώνες
τότε ο άντρας απλώνει το χέρι
ένα άγγιγμα στο μάγουλο,
χάδι από μικρές νεφέλες.
Ύστερα σκοτάδι.
Σε έναν ουρανοξύστη, σε μια πόλη ξένη,
Σάββατο, ώρα δώδεκα το βράδυ,
μία γυναίκα, ένας άντρας,
αυτός άπλωσε το χέρι,
ένα άγγιγμα στο μάγουλο,
τόσο απλό τόσο πολύπλοκο
τόσο ανεπανάληπτα παλιό.

Το χέρι σου στο πρόσωπό μου.

 

 

Η ΛΙΜΝΗ, Ο ΚΗΠΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΩΛΕΙΑ (2006)

 

 

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ

Ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο
και κρατούσε μια γκρίζα ομπρέλα για τον ήλιο,
αγαπούσε γυναίκες κι όλο έφευγε,
κι έπαιζε σε ταινίες κατασκόπων
τον ρόλο της κλειδαριάς στην πόρτα
ή του ανοιχτού παράθυρου
στη μέση μιας ερήμου.
Πολύ του άρεσαν πάντα τα καπέλα.
Η μαμά μου φορούσε όμορφα καπέλα
με ζωντανά ακέφαλα παγόνια να μαλώνουν.
Ο αδελφός μου ήταν κύκνος,
κρυστάλλινος και διάφανος,
σε χίλιες δυο μεριές του ραγισμένος
και τόσο, μα τόσο ανυπεράσπιστος,
που πάντα έμπαινα στον πειρασμό
να τον ρίξω κάτω, για να σπάσει.
Κι εγώ ήμουν αξιολάτρευτη,
στα άσπρα πάντοτε ντυμένη,
έτρωγα κέικ από μοναξιά,
σ’ ένα ετοιμόρροπο, καθόμουνα μπαλκόνι.
Ύστερα η μαμά χάθηκε μες στον καθρέφτη,
ο μπαμπάς αγάπησε ένα πουλί και πέταξε,
ο αδελφός μου παντρεύτηκε τη Νύχτα
και το μπαλκόνι μου κατέρρευσε στη θάλασσα.
Κι από όλη την οικογένεια μου,
απόμεινε μόνο ένα άλμπουμ με σκιές
να κυνηγούν ατέρμονα η μια την άλλη μες στη νύχτα.

 

 

ΟΤΑΝ ΜΠΑΙΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

Όταν μπαίνεις μέσα μου,
το πάπλωμα μυρίζει ρύζι και γαλάζια αυγά.
Μα την ίδια στιγμή,
μια πόρτα με θόρυβο ανοίγει,
σε κρύο διάδρομο,
σε άδειο σπίτι.

Στην οδό Αγίου Δημητρίου,
ένα κοριτσάκι μου γνέφει λυπημένα.

 

 

ΡΟΤΟΝΤΑ

Ροτόντα
Μεσημέρι προς βράδυ.
Ψιχαλίζει μικρά πουλιά.
Δεν με αγγίζεις.

Είσαι ολόκληρος μέσα μου.

 

 

ΜΟΝΑΧΑ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

 

I.

Στην αρχή συνέβαινε μονάχα στα όνειρα.
Κάποιος άνοιγε την πόρτα του κορμιού της
και γλιστρούσε μέσα του.
Ποτέ δεν του παραχωρούσε από μόνη της
το κλειδί της μυστικής της κρύπτης.
Όμως αυτός το ανακάλυπτε,
μια ελιά στον αριστερό της ώμο
ή ένα μικρό δελφίνι κάτω από τον ομφαλό.

 

II.

Στην αρχή συνέβαινε μόνο στα όνειρα.
Ύστερα συνέβαινε γενικά.
Αυτός την συναντούσε,
κάτω από τα δέντρα το σούρουπο,
ή όταν κεντούσε στο μπαλκόνι της.
Δεν πάλευε ποτέ, δεν του αντιστεκόταν.
Τη γοήτευε πού γνώριζε τόσο το κορμί της.
‘Αναρωτιόταν πόσο παλιά ήταν η γνώση του.
‘Αναρωτιόταν αν την αγαπούσε.

 

VII.

Ποτέ της δεν κατάφερε το τέλος του.
Το έλος του την κράτησε δικό του.
Ύστερα από καιρό είπαν πώς χάθηκε,
πώς τριγυρνούσε σε παλιές φωτογραφίες
με άσπρα φορέματα χόρευε στους βάλτους
και κάποιοι την είδαν συντροφιά με μιαν αρκούδα
να χάνεται σε δρόμο δίχως τέλος.

 

VIII.

Κι ο άντρας; Υπήρξε;
Ή ήταν μόνο μια αφορμή,
Μικρού θανάτου πρόβα
σε θίασο επαρχίας;

 

 

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Όλοι oι μνηστήρες φορούν την ίδια μάσκα,
τραγόμορφοι σκύβουν πάνω μου
και με χαϊδεύουν
με δάχτυλα γεμάτα δαχτυλίδια.
Πού να ‘ναι τώρα ο Οδυσσέας,
πόσοι μικροί σταλακτίτες
παγώνουν σ’ ένα δάκρυ,
γιατί ο ουρανός κοιμάται πάντα
με τα μάτια ανοιχτά,
γιατί ο Οδυσσέας είναι ξένος
και το όνομά μου Πηνελόπη
και δεν έχω δική μου ούτε στεριά, ούτε νησί,
ούτε πόλεμο να πολεμήσω,
ούτε Δούρειο Ίππο να κρυφτώ
γιατί το φεγγάρι έχει πάντα ένα πρόσωπο κρυμμένο
σ’ ένα πηγάδι χωρίς βυθό;
Γιατί, τέλος, ό,τι ποίημα και να υφάνω
έχει για κλωστές βελούδινες γυναίκες
που λάμπουν για λίγο στο σκοτάδι
πριν σβήσουν γιά πάντα στήν σιωπή;

 

 

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

Έξι μήνες σε νυμφεύομαι,
κορμί από πορτοκάλι,
τσακάλια βδέλλες
κολλούν στη σάρκα μου,
σε τρώω κι ύστερα με τρως,
στολίζομαι με λάσπη
και το νυφικό
ξεσκίζουν δέκα τυφλοπόντικες.
Ύστερα επιστρέφω,
παρθενική και μόνη,
να μυηθώ στην ποίηση.
Έτσι από τον πηλό
πλάστηκε η ζωή.

 

 

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Σωπαίνεις.
Σε λευκό μανδύα τυλιγμένος
μου διδάσκεις πόνο και ηδονή.
Τεράστιος ορθώνεται, πατέρα,
ο ίσκιος σου επάνω απ’ το βωμό.
Εραστής και ξένος
ο αγαπημένος δήμιος.
Βλέπεις, οι σκοπιμότητες.
Το διαζύγιο, ο ούριος άνεμος,
τα πλοία πού δεν έφυγαν ποτέ
για την χαμένη Τροία,
ο χρόνος πού σταμάτησε,
ο θάνατος πού με νυμφεύεται
αντί του ‘Αχιλλέα.
Κόκκινος ο μανδύας σου από αίμα.
Κι εσύ φοράς το μαύρο σου καπέλο
στρίβεις ατάραχος το πόμολο της πόρτας.

Το μόνο πού χρειαζότανε ήτανε μία θυσία.

 

 

ΤΕΛΟΣ

Της είπαν να θέσει ένα τέλος.
Το επιβάλλει λεν ο Νόμος και το Δίκαιο.
Και πώς, ρωτάει τότε αυτή,
πώς τελειώνει, κύριοι, ο βουρκωμένος ουρανός,
η γυμνή βροχή,
ή ένα άγγιγμα στο στόμα;
Πώς άραγε τελειώνει το τέλος και ό καιρός;
Και ποιός απ’ όλους σας εβίωσε
το τέλος ως το τέλος;

Ένα πουλί χτυπάει με δύναμη το τζάμι.
Κόκκινες μικρές σταγόνες
το περιδέραιο τού χιονιού.

 

ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ (2002)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ένα μυθιστόρημα που εμπεριέχει ένα δεύτερο, μία ιστορία έρωτα, φιλίας και προδοσίας που εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη τού σήμερα και μία άλλη ιστορία που ξεπηδάει μέσα από την πρώτη, αντίστοιχη με την πρώτη, που εκτυλίσσεται σε κάποια αγγλοσαξονική χώρα του δέκατου ένατου αιώνα.
Πόσο ο έρωτας και η φιλία επηρεάζονται από την εποχή, τον αιώνα και τον κοινωνικό περίγυρο; Και η προδοσία είχε την ίδια γεύση παλιά, όπως και
τώρα; Πόσα πράγματα τελικά αλλάζουν στις σχέσεις των ανθρώπων, καθώς διασχίζουμε τις εποχές, και πόσα παραμένουν αναλλοίωτα;
Ψιθυριστοί πόθοι και ελπίδες, λαχτάρα και διάψευση, κρυφές συνομιλίες, υπαινικτικά αγγίγματα ψυχών και σωμάτων, μηνύματα στον τηλεφωνητή και επιστολές, άλλες με παραλήπτη και άλλες ανεπίδοτες, τέσσερα πρόσωπα, δύο άντρες και δύο γυναίκες, που ακροβατούν επικίνδυνα στις μεταξύ τους σχέσεις, που τολμούν, που ψάχνουν αυτό, που όλοι μας τελικά ψάχνουμε. Τη χαρά της αληθινής επαφής με ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Πέμτττη

Θεία μου,
Δεν ξέρω γιατί, τον τελευταίο καιρό, σκέφτομαι συνέχεια το θίασο. Την κοκκινομάλλα Μόλλυ, που βυθιζόμουν στο πληθωρικό της στήθος για παρηγοριά, κάθε φορά που η μαμά γινόταν πολύ αυστηρή μαζί μου. Την Μόλλυ που πάντα την ταλαιπωρούσαν και συχνά την έδερναν οι κατά πολύ νεώτεροι της εραστές. Παντρεύτηκε τελικά έναν από αυτούς και μένουν μαζί τώρα στη Σ. Είναι και αυτός ηθοποιός και περιστασιακά παίζουν μαζί σε κάποιο τοπικό θέατρο. Η Μόλλυ που πάντα με κάλυπτε, όταν κοιμόμουν με το Ροβέρτο.
Ο Ροβέρτος. Όταν αποχαιρετιστήκαμε, έκλαιγα ασταμάτητα.
Η μαμά δεν ήθελε να κλαίω. Έλεγε περιφρονητικά πως τα δάκρυα δεν είναι τίποτε άλλο από αλατόνερο και πως μία πραγματική κυρία πρέπει πάνω απ ’ όλα να είναι θαρραλέα.
Της χρωστώ πολλά. Μου έμαθε να αγαπώ την ποίηση, το φλάουτο, το χορό και το θέατρο. Θυμάμαι που κάποια βράδια μου διάβαζε μεταφρασμένα τα έργα του Ομήρου και κοιμόμουν με τις εικόνες του ωραίου Πάρη και του πολυμήχανου Οδυσσέα στο μυαλό. Άλλες φορές διάβαζε τις ελεγείες του Προπέρτιου στα Λατινικά και μου τις μετάφραζε.
Το μόνο που πήρε φεύγοντας από το σπίτι του παππού ήταν τα
βιβλία της. Αυτά που έχω μεταφέρει και εγώ στη βιβλιοθήκη του Κάρολου. Τα κοιτάει με περιέργεια, σαν να μην πιστεύει ότι μπορεί να τα έχω διαβάσει.
Ξέρεις θεία, ότι ο Προπέρτιος ήταν ερωτευμένος με μια γυναίκα που την έλεγαν Κυνθία, αλλά αυτή ήταν παντρεμένη με άλλον. Γιατί άραγε η μαμά γοητεύτηκε τόσο πολύ από τις ελεγείες του Προπέρτιου, ώστε να μου δώσει το όνομα Κύνθια. Ήταν πολύ παράξενη γυναίκα η μαμά. Ωστόσο δε θα την άλλαζα με καμία άλλη.
Πολλές φορές μέσα στη νύχτα ξυπνώ και ακούω το Ροβέρτο
να μου ψιθυρίζει «Όπου και να πας, θα είμαι κοντά σου, θα σε βρω ξανά».
Τότε η μυρωδιά του πλημμυρίζει το δωμάτιο, αναπνέω την ανάσα του, κοιτάζω το γυμνό μου κορμί και βλέπω πάνω του τα
χνάρια των χεριών του.
Είναι κάποιες νύχτες που γίνομαι πάλι δεκατριών χρόνων, έχω μόλις παίξει την Οφηλία και φορώ ένα δαντελένιο, λευκό φόρεμα, η μυρωδιά των πυρσών και των ξύλινων παραπηγμάτων, η γεύση των χειλιών του, το φόρεμα μου να ξεσκίζεται, ο Ροβέρτος μέσα μου, τα χείλη μου ματώνουν καθώς με δαγκώνει, απόλυτη νύχτα, όλοι κοιμισμένοι.
Ο Ροβέρτος της εφηβείας, πάντα παρών, όταν το στήθος μου άρχισε να ξεπροβάλλει αυτός ήταν που το πρωτογεύτηκε, πάντα μέσα στο σκοτάδι, στα κρύα δωμάτια των πανδοχείων όταν η μαμά και ο υπόλοιπος θίασος διασκέδαζαν με θόρυβο στην κάτω σάλα, κάτω από τις κουβέρτες η αχνιστή τρυφερότητα και το πρώτο πάθος, όλα μαζί του. Θεία, αυτό το γράμμα δεν πρέπει να το διαβάσεις. Φοβάμαι ότι θα ανησυχήσεις. Όμως μου κάνει καλό έτσι να γράφω. Αλλιώς….

 

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΚΑΠΑ (2004)

 

 

ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ;

 

I.

Κατά τα μεσάνυχτα,
μία βάρκα αποχωρεί.
Ένας γέρος καλόγερος
ανάβει χάρτινα φανάρια
που σιωπηλά επιπλέουν στο νερό.
Οι ποιητές επιβιβάζονται αργά,
σκιές που φωσφορίζουν στο σκοτάδι.
Είναι συνήθως ντυμένοι ελαφρά,
(πόσο αναμενόμενο και πόσο απρόσμενο
είναι πάντα το ταξίδι),
άλλοι φορούν τριμμένα πανωφόρια
και άλλοι από μετάξι κάπες,
άλλοι τζίν μπουφάν και λιωμένα παντελόνια,
κάποιες γυναίκες φορούν δαντελένιες νυχτικιές,
άλλες μακριά φορέματα και κρινολίνα,
κι άλλες ντυμένες είναι με κοστούμι και γραβάτα.
Ή βάρκα γλυστράει αθόρυβα στο αλλόκοτο τοπίο,
τό δάσος μισοπνιγμένο μες στη λίμνη,
μπλέκουν στα κλαδιά των δέντρων
τα μακριά μαλλιά των ποιητών,
κι ή βάρκα μετεωρίζεται στους κορμούς των δέντρων,
ανάμεσα στις φυλλωσιές και στους καρπούς τους.
Τα νερά της λίμνης είναι ζεστά,
γεμάτα μικροοργανισμούς, θολά,
η λίμνη γουργουρίζει,
κάτι ζωντανό κοχλάζει στον βυθό της.

 

ΙΙ

0ι ποιητές δεν μένουν ποτέ οί ίδιοι.
Στην διάρκεια του ταξιδιού μεταμορφώνονται,
σε γυπαετούς ή κάργες
ή σε κατακόκκινα πουλιά στο χρώμα της φωτιάς
Κάποιοι μεταμορφώνονται σε λύκους
πού με τα ουρλιαχτά τους αλλάζουν τό σκοτάδι,
άλλοι γίνονται ορχιδέες
ή ανεμώνες,
ή ασημένια χέλια,
κουκούλια σκάν
μικρές σαύρες σέρνονται στις όχθες,
τα νερά στη λίμνη παγώνουν,
η λίμνη ποτέ δεν μένει ίδια.
Η βάρκα γλυστράει αθόρυβα
σαν έλκηθρο,
που το σέρνουν τάρανδοι
και μικρά βατράχια.

 

III.

Κάποια στιγμή η βάρκα σταματά.
Οι ποιητές αποβιβάζονται στον πάγο,
κάποιοι αριστερόστροφα γυρνούν,
βυθίζονται σε έκσταση.
Σε λεπτές φέτες πάγου
που σκίζονται με θόρυβο
σαν φύλλα από χαρτί,
στροβιλίζονται οι ποιητές
με κόκκινα πατίνια.
Μία ποιήτρια κύκνος,
δαγκώνει με το ράμφος τον λαιμό της,
με αίμα χαράζει στρογγυλό νησί
γύρω της στον πάγο.
Δύο ερωτευμένοι ποιητές
κρατούν στη χούφτα τους
κρύσταλλους χιονιού πού λαμπυρίζουν,
καθρεφτίζονται στο σκληρό χιόνι πού αστράφτει
και τυφλώνονται.

 

VII.

Μην εμπιστεύεσαι τους ποιητές.
Γερνούνε με τα χρόνια.
Χωρίς τα χρόνια, γερνούνε πιο πολύ.
Πεθαίνουν νωρίς
πεθαίνουν νέοι,
ή ζούνε ατέλειωτα χρόνια σιωπής.
Φοβούνται τη σιωπή οι ποιητές.
Μα όταν γράφουν, μυούνται στη σιωπή.
Με τη σιωπή τους αλλάζουνε τον κόσμο.

 

VIII

Τα πιο όμορφα ποιήματα γράφτηκαν στη σιωπή.

 

IX.

Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;
Γιατί κυκλοφορούν με χέρια ματωμένα;
Γιατί ουρλιάζουν οι ποιητές στις στέγες;
Γιατί έχουν έναν επίδεσμο στη θέση της καρδιάς;
Γιατί τα γράμματα που σκαλίζουν με κόπο σ
το χαρτί
με πένα, με κονδυλοφόρο, με μολύβι,
αφήνουν μικρά κόκκινα χνάρια από αίμα;

 

X.

Γιατί σπαράζει ο κύκνος
καθώς λευκός, παρθενικός
τινάζει τα φτερά του
και γράφει τον τελευταίο του στίχο;

 

 

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΛΑΙΔΗΣ ΚΑΠΑ

Η Λαίδη Κ. δεν παραδίδεται,
δεν παραδίδει,
μόνο αποχωρεί,
την κατάλληλη εκείνη στιγμή,
που το ρολόι της σάλας
χτυπάει το τέλος.

Τότε η Λαίδη Κ. κατεβαίνει
τη δρύινη σκάλα,
το βαρύ της φόρεμα κυλάει στα σκαλοπάτια,
ή Λαίδη Κ. φοράει πάντα
μαύρο βελούδο και μαργαριτάρια στο λαιμό,
οποιοσδήποτε μπορεί να την αγγίξει
έτσι καθώς ανάλαφρα γλυστράει μες στη σάλα,
κανείς ποτέ δεν την αγγίζει,
μαύρο βελούδο φοράει ή Λαίδη Κ.
μαύρα βελούδινα τα μάτια της
αστράφτουν στο σκοτάδι.
Ποτέ δεν φωνάζει ή Λαίδη Κ.,
ποτέ δεν κλαίει,
τα δάκρυα είναι στολίδια,
που τα φοράει γυμνή
στον καθρέφτη της τα βράδια.

Καθώς ή Λαίδη Κ. γλυστράει μες στον χρόνο,
αφήνει πίσω ένα άρωμα πικραμύγδαλου και μέντας,
το κολιέ της χαλαρώνει και της πέφτει,
τα μαργαριτάρια πέταλα από άγρια τριαντάφυλλα,
σκορπίζονται στη σκάλα,
η Λαίδη Κ. είναι μόνη,
κανείς δεν την ακούει να ουρλιάζει
το βράδυ στο σκοτάδι.

Η Λαίδη Κ. δεν παραδίδεται.
Δεν θα παραδοθεί.
Μόνο την κατάλληλη στιγμή.
Θα λύσει τα μακριά φλογισμένα της μαλλιά
θα πετάξει κρινολίνα και βελούδα,
και ανέγγιχτη έξαφνα
θα γίνει μια μικρή κόκκινη αλεπού
πού σαν σπίθα θα χαθεί
για πάντα μες στο δάσος.

 

 

ΓΥΜΝΟ

Ένα κορμί κάτω από λευκό σεντόνι.
Μόνο ένα κορμί.
Κάτω από λευκό σεντόνι.
Κι όμως.
Κανείς φαντάζεται.
Τα ρείκια να ανασαίνουν στις μασχάλες,
τα πράσινα βρύα να αναδεύονται στο στήθος,
τη μαύρη τρύπα του ομφαλοί ν’ ανοιγοκλείνει,
την καρδιά να πάλλεται ολοκόκκινη,
το φίδι λείο και στιλπνό,
να τεντώνεται για να επιτεθεί,
στο σεντόνι ανάγλυφη
η γεωγραφία του κορμιού σου,
οι καταρράκτες των μηρών
οι χαράδρες των γονάτων σου,
οι μικρές πικρολίμνες στις πατούσες σου.
Ή άμμος πέφτει με κοφτές ανάσες στην κλεψύδρα,
βουτώ στη σκληρή σάρκα του καρπού,
η παλάμη μου αγγίζει
τον καυτό πυρήνα.
Κόκκινοι κόσμοι εκτοξεύονται στο σύμπαν.
Ένα κορμί δεν είναι.
Μόνο ένα κορμί.
Το φίλντισι στα μάτια σου
δεν είναι.
Μόνο ένα δάκρυ.
Το κορμί σου δίπλα μου.
Χωρίς σεντόνι.

 

 

ΠΟΙΗΣΗ

Όταν η πλατεία της σιωπής
γεμίζει περιστέρια,
εκείνα τα πουλιά της νύχτας,
τα γυμνά, τα κοραλένια,
το χρυσάνθεμο γόνδολα
κυλάει στα βαθυσκότεινα νερά.

Κάποιο βράδυ θα αφεθώ.
Εκεί.

Σε μία πόλη βυθισμένη στο νερό,
όπου η απουσία δεν είναι απώλεια,
όπου τα μάτια σου δεν έχουν
χρώμα ξεχασμένης βροχής
και οι σταγόνες στο πρόσωπό σου
είναι αφρισμένα κύματα δαμάσκηνου.
Εκεί.

Στον πυρήνα της σιωπής
τα εξωτικά πουλιά θα κελαηδούν,
καρύδες θα πέφτουν ρυθμικά,
οι κοκοφοίνικες θα πανηγυρίζουν
το τέλος του χειμώνα,
οι παπαγάλοι θα βρέχουν τα φτερά τους
με χρώματα,
και εγώ γυμνή
θα εκτίθεμαι και θα εκθέτω,
κρατώντας πάντα
την ουσία μου κρυφή.

 

 

ΧΡΟΝΟΣ

Και η στιγμή ένα γοργοπόδαρο ελάφι
που αφήνει πίσω του
μια βουρκωμένη, βελούδινη ματιά
πριν βουτήξει για πάντα στο κενό.

 

 

ΔΑΚΡΥ

Μικρή λίμνη είσαι δάκρυ;
Μικρή; Λίμνη; Είσαι;
Και αν όχι, τότε;
Τί; Γιατί;
Ναι, μικρή, λίμνη, ωκεανός, θάλασσα, δάκρυ
είμαι. Εσύ.

 

 

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ TON ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΩΝ

 

ΗΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Ποιος είσαι ξένε;
Πούθε έρχεσαι και πού πηγαίνεις;
Ποιο ξωτικό του δάσους
σ’ έστειλε μπροστά μου,
τούτη την ώρα που αχνίζει ή αυγή
Τα ρούχα σου είναι φτωχικά
μα αρχοντικά ραμμένα,
τα πρόσωπό σου απόκοσμο
μα τόσο οικείο μοιάζει,
τα μάτια σου άγρια καστανά,
τί άραγε να ελπίζουν;

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Με ξάφνιασες σαν πρόβαλες
αθόρυβα απ’ την πάχνη,
πριγκίπισσα των πάγων,
Τουραντού.
Γνωρίζω τ’ όνομά σου
από αρχαίους κόσμους,
σε φωτεινά αστέρια,
στη μέση τού πελάγους,
σ’ έχω ξαναδεί.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Ποιος είσαι; Με φοβίζεις,
τα λόγια σου παράξενα αντηχούν.
Αν ήσουν χιόνι, θα έκαιγες,
δάκρυ αν ήσουν, θα έλιωνα.
Άγγιγμα αν ήσουν, θα μ’ έχανα.

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ: Με λένε ’Όναρ,
με το λευκό μου άλογο
τον χρόνο διασχίζω.
Το ξύλινο σπαθί μου μυρίζει βελανίδια,
τα ρούχα μου πευκοβελόνες,
στρατιώτης είμαι, πρίγκιπας, επαίτης.
Ένας άντρας είμαι και ψάχνω.
Ένας άντρας είμαι και ελπίζω.
Ποθώ και ονειρεύομαι.
Αύριο την ίδια ώρα
θα σε προσμένω εδώ.

ΗΜΕΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΕΝΤΑΣΗ

 

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Όναρ, αδελφέ και σύντροφε,
τα φωτεινά σου αχνάρια ακολούθησα
χθες βράδυ,
στου φεγγαριού την κούπα,
ξεχείλισε η ψυχή μου από χαρά.
Όμως σήμερα δεν φάνηκες,
τρείς ώρες με το άλογο καλπάζω,
και με αγωνία ψάχνω να σε βρω.
Και τώρα πού σε βρίσκω να κοιμάσαι
αμέριμνος κάτω από τον πλάτανο αυτό,
φλογισμένα βέλη θέλω να πετάξω,
και να κόψω τον ένα μου μαστό,
τον κόκκινο μανδύα μου να κάψω,
μαινάδα οργισμένη να γενώ.
Τα βραχιόλια μου ένα ‘ένα σου πετάω,
ολάκερη θέλω να καώ.

ΟΝΑΡ: Περίεργος ο πόλεμος αυτός
που όποιος νικήσει, χάνει.
Ξίφος με ξίφος
και φωτιά με τη φωτιά.
Φωτιά και αγέρας, νερό και γη.
Το ένα τρέφει το άλλο,
ενωμένα όλα και αντίθετα,
υπάρχουν μες στον κόσμο.
Έτσι και εμείς πριγκίπισσα,
από φωτιά, αέρα, νερό και γη
είμαστε πλασμένοι,
κι άλλοτε η φωτιά υπερτερεί
άλλοτε το νερό,
άλλοτε πάλι η σάρκα η γήινη
και άλλοτε ο αέρας.
Ωστόσο χωρίς βραχιόλια σε προτιμώ.
Έτσι με τα μαλλιά να πάλλονται
σαν μαγεμένο δάσος.
Σαν πεταλούδα έλκομαι
από την κόκκινη φωτιά σου,
μέσα της θέλω να καώ.
Μα αντί γι’ αυτό,
σε αποχαιρετώ,
την ίδια ώρα αύριο, εδώ θα να σε βρω.

 

ΗΜΕΡΑ ΕΒΔΟΜΗ: Ο ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ

 

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Γιατί πρέπει όλα να τελειώνουν;
Είναι το τέλος το πιο πολύτιμο πετράδι
ή ένας σβώλος χώμα από χώμα;
Πρίγκιπα πιο οικείος
απ’ τούς οικείους έγινες,
γι’ αυτό τώρα, πιο ξένος
από τούς ξένους.
ΠΡΙΣΚΙΠΑΣ: Αγαπημένη, μόνο την καρδιά μου.
Ολάκερη δική σου.
Μαζί σου πάντα εδώ θα κατοικεί.
Σ’ αυτή τη μικρή στιγμή
πού πάλλεται στο χρόνο.
Τίποτε ποτέ του δεν τελειώνει,
σ’ ένα μπλε δωμάτιο
κρυμμένα όλα ζουν.
Τα μάτια σου λάμπουν από δάκρυα
που σαν χαμόγελα γνέφουν και γελούν.
Ο πιο βαθύς σου πόνος,
το πιο πολύτιμο διαμάντι,
να σου φέγγει
το δρόμο τού γυρισμού.
Έχε γεια.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Μείνε.

ΟΝΑΡ: Κράτα με μέσα σου.
Το πιο δύσκολο αυτό είναι.
Θησαυρός είναι ό πόνος.
Τώρα είσαι αλλιώτικη από πριν.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Είμαι γήινη, γυναίκα.
Μου ζητάς πολλά.
Πώς να σ’ αποχωριστώ,
χωρίς καν να σε φιλήσω;
Χωρίς μια αγκαλιά,
ένα χάδι να θυμάμαι;

ΟΝΑΡ: Αν σ’ αγγίξω θα χαθώ.
Οι ψυχές μας αγγίχτηκαν.
Χόρεψαν μαζί τον πιο αρχέγονο χορό.
Κράτα με.

ΤΟΥΡΑΝΤΟΥ: Αν ήσουν χιόνι, θα μ’ έκαιγες.
Κρύσταλλος αν ήσουν, θα μ’ έσπαγες.
Μαχαίρι αν ήσουν, θα μ’ έκοβες.
Με ματώνεις,
το χιόνι κοκκινίζει.
Οι σκίουροι του δάσους φεύγουν μακριά.
Σε κρατώ.
Μόνο την καρδιά σου.
Αυτή τη μικρή στιγμή πού πάλλεται
στο φλογισμένο δάσος.
‘Όμως έχε γεια. Αγαπημένε.

 

 

Η ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΦΑΑΑΙΝΑ (1990)

 

 

ΦΑΛΑΙΝΑ

Κάθομαι πάνω σ’ ένα τρίγωνο από χρώματα,
τα πόδια μου αιωρούνται στο άπειρο, μια
μωβ μπανάνα κρέμεται από το ταβάνι, έξω
μικρές μπάλες χιονιού φωσφορίζουν στο
σκοτάδι, χιονίζει παιδιά, ανέφελα μικρά,
στρογγυλά παιδιά, μαλακά ακουμπούν πάνω
στο χώμα και αναλύονται σε μικρούς γαλαζόασπρους
κύκνους στο μέγεθος του δάκτυλου, έγκυες
γυναίκες με ξέπλεκα μαλλιά, γυμνές και
δακρυσμένες αγκαλιάζουν μια διάφανη μέδουσα,
μια γαλάζια φάλαινα κυλάει στην κουζίνα μου,
μια φυσαλίδα κίτρινη, κοιτιέται στον καθρέπτη
και σκάει σε εκατομμύρια ξεκαρδισμένους υδρατμούς,
είναι Τετάρτη βράδυ, ανάμεσα στο πριν και στο μετά,
στο κάπου και στο πουθενά, σ’ έναν πλανήτη,
σε μια χώρα, σ’ ένα σπίτι.

 

 

ΓΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΑΣ

 

I

Το ελάχιστο σου άγγιγμα εκεί κοντά στο στόμα
ανεπαίσθητο, ολότελα αισθητό, η μυρωδιά του
μαζί μου όλο το βράδυ, βροχή από γιασεμί.

 

II

Ολάκερη η νύχτα είναι κομμένη σε μεταξωτές,
ευέλικτες κορδέλες γύρω από το πρόσωπό σου,
ήχοι σκιάς, βελούδινο πηγάδι
πάτημα πεταλούδας, η μέρα με τρομάζει.

 

ΙΙΙ

Δε με φοβίζει
που τούτο το μολύβι
δεν αφήνει μελάνι
αλλά ίχνη από λιωμένο ουρανό
ούτε με φοβίζει
πως αντί για χαρτί
γράφω πάνω στο κορμί σου,
ζεστή αμοιβάδα από μυρωμένο χαμομήλι,
ολόγυρα, παντού.
Με φοβίζει μόνο
που κάποια μέρα,
Θα γράφω πάλι σε χαρτί
ποιήματα με μελάνι.

 

IV

Τότε ακούστηκαν οι σάλπιγγες της Ιεριχούς,
και ένα μετά το άλλο γκρεμίστηκαν
τα τελευταία προπύργιά μου στο κορμί σου,
το τελευταίο άγγιγμα, το τελευταίο τέλος,
χαμένες πατρίδες
νεκρικοί αλαλαγμοί στο σκοτάδι,
μεταναστεύω,
κουλουριάζομαι στο γυαλιστερό καταφύγιο
των μαύρων ματιών σου,
με αποδιώχνεις, αποδιώχνομαι,
και αλλάζω χώρες και χρώματα
και μυστικά και αέρα,
ξέροντας πως η γη της επαγγελίας
έχει για μένα οριστικά χαθεί.

 

V

Αποβάθρα στο πουθενά
περιμένοντας το κάτι
χάνοντας το τώρα
στα μάτια το τότε,
διαλύομαι στον καπνό τον πλοίου
που ξέρω πως δε θα ‘ρθει

Αναδεύω το χρόνο
σε μια πελώρια χύτρα,
φυσώ την καλαμένια μου φλογέρα,
Έτσι,

σα να μη σ’ είχα ποτέ μου αγαπήσει

 

ΦΑΣΕΙΣ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

 

I

Ταξιδεύω πάνω στη νύχτα,
κατάσπαρτο το γυμνό κορμί της
από πολύχρωμα φωτάκια διαθλασμένων θυμήσεων,
μπαράκια με έντονη την οσμή της σήψης,
φαντάσματα χαμένης τρυφερότητας
ανοίγουν βουβές τρύπες μέσα στό σκοτάδι,
κρύο και κενό,
τρομαγμένες αντιλόπες ο φόβος στα δυό σου μάτια,
όταν πάω να σ’ αγκαλιάσω
γίνεσαι αχνή βροχή,
χάνεσαι μέσα στο τούνελ ενός σαξόφωνου,
διαλύεσαι μέσα σ’ ένα μπλουζ,
γίνεσαι μέγεθος απόστασης,
βεβήλωση και εξαγνισμός,
ένας φραγμός, μια απιστία,
ένα ποτέ, ένα γιατί,
ένας δρόμος,
μια νύχτα.

 

ΙΙ

Πλανήθηκα στις κατηφόρες
των αποστεωμένων προσώπων,
γλίστρησα σε μωβ παράλληλες
απέφυγα τους σκόπελονς
των μαύρων δελεαστικών μαξιλαριών,
ξεκουράστηκα στους άσπρους τοίχους
των κυλινδρικών σπιτιών,
δεν μ’ άγγιξε κανείς
μα ούτε εγώ πλησίασα κανένα,
πού και πού
μερικοί τολμηροί
βούλιαζαν τα δάχτυλά τους
στο πρόσωπο μου
και σαν πείθονταν
πως δεν έχω πρόσωπο,
τότε ανακουφισμένοι
με χτυπούσαν φιλικά στη πλάτη, ν
ενώ εγώ ταξίδευα
όλο το βράδυ,
ακροβατώντας
πάνω στα ζαχαρωμένα χείλη ενός ποτηριού
γεμάτου από ουίσκυ.

 

ΕΛΕΝΗ

Ψάχνεις αδιάκοπα για την ωραία Ελένη,
χαμένη στην ομίχλη του παλιού,
χλωμή και όμορφη,
με ξέπλεκα μαλλιά,
δάχτυλα κρίνα,
και ψηλή κορμοστασιά,
γεμάτη πάθος να κλέβεται με τον ωραίο Πάρη,
να δίνεται, να χαίρεται,
κάθε φορά η Ελένη σου,
άλλο πρόσωπο αποκτά, άλλο κορμί, άλλη χάρη,
μα εσύ ζεις μοναχά γι’ αυτήν
ερωτευμένος για πάντα, με το ποτέ του χρόνου,
και όμως πίσω, αιώνες μακρινούς,
πίσω από τον ίδιο τον καιρό
και πέρα από τους ανθρώπους,
σε μια Τροία μακρινή
με τείχη γκρεμισμένα
και αιμόφυρτα κορμιά παλικαριών
μια κοπέλα κλαίει σε μια μοναχική αμμουδιά,
δεν είναι ωραία, δεν είναι άσχημη,
είναι μόνο η Ελένη,
που κλαίει μόνη
για τους άντρες που αγάπησε και έχασε

 

 

ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΩΡΑ

 

A ‘

Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα.
Είναι η ώρα που αποχαιρετάς τους φίλους,
το τελικό τους χαμόγελο σε καταδιώκει στο δρόμο,
πλαδαρή σκιά πάνω στους τοίχους,
είναι η ώρα που, θυμάσαι τους εραστές
όχι αυτούς που απόκτησες.
Ανάμεσα σε ανάστατα κρεβάτια και σκληρά
πατώματα,
μα αυτούς που αγνάντεψες
κάποιες νύχτες κιτρινισμένες από όξινο φεγγάρι
με τρίμματα λεμονιού στη παλάμη
και ματωμένες πληγές ανοιχτού πόθου
να αιμορραγούν τώρα τα μεσάνυχτα
Τα μεσάνυχτα είναι περίεργη ώρα.
Ξάφνου μετράς και συλλογιέσαι
όχι αυτά που έκανες ως τώρα,
μα εκείνα τα ανεκπλήρωτα,
τα όνειρα, τις πεθυμιές, τα ανέλπιστα, τα
α ελπιδοφόρα απελπισμένα,
η μισή νύχτα γίνεται μισή ζωή.
Και η άλλη μισή χάνεται
σκαλωμένη στους δείχτες του ρολογιού
και ο χρόνος μασκοφόρος δολοφόνος
αμείλιχτα πλανιέται μες στη νύχτα.

 

 

ΤΟ ΛΕΝΕ «ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ»

Είναι σταχτί, γρήγορο, μικρό
το λένε «φόβο»,
είναι κοφτό, στενό, τριγωνικό
το λένε «χωρίς λόγια»,
είναι μαύρο, στενό, προκλητικό,
δαντελωτό, πρόστυχο, φτηνό
είναι η ζωή μας,
είναι ένα τηλεφώνημα
από ένα τηλέφωνο-χοάνη
ξεβρασμένο κοχύλι,
το βάζω στο αντί μου και δεν ακούω
το βάζω στο στόμα μου,
μα δεν ακούγεται η φωνή μου,
είναι ένα τραγούδι
αφιερωμένο σε κάποια Μαρία
ξεχασμένη σ’ ένα δωμάτιο με ιστούς,
που ξέρει ή δεν ξέρει
και τα δύο εξίσου τραγικά,
και εγώ δεν έχω πια τι να αφιερώσω,
ακόμα και αν ήξερα σε ποιόν.

 

 

ΜΟΝΑΧΑ AN

Αν υπήρχες,
έστω σαν αποσπασματικό φως
ταριχευμένου φεγγαριού σε Μαυσωλείο,
χωρίς οστά και σάρκα,
χωρίς τέλος, χωρίς σύνορα,
τότε και τότε μόνο
ίσως μπορούσα να σ’ αγαπώ
και τα βράδια να σε κλειδώνω
στο μικρό φιλντισένιο μου κουτί,
με ηρεμία δεσμοφύλακα
γιατί τότε Θα ‘ξέρα,
πως κι αν ακόμα με πλημμυρίσεις
και έξω ξεχυθείς,
Θα ξέρα πως δεν θα μπορούσα να πνιγώ
στο λιωμένο, ορειχάλκινο κορμί σου,
γιατί μέσα μου
Θα σ’ είχα εξημερώσει,
κι έτσι αργά Θα σε σκότωνα,
αγαπώντας σε τόσο.

 

 

ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΙΩΠΗΣ (1985)

 

 

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΔΙΑΣΩΣΗΣ

Η μέρα που τρεκλίζει
σέρνοντας το ξυλωμένο της ποδόγυρο,
οι άνθρωποι που σε χαιρετούν,
οι άνθρωποι που χαιρετάς,
η αγωνία να χαιρετάς
αυτούς που σε χαιρετούν,
οι λέξεις που λέγονται
και οι λέξεις που δε λέγονται,
η αγωνία των λέξεων
που δε λέγονται,
όλη η ζωή μας,
η μη ζωή μας,
με κάνουν ντυμένη λέξεις,
να γίνομαι ποίημα,
τελευταία προσπάθεια διάσωσης
για κάτι που ίσως
και νάχει πάψει να υπάρχει.

 

 

ΛΕΞΕΙΣ

Τώρα πια με πληγώνουν οι λέξεις,
όχι οι νεκρές λέξεις στο άσπρο χαρτί,
ούτε οι φλύαρες λέξεις στα στόματα των φίλων,
γιατί αυτές δεν το μπορούν.
Μα με πληγώνουν οι άλλες,
αυτές που σωπαίνουν,
πριν γίνουν θάλασσα, τραγούδι, προσφορά,
μια και η καρδιά έγινε όργανο με αρτηρίες,
μια και φόρεσα τα κόκκινα χαμόγελα στις εύθυμες παρέες,
μια και το μολύβι κοιμάται άψυχο στη φούχτα.
Και από όλες τις λέξεις πιο πολύ,
με πληγώνει αυτή,
που δεν μπορώ πια να πω,
γιατί δεν το τολμώ,

η λέξη «σ’ αγαπώ».

 

 

ΣΤΟ ΦΡΙΞΟ

Δε θέλω να σπάσω τη συνοχή
του χρυσάνθεμου με τον ήλιο,
του ανεκπλήρωτου πόθου
με τη γλυκειά προσμονή,
των ματιών σου
με τις ανοιξιάτικες καταιγίδες,
της ευτυχίας
με τους κόκκους της κλεψύδρας.
Δε θέλω να σπάσω τη συνοχή των χεριών μας.
Δε θέλω να φύγεις μακριά.

 

 

ΕΡΩΤΙΚΟ

Τώρα το βράδυ
που τα δέντρα ερωτοτροπούν
με τις λικνιστές βεντάλιες τους,
θα ‘θελα να ‘βλεπα εδώ μπροστά
το σώμα σου,
βροχή, βρεμένο χώμα,
βουλιάζω και γλιστρώ
στα υγρά χαντάκια του κορμιού σου
και το χαμόγελό σου
ποτάμι στα μαλλιά.
Έτσι θα σε ήθελα.
Όλον μια προσφορά,
ένα ποίημα που ζωντάνεψε
παράλογα και ανέλπιστα
μια νύχτα που
στη φαντασία όλα επιτρέπονται.

 

 

ΦΙΛΟΙ

Όταν και οι τελευταίοι φίλοι
σαν σε βλέπουν
ρουφούν με καλαμάκι τηλεόραση,
ή προσφέρουν ξερά χαμόγελα
σε μεγάλα ποτήρια ουίσκυ,
όταν η ανάγκη να δώσεις θάλασσα,
ορμάει να σε πνίξει,
και μέσα στη φούχτα σου
ιδρώνει η στάχτη των καμένων λουλουδιών,
τότε όλο και πιο πολύ,
νιώθεις τη σιωπή
να σου γλύφει τα χέρια
σαν αρρωστημένο, υπάκουο σκυλί.

 

 

ΝΥΚΤΕΡΙΝΟ

Τούτη την ώρα που το σκοτάδι
το τρυπούν μικροί σταλακτίτες από φως,
κάτω από το μπαλκόνι,
δύο πουκάμισα λευκά,
δειλός υπαινιγμός ανθρώπινης σάρκας,
μοναδική ανθρώπινη επαφή,
τούτη την ώρα
που τα σπίτια σιωπούν
με συνοφρυωμένα τα κλειστά πατζούρια,
νιώθω τον ύπνο λεκέ στα ματόκλαδα,
ρίχνω νερό να τον ξεπλύνω,
γιατί θέλω να ζήσω
όσο πιο πολύ μπορώ αυτή την ώρα,
που η μοναξιά
γίνεται αβάστακτη,
τόσο πολύ αβάστακτη,
όσο πολύ γλυκιά.

 

 

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΕΙΡΗΝΗΣ

Γυναίκα της Χιροσίμα,
εγώ, παιδί μιας άλλης χώρας,
μιας άλλης γενιάς,
μιας άλλης εποχής,
σε συνάντησα χθες στην πλατεία,
το φαλακρό κεφάλι,
το «διαμελισμένο κορμί,
τα κοκκάλινα άσπρα χέρια,
τις τσακισμένες λέξεις,
ναι, τα είδα και τα άκουσα όλα,
και όταν τραγούδησες στη γλώσσα σου
το τραγούδι της ειρήνης
όλοι στην πλατεία,
παιδιά πολλών γενεών, πολλών εποχών
τραγούδησαν μαζί σου,
και κάποτε γυναίκα,
θα φυτρώσουν λουλούδια στο κομματιασμένο σου κορμί,
και από τη μήτρα σου
θα γεννηθούν ροδομάγουλα παιδιά,
και θα κάνεις έρωτα
χωρίς την αγωνία
του μωρού με τα σπέρματα της βόμβας.
Ναι γυναίκα της Χιροσίμα,
κάποτε όλοι θα μιλήσουν τη γλώσσα σου
και τότε
όλοι οι λαοί θα τραγουδήσουν το τραγούδι σου.

 

 

ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ

Ένα χαμόγελο
στρογγυλό βαζάκι με ανεμώνες,
αγκαλιά
γεμάτη αχνιστό ήλιο,
δυο μάτια
στο χρώμα καστανής καλωσύνης,
όλη μια ελπίδα,
όλη μια υπόσχεση
πως υπάρχουν άνθρωποι…

 

 

ΕΡΩΤΑΣ Ι

Το δάκρυ σου μοιάζει με θάλασσα
και το χαμόγελό σου με ηλιαχτίδα,
θάθελα να βρέξω την καρδιά μου σε μια θάλασσα
και να τη στεγνώσω σε μια ηλιαχτίδα.

 

 

ΕΡΩΤΑΣ ΙΙ

Το φεγγάρι έλιωσε στον ουρανό.
Τα αστέρια σταμάτησαν το χορό τους.
Πάνω στο τζάμι δυο σταγόνες
ξεχώρισαν και κύλισαν στο έδαφος.

 

 

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Σούρουπο,
αέρας,
τα λουλούδια που σωπαίνουν στις γλάστρες,
το κόκκινο αυτοκίνητο που φεύγει,
ο αυτόματος τηλεφωνητής στο τηλέφωνο,
το υδάτινο πέπλο της αναπνοής στο τζάμι,
ο ουρανός πληκτικά γαλάζιος
σαν ατέλειωτη θάλασσα.
Πότε απόμεινε μόνο ένα νησί,
και γύρω απόηχοι,
άχρωμα χρώματα,
άπιαστα χέρια,
πότε απόμεινε έτσι ένα νησί,
η καρδιά μου.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΛΑΙΝ

ΠΌΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΆΚΗ

«Η Αυγή», 11.7.2017

Στέφαν όπως Τσβάιχ, η Μαγική Πολυκατοικία στον Αρχαίο Κόσμο της Χλόης Κουτσουμπέλη

Γίνεται λόγος πολλές φορές για τον αρχικό «πόνο» ή το «τραύμα» στη λογοτεχνία, αυτό που δίνει το ερέθισμα στον λογοτέχνη να αναπτύξει γύρω του, όπως η μαλακή πληγωμένη σάρκα του στρειδιού αντιδρά σε έναν παρείσακτο κόκκο άμμου, για παράδειγμα, και δημιουργεί το πολύτιμο μαργαριτάρι. Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να φανταστούμε κάποτε και την καλλιτεχνική δημιουργία, ως αντίδραση στο τραύμα: ο πάσχων λογοτέχνης επιστρατεύει αποθέματα, ψυχικές και πνευματικές εφεδρείες για να μπορέσει να πετύχει για τον ίδιο ίσως την επούλωση και την αυτογνωσία, με αποτέλεσμα το έργο του, τη δημιουργία του.
Η δικαίωση ωστόσο αυτής της διαδικασίας πάντα διακυβεύεται. Δεν δικαιώνεται ο λογοτέχνης όταν έχει θεραπευτεί ο ίδιος, παρά μόνο όταν έχει δώσει ένα άξιο λογοτεχνικό έργο. Η δικαίωση δηλαδή συμβαίνει, αν συμβαίνει αλλού, και όχι στο επίπεδο της θεραπείας του τραύματος, όσο τραγικό και επώδυνο να είναι αυτό. Να θυμίσουμε περιπτώσεις όπως το τραύμα του πολέμου στην «Κυρία Νταλογουέη» της Βιρτζίνια Γουλφ, ή το Ολοκαύτωμα και την εξορία στον «Άουστερλιτς» του Ζέμπαλντ. Η δικαίωση συμβαίνει με λογοτεχνικά και αναγνωστικά κριτήρια και όχι με αυτά της θεραπείας.
Θεωρώ απαραίτητη αυτή την εισαγωγή για το πρόσφατο μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη «Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν». Η συγγραφέας έχει ξαναασχοληθεί με την πεζογραφία – μυθιστόρημα και θεατρικό έργο. Είναι γνωστή όμως για την ποιητική της παρουσία -οκτώ ποιητικές συλλογές- όπου μεταφέρει την εμπειρία της από τα ταξίδια στο Αλλού.
Είχα την ευκαιρία στο παρελθόν να αναφερθώ στους «Χάρτες του Αλλού στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη» στην παρουσίαση της ποιητικής της συλλογής «Στον Αρχαίο Κόσμο βραδιάζει νωρίς» (το κείμενο αναρτημένο στις Πινακίδες από κερί, το ιστολόγιό μου), χαρτογραφώντας και ορίζοντας ανθρωπολογικές παραμέτρους ενός κόσμου όπου πηγαινοέρχεται η ποιήτρια. Ένας κόσμος αλλιώς, σαν τους πίνακες του Νταλί, σαν την ταινία «Μάτριξ». Αργότερα, με αφορμή τη συλλογή «Κλινικά απών», μίλησα για την Οδύσσεια του πένθους, τη συγκρότηση της θεραπείας της ποιήτριας. Στην ίδια κατεύθυνση ένιωσα πως θα μιλούσα και για την επόμενη συλλογή, «Οι ομοτράπεζοι της άλλης Γης» -αφιερωμένο σε τρεις προσφιλείς νεκρούς της, όπου ποιητικά είχαν μετοικήσει στον Αρχαίο Κόσμο της- αυτή ήταν η Άλλη Γη, με τους άλλους ρυθμούς του χρόνου, τα αλλόκοτα ποτάμια και τις άγριες μορφές του πένθους, προσωποποιημένο ως τέρας.
Ένας τέτοιος πόνος όμως, εξευγενισμένος ή άγριος, εξημερώνεται αλλά δεν εξαντλείται και έπρεπε να το υποψιαστώ αρχίζοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος «Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν». Μια ιστορία δομημένη στο στυλ ταινίας τους Γουές Άντερσον, όπως το «Grand Budapest Hotel» ή η «Οικογένεια Τένεμπάουμ», με χαρακτήρες σε χωριστά κουτιά, ορατά και χαρτογραφημένα σε τρεις διαστάσεις. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια πολυκατοικία όπου ο παράξενος βοηθός του κυρίου Κλάιν, όπως ο θυρωρός στο Γκραν Μπούνταπεστ, που βασίζεται σε μια νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ, εξυπηρετεί και σχετίζεται συναισθηματικά με τους ενοίκους. Στέφαν και το όνομα του ήρωα – πνευματική οφειλή στον Τσβάιχ, υποθέτω. Όλα τα ονόματα παραπέμπουν κάπου: στο πένθος – Οικογένεια Μουρν, στη θεραπεία – κύριος και κυρία Χιλ και δεν λείπει η αναφορά διά του συμβολικού ονόματος στο σύμπλεγμα το μυθικό, κύριος και κυρία Ίντιπους. Ο Μπίλλυ που λείπει – τρυφερή αναφορά στον «Βασίλη μας», τον αδελφό της που στη μνήμη του είναι αφιερωμένο το βιβλίο.
Ένα μυθιστόρημα καλογραμμένο, συναρπαστικό, χωρίς αντιφάσεις, ένα μυθιστόρημα που ο πόνος έχει εξαφανιστεί στη δομή, τόσο σοφά μελετημένο, «άτρωτο από οποιασδήποτε κλίμακας σεισμικές δονήσεις του λογικού και των αιτημάτων του ρεαλισμού» όπως σημειώνει εύστοχα για τη λογοτεχνική συνθήκη του μυθιστορήματος ο Αχιλλέας Κυριακίδης. Ο ρεαλισμός παρών σε έναν κόσμο μαγικό, με το περιθώριο, τους μετανάστες, τους άστεγους, την ανεργία, τη δυστυχία, την έλλειψη επικοινωνίας του. Διαβάζεται απνευστί. Επιμένω στις λεπτομέρειες της δομής και της αφήγησης γιατί όσον αφορά την ευαισθησία και το βάθος της γραφής, η Χλόη Κουτσουμπέλη δεν εγκαταλείπει ούτε λεπτό την ποίηση και τα στοιχειά του κόσμου του Αλλού όταν γράφει.

 

 

Κάτι να χάσκει
κάτι να λείπει
κάτι να διαβρώνει την τελειότητα.

Η χώρα της ποίησης είναι μια άλλη χώρα. Ο ποιητής ένα αμφίβιο που ζει και στους δύο κόσμους. Ο κόσμος της τέχνης είναι κόσμος σκιών, δεν δίνει απαντήσεις. Σ’ αυτόν πηγαίνουν οι προορισμένοι, όσοι σφραγίστηκαν μικροί με κείνο το μισό πέταλο στον ώμο που σημαίνει πως τίποτε ποτέ δεν θα ’ναι ολόκληρο. Εκτός από ένα μελανοδοχείο που αδειάζει.
Στο ποίημα ΤΟ ΚΕΝΟ υπάρχει η εξής ενδεικτική περιγραφή:

Τυλίγεις το ανδρικό κορμί
Σε μία κόλλα από χαρτί
Αφού το φιμώσεις με μελάνι
Κοιμάσαι μαζί του μία δύο τρεις φορές
σε ένα φτηνό ξενοδοχείο
το κρεβάτι τρίζει αφόρητα
η βρύση στάζει
η μούχλα τρώει τους τοίχους.
Κι εκεί γύρω στις πέντε το πρωί
Μες στο αμνιακό υγρό της ποίησης
Όλα θα ζωντανέψουν ξαφνικά
….
Τότε και μόνο τότε, καταλήγει το ποίημα,
Μπορείς να γράψεις για το τίποτα.
Το τέλος του ποιήματος, δεν ξέρω γιατί, μου φέρνει στο νου μια φράση από το ποίημα ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ, Κρύβω άσσους σε μανίκι δίχως χέρι.
Ο κόσμος της ποιητικής συλλογής ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ είναι θλιμμένος, μοιάζει αδιέξοδος. Υπάρχουν όμως και σημεία φυγής. Στο ποίημα ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΤΕ φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ελπίδα βρίσκεται πάλι στην αγάπη, γιατί συνέχεια χ«ο χωρισμός είναι απόφαση, η αγάπη χωρίς διακοπή». Και στο ποίημα Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΗΣ ΗΤΤΑΣ, και κλείνω με αυτό το απόσπασμα, διαβάζουμε:

Κι όμως υπήρξαν άνθρωποι μέσα στους αιώνες
Παράλογα και ανόητα γενναίοι
Που αψήφησαν την βέβαιη ήττα
Άγγιξαν ξένο κορμί, δικό τους
Άλλη ψυχή, οικεία
Και με ένα φιλί
Σταγόνα βουλοκέρι
Σφράγισαν τον Χρόνο

 

ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ

FREAR 13/7/2017

ΕΝΩ ΕΣΥ ΚΟΙΜΟΣΟΥΝ
Μια ανάγνωση του βιβλίου της Χλόης Κουτσουμπέλη

Σε μια στέρεη δομή, ο ήρωας της αφήγησης, ο Στέφαν, έχει αναλάβει εργασίες βοηθού συντηρητή στην πολυκατοικία του παρόντος, υπογράφοντας ένα συμβόλαιο με έναν μυστηριώδη εργοδότη. Επιδιορθώνει, βοηθεί και βοηθιέται, ξεκλειδώνει πόρτες και μυστικά, που τον εμπλέκουν και με πρόσωπα από το μακρινό του παρελθόν και την παλιά πόλη, και αποτελούν μια σπαρακτική αναψηλάφηση των σημαντικών περιόδων της στοιχειωμένης του ζωής. Πού, πότε; Ανοικείωση κατ’ αρχάς του αναγνώστη από την αμφισημία του χωρόχρονου. Ένας βιωματικός χορός μεταμφιεσμένων προσώπων, που θα μπορούσαν να ζοyν οπουδήποτε στον κόσμο αλλά οπωσδήποτε εν μέσω κρίσης και παραλυτικής ανεργίας. Και ο Στέφαν, σε κάποιον δαντικό κύκλο της κολάσεως, σε ένα μεσοδιάστημα ή σε μια Νέκυια οφείλει να ξαναζήσει με τη μνήμη του τα πάθη του, «τα συμπιεσμένα συναισθήματα», όλα εκείνα που θέλει να ξεχάσει ‒δύσκολα παιδικά χρόνια και απώλειες‒, να καταλάβει τη ζωή του, τον εαυτό του, με υπομονή και ταπεινοφροσύνη, την αυτοκαταστροφικότητα και τη δειλία του ακόμα και μπροστά στο δώρο του έρωτα, που του χαρίστηκε. Οφείλει να συμφιλιωθεί με τους δαίμονές του, να πονέσει και να λυπηθεί, αγκαλιάζοντας τον άλλο άνθρωπο και τώρα, έγκαιρα να κάνει την υπέρβασή του, βοηθώντας τους άλλους να σωθούν, αγαπώντας με την ψυχή του τους άλλους, μια και ήμαστε όλοι «μια ψυχή σε ένα περίβλημα». Από Μίδας, το χρυσό αγόρι με τη σημαδεμένη τράπουλα, ο νάρκισσος και κακομαθημένος, να φτάσει στην αγάπη, γιατί «μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία… αυτό που μπορεί να δώσει κάποιο νόημα στο χάος της ζωής μας». Να μη νιώθει μόνος, να βγει στο φως.
Ο παντογνώστης αφηγητής με μια εξαιρετικά ποιητική γραφή, εγκαθιστά τον Στέφαν στον άλλο κόσμο της πολυκατοικίας. «Τότε είδε μπροστά του μια τεράστια φάλαινα, ένα κήτος που ανέπνεε, με το εσωτερικό να πάλλεται, τα μπαλκόνια να σείονται, τα τούβλα, τα μπετόν, τους αρμούς να σαλεύουν. Ύστερα ένα σύννεφο κατάπιε πάλι τον ήλιο και η αίσθηση χάθηκε». Ή «Ο Στέφαν άκουσε νοερά τα κάγκελα του κελιού του να κατεβαίνουν και την κλειδαριά να κλειδώνει αυτόματα. Ο πάνθηρας μέσα του άρχισε να βηματίζει ανυπόμονα». Ή «Ο Στέφαν χαμογέλασε μόνος του, καθώς σκέφτηκε τον κύριο Κλάιν να φοράει ένα λευκό νυχτικό, να τον κυνηγάει στο διάδρομο με ένα κερί στο χέρι και να διεκδικεί μερίδιο της σάρκας του». Επιδιορθώνει εξαρτήματα και σχέσεις και ξεκλειδώνει μυστικά, διατρέχοντας την παιδική του ηλικία και την εφηβεία του, ως την κάθαρση.
Αναγνωστική απόλαυση από ένα μοντέρνο, πληθωρικό, πρωτότυπο και ζωντανό φιλοσοφικό, μη ρεαλιστικό μυθιστόρημα που εξελίσσεται ως αστυνομικό.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Στον παράξενο κόσμο του κυρίου Κλάιν
BOOKPRESS 21/6/ 2017

Το γρήγορα και το αργά είναι έννοιες σχετικές, αγαπητέ μου.
Ανάλογες με τη σφοδρότητα της επιθυμίας.
Με το πάθος ή το πένθος. Με την ενοχή και τη μετάνοια.
Με τον αποχαιρετισμό. Με το τέλος του τέλους.

Τα παραπάνω λόγια του μυστηριώδους κυρίου Κλάιν συμπυκνώνουν το νόημα της παράξενης αυτής ιστορίας. Ο χρόνος είναι μια υποκειμενική υπόθεση, έτσι όπως την αντιλαμβανόμαστε με τη συμβατική ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου. Βιώνεται από τη συνείδησή μας (αποκτώντας έτσι την απαραίτητη υλική υπόσταση) η οποία όμως αγνοεί την πραγματική του διάσταση, καθώς αυτή βρίσκεται πέρα πολύ από τα όρια της λογικής μας ικανότητας, και έτσι ζώντας μέσα του αδυνατούμε να συλλάβουμε την ουσία του. Ο χρόνος μετριέται με τα σημάδια του πάνω μας, με τις απώλειες και τη φθορά που γράφει στο σώμα και στη μνήμη. Παραμένει ασύλληπτος όμως. Και αυτή τη σχετικότητα της έννοιας του χρόνου φαίνεται να τη γνωρίζει ο κύριος Κλάιν, όπως και τα όρια της ανθρώπινης εκδοχής του: το τέλος του τέλους.
Αυτό το τέλος για τον ήρωα της ιστορίας, τον Στέφαν, θα έρχεται αργά, σε μια απροσδιοριστία του αληθινού και του φανταστικού. Η ιστορία ξεκινά με ένα ατύχημα, καθώς ο Στέφαν παρασύρεται από ένα μαύρο αυτοκίνητο στην προσπάθειά του να διασχίσει τον δρόμο για να προφτάσει το ραντεβού του με τον κύριο Κλάιν, ο οποίος του έχει υποσχεθεί θέση εργασίας. Σώζεται (αλήθεια σώζεται;) όμως και αναλαμβάνει τη δουλειά που του προσφέρει ο ιδιόρρυθμος εργοδότης του παραδίδοντας ταυτόχρονα την υπόστασή του στην ανυπαρξία, τουλάχιστον για τα ανθρώπινα μέτρα. Η συμφωνία προβλέπει την εγκατάστασή του στην πολυκατοικία του κυρίου Κλάιν για σαράντα μέρες έναντι υψηλής αμοιβής, που παρουσιάζεται σωτήρια για τον Στέφαν, με την υποχρέωση να επιδιορθώνει τα προβλήματα που θα προκύπτουν στα διαμερίσματα. Ό,τι θα ακολουθήσει θα ακροβατεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και στο αιφνίδια ανατρεπτικό τοπίο, ίδιον της γραφής της Χλόης Κουτσουμπέλη ακόμα και στον ποιητικό της λόγο και όχι μόνον στα πεζά της. Χωρίζει την αφήγησή της σε κεφάλαια των οποίων οι προμετωπίδες, που εισαγωγικά προετοιμάζουν τον αναγνώστη, θα μπορούσαν να αποτελούν και μια τρόπον τινά περίληψη όλης της ιστορίας, φυσικά με την ανάλογη μεταφορικότητα και με υπόρρητες συνδέσεις. Έτσι, η άποψη του Μπέρναρντ Σω, που μας εισάγει στο πρώτο κεφάλαιο, προϊδεάζει για το ξετύλιγμα της ζωής του Στέφαν που θα παρακολουθήσουμε και μας προβληματίζει για τη σημασία μιας ζωής που αναλώθηκε σε λάθη παραμένοντας όμως αξιέπαινη. Και παρακάτω το ζύγισμα της ψυχής από τον θεό Άνουβι, στο απόσπασμα από την Αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών, θα μας υποψιάσει για το τι πραγματικά συμβαίνει στη ζωή του Στέφαν, που νιώθει να τον ξεπερνά ο χρόνος και βλέπει το σώμα του να μεταμορφώνεται, να φθίνει, να φθείρεται. Η αναφορά σε άλλη προμετωπίδα κεφαλαίου (και όταν η πλοκή πλέον έχει αφήσει να διαφανεί η αλήθεια των πραγμάτων) στην εμβληματική Έβδομη σφραγίδα του Μπέργκμαν, αποτελεί μια από τις ισχυρότερες συνδέσεις/οδηγούς της ανάγνωσης.
Δίπλα στον κεντρικό ήρωα, οι υπόλοιποι χαρακτήρες, όλοι με κάποια σχέση μαζί του που αναδύεται από τα βάθη της μνήμης συνδέοντάς τον με ένα παρελθόν που θα προτιμούσε να μη θυμάται. Έχει πολύ ενδιαφέρον αυτό το λογοτεχνικό τοπίο που δημιουργεί η Χλόη Κουτσουμπέλη. Σαν ο ήρωας να βυθίζεται σε μια δίνη, η οποία συμπαρασύρει με τους κύκλους της τα υπόλοιπα πρόσωπα, ώσπου να εξαφανιστούν τα ορατά σημάδια της παρουσίας τους. Η πέτρα που πέφτει σε μια ήρεμη λίμνη και δημιουργεί ομόκεντρους κύκλους που όσο απομακρύνονται από το κέντρο τόσο φθίνουν, μέχρι να εξαφανιστούν. Ο Στέφαν θα επηρεαστεί από την παρουσία τους, ταυτόχρονα θα αποβεί καταλύτης στα δικά τους αδιέξοδα. Και όλα αυτά μέσα σε μια πόλη σύγχρονη, να βιώνει την κατάντια της κοινωνικής και οικονομική κρίσης και να «κρύβει κάτω από το χαλί» την ύπαρξη της Παλιάς πόλης των αποσυνάγωγων και περιθωριακών, των απορριμμάτων της ζωής. Από τη μια η ηθική και από την άλλη η ανηθικότητα, λες και η μία δεν είναι απότοκο της άλλης, σε μια συμβατικά δομημένη θεώρηση του σωστού και του λαθεμένου.
Η Κουτσουμπέλη παράλληλα με την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία της, που οδηγεί τον αναγνώστη να αποκωδικοποιεί τις ευρηματικές εικόνες, παράλληλα και με μια φιλοσοφικών προεκτάσεων συμβολιστική, κατορθώνει να μιλήσει με γλώσσα απολύτως σημερινή δίνοντας το αντικαθρέφτισμα μιας κοινωνίας που μοιάζει απελπιστικά με τη δική μας. Η επιλογή μιας απροσδιόριστης πόλης ως προς την ταυτότητά της, καθώς και τα ξένα ονόματα των ηρώων της, αποθαρρύνουν την απόλυτη ταύτιση με το ελληνικό τοπίο και καθιστούν το μυθιστόρημα οικουμενικό ως προς τις αναφορές του, σε απόλυτη αρμονία με τα θέματα που θίγει. Ο άνθρωπος και η κοινωνία, τα αναπάντητα ερωτήματα γύρω από τη ζωή και τον θάνατο, την καταξίωση και την απαξίωση, τη συμπόρευση με τους άλλους, τη συμφιλίωση με τη διαφορετικότητά τους, τη διάθεση της προσφοράς με το μοίρασμα του εαυτού. Όλα σε μία δυναμική σύμπλευση, αλληλοσυμπληρούμενα και αλληλοαναιρούμενα. Ένα μυθιστόρημα που κινείται στο μεταίχμιο, στο ενδιάμεσο μεταβατικό στάδιο, όπου όλα πιθανολογούνται για αληθινά και όλα απειλούνται με μια διάψευση. Σημαντική η αναφορά στον θιβετιανό Βουδισμό και στην κατάσταση μπάρντο, με το σώμα να είναι νεκρό και τη συνείδηση να εξακολουθεί να ζει βιώνοντας νέες εμπειρίες. Άλλωστε ζης και είσαι νεκρός θα δούμε και στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, που ως προμετωπίδα θα μας οδηγήσει σε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου.
Η ιστορία αυτή θυμίζει το περιβάλλον που επιλέγει ο Κάφκα στις δικές του απεικονίσεις του κόσμου μέσα στον οποίο ζουν οι ήρωες. Την κατάλληλη στιγμή που έχεις νιώσει να πλανάται η εφιαλτική αυτή ομοιότητα πάνω από τα πρόσωπα της ιστορίας, θα έρθει και η κατευθείαν αναφορά: Ο Κάφκα λέει σε ένα από τα γράμματά του στη Μίλενα ότι η τιμωρία της κόλασης συνίσταται στο να αναγκάζεται κάποιος να διεξέλθει μια φορά τη ζωή του με τη ματιά της γνώσης και το χειρότερο δεν είναι να αναθεωρεί τις προφανώς κακές του πράξεις, αλλά τις πράξεις που νόμιζε άλλοτε καλές.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη μάς οδηγεί με το βιβλίο αυτό σε μια καταβύθιση εσώτερη και οδυνηρή, στον βαθμό που η λογοτεχνία ξεπερνά τα στενά όρια των σελίδων και εγκαθίσταται στο μυαλό του αναγνώστη για να δημιουργήσει εκεί τις δικές της συνδέσεις. Ωστόσο έχει και μια πρόταση/θέση, που αφήνει μια κάποια αισιοδοξία μέσα σ’ αυτό το χάος και την περιδίνηση: […] ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, ανάμεσα στους άπειρους κόσμους, κάποιος μας φυσά κι εμείς ξεκολλάμε και ταξιδεύουμε στα Σύμπαντα. Του εδώ και του Αλλού. Και μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία, η επιλογή μας, αυτό που μπορεί να δώσει κάποιο νόημα στην παράξενη περιπέτεια, στο Χάος της ζωής μας.
Αν λοιπόν οι υπάρξεις μας είναι εκλάμψεις του τυχαίου, τότε η επιλογή η δική μας έγκειται στη διαχείριση αυτής της συνθήκης που ονομάζουμε ζωή, χωρίς φυσικά να γνωρίζουμε τα όριά της αλλά και την αληθινή φύση της. Στη βάση της αγάπης, της αλληλοϋποστήριξης και της συνδρομής στις ανάγκες του άλλου, ωστόσο, θα μπορούσε αυτή η ζωή να γίνει ανεκτή.
Διαφαίνεται πίσω από το εγχείρημα της συγγραφής αυτής της ξεχωριστής ιστορίας η προσπάθεια της Κουτσουμπέλη να κατανοήσει τη διάκριση ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Γιατί όλο αυτό το πολύπλευρο και πολυσήμαντο θέμα προσεγγίστηκε με την αγωνία μιας επαλήθευσης του βαθύτερου πόθου για μια επαρκή ερμηνεία του ταξιδιού της ζωής και της σύνδεσής του με το πέρασμα σε μια άλλη κατάσταση. Ποιος μπορεί να συμφιλιωθεί με το τελεσίδικο κενό μετά το τέλος του τέλους;
Και επειδή οι συνειρμοί που κάνει ο αναγνώστης είναι αποδεκτοί στη λογοτεχνική περιπέτεια, διαβάζοντας τον Βοηθό του κυρίου Κλάιν σκέφτομαι από τη μία εκείνη την ταινία του Joseph Losey, το Monsieur Klein, σκοτεινή και εφιαλτική, με την ομοιότητα να εντοπίζεται όχι μόνον στο όνομα αλλά και στον παράδοξο κόσμο (καφκικό επίσης) της ιστορίας (βλ. κεντρική εικόνα). Από την άλλη το όνομα έχει και την ερμηνεία του, Klein, δηλαδή μικρός, με όποια σύνδεση μπορεί να γίνει ανάμεσα στον άνθρωπο/Στέφαν και στον θάνατο/μοίρα/κύριο Κλάιν. Πολύ περισσότερο, αν πρόκειται για έναν απλό μεσάζοντα, που τώρα φαίνεται τόσο μικρός μπροστά στον πάσχοντα και αγωνιούντα κατακρημνισμένο άνθρωπο. Ένα μυθιστόρημα με πολλές αναγνώσεις/ερμηνείες, γι’ αυτό και άξιο προσοχής.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 24/05/2017,

Ο ατυχής βίος της ανθρωπότητας

Καφκικό περιβάλλον, ανατριχίλα αστυνομικού μυθιστορήματος, διαρκές σασπένς και φιλοσοφική διάθεση. Το μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη «Ο βοηθός του κυρίου Κλάιν» αποδεικνύεται μυθιστόρημα υψηλών προδιαγραφών και αξιώσεων. Ο αναγνώστης βυθίζεται απόλυτα στο έργο, έργο που πλέκεται με δεξιοτεχνία, σα λεπτή δαντέλα, και συνεπαίρνεται από αυτό. Η ζωή και ο θάνατος, η τάξη και το χάος. Ο κ. Γκούντμαν, φορέας της ηθικής και ο Στέφαν. Οι άνθρωποι της Παλιάς πόλης, που κινούνται στο περιθώριο της ζωής, ο κόσμος των απόκληρων, των κολασμένων. Κι ανάμεσά τους η Λούσυ, η προσωποποίηση της καλοσύνης και της αγνότητας.
Σε μορφή θεατρική, με ιστορίες που εναλλάσσονται σαν θεατρικές σκηνές και πρόσωπα τους ενοίκους μιας πολυκατοικίας, ξεδιπλώνεται το κουβάρι του κόσμου του εικοστού πρώτου αιώνα, ενός κόσμου αποτυχημένου, «που γονατίζει αφήνοντας όλο και περισσότερο το χιμπατζή να κυριαρχεί στον εγκέφαλό του». Πόλεμοι μαίνονται, μια τεράστια οικονομική κρίση. Άνθρωποι που κουβαλούν το σπίτι τους στην πλάτη, παιδιά που πνίγονται στη θάλασσα. Μέσα από την εξιστόρηση της ζωής του Στέφαν, του πρωταγωνιστή, περιγράφεται ο ατυχής βίος ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Με συνεχείς μεταβάσεις στο παρελθόν και το παρόν της ζωής του ήρωα, καταγράφεται η ανήκεστος βλάβη της κοινωνίας μας και του ανθρώπου που συνεχώς βρίσκει δικαιολογίες για την κακότητα που τον χαρακτηρίζει. Εθισμένος στο τζόγο και την ηδονή, ξεχνά πως δεν είναι παρά «μια ψυχή σε ένα περίβλημα», ένα ρολόι που κάποτε θα σταματήσει. Ο καθρέφτης θα θολώσει κι αυτός τότε θα εισέλθει σ’ ένα σκοτεινό υπογάστριο, σ΄ ένα κήτος που θα τον κατεβάσει επίπεδα κάτω από την επιφάνεια της γης. Ένας κόσμος μούχλας και λαθών η ζωή, κι ο άνθρωπος με μια Αποστολή, που είναι το δώρο του. Με αυτό έρχεται στη ζωή, δέσμιος μιας μοίρας που δεν ελέγχει.
Το Σώμα Σύμπαν, η Μητέρα Γη, η Θεότητα, η γνώση, η παράδοση, οι εντολές του Ευαγγελίου. «Ιστός αράχνης είμαστε, ανάμεσα στους άπειρους κόσμους. Κάποιος μας φυσά και ξεκολλάμε και ταξιδεύουμε στα σύμπαντα του εδώ και του Αλλού. Και μόνον η αγάπη είναι η συγκολλητική ουσία, αυτό που μπορεί να δώσει νόημα στην παράξενη περιπέτεια, στο χάος της ζωής μας». Με εικονοπλασία εκπληκτικής δεινότητας, με παρομοιώσεις μοναδικής εφευρετικότητας και κάλλους, καταγράφεται στο βιβλίο η ιστορία της εφηβείας και της ενηλικίωσης του ανθρώπου, ο οποίος μόνον όταν έρχεται κ. Κλάιν, ευθυτενής και αγέρωχος, με τη γκρίζα καμπαρντίνα και το καπέλο του, φορώντας τα μαύρα του γάντια, κάνει τον απολογισμό της ζωής του. Τότε όμως οι αναμνήσεις γίνονται κοφτερά δόντια που τον ξεσκίζουν.
Το παραμύθι και η πραγματικότητα, το καλό και το κακό, τα ανθρώπινα πάθη. Κάποια στιγμή πιάνεις κι εσύ στα χέρια σου το μαύρο βότσαλο. Ο Στέφαν, μια μέρα σκοτεινή και συννεφιασμένη, κατεβαίνοντας από το λεωφορείο και προσπαθώντας να περάσει το δρόμο, παρασύρεται από μια μαύρη λιμουζίνα. Θα σωθεί την τελευταία στιγμή. Το ρολόι του θα σταματήσει και θα εισέλθει στη ζωή του ο αινιγματικός κ. Κλάιν που θα του τάξει χρήματα -που τα έχει μεγάλη ανάγκη- για την εργασία του επιδιορθωτή των προβλημάτων της ιδιόκτητης πολυκατοικίας του. Στην προσπάθειά του να καθαρίσει την πολυκατοικία, να σφουγγαρίσει τη ζωή τη δική του και των άλλων, θα πέσει σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα. Θα εγκλωβιστεί σ’ έναν κύκλο ατέλειωτων αναμνήσεων και καταγραφής λαθών που θα τον εξουθενώσει, καθώς πεθαίνει σιγά σιγά. Μεταβαίνει στην κατάσταση Μπάρντο, σύμφωνα με τη Θιβετιανή Βίβλο των Νεκρών. Σε μια ενδιάμεση ζωή, ανάμεσα στο θάνατο και τη ζωή, σε μια καινούργια γέννηση.
Με τριτοπρόσωπη γραφή, με τη ματιά ενός παντογνώστη αφηγητή, χωρίς ούτε μια λέξη περιττή, με τη μορφή ανάμνησης, ακόμη και αναμνηστικής επιστολής, σαν ανάλυση ενός φροϋδικού ονείρου, με αλλεπάλληλες συνειρμικές μεταβάσεις, περνάει μπροστά από τα μάτια του αναγνώστη το παρελθόν του ήρωα. Η Βίβλος, η Αποκάλυψη, το ζήτημα του τυχαίου, η ρευστότητα της ζωής, το προσφυγικό ως η ιστορία ολόκληρης της ανθρωπότητας, όλα εξετάζονται και συγκλονίζουν με τη διεισδυτική ματιά μιας ποιητικής γραφής υψηλού επιπέδου. Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν τα φιλοσοφημένα παραθέματα που τοποθετούνται ως μότο πριν από κάθε κεφάλαιο, καθώς και οι υπέροχες λογοτεχνικές αναφορές που κοσμούν την αφήγηση, μια αφήγηση ρέουσα και φυσική. Δεσπόζοντα ρόλο στο κείμενο αποκτούν η θεωρία των συμπτώσεων και της συγχρονικότητας του Γιούγκ, μέσα από τα λόγια του συγγραφέα Σεμπάστιαν Χήλ, προσωποποίηση της γνώσης και της σοφίας στο βιβλίο.
«Ο ιππότης προσκαλεί το Θάνατο σε μια παρτίδα σκάκι. Αν ο ιππότης κερδίσει, ο Θάνατος θα του επιτρέψει να ζήσει». Ο Στέφαν θα παίξει τη ζωή του στα ζάρια. Θα ζήσει κινούμενος στο χείλος του γκρεμού. Τελικά θα χάσει την παρτίδα από το Θάνατο. Στο μεταξύ θα καταφέρει να μας προβληματίσει για τα καλά με τη ζωή του.
Το έργο είναι συγκλονιστικό. Η Χλόη Κουτσουμπέλη δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ποιητικής πρόζας ιδιαίτερα καλαίσθητη και θα λέγαμε διδακτική. Αν αποστολή της λογοτεχνίας είναι να διδάξει ευχαριστώντας (docere delictedo), όπως πίστευε ο Οβίδιος, η Χλόη Κουτσουμπέλη το πετυχαίνει στο ακέραιο με το νέο της βιβλίο «Ο βοηθός του κ.Κλάιν», αφιερωμένο στη μνήμη του αδελφού της. Κι αν ο σκοπός της λογοτεχνίας είναι η κάθαρση μέσα από τη διέγερση συναισθημάτων και την ταύτιση του αναγνώστη με τον πρωταγωνιστή («ο έλεος και ο φόβος», σύμφωνα με τον Αριστοτέλη), το μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη βρίσκεται εκεί. Ένα μυθιστόρημα που συναρπάζει με τη δύναμη της γραφής και του περιεχομένου του.

ΟΙ ΟΜΟΤΡΑΠΕΖΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 21/09/2016

Ο αλλόκοτος αλλά παραδόξως προσιτός κόσμος της Χλόης Κουτσουμπέλη

[…] είχα ήδη μεγαλώσει και εγκατασταθεί στο τωρινό μου σπίτι, το πιο αλλόκοτο, το πιο αφύσικο, το πιο απρόβλεπτο από όλα, την ποίηση.

Είναι η ποίηση απρόβλεπτη, αλλόκοτη, αφύσικη; Αν αυτές οι λέξεις ακούγονται προκλητικές, ας σκεφθούμε αν θα συμβιβαζόμαστε με τις αντίθετές τους: προβλέψιμη, κοινότοπη και φυσιολογική. Μα, σ’ αυτήν την περίπτωση μάλλον το ποιητικό αποτέλεσμα δεν θα μας αφορούσε.

Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη ξέρει να αιφνιδιάζει. Ξέρει να προκαλεί με την εικονοπλασία της. Πάνω απ’ όλα ξέρει να προσεγγίζει τον εσώτερο κόσμο του αναγνώστη της και να τον παίρνει μαζί της στη δική της αισθητική και ηθική της ποιητικής της άποψης.

Το βιβλίο της Χλόης, αν και ποιητικό, διαβάζεται σαν ένα αφήγημα με την απόλυτη συνέχεια που απαιτεί ο πεζός λόγος. Με την απαίτηση της μέθεξης όμως προς τον αναγνώστη της. Η ποίηση αυτή δεν είναι για εύκολες αναγνώσεις. Και για όποιον θελήσει να εισχωρήσει στα δικά της μονοπάτια, η επιστροφή σε ανώδυνες γραφές δεν υπάρχει.

[…]
Αυτό είναι το νυχτερινό τρένο.
Κανείς δεν είδε ποτέ τον οδηγό του.
Όμως εδώ και χρόνια μάτια μου
Δεν υπάρχει άλλο όχημα για μας.

Ανάμεσα στις δύο συλλογές που συναποτελούν τους «ομοτράπεζους της άλλης γης», τα «Γυάλινα σπίτια» και το «Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς;», υπάρχει μυστική δίοδος, για όποιον πατήσει σωστά πάνω στα σημάδια τους. Η απώλεια με το βάρος της χαράσσει βαθιά τους στίχους της πρώτης συλλογής και δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για το βιωματικό τους περιεχόμενο. Έχει τον τρόπο να πει τα πράγματα ακριβώς όπως είναι, με μια πιστότητα εικόνων και αισθήσεων, κι όμως τη βλέπουμε καθαρά τη μεταμφίεσή τους, απαραίτητη στον ποιητικό λόγο, που έτσι λειτουργεί η κατάθεσή του διαχρονικά.

Την λένε Αντιγόνη και ήρθε να θάψει τον αδελφό της.
Και από πού και ως πού ακούει σ’ αυτό το όνομα;
Έβαλε το σώμα της ασπίδα απέναντι στα βέλη και στα ακόντια του εχθρού;
Έγινε η μάνα και ο πατέρας του, όταν αυτοί τον εγκατέλειψαν;
Ή έφυγε από το σπίτι στα δεκαοκτώ και τον άφησε κι αυτή;
Καλύτερα να την ονομάσετε Άννα ή Μαρία.
Και ετοιμάστε τις πρέπουσες τιμές για τον νεκρό.

Ντύνει τον κόσμο με τη δική της αισθητική αλλά και ηθική κατορθώνοντας έτσι να μας προσκαλεί μέσα στο φαινομενικά παράδοξο τοπίο. Να μπούμε και να το θεωρήσουμε οικείο. Σαν να μπήκαμε στο σπίτι μας. Τα λόγια της είναι αυτά που (κι αν ποτέ δεν τα αρθρώσαμε) θα θέλαμε να τα έχουμε πει. Τα πρόσωπα που φέρνει μπροστά μας είναι τα δικά μας πρόσωπα, οι δικές μας απώλειες.
Η φωνή της, αναγνωρίσιμη, μοιάζει να συναντά άλλους ποιητές, σαν να αποτελεί τον κρίκο σ’ αυτή την αλυσίδα που επιμένει να μιλά για όλα τα δυσερμήνευτα του κόσμου τούτου, κι ας μην μπορεί να δώσει τελικές απαντήσεις.
[…]
Τι σφίγγεις λοιπόν;
Τι είναι αυτό που μόνον εσύ κατέχεις;
Ποιο αρχαίο μυστικό εκτυλίσσεται
μέσα στο κορμί;
Σε ποιο μυστήριο οδηγούμαι
χωρίς μάτια;
Σφίγγα το ξέρω τώρα.
Αυτό που εσύ ζητάς
είναι το μόνο που έχω.

θα δούμε στην ποίηση της Χλόης, κι εδώ, κοντά δέκα χρόνια πριν, μια τελευταία στροφή από το ποίημα του Τάσου Γαλάτη «Τα γερατειά» (Συλλογή «Ο σημειωμένος», εκδόσεις «τυπωθήτω») σαν να ανοίγει διάλογο μαζί της:

[…]
Δεν είναι λίγο να συναντήσεις το μυστικό της φύτρας σου
κι εγώ το άγγιξα το μυστικό
το άκουσα να πάλλεται στο αίμα μου
κι ίσως μόνο γι’ αυτό
αξίζει να με συντροφέψουν στο στερνό ταξίδι μου
του Κολωνού τ’ αηδόνια.

Τα μυστικά περάσματα από την άγνοια στη γνώση, η σοφία συντροφευμένη πια με την οδύνη, αλλά και η συναίσθηση ότι αυτή η απόλυτη πλέον προσέγγιση, του ασαφούς μέχρι πρότινος, αξίζει περισσότερο από όλη την ήρεμη και βολεμένη απόσταση από την αλήθεια. Κυρίως αν έχει όλη αυτή η πορεία αγγίξει τα όρια της αισθητικής απόλαυσης. Σκληρό; Οπωσδήποτε. Αλλά πώς αλλιώς να μιλήσεις για μεγέθη που υπερβαίνουν το ανθρώπινο ύψος;

Εμένα ούτε οι νεκροί μου δεν είναι όπως των άλλων.
Δεν αφήνουν κενές μποτίλιες έξω από την πόρτα
ούτε εφημερίδες με αγγελία θανάτου
δεν δίνουν παραγγελιά σε ξενυχτάδικα
δεν φορούν μυτερά λουστρίνια
ούτε λευκά πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος
δεν εμφανίζονται ξαφνικά στην πολυθρόνα στο σαλόνι μου
ούτε σε όνειρα με ταχυδακτυλουργούς και χαρτορίχτρες.

Οι δικοί μου νεκροί κάθονται
μπροστά σ’ ένα τεράστιο πληκτρολόγιο
και στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν.
Κάποια στιγμή μια μαύρη γάτα
βουτάει τα πέλματα της στο σκοτάδι.
Ανασηκώνονται τότε τα γυαλιά στην μύτη.
Θροΐζει ο αέρας στις βελανιδιές.
Φύλλα πέφτουν επάνω μου καθώς
τρέχω μόνη μες στο πάρκο.

Όχι, ούτε οι νεκροί μου εμένα δεν είναι όπως των άλλων.
Στρόβιλος είναι,
φύλλα ξερά
κάτω από το άδειο παπούτσι της νύχτας.

Και σκέφτομαι αν ήταν χρώμα αυτό το ποίημα τι θα ήταν; Θα είχε κάτι από το σκούρο πράσινο των φύλλων, εκεί κοντά στο μούχρωμα, να σκιάζει πάνω στο χώμα τον βαθύ του ήχο, να αντιφέγγει πάνω του όλο το μαύρο και το γκρίζο που σέρνουνε τα σύννεφα λίγο προτού να αποσυρθούν. Έτσι θα το ζωγραφίζαμε αφήνοντας στην άκρη τις λέξεις και τον πόνο τους. Γιατί τα χρώματα τη βάφουνε καλύτερα τη βιωμένη θλίψη. Κι έπειτα θα αφουγκραζόμασταν τα ηχοσήματα που στέλνουν εκείνοι που σχολαστικά πληκτρολογούν μηνύματα από έναν κόσμο σιωπηλό, μήπως πιο πολύ (κι από τις λέξεις και τα χρώματα ακόμη) φανεί μια αλήθεια ασήμαντη, μα απόλυτη, λυτρωτική: καθένας μας με τους δικούς του που αναχώρησαν κάνει παιχνίδι, γιατί με τη φυγή τους άλλαξαν μορφή, και πια μας μοιάζουν τόσο.
Στη δεύτερη συλλογή, «Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς», έχουμε ανοίξει την αυλαία κι έχουμε εισχωρήσει στον ιδιαίτερο κόσμο της Χλόης Κουτσουμπέλη. Νιώθεις να συμμετέχεις σ’ αυτό το σκηνικό που φτιάχτηκε θαρρείς από ταινίες του Φελλίνι ή από σελίδες μυθιστορημάτων ή και τα δύο απολύτως συνταιριασμένα μεταξύ τους. Κι εσύ; Έχεις ήδη μπει μαζί με τα πρόσωπα στον μέσα χώρο αυτής της ποίησης και δεν παρακολουθείς μόνο αλλά και συμμετέχεις. Κι όμως, τα ίχνη δείχνουν πως ομαλά πέρασες από τα πρώτα ποιήματα των «Γυάλινων σπιτιών» σ’ αυτά τα θεατρικά στημένα με περισσή τέχνη.
Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι, που όλο έπλεε προς τα πίσω κι όταν τελικά φθάσαμε στην καινούργια γη, ανάλαφρος αέρας ανασήκωσε τα κολλαριστά μας φορέματα, τι είναι εδώ ρώτησε η Αδελαΐδα, χωρίς μνήμη φουρφούρισε η Ελισάβετ, μήπως χρειάζεστε μία ομπρέλα, ψιθύρισε η Μαίρη Σμιθ και ύστερα όλα τελείωσαν, γιατί κάποιος έκλεψε τον μικρό Χανς, ξέρετε αυτόν που ο φούρναρης έπλασε από ζυμάρι κι όλοι ξέρουμε πως ήταν η αθωότητά μας, όπως τα φτερά πεταλούδας ή ένα αλογάκι της θάλασσας και ένας ναύτης είπε είναι η αγάπη κι ένας άλλος είπε όχι, μπαίνουμε απλώς σε άλλο αιώνα.
Διαβάζω και σταματώ εδώ αδυνατώντας να πάω παραπέρα. Γιατί εδώ δεν είναι η αθωότητα του ζυμαρένιου Χανς αλλά η αυθεντική και ανομολόγητη αθωότητα του ποιήματος, ικανή να ξεχρεώσει αναρίθμητες εικόνες σφάλματος προσωπικού μα και συλλογικού. Και λέω πως, αν αυτό μπορεί να το κάνει η ποίηση, έστω με αυτό το ελάχιστο εδώ, δεν είμαστε εντελώς χαμένοι.

Στην οικογένεια μου είμαστε όλοι πορτρέτα.
Ζούμε γαντζωμένοι από καρφιά.
Με πρόσωπα χλωμά και μάτια μαύρα
μαλλιά σε κότσο και παλαιομοδίτικα φουστάνια
σακάκια που μυρίζουν πράσινο σαπούνι.
Καθώς είμαστε κρεμασμένοι σε τοίχους
που χρειάζονται σοβάτισμα,
έξαφνα κάποιος ερωτεύεται
η κορνίζα του ραγίζει
και κυλάει στο πάτωμα.
Στον τοίχο εμφανίζεται τετράγωνος
ο λεκές της απουσίας.
Ύστερα από λίγο κάποιοι τον ανασύρουν
τον αποκαθιστούν στην αρχική του θέση.
Μόνο τα μάτια του για λίγο αλλάζουν χρώμα.
Μπορεί όμως να ’ναι κι απ’ την υγρασία

Ίσως για τη βίωση της απώλειας τα σκηνικά να είναι απαραίτητα, όπως στο θέατρο ή στον κινηματογράφο, που ξέρεις ότι όλο αυτό είναι στημένο και ψεύτικο, και όμως κλαις. Τη θλίψη την υποδυόμαστε, κατάσαρκα ντυνόμαστε το ρούχο της και με την αμφίεση αυτή πορευόμαστε. Κι εδώ, στην ποίηση, όλα τα βλέπεις, αρκεί να ανασηκώσεις λίγο την κουρτίνα που επιμελώς τα σκεπάζει.
Γι’ αυτό πιστεύω πως η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι απολύτως προσιτή παρά τις μεταμφιέσεις της. Κάτω από κάθε μάσκα που βάζει στα πρόσωπα και στα πράγματα ανακαλύπτεις τον εαυτό σου. Όχι τις ιδέες σου, όπως σε άλλους ποιητές, μα το ίδιο σου το πρόσωπο. Και αυτό δεν είναι σύνηθες στον κόσμο της ποίησης. Τελικά αυτή η ποιήτρια είναι δική μας.
Μια μνεία να γίνει και για την εικονογράφηση του βιβλίου. Το εξώφυλλο και δύο φωτογραφίες στην είσοδο της κάθε μιας από τις συλλογές (όλες της Μαρίας Κοσσυφίδου), με το ασπρόμαυρο λιτό τους σώμα. Υπέροχη υπογράμμιση του ποιητικού κόσμου των σκιών, των απόντων, του κενού χώρου που αφήνουν οι αναχωρήσεις. Του κόσμου δηλαδή της εκλεκτής ποιήτριας, που μοιάζει η εναλλαγή του άσπρου με το μαύρο να τον χρωματίζει ιδανικά.

 

 

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

bookpress 24/1/2017

«Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι που όλο έπλεε προς τα πίσω»

Όσοι τυχαίνει να παρακολουθούν την πορεία της Χλόης Κουτσουμπέλη εύκολα αναγνωρίζουν ότι η ποιήτρια βρίσκεται ήδη στο μεταίχμιο μιας επίμοχθης και πεισματικής προσπάθειας που άρχισε πολύ νωρίς να αφήνει ολοκάθαρες αποτυπώσεις ποιητικής σοβαρότητας και ευθύνης. Το πρόσφατο ποιητικό έργο της Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης επιβεβαιώνει την ορατή πλέον σε πολλούς ανοδική πορεία που ακολουθεί. Πρόκειται για ώριμους και ολοκληρωμένους ποιητικούς καρπούς.
Το έργο Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης διεκδικεί πολλά εύσημα. Και τα δύο μέρη που το συνιστούν -Τα γυάλινα σπίτια και το Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς;- συνθέτουν δύο ευδιάκριτες, εν μέρει και εν συνόλω, ποιητικές αφηγήσεις που μεταξύ τους συνδέονται οργανικά. Στην πρώτη, κεντρικός άξονας είναι η μνήμη. Η πικρή και αδυσώπητη μνήμη που δεν ησυχάζει, καθώς ανακαλεί διαρκώς την παρουσία-απουσία προσφιλών κυρίως ατόμων που πέρασαν στην αντίπερα όχθη, αλλά και ατόμων που επέλεξαν να αλλαξοδρομήσουν και να υπερβούν τα όρια του κοινού, μεταξύ αυτών και της φθεγγόμενης φωνής, συναισθηματικού χώρου. Κάποτε, το βασανιστικό κενό των παρόντων-απόντων προσλαμβάνει τη μορφή μιας βασάνου που τροφοδοτείται από το βάρος ενός διαρκώς διογκούμενου πένθους. Όμως, ο ποιητικός λόγος δεν αφήνεται να εκπέσει. Αυτοελέγχεται με τη συνέργεια μιας μεστής γλώσσας, με συνέπεια να παραμένει στις παρυφές του μαύρου και της καταχνιάς, χωρίς όμως ποτέ να αφήνεται σε σπαρακτικές επικλήσεις και άλλα μέσα που υπονομεύουν και συνθλίβουν ακόμη και τις πιο αγνές ποιητικές προθέσεις. Αντίθετα, κι αυτό πιστώνεται στις αρετές της ποιήτριας, μεταβάλλεται σε μια χαμηλόφωνη πένθιμη ποιητική που εκφέρεται με ένα σύνολο υπέροχων εικόνων: Πού και πού χτυπάει την πόρτα ένα κοριτσάκι./Έχει ένα καλαθάκι φράουλες/δεν είναι η Κοκκινοσκουφίτσα./Φάε, μου λέει, είναι ματωμένες/και πασαλείβεται με αίμα. (ΙV, σ. 14). Μην έρχεστε σε μένα φωνάζω./Διαβάστε την πινακίδα,/είμαι από τη γενιά του ιδιωτικού οράματος/που ομφαλοσκοπεί./Μα συνέχεια έρχονται κι άλλοι/χώνονται στους στίχους/μπλέκονται στο αμπάρι/πλημμυρίζουν το κατάστρωμα. (ΙV, σ. 14/15)
Εκείνο όμως που κυριαρχεί στις παρουσίες-απουσίες είναι η απώλεια των οικείων και κυρίως του πατέρα. Ένα βίωμα που αναπόφευκτα στιγματίζει τη ζωή ευαίσθητων ατόμων. Οι δεσμοί αίματος, κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, ισοδυναμούν με σωσίβια γι’ αυτούς που μένουν και που «απρόσμενα» καλούνται να υπομένουν. Γιατί, ποιος είναι εκείνος που, ενώ ξέρει την αλήθεια για τη μοίρα που δυναστεύει τα ανθρώπινα, δεν αποδιώχνει την ιδέα του θανάτου ακόμη και την ώρα που αυτός κουρταλεί την εξώθυρα του δικού του σπιτιού; Τότε είναι που η ποίηση, σαν αντίστιξη του έσω κόσμου, ντύνεται κατάσαρκα το χρώμα του πένθους. Τότε είναι, που με τη χάρη της ποίησης, το ιδιωτικό μεταβάλλεται σε κοινό δώρημα, καθώς η ομιλούσα φωνή δεν ανασύρει μόνο το δικό της πένθος, αλλά, ανασκαλεύοντας την ψυχή αυτών που γεύονται το δικό της πάθος, ενεργοποιεί, με την τεχνική του ποιητικού αυτοματισμού, τη δική τους ανενεργό ή και υπνώττουσα μνήμη. Και μοιάζει σαν ενορχηστρωτής που στέκεται απέναντί τους και τους καλεί στο όνομα της μνημοσύνης: τους νεκρούς… αυτούς μην τους ξεχνάτε… Θα με προστατεύεις τώρα που πέθανε ο μπαμπάς;/(…)και η σιωπή είναι βάραθρο/με κροκόδειλους λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ/και μας κατασπαράζουν/(…) Μετά το τρισάγιο φεύγουν όλοι μαζί/με ένα μαύρο τρένο που χάνεται στην ομίχλη./Από πίσω τους ακούω ψαλμωδίες από μελλοντικές κηδείες./Τελικά/θάβει κανείς πολλά περισσότερα από έναν πατέρα. (Οι συγγενείς, σ. 26-27)
Από αυτή την αίσθηση του πένθους και της πληγωμένης μνήμης, δεν απουσιάζει ο προδομένος έρωτας, μια μορφή «απώλειας» που συνδαυλίζεται με τη «χάρη» ενός ηδονικού αναστοχασμού και που αιώνες τώρα μεταποιεί τον πόνο σε ευφάνταστο άκουσμα. Θα τρέχω επτά μέρες και επτά νύχτες/ώσπου κάθε μικρή θάλασσα/να νεκρώσει απ’ τ’ αλάτι της/απ’ την Σαχάρα ως την Ιορδανία,/απ’ την Κόκκινη Έρημο ως την Τακλαμακάν/(…) θα τρέχω (…) μέχρι αύριο/που γέροι/σε ριγέ πολυθρόνες/θα βουλιάζουμε/σε κάποια Βενετία/(…) μέχρι που να μην πονάω πια για σένα. (Μαραθώνιος, σ. 16)
Μετά τα Γυάλινα σπίτια, ακολουθεί το δεύτερο μέρος του ποιητικού βιβλίου της Χλόης Κουτσουμπέλη με τον τίτλο Ποιος έκλεψε τον μικρό Χανς; Όπως στο πρώτο μέρος η ζωή αποδείχτηκε πολύ εύθραυστη, γεγονός που έλαβε την έκτυπη μορφή ενός πόνου απερίγραπτου, έτσι και εδώ τα πάντα τρεκλίζουν, υπονομεύονται και καταρρέουν. Η Χλόη Κουτσουμπέλη ακολουθεί την ίδια τεχνική, αυτήν της πρωτότυπης ποιητικής αφήγησης. Μόνο που εδώ μετατοπίζει το λεκτικό και αφηγηματικό βάρος σε μια ιδιότυπη σύνθεση ονομάτων και ελλειπτικών μύθων που μεταξύ τους ανταγωνίζονται σε θεατρική επινοητικότητα. Κοινός τόπος όλων αυτών η απώλεια που συνέχει και προωθεί τα επιμέρους.
Εξαρχής δηλώνεται, μέσω της ακουόμενης φωνής, ότι η απόπειρα επιστροφής στην παιδική ηλικία της αθωότητας δεν μπορεί να γίνει ανέξοδα. Πίσω από τις προθέσεις που ωραιοποιούν το χθες, καιροφυλακτεί η γόνιμη αμφιβολία: Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι που όλο έπλεε προς τα πίσω και όταν τελικά φθάσαμε στην καινούργια γη, (…) τι είναι εδώ ρώτησε η Αδελαΐδα, χωρίς μνήμη φουρφούρισε η Ελισάβετ, μήπως χρειάζεστε μία ομπρέλα, ψιθύρισε η Μαίρη Σμιθ και ύστερα όλα τελείωσαν, γιατί κάποιος έκλεψε τον μικρό Χανς, ξέρετε αυτόν που ο φούρναρης έπλασε από ζυμάρι κι όλοι ξέρουμε πως ήταν η αθωότητά μας,(…) κι ένας άλλος είπε όχι, μπαίνουμε σε άλλο αιώνα. (Το παλιό καράβι του καινούργιου κόσμου, σ. 39)
Η αμφιβολία δεν αργεί να μεταβληθεί σε παράφορο σαρκασμό μπροστά στην απάτη και την προσποίηση που κάνει αισθητή την παρουσία της με τα φτιασίδια της ταξικής υπεροχής: Κυκλοφορεί πάντοτε με φράκο/κι ένα παράσημο στο πέτο/μ’ έναν σκαντζόχοιρο που σκούζει./Εναντιώνεται στο κυνήγι της φώκιας/ και είναι υπέρ των δικαιωμάτων/ που έχουν οι ποντικοί στις φάκες(…) (Ο αξιοσέβαστος κύριος Όουεν, σ. 40)
Είναι ολοφάνερη η πρόθεση της Χλόης Κουτσουμπέλη να προκαλέσει τον αναγνώστη να σκεφτεί μήπως η περίοδος της αθωότητας είναι μύθος και αυταπάτη, αφού πολύ νωρίς διεμβόλιζεται από το τραγικό που καραδοκεί και λεηλατεί τη ζωή πολλών ανθρώπων. Ο μύθος αυτός συρρικνώνεται και ξεφτίζει από τις κινήσεις της αξιοζήλευτης δεσποινίδος Εντελβάις Φλέτσερ στο ομώνυμο ποίημα, (σ. 41): Μέσα στο δωμάτιο έβραζε καρούλια/και τύλιγε τις μπούκλες η Εντελβάις,/ έβαφε το πρόσωπο με ασβέστη/χάραζε τα χείλη που δεν είχε,/μ’ ένα πινέλο ζωγράφιζε τα δάκρυα. Ω πόσο χαρούμενη ήταν η Εντελβάις.(…) Όπως οι πεταλούδες που καίγονταν γύρω απ’ το κερί/και με τις στάχτες τους πασάλειβε το πρόσωπό της.
Οι σκηνοθετικές επινοήσεις του δεύτερου μέρους μεταβάλλουν τα ποιήματα σε ένα ξεχωριστό σύνολο νουάρ μικροαφηγήσεων, όπου το δραματικό στοιχείο συνυπάρχει με έκδηλη τη διάθεση σαρκασμού και ειρωνείας: Τακ τικ τακ/ ο μικρός Φρανκ με το ξύλινο πόδι/διασχίζει έναν χωματόδρομο/ το ξυλοπόδαρο μπήγεται στον βούρκο/ η κινητή άμμος τον καταπίνει ολόκληρο./(…) (Ο μικρός Φρανκ με το ξύλινο ποδάρι, σ.43). Ο κύριος Πόμπιους κυκλοφορεί ανάμεσα σε κρέατα/λουκάνικα κρέμονται από τον χοντρό λαιμό του(…)Τα βράδια αγοράζει με το κιλό γυναίκες/παρθένες γάλακτος κατά προτίμηση./(…)Στον πόλεμο στραγγάλιζε ανθρώπους./(…)Μετά έπνιγε στο λάδι/τους αυτόπτες μάρτυρες/απόδειξη ότι κάποια μέρα εξελέγη Δήμαρχος./(…) (Ο αξιότιμος κύριος Πόμπους, σ.45).
Κοινός εκθέτης όλων των ποιημάτων της συλλογής είναι το μοτίβο της απώλειας που, όπως εξαρχής ειπώθηκε, συνδέει οργανικά τα δύο μέρη. Εκείνο που ξαφνιάζει ευχάριστα, εκτός όλων των άλλων, είναι ο ποιητικός λόγος της Χλόης Κουτσουμπέλη. Τα ζεύγματα, κυρίως, των αναφορικών και των προσδιοριστικών λέξεων, τα σημαινόμενα και τα σημαίνοντα, χαρακτηρίζονται από ευφυέστατες και όλως απροσδόκητες συλλήψεις, που καθόλου δεν εμποδίζουν αλλά ευκολύνουν την πρόσληψη. Σ’ αυτό συνεισφέρουν το εξαίρετο μίγμα ποίησης και αφήγησης, τα πρόσωπα, τα σκηνικά και οι «ανατροπές» που προκαλούν την αίσθηση εσωτερικών λειτουργικών αναδιπλώσεων.

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

FRACTAL 01/02/2017

«Στην ραφή μιας δαντέλας»

Όταν ήρθε στα χέρια μου η ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη με ξάφνιασε ο εντυπωσιακός τίτλος. Παραπέμπει σε μεταφυσικό χώρο, σε «άλλη γη», παραπέμπει στην άλλη διάσταση, στον χώρο του «αμίλητου», στους προσφιλείς νεκρούς της, όπου όλοι είναι ομοτράπεζοι, συνδαιτυμόνες! Στην πραγματικότητα, και οι ζωντανοί «ομοτράπεζοι σε άλλη γη», στα κοιμητήρια είμαστε, στα «μνημόσυνα» και τις χοές, με τα κόλλυβα, το λάδι, το κρασί και τα κεριά…
Με τη Χλόη Κουτσουμπέλη συναντηθήκαμε πρώτη φορά στο «Ιερό δοχείο» της, ένα βιβλίο διαφορετικό, όμορφο, χαριτωμένο εξωτερικά, καλογραμμένο, ευφυέστατο, ευανάγνωστο, απολαυστικό, ένα ποιητικό εν πολλοίς κείμενο, που η ποιήτρια το κατατάσσει στα θεατρικά. Προσφέρεται.
Στο πρόσφατα εκδομένο ποιητικό βιβλίο της με τον χαρακτηριστικό τίτλο: Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης», αφιερωμένο σε τρεις απόντες πολύ αγαπημένους της, σε γενικές γραμμές ακολουθεί την ίδια περίπου οδό προκειμένου να φτάσει στο σημείο από όπου μπορεί να μιλήσει για το πρόβλημα που την απασχολεί. Χρησιμοποιεί πρόσωπα και ονόματα είτε γνωστά είτα άγνωστα και με πρόσχημα τη συμπεριφορά τους, εκθέτει τις απόψεις της και δημιουργεί κάθε φορά και σε κάθε περίπτωση το κλίμα και την ένταση που χρειάζεται για να λειτουργήσει ποιητικά και να γίνει πειστική.
Ο λόγος της είναι απλός, καθαρός, χωρίς εξάρσεις, ρέει ποιητικά με απαλούς ρυθμούς και εσωτερικούς διαλόγους ακολουθώντας την εξέλιξη της δράσης. Είναι χαρακτηριστικό το πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο: «Αν κάποτε βρεθείς», που μιλάει σε κάποιον απόντα και με εύσχημο τρόπο τον διαβεβαιώνει ότι δεν τον ξέχασε:

«Αν κάποτε βρεθείς σε ξένη γη
χειμώνα με ομίχλη
(…)και δεν υπάρχει δρόμος
ούτε κορμί
ούτε ένα γερό κονιάκ παρηγοριάς
να τονώσει τα κόκαλα που τρίζουν
θυμήσου πως σε θυμάμαι
πως πλέκω τις ίνες μεταξύ τους
τα νήματα δένω του χρόνου
υφαίνω το κόκκινο χαλί
(…) το ξύλινο τραπέζι
τη σούπα, το τυρί και το ψωμί
και κάθισε ξανά απέναντι
αφού το μόνο σπίτι
που μοιράζονται δυο άνθρωποι
είναι η μνήμη.

Δεν είναι τυχαίο που χρησιμοποιεί το «ξύλινο τραπέζι, το τυρί και το ψωμί», στοιχεία λαϊκά, ολοκάθαρα ελληνικά με φόρτιση αιώνων, που αντιπροσωπεύουν βασικά υλικά καθημερινής χρήσης και υπαινικτικά παραπέμπουν σε ό, τι παίρνει μαζί του ο εκλιπών στην «ξένη γη», στην άλλη ζωή. Με πολλούς τρόπους εικονογραφεί την απώλεια, τη μοναξιά, την ερημιά, την εγκατάλειψη που ακολουθεί όταν φεύγουν από τη ζωή αναντικατάστατοι προσφιλείς, ενώ οι συγγενείς είναι τυπικά παρόντες:

«και η σιωπή είναι βάραθρο
με κροκόδειλους λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ
και μας κατασπαράζουν.
Μετά το τρισάγιο φεύγουν όλοι μαζί
με ένα μαύρο τρένο και χάνονται μες στην ομίχλη.
(…) Τελικά
θάβει κανείς πολλά περισσότερα από έναν πατέρα».

Η ποιήτρια ζει το παρόν της κάθε μέρας, παρατηρεί τα δρώμενα στο φυσικό και στο ανθρώπινο κυρίως τοπίο, σε κάθε ήρωα καρφιτσώνει στο πέτο του το παράσημο που αποκομίζει από την εκμετάλλευση. Ο «Αξιοσέβαστος κύριος Όουεν» π. χ., ο μη ων, ο ανύπαρκτος, στην πραγματικότητα, ένα ολοστρόγγυλο μηδενικό για να πάρει μαζί του στην άλλη ζωή αποκτά:

Ένα τέλειο όμικρον με διαβήτη.
(…)ένα ακόμα χρυσό δόντι
στην οδοντοστοιχία που αστράφτει»

για να μασάει καλύτερα τις σάρκες των άλλων. Αλλού μια άλλη μοναξιά, «Η μοναχοκόρη των δακρύων Κονστάνς» θα προστεθεί ψηφίδα στο μωσαϊκό της μοναξιάς. «Ο συγγραφέας κύριος Μπάρυ», από τη μητέρα του που αυτοκτόνησε:

«κράτησε μόνο το χέρι.
(…)Κοιμάται με αυτό τις νύχτες.
Τον χαϊδεύει στοργικά.
Μ’ αυτό το χέρι γράφει».

Όλα σ’ αυτή τη γη τα βλέπει πάντα από την ίδια σκοπιά η ποιήτρια. Όχι πως δεν υπήρξε, πως δεν υπάρχει και πως δεν θα υπάρχει διαχρονικά αυτή η πραγματικότητα, που η στέρηση δημιουργεί προσδοκίες από εκεί που δεν πρόκειται να έρθουν, πως για τα μικρά πεινασμένα παιδιά!

«…η πιο όμορφη στιγμή είναι
όταν περιμένουμε τον άγγελο να έρθει».
Αλλά κι αυτός με άδεια χέρια. Νηστικός θα έρθει. Γι’ αυτό:
«Του φυλάμε πάντα λίγο γάλα και ψωμί
γιατί σ’’ αυτή τη γη
οι άγγελοι των μικρών παιδιών
πάντα είναι κουρασμένοι».

Πολύς πόνος και ερημιά υποβόσκει στη σάρκα της ποιήτριας πίσω από τον ήρεμο, απαλό, εκφραστικό, απλό ίσαμε την ειλικρίνεια που αγγίζει τη γυμνότητα που αφήνει πίσω του μια τελεσίδικη απώλεια ποιητικό της τρόπο και τον σιγανό, διακριτικό θρήνο που διαρρέει τους καλοστημένους στίχους της και διαβρώνει την ύπαρξή της περνώντας μέσα από τις σάρκες όλων των ηρώων που τους φορτώνει τα αμαρτήματα όλου του ανθρώπινου γένους.

Στην «Ταυτοπροσωπία της Άννας Ο και της Άννας Κ….»,

«…Η Άννα ζει στην ραφή μιας δαντέλας.
(…)Σχεδόν ποτέ της δεν υπήρξε.
Αφού ποτέ δεν αγαπήθηκε».

«Οι καλεσμένοι της Ελεονόρ Ρόμπιν», βρήκαν πολύ διασκεδαστική την ιστορία που μιλούσε για τον «παππού με την καπνιστή ρέγγα στο χέρι… τη γιαγιά με το δαντελένιο μαντηλάκι στη μύτη… με τη γκουβερνάντα που τρέκλιζε με μια άδεια μπουκάλα στο ένα χέρι, ενώ με το άλλο έσερνε ένα καρότσι με δυο αδιαμόρφωτα έμβρυα πάνω σε μια ροζ κουβερτούλα… Οι καλεσμένοι έπιναν το τσάι τους» αμέτοχοι, αδιάφοροι, ως μη παρόντες και «διασκέδασαν πολύ», χωρίς καν να νιώσουν την απουσία της Ελεονόρ, απλούστατα γιατί «λατρεύουν τις ιστορίες με φαντάσματα.
Κλείνω τους όποιους λογαριασμούς μου με την ποίηση της Χλόης, ύστερα από μια σύντομη, αδρομερή συνομιλία μαζί της. Επισήμανα επιλεκτικά ελάχιστα σημεία στο πλούσιο και πολυεπίπεδο ετούτο έργο που πλουτίζεται και διευρύνεται με αναφορές σε πολλαπλά γεγονότα, σε εμβληματικά πρόσωπα, συνεκτικό, πολύπλοκο, πολυπρόσωπο, ανατριχιαστικά συγκλονιστικό εν πολλοίς στη φαινομενική αφέλεια, την ειλικρίνεια και στιλπνότητα με μια αναφορά στο τελευταίο ποιητικό κείμενο:

«Ο μπαμπάς μου είχε κακό γούστο στα σπίτια, στα αυτοκίνητα και στις γυναίκες…» Όλες οι επιλογές του στραβά κι ανάποδα του έβγαιναν, σπίτια κι αυτοκίνητα και οι γυναίκες του «έτρωγαν μόνο ένα παξιμάδι βουτηγμένο στο νερό», αλλά χειρότερη ήταν η τελευταία που έζησαν ευτυχισμένοι χωρίς παιδιά «ως τη στιγμή που κάποιος έκοψε με ένα ψαλίδι το νυφικό και όλα της τα φορέματα στην ντουλάπα…Δεν ξέρω λεπτομέρειες γιατί είχα ήδη μεγαλώσει και εγκατασταθεί στο τωρινό μου σπίτι, το πιο αλλόκοτο, το πιο αφύσικο, το πιο απρόβλεπτο από όλα, την ποίηση».
Η άποψή μου είναι πως μένει αδιευκρίνιστο ποιος κατοικεί ποιον! Έχω διαβάσει κι έχω ασχοληθεί με αρκετά και ενδιαφέροντα, ποιοτικά ποιητικά βιβλία Ελληνίδων ποιητριών τον τελευταίο καιρό. Στο σύνολό τους αναφέρονται σε σύγχρονα κοινωνικά θέματα, σε προβλήματα που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος. Η Χλόη Κουτσουμπέλη, αποτελεί εξαίρεση. Τα θέματα που την απασχολούν και ο τρόπος που τα διαχειρίζεται είναι εντελώς προσωπικός, έχει έντονη φόρτιση. Έχει κάτι από «Αρσενικό και παλιά δαντέλα», από ταινίες τρόμου, από Αγκάθα Κρίστι και Έντγκαρ Άλαν Πόε.

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

«Εφημερίδα των Συντακτών», 24.3.2017

Αν η Σέξτον, περνώντας στη ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη (Θεσσαλονίκη, 1962), διεκδικεί το δικαίωμα στο ουρλιαχτό, αποκαλύπτει «οικογενειακά μυστικά», κάνει χρήση «αντιποιητικών» λεπτομερειών του γυναικείου σώματος, παραμένοντας ώς τέλους ένα κορίτσι πληγωμένο που ζητά την προσοχή και την αγάπη όσων την περιτριγυρίζουν, η Θεσσαλονικιά ποιήτρια, στο νέο της ποιητικό βιβλίο «Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης», κινείται ακριβώς αντίστροφα, δίνοντας αγάπη και χώρο στον άλλον, στην πραγματική και στην παραμυθητική του έκφανση.
Ως είσοδο στο παραμυθο-ποιητικό σύμπαν παραθέτουμε δύο σύντομα ποιήματά της. Τις «Αδειες Μέρες»: «Οι άδειες μέρες / Πάνω σε τσιγκέλια / κρεμασμένες / ωμές και ψόφιες / οι μέρες της ζωής μας / ενώ ο κρεοπώλης χρόνος / τρίβει χαρούμενα τα χέρια» («Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς», Γαβριηλίδης, 2012) και το «Οταν μπαίνεις μέσα μου»: «Οταν μπαίνεις μέσα μου, / το πάπλωμα γεμίζει ρύζι και γαλάζια αυγά. / Μα την ίδια στιγμή, / μια πόρτα με θόρυβο ανοίγει, / σε κρύο διάδρομο, / σε άδειο σπίτι. / Στην οδό Αγίου Δημητρίου, / ένα κοριτσάκι μού γνέφει λυπημένα» («Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια», εκδ. Νέα Πορεία, 2006).
Ποιήματα που μας ανοίγουν σε μια θηλυκή εκδοχή, ας μας επιτραπεί, του Σαχτούρη. Που πέρα από μια σκοτεινή, ασαφή θα λέγαμε ανατριχίλα, που παραπέμπει σε αμερικανικά κινηματογραφικά θρίλερ που πραγματεύονται αμβλώσεις, έρωτες χωρίς ανταπόκριση και μεταφυσικές εν γένει παρεμβάσεις, μας ανοίγουν σε μια εικονοποιία που εικαστικά θα την τοποθετούσαμε μεταξύ του Francis Bacon και του Marc Chagall με «πινελιές» του Edward Hopper και μια πατίνα ρετρό επίσης παρούσα.
Η Κουτσουμπέλη στο νέο της βιβλίο, επαναπροσδιορίζοντας εκ νέου τις προτεραιότητές της και τη σχέση της με το υπαρκτό και με την απώλεια, τοποθετεί στη θέση της απουσίας του «άλλου» το ίδιο το ποίημα και κυρίως την αφήγηση-εκφώνησή του. Ενα ποίημα που όχι μόνο φέρει το παράπονο και ίσως τη γλύκα του βλέμματος ενός ζωντανού ανθρώπου, αλλά κινούμενο πέρα από τη νοσταλγία, με τρόπο αιχμηρό και ευθύβολο, στοχεύει στο δόξα πατρί του κόσμου.
Συμπληρώνοντας επαναληπτικά το κενό με την ανάδυση της φωνής, με τα ηχοχρώματα, τη θέρμη της και την αμεσότητα της συγκεκριμένης απεύθυνσής της. Χωρίς να πετυχαίνει πάντοτε τον στόχο στο κέντρο, θα λέγαμε πως τον πλευρίζει με τρόπο γνήσιο και απέριττο, συμπυκνώνοντας και ξετυλίγοντας τα αλλόκοτα και απρόβλεπτα παραμυθο-ποιήματά της σαν ένα κουβάρι πλάι στο τζάκι.
Ποιήματα που καρφώνονται μέσα μας και μεταφέρουν ατόφιο τον σπαραγμό, αφήνοντας τα ερωτήματα της παρουσίας-απουσίας να λειτουργούν και ως μουσικές παύσεις.

ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 23/5/2014

Η τελευταία συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη αποτελείται από 35 ποιήματα, όπου η ποιήτρια δείχνει ότι εξελίσσει και ελέγχει τα εκφραστικά της μέσα, ώστε σήμερα, μετά από έξι ποιητικές συλλογές, είναι φανερό ότι έχει πλέον διαμορφώσει το δικό της ύφος. Θα έλεγα ότι είναι η πλέον εικαστική ποιητική συλλογή της, μια και τα ποιήματα αυτά διαβάζονται, κατά τη γνώμη μου, και ως αυτόνομοι νέο- υπερρεαλιστικοί ζωγραφικοί πίνακες. Είτε σε πρώτο είτε σε τρίτο πρόσωπο, αλλά και όταν σκηνοθετούν ένα διάλογο με λέξεις καθημερινές αλλά ωστόσο απρόβλεπτες, τα ποιήματα αυτά δημιουργούν εικόνες παράδοξες, που ενέχουν το στοιχείο της έκπληξης, προκαλούν την περιέργεια, ξεβολεύουν, άλλοτε τρομάζουν, άλλοτε γοητεύουν, με τα σύμβολά τους στέλνουν σήματα στο ασυνείδητο, μιλούν τη γλώσσα του, σε κυκλώνουν, σε παγιδεύουν και δημιουργούν μιαν ατμόσφαιρα, ένα κλίμα το οποίο έχει τη δύναμη να αιχμαλωτίζει τις αισθήσεις. Γενικότερα η ποίηση της Κουτσουμπέλη επιθυμεί να είναι λόγος μαγικός και η δημιουργός του μοιάζει να ποθεί για τον εαυτό της το αρχέτυπο της γυναίκας –μάγισσας, που με την ενέργεια της θηλυκότητάς της μπορεί να μεταμορφώνεται, να θέλγει, αλλά και να δημιουργεί. Η θηλυκή ενέργεια τρόμαζε και τρομάζει. Υφίσταται επομένως βασανιστήρια, ακρωτηριασμούς και κάθε λογής απάνθρωπες τιμωρίες, ρίψη στην πυρά, απόρριψη, άρνηση της αγάπης, εξορία από τον παράδεισο του έρωτα, αμφισβήτηση και ευνουχισμό της δημιουργικότητας. Ο ορθός λόγος εξορίζει τα πλάσματα αυτά ως μάγισσες, νεράιδες, σειρήνες, ξωτικά στο χώρο του παραμυθιού, νομίζοντας πως έτσι τα αποδυναμώνει. Η συμβολική δύναμη όμως που έχουν αποκτήσει στο πέρασμα του χρόνου κινεί τη σκέψη και τη φαντασία των απογόνων τους, μέσω της γλώσσας. Η Κουτσουμπέλη γνωρίζει καλά τη γλώσσα του παραμυθιού και του μύθου, κινείται άνετα στα πεδία αυτά, δεν την τρομάζουν τα τέρατα που συναντά εκεί μέσα, ξέρει πια να τα αντιμετωπίζει και να τα χρησιμοποιεί επ’ ωφελεία της ποιητικής της γραφής.
Διαβάζοντας την ποίησή της, βρίσκουμε να υπάρχει στη φωνή του ποιητικού υποκειμένου ένα παιδί που υπαγορεύει διαθέσεις, ανάγκες και συμπεριφορές και αυτό το παιδί είναι εξοικειωμένο με τη γλώσσα των παραμυθιών και με τα παιδικά παιχνίδια. Αυτά αναπαριστούν τον κόσμο, σ’ αυτά το παιδί εκτονώνει τα βίαια συναισθήματά του, σ’ αυτά γυρεύει την παρηγοριά και την ελπίδα του. Αυτά του δίνουν τα γλωσσικά και συμβολικά εργαλεία, μέσω προσωποποιήσεων, αλληγοριών και μεταφορών να μεταφράσει τους φόβους του, να αποφορτιστεί από τη βία που έχει υποστεί, να αγγίξει με προσοχή τα τραύματά του, με το αίσθημα ότι μέσα στο ποίημα, μέσα στη γραφή είναι ασφαλές.
Υπάρχει ακόμη στη φωνή του ποιητικού υποκειμένου και ένας αναγνώστης των μύθων του πολιτισμένου κόσμου που αιώνες τώρα επιχειρεί να λύσει τον ανερμήνευτο γρίφο της δημιουργίας των δύο φύλων, το πώς και το γιατί, ποιο ήταν το μήλο, ποια η γνώση, ποιος ο παράδεισος, ποιος ο κλήρος της Εύας αλλά και η θέση και ο ρόλος της Λίλιθ σ’ αυτό το κατασκευασμένο σύμπαν, θέματα που εμφανίζονται και σε προηγούμενα βιβλία της Κουτσουμπέλη. Μόνο που εδώ η δική της Λίλιθ είναι ποιήτρια κι αυτό φοβούνται οι άρρενες ένοικοι του παραδείσου. Περισσότερο από τις πράξεις της, τη φυγή της από την Εδέμ φοβούνται τη δαιμονική δύναμη της γραφής της. Οι πρώτες γυναίκες του Παραδείσου κατάλαβαν πια πώς παίζεται το παιχνίδι και πήραν τη ζωή στα χέρια τους. Η γυναίκα κι η μοίρα της, οι ρόλοι της, η δημιουργικότητά της έχουν απασχολήσει την Κουτσουμπέλη από τα πρώτα της ποιήματα. Τα κείμενά της συνομιλούν με τη σύγχρονη φεμινιστική γραφή και η ποιήτρια έχει πειραματιστεί επαρκώς στο να αξιοποιεί και να μεταπλάθει τη μυθολογία του φεμινιστικού λόγου. Έχει υποδυθεί τους ρόλους μυθικών γυναικείων μορφών, έδωσε στα πλάσματα αυτά του μύθου το δικό της σύγχρονο λόγο, παίρνοντας για τις ανάγκες του εκάστοτε ποιήματος τη δική τους μορφή, το δικό τους σχήμα. Στο βιβλίο αυτό καλά πλέον αφομοιωμένες αυτές οι αναζητήσεις υποστηρίζουνε με σιγουριά και αυτονομία το λόγο της Κουτσουμπέλη, χωρίς πλέον να διεκδικούν επιτακτικά από τον αναγνώστη να αναγνωρίσει και να αποδεχτεί το αυτονόητο: τη γυναικεία οπτική της ποιήτριας.
Στην ποίηση της Κουτσουμπέλη υπάρχουν δύο κυρίαρχα θέματα που επανέρχονται με διάφορες παραλλαγές και μετεξελίξεις από συλλογή σε συλλογή. Ο έρωτας και η ποίηση. Τα θέματα αυτά συχνά συμπλέκονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Ο έρωτας ως παρουσία και κυρίως ως απουσία και απώλεια τροφοδοτεί και γεννά το ποίημα και το ποίημα αναζητά τον έρωτα, τον παθιασμένο χορό, τη μονομαχία, τη θανάσιμη πάλη δύο σωμάτων για να τραφεί. Άλλοτε πάλι το ποίημα γεννά τον έρωτα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, εκλεκτικές συγγένειες μέσα από ασύμπτωτες ιστορίες, άνθρωποι αγαπήθηκαν πιο αναπαυτικά, πιο παρηγορητικά μέσα από τις λέξεις, συμβολικές εκεί οι ανθρωποθυσίες του έρωτα. Τα δύο αυτά θέματα αναδεικνύονται ξεκάθαρα στην παρούσα συλλογή, γεμίζουν τον καμβά του κάθε ποιήματος με τα φαινομενικά ετερόκλητα μοτίβα τους, που ωστόσο συνέχονται με ένα αόρατο νήμα.
Ξεκινάμε με τον τίτλο «κλινικά απών», ο οποίος συνειρμικά μας παραπέμπει στη δυσοίωνη ιατρική γνωμάτευση κλινικά νεκρός. Ποιος είναι ιατρικά ο κλινικά νεκρός; Είναι αυτός που η αναπνευστική και καρδιακή λειτουργία του υποστηρίζονται μηχανικά, ενώ ο μεταβολισμός ακόμη αντιστέκεται. Ο τίτλος του βιβλίου είναι ο τελευταίος στίχος του ποιήματος Εκ των υστέρων .

Αν ήμουν πιο προσεκτική
Θα είχα από τότε αποσυνθέσει την ελπίδα
Επίσημα θα ήσουν τώρα
Κλινικά απών.

Το ποιητικό υποκείμενο, κάνοντας τον απολογισμό του, μετά το τέλος ενός έρωτα, καταφεύγει σε ένα υποθετικό λόγο του μη πραγματικού ( αν ήμουν…τότε θα…) και συνειδητοποιεί ότι τόσον καιρό ο έρωτας αυτός ζούσε και ανέπνεε από τη δική του ελπίδα. Αυτή ήταν η μηχανική υποστήριξη ενός κλινικά νεκρού έρωτα. Αξίζει να επισημάνουμε ότι η ποιήτρια χρησιμοποιεί στο βιβλίο αυτό συχνά λέξεις που παραπέμπουν στο ιατρικό λεξιλόγιο και στη δομή του ιατρικού λόγου ( οδηγίες, συστάσεις, συμβουλές), στοιχεία ενισχυτικά της άποψης ότι ο τίτλος πέρα από το συγκεκριμένο ποίημα ανταποκρίνεται στο γενικότερο κλίμα και την ατμόσφαιρα αυτής της συλλογής. Ο έρωτας, λοιπόν, είναι ο κλινικά απών.
Η απουσία που διατρέχει όλο το βιβλίο εξετάζεται ως μία ανίατη ασθένεια, η οποία μας επιτρέπει μόνο μία επιλογή: να την αποδεχτούμε. Η Κουτσουμπέλη με ωριμότητα επιχειρεί, την κατανόηση και αποδοχή αυτού του επικείμενου αλλά αναπόφευκτου θανάτου. Αποδέχεται πως ο θάνατος του έρωτα ξεκινά από τη γέννησή του, αφού θνησιγενή είναι τα ασυνείδητα κριτήρια με τα οποία επιλέγουμε το συμπρωταγωνιστή μας σ’ αυτή την επανάληψη της αρχέγονης ένωσης. Το σενάριο ζωής που έχουμε προαποφασίσει, αυτό εντέλει θα παιχτεί και με μικρές παραλλαγές θα φτάσουμε στο οικείο αποτέλεσμα. Αυτό το σενάριο θα επιμείνει να επιβεβαιώσει τις πεποιθήσεις μας, όποιες κι αν είναι αυτές και οι οποίες έχουν διαμορφωθεί στα τρυφερά παιδικά μας χρόνια. Χωρίς να το γνωρίζουμε έχουν χαραχτεί μέσα μας στα σκοτεινά και έχουν κρυφτεί τώρα στη σκιά μας, με την οποία πάντα έτσι κι αλλιώς πλαγιάζουμε τη νύχτα. Αν, λοιπόν, στο παιδικό μας σύμπαν η ένωση του αρσενικού και του θηλυκού είναι μια ανελέητη μονομαχία που τελειώνει με θανάσιμους τραυματισμούς, τότε θα μπαίνουμε σε μονομαχίες και θα επιλέγουμε πάντα τον ίδιο ιππότη για παρτενέρ. Αυτή η συνειδητοποίηση και η αποδοχή της είναι μια πράξη ενηλικίωσης και ωριμότητας η οποία καθρεφτίζεται στους στίχους της Κουτσουμπέλη, που διακρίνονται για την οικονομία και την ισορροπία στη χρήση του λόγου.
Το τέλος του έρωτα ωστόσο δε γίνεται εύκολα αποδεκτό. Επιστρατεύεται η άμυνα της απώθησης. Η όποια υποψία του τέλους μεταφράζεται ως επιστροφή στην απώλεια των βασικών προσώπων υποστήριξης, στη μνήμη της παιδικής εγκατάλειψης. Γι’ αυτό το τέλος, έστω και με αυταπάτες, είναι ανάγκη να αμφισβητηθεί. Η άρνηση της αποφυγής του πόνου, η άρνηση της λύσης και της συνεπαγόμενης μοναξιάς που θα επιφέρει συναινούν στη διατήρηση του κλινικά απόντος έρωτος. Για αυτούς τους λόγους κάποιοι έρωτες στοιχειώνουν και συντηρούνται με κάθε υπερσύγχρονο μέσο συντήρησης.
Ο θάνατος του έρωτα επιφέρει αναπότρεπτα μία περίοδο πένθους, επώδυνη αλλά αναγκαία για να συνεχιστεί η ζωή. Η Κουτσουμπέλη διαχειρίζεται με ψυχραιμία τη φάση αυτή του πένθους, έχοντας ένα σταθερό και πιστό σύμμαχο: τις λέξεις, την πράξη της γραφής. Όλα τα στάδια του πένθους, ο θυμός, η άρνηση, η επεξεργασία, η αποδοχή περνούν μέσα από την ποίηση. Τα ποιήματα δε μας απαλλάσσουν από το πένθος, αντιθέτως το ενισχύουν. Μας συντρέχουν ωστόσο να το ημερώσουμε. Το πένθος είναι ο ομφάλιος λώρος που μας δένει με τη μνήμη. Η τέχνη τροφοδοτείται από την απώλεια και το πένθος, αλλά λειτουργεί και ως ο ασφαλέστερος οδηγός για την έξοδο. Άλλωστε, κατά την Κουτσουμπέλη, οι ποιητές ορίζονται κι από μια μοίρα, μια σφραγίδα δωρεάς στον ώμο, που ορίζει πως τίποτα στη ζωή τους δε θα’ ναι ακέραιο κι ολοκληρωμένο, θα αναλώνουν τη ζωή τους, κυνηγώντας την πληρότητα και την ολοκλήρωση, θ’ αδειάζουν τα μελανοδοχεία, θα γεμίζουν τα λευκά χαρτιά, μια και η τέχνη στην έλλειψη ελλοχεύει, στο ερειπωμένο και το ατελές.
Οι τολμηρές μεταφορές και οι αντιθέσεις συνθέτουν τις εικόνες του ποιητικού κόσμου της Κουτσουμπέλη, ζωγραφίζουν τον πόθο αλλά και τη ματαίωσή του. Η ροή του λόγου, οι αναπνοές και οι παύσεις σκηνοθετούν τις κινήσεις των προσώπων σε ένα ελεύθερο αφαιρετικό σκηνικό. Τα χρώματα που κυριαρχούν είναι το κόκκινο και το μαύρο με τους συμβολισμούς του πόθου, του πάθους του πένθους και του μυστηρίου που τα περιβάλλει. Η γλώσσα κάποιες στιγμές τρυφερή, άλλοτε ειρωνική και σαρκαστική, εκφράζει την εσωτερική αντίσταση του ατόμου στην αποδοχή του τετελεσμένου. Το ποίημα γίνεται το κορμί του απόντος αγαπημένου, πράξη εγχείρησης, επέμβασης με οδύνη και χωρίς αναισθητικό. Κόβω για να διασώσω, κόβω για να δημιουργήσω, η γραφή μια χειρουργική επέμβαση στη μνήμη, μια ανατομική επέμβαση στην παιδική ηλικία, τη σκέψη και τα αισθήματα.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

«Η Αυγή», 13.5.2014

Η ποιητική οδύσσεια μιας ερωτικής ματαίωσης

Είχε γράψει κάποτε ο Ρενέ Ζιράρ, ο σπουδαίος ανθρωπολόγος και θεωρητικός της λογοτεχνίας, επαναλαμβάνοντας ίσως απόψεις άλλων πριν από αυτόν, ότι ένας συγγραφέας αυτοδημιουργείται μέσω της δημιουργίας του έργου του… Ο Ζιράρ αναφερόταν στο έργο του Ντοστογιέφσκι και στον νέο εαυτό που δημιούργησε, τον νέο άνθρωπο με τους άλλους ψυχολογικούς και αισθητικούς ορίζοντες που αναδύθηκε μέσα από τα μυθιστορήματά του. Ένα ανάλογο σχήμα, η δημιουργία δηλαδή ενός νέου εαυτού στο πλαίσιο μιας -ερωτικής- απώλειας, η αποδοχή και αποδέσμευση από το πένθος, εκφράζει και νοηματοδοτεί την ανάγνωσή μου της πρόσφατης ποιητικής συλλογής της Χλόης Κουτσουμπέλη «Κλινικά Απών» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Η ποιητική αυτή συλλογή είναι ή έβδομη κατά σειρά που εκδίδει η Χλόη Κουτσουμπέλη μετά την εμφάνισή της στα γράμματα το 1984 με την ποιητική συλλογή Σχέσεις Σιωπής από τις εκδόσεις Εγνατία.
Είχα αναφερθεί και παλαιότερα σε κείμενό μου στην «Αυγή» στο γοητευτικό ποιητικό σύμπαν της Χλόης Κουτσουμπέλη, που κατοικείται από όντα της λογοτεχνίας, της αρχαίας τραγωδίας, των μύθων που ζουν ανάμεσα στο Αλλού και την πραγματικότητα. Η ποιητική της περιλαμβάνει σκηνές από όνειρα, αρχετυπικές εικόνες, αλληγορίες. Η θεματική της περιστρέφεται γύρω από το εφήμερο των ανθρώπινων σχέσεων, την απώλεια, τις πολύπλοκες και εύθραυστες ισορροπίες του έρωτα, την ανατρεπτική δύναμη της θηλυκής αρχής.
Στο ίδιο πλαίσιο, λοιπόν, αλλά με την ωριμότητα και τη γενναιότητα που προκύπτει από μια χωρίς συμβιβασμούς προσωπική ποιητική Οδύσσεια, στο μεταίχμιο της πραγματικότητας και της ψευδαίσθησης, η Χλόη εστιάζει στο θέμα του πένθους, του ματαιωμένου έρωτα, της απουσίας του Άλλου, όπως αναγγέλεται προγραμματικά στον τίτλο. Με αυτή τη διαδικασία, στην οποία η ποιήτρια εισέρχεται με θάρρος και απροειδοποίητα, πραγματοποιεί μια κατάδυση στη σκοτεινή πλευρά του πένθους, μια συνάντηση με μια φαντασμαγορία εικόνων από τον κόσμο της σκιάς, λυτρωτική για την ίδια και για τον αναγνώστη που παρακολουθεί το ταξίδι, κατόπιν μια ανάδυση, έναν μετασχηματισμό, μια δημιουργία εαυτού.
Ο ματαιωμένος έρωτας ο χωρισμός, η απουσία και πώς ο ποιητής επιχειρεί με τους στίχους του την ψηλάφηση του κενού, της θλίψης. «Χρήσιμες οδηγίες για το πένθος – να το κρατάτε εξημερωμένο στην αυλή […] θα το ακούτε να αλυχτάει/δεν θα το αλυσοδέσετε ποτέ». Επιχειρεί να εμπεδώσει τη μορφή του πόνου και της απουσίας. Κατά την αναμέτρηση με τον κόσμο των σκιών, το ταξίδι στην επανάληψη ενός ερωτικού εφιάλτη, στην παιδική ηλικία, στα τραύματα από τους γονείς, τους εραστές, τα ζευγαρώματα, τη ματαίωση, την αναζήτηση του καθρέφτη, καταφέρνει στο τέλος να αποκολληθεί από το πένθος και να κατασκευάσει ένα δικό της ομοιότυπο πάνω σε άλλα πρότυπα. «Δεν χώρεσα στο καλούπι», αναφωνεί και αναγνωρίζει ότι ο απών είναι πλευρό του εαυτού της και όχι εκείνη δικό του πλευρό. Το επόμενο στάδιο είναι και η εσωτερική αποδοχή «δεν πειράζει/ έτσι κι αλλιώς/ πάντα με τη σκιά μας/ πλαγιάζουμε τις νύχτες» και εν κατακλείδι η αναζήτηση και η απελευθέρωση του δικού της εσωτερικού διπλού, του καθρεφτίσματος. «Κόβω με ψαλίδι την παιδική μου ηλικία/ δυο μαυρόασπρα κοριτσάκια […] είχα ποτέ δίδυμη αδελφή/ ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ».
Ο έρωτας είναι καθρέφτης, προβολές, έχει ειπωθεί και ξαναειπωθεί. Η κατάδυση στον Άδη είναι αφηγημένη πρώτα από τον Όμηρο. Η κατάδυση της Χλόης όμως είναι από την πλευρά του δικού της φύλου, την αρνητική. Όχι την Εύα, αλλά το αρνητικό της τη Λιλίθ – πάλι μια εικόνα διπλού – που αντιμετωπίζει το ανεξημέρωτο ζώο – το τέρας της θλίψης – σπάει το καλούπι που δεν την δημιουργεί και δημιουργεί – ψαλιδίζει – εν κατακλείδι έναν εαυτό απελευθερωμένο… «Κόβω με ψαλίδι αυτό το ποίημα».

Βασίλης Δασκαλάκης

«Παρέμβαση», τχ. 172, Καλοκαίρι 2014

Έχοντας την ωριμότητα και την εμπειρία τριάντα ετών, στην έβδομη ποιητική συλλογή της, η Χλόη Κουτσουμπέλη ξεδιπλώνει αρετές, αποστάγματα σοφίας και μια ποιητική στόφα που οδηγεί σε βαθιά νερά και αναζητήσεις που κατατρώγουν τις ψυχές και τις σάρκες των ίδιων των λέξεων. Λέξεις που σωματοποιούνται και εξαϋλώνονται, χαράζουν το δέρμα και το επουλώνουν. (ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ), (ΤΕΛΟΣ), (ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ)
Θα μπορούσαμε να δούμε τριανταπέντε σπαραχτικά κείμενα δομημένα στη λογική της απώλειας, του διαρκούς πένθους, του ανικανοποίητου έρωτα, της σκηνοθεσία του φόβου της μοναξιάς, του φόβου εν γένει. (ΤΟ ΚΕΝΟ), (ΟΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ)
Μας παραπέμπει στον Ingmar Bergman και το αριστούργημά του “Έβδομη Σφραγίδα” καθώς το κάθε ποίημα μετατρέπεται σε ιππότη που δίνει την μάχη με το θάνατο, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μυρίζει θειάφι. Κάθε τελείωμα κειμένου μια εξόδιος ακολουθία, αλλά επιμένει να στέκεται όρθια , να πορεύεται μοναχικά το δύσβατο μονοπάτι στην υψηλή τέχνη της ποίησης. (ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑΣ), (ΣΤΕΠΑ), (ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΠΑΡΚΑΡΙΣΜΑ), (ΛΙΛΙΘ), (ΤΕΧΝΗ), (Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΗΣ ΗΤΤΑΣ), (ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΤΑΓΚΟ)
Η Χλόη Κουτσουμπέλη χαράζει ένα προσωπικό όραμα, σε πρώτο και δεύτερο πρόσωπο που μοιάζει σε πρώτη ανάγνωση να αποδυναμώνει τα κείμενα, όμως σε δεύτερη και τρίτη προσέγγιση ως δια μαγείας αποκαλύπτεται ως νέα Σαλώμη με πέπλα που πέφτουν μαζί με τις αμφιβολίες για την αγάπη στην ποίηση και τον λόγο που κάποιος γράφει επειδή είναι προσηλωμένος και με περισσή πίστη. (Η ΚΟΝΣΕΡΒΑ), (ΑΓΑΠΩ ΝΕΚΡΑ ΓΙΑΤΡΕ), (ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ)
Αν υπήρχε ένα «Σχολείο Ποίησης» με τη Χλόη θα ήμουν συμμαθητής, ο άχαρος ρόλος της απουσιολόγου θα έπαιρνε μια άλλη διάσταση στο μικρό μεθοδικό κορίτσι που παλεύει με την μνήμη, μας κλείνει το μάτι, σβήνει τις απουσίες εξωραΐζει τα κακώς κείμενα και μας επαναφέρει στην τάξη. (Η ΠΟΛΥΘΡΟΝΑ), (ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ), (ΜΑΤΑΙΩΣΗ), (ΤΟ ΠΡΟΣΤΙΜΟ), (ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΜΑΚΡΟΗΜΕΡΕΥΣΗ), (ΜΕΛΑΝΟΔΟΧΕΙΟ), (ΤΟ ΨΑΛΙΔΙ)
Ο τίτλος της συλλογής (ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ) εσκεμμένως μας παραπλανεί, γιατί όπως όφειλε να είναι ΝΕΚΡΟΣ, ουσιαστικά είναι Παρών ή μάλλον ΠΑΡΟΥΣΑ στην πρώτη γραμμή, άλλωστε ο χρόνος και ο πόνος είναι η κοινή συνισταμένη της λήθης, ενός φαρμάκου που όλες τις εποχές λειτουργούσε στην πραγματική τέχνη.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

bookpress 10/9/2014

Στοιχειωμένοι έρωτες ξυπνούν

Συνεπής στον δρόμο που έχει χαράξει με τα προηγούμενα ποιητικά της βιβλία και με ευκρινέστερο πλέον τον ποιητικό της στόχο, η Χλόη Κουτσουμπέλη καταθέτει την έβδομη κατά σειρά συλλογή της με τον χαρακτηριστικό και απόλυτα συμβατό με τη θεματολογία των ποιημάτων της τίτλο Κλινικά απών. Κλινικά απών, όχι μόνο ένα ευφυές λογοπαίγνιο, μια λεκτική παραδοξότητα, αλλά μια φράση με ποικίλες αναγνώσεις. Εν μέρει παραπέμπει στον ιατρικό όρο Κλινικά νεκρός, ίσως όμως να είναι δραστικότερος και πιο επώδυνος από αυτόν, αφού υποδηλώνει τους μικρούς καθημερινούς θανάτους στους οποίους ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να οδηγηθεί, στο ανελέητο αγώνισμα μιας μονομαχίας, σώμα με σώμα, στον ερωτικό στίβο.
«Το σώμα στη μάχη» είναι ένας στίχος-τίτλος ποιήματος του Πιερ Πάολο Παζολίνι, με νοηματική αμφισημία και πολλαπλές αναγνώσεις, που λατρεύει, κατά δήλωσή του, ο ποιητής και εκδότης Γιώργος Χρονάς. «Τα σώματα πριν από τη μάχη» θα τον παράλλαζα, κάπως αυθαίρετα, για να εκφράσω ή να αποτυπώσω την ουσία των περισσότερων ερωτικών ποιημάτων της παρουσιαζόμενης ποιήτριας. Φανερό λοιπόν πως ο έρωτας σκέπει ξανά τους στίχους της Κουτσουμπέλη, ένας έρωτας όμως όχι ηδονιστικός ή αντικείμενο αναπόλησης για να θυμηθούμε την ποίηση του Μεγάλου Αλεξανδρινού που προσφάτως γιορτάσαμε τα εκατό πενήντα χρόνια από τη γέννησή του, ούτε ένας έρωτας που συνοψίζεται στη στέρηση, την αγωνία ή την εξιδανίκευση του αγαπημένου προσώπου, όπως αυτός εκφράζεται στην ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου ή του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου αντίστοιχα, αλλά ένας έρωτας ακυρωμένος εξ αρχής λόγω προκαθορισμένων διαφορών, αρχέγονων και σκοτεινών μυστικών και ενοχών, και εντέλει λόγω της ασυμβατότητας της ουσίας του αρσενικού με το θηλυκό, που στους στίχους της ποιήτριας μάχονται απεγνωσμένα να συναντηθούν, δίχως, όμως, ουσιαστικό αποτέλεσμα. Απόρροια αυτής της κατάστασης που διαιωνίζεται, η ερωτική ματαίωση, η ερωτική απόγνωση, η προσωπική φθορά, η στυφή εκείνη γεύση που μένει στο στόμα των πρόσκαιρων εραστών και υποψήφιων αιώνιων αγαπημένων, όταν ανακαλύψουν ξαφνικά το χάσμα που τους χωρίζει. Έτσι, το θηλυκό, συχνά στην απόληξη του ερωτικού παιχνιδιού διαπιστώνει πως το έτερο ήμισυ είναι κλινικά απών, απών από την κλίνη του ζευγαρώματος, από την ψυχή του, τη ζωή του, τις ανάγκες του, τις προσδοκίες του και τις προβλέψεις του, δεχόμενο αυτήν την κατάσταση ως αναπόφευκτη μοίρα, που απαλύνεται κάπως με την ιαματική δράση του ποιητικού παιχνιδιού στο οποίο καταφεύγει, και της τέχνης γενικότερα. Αναφέρω χαρακτηριστικούς στίχους της Κουτσουμπέλη που φανερώνουν αυτήν τη ματαίωση, πολλοί από τους οποίους αποτελούν επιμύθια των ποιημάτων της:

Και όταν ερχόμουν θα σ’ αγκάλιαζα / αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα, Το πένθος υπάρχει για να καλύπτει το απόλυτο κενό, (Οι στοιχειωμένοι έρωτες) την κατάλληλη στιγμή ξυπνούν / και μπήγουν τα λευκά τους δόντια / στην καινούρια τους ζωή, Από τον θάνατο του έρωτα προτιμώ τη μοναξιά, Το τέλος γράφεται από μόνο του / και είναι πάντα σαρκοβόρο, Διαλέγω πάντα άντρες που το νούμερό τους τελειώνει σε μηδέν κ.ά.

Οι λέξεις που επανέρχονται

Λέξεις όπως: κενό, τέλος, σιωπή, λάθος, νύχτα, απών, ματαίωση, πένθος, ήττα, επαναλαμβάνονται συνεχώς στο βιβλίο, αποκαλύπτοντάς μας την ψυχική διάθεση της ποιήτριας αλλά και την απόληξη του ερωτικού παιχνιδιού που διαδραματίζεται μέσα της, πάντα σε ακαθόριστο, μη προσδιορισμένο τόπο και χρόνο, όπως μας έχει συνηθίσει και από τις προηγούμενες συλλογές της. Ωστόσο, στην παρούσα συλλογή, υπάρχει πια μια πιο κατασταλαγμένη γνώση, μια βαθύτερη συνείδηση των κανόνων του ερωτικού παιχνιδιού, που θωρακίζει την ποιήτρια, βοηθώντας την να ξεπερνά τη μελαγχολία της ή τουλάχιστον να μην παραδίνεται σ’ αυτήν αμαχητί. Αυτό, αν μη τι άλλο, φανερώνει, πέρα από συναισθηματική, και ποιητική ωριμότητα.
Η Κουτσουμπέλη συνθέτει ποιήματα με σκηνοθετικό τρόπο γραφής. Σε προηγούμενες συλλογές της αυτό συνέβαινε με το ονειρικό στοιχείο που πρόσθετε ή καλύτερα με το οποίο έντυνε τους στίχους της – ένα μονίμως παραμυθένιο, υπερβατικό, σουρεάλ σκηνικό, με το οποίο αφ’ ενός υπονομευόταν ο ρεαλισμός των ποιημάτων της, αφ’ ετέρου πετύχαινε να μας μεταφέρει σκληρά προσωπικά της βιώματα με λιγότερο επώδυνο, κυρίως για την ίδια, τρόπο. Στο Κλινικά απών το στοιχείο αυτό έχει κάπως αμβλυνθεί, έχει περιοριστεί, δίχως πάντως να εκλείπει. Η στόχευση του μηνύματος γίνεται πιο συγκεκριμένη και ευθύβολη, η σκηνοθεσία είναι λιγότερο ομιχλώδης και παραπλανητική, ο αλληγορικός λόγος όμως πάλι κυριαρχεί, ενώ συχνά η εικονοποιία παραμένει τολμηρή και ασυνήθιστη. Γράφει στο ποίημά της Αδυναμία: Αν δεν μπορείς να έρθεις με ένα τρένο / ούτε να ξεφλουδίσεις το πορτοκάλι του ουρανού / σούρουπο με ένα αεροπλάνο, / αφού το πλοίο εντείνει την αστάθεια / και σου δημιουργεί όπως λες ναυτία / δέσε ένα ποδήλατο / πίσω από ένα σμάρι πουλιά / και πέταξε να ρθεις κοντά μου. / Εσύ που ισχυρίζεσαι ανίσχυρος.
Σε δύο της ποιήματα ο έρωτας προσδιορίζεται με διαφορετικό τρόπο, ως προκαθορισμένο αγώνισμα μονομαχίας, με αναμενόμενη, πάντα, συνέπεια τη δική μας εξολόθρευση (ποίημα Το αγώνισμα της μονομαχίας) ή ως συντηρημένη, κατεψυγμένη κονσέρβα (ποίημα Η κονσέρβα) το ανέφικτο και το ανεκπλήρωτο των ερωτικών σχέσεων (αυτά τα αφήνει στην τέχνη της ποιήσεως). Στο ποίημα Παρά λίγο, ο στίχος της Κουτσουμπέλη Κάθε ένας περίμενε άλλον αλλού / και κανείς δεν πήγε ποτέ στο ραντεβού, συμπυκνώνει όλο το αδιέξοδο των προσωπικών σχέσεων, ενώ όλο το ποίημα Το δείπνο, πέρα από τη χρωματική και μεταφορική αντίθεση του κόκκινου των προσπαθειών της γυναικός, με το χλωμό που διέκρινε εν τέλει ο άνδρας στο πρόσωπό της, το εξέλαβα ως αποθέωση της ερωτικής ασυνεννοησίας, ασυμβατότητας κι εντέλει μιας έντονης προσωπικής ματαίωσης. Παρεμφερές και το Άκρως ερωτικό και απόρρητο, όπου η ποιήτρια κατέχει πλέον τη γνώση για το άλλο φύλο, που την εξουθενώνει, ακυρώνοντας τη μυθολογία και τις συμβάσεις των καιρών μέσα από τους στίχους: Ότι δεν είμαι το πλευρό ή / η δεξιά σου άτρωτη φτέρνα / αλλά γυμνή κι εγώ / καταδικασμένη να σε ψάχνω στους αιώνες / μέρος κι αυτό της γνώσης που δεν έπρεπε. Στο ποίημα Τέχνη, η ποιήτρια αυτοπροσδιορίζεται αναφορικά με την τέχνη, ενώ μας κλείνει με τρόπο το μάτι αποκαλύπτοντάς μας πως θα μπορούσε να γράψει περισσότερο γυμνά, ξεκάθαρα και με μεγαλύτερη σαφήνεια, αλλά δεν είναι αυτή η πρόθεσή της γιατί άλλες είναι οι ποιητικές της βλέψεις. Εντούτοις θεωρώ ιδιαίτερα ενδιαφέρον το εν λόγω ποίημα, και παρότι διαφέρει από την πλειονότητα των υπόλοιπων ποιημάτων της τόσο υφολογικά όσο και θεματολογικά, το καταθέτω. Τέχνη: Ποτέ δεν συμπάθησα / τα άψογα χαμόγελα / τις τέλειες οδοντοστοιχίες / τους σιδερωμένους άντρες / την τσάκιση στο παντελόνι / τα ανατομικά στρώματα / τα αναπαυτικά όνειρα / τα πούπουλα χήνας στην ομίχλη. / Γι’ αυτό και ζω σε ερειπωμένα σπίτια / Κάτι να χάσκει / κάτι να λείπει / κάτι να διαβρώνει την τελειότητα. / Γιατί τέχνη είναι πάντα η οροφή που λείπει.
Ο χρόνος στην ποίηση της Κουτσουμπέλη

Επανέρχομαι και ολοκληρώνω με κάποιες σκέψεις για την έννοια του χρόνου στα ποιήματα της Κουτσουμπέλη. Είπαμε, και το έχω γράψει και στο παρελθόν για άλλα της βιβλία, πως ο χρόνος στην ποίηση της Κουτσουμπέλη είναι απροσδιόριστος και αόριστος, αφού πολλά της ποιήματα ακολουθούν τις χρονικές συμβάσεις μύθων ή παραμυθιών, όπου κι εκεί ο χρόνος είναι ασαφής και απροσδιόριστος. Στην τελευταία συλλογή της γίνεται φανερό πως αυτό έχει και μια άλλη εξήγηση, αλλά και μια άλλη διάσταση. Η ποιήτρια συναιρεί ένα τραυματικό παρελθόν που αφορά την παιδική ηλικία, όπου πνίγεται το όνειρο, ο έρωτας, το κάθε σκίρτημα για ζωή από τις δράσεις και τις ενέργειες των μεγάλων, με ένα εξίσου οδυνηρό παρών, εξ αιτίας της σκληρής συνειδητοποίησης του αδιεξόδου των ερωτικών σχέσεων. Η ποίηση, έτσι, έρχεται ομαλά, απόλυτα φυσιολογικά και αβίαστα να λειτουργήσει εξισορροπητικά, κάνοντας την ποιήτρια να ακυρώσει μέσα της τις δύο προηγούμενες επώδυνες χρονικές συμβάσεις, βιώνοντας έτσι το καθαρτήριο, ιαματικό, άχρονο ποιητικό σύμπαν, με τη σύνθεση ποιημάτων. Όλα αυτά συνοψίζονται θαυμάσια στο καταληκτικό ποίημα της συλλογής, που έχει τίτλο Το ψαλίδι. Η ποιητική συλλογή της Κουτσουμπέλη έχει ως εξώφυλλο μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου, που εκφράζει περίτεχνα το αίσθημα της μοναξιάς, αποτυπώνοντας με απλά και λιτά μέσα τον ίλιγγο της απουσίας. Κάποια πανωφόρια, κενά περιεχομένου, κρεμασμένα σε ξύλινες παλιομοδίτικες κρεμάστρες, μια λάμπα θαρρείς φυλακισμένη σε ένα διχτυωτό πλαίσιο και η αίσθηση μιας απλωμένης, έρημης, ωστόσο, εξ αντανακλάσεως, φωτιζόμενης πίστας ως ακαθόριστο φόντο. Η Κουτσουμπέλη συνομίλησε καλλιτεχνικά με τον Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλο και παλιότερα. Την Πρωτοχρονιά του 2013 δημιούργησαν μαζί ένα ηλεκτρονικό βιβλίο με δικές του φωτογραφίες και δικά της ποιήματα-σχόλια πάνω σ’ αυτές, με τίτλο Απαγόρεση κυκλοφορίας, αφιερωμένο στους μοναχικούς ανθρώπους των πόλεων. Επίσης, έναν χρόνο ακριβώς μετά, ο Παναγιώτης Παπαθεοδωρόπουλος σχολίασε με τις φωτογραφίες του ένα σπονδυλωτό δικό της ποίημα που δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Θράκα. Είχε ως τίτλο Η μυστική ζωή των ποιημάτων και ήταν αφιερωμένο στην μνήμη του Παύλου Φύσσα.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη , αρχής γενομένης από την ποιητική της συλλογή Σχέσεις σιωπής που τυπώθηκε το 1984, διανύει μια γόνιμη τριακονταετία στα γράμματα με εφτά ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα και ένα θεατρικό έργο. Έχει μια σταθερά ανοδική πορεία, βρίσκοντας από την τρίτη ήδη συλλογή της έναν σταθερό βηματισμό και κατακτώντας ένα απόλυτα προσωπικό και ευδιάκριτο ποιητικό ύφος. Νομίζω πως αξίζει να παρακολουθήσουμε, βήμα προς βήμα, όλη την έως τώρα πορεία της, και να εστιάσουμε ιδιαιτέρως στο πρόσφατο βιβλίο της, το Κλινικά απών, στο οποίο η ίδια είναι έντονα παρούσα με την τέχνη της γραφής της, ιδίως αναφορικά με το ερωτικό παιχνίδι και τις διαστάσεις που αυτό παίρνει μέσα από τις πανάρχαιες αντιφάσεις του.

*Το κείμενο εκφωνήθηκε τον Μάιο του 2014, στη ΔΕΒ Θεσσαλονίκης, σε παρουσίαση του βιβλίου.

Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη

diastixo 30/9/2014

Κλινικά απών είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής της Χλόης Κουτσουμπέλη, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Πρόκειται για την έβδομη κατά σειράν συλλογή ποιημάτων που εκδίδει η Θεσσαλονικιά ποιήτρια μετά την πρώτη εμφάνισή της στα Γράμματα το 1984, με το ποιητικό έργο Σχέσεις σιωπής (Εκδόσεις Εγνατία).

Με βαθιά, γήινη φωνή –ανοίγοντας έτσι μια μικρή χαραμάδα στην εγγύτητα της επικοινωνίας με τον αναγνώστη–, η ποιήτρια καταδύεται στις διαστάσεις του αδόκητου, της αλληγορίας, του συμβολισμού, στο γήινο των πραγμάτων ταξίδι και στο άλλο ταξίδι το ονειρικό, παρεμβαίνοντας καθοριστικά στη λογική τους. Όλοι οι στίχοι της υπαινίσσονται την ύπαρξη ενός υπερφυσικού, σκοτεινού κόσμου, που δεν τον βλέπουν τα μάτια, αλλά που φανερώνεται ακέραιος μέσα από τη φαντασιακή ανασυγκρότησή του και παρουσιάζεται στο ποίημα σαν οργανικό σύνολο. Η ποίησή της αναπτύσσει:
Τη θεματική της ερωτικής απώλειας και ματαίωσης:
Φορώ ένα σκονισμένο νυφικό/ με μακριά ουρά που σέρνεται στο δρόμο/
η αρρώστια καλπάζει/ κόκκινο άλογο μέσα στην καρδιά./ –αγαπώ νεκρά γιατρέ/
ή
το να συντηρεί κανείς κατεψυγμένους έρωτες/ είναι κι αυτό μια τέχνη.

Της απουσίας που επίκειται και εντέλει συντελείται:
Αν ήμουν πιο προσεκτική
θα είχα από τότε αποσυνθέσει την ελπίδα
επίσημα θα ήσουν τώρα
κλινικά απών.

Της λήθης που αναπαράγει μνήμες και ταυτόχρονα αναπαράγεται:
Η Μνήμη μπορεί να εκτιναχτεί/ με ένα μόνο τηλεφώνημα/ και όλη η λήθη να καταποντιστεί/ στον ζεστό κόλπο της αλήθειας.

Της αποδοχής του πένθους, όπου οι συλλήψεις του παράδοξου και του αλλόκοτου συνιστούν μιαν ενόραση κατεξοχήν ποιητική.

Να το κρατάτε εξημερωμένο στην αυλή./ Κάποιες νύχτες να αφήνετε την πόρτα ανοιχτή./ Θα ανεβαίνει στο κρεβάτι/ πηχτές κηλίδες στα σεντόνια/ δαγκωματιές στο στήθος, στο λαιμό./
Θα το ακούτε ν’ αλυχτάει./ Δεν θα το αλυσοδέσετε ποτέ./
ή
Να υιοθετήσεις κοράκι υπηρέτη/ με μαύρη ρεντιγκότα και στιλπνά παπούτσια/ για να επιμεληθεί της νεκρικής πομπής.

Η ποιήτρια αμφιδρομεί ανάμεσα στις πληγές της παιδικής ηλικίας:
Βρισκόμουν σε ορφανοτροφείο/
φορούσα γκρι φουστάνι κι άσπρες κάλτσες/ έψαχνα μια κούκλα δίχως χέρια
ή
Δεν έβρισκα το σωστό νούμερο ανθρώπου/ η πλέξη ήταν χαλαρή/ ή οι τεράστιες βελόνες μπήγονταν στο στέρνο.

Της μεταφυσικής αγωνίας που μεταμορφώνεται σε αδημονία:
Το πρόβλημα είναι
πως δεν άκουσα τις κούκλες.
Ανοιγόκλειναν
τα γυάλινά τους μάτια
λέρωναν τα λευκά φορέματα
έχαναν τα νάιλον μαλλιά.
Πρόσεχε τα Σάββατα
μου έγνεφαν,
είναι πάντα ξεκούρδιστα
ο μηχανισμός κλάματος δεν λειτουργεί
το κεφάλι δεν είναι κολλημένο
κυλάει σε μία μόνη Κυριακή.

Της άφατης τρυφερότητας που προστατεύει και ξαγρυπνά:
Κι ανησυχώ
αν είναι μαλακά τα όνειρά σου
νεογέννητα πουλιά
μες στη φωλιά τους
και τρέμω μήπως κάποιο θελήσει να πετάξει
και πέσει κάτω και χτυπήσει.

Και της σκοτεινής Περσεφόνης, που βασιλεύει μέσα στον προσωπικό μας Άδη:
Η γλώσσα σάλεψε μέσα στην κόκκινη σπηλιά
και τεντώθηκε να αγγίξει
τους σταλακτίτες δόντια
ποια διαδρομή είναι πιο σύντομη
το δάγκωμα του σκορπιού
ή ένα αιλουροειδές φιλί;

Τα στοιχεία που εντοπίζονται είναι αναγνωρίσιμα στους αναγνώστες της Κουτσουμπέλη. Ατμόσφαιρα του υάκινθου της θλίψης, γκόθικ ή γκροτέσκ, μοβ της spleen μελαγχολίας, άνθρωποι –γυναίκες, κυρίως– που μετρούν οδύνες, απώλειες, ελλείψεις, απουσίες, στέρηση, πίκρα, μοναξιά. Αφετηρία βιωματική η παιδική ηλικία. Σίγουρα τραυματική…

Κόβω με ψαλίδι την παιδική μου ηλικία/ δυο μαυρόασπρα κοριτσάκια που επιπλέουν θολά/ θρυμματίζονται στο πάτωμα./ Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή/ ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ.

Με λιτά εκφραστικά μέσα, η χαρισματική ποιήτρια σχηματίζει υπερρεαλιστικές εικόνες, με τον χρωστήρα των εξπρεσιονιστών με θέματα τη φθορά, τον θάνατο, την εχθρότητα και την οργή, τη θλίψη, τη ματαίωση, ενώ με τη φαντασία ως πηγή έλκεται από τον έρωτά της και μονομαχεί με ένα άλλο σώμα. Σάρκα με σάρκα, ανάμεικτη με αίμα, ο ένας πάνω στον άλλο/ πεινούσαν και χόρταιναν σάρκα, οι παθιασμένοι εραστές κατασπαράσσουν βουλιμικά αλλήλους εις το όνομα της αρχαίας γνώσης που κατοικεί στα κύτταρα.
Την παρακολουθούμε καθώς καταδύεται σ’ ένα δάσος αντιθέσεων και αντιφατικών οραμάτων: καθρέφτες που ραγίζουν, στοιχειωμένοι έρωτες που κοιμούνται σε σεντούκια, μικρές αλεπούδες που γερνούν στο σαλόνι, το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου που γεμίζει συνέχεια θάλασσα, μια μουχλιασμένη άνοιξη, που απλώνω για ν’ αεριστεί, υποδηλώνοντας έναν ψυχισμό ευάλωτο και ανασφαλή, με ανεκπλήρωτες επιθυμίες κι εμμονές, με μια φρενίτιδα να καταλαμβάνει το ποίημα.

Ακούω τα σκυλιά που αλυχτούν δεμένα/ καθώς άγρια τραντάζουν τις αλυσίδες/ ξαναγυρνώ στο σπίτι./ Κλείνομαι στο δωμάτιο/ και με μια ψαλιδιά/ κόβω σύρριζα πέρα ως πέρα τα μαλλιά.

Ενοράσεις πρισματικών εικόνων μιας σπουδαίας φωνής έντονα θηλυκής μετουσιωμένες σε στίχους, που ασθμαίνουν κάτω από το βάρος των λέξεων των γυναικείων αρχετυπικών συμβόλων:
Εκάτη, Κάλι, Λίλιθ, Αντιγόνη το όνομά μου./ Λίλλακε, Μπελίλι, Μπααλάτ./ Κάποιοι με αποκαλούν Αρχόντισσα του Σκότους/ ή ηγέτιδα των Θηλυκών Βαμπίρ/

ενώ μια άλλη τάξη ονείρων επιβάλλεται σκιαγραφώντας το πορτρέτο μιας βαθιά πληγωμένης γυναίκας, που ανακαλεί ένα παρελθόν συντηρημένο σε κονσέρβα:
Και όταν ερχόμουν
θα σ’ αγκάλιαζα
αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα.
Γι’ αυτό σου λέω. Μην λυπάσαι.
Και στείλε αυτήν την τενεκεδένια απουσία
για ανακύκλωση.

Η έμπνευση της δημιουργού κινείται μέσα σε ένα αβυσσαλέο υποσυνείδητο. Ένας κόσμος παραίσθησης βουτηγμένος στην ένταση, την ψευδαίσθηση και τη φαντασίωση, μια καταβύθιση και συγχρόνως εξύψωση, ένα οδυνηρό παιχνίδι ανάμεσα στην απόκρυψη και την εμφάνιση, με ποιητικά μέσα το ασύλληπτο και το άρρητο. Τα όνειρά της έχουν δόντια κίτρινα.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη μεταβάλλει τη ρευστότητα του χρόνου σε πορεία ποιητικής ακμής:
Ύστερα κάποιος μετατόπισε τους δείκτες
στο κουρδιστό ρολόι τοίχου στο σαλόνι
κι άργησα είκοσι χρόνια.
Θα σε ειδοποιούσα σίγουρα
αλλά τα ταχυδρομικά περιστέρια
καθηλώθηκαν υπέρβαρα στα σύρματα.

Διακρίνονται επιρροές από Ρεμπό, Μποντλέρ, Λόρκα, Πόε, Σολωμό, Καβάφη, Σαχτούρη, Χιόνη, Δημουλά, Σίλβια Πλαθ και Ανν Κάρσον, των οποίων οι καταβολές έχουν ζυμωθεί και ενσωματωθεί στο ποιητικό σύμπαν της ποιήτριας, δημιουργώντας ένα γοητευτικό συνονθύλευμα, όπου τα χρώματα και τα σχήματα των λέξεων διαλύονται και αναμειγνύονται για να ανασυνταχθούν στη συνέχεια σε πλήρη αρμονία και τάξη, διαμορφώνοντας τοιουτοτρόπως ένα εντελώς προσωπικό ύφος, χαρακτηριστικό πλέον της Χλόης Κουτσουμπέλη.
Η Θεσσαλονικιά ποιήτρια της νέας γενιάς, και με τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με το παρόν έργο, αποτελεί πλέον μια αναγνωρίσιμη, σπουδαία και πρωτότυπη ποιητική φωνή, αφήνοντας ήδη από τώρα σημαντική παρακαταθήκη στη σύγχρονη νεοελληνική ποίηση. Η γλώσσα της διασπά και καταργεί τη ρομαντική παράδοση, είναι λιτή, με τη σωστή δόση –στη μύτη του κουταλιού ίσα ίσα– γλυκασμού, ουσιαστική, ευθύβολη, αποφορτισμένη από λυρικές τονικότητες, παράγοντας δομική ύλη που μεταβάλλεται σε αισθητικό φαινόμενο –«ολόσωμα» ποιήματα– ενώ το απόρρητο-βέβηλο ομολογείται, με τη φύση δαιμονιακά ελεύθερη να ακκίζεται στην υπερβολή της, ορίζοντας άλλο δρόμο στην ανάσα.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΝΑΡΓΙΩΤΗΣ

Κρατώντας κανείς στο χέρι και ξεφυλλίζοντας μια ποιητική συλλογή, κάνει το ίδιο με το να κοιτά απ’ έξω ένα σπίτι. Στο κουδούνι το όνομα του ιδιοκτήτη. Κλεφτές ματιές από τα παράθυρα αφήνουν να φανεί ένα μικρό μέρος του εσωτερικού. Μια πλευρά του σαλονιού και μια θέα της κουζίνας ίσως. Πρέπει να μπει κανείς μέσα στο σπίτι, για να το αισθανθεί, να περπατήσει στους χώρους, να ψάξει. Τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η ποίηση από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας είναι τα ίδια πάνω κάτω· αγάπη έρωτας, θάνατος, τέχνη, μοναξιά κ.α. Σε κάθε βιβλίο όμως που κρατάμε στα χέρια μας είναι απόφαση του καλλιτέχνη πού θα επιμείνει και με ποιο τρόπο θα σκύψει στα θέματά του. Το ζήτημα και το μεγαλείο της τέχνης συνήθως κρύβονται στα πατάρια και στα υπόγεια. Κάτω από μαξιλάρια με πούπουλα χήνας, στα πιο αθώα μέρη που κανείς δεν υποψιάζεται εύκολα. Γι’ αυτό η ποίηση είναι τέχνη απαιτητική.
Kλινικά απών είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής της Χλόης Κουτσουμπέλη την οποία θα παρουσιάσουμε σήμερα. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Πρόκειται για την έβδομη κατά σειράν συλλογή ποιημάτων που εκδίδει η ποιήτρια μετά την πρώτη εμφάνισή της στα Γράμματα το 1984, με το ποιητικό έργο Σχέσεις σιωπής (Εκδόσεις Εγνατία).
Κλινικά απών. Μας παραπέμπει στο κλινικά νεκρός αλλά σημαίνει ακριβώς το αντίθετο. Κλινικός θάνατος είναι η παύση της καρδιακής, της αναπνευστικής και της εγκεφαλικής λειτουργίας. Κλινικά απών είναι ο άνθρωπος που εξακολουθεί να υφίσταται σωματικά, απουσιάζει όμως πνευματικά. Με τον τίτλο υποδηλώνεται η απουσία, το κενό, που αφήνει πίσω ο θάνατος της αγάπης, η ερωτική ματαίωση, ο θανατηφόρος λαβύρινθος των επιλογών που κουβαλά ο καθένας είτε ως παιδικό τραύμα είτε ως προσχεδιασμένη ατυχία, γιατί

Στο αγώνισμα της μονομαχίας
το παν είναι η δική μας εξολόθρευση.
Αφού αυτήν έχουμε μεθοδεύσει
απ’ την αρχή με τόσο πάθος

γράφει στο ποίημα ΤΟ ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑΣ η ποιήτρια.
Ο μελετητής της ποίησης της Χλόης Κουτσουμπέλη έχει την αίσθηση εξαρχής ότι η ποιήτρια ως έμπειρος ναυτικός, αφού διέπλευσε ωκεανούς και πέλαγα, καταθέτει τη συσσωρευμένη εμπειρία της σε άπειρους ναυτιλλομένους. Στο ποίημα ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΩΜΑ βλέπουμε και τις ερωτήσεις που μπορεί να θέτουν.-Πώς το ξέρεις; -Τι θα πει η λέξη; -Και κανείς ποτέ δεν αισθανόταν; Σε άλλα ποιήματα όπως το ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ, τίτλος που έρχεται σε αντίθεση με το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο του ποιήματος ή αλλιώς όπως λέμε: τα λέω σε σας για να τ’ ακούω κι εγώ, διαβάζουμε: Προπάντων να φοράτε κόκκινο κραγιόν. Ιδίως την ώρα της εγκατάλειψης. Στο ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ προτρέπει: Να το κρατάτε εξημερωμένο στην αυλή. Στο ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΜΑΚΡΟΗΜΕΡΕΥΣΗ διαβάζουμε: Προπάντων να αποφεύγετε τις σκάλες σε σπίτια που κατοικήσατε παλιά.
Στα περισσότερα ωστόσο ποιήματα κυριαρχεί ένας αφηγηματικός μονόλογος, σε πρώτο πρόσωπο, και σε κάποια μια αποστροφή σε δεύτερο πρόσωπο, ένας διάλογος με τον εαυτό της, θα μπορούσαμε να πούμε. Η ποιήτρια βυθίζεται σε σκέψεις και συνειρμούς, γιατί εν τέλει τα πολύ σπουδαία πράγματα κανείς αληθινά μπορεί να τα κουβεντιάσει μόνο με τον εαυτό του.
Η συλλογή ανοίγει με το ποίημα ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ
Συστήνει την αξιοπρέπεια την ώρα της εγκατάλειψης. Προτείνει κόκκινο κραγιόν όταν το στόμα δεν λέει πια σ’ αγαπώ για να καταβροχθίσει τις λεπτομέρειες, αφού έχει χαθεί πια η ουσία.
Αμέσως, από την αρχή, η Χλόη Κουτσουμπέλη πετάει στα βαθιά τον αναγνώστη σε μια ποίηση, συμβολική, πολυεπίπεδη, που τη χαρακτηρίζει η μετωνυμία και η μεταφορά. Εικόνες της πραγματικότητας, της εμπειρίας μας, οικείες σε μας χρησιμοποιούνται ως αμφίεση της ποίησης και ανατρέπονται διαρκώς. Μας αιφνιδιάζει ο απροσδόκητος τρόπος χρήσης της λέξης και η πρωτότυπη νοηματοδότησή της. Κλινικά νεκρός θα περιμέναμε στον τίτλο, κλινικά απών μας προκύπτει. Ένα αυτοκίνητο που το απομακρύνει ο γερανός επειδή πάρκαρε παράνομα είναι αυτό που η εμπειρία μας κάνει να αναμένουμε. Στην ποίηση της Χλόης παράνομα πάρκαρε το όνειρο και αυτό απομακρύνεται από το γερανό. Μαθαίνουμε ακόμα ότι είναι δυνατόν να σε κλειδώσουν στο υπόγειο μιας ψυχρής ματιάς, ότι ένα ποδήλατο μπορεί να ταξιδέψει δεμένο πίσω από ένα σμάρι πουλιά, ή ότι μια εναλλακτική χρήση της κατάψυξης είναι να συντηρούμε εκτός των άλλων και έρωτες.
Επιπλέον τα νοήματα δίνονται με έναν έντονα θεατρικό και παραστατικό τρόπο. Για κάθε ποίημα στήνεται ένα μικρό υπερρεαλιστικό σκηνικό. Τα διαβάζει με ενδιαφέρον και αδημονία ο αναγνώστης σαν να παρακολουθεί ένα συμπυκνωμένο θεατρικό έργο. Το σκηνικό αλλάζει από ποίημα σε ποίημα, στα περισσότερα όμως είναι εφιαλτικό, κλειστοφοβικό και πλησιάζει τα θρίλερ. Περιλαμβάνει έρωτες βρυκόλακες που κοιμούνται σε σεντούκια με το ένα μάτι μισόκλειστο. Το πένθος, παραφυλάει

Ανεβαίνει στο κρεβάτι
Δαγκώνει το στήθος και τον λαιμό
κόβει κομμάτια τις σάρκες της κούκλας
όταν μαλώνουν οι γονείς
ξεσκίζει τα μαξιλάρια
όταν αποχωρούν οι αγαπημένοι

Στο ποίημα ΜΙΑ ΣΧΕΔΟΝ ΠΕΙΣΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ οι πλατείες, οι δρόμοι, τα στενά συστέλλονται και διαστέλλονται

οι διευθύνσεις άλλαζαν
και μέναμε με αγνώστους
σε σπίτια με λαίμαργες ντουλάπες
που έτρωγαν τσάντες και παπούτσια
Στο ποίημα ΣΤΕΠΑ

Όλη η αγέλη οσμίζεται το αίμα
το φεγγάρι ματώνει ως το κόκαλο
αστέρια οστά γεμίζουν τον ουρανό

Η ποίηση της Χλόης απαιτεί προσοχή, χωρίς όμως να γίνεται κουραστική. Κι αυτό είναι ένα στοιχείο του καλού τεχνίτη, όταν σου προσφέρει τη δυνατότητα να παρακολουθήσεις το μαγικό βυθό της ποίησής του χωρίς να πνιγείς στους περιδινισμούς της σκέψης και του προβληματισμού του.
Στην ποιητική συλλογή κλινικά απών, υπερισχύει το θέμα του έρωτα. Όχι όμως όπως συνήθως τον εννοούμε. Ο έρωτας συνδέεται με την προδοσία ή την αδυναμία να πραγματωθεί. Είναι ατελέσφορος, είναι η εναγώνια αναζήτηση της αγάπης και ο τρομακτικός μηχανισμός διαπίστωσης της απουσίας της. Κεντρική φράση, που αποτελεί και τον τραγικό πυρήνα της συλλογής, είναι η φράση «ΑΓΑΠΩ ΝΕΚΡΑ ΓΙΑΤΡΕ». Λίγο πιο κάτω στο ποίημα ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ αποκαλύπτεται ολόγυμνη η τραγική ανθρώπινη ύπαρξη στους τέσσερις τελευταίους στίχους:

Όλοι εμείς οι συγγενείς
που στο λήμμα αγάπη
διαβάζουμε πάντα λάθος
το συνώνυμο

Την απουσία αγάπης ακολουθεί η μοναξιά και το κενό. Η ζωή βρίσκεται σε μια κατάσταση αφασίας, αναισθησίας όπου την οδήγησε ο πόνος, από την ανθρώπινη αδυναμία να συνάψει σχέσεις. Άλλα θέματα στην ποίησή της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι η τέχνη, η μνήμη και η λήθη, το πένθος και η γυναίκα.
Ας προσεγγίσουμε όμως μέσα από τα ποιήματα κάποια από τα θέματα αυτά για να έχετε κι εσείς μια πιο σαφή εικόνα του υλικού που σας περιγράφω. Να πούμε ότι τα ποιήματα όλα συνδέονται μαζί σε ένα σώμα σαν να είναι τα κεφάλαια ενός βιβλίου.
Αναφερθήκαμε πιο πάνω στο ποίημα ΠΡΟΣ ΕΑΥΤΟΝ και είπαμε ότι συστήνει αξιοπρέπεια όταν πεθαίνει η αγάπη. Οι ανθρώπινες σχέσεις τελειώνουν. Συνήθως δεν αρχίζουν σωστά. Θα βρούμε στην ποίηση της Χλόης βαθιά ανθρωπολογική μελέτη. Στο ποίημα ΤΕΛΟΣ βλέπουμε ότι «Οι ευδιάκριτοι τίτλοι τέλους εμφανίζονται πάντα στην αρχή». Δεν διαβάζουμε όμως σωστά την πινακίδα. Παγιδευόμαστε στο έλος. Μια αίσθηση ορφάνιας μας ωθεί. Τρύπιες αυταπάτες μας οδηγούν. Δεν βλέπουμε το λάθος νούμερο ανθρώπου, τη χαλαρή σχέση- πλέξη. Τις βελόνες- πόνους που μπήγονται στο στέρνο.
«Το θέμα είναι η προσεκτική επιλογή. Αυτή είναι ο καθρέφτης που ραγίζει… Εμείς είμαστε αυτοί που ρίχνουμε το γάντι στο πρόσωπο του άλλου, εμείς που σφραγίζουμε με βουλοκέρι τον πάπυρο που καταφθάνει με μαύρη άμαξα την νύχτα. Έρωτας, γράφει επάνω…» διαβάζουμε στο ΑΓΩΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑΣ
Ο κόσμος στην ποίηση της Χλόης είναι γεμάτος παγίδες.

Ο Κήπος ήταν ναρκοθετημένος με μήλα που εύκολα αναφλέγονταν
Η κιβωτός είχε ρωγμές και βούλιαζε
Η ποσότητα ελπίδας που διοχετεύτηκε στην αγορά ήταν ελαττωματική.

Ματαιώσεις και ματαιότητα διακρίνουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Προορισμένες λες να ηττηθούν. Οι άνθρωποι συνάπτουν σχέσεις σε κάτι που μοιάζει κρεβάτι, σε κτίρια που «γέρνουν αποστάσεις» και όλα γίνονται γρήγορα «θαρρείς μακριά και κάπου ξένα θαρρείς και ήσουν άλλος κι όχι εσύ». Τα όνειρα σβήνουν, η συνάντηση διαρκώς ματαιώνεται. «Ένα κοράκι καταβρόχθισε το μονοπάτι, κάποιος μετατόπισε τους δείκτες στο κουρδιστό ρολόι στο σαλόνι κι άργησα είκοσι χρόνια. Τα ταχυδρομικά περιστέρια καθηλώθηκαν υπέρβαρα στα σύρματα. …Θα σ’ αγκάλιαζα αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα». Άλλοτε πάλι

Κάθε ένας περίμενε άλλον αλλού
Και κανείς δεν πήγε ποτέ στο ραντεβού.
Φύσηξε δυνατός αέρας
και σκόρπισε τα κορμιά τους μακριά.
Τουλάχιστον απ’ αυτούς
έμειναν τα παπούτσια.
Παρά λίγο εραστές

Πεθαίνουν οι έρωτες. Κάποιοι όμως τείνουν να συντηρούν κατεψυγμένους έρωτες, λέει στο ποίημα Η ΚΟΝΣΕΡΒΑ. Είναι μια τέχνη κι αυτό, δηλαδή παραμυθία, παρηγοριά ή μια διαδικασία-ανάγκη της ζωής να δραπετεύει. Άλλοι πάλι αμνήμονες συνεχίζουν να συνάπτουν σχέσεις, να ζευγαρώνουν με άλλους του είδους τους και να ξεχνούν. Ό,τι και να γίνει έρχεται και το σβήνει το αιώνιο κενό. Όλα χάνονται στο τίποτα.
Υπάρχουν και έρωτες που στοιχειώνουν όμως. «Κοιμούνται σε σεντούκια με το ένα μάτι μισόκλειστο σε αργή αναμονή… Την κατάλληλη στιγμή ξυπνούν και μπήγουν τα λευκά τους δόντια στην καινούργια σου ζωή».
Τραγική είναι η δήλωση με την οποία κλείνει το ποίημα ΑΚΡΩΣ ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΗΤΟ

Από το θάνατο του έρωτα
Προτιμώ την μοναξιά

Στο μέσον περίπου της συλλογής βρίσκουμε το ποίημα ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ
Το πένθος (από το ρήμα πάσχω, από όπου προέρχεται βέβαια και το πάθος συνοδεύει τη ζωή μας. Μας ακολουθεί από τη γέννησή. Είναι ο ομφάλιος λώρος που μας δένει με την μνήμη. Το ενδυναμώνει η απουσία της αγάπης. Μας συνιστά η ποιήτρια να συμφιλιωθούμε μαζί του, να είμαστε ψύχραιμοι κι ευγνώμονες γιατί υπάρχει για να καλύπτει το απόλυτο κενό.
Ας έλθουμε τώρα στο θέμα της ποίησης και της τέχνης γενικότερα.
Η ζωή και η ποίηση είναι οι δύο άκρες μιας κλεψύδρας. Η ζωή βρίσκεται σε ένα πατητήρι σταφυλιών. Η σύνθλιψή της τροφοδοτεί την ποίηση. Η ποίηση από την άλλη πλευρά είναι η σκιά της ζωής. Υποδεικνύει την ύπαρξή της, αλλά δεν είναι η ζωή. Αγάπη μπορεί να υπάρξει μόνο στην αληθινή ζωή. Στην απεικόνιση αγάπη δεν υπάρχει.
Στο ποίημα ΤΕΧΝΗ η ποιήτρια δηλώνει ότι η τέχνη είναι η οροφή που λείπει γι’ αυτό ζει πάντα σε ερειπωμένα σπίτια

Κάτι να χάσκει
κάτι να λείπει
κάτι να διαβρώνει την τελειότητα.

Η χώρα της ποίησης είναι μια άλλη χώρα. Ο ποιητής ένα αμφίβιο που ζει και στους δύο κόσμους. Ο κόσμος της τέχνης είναι κόσμος σκιών, δεν δίνει απαντήσεις. Σ’ αυτόν πηγαίνουν οι προορισμένοι, όσοι σφραγίστηκαν μικροί με κείνο το μισό πέταλο στον ώμο που σημαίνει πως τίποτε ποτέ δεν θα ’ναι ολόκληρο. Εκτός από ένα μελανοδοχείο που αδειάζει.
Στο ποίημα ΤΟ ΚΕΝΟ υπάρχει η εξής ενδεικτική περιγραφή:

Τυλίγεις το ανδρικό κορμί
Σε μία κόλλα από χαρτί
Αφού το φιμώσεις με μελάνι
Κοιμάσαι μαζί του μία δύο τρεις φορές
σε ένα φτηνό ξενοδοχείο
το κρεβάτι τρίζει αφόρητα
η βρύση στάζει
η μούχλα τρώει τους τοίχους.
Κι εκεί γύρω στις πέντε το πρωί
Μες στο αμνιακό υγρό της ποίησης
Όλα θα ζωντανέψουν ξαφνικά
….
Τότε και μόνο τότε, καταλήγει το ποίημα,
Μπορείς να γράψεις για το τίποτα.
Το τέλος του ποιήματος, δεν ξέρω γιατί, μου φέρνει στο νου μια φράση από το ποίημα ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ, Κρύβω άσσους σε μανίκι δίχως χέρι.
Ο κόσμος της ποιητικής συλλογής ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ είναι θλιμμένος, μοιάζει αδιέξοδος. Υπάρχουν όμως και σημεία φυγής. Στο ποίημα ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΤΕ φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ελπίδα βρίσκεται πάλι στην αγάπη, γιατί συνέχεια χ«ο χωρισμός είναι απόφαση, η αγάπη χωρίς διακοπή». Και στο ποίημα Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΗΣ ΗΤΤΑΣ, και κλείνω με αυτό το απόσπασμα, διαβάζουμε:

Κι όμως υπήρξαν άνθρωποι μέσα στους αιώνες
Παράλογα και ανόητα γενναίοι
Που αψήφησαν την βέβαιη ήττα
Άγγιξαν ξένο κορμί, δικό τους
Άλλη ψυχή, οικεία
Και με ένα φιλί
Σταγόνα βουλοκέρι
Σφράγισαν τον Χρόνο

Το κείμενο είναι η ομιλία του Αλέξανδρου Βαναργιώτη στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής Κλινικά Απών, της Χλόης Κουτσουμπέλη, στο βιβλιοπωλείο Κηρήθρες(12 Δεκεμβρίου 2014)

ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ΠΙΑ ΝΩΡΙΣ

ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΡΑΚΟΥ

vakxikon τχ 20

Στον ποιητικό κόσμο της Χλόης Κουτσουμπέλη

«Στον Αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς» η έκτη κατά σειρά ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη. Τίτλος – δάνειο από δίστιχο ποιήματος που συμπεριλαμβάνεται στο σώμα του βιβλίου και ο οποίος αν αποσυντεθεί στις επιμέρους λέξεις, μας δίνει όλες εκείνες τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε για να συνοψίσουμε την ποιητική υπόστασή της, ως μια βαθιά τομή στο χρόνο και το χώρο.
Θέα μέσα από παραθυρόφυλλο θα τολμούσα να χαρακτηρίσω την ποίησή της και αυτό γιατί, τα παράθυρα αποτελούν το σημείο που το τεχνητό μας περιβάλλον μηδενίζεται και ταυτόχρονα, ανοίγει το κανάλι επικοινωνίας με το εξωτερικό περιβάλλον.
Το «μέσα» και το «έξω» , αποτελούν τους δύο μεγάλους κόσμους μας, που τους θέλουμε και τους δύο και χωρίς αυτούς δεν μπορούμε να υπάρχουμε με βάσιμες δυνατότητες επιβίωσης και ανέλιξης.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι απαλλαγμένη από την έκφραση μιας φίλαυτης προσωπικότητας, από τη μίζερη επιθυμία, του να δειχτεί. Απέχει από τα όνειρα της άνεργης περιπλανώμενης φαντασίας, από τα κατά παραγγελία αισθήματα και την επιδεικτική θλίψη. Δε γράφει για να ξεφορτωθεί στιγμιαία, ή χρόνια υποκειμενικά βάρη, μετακυλώντας τους εφιάλτες της στην πλάτη του αναγνώστη. Αφήνει να μεγαλώσουν μέσα της οι σκιές και μετά παίρνει το φως και το τοποθετεί με φροντίδα περισσή στα εκτός παραθυρόφυλλων.
Ήρωες που αλλάζουν μορφή και φύλο, αλληγορίες που εξάπτουν τη φαντασία και το συναίσθημα, ονειρικές περιπλανήσεις σε κόσμους παράλληλους και γριφώδεις, που δίνουν μία διαρκή εναλλαγή από το μικρό στο μεγάλο, από το δυνατό στο αδύνατο, από την εξομολόγηση στην αποστασιοποίηση.
Οι κώδικές της, τα στοιχεία- σύμβολα, αλλά και οι σταθερές της, σχηματοποιούν το μύθο της, που όσο και αν περιχαρακώνεται, ή εκτείνεται στην απεραντοσύνη των οριζόντων του φανταστικού και του υποκειμενικού ονείρου, δεν παύει να κατάγεται από την πραγματικότητα.
Τόσο το πραγματικό, όσο και το φανταστικό βρίσκονται σε μία διαρκή σύγκρουση, αλλά και συνύπαρξη, η οποία οδηγεί σε μια σπάνια συμμετρία και αρμονία.
Είναι σαφές, ότι με όποιο τρόπο και αν επιχειρήσει κανείς την ανάγνωση αυτής της ποίησης, θα οδηγηθεί στη γνωριμία με ένα πληρέστατο κοσμοείδωλο, το οποίο βρίσκει την τέλεια έκφρασή του στον κόσμο των λέξεων. Και αυτό γιατί, η Χλόη Κουτσουμπέλη εισέρχεται στο ποιητικό τοπίο με μια φαντασία δημιουργική και για το λόγο αυτό, ικανή να οικοδομήσει ελεύθερα, με τους «παραμορφωτικούς» καθρέφτες την πραγματικότητα και κατόπιν να τη διαλύσει, ταξιδεύοντας έτσι τον αναγνώστη της, στο αέναο και ασύνορο σύμπαν, δίνοντάς του τη δυνατότητα να επιστρέψει από εκεί, ακόμα πιο πλούσιος.
Στην ποίηση αυτή, ανακαλύπτεις το βαθύ ερωτικό λόγο -που αρχή του, μα και τέλος του έχει το να αντικρίζει την ωραιότητα των ανθρώπων και των πραγμάτων- να ελίσσεται και να μορφοποιείται μέσα στον κόσμο. Έναν κόσμο ανθεκτικό, φορές περίτεχνο, φορές λιτό, αφού η ποιήτρια γνωρίζει καλά το πώς, το πότε και το πού θα χρησιμοποιήσει τις λέξεις εκείνες που θα δομήσουν, ή θα αποδομήσουν το σύνολο του ποιήματος.

Χαρακτηριστικά παραθέτω το ποίημα:

Η ΚΙΒΩΤΟΣ

«Θέλω» της είπε «να φτιάξω μία κιβωτό
Θα κλείσω μέσα σε ζευγάρια όλα τα είδη της αγάπης μου
τα παχύδερμα απογεύματα
που περπατούν αργόσυρτα
τινάζοντας τις προβοσκίδες στον αέρα
τις αγριόχηνες των φιλιών
τις λαίμαργες ύαινες του πόθου
τους σκορπιούς της απουσίας»
Αυτή χαμογελούσε τρυφερά
όπως νανουρίζουμε τον πόνο
«Αχ, εσείς οι ποιητές» αναστέναξε βαθιά
«με τα μαυσωλεία ποιήματα κοροϊδεύετε τον χρόνο»
Έβγαλε το μαύρο της φουστάνι
κι όλο το τώρα κύλησε μεταξωτό στο πάτωμα
Κι ύστερα τον οδήγησε στην πιο αρχαία κιβωτό
Το ολόγυμνό της σώμα

Η Χλόη Κουτσουμπέλη έχει την ικανότητα να μας οδηγεί στο ψηφιδωτό των ανθρώπινων σχέσεων. Κάτω από κάθε ψηφίδα, είναι ικανή να αντικρίσει τον άνθρωπο τον ερχόμενο από τα βάθη των αιώνων, που κάνει στάση στο παρόν, ή και στο μέλλον ίσως. Μοιάζει να περιμένει αυτόν τον άνθρωπο η ποιήτρια, έτοιμη πάντα να σταθεί δίπλα του, με την κατασταλαγμένη γνώση ότι ποτέ δε θα μπορέσει να αποδράσει από τη διαρκή πολιορκία του μυστηρίου της ζωής, κάνοντας την τομή, στον κύκλο της ύπαρξης.

Παραθέτω το ποίημα:

ΟΔΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Θα μπορούσε να είναι
μία φλέβα στον καρπό μου
ή ένα αιλουροειδές
Μία πινακίδα οδοσήμανσης
Ή σήματα μορς για τυφλές κουκουβάγιες
Στην πλατεία με πήγαινε παλιά ο παππούς
Του ζητούσα να με συστήσει στα παιδάκια
Τα περιστέρια ήταν όλα ύπουλα και παχουλά
Ράμφιζαν τα χέρια και το πρόσωπο
Η οδός Αριστοτέλους θα μπορούσε να είναι
Χθες ή αύριο
Σήμερα δεν είναι παρά ένας δρόμος ταχείας αδιαφορίας
ανθρώπων την ώρα της αιχμής

Η ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη, μέσα στα 44 ποιήματα της συλλογής της, μας προσφέρει αφειδώς μιαν απόλαυση. Αυτή της σταδιακής αποκάλυψης του ποιητικού της Είναι.

Ας χαμηλώσουμε την έσω φωνή μας, να γίνουμε ένα με τους στίχους της:

ΟΙ ΑΔΕΙΕΣ ΜΕΡΕΣ

Πάνω σε τσιγκέλια
κρεμασμένες
ωμές και ψόφιες
οι μέρες της ζωής μας
Ο κρεοπώλης χρόνος
τρίβει τα χέρια με χαρά

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗΣ

diastixo 11/3/2013

Ποίηση του ανικανοποίητου έρωτα, υπό τη σκιά της ιδεαλιστικής τελειότητας, που στιγμιαία μόνο αγγίζεται από το υποκείμενο. Τα πρόσωπά της «αυτοκτονούν» συναισθηματικά γιατί δεν μπορούν να γευτούν το απόλυτο, σε μια ασυμβίβαστη λογική (π.χ. «Ιερή πέτρα»).
Ο έρωτας είναι δισυπόστατος, κρύβει μια αγγελική και μια σκοτεινή μύχια πλευρά, που καραδοκεί έτοιμη να ξεχυθεί («Λευκό γάντι», «Κρύα ψάρια»). Ζει μέσα στο όνειρο ιδανικός («Η τέλεια μέρα»), φλερτάρει, αλλά κατά βάση αποχωρεί ανεκπλήρωτος ή ανολοκλήρωτος και αυτό είναι το κλειδί της κινητήριας δύναμης των ποιημάτων της. Η πραγματικότητα ωχριά, μοιάζει ψεύτικη, οι εραστές γυρνούν με μάσκες («Η παράσταση») και δεν ικανοποιούν τη βαθύτερη επιθυμία για το απόλυτο, το οποίο είναι διαρκώς ζητούμενο. Ο έρωτας είναι συνυφασμένος με το τέλος, τον θάνατό του, την απώλεια και η θετική του όψη μένει στη σφαίρα της φαντασίας. Η επιθυμία παραμένει καθοριστική, η θλίψη και η προδοσία επικρατούν (σσ. 31, 32).
Συχνά μέσα από μια σειρά μυθικών συμβόλων, Αριάδνη, Θησέας (σελ. 32), Αδάμ, Εύα, Λίλιθ (σελ. 51), Πηνελόπη (σελ. 47, 57) ή ακόμα και την Αλίκη του παραμυθιού (σελ. 43), αντλεί σύμβολα και συναισθηματική φόρτιση, χρησιμοποιώντας τα ως πηγές μυθικής αντικειμενικής συστοιχίας. Τα σύμβολα αυτά διαχέονται και στις προηγούμενες συλλογές της και τείνουν να γίνουν συναισθηματικά μοτίβα, με διαφορετικό κάθε φορά περιεχόμενο. Χρησιμοποιεί μάλιστα και τον αύξοντα λατινικό αριθμό για να ξεχωρίσει το ποίημα από τα άλλα με τον ίδιο τίτλο, εντός της ίδιας ή άλλων συλλογών («Πηνελόπη III» «Αντιγόνη IV», «Πηνελόπη IV»). Οι χαρακτήρες πιστοποιούν και επαναφέρουν συμπεριφορές σύγχρονες, αλλά και διαχρονικές. Χειρίζεται όμως πολύ ελεύθερα τις ιστορίες, ποιητική αδεία, πολλές φορές συστρέφοντας ή ακόμα και ανατρέποντάς τες (π.χ. «Η Αλίκη κερδίζει»). Βέβαια, συγκρινόμενη η μέθοδός της με αυτή του μεγάλου Γιώργου Σεφέρη –που πρώτος τεκμηρίωσε τον όρο μαζί με τον Έλιοτ–, διακρίνουμε εδώ ότι κατευθύνεται προς τον ψυχολογικό και ερωτικό τομέα και όχι προς τον ιστορικό ή κοινωνικό και τα «προσωπεία» συχνά ανταποκρίνονται σε διαχρονικές καταστάσεις, με αρκετά αυτοαναφορικά στοιχεία («Ιερή πέτρα», «Η συγνώμη», «Στο βυζαντινό μουσείο»).
Η ποιήτρια είναι το ποίημα («Τα ποιήματα γερνούν»), πληγώνεται και τεμαχίζεται λυρικά μπροστά μας, χωρίς εκκωφαντικές εξάρσεις, με μια περιγραφή λιτή, απλή, άμεση, μέσα από εικόνες και επενέργειες συναισθηματικής αλληλουχίας, νοηματικής συνάφειας, με συγκεκριμένη δομή και κατεύθυνση, γι’ αυτό δεν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε σουρεαλιστική, ακόμα και αν μερικές στιγμές, υπό το κράτος της συναισθηματικής καταβολής, σπάει ο λογικός μίτος. Νόημα, συνέχεια και αίσθηση υπάρχουν, συνήθως με εσκεμμένη ελλειμματικότητα, που αυξάνει την ποιητικότητα και απομακρύνεται από την απλή αποτύπωση. Παρουσιάζονται, βέβαια, και εξαιρέσεις: «Η θυσία» και «Στη στάση», όπου τα υπερρεαλιστικά στοιχεία είναι εμφανή και επικρατούν.
Συνολικά μπορώ να παρατηρήσω ότι το υπαρξιακό, κυρίως ερωτικό –γιατί αυτή η ανικανοποίητη έλλειψη υπαινίσσεται ένα αδιαμφισβήτητο κενό–, αλλά όχι μόνο («Το είδωλο»), είναι αυτό που κυριαρχεί στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη.

ΤΟ ΙΕΡΟ ΔΟΧΕΙΟ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΡΑΠΤΗ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 9.3.2016

Ο Νώε και η Σιγκάλ

Σε ένα λεπτό βιβλιαράκι από τις εκδόσεις «Θίνες» (2015), η Χλόη Κουτσουμπέλη στο Ιερό Δοχείο μας συστρατεύει στο πλευρό της τραγικά «τυχερής» 18χρονης Σιγκάλ εντός μίας «απόκρυφης» Κιβωτού του Νώε, η οποία χρήζει ενός κατακλυσμού εκ των έσω, αφού όσα σημεία και τέρατα γίνονται μέσα στην Κιβωτό, ανθρώπου νους δεν μπορεί να τα συλλάβει.
Η γνωστή γραφίδα-λεπίδα της Χλόης Κουτσουμπέλη ανατέμνει μία φρικιαστική πατριαρχική κοινωνία που «καλά κρατεί» από κατακλυσμιαίων χρόνων με την ευλογία του Θεού και τη δικαιολογία του επινοήματος της Αναγκαιότητας σύμφωνα με το οποίο η Γυναίκα είναι «το ιερό δοχείο» για τη διαιώνιση του ανθρώπινου είδους με οποιοδήποτε κόστος. Μετονομαζόμενη ως «ιερό δοχείο» λοιπόν η δεκαοχτάχρονη Σιγκάλ έχει επιλεγεί από τον μαθουσάλα (και ενίοτε μεθύστακα) Νώε (ο οποίος επικοινωνεί απευθείας με τον Θεό) να αντικαταστήσει την νόμιμη ηλικιωμένη γυναίκα του την Εμζάρα, η οποία αφού έχει ήδη φέρει στον κόσμο τους τρεις γιους του Νώε, έχει πλέον καταστεί άχρηστη ως ιερό δοχείο. Πρέπει λοιπόν να θυσιαστεί η Εμζάρα την ώρα του μεγάλου Κατακλυσμού, αφού δεν υπάρχει χώρος πλέον γι’ αυτή μέσα στην Κιβωτό που έφτιαξε ο Νώε, η οποία μεταφέρει εκτός από τον ίδιο και τη νεαρή παλλακίδα του την Σιγκάλ, και τους τρεις γιούς του με τις γυναίκες τους μαζί με 50.000 ζώα και 1.000.000 είδη εντόμων. Μέσα στην ασφυκτική μπόχα λοιπόν της Κιβωτού, η δυσωδία των εγκλημάτων του βιασμού και της συγκεκαλυμμένης πατρικής στοργής- σεξουαλικής εκμετάλλευσης της ορφανής Σιγκάλ κάνει τη μπόχα των ζώων να ωχριά.
Κουβαλώντας τα τραύματα του «πασπατεύματος» μέσα στο οικείο της περιβάλλον από τη στιγμή που η μητέρα της πέθανε, η Σιγκάλ βρέθηκε έγκλειστη στην «σωτήρια» Κιβωτό, αλλά και όμηρος στις «νόμιμες» ορέξεις ενός αρνητικά σκιαγραφούμενου Νώε, οι οποίες όμως δημιουργούν περαιτέρω εντάσεις καθώς διεγείρουν και τον έναν γιο του Νώε, και οι σχέσεις μεταξύ όλων αλλοιώνονται φέρνοντας στο προσκήνιο κάθε αρνητικό συναίσθημα που μετατρέπει την καθημερινότητα της Σιγκάλ σε κόλαση. Η μόνη της διέξοδος λοιπόν είναι η γραφή με τη μορφή επιστολών στην Εμζάρα (την οποία φανταζόμαστε να ζει το δικό της δράμα της εγκατάλειψης και της εγκαρτέρησης μπροστά στον επικείμενο θάνατο).
Μέσα από εννέα επιστολές γραμμένες σε πάπυρο, από τις οποίες οι πρώτες επτά είναι τοποθετημένες στο χρόνο και οι δύο τελευταίες σε απροσδιόριστο χρόνο, η Σιγκάλ σαν ένα άλλο τζιτζίκι (όπως υποδηλώνει το όνομά της στα γαλλικά) τραγουδά τον πόνο της και τον κοινοποιεί στη μεγάλη αδερφή, μητέρα, φίλη Εμζάρα μέσω ενός γαλάζιου γαλόπουλου, ακόμα κι αν δεν είναι βέβαιο αν ποτέ θα φτάσουν στον προορισμό τους. Σημασία όμως έχει ότι μέσω της γραφής επιτελείται μία διαδικασία αφύπνισης και αυτοσυνειδησίας της Σιγκάλ, ενώ ταυτόχρονα υφαίνεται μία ηχηρή καταγγελία εναντίον της ανδρικής εξουσίας που έχει περιορίσει την αξία της γυναίκας μόνο στη σάρκα της. Αυτές οι εννέα επιστολές της Σιγκάλ είναι αρκετές για να συμπυκνώσουν το μεγάλο «ΚΑΤΗΓΟΡΩ» που επιδέξια έπλεξε η φεμινίστρια Χλόη Κουτσουμπέλη ως παρακαταθήκη στον αγώνα για τα δικαιώματα της γυναίκας που ακόμη και σήμερα σε διάφορες γωνιές του πλανήτη υποβαθμίζεται και γίνεται αντικείμενο αισχρής εκμετάλλευσης.

ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ

FRACTAL 06/04/2016

Γιατί δεν υπάρχουν γαλάζια γαλόπουλα;

«Θέλω» της είπε να φτιάξουμε μια κιβωτό/ Θα κλείσω μέσα σε ζευγάρια όλα τα είδη της αγάπης μου/ Τα παχύδερμα απογεύματα/ που περπατούν αργόσυρτα/ τινάζοντας τις προβοσκίδες στον αέρα/ τις αγριόχηνες των φιλιών/ τις λαίμαργες ύαινες του πόθου/ τους σκορπιούς της απουσίας»/ Αυτή χαμογελούσε τρυφερά/ όπως νανουρίζουμε τον πόνο/ «Αχ, εσείς οι ποιητές» αναστέναξε βαθιά/ «με τα μαυσωλεία ποιήματα κοροϊδεύετε τον χρόνο»/ Έβγαλε το μαύρο της φουστάνι/ κι όλο το τώρα κύλησε μεταξωτό στο πάτωμα/ Κι ύστερα τον οδήγησε στην πιο αρχαία κιβωτό/ Το ολόγυμνό της σώμα
Η αναφορά αυτή στην Κιβωτό είναι από προηγούμενη ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη, Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012. Δύο πολύ ενδιαφέρουσες αναλογίες: η πρόταση του άντρα για μια κιβωτό με όλα τα είδη της αγάπης του σε ζευγάρια. Η πρόταση της γυναίκας, για το γυμνό γυναικείο σώμα ως κιβωτό. Μια πολύ θετική παρουσία του ερωτικού σώματος. Στο Ιερό Δοχείο το κλίμα αλλάζει, και το γυναικείο σώμα μετατρέπεται από κιβωτό σε (ιερό) δοχείο. Είναι φανερό, πάντως, ότι το θέμα κιβωτός απασχολεί από καιρό τη Χλόη Κουτσουμπέλη.

Στο Ιερό δοχείο έχουμε τη συνάντηση του ποιητικού με τον θεατρικό λόγο. Σε μια εξαιρετική ισορροπία. Με τρόπο αντισυμβατικό και ανατρεπτικό. Γυναικείοι χαρακτήρες αλλά και αντρικοί σμιλεμένοι μέσα από τους επιστολικούς μονολόγους της Σιγκάλ στην Εμζάρα– ομολογώ ότι η τραγικότητα της Εμζάρα με συγκινεί ιδιαίτερα. Πολύ ενδιαφέρον θέμα που αναδεικνύεται από μια ώριμη γραφή.
Δύο είναι οι άξονες που ορίζουν το κείμενο:
1. Ο πρώτος αφορά τη συνειδητοποίηση της Σιγκάλ. Η ανυποψίαστη κοπέλα αντιλαμβάνεται σταδιακά ότι η αναγκαιότητα του ιερού δοχείου, της μήτρας δηλαδή που θα κυοφορήσει παιδιά του Νώε, όπως της είπε ο ίδιος, είναι σε μεγάλο βαθμό πρόφαση για τις ερωτικές ορέξεις του. Το ιερό δοχείο είναι στην πραγματικότητα ένα απλό δοχείο ερωτικών συνευρέσεων, βιασμού και κακοποίησης.
Η ανυποψίαστη κοπέλα βέβαια κινείται και από μια άλλη ανάγκη, να φύγει μακριά από το σπίτι της και την αρρωστημένη ερωτική συμπεριφορά του πατέρα και των αδερφών της.
Η συνειδητοποίηση της Σιγκάλ καταγράφεται στις επιστολές που προσπαθεί να στείλει στην Εμζάρα, τη γυναίκα του Νώε, που περιμένει τη μοίρα της σε ένα «καταφύγιο» από ιερό ξύλο αλειμμένο με πίσσα πάνω σε ψηλό δέντρο, όπου υποτίθεται θα γλιτώσει από τον κατακλυσμό. Οι επιστολές είναι οι τύψεις της, οι ενοχές, οι αμφιβολίες της, η αλληλεγγύη που νιώθει προς την ηλικιωμένη γυναίκα. Η μεγαλύτερη αναγκαιότητα, εντέλει, μέσα σ’ αυτό το ταξίδι του κατακλυσμού, είναι αυτή της γραφής για τη Σιγκάλ, που αν δεν γράψει θα σταματήσει να ζει.
2. Ο δεύτερος άξονας αφορά τη ματιά της συγγραφέως στην ιστορία της Κιβωτού, και τη στάση των προσώπων της οικογένειας του Νώε. Η Κουτσουμπέλη κρατά το πλαίσιο όπως παραδίδεται από τη Γένεσι: Ο Νώε και οι τρεις γιοι του, οι γυναίκες τους, οχτώ δηλαδή άτομα που θα σωθούν από τον κατακλυσμό. Ο κατακλυσμός και η κιβωτός, και το ένα ζευγάρι από το κάθε είδος ζώου που θα μπει στην κιβωτό. Από εκεί και πέρα υπάρχουν μεταβολές, καθώς κριτικά η γραφή διαμορφώνει το δικό της πλαίσιο. Η Σιγκάλ, η νεαρή καινούρια σύζυγος και ο ρόλος της, είναι απόλυτα δικό της εύρημα. Για τα ονόματα της νόμιμης συζύγου του Νώε, καθώς και των συζύγων των γιων του, η Κουτσουμπέλη επιλέγει από διάφορες σωζόμενες εκδοχές, γιατί η επίσημη εκδοχή δεν δίνει ονόματά στις γυναίκες! Η επίσης δική της προσθήκη για τον ρόλο των γαλάζιων γαλόπουλων είναι ευρηματική. Το χρώμα τους έχει κάτι ονειρικό και δίνει μια πιθανή αίσθηση αισιοδοξίας στο μαύρο σκηνικό του θανάτου. Ως αναγνώστρια, τα αγάπησα πολύ.
Είναι τελικά ενάρετος ο Νώε; Αναλύεται η στάση του αλλά και των γιων και των γυναικών τους, μέσα από τον λόγο της Σιγκάλ. Οι τύψεις σημαδεύουν περισσότερο απ’ όλους τον Ιάφεθ, τον γιο που δεν αντέχει να ηχούν στα αυτιά του οι κραυγές της μάνας του, όταν την εγκατέλειπαν στο δεντρόσπιτο. Αυτός επιταχύνει την επίγνωση της Σιγκάλ και, ως ένα βαθμό, οξύνει τις ενοχές της αλλά και την αρνητική στάση της προς τον Νώε.
Η Κουτσουμπέλη ρίχνει το βάρος στη συμπεριφορά και στα συναισθήματα των ανθρώπων. Εφόσον όμως η γέννηση παιδιού με γενάρχη τον Νώε για τον Καινούριο Κόσμο παρουσιάζεται ως εντολή Θεού, η οπτική της πηγαίνει τον αναγνώστη ένα βήμα πιο πέρα, γιατί η αναγκαιότητα μιας νέας γυναίκας-δοχείου και ενός θανάτου μιας άλλης, ηλικιωμένης, τίθενται από πολύ ψηλά, πιο ψηλά από τον Νώε.
Η Σιγκάλ κινείται από την υποταγή ως την αμφισβήτηση. Αλλά θέλει να ζήσει, και δείχνει έναν βαθμό προσαρμοστικότητας. Στέλνει δύο επιστολές στην Εμζάρα, με τα δύο γαλάζια γαλόπουλα. Βάζει σε κίνδυνο τη ζωή της με την πράξη της αυτή, που παραλίγο να αποκαλυφθεί. Έτσι, εξαφανίζεται το ζεύγος από τα γαλόπουλα, άρα το είδος δεν υφίσταται στον Καινούριο Κόσμο. Από μια στιγμή και μετά, το περιστέρι αναλαμβάνει να διερευνήσει τις συνθήκες έξω από την κιβωτό, με πρωτοβουλία της Νέλε, που καλύπτει έτσι την «αυθαιρεσία» της Σιγκάλ.
Τις υπόλοιπες επιστολές τις γράφει η Σιγκάλ γιατί νιώθει ότι πρέπει να εκφράσει τα συναισθήματα και τις παρατηρήσεις της, έστω και αν γνωρίζει πως θα μείνουν ανανταπόδοτα. Ίσως πιστεύει ότι μπορεί να χρησιμεύσουν, όταν σταματήσει το κακό. Και οπωσδήποτε η γραφή είναι η αντίδραση και η αντίστασή της στην εξουσία που της επιβάλλεται.
Αυτά ήθελα να σου γράψω και από τον φεγγίτη τώρα θα απελευθερώσω το γαλάζιο γαλόπουλο, για να έρθει σε σένα. Από χθες, δεν του έβαλα βοτάνια στο νερό και στην τροφή του, για να μπορέσει να πετάξει. Ελπίζω να σε βρει καλά. Ο Θεός μαζί σου.
Η καινούρια μικρή αδελφή σου, Σιγκάλ. (Ημέρα έβδομη)
Επιστολικοί μονόλογοι, λοιπόν. Εννιά επιστολές. Από την 7η μέρα ως Κάπου στο Αραράτ. Για να χτιστούν οι χαρακτήρες και των ανδρών και των γυναικών. Καθόλου μανιχαϊστικά. Καλοί και κακοί είναι και οι άντρες και οι γυναίκες. Η συνεσταλμένη Αντατανέσε που μεταβάλλεται σε κυνική διεκδικήτρια της εύνοιας του Νώε, δηλαδή της εξουσίας. Η περίεργη Νέλε, που «διοικεί» την Κιβωτό, σκληρή, ιδιαίτερα με τη Σιγκάλ, τη σώζει όμως στην πιο κρίσιμη στιγμή. Κάποιος περίεργος ερωτισμός υπάρχει μεταξύ τους. Ο υπερευαίσθητος Ιάφεθ, ο ευέξαπτος Χαμ. Ο Νώε, με το βάρος μιας αποστολής από τη μια, με πολλά ανθρώπινα πάθη από την άλλη.
Η ατμόσφαιρα στην Κιβωτό αποδίδεται με παραστατικότητα, με έμφαση σε ορισμένα στοιχεία και συμπεριφορές. Οι οσμές, οι δυσκολίες στη φροντίδα των ζώων – ρίχνουν φάρμακο στο νερό και στην τροφή τους, για να είναι ήσυχα και να κοιμούνται. Η κούραση που αφήνει έντονα τα σημάδια στο πρόσωπο και στο κορμί των γυναικών, σαν να πολλαπλασιάζεται ο χρόνος. Και περισσότερο οι υπαινιγμοί, όσα με μια νύξη αφήνεται ο αναγνώστης να καταλάβει και να φανταστεί. Οι φόβοι της Σιγκάλ, το πνιχτό κλάμα της, οι σιωπές της που λένε πολλά. Υπάρχει εύγλωττη σιωπή σ’ αυτό το κείμενο, με σταθερή υπόκρουση τον ήχο της βροχής.
Εμζάρα, είναι αργά το βράδυ. Γλιστρώ κρυφά με έναν πάπυρο, ένα φτερό κοιμισμένου περιστεριού και ένα δοχείο με πορφυρή βαφή από λουλούδια, για να σου γράψω. Κάθομαι κοντά στη φωτιά, γράφω με το αμυδρό της φως, στο κέντρο της Κιβωτού. (Ημέρα δέκατη τέταρτη)
Κείμενο αφηγηματικό, εφόσον έχουμε την αφήγηση μιας ιστορίας. Ο ποιητικός τόνος προστίθεται με την επιλογή των λέξεων, την ατμόσφαιρα που δημιουργείται, την πυκνότητα του λόγου, τις σιωπές. Και είναι οι επιστολές-μονόλογοι που δίνουν τη θεατρικότητα. Απαιτούν κάποιον αποδέκτη-ακροατή. Που μπορεί να είναι η Εμζάρα αλλά είναι και ο καθένας που θα έχει τη δυνατότητα να ακούσει. Τους μονολόγους τους διαβάζεις, αλλά πάντα «ακούς» τη φωνή του αφηγητή, θέλεις να διακρίνεις όλο το εύρος των συναισθημάτων στην έκφρασή του. Έτσι κι εδώ. Θέλεις να ακούς τη φωνή της αφηγήτριας, να ακούς την ανάσα της, την αγωνία, τη σιωπή της. Γι’ αυτό θεωρώ ότι το κείμενο είναι θεατρικοί ποιητικοί μονόλογοι.
Μέσα από τους επιστολικούς μονολόγους ο αναγνώστης εισπράττει έμμεσα, με τις περιγραφές, τις αμφιβολίες και τα σχόλια της αφηγήτριας, τη δυσπιστία για τον καινούριο κόσμο: βασισμένος πάνω σε ψέμα, απάτη, ανταγωνισμούς, αυταρχικότητα, μηχανορραφίες και, κυρίως, υποκείμενος στην εξουσία ενός προσώπου, μοιάζει να μην υπόσχεται ευοίωνο μέλλον. Και είναι για τον λόγο αυτό που, μαζί με την ώριμη γραφή, τις ενδιαφέρουσες ανατροπές και την υποβλητική ατμόσφαιρα, το έργο της Κουτσουμπέλη γίνεται εξαιρετικά επίκαιρο.
Οι θεατρικοί μονόλογοι της Σιγκάλ συνιστούν ένα ιδιαίτερο είδος γραφής, ένα θεατρικό ποιητικό είδος, που αξίζει να προσεχθεί, καθώς πατάει καλά και στα δύο συστατικά του μέρη, με τη διαγραφή των χαρακτήρων και την πλοκή από τη μία, και με την ποιότητα και την ατμόσφαιρα της γραφής από την άλλη.

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

FREAR 5/4/2016

Διαβάζοντας το «Ιερό δοχείο» της Χλόης Κουτσουμπέλη

Η Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται στην οργή του Θεού και τον Κατακλυσμό που επέφερε για να τιμωρήσει το ανθρώπινο γένος, για την ηθική του κατάπτωση. Για να μην καταστραφεί ολοκληρωτικά και να εξαφανιστεί κάθε μορφή ζωής από τη γη, ο Θεός προειδοποίησε τον Νώε, ως τον μοναδικό δίκαιο και ευσεβή άνθρωπο της εποχής του, για τον επερχόμενο Κατακλυσμό και τον καθοδήγησε για την κατασκευή της Κιβωτού, στην οποία θα κλείνονταν ο ίδιος, η γυναίκα του και οι τρεις τους γιοι μαζί με τις γυναίκες τους. Μαζί τους θα έκλειναν και ένα ζευγάρι ζώων από κάθε είδος που υπήρχε στη γη. Έτσι, μετά το τέλος του Κατακλυσμού και τον αφανισμό που θα επέφερε, μέσα από αυτούς θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας καινούργιος κόσμος, απαλλαγμένος από το βάρος της αμαρτίας και της ηθικής κατάπτωσης.
Αν, όμως, ο Νώε ήταν ο μοναδικός δίκαιος και ευσεβής άνθρωπος της εποχής του, συνέβαινε το ίδιο και με τη σύζυγό του, τους γιους του και τις νύφες του; Και τι συνέβη άραγε ανάμεσά τους, όταν επί 40 ημέρες και νύχτες ήταν έγκλειστοι στην Κιβωτό, την ίδια στιγμή που όλος ο κόσμος αφανιζόταν;
Η Χλόη Κουτσουμπέλη, στο έργο της Ιερό Δοχείο, μας αφηγείται ακριβώς αυτό: τη ζωή των εγκλείστων στην Κιβωτό και τις δυναμικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους. Κάνει, όμως, μια καθοριστικής σημασίας αλλαγή στα πρόσωπα της Κιβωτού, που επιδρά καταλυτικά σε όλους και επιταχύνει τις εξελίξεις. Αντί για την Εμζάρα, τη σύζυγο του Νώε, στην Κιβωτό βρίσκεται η Σιγκάλ. Ο Νώε, λέγοντας ότι ακολουθεί το Θεϊκό Σχέδιο, αφήνει πίσω την Εμζάρα, που δεν μπορεί πια να τεκνοποιήσει, και παίρνει μαζί του τη Σιγκάλ, που είναι νέα και αισθησιακή, για να του κάνει ένα παιδί στον Καινούργιο Κόσμο. Αυτό είναι το Θέλημα του Θεού, λέει, αυτή είναι η Αναγκαιότητα.
Στην πραγματικότητα, όμως, ο Νώε, δεν έχει πάρει μια τέτοια εντολή από τον Θεό. Επιλέγει να πάρει μαζί του τη νεαρή Σιγκάλ για να ικανοποιεί τις σεξουαλικές του επιθυμίες και επικαλείται το Θέλημα για να κάμψει τις όποιες αντιδράσεις θα μπορούσαν να υπάρξουν τόσο από την Εμζάρα όσο, και κυρίως, από τους γιους του. Έτσι, όμως, διαπράτει Ύβριν απέναντι στον Θεό. Γιατί εγκληματεί, επικαλούμενος ότι το κάνει στο Όνομά του. Η εγκατάλειψη της Εμζάρα ισοδυναμεί με βέβαιο θάνατο, ο Νώε το γνωρίζει πολύ καλά, όπως το γνωρίζουν, παρότι το αρνούνται αρχικά, και οι υπόλοιποι. Και ο θάνατος αυτός, δεν είναι επιλογή του Θεού, αλλά του Νώε και δεν αντισταθμίζεται από τη σωτηρία της Σιγκάλ. Πρόκειται για μια ανθρωποκτονία από πρόθεση. Με συνενόχους τα παιδιά και τις νύφες τους. Η Ύβρις είναι τόσο μεγάλη, ώστε να συνιστά ουσιαστικά, ένα Δεύτερο Προπατορικό Αμάρτημα και η Ενοχή ρίχνει βαριά τη σκιά της στα πρόσωπα της Κιβωτού και τη συμπεριφορά τους.

Η Σιγκάλ έχει χάσει τη μητέρα της, μένει με τον μέθυσο πατέρα και τα αδέλφια της, οι οποίοι βασάνιζαν τη μητέρα της και βασανίζουν και την ίδια. Τη χρησιμοποιούν σεξουαλικά, με «πασπατέματα» στην πιο αθώα εκδοχή. Εύχεται να μπορέσει να φύγει από το σπίτι και στην κατάλληλη στιγμή εμφανίζεται, ως από μηχανής θεός, ο Νώε, για να την πάρει μαζί του, προβάλλοντας το «Θεϊκό Σχέδιο», αλλά στην πραγματικότητα την αγοράζει από τον πατέρα της. Η Σιγκάλ εντυπωσιάζεται από την απόλυτα Αρχετυπική Πατρική φιγούρα του Νώε, νιώθει δέος και θαυμασμό για τον άνθρωπο που ο Θεός του ανάθεσε να εκτελέσει το Σχέδιό του και με χαρά και ευγνωμοσύνη τον ακολουθεί.
Αυτήν την αρχική ρόδινη ατμόσφαιρα φροντίζει η συγγραφέας να την υπονομεύει με μικρές φράσεις ενταγμένες στη ροή του κειμένου, που μας προειδοποιούν ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι όπως φαίνονται και ότι αρχικά δεν αντικρύζουμε πρόσωπα, αλλά προσωπεία. Σταδιακά, αυτά τα προσωπεία πέφτουν και αποκαλύπτονται τα πραγματικά πρόσωπα που κρύβονται πίσω από αυτά.
Η Σιγκάλ αφηγείται την ιστορία, μέσα από πέντε επιστολές που στέλλει στην Εμζάρα, επιστολές που γράφει την έβδομη ημέρα, τη δέκατη τέταρτη, την τριακοστή, την τριακοστή ένατη και ένα χρόνο μετά το τέλος του Κατακλυσμού, από το όρος Αραράτ. Όπως στον Νώε η Σιγκάλ βλέπει μια Πατρική φιγούρα, έτσι επινοεί και μια Μητρική, μην έχοντας τη μητέρα της, αλλά ούτε κάποιον άλλο για να ακουμπήσει πάνω του συναισθηματικά και ψυχικά. Γνωρίζει, παρότι προσπαθεί αρχικά να το απωθήσει, ότι η Εμζάρα είναι αδύνατο να επιβιώσει. Προσπαθεί να ξεγελάσει τον εαυτό της και να πιστέψει ότι η Εμζάρα θυσιάστηκε για την «Αναγκαιότητα» και έμεινε πίσω με τη θέλησή της, αλλά σύντομα αναγκάζεται να δει την πραγματικότητα. Η Εμζάρα αφέθηκε πίσω να πνιγεί, παρά τη θέληση και τις εκκλήσεις της για το αντίθετο. Η Σιγκάλ αισθάνεται συνένοχη σε αυτό και αυτή η ενοχή τη βαραίνει και την εμποδίζει να αντιδράσει στη συμπεριφορά του Νώε, όταν συνειδητοποιεί ότι δεν είναι ο άγιος άνθρωπος, ο Εκτελεστής του Θελήματος, αλλά ένας γέρος με σεξουαλικές ορέξεις που για την ικανοποίησή τους της προκαλεί πόνο και φόβο, αδιαφορώντας εντελώς για τα δικά της συναισθήματα.
Ο Νώε, επίσης αισθάνεται ένοχος για τις πράξεις του. Έχει διαπράξει Ύβριν προς τον Θεό, άφησε τη γυναίκα του να πνιγεί, αγόρασε τη Σιγκάλ για να ικανοποιεί τις ορέξεις του. Στην αρχή, προσπαθεί να απαλύνει την ενοχή του, εξυμνώντας την Εμζάρα και τις ικανότητές της και μειώνοντας εκείνες της Σιγκάλ και των άλλων τριών γυναικών. Όμως αυτό δεν έχει αποτέλεσμα και σύντομα αρχίζει να πίνει κρασί, ολοένα και περισσότερο, να μεθά και να γίνεται πιο απαιτητικός και βίαιος απέναντι στη Σιγκάλ. Η Σιγκάλ, αναγκάζεται να κρύβεται για να αποφύγει τη σεξουαλική κακοποίηση. Και όταν η Σιγκάλ μένει έγκυος, μεθυσμένος γυμνώνεται και κάνει ανήθικες προτάσεις στην Αντατανάσσε, τη γυναίκα του Ιάφεθ, με την οποία τελικά, συνευρίσκεται σεξουαλικά.
Ο Χαμ αντιδρά έντονα όταν ο Νώε παρουσιάζει τη Σιγκάλ ως εκείνη που θα τον ακολουθήσει στην Κιβωτό αντί της Εμζάρα, αλλά ο Νώε επικαλείται το «Θέλημα» και ο Χαμ υποχωρεί. Όταν ο Νώε γυμνώνεται και κάνει ανήθικες προτάσεις στην Αντατανάσε, ο Χαμ φεύγει και δεν επιστρέφει ποτέ κοντά στους άλλους. Ο Σημ, ένα βράδυ που η γυναίκα του, η Σάντε, του λέει ότι σκέφτεται συνέχεια την Εμζάρα και πως την άφησαν πίσω να πνιγεί, της λέει να σκάσει και τη χαστουκίζει. Στο τέλος ο Σημ συζεί με τη γυναίκα του και τη γυναίκα του Χαμ που εξαφανίστηκε και οι δύο γυναίκες περιμένουν παιδί από αυτόν. Ο Ιάφεθ, όταν η Σιγκάλ τολμά να ξεστομίσει τις «λέξεις που κανείς δεν τολμάει να πει» και να τον ρωτήσει αν η Εμζάρα είναι «ασφαλής», απαντά «ας μας συγχωρήσει ο Θεός, ποτέ δεν θα ξεχάσω τις φωνές της…Πάρτε με μαζί σας. Τρέχαμε μέσα στο δάσος και οι φωνές της μας ακολουθούσαν. Μας καταριόταν, μας έβριζε και μετά μας παρακαλούσε», κλαίει και εξαφανίζεται για ώρες. Στο τέλος, μετά το γεγονός του ξεγυμνώματος του Νώε, σταματά να μιλά, ζει πέρα από τον καταυλισμό που μένουν οι υπόλοιποι και εκπαιδεύει άγρια ζώα για να γίνουν οικόσιτα.
Η Σιγκάλ, στο Αραράτ, έχει τον γιο της και προσπαθεί να εκλογικεύσει, να δει τη θετική πλευρά της ζωής. Ο Νώε, λέει, είναι τρυφερός με τον γιο του, είναι όμορφα και γαλήνια στον καταυλισμό, έχουν την ευλογία του Θεού και χτίζουν, όλοι μαζί έναν «όμορφο καινούργιο κόσμο». Αλλά, αμέσως μετά, καταρρίπτει την ψευδαίσθηση, αφηγούμενη το ξεγύμνωμα του Νώε, το κλείσιμό του στη σκηνή με την Αντατανάσσε, που «νομίζω ότι θέλει κι αυτή λίγη από την εξουσία του», το τρίγωνο του Σημ με τη γυναίκα του και τη γυναίκα του Χαμ που εξαφανίστηκε και την απόσυρση του Ιάφεθ στον δικό του κόσμο και τον κόσμο των ζώων. Και τελειώνει προσπαθώντας και πάλι να δώσει έναν τόνο αισιοδοξίας. «Κατά τα άλλα η ζωή είναι όμορφη.» Αλλά, η προσπάθειά της και πάλι υπονομεύεται από τα λόγια της, όσο και να προσπαθεί, η Απώθηση δεν λειτουργεί και το Ασυνείδητο κάνει την εμφάνισή του. «Ο γιος μου θηλάζει, δαγκώνει τις μικρές μου ρώγες και μου τις κομματιάζει. Και ο Νώε γελάει, ενώ το αίμα κυλάει στην κοιλιά μου. Γιατί είμαι το σκεύος του. Και έκανα τον γιο του. Καθ’ ομοίωση του πατέρα του.»
Το αίμα κυλάει στην κοιλιά της Σιγκάλ και τότε και πάντα. Ο γιος της τη σημαδεύει και μαζί της σημαδεύει και την ανθρωπότητα. Το έγκλημα, η Ύβρις, είναι πάντα εδώ, το Δεύτερο Προπατορικό Αμάρτημα έχει διαπραχθεί και δεν υπάρχει τρόπος να συγχωρεθεί, όπως δια της Βάφτισης, συγχωρείται το Πρώτο. Η ανθρωπότητα θα ζει με το έγκλημα, το αίμα, τη βία, τη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση της γυναίκας,

Και ο Νώε γελά. Μόνο, που το γέλιο του δεν ακούγεται. Το σκεπάζει ένα άλλο γέλιο, ένα γέλιο σαρκαστικό, κοροϊδευτικό και συνάμα τρομακτικό, το Γέλιο του Θεού.

ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ

bookpress 18/4/2016

Τα έμφυλα άχθη της πρώτης γυναίκας

Γεννηθήκαμε όλοι από την Εύα, αλλά μάλλον καταγόμαστε πλέον από τον Νώε και την οικογένειά του. Είμαστε μεταπτωτικοί αλλά κυρίως μετακατακλυσμιαίοι. Και πώς να σκεφτόταν άραγε η πρώτη γυναίκα, η σύζυγος του Νώε, που σώθηκε από τον πνιγμό και αποτέλεσε τη μήτρα όλων των άλλων ανθρώπων; Σ’ αυτό το μικρό βιβλιαράκι, σε μικρούς μονολόγους λίγων σελίδων, αναδεικνύεται όλη η γυναικεία φύση, όπως την όρισε ο Δημιουργός, κι όπως την προσδιόρισε η μοίρα, η φύση και η Ιστορία. Η Χλόη Κουτσουμπέλη γράφει μια αλληγορική ιστορία για την πρώτη γυναίκα στη μετά τον Κατακλυσμό εποχή.
Μια άγνωστη συγγραφέας, ένα μικρό τευχίδιο 30 σελίδων, αποτέλεσε ένα δυνατό ερέθισμα να ξανασκεφτούμε την ανθρώπινη φύση αλλά κυρίως τη γυναικεία ταυτότητα, όπως την βλέπει η ίδια αλλά και όπως την όρισε εν πολλοίς ο άνδρας. Η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι κατά βάση ποιήτρια, που έχει γράψει κι ένα μυθιστόρημα, ενώ τώρα μ’ αυτό το διήγημα συνδυάζει τη μικρή φόρμα με το ευρύ βλέμμα.
Το κείμενο αποτελείται από μια σειρά επιστολών, τις οποίες στέλνει η Σιγκάλ, η νεαρή γυναίκα του Νώε, προς την Εμζάρα, τη γηραιά γυναίκα του, την οποία αυτός άφησε πίσω όταν μπήκε στην Κιβωτό. Επειδή στο ξύλινο καράβι του έπρεπε να βρίσκονται μόνο οκτώ άνθρωποι κι επειδή χρειαζόταν ο ίδιος μια νέα γυναίκα, για να τεκνοποιήσει τις επόμενες γενιές των ανθρώπων, ο εννιακοσιάχρονος ευνοούμενος του Θεού επέλεξε την εικοσάχρονη Σιγκάλ και μαζί με τους τρεις γιους του και τις ισάριθμες νύφες του κλείστηκαν στην Κιβωτό μέχρι να τελειώσει ο κατακλυσμός. Η νεαρή λοιπόν γυναίκα γράφει στην προκάτοχό της για τη θέση της μέσα στο πλοιάριο ως γυναίκας, και μάλιστα παρείσακτης. Εκφράζει την ενοχή της που αυτή επιζεί, ευχόμενη να ζει και η Εμζάρα, εκφράζει όμως και την αίσθηση που έχει ότι όλοι την εκλαμβάνουν μόνο ως μήτρα απογόνων και όχι ως ανθρώπινη προσωπικότητα
Το βιβλιαράκι έχει βάθος, καθώς στηρίζεται διακειμενικά στην Αγία Γραφή και προβάλλει στη Σιγκάλ το αρχέτυπο της γυναίκας με μια φεμινιστική ματιά. Μετά την Εύα, είναι λογικό να θεωρηθούν πρώτες γυναίκες, η γυναίκα του Νώε και οι νύφες του, όπως η Πύρρα στον ελληνικό μύθο του Δευκαλίωνα. Επομένως, η Σιγκάλ είναι η γυναίκα την οποία η Ιστορία έχει φορτώσει / επιφορτίσει με τον ρόλο της τεκνοποιού, της μήτρας που θα διαιωνίσει το είδος, της υποδοχής που θα κυοφορήσει την ανθρωπότητα. Κι αυτός ο ρόλος της την περιόρισε, την έκανε υποχείριο του άνδρα, την πρόσδεσε στο γρανάζι της αναπαραγωγής, υποβαθμίζοντας όλες τις άλλες πλευρές.
Η νεαρή αφηγήτρια είναι το θύμα μιας προαιώνιας ιστορίας, αφού σώθηκε από τον όλεθρο του κατακλυσμού για να ενδυθεί τον χιτώνα της ερωμένης, που την εκμεταλλεύεται όσο κι αν την αγαπά ο σύντροφός της, της μητέρας που δεσμεύεται από τον ρόλο της, της γυναίκας που κουβαλά έμφυλα άχθη. Η γυναίκα είναι ταυτόχρονα θύμα, σαν την Εμζάρα, που θυσιάστηκε για να σωθεί ο Νώε και ο άνθρωπος, αλλά και μοιραία, σαν τη Σιγκάλ, που σώθηκε για να επωμιστεί τη λαγνεία και την ανάγκη των αρσενικών να διαιωνίσουν το είδος.
Ο νέος κόσμος χτίστηκε πάνω στην πρώτη γυναίκα, όπως το Γεφύρι της Άρτας πάνω στη γυναίκα του Πρωτομάστορα.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 7/12/2016

Ο ιερός μανδύας μιας στερεότυπης αντίληψης

Τα πιο δυνατά λογοτεχνικά έργα είναι αυτά που «αυθαδιάζουν», αυτά που με τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση που τους δίνεται λογοτεχνικῇ ἀδείᾳ εισβάλλουν ορμητικά σε χώρους άβατους, ιερούς ακόμη, και ευθαρσώς διατυπώνουν τη δική τους θέση. Έτσι, μπορούν να εκλαμβάνονται και ως καινοφανείς ιδεολογικοί χώροι. Αυτή είναι και η λογοτεχνία που συνήθως ενοχλεί όσους δεν είναι αρκετά δοκιμασμένοι στα παράδοξα αλλά γοητευτικά παιχνίδια της με τις στερεότυπες αντιλήψεις. Το «Ιερό δοχείο» της Χλόης Κουτσουμπέλη ανήκει σ’ αυτό το είδος της λογοτεχνίας. Όποιος γνωρίζει το ποιητικό της έργο, που ανατέμνει την ουσία των αισθημάτων, των ιδεών και των συμπεριφορών, δεν θα ξαφνιαστεί με το συγκεκριμένο αφήγημα.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη έχει προχωρήσει εδώ πολύ βαθιά στον πυρήνα των καθιερωμένων στερεοτύπων που δομούν τη ζωή μας και συγκρατούν το κοινωνικό σώμα για να μην καταρρεύσει κάτω από το βάρος των αντιφάσεών του. Είναι άραγε η φυσική τάξη των πραγμάτων που διατηρεί την ανισότητα των ανθρώπων, που διαχωρίζει ως προς το φύλο ανώτερους και κατώτερους; Ή μήπως το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων βρίσκει τα απαραίτητα δεκανίκια του σε άλλους χώρους, που πρόθυμα υπηρετούν την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων;
Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, θα οδηγηθούμε στις ρίζες της στερεότυπης αντίληψης για τον ρόλο της γυναίκας, για να ανακαλύψουμε πως κάτω από την επιφανειακή ισότητα δικαιωμάτων υποκρύπτεται ένα παχύ στρώμα καθιερωμένων αντιλήψεων που χτίζει νοοτροπίες και καθυστερεί την ουσιαστική συμπόρευση των δύο φύλων στις κοινωνικές δομές. Θα ξαναδιαβάσουμε τα κείμενα εκείνα που με τον ιερό μανδύα της άνωθεν αλήθειας έχτισαν σταθερά μέσα στους αιώνες τα θεμέλια των ανισοτήτων. Σ’ ένα τέτοιο κείμενο ρίχνει το βλέμμα της η Χλόη Κουτσουμπέλη και ξαναδιαβάζει την ιστορία του κατακλυσμού, του Νώε και της Κιβωτού με μια διαφορετική οπτική, με ένα παιχνίδι ανατροπής των δεδομένων της πανάρχαιας αυτής ιστορίας, την οποία συναντάμε με τις παραλλαγές της σε διάφορους πολιτισμούς και θρησκευτικές παραδόσεις, ως απότοκο της ανάμνησης μιας παγκόσμιας περιβαλλοντικής καταστροφής. Κοινός τόπος, λοιπόν, για να στηθεί η βάση μιας κοινής αντίληψης, η οποία με τη σειρά της κατασκευάζει το κατάλληλο ιδεολόγημα, υποστηρικτικό της αδικίας και της ανισότητας. Με ιερά θεμέλια, άρα δύσκολα αμφισβητήσιμα. Όπως, όμως είπαμε, η λογοτεχνία πατάει ελεύθερα ακόμη και σε τέτοιους τόπους και προτείνει με θάρρος αλλά και με θράσος μια άλλη οπτική.
Με την παρέμβαση της λογοτεχνικής γραφής, με την άδεια που παίρνει κάθε φορά ο συγγραφέας, όταν θελήσει να αλλοιώσει τα παραδεδομένα, παρακολουθούμε την ιστορία της Κιβωτού που πλέει στον πλημμυρισμένο παλαιό κόσμο για να διασώσει τα όντα του πλανήτη και να οριοθετήσει την απαρχή ενός νέου κόσμου, αθώου των ανομιών του παλαιού. Έτσι εδώ έχουμε μια μικρή (καθόσον αφορά μόνο ένα πρόσωπο) διαφοροποίηση των ατόμων που επιβαίνουν στην κιβωτό μετά από τη θεϊκή απόφαση. Η γυναίκα του Νώε, η Εμζάρα, εγκαταλείφθηκε πίσω ως ανίκανη πλέον (λόγω ηλικίας) να τεκνοποιήσει, και στη θέση της ο Νώε επιβίβασε στη σωστική Κιβωτό του τη νεαρή Σιγκάλ, γεγονός που προξενεί τα εχθρικά συναισθήματα των υπολοίπων ανδρών και γυναικών. Πώς να συμβιβαστούν με την ιδέα αυτή οι γιοι της νόμιμης συζύγου του Νώε; Από τη μια φθονούν τη θελκτική επιλογή του πατέρα, που αποκλείει φυσικά τους ίδιους, και από την άλλη ο νους τους είναι στη μητέρα τους, που εγκαταλείφθηκε πάνω στο πιο ψηλό δέντρο με την απατηλή ελπίδα ότι θα διασωθεί. Αλλά και πώς να δεχθούν οι νύφες του Νώε την παρουσία αυτής της νεαρής, προκλητικής, χυμώδους συντρόφου του πατριάρχη τους, τόσο διαφορετικής από τη δική τους μαραμένη ομορφιά; Το κλίμα είναι πολύ αποθαρρυντικό για τη νέα σύντροφο του γηραιού Νώε.
Η Σιγκάλ θα αποφασίσει να εκμυστηρευτεί το πώς νιώθει σ’ αυτήν που αισθάνεται να είναι πιο κοντά της, την προκάτοχό της, σύζυγο του Νώε, την Εμζάρα. Το γεγονός ότι αυτή ποτέ δεν θα διαβάσει αυτά τα γράμματα την αφήνει αδιάφορη. Θέλει να ελπίζει ότι με κάποιο μαγικό τρόπο τα δύο γαλάζια γαλόπουλα, που επέλεξε ως κομιστές, θα βρουν τον δρόμο πάνω από τον πλημμυρισμένο κόσμο. Παρενθετικά εδώ να πούμε ότι η Χλόη Κουτσουμπέλη ξεκαθαρίζει μια και καλή το φλέγον ερώτημα γιατί στον σύγχρονο κόσμο δεν διασώζεται ούτε για δείγμα αυτό το υπέροχο είδος. Απλούστατα, τα δύο μοναδικά γαλάζια γαλόπουλα μεταμφιέστηκαν για τις ανάγκες της επικοινωνίας σε ταχυδρομικά περιστέρια κι έτσι χάθηκαν ως είδος δια παντός! Η λογοτεχνία είναι ευφυής στις ερμηνείες της, το γνωρίζουμε αυτό καλά.
Το εύρημα της συγγραφέως να γράφει η νεαρή Σιγκάλ γράμματα στη γυναίκα του Νώε, μας επιτρέπει να διαβάζουμε μέσα σ’ αυτά την ψυχή της και τη σκέψη της, έτσι όπως μεταπηδά από την έκπληξη στην αμηχανία και έπειτα στην απόγνωση, ανακαλύπτοντας ότι η σωτηρία της είναι συνυφασμένη με την υποδούλωσή της στις ορέξεις του αρσενικού κυρίαρχου. Πώς, αλήθεια, αντιλαμβάνεται τη θέση της; Θα γράψει στην Εμζάρα:
Απόφαση του Θεού και του Νώε, αυτοί οι δύο άντρες παίρνουν τις αποφάσεις.
Στη συνείδηση της νεαρής γυναίκας η ταύτιση των δύο προσώπων είναι αυτονόητη, σ’ έναν κόσμο που δέχεται τη φυσική (όπως διακηρύττει) τάξη του ανώτερου αρσενικού και του κατώτερου θηλυκού, και όπως είναι αναμενόμενο κατασκευάζει αρσενικό και το πρόσωπο του Θεού που διαφυλάσσει αυτή την τάξη. Ήδη έχει ειπωθεί το μέγιστο. Η ιστορία θα μπορούσε να σταματήσει εδώ, έχοντας δείξει πού πρέπει να εστιάσει ο αναγνώστης, προκειμένου να κατανοήσει τη ρίζα του κακού. Ευτυχώς η Χλόη Κουτσουμπέλη δεν σταμάτησε εδώ, αλλά συνέχισε την ιστορία βοηθώντας μας να εμβαθύνουμε στην ψυχολογία της γυναίκας γενικότερα αλλά και ειδικότερα. Στην ψυχολογία της Σιγκάλ, αυτής της εκλεκτής, της επιλεγμένης με τα κριτήρια της νεαρής ηλικίας και της συνακόλουθης γονιμότητας – χρησιμότητας, αλλά και στην ψυχολογία των άλλων γυναικών που επιβαίνουν στη σωτήρια Κιβωτό. Αυτές ως δείγματα θα οδηγήσουν στη γενίκευση των διαπιστώσεων. Ο ρόλος της γυναίκας που ακολουθεί ως νέα σύντροφος τον Νώε είναι προδιαγεγραμμένος. Θα τεκνοποιήσει, θα είναι το ιερό δοχείο που θα φέρει στον νέο κόσμο την ελπίδα της ανανέωσης, της νέας ηθικής πάνω στα συντρίμμια όλων των παλαιών, που πια κρίθηκαν ανάξια διαιώνισης. Έρχεται, έτσι, αναπόφευκτα στο μυαλό μας η ωφελιμιστική έννοια της χρησιμότητας, η οποία με την αλάνθαστη τάχα λογική της επιλέγει και διακρίνει τους χρήσιμους από τους άχρηστους. Υπό αυτή την έννοια ακριβώς η υπερήλικη γυναίκα του Νώε ήταν καταδικασμένη να πνιγεί, όταν τα νερά θα κατέκλυζαν τον κόσμο, και στη θέση της φυσικῷ τῷ τρόπῳ θα σωζόταν η νέα και σφριγηλή δεκαοχτάχρονη Σιγκάλ. Ο παλαιός κόσμος έχει ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τις ενοχές. Το χρήσιμο καθίσταται και ιερό. Μια αντίληψη που σαρώνει τις όποιες αμφιβολίες τρέφει, ωστόσο, και η γυναίκα του κόσμου αυτού: Άλλωστε αυτό συνάδει απολύτως με την κοινή αντίληψη, την οποία εκφράζει εδώ η νεαρή Σιγκάλ.
Σκέφτομαι και φαντάζομαι πολλά, αλλά δεν τα λέω στον Νώε, τα θεωρεί χαζά και με αποπαίρνει. Δεν του αρέσει η φαντασία στη γυναίκα. Ο Θεός δεν την προόρισε ούτε να φαντάζεται, ούτε να σκέφτεται πολύ, λέει. Αυτό είναι δουλειά του άντρα. Η γυναίκα είναι πλασμένη για να κυοφορήσει την νέα ζωή, αυτό είναι το αξιοθαύμαστο έργο, που έχει να επιτελέσει σ’ αυτή την γη.
Έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι αυτά τα λόγια τα εκφέρει η εκπρόσωπος της νέας γενιάς, αυτή που θα κυοφορήσει τη νέα ζωή μέσα στον νέο κόσμο. Όταν μετά το υδάτινο ταξίδι των σαράντα ημερών η Κιβωτός θα βρει στέρεο έδαφος και θα αρχίσει η ζωή να κυλάει πάλι φυσιολογικά, τι αλήθεια περιμένουμε να δούμε; Υπάρχει περίπτωση με τα παλαιά υλικά να χτιστεί το καινούργιο; Πόσο σταθερές έμειναν οι αντιλήψεις των ανθρώπων; Ο νέος κόσμος χτίζεται στα ασφαλή χνάρια του παλαιού; Δικαιολογημένα θα αναρωτηθούμε πόσο νέος θα είναι αλήθεια αυτός ο κόσμος, έτσι όπως θεμελιώνεται πάνω στις πιο παλιές και αναχρονιστικές αντιλήψεις:
Για πρώτη φορά δίπλα σ’ αυτόν τον άντρα νιώθω χρήσιμη και σημαντική.
Όσες φορές αναρωτηθήκαμε για τη διαιώνιση της ανισότητας των δύο φύλων, στραφήκαμε στον κυρίαρχο ρόλο της αντρικής υπεροχής, στην εγγενή αντίληψη περί αντρικής ανωτερότητας που καθορίζει το χτίσιμο των κοινωνιών από την επιβολή της Πατριαρχίας και εξής. Κι όμως, ο ρόλος των γυναικών ως προς τη μακροημέρευση αυτής της αντίληψης είναι κυρίαρχος. Η Χλόη Κουτσουμπέλη με το αφήγημά της μας πήγε πολύ παλιά, μας έδειξε τον αρχέγονο χαρακτήρα των στερεοτύπων, κυρίως εντόπισε τον ρόλο της ίδιας της γυναίκας στη διαιώνισή τους. Γατί, πώς μπορεί να αλλάξει αυτός ο κόσμος, αν αυτή δεν συνειδητοποιήσει πως η τάξη της ανισότητας συνιστά ακριβώς το αντίθετό της, δηλαδή την αταξία; Όσο με την αποδοχή των καθιερωμένων αντιλήψεων συντηρεί το ιδεολόγημα της αντρικής ανωτερότητας, ακόμα και η νεαρότερη εκπρόσωπος του φύλου της, μπορεί στην πραγματικότητα κάτι να αλλάξει; Δεν είναι περίεργο που προκύπτουν αυτά τα ερωτήματα μετά την ανάγνωση. Όταν η λογοτεχνία καταπιάνεται με τόσο στερεοτυπικές αντιλήψεις, ίσως δεν αρκεί η μυθοπλασία της για να φωτίσει τις σκοτεινές γωνίες. Πόσο περισσότερο, όταν αναμετριέται με έναν παμπάλαιο μύθο. Ο ρόλος εδώ του ενεργού και σκεπτόμενου αναγνώστη καθίσταται σημαντικός. Πήρε τη σκυτάλη της σκέψης για να προχωρήσει.
Μήπως, όμως, μια αμυδρή ελπίδα διαφοροποίησης των δεδομένων αυτών συνιστά η απρόσμενη σιωπηλή “συνωμοσία” των γυναικών της Κιβωτού, σε μια καθοριστική στιγμή που όλα κρίνονται; Όταν ο Νώε θα επιθυμήσει ξαφνικά να γευτεί γαλάζιο γαλόπουλο, και φυσικά αυτά θα είναι άφαντα, μια που ταξιδεύουν ως γραμματοκομιστές, τότε οι γυναίκες της Κιβωτού θα επιβεβαιώσουν τις υποψίες τους για μια κρυφή επικοινωνία της Σιγκάλ με τον έξω κόσμο. Ωστόσο, θα την καλύψουν με τη σιωπή τους. Θα μπορούσε κάτω από αυτό το πρίσμα να θεωρηθεί ελπιδοφόρο το μήνυμα που προκύπτει από την ανάγνωση του βιβλίου; Ας μη μας διαφεύγει ακόμη ότι η νεαρή Σιγκάλ καταφεύγει στη γηραιά προκάτοχό της σε μια πηγαία ανάγκη της να μιλήσει σε σύμμαχο-γυναίκα που μπορεί να την καταλάβει, πολύ σοφότερη και πιο έμπειρη όπως είναι τόσα χρόνια μέσα στην υποδούλωση. Κι ας μην την ακούει, κι ας μη διαβάσει ποτέ τις σκέψεις της. Η ουσία εντοπίζεται στην ανάγκη της να μιλήσει και να δείξει το σημείο συνειδητοποίησης στο οποίο η ίδια βρίσκεται. Άλλωστε, το πρώτο βήμα για την οποιαδήποτε αλλαγή στα παραδεδομένα κακώς κείμενα παραμένει σταθερά ακριβώς σ’ αυτή τη συνειδητοποίηση της κατάστασης. Κατόπιν θα δούμε τα επόμενα βήματα στην εύρεση των φυσικών συμμάχων και στον καθορισμό των ορίων που πρέπει να υπερκερασθούν.
Δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστος και ο τίτλος του αφηγήματος. Αυτό το ιερό δοχείο φτιάχνει ίσως συνειρμό με το ιερό δισκοπότηρο της χριστιανικής παράδοσης, που η αναζήτησή του συνιστά μια προσπάθεια του ανθρώπου να αναπλάσει τον κόσμο του μέσα από την ερμηνεία του μυστηριακού και υπερβατού, το οποίο συχνά ταυτίζεται με τη γυναικεία υπόσταση. Μια μετάδοση ζωής μέσω καταπάτησης του παλαιού και ανασύστασης του κόσμου. Μπορεί να είναι απλώς ένας συνειρμός που κι αυτός ἀναγνωστικῇ ἀδείᾳ προκύπτει. Μπορεί και με τις συνδέσεις αυτές να πήγαν τα πράγματα λίγο πιο πέρα από αυτά που ίσως η συγγραφέας να ήθελε με τη γραφή της. Να προσμετρήσουμε κι αυτό το άνοιγμα της σκέψης στα θετικά του συγκεκριμένου έργου.
Οπωσδήποτε πρόκειται για ένα πρωτότυπο στη σύλληψή του αφήγημα που μιλάει για τη διαχρονική μοίρα των ανθρώπων μέσα από την παλαιότερη ιστορία. Που συγκινεί με την παράλληλη μοίρα των δύο γυναικών, με τη μία να σώζεται υποδουλωμένη και την άλλη να χάνεται απελευθερωμένη. Με μια καλαίσθητη έκδοση, που φροντίζει και από το εξώφυλλο ακόμη να μιλήσει για το θέμα του βιβλίου, έτσι όπως η εικόνα της Μιχαήλας Καπασκέλη συμπληρώνει το νόημά της με μια δεύτερη στο οπισθόφυλλο. Ένα πολύ σύντομο στην έκτασή του γραπτό. Ίσα για να μας πει ότι αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει. Κοινότοπο; Ίσως όχι, γιατί είπαμε πως το πρώτο βήμα για την οποιαδήποτε αλλαγή είναι η συνειδητοποίηση της κατάστασης των πραγμάτων. Η λογοτεχνία επιτελεί κάποιο σημαντικό έργο, όταν μας καθιστά αυτή την πραγματικότητα σαφή. Κάτι το οποίο εμφανίζεται με σαφήνεια, μπορείς καλύτερα να το αντιμετωπίσεις. Με την εύγλωττη και περιεκτική συντομία του το βιβλίο αυτό δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να εντοπίσεις την αλήθεια των πραγμάτων. Μια εύστοχη και ευθύβολη ματιά χρειάζεται, η οποία θα αποδοθεί στον γραπτό λόγο με μια καλή πένα, και με τον ευφυή χειρισμό του αρχαιότατου αυτού μύθου θα αποσείσει για λίγο τον θεϊκό μανδύα. Τόσο όσο χρειάζεται για να αποκαλυφθεί η ρίζα της στερεότυπης αντίληψης. Και αυτό δεν θα πρέπει να θεωρηθεί μικρό επίτευγμα για τη λογοτεχνία.

Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΧΟΡΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ

bookpress 14/12/2009

Kονιορτοποιώντας βεβαιότητες

Αντέχουμε να έρθουμε αντιμέτωποι με το είδωλό μας;

Μέσα από ένα πολυπρισματικό πλαίσιο επιχειρεί –και κατορθώνει πειστικά– να προβάλει η Χλόη Κουτσουμπέλη, με τη συλλογή ποιημάτων της «Η αλεπού και ο κόκκινος χορός» (Γαβριηλίδης, 2009), την αρχετυπική συνάντηση, σύγκρουση και σύζευξη των δύο φύλων, καθώς με εκλάμψεις διαττόντων κατακρημνίζονται στο μαύρο βάραθρο της ανυπαρξίας.
Η συλλογή είναι γραμμένη με τη συναισθηματική οπτική της γυναίκας που ταυτίζεται με τη βιωμένη πραγματικότητα της πατριαρχικής κυριαρχίας.
Με γραφή ελλειπτική, αντιστροφές και μεταμορφώσεις, με σχήματα υπερβατά και διαρκείς αναφορές σε γυναικεία πρόσωπα και σε έργα της λογοτεχνίας, η ποιήτρια κατεργάζεται τις πρισματικές επιφάνειες και τοποθετεί απέναντι στον αναγνώστη ποιήματα-καθρέπτες, εξωθώντας τον στο παιχνίδι των αντικατοπτρισμών, προτείνοντάς του να εντοπίσει το είδωλό του και να αντέξει στην αποκάλυψη της ασημαντότητάς του.
Ποιήματα-καθρέπτες: Για το παιχνίδι της κατάκτησης και για τη γοητεία της εθελούσιας ήττας. Για την πάντα παρούσα αθωότητα της παιδικής ηλικίας με τον τρόμο, τον φόβο, την αφέλεια και τις βεβαιότητες. Για τη δοτικότητά μας στο καινούργιο που εισβάλλει ορμητικά στη ζωή μας, κι εμείς –ζυγίζοντας την απειλή και την προσδοκία– αποφασίζουμε να το δεχτούμε προσδοκώντας. Για την «πανούκλα» της συμβατικότητας, από την οποία αδυνατούμε να ξεφύγουμε, και για τον φόβο μας να ανοιχτούμε στον Άλλον, αγαπώντας τον. Για τα ψυχικά κοιτάσματα του ανθρώπου που δεν αναβλύζουν αν δεν κατέχει την τέχνη της ανασκαφής ο σύντροφός μας. Για την ερωτική συνεύρεση που εκπίπτει σε μια τυπική διαδικασία υποχρέωσης, με τον εραστή ψυχικά απόντα και τη γυναίκα –κυριευμένη από στιλπνό σκοτάδι– να πηδά στο κενό. Για την απελπισία από την ερημωμένη ζωή της γυναίκας-υποκειμένου των ηθικών θεσμοθετήσεων, η οποία καταλήγει μια Αντιγόνη που κουβαλά μαζί της τον Κρέοντα, τον οποίο αναζητά στους άντρες που αγαπά. Για τη φθορά του σώματος και της μορφής όταν «τα κυνηγόσκυλα του χρόνου / τρέχουν πιο γρήγορα από μας». Για το μοναχικό και μαύρο τρένο της αγάπης που καίει ελπίδες για να κινηθεί. Για την αξία της απουσίας, αφού πολλές φορές «ό,τι λείπει είναι αυτό που μένει», αλλά και για την αξία της ποίησης, για τη λυτρωτική της λειτουργία, ακόμα και όταν μοιάζει τυραννική.
Ως δείγμα γραφής προτείνω το ποίημα «Εύα», διά του οποίου η Χλόη Κουτσουμπέλη μιλά για τη δική της πεποίθηση ως προς τον μύθο της πτώσης από τον Κήπο της Εδέμ: «Με παρέσυρε. / Πυκνά φυλλώματα, υγρά. / Δεν φορούσε πρόσωπο. / Άγγιξα τότε ένα φίδι, την καρδιά του. / Κι ευθύς κατρακύλησα στο χώμα. / Ούτε θεός ούτε διάβολος. / Στον Κήπο τον αποκαλούσαν “άντρα”. / Στο στόμα άφηνε γεύση μήλου σε αποσύνθεση».

 

 

ΑΠΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΑΡΟΔΟΣ τχ 47

 

 Μαργαρίτα Βασιλάκου

Γνωρίζω τη Χλόη από την πρώτη στιγμή της γέννησης μου. Ότι εγώ ζωγράφιζα στο Νότο, ή Χλόη το περιέγραφε με λέξεις στο Βορρά και ότι εκείνη ψιθύριζε σαν τον Βαρδάρη μέσα στο μυαλό μου, εγώ το έκανα εικόνες πού τις έκαιγε ό Λίβας μέσα στην δική της ψυχή. Αυτό συ¬νέβαινε χωρίς εγώ να γνωρίζω το πρόσωπο της και την αφειδώλευτα λυ¬ρική ποίησή της και χωρίς ή Χλόη νά γνωρίζει τη δική μου ζωή και τις ζωγραφικές εικόνες μου. Συναντηθήκαμε -με την κυριολεξία του όρου πλέον- αφού είχαμε συνεργαστεί εν άγνοια μας αλλά με απόλυτη ειλικρί¬νεια απέναντι στην αλήθεια, στην ποιητική συλλογή της «η αλεπού και ό κόκκινος χορός».

Παναγιώτης Γούτας


Ή Κουτσουμπέλη ψηλαφεί τις ανθρώπινες σχέσεις με φαντασία και τολ¬μηρή είκονοποιία, ενώ από τα ποιήματα της δεν λείπουν οι ψυχαναλυτικές προεκτάσεις (ή μικρή Γκρέις που πιπιλάει τριάντα χρόνια τώρα το δάχτυλο της, φανερώνει καθήλωση στο στοματικό, κατά Φρόιντ, στάδιο) και οι συμ¬βολισμοί (ή πανούκλα πού κουβαλούν οι μετανάστες στο πλοίο, οι τυφλοπόντικες
πού «συνεχίζουν να σκάβουν το λαγούμι/και πού και πού οσμίζονται ανήσυχα/έναν ολόκληρο αιώνα» κ.τ.λ.).
Υπό το πρίσμα της παραπάνω ανάλυσης, κρίνω πώς η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή των ποιημάτων της Χλόης Κουτσουμπέλη είναι η ερωτική, παρότι στα ερωτικά της ποιήματα, κάποιες φορές, το ονειρικό στοιχείο συνειδητά υπονομεύει και αναιρεί τον ρεαλισμό τους.

 

Γιώργος Γεωργούσης


Στα ποιήματα της Χλόης Κουτσουμπέλη ή ερωτική προσεγγίζεται με όρους όχι ηθικούς (πάντα πρόσκαιρους και ευκαιριακούς, πού εύκολα ξε¬γλιστρούν στην ηθικολογία), άλλα με όρους ψυχολογικούς, στον πυρήνα τους δηλαδή, όπως αρμόζει στα καίρια ριζώματα, όταν αναφερόμαστε σε δυνά¬μεις δαιμονιακής αρχής, όπως είναι ή βίωση του ιερού, του τρομακτικού, του ερωτικού – αυτές είναι οι πραγματικές τιτρώσκουσες εμπειρίες της φύσης. Εξ ου και οι εικόνες είναι ενίοτε και βίαιες (π.χ. ό λύκος σ.12). Η ερωτική τείνει στην βιαιότητα, όπως κάθε τι πού τείνει προς το απόλυτο· χθόνια δύναμις, και, ως τέτοια, πέραν του καλού και του κακού και γνωσιολογικά απρόσιτη. Ο έρωτας ως «δαίμων» μεσάζων, ταυτόχρονα σαγηνευτικός, ανα¬γκαίος και απειλητικός· και ιχνηλάτης της Ετερότητας. Χωρίς την αναζήτηση του Άλλου δεν μπορεί να φτάσει κανείς στην αυτογνωσία. (Το «ορθώς επί τα ερωτικά ιέναι» τού Πλατωνικού Συμποσίου.) Ο άνθρωπος σαν Σίσυφος τού εαυτού του και τού φύλου του.

 

Ευαγγελία Δαμουλή

Ή γραφή της Χλόης Κουτσουμπέλη ατά διηγήματα της «Ή χοντρή κυρία θά έρθει απόψε» και «Τα κόκκινα κεράσια» είναι πολυπρισματική. Ό αφη¬γητής είναι πάντα ό ‘ίδιος, και τά ε’ίδωλά του πολλά μέσα στό πρίσμα ή κα¬θρέφτη της γραφής της. Τό είδωλο είναι ή αλήθεια καί τό είδωλο «ούρλιάζει», ύποφέρει. Τά διηγήματά της μοιάζουν σάν νά είναι βγαλμένα από τά όνειρα ή σάν νά είναι έπηρεασμένα άπό τή φροϋδική ψυχανάλυση, περίπου σάν τους πίνακες του Ίταλοϋ Matteo Masiello καί του Γερμανού Torsten Solin.

 

Ανθούλα Δανιήλ


Αν τα τρία κακά της ζωής είναι, κατά το γνωστό σχήμα το πυρ, ή γυνή και η θάλασσα, ή Χλόη Κουτσουμπέλη εύκολα και γρήγορα διορθώνει τα πράγματα. Η «γυνή» δίνει τη θέση της στο «ανήρ», χωρίς, ωστόσο, να μπο¬ρεί να εξορκίσει το μέγα πάθος πού τήν τσακίζει άλλα και την εμπνέει και την τροφοδοτεί. Κι αν ή «ποίηση είναι το καταφύγιο πού φθονούμε» για κείνην είναι και πηγή δημιουργίας. Ό στίχος ανατροφοδοτείται από τον πόνο και ό πόνος από το στίχο, ο ένα κύκλο από τον όποιο δεν φαίνεται πώς υπάρχει έξοδος. Αφήνεται στη δίνη των συναισθημάτων και σ’ ότι η τύχη έχει συνταιριάσει. Και δεν παίζει με τους στίχους. Ελεύθερο το ποίημα από όποια δέσμευση, ελεύθερη και η ποιήτρια από ότι την περιβάλλει, με απλή αφορμή μια εξωτερική εικόνα και μακρά πολύ στο συνειρμό, με εικόνες πού ανταποκρίνονται σε πίνακες, με πρόσωπα πού ανακαλούν πάθη, με μνήμες παιδικές και άλλες οδυνηρές, με αναπάντητα ερωτηματικά πού δεν περιμέ¬νουν πια απάντηση, απλώς εκεί υπάρχουν ως επιβεβαίωση μιας ιστορίας που με χίλια στόματα ουρλιάζει:
«Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο
για να ‘ρθω να σε βρω.
Σαν να μην γνώριζα ποιό είναι πάντα το ταξίδι
και ποιόν αλήθεια ψάχνουμε
στον έρημο σταθμό.

Γιώργος Χ. Θεοχάρης


Αλλά αφήνει κάτι πίσω της ή απώλεια; Κι αν αφήνει τί είναι; Ή Χλόη Κουτσουμπέλη θά γράψει: Γιατί κάποτε ή απουσία, βαθουλώνει τις σκιές / και ότι λείπει είναι αυτό που μένει.
Πάμε ξανά από την αρχή. Σ’ εκείνο πού είπαμε, ότι οι ποιητές μπορεί νά μετουσιώσουν την απώλεια σε αιχμή δημιουργίας. Να πώς αποτυπώνεται η τυραννική και ταυτόχρονα λυτρωτική λειτουργία της ποίησης, σ’ ένα ακόμη ποίημα αυτοαναφορικό, όχι μονάχα για εκείνη που το γράψε, άλλα για κάθε έναν πού γράφει, για κάθε έναν δημιουργό, σε όποια μορφή Τέχνης κι αν αγωνίζεται:

ΧΩΡΙΣ
«Θα ζήσεις χωρίς»
είπε ή μάγισσα
και μου έδωσε το φίλτρο
«τα κοχύλια σου θ γίνουν χέρια για να γράφεις».
«Μα χρειάζομαι τα χέρια για να αγγίζω
μικρές μοβ ανεμώνες να χαϊδεύω
τα μάτια του να ψηλαφώ
τις σκιές στα βλέφαρα κουπιά
τό σώμα του νά κολυμπώ».
«Δεν κατάλαβες λοιπόν»
είπε η μάγισσα
και το πρόσωπο της ράγισε
χίλιες μικρές ρυτίδες.
«Τα χέρια σου θα γράφουν
αυτά πού ποτέ σου δεν θα αγγίξεις».29 *

Ή Χλόη Κουτσουμπέλη νοηματοδοτεί την απώλεια, φωτίζοντας την
πολυπρισματικότητά της με τους προβολείς της υψηλής Τέχνης της. Το πικρότατο, διαβρωτικό, υγρό της απώλειας διηθημένο μέσα στο σώμα και στην ψυχή της ποιήτριας μας προσφέρεται ως πολύτιμο απόσταγμα Ποίησης. Ή σχέση της Χλόης Κουτσουμπέλη με την Ποίηση είναι, πρωτίστως, σωματική. Είναι ό πόνος πού στιλβώνει τις λέξεις στο ποίημα. Είναι ό πόνος της για την Ποίηση που την σμάλτωσε με τόση τρυφερότητα και αγάπη ως γυναίκα. Ως άνθρωπο.

 

Ευαγγελία Καλεράντε


Η ποιήτρια αναζητεί ένα σενάριο στό όποιο προβιογραφείται και η ίδια, όταν θα είναι έτοιμη για ένα ταξίδι στην ανυπαρξία ή στον ουτοπικό παρά¬δεισο, μαζεύει ψηφίδα-ψηφίδα, στιγμές-στιγμές, πλάνα μιας ζωής πού δεν έζησε και προσπαθεί βιαστικά να τα βάλει σε τάξεις, ως προτεραιότητες, υλη σε μια ποιητική εκδοχή μέ τίτλο: «απολογία ζωής», όταν τί μάτια της θα πάρουν το χρώμα «λυπημένης αυγής».
Σε μια ύστατη στιγμή, θέλει να μετανιώσει: «και μετανιώνω τώρα δα σήμερα για τα χρώματα πού δεν τραγούδησα, για την αγάπη πού δεν κρά¬τησα, για τη φιλία πού γλίστρησε από τα τρύπια πέταλα» (Μετάνοια, όπ., 17). Η σφοδρή επιθυμία να αποδείξει ότι καί η ίδια με την ποίησή της με¬ταμόρφωσε την ψυχή της- μιά επίφαση «συμβολικής ικανοποίησης», ως αυθεντική στιγμή εξομολόγησης.

 

Μαρία Κουγιουμτζή


Τα βήματά της απαλά βελούδινα, αφήνουν ίχνη από αίμα. Μ’ αυτό το αίμα τρέφει τον άπιαστο εραστή, προσπαθεί να του δώσει σάρκα καί οστά. Γυ¬ναίκα πέρα ως πέρα, γνήσια, δοτική, θύμα του έρωτα, με τα τρυφερά της νύχια ξεσκίζει το ίδιο της το πρόσωπο.
Όλο αυτό το πάθος πηγάζει από τα έγκατα του γυναικείου ασυνείδητου, από τον λαβύρινθο των ενστίκτων, σωματικών και νοητικών, από τον βυθό της μήτρας και της πανάρχαιας γέννας. Ή ζωή κινητοποιεί την ερωτική ορμή χωρίς να την ενδιαφέρει η ταύτιση παρά μόνο η συνέχειά της. Και τω θήλυ ζαλισμένο απ’ αυτήν παραδίδεται με όλες του τις δυνάμεις και τις αδυναμίες.
Η γυναικεία γλώσσα διαφορετική άπω τη γλώσσα του άντρα προσπαθεί να αρθρώσει τις δικές της λέξεις, να εκφραστεί μέσα από τον παλμό του απαλού, ζεστού σώματος της, γλώσσα που αμύνεται, δεν επιτίθεται, ψάχνει τον δικό της ήχο μέσα στην ερημιά της καμιάς συνάντησης.

Χρήστος Κρεμνιώτης


Μού φαίνεται κοινός τόπος, να πω ότι η αρτιότερη αρχιτεκτονική της, επιτυγχάνεται στο βιβλίο της Η αλεπού και ό κόκκινος χορός. ‘Ολοκληρώ¬νεται, εκεί, μία αισθητική μέσα στην οποία ενέχονται με μεγάλη συνέπεια οι αισθήσεις και οι θρύλοι γύρω από τις οποίες ή Χ.Κ. έπλεξε. Ως προς αυτούς δε, η ενδελέχεια τού βιβλίου είναι από τις σπάνιες πού μπορούμε νά συναντήσουμε στα σημερινά εκδοτικά γεγονότα, ανεξαρτήτως, από το εάν στο δεύτερο -το διανοητικό- και το τρίτο επίπεδο-«το πνευματικό»- ανάγνωσης, η κριτική, θα χρειαζόταν κάποτε, οξείες εκφράσεις.

Γιούλα Γ. Κωνσταντοπούλου

Πού πάνε τα ποιήματα

Πετούν διστακτικά απ το παράθυρο
μετεωρίζονται για λίγο σε καθρέφτη ούρανό
κι ύστερα γέρνουν τις μαύρες τους φτερούγες
καί ακολουθούν την κατακόρυφη πορεία προς τα κάτω.
Μόνο σπάνια
κάποιο απ’ αυτά ξεγελάει τον νόμο της βαρύτητας
και προλαβαίνει να σε αγγίξει
εκεί κοντά στο στόμα
πριν γκρεμιστεί για πάντα μές στην άβυσσο.

Γι’ αυτό το ένα ποίημα γράφω ακόμα.

Τό ποίημα δίχως σαφείς στροφικές ενότητες, δίχως μέτρο και ομοιοκαταλη¬ξία χαρακτηρίζεται από τόνο πεζολογικό, γλωσσική απλότητα και σαφήνεια. Μοτίβο του συγκεκριμένου ποιήματος, ή προσπάθεια της ποιήτριας να προ¬σεγγίσει τη βαθύτερη ουσία της ποίησης. Με τρόπο λιτό και ύφος απέριττο, ή Χλόη Κουτσουμπέλη καταθέτει τη δική της άποψη αναφορικά με τα ποι¬ήματα για την ποιητική. Επιτυγχάνει σε έντεκα στίχους να αποδώσει «ποι¬ητικά» τη διαδικασία από τη σύλληψη της ιδέας και τη γένεση ενός ποιήματος ως το σημείο που ο στίχος υπερβαίνοντας τα πρώτα στάδια της προσωπικής εξομολόγησης (Πετούν διστακτικά… την κατακόρυφη πορεία προς τα κάτω.) φαίνεται να αποκτά υπόσταση καθώς ο λόγος απολυτρώνεται και τείνει να γίνει έκφραση καθολική μέσα απ’ τη βίωση και την αποδοχή του.

 

Γεωργία Μάνιου


Ή αισθαντικότητα της ποιητικής γλώσσας της Χλόης Κουτσουμπέλη, με την λιτή καθαρή γραφή της, αναδεικνύει έναν κόσμο γνήσιο, που είναι το καταστάλαγμα του χορού της, ενώ η γυναικεία ευαισθησία της την οδηγεί. Συμπερασματικά καί συνθέτοντας τα αντιπροσωπευτικά της χαρακτηρι¬στικά, θα λέγαμε ότι πρόκειται για έναν ευθύ, διεισδυτικό και αποφαντικό ποιητικό λόγο, όπου διαρθρώνει το κάθε ποίημα ακολουθώντας την ιεροτε¬λεστία της διαδοχής των αισθημάτων και των βιωμάτων της. Μια ποίηση ερωτική, που αποφαίνεται για τον έρωτα, τη ζωή, τον άντρα, με κέντρο την ίδια – ως δρώσα και αποτιμητή. Κυριαρχούν τά ερωτικά σύμβολα και αισθή¬ματα, προϊόντα βιωμάτων και αποτιμήσεις αισθημάτων από την φλογερή φύση της ποιήτριας.

 

 

Τόλης Νικηφόρου

ΧΡΟΝΟΣ
Και η στιγμή ένα γοργοπόδαρο ελάφι
πού αφήνει πίσω του
μια βουρκωμένη, βελούδινη ματιά
πριν βουτήξει για πάντα στο κενό

Η μεγάλη δύναμη της Χλόης βρίσκεται στα σύντομα αυτά ποιήματα, στις αστραπές της έμπνευσης, τις γνήσιες ποιητικές στιγμές. Αν κάποιος με ρω¬τούσε τί είναι ποίηση, θα τού συνιστούσα να διαβάσει τα ποιήματα αυτά. Τα πολύ μεγάλα ποιήματά της, ιστορίες ή παραμύθια σε μορφή ποιήματος, και πάλι βέβαια περιέχουν ψήγματα χρυσού αλλά δεν μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να συγκριθούν με την πυκνή, πρωτότυπη, κρυστάλλινης διαύ¬γειας και εκθαμβωτικής γοητείας σύλληψη των πολύ μικρών σε έκταση ποι¬ημάτων της. Ας δούμε ένα ακόμη ποίημα από τη συλλογή Ή Λίμνη, ό Κήπος και ή Απώλεια, 2006.

ΡΟΤΟΝΤΑ

Ροτόντα.
Μεσημέρι προς βράδυ.
Ψιχαλίζει μικρά πουλιά.
Δεν με αγγίζεις.
Είσαι ολόκληρος μέσα μου.

Και ένα από την τελευταία συλλογή της Η αλεπού και ό κόκκινος χορός, 2009.

ΕΡΩΤΑΣ

Και τότε έρχεται το τέλος
(πριν προβάλλει αχνιστή ή επόμενη αρχή)
με εκείνη τη μεγαλοπρέπεια
του αμετάκλητου

 

Βάσω Οικονομοπούλου

Ή Χλόη Κουτσουμπέλη καταδεικνύει μέ τον ποιητικό λόγο της αυτήν ακριβώς τη ματαιότητα και τη φθορά της βιωμένης πραγματικότητας. Το ποιητικό υποκείμενο, ωστόσο, αντιμάχεται αυτής της φθοράς με το να με¬ταπλάθει τον έρωτα σε συμπυκνωμένο και εκλεπτυσμένο ποιητικό λόγο. Η ποιήτρια προσπαθεί με τρόπο ακαταπόνητο να βρει τή λύση στο αίνιγμα της αιώνιας αγάπης και του πανδαμάτορος έρωτα με το να διυλίζει τα αισθήματα και να κρυσταλλώνει τις συγκινήσεις μέσω της υλικότητας της ποιητικής γλώσσας. Οι διαρκείς, έμμεσες ή άμεσες, αυτοαναφορές στον ποι¬ητικό λόγο αποκαλύπτουν τις εσώτερες σκέψεις και επιθυμίες του ποιητικού εγώ, το οποίο πάλλεται από αγάπη και τρυφερότητα για τό φυσικό κόσμο και ιδιαίτερα για τις ανθρώπινες υπάρξεις που διαβιούν σε αυτόν, τη γυ¬ναίκα και τον άντρα.

Σέ μία πόλη βυθισμένη στό νερό,
όπου η απουσία δέν είναι απώλεια,
όπου τά μάτια σου δέν έχουν
χρώμα ξεχασμένης βροχής
καί οί σταγόνες στό πρόσωπο σου
είναι αφρισμένα κύματα δαμάσκηνου.
Έκεϊ.
Στόν πυρήνα της σιωπής
τά εξωτικά πουλιά θά κελαϊδοϋν,
καρύδες θά πέφτουν ρυθμικά,
οί κοκοφοίνικες θά πανηγυρίζουν
τό τέλος του χειμώνα,
οί παπαγάλοι θά βρέχουν τά φτερά τους
μέ χρώματα,
καί εγώ γυμνή
θά έκτίθεμαι καί θά εκθέτω,
κρατώντας πάντα
την ουσία μου κρυφή.

 

Στυλιανή Παντελιά

Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη βασίζεται σε έναν άμεσο λόγο, με πολλά στοιχεία από την καθημερινή γλώσσα. Οί μεταφορές, οί προσωπο¬ποιήσεις, οι έντονες εικόνες, τα θραύσματα του προφορικού λόγου είναι με¬ρικά μόνο από τα στοιχεία αυτά. Τα ρητορικά στοιχεία – μονόλογοι, διάλογοι, ερωτήσεις ζωντανεύουν τον ποιητικό λόγο καί τού δίνουν τον χα¬ρακτήρα τρέχουσας ομιλίας.

 

Θεοδόσης Πυλαρινός

Το μυθιστόρημα Ψιθυριστά της Χλόης Κουτσουμπέλη -τίτλος που μας κλείνει καχύποπτα ή ένοχα το μάτι- συνιστά ιδιότυπη σύνθεση χαρακτήρων, χαρακτήρων πού αυτοπαρουσιάζονται ακούσια, και ως εκ τούτου φυσικά και απροσχημάτιστα (πράγμα πού επικυρώνει την αλήθεια τους), μέσα από τις πράξεις των ηρώων πού εκπροσωπούν· χαρακτήρων αντιφατικών, ανι¬κανοποίητων, κατακτητικών.

Πόλυ Τζωρτζοπούλου

Τά κείμενα της Χλόης Κουτσουμπέλη βαραίνουν από ουσία ποιητική, καθώς αναθρώσκουν από την ψυχική δοκιμασία της ποιήτριας, για να φθά¬σουν ως τη γέννα/λύτρωση, με τη λέξη πολύχυμη και πολύηχη να παίρνει τη θέση της στο ποιητικό σώμα απαρασάλευτα μοναδική και ακαταπαύστως ομιλούσα στην ψυχή μας.
Ψίχα από κάστανο
βουτηγμένη σε αγριόμελο
και στίγματα λιωμένου χρυσαφιού,
η άλχημεία νά κάνεις λέξεις
Η ποιήτρια, μέσα από την έντονα εικονιστική μεταφορά, φανερώνει το μυστικό της αλχημείας να φτιάχνεις λέξεις, ότι αναζωπυρώνει την ποιητική έμπνευση.

 

Χλόη Κουτσουμπέλη

Δεν θέλω να με ρωτούν γιατί γράφω, με την ίδια λογική που κανείς δεν ρωτάει ένα ψάρι γιατί κολυμπά ή ένα πουλί γιατί πετά ή μία πε¬ταλούδα γιατί ζει τόσο λίγο. Ο τρόπος που είναι πλασμένος ο καθένας και η καθεμία από εμάς είναι ιδιαίτερος, το υλικό μας διαφορετικό και όλοι ακολουθούμε αυτό για το όποιο είμαστε ταγμένοι, αν είμαστε βέβαια αρκετά τυχεροί ώστε νά τω ανακαλύψουμε στην διάρκεια της βραχύβιας ζωής μας.
Δεν θέλω να με ρωτούν αν τα ποιήματά μου είναι αυτοβιογραφικά. Αν πραγματικά έζησα αυτό ή το άλλο. Το ποιητικό υποκείμενο υποφέρει, ζει, ερωτεύεται, πεθαίνει μέσα στα ποιήματα. Το ίδιο κι εμείς. Αύτη είναι η ανθρώπινη μοίρα. ‘Όλοι οι συγγραφείς λοιπόν άπω καταβολής κόσμου γράφουν για το ίδιο ζήτημα, για την Εύα, για τον Αδάμ, για το μήλο, για την εκδίωξη, για τον Κήπο, για τον Θάνατο, για την απώλειας, για την επιστροφή. Αυτά είναι και τα δικά μου θέματα. Είναι αυτοβιογραφικά γιατί με περιέχουν και τα περιέχω.
Διαβάζω από το δημοτικό ακόμα. Πηνελόπη Δέλτα, Ντίκενς, Δουμά, Μπροντέ, Αούιζα Αλκοττ, Σαίντ Έξυπερύ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκυ, Τσέ- χωφ, Μπαλζάκ, Προύστ, Τόμας Μάν, Γκύ ντέ Μοπασάν, Στάινμπεκ, Χέ- μινγουαιη, Μούζιλ, Μυριβήλη, Πολίτη, Καραγάτση, Βιζυηνό, Θεοτοκά, Ροΐδη, Παπαδιαμάντη, Καζαντζάκη, Αουντέμη, Καβάφη, Ρίτσο, Ελύτη, Σεφέρη, Καρούζο, Σαχτούρη, Τόμας «Ελιοτ, Σαπφώ, Σύλβια Πλάθ, Ντί¬κινσον, είναι τα ονόματα πού μού έρχονται πρώτα στο μυαλό, είναι όμως και άλλοι τόσοι πολλοί, άλλοι γνωστοί άλλοι άγνωστοι, κάθε βιβλίο μου χάρισε και κάτι, κάθε βιβλίο με επηρέασε, είναι όμως η γνώση ένα ψηφι-δωτό πού σχηματίζεται σιγά σιγά. Δον έχω έναν αγαπημένο συγγραφέα, όπως δεν μπορώ να απομονώσω μόνο μια μέρα στην ζωή μου, γιατί η ζωή μου είναι ένα σύνολο ημερών και η γνώση και οι λογοτεχνικές μου επιρροές είναι ένα αδιαίρετο σύνολο, ένα ολοκληρωμένο πάζλ από κομματάκια βιβλία.
Δεν πιστεύω ότι τω γράψιμο μας κάνει καλύτερους ανθρώπους. Το να είναι κανείς ποιητής δεν προϋποθέτει, ούτε εξασφαλίζει την ηθική του ακεραιότητα. Αυτό ίσως όμως που μπορεί να καλλιεργήσει η ποιητική γραφή είναι η ευαισθησία με την έννοια ότι οι ποιητές είναι συνήθως ανοιχτοί στους ψίθυρους του άυλου κόσμου, στο αφανέρωτο και στο Μυστικό, στης κρυφές σιωπές του άλλου Σύμπαντος, εκεί που κατοικούν οι σκιές. Ό ποιητής συλλαμβάνει τις λεπτές αποχρώσεις πού δεν μπορεί να δει το συνηθισμένο μάτι, τις συχνότητες των ήχων πού δεν μπορεί να αιχμαλω-τίσει το μέσο αυτί, γίνεται δίαυλος, είναι το μουσικό όργανο πού δονείται από το άπειρο. Δεν ξέρω αν ή ποίηση μπορεί να θεραπεύσει τον πόνο ή τελικά τον επιτείνει. Από την μια ξύνει κανείς την πληγή, η πληγή αιμορ¬ραγεί και γράφεις με το αίμα της. Από την άλλη σπάει το απόστημα των καταπιεσμένων συναισθημάτων, αυτά ξεχύνονται ποταμός και αυτό είναι μια διαδικασία απελευθέρωσης. Σε μένα λειτουργεί διπλά, βραχυπρόθεσμα μου εντείνει τον πόνο αλλά μακροπρόθεσμα με λυτρώνει από αυτόν.
Γράφω μόνο για τον εαυτό μου; Θα μου αρκούσε να διάβαζα μόνον εγώ τα γραπτά μου; Νομίζω πώς όχι. Νομίζω πώς γράφω για να μ’ αγαπούν…

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

Η ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΥΠΟΔΕΧΕΤΑΙ ΚΥΠΡΙΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

invitation

10

 

Το Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου η Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης υποδέχτηκε Κύπριους ποιητές της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου και σε μια όμορφη εκδήλωση διάβασαν ποιήματα τους οι: Μελέτης Αποστολίδης, Λεωνίδας Γαλάζης, Αλεξάνδρα Γαλανού, Ιωσήφ Ιωσηφίδης,Αγγέλα Καϊμακλιώτη, Γιώργος Καλοζώης,Νόρα Νατζαριάν και Νάσα Παταπίου.

Η εκδήλωση ξεκίνησε με καλοσώρισμα από τον Πρόεδρο της ΕΛΘ Ηλία Κουτσούκο και χαιρετισμό από τον Πρόεδρο της ΕΛΚ Λεωνίδα Γαλάζη.

9

 

 

 


Την εκδήλωση χαιρέτισε και ο Πρόξενος της Κύπρου στη Θεσσαλονίκη Αντώνης Μαδρίτης.

13

 

Ο Ανδρέας Καρακόκκινος που συντόνιζε την εκδήλωση έκανε σύντομη αναφορά στην ποιητική διαδρομή των φιλοξενουμένων και ακολπύθησε η ανάγνωση των ποιημάτων από τους ιδίους.

 

Μελέτης Αποστολίδης

3

ΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΕΙ;
Τι να πάρει,, τι ν’ αφήσει
την ώρα του ξεριζωμού;

Τα τύλιξε όλα στο δυνατό μεταξωτό της δίχτυ
— τα δίπλωσε,
τα ξαναδίπλωσε
ώσπου ’γιναν
ένα περίτεχνο μεταξωτό κέντημα
και τα πήρε όλα μαζί της:
σπίτι, αυλή, δέντρα, ανθρώπους.

«Το μαντίλι των αρραβώνων μου»,
είπε μια μέρα
και μου το παρέδωσε.

Κι εγώ το κρέμασα προσεκτικά:
παράθυρο στον τοίχο
της μονοσήμαντης καθημερινότητάς μου.

Αν τύχει και το πλησιάσεις,
μπορεί και ν’ ακούσεις
φωνές, μουσικές, ιστορίες.

Αν πάλι είσαι τυχερός
και σ’ εμπιστευθεί,
μπορεί και να σ’ αφήσει
να μπεις στην αυλή των θαυμάτων
που κρύβει μέσα του.

 

 

Λεωνίδας Γαλάζης

1-γαλαζησ

ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Εκείνοι που βυθίστηκαν
στο κράτος της σιωπής
κοιμούνται στον βυθό της φορτωμένοι
με σπάνια πετρώματα κι άνθους της τρικυμίας.

Τα όνειρά τους ταξιδεύουν
στις αποικίες των κοραλλιών
κι ανθίζουν στο σκοτάδι
των οιδημάτων άστρα.

Στ’ άγρυπνα βάθη του ύπνου τους
να λουλουδίσουν τα καρφιά
τα χελιδόνια να κρυφτούν
από τις μαύρες συμφορές αποδιωγμένα.

 

Αλεξάνδρα Γαλανού

 

Γαλανου

ΠΗΝΕΛΟΠΕΣ

Οι Πηνελόπες
πέταξαν τους αργαλειούς στη θάλασσα.
Δεν υφαίνουν πια
ούτε κεντούν τα βράδια.
Κατεβαίνουν στον κήπο από το παράθυρο.
Ανοίγουν την καγκελόπορτα,
προχωρούν στην παραλία.
Κάθονται σε μπαράκια σκοτεινά,
ανοιγοκλείνουν τα μάτια και χαμογελούν
ενώ οι ναύτες τραγουδούν το «Μαραμπού».

Οι μνηστήρες, απ’ ό,τι λένε, βαρέθηκαν
τα γλέντια κι έφυγαν.
Όσο για τον Οδυσσέα,
αυτός ακόμη ταξιδεύει.

 

Ιωσήφ Ιωσηφίδης

5

Η ΑΡΙΑΔΝΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Αναθεματίζεις τη μοναξιά σου, μα δες,
την Αριάδνη δες, που ξέχασε ο Θησέας
κι ας τον διέσωσε, ας τον έστησε ήρωα,
ας τον ακολούθησε τυφλά, δίχως μίτο,
για χάρη ας πέταξε το στέμμα της Κνωσού.

Σπαράζεις; Η Αριάδνη πιο πολύ από σένα,
παρατημένη στις αιχμηρές ακτές της Νάξου,
όχι σε πέλαγος πνιγμένη μα σε στεριά.

Μα ήρθε ο Διόνυσος να την πάει στην Κύπρο,
η αύρα να της ανοίξει τα βαριά ματόκλαδα,
ο ήλιος να της ροδίζει τα μάγουλα άδοντας:

Ποταμός ρέω στη θάλασσα σου,
δρόσος στη φυλλωσιά σου,
μαζί κι οι δυο ένας ναΐσκος,
ήλιος με φεγγάρι, ένας δίσκος.

Μην κλαις. Ο φλοίσβος θωπεύει την ελπίδα,
ο νέος έρως ελαύνει νεκτάριος λυτρωτής.
Αν δεν μπορεί να σου χαρίσει την ευτυχία,
τουλάχιστο σε φυγαδεύει απ’ τη δυστυχία.

 

Αγγέλα Καϊμακλιώτη

6

Θ

Χάρη στην κεντητή της ζώνη,
θάμπωνε τους θνητούς
και τους αθάνατους
η Κύπριδα
Το Θέλγητρον
την καθιστούσε ποθητή
Η θελκτική της ικανότητα
το σώμα το αειθαλές,
το θηλυκό της θάμπος
Θαλασσογέννητη
Θαλασσοκράτειρα
Θαλασσοπούλι
Όχι Θεά
Μια θαλπωρή για τους θνητούς
στο θολοσκέπαστο θαλάμι
Μια θαρραλέα θεατρίνα
Θήλυ και θήκη και θηλή
Θνητή που νίκησε το θάνατο
την κάθειρξη και τη θλιβή
θάλλοντας στην αθανασία

 

Γιώργος Καλοζώης

Γιώργος Καλοζώης

ΤΑ ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΙΑ

Πάρτε τα υπνοφάρμακά
σας και ξαπλώστε
προσέξτε όμως μην πέσετε
γιατί το κρεβάτι σας
στέκεται στην άκρη ενός
αβυσσαλέου γκρεμού
θα το είχατε καταλάβει
όταν βγάλατε τις παντόφλες
σας κι εκείνες κατρακύλησαν
στο ιλιγγιώδες κενό
Πάρτε τα υπνοφάρμακά
σας για να μπορέσετε
ν’ αντέξετε αυτό που θα
δείτε πάνω στο σώμα σας
δε θα ’ναι το κατακόκκινο
που χύθηκε μανικιούρ
Πάρτε τα υπνοφάρμακά
σας και χτυπήστε το
κουδούνι του ονείρου
ένας λύκος θα σας ανοίξει
μια αλεπού με ποδιά θα
σας ρωτήσει τι θέλετε
να σας κεράσει
μια αρκούδα θα κάθεται
δίπλα σας στον καναπέ
ένα λιοντάρι απέναντι σας
θα σας ρωτήσει τι γνώμη
έχετε για το χρηματιστήριο
για τις βιομηχανίες των
αλλαντικών
ένας ιπποπόταμος βγαίνοντας
από την εσωτερική πισίνα
θα σας ζητήσει να του δώσετε
την πετσέτα του
μπαμπουίνοι στην κουζίνα
θα ρίχνουν πασιέντσες στο
τραπέζι για να δουν ποιος
θα πεθάνει σήμερα
μια ύαινα θα βουρτσίζει τα
δόντια της στο μπάνιο
ένα όρνιο θα στέκεται
πάνω στη βιβλιοθήκη
με τεντωμένο λαιμό
κι εσείς θ’ αναρωτιέστε
μα τι γυρεύω εδώ
Αυτά θα συμβαίνουν ενώ
θα κοιμάστε κι εντούτοις
δε θα κοιμάστε θα σας
ενοχλεί το ροχαλητό σας
θα σκουντάτε τον εαυτό
σας να γυρίσει πλευρό
θα φωνάζετε για βοήθεια
αλλά το Γκόλεμ τρελάθηκε
κι ο σοφός ραβίνος Λεβ
θα εμφανιστεί για να
συζητήσετε για την Τορά
κι εσείς θα τον παρακαλέσετε
βοηθήστε με
με τη σοφία σας να μην έχω
μέσα μου τόσο πολύ χάος
να μην ακροπατώ συνέχεια
τον ένα μετά τον άλλο
τον μεγαλύτερο γκρεμό

(Λόγω εκτάκτου κωλύματος τα ποιήματα διαβάστηκαν από τη Νάσα Παταπίου)

 

Νόρα Nαντζαριάν

8

GAR OU CHGAR (ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑ ΚΑΙΡΟ)

Ξαναπές μου εκεινό το παραμύθι, πατέρα.

Τό παραμύθι για την ακρωτηριασμένη χώρα
και τα όνειρα της που εξοντώθηκαν.
Για την εκκλησία που έκλαψε,
την αλήθεια που κατηγορήθηκε πως έλεγε ψέματα,
τις φωνές που ξεσχίστηκαν σαν άκρα του σώματος.

Πες μου για την χώρα όπου δεν γεννηθήκαμε
αλλά που εκεί πεθαίνουμε κάθε μέρα της ζωής μας.

Πες μου για άλλη μιά φορά
γιατί οι Αρμένικες ιστορίες ειναι τόσο θλιβερές
και γιατί υπάρχουν τόσα πολλά γράμματα που σε πνίγουν
όταν οι λέξεις σου σβήνουν και τα χείλη σου τρέμουν.
Πες μου πόσο θα ήθελες να μην υπάρχουν όλα αυτά,
αλλά υπάρχουν. Και δεν είναι παραμύθι

Είναι η ιστορία μας.
Gar ou chgar.
Υπήρχε μια φορά, και δεν υπήρχε.
Είναι τόσο πολύ πιο εύκολο ν’ αρχίσει κανείς
‘Μια φορά κι εναν καιρό’ και να τελειώσει ‘ …αυτοί καλύτερα’.
Αλλά τίποτα δεν είναι εύκολο στα παραμύθια που μου λες.

 

Νάσα Παταπίου

7

ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΠΟΛΗ

Γνωρίζω τους δρόμους
Ακόμα την ανάσα τους
Μιλώ για τη Λευκοθέα
Τη Λευκωσία εννοώ
Τη Φωτολάμπουσα
Περιδιαβάζοντάς σε
Η ιστορία σου
Με εξυψώνει
Στις παρειές του ονείρου
Νύχτα ασέληνη
Μα η πόλη
Intra muros
Από των γιασεμιών
Την όραση
Έλα
Αενάως είμαι
Για σένα
Παραμένω
Μόνον για σένα
Έφηβη
Ταπεινά και τρυφερά
Σχεδόν λιποθυμώ
Από αγάπη
Και σου λέω
Πως με τραβά
Μια έλξη μακρύμισχη
Και με οδηγεί
Στους δρόμους
Της γενέθλιάς σου πόλης
Έτσι σαν πάρω
Το άρωμά σου
Γίνομαι χήνα
Γίνομαι αγριόχηνα
Αίσθημα δύναμης
Με εκτοξεύει στους ουρανούς
Σε δυσθεώρητα ύψη
Κατοικώ
Κι από ψηλά
Αγναντεύοντας
Σε χαιρετώ
Κάτω στην πόλη σου
Τη Λευκωσία

 

 

Η εκδήλωση έκλεισε με ανταλλαγή δώρων

11

12

10

 

Ευχαριστούμε το Νίκο Ευθυμίου για τις φωτογραφίες και το video

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ

1-1-ΘΑΝΑΣΗΣ

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος γεννήθηκε το 1951 στα Κρανίδια της Κοζάνης. Σπούδασε Αρχαία Ελληνική και Νεοελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και έκανε τις μεταπτυχιακές και τις διδακτορικές του σπουδές στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά του εστιάζονται στην ποίηση και τη λογοτεχνική κριτική. Ποιήματα και κριτικά του κείμενα γύρω από τη μεταπολεμική ελληνική ποίηση και πεζογραφία δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε εφημερίδες και περιοδικά, λογοτεχνικά και φιλολογικά.

 

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ
(1982) Απόπειρα εξόδου 1975-1981, Σύγχρονη Εποχή
(1985) Του ανταποκριτή μας, Σύγχρονη Εποχή
(1988) Μοντέλο σώματος, Σύγχρονη Εποχή
(1991) Ανοιγμένη φλέβα, Παρατηρητής
(1996) Το περίστροφο της σιωπής, Τα Τραμάκια
(2002) Τεστ κοπώσεως, Τα Τραμάκια
(2010) Μικρές ανάσες, Μελάνι
(2015) Χαμηλά ποτάμια, Μελάνι

ΜΕΛΕΤΕΣ – ΔΟΚΙΜΙΑ
(1995) Τα πρόσωπα του δράματος στο πεζογραφικό έργο του Μάριου
Χάκκα, Τα Τραμάκια
(1996) Βιβλιογραφία Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, Παρέμβαση
(2003) Ματιές ενόλω, Σοκόλη
(2006) Ανέστης Ευαγγέλου, Σοκόλη
(2010) Ο ποιητής και το ποίημα, Σοκόλη
(2013) Ένα πουλί στην άσφαλτο, Μελάνι
(2014) Ματιές ενμέρει, Μελάνι
(2017) Ματιές ενόλω II , Μελάνι

 

 

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΚΚΑ  (1995)

 

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΜΑΡΙΟ ΧΑΚΚΑ

 

 

Ο ΠΕΖΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ

Η εποχή στην οποία ζει ο Μάριος Χάκκας (1931-1972) είναι γεμάτη από γεγονότα σημαντικά για τη μεταπολεμική εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας1. Τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936 διαδέχεται η έξαρση του 1940 και η φοβερή δεκαετία 1940-1950, η οποία καλύπτεται από την Κατοχή-Αντίσταση (1941-1944) και από τον Εμφύλιο Πόλεμο (1945-1949). Μετά το 1950 οι νικητές της εσωτερικής διαμάχης εγκαθιδρύουν και παγιώνουν το κράτος του αυταρχισμού κάτω από τη συμμαχική κηδεμονία. Φυλακίσεις και εξορίες, διώξεις πολιτικών αντιπάλων και κοινωνικά φρονήματα, άναρχη ανάπτυξη και υποτέλεια, είναι τα δώρα της νέας τάξης πραγμάτων. Ένα δημοκρατικό διάλειμμα στα χρόνια 1964-1965 γρήγορα τελειώνει με τη βασιλική επέμβαση, ώσπου το 1967 εγκαταλείπονται τα προσχήματα και επιβάλλεται η στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου, η οποία θα διαρκέσει ως το 1974.
Συσχετίζοντας τη ζωή και το έργο του Μάριου Χάκκα με τα ιστορικά συμφραζόμενα, θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι διαπλέκονται αμεσότερα, από τη στιγμή που ο συγγραφέας επιχειρεί να δράσει ως πολιτικό υποκείμενο. Τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, που συμπίπτουν με τη δραματική δεκαετία του 1940, και η συνοικία της Καισαριανής, στην οποία έρχεται από την Μακρακώμη Φθιώτιδας, τεσσάρων χρόνων, με την οικογένειά του, παίζουν αποφασιστικό ρόλο σ’ αυτήν την επιλογή. Η εμπλοκή στην πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση της εποχής, και μάλιστα στο πλευρό των νικημένων δυνάμεων της Αριστεράς, κοστίζει στο συγγραφέα τέσσερα χρόνια φυλακή (1954-1958), ενώ και η στρατιωτική του θητεία (1958-1960) επηρεάζεται από την εξέλιξη αυτή, μια και λόγω φρονημάτων θα υπηρετήσει με την ιδιότητα του ημιονηγού. Βέβαια, στα πλαίσια της Αριστεράς είναι υποχρεωμένος κι αυτός να αντιμετωπίσει με το δικό του τρόπο τα εσωτερικά προβλήματα του κινήματος, όπως ήδη είχαν κάνει οι πολιτικοί ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς αλλά και παλιότεροί του πεζογράφοι, όπως ο Στρατής Τσίρκας. Η δεκαετία πάλι του 1960, γνωστή ως δεκαετία της αντιπαροχής (και του μπιντέ, όπως θα έλεγε ο ίδιος), σημαδεύει τη ζωή του, καθώς είναι αναγκασμένος να παρακολουθεί και να βιώνει με πόνο ψυχής τη φθορά των αισθημάτων και των αξιών που προκαλούν οι νέες πραγματικότητες. Το πραξικόπημα τέλος της 21ης Απριλίου δεν τον αφήνει αδιάφορο, παρά τη στροφή του ενδιαφέροντός του λόγω καρκίνου στον επερχόμενο θάνατο.
Ο Μάριος Χάκκας είναι από τους λίγους πεζογράφους της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς που έχει έντονες κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες. Οι περισσότεροι συγγραφείς αυτής της γενιάς, καθώς ανδρώνονται σε μια εποχή απαγόρευσης των ιδεολογιών και ζουν στον απόηχο των ιστορικών γεγονότων της δεκαετίας του 19402, τα οποία τόσο καθοριστικά επέδρασαν στη ζωή και στο έργο των πεζογράφων και των ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, στρέφουν εύλογα τα ενδιαφέροντά τους στο δικό τους περιβάλλον, προκειμένου να μιλήσουν για τα καινούρια πια ζητήματα του άγχους, του καταναλωτισμού, της κρίσης των αξιών, της αλλοτρίωσης. Αυτό βέβαια δε σημαίνει οπωσδήποτε παραίτηση από τα κοινωνικά δρώμενα. Έχει όμως το νόημα πως η πραγματικότητα είναι τώρα διαφορετική, πιο σύνθετη, και δεν επιτρέπει απόλυτες θεωρήσεις. Αντίθετα, απαιτεί όχι μόνο μια στάση οξυδερκέστερη απέναντι της αλλά και μια άλλη γραφή, ικανή να εκφράσει αυτές τις πολυπλοκότητες και να συμβαδίσει με τις νέες ευαισθησίες, οι οποίες διαμορφώνονται κάτω από την επίδραση των νεωτεριστικών τρόπων αφήγησης που έρχονται κυρίως από τη Γαλλία.
Από το 1960 κι ως το 1966 που πρωτοεμφανίζεται ο πεζογράφος Μάριος Χάκκας, έχουν κυκλοφορήσει μια σειρά έργα στα οποία διαπιστώνονται σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σύγκριση με την πεζογραφία της λεγάμενης πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, όπως γράφει ο Χριστόφορος Μηλιώνης, ο οποίος και ξεχωρίζει ενδεικτικά τα παρακάτω κείμενα:

Γιώργος Χειμώνας Πεισίστρατος 1960
Βασίλης Βασιλικός Το φύλλο, Το πηγάδι, Τ’ αγγέλιασμα 1961
Χριστόφορος Μηλιώνης Παραφωνία
Μένης Κουμανταρέας Μηχανάκια 1962
Πέτρος Αμπατζόγλου Με το Μινώταυρο
Τάκης Καλφόπουλος Οδός
Θανάσης Βαλτινός Η κάθοδος των εννιά 1963
Γιώργος Ιωάννου Για ένα φιλότιμο 1964
Παντελής Καλιότσος 0 μεσαίος τοίχος
Μάριος Χάκκας Τυφεκιοφόρος του εχθρού 1966

Ο Χάκκας είναι ένα καταρχήν πέρασμα από την πρώτη στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά. Γεφυρώνει τις δυο εποχές, διαπιστώνει ο ίδιος κριτικός, ενώ ο Στέφανος Μπεκατώρος παρατηρεί:… ο Χάκκας είναι συγγραφέας μεταιχμιακός. Η γραφή του είναι εξέλιξη και εξάντληση της προβληματικής της “ήττας” και ταυτόχρονα η αρχή μιας άλλης μοντέρνας γραφής που χαρακτηρίζει τις αναζητήσεις μιας νεότατης γενιάς συγγραφέων8. Κοντά σ’ αυτές τις εύστοχες παρατηρήσεις είναι ανάγκη να επισημανθεί και η θεματογραφική ανανέωση που πραγματοποιεί ο Χάκκας, με τη ριζοσπαστική αμφισβήτηση των ιδεολογιών και των αξιών της εποχής του, καθώς και με την πυρετική προσέγγιση του οντολογικού προβλήματος του ανθρώπου.
Ο Μάριος Χάκκας εμφανίζεται στη λογοτεχνία το 1965 ως ποιητής με τη συλλογή Όμορφο καλοκαίρι (ιδιωτική έκδοση). Ως πεζογράφος κάνει την πρώτη του παρουσία την επόμενη χρονιά, το 1966, με τη συλλογή διηγημάτων Τυφεκιοφόρος του εχθρού (ιδιωτική έκδοση και πάλι). Κι ακολουθούν: το 1970 η συλλογή διηγημάτων Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες (Κέδρος), το 1971 τα τρία θεατρικά μονόπρακτα Ενοχή, Αναζήτηση, Τα κλειδιά, κάτω από το γενικό τίτλο Ενοχή (Κέδρος), ενώ το 1972, αμέσως μετά το θάνατό του, τα τελευταία διηγήματα Το κοινόβιο (Κέδρος). Στη δεύτερη έκδοση της πρώτης συλλογής πεζογραφημάτων Τυφεκιοφόρος του εχθρού (1972) προστέθηκε, σύμφωνα με επιθυμία του συγγραφέα, και η ενότητα Τρία Διηγήματα, που είχε πρωτοδημοσιευθεί στα Νέα Κείμενα (Φθινόπωρο του 1971). Μεταθανάτια έγιναν γνωστά μερικά ακόμα πεζογραφήματα: Κώνωψ ανωφελής, Τα κόκκινα μερμήγκια, Πώς γράφεται ένα διήγημα, Ένα όνειρο, Ο γαλατάς και τέσσερα δίχως τίτλο.

 

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Αν για τους μοντερνιστές πεζογράφους των αρχών ακόμα του αιώνα μας τα πρόσωπα ενός μυθιστορήματος δεν θεωρούνται ως συνεκτικές, προσδιορίσιμες, και καλά δομημένες οντότητες αλλά ένα ψυχικό πεδίο μάχης, ένα άλυτο αίνιγμα ή η αφορμή για τη ροή παραστάσεων κι εντυπώσεων28, είναι φυσικό να μην εκπλήσσει κάτι τέτοιο, όταν αυτό συμβαίνει στα πεζογραφήματα ενός συγγραφέα της δεκαετίας του 1960, όπως ο Μάριος Χάκκας. Πεζογραφήματα που οικοδομούνται, καθώς ήδη επισημάνθηκε, με τέτοιους όρους, ώστε δε θα μπορούσαν να δώσουν ολοκληρωμένους χαρακτήρες, πράγμα που είναι σε θέση να κάνει το παραδοσιακό διήγημα και πολύ ευκολότερα το κλασικό μυθιστόρημα. Εδώ η ένταση του βιώματος είναι τέτοια, που επείγει να βγει στην επιφάνεια, ανατρέποντας τις συμβάσεις του είδους και οδηγώντας σ’ αυτά τα σύντομα κείμενα-στιγμιότυπα, που συνήθως χαρακτηρίζονται απλώς πεζογραφήματα και συχνά απεικονίζουν τα πρόσωπα με δυο πεταχτές πινελιές, αν δεν έχουν ως μοναδικό και αποκλειστικό πρωταγωνιστή τον ίδιο τον αφηγητή, όπως συμβαίνει όχι μόνο με το Μάριο Χάκκα αλλά και με τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο και με το Γιώργο Ιωάννου που εμφανίζονται την ίδια δεκαετία.
Με αυτό το σκεπτικό γίνεται κατανοητό το γεγονός ότι οι πληρέστεροι χαρακτήρες του Χάκκα βρίσκονται στα παραδοσιακότερα πεζογραφήματά του, της αφηγηματικής ευστάθειας και οργάνωσης, ενώ οι πιο υποτυπώδεις στα μεταγενέστερα, της αφηγηματικής αστάθειας και αποδόμησης. Ο Μάριος Χάκκας, παρατηρεί ο Σπύρος Πλασκοβίτης, γράφει με κομμένη την ανάσα. Θα έλεγα πως δεν διηγείται, εκφράζεται. Και εκφράζεται τόσο πειστικά, συναρπαστικά κάποτε, ώστε λίγο μας ενδιαφέρει αν μέσα στον κόσμο του οι ανθρώπινοι τύποι διαβαίνουν περισσότερο σαν σκιές ονείρου, ή εφιάλτη, και λιγότερο διαθέτουν μια δική τους ταυτότητα. Πράγματι οι ήρωες σ’ αυτό το έργο υπόκεινται πολύ συχνά σε αφαιρέσεις, καθώς απουσιάζουν ενδείξεις που θα καθιστούσαν σαφέστερο το περίγραμμά τους. Από τα πρόσωπα του πεζογραφήματος Ο Κολοβός ως το πρόσωπο / αφηγητή του πεζογραφήματος Το κοινόβιο η σταδιακή απέκδυση των επίθετων στοιχείων οδηγείται ως τη γυμνότητα του σώματος και της ψυχής, ως την οντολογική ψίχα του πρωταγωνιστή /αφηγητή. Από την άποψη αυτήν η ένταξη των προσώπων του δράματος σε μια κοινωνική ιεράρχηση θα μπορούσε να παρουσιάσει ορισμένες εκκρεμότητες, πράγμα που τελικά δε συμβαίνει.
Πειστικά οριοθετούνται οι ήρωες του Χάκκα και μόνο με βάση την πολιτική τους ιδεολογία, καθώς αυτή αποτελεί το συνηθέστερο στοιχείο της κοινωνικής τους ταυτότητας. Όχι τόσο η θέση τους στην παραγωγική διαδικασία, η οποία πολύ συχνά δε σημαίνεται, ούτε οι άμεσες ή έμμεσες αναφορές στην οικονομική κατάσταση, στην κοινωνική προέλευση και στο μορφωτικό επίπεδο, όσο η συνείδηση που έχουν οι ίδιοι για τα πράγματα και τον κόσμο. Με αυτό το κριτήριο οι ήρωες του Χάκκα ανήκουν στα υποβαθμισμένα κοινωνικά στρώματα, αυτά που αποκαλούνται προλεταριακά και μικροαστικά, σύμφωνα με τη διάκριση που επιχειρεί η Μαρία Σακαλάκη στην κοινωνιολογική της ανάλυση για τους ήρωες του μυθιστορήματος. Μια τέτοια διαστρωμάτωση είναι βέβαια ιδιαίτερα συμπαγής. Υπάρχουν οι καθημερινοί άνθρωποι των μικρών φιλοδοξιών που ασφυκτιούν μέσα στα στενά πλαίσια μιας αλλοτριωτικής πραγματικότητας, αλλά δεν είναι σε θέση να επιχειρήσουν την οποιαδήποτε υπέρβαση. Υπάρχουν τα κατώτερα εκτελεστικά όργανα του καθεστώτος, αυτά του στρατοπέδου και της φυλακής, τα οποία από κοινωνική άποψη ανήκουν ενγένει στην τάξη των θυμάτων τους. Υπάρχουν και οι ιδεολογικοί σύντροφοι που αντιτάσσονται στην κατεστημένη τάξη πραγμάτων, αλλά έχουν και τα δικά τους εσωτερικά προβλήματα να αντιμετωπίσουν. Υπάρχει τέλος ο κυρίαρχος πρωταγωνιστής/ αφηγητής, ο οποίος συνθέτει με τρόπο ενδιαφέροντα τα επιμέρους χαρακτηριστικά των δυναστευόμενων συντρόφων και του παγιδευμένου ανθρώπου.
Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι ήρωες ανήκουν στο λεγόμενο ισχυρό φύλο. Και δεν είναι μόνο αυτό. Σε πρωταγωνιστικό ρόλο εμφανίζονται ελάχιστα γυναικεία πρόσωπα (δύο ή τρία), ενώ τα περισσότερα αναλαμβάνουν ρόλους συμπρωταγωνιστικούς, σε ερωτικό ή όχι επίπεδο, αλλά και πάλι συμπληρωματικούς, ενείδει πλευρού. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις γυναικών που μόνο για μια στιγμή περνούν από το προσκήνιο του πεζογραφήματος. Αυτή η αντιμετώπιση της γυναίκας αντανακλά βέβαια την υποβαθμισμένη θέση της στη νεοελληνική κοινωνία της δεκαετίας του 1960 αλλά και τις ανδροκρατικές αντιλήψεις του συγγραφέα, που, αν και ανήσυχος διανοούμενος της Αριστεράς, δε φαίνεται απαλλαγμένος από τα παραδοσιακά στερεότυπα.
Οι ήρωες του Χάκκα, αν θυμηθούμε τις σχετικές απόψεις του Jaques Lacan, δεν είναι τόσο στατικοί όσο κινητικοί. Οι στατικοί χαρακτήρες θέτουν, κατά το Lacan, σταθερούς στόχους (υλικούς, σεξουαλικούς, εγωιστικούς και επαναπαύονται, στην περίπτωση που τους κατακτήσουν. Ενδιαφέρονται δηλαδή να ικανοποιήσουν αυτό που ο Lacan αποκαλεί ανάγκη. Αντίθετα, οι κινητικοί υπόκεινται σ’ αυτό που αποκαλεί επιθυμία, που μοιάζει να είναι
αληθινή μόνο στο βαθμό που επιθυμεί: αυτό σημαίνει ότι είναι αληθινή, σημερινή ή παρούσα μόνο στο βαθμό που εξαρτάται από ένα μέλλον ή προβάλλεται σ’ αυτό. Με βάση αυτήν τη διάκριση οι χαρακτήρες του συγκεκριμένου έργου είναι κινητικοί. Οι επιθυμίες τους εξακολουθούν να μένουν ανεκπλήρωτες παρά τους αγώνες τους, καθώς συνδέονται με θεμελιακά ζητήματα της κοινωνίας και του ανθρώπου, όπως είναι η κοινωνική αλλαγή, ο εκδημοκρατισμός της Αριστερός και η υπέρβαση του θανάτου. Ακόμα κι όταν θέτουν στόχους στατικών χαρακτήρων και τους κατακτούν, όπως στο πεζογράφημα Ο Μπιντές λ.χ., και τότε πάλι μένουν ανικανοποίητοι, γιατί συνειδητοποιούν τη ματαιότητα των φιλοδοξιών τους.
Πολύ λίγες φορές οι χαρακτήρες έχουν αυτά που λέμε ανθρώπινα ελαττώματα και ανθρώπινες αδυναμίες. Παρόλο που πρόκειται για πρόσωπα απλά, καθημερινά, ωστόσο στοιχεία, όπως η υποκρισία, η προκατάληψη, η μικρόνοια, η ιδιοτέλεια, γενικά απουσιάζουν. Μόνο ελάχιστα εμφανίζονται και κυρίως σε περιπτώσεις γυναικείων τύπων. Συνήθως τα γνωρίσματα είναι θετικά, ειλικρίνεια, εντιμότητα, ιδεαλισμός, αξιοπρέπεια, γεγονός που οφείλεται προφανώς στην ισχυρή τάση ιδεολογικοποίη-σης των προσώπων που διακρίνει το συγγραφέα. Κι είναι αυτή η τάση που καθιστά τους ήρωες ικανούς να αίρονται πάνω από τις μικροπρέπειες της καθημερινότητας, καθώς αντίπαλό τους δεν έχουν τον άλλο άνθρωπο αλλά τα σημαντικά ζητήματα του Ανθρώπου.
Πολύ συχνά οι ήρωες, άντρες ή γυναίκες, δεν έχουν όνομα κι αυτό είναι ένα τελευταίο χαρακτηριστικό τους γνώρισμα. Δηλώνονται αόριστα, με κάποιο προσηγορικό ουσιαστικό, με την αντωνυμία αυτός ή εκείνος κι όχι λίγες φορές με το τρίτο ενικό ή πληθυντικό πρόσωπο του ρήματος. Σ’ ένα διήγημα, γράφει ο Χριστόφορος Μηλιώνης, ο ήρωας δηλώνεται με παρόμοιους αόριστους τρόπους για διάφορους λόγους, ανάμεσα στους οποίους θα μπορούσα να καταλέξω τους εξής:

α. – Όταν ο συγγραφέας δε φωτίζει τα πρόσωπα σαν ατομικότητα, αλλά σαν χαρακτηριστική περίπτωση,
β. – Όταν επιθυμεί να επιτύχει μια άμεση επαφή αφηγητή και ήρωα, χωρίς την απόσταση που συνεπάγεται η αναφορά του ονόματος.
γ. – Όταν επιδιώκει να δώσει την εντύπωση απόλυτης μοναξιάς”.

Συμπληρωματικά θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι η παρουσία μιας σειράς επώνυμων ηρώων περισσότερο αντανακλά την επιθυμία του συγγραφέα να προβάλει ενδιαφέρουσες γι’ αυτόν, ιστορικές συχνά, περιπτώσεις ανθρώπων που γνώρισε παρά υπηρετεί ανάγκες μυθοπλαστικές. Με δεδομένο τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα των πεζογραφημάτων, μια τέτοια εκδοχή δεν πρέπει ίσως να αποκλειστεί.
Ύστερα από αυτές τις γενικές διαπιστώσεις μπορούμε να δούμε αναλυτικότερα τα χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά των ηρώων του Μάριου Χάκκα. Πρώτα πρώτα εκείνων που ως άντρες ή γυναίκες, “αποΐδεολογικοποιημένοι” ενγένει, βρίσκονται αντιμέτωποι με τις άμεσες ανάγκες του σώματος, κατόπι των άλλων που ως πολιτικά υποκείμενα δοκιμάζονται σε μια πάλη ζωής και θανάτου και τέλος του ήρωα/αφηγητή, που στο πρόσωπό του συνενώνει την ιδεολογική και οντολογική τραγωδία του ανθρώπου.

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΝΙΚΟΥ-ΑΛΕΞΗ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ 1948-1996

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΑΛΕΞΗ ΑΣΆΝΟΓΛΟΥ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η πρώτη αυτή απόπειρα διερεύνησης του εργογραφικού και κριτικογραφικού χώρου που αναφέρεται στον ποιητή της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου (Θεσσαλονίκη 1931 – Αθήνα 1996) επιχειρήθηκε με την ευκαιρία μιας ειδικής εργασίας με τίτλο Το ζήτημα των επεξεργασιών <πα ποιήματα του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου, η οποία εκπονήθηκε στα πλαίσια του πρώτου κύκλου των μεταπτυχιακών μου σπουδών στο Τμήμα Φιλολογίας (Τομέας Μεσαιωνικών και Νεοελληνικών Σπουδών) του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1992-1994). Αυτό σημαίνει πως οι προθέσεις δεν ήταν εξαρχής βιβλιογραφικές. Στην πορεία όμως, όσο βάθαινε η γνωριμία με το έργο του δημιουργού και μεγάλωνε το πλήθος των κειμένων και των πληροφοριών, που ορισμένες φορές μάλιστα προέρχονταν από απρόσιτες πηγές, γεννήθηκε η ιδέα της έκδοσης, με στόχο να καταγραφεί, από τη μια, αυτό το υλικό για τους μελλοντικούς ερευνητές και μελετητές, και να διαφανεί, από την άλλη, πληρέστερα η δημιουργία αλλά και η κριτική πρόσληψη ενός ποιητή που, ενώ πολύ ενδιαφέρθηκε για την ποιότητα του έργου του, αδιαφόρησε ολότελα για την τύχη του.
Πέρα από τις προθέσεις βέβαια, αυτό που εντέλει κρίνεται είναι μονάχα η
συγκεκριμένη κατάθεση. Δεν ενδιαφέρουν κανέναν οι δυσκολίες που αντιμετώπισε η προσπάθεια: από τις ελλείψεις στις κεντρικές βιβλιοθήκες της Θεσσαλονίκης και τη λήψη φωτοαντιγράφων ως την απόσταση από αυτές αλλά κι από τις μεγάλες βιβλιοθήκες της Αθήνας. Θέλω να πω πως δεν μπορούν να λειτουργούν ως άλλοθι για την όποια μειονεξία των έργων μας.
Γι αυτό και η απόπειρα αυτή επιβάλλεται να ιδωθεί με τους όρους του επιστημονικού χώρου στον οποίο κινείται και δεν έχει καμιά σημασία που ο συντάκτης της δεν είναι βιβλιογράφος, και μάλιστα επαγγελματίας. Με βάση αυτό το σκεπτικό πάρθηκαν ενγένει υπόψη η σχετική παράδοση, όπως αυτή εκφράζεται με τα εγχειρήματα των Ιάκωβου Μ. Βούρτση, Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Αικατερίνης Μακρυνικόλα, Ε.Ι. Μοσχονά, αλλά και επισημάνσεις σαν αυτές που κάνουν ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος [“Βιβλιογραφικά της νεότερης λογοτεχνίας μας», περ. Διαβάζω 44 (Ιούλιος 1981) 27-33] και ο Χ.Λ. Καράογλου [“Βιβλιογραφίες λογοτεχνών. Θεωρητικά και μεθοδολογικά ζητήματα”, περ. Μολυβδοχσνδυλοπελεκητής (Ηράκλειο) Β’ περίοδος, 5 (1995 /1996) 73-118],
Η Βιβλιογραφία Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου 1948-1996, που αρχίζει με το
κριτικό πρωτόλειο του ποιητή “Το ποιητικό έργο του Ρήγα” [περ. Χρονικά
(Πειραματικό Σχολείο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) Ζ (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1948) 170-172 (Β.96)] και τελειώνει το 1996 με τρεις πληροφορίες για δημοσιεύσεις και εκδηλώσεις προς τιμή του μέσα στο 1997 ( Γ.163 – Γ.165), μοιράζεται σε τρία βασικά μέρη: Α. Βιογραφικό σημείωμα, Β. Εργογραφία, Γ. Κρίσεις, σχόλια, πληροφορίες. Τα βιογραφικά στοιχεία του πρώτου μέρους αντλήθηκαν από τις βιβλιογραφικές πηγές και μόνο. Στο δεύτερο μέρος τα λήμματα ταξινομούνται κατά είδος, έτσι που να διακρίνονται σαφέστερα οι επιμέρους όψεις της δημιουργίας, ενώ μέσα σε κάθε είδος τηρείται η χρονολογική τάξη. Στο τέλος κάθε λήμματος της ενότητας “Αυτοτελείς εκδόσεις” παραθέτονται οι παραπομπές της “Εργογραφίας” που αναφέρονται στις πρώτες δημοσιεύσεις, τις αναδημοσιεύσεις (και νθολογήσεις βέβαια), τις μεταφράσεις ποιημάτων σε άλλες γλώσσες και τις βιβλιοκρισίες, για να υπάρχει μια πληρέστερη εικόνα της τύχης των κειμένων και να εντοπίζεται ευκολότερα η παρουσία τους στην εργασία. Η πολυπλοκότητα που παρατηρείται σχετικά με τη γραμματολογική διευθέτηση των ποιημάτων οφείλεται στο γεγονός ότι ο ποιητής επεξεργάζεται τα κείμενά του και μετά τη δημοσίευσή τους. Πρόκειται για μια άποψη που ερμηνεύεται από τον ίδιο στην πρώτη από τις δύο απαντήσεις – συνεντεύξεις που καταχωρούνται στο Παράρτημα. Τα λήμματα του τρίτου μέρους διατάσσονται μόνο χρονολογικά, καθώς αυτό που εδώ προέχει είναι να καταδειχθεί η πορεία εξέλιξης της κριτικής που ασκήθηκε. Από τις καταγραφές αυτού του μέρους αποκλείονται εκείνα τα κείμενα που δεν προχωρούν σε κάποια, συνοπτικότατη έστω, αξιολόγηση του ποιητικού έργου και των απόψεων του ποιητή κι αρκούνται στην απλή αναφορά του ονόματος.
Εκκρεμότητες στα στοιχεία των παραπομπών δεν υπάρχουν, εκτός από
πέντε στα λήμματα Β.132, Β.133, Β.134, Β.149 και Β.163. Στις τέσσερις πρώτες περιπτώσεις δε στάθηκε δυνατό να επιβεβαιωθούν οι χρόνοι δημοσίευσης – στην τέταρτη ούτε και το έντυπο -, ενώ στην πέμπτη λείπουν ο αριθμός του τεύχους και οι αριθμοί των σελίδων, αν και τα σχετικά κείμενα, όπως κι όλα τ’ άλλα άλλωστε, βρίσκονται στα χέρια μου. Κατά τ’ άλλα χρησιμοποιείται η κάθετος, για να δηλωθεί τέλος στίχου, και η πλάγια κάθετος για το τέλος ποιητικού στίχου, ενώ οι γωνιώδεις παρενθέσεις χρησιμοποιούνται στους τίτλους της ενότητας “Αυτοτελείς εκδόσεις”, για να δηλωθούν προσθήκες που δεν υπάρχουν στο εξώφυλλο ή στη σελίδα τίτλου, αντλούνται όμως ή απορρέουν από τα δεδομένα της έκδοσης. Οι ορθογώνιες αγκύλες αξιοποιούνται ως παρένθεση, όταν δεν επαρκεί η συνηθισμένη, ή για να προστεθούν διευκρινίσεις δικές μου, ενώ ο τόπος έκδοσης εφημερίδων και περιοδικών σημειώνεται, όταν δεν είναι η Αθήνα. Οι “Αυτοτελείς εκδόσεις” αριθμούνται με βάση την πρώτη έκδοση, ενώ οι αριθμοί σε παρένθεση που ακολουθούν τις παραπομπές των περιοδικών και των βιβλίων δηλώνουν τις σελίδες, όπου γίνεται αναφορά στον ποιητή.
Για τη συγκρότηση της Βιβλιογραφίας ερευνήθηκαν κατά βάση τα εξής έντυπα: τα περιοδικά της Αθήνας: Διαβάζω (1978-1996), Επιθεώρηση Τέχνης (1954-1967), Ευθύνη (1974-1995), Η Λέξη (1981-1996),Καινούρια Εποχή (19561978), Οδός Πανός (1981-1996), Πλανόδιον (1986-1996), Το Δέντρο (19781996)· της Θεσσαλονίκης: Διαγώνιος (1958-1983), Διάλογος (1962-1963), Διαφορά (1984-1989),Εντευκτήριο (1987-1996), Εξάντας (1972),Ευμένης (1959), Κόσκινο (1968-1980),Κοχλίας (1945-1948),Κριτική (1959-1961), Μήνες (1962), Μορφές (1950-1954), Νέα Πορεία (1955-1996), Ο Παρατηρητής (1987-1996), Πυρσός (1953-1954), Ροτόντα (1910-1978), Σκέψη (1951), Τραμ (1971-1996), Ausblicke (1970-1979)· και οι εφημερίδες της Θεσσαλονίκης “Δράσις” (1956- 1969), “Θεσσαλονίκη” (1963-1974,1977-1978) και “Νέα Αλήθεια” (1970-1971).
Σε μια σειρά άλλες περιπτώσεις η έρευνα κινήθηκε επιλεκτικά αξιοποιώντας
πληροφορίες που αντλούνταν είτε από ανθρώπους είτε από τα ίδια τα κείμενα. Έτσι η πρώτη αυτή βιβλιογραφική απόπειρα ενδέχεται να είναι ελλιπής σε ορισμένα σημεία, για τον πρόσθετο λόγο ότι επιχειρήθηκε ερήμην του ποιητή.
Με τον ποιητή προσπάθησα να επικοινωνήσω τρεις φορές. Η πρώτη ήταν
το 1993, όταν του έστειλα επιστολή (3-7-1993) με την οποία ζητούσα βιβλιογραφικά στοιχεία. Δεν απάντησε. Η δεύτερη, όταν τον συνάντησα, πρώτη και τελευταία φορά, στην εκδήλωση που οργάνωσε προς τιμή του το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ιωνίας της Θεσσαλονίκης στις 30-3-1994 (βλ. Γ.114). Και πάλι δεν κατάφερα να συνεννοηθώ μαζί του. Τέλος, όταν το 1995 του έστειλα την εργασία μου Το ζήτημα των επεξεργασιών στα ποιήματα του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου, δεν πήρα καμιά απάντηση. Είναι γεγονός πως τελευταία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Κι αυτός είναι ο βασικός λόγος που αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία η βοήθεια που μου πρόσφεραν στη συγκέντρωση του υλικού και στην έκδοση της Βιβλιογραφίας οι άνθρωποι στους οποίους απευθύνθηκα.
Πρόκειται καταρχήν για την καθηγήτρια της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο
ΑΠΘ Άντεια Φραντζή, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, παλιό φίλο του Ασλάνογλου και βαθύ γνώστη των λογοτεχνικών πραγμάτων της Θεσσαλονίκης, και τον ποιητή Πρόδρομο Μάρκογλου- ακόμα, τους λογοτέχνες Τηλέμαχο Αλβέρα, Γιώργο Ζιόβα, Ι.Δ. Ιωαννίδη, Γιάννη Καρατζόγλου, Κώστα Λαχά και Μαρίνο Χαραλάμπους- τον ποιητή και κριτικό Γιάννη Κουβαρά· το Γιώργο Κορδομενίδη, εκδότη του περιοδικού της Θεσσαλονίκης Εντευκτήριο, αλλά και τους ποιητές – εκδότες των περιοδικών της Αθήνας Η Λέξη, Οδός Πανός, Πλανόδιον, Το Δέντρο, Αντώνη Φωστιέρη, Γιώργο Χρονά, Γιάννη Πατίλη και Κώστα Μαυρουδή αντίστοιχα- τους / τις δημοσιογράφους Άννα Γριμάνη, Δημήτρη Καΐση, Ελένη Λαζαρίδου, Σωκράτη Τσιχλιά και Βάνα Χαραλαμπίδου· τον παιδικό φίλο του ποιητή Βάσο Αγγελόπουλο και τους φοιτητές Κώστα Γκαλίτσιο, Σάκη Λάιο και Γιάννη Ιερόπουλο· χάρη χρωστώ επίσης σε δυο ανθρώπους που πρόσφατα έφυγαν από τη ζωή: τον ποιητή Τάσο Κόρφη (1929- 1994) και τον παιδικό φίλο του Ασλάνογλου Γιάννη Μέλφο (1931-1996). Τέλος νιώθω υποχρεωμένος στη Γεωργία Τριανταφυλλίδου για τους τελικούς
ελέγχους του κειμένου και ιδιαίτερα στον πρόεδρο του Συνδέσμου Γραμμά-
των και Τεχνών Ν. Κοζάνης Κώστα Σιαμπανόπουλο, καθώς και στο Β.Π.
Καραγιάννη, εκδότη του περιοδικού της Κοζάνης Παρέμβαση και διευθυντή
του Ινστιτούτου Βιβλίου και Ανάγνωσης, που τόσο πρόθυμα ανέλαβαν την
έκδοση της εργασίας αυτής.

Βέροια, Δεκέμβρης 1996
Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος

 

 

 

 

Δυο απαντήσεις – συνεντεύξεις

Τις απαντήσεις – συνεντεύξεις πήρε από το Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου η δημοσιογράφος Ελένη Λαζαρίδου στα πλαίσια δύο ερευνών που έκανε ανάμεσα στους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης, με θέμα “Η στάση του ποιητή απέναντι στο έργο του. Το πέρασμα του χρόνου” η πρώτη (I) και “Για ποιον γράφετε. Για ποιον και γιατί γράφετε;” η δεύτερη (II). Και οι δυο δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα της Θεσσαλονίκης Δράσις στις 25-7-1966 και στις 8-1-1968 αντίστοιχα. Τα κείμενα εδώ προσαρμόζονται απλώς στα σημερινά ορθογραφικά δεδομένα.

I

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΤΗ ΘΕΣΗ ΣΑΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΑΣ ΕΡΓΟ;

Και βέβαια την επηρεάζει. Και μάλιστα αποφασιστικά. Πώς θα μπορούσε τα
πράγματα να είναι διαφορετικά, τη στιγμή που μεταβαλλόμαστε αδιάκοπα
και η αλλαγή αυτή σφραγίζει ανεξίτηλα την ποιητική μας εργασία. Κανείς
βέβαια δεν μπορεί να αρνηθεί τη βαθύτερη ενότητα ενός ποιητικού έργου
που απορρέει από το ιδιαίτερο πρόσωπο του κάθε δημιουργού. Διανύουμε
όμως μια τροχιά που μας επιβάλλει κάθε τόσο την κριτική θεώρηση του έργου μας. Είναι γνωστό πως τελικά ο χρόνος αποτιμά ένα έργο, ότι το ποίημα
δίνει μια μάχη αδιάκοπη με την φθορά και πως μονάχα αν τελικά επιβιώσει,
μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την αξία του. Πώς λοιπόν να αγνοήσουμε
ένα παράγοντα που μας βοηθεί να αποτιμήσουμε το έργο των άλλων; Το
ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τη δουλειά μας. Έχω πρόχειρο ένα παράδειγμα. Εις την πρώτη ποιητική συλλογή που εξέδωσα το 1954, τον Δύσκολο
θάνατο, υπάρχουν δύο σειρές ποιημάτων. Η πρώτη γράφτηκε όταν ήμουν
ακόμη μαθητής, η δευτέρα στα πρώτα μετεφηβικά μου χρόνια. Όταν τύπωσα το βιβλίο είχα την πεποίθηση ότι η πρώτη σειρά αποτελούνταν από συμπαθητικά πρωτόλεια, ενώ η δεύτερη περιείχε ποιήματα με ιδιαίτερες αξιώσεις. Δέκα χρόνια αργότερα διαπιστώνω ότι απατήθηκα οικτρά, ότι τα
πρώτα αυτά ποιήματα γραμμένα σε ηλικία δεκαπέντε και δεκάξι χρόνων
ήταν μικρά διαμάντια ενώ η κατοπινή σειρά, όταν πια είχα ανακαλύψει τους
μοντέρνους, δεν άξιζε και πολλά πράγματα. Τώρα πια καταλαβαίνω πως η
χρονική απόσταση είναι αναγκαία για να δω κριτικά τη δουλειά μου. Ο χρόνος δεν μπορεί να ασκεί, παρά ευεργετική επίδραση πάνω στο έργο, ισχυρίζεται ο κ. Βαρβιτσιώτης. Ποιος όμως δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει ακριβώς το αντίθετο, ότι ο χρόνος σαρώνει ό,τι θεωρούμε συχνά ακατάλυτο; Ο κ. Βαφόπουλος λέει πως τα παλιά μας έργα είναι ανεπανάληπτες καλλιτεχνικές εκφράσεις που δικαιώνονται από τα ειδικά και ανεπανάληπτα περιστατικά που τις προκάλεσαν. Θα μπορούσε όμως ο καθένας να υποστηρίξει ότι
η δικαίωση από τα περιστατικά δεν αρκεί και ότι η αισθητική δικαίωση μόνο βαραίνει. Διαφορετικά ένα ποίημα θα εύρισκε τον λόγο υπάρξεώς του,
μόνο στο γεγονός ότι εγράφη. Δίνουμε μια αδιάκοπη μάχη για να επιτύχουμε την ποιότητα. Θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι η ποιότητα αυτή κινδυνεύει από την στιγμή που θα φανούμε αυτάρεσκοι, αν αρνηθούμε να δούμε κριτικά το έργο μας. Έτσι αφήνουμε στους άλλους τον ρόλο που θα έπρεπε να
παίξουμε πρώτοι εμείς.

– Εάν σήμερα ένα παλιό σας έργο δεν σας ικανοποιεί αισθητικά, θα το δεχθείτε, θα το διορθώσετε ή θα το απορρίψετε;

– Αν ένα παλιό μου ποίημα δεν με ικανοποιεί απολύτως, θα προσπαθήσω να το σώσω, δουλειά που προϋποθέτει έμπνευση. Η διόρθωση είναι τελείως
διαφορετικό πράγμα. Πρόκειται για μια εργασία εργαστηρίου, αφαιρούμε
λέξεις ή στίχους, μεταθέτουμε άλλους, μεταβάλλουμε τη δομή. Πρόκειται
για μια δουλειά που γίνεται εν ψυχρώ και είναι πολύ λεπταίσθητη. Δεν πρέπει να προδοθεί η επέμβαση του τεχνίτη. Σε περίπτωση όμως που το ποίημα
είναι ανεπίδεκτο διορθώσεως, θα πρέπει, έστω και με βαριά καρδιά, να το
θυσιάσουμε. Αυτό ισχύει τόσο για τα ανέκδοτα ποιήματα που θα απαρτίσουν μια καινούργια ποιητική συλλογή, όσο και για τα ήδη τυπωμένα εν όψει μιας επανεκδόσεως. Πολύ σωστά γράφετε στο εισαγωγικό σας σημείωμα ότι το ποίημα είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Με το να τυπωθεί δε σημαίνει πως πήρε και το οριστικό του σχήμα. Θα πρέπει πάντα να το βλέπουμε δυναμικά, δηλαδή μέσα στις δυνατότητες της εξελίξεώς του και ποτέ κατά τρόπο στατικό ή μουσειακό.

Σε περίπτωση επανεκδόσεως όλου του έργου σας, θα κάνετε μια απλή ανατύπωση ή μιαν αυστηρή επιλογή;

– Μετά απ’ αυτά είναι ευνόητο ότι αποκλείω την ανατύπωση, που δεν εξυπηρετεί, εδώ που τα λέμε και κανένα σκοπό. Συχνά η συγκέντρωση του έργου ενός ποιητή μου δίνει την εντύπωση ενός ετερόκλητου συνόλου όπου για λόγους ιστορικούς, ο ποιητής τύπωσε δίπλα στην ώριμη δουλειά του και τα πρωτόλεια. Έτσι τα καλά ποιήματα χάνονται σ’ ένα πλήθος μέτριων και,
φυσικά, διαστρέφεται η φυσιογνωμία του δημιουργού. Αυτά τα πράγματα
μπορεί να ενδιαφέρουν μόνο τους φιλολόγους κι επ’ ουδενί λόγω τους φίλους της καλής ποίησης. Χρειάζεται λοιπόν επιλογή που δεν σημαίνει ανθολόγηση αλλά συγκέντρωση των καλών ποιημάτων με βάση την αυτοκριτική.
Έχω την εντύπωση ότι όσο αυστηρότερος είναι κανείς με τον εαυτό του τόσο και το κέρδος του θά ’ναι μεγαλύτερο. Πράγμα που δυστυχώς το αγνοούν
οι περισσότεροι.

 

 

 

Ματιές ενόλω (2003)

 

ΜΑΤΙΕΣ ΕΝΟΛΩ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Οι μελέτες που περιλαμβάνονται σ’ αυτήν την έκδοση καλύπτουν την περίοδο 1996-2003. Αν και φιλοδοξούν να παρουσιάσουν συνολικά το έργο των ποιητών με τους οποίους ασχολούνται, είναι προφανές πως παραμένουν απλές απόπειρες, μια και η οριστική αποτίμηση αφενός υπερβαίνει τις προθέσεις του μελετητή κι αφετέρου αντίκειται στη βασική αρχή της θεωρίας της λογοτεχνίας πως τα λογοτεχνικά κείμενα είναι ανεξάντλητα και ξαναβρίσκουν το νόημα της ύπαρξής τους σε κάθε νέα ανάγνωση.
Οι οχτώ ποιητές που γίνονται αντικείμενο πραγμάτευσης είναι όλοι «Θεσσαλονικείς» και μεταπολεμικοί. Θεσσαλονικείς εντός εισαγωγικών, γιατί δε γεννήθηκαν και δεν έζησαν όλοι τους στην πόλη, όπως ο Κύρου, ο Χριστιανόπουλος κι ο Ευαγγέλου. Ορισμένοι, γεννημένοι αλλού, εγκαταστάθηκαν στην πόλη σε μικρότερη ηλικία, όπως ο Θασίτης, ή σε μεγαλύτερη, όπως ο Μάρκογλου κι ο Μέσκος, ο οποίος άλλωστε είναι κι ο πιο
πλάνης απ’ όλους (Έδεσσα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη). Ακόμα, είναι κι αυτοί που, αν και γέννημα θρέμμα της πόλης, μετοίκησαν στην Αθήνα, αφού όμως είχαν ήδη ολοκληρώσει το ποιητικό τους πρόσωπο (Αναγνωστάκης, Ασλάνογλου). Από την άλλη, ανήκουν και οι οχτώ στις δύο πρώτες γενιές του μεταπολέμου:
τρεις στην πρώτη (Αναγνωστάκης, Κύρου, Θασίτης) και πέντε στη δεύτερη (Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Μέσκος, Ευαγγέλου, Μάρκογλου). Η επιλογή δεν έγινε ασφαλώς τυχαία. Συνδέεται με τις μεταπτυχιακές ενασχολήσεις του μελετητή και βέβαια την αγάπη του προς τη συγκεκριμένη ποίηση και προς την ίδια την πόλη, πόλη των σπουδών και της νιότης του. Οι περισσότερες μελέτες έγιναν αντικείμενο επεξεργασίας εκνέου (Κύρου, Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Μέσκος, Μάρκογλου). Άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο επιχειρήθηκαν παρεμβάσεις που έχουν το χαρακτήρα της διόρθωσης σφαλμάτων, της συμπλήρωσης στοιχείων αλλά και της αναθεώρησης ενίοτε ορισμένων απόψεων. Κυρίως παρουσιάστηκε η ανάγκη να συντονιστούν ή να εμπλουτιστούν τα εισαγωγικά μέρη, από τη στιγμή που οι μελέτες είχαν δημοσιευθεί σε διαφορετικούς χρόνους και σε διαφορετικά έντυπα και συνεπώς θα έπρεπε να έχουν αυτοτέλεια. Ανάλογος συντονισμός απαιτήθηκε και για το μέρος των σημειώσεων, ενώ οι παραπομπές είναι πλήρεις στο
πλαίσιο της κάθε μελέτης.
Αυτή η δεύτερη γραφή διευκόλυνε και τη σειρά παράθεσης των μελετών. Καθώς προϋπήρξε η ενιαία και τελική επεξεργασία, δεν είχε νόημα η παράθεσή τους κατά σειρά δημοσίευσης. Αντίθετα, η παράθεση με κριτήριο το έτος που ο κάθε ποιητής εξέδωσε την πρώτη του συλλογή αφενός ανταποκρίνεται στους ιστορικούς όρους της καλλιτεχνικής δημιουργίας, καθώς έχει ιδιαίτερη σημασία ποιος δημιουργός εμφανίζεται πρώτος και ποιος δεύτερος, κι αφετέρου καλύπτει ανάγκες μεθοδολογικές, μια κι
έτσι αποφεύγεται η αναφορά σε ζητήματα που θίχτηκαν με άλλη ευκαιρία.
Τέλος η παράθεση ποιημάτων και ποιητικών αποσπασμάτων σημαίνεται με έναν ορισμένο τρόπο. Όταν στο τέλος του κειμένου παρατίθεται ο τίτλος του ποιήματος (με τον τίτλο της συλλογής ή όχι αδιάφορο), αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για απόσπασμα. Σε κάθε άλλη περίπτωση το ποίημα εννοείται πως δίνεται ολόκληρο, εκτός κι αν αλλιώς δηλώνει ή υποδηλώνει το αμέσως προηγούμενο κείμενο της εργασίας. Ακόμα, τα παραθέματα από τα μη λογοτεχνικά κείμενα, πλην των επιστολών, κι από τα αποκηρυγμένα
ποιήματα προσαρμόζονται ενγένει στα σημερινά ορθογραφικά δεδομένα.

Αύγουστος 2003

Οι μελέτες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο είναι:

Μανόλης Αναγνωστάκης. Από τους δρόμους της Ιστορίας
στους διαδρόμους της σιωπής
Κλείτος Κύρου. Ο ένοικος της μνήμης και του ονείρου ..
Πάνος Κ. Θασίτης. Ουρανός από μνήμη και φως
Ντίνος Χριστιανόπουλος. Ο απεγνωσμένος του έρωτα ..
Η άγρια μοναξιά του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου
Μάρκος Μέσκος. Η βλάστηση της φύσης και του
αισθήματος στο κλίμα της φθοράς
Ανέστης Ευαγγέλου. Η ποίηση ως μέθοδος αναπνοής . .
Η αισθητική και η ανθρώπινη εκδοχή στην ποίηση
του Πρόδρομου X. Μάρκογλου

 

Αποσπάσματα από τις μελέτες για Μανώλη Αναγνωστάκη, Κλείτο Κύρου και Ντίνο Χριστιανόπουλο:

 

 

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Από τους δρόμους της ιστορίας
στους διαδρόμους της σιωπής

     Για τα κρίσιμα χρόνια που σημάδεψαν τη ζωή και την ποίηση του, έτσι που να εκφράζεται αυτό ακόμα και με την εμμονή του στους ίδιους τους τίτλους των συλλογών, ο ποιητής θα πει: «Πιστεύω πως η περίοδος του εμφύλιου στην Ελλάδα υπήρξε η πιο σκληρή, η πιο τραγική, η πιο άγρια, θα πρόσθετα και πολλά άλλα επίθετα ακόμη, όπως ταπεινωτική και ανέντιμη, μέσα όλη τη νεοελληνική ιστορία. Μ’ όλη τη δραματικότητά της κατοχή ήταν και μια εποχή έξαρσης, ανάτασης, ελπίδας, ανθρωπάκια έγιναν ξαφνικά Άνθρωποι, ο μικρός κι ο ανώνυμος τεντώθηκε στα όρια του μεγαλείου. Στην περίοδο του εμφύλιου οι άνθρωποι εκβιάστηκαν να γίνουν ανθρωπάκια, οι μεγάλοι να σκύψουν, να ταπεινωθούν, να τσακίσουν, να γίνουν ανώνυμος πολτός. Αν στην κατοχή, εμείς οι τότε νέοι αποκτήσαμε συνείδηση της ανθρωπιάς, στα κατοπινά χρόνια υποχρεωθήκαμε πιούμε ως τον πάτο το δηλητήριο της απανθρωπιάς. Στην κατοχή το χαμόγελο δεν έλειψε από τα χείλη, το ανέκδοτο έδινε κι έπαιρνε, οι αναμνήσεις μας σήμερα μπλέκονται με πικρές νοσταλγίες και με ήχους ακορντεόν. Κανείς δεν αποπειράθηκε -γιατί δεν μπορεί- να μιλήσει με χιούμορ για τα χρόνια 1946- 1950. Η κατοχή είναι ένας πολύχρωμος πίνακας όπου το μαύρο δένει παράδοξα αρμονικά με το κόκκινο, με το γαλάζιο, με ό τα χρώματα της ίριδας. Το χρώμα του εμφύλιου είναι το μαύρο ένα απέραντο απ’ άκρη σ’ άκρη μαύρο κι η μνήμη δεν μπορεί ρίξει πουθενά μια ευφρόσυνη ματιά».
     Η ποίηση του Αναγνωστάκη σε γενικές γραμμές είναι ποίηση ιδεολογική, της σκέψης, αντιλυρική. Διακρίνεται για τον πεζολογικό της στίχο, το συχνά εκτεταμένο, το διαλογικό της τόνο, ειρωνεία και τη σάτιρα. Διακρίνεται ακόμα για τις ακριβείς αναφορές τόπων («Καφενείο των Ναυτικών», «Θερμαϊκόν», «οδός Αιγύπτου -πρώτη πάροδος δεξιά-» λ.χ.), οι οποίες λειτουργούν ως τεκμήριο βιωματικότητας, αλλά και για την προτίμηση στα μικρά ονόματα (Χάρης, Κλαίρη, Ραούλ, Γιώργος κ.ά.), η οποία συνιστά ένδειξη μεγάλης οικειότητας. Είναι μια ποίηση υψηλής προφορικότητας, πολύ κοντινή στο καθημερινό ιδίωμα, που για τις ανάγκες του ρυθμού της αξιοποιεί ευρύτατα το σχήμα της επαναφοράς και απευθύνεται συνήθως σε κάποιο εσύ, που μπορεί να είναι ο σύντροφος, ο αναγνώστης, ο ποιητής ο ίδιος συχνότατα, ή σε κάποιο πρόσωπο που εισάγεται στο κείμενο εξαρχής ή καθοδόν μέσω της κλητικής προσφώνησης. Αυτή ωστόσο η ποιητική έχει στην αφετηρία της συγκεκριμένα βιώματα, όπως ήδη διαφάνηκε, και ορισμένες αναγνώσεις, όπως οι Γάλλοι μετασυμβολιστές και οι Έλληνες μεσοπολεμικοί ποιητές. Ανάμεσα στους τελευταίους ξεχωρίζουν ο Κώστας Καρυωτάκης κι ο Γιώργος Σεφέρης. Παράλληλα ο Αναγνωστάκης κινείται στο πλαίσιο της ιστορικής και λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης γεγονός που μαζί με την ιδιοσυγκρασιακή του φύση παίζει, φαίνεται, αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωσή του.
     Από το 1930 ήδη έχει δημιουργηθεί στη Θεσσαλονίκη μια λογοτεχνική παράδοση η οποία διακρίνεται για την εσωστρέφειά της. Η αφετηρία αυτής της παράδοσης ανάγεται στους πεζογράφους των Μακεδονικών Ημερών της πρώτης περιόδου (1932-1939), οι οποίοι για μια σειρά λόγους, όπως η γεωγράφο θέση, το κλίμα, ο πολυεθνικός χαρακτήρας και η ιστορία n πόλης, αλλά και η παιδεία, η προδιάθεση και γενικότερα η ψυχολογία των ίδιων, αγνόησαν τις ιστορικές εξελίξεις και επιδόθηκαν στην καταγραφή της εσωτερικής περιπέτειας του ανθρώπου με έναν τρόπο καινούριο, ευρωπαϊκών προδιαγραφών, που κακώς ονομάστηκε εσωτερικός μονόλογος, ενώ δεν ήταν παρά «εξομολογητική πρόζα». Αυτά ως προς το απώτερο παρελθόν το προπολεμικό, που δεν μπορεί παρά να επηρεάζει, τουλάχιστον ως περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τους νεότερους δημιουργούς. Μετά τον πόλεμο όμως και τις ριζικές ανατροπές του σημειώνονται αναπόφευκτα αλλαγές και στο χώρο της λογοτεχνίας, μονάχα που, επειδή η πεζογραφική παράδοση αλλά και η ποιητική εκδοχή των αισθητών του περιοδικού Κοχλίας (1945-1948) δεν ήταν σε θέση να εκφράσουν το πνεύμα των καιρών, φορείς των καινούριων εξελίξεων αναδεικνύονται νέοι ποιητές οι οποί ανανεώνουν όχι μονάχα την τοπική παράδοση αλλά και η ελληνική ποίηση γενικότερα. Ο σημαντικότερος ανάμεσα τους είναι ο Μανόλης Αναγνωστάκης.

 

 

ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ

Ο ένοικος της μνήμης και του ονείρου

Μιλώ με σπασμένη φωνή
(Κραυγές της νύχτας, 1960)

 

Ο Κλείτος Κύρου είναι μια από τις χαρακτηριστικότερες φωνές της μεταπολεμικής μας ποίησης και ειδικότερα της πρώτης γενιάς του μεταπολέμου. Πρόκειται για ένα δημιουργό με έντονα κοινωνικά ενδιαφέροντα για τον οποίο περισσότερο από κάθε άλλο ομόλογο ποιητή της γενιάς του απάδει ο χαρακτηρισμός «ποίηση της ήττας». Αυτό βεβαιώνεται τόσο από το έργο του όσο και από το ρητό και κατηγορηματικό τρόπο με τον οποίο ο ίδιος απέρριψε μια τέτοια κριτική αποτίμηση της γενιάς του: «Θεωρώ την ονομασία και μόνο προσβλητική για τους ανθρώπους της γενιάς μου που αγωνίστηκαν σκληρά για να κερδίσουν κάποιον άλλο κόσμο. Με τον τρόπο, τουλάχιστο, που φιγουράρει είναι σαν να επιζητείται να τονιστεί η σημασία μιας ήττας που, φαινομενικά, υμνείται από μια ομάδα ποιητών, ενώ στην πραγματικότητα υπήρξε φαρμακερά καθοριστική γι’ αυτούς στη μετέπειτα ζωή τους. Πάει να πιστέψει κανείς ότι σχηματικά καλλιεργείται, όπως και στα φυτώρια, αυτό το είδος της ποίησης. Θεωρώ την ονομασία εντελώς ατυχή και καλό θα ήταν κάποτε να διαγράφει από τη νεοελληνική γραμματεία, Αποτελεί κι αυτή ένα δείγμα -μέσα σε τόσα άλλα- των εύκολων επιγραφών. Κάτω από την επιγραφή εντάσσονται βιαστικά κατηγορίες ή ομάδες ανθρώπων. Και ποτέ δεν εξετάζεται το «ειδικό βάρος» αυτών που ταξινομούνται έτσι. Αυτών που σε κάποια περίοδο της ζωής τους έγραψαν στίχους που εκφράζαν τη βαθιά τους πικρία, την απογοήτευση κι ακόμη το παράπονο για κάποια χαμένα τους οράματα, για κάποιες ελπίδες φευγάτες για μια κοινωνική αλλαγή. Στίχους γραμμένους χωρίς ηττοπάθεια ή ενοχή, αλλά με πόνο, όπως όταν χάνουμε ένα πρόσωπο αγαπημένο».
Στο πλαίσιο των κοινωνικών ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς ο Κλείτος Κύρου συν-αναφέρεται κατά κανόνα με δύο άλλους ποιητές της Θεσσαλονίκης, το Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Πάνο Θασίτη. Η συναναφορά έχει βέβαια το δίκιο της, μια και πρόκειται για ποιητές που δίνουν προτεραιότητα στον κοινωνικό πόνο, αλλά και το άδικό της, καθώς συνθλίβει με την ευκολία της σχηματοποίησης τα στοιχεία εκείνα που συνιστούν την ιδιαιτερότητα του καθενός. Για την ακρίβεια, είναι κυρίως ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο επεξεργάζονται την εμπειρία του κοινωνικού πόνου που καθιστά τους τρεις Θεσσαλονικείς ομάδα μέσα στην ομάδα των κοινωνικών ποιητών της πρώτης γενιάς του μεταπολέμου και τους αντιδιαστέλλει από τους άλλους ποιητές του αθηναϊκού κέντρου. «Η ποίησή τους […]», γράφει ο Γιάννης Δάλλας, «δεν αρχίζει όπως σε εκείνους [τους ποιητές του αθηναϊκού κέντρου] απ’ το “έπος” ή το “δράμα” του συνόλου ή ενός αφηρημένου γενικού οράματος του κόσμου, για να εξαντληθεί ώσπου να φτάσει καταπονημένη στην προσωπική κατάθεση και μαρτυρία. Αλλ’ αρχίζει φυσικότερα από τη συγκεκριμένη βίωση και προβληματική του πάσχοντος προσώπου και ανεβαίνει ως τα καθολικότερα προβλήματα της κρίσιμης ιστορικής στιγμής μέσα στην οποία διαπρέπει ή συνθλίβεται η ανθρώπινη ομάδα. Ούτε εξάλλου, όπως σε εκείνους (τους ομήλικες και τους πρεσβύτερους της άλλης “παραλλήλου”) η κοινωνική αναφορά τους γίνεται αυτοσκοπός και τέρμα, αλλά μια δοσμένη απ’ έξω ευκαιρία για εσωτερίκευση και συνεπώς για μια βαθύτερη συνείδηση του κόσμου». Την ίδια στιγμή όμως είναι διαφορετικός ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται στον καθένα από τους τρεις αυτή η εσωτερίκευση του κοινωνικού συμβάντος, η οποία δεν είναι ίσως άσχετη με την πόλη της Θεσσαλονίκης και την εσωστρέφεια των ανθρώπων της: «Η ουσιαστική […] διαφορά στην τακτική και τη στρατηγική τους είναι βασική», παρατηρεί ο ίδιος κριτικός, «και απαντά, με την ξεχωριστή φωνή του καθενός, σε όλους τους: απαντά στον Κύρου, που στις τελευταίες συλλογές του η ιστορική δοκιμασία υπογειώθηκε και έγινε υπαρξιακή δοκιμασία στο Θασίτη, που η ίδια, υπεργειωμένη στην περίπτωσή του, εμπειρία αναδιπλώνεται και η κοινωνιολογία αντανακλάται τελικά σε αυτόν και ως κοσμολογία στον Αναγνωστάκη, τέλος, τη δραματικότερη ατομική περίπτωση εκείνων των αγώνων, που ριγμένη στη συλλογική δοκιμασία εντούτοις επιμένει: “Σαν τους γύφτους / σφυροκοπά- με/ αδιάκοπα / στο ίδιο αμόνι”, και όμως, επιμένοντας, σταθμίζει την πολιτική ως ηθική αυτού του κόσμου και από τη σκοπιά της στάθμης του ο προσωπικός του λόγος γίνεται οξύτερος και ευρύτερος “απόλογος”».
Αλλά και στο πλαίσιο συνολικότερων θεωρήσεων που αφορούν την ποίηση της Θεσσαλονίκης στα χρόνια 1930-1960 η συναναφορά είναι δεδομένη. Οι τρεις ποιητές αντιδιαστέλλονται συνήθως ως κοινωνικοί από τους φιλοσοφικούς Γιώργο Βαφόπουλο, Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, Ζωή Καρέλλη, τους λυρικούς Γιώργο Θέμελη, Τάκη Βαρβιτσιώτη, Γιώργο Στογιαννίδη, και τους ερωτικούς Ντίνο Χριστιανόπουλο, Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου και Γιώργο Ιωάννου.
Έτσι ορίζεται γραμματολογικά ο Κλείτος Κύρου, ο οποίος, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1921, έκανε τις εγκύκλιες σπουδές στο αμερικάνικο κολέγιο «Ανατόλια» και τις ανώτατες στη Σχολή Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της πόλης του. Στα χρόνια της Κατοχής υπήρξε μέλος του Εκπολιτιστικού Ομίλου του Πανεπιστημίου (ΕΟΠ), που ανήκε στην Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ), και της ομάδας των φοιτητών που από το Φεβρουάριο ως τον Οκτώβριο του 1944 εξέδιδε το περιοδικό Ξεκίνημα, στρατεύτηκε μετά τη λήξη του Εμφυλίου, τον Οκτώβριο του 1949, και κατοπινά, για τριάντα τόσα χρόνια (1951-1983), εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος, παρόλο που τα σχέδια τόσο του ίδιου όσο και του εκ< πατέρα του τον προόριζαν για διπλωματική καριέρα.
Η όλη προσπάθεια του Κύρου μοιράζεται ανάμεσα σε δυο αγάπες: την πρωτότυπη ποιητική δημιουργία και τη δεύτερη γραφή ξενόγλωσσων ποιητικών και θεατρικών κειμένων. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο το γεγονός πως η δημοσίευση του πρώτου ποιήματος του «Προσμονή» στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης 0 Φοιτητής (3 [5.5.1945] 66) συμπίπτει με την πρώτη μεταφραστική κα του έκδοση Νέοι Άγγλοι Ποιητές. Τρία χρόνια αργότερα, σε συνεργασία με το Μανόλη Αναγνωστάκη, θα κυκλοφορήσουν οι 2 Ωδές του Federico Garcia Lorca και μόλις το 1949 θα εκδοθεί η πρώτη του ποιητική συλλογή.

 

 

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ο απεγνωσμένος του έρωτα

Να σου γλείψω τα χέρια, να σου γλείψω τα πόδια –
η αγάπη κερδίζεται με την υποταγή.
(Ανυπεράσπιστος καημός, 1955-1970)

 

     Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος σηματοδοτεί την εμφάνιση μιας καινούριας ποιητικής γενιάς, της δεύτερης του μεταπολέμου. Πρόκειται για μια γενιά που το έργο της, όπως συχνά υποστηρίχτηκε, αδικήθηκε από άποψη προβολής και μελέτης τόσο σε σχέση με την πρώτη μεταπολεμική γενιά όσο και σε σχέση με αυτήν του 1970. Οι λόγοι συναρτώνται κατά βάση με την ιστορική μοίρα της συγκεκριμένης γενιάς. Οι ποιητές που τη συναποτελούν, γεννημένοι στα χρόνια 1929-1940, διαφοροποιούνται ουσιαστικά από αυτούς της πρώτης γενιάς, καθώς οι τελευταίοι έδρασαν ως υποκείμενα στα δραματικά περιστατικά της δεκαετίας του 1940, ενώ εκείνοι έχουν μονάχα παιδικά ή / και εφηβικά βιώματα της τραγικής περιόδου. Εξάλλου ανδρώνονται και συνειδητοποιούν τα πράγματα και τον κόσμο μέσα στο μετεμφυλιακό κλίμα των απαγορεύσεων και των αποκλεισμών, πράγμα που αποτρέπει τη ζύμωση των ιδεών και τις ευρύτερες συσπειρώσεις. Γενιά χωρίς ιδεολογικό πυρήνα που να τη συνέχει, όπως το ηττημένο όραμα της Αριστερός για τους ποιητές της προηγούμενης γενιάς, εκτοπισμένη στα κράσπεδα της πολιτικής και της καλλιτεχνικής ζωής, την κρίσιμη ώρα που θα μπορούσε να μιλήσει ωριμότερα και να διεκδικήσει τα δικαιώματά της, συνθλίβεται από τη δικτατορία του 1967, η οποία, δημιουργώντας νέες συνθήκες, επιτρέπει σε άλλες δυνάμεις να εκφράσουν ευστοχότερα τις τραγικές και πάλι εποχές. Πρόκειται για τη γενιά του 1970, η οποία εισβάλλει στο προσκήνιο πολυθόρυβη κι ανυπόμονη και λόγω των περιστάσεων βρίσκει επαφή με την πρώτη μεταπολεμική γενιά κι όχι με τη δεύτερη, η οποία άλλωστε δεν είχε ακόμα ολοκληρώσει τη φυσιογνωμία της.
Στο πλαίσιο αυτής της δεύτερης γενιάς, της «χαμένης», του «άγχους», της «πολυφωνικής» ή «απολιτικής», όπως την είπαν θα μπορούσε να διακρίνει κανείς από θεματική άποψη, με όλους τους κινδύνους που συνεπάγονται οι σχηματοποιήσεις των πνευματικών φαινομένων, ορισμένες βασικές τάσεις. Οι τάσεις αυτές είναι η κοινωνική, η φιλοσοφικό-υπαρξιακή και η ερωτική και σ’ένα μεγάλο βαθμό αντιστοιχούν σε εκείνες της προηγούμενης γενιάς (κοινωνική, υπαρξιακή, νεοϋπερρεαλιστική). Στην ερωτική ξεχωρίζουν αναμφισβήτητα, καθώς την ιδρύουν μάλιστα, οι Θεσσαλονικείς Ντίνος Χριστιανόπουλος και Ν.-Α. Ασλάνογλου.
     Όταν εμφανίζεται με συλλογή ο Χριστιανόπουλος το 1950, στην πόλη του, τη Θεσσαλονίκη, και στην ελληνική μεταπολεμική ποίηση γενικότερα είχε ήδη δημιουργήσει μια ορισμένη παράδοση ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Εκκινώντας από τη συντριβή της ιδεολογικοπολιτικής του πίστης και τις δραματικές του εμπειρίες, αλλά χωρίς να χάνει την ελπίδα, ο Αναγνωστάκης οδηγείται σε ένα ποιητικό ιδίωμα που διαφοροποιείται αισθητά από το λόγο της γενιάς του 1930. Το χαρακτήρα αυτού του ιδιώματος επισημαίνει ο Χριστιανόπουλος επανειλημμένα: «Εκείνο που έφερε στην ποίηση ο Αναγνωστάκης, είναι η χαμηλόφωνη κουβέντα με τον εξομολογητικό χαρακτήρα. Όχι πια λυρικά τραγούδια αλλά ένας λόγος γυμνός, μια κουβέντα ανθρώπινη όχι πια τα πετάγματα της φαντασίας και οι χείμαρροι των εικόνων, αλλά μια απόπειρα να πούμε αυτό που μας καίει, να εκφράσουμε τον καημό που μας τρώει. Μια μετατόπιση από το συμβολισμό στο ρεαλισμό, από τη λυρική έκφραση στη δραματική, από τη φαντασία στην εμπειρία».
Το παράδειγμα του Αναγνωστάκη, ο οποίος στα χρόνια 1945-1951 είχε ήδη εκδώσει τις τρεις Εποχές του, έρχονται να ακολουθήσουν οι νέοι ποιητές της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εμφανίζονται στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘50: ο Κλείτος Κύρου (Αναζήτηση. Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής, 1949) κι ο Πόνος Θασίτης (Δίχως κιβωτό, 1951) αφενός, ποιητές της ίδιας γενιάς και με ομόλογη θεματική, κι αφετέρου ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (Εποχή των ισχνών αγελάδων, 1950), ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου (Δύσκολος θάνατος, 1954) κι ο Γιώργος Ιωάννου (Ηλιοτρόπια, 1954). Οι τελευταίοι, από άλλη αφετηρία ορμώμενοι, θα συγκροτήσουν στο τέλος της δεκαετίας τον κύκλο της Διαγωνίου, ευδιάκριτο άλλωστε και στο ευρύτερο πλαίσιο της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Οι ποιητές της Διαγώνιου, με προεξάρχοντα το Χριστιανόπουλο, φέρνουν κι αυτοί στο κέντρο του ποιήματος την προσωπική τους εκδοχή, η όμως ταλανίζεται από το ιδιότυπο ερωτικό τους πάθος, κανενός είδους ιδεολογικοπολιτική διάψευση, και επιλέγουν ως αρμόζοντα τρόπο απόδοσης των βιωμάτων τους ένα» διακρίνεται για τους προφορικούς και εξομολογητικούς του τόνους. Ο λόγος αυτός άλλοτε είναι πιο έμμεσος, όπως στον Ασλάνογλου, κι άλλοτε πιο άμεσος, όπως στο Χριστιανόπουλο.
     Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Δημητριάδης, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1931. Απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής της πόλης του (1954), εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης (1957-1965) και ως διορθωτής τυπογραφικών δοκιμίων. Ακόμα ίδρυσε το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό Διαγώνιος (1958-1983), τις Εκδόσεις «Διαγώνιου» (1962-1998) και τη Μικρή πινακοθήκη «Διαγώνιος» (1974-1995). Πέρα από τα ποιήματα ασχολήθηκε με μεταφράσεις και έγραψε τραγούδια, διηγήματα, κείμενα λογοτεχνικής κριτικής και πολύ περισσότερες μελέτες φιλολογικές και μη, για πρόσωπα και πράγματα της λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης αλλά και της νεοελληνικής λογοτεχνίας γενικότερα. Με δεδομένη τη τάση του ποιητή να επεξεργάζεται και να εμπλουτίζει τις συλλογές μετά τη πρώτη τους έκδοση είναι προτιμότερο να μιλούμε για σειρές ποιημάτων, επισημαίνοντας κάθε φορά τα χρονικά τους όρια.

 

 

Ο ποιητής και το ποίημα, (2010)

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Οι εργασίες που δημοσιεύονται στον τόμο αυτόν είναι απότοκο πολύχρονης πείρας. Η εντατική ενασχόλησή μου με τη λογοτεχνία και ειδικότερα με την ποίηση ως δημιουργού και κριτικού αλλά και ως εκπαιδευτικού, φιλολόγου της τάξης και σχολικού συμβούλου φιλολόγων, με οδήγησε σε ένα συγκεκριμένο τρόπο προσέγγισης των ποιητικών κειμένων, που, αν όχι εντελώς, αρκούντως πάντως είναι διαφορετικός από το συνήθη.

Η διαφορετικότητά του συνίσταται: α. στο σεναριακό του χαρακτήρα· θέλω να πω ότι αποφεύγεται το συνεχόμενο κείμενο και τα στοιχεία, οι παρατηρήσεις και οι επισημάνσεις καταγράφονται ως σημειώσεις, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να παρακολουθεί τις προσεγγίσεις και το ποίημα με μεγαλύτερη άνεση και ακρίβεια· η μορφή αυτή έχει την αφετηρία της στο γεγονός ότι οι εργασίες εκπονήθηκαν με την προοπτική να παρουσιαστούν στους φιλολόγους μέσω του υπολογιστικού προγράμματος Power Point, προκειμένου να εισαχθούν στην εκπαιδευτική διαδικασία ο ήχος και η εικόνα και να ενεργοποιηθεί ή να ανανεωθεί το ενδιαφέρον των παιδιών για τη λογοτεχνία η πράξη σε συγκεκριμένες τάξεις μαθητών έδειξε πόσο συναρπαστική γίνεται η διδασκαλία με την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών· β. στη δομή του· αρχικά παραθέτονται τα εργοβιογραφικά στοιχεία του δημιουργού και τα χαρακτηριστικά της τέχνης του, θεματικά και τεχνοτροπικά, με τη σκέψη ότι η γνώση του όλου συμβάλλει στην πληρέστερη κατανόηση του μέρους, και ακολούθως προσεγγίζεται το συγκεκριμένο κείμενο, ένα ή περισσότερα, χωρίς τη διάσπαση μορφής-περιεχομένου και με ιδιαίτερη έμφαση στις διακειμενικές συνάφειες τόσο στο επίπεδο των αναλύσεων όσο και των ερωτήσεων και γ. στην επιλεκτική κατανάγκην αλλά πολύ χρήσιμη βιβλιογραφική ενημέρωση, στην οποία ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αναζητήσει περισσότερα στοιχεία γενικότερου ή ειδικότερου χαρακτήρα.

Αυτός ο τρόπος προσέγγισης ακολουθείται στις προκείμενες εργασίες, στις οποίες παρουσιάζονται και σχολιάζονται δεκαοχτώ ποιήματα και οχτώ δημιουργοί, που ανθολογούνται στα σχολικά βιβλία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας -ΚΝΛ-, Νεοελληνική Λογοτεχνία Θεωρητικής Κατεύθυνσης -ΝΕ Λογοτεχνία ΘΚ). Η επιλογή τους δεν έχει να κάνει μονάχα με τις προσωπικές μου προτιμήσεις αλλά και με τις τρέχουσες κάθε φορά φιλολογικές και κριτικές μου ανάγκες, ενώ ο αριθμός των προσεγγιζόμενων ποιημάτων του κάθε δημιουργού εξαρτάται πρωτίστως από την έκταση της ανθολόγησής του. Πρόκειται, σύμφωνα με το χρόνο γέννησης και τη σειρά παρουσίασής τους εδώ, για τους ποιητές Κώστα Καρυωτάκη (3), Μίλτο Σαχτούρη (4), Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου (1), Κική Δημουλά (4), Ντίνο Χριστιανόπουλο (1), Πρόδρομο X. Μάρκογλου (1), Μιχάλη

Γκανά (3) και Αντώνη Φωστιέρη (1).

Μάιος του 2010

 

Αποσπάσματα από τις μελές για Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου και Κική Δημουλά.

 

 

ΜΑΡΙΑ ΚΕΝΤΡΟΥ – ΑΓΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

 

 

3. Γραμματολογική ένταξη

Δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά («χαμένη», «γενιά του άγχους», «πολυφωνική», «απολιτική»):

– Οι ενλόγω ποιητές γεννιούνται στα χρόνια (1930-1940/42) και δημοσιεύουν ανάμεσα στα 1950 και 1970 (κυρίως 1955-1965).

– Ζουν κατά βάση την παιδική τους ηλικία στον καιρό της Κατοχής και την εφηβική στον καιρό του Εμφυλίου.

– Ανδρώνονται στη δεκαετία του 1950 (ανάπηρη δημοκρατία, ψυχρός πόλεμος).

– Ανακόπτονται από τη δικτατορία του 1967 και την εμφάνιση της γενιάς χου 1970.

– Δεν έχουν ιδεολογικό πυρήνα που να τους συνέχει, όπως το κοινωνικό όραμα της προηγούμενης γενιάς («σκόρπια κατηγορία», κατά τον Αλέξανδρο Αργυρίου [περ. Διαβάζω 22 (Ιούλιος 1979) 47]).

– Μαθητεύουν κυρίως στους Καρυωτάκη, Σεφέρη, Αναγνωστάκη.

– Ταξινόμηση θεματική: κοινωνική, ερωτική και φιλοσοφική-υπαρξιακή.

– Λόγος αντιλυρικός, που χαρακτηρίζεται από την αιχμηρότητα της έκφρασης.

 

Α4. Οι ποιητικές φάσεις της Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου

Η κριτική επισημαίνει τη μαθητεία της στους ποιητές/τριες Ζωή Καρέλλη, Γιώργο Θέμελη, Νίκο Καρούζο και Γιώργο Σαραντάρη, ενώ μοιράζει την ποιητική της δημιουργία σε δύο περιόδους: α. 1965-1975, β. 1978 κ.ε.

Πρώτη Περίοδος: 1965-1975 Χώρος υπαρξιακός ενγένει – νύχτα και σιωπή.

– Η διαρκής αναζήτηση του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης και η αντιμετώπιση του σώματος ως χώρου φιλοξενίας του πνεύματος.

– Η πίστη στο φιλοσοφικό δυϊσμό οδηγεί στην προτεραιότητα του πνεύματος και κατά συνέπεια στην αγνόηση και την υποβάθμιση των αναγκών του σώματος.

– Αγωνίες, αμφιβολίες και ανησυχίες μεταφυσικές, ψυχικές διαθέσεις και καταστάσεις αντιφατικές.

– Ερωτισμός αόριστος, μοναξιά, θάνατος, οδύνη της ύπαρξης.

– Έγκλειστη στο ατομικό της περίβλημα η ποιήτρια, σαν να φοβάται την έξω από το σπίτι ζωή, μονίμως απούσα από το βλέμμα του άλλου.

– Προέχει «το ατομικό, η εξομολόγηση μιας προσωπικής αγωνίας και η ενδοσκόπηση» (Βάσος Βαρίκας, εφ. «Το Βήμα», 20-6-1971).

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 1978 κ.ε.

– Τα επακόλουθα: μεταιχμιακή συλλογή.
Τηλέμαχος Αλαβέρας: «η θητεία της [Κέντρου-Αγαθοπούλου] στουπαρ- I
κτικό και το όποιο μεταφυσικό ξεδίνει και σ’ άλλες “όψεις”, ανοίγοντας I
χαραματιές στο περιβάλλον, την κοινωνική συνθήκη, η οποία βέβαια
πάντοτε την ενδιέφερε, αλλά σκιάζονταν από τις τόσες γεύσεις που της I
χαρίζονταν από εκείνες τις τότε “κατευθύνσεις” […] Τα enaxolovkX
θα πρέπει να θεωρηθούν μάλλον σαν αφετηρία παρά σαν κλείσιμο* I
αφετηρία για ανοίγματα προς τα κοινωνικότερα και τα πιο συγκεκρι-
μένα» (εφ. «Ελληνικός Βορράς» [Θεσσαλονίκη], 20-9-1979).
Τον οριακό χαρακτήρα της συλλογής, που συνίσταται στο πέρασμα από 1
τη μεταφυσική στην εμπειρία, επισημαίνουν και οι Ανέστης Ευαγγέλου I
(1993-1994) και Κώστας Γ. Παπαγεωργίου (1999).
Η ποίηση δεν αντιμετωπίζεται μονάχα ως προσωπική υπόθεση αλλάχαι
ως κοινωνική. Υπάρχει, για να εκφραζόμαστε, αλλά και να επικοινω- 1
νούμε με τους άλλους.

– Πέρασμα από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, από το μεταφυσικό στο
εμπειρικό πεδίο. Τώρα υπάρχει γη και νερό, πρόσωπα και πράγματα
απτά, έρωτας και θάνατος ένσαρκος.

– Οι κοινές εμπειρίες και η καθημερινότητα. Πράγματα κοντινά, οικεία,
«γυναικείου» ενδιαφέροντος, όπως τα κουμπιά, η μπουγάδα, η απόψυξη,!
γεύσεις, ήχοι, μυρουδιές.

– Μνήμες της θάλασσας. Θλίψη γι’ αυτό που τέλειωσε, για κείνους που χά-
θηκαν, για τις οριστικές ματαιώσεις. Η θάλασσα σαν κίνδυνος και απειλή
παρά σαν κάθαρση και λύτρωση.

– Το μακρινό παρελθόν: εικόνες-μνήμες του μηχανοδηγού πατέρα, της μη-
τέρας, του παππού, των παιδικών φιλενάδων.

– Το κοντινό παρόν: οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας, οι εργάτες των οδικών
έργων, η κίνηση στο ταχυδρομείο, ο νεκρός μοτοσικλετιστής, οι τυφλοί
στην παραλία.

– Φθορά του έρωτα και φθορά του χρόνου, ο ίδιος ο θάνατος: η ερωτική
μοναξιά και η ερωτική αδυναμία λόγω ηλικίας, ο πεθαμένος γείτονας η
επίσκεψη στον τάφο της γιαγιάς, το εργατικό ατύχημα.

– Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου παρακολουθεί και σχολιάζει πιο πολύ
το παρόν παρά το παρελθόν.

 

Α6. Η τεχνική

– Το ποίημα, σύντομο, λιγότερο από μια σελίδα.

– Συνειρμική ανάπτυξη (η διάθεση, το κλίμα, όχι το θέμα).

– Στίχος ολιγοσύλλαβος.

– Ρυθμός ομαλός και αβίαστος.

– Οι στίχοι αρχίζουν με κεφαλαίο γράμμα, για να υπογραμμιστεί η
αυτοτέλειά τους.

– Προτάσεις μικρές, ασύνδετα εκφερόμενες.

– Απουσία στίξης.

– Στη δεύτερη φάση επιπρόσθετα: ισχυρότερη προφορικότητα και
υψηλότερη συσπείρωση γύρω από το θέμα.

 

Β. 0 ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΙΣΤΗΣ

Τι ν’ απογίνε άραγε
Εκείνος ο θορυβοποιός
Της νύχτας
Καβάλα στο μηχανικό του ζώο
Να κραδαίνει την άσφαλτο
Χωρίς φρένο
Να παίζει ώρα ύπνου
Με τις φρένες μας
Εδώ μέσα
Στο σακατεμένο κρανίο

Προχτές το μεσονύχτι
Που κοίταζα απ’ το παράθυρό μου
Το νέο φεγγάρι
Άκουσα θόρυβο παράξενο
Να ’ρχεται από ψηλά
Και μου φάνηκε πως τον είδα
Ένας άγγελος πάνω σε μοτοσικλέτα
Να διασχίζει τους δρόμους τ’ ουρανού
Κι απ’ το σπασμένο καθρεφτάκι του
Να με κοιτάζει περίλυπος

Βγάλε μου σε παρακαλώ
Μια ωραία φωτογραφία
Να τη στείλω στο κορίτσι μου
Έτσι απάνω στη μοτοσικλέτα μου
Με το ένα χέρι στο χειρόφρενο
Το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου
Θέλω να φαίνεται καλά
Το καινούργιο μου πέτσινο
Το σιδερένιο κράνος
Να διακρίνεται προπάντων
Ο ίλιγγος στο πρόσωπό μου
Και κείνο του θανάτου
Το αναπόφευκτο
(Θαλασσινό ημερολόγιο, 1981 – ΚΝΛ Γ’ Λυκείου)

 

Β1. Ενότητες τρεις

ΠΡΩΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ (στ. 1-10)

– Η αρχή
Το ποίημα αρχίζει με μια απορία: Τι ν’ απογίνε άραγε.

– Τα πρόσωπα και η πραγματικότητα
Ο μοτοσικλετιστής και το συλλογικό μας
Ο πρώτος: Θορυβοποιός της νύχτας, καβάλα στο μηχανικό τον ζώο, να
κραδαίνει την άσφαλτο, Να παίζει ώρα ύπνον με τις φρένες μας.
μας: οι άνθρωποι της συνοικίας (ώρα ύπνον, σακατεμένο κρανίο).
Θέλουν να ησυχάσουν, κουρασμένοι προφανώς από τη βιοπάλη.
Η πραγματικότητα
Τα παιδιά με τα μηχανάκια: μαρσαρίσματα, σούζες, φασαρία.

– Η σχέση των προσώπων
Επίδειξη κάποιου ενδιαφέροντος από τη μεριά των ενοίκων προς το μοτοσικλετιστή μέσω της απορίας-έγνοιας για την τύχη του, ενώ έμμεσα δηλώνεται η σχέση ενόχλησης που προϋπήρχε ανάμεσά τους.

– Ο χαρακτήρας της εικόνας
Η εικόνα είναι πραγματική, μια ανάμνηση, που συμπτύσσει πολλές τέτοι-
ες νύχτες. Οπτική και ακουστική (Θορυβοποιός, κραδαίνει).

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΟΤΗΤΑ (στ. 11-20)

– Τα στοιχεία του σκηνικού
Προχτές το μεσονύχτι, παράθυρο, νέο φεγγάρι, Θόρυβος παράξενος, άγγελος πάνω σε μοτοσικλέτα, ουρανός, σπασμένο καθρεφτάκι.

– Τα πρόσωπα
Ο ποιητικός αφηγητής και ο μοτοσικλετιστής
Ο πρώτος: ξεχωρίζει τώρα από το πλήθος (μας): κοίταξα, μου, άκουσα, μου φάνηκε, να με κοιτάζει.
Ο δεύτερος: άγγελος στον ουρανό. Αντικατοπτρισμός της επίγειας εικόνας στον ουρανό. Άλλωστε οι ψυχές των νεκρών, κατά τη χριστιανική
αντίληψη, πηγαίνουν στον ουρανό. Περίλυπος, καθότι νεκρός.

– Η εξέλιξη της σχέσης
Αναπτύσσεται μια διακριτική σχέση συμπάθειας ανάμεσά τους.

– 0 χαρακτήρας της εικόνας
Εικόνα φανταστική (άγγελος με τη μοτοσικλέτα στον ουρανό). Στην αφετηρία της πραγματική (Προχτές το μεσονύχτι, παράθυρο, φεγγάρι).
Οπτική και ακουστική (Θόρυβο, διασχίζει).

 

ΤΡΙΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ (στ. 21-33)

– Αιφνιδιασμός-έκπληξη
0 λόγος εισάγεται αιφνιδιαστικά, διακόπτοντας την αφήγηση. Η εισαγωγή αυτή ανατρέπει καταρχήν τις αναγνωστικές προσδοκίες, προκαλώντας έκπληξη, δημιουργεί ένα κλίμα οικειότητας ανάμεσα στον ποιητικό αφηγητή και τον ήρωα και ζωντανεύει τον τελευταίο στα μάτια του αναγνώστη. Οφείλεται προφανώς στη ζωηρή συγκίνηση που νιώθει ο ποιητικός αφηγητής από το θάνατο του παλικαριού και γι’ αυτό το επαναφέρει στη ζωή.

– Το αίτημα του μοτοσικλετιστή
Να τον φωτογραφίσει ο ποιητικός αφηγητής, για να στείλει τη φωτογραφία στο κορίτσι του.

– Η αυτο-περιγραφή του ήρωα
Έτσι απάνω στη μοτοσικλέτα μου / Με το ένα χέρι στο χειρόφρενο / Το
άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου / Θέλω να φαίνεται καλά / Το
καινούργιο μου πέτσινο / Το σιδερένιο κράνος / Να διακρίνεται προπάντων / Ο ίλιγγος στο πρόσωπό μου I Κι εκείνο του Θανάτου / Το αναπόφευκτο (στ. 24-33).
Περιγράφει τον εαυτό του γενναίο και ωραίο, έτσι όπως θέλει να τον θυμάται το κορίτσι του, γι’ αυτό και την περιγραφή διακρίνει ένας ερωτισμός (φωτογραφία για το κορίτσι, σγουρά μαλλιά), ενώ στο πρόσωπό του θέλει να φαίνεται κυρίως η ψυχική ταραχή και η προσήμανση του με βεβαιότητα επερχόμενου θανάτου.
Η προσήμανση εξηγείται, μονάχα αν σκεφτούμε ότι μιλάει ο νέος, αλλά
υπαγορεύει το λόγο ο αφηγητής. Με άλλα λόγια, στη σύνθεση του πορτρέτου παρεμβαίνει ο ποιητικός αφηγητής, ο οποίος, ωριμότερος από το νέο λόγω ηλικίας, δεν μπορεί να μην υποδείξει στον αναγνώστη και ειδικά στον αναγνώστη-νέο τον κίνδυνο που απειλεί τον απερίσκεπτο μοτοσικλετιστή.

– Το τρίτο πρόσωπο
Το κορίτσι: όλα γίνονται για χάρη του – όχι μονάχα η φωτογραφία αλλά
πιθανότατα και η άτακτη οδήγηση, που φέρνει το θάνατο. Το αρσενικό
κάνει τα πάντα, για να κερδίσει το θηλυκό, ακόμα κι αν χρειαστεί να πε-
θάνει. Ουσιαστικά το απόν πρόσωπο κινεί το μύθο.

– Η εικόνα
Οπτική και φανταστική, μια ψευδαίσθηση.

 

 

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Α2. Γενικές παρατηρήσεις

Η Κική Δημουλά ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά και ειδικότερα στη φιλοσοφική-υπαρξιακή τάση. Οι περίοδοι του έργου της:

– Κατά το Δημοσθένη Κούρτοβικ, μυθιστοριογράφο και κριτικό:
α. 1952-1963: αναζήτηση του προσωπικού δρόμου (καβαφικές επιδρά-
σεις),
β. 1971 κ.ε.: διαμόρφωση των ποιητικών τρόπων (Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς, 1995, σσ. 67-68).

– Μια άλλη διαίρεση, κατά το φιλόλογο και κριτικό Γιάννη Παπακώστα:
α. 1952-1963: απόπειρες εύρεσης της τεχνικής της,
β. 1971-1981: κατάκτηση του προσωπικού λόγου (ευρηματικότητα στην
επιλογή των λέξεων, νεολογισμοί, επαναλαμβανόμενα μοτίβα),
γ. 1988 κ.ε.: αίσθηση θλίψης και απώλειας (της ομορφιάς, της νεότητας
της ζωής), αποφθεγματικότητα («Η Κ. Δημουλά και η ποίηση του
μέσα χώρου. Τα θέματα, η τεχνική, τα μοτίβα και η γλώσσα της ποιήτριας στα πενήντα χρόνια της διαρκούς παρουσίας της», εφ. «Η Καθημερινή», 4-11- 2003).

– Η συντακτική επιτροπή του περ. Νέες Τομές, που κάνει και την πρώτη
ανθολόγηση της δεύτερης μεταπολεμικής ποιητικής γενιάς, συνοψίζει ως
εξής την ποίηση της Κικής Δημουλά: «Μια φωνή πολύ διαφορετική και μάλλον αποξενωμένη από το κυρίαρχο κλίμα είναι η Κική Δημουλά. Η αποξένωση αυτή οφείλεται στο είδος της ποίησης που διακονεί η ποιήτρια, θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε “ποίηση της σκέψης”. Στην ποίηση αυτή οι επιτυχίες είναι μεγάλες, όταν η σκέψη έπεται του λυρισμού. Η Κική Δημουλά διαθέτει αυτήν ακριβώς την ικανότητα, να αφήνει δηλαδή το λυρισμό της να επιπολάζει» [1 (93) (Άνοιξη 1985) 5].

– Η ίδια η ποιήτρια για τη μαθητεία της στον ποιητή και σύζυγό της Άθω
Δημουλά λέει: «Ο Άθως Δημουλάς επέδρασε διακριτικά, πολύτιμα και
ανεξίτηλα σε κάθε τομέα του δικού μου Άλλοτε και αλλού. Μιμήθηκα
ίσως τις τόσο διορατικές προτιμήσεις του για το παρερχόμενο και το πα-
ρελθόν – Ό,τι περίσσεψε απ’ τη μέρα, η μνήμη είναι, λέει σε κάποιο στίχο
του. Ήμουν πράγματι καχύποπτη και αρνητική προς το “εδώ” και το
“τώρα”. Και με δικαίωσαν. Ήταν ασφαλές καταφύγιό μου να θυμάμαι.
Το παρελθόν μπορεί να μη συγκαταλέγεται στις “υγιεινές τροφές”, αλλά
έχει και το μέλλον συχνά μια όψη τόσο πολυκαιρινή. Παρά τη ζήτηση
και την κατανάλωση» (1989) [Αντώνης Φωστιέρης-Θανάσης Θ. Νιάρχος,
Σε δεύτερο πρόσωπο. Συνομιλίες με 50 συγγραφείς και καλλιτέχνες, 1990,
σ. 85].

A3. Θεματολογία

– Ποίηση του άστεως και του εσωτερικού χώρου.

– Ποίηση του φθινοπώρου.

– 0 έρωτας, κυρίως ως ανάμνηση.

– Απώλεια της ομορφιάς και της νιότης, η φθορά που επιφέρει ο χρόνος.

– 0 θάνατος, η μόνιμη απουσία του αγαπημένου προσώπου -το «εσύ» του
ποιήματος (1988 κ.ε.)- και της ίδιας της ποιήτριας ως ενδεχόμενο.

– Μνήμη-λήθη: η μνήμη, επώδυνη, πυροδοτείται από τις φωτογραφίες, τη
νοσταλγία, την απουσία. Η λήθη ανακουφίζει από τον πόνο και βοηθά
στη συνέχιση της ζωής.

– Μοναξιά.

– Υπαρξιακή αγωνία.

– Η αλλοτριωτική καθημερινότητα, κυρίως η γυναικεία. Ευτελή
αντικείμενα, κοινότοπες συμπεριφορές: η σκόνη του σπιτιού,
η επιτραπέζια λάμπα, μια επίσκεψη στη λαϊκή, το αρνί στο φούρνο, το
τηλέφωνο, το φαρμακείο.

– Οι περιηγητικές εντυπώσεις από το εσωτερικό και το εξωτερικό.

– Δύο χαρακτηριστικά μοτίβα

α. Αγάλματα
Σε μουσεία, κήπους σπιτιών, πλατείες, πάρκα πόλεων εντός και εκτός
Ελλάδας. Προσωποποιημένα (άνθρωποι ή θεοί), αγάλματα-σύμβολα, διακοσμητικά. Περιγραφή ανατρεπτική της φωτογραφικής τους στατικότητας, απόδοση αισθημάτων και διαθέσεων, συσχέτιση της προσωπικής κατάστασης με τη δική τους. Σπάνια η ιστορική συμβολοποίηση, όπως της γυναικείας καταπίεσης λ.χ. («Σημείο Αναγνωρίσεως», Το Λίγο τον κόσμον).

β. Φωτογραφίες-πίνακες ζωγραφικής
Οι φωτογραφίες και οι πίνακες ζωγραφικής συνδέονται με τον κλει-
στό χώρο και επανέρχονται συχνά άλλοτε στο κέντρο κι άλλοτε στην
περιφέρεια του ποιήματος με μια σειρά ευρηματικές διατυπώσεις. Οι
πίνακες, ανοίγοντας παράθυρα στον κόσμο, διευρύνουν το οπτικό
πεδίο, ενώ οι φωτογραφίες παγώνουν το χρόνο, ενεργοποιούν τη
μνήμη κι έτσι καλύπτουν το κενό μιας απουσίας, προπάντων αυτό
του αγαπημένου προσώπου.

Α4. Ποιητική

– Φωνή χαμηλών τόνων.

– Εκκινεί από το μικρό ποίημα, αλλά, καθώς η κουβέντα με τα πράγματα
την κάνει να ξεχνιέται, καταλήγει στο μακροσκελές, συχνά χαλαρό στη
δόμηση, διανθισμένο όμως με υπέροχες ζώνες στίχων.

– Η πιο ευτυχής στιγμή της: συνδυασμός συναισθήματος και σκέψης.

– Η Δημουλά περισσότερο μιλά με τα πράγματα που την περιβάλλουν
παρά με τους ανθρώπους.

– Βασικά μορφολογικά χαρακτηριστικά της ο ανθρωπομορφισμός και οι
καινότροπες φραστικές συνάψεις.

Ειδικότερα:
– Η πρόταξη της προσδιοριστικής γενικής: τοπίων καραβάνια
(«Μιμητική», Το Λίγο τον κόσμον).

– Η προσδιοριστική γενική ανάμεσα στην πρόθεση και στο ουσιαστικό
(υπερβατό):
στων μαλλιών τον καλπασμό («Γενική κληρονόμος», Χαίρε ποτέ).

– Το σύμπλεγμα αυτό διευρύνεται και στις δύο εκδοχές του με την πρόταξη ενός επιθέτου που προσδιορίζει το βασικό ουσιαστικό: στα κλειστά τον συναισθηματισμού μου παράθυρα («Επισκεπτήριο», Ερήμην) τα μισανθή
των φθινοπώρων χέρια («Τα μισανθή χέρια», Το τελευταίο σώμα μου).

– Ουσιαστικοποίηση του ουδέτερου των επιθέτων: Στρώσαμε το τραπέζι
του αναπάντεχου / με δυο ποτήρια να κεράσουμε το ενδεχόμενο («Προετοιμασία», Έρεβος).

– Ουσιαστικοποίηση ρήματος ή φράσης ολόκληρης: καταμεσίς του κλαίγοντας («2001 μεγαθήριο», Ήχος απομακρύνσεων).

– Επιθετικοποίηση ουσιαστικών: θα πει κάποιο παυσίπονο αστέρι («Βροχή επιστροφής», Το τελευταίο σώμα μου).

– Επίρρημα σε θέση ουσιαστικού ή και προσώπου: Χαίρε ποτέ (τίτλος συλλογής και ποιήματος).

– Απροσδόκητες συνάψεις ρήματος-υποκειμένου / αντικειμένου / προθετικού προσδιορισμού: Φυσάει άδειο δωμάτιο («Απροσδοκίες», Χαίρε ποτέ) Σκέπτομαι απόψε να στείλω τη μελαγχολία μου («Τίποτα δε θ’ αντιληφθείς», Χλόη θερμοκηπίου)’ Βρέχει με απόλυτη ειλικρίνεια («Άτιτλο»,
Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως).

– Παιχνίδι του λόγου με την αξιοποίηση των τόνων, των παρηχήσεων και των ομόηχων λέξεων: Θέρος, θερισμός / δεμάτια φως, δεμάτια τα μάτια /
φορτώνονται σε κάρα, άρα / δεν θα σε ξαναδώ («Σημεία των καρπών»,
Το τελευταίο σώμα μου).

– Απρόσμενη αντικατάσταση μιας λέξης με άλλη σε μια τυποποιημένη έκφραση: Εγώ, όταν θα μεγαλώσω / θα γίνω Σεπτέμβρης, έλεγε ο Αύγουστος («Βροχή επιστροφής», Το τελευταίο σώμα μου).

– Πρόσδεση του αφηρημένου στο συγκεκριμένο, ώστε να καθίσταται απτή πραγματικότητα: Κυμαίνομαι / στους τοίχους του διλήμματος χτυπώ
(«Ομιχλώδης λύτρωση», Χλόη θερμοκηπίου).

– Εύστοχοι νεολογισμοί: Η θάλασσα ψύχραιμη και ασύσπαστη («Πάσχα,
προς Σούνιον», Επί τα ίχνη).

– Λόγος επιγραμματικός, αποφθεγματικός, κατά τον τρόπο του Καβάφη:
Ξέρει να συμβιβάζεται η ανάμνηση («Διά της εις άτοπον λήθης», Χλόη
θερμοκηπίου).

– Ειρωνεία, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός: Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλα-
ξε / κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική I χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας
(«Πάσχα στο φούρνο», Ενός λεπτού μαζί).

– Προσωποποιήσεις: απόδοση, σε άψυχα ουσιαστικά, επιθέτων ή ουσιαστικών που αρμόζουν σε έμψυχα: Εκπατρισμένη των ματιών η καταγωγή
(«Στο πλοίο», Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως)’ τουρκογύφτισσες μολόχες («Ο ψυχισμός του δίτροπου», Το τελευταίο σώμα μου)’ εμψύχωση
του συγκεκριμένου ή αφηρημένου ουσιαστικού μέσω της απόδοσης ανθρώπινων ενεργειών σε άψυχα, έτσι που ο κόσμος στο σύνολό του να
προσλαμβάνεται ως έμψυχος: Θα ξανάρθω λέει ο αφρός στα χαλίκια. /
Να ξανάρθεις. / Ένα όστρακο άδειο κατάφερε I τη μεγάλη περίληψη. II
Φεύγει η μέρα. Το μικρό όνομά της I το αδειάζει βαφή στα μαλλιά της η
δύση («Τα υπο-κινούμενα», Το τελευταίο σώμα μου).

 

Β.
Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

(ΝΕ Λογοτεχνία ΘΚ Γ’ Λυκείου)

Β1. Η συλλογή και το ποίημα

Η συλλογή Το Λίγο τον κόσμον (1971), στην οποία ανήκει το ποίημα «0 πληθυντικός αριθμός», ολοκληρώνει τη διαμόρφωση των ποιητικών τρόπων της Κικής Δημουλά, ενώ από την άποψη του περιεχομένου εκφράζει την ελάχιστη ουσία που απομένει σε μια βασανισμένη συνείδηση από την περιπέτεια της ζωής. Ο τίτλος του ποιήματος ευρηματικός, προδιαγράφει τον τρόπο ανάπτυξης του κειμένου, επιχειρώντας να ορίσει το γραμματικό όρο. Τέχνασμα έξυπνο η τεχνολόγηση. Χαρακτηριστικά της η επιγραμματικότητα και ο α-ρηματικός λόγος.

Β2. Ενότητες τέσσερις

Το ποίημα, μοιρασμένο σε τέσσερις ενότητες, στηρίζεται σε τέσσερις λέξεις-
έννοιες: έρωτας, φόβος, μνήμη, νύχτα. Στο προφανές επίπεδο μιλάει για τεχνολόγηση. Σ’ ένα δεύτερο για τη σημασία αυτών των στοιχείων στη ζωή των ανθρώπων.

ΠΡΩΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Ο έρωτας (στ. 1-8)

Πώς ανατρέπεται η τεχνολόγηση του «έρωτα»;

– Λόγια κατάληξη: (όνομα) ουσιαστικόν. Αμφισημία: όχι απλώς γραμματικός όρος αλλά μεγάλης σημασίας για τους ανθρώπους.

– Επίρρημα πολύ: επιτείνει την προηγούμενη δεύτερη σημασία του επιθέτου.

– ενικού αριθμού: γραμματικός όρος αλλά και συνδηλωτικός: η ατομική βίωση, η μοναχικότητα, η αυτοτέλεια κάθε οντότητας μέσα στον έρωτα.
Βλ. Γιάννη Ρίτσου Σονάτα τον σεληνόφωτος (1956), στ. 33-34: Το ξέρω
πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα, μονάχος στη δόξα και
στο θάνατο.

– ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού: αποκλεισμός του γένους που αφορά τους
ανθρώπους. Συνεπώς; Ουδέτερου;

– ανυπεράσπιστου: ανατροπή της αναγνωστικής προσδοκίας. Ο ερωτευμένος, αρσενικού ή θηλυκού γένους αδιάφορο, είναι ευάλωτος/θύμα.

– Πληθυντικός αριθμός / οι ανυπεράσπιστοι έρωτες: γενίκευση του αισθήματος. Οι ευάλωτοι λόγω του έρωτα είναι πολλοί.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Ο φόβος (στ. 9-15)

– ουσιαστικόν: αμφίσημο, όπως στο δεύτερο στίχο.

– Στην αρχή-και μετά: στην αρχή ο φόβος είναι ένας, φυσιολογικός. Μετά
τη συναισθηματική ματαίωση πολλαπλασιάζεται.

– οι φόβοι. / Οι φόβοι / για όλα από δω και πέρα (επαναστροφή): δίχως τον έρωτα το κενό διευρύνεται, οι φόβοι / αγωνίες πληθαίνουν: μοναξιά,
φθορά, θάνατος, ανασφάλεια / αβεβαιότητα για όλα και για το μέλλον.
Βλ. Μανόλης Αναγνωστάκης, «Η αγάπη είναι ο φόβος…» (Εποχές 3,
1951), στ. 1: Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.

ΤΡΙΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: Η μνήμη (στ. 16-21)

– Άλλη δόμηση της ενότητας.

– Όχι ουσιαστικόν, όπως ως τώρα αλλά και μετά (Η νύχτα),

– κύριο όνομα των θλίψεων: η μνήμη είναι βασική πηγή ψυχικού πόνου.

– ενικού αριθμού, μόνον ενικού αριθμού (αναδίπλωση / παλιλλογία): έμφαση. Ένα προφανώς είναι το θέμα της μνήμης: η απώλεια του αγαπημένου.

– και άκλιτη. / Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη: η τριπλή αναφορά της μνήμης
στην ίδια πτώση (ονομαστική)
α. αναδεικνύει την καταδυναστευτική επικυριαρχία της και κατά συνέπεια τη βασανιστική απώλεια του αγαπημένου προσώπου,
β. μετατρέπει την κλιτή λέξη σε άκλιτη, ανατρέποντας τη γραμματική
της φύση.

 ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ : Η νύχτα (στ. 22-28)

– Η τελευταία ενότητα δομείται σαν τη δεύτερη. Όλα κανονικά εκτός από
α. την αναφορά του γένους {θηλυκού) και
β. τη φράση για όλα του τελευταίου στίχου.
Βλ. πάλι την αμφισημία της λέξης ουσιαστικόν και το πέρασμα στον
πληθυντικό: οι νύχτες. / Οι νύχτες από δω και πέρα (επαναστροφή).

– Ο πληθυντικός υπαινίσσεται το δύσκολο μέλλον. Όπως οι φόβοι, έτσι και
οι νύχτες πληθαίνουν με την απώλεια του έρωτα και καθιστούν βασανιστική τη ζωή αυτού που μένει. Η απώλεια του αγαπημένου πολλαπλασιάζει τις αγωνίες, τους φόβους, τις ανασφάλειες. Τη νύχτα όλα είναι πιο δύσκολα. Οι άνθρωποι είναι ακόμα πιο μόνοι δίχως το θόρυβο και τους περισπασμούς της μέρας. Βλ. Μάρκος Μέσκος: Δύσκολα, δύσκολα ξημερώνει (Ελεγείες, 2005).

Β3. Συνολική θεώρηση

– Η γραμματική αναγνώριση είναι το σχήμα, το όχημα. Η ανατροπή της
υποδηλώνει την ανατροπή στο επίπεδο του βιώματος.

– Μια μικρή ερωτική ιστορία: στην αρχή είναι ο έρωτας. Ο/η αγαπημένος/η φεύγει και το κενό αναπληρώνουν οι φόβοι και η μνήμη, στοιχεία που καθιστούν αφόρητες πια τις νύχτες.

– Η α-ρηματική σύνταξη
α. επιβάλλεται από την τεχνολόγηση,
β. αναδεικνύει τα τέσσερα ονόματα,
γ. δίνει την αίσθηση της ακινησίας και
δ. αποκρύπτει το ποιητικό εγώ.

– Δίχως ποιητικό «εγώ», δίχως «εσύ», δίχως τόπο και χρόνο. Αυτό που
πραγματεύεται το ποίημα συμβαίνει παντού και στον καθένα.

 

Ένα πουλί στην άσφαλτο, (2013)

 

ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

      Τα δοκίμια που περιλαμβάνονται στο βιβλίο αυτό εκπονήθηκαν στα χρόνια 1994-2008 και πραγματεύονται όψεις της ποίησης και της ποιητικής του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, ενός από τους πιο γοητευτικούς και μοναχικούς ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.
     Το πρώτο δοκίμιο παρακολουθεί τη σχέση του ποιητή με τον ευρύτερο μακεδονικό χώρο και εστιάζεται σε δύο ποιήματα, στο κέντρο των οποίων βρίσκονται, ως σύμβολα διάλυσης της ερωτικής κατά βάση σχέσης, τα εκκοκκιστήρια βάμβακος, σήμα κατατεθέν άλλοτε μιας επαρχιακής μακεδονικής πόλης σαν τη Βέροια («Τα εκκοκκιστήρια»). Το δεύτερο αποκαλύπτει πόσο δεσμευτικά μπορεί να λειτουργήσει ακόμα και για έναν ποιητή σαν τον Ασλάνογλου η πρόθεση απόκρυψης, η οποία με την αλλαγή μιας και μόνο λέξης καταστρέφει ένα ωραίο ποίημα («Οι κερασιές και οι
μελανιές»). Στην επόμενη εργασία επισημαίνονται και σχολιάζονται οι διαφορετικές γραφές των ποιημάτων που αναφέρονται στο Μύρωνα, πρόσωπο κεντρικό στην ενλόγω ποίηση και σύμβολο της ευτυχούς ερωτικής σχέσης («Τα ποιήματα του Μύρωνα»). Το τέταρτο δοκίμιο παραθέτει και σχολιάζει 20 πρωτόλεια ποιήματα, που γράφτηκαν στα χρόνια 1946-1949, όταν ο ποιητής ήταν μόλις 15 έως 18 χρόνων, και καταδεικνύουν το υψηλό επίπεδο της καλλιτεχνικής του συνείδησης, καθώς μάλιστα 8 από αυτά πέρασαν, μέσω συλλογής ή απευθείας, στην οριστική έκδοση του 1978 0 δύσκολος θάνατος («Πρωτόλεια»). Η τελευταία και πιο εκτεταμένη εργασία διερευνά τον αναθεωρητικό χαρακτήρα της γραφής του ποιητή, καταγράφοντας και σχολιάζοντας τις αλλαγές που αυτός επιφέρει σε τίτλους, μότο, αφιερώσεις, φράσεις και λέξεις, στίχους, ενότητες ή και ολόκληρα ποιήματα («Το ζήτημα των επεξεργασιών»). Η διερεύνηση αποκαλύπτει ότι ο ποιητής επεμβαίνει στα κείμενα άλλοτε δραστικότερα και άλλοτε ηπιότερα, επιστρέφοντας συχνά σε προγενέστερες επιλογές, γεγονός που δείχνει την ακοίμητη λαχτάρα του για αισθητική τελείωση αλλά και μια καλλιτεχνική ανασφάλεια, η οποία για ένα βιωματικό ποιητή σαν τον Ασλάνογλου δεν μπορεί παρά να συναρτάται και με ανασφάλεια ζωής.
      Αξίζει τέλος να επισημανθεί το γεγονός ότι στις δύο τελευταίες εργασίες παρατίθενται συγκεντρωμένα 70 ποιήματα, 20 πρωτόλεια, από τα οποία τα 12 δεν εντάχτηκαν σε καμιά έκδοση, και 50 δημοσιευμένα ήδη σε περιοδικά ή συλλογές, τα οποία, έχοντας αποκλειστεί από το corpus των 122 ποιημάτων της οριστικής έκδοσης, είναι σήμερα δυσεύρετα, αν και τόσο χρήσιμα, για να σχηματίσει κανείς μια πληρέστερη εικόνα της συγγραφικής ιδιοπροσωπίας του Ασλάνογλου.

Δεκέμβρης του 2012

Μεταφέρω δυο αποσπάσματα από τα δοκίμια

 

ΤΑ ΕΚΚΟΚΚΙΣΤΗΡΙΑ

Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε
εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει.
(«Εκκοκκιστήρια Α’», Ο δύσκολος θάνατος, 1978)

     Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει. («Εκκοκκιστήρια Α’», Ο δύσκολος θάνατος, 1978) 0 Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου (Θεσσαλονίκη, 1931-Αθήνα, 1996) είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές τόσο της γενέθλιας πόλης του όσο και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Στο πλαίσιο της ποιητικής Θεσσαλονίκης των χρόνων 1930-1960 συγκροτεί, μαζί με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και το Γιώργο Ιωάννου, τον ερωτικά ιδιότυπο κύκλο των ποιητών της Διαγώνιου (1958-1983), ο οποίος αντιδιαστέλλεται συνήθως από τους άλλους τρεις κύκλους: των φιλοσοφικών ποιητών (Γιώργος Βαφόπουλος, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ζωή Καρέλλη), των λυρικών (Γιώργος Θέμελης, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Γιώργος Στογιαννίδης) και των κοινωνικών (Μανόλης Αναγνωστάκης, Κλείτος Κύρου, Πάνος Θασίτης). Στο χώρο πάλι της δεύτερης γενιάς του μεταπολέμου ο ερωτικός κύκλος της Διαγώνιου συνιστά τον πυρήνα της βασικότερης τάσης ύστερα από την ομάδα των ποιητών που επιδεικνύουν ιδιαίτερη ευαισθησία στον κοινωνικό πόνο, όπως οι Βύρων Λεοντάρης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Μάριος Μαρκίδης, Τάσος Πορφύρης, Μάρκος Μέσκος, Πρόδρομος X. Μάρκογλου κ.ά.
     Ο Ασλάνογλου εκδίδει την πρώτη του συλλογή Δύσκολος θάνατος το 1954 κι από κει και πέρα ακολουθούν άλλες έξι συλλογές και δύο συγκεντρωτικές εκδόσεις: Ο θάνατος Μύρωνα (1960), Ποιήματα για ένα καλοκαίρι (1963), 44 ποιήματα. Επιλογή 1946-1964 (1970), Νοσοκομείο εκστρατείας (1972), Αργό πετρέλαιο (1974), Ο δύσκολος θάνατος (1978, συγκεντρωτική έκδοση οριστική), Ωδές στον Πρίγκιπα (1981), Τρία ποιήματα (1987).Έχει εκδώσει ακόμα το ποιητικό μονόπρακτο Θάλασσα και συγχρονισμός (1991, πρώτη έκδοση πολυγραφημένη 1952), * μια σειρά από σύντομα κείμενα δημοσιογραφικού χαρακτήρα, με τίτλο Ταξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα (1991), και τη μελέτη Θάνατος και γέννηση στην ποίηση του Θέμελη (1959), ενώ μετέφρασε τα ποιήματα του A. Rimbaud Εκλάμψεις (1971,1981) και το μυθιστόρημα του Ε. Zola Η ταβέρνα (1988). Αυτό είναι όλο κι όλο το έργο και τα ποιήματα μόνο 141, πολύ λίγα για μια θητεία σαράντα τόσων χρόνων. Ο Ασλάνογλου συμβαίνει να είναι ένας από τους λίγους εκείνους, γνήσια αστούς, ποιητές που συχνά δραπετεύουν από το κέντρο, για να περιπλανηθούν στην περιφέρεια.
Πολύ σπάνια, είναι αλήθεια, οι πόλεις της ελληνικής επαρχίας απαντούν στα κείμενα αναγνωρισμένων ποιητών, πράγμα που αντανακλά τον περιφερειακό έτσι κι αλλιώς ρόλο που τους έχει επιφυλάξει η συγκεντρωτική δομή της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας. Το γεγονός δεν είναι ανεξήγητο. Οι ποιητές, απ’ ό,τι φαίνεται, ευδοκιμούν σε πυκνοκατοικημένες ερήμους. Η συνάρτηση κοινωνικού περιβάλλοντος και μορφωτικού επιπέδου δεν μπορεί παρά να έχει και στην περίπτωση αυτήν την εφαρμογή της. Η ανάδειξη του ποιητή απαιτεί ένα χώρο επιρροών και ερεθισμάτων που του επιτρέπουν να εμπλουτίζει το βιωματικό του υλικό και να διαμορφώνει ισχυρό τον αισθητικό του λόγο, προϋποθέσεις που δεν καλύπτουν τα μικρά πληθυσμιακά κέντρα της ελληνικής περιφέρειας. Από την άποψη αυτήν κατεξοχήν προσφέρεται το μεγάλο αστικό κέντρο, η Αθήνα πρώτα, η Θεσσαλονίκη ύστερα. Κάποτε ούτε και η τελευταία, όπως δείχνουν ορισμένες μετοικήσεις λογοτεχνών της στην πρωτεύουσα.
     Το τοπίο κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην ποίηση του Ασλάνογλου. Δείχνει τη θέληση του ποιητή να γειώσει, από τη μια, τις μνήμες στο χώρο, διαιωνίζοντας το βίωμα, κι από την άλλη, να υπερβεί τα όρια μιας κοινωνίας που με τις προκαταλήψεις της συνθλίβει τη ζωή του. Ο χώρος στον οποίο κινείται ο ποιητής εκτείνεται από τους δρόμους και τις πλατείες της γενέθλιας πόλης ως την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Πολύ συχνά, επώνυμο ή ανώνυμο το τοπίο, προβάλλεται στους τίτλους των ποιημάτων: «Αθήνα», «Κέρκυρα», «Κόρινθος», «“Πεταλούδα” 51», «Σταθμός Λιτοχώρου», «Μες στ’ αυτοκίνητα», «Πρατήριο βενζίνης», «Θάλασσα της Ελσινόρης», «Αεροδρόμιο Μίκρας», «Θάλασσα της Τεργέστης», «Μες στο δωμάτιο», «Γεθσημανή», «Πρόσφυγες στην άμμο», «Ερείπια της Παλμύρας», «Γήπεδο στο Κιέρι», «Πένθιμο τραγούδι της Επανομής», «Μια πολυκατοικία άδεια», «Η βεράντα», «Στ’ ακρογιάλια», «Στη βροχερή αποικία», «Μασσαλία», «Στο φθινοπωρινό ξενοδοχείο», «Καρπάθια όρη», «Salon d’ auto», «Φροντιστήρια», «Τάφοι της Αγίας Παρασκευής», «Στο καρνάγιο», «Στους κήπους της έπαυλης», «Περαία», «Νοσοκομείο εκστρατείας». Μέσα στα κείμενα βέβαια οι αναφορές στο τοπίο είναι πολύ συχνότερες, ιδίως οι ανώνυμες: Βορράς, Αθήνα, Ελσινόρη, Αφρική, Αδριατική, Πειραιάς, Ελ Μίνα, Βέροια, Ελασσόνα, Δράμα, Κάλυμνος, Καστέλλα, Γλυφάδα, Μόλυβος, Σαρωνικός, Καλαμαριά, Μεσόγειος, Ρήνος, Μπάαλμπεκ, Μπεκάα, Χαλκιδική, Βαρσοβία, Πασαλιμάνι, Κάβο ντ’ Ορο, πλατεία Ναυαρίνου, «Δελφίνια», «Οι Καλαμιές», πόλη, προάστια, δρόμοι, άσφαλτος, πλατείες, καφενεία, βεράντα, δωμάτιο, συνοικιακά φροντιστήρια, αερολιμένας, προκυμαία, λιμάνι, ακτές, θάλασσα, πόλη, εργοστάσια, επαρχία, κωμοπόλεις, αγροικίες, κάμπος, τρένα, σταθμοί, νοσοκομείο, θάλαμοι, υψώματα, κάστρα, ορεινά εργοτάξια, σκοπιές, ορεινά φυλάκια, τάγματα προκάλυψης.

Για τη λειτουργία του τοπίου στην ποίησή του ο Ασλάνογλου θα πει σε μια συνέντευξη:

Πιστεύω πως ο χώρος είναι ο πρωταγωνιστής του δράματος. Τοπωνύμια, τοπία, χώρες, πλατείες και δρόμοι, πόλεις ολόκληρες θα ’λεγε κανείς πως είναι τα υπεύθυνα πρόσωπα, οι πρωταγωνιστές μιας τραγωδίας, οι πέτρες μέσα στο χρόνο. Καμία σχέση με τη ρομαντική φθορά. Το πρόσωπο είναι ένα, ομοιογενές, αδιαίρετο. Ο χώρος όμως το σπάζει, όχι ο χρόνος. Από κει αρχίζει, νομίζω, η κινηματογραφική αντίληψή του.

[περ. Το Δέντρο 41 (Νοέμβριος 1988) 38]

Και για τον πιο κοντινό χώρο μέσα στον οποίο προτιμά να κινείται, το μακεδονικό, επισημαίνει σε άλλη συνέντευξη:

Οι εφτά ενότητες του Δύσκολου θανάτου είναι μια νωπογραφία του ερημικού μακεδονικού χώρου ή άλλων περιοχών μεταφερμένων σ’ αυτόν. Είναι ένας πίνακας των βορινών επαρχιών, των εργατουπόλεων και της υπαίθρου, των συνοριακών φυλακίων και της προκάλυψης. Μέσα σ’ αυτήν την ερήμωση καταυγάζει ή πεθαίνει η ομορφιά, δίνει το νόημα και το περιεχόμενο που αυτή θέλει στο νεκρό τοπίο.

[περ. Διαβάζω 118(8-5-1985) 70]

Κοντά στη Θεσσαλονίκη η Βέροια, είναι επόμενο να εμφανίζεται ενίοτε στην τοπογραφία των ποιητών της, καθώς αποτελεί κι αυτή τμήμα του ευρύτερου μακεδονικού χώρου, ο οποίος έχει την αφετηρία του στο ισχυρότερο αστικό κέντρο. Η παρουσία της Βέροιας σε δύο ποιήματα του Ασλάνογλου δεν είναι καθόλου ηθογραφική. Αντίθετα, είναι κατεξοχήν λειτουργική και οφείλεται στα εκκοκκιστήρια βάμβακος, που μεταπολεμικά διέθετε η πόλη, καθώς αυτά εύστοχα εντάσσονται στο βασικό προβληματισμό που απασχολεί τον ποιητή και δεν είναι παρά το αναπόφευκτο τέλος της σχέσης με τον άλλο ή, όπως είπε κάποτε ο ίδιος ο Ασλάνογλου στο Δημήτρη Καλοκύρη, «η αδυναμία να ολοκληρωθεί κανείς σε μια ανθρώπινη σχέση» [περ. Το Τραμ 11-12 (Μάρτιος 1979) 513].
Το πρώτο ποίημα στο οποίο εμφανίζεται η Βέροια επιγράφεται «Εκκοκκιστήρια A’» και ανήκει στην ενότητα «Νοσοκομείο εκστρατείας» της έκδοσης του 1978 Ο δύσκολος θάνατος. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1967 με τίτλο «Εκκοκκιστήρια» στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης Διαγώνιος [12 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1967) 185], ενώ τον οριστικό του τίτλο πήρε στη συλλογή του 1972 Νοσοκομείο εκστρατείας (με αφιέρωση: Στον Φαίδωνα Πολίτη). Το ποίημα:

 

Εκκοκκιστήρια A’

Βέροια, Ελασσόνα, Δράμα – πόλεις που αγάπησα, κλειστές
ανάμεσα σε υψώματα ή σε μικρούς καταυλισμούς
σπίτια που ανοίγονται κρυφά στον κάμπο

Σας γνώρισα τα δειλινά μέσα σ’ αυλές μοναστηριών
ή σε κρεβάτια παμπάλαια όπου έζησα πρόσκαιρα
με ανθρώπους που άφησαν κάποια σημάδια, λίγα κόκαλα
θητεία παράξενη, όλο αθωότητα, γεμάτη πίστη

Πίστη σε τι, ούτε ο ανθυπολοχαγός δεν έμεινε
ούτε όσοι φόρεσαν το ράσο κι αποκλείστηκαν
ένα παιδί αγαπήθηκε για να ξενιτευτεί
άνθρωποι που αγκάλιασα μες στους σταθμούς, άνθρωποι μόνοι

Πόλεις κλειστές σαν περιβόλια, που με ζήσατε
εκκοκκιστήρια μιας σοδειάς, βλέπω τι έχετε δώσει.

 

Οι τρεις πρώτοι στίχοι συνθέτουν την τοπογραφία του ποιήματος, ενώ εισάγουν λαθραία, με μια εξαρτημένη πρόταση (που αγάπησα), το πρόσωπο του αφηγητή. Τα γνωρίσματα των τριών πόλεων: η επωνυμία, η γεωφυσική τους εκδοχή και η συναισθηματική τους συνάρτηση με το ποιητικό υποκείμενο· κι ακόμα, ο τρόπος με τον οποίο προσφέρονται στον επισκέπτη. Η στατικότητα των δύο πρώτων στίχων σπάει από τη δυναμικότητα του τρίτου, ο οποίος, παραπέμποντας σε οικεία ανθρώπινη συμπεριφορά, βάζει σε κίνηση τα σπίτια, ενώ δεν είναι παρά ο επισκέπτης που κινείται, φτάνοντας στην πόλη. Εδώ σταματά η περιγραφή, τόσο σύντομη, κι αρχίζει η κατάδυση. Η γέφυρα έχει ήδη ριχτεί. Είναι η αγάπη του ποιητή γι’ αυτές τις πόλεις. Μόνο που κανείς δεν αγαπά μια πόλη γυμνή, χωρίς τις συνδηλώσεις που αυτή αποχτά από τα δικά του βιώματα.
Ο δύο ενδιάμεσες ενότητες του ποιήματος κατακλύζονται από αναμνήσεις αγάπης, που τις διακόπτει κάποια στιγμή ένα φιλοσοφικό σχόλιο, κι αυτό αρνητικό, της διάψευσης, μια και είναι η πίκρα του χωρισμού που εξέχει στη μνήμη, η τελική ερήμωση. Ο φωτισμός προτιμά το δειλινό, ενώ το κλίμα είναι της ερημιάς ( αυλές μοναστηριών, κρεβάτια παμπάλαια) και της εγκατάλειψης ( άφησαν, δεν έμεινε, αποκλείστηκαν, ξενιτευτεί). Ενδιαφέρουσα η αντίθεση με το κρυφό παράπονο: παμπάλαια κρεβάτια vs έζησα πρόσκαιρα. Η πρώτη ενότητα στηρίζεται στις εικόνες και ανήκει στην εποχή της πίστης με το θετικό υπόλοιπο της σχέσης: κάποια σημάδια, λίγα κόκαλα. Η δεύτερη στηρίζεται στο ρήμα, για να απορρίψει απερίφραστα το όποιο θετικό υπόλειμμα της προηγούμενης. Τα ολόκληρα πρόσωπα χάθηκαν, ενώ η μοναξιά του ποιητικού υποκειμένου αντικατοπτρίζεται στη μοναξιά των άλλων, που σαν το ίδιο πάνε κι έρχονται στους αγαπημένους χώρους των σταθμών. Οι δύο τελευταίοι στίχοι ξαναβρίσκουν την αρχή. Το ποίημα ανοίγει η Βέροια και κλείνουν τα εκκοκκιστήρια. Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Οι πόλεις επανέρχονται κλειστές, ενείδει περιβολιών. Οι πόλεις είναι χώροι της ευτυχισμένης συνάντησης, της θετικής εμπειρίας, περιβόλια, είναι όμως και μέρη χωρισμών, τοπία λύπης, εκκοκκιστήρια. Τα εκκοκκιστήρια ευστοχούν ιδιαίτερα στην περίπτωση της ερωτικής σχέσης. Γι’ αυτό και επιλέγονται όχι μόνο ως τίτλος αλλά και ως αφηγηματικός σκελετός στο επόμενο ποίημα.

Το ποίημα αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε επίσης στη Διαγώνιο δυο χρόνια αργότερα με τίτλο «Τα εκκοκκιστήρια» [20 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1969) 170] και εντάχτηκε στη συλλογή του 1972 Νοσοκομείο εκστρατείας με τον τίτλο «Εκκοκκιστήρια Β’», τον οποίο κράτησε και στην ενότητα «Νοσοκομείο εκστρατείας» της οριστικής έκδοσης του 1978. Το κείμενο:

 

Εκκοκκιστήρια Β’

Προχωρούσαμε με το Δημήτρη αμίλητοι προς το μικρό σταθμό.
Αφήναμε τη Βέροια πίσω μας στην καταχνιά και κοιτάζαμε
άφωνοι τους καπνούς στο μισοφώτιστο βράδυ

Εκεί, μες στην ερημωμένη έκταση, ακούγαμε τα εκκοκκιστήρια
να κελαϊδούνε. Υπόκωφη στην αρχή, η βουή δυνάμωνε με τον καιρό,
μας είχε σχεδόν παρασύρει. Φώτα και μηχανές μεσ’ απ’ τα τζαμωτά
μάς άφηναν να ιδούμε τον αποχωρισμό. Ο καθαρός καρπός
γλιστρούσε και σωριάζονταν δίπλα μας μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης.
θυμάμαι τα μάτια του, σα να είχαν δακρύσει.

Τότε κατάλαβα πως πέρασε πια η εποχή της συγκομιδής. Και πως
ό,τι μπορούσαμε να δώσουμε το είχαμε σχεδόν σκορπίσει.

Εδώ το ποίημα, αφηγηματικό στην οργάνωση, συντίθεται από τρεις στίχους-παραγράφους και είναι περισσότερο πεζό· λογικό, χωρίς γι’ αυτόν το λόγο να είναι και λιγότερο ποιητικό,· Σε πρώτο πλάνο τα πρόσωπα αυτήν τη φορά και σε δεύτερο το σκηνικό: ο ανώνυμος αφηγητής και ο επώνυμος σύντροφος, ο σταθμός των τρένων, η Βέροια, η καταχνιά, η σιωπή, το μισοφώτιστο βράδυ. Στο δεύτερο στίχο προβάλλονται τα εκκοκκιστήρια, που θα επενδυθούν συμβολιστικά. Η ανάδειξη του εργοστασίου σε πρώτο πλάνο συμβαδίζει με την κλιμάκωση του θορύβου, που κι αυτός με τη. σειρά του παρακολουθείτο βηματισμό της προσέγγισης. Φώτα, μηχανές, σκόνη κι ανάμεσα ο αποχωρισμός του καρπού από την ίνα. Επίσης, η βαθιά εντύπωση των ματιών στη μνήμη: Ακόμα θυμάμαι τα μάτια του. Στον τελευταίο στίχο το σχόλιο-συμπέρασμα.
Το τέλος της σχέσης προοικονομείται από την αρχή. Δεν έχει παρά να προσέξει κανείς ορισμένες λέξεις: αμίλητοι, καταχνιά, άφωνοι, μισοφώτιστο βράδυ. Η ατμόσφαιρα μοιάζει νεκρή παρά την κίνηση (Προχωρούσαμε). Η σιωπή επανέρχεται (αμίλητοι, άφωνοι), επιβαρύνοντας τις στιγμές, καθώς η βαθύτητά της θεωρείται προάγγελος συμφορών. Στο δεύτερο στίχο, μαζί με τα ρεαλιστικά στοιχεία της περιγραφής, σημάδια του τέλους: η ερημωμένη έκταση, παρά το θόρυβο των μηχανών και το ξαστόχημα της στιγμής (μας είχε σχεδόν παρασύρει), και η αντίδραση του συντρόφου (σα να είχαν δακρύσει). Δάκρυ υποθετικό βέβαια, όπως δείχνει το ομοιωματικό σα να. Πρόκειται ασφαλώς για προβολή της υποκειμενικής διάθεσης του αφηγητή. Συχνά δε βλέπουμε στους άλλους παρά αυτό που θέλουμε να δούμε.
Η κατακλείδα έρχεται να εκφράσει την πρόωρη συνειδητοποίηση του τέλους της ερωτικής σχέσης, το οποίο συναρτάται με το αλόγιστο ξόδεμα, ένα άλλο βασικό μοτίβο στην ποίηση του Ασλάνογλου. Τα εκκοκκιστήρια σπάζουν το σφιχτό εναγκαλισμό κόκκου και ίνας, όπως ο καιρός τα δύο σώματα του έρωτα. Ενώ ο χωρισμός αφηγητή-Δημήτρη δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί, ωστόσο τα εκκοκκιστήρια, αγγίζοντας τον ενδόμυχο φόβο, τον υποβάλλουν. Με δεδομένο τον περιστασιακό, παλιότερα τουλάχιστον, χαρακτήρα της ομοφυλόφιλης σχέσης, ακόμα και οι πιο όμορφες στιγμές νοθεύονται από τη σκοτεινή υποψία του επερχόμενου τέλους. Ο ποιητής, πέρα από άνθρωπος της αίσθησης, είναι κατεξοχήν άνθρωπος της διαίσθησης. Δεν περιμένει, δεν μπορεί να περιμένει, την τυπική επικύρωση του τέλους. Διαβλέπει την παρουσία αυτού του τέλους στην αναξιοποίητη ευκαιρία και παραείναι ανυπόμονος, για να δρέψει τον καρπό στη διαπίστωση της ματαιωμένης προσδοκίας. Ξέρει πως πίσω από την αρχή ενεδρεύει το τέλος, στη συνάντηση ο χωρισμός, στο φως το σκοτάδι, όταν προπάντων συντρέχουν και δυσμενείς κοινωνικοί παράγοντες, όπως εν προκειμένω. 0 ποιητής, έγκαιρος και έγκυρος εκφραστής των κοινωνικών σχέσεων και του ανθρώπινου πεπρωμένου, κατοικεί μονίμως εκεί που λιμνάζει το πένθος, η βαθύτερη πάει να πει ουσία της ζωής.
0 Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου συνθέτει πράγματι τη «νωπογραφία του ερημικού μακεδονικού χώρου», η οποία συνάδει με τη δική του ψυχική ερημιά και την αδυναμία του να ελέγξει την αναπόφευκτη καταστροφή της σχέσης με τον άλλο. Έτσι η Βέροια με τα εκκοκκιστήρια περνάει οριστικά στην ελληνική ποίηση χάρη στο καίριο σύμβολο που προσφέρει στην ευαισθησία του ποιητή.

 

Ο αναθεωρητικός Ασλάνογλου
θεωρητικές και πρακτικές προϋποθέσεις

Αν χρέος της κριτικής είναι να θέτει τα προβλήματα ενός λογοτεχνικού έργου, τότε και στην περίπτωση του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, ενός από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, πρέπει να πούμε πως δεν ανταποκρίθηκε σ’ αυτήν την υποχρέωση. Και προφανώς δεν ευθύνεται γι’ αυτό η «συνωμοσία σιωπής» που περιέβαλε τη γενιά αυτή ή, έστω, ο παραγκωνισμός της. Βέβαια παίζει το ρόλο της κι αυτή η αντιμετώπιση, ωστόσο φαίνεται πως υπάρχουν και εγγενείς αδυναμίες, καθώς η κριτική συνηθίζει να εμμένει στις πιο ορατές πλευρές του ποιητικού σώματος, όπως είναι η θεματογραφική, και αποφεύγει άλλες, οι οποίες δεν είναι λιγότερο ενδιαφέρουσες, στο βαθμό που συμβάλλουν στη σφαιρικότερη θεώρηση και συνεπώς στη βαθύτερη κατανόηση «λογοτεχνικού έργου. Ορισμένες όψεις αυτής της μορφής συναρτώνται με τους τρόπους ανάπτυξης του ποιήματος, τις επιδράσεις του παραδοσιακού έμμετρου λόγου στον ελεύθερο στίχο κι ακόμα, τη στάση που τηρεί ο ίδιος ο ποιητής απέναντι στο προγενέστερο έργο του, στάση που κυμαίνεται ανάμεσα στην απάλειψη ενός κόμματος ή μιας αποστρόφου και στην αφαίρεση ή προσθήκη λέξεων, φράσεων, στίχων ή και ολόκληρων ποιημάτων.
Είναι ασφαλώς συνηθισμένο το φαινόμενο να αποκηρύσσουν οι ποιητές, ρητά ή σιωπηρά, ένα μέρος του έργου τους, σπανιότερο όμως είναι να επεμβαίνουν στα ήδη δημοσιευμένα ποιήματά τους ή να προσθέτουν καινούρια σε συλλογές που διαμορφώθηκαν κάτω από άλλες συνθήκες. Έτσι βιάζεται αναμφίβολα η ιστορική διάσταση των κειμένων, αλλά αυτοί λίγη σημασία έχει για τους ίδιους, καθώς η ελευθερία τους θεωρείται, και είναι, αξιωματική. Δημιουργεί ωστόσο προβλήματα μια τέτοια στάση κυρίως στους μελετητές, που θα ήθελαν να παρακολουθήσουν εκτενέστερα την πορεία εξέλιξης ενός ποιητή, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτόν στην πληρέστερη προσέγγισή του. Ζητήματα τέτοιας τάξης θέτει και η περίπτωση του Ασλάνογλου, ο οποίος, αντιμετωπίζοντας το έργο του σαν ένα ποίημα εν προόδω, δε διστάζει στις επανεκδόσεις του έργου του όχι μόνο να αφαιρέσει ολόκληρα ποιήματα ή να προσθέσει καινούρια αλλά και να επέμβει σε άλλα, αφαιρώντας ή προσθέτοντας στίχους, φράσεις ή και απλώς λέξεις. Η πλευρά αυτή δεν απασχόλησε ως τώρα την κριτική, αν και ορισμένες φορές στον έναν ή τον άλλο βαθμό, δεν πέρασε απαρατήρητη.
Πρώτος ο Βάσος Βαρίκας αντιμετωπίζει με αμηχανία, από την άποψη που εδώ ενδιαφέρει, την πρώτη συγκεντρωτική, αν και επιλεκτική, έκδοση που επιχειρεί ο Ασλάνογλου το με τίτλο 44 ποιήματα. Επιλογή 1946-1964 (από δω και πέρα Επιλογή). Ο καλός κριτικός διαπιστώνει πως, παρόλο που πρόκειται για ποιήματα της νεανικής περιόδου, κατά την οποία διαπλάθεται το πρόσωπο του δημιουργού και συνεπώς θα περίμενε κανείς αναπόφευκτες τις επιδράσεις από καθιερωμένους ποιητές, ωστόσο «οι στίχοι του Ασλάνογλου κάθε άλλο παρά σε βοηθούν, για να χαράξεις τη γραμμή μιας πορείας». Ακριβέστερα: «Θα έλεγες ότι το “κλίμα” της ποιήσεώς του, περισσότερο το αισθητικό παρά το “ιδεολογικό”, παραμένει αναλλοίωτο». Ο Βαρίκας έχει δίκιο. Η αισθητική της Επιλογής δεν είναι αισθητική μιας πορείας όσο η αισθητική μιας στιγμής, του 1970. Ο ποιητής, με το μηχανισμό της επιλογής αλλά και με την επεξεργασία των επιλεγμένων κειμένων, καταφέρνει να προσδώσει ενότητα στο αισθητικό του ύφος αλλά και στο ιδεολογικό του στίγμα, που έτσι κι αλλιώς δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες μεταπτώσεις ή αντιφάσεις.
Την επεξεργασία των κειμένων επισημαίνει ρητά, ένα χρόνο αργότερα, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, σχολιάζοντας κι αυτός την Επιλογή. Γνώριμος του ποιητή από το 1947 ο Χριστιανόπουλος, που πρώτος ασχολήθηκε με τον ποιητή, ενώ από το 1959 τον αριθμούσε ανάμεσα στους βασικούς συνεργάτες της Διαγωνίου αποφαίνεται ότι το ξαναδούλεμα των κειμένων βελτίωσε την ποίηση του Ασλάνογλου, καθώς την κατέστησε εναργέστερη, πράγμα που φαίνεται να τον ικανοποιεί ιδιαίτερα, μια κι έτσι προσεγγίζεται περισσότερο η δική του άποψη για τον απροκάλυπτα εξομολογητικό χαρακτήρα της ποίησης. Είναι γνωστές εξάλλου οι μόνιμες αιτιάσεις του για την ποίηση «Ασλάνογλου, «θεληματική σκοτεινάδα», «συσκότιση», έκφραση πιο στριμμένη και θολή», χαρακτηρισμοί που αναφέρονται βέβαια στους υπαινικτικούς τρόπους αυτής της ποίησης Γράφει λοιπόν, συνοψίζοντας, για την Επιλογή:

Η ποίηση του Ασλάνογλου, ιδίως με την τελευταία σειρά ποιημάτων [Ποιήματα για ένα καλοκαίρι, 1963], καθώς και με την τελική της διάρθρωση και επεξεργασία, απαλλάχτηκε αρκετά από κάτι το θεληματικά μπερδεμένο που τη χαρακτήριζε στην παλιότερή της μορφή. Μονάχα που η επίμονη κατεργασία και οι αντικαταστάσεις στίχων ή λέξεων αποκαλύπτουν κοντά στη λαχτάρα για το τέλειο, και την έλλειψη υποδομής. Πίσω από τη γοητευτική έκφραση κρύβεται κάποια στιχουργική σπασμωδικότητα, σημάδι πως οι ρίζες δεν είναι βαθιές. Μας αποζημιώνει ωστόσο το γεγονός ότι όλα σχεδόν τα ποιήματα είναι ένα κι ένα, σημάδι πως προέρχονται από καλό τεχνίτη.

 

 

 

Ματιές ενμέρει, (2014)

Untitled.FR12

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Πρόκειται για μια επιλογή 45 κειμένων, τα οποία αναφέρονται σε επιμέρους έργα αντίστοιχων μεταπολεμικών συγγραφέων, ποιητών (20), πεζογράφων (20) και κριτικών (5), όπως υποδηλώνει κι ο τίτλος άλλωστε Ματιές ενμέρει, ο οποίος αντιδιαστέλλεται από αυτόν της έκδοσης του 2003 Ματιές ενόλω, έκδοσης που πραγματευόταν εκτεταμένα το συνολικό έργο οχτώ μεταπολεμικών ποιητων. Βέβαια κι εδώ δεν αποφεύγονται συνολικότερες θεωρήσεις, ρταν πρόκειται για συγκεντρωτικές εκδόσεις ή όταν η κρινόμενη συλλογή κατανοείται καλύτερα με μια αναδρομή στο προγενέστερο έργο, είναι όμως σαφώς συνοπτικότερες. Σε κάθε περίπτωση η έκταση των κριτικών κειμένων δεν έχει απαραιτήτως αξιολογικό χαρακτήρα, αλλά συναρτάται και με άλλους παράγοντες, όπως είναι οι συνθήκες δημοσίευσης ή εκφώνησης και οι απαιτήσεις των ίδιων των έργων.
Η προκειμένη συναγωγή ακολούθησε ορισμένες προδιαγραφές. Καταρχήν επιλέχτηκε ένα κείμενο κριτικής για κάθε συγγραφέα, ακόμα κι όταν, ελάχιστες φορές είναι αλήθεια, γράφτηκαν περισσότερα, ώστε να είναι αντιπροσωπευτικότερο το γραμματολογικό φάσμα. Ύστερα τα κείμενα, προπάντων τα παλαιότερα, ξανακοιτάχτηκαν λιγότερο ή περισσότερο και γι’ αυτό ορισμένα αναδημοσιεύτηκαν με την καινούρια τους μορφή, ενώ άλλα, που λόγω στενότητας χώρου των εντύπων παρουσιάστηκαν συνοπτικότερα, τώρα αποκαθίστανται. Τέλος η παράθεση των κειμένων γίνεται με βάση το είδος των έργων και τον χρόνο γέννησης των συγγραφέων, για να υπάρχει μια τάξη, η οποία στις κατά καιρούς δημοσιεύσεις δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί, στον βαθμό που η κριτική παρακολουθεί τη στιγμή εμφάνισης των βιβλίων. Με τους όρους αυτούς βέβαια δύσκολα μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την εξέλιξη της κριτικής γραφής. Από την άλλη μοιάζει βολική, βολικότερη ίσως, μια σειρά που δεν αναμειγνύει τα είδη και παίρνει υπόψη της το έτος γέννησης των συγγραφέων, τους οποίους μάλιστα με τον τρόπο αυτόν εντάσσει υπόρρητα σε γενιές, σχήματα ιδιαίτερης ταξινομικής σημασίας.

Τα κείμενα αναφέρονται στους:

Ποίηση

Γιώργος Λίκος, Ελένη Βακαλό, Άρης Αλεξάνδρου, Νίκος Καρούζος, Χρίστος Λάσκαρης, Θωμάς Γκόρπας, Μάρκος Μέσκος, Μάριος Μαρκίδης, Μιχάλης Γκανάς. Γιάννης Πατίλης, Μίμης Σουλιώτης, Γιάννης Υφαντής, Γιάννης Κουβαράς, Γιώργος Θεοχάρης, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Αντώνης Κάλφας,
Γεράσιμος Λουκάτος, Γιώργος Ζιόβας, Αρετή Γκανίδου, Ιγνάτης Χουβαρδάς,

Πεζογραφία

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Ηλίας X. Παπαδημητρακόπουλος, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Θανάσης Βαλτινός, Περικλής Σφυρίδης, Πρόδρομος X. Μάρκογλου, Κώστας Λαχάς, Τόλης Νικηφόρου, Τάσος Χατζητάτσης,
Δημήτρης Μάνος, Τάσος Καλούτσας, Κώστας Μαυρουδής, Γιώργος Μαρκόπουλος, Δημήτρης Μίγγας, Κούλα Αδαλόγλου, Β.Π. Καραγιάννης,
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Στάθης Κοψαχείλης, Μάκης Καραγιάννης,
Αντωνία Μποτονάκη,

Κριτική

Αλέξανδρος Αργυρίου, Γιώργος Αράγης, Αλέξης Ζήρας, Ανέστη Ευαγγέλου,
Ηλίας Κεφάλας, Δημήτρης Κόκορης.

 

 

 

ΒΑΦΕΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ, Ενθύμιον, Καστανιώτης, Αθήνα 2004

Κι αν μοιάζει αυτή η μικρή ιστορία λιγάκι μελόδραμα κι
αν ίσως τεθεί το ερώτημα: «Προς τι μια συνηθισμένη ζωή
διεκδικεί χώρο στην Τέχνη;», αναρωτιέμαι: Γιατί να μην το
δικαιούται η συνηθισμένη ζωή της ευγενικής κυρίας Ειρήνης
Καρβώνη που, εκτός των άλλων, κατόρθωσε, χιλιάδες
φορές, να απαντήσει αποτελεσματικά στο αμείλικτο ερώτημα:
«Τι να μαγειρέψουμε σήμερα;»
(«Λίγα στοιχεία από τη συνηθισμένη ζωή
και το τέλος της κυρίας Ειρήνης Καρβώνη»)

    Το Ενθύμιον είναι η τρίτη και πιο ώριμη ποιητική συλλογή του Γιώργου Θεοχάρη (Δεσφίνα Φωκίδας 1951)> ο οποίος ζει και εργάζεται στα Άσπρα Σπίτια της Βοιωτίας και είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Εμβόλιμον. Οι προηγούμενες συλλογές του: Πτωχόν Μετάλλευμα (ΐ990)> Αμειψισπορά (1996). Παρόλο που ο Θεοχάρης εμφανίζεται αργά με συλλογή, ανήκει, λόγω των βιωματικών του καταβολών και των τεχνοτροπικών του χαρακτηριστικών, στη γενιά του 1970 και ειδικότερα στην τάση εκείνη που προσβλέπει στην ελληνική ενδοχώρα και εκφράζεται από ποιητές, όπως ο Μιχάλης Γκανάς κι ο Χρήστος Μπράβος.
     Σε σχέση με τις πρώτες συλλογές η φόρμα στο Ενθύμιον παρουσιάζεται πολύτροπη: έντιτλη ή άτιτλη, ολιγόστιχη ή πολύστιχη, άλλοτε ελεύθερη κι άλλοτε πεζή, κυρίως πεζή. Ο αφηγηματικός χαρακτήρας των πεζόμορφων κειμένων αποτελεί το βασικότερο μορφολογικό γνώρισμα της συλλογής. Το ποίημα τοποθετείται στον χώρο, επώνυμο (Δεσφίνα, Δίστομο, Κωπαΐδα, Αγιόκαμπος) ή ανώνυμο (δωμάτιο, νοσοκομείο, νεκροταφείο, χωριό), και διηγείται μια ιστορία φθοράς ή συνηθέστερα θανάτου με αρχή, μέση και τέλος. Τα συμβάντα είναι υποτυπώδη, αλλά αποτελεσματική η αφήγηση, η οποία χάρη στη λιτότητα της έκφρασης, τη δύναμη της εικόνας και τη λοξή ματιά εξουδετερώνει τον κίνδυνο της πεζολογίας, ιδιαίτερα απειλητικό στα ποιήματα αυτού του είδους. Ενδιαφέροντα είναι και τα περάσματα από τη μια στην άλλη εποχή κι από τη μια στην άλλη, ακριβώς αντίθετη, κατάσταση, όπως λ.χ. συμβαίνει με τον θείο Στέφανο, που από κληρωτός του ’32 δίπλα στο φέρετρο συναδέλφου συντοπίτη γίνεται ο ίδιος κληρωτός του Χάρου το ’94 ή με τη θεία Βασιλική, που από νέα κι όμορφη κοπέλα καταλήγει στα γηρατειά και τον θάνατο. Αξίζει ακόμα να επισημανθούν η ένταξη ενίοτε στο ποίημα στίχων του δημοτικού τραγουδιού και η αξιοποίηση της παραδοσιακής φόρμας αλλά και η ειρωνεία, η οποία επιτυγχάνεται με τη χρήση εκφράσεων από την καθαρεύουσα («Υπέρ πατρίδος») κι από το ξενόγλωσσο λεξιλόγιο της τεχνολογίας («Ταξινόμηση εκδημίας»).
     Από την άποψη της θεματολογίας παρατηρείται στο Ενθύμιον μια μονομέρεια, η οποία αναφέρεται στη μνήμη, τον χρόνο και τον θάνατο, προπάντων τον θάνατο. Ήδη από τους τίτλους της συλλογής και των ενοτήτων της η κυριαρχία της μνήμης φαίνεται αναμφισβήτητη («Περιστατικά της μνήμης», «Μνήμην άειδε…», «Μνημονεύοντας το παρόν»). Οι μνήμες αναφέρονται βέβαια σε στιγμές και συμβάντα της παιδικής ηλικίας του ποιητή και του ευρύτερου κοινωνικού χώρου. Κυρίως όμως συνδέονται με τον θάνατο, έτσι που τα ποιήματα να μοιάζουν με κεράκια μνήμης (σ.30). Τα πρόσωπα, που ήδη έχουν αποδημήσει και φτάνουν στο ποίημα από το παρελθόν είτε απευθείας είτε μέσω φωτογραφιών, συγκροτούν κυριολεκτικά έναν νεκρόδειπνο, μια πινακοθήκη άσημων ανθρώπων της ορεινής Φωκίδας, οικείων πρωτίστως, όπως ο παππούς και η γιαγιά, η μητέρα κι ο πατέρας, ο θείος Στέφανος και η θεία Βασιλική, ενώ η κατεδάφιση του ξενοδοχείου της Δεσφίνας «Η ωραία Κίρφις» συμπαρασύρει στα ερείπια έναν ολόκληρο μικρόκοσμο που είχε εντυπωθεί βαθιά στην παιδική μνήμη του ποιητή.
     Τόσο η θεματική της μνήμης και του θανάτου όσο και στοιχεία τεχνικής όπως η εικονοποιία, η ενσωμάτωση στίχων δημοτικών και η επίδοση στις έμμετρες φόρμες, εύλογα μπορούν να εντάξουν τον Γιώργο Θεοχάρη στην ποιητική της ενδοχώρας, που ακολουθούν δημιουργοί σαν τον Μιχάλη Γκανά και τον Χρήστο Μπράβο κι ακόμα μακρύτερα, τον Εδεσσαίο Μάρκο Μέσκο, ποιητή της προηγούμενης γενιάς. Πολλά τα καλά ποιήματα, ορισμένα μάλιστα εξαιρετικά:

Είχαμε πάει
Είχαμε πάει να πάρουμε κρασί στου Κώστα Τσάπα το σπίτι, στην
άκρη του χωριού. Φεύγοντας ζήτησε να περάσουμε από την Ευγενία.
Του ‘καμα το χατίρι. Άνοιξε τη βαριά σιδερόπορτα. Περάσαμε μέσα.
Χαιρέτησε τον κυρ Βασίλη και τη Θεια-Λεμονιά και το αβάφτιστο
της Πολυξένης. Προχωρήσαμε. «Γεια σου, Βγενούλα», της είπε.
Μου ζήτησε να πιει. Του ‘δωσα την μποτίλια. Ακούμπησε σε
μιαν ακρούλα κι άρχισε ένα τραγούδι σιγανό:

Βγενούλα το παινεύτηκε το Χάρο δε φοβάται
κι ο Χάρος άμα τ’ άκουσε, βαρύ τον κακοφάνη.

«Σήκω», του λέω, «να φύγουμε». Σηκώθηκε. «Αύριο πάλι», της
υποσχέθηκε. Εκείνη αμίλητη, με το βλέμμα καρφωμένο στο
αναπάντητο μας κοίταγε απ’ τη φωτογραφία. 

 

 

 

 

ΠΟΙΗΜΑ Ο ΠΟΘΟΣ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ, Ηδονή και εξουσία,

Μεταίχμιο, Αθήνα 2009

και κάθε άδεια θέση που καθόταν
έμοιαζε με αγκαλιά που απεγνωσμένα αναζητούσε
(«Βακχικό παραλήρημα»)

Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε το 1951 στη Θεσσαλονίκη
και σπούδασε αγγλική φιλολογία. Εξέδωσε ως τώρα οχτώ ποιητικές συλλογές: Ανοικτή γραμμή (1984), Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα (1990), Θείο κορμί (1994)> Μαυλιστικά (1997 -αναδημοσιεύτηκαν σε επόμενες εκδόσεις), Παρακαταθήκη ηδυπάθειας (2000), Ατιθάσευτο ξελόγιασμα (2004), Πεδίο πόθου (2005), και εξουσία (2009).

     Και στη ν τελευταία της συλλογή η Μπακονίκα επιμένει στη μονοκαλλιέργεια του έρωτα. Το σκηνικό τοποθετείται πάντα στη πόλη της Θεσσαλονίκης, ενώ οι ειδικότεροι χώροι στους οποίους συναντώνται οι εραστές είναι το δωμάτιο, οι δρόμοι και οι πλατείες, τα διάφορα στέκια. Τα πρόσωπα που ερωτεύονται ή απλώς ποθούν το ένα το άλλο είναι ανώνυμα, ώριμης συνήθως ηλικίας και συζευγμένα, ενίοτε υψηλού μορφωτικού επιπέδου, και προτιμούν τις εφήμερες σχέσεις. Η γκάμα των αισθημάτων και των συμπεριφορών είναι μεγάλη και αφορά τόσο την αφηγήτρια όσο και τα πρόσωπα της αφήγησης: γοητεία, ναρκισσισμός, πόθος και πάθος, υποταγή και δισταγμοί, πλάγια βλέμματα και χειρονομίες αλλά και προκλητική ευθύτητα, αντιζηλία, εγωισμός, κυνισμός και
τρυφερότητα, εκδίκηση, χωρισμοί, αξιοπρέπεια και μοναξιά, εξοντωτική διαπάλη για την κατάκτηση της υπεροχής και της εξουσίας μέσω της ηδονής, όπως άλλωστε δείχνει κι ο κοινωνιολογικού χαρακτήρα τίτλος της συλλογής.
     Και όλα αυτά με έναν λόγο καθημερινό, αφηγηματικό, κατεξοχήν πεζολογικό, τόσο, που να δίνεται η εντύπωση πως η ενλόγω ποίηση υστερεί σε επεξεργασία, σε μετάπλαση της πρώτης ύλης. Πρόκείται ωστόσο απλώς για εντύπωση, καθώς μια προσεκτικότερη ματιά εντοπίζει στοιχεία που στηρίζουν αποτελεσματικά την ποιητική κατασκευή. Είναι πριν απ’ όλα η σκηνοθεσία. Το ποίημα συγκροτείται γύρω από έναν υποτυπώδη μύθο, μια εικόνα, ένα στιγμιότυπο, που φιλοτεχνούνται με ασήμαντες λεπτομέρειες, οι οποίες όμως καταφέρνουν να τους προσδώσουν παραστατικότητα. Είναι ύστερα η πλάγια αλλά και η ευθεία, θηλυκή πάντως, ματιά στις σχέσεις εραστή-ερωμένης, η επισήμανση και η ανάδειξη μύχιων σκέψεων και πόθων, που δείχνουν μια ξεχωριστή γνώση της ψυχολογίας των δύο φύλων. Είναι τέλος κι ο λόγος, ο χαμηλόφωνος λόγος του πρώτου προσώπου καταρχήν, που υπονοεί, χωρίς να είναι απαραίτητο, την αυτοβιογραφική-βιωματική καταγωγή του θέματος, του δεύτερου κατόπιν, που αφορά τον εραστή, αλλά και του τρίτου, πράγμα που σημαίνει ότι επιδιώκεται μια ορισμένη αποστασιοποίηση, η οποία φαίνεται να μεγαλώνει, όταν εισάγεται στο ποίημα και παίρνει τον λόγο ένα πρόσωπο, συνηθέστατα γυναικείο.
     Αν θέλαμε να αναζητήσουμε τους προγόνους αυτής της ποίησης, δεν θα χρειαζόταν να πάμε μακριά. Η Μπακονίκα βγαίνει από τα σπλάχνα της Διαγωνίου. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι εκεί δημοσιεύει τα πρώτα της ποιήματα (1982), ενώ και οι τρεις πρώτες συλλογές της κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις του περιοδικού. Συνεπώς δεν θα μπορούσε να μη μαθητέψει στην ποίηση του Χριστιανόπουλου και κατ’ επέκταση του Καβάφη. Από τους ποιητές αυτούς φαίνεται να διδάσκεται την εκφραστική διαύγεια και την πεζολογία, τον ρεαλισμό και την ερωτική τόλμη, τη θεατρικότητα ακόμα. Με τέτοιες ισχυρές αναφορές δεν είναι λίγο που η φωνή της καταφέρνει να κρατά τις δικές της αποχρώσεις. Βέβαια, όπως κάθε μονότροπη ποίηση, αντιμετωπίζει κι αυτή τις στενώσεις της. Η ίδια η ποιήτρια γνωρίζει τους κινδύνους τόσο της θεματικής της εμμονής όσο και της μανιέρας της. Πράττει συνεπώς εν πλήρει γνώσει:

Το υπόστρωμα

Με ειρωνεύτηκες για τα ποιήματά μου,
μίλησες απαξιωτικά.

Αν κάτι με προασπίζει και μου δίνει στήριγμα
ενάντια στις ειρωνείες σου, είναι ένα απόσταγμα ζωής,
είναι τα τραγικά βιώματα που έζησα
– δεν εννοώ μόνο τα τραύματα από τον έρωτα.
Με διαμόρφωσαν, είναι το βαθύ μου υπόστρωμα
για την τέχνη.
Η τραγικότητα, η οδύνη τους υποκινούν την έμπνευση,
κατευθύνουν την αισθητική μου.

 

 

ΚΑΙΡΟΣ ΤΟΥ ΘΕΡΙΖΕΙΝ

 ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ, Ελεγείες,

Ίκαρος, Αθήνα 2004

 

Δύσκολα, δύσκολα ξημερώνει.

     Η ελεγεία ως λέξη παράγεται από τον έλεγο, που σήμαινε θρηνητικό άσμα, κι έτσι ονομάστηκε το είδος εκείνο της αρχαιοελληνικής λυρικής ποίησης που αναπτύχθηκε στα τέλη του 7ου προχριστιακού αιώνα και είχε αρχικά μονάχα θρηνητικό χαρακτήρα, ενώ μορφικά αποτελούνταν από στροφές δύο δακτυλικών στίχων, ενός εξάμετρου κι ενός πεντάμετρου. Στις μέρες μας ελεγειακό ενγένει θεωρούμε το ποίημα που διακρίνεται για τον μελαγχολικό χαρακτήρα και την πεσιμιστική του διάθεση αλλά και για τη χαμηλόφωνη έκφραση. Παρόμοια χαρακτηριστικά παρουσιάζει και η καινούρια συλλογή του Μάρκου Μέσκου Ελεγείες (Έδεσσα 1935), ενός ποιητή που εξαρχής είναι σημαδεμένος από τον θάνατο, τόσο τον φυσικό όσο και τον βίαιο του Εμφυλίου (Πριν από το θάνατο, 1958). «Ο Μέσκος», παρατηρεί ο Παντελής Μπουκάλας, «δεν συναριθμήθηκε ποτέ με τους ποιητές που, από βολονταρισμό ή ο,τι άλλο, στρατεύονται με τη ρητορική της αισιοδοξίας. Βαρύς ήταν πάντοτε ο λόγος του και πικρός, και όταν στάθμευε στη φθορά που παράγει ανελλιπώς το σήμερα και όταν ψηλαφούσε μνήμες κοινές αιματηρές, τον εμφύλιο ας πούμε» (εφ. Η Καθημερινή, 6-1-2005).
     Αν κι ο τίτλος παραπέμπει στην τελευταία συλλογή του Καρυωτάκη Ελεγεία και σάτιρες (1927) απουσιάζει ωστόσο η σάτιρα. Έτσι μένει μονάχα το κλίμα της θλίψης, που, καθώς προκαλείται κι από λόγους ιστορικούς, μας φέρνει πιο κοντά στα πληγωμένα ελεγεια του Αναγνωστάκη («Το καινούριο τραγούδι», Εποχές, 1945). Δεν είναι τυχαία άλλωστε η πληθώρα των λέξεων που αποδίδουν αυτήν ακριβώς την ατμόσφαιρα: θάνατος-νεκροί-πεθαίνω, σκοτεινός-σκοτάδι-νύχτα, μαύρο, βροχή. Ποιήματα της μελαγχολίας λοιπόν θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι οι Ελεγείες. Αλλά μονάχα ως εκεί. Γιατί μπορεί ο Μέσκος να κινείται εντός του φθινοπώρου, εντούτοις, καθώς κατάγεται από τις μνήμες των ηττημένων βουνών, δεν αφήνεται να παρασυρθεί στη μεμψιμοιρία και την απελπισία. Ελέγχει πλήρως τις καταστάσεις και ψύχραιμα, με τη σοφία που τον έχουν εξοπλίσει οι κοινωνικοϊστορικές και οι ποιητικές εμπειρίες, καταφέρνει να τις μετουσιώσει σε τέχνη λαμπρή:

Μικρά πουλιά κάτω από τις κόκκινες ομπρέλες των φύλλων
αδιάκοπο το φθινόπωρο μα εκείνα δεν σκιάζονται –
εσύ
απώθησε τα σύννεφα
σκούπισε τον ουρανό.
(«Εσύ»)

Οι Ελεγείες, που μοιράζονται σε τέσσερις κατά βάση ενότητες  («Τα πουλιά», «Διαδρομές», «Ο χορός των αγίων», «Πέντε μερόνυχτα») και χρησιμοποιούν ως μότο ποιημάτων και ενοτήτων
στίχους πρωτότυπους του ποιητή, συνήθεια παλιά, ιδιαίτερα εκτεταμένη στους Χαιρετισμούς (1995)> διακρίνονται για τις απολογιστικές τους διαθέσεις. Είναι και η ηλικία άλλωστε που παίζει τον σημαντικό της ρόλο σε μια τέτοια στροφή. Αυτό σημαίνει πως ο ποιητής βλέπει προς τα πίσω και επαναφέρει εικόνες και μοτίβα του προγενέστερου έργου του, έργου που μας απασχόλησε εκτενέστερα άλλοτε {Ματιές ενόλω, 2003, σσ. 129-149). Σκέψεις θέσεις, αισθήματα υποβάλλονται μέσα από εικόνες του γνωστού ορεινού τοπίου ζωντανές και σαφείς τόσο, που συναρπάζουν τη
φαντασία του αναγνώστη:

Στα νερά στα νερά η γαλήνη
καθώς κλειδώνει ο κύκνος τον ύπνο
με το ράμφος στο πλευρό του.
(«Το τυχαίο»)

Η φύση, με άλλα λόγια, δεν αντιμετωπίζεται ενπροκειμένω περιηγητικά, γιατί ο Μέσκος, ως γνωστόν, δεν είναι επισκέπτης του φυσικού τοπίου. Αντίθετα, το φέρνει μέσα του σαν παρακαταθήκη, είναι ζυμωμένος μαζί του κι αυτός είναι ο λόγος που οι εικόνες του λειτουργούν αποτελεσματικά ως μέσα έκφρασης του ψυχισμού του. Στο ποίημα «Καθ’ οδόν» λ.χ. ο κουρασμένος ποιητής ταυτίζεται τόσο αβίαστα με το αποσταμένο καρτάλι (είδος αετού), που δεν εγείρει την παραμικρή υπόνοια πόζας στον αναγνώστη:

Έστω
καρτάλι κουρασμένο με την οσμή στο ράμφος
το στασίδι του αναζητώντας
λίγο πριν σκοτεινιάσει.

Επιπλέον η φύση, δεμένη με τον γενέθλιο τόπο, είναι και μνήμη ανθρώπων άσημων, που χάθηκαν σαν έντομα κυρίως για μια ιδέα. Αν κι ο Μέσκος δεν ξεχνά ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή
ειρηνικά, εντούτοις θυμάται επίμονα εκείνους που άφησαν τα κόκαλά τους στα βουνά για το όραμα μιας άλλης συγκρότησης του κόσμου. Και είναι γι’ αυτό προπάντων που το φόντο της ενλόγω
ποίησης συνιστά ο καιρός της βροχής:

Τι χρόνια τι εποχές! Ήταν γνωστό κι εσύ το ‘ξερες
έβρεχε ασταμάτητα στον κόσμο.
(«Τα σκυλιά»)

     Πρόκειται για άντρες και γυναίκες που ο ποιητής μνημονεύει, ως συνήθως, με τα μικρά χαϊδευτικά τους ονόματα. Τόσο οικείους τους αισθάνεται. Χαρακτηριστική είναι η συσσώρευση είκοσι έξι
τέτοιων ονομάτων στο ποίημα που προαναφέρθηκε, το οποίο συνιστά ένα άλλο νεκρόδειπνο τύπου Σινόπουλου. Η συσσώρευση γενικότερα ονομάτων όχι μονάχα ανθρώπων αλλά και πουλιών,
δέντρων ή ζώων αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της τεχνικής του Μέσκου («Μπουγάζι», «Χιόνι», «Πέντε μερόνυχτα, III»),
     Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο της συλλογής αποτελεί η υποχώρηση της πίστης στην ίδια την ποίηση ή μάλλον η ανάδειξη αυτής της ολιγοπιστίας σε πρώτο πλάνο. Όσο κι αν η τέχνη είναι ψεύδος -και οι ποιητές το ξέρουν καλά αυτό, ανάμεσά τους κι ο Μέσκος (βλ. «Χαιρετισμοί» της ομώνυμης συλλογής)-, είναι ωστόσο ένα ψεύδος ζωτικό, που δίνει νόημα στην ύπαρξή τους. Εδώ φαίνεται να υποχωρεί αυτή η αντίληψη και να προβάλλεται σε περίοπτη θέση ο σκεπτικισμός, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη στάση εκφράζεται μέσω της ίδιας της ποίησης. Στη σκέψη αυτήν τουλάχιστον μας ωθεί η πρόταξη, ως μότο της συλλογής, στίχων που υποβιβάζουν τη γραφή σε απλό μουντζούρωμα χαρτιών, ανίκανο να σπάσει τη μοναξιά του ποιητή:

Μόνος
ακυρωμένος
χαρτιά μουτζουρώνεις
σε ποια γλώσσα λοιπόν
μια χούφτα στάρι
φρέσκο μικρό φεγγάρι
λιθάρι των ονείρων
στην αδιάκοπη νύχτα.

     Έτσι η μόνη φωτεινή νότα που απομένει εντέλει σ’ αυτήν την ποίηση του σούρουπου προέρχεται από τον έρωτα. Τον έρωτα των εφήβων πρώτα, που δε βλέπουν τίποτα γύρω τους παρά μονάχα τα μάτια τους, καταργώντας έτσι την ανυπαρξία, κι αυτόν του ίδιου του ποιητή ύστερα, που, αν και παράκαιρος, ομολογείται ωστόσο στην αγαπημένη («Ομολογία παράκαιρου»).
     Άξια παρατήρησης είναι και μια ιδιαίτερη όψη των σχέσεων του ποιητή με τις λέξεις αλλά κι ο διάλογος του με τους ομότεχνους. Ο Μέσκος, όπως αλλού, έτσι κι εδώ ανασύρει από το παρελθόν
λέξεις και ονόματα που ξεχάσαμε ή δε θέλουμε να θυμόμαστε όπως βιτούλια (κατσικάκια/αρνάκια ενός χρόνου), χαμούτια (χαλινάρια)> καρτάλι, αράμης (κλέφτης), Ντίνκος, Γκίτος, Τάσκος,
Ίτσιος, Πέτριτσκο, αλλά και δε διστάζει να δημιουργήσει καινούργιες όπαως πικραχρόνια και κακοφθινόπωρο, αν είναι να εκφραστεί ακριβέστερα. Ακόμα, πέρα από τις εισαγωγικές αναφορές αυτού του κειμένου στον τίτλο της συλλογής αλλά και τις αφιερώσεις στον Κλείτο [Κύρου] («Σε πρώτο πρόσωπο») και στον Μάριο [Μαρκίδη] («Ο έγκλειστος»), υπάρχουν και ορισμένοι υπαινιγμοί, περισσότερο ή λιγότερο σαφείς, σε στίχους ποιητών που ο Μέσκος φαίνεται να προσέχει εντατικότερα. Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις του Μανόλη Αναγνωστάκη (οι πρώτοι στίχοι από τις Ελεγείες),
Καλώς κακώς πέρασε η ζωή• τι κέρδη τι ζημίες καταπώς
λέει ο προηγούμενος τι χάρηκα και τι δεν
(«Σε πρώτο πρόσωπο»)

Το θέμα είναι τώρα τι λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

Το θέμα είναι τώρα τι λες.

(άτιτλο, Ο στόχος, 1971)

του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου

Κι άπραγος σαν ήλιος απογευματινός στον τοίχο
(«Αρχές του μήνα…»)

Κι ο ήλιος σα λυπημένη Κυριακή κοντά στα Κάστρα
(«Σταθμός Λιτοχώρου», Ο δύσκολος θάνατος, 1978)

και του Μιχάλη Γκανά, ο οποίος μαθήτεψε επιτυχώς στη «χερσαία
και ορεσίβια ποιητική» του Μέσκου, όπως την αποκαλεί ο ίδιος στον πρόλογο της μεταθανάτιας συλλογής του Χρήστου Μπράβου
Μετά τα μυθικά (1996),

Είμαστε όλοι ένας χορός όσοι απομείναμε κι όσοι νεκροί.
(άτιτλο, σ. 43)

είσαστε η πατρίδα μας κι εμείς ξενιτεμένοι
(Παραλογή, 1993, σ. 27)

     Ο Μέσκος, που, όπως λέει κι ο Γιώργος Μπλάνας, «κατέχει μια απόλυτα διακριτή αν και όχι αρκετά αναγνωρισμένη ή εξερευνημένη περιοχή» στο πλαίσιο της δεύτερης γενιάς του μεταπολέμου (εφ. Η Κυριακάτικη Αυγή-Αναγνώσεις, 12-6-2005), ξέρει να καθαρίζει την εικόνα και να φιλτράρει τον λόγο ακόμα κι εκεί που αυτός είναι περιγραφικός και αφηγηματικός, όπως στα ποιήματα των «Διαδρομών». Ξέρει να αντλεί από το εφήμερο το διαχρονικό, το μόνιμο από το προσωρινό, από το σώμα το αίμα. Η ροή του λόγου του, αβίαστη και λαγαρή, ανακόπτεται ενίοτε -παλιά
συνήθεια κι αυτή- από ερωτήματα αναπάντεχα, ένα είδος εμποδίων να χει το νου του ο αναγνώστης από τη μια κι από την άλλη να δηλώνεται η αβεβαιότητα του ποιητή για πράγματα που δεν επιδέχονται εύκολες απαντήσεις. Και βέβαια πάντα αξιοποιούνται ποικίλα προτασιακά σχήματα, ρηματικά και μη, ασύνδετης εκφοράς, σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί ο ρυθμός και να αποδοθεί αποτελεσματικότερα η ένταση της εικόνας και του αισθήματος:

Ξεχασμένος ο γρύλος
άσπρες πεταλούδες στα πέταλα των λουλουδιών
γυρίζει ο καιρός πρώτες ψιχάλες
χειμωνιασε.

(«Ακόμα»)

Θα κατεβάσει χιόνι χαμηλά θα κάνει κρύο
κλειστός καιρός ομίχλες σέρνουν στις πλαγιές τη θλίψη
η παγωνιά και η λοξή βροχή σύννεφα στάχτης•

(«Χιόνι») 

 

 

ΕΙΚΟΝΕΣ ΒΑΘΟΥΣ

ΑΡΕΤΗ ΓΚΑΝΙΔΟΥ, Ορυκτό φως,

Μελάνι, Αθήνα 2011

Φτιάχνω εικόνες να με χωράνε
Καταμεσής στον κάμπο κι ωστόσο απόμερα
Σμιλεύω την ορυκτή φωνή μου (σ. 47)

     Το Ορυκτό φως είναι η πρώτη ποιητική συλλογή της Αρετής Γκανίδου. Πρώτη αλλά καθόλου πρωτόλεια, μια κι αυτό που τη διακρίνει στο σύνολο της είναι η ωριμότητα τόσο της σκέψης όσο και της έκφρασης.
     Η Αρετή Γκανίδου γεννήθηκε το 1960 στα Τρίκαλα του Ν. Ημαθίας, καταμεσής στον κάμπο κι ωστόσο απόμερα, όπως γράφει η ίδια, αλλά οι πρόγονοι της ήρθαν το 1924 από τη Βάρνα της Ανατολικής Ρωμυλίας. Σπούδασε στο Τμήμα Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κι από το 1986 εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
     Με όλη τη σχετικότητα που έχουν τα πράγματα στον ελλειπτικό και υπαινικτικό λόγο της ποίησης θα μπορούσαμε να πούμε πως οι θεματικοί χώροι της συλλογής είναι κατά βάση τρεις. Ο πρώτος είναι η δύναμη και η χαρά της ζωής.
     Το ποιητικό υποκείμενο δίνεται εξαρχής στη ζωή με όλο του το πάθος, υπερβαίνοντας την αμαρτία και την αγιότητα, συμβάσεις που συνθλίβουν την αθωότητα του βίου. Έχει μάλιστα τόση πίστη
στη ζωή, ώστε ακόμα και μέσα στην καταθλιπτική κατάνυξη ενός κελιού ή στη βασανισμένη ζωή μιας γυναίκας να βλέπει την ομορφιά, την πένθιμη, έστω, στη μια περίπτωση, τη μάταιη στην άλλη. Τις διαθέσεις αυτές έρχεται να εκφράσει μια αντίστοιχη φυσική εικονοποιία, στην οποία δεσπόζει το καλοκαίρι, εποχή που προσφέρεται στην κίνηση και το σκόρπισμα. Έτσι το φως, τα χρώματα, τα πουλιά και τα άνθη, η ομορφιά της φύσης ενγένει δεν αφήνουν πολλά περιθώρια στην καταχνιά και τη νύχτα. Το πρωτόκτιστο κάλλος και η ζωντάνια της φύσης εξουδετερώνουν τη λύπη και απαλύνουν τον πόνο, ενώ πλημμυρίζουν το ποιητικό υποκείμενο με χυμούς ευφορίας, έτσι που να μπορεί να αρδεύει τα άνυδρα τοπία του ψεύδους. Σε ένα τέτοιο κλίμα θα περίμενε κανείς να κάνει έντονη την παρουσία του κι ο έρωτας. Ωστόσο αυτό δε συμβαίνει. Στις λίγες φορές όμως που εμφανίζεται, ως ανάμνηση πάντα, αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη ψυχραιμία, πράγμα που σημαίνει πως η απώλεια δεν προσλαμβάνεται διόλου ως τραγωδία, έστω κι αν πρόκειται για το μεγάλο πάθος που έσβησε. Μάλιστα τότε το ίδιο ακριβώς το πέρασμά του όχι μόνο δε διεκτραγωδείται, αλλά θεωρείται κι ευτύχημα.
Μια τέτοια στάση ζωής δε φαίνεται άσχετη με τα ισχυρά θετικά βιώματα της παιδικής ηλικίας. Το ποιητικό υποκείμενο επιστρέφει κάθε τόσο, είναι αλήθεια, στα παιδικά του χρόνια. Στη μνήμη του
αναδύεται η οξεία οσμή του δεντρολίβανου και μαζί ο παππούς και η γιαγιά, η γιαγιά προπάντων, με τη ζεστή αγάπη και τις πλεξούδες του γκρίζου, κι ακόμα, τα κυριακάτικα τραπέζια του καλοκαιριού κάτω από τη μουριά, οι γιορταστικές παραδόσεις με τα χριστόψωμα και τα φλουριά αλλά και τα παραμύθια με τους δράκους και τις νεράιδες. Η θητεία κοντά στους ζωντανούς ανιδιοτελείς ανθρώπους της λάσπης και της πέτρας ενδυναμώνει το ποιητικό υποκείμενο και του επιτρέπει να περάσει αλώβητο τις δύσκολες στιγμές της ζωής του.
Ο δεύτερος θεματικός χώρος είναι της θλίψης, της θλίψης προκαλείται είτε από τα γεγονότα της Ιστορίας, μικρής και μεγάλης, είτε από τον θάνατο. Η μεγάλη Ιστορία εδώ δεν αξιοποιείται στα ηρωικά της μεγέθη, εφόσον αυτό που βλέπουμε είναι απλώς οι πολύ δυσάρεστες επιπτώσεις της στους ανθρώπους της βιοπάλης: μετοικήσεις από τις πατρογονικές εστίες της Ρωμυλίας και της Μικρασίας, αγώνες κι αγωνίες, ώσπου να χτιστεί η καινούρια ζωή, βιασμοί και εκτελέσεις γυναικών στα Βαλκάνια. Περισσότερο αναδεικνύεται η ιδιωτική, προσωπική, ιστορία ηλικιωμένων κυρίως ανθρώπων, οικείων και μη, που σημάδεψαν τόσο βαθιά τον ψυχισμό της ποιήτριας, ώστε μοιάζει να βγαίνουν από τα ίδια της τα σπλάχνα. Πρόκειται για τις μικρές περιπέτειες αντρών και γυναικών, που, άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο, πέρασαν από την αγάπη, τα βάσανα και τον θάνατο προσφιλών προσώπων κι έμειναν στο τέλος μόνοι. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ορισμένες γυναικείες μορφές, οι οποίες, αστραφτερές σαν λεπίδες, υπερβαίνουν τη μοίρα της καθήλωσης και φτάνουν στο ύψος της αξιοπρέπειας. Εξαιρετική είναι η περίπτωση της οριακής ασθένειας, η οποία εμφανίζεται στα ποιήματα της ενότητας «Φιλοξενία». Η δοκιμασία τσακίζει το ποιητικό υποκείμενο μέσα στο καλοκαίρι και φέρνει τον χειμώνα. Όμως η απειλή του θανάτου δεν αντιμετωπίζεται με τρόμο. Αντίθετα, η ποιήτρια, πατώντας και πάλι στις μνήμες των προγόνων, που υποδέχονταν τον θάνατο σαν κάτι φυσικό στη ζωή τους, τον προσεγγίζει σταδιακά και, συνειδητοποιώντας τη φθαρτή φύση της, καταφέρνει τελικά να συνυπάρξει μαζί του.
Ο τρίτος και τελευταίος θεματικός χώρος έχει να κάνει με την ίδια την τέχνη της ποίησης. Η ποίηση γεννιέται από τον πόνο, αλλά είναι μαγεία και φως, εξαίσιο θαύμα. Μπορεί να πορεύεται
μέσα στο μαύρο της ζωής και του θανάτου, αλλά ξέρει να βρίσκει το στημόνι και να υφαίνει όρθρους φωτεινούς σε σκοτεινά τοπία. Μπορεί ακόμα να συνεπαίρνει τον αναγνώστη με την τόλμη και τα
ωραία της ψεύδη αλλά και να κλέβει από τον καιρό στιγμές αθανασίας. Τέλος η ποίηση ξεκουράζει, θεραπεύει και στηρίζει τον άνθρωπο στην προσπάθειά του να ξαναδεί την αυγή των πραγμάτων και να διασώσει την ομορφιά του μέσα στην ασχήμια του κόσμου. Η θεματολογία όμως αποτελεί τη μια όψη των ποιημάτων, γιατί υπάρχει και η τεχνική, σημαντικότερη σε τελευταία ανάλυση, αφού
αυτή συνιστά την κύρια διαφορά του είδους.
     Από την άποψη της φόρμας καταρχήν τα ποιήματα είναι μοίρασμένα σε πεζόμορφα και ελευθερόστιχα, με υπέρτερα τα δεύτερα, αν μάλιστα παρθεί υπόψη και η μετεξέλιξη των πεζόμορφων ποιημάτων, από ένα σημείο και πέρα, σε ελευθερόστιχα. Με τη μια ή την άλλη μορφή πάντως τα κείμενα έχουν την τάση να εντάσσονται σε ενότητες. Στην ενότητα «Ορυκτά» έξι ποιήματα φέρουν τον τίτλο «Γυναίκα 1η», «Γυναίκα 2η» κτλ., που συνοδεύεται από παρένθετους προσδιορισμούς (τρίτης ηλικίας, Νεαρή, Χωρική, Βαλκάνια, Επιούσια, Αδελφή της Φόνισσας), κι άλλα τέσσερα τον τίτλο «Αντρας 1ος», «Αντρας 2ος» κτλ., με ανάλογους επίσης προσδιορισμούς (τρίτης ηλικίας, Πρόσφυγας πρώτης γενιάς, Δημιουργός, Επιούσιος), ενώ σε ιδιαίτερη υποενότητα και κάτω από τον τίτλο επίσης «Ορυκτά» συγκεντρώνονται τέσσερα ποιήματα, που φέρουν λατινική αρίθμηση. Δύο ακόμα ενότητες, «Φιλοξενία» και «Η μικρή μου βδομάδα», περιλαμβάνουν αντίστοιχα έξι και εφτά ποιήματα, που τιτλοφορούνται κι αυτά με λατινικά νούμερα. Αντίθετα, όσα ποιήματα δε χώρεσαν σε καμιά από τις προηγούμενες ταξινομήσεις στεγάστηκαν απλώς κάτω από τον εύγλωττο τίτλο «Αδέσποτα». Αυτή η τάση ομαδοποίησης των κειμένων δείχνει προφανώς πως η ποιήτρια συνηθίζει να δουλεύει σε ευρείες θεματικές περιοχές, οι οποίες είναι αδύνατο να καλυφθούν από ένα ποίημα κι έτσι προκύπτουν τα ποιήματα-θραύσματα, μέρη ενός ευρύτερου όλου, ενώ η εμμονή στη χρήση του επιθέτου «ορυκτός» σε τίτλους συλλογής και ενοτήτων αλλά και σε στίχους υποδηλώνει τη μέσα γη του ποιητικού υποκειμένου, από όπου αντλείται η δραματική ύλη.
     Τα ποιήματα που ξεκινούν ως πεζόμορφα, δεκάξι ενόλω, και καταλήγουν ως ελευθερόστιχα, όπως ήδη επισημάνθηκε, αποτελούν λίγο πολύ προσωπογραφίες-ψυχογραφίες αντρών και γυναικών, περίπου μικρές ιστορίες, κάποτε και τραγωδίες, οι οποίες δεν μπορεί παρά να οργανώνονται σκηνοθετικά. Αυτός ο τρόπος απαιτεί λεπτομέρειες του περιβάλλοντος, μια στοιχειώδη περιγραφή πρώτα, ώστε να οριοθετηθεί ο χώρος, εντός του οποίου θα εμφανιστούν τα πρόσωπα και θα εκτυλιχθούν τα δρώμενα, και μια αφήγηση ύστερα, υποτυπώδη επίσης. Στις περιπτώσεις αυτές η ένταση και η πύκνωση του λόγου βρίσκονται σε ύφεση, ενισχύονται όμως βαθμηδόν όσο το κείμενο βαίνει προς το τέλος κι ο λόγος γίνεται λυρικότερος και δραματικότερος. Αυτή ίσως είναι και η αιτία που το ποίημα από πεζό μετεξελίσσεται σε ελευθερόστιχο.
     Ένα άλλο χαρακτηριστικό, γνωστό κι από το βαθύ παρελθόν, συνιστά η συμμετοχή της φύσης στις χαρές και τις λύπες των ανθρώπων. Καθώς η παρουσία του στεριανού κυρίως τοπίου και λιγότερο του θαλασσινού αποτελεί βασικό στοιχείο αυτής της ποίησης, είναι εύλογο διαθέσεις και αισθήματα να απηχούνται στις εικόνες της φύσης, αποχτώντας συγκεκριμένη υπόσταση, ιδιαίτερα ελκυστική και προσιτή στον αναγνώστη. Έτσι, αν η ευφορία πλημμυρίζει το ποιητικό υποκείμενο, τότε η φύση χαίρεται και οι εικόνες της λάμπουν. Αν όμως πρόκειται για πόνο, τότε συμπεριφέρεται αντιφατικά. Άλλοτε συμπάσχει κι άλλοτε δείχνει ανυποψίαστη ή και αδιάφορη, αν όχι αναίσθητη, όπως λ.χ. στο ποίημα «Γυναίκα 4η (Βαλκάνια)».
Η αντίθεση γενικότερα αξιοποιείται συχνά ως δομικό στοιχείο των κειμένων. Οι αντιθέσεις που στηρίζουν την κατασκευή του ποιήματος ενόλω ή ενμέρει ποικίλλουν: γείωση και ανάταση, χαρά
και λύπη, ομορφιά κι ασχήμια, λόγος και σιωπή, φως και σκοτάδι.Χαρακτηριστικό από την άποψη αυτήν είναι το ποίημα «Καλόγερος», που χτίζεται ολόκληρο στη βάση μιας πολύσημης αντίθεσης. Μέσα στο σκοτεινό κελί η υποβολή και η κατάνυξη, η πένθιμη ομορφιά που συμπαρασύρει στην πίστη, κι έξω ο ήλιος, ο δρόμος και τα αρώματα, η ζωή πέρα από τις θρησκευτικές συμβάσεις.
     Τέλος σημαντική πλευρά της ενλόγω ποιητικής αποτελεί ο ρομαντικός τρόπος θεώρησης του κόσμου. Ο ρομαντισμός συνιστάται στη νοσταλγική και βαθιά ουμανιστική ματιά της ποιήτριας, η οποία επιμένει να εξιδανικεύει το παρελθόν και να βλέπει την ομορφιά μέσα στη βαρβαρότητα, αλλά και στη λυρική, αν και πλεοναστική ενίοτε, χρήση μιας πληθώρας επιθέτων, που έρχεται να αναδείξει τις λεπτές και ποικίλες αποχρώσεις των πραγμάτων. Από την άλλη, όταν η περίσταση το απαιτεί, κι αυτό συμβαίνει κατεξοχήν στα κείμενα που τίθεται το ζήτημα του θανάτου, ο στίχος απεκδύεται κάθε ρομαντισμό και κάθε επιθετικό πλεονασμό. Όσο πιο απειλητικό προβάλλει το βίωμα της δοκιμασίας τόσο πιο πολύ γυμνώνεται και πυκνώνει ο λόγος. Κι αυτές είναι επίσης από τις πιο ευτυχείς στιγμές της συγκεκριμένης ποίησης, οι οποίες δε θα μπορούσαν βέβαια να κατακτηθούν, αν ο αυτοέλεγχος δεν ήταν τόσο ισχυρός, ώστε να εξουδετερώνει κάθε στοιχείο μελοδραματισμού:
II

Πότε σκαρφάλωσα σε κείνη την πανύψηλη αναρριχώμενη
αρρώστια;
Και ρίχτηκα
απ’ τον ίλιγγο βαθιά μες στον Ιούλη;
Μου κόπηκε η ανάσα
κι ως να σταθώ σε μια γωνίτσα σώμα
κτισμένο με αειθαλή φιλιά
χειμώνιασε.

(από την ενότητα «Φιλοξενία»)

 

 

ΠΕΖΑ

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΒΟΛΤΑ
ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Η κάτω βόλτα, Διηγήματα, Ιανός, Θεσσαλονίκη 2004

Η έκτη έκδοση των διηγημάτων του Ντίνου Χριστιανόπουλου (Θεσσαλονίκη 1931) Η κάτω βόλτα περιλαμβάνει δεκατρία κείμενα, ένα παραπάνω από την προηγούμενη του 1991 μια και πρόσθεσε δύο καινούρια και αφαίρεσε ένα. Η συνήθεια αυτή του ιδρυτή της Διαγωνίου να αφαιρεί και να προσθέτει κείμενα αλλά και να τα επεξεργάζεται, είτε για ποιητικές συλλογές πρόκειται είτε για συλλογές πεζών, είναι γνωστή από παλιά (1952). Ενδεχομένως να αποτελεί ένα ζήτημα κατά πόσο το κλίμα της δεκαετίας του ’50 και του ‘6ο, που διέκρινε την Κάτω βόλτα του 1963* μπορεί να βρει τη συνέχειά του σε ένα βάθος πενήντα χρόνων (1955-2003), όταν μάλιστα η συλλογή αυτή, η οποία αποτελούσε το πεζογραφικό ισοδύναμο της Εποχής των ισχνών αγελάδων (195ο) εκτιμήθηκε ως ιδιάζουσας σημασίας, καθώς έφερνε τον ρεαλισμό
και τον κατατρεγμένο έρωτα στην πεζογραφία της Θεσσαλονίκης, ενώ άσκησε και έντονες επιδράσεις σε μια σειρά νεότερους πεζογράφους και πέρα από τη Θεσσαλονίκη. Ας δούμε όμως τα πράγματα από πιο κοντά.
     1. Η πρώτη έκδοση της Κάτω βόλτας (1963) περιλαμβάνει έξι διηγήματα: «Το φροντιστήριο», «Χαλασμένο στομάχι», «Ο κ. Γαρύφαλλος», «Αγαπημένη Ναταλία», «Διακοπές στην Αθήνα», «Ο χιλιαστής». Η δεύτερη (1971) αποκλείει ένα διήγημα («Το φροντιστήριο»), αλλάζει τίτλο σε άλλο ένα («Αγαπημένη Ναταλία» «Ο χαρχάλες»), προσθέτει έξι καινούρια και μοιράζει τα έντεκα πια διηγήματα της σε τρεις ενότητες: «Η κάτω βόλτα» («Χαλασμένο στομάχι», <<Ο κ. Γαρύφαλλος», «Οι χαρχάλες», «Διακοπές στην Αθήνα>>, «Καθαρός ουρανός» («Ο χιλιαστής», «Ο Χίλιος», «Ο Φώτης»), «Πλονζόν» («Η καπετάνισσα», «Το αναρριχητικό»,
«Συμβουλές σ’ έναν νέο ποιητή», «Βίοι παράλληλοι»). Στην τρίτη έκδοση και συγκεκριμένα στην τρίτη ενότητα (1977) προστίθεται το διήγημα «Καθηγητής θρησκευτικών» κι έτσι τα κείμενα γίνονται δώδεκα, ενώ η τέταρτη έκδοση (1980) αλλάζει απλώς προς το αιχμηρότερο τον τίτλο ενός διηγήματος («Συμβουλές σ’ ένα νέο κουμάσι»), το οποίο, ως γνωστόν, παρωδεί το έργο του Ρίλκε Γράμματα σ έναν νέο ποιητή (1929). Η πέμπτη έκδοση (1991) -συνέκδοση, για την ακρίβεια, με τα μικρά πεζά Οι ρεμπέτες τον ντουνιά (1986)- δεν αλλάζει τίποτα σε σχέση με την προηγούμενη. Η έκτη όμως (2004) ανασυνθέτει την τρίτη ενότητα, αποκλείοντας ένα διήγημα («Συμβουλές σ’ ένα νέο κουμάσι») και προσθέτοντας δύο καινούρια, «Οι Γότθοι στη Θεσσαλονίκη» και «Επίτιμος διδάκτωρ», στις δύο ενότητες που δημιουργεί, «Ιστορικά πρόσωπα» και «Πνευματική ζωή», με δύο και τέσσερα διηγήματα αντίστοιχα. Η διάκριση των ενοτήτων τέλος γίνεται με κριτήρια θεματικά. Η πρώτη θίγει το ζήτημα του αποκλίνοντος ερωτισμού, που δε βρίσκει τρόπο να ευτυχήσει, η δεύτερη αναφέρεται σε παιδιά λαϊκών στρωμάτων, που κάνουν τη στρατιωτική τους θητεία, και οι άλλες δύο, όπως ρητά ομολογούν, σε πρόσωπα της Ιστορίας και σε πνευματικούς ανθρώπους.
     2. Η αφήγηση προτιμά τους πιο στρωτούς δρόμους του παλαιότερου ρεαλισμού, δρόμους που αποφεύγουν τις ανατροπές της χρονικής αλληλουχίας των γεγονότων και τα συνειρμικά περάσματα, όπως συμβαίνει άλλωστε και στις λαϊκές αφηγήσεις, οι οποίες δεν αφήνουν αδιάφορο τον Χριστιανόπουλο. Έτσι η αφήγηση, η οποία αποδίδει ένα περιστατικό, περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό, ή σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός επώνυμου ή άσημου ανθρώπου, αρχίζει από ένα σημείο και συνεχίζει ευθύγραμμα την πορεία της ως το τέλος, αξιοποιώντας και την κλασική επίσης τεχνική του διαλόγου, ενίοτε εκτεταμένα. Αυτός είναι ο λόγος που ο ίδιος ο συγγραφέας αποκαλεί τα διηγήματά του παραδοσιακά, ενώ και οι κριτικοί αντιδιαστέλλουν τη συντηρητική γραφή διηγημάτων από τη νεωτερική των ποιημάτων. Έχω τη γνώμη πως η ευθύγραμμη αφήγηση του Χριστιανόπουλου οφείλεται στη προφορική της προέλευση αλλά και στη σκοπιμότητα της αναγνωστικής πρόσληψης. Όπως ο προφορικός λόγος, προπάντων στη λαϊκή του εκδοχή, δε σηκώνει τις αναδρομές, γιατί δημιουργούνται συγχύσεις στους ακροατές, έτσι κι ο γραπτός, που θέλει να αποτελεί απείκασμά του, τις αποφεύγει, όταν μάλιστα ο συγγραφέας ενδιαφέρεται πρωτίστως να μεταφέρει μια ιστορία από το δικό του κεφάλι στο κεφάλι του αναγνώστη. Οι αφηγητές από την άλλη φαίνεται να ποικίλλουν. Άλλοτε βρίσκονται εντός της ιστορίας και μιλούν σε πρώτο πρόσωπο (8) κι άλλοτε εκτός και μιλούν σε τρίτο (5). Από τις οχτώ περιπτώσεις πάλι που συμμετέχουν στα δρώμενα στις εφτά αναλαμβάνουν ρόλους παρατηρητή ή μάρτυρα και μονάχα σε μία πρωταγωνιστικό. Όποια οπτική όμως κι αν επιλέγεται, είναι προφανές πως πίσω της κρύβεται ή
προσπαθεί να κρυφτεί το ίδιο πρόσωπο, που δεν είναι άλλο από αυτό του συγγραφέα, γεγονός που πιστοποιείται τόσο από τη θεματική των διηγημάτων όσο κι από συγκεκριμένες κειμενικές ενδείξεις.
     3. Οι θεματικοί πυρήνες σε τίτλους: η αγωνία του ερωτικά ανορθόδοξου να κρύψει την ιδιοτυπία ή να κορέσει την πείνα του αλλά και η μεγαλοψυχία του χορτασμένου• η ερωτική βουλιμία της γυναίκας• η πίστη σε ιδέες και η εγκληματικότητα της εξουσίας• η ενοχή για την αδιαφορία στον πόνο του άλλου• η τέχνη και το μεράκι άφθαρτων λαϊκών ανθρώπων• η αποκαθήλωση ιστορικών προσώπων και η άκρατη φιλοδοξία πνευματικών ανθρώπων• το βίωμα στην τέχνη• ο αντικομφορμισμός και η άρνηση των τιμών. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με συγκεκριμένες κειμενικές ενδείξεις, όπως αναφορές στα ρεμπέτικα και τα κατηχητικά, στην ποίηση και τις σπουδές, στην πόλη της Θεσσαλονίκης και την επώνυμη ταύτηση αφηγητή-συγγραφέα, αποκαλύπτουν τον βιωματικό έως αυτογραφικό χαρακτήρα των αφηγήσεων. Ο Χριστιανόπουλος συνηθίζει να μιλάει εξομολογητικά και απροκάλυπτα περισσότερο από κάθε άλλον για πράγματα που τον χάραξαν κι όχι που φαντάστηκε και συνεπώς το να πούμε πως είναι βιωματικός συγγραφέας αποτελεί κοινό τόπο εδώ και χρόνια, όπως κοινό τόπο αποτελεί στις μέρες μας και η άποψη ότι η ειλικρίνεια από μόνη της δε λύνει υο πρόβλημα της αισθητικής, αν και για ορισμένους συγγραφείς φαίνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τότε μονάχα μπορούν να είναι πειστικότεροι.
     4. Περισσότερο θετικοί παρά αρνητικοί οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων που ενσαρκώνουν τις βασικές ιδέες, αντανακλούν τις ηθικές αρχές με βάση τις οποίες αντιμετωπίζει τα πράγματα ο συγγραφέας. Διακριτοί αλλά αποκρουστικοί είναι ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος καταρχήν της ιστορικής αφήγησης «Οι Γότθοι στη Θεσσαλονίκη», ο οποίος προστάζει την ομαδική σφαγή των Θεσσαλονικέων στο Ιπποδρόμιο, και ύστερα ο επίδοξος λογοτέχνης Αντρέας Αγοραστός, διαφανές προσωπείο γνωστού πεζογράφου, που κολακεύει και περιπαίζει τους πάντες, προκειμένου να φτάσει στην ανάδειξη [«Το αναρριχητικό» – «Το τσογλάνι» στη Διαγώνιο ι (Ιανουάριος-Μάρτιος 1965)]. Μοναδική είναι η γκροτέσκα απεικόνιση της άπληστης ερωτικά καπετάνισσας, η οποία μοιράζεται με τις κόρες τους άντρες τους, για να πληρώσει στο τέλος με ην ίδια της τη ζωή («Η καπετάνισσα»). Από τους πιο ενδιαφέροντες και συμπαθητικούς ήρωες είναι αυτοί που βιώνουν εναγώνια το πρόβλημα του ιδιότυπου ερωτισμού, μια κι αυτό είναι δύσκολο να ομολογηθεί και να επιλυθεί, με αποτέλεσμα να καταρρακώνουν συνήθως την αξιοπρέπειά τους και να βυθίζονται στη μοναξιά («Χαλασμένο στομάχι», «Οιχαρχάλες», «Διακοπές στην Αθήνα», «Ο κ. Γαρύφαλλος»). Ο μόνος ανάμεσά τους που φτάνει σε μια ευτυχή ερωτική σχέση είναι ο ώριμος κ. Γαρύφαλλος, ο οποίος γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο βρίσκει και τη δύναμη να φανεί μεγαλόψυχος. Έτσι, αντί να εκδικηθεί τον νεαρό που τον χρεοκόπησε και τον εγκατέλειψε, αποκαλύπτοντας το ποιόν του, μιλάει καλύτερα λόγια γι’ αυτόν, σε αντιστάθμισμα των ευτυχισμένων ημερών που έζησε μαζί του. Ασυνήθιστο τύπο συνιστά και ο θεολόγος κ. Τιμόθεος για την μποέμικη ζωή του, την κάθε άλλο παρά αρμόζουσα στις νόρμες της θρησκείας («Καθηγητής θρησκευτικών»), ενώ ηθικό μεγαλείο διακρίνει τον εξαίρετο, αν και ασπούδαχτο, διευθυντή της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης Νικόλαο Δελιαλή, που αδιαφορεί πλήρως, όπως ένα παιδί, για την πρόταση αναγόρευσής του σε διδάκτορα («Επίτιμος διδάκτωρ»). Χαρακτηριστικά αλλά ριζικά διάφορα μεταξύ τους, καθώς μάλιστα παραστατικότατα αντιπαρατίθενται στο παρελθόν και το παρόν, είναι τα πορτρέτα δύο συγγραφέων, του ματαιόδοξου Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή και του ανυποψίαστου Μακρυγιάννη, από τους οποίους στις μέρες μας επιβιώνει ο δεύτερος, γιατί με την τέχνη του εξέφρασε την αλήθεια και μόνον της δικής του ζωής («Βίοι παράλληλοι»). Ενδιαφέροντα ακόμα τόσο για την τέχνη και το μεράκι όσο και για την καθαρότητα της λαϊκής τους ψυχής είναι τα πορτρέτα δύο στρατιωτών, ενός καραγκιοζοπαίκτη κι ενός μάγειρα («Ο Χίλιος», «Ο Φώτης»), ενώ ένα τρίτο, του αιρετικού στρατιώτη («Ο χιλιαστής»), δε συνιστά απλώς ένα εξαιρετικό και τολμηρό στον καιρό του διήγημα, αλλά δείχνει και περισσότερο από κάθε άλλο τη διεύρυνση και το βάθεμα της κοινωνικής ματιάς του Χριστιανόπουλου, η οποία επισημάνθηκε άλλωστε και στην ποίησή του («Ο αλλήθωρος 1949-1970», Ποιήματα, 42004).
     Ένα λαϊκό παιδί από το Αγρίνιο υφίσταται τα πάνδεινα ως άλλος μάρτυρας από την ιεραρχία του στρατεύματος, την οποία συντρέχει και η Ορθοδοξία, γιατί, πιστό στο δόγμα του, αρνείται να πάρει όπλο. Από τη μια οι ταπεινώσεις του σώματος και οι πιέσεις της εκκλησίας κι από την άλλη το μεγαλείο της αντίστασης ενός επαρχιωτόπουλου, που προκαλεί τον θαυμασμό όχι μονάχα του αφηγητή και των στρατιωτών αλλά και του θεολόγου του τάγματος, κι ας μην ασπάζονται την πίστη του. Η περίπτωση, όντας συγκεκριμένη, καταφέρνει, χάρη στην πραγμάτευση της, να καταστεί αντιπροσωπευτική και να εκφράσει έτσι κάθε άνθρωπο που βασανίζεται ή και δολοφονείται για τις ιδέες του. Αξιοσημείωτη είναι από την άποψη αυτήν η απόληξη του διηγήματος, η οποία θέτει το ζήτημα της κοινωνικής ενοχής, όπως πρόσεξε ήδη ένα μέρος της κριτικής. Μια βραδιά που οι φαντάροι ακούνε και παίζουν μουσική κι ο αφηγητής απαγγέλλει ένα ποίημα του Μιχαήλ Άγγελου για την ανθρώπινη ομορφιά φτάνουν στ’ αυτιά τους κάποια στιγμή οι κραυγές του βασανιζόμενου αντιρρησία συνείδησης. Τότε η σύναξη διαλύεται και ο αφηγητής αισθάνεται τύψεις:

Και τι τρομερό, ένας άνθρωπος να κραυγάζει από πόνο μες στη
νύχτα, την ώρα που εμείς ξένοιαστοι επιδιδόμασταν σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις… Σταμάτησα ταραγμένος το ποίημα, κι ένας ένας αρχίσαμε να φεύγουμε με σκυμμένο κεφάλι, έφυγα κι εγώ χωρίς να καληνυχτίσω κανέναν. Με φαρμάκωνε η σκέψη πως, ενώ χιλιάδες
μάρτυρες σάπιζαν στις φυλακές και τα απομονωτήρια, εγώ εξακολουθούσα ακόμη να είμαι δοσμένος στην ομορφιά και τα ποιήματα,
(σ. 6ο)

Όπως ακριβώς σκέφτεται και το ποιητικό υποκείμενο στο ποίημα του Χριστιανόπουλου «Η αγκίδα», που γράφτηκε το 1966, τρία χρόνια μετά τον «Χιλιαστή», με τη διαφορά ότι εδώ τον θρησκευτικό αγωνιστή αντικαθιστά ο αγωνιστής της Αριστεράς, ενώ την ομορφιά και τα ποιήματα ο έρωτας:

Το βράδυ που σκοτώσαν τον Λαμπράκη,
γυρνούσα από ένα ραντεβού.
«Τι έγινε;» ρώτησε κάποιος στο λεωφορείο.
Κανείς δεν ήξερε. Είδαμε χωροφύλακες
μα δε διακρίναμε τίποτε άλλο.

Πέρασαν τρία χρόνια. Ξανακύλησα
στην ίδια αδιαφορία για τα πολιτικά.
Όμως το βράδυ εκείνο με ενοχλεί
σα μια ανεπαίσθητη αγκίδα που δε βγαίνει:
άλλοι να πέφτουν χτυπημένοι για ιδανικά,
άλλοι να οργιάζουν με τα τρίκυκλα,
κι εγώ ανέμελος να τρέχω σε τσαΐρια.

(«Ο αλλήθωρος 1949-1970», ό.π.)

5. Η γλωσσική έκφραση είναι καλά δουλεμένη, απλή και σαφής μπολιασμένη με φράσεις και λέξεις λαϊκές, ιδιωματικές αλλά και της αργκό, με αποτέλεσμα να καθίσταται εμβληματική. Οι προτάσεις, μικρές συνήθως, δεν αποφεύγουν να μακραίνουν, όταν η ένταση του ρυθμού το επιβάλει, ενώ με σύντομες ερωτοαπαντήσεις αποδίδονται και οι διάλογοι, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα ζωντανοί. Η εκφραστική ωμότητα, στην οποία καταφεύγει η ποίηση του Χριστιανόπουλου, για να αποδώσει τον κυνισμό των σχέσεων εραστή-ερωμένου, εδώ απουσιάζει, μια και οι ανάγκες της ρεαλιστικής αφήγησης επέβαλλαν φαίνεται έναν διακριτικότερο τρόπο προσέγγισης αυτών των σχέσεων. Δε λείπει ωστόσο το χιούμορ και η ειρωνεία, ακόμα και η σάτιρα, η οποία αγγίζει τα όρια του σαρκασμού, όταν η απόσταση ανάμεσα στις ηθικές αξίες του αφηγητή και του ήρωα γίνεται αγεφύρωτη.
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος δε φιλοδοξεί να πρωτοτυπήσει στην Κάτω βόλτα αλλά να μιλήσει απλά και σταράτα, με όρους πεζογραφικούς και μόνον, αυτός ένας ποιητής, για τον δικό του νταλκά και για τους αχάλαστους λαϊκούς ανθρώπους αλλά και για τους άλλους, τους αριβίστες και τους ματαιόδοξους, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πέρασαν από τη ζωή του. Αυτή είναι
η δύναμη και η αδυναμία της τέχνης του, η επίμονη κίνηση στους δρόμους του σώματος. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν παύει να είναι ένας απολαυστικός αφηγητής, γιατί ξέρει σε τελευταία ανάλυση και τον λόγο να χειρίζεται αριστοτεχνικά και τη βαθύτερη ουσία να εντοπίζει ακόμα και σε περιστατικά που εκ πρώτης όψεως φαντάζουν ασήμαντα. 

 

 

ΧΡΩΜΑ ΧΩΜΑ ΣΩΜΑ ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΧΑΣ,

Μετείκασμα Μεταίσθημα. Ασκήσεις
επί αμμοδόχου. Πεδίον οσφρήσεως, Εξάντας, Αθήνα 1994

Αν η πεζογραφία, ύστερα από την εμφάνιση της μεταμυθοπλασίας στα τέλη της δεκαετίας του 1960, κινείται σήμερα στον άξονα παραδοσιακό-νεωτερικό-μεταμοντέρνο, τότε ο Κώστας Λαχάς, που από το Κάτω Θεοδωράκι του Κιλκίς (1936) φτάνει πολύ γρήγορα στη Θεσσαλονίκη, είναι πεζογράφος νεωτερικός. Δεν είναι παραδοσιακός, γιατί ανατρέπει τις συμβάσεις της παλαιάς πεζογραφίας τόσο στο επίπεδο του μύθου όσο και στο επίπεδο των αφηγηματικών τρόπων. Δεν είναι και μεταμοντέρνος, στον βαθμό που δεν αμφισβητεί τις αναπαραστατικές δυνατότητες της αφήγησης και «δεν μεταθέτει το κέντρο του ενδιαφέροντος από τη συνείδηση στη γραφή, αντικαθιστώντας τις περίπλοκες υφολογικές επιτηδεύσεις του μοντερνισμού με ωμές δηλώσεις και απροκάλυπτες ενδοκειμενικές παρεμβολές σχετικά με τη σχέση της μυθοπλασίας και της πραγματικότητας» (Δημήτρης Τζιόβας, Μετά την αισθητική, 1987» ο. 290). Η νεωτερικότητα, που για τη νεοελληνική πεζογραφία εμφανίζεται στη Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του 1930 με τους πεζογράφους των Μακεδονικών Ημερών (1932-1939)
ενώ για τον Κώστα Λαχά κοντά στο 1960 με το μυθιστόρημα του Γιάννη Σκαρίμπα Το σόλο τον Φίγκαρω (1938), όπως δηλώνει ο ίδιος [περ. Εντευκτήριο 28-29 (Φθινόπωρο-Χειμώνας 1994) 146], και με το νέο γαλλικό μυθιστόρημα (nouveau roman), διακρίνει και τις τρεις εκδόσεις που κάνει ο ολιγογράφος συγγραφέας της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς και εξαίρετος ζωγράφος: Πεδίον οσφρήσεως (1964Χ Μετείκασμα Μεταίσθημα (1986), Ασκήσεις επί αμμοδόχου (1994)• Η πρώτη έκδοση περιλαμβάνει οχτώ πεζογραφήματα, η δεύτερη ένα μόνο εκτεταμένο κείμενο, που με όρους
παραδοσιακούς θα θεωρούνταν νουβέλα, ενώ η τρίτη επανέρχεται, αλλά τυπικά, στη δομή της πρώτης, καθώς τεμαχίζει τον ένα ουσιαστικά λόγο της σε εφτά μέρη. Και τα τρία έργα συνεκδίδονται τώρα από τον Εξάντα με μια ανατροπή της χρονολογικής τάξης των κειμένων.
Οι δύο από τους τρεις τίτλους συναρτώνται με δύο βασικά χαρακτηριστικά της γραφής του Λαχά. Ο ένας, Πεδίον οσφρήσεως, ειδοποιεί έγκαιρα για την εμβέλεια του συγγραφικού ενδιαφέροντος, όπως παρατηρεί ο Πρόδρομος Μάρκογλου:

Καθώς η όσφρηση είναι η αίσθηση με την μικρότερη εμβέλεια, ο τίτλος καθορίζει με ακρίβεια τα όρια του προς διερεύνηση και καταγραφή χώρου.
[περ. Η Παρέμβαση 79-80 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1994) 4]

Ο άλλος πάλι, Μετείκασμα Μεταίσθημα, σχετίζεται με την εικονογραφική, κινηματογραφική για την ακρίβεια, αντίληψη που διέπει τον λόγο του συγγραφέα, μια και Μετείκασμα, που το μεταφράζει αμέσως το δεύτερο ουσιαστικό του τίτλου Μεταίσθημα, είναι, κατά τα λεξικά, το οπτικό αίσθημα που εξακολουθεί να παραμένει στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού επί ένα δέκατο περίπου του δευτερολέπτου μετά την παύση του εξωτερικού ερεθίσματος. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με αισθήσεις, πράγμα που δείχνει τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας προσλαμβάνει τα
πράγματα και τον κόσμο. Ο τρίτος τίτλος, Ασκήσεις επί αμμοδόχου, υποδηλώνει τον αναπαραστατικό χαρακτήρα της γραφής όπως ρητά επισημαίνει η ίδια η αφήγηση:

λέω να οργανώσω ένα προσκλητήριο νεκρών (εχθρών και φίλων)
όπως αυτές οι συναντήσεις των μαθητών μετά είκοσι πέντε χρόνια,
αναπαριστάνοντας όλα τα επεισόδια της ζωής λεπτομερώς, ως ένα
είδος άσκησης επί αμμοδόχου, (σ. 112)

Μπαίνοντας στην ενδοχώρα των κειμένων διαπιστώνει καταρχήν κανείς τον πρωτοπρόσωπο χαρακτήρα της αφήγησης. Βέβαια αυτό δεν είναι κάτι καινούριο σήμερα, στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως ο αφηγητής δεν αναλαμβάνει ρόλους και δεν απασχολεί τον αναγνώστη ως πρόσωπο, καθώς φροντίζει να κρύβεται στη σκιά. Ακριβέστερα, πίσω από μια κάμερα. Η θέση αυτή του του επιτρέπει να βλέπει τη λεπτομέρεια του τοπίου, του προσώπου ή του γεγονότος με μεγάλη ψυχραιμία, «δήθεν αμέτοχος», όπως εύστοχα παρατηρεί ο αφηγητής στο πεζογράφημα «Το άλσος της μιας νυκτός» (Ασκήσεις επί αμμοδόχου, σσ. 89-9ο).
Ήδη από το Πεδίον οσφρήσεως γίνεται εμφανής η εικονογραφική αντίληψη του συγγραφικού λόγου, ενώ ορισμένες στιγμές της αφήγησης είναι ιδιαίτερα εύγλωττες. Το πρώτο πεζογράφημα, «Εις μνήμην», ανοίγει με ένα πλάνο ακινησίας:

Η φωτογραφία του εκλιπόντος σε πλαίσιο έκτακτης λειτουργικής
τέχνης πάνω σε σκούρο καφέ, σχεδόν μαύρο τραπέζι. Αγριολούλουδα,επίτηδες αγριολούλουδα, με δυσφορία στολίζουν γυάλινο

ανθοδοχείο (σ. 197)•

Το δεύτερο, «Μαρτίου 8 του έτους 1959»> μοιράζεται ενγένει σε σκηνές-πλάνα, που επιγράφονται στην αρχή των παραγράφων:
«Στο θάλαμο», «Προς την πύλη εξόδου», «Στην πλατεία Αθανάτων, δίπλα στη γέφυρα», «Προς το γήπεδο». Δε λείπουν όμως και οι ευθείες αναφορές στην κινηματογραφική πρακτική, όπως συμβαίνει στο πεζογράφημα «Η σκιά» της ίδιας συλλογής, κάτι πολύ λογικό, αν σκεφτούμε ότι ο πεζογράφος εργάστηκε για ένα διάστημα και ως ηθοποιός:

Σκεφτόμουνα πως είναι ωραίο να κινηματογραφήσει κανείς αυτά
τα σχοινιά με τα καλάθια, έτσι που, όπως τώρα με τις εφημερίδες
ανεβοκατεβαίνουν πολλά μαζί. […] Μπορούσα να στήσω τη μηχανή
λήψεως σε μικρή γωνία εν σχέσει προς την πρόσοψη του κτιρίου
και μαζί με τα καλάθια «να ‘παιρνα» και τα μπαλκόνια από κάτω μεριά.

Φιλμ άσπρο-μαύρο

[…] τώρα βρίσκω ενδιαφέρον το θέμα σε μια ταινία μικρού μήκους
με τίτλο: ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ή ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ, (σ. 229)

Αυτή η αντιμετώπιση της αφήγησης, που στα κείμενα της πρώτης συλλογής θυμίζει συχνά σενάριο, από το Μετείκασμα Μεταίσθημα και πέρα αξιοποιείται ουσιαστικότερα, με αποτέλεσμα να μεταπλάθεται πληρέστερα η εμπειρία και το βίωμα σε αυτόνομο πεζογραφικό λόγο.
     Σε όλα τα κείμενα της πρώτης συλλογής δεν υπάρχει μύθος, δεν υπάρχει αρχή, μέση και τέλος και βέβαια δεν υπάρχουν πρόσωπα, τουλάχιστον σαν κι αυτά που μας είναι γνωστά από την παραδοσιακή πεζογραφία. Υπάρχουν μόνο αποσπάσματα προσώπων, τοπίων και καταστάσεων, που είναι ιδωμένα κυρίως απέξω. Ακόμα, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση συχνά διανθίζεται με αποστροφές στο δεύτερο πρόσωπο, ενώ ο λόγος είναι γενικά μικροπερίοδος. Αυτά τα χαρακτηριστικά, μετεξελιγμένα στον έναν ή τον άλλο βαθμό, διαπιστώνονται και στο Μετείκασμα Μεταίσθημα, που απέχει από το Πεδίον οσφρήσεως είκοσι χρόνια, και στις Ασκήσεις επί άμμοδόχου, που απέχουν τριάντα. Εξαίρεση αποτελεί η ολοκληρωτική κατάργηση της τελείας και συνεπώς του μικροπερίοδου λόγου, εξέλιξη που είχε διαφανεί με τη μεγάλη περίοδο των σελίδων 236-237 του πεζογραφήματος «Πεδίον οσφρήσεως» της ομώνυμης συλλογής. Το Μετείκασμα Μεταίσθημα, κείμενο κατεξοχήν μοντερνιστικό δίχως ενδιάμεσες στάσεις και μύθο που να συνέχει πρόσωπα, δίχως μια τελεία ούτε καν εκεί που τελειώνει, συνεχίζει να αναπτύσσει συστηματικότερα την προηγούμενη λογική της απρόσωπης κάμερας, η οποία καταγράφει πάλι όψεις μιας ταπεινής και δύσκολης ζωής, αλλά τις τέμνει βαθύτερα. Το νέο στοιχείο εδώ είναι η πλήρης παράδοση της αφήγησης στους ψυχολογικούς συνειρμούς, οι οποίοι, κατά τον τρόπο του Πεντζίκη, επιτρέπουν τα απροσδόκητα περάσματα από το ένα επίπεδο στο άλλο και τη διαμόρφωση ενός λόγου-ποταμού, που συνεπαίρνει τα πάντα στο
διάβα του, δίχως χρονική σειρά και τάξη. Αυτός ο λόγος καταφεύγει συχνά στη χρήση των εκτεταμένων παρομοιώσεων, οι οποίες συνιστούν έναν τρόπο συνειρμικής ανέλιξης της αφήγησης, ενώ δε διαχωρίζει το σημαντικό από το ασήμαντο ούτε το ιστορικό- αντικειμενικό από το προσωπικό-υποκειμενικό, καθώς ο αφηγητής σκόπιμα αποσύρεται από το προσκήνιο, ώστε να πρωταγωνιστήσουν τα ίδια τα πράγματα.
     Ανάλογα γνωρίσματα παρουσιάζει και η τελευταία συλλογή Ασκήσεις επί αμμοδόχου. Η μόνη διαφοροποίηση έγκειται στο γεγονός ότι εδώ ο λόγος-ποταμός τεμαχίζεται σε εφτά τίτλους, με αποτέλεσμα στο τέλος και μόνον των τεσσάρων πρώτων πεζογραφημάτων να παρεισφρέει η τελεία και να διακόπτεται η αφηγηματική συνέχεια. Τα υπόλοιπα τρία πεζογραφήματα, όπως και το Μετείκασμα Μεταίσθημα άλλωστε, τελειώνουν με κόμμα, πράγμα που δίνει την εντύπωση ότι η ζωή συνεχίζεται και τίποτα δεν ολοκληρώθηκε.
     Στο σύνολο του το πεζογραφικό έργο του Κώστα Λαχά αναφέρεται σε μνήμες και βιώματα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας αλλά και των κατοπινών χρόνων, της στρατιωτικής θητείας και της επαγγελματικής ζωής, ενώ δεν απουσιάζει και η ιστορικότητα της εποχής. Αυτό δε σημαίνει πως κυριαρχεί η μονοτονία και η ατονία του παρελθοντικού χρόνου, μια και η αφήγηση δεν είναι διόλου ευθύγραμμη και μονολιθική. Αντίθετα, καθώς η τελευταία είναι κατεξοχήν πολύτροπη, συχνά και σύμφωνη με τα διδάγματα του εσωτερικού μονολόγου, επιτρέπει τη διαρκή παλινδρόμηση ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν με τρόπο αναπάντεχο γι’ αυτό ανοίκειο. Πολλές φορές είναι η ένταση του παρόντος μεταφέρει και την αφήγηση στο ίδιο χρονικό επίπεδο. Ο λόγος αστικός κατά βάση, μπολιάζεται με δόσεις λόγιες, έτσι που να είναι σε θέση, υπονομεύοντας τις συμβάσεις, να προβάλει αυτό που αποτελεί την ουσία της πεζογραφικής αλλά και της εικαστικής αγωνίας του συγγραφέα-ζωγράφου: Χρώμα Χώμα Σώμα. Ο τόπος πάλι που υποδέχεται τις μνήμες και τα βιώματα είναι ο άξονας Κιλκίς-Θεσσαλονίκη, λιγότερο η Χαλκίδα, ο τόπος της στρατιωτικής θητείας και της γνωριμίας με τον Σκαρίμπα, κι ακόμα πιο λίγο άλλα σημεία του μακεδονικού χώρου.
Τα κείμενα των βιβλίων Πεδίον οσφρήσεως, Μετείκασμα Μεταίσθημα και Ασκήσεις επί αμμοδόχου μεταποιούν σε λόγο την εικονογραφική αντίληψη του συγγραφέα και θα μπορούσαν να καταλήξουν σε μια στατικότητα νατουραλιστικής υφής, αλλά χάρη στην ικανή αφηγηματική διαμεσολάβηση αποκτούν έναν δυναμισμό, ο οποίος μεταπλάθει αποτελεσματικά σε πεζογραφική δημιουργία το Χρώμα, το Χώμα και το Σώμα, που τόσο επίμονα
απασχολούν και τον ζωγράφο Λαχά. 

 

ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΠΡΙΝ ΤΟΥΦΕΚΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ,
Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, Διηγήματα,
Νεφέλη, Αθήνα 2008

     Ο ποιητής της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς Τόλης Νικηφόρου (Θεσσαλονίκη 1938) δεν είναι χθεσινός στην πεζογραφία. Γράφει εδώ και χρόνια, από το 1971 για την ακρίβεια, διηγήματα (.Αλμπατζάλ ή πώς βούλωσα τα μεγάφωνα, 1971, Εγνατία οδός, 1973» Ονειροπολών εγκλήματα, 1976, Τα μάτια τον πάνθηρα, 1996, Νόστος, 2000), παραμύθια για μεγάλους (Ενα παραμύθι για όλους, 1984, Νόσιλκα, 1989, Σοτοσαπόλ ο χρυσοθήρας, 1996) και μυθιστορήματα (Η γοητεία των δεντερολέπτων, 2001, Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα, 2005, Η εξαίσια ηδονή τον βιασμού, 2006). Ο δρόμος για την Ουρανούπολη είναι για την ώρα η έκτη σειρά διηγημάτων. Η συλλογή περιλαμβάνει δώδεκα κείμενα, τα οποία αναφέρονται σε συμβάντα που επιβεβαιώνονται από την εμπειρική πραγματικότητα του συγγραφέα. Είναι, με άλλα λόγια, κείμενα αυτοβιογραφικά.
     Ο τίτλος της συλλογής, και τίτλος του δεύτερου διηγήματος, αφορμάται από την πραγματικότητα, μια εκδρομή στην Ουρανούπολη της Χαλκιδικής, για να καταλήξει σε ένα επίπεδο μεταφυσικού χαρακτήρα. Η πρώτη αναφορά στην Ουρανούπολη, στη συνδήλωση μάλιστα μιας απροσδιόριστης ουτοπίας, γίνεται στο εισαγωγικό κείμενο της συλλογής «Η φωτιά με τα θλιμμένα μάτια», όταν ο αφηγητής περιγράφει τις επιδιώξεις του συγγραφέα και του αναγνώστη εντός των κειμένων: 

Ζητούν απάντηση σε κείνο που δεν έχει απάντηση. Τώρα που δεν
υπάρχει δρόμος, πού είναι ο δρόμος; Ποιος είναι ο δρόμος για την
Ουρανούπολη; (σ. 16)

Επανειλημμένες αναφορές της Ουρανούπολης γίνονται στο ομώνυμο διήγημα, όλες ρεαλιστικές εκτός από την τελευταία. Ο ιδεολόγος και ζωγράφος Λουκάς, που μεταφέρει με μεγάλη προθυμία τη συντροφιά του αφηγητή από τη Θεσσαλονίκη στην Ουρανούπολη, φεύγει ένα βράδυ «όλως προώρως και αιφνιδίως, για δική του Ουρανούπολη», τη «χώρα όπου όλοι οι ωραίοι πίνακες είναι αναρτημένοι από την αρχή του κόσμου» (σ. 23), χώρα δηλαδή πέρα από τον θάνατο, ανύπαρκτη, σαν αυτήν που ο Νικηφόρου επαναφέρει συχνά στη δεύτερη περίοδο της ποίησής του. Η τελευταία αναφορά γίνεται στο ακροτελεύτιο κείμενο της συλλογής. Μιλώντας ο αφηγητής για τους μακρινούς του προγόνους από την Ανατολική Ρωμυλία και τη Μικρά Ασία, που ποτέ δε γνώρισε, θα πει πως αυτοί «κυλούν στις φλέβες του και δίνουν φως στα μάτια του», πως συνιστούν τη «δική του Ουρανούπολη, μια χώρα μυστική και δίχως μονοπάτι» (σ. 100).Έτσι παρουσιάζεται στα πρόσφατα διηγήματα του Νικηφόρου η Ουρανούπολη, η οποία, παρά τη γειτνίασή της με το Άγιο Όρος, δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τη φιλοσοφία του.
     Ο βασικός χώρος των συμβάντων είναι η γενέθλια πόλη του συγγραφέα, η Θεσσαλονίκη, η οποία κάποτε δηλώνεται ρητά, αλλά συνηθέστερα υποδηλώνεται συνεκδοχικά: Βαρδάρης, οδός Δωδεκανήσου, Φράγκων, Ολύμπου, Πλατεία Δικαστηρίων, Εγνατία, Αριστοτέλους, Τσιμισκή, Λευκός Πύργος, Τούμπα. Πρόκειται για χώρους στους οποίους μεγάλωσε, κινήθηκε επαγγελματικά και έδρασε πολιτιστικά ο Τόλης Νικηφόρου. Συχνά πάλι για λόγους επαγγελματικούς και πολιτιστικούς, ενίοτε και αναψυχής το πεδίο διευρύνεται είτε προς το εσωτερικό της χώρας (Ουρανούπολη και Αφυτος Χαλκιδικής, Σέρβια Κοζάνης) είτε προς το εξωτερικό (Φιλιππούπολη και Πλόβντιβ Βουλγαρίας, Μικρασία, Τομπρούκ Λιβύης). Και στις περιπτώσεις αυτές όμως η Θεσσαλονίκη αποτελεί τόσο το σημείο εκκίνησης όσο και επιστροφής. Ο ιστορικός χρόνος των συμβάντων από την άλλη εκτείνεται από τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια ως τη στιγμή της συγγραφής. Οι υπερβάσεις των ορίων αυτών είναι σπάνιες, με χαρακτηριστικότερη εκείνη του πεζογραφήματος «Η Ανεξάρτητη Μεραρχία» το οποίο ανάγεται κατά βάση στην εποχή της Μικρασιατικής καταστροφής και στη δεκαετία του 1940, η οποία συμπίπτει με την παιδική ηλικία του πεζογράφου.
     Τη δραματική ύλη των κειμένων αποτελούν προσωπικές κυρίας εμπειρίες του συγγραφέα. Οι εμπειρίες αυτές αντλούνται από την οικογενειακή του ζωή, την επαγγελματική, τη συγγραφική, τη δράση του ως ποιητή και πνευματικού ανθρώπου γενικότερα και εντελώς εξαιρετικά από την Ιστορία: ένα πρωινό στο σπίτι με τον μικρό γιο, συντροφιά με μια γάτα κι έναν σκύλο στην Αφυτο, διακοπές στην Ουρανούπολη, μελέτες για την οργάνωση επιχειρήσεων ιδιωτικού και δημόσιου χαρακτήρα, επιλογή προσωπικού, η κρατούσα κοινωνική αντίληψη περί ευφυΐας και βλακείας, σχέση συγγραφέα-αναγνώστη, αναγνώσεις ποιημάτων στα Σέρβια και τη Φιλιππούπολη, πολιτιστικές δραστηριότητες στη Θεσσαλονίκη της μεταπολίτευσης γύρω από τη Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Βορείου Ελλάδος και την Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση (ΠΑΠΟΚ), η δράση της Ανεξάρτητης Μεραρχίας στη Μικρασιατική εκστρατεία.
     Με τον εμπειρικό χαρακτήρα του υλικού συναρτώνται και τα πρόσωπα. Ο ίδιος ο αφηγητής καταρχήν είναι ανώνυμος, εκτός από μία ουσιαστικά περίπτωση, στην οποία ακούγεται λαθραία τρεις απανωτές φορές το μικρό του όνομα, που τον ταυτίζει με τον συγγραφέα. Και για ποιο λόγο άλλωστε να είναι επώνυμος, αφού εξιστορεί δικές του εμπειρίες και ξέρει πως τον γνωρίζουμε; Αλλά και ως προς την ονοματοθεσία των άλλων ηρώων παρατηρείται μια ιδιαιτερότητα. Επειδή πρόκειται για εμπειρικά συμβάντα, η αφήγηση είναι υποχρεωμένη για ευνόητους λόγους να μην αποκαλύψει την ταυτότητα των προσώπων. Αυτό το επιτυγχάνεται ενγένει ονομάζοντας τους ήρωες με τις επαγγελματικές τους συνήθως ιδιότητες, αν είναι μακρινοί ή αντιμετωπίζονται απαξιωτικά από την αφήγηση, ή με τα μικρά τους απλώς ονόματα σε περίπτωση που είναι οικείοι και θετικοί: άνθρωποι της οικογένειας και της γειτονιάς, φίλοι και συνάδελφοι της ιδεολογίας και της εργασίας, συνεργάτες στη Λέσχη Γραμμάτων και την ΠΑΠΟΚ, αλλά και λογοτέχνες, τους οποίους μπορούμε να αναγνωρίσουμε από συμφραζόμενες δραστηριότητες.
     Σε όλα τα κείμενα ο αφηγητής βρίσκεται εντός της ιστορίας μιλάει σε πρώτο ενικό πρόσωπο, καμιά φορά και σε πρώτο πληθυντικό. Ανεξάρτητα από το αν κρατάει πρώτους ή δεύτερους ρόλους ως δρων πρόσωπο, η συμμετοχή του είναι αποφασιστικής σημασίας. Τα πάντα καθορίζονται από τη δική του στάση, σκέψη, οπτική, αυτός είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού και βέβαια, χωρίς να ξύσουμε καν το δέρμα του, μπορούμε να δούμε στο πρόσωπο του τον συγγραφέα Νικηφόρου. Ο Νικηφόρου είναι που γράφει και απαγγέλλει ποίηση, συμμετέχει σε δραστηριότητες καλλιτεχνικού χαρακτήρα, εργάζεται σε εταιρεία μελετών ως σύμβουλος επιχειρήσεων, κινείται άνετα στους χώρους της Θεσσαλονίκης ως βέρος Θεσσαλονικιός, έχει έναν Νίκο και μια Σοφία στο σπίτι και ονομάζεται Τόλης.
     Από την άποψη της ιδεολογίας ο αφηγητής αρχικά έχει όνειρα κι ελπίδες για έναν κόσμο καλύτερο κι αυτό ανάγεται στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Σε μια δεύτερη φάση όμως, λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘8ο, όλα αρχίζουν να φθίνουν, ώσπου έρχεται η ανατροπή των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης και η αναδίπλωση των σοσιαλιστικών ιδεών. Το τέλος των ψευδαισθήσεων ωστόσο δε σημαίνει και προσχώρηση στον εχθρό ή παράδοση στο κακό. Το ίζημα της ηθικότητας παραμένει, ενισχυμένο μάλιστα από τη σοφία της απώλειας. Αυτήν την αισιοδοξία
του απελπισμένου εκφράζουν καίρια οι στίχοι του ποιητή της γενιάς του ’30 Ζήση Οικονόμου, τους οποίους άλλωστε επικαλείται και ο αφηγητής: Ας κρατήσουμε το πόστο το στερνό, / σαν από πριν τουφεκισμένοι στρατιώτες («Επευφημίες και χειροκροτήματα»,σ.35). Με άλλα λόγια, ο αφηγητής παραμένει ένας άνθρωπος με βαθιά συνείδηση του κοινωνικού χρέους, ευαίσθητος απέναντι στους ανθρώπους της ανάγκης και τους έντιμους, άτεγκτος όμως απέναντι στους ανέντιμους και τους καταχραστές της όποιας εξουσίας, καθώς και σε αντιλήψεις κοινωνικές που επιβραβεύουν
αναξιότητες.
     Κατά τ’ άλλα επιτελεί τις αφηγηματικές λειτουργίες της αναπαράστασης πρωτίστως και του σχολιασμού δευτερευόντως με μεγάλη άνεση. Ξέρει να αρχίζει την ιστορία από οποιοδήποτε σημείο της, να ελέγχει την πληροφορία και να την αποκαλύπτει με λειτουργικές αναδρομές, να προτρέχει και πάλι να επιστρέφει, να επαναλαμβάνει μοτίβα που ανοίγουν και κλείνουν το κείμενο.
Ξέρει να παρατηρεί, να ανατέμνει πρόσωπα και πράγματα, να συσχετίζει και να κρίνει, να κατανοεί, να ερμηνεύει, να αστειεύεται και να ειρωνεύεται, να θυμώνει, να εξομολογείται. Βέβαια δεν τα ξέρει όλα. Σαν άνθρωπος κάνει λάθη και δεν μπορεί πάντα να βλέπει το ουσιώδες, αλλά τουλάχιστον, όταν οι συνθήκες αλλάζουν και το υπαινίσσονται, έχει την οξύνοια να το εντοπίσει και τη σοφία να το αποδεχθεί.
     «Γνήσιο παιδί της ασφάλτου» ο Νικηφόρου («Η θέα απ’ την εξέδρα», σ. 26), χρησιμοποιεί μια γλώσσα αστική, η οποία ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις της ιστορίας και της αφήγησης. Ο λόγος του ρέει ομαλά και αβίαστα, είναι διαυγής, ακριβής, ουσιαστικός και διακρίνεται για την έντασή του. Παράλληλα η γλώσσα μπολιάζεται με δόσεις λυρισμού, αρμονικά ενταγμένες στην πεζογραφική ροή του λόγου, και προπάντων με χιούμορ και
ειρωνεία, ειρωνεία άλλοτε διακριτική κι άλλοτε αιχμηρή. Εκτεταμένα αξιοποιείται η τελευταία στη δεύτερή της εκδοχή, που ενίοτε μάλιστα αγγίζει τα όρια του σαρκασμού, σε δύο διηγήματα, «Ευρύτερος του Δημοσίου» και «Δείκτης νοημοσύνης».
Τελειώνω αντιγράφοντας:

Ο συγγραφέας πιστεύει ότι έχει χρέος να εκφράσει όλα όσα μπορεί,
όλα όσα προλαβαίνει. Χωρίς κανένα δισταγμό και πέρα από κάθε
ιδιοτέλεια. Με ποιήματα, με διηγήματα και μυθιστορήματα, με παραμύθια,
με κάθε μορφή λόγου. Κι αυτά που καταθέτει τώρα εδώ
δεν είναι παρά θραύσματα ενός συνολικού κειμένου. Μιλάει η ψυχή
του για την ψυχή του.

(«Η φωτιά με τα θλιμμένα μάτια», σ. 14)

Αυτός ο συγγραφέας είναι ο Τόλης Νικηφόρου κι αυτός είναι Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, ο δικός του δρόμος.

 

 

Η ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ,

Βγήκε ένας ήλιος χλωμός, Διηγήματα,
Ταξιδευτής, Αθήνα 2012

Ποιήτρια εδώ και χρόνια η Κούλα Αδαλόγλου, με πέντε συλλογές στο ενεργητικό της (Βέροια 1953), κάνει τώρα την πρώτη της εμφάνιση στην πεζογραφία με την έκδοση διηγημάτων Βγήκε ένας ήλιος χλωμός. Πρόκειται για εξέλιξη μάλλον αναμενόμενη για όποιον έβλεπε την αναλυτικότητα και μια προϊούσα αφηγηματικότητα στην ποίησή της. Αν εξαιρέσει κανείς το σύντομο «Εισαγωγικό» και το επίσης σύντομο «Επιλογικό» κείμενο, που σηματοδοτούν τα όρια της συλλογής, απομένουν δεκατρία διηγήματα, τα οποία κινούνται ανάμεσα στις 4 με 7 σελίδες τα έξι, τις 9 με 12 τα τρία και τις 2ο με 25 τα τέσσερα. Επιμερίζω τις σκέψεις μου σε τέσσερις άξονες.
     1. Θεματικοί πυρήνες. Οι παιδικές μνήμες από το γενέθλιο σπίτι, η καταπίεση του παιδιού από την οικογένεια και ο κοινωνικός κομφορμισμός, έρωτες που καταλήγουν άδοξα, φτάνοντας κάποτε ως τον εμπρησμό, διακριτική παρουσία του μετεμφυλιακού παρελθόντος, η τουριστική εκποίηση της Μακρονήσου, η πολιτική επικαιρότητα των διαδηλώσεων και των συγκρούσεων, η βιωματική σχέση των νέων με την Ιστορία, τα στερεότυπα που θέλουν κακούς όλους τους αστυνομικούς, η αντίσταση στην αντιπαροχή του πατρικού σπιτιού, η τύχη των μεταναστών στη χώρα μας, η ασθένεια που απειλεί τη ζωή και η ψυχολογική διάθεση του ασθενή, η οποία μπορεί να αναστρέψει την κατάσταση της υγείας του, το αβέβαιο της ανθρώπινης μοίρας και η λυτρωτική δύναμη της γραφής.
     2. Ήρωες. Ανάμεσα στα πρόσωπα της συλλογής την προσοχή του αναγνώστη
ελκύουν εκείνα που έχουν πολιτικά ενδιαφέροντα,
οι μετανάστες και οι γυναίκες. Οι πολιτικοποιημένοι ήρωες όλοι τους νέα παιδιά και ώριμοι άντρες, εμφορούνται από τις ιδέες της Αριστεράς και διώκονται από την εξουσία. Ο Σάββας είναι Μακρονησιώτης, ο πατέρας της αφηγήτριας απειλείται με εξορία στο διήγημα «Σαν επιστροφή ή Μνησιπήμων σχάση», ο δάσκαλος Γρηγόρης Χατζής συλλαμβάνεται, ο Κωστής στρατεύεται
στο «Κοινωνικό Forum», ο Αλέξης κινδυνεύει σε μια αφισοκόλληση του μικρού του κόμματος και ο πανεπιστημιακός της «Συνάντησης» είχε στα νιάτα του πολιτική δράση. Ένα άλλο χαρακτηριστικό των ηρώων είναι η ξενική τους προέλευση. Ο Οδυσσέας από τη Γεωργία αντιμετωπίζεται με εχθρότητα από τους συμμαθητές του και δεν τα πάει καλά με τα μαθήματα, αλλά καταφέρνει
να εκπλήξει τη φιλόλογο, όταν αποφασίζει να μιλήσει για τα δικά του βιώματα, κι ο Κούρδος Μασούντ ξέρει να ανταποδίδει την αφοσίωση στους Έλληνες, που τον στήριξαν στην απεργία πείνας, ενώ πιο σύνθετη είναι η περίπτωση της Βερόνικας. Η Βερόνικα, που έρχεται από τη Βουλγαρία και είναι ιδιοκτήτρια εστιατορίου στη Μεσοπλαγιά, ανάμεσα στη Ρούμελη και τη Θεσσαλία, διακρίνεται για τις ικανότητες και την προκοπή της. Επιπρόσθετα και για τη δύναμη να μην αποκαλύψει τον άνθρωπο που κατέστρεψε το κατάστημά της, όταν εκείνη αρνήθηκε τον έρωτά του. Ο λόγος πειστικός. Ποιος θα πίστευε μια ξένη; Θέλει να δραπετεύσει στην Αθήνα, αλλά θα παραμείνει εντέλει και θα ξεπεράσει οριστικά την αθυμία της χάρη στη συγκινητική συμπαράσταση των γυναικών του τόπου. Από τις γυναίκες θα άξιζε να ξεχωρίσει κανείς, πέρα από τη Βερόνικα, την Ειρήνη της «Χρυσόσκονης», η οποία συνθλίβεται ανάμεσα σε τρεις άντρες, για να μείνει στο τέλος μόνη, αλλά και να πατήσει επιτέλους στα δικά της πόδια, καθώς και τη Βιργινία (Τζίνα), που μεγαλώνει με τον φόβο να εξοριστεί ο πατέρας της, αλλά βιώνει και την επώδυνη εμπειρία ενός καρκίνου του μαστού («Σαν επιστροφή ή Μνησιπήμων σχάση»). Κοντά σ’ αυτές, και τις γυναίκες αφηγήτριες. Από το ένα στο άλλο διήγημα ο αφηγητής είναι συνήθως γυναίκα στους ρόλους της μάνας, της συζύγου, της κοπέλας ή και της εργαζόμενης, εκπαιδευτικού συνήθως και σπανιότερα υπαλλήλου τραπέζης ή επίδοξης ιδιοκτήτριας καταστήματος, η οποία έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία στα παιδικά της χρόνια και στο πατρικό της σπίτι, ιδιαίτερη σχέση με την Εκπαίδευση και ασχολείται επίσης με τη συγγραφή, στοιχεία που κατά βάση χαρακτηρίζουν και την ίδια τη συγγραφέα.
     3. Η μορφική ανησυχία. Είναι εμφανής η προσπάθεια της Αδαλόγλου να χτίσει τις ιστορίες της με έναν τρόπο ασυνήθη, ώστε να καταστήσει δραστικότερη τη γραφή της. Ήδη η συλλογή αρχίζει με ένα «Προλογικό», που ανασκαλεύει τις παιδικές μνήμες της αφηγήτριας, και κλείνει με ένα «Επιλογικό», που εμπεριέχει ηλεκτρονικά μηνύματα, τα οποία αναφέρονται σε μνήμες διακοπών,
σε έναν θάνατο και στο νόημα της γραφής. Από κει και ύστερα το ουσιαστικότερο γνώρισμα είναι η τεχνική με την οποία ανατρέπεται η ρουτίνα της αφήγησης, πέρα βέβαια από τη συνήθη των αναδρομών. Ένας τρόπος είναι να δίνει τον λόγο η αφήγηση στα διάφορα πρόσωπα, που το καθένα εκθέτει τη δική του εκδοχή για τα πράγματα, όπως συμβαίνει στο «Ένα τουριστικό καλοκαίρι», όπου τον λόγο παίρνουν, εκτός από τον αφηγητή, ο ξεναγός, η Φανή, ο Σάββας, ο Πέτρος, η ζωγράφος και μια σαύρα. Η τεχνική αυτή, αν και ασυνήθιστη στα διηγήματα του καιρού μας, έλκει την καταγωγή της, όσο ξέρω, από τους Κεκαρμένους του Νίκου Κάσδαγλη (ΐ959)• Ένας άλλος τρόπος είναι να παραχωρεί τον λόγο η αφήγηση στον ήρωα και να διηγείται αυτός την ιστορία του (εγκιβωτισμοί) ή να παραθέτει απλώς τις σκέψεις του ήρωα, πράγμα που παραπέμπει σε ένα είδος εσωτερικού μονολόγου, ο οποίος μάλιστα σημαίνεται με πλάγια στοιχεία, όπως συμβαίνει
άλλωστε και στις εγκιβωτισμένες διηγήσεις. Από την άποψη του αφηγηματικού προσώπου η προτίμηση δίνεται στο πρώτο, ενώ, κι όταν δε δίνεται, επανέρχεται αυτό κατά κανόνα μέσω των εγκιβωτισμένων αφηγήσεων και των εσωτερικών μονολόγων. Μια τέτοια εμμονή στο πρώτο πρόσωπο όσο κι αν συνιστά τεχνική, αποκαλύπτει πάντως μια βαθύτερη βιωματική καταβολή των διαλαμβανομένων της αφήγησης.
     4. Η ουμανιστική συνείδηση της πεζογράφου. Όσο κι αν η λογοτεχνία είναι ανθρωπιστική, η συγκεκριμένη συγγραφέας συνηθίζει να βλέπει την καλή κυρίως πλευρά του ανθρώπου. Αγαπά τους ήρωες και συμπάσχει μαζί τους, ενώ δεν παύει να αντιμετωπίζει με κατανόηση τις προβληματικές τους συμπεριφορές. Οι αρνητικοί τύποι ή δε χωρούν στο βλέμμα της ή, αν χωρούν, δείχνουν να κατανοούν το λάθος τους. Ιδιαίτερη, αν και διακριτική, είναι η αλληλεγγύη της στις αδύναμες και αδικημένες κοινωνικές ομάδες, όπως είναι οι κατατρεγμένοι από την εξουσία, οι γυναίκες και οι μετανάστες, γεγονός που αποκαλύπτει το βάθος της κοινωνικής της συνείδησης. Αυτός ο ρομαντικός ανθρωπισμός είναι που παίζει ρόλο, κατά τη γνώμη μου, τόσο στην περιθωριακή θέση των αρνητικών χαρακτήρων όσο και στην ευτυχή απόληξη
των ιστοριών. Τις αδυναμίες αυτές, στον βαθμό που είναι αδυναμίες, αντισταθμίζει, νομίζω, η στέρεη αφηγηματική δόμηση των κειμένων και η οξυδερκής ψυχογράφηση των προσώπων μαζί με την εξαιρετική χρήση της γλώσσας και την ποιητική ευαισθησία, στοιχεία που οδηγούν σε διηγήματα άκρως ενδιαφέροντα:
Είναι τόσο όμορφη η μαμά. Και τόσο εύθραυστη. Δεν θα αφήσω
κανέναν να της κάνει κακό. Της το είπα. Γέλασε με τόση τρυφερότητα,
που θαρρείς ήρθε η άνοιξη. Χιόνιζε πάλι. Και ξαφνικά ο
αέρας σταμάτησε και βγήκε ένας ήλιος χλωμός, χλωμή η μητέρα
με έσφιγγε στην αγκαλιά της, με τα πελώρια γκρίζα μάτια της να
υπόσχονται την «ομορφιά του κόσμου».
(«Σαν επιστροφή ή Μνησιπήμων σχάση», σ. 149) 

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΩΣ ΤΟΝ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ,

Ποιητικός ρυθμός. Παραδοσιακή και νεωτερική έκφραση, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2006

     Ο Δημήτρης Κόκορης, διδάκτορας της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Πειραιάς, 1963) έχει κάνει ως τώρα δύο εκδόσεις, Όψεις των σχέσεων της Αριστεράς με τη λογοτεχνία στο Μεσοπόλεμο (1927-1936) (1991), Μια φωτιά. Η ποίηση. Σχόλια στο έργο τον Γιάννη Ρίτσου (2003), και μία επιμέλεια: Για τον Χριστιανόπουλο. Κριτικά κείμενα για την ποίησή του (2003). Στην προκείμενη έκδοση Ποιητικός ρυθμός. Παραδοσιακή και νεωτερική έκφραση (2006) συγκεντρώνει κείμενα φιλολογικά και κριτικά της τελευταίας δεκαπενταετίας (1992-2006), από εισηγήσεις σε συνέδρια έως βιβλιοκρισίες και άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες, τα οποία κινούνται γύρω από τη νεοελληνική ποίηση τόσο στην παραδοσιακή της εκδοχή όσο και στη μοντέρνα.
     Στην ανέκδοτη εισαγωγή του ο φιλόλογος και κριτικός, παίρνοντας υπόψη τις σχετικές προτάσεις των Αλέξανδρου Αργυρίου και Νάσου Βαγενά αλλά και ξένων μελετητών, θεωρεί καταρχήν τους όρους «νεότερη» και «σύγχρονη ποίηση» ως απλώς χρονολογικούς προσδιορισμούς, ακατάλληλους να αποδώσουν τα ριζοσπαστικά στοιχεία που φέρνει η νεωτερική γραφή της δεκαετίας του 1930• ελεύθερος στίχος, άλογο στοιχείο, διανοητική σκοτεινότητα, δραματικότητα, καθημερινό λεξιλόγιο. Στη συνέχεια διερευνά εκτενέστερα αυτά τα μοντερνιστικά στοιχεία, ανιχνεύει την επιρροή του έμμετρου λόγου στον ελεύθερο στίχο και επισημαίνει νεωτερικούς ποιητές που αξιοποιούν τις έμμετρες φόρμες της παράδοσης αυτοτελώς, άλλους που τις εντάσσουν ποικιλότροπα στη ροή του μοντέρνου ρυθμού κι άλλους που έγραψαν και στίχους για τραγούδι, δραστηριότητα στην οποία τους ώθησε η τάση των συνθετών, του Θεοδωράκη πριν απ’ όλους, να μελοποιούν
μοντέρνα ποιήματα από τη δεκαετία του 1960 ακόμα.
Από τις αφετηρίες αυτές ξεκινώντας ο Κόκορης, επιδίδεται πρώτα στην αναζήτηση στοιχείων νεωτερικών σε ποιητές που εμφανίστηκαν πριν από τη δεκαετία του ’30, όπως οι Μαβίλης, Καβάφης, Παπατσώνης, Σικελιανός και Καρυωτάκης, ενώ δεν παραλείπει να δει στους παραδοσιακότερους και πλευρές του μετρικού ρυθμού τους. Μια δεύτερη ομάδα που τον απασχολεί,
σε ορισμένες βέβαια πλευρές της ποίησης και της ποιητικής τους, είναι οι μείζονες ποιητές της δεκαετίας του μοντερνισμού (Σεφέρης, Ελύτης, Εμπειρίκος, Ρίτσος) και ακολούθως οι μεταπολεμικοί, τόσο οι παλαιότεροι, όπως ο Αναγνωστάκης κι ο κύκλος της Διαγωνίου (Χριστιανόπουλος, Ασλάνογλου, Ιωάννου), όσο και οι νεότεροι, όπως η Αντεια Φραντζή, ή και οι νεότατοι, όπως η Γεωργία Τριανταφυλλίδου. Ακόμα, εξετάζει ζητήματα μεταφραστικά της ποίησης (Σέξπιρ-Διονύσης Καψάλης) και συγκρίνει μεταφραστικές εκδοχές (Γιώργης Σημηριώτης-Γιώργος Φιλανθίδης),
επισημαίνει υφολογικές και θεματικές συνάφειες ανάμεσα σε κείμενα (Ουράνης-Καρυωτάκης), αναζητά στοιχεία ποιητικά σε κείμενα πρόζας (Δημήτρης Μίγγας) και νεωτερικά σε κατεξοχήν πολιτικές συλλογές (Τάσου Λειβαδίτη Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου), ενώ δεν αγνοεί και την ποίηση στιχουργών (Μιχάλης Μπουρμπούλης).
     Είναι αλήθεια, όπως διαφαίνεται από την παραπάνω καταγραφή των θεμάτων και ομολογείται από τον συγγραφέα προλογικά, ότι δεν πρόκειται για μια ενιαία μελέτη, η οποία συντίθεται από επιμέρους συναφή κεφάλαια, πράγμα που αφήνει ίσως να εννοηθεί η τιτλοφόρηση. Την αναντιστοιχία έρχεται να κολάσει η ειδικά για τη συγκεκριμένη έκδοση γραμμένη εισαγωγή. Η εκκρεμότητα βέβαια παραμένει, είναι όμως εύλογη, εφόσον τα κείμενα γράφονται σε μεγάλο άνυσμα χρόνου και αναφέρονται σε μια μεγάλη γκάμα θεμάτων. Αυτό εντέλει που έχει σημασία είναι πως ανιχνεύονται ενδιαφέρουσες ωσμώσεις ανάμεσα στις έμμετρες φόρμες της παράδοσης και τις ελεύθερες του μοντερνισμού, ενώ δεν είναι λιγότερο σημαντικές οι όψεις της ποίησης και της ποιητικής συγκεκριμένων δημιουργών που αναδεικνύονται, έστω κι αν συνιστούν μέρος του ετερόκλιτου υλικού της έκδοσης.
     Η τακτική που ακολουθεί ο Κόκορης στην οργάνωση των κειμένων είναι φιλολογική. Διατυπώνει αρχικά την άποψή του για το θέμα που πρόκειται να εξετάσει και στη συνέχεια προχωρεί στην εξειδίκευση. Συχνά εκκινεί από τις βασικές γνώσεις και θέσεις των πιο έγκυρων Ιστοριών της νεοελληνικής λογοτεχνίας, του Δημαρά, του Πολίτη, του Vitti και του Μπίτον, και ακολούθως παραθέτει τις απόψεις άλλων, τις οποίες όμως δοκιμάζει κάτω από το δικό του κριτικό βλέμμα. Τέλος την αποδεικτική τακτική του λόγου του στηρίζει αποτελεσματικά η παράθεση και ο σχολιασμός χαρακτηριστικών στίχων και ποιητικών αποσπασμάτων.
     Πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανείς να διαφωνήσει με βασικές αλλά και επιμέρους αποφάνσεις του Κόκορη. Κι ο λόγος είναι πως αυτές στηρίζονται τόσο στη γραμματολογική και θεωρητική του ενημερότητα όσο και στην ευαισθησία με την οποία αντιμετωπίζει το λογοτεχνικό φαινόμενο. Η πεποίθησή του λ.χ. ότι ο ρυθμός θα συνιστά και αύριο ειδοποιό χαρακτηριστικό του ποιητικού λόγου είναι μάλλον βάσιμη, αν και είναι παρακινδυνευμένο να προδικάζονται εξελίξεις που υπερβαίνουν τον ορίζοντα της ανθρώπινης εμπειρίας, όπως κι ο ισχυρισμός του ότι ο μοντερνισμός δεν έχει πει την τελευταία του λέξη, σε αντίθεση με όσα διατείνονται οι φίλοι του μεταμοντερνισμού. Επίσης δεν είναι λιγότερο σημαντικό το γεγονός ότι εκφράζει ευθαρσώς τις απόψεις του, ακόμα κι όταν πρόκειται να θίξει αναστήματα λογοτεχνικά, απόψεις όμως που κάθε φορά τεκμηριώνονται με συγκεκριμένα στοιχεία από τα ίδια τα κείμενα. Έτσι δε διστάζει να κρίνει άστοχη την ενέργεια του Καβάφη να μη δημοσιεύσει ποιήματα, όπως τα «Επάνοδος από την Ελλάδα», «Συμεών» και «Ο δεμένος ώμος», αλλά και την εκτίμηση που έτρεφε ο Σεφέρης για το μυθιστόρημά του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη ή ο Τσίρκας για το ποιητικό του έργο.Σε κάθε περίπτωση ο Δημήτρης Κόκορης, βαθύς γνώστης της νεοελληνικής ποίησης, παλαιότερης και νεότερης, πλαγιοκοπεί έργα και δημιουργούς, διατυπώνει με σαφήνεια τις απόψεις του και τις στηρίζει πειστικά, πράγμα που σημαίνει ότι ανταποκρίνεται επαρκέστατα στον ρόλο του τόσο ως φιλόλογος όσο κι ως κριτικός, διερευνώντας από τη μια εκκρεμή ζητήματα και αναδεικνύοντας από την άλλη όψεις του ποιητικού φαινομένου, που ενίοτε δεν προσέξαμε και δεν προσέχουμε όσο θα έπρεπε.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ  ΓΙΑ ΤΙΣ  ΜΕΛΕΤΕΣ – ΔΟΚΙΜΙΑ

 

Τα πρόσωπα του δράματος στο πεζογραφικό έργο του Μάριου Χάκκα
(Τα Τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1995)

Μάρη Θεοδοσοπούλου,
εφ. Η Εποχή (21-4-1996)

Ο Θ.Ε. Μαρκόπουλος σκιαγραφεί τους τρόπους της αφήγησης («… πως χτίζει παραγράφους και οικοδομεί ένα έργο “δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση”…»). Επίσης, συντάσσει χρονολόγιο, εργογραφία και κριτικογραφία, συμπληρώνοντας το περί Χάκκα κεφαλαίο της Μεταπολεμικής Πεζογραφίας (Εκδόσεις: Σοκόλης). Με αυτά τα προκαταρκτικά, ο μελετητής έρχεται στα πρόσωπα του δράματος. Πληρέστεροι, θεωρεί πως διαγράφονται οι χαρακτήρες στα παλαιότε­ρα διηγήματα, τα παραδοσιακότερης γραφής, ενώ, μάλλον υποτυπώ­δεις, στα μεταγενέστερα. Προλετάριοι και μικροαστοί, με την πολιτι­κή τους ιδεολογία να τους χαρακτηρίζει.
Ο Θ.Ε. Μαρκόπουλος διακρίνει τους χαρακτήρες, σε πρόσωπα της καθημερινότητας (άντρες, ως επί το πλείστον πολιτικοποιημένους, και γυναίκες, περισσότερο ερωτικές), στα πρόσωπα του καθεστώτος, κατά κανόνα ανώνυμα, και τέλος τους σημαντικότερους ήρωες που είναι ο αφηγητής και οι ιδεολογικοί σύντροφοι. Και το συμπέρασμα, οι ήρωες του Μ. Χάκκα συγκροτούν «κόσμο ωραιότητας και μεγαλεί­ου». Άνθρωποι καθημερινοί, προβάλλουν απαλλαγμένοι από μικρο­πρέπειες. Και ο θάνατος, καταλύτης σιη δημιουργία, επισπεύδει την ωρίμανση της γραφής, προσδίδοντας «απαισιοδοξία αρρενωπή».
Ενδιαφέρουσα η μελέτη και παράλληλα, βιβλίο αναφοράς για τον πεζογράφο Μ. Χάκκα.

 

Γιώργος Πετρόπουλος
περ. Οδός Πανός 88 (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1996) 101-102
Η μελέτη του Θανάση Ε. Μαρκόπουλου που επιγράφεται , άριστα δομημένη και συστηματική, μας παρουσιάζει ευσύνοπτα μα και διεισδυτικά τους ήρωες και τις αντιδράσεις των στο έργο του ενλόγω συγγραφέα. Ο Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, με επίκεντρο τους δύο βασικούς θεματολογικούς άξονες του Μάριου Χάκκα, την αριστερή ιδεολογία και τον θάνατο, καταλογογραφεί αυτούς, οι οποίοι ωστόσο εν πολλοίς απηχούν τις απόψεις του ίδιου του Μ. Χάκκα.
Η καλογραμμένη και, οπωσδήποτε, αξιοπρόσεκτη αυτή μελέτη χωρίζε­ται σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη γίνεται αναφορά στο έργο του συγγραφέα σε σχέση με την εποχή που έζησε. Στη δεύτερη γίνεται μια ενδιαφέ­ρουσα ανάλυση των τρόπων αφηγήσεώς του και στην τρίτη, που είναι και το κυρίως θέμα της μελέτης, παρουσιάζονται τα πρόσωπα των έργων του Μάριου Χάκκα ταξινομημένα ανάλογα με τη θέση που παίρνουν απέναντι στην εκάστοτε εξουσία. Την παρούσα μελέτη συμπληρώνουν η εκτενής βιογραφία του М.X., οι πράγματι, εξαντλητικές σημειώσεις και η χρησιμότατη βιβλιογραφία της, η οποία αναντίρρητα θα προσελκύσει την προσοχή κάθε μελετητή της νεώτερης λογοτεχνίας μας.
Επειδή δε η αποτίμηση του έργου των περισσοτέρων πεζογράφων της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς δεν έχει γίνει ακόμη με την απαιτούμενη νηφαλιότητα που παρέχει η χρονική απόσταση, τέτοιες μελέτες σαν κι αυτή του Θανάση Ε. Μαρκόπουλου και χρήσιμες είναι και καλοδεχούμενες για τον μελλοντικό ερευνητή.

 

Βιβλιογραφία Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου 1948-1996
(Παρέμβαση, Κοζάνη 1996)

Γιώργος Μύαρης
περ. Η Παρέμβαση (Κοζάνη) 99 (Καλοκαίρι 1997) 5

Επιπόλαια θα επισήμαινε κάποιος ότι, συγκριτικά με εκδόσεις βιβλιογραφίας που αναφέρονται σε άλλους λογοτέχνες, η Βιβλιογραφία Ν.-Α. Ασλάνογλου έχει σχετικά περιορισμένη έκταση. Διότι σ’ αυτό επιδρά σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι το έργο του ποιητή είναι μικρό σε όγκο αλλά ποιοτικό και, επίσης, το ότι μόλις πρόσφα­τα άρχισε η κριτική αποτίμησή του. Η ερευ­νητική και η συνθετική προσπάθεια του Θ.Ε.Μ. είναι πέραν αμφιβολίας επιστημονι­κού επιπέδου. Παρέχει πολύτιμες πληροφο­ρίες και επεξηγήσεις. Ξεχωρίζω, διότι μ’ εντυπωσίασαν τα ακριβή στοιχεία για τις μεταφράσεις και δημοσιεύσεις ποιημάτων του Ν.-A. Α. στην αγγλική, γαλλική, γερμα­νική, ισπανική, ιταλική και ολλανδική γλώσσα και βιβλιογραφία. Στα ασφυκτικά πλαίσια που κινείται κάθε βιβλιογραφική εργασία ως είδος, το αποτέλεσμα δεν ερεθί­ζει τον αμφιβληστροειδή του αναγνώστη. Όμως, δεν είναι σωστό να λησμονούνται τα χιλιόμετρα υπομονής και έρευνας που δια­νύει ο ερευνητής στο άγονο ελληνικό ερευ­νητικό τοπίο. Όποιος έχει γνωρίσει ανάλο­γες εμπειρίες μπορεί να κρίνει αντικειμενικά.

 

Ματιές ενόλω. Αναγνωστάκης. Κύρου. Θασίτης. Χριστιανόπουλος. Ασλάνογλου. Μέσκος. Ευαγγέλου. Μάρκογλου (Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2003)

Γιάννης Κουβαράς,
εφ. Η Καθημερινή (30-3-2004)

Tονίζουμε εξαρχής ότι η διπλά αγαπητική σχέση του συγγραφέα με το αντικείμενό του δεν θολώνει επ’ ουδενί την κριτική του διαύγεια, τουναντίον θα ’λεγα την ακονίζει, προβαίνοντας σε αξιολογήσεις χωρίς αισθητικές εκπτώσεις.
Προτάσσει σύντομα βιογραφικά στοιχεία για καθέναν ποιητή που εξετάζει, κατά κανόνα ελεγμένα και διασταυρωμένα, καθώς πέραν του συγχρωτισμού είχε και πρόσβαση σε κάποια αρχεία ποιητών. Eμβαθύνει στους όρους που διαμόρφωσαν τον ψυχισμό τους και τις καταβολές.
Περιοδολογεί το έργο τους, ανοίγει διάλογο με κριτικούς που έχουν προσεγγίσει το έργο τους, αναδιφεί εξονυχιστικά τη βιβλιογραφία. Aναδεικνύει τα χαρακτηριστικά της ποιητικής τους, σχολιάζει και αποκωδικοποιεί τα σύμβολά τους, εμμένει στις τεχνικές της θεματικής ανάπτυξης, στη δόμηση των ποιημάτων, παρακολουθεί τις εκδοτικές διαφοροποιήσεις από επιμέρους συλλογές σε συγκεντρωτικές όπου επισυμβαίνουν, διατυπώνει ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τεχνοτροπικά στοιχεία, προσεγγίζει ερμηνευτικά δύσκολα ποιήματα, προβαίνει σε εκ νέου αναγνώσεις. H εποπτεία που έχει όλης της ποίησης του επιτρέπει να προβαίνει και σε εύστοχες όσο και ενδιαφέρουσες συγκρίσεις ή αντιδιαστολές (λ.χ. Mέσκου με Bρεττάκο, Eλύτη, Γκανά), με ομότεχνους απ’ όλο το φάσμα.
Ένα βιβλίο διπλά αξιοσύστατο καθώς συνοψίζει εγκυκλοπαιδικά και κριτικά τα ουσιώδη της κριτικής ως τώρα και ταυτόχρονα καταθέτει νέες προτάσεις ερμηνείας με κριτική νηφαλιότητα, θεωρητική εμβρίθεια, έλλογη συναίσθηση.

Γιώργος Κορδομενίδης
εφ. Αγγελιοφόρος (Θεσσαλονίκη, 23-5-2004)

Οι υπότιτλοι των επιμέρους μελετημά­των ευστοχούν διπλά: καθώς δεν είναι τυπικοί και «στεγνοί», αφενός τραβούν την προσοχή του αναγνώστη κι αφετέ­ρου –το κυριότερο– ευθύς εξαρχής δί­νουν με λίγες λέξεις το διακριτό στίγμα του κάθε ποιητή αλλά και το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξετάζεται η ποίησή του. Λόγου χάρη, το μελέτημα για τον Αναγνωστάκη έχει υπότιτλο «Από τους δρόμους της ιστορίας στους διαδρόμους της σιωπής»· για τον Κύρου, «Ο ένοικος της μνήμης και του ονείρου»· για τον Χριστιανόπουλο, «Ο απελπισμένος του έρω­τα»· για τον Μέσκο, «Η βλάστηση της φύσης και ίου αισθήματος στο κλίμα της φθοράς»· για τον Ευαγγέλου, «Το ποίημα ως μέθοδος αναπνοής» – και ούτω καθεξής. Σε κάθε κείμενο, ο Μαρ­κόπουλος προτάσσει τα αναγκαία βιογραφικά στοιχεία για τον ποιητή, κι αμέσως μετά προσδιορίζει τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την προσωπικότη­τα του καθενός, επηρεάζοντας σε με­γάλο βαθμό το έργο τους. Επίσης, φέρ­νει στην επιφάνεια τις επισημάνσεις της κριτικής, με τις οποίες συχνά διαλέγε­ται· φωτίζει τις κρυφές πτυχές της ποι­ητικής ενός εκάστου· αναδεικνύει τα σύμβολα που συνηθίζουν να χρησιμο­ποιούν· εντοπίζει τυχόν αλλαγές από έκδοση σε έκδοση· «ξαναδιαβάζει» κομβικά –ή δύσκολα (ας τα πούμε έτσι)– ποιήματα, βοηθώντας μας να τα πλη­σιάσουμε και εμείς από καινούρια σκο­πιά, με πιο φρέσκο βλέμμα. Τα ποιή­ματα που ενσωματώνονται στα μελετήματα, είτε ολόκληρα είτε απο­σπασματικά, δρουν συμπληρωματικά προς τις απόψεις και τις παρατηρήσεις του μελετητή.
Στον τόπο μας και στον καιρό μας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποίηση και οι ποιητές (με λιγοστές εξαιρέ­σεις) ωθούνται σε ένα είδος περιθωρί­ου, καθώς η εκδοτική βιομηχανία επενδύει στην αναμφισβήτητα πιο κερδοφόρα πεζογραφία. Σε ένα τέτοιο κλίμα, με­λετήματα όπως αυτά του Μαρκόπου­λου, που συνδυάζουν τη συστηματικό­τητα του φιλολόγου, την ψυχραιμία του κριτικού και την ευαισθησία του ποιη­τή, προσεγγίζουν με ουσιαστικό και σύν­θετο τρόπο το έργο δημιουργών οι οποίοι έκαναν πλουσιότερη την ελληνική ποίηση.

 

Κούλα Αδαλόγλου
περ. Φιλόλογος 121 (Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2005) 465-470

Η μελέτη του Θ. Μαρκόπουλου είναι ένα έργο άρτιο και πολυεπίπεδο. Έργο ειδικού μελετητή αλλά και ειδικού αναγνώ­στη. Απευθύνεται σε μια μεγάλη γκάμα α­ναγνωστών και καλύπτει τις ανάγκες τους: από τους ερευνητές και φιλολόγους ως τους αναγνώστες που απλώς ενδιαφέρονται να ενισχύσουν την ευαισθησία τους με λίγο περισσότερη πληροφόρηση. Τα θεωρητικά θέματα που συζητούνται, τα θέματα αισθητικής και ύφους, οι ακριβείς παραπομπές και η αντίστοιχη βιβλιογραφία, η σφαιρική κριτική θεώρηση του έργου των ποιητών που μελετώνται μαζί με την προσωπική ματιά του Μαρκόπουλου είναι τα εχέγγυα μιας μελέτης που δίνει έντονα το στίγμα της στο πεδίο της λογοτεχνικής κριτικής.

 

Ανέστης Ευαγγέλου. Ο ποιητής. Ο πεζογράφος. Ο κριτικός
(Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2006)

Μarios-Byron Raizis, περ. World Literature Today [Oklahoma, USA]
(November-December 2007) 77-78
Μετάφραση: Μαρία Μαρκοπούλου
περ. Η Παρέμβαση 142 (Δεκέμβριος 2007-Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2008) 81

Το μεγάλο σε όγκο, αν και καλά δομημένο, βιβλίο Ανέστης Ευαγγέλου. Ο ποιητής ο πεζογράφος ο κριτικός είναι λεπτομερώς οργανωμένο σε πέντε βασικά κεφάλαια (καθένα από τα οποία περιλαμβάνει αρκετά υποκεφάλαια) και καλύπτει τους ποιητικούς τρόπους, τα βασικά θέματα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ποιητικής γραφής του Ευαγγέλου. Ύστερα από κάποιες συμπληρωματικές παρατηρήσεις η παρουσίαση συνεχίζει με το πεζογραφικό του έργο (πέντε μικρά σε έκταση μέρη) και έπειτα με το έργο του ως κριτικού (τρία μέρη). Ένας επίλογος, τρία επίμετρα, μία επιλεγμένη βιβλιογραφία –αρκετά εντυπωσιακή, με περισσότερα από τετρακόσια πενήντα λήμματα– και τα ευρετήρια (πρόσωπα, εφημερίδες και περιοδικά, μοτίβα και όροι, επιστολές του Ευαγγέλου και επιστολές άλλων προς τον ίδιο) κλείνουν το ανεκτίμητο αυτό βιβλίο. Ο Μαρκόπουλος καταγράφει ένα πλήθος απόψεων και θέσεων –με αναφορές ακόμη και σε μελετητές από την άλλη άκρη του κόσμου– και αναντίρρητα φαίνεται αντικειμενικός, ενημερωμένος και αντιδογματικός. Ακόμη και το γεγονός ότι περιλαμβάνει στο βιβλίο του έναν κατάλογο με τις ξενόγλωσσες μεταφράσεις των ποιημάτων του Ευαγγέλου σε εφτά γλώσσες αποδεικνύει τη σχολαστικότητά του ως μελετητή.

 

Διονύσης Στεργιούλας
περ. Οδός Πανός 140 (Απρίλιος-Ιούνιος 2008) 211, 212

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος, ποιητής και λογοτέχνης και ο ίδιος, κάνει τη δική του προσπάθεια αντικειμενικής καταγραφής του λογοτεχνικού τοπίου της μεταπολεμικής Θεσσαλονίκης με αφορμή την ανάσυρση στοιχείων από το αρχείο του ποιητή Ανέστη Ευαγγέλου. Το έργο είναι καρπός πολύχρονης εργασίας. Μία μονογραφία τέτοιας έκτασης και ποιότητας με την ταυτόχρονη ανά­δειξη ενός λογοτεχνικού αρχείου αποτελεί κάτι εξαιρετικά σπάνιο στην ελληνική βιβλιογραφία. Ο συγγραφέας, παρ’ ότι γνωρίζει τα θεωρητικά μοντέλα ερμηνείας της λογοτεχνίας, γράφει κατά βάσιν εμπειρικά. Έτσι, ο αναγνώστης δεν χειραγω­γείται και του δίνεται η δυνατότητα να καταλήξει αβίαστα στα δικά του συμπερά­σματα. Ο αναγνώστης καλείται, μετά τη μελέτη του φιλολογικού αυτού πανοράμα­τος, να κρίνει εάν το έργο του Ευαγγέλου τον ικανοποιεί κατ’ αρχήν αισθητικά, και στη συνέχεια, εάν τον θεωρεί αντιπροσωπευτικό δημιουργό της γενιάς του ή της εποχής του. […]
Η μελέτη του Θ. Μ. απευθύνεται πρωτίστως σε αναγνώστες εξοικειωμένους με θέματα όπως η ιστορία της λογοτεχνίας, η μεταπολεμική ποίηση και η λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης. Είναι ωστόσο ένα βιβλίο πολυδύναμο και πολυσυλλεκτικό, με τεράστιο αριθμό παραπομπών και ενδολογοτεχνικών αναφορών, όπου μπορεί κα­νείς να ανακαλύψει πολλές άγνωστες αλλά ενδιαφέρουσες και πάντα τεκμηριωμέ­νες πληροφορίες για την ελληνική και την παγκόσμια λογοτεχνία.
Δημήτρης Κόκορης,
εφ. Η Κυριακάτικη Αυγή-Αναγνώσεις (19-10-2008)

Το βιβλίο του Θανάση Μαρκόπουλου είναι μία συμβολή. Νηφάλιο, φιλολογικά άρτιο, απόρροια κοπιώδους και εξαντλητικής έρευνας, φωτίζει με επάρκεια ένα πολύπλευρο λογοτεχνικό έργο, που δεν πρέπει αβασάνιστα να προσπεράσουμε. Ο μελετητής προσεγγίζει τη συνεισφορά του Ανέστη Ευαγγέλου στο πλαίσιο της λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης, γιατί σε αυτό το πρωτογενές περιβάλλον ο ποιητής γαλουχήθηκε πνευματικά και κοινωνικά και σημαδεύτηκε βιωματικά, αλλά είναι απολύτως ορθή η επιλογή του Μαρκόπουλου να εντάξει τον Ευαγγέλου στο γενικότερο πλαίσιο της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας. Η σύνδεση της τοπικής παράδοσης και πνευματικής παραγωγής με τα γενικότερα πολιτισμικά συμφραζόμενα διευρύνει και ολοκληρώνει τη θέαση του καλλιτεχνικού τοπίου, αποδεσμεύοντάς το από τη μονομέρεια του στείρου τοπικισμού.

 

 

Ο ποιητής και το ποίημα (Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2010)

Πνευματικό Κέντρο Δήμου Ιωαννιτών
Πολιτιστικός Πολυχώρος «Δημήτρης Χατζής»
19-10- 2013

Μία ακόμη πτυχή του έργου του Θανάση Μαρκόπουλου αφορά ως πεδίο εφαρμογής τη διδακτική της λογοτεχνίας, τομέα τον οποίο ο Μαρκόπουλος έχει εμπλουτίσει ως φιλόλογος της σχολικής τάξης αρχικά και ως Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων στη συνέχεια. Σε αρκετά περιοδικά που θέτουν ως έναν από τους θεμελιώδεις άξονες της στόχευσής τους τη διδακτική πράξη – αναφέρω ενδεικτικά τη Νέα Παιδεία, τη Φιλολογική, περιοδικό που εκδίδεται από την Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, και τον Φιλόλογο, το περιοδικό των αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης – έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί αρκετά μελετήματα του Μαρκόπουλου ως διδακτικές προτάσεις. Δεκαοκτώ από αυτές τις προτάσεις συγκρότησαν, επιτελώντας το ρόλο διδακτικών σεναρίων, το βιβλίο Ο ποιητής και το ποίημα (εκδ. Σοκόλη, 2010). Εδώ προσεγγίζονται διδακτικά, κείμενα οκτώ σημαντικών ποιητών μας (Κ.Γ. Καρυωτάκη, Μίλτου Σαχτούρη, Μαρίας Κέντρου- Αγαθοπούλου, Κικής Δημουλά, Ντίνου Χριστιανόπουλου, Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, Μιχάλη Γκανά και Αντώνη Φωστιέρη) και αυτές οι προσεγγίσεις βοηθούν λειτουργικά και ουσιαστικά τόσο τους δασκάλους όσο και τους μαθητές του λογοτεχνικού φαινομένου.

 

Ένα πουλί στην άσφαλτο (Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2013)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΪΛΑΚΗΣ,
εφ. Ημερησία (25-5-2013)

Η παρούσα έκδοση με τίτλο Ένα πουλί στην άσφαλτο. Ποίηση και ποιητική του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου (εκδ. Μελάνι) με δοκίμια του Θανάση Μαρκόπουλου αποτελεί μία πραγματικά σημαντική συμβολή στη μελέτη και επαναπροσέγγιση του έργου του ποιητή. Ένα έργο που χαρακτηρίζεται από μια εντυπωσιακή αντινομία-καταφέρνει και συνταιριάζει στοιχεία εκ διαμέτρου αντιθετικά: τον έντονο λυρισμό με το δραματικό περιεχόμενο, τις μυστικές μουσικές σχέσεις των λέξεων με το απεγνωσμένο ξεγύμνωμα της ψυχής, τις στιχουργικές σαγηνευτικών μουσικών συνδυασμών με το τρομακτικό κενό της ερωτικής απόρριψης ή εγκατάλειψης: Μια πολυκατοικία άδεια κι ασυνάρτητη / επιστρατεύει το λυγμό μου κάθε βράδυ. Στην ουσία, αυτό ακριβώς το εκρηκτικό συνταίριασμα της σκορπισμένης ελπίδας με τη μουσική, του λυρικού με το δραματικό, είναι που καθιστά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και διαχρονική την ποίησή του…

 

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ
(20-6-2013)

Ο Θανάσης Μαρκόπουλος (ποιητής, φιλόλογος και κριτικός, Κρανίδια Κοζάνης, 1951), κάνοντας ένα μοντάζ σε παλιότερες μελέτες και δοκίμιά του, συνέθεσε ένα αξιοπρόσεχτο και κατατοπιστικό κριτικό πόνημα, τυπωμένο με καλή αισθητική και λιτότητα από τις ποιοτικές εκδόσεις Μελάνι, αναφορικά με τον Ν.-Α. Α. Ο τίτλος του πάρθηκε από στίχο του ποιητή: Ένα πουλί στην άσφαλτο, και ο υπότιτλος: ποίηση και ποιητική του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου. Κείμενο συνολικής δουλειάς αρκετών χρόνων, που αποτελεί ένα άρτιο και ολοκληρωμένο φιλολογικό και ποιητικό πορτρέτο του μεγάλου ερωτικού ποιητή της Θεσσαλονίκης.

http://www.bookpress.gr/diabasame/idees/ena-pouli-stin-asfalto

 

Θάνος Σταθόπουλος,
εφ. Η Καθημερινή (21-7-2013)

Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931-1996) είναι από τους πλέον ιδιαίτερους και σημαντικούς ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Η ποίησή του μελαγχολική, πρωτότυπη, χαμηλόφωνη, αισθητική, με το ρίγος των προσώπων και των πραγμάτων να αποτυπώνεται σ’ έναν κόσμο μοναξιάς, καταστροφής και εγκατάλειψης, σ’ ένα καθορισμένο τέλος, απηχεί το κλίμα «μιας κοινωνικής πραγματικότητας που παίρνει το όχημα της ερωτικής αγωνίας», όπως είχε πει. «Στο πλαίσιο της ποιητικής Θεσσαλονίκης των χρόνων 1930-1960 συγκροτεί μαζί με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο και τον Γιώργο Ιωάννου τον ερωτικά ιδιότυπο κύκλο των ποιητών της Διαγωνίου (1958-1983)», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Θανάσης Μαρκόπουλος.
Ο Θανάσης Μαρκόπουλος, φιλόλογος, κριτικός και ποιητής, συγκεντρώνει στον παρόντα τόμο φιλολογικές μελέτες του για τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου από το 1997 έως σήμερα. Με βαθιά γνώση, ενδελέχεια και διεισδυτικότητα εξετάζει τόπους και όψεις της ποίησης και της ποιητικής του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου.

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΤΣΑΛΟΥΧΙΔΗΣ
περ. Η Παρέμβαση 168-169
(Τέλος θέρους-Αρχή φθινοπώρου 2013) 39

Χωρίς να θεωρηθεί παραγνωρισμένο, το ποιητικό έργο του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου δεν έχει ιδιαίτερα προβληθεί ίσως και λόγω των ιδιαιτεροτήτων του που προαναφέρθηκαν. Το βιβλίο αυτό επιχειρεί να το φωτίσει πολύπλευρα αλλά και ταυτόχρονα να συμπληρώσει το corpus των ποιημάτων με λανθάνοντα και δυσεύρετα ποιήματα. Κάτι που, όπως μπόρεσα να κρίνω, γίνεται με ιδιαίτερη ευσυνειδησία, μεθοδικότητα, θεωρητική επάρκεια και κριτική ικανότητα. Ιδιότητες που, συγκεντρωμένες σε μια φιλολογική δουλειά, δεν είναι πια και ό,τι συνηθέστερο.

 

Ιορδάνης Κουμασίδης
περ. The Books’ Journal 41 (Μάρτιος 2014) 85

Ο Μαρκόπουλος προβαίνει σε μια ολική, εξαντλητική γραμματολο­γική μελέτη του έργου του Ασλά­νογλου, και, ως προς αυτό, είναι σαφώς άξιος συγχαρητηρίων. Μο­λονότι κλείνει τους πραγματολο­γικούς και βιβλιογραφικούς λογα­ριασμούς του με τον ποιητή με μια εκτενή και συγκροτημένη δουλειά, έχω την αίσθηση πως εισέρχεται ορισμένες φορές σε έναν φιλολογισμό, στο πεδίο δηλαδή της τε­λεσίδικης ερμηνείας.

 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΣΦΥΡΙΔΗΣ

Το 2013 ο Μαρκόπουλος συγκεντρώνει σε ένα τόμο όλα τα κείμενα που έχει γράψει για τον Ασλάνογλου και τον τιτλοφορεί Ένα πουλί στην άσφαλτο (στίχος του ποιητή), με υπότιτλο: Ποίηση και Ποιητική του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου. Η μελέτη αυτή, που ξεκίνησε το 1994, αποτελεί μακροχρόνιο μόχθο του Μαρκόπουλου για να μας δώσει σ’ όλη την έκτα­ση και τις προεκτάσεις του το πορτρέτο ενός από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ερωτικούς ποιητές των γραμμάτων μας, που δεν είχε τη θέληση (μήπως τη δύναμη;) να προβάλει το έργο του όσο του άξιζε. Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο υποδηλώνει και ο τίτλος που έδωσε ο Μαρκόπουλος στο βιβλίο του.

Παραφυάδες ΙΙΙ. Κείμενα λογοτεχνίας και βιβλιοκρισίες 2009-2013
Εισαγωγή-Επιλογή κειμένων-Επιμέλεια: Σωτηρία Σταυρακοπούλου
Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 2015, σ. 238

 

ΜΑΤΙΕΣ ΕΝΜΕΡΕΙ (Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2014)

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΜΥΡΝΗ
(3-3-2015)

Με μια κατακτημένη, από τη συνεχή θητεία του στην ποίηση, ικανότητα συμπύκνωσης του ουσιώδους, εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, καθώς ξεκινά την ανάγνωση κάθε κριτικού κειμένου με τους απόλυτα αφαιρετικούς τίτλους, που εμπεριέχουν ταυτόχρονα έναν κρυφό δυναμισμό, όπως: «το διάφανο σκότος», «ο σπασμένος καιρός», «γονατισμένοι ουρανοί», «βαφές θανάτου»…
Παράλληλα, έχοντας βαθιά επιστημονική γνώση της λογοτεχνίας, ανατέμνει τα κείμενα με λεπτό χειρουργικό νυστέρι, όχι μόνο χωρίς να τα πληγώνει, αλλά αναδεικνύοντας με σεβασμό και αγάπη τις φλέβες της δημιουργίας, που τα ζωντανεύουν.
Τέλος, παραθέτοντας στο κείμενό του σχετικά αποσπάσματα –περισσότερα ποιήματα λιγότερα πεζά– δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το δημιουργό αλλά και στο δημιουργό να ακουστεί άμεσα η φωνή του, χωρίς τη γέφυρα του κριτικού.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΡΗΣ,
εφ. Η Αυγή της Κυριακής-Αναγνώσεις (3-5-2015)

Οι Ματιές ενμέρει περιλαμβάνουν σαράντα πέντε κριτικά κείμενα, στα οποία προσεγγίζονται ισάριθμα βιβλία που εκδόθηκαν κατά την εικοσαετία 1993-2013 (είκοσι ποιητικά, είκοσι πεζογραφικά και πέντε που ανήκουν στην κατηγορία της φιλολογικής-κριτικής μελέτης). Ο κριτικός δεν έχει αναγάγει σε βασικό γνώμονα αξιολόγησης την προσωπική του ποιητική (συγγραφείς με ισχυρή λογοτεχνική προσωπικότητα συχνά δεν αποφεύγουν αυτήν την πρακτική κατά την κριτική τους δραστηριότητα). Αντιθέτως: στηρίζει σε λογικά και αναγνωστικά επιχειρήματα την κριτική του γνώμη, με απλότητα, με διαύγεια, με φιλολογική επάρκεια και προπάντων με ειλικρινή αγάπη προς τους συγγραφείς και το έργο τους. Ο νηφάλιος και ακριβής κριτικός λόγος εμπλουτίζεται και καθίσταται λειτουργικός με τις Ματιές ενμέρει. Σε έναν χώρο από τον οποίο δεν λείπουν αφενός οι άκριτες υμνολογίες (σε αρκετές περιπτώσεις θα μπορούσαμε, δυστυχώς, να τις χαρακτηρίσουμε και γλοιώδεις) και αφετέρου οι εμπαθέστατες και άδικες κατηγόριες, οι εμπεριστατωμένες και χαμηλότονα εκφρασμένες κριτικές θέσεις μάς δίνουν το σωστό μέτρο και αυτό είναι κάτι, το οποίο πρέπει να προσγραφεί στα πολλά θετικά στοιχεία της συγγραφικής παρουσίας τού Θανάση Μαρκόπουλου.

 

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΜΕΛΕΤΕΣ-ΔΟΚΙΜΙΑ

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΣ

tolis_nikiforoy

Ο Τόλης Νικηφόρου, γιος προσφύγων από τη Μ. Ασία και την Αν Ρωμυλία, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αποφοίτησε από το Κολλέγιο Ανατολία και σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων. Εργάστηκε κυρίως ως σύμβουλος οργάνωσης επιχειρήσεων στη Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και το Λονδίνο.

Ως τώρα έχουν εκδοθεί 34 βιβλία του, 20 ποιητικά (μαζί με τη συγκεντρωτική έκδοση Ο Πλοηγός του Απείρου, 2004)  και 14 πεζογραφίας (4 μυθιστορήματα, 7 συλλογές διηγημάτων και 3 παραμύθια για μεγάλους).

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε 9 ευρωπαϊκές γλώσσες και έχουν περιληφθεί σε πολλές ελληνικές και ξένες ανθολογίες, καθώς και στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της μέσης εκπαίδευσης στην Ελλάδα και την Κύπρο. Για το παραμύθι του, Σοτοσαπόλ ο χρυσοθήρας τού απονεμήθηκε το βραβείο μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς το 1989 και για τη συλλογή διηγημάτων του, Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, το κρατικό βραβείο διηγήματος το 2009.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Οι άταφοι, Θεσσαλονίκη 1966
Αναρχικά, Θεσσαλονίκη 1979
Ο μεθυσμένος ακροβάτης, Θεσσαλονίκη 1979
Το μαγικό χαλί, Θεσσαλονίκη 1980
Με τη φωτιά στα μάτια (συγκεντρωτική έκδοση των τριών προηγούμενων και της ανέκδοτης συλλογής Ελεύθερος σκοπευτής), Θεσσαλονίκη 1982
Ο πλοηγός του απείρου, Θεσσαλονίκη 1986
Ξένες χώρες, «Νέα Πορεία», 1991
Το διπλό άλφα της αγάπης, «Νέα Πορεία», 1994, «Παρατηρητής», 2002
Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας, «Νέα Πορεία», 1997
Χώμα στον ουρανό, «Νέα Πορεία», 1998
Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, «Νέα Πορεία», 1999
Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται, «Νέα Πορεία», 2002
Ο πλοηγός του απείρου (ποιήματα 1966-2002), «Νέα Πορεία», 2004
Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας, «Μανδραγόρας», 2007
Το μυστικό αλφάβητο, «Μανδραγόρας», 2010
Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, «Μανδραγόρας», 2012
Ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα (32 ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη (1966-2013), «Μανδραγόρας», 2013
Φωτεινά παράθυρα, «Μανδραγόρας», 2014
Ρίγος αιχμάλωτο στον ήχο της φωνής σου «Μανδραγόρας», 2015
Φλόγα από στάχτη σου «Μανδραγόρας», 2017

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Αλμπατζάλ ή πώς βούλωσα τα μεγάφωνα, Θεσσαλονίκη 1971
Εγνατία οδός, «Νέα Πορεία», 1973
Ονειροπολών εγκλήματα, Θεσσαλονίκη 1976, 1977
Τα μάτια του πάνθηρα, «Νέα Πορεία», 1996
Νόστος, «Νέα Πορεία», 2000
Ο δρόμος για την Ουρανούπολη, «Νεφέλη» 2008 (κρατικό βραβείο διηγήματος)
Αγνώστου στρατιώτου «Μανδραγόρας», 2016

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

Η γοητεία των δευτερολέπτων, «Νέα Πορεία», 2001
Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα, «Νεφέλη», 2005
Η εξαίσια ηδονή του βιασμού, «Νεφέλη», 2006
•Έρημο νησί στην άκρη του κόσμου, «Νεφέλη», 2009

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ (για μεγάλους)

Ένα παραμύθι για όλους, «Πασχάλης», 1984
Νόσιλκα, Α.Σ.Ε., 1989
Σοτοσαπόλ ο χρυσοθήρας, Ο.Μ.Ε.Π., 1996 (βραβείο Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς)