ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ

 

Ο Γιώργος Φράγκος γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1962. Έκδωσε δύο ποιητικές συλλογές στα μαθητικά του χρόνια. Την περίοδο 1982-1988 σπούδασε δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο Φιλίας των Λαών της Μόσχας. Το 1989 παρακολούθησε στο ίδιο Πανεπιστήμιο μεταπτυχιακά μαθήματα
στην έδρα της λογοτεχνίας.
Από το 1990 εργάζεται στη Λευκωσία ως δημοσιογράφος στον ημερήσιο Τύπο. Διατηρεί τη στήλη της κριτικής ποίησης στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος».
Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου για δυο δεκαετίες, ενώ την περίοδο 2013-2017 διετέλεσε Γενικός Γραμματέας. Ήταν,
επίσης, μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας. Πλέον, είναι Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου.
Από το 1978 μέχρι σήμερα, έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. Ποιήματά του δημοσιεύονται κατά καιρούς, ως επί το πλείστον, στα
λογοτεχνικά περιοδικά «Νέα Εποχή» και «Ανευ», ενώ έχει συμμετοχή και σε ορισμένες ποιητικές ανθολογίες. Εκτός από την ποίηση, ασχολείται και με την κριτική λογοτεχνίας, έχοντας δημοσιεύσει εκατοντάδες βιβλιοπαρουσιάσεις και άλλα συναφή κριτικά σημειώματα και μελετήματα, κυρίως στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο της Κύπρου.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τουρκικά, ισπανικά, ιταλικά, βουλγάρικα και ρωσικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Παλαιοπωλείο ασμάτων, Φαρφουλάς 2013
Φλοίσβος συννέφων Βακχικόν 2018

(ιδιωτικές εκδόσεις, εξαντλημένες και εκτός εμπορίου)

Τα πρώτα φτερουγίσματά μου, Κύπρος 1978
Κι όλοι μαζί να θρύψουμε τ’ άσπρο το περιστέρι,
Κύπρος 1979
Ιαχές, Κύπρος 1984
Ιστορία αγάπης σε πέντε πράξεις, Κύπρος 1986

 

 

ΦΛΟΙΣΒΟΣ ΣΥΝΝΕΦΩΝ (2018)

ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΚΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΝΕΦΑ

Τα κύματα με τα σύννεφα
πιάνουν συχνά ψιλή κουβέντα.
Ξασπρίζουν τα πρώτα αγριεμένα
μαυρίζουν τα δεύτερα συνοφρυωμένα.
Κι όταν τα κύματα γαληνεύουν
τα σύννεφα μοιάζουν
με βαμβακοφυτείες στον ουρανό.

Τα κύματα με τα σύννεφα
έχουν ισότιμη και αμοιβαία σχέση.
Τα πρώτα τροφοδοτούν τα δεύτερα
κι αυτά, με τη σειρά τους,
καθορίζουν τη συμπεριφορά των πρώτων.
Ουδείς ποδηγετεί, ουδείς καθυποτάσσεται.

Είναι, βεβαίως, και μια σχέση ερωτική.
Κι ας φέρνει καταιγίδες και τραμουντάνες.
Καθώς ανεβαίνουν τα κύματα
χαμηλώνουν τα σύννεφα
κι αλληλοθωπεύονται
μ’ αγριεμένο πάθος.
Και δεν ξέρεις πότε εισχωρεί
το σύννεφο στο κύμα
και πότε το ανάποδο.

Και η βροχή;
Ψιλή, ραγδαία ή βροχοθύελλα,
είναι καρπός του έρωτα
κυμάτων και συννέφων.
Τα κύματα υιοθετούν συχνά
στοιχεία από τη συμπεριφορά
των συννέφων και αντιστρόφως.
Έτσι δεν ξενίζει κανένα
που αντικρίζουμε
σύννεφα κυματιστά
ή συννεφιασμένα κύματα.

Κι ο ποιητής;
Μια ζωή ποδαρόδρομο
σε κακοτράχαλα μονοπάτια.
Πώς θα ’θελε να βρεθεί
καβάλα σ’ ένα σύννεφο
ή και σ’ ένα κύμα ακόμη!
Έτσι να περιδιαβεί
ουρανούς κι ωκεανούς
μακριά και πάνω
από λογής – λογής
μικρότητες, ασημαντότητες
και άλλα συναφή.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ I

Αρσακειάδες αλλοτινών εποχών
σε πάρτι ξέφρενα
με ημίγυμνες κορασίδες.
Φτωχοί συγγενείς
σε γαμήλια δεξίωση
νεόπλουτων νεονύμφων.
Τα βιβλία της ποίησης
στα κυπριακά βιβλιοπωλεία.
Στριμωγμένα, σφηνωμένα
ανάμεσα σε λογής – λογής
ευπώλητα και φανταχτερά χαρτικά
ασφυκτιούν, υποφέρουν, πονούν.

Μα σαν σβήσουν τα φώτα
και γυρίσει αντίστροφα η καρτέλα
από το “open” στο “closed”
οι στίχοι ξεγλιστρούν απ’ τις σελίδες
ψιθυριστά – ψιθυριστά μα παθιασμένα
και στροβιλίζονται συναμεταξύ τους
στους ρυθμούς ενός κελαριστού βαλς
εκβάλλοντας συνάμα ο καθένας
τη δίκιά του μελωδία.

Το πρωί οι πωλήτριες
ταχτοποιούν από ’ξαρχής
τα στραβοβαλμένα βιβλία
και νιώθουν στ’ ακροδάχτυλα
το ελαφρύ λαχάνιασμά τους.

 

ΤΗΣ ΖΩΗΣ

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΑΝΑΜΟΝΗ *

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι που ανοίγει τα επίμονα, καρτερικά φτερά της
κόβει τον αέρα της διαρροής,
της εισροής ή και της όποιας ροής.

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι σφιχτά που σταυρώνει τα χέρια της
στο προσηλωμένο στήθος
παρακωλύει τη διέλευση νέων ανέμων,
νέων ιδεών, νέων ταλαιπωριών, έστω.

Απαγορεύεται η αναμονή
Έτσι φορτικά καρφωμένα π’ αφήνει τα μάτια της
στο αέναο κενό της μίας ελπίδας
διεμβολίζει εκατοντάδες άλλα φτερακίσματα,
αναπτερώσεις, αναπετάσματα,
ακόμη και ανεμοσκορπίσματα.

Απαγορεύεται η αναμονή
αναγορεύεται σε προσμονή
υπαγορεύεται σε πλησμονή, έστω.
Φτάνει ν’ αποκτήσει τάση και διάσταση
κλίση, επίκληση ή ανάκληση.
Οι επίπεδες στατικές αναμονές
είναι αδιέξοδες και άδοξες συνάμα.

*Επιγραφή μπροστά από την πύλη των αφίξεων
στο διεθνές αεροδρόμιο της Λάρνακας.

 

ΣΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΑΡΧΟΥ*

Τρεις οι παπάδες κι ένας ο ψάλτης τέσσερις
παρέπεμπαν στη γνωστή πειραιώτικη τετράδα
του Βαμβακάρη, του Παγιουμτζή, του Δελιά και του Μπάτη.
Κι όταν αρχίνισαν τα θυμιάματα και τα «Κύριε ελέησον»
νόμιζα πως άκουγα να κελαηδούν μπαγλαμαδάκια.
Το «έτι δεόμεθα υπέρ αναπαύσεως της ψυχής
του κεκοιμημένου δούλου του Θεού»
σε ρυθμό …απτάλικο μού ακούστηκε
εννέα όγδοα ολοκάθαρα!

Εκλάμβανα τις βυζαντινές ψαλμωδίες
για σμυρναίικους αμανέδες.
Τα ευλογητάρια και τις δεήσεις για «άλα»
και «γυάλα» και «όπα» και «γεια σου Νέαρχε»!
Καθώς, φαντάζομαι, ο νεκρός δεδικαίωται
ο μεταστάς άλλο που δεν θα ήθελε
εξόν από το να ηχήσουν τέλια στη θανή του.
Όσο για το «Μακαρία η οδός, η πορεύει σήμερον»
σωστό χασαποσέρβικο, με μπρίο και ρυθμό.

Από το θόλο του τρούλου έφταναν στ’ αυτιά μου
μελωδίες από βιολιά και νταούλια, ντέφια
ζουρνάδες, τζουράδες και μπουζούκια.
Κι ένα μπαγλαμάδακι – σωστό ζουζούνι ατελεύτητο –
κράταγε το ίσο στον βραχνόφωνο παπά.

Μα σαν είπε ο ιερέας: «ένθα άπέδρα πάσα οδύνη
λύπη και στεναγμός», σκέφτηκα πως
ο αποθανών σίγουρα «εν τόπω άναψύξεως»
θα θεωρούσε .. .των αγγέλων τα μπουζούκια!

Και γέλασα πικρά, φέρνοντας στο νου
το σαρδόνιο χαμόγελο του μεταστάντος
καθώς ο παπάς είπε: «η ζωή και η άνάπαυσις
του κεκοιμημένου δούλου σου», καθότι
ο μεταστάς άλλα θεωρούσε ζωή και άλλα ανάπαυση
άλλα, πολύ διαφορετικά από αυτά που εννοούσε
το παπαδομάνι μπροστά από την Ωραία Πύλη
ή μήπως δεν ήταν Ωραία Πύλη αλλά .. .παλκοσένικο;

 

0 Νέαρχος Γεωργιάδης, σημαντικός πεζογράφος αλλά και σπουδαίος
μελετητής της ιστορίας του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, με
πανελλήνια αναγνώριση, πέθανε στις 31 Ιουλίου και κηδεύτηκε στις 2
Αύγουστου του 2013 στη Λευκωσία. Το ποίημα γράφτηκε αυθημερόν.
(Να προσθέσω πως ήταν από τη Μόρφου)

 

ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΜΜΕΝΟ ΒΡΕΦΟΣ

Εγκαταλειμμένο βρέφος το αύριο,
με βρώμικες φασκιές,
μπουσουλάει στα λασπόνερα
της αβεβαιότητας και της ασυδοσίας,
μυξοκλαίει ατενίζοντας
θολά τοπία και γκρίζους ουρανούς,
τρίβει τα κατακόκκινα ματάκια του
λες κι άγγιξε καυτό πιπέρι ανευθυνότητας.

Εγκαταλειμμένο βρέφος το αύριο,
με λερωμένο προσωπάκι,
σπαράζει αφημένο
στα σκαλοπάτια της ασυνειδησίας,
πλαντάζει γοερά
στο πεζοδρόμιο της διαφθοράς,
εκβάλλει βαθύς, διακεκομμένους λυγμούς,
διασπώντας το νιρβάνα αφελούς μακαριότητας.

Το αύριο όμως,
όπως και κάθε αύριο άλλωστε,
θα μεγαλώσει,
θ’ ανατραφεί σε ορφανοτροφεία και ιδρύματα,
θ’ ανδρωθεί σε πλατείες, συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις,
θα γαλουχηθεί σε νάματα και ιδανικά,
θα προδοθεί σε γραφεία και καταγώγια
και θα ταφεί με δόξες και τιμές
βραχείας ημερομηνίας λήξεως.

Ώσπου ν’ ακουστεί και πάλι το κλάμα ενός μωρού,
κι ένα καινούργιο αύριο,
έκθετο και εγκαταλελειμμένο,
να τραβήξει ξανά την ίδια ανηφόρα.

 

ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Το κρατικό θέατρο σημαιοστολισμένο για την πρεμιέρα
Στο φουαγιέ τα μέλη του Δ.Σ.
να υποδέχονται με σαρδόνια χαμόγελα τους επίσημους προσκεκλημένους
Χαμόγελο – φρεγάδα, της κλίμακας άλφα δεκαέξι,
για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας
Χαμόγελο – ταχύπλοο σκάφος, της κλίμακας άλφα δώδεκα,
για τους βουλευτές
Φευγαλέο χαμόγελο – σκουτεράκι, στη βάση της κλίμακας,
για τον ρεπορταράκο που μπήκε τελευταίος στον προθάλαμο.

Και πικροχαμόγελο – υπερωκεάνιο
εκ μέρους του μεταστάντος δραματουργού
που εξ ουρανού αντελήφθη
το δράμα της κλίμακας των αξιών μας.

 

ΝΕΚΡΑ ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΟΥΛΑ

Δαντελένιος αφρός
σάβανο μικρών παιδιών
μες στη Μεσόγειο.

Φλοίσβος κυμάτων
μοιρολόι αντί νανούρισμα.

Κι η φουσκοθαλασσιά
νεκρώσιμος ακολουθία.

Ο Μαΐστρος, ο Λεβάντες
ο Γαρμπής και ο Πουνέντες
βαστάζοι φέρετρων.

Ο Γραίγος κι ο Σιρόκος
σταυρούς καρφώνουν
σ’ ανώνυμα μνήματα
στην ακροθαλασσιά.

Και το φεγγάρι
ανάβει σαν καντήλι
σε παραλίες – κοιμητήρια.

Τα χαμόγελα που δεν άνθισαν
τα γελάκια που δεν ακούστηκαν
τα χαδάκια που δεν δόθηκαν
πορφυρόχρυσα κοχύλια στο βυθό.

 

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

ΚΟΥΤΑΒΙ

Καχεκτικό κουτάβι ο έρωτας,
ζαρωμένο στον καναπέ του σαλονιού μας.
Μάλλινη κουβέρτα, ο παρατατικός που το σκεπάζει.
Γαβάθα με γάλα, ο αόριστος στα πόδια του.
Κι ένα κόκαλο βρασμένο, ο υπερσυντέλικος στο πλάι του.

Όμως αυτό ποθεί
του ενεστώτα τα παιγνιδίσματα,
ο παρακείμενος έστω,
να του ρίξει τη μπάλα
κι αυτό λαχανιάζοντας
να τρέξει να τη φέρει.

Όμως αυτό λαχταρά
του στιγμιαίου μέλλοντος τους κραδασμούς,
του συντελεσμένου μέλλοντος τις αυτάρεσκες ανάσες,
πόσο μάλλον του μέλλοντος διαρκείας
τα γλυκά γουργουρητά.

 

ΜΟΝΑΞΙΕΣ

Εκατομμύρια μοναξιές
συνωθούνται σε λεωφόρους, μετρό, σταθμούς.
Χιλιάδες μοναξιές
συμβαδίζουν εκ παραλλήλου,
σε πορείες, συναυλίες, διαδηλώσεις.
Εκατοντάδες μοναξιές,
παρίστανται σε τελετές, δεξιώσεις, εκδηλώσεις.
Δεκάδες μοναξιές,
μετέχουν σε γεύματα, δείπνα, γιορτές.

Μα οι χειρότερες,
οι πιο φρικτές, οι πιο δυσβάσταχτες,
είναι οι δυο μοναξιές.
Οι δυο μοναξιές
δίπλα στον πάγκο της κουζίνας,
μπροστά στην τηλεόραση,
στο υπνοδωμάτιο.

 

 

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ ΑΣΜΑΤΩΝ (2013)

Τραγούδια για πράγματα κι αισθήματα παλιά

 

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ

Πέρασα βερνίκι όλες μου τις μνήμες
κόλλησα με γόμα όλες τις ρωγμές
πήρα τα σκαρπέλα, πήρα και τις λίμες
κι έχω αφήσ’ απ’ έξω όλες τις πομπές.

Παλαιοπωλείο είν’ οι μνήμες μας
καλογυαλισμένες μέσα στη ψυχή
έχουν μέσα φόδρα απ’ τις λύπες μας
μα και για σφραγίδα άλλην εποχή.

Έχω συντηρήσει τόσες αναμνήσεις
έχω βάλει λάδια κι άλλα υλικά
έχω αποβάλει τόσες αντιρρήσεις
έβγαλα τη σκόνη κι άλλα περιττά.

Έβαψα μ’ ασβέστη θύμησες ποικίλες
έβγαλα τα χόρτα τα πειρατικά
άνοιξα με φόρα της καρδιάς τις πύλες
κι άφησα να φέγγουν τα θαυμαστικά.

 

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Στη μνήμη του πατέρα

Το παλιό ποδήλατο
στην καρδιά σου φύλα το
στα πετάλια του στηρίζεις
παιδικές σου αναμνήσεις.

Μαύρο και θεόρατο
με τεράστια σέλα
και με πόν’ αόρατο
έλα και ξαναέλα.

Το παλιό ποδήλατο
να ξεχνάς αδύνατο
έτριζε η καδένα του
και μάγκωναν τα φρένα του.

Κρέμονταν τα πόδια μου
στον πισινό τροχό του
τώρα με τα ζόρια μου
πετώ με το φτερό του.

Το παλιό ποδήλατο
στ’ όνειρό μου είδα το
το φανάρι νικελένο
έμαθα να περιμένω.

Ακούω το κουδούνι
στο έμπα της αυλής μας
μ’ αξύριστο πηγούνι
χαμογελάς μαζί μας.

Το παλιό ποδήλατο
αν μπορείς κυνήγα το
γυάλιζαν οι ακτίνες του
στου ήλιου τις αχτίδες του.

Έβαζα το πρόσωπο
πια’ από την πλάτη σου
σ’ ένα κόσμο απρόσωπο
φυλαχτό η αγάπη σου.

Το παλιό ποδήλατο
στην αυλή αφύλαχτο
πού να το καβαλικέψεις
πού ’ν’ τα κότσια να πιστέψεις.

Απ’ τη μέση σε κρατώ
και τ’ αέρι χαίρομαι
αχ μπαμπά πώς σ’ αγαπώ
τώρα π’ ερωτεύομαι.

 

ΠΑΛΙΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ

Στα παλιά τα καφενεία
ψήνουν τον καφέ στην άμμο
για την παλιοκοινωνία
λένε λόγια παραπάνω.

Έχουν άποψη και μπέσα
εμπειρίες κι ενοχές
και γνωρίζουν από μέσα
της ζωής τις διδαχές.

Στα παλιά τα καφενεία
κουδουνίζουνε τα ζάρια
και σκοτώνουν την ανία
στης ψυχής τους τα αμπάρια.

Έχουν μνήμες, έχουν πόνο
και πολλά παθήματα
θέλουν να θυμούνται μόνο
τα γλυκιά μαθήματα.

Στα παλιά τα καφενεία
ζωγραφιά μια Γενοβέφα
σαν παλιά χαρτομανία
πα’ στο τάβλι και την πρέφα.

Έχουν στρογγυλά τραπέζια
λιγδιασμένες τράπουλες
και γλυκά σαν πετιμέζια
είν’ τα λόγια που μου λες.

 

ΟΙ ΠΑΛΙΟΦΙΛΟΙ

Οι παλιόφιλοι γερνάνε
σωρηδόν και ομαδόν
μα ποτέ του δεν στενεύει
της καρδιάς το εμβαδόν.

Οι παλιόφιλοι γυρνάνε
εν ριπεί του οφθαλμού
στη στιγμή της ευτυχίας
και στην ώρα του λυγμού.

Έχεις πού να αρπαχτείς
έχεις πού να ακουμπήσεις
σε πελάη αν ριχτείς
θα τους βρεις να επιζήσεις.

Οι παλιόφιλοι ξεχνάνε
ποτέ έχουν ειδωθεί
μα η σχέση τους γρανάζι
που δεν έχει φαγωθεί.

Οι παλιόφιλοι μιλάνε
από μιλιά μακριά
αφανίζει αποστάσεις
της ψυχής η γιατρειά.

Οι παλιόφιλοι γελάνε
με τις θύμησες του νου
έχουνε ματιά καθάρια
καταγάλαν’ ουρανού.

 

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΣΥΜΜΑΘΗΤΕΣ

Γινωμένοι, σιτεμένοι οι παλιοί συμμαθητές
ψάχνουνε την εφηβεία σε προγούλια κι ενοχές.
Έχουν γάργαρο το γέλιο και το βλέμμα φωτεινό
και το νου απαλλαγμένο από κάθε τι πικρό.

Νικητές ή νικημένοι οι παλιοί συμμαθητές
νιώθουν πάντοτε ωραία για το μακρινό το χθες.
Όταν θα συναντηθούνε βάζουνε τα γιορτινά
της ψυχής τους τα παντζούρια τα κρατούνε ανοικτά.

Ξεχειλίζουν απ’ αγάπη οι παλιοί συμμαθητές
δεν χρωστάνε, δεν πονάνε κι ανταλλάσουνε ευχές.
Νοσταλγούν την ηλικία που ’χαν όνειρα ζεστά
τώρα έχουν αγκωνάρια που τα θεωρούν μεστά.

Δυστυχείς κι ευτυχισμένοι οι παλιοί συμμαθητές
ατελέσφορων ερώτων παραμένουν εραστές.
Σαν βρεθούν και σαν μιλήσουν νιώθουν πάντοτε καλά
που τα χρόνια τους τ’ αθώα τούς χαδεύουν απαλά.

 

ΠΑΛΙΕΣ ΠΟΥΤΑΝΕΣ

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
έχουν μείνει μοναχές
χαθήκαν και οι αλάνες
χάθηκαν κι οι ενοχές.

Τα χαμόσπιτα που ζούνε
μένουν πάντα ανοιχτά
λίγο φως απομυζούνε
και αυτό στα πεταχτά.

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
ζούνε μέσα στη βρωμιά
στα ξωπόρτια τους ροχάλες
κάτουρου αναθυμιά.

Το κατώφλι τους διαβαίνουν
γέροι και αλλοδαποί
κι ούτε που βαριανασαίνουν
στο κορμί τους το γιαπί.

Οι παλιάς κοπής πουτάνες
μένουν ξύπνιες ως αργά
έχουν πεθαμένες μάνες
και τα στήθια τους βαριά.

 

ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

Οι παλιές αγάπες μένουν στη σοφίτα του μυαλού
σκεπασμένες, σκονισμένες και με γεύση του πηλού.

Δεν έχουν ποτέ γεράσει, δεν έχουν ποτέ χαθεί
κι όσο έχουνε πικράνει, τόσο έχουν πικραθεί.

Οι παλιές αγάπες πάντα γαληνεύουν τη ψυχή
δεν εξάπτουνε τα πάθη, δεν ανοίγουνε πληγή.

Κουβαλούνε αναμνήσεις σαν μυρμήγκια την τροφή
και γνωρίζουν ως που φτάνουν, ξέρουνε την οροφή.

Οι παλιές αγάπες έχουν κάτι απροσπέλαστο
μοιάζουν με τον ουρανό μας, το γλυκό και έναστρο.

Αγαπώ τη νοσταλγία, αγαπώ πολύ κι αυτές
δεν κομπάζω, μα ρεμβάζω και τις πεθυμώ σαν χθες.

 

ΠΑΛΙΑ ΚΙΘΑΡΑ

Μνήμη Αλεξάντερ Σαχνόφ

Παλιά κιθάρα
που σαν καμάρα
άνοιγε στους ορίζοντες
κι έτερπε τους γνωρίζοντες.

Παλιά κιθάρα
σαν μια κανάρα
έβγαζε φθόγγους μαγικούς
και ήχους υπεραστικούς.

Στο γρατσούνισμά σου
έβγαινε σπινθήρας
και στο άγγιγμά σου
άνοιγε κρατήρας.
Άναβαν τα μάτια
με μια συγχορδία
βούλιαζαν γινάτια
στη μυσταγωγία.

Παλιά κιθάρα
χωρίς φανφάρα
που είχε τέλια για χορδές
στων αισθημάτων τις ορδές.

Παλιά κιθάρα
γερή αμπάρα
που έφραζε τις έγνοιες μας
και στήριζε τις μέρες μας.

 

Η ΠΑΛΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

Η παλιά γειτονιά
σφίγγει σαν πετονιά
γρατσουνάει τις μνήμες
του μυαλού μας τις κνήμες.

Για καφέ στη βεράντα
να μυρίζουν λεβάντα
οι αυλές όπως πάντα,
γιασεμιά σα γιρλάντα.

Η παλιά γειτονιά
σβήνει μ’ απονιά
κάθε πίκρας πετράδι
κάθε πόνου σημάδι.

Η παλιά γειτονιά
και το χρόνο – φονιά
τον ξαπλώνει στο χώμα
στης αλάνας το σώμα.

Η παλιά γειτονιά
μας ανοίγει πανιά
και γινόμαστ’ έφηβοι
και εκλείπουν οι φόβοι.

Στην παλιά γειτονιά
με τα χέρια χωνιά
οι μητέρες καλούνε
τα παιδιά τους να ’ρθούνε.

Στην παλιά γειτονιά
ούτε μια θημωνιά
ξεφυτρώσαν παλάτια
και χαθήκαν γινάτια.

 

ΣΤΕΚΙΑ ΠΑΛΙΑ

Στέκια παλιά ερημωμένα
με τα γκαρσόνια γερασμένα
μόνο που δεν παλιώσανε
οι μνήμες που μας δώσανε.

Στέκια παλιά μαραζωμένα
με τα τελάρα στοιβαγμένα
μόνο που δεν παλιώσανε
οι φίλοι που μας δώσανε.

Τα στέκια μένουν μέσα μας
κεντρίζουνε τη μπέσα μας
κι έχουνε ζεστό μαγκάλι
ν’ ανταμώσουμε και πάλι.

Στέκια παλιά και ξεβαμμένα
με τα τραπέζια τους φθαρμένα
μόνο που δεν στοιχειώσανε
κι αγάπες μάς ενώσανε.

Στέκια παλιά και ξεχασμένα
με τα ποτήρια ραγισμένα
μόνο που δεν στοιχειώσανε
και δώσανε και σώσανε.

 

ΠΑΛΙΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
περνώ την ανηφόρα
και με χαρμάνι σέρτικο
στεγνώνω απ’ την μπόρα.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
σωστό αρσιβαρίστα
ξαλάφρωσε ο πόνος μου
και τα μαράζια σβηστά.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
δυνάμεις συγκεντρώνω
τον πόνο μου τον άτιμο
στο καναβάτσο στρώνω.

Μ’ ένα παλιό ζεϊμπέκικο
κοκτέιλ βιταμινών
και το ντουνιά τον ψεύτικο
νικάω επιμείνων.

 

ΠΕΝΤΑΔΡΟΜΟΣ

Μνήμη Μάριου Τόκα

Πού ’ναι τα παλιά τα καφενεία
με τα τζάμια τα θαμπά
δεν υπάρχει χρόνος για ανία
και η μνήμη ακουμπά
κάπου μες στης Γλάδστωνος τα μέρη
με καρέκλες τόνενες
τενεκέδες φούλια στο παρτέρι
και αφράτες γκόμενες.

Πεντάδρομε, πεντάμορφε
μ ένα πεντασέλινο στο χέρι
πεντανόστιμα σουβλάκια αγοράζω.
Πεντάδρομε, πεντάστερε
σ’ ένα πεντακάθαρο πανέρι
πέντε κύφυλα, κουλούρια να κοιτάζω.
Πεντάδρομε, πεντάκλωνε
μιας πεντάρας νιάτα το ασκέρι
πεντοζαλισμένος θέλω ν’ αγαλλιάζω.

Πού ’ν’ τα σχολικά λεωφορεία
με γκριζοπαντέλονα
τα αγόρια κάνουν φασαρία
όνειρα να σέλωνα.
Καβαλάρης στη Θεσσαλονίκης
άπειρες κλεφτές ματιές
τα κορίτσια ξέρουν που ανήκεις
άσε τις αποκοτιές.

Ορθοπεταλιές στην Άγια Ζώνη
και σούζες στα φανάρια
δίχως χέρια πάνω στο τιμόνι
και τρέλα δυο καντάρια.
Στην Ανεξαρτησίας στη γωνιά
κορίτσια κόβουν βόλτες
συνεννοούνται με μιαν αγκωνιά
σα βλέπουνε δυο μόρτες.

 

ΛΕΜΕΣΟΣ

Στ’ ακροθαλάσσι σου υφαίνουν
γιρλάντες τ’ αφροκύματα.
Και στην καρδιά μας ανασταίνουν
γυμν’ αλαφροπατήματα.

Σεργιανάνε ανεράδες,
τραγουδάνε μαχαλάδες,
στ’ ακροθαλάσσι σου.
Όλ’ η πλάση ταρσανάδες,
αγαλλιάζουνε μανάδες,
στ ’ακροθαλάσσι σου.

Στ’ ακροθαλάσσι σου διαβαίνουν
όνειρ’ ελπίδες και ευχές.
Και στο γιαλό σου όλοι ξεπλένουν
βάσανα, πίκρες κι ενοχές.

Στ’ ακροθαλάσσι σου αγναντεύουν
καράβια, πλοία, φορτηγά.
Κι οι παφλασμοί βρε πως νταντεύουν
γυναίκες, γέρους και παιδιά.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ

«Ανταμώσανε,
κατ’ απ’ τον ίσκιο μιας προδομένης ιστορίας
κατ’ απ’ το πέπλο του ακρωτηριασμένου παρελθόντος
δώσαν τα χέρια και ένωσαν τις καρδιές
τις αγκάλες άνοιξαν
και λουλούδια φύτρωσαν
κόκκινο τριαντάφυλλο ξεφύτρωσε απ’ του κανονιού την μπούκα
η ξιφολόγχη βλάστησε και γίνηκε γαρουφαλιά».

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΝΙΚΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

Κάποτε ένας δάσκαλός μου, έλεγε ότι τα καλά βιβλία πάντοτε είναι και καλές εκδόσεις, χωρίς ωστόσο να ισχύει η αντίθετη προϋπόθεση. Δηλαδή αν μια έκδοση είναι καλή δεν σημαίνει ότι και το περιεχόμενο είναι καλό. Σήμερα παρουσιάζω ένα ζεστό, πολύ καλό βιβλίο, μια πολύ καλή έκδοση: το Παλαιοπωλείο Ασμάτων του δημοσιογράφου Γιώργου Φράγκου.

Το βιβλίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Φαρφουλάς τον Σεπτέμβριο του 2013 και παρουσιάστηκε στο κοινό έξη μήνες αργότερα, στις 4 Μαρτίου 2014 (στο διάστημα αυτό είχε μεσολαβήσει ένα ξαφνικό πρόβλημα υγείας και αυτό ήταν ένας ακόμα λόγος για να μη χάσω την παρουσίαση: ευτυχώς ο φίλος Γιώργος Φράγκος ήταν πολύ καλά στην υγεία του). Στάθηκα τυχερός γιατί στην παρουσίαση ακούστηκαν και τέσσερα υπέροχα τραγούδια από τη συλλογή, που μελοποίησε και τραγούδησε ο συνθέτης Λάρκος Λάρκου.

Μνήμες, μνήμες, μνήμες: ένας ολόκληρος κόσμος που δεν υπάρχει πια. Στην οθόνη της ψυχής μας οι μορφές και τα σχήματα γίνονται αχνά, και τα χρώματα έχουν ξεθωριάσει, έχουν γίνει γκρίζα. Έρχεται όμως ο ποιητής και τους ξαναδίνει τη χαμένη τους ζωντάνια και αίγλη. Μαζί όμως, απλώνει παντού και μια γάζα τρυφερότητας, θλίψης και νοσταλγίας.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

 

1-φωτο

 

0 Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς Μαγιακόφσκι (19/7/1893-14/4/1930) γεννήθηκε στο χωριό Μπαγντατί της Γεωργίας από οικογένεια δασονόμου. Ο πατέρας του πέθανε νωρίς και η οικογένεια μετοίκησε στη Μόσχα. Σε νεαρή ηλικία ο Μαγιακόφσκι φυλακίστηκε για επαναστατική δράση. Φοίτησε στο Κολέγιο Ζωγραφικής, Γλυπτικής και Αρχιτεκτονικής της Μόσχας, από το οποίο διώχτηκε για τη «φουτουριστική» του συμπεριφορά και δράση.
Πρωτοδημοσίευσε ποιήματα στην ομαδική έκδοση των φουτουριστών Ένα χαστούκι στο κοινωνικό γούστο το 1912. Εξέδωσε τα ποιητικά βιβλία Σύννεφο με παντελόνια (1915), Στων σπονδύλων τον αυλό (1916), Απλό σα μουγκανητό (1916), Όλα τα ποιήματα του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, 1909-1919, 13 χρόνια δουλειάς (1922) κ.λπ. Έγραψε θεατρικά έργα και πεζά κείμενα.
Ο Μαγιακόφσκι, που ξεκίνησε την πορεία του στην ποίηση ως φουτουριστής μαζί με τον Χλέμπνικοφ, τον Μπουρλιούκ, τον Κρουτσιόνιχ κ.ά., έγινε στη συνέχεια ο ποιητής που εξέφρασε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο την ταραγμένη εποχή της σοσιαλιστικής επανάστασης. Το 1917 τάχθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ της, προπαγανδίζοντας με το έργο του τα οράματά της. Παράλληλα, πειραματίστηκε πολύ με τη γλώσσα, το στίχο, την ομοιοκαταληξία και γενικά τη μορφή και το περιεχόμενο της ποίησης. Οι πειραματισμοί του αυτοί είχαν πλατιά απήχηση τόσο στη ρωσική όσο και στην παγκόσμια ποίηση.
Έγραψε λυρικά ποιήματα και ποιητικές συνθέσεις, αλλά και έργα με σαφείς και πολλές φορές κοινωνικούς, άμεσους πολιτικούς και ιδεολογικούς στόχους. Το έργο του χαρακτηρίζουν συχνά η σάτιρα, ο σαρκασμός και η κοινωνική κριτική. Αυτοκτόνησε στις 14/4/1930.
ΠΗΓΗ: «Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα» σε Μετάφρασγ-εισαγωγή-σχόλια του Γιώργου Μολέσκη (Μεσόγειος 2009)

 

 

Ποιήματα σε Μετάφραση Γιάννη Ρίτσου (Κέδρος 2003)

 

ΣΥΓΝΕΦΟ ΜΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ

ΤΕΤΡΑΠΤΥΧΟ

(Αποσπάσματα)

Σ’ εσένα Λιλή

Πρόλογος

Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχεία κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω,
εικοσιδυό χρονών λεβέντης.

Εσείς οι αβροί!..
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ’ το σαλόνι,
εσάς την άψογον υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κ’ εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα – ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού
μαγειρικής.

θέλετε —
θάμαι ακέριος όλο κρέας, λυσσασμένος,
—κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός —
θέλετε —
θάμαι η άχραντη ευγένεια
—όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια.

 

I

Νομίζετε ίσως πώς παραμιλάει ο πυρετός;
Έγινε.
Έγινε στην Οντέσσα.
«θα ‘ρθω στις τέσσερις», είπε ή Μαρία.

Οχτώ
Εννέα
Δέκα

Να και το βράδυ
έφυγε απ’ το παράθυρο
μες στ’ ανατρίχιασμα της νύχτας
κατσουφιασμένο
δεκεμβριανό.

Πίσω απ’ την ξεχαρβαλωμένη πλάτη
χλιμιντράν χαχανίζουν τα πολύφωτα.

ΙΙ

Ο δρόμος
στριμώχνει σιωπηλά τα βάσανά του.
Η φωνή του
σαν κόκκαλο ψαριού στο λαρύγγι του.

Η πολιτεία αμπάρωσε τδ δρόμο με σκοτάδι.

Και στο στόμα
σαπίζουν τα μικρά πτώματα
των πεθαμένων λέξεων,
και δυο μονάχα ζουν
χοντραίνοντας,
«τσογλάνι»,
και μια άλλη ακόμα,
θαρρώ:
«ψωμί».

Οι ποιητές
που μούλιασαν στα κλάματα και στ’ αναφιλητά
λάκισαν απ’ το δρόμο
τινάζοντας ακατάδεχτα τα τσουλούφια τους.
«Πώς με δυο τέτοιες λέξεις
να τραγουδήσεις
την δεσποινίδα
και τον έρωτα
και το τριανταφυλλάκι με τις δροσοσταλίδες;»

Και πίσω από τους ποιητές
τρέχουν τα πλήθη του δρόμου:
Φοιτητές,
πόρνες,
εργολάβοι.

III

Σήμερα πρέπει
με τη βαρειά
ν’ αποτυπώνεσαι στο καύκαλο του κόσμου.
Εσείς που μοναχά μιαν έγνοιαν έχετε:
«είναι τάχα ο χορός μου κομψός;»
κοιτάχτε πώς διασκεδάζω
εγώ —
ο χαρτοκλέφτης κι ο ρουφιάνος
της πλατείας.

Από σας
που χρόνια τώρα παπαριάζετε στον έρωτα
εγώ θα χωρίσω τα τσανάκια μου
τον ήλιο βάζοντας μονύελο
στ’ ορθάνοικτο μου μάτι.
Μ’ απίθανο ρούχο ντυμένος
θα βαδίσω στη γης
και μπροστά μου δεμένον μ’ αλυσίδα
θα κρατάω σα σκυλί τον Ναπολέοντα.

 

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ

(Α π ό σ π α σ μ α)

Μπορεί
να μην απομένει
κανένα χρώμα πια
στο χρόνο – χαμαιλέοντα;
Ακόμα ένα τίναγμα
και πάλι θα πέσει
άκαμπτος, δίχως πνοή;

Μπορεί
απ’ τούς καπνούς και τους πολέμους φλομωμένη
η γης
να μην ξανασηκώσει το κεφάλι της;

Μπορεί…
Όχι,
αυτό δε μπορεί!
Αύριο-μεθαύριο τα περιδινούμενα νερά των σκέψεων θα κρουσταλλιάσουνε
αύριο – μεθαύριο θα ίδει την πορφύρα πού αναβρύζει από τα σώματα.
Πάνω απ’ τ’ αφηνιασμένα της μαλλιά θα συστρέφει τα χέρια της
στενάζοντας:
«θεέ μου,
τί έχω κάνει!»
Έ, λοιπόν, όχι,
αυτό δε μπορεί.

Στήθος,
τσάκισε τη χιονοστιβάδα της απελπισίας,
ψαχούλευε και ψαύε μέσα στη μελλοντική ευτυχία.
Κοιτάχτε,
αν θέλετε,
απ’ το δεξί μου μάτι
κάνω να βγει
ένα ολάκερο δάσος λουλούδια!
Όνειρα, πολλαπλασιάστε τα παράξενα πουλιά σας.
Κεφάλι,
αναστρέψου από ενθουσιασμό και περηφάνια.
Μυαλό μου,
χαρωπέ και σοφέ
οικοδόμε,
χτίζε πολιτείες!

Προς εκείνους
που τρίζουν ακόμη τα δόντια τους
από οργή,
φτάνω
ολόκληρος μες στην αυγή των φωτεινών ματιών μου.
Γη,
ορθώσου σε χιλιάδες Λαζάρους
στολισμένους τις λάμψεις των αμφίων.

Κι ώ χαρά
χαρά! —
Ανάμεσα από τους καπνούς
διακρίνω
το φέγγος των προσώπων.
Και να, μισανοίγοντας τα νεκρωμένα μάτια της
ανασηκώνεται
η Γαλικία πρώτη.
Μες στο χορτάρι κρύβει το σκισμένο της πλευρό.

Μια-μια οι οροσειρές,
τινάζοντας πέρα το φορτίο των κανονιών,
ορθώνουν τις καμπούρες τους
πλένοντας μες στον ουρανό τ’ άσπρα, αιματόβρεχτα μαλλιά τους,
οι Άλπεις,
τα Βαλκάνια,
ο Καύκασος,
τα Καρπάθια.

 

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Η ζωή του Μαγιακόβσκι

Η λυκοφωλιά των τραπεζιτών, των αφεντάδων και των δόγηδων
χαράχτηκε απ’ αυτό το βρυχηθμό.
Βγάζουν
τις επιχρυσωμένες
πανοπλίες.
«Αν ή καρδιά είναι το παν,
τότε γιατί,
γιατί λοιπόν
σ’ έχω μαζέψει, αγαπημένο χρήμα;
Πώς τολμούν να τραγουδούν κάτι τέτοιο;
Ποιος το δικαίωμα τούς έχει δώσει;

Ποιός επέτρεψε στις μέρες να πάρουν ύφος Ιουλίου;
Κλείστε τον ουρανό στα τηλεγραφικά σύρματα!
Συστρέφτε σε δρόμους τη γη.
Αυτός καυχιέται
πως έχει χέρια.
Δώστε τα στο ντουφέκι!
Το χάδι, λέει, θερινών ήμερών;
Ας είναι
ολάκερος
αγκαθωτός σα σκαντζόχοιρος.
Βρωμίστε του τη γλώσσα με μικρολογίες!»

Μαντρωμένος μες στο γήινο κοπάδι
σέρνω τον καθημερινό ζυγό μου.
Καβάλα
πάνω στο μυαλό μου
«Ο Νόμος» έχει θρονιαστεί.
Μια αλυσίδα κυκλώνει την καρδιά μου:
«Η θρησκεία».

Πέρασε πια η μισή ζωή, αδύνατο να το αποφύγεις.
Ολούθε οι φανοστάτες σε κατασκοπεύουν μ’ αναρίθμητα μάτια.
Είμαι φυλακισμένος.
Δε μπορεί τίποτα να μ’ απελευθερώσει.
Η γη η καταραμένη με κρατάει στα σίδερά της.
Όλους σας να σας λούσει ο έρωτάς μου θάφτανε
όμως τα σπίτια περιφράζουν τον ωκεανό του.

Φωνάζω…
μα δεν είναι
παρά μονάχα των κλειδιών ο θόρυβος!
στην αιχμή μιας ακτίνας
ένα κομμάτι σάπιο κρέας.

Καγχάζουν:
«Ά! Ά !*
κ’ εγώ πλανιέμαι
μέσα στο παραλήρημα, μέσα στον πυρετό.
Η γη, μια σιδερένια σφαίρα καταδίκου
βροντοχτυπάει
στο πόδι μου αλυσοδεμένη.

Μου ‘χει τα μάτια μου κλειδώσει
το χρυσάφι.
Ποιάς θα ‘θελε να οδηγήσει έναν τυφλό;
Είμαι
κλεισμένος
για πάντα
σε μια περιπέτεια παράλογη.

Απ’ τους μεσημβρινούς αναπηδώντας
κι απ’ τους θόλους του Άτλαντα
αφρίζει
κι αντιλαλεί ο χρυσόδετος ανεμοστρόβιλος:
φράγκα
δολάρια
ρούβλια
κορώνες
γιέν
μάρκα.

Οι μεγαλοφυείς, οι πόρνες, τ’ άλογα και τα βιολιά
κ’ οι ελέφαντες
και τα μικροζητήματα της ζωής,
όλα εκεί μέσα πνίγονται.
Αυτός ο γλοιώδης θόρυβος
στουμπώνει το λαρύγγι
και τα ρουθούνια.
«Βοήθεια!»
Μήτε κι αυτός ο βόγγος δε μπορεί να βγει.

Κ’ εκεί, καταμεσής,
ένα μεγάλο, ακίνητο νησί
φτιαγμένο από ανθισμένους τάπητες.
Εκεί,
ζει
ο Άρχων του παντός,
ο αντίζηλος μου,
ο ακατανίκητος εχθρός μου.
Οι κάλτσες του απ’ το πιο λεπτό μετάξι.
Το παντελόνι του δανδίσιο, εξαίσια ριγωμένο,
η γραβάτα του
απαράμιλλα πολύχρωμη
Έρπει από τον πελώριο του λαιμό
ως γύρω από τη σφαίρα της κοιλιάς του.

Ολόγυρα πεθαίνουν.
Όμως σα δάσος προς τον ουρανό ανεβαίνει
προς τιμήν
του μεγαλείου σου:
Εύγε!
Ζητώ!
Ουρρά!
Ω!
Χόπ Χόπ!
Μπράβο!
Ωσαννά!

Τον κεραυνό αποδίδουνε στη δύναμη των προφητών.
Ανοησία !
Αυτός διαβάζει
τον Λόκκ !
Αυτό του αρέσει.
Επάνω στην κοιλιά του
το γέλιο
κάνει να κουδουνίζουν και ν’ αστράφτουν
ολάκερη στρατιά τα μπιχλιμπίδια της καδένας του.
Μένουμε
βουβοί
μπρος στων Ελλήνων το έργο.
Συλλογιόμαστε:
«Από ποιόν,
πού,
πότε δημιουργήθηκε;»
Αλλά
είναι αυτός
που ‘χε παραγγελιά στο μακαρίτη τό Φειδία δοσμένη:
«θέλω
χοντρές γυναίκες
από μάρμαρο.»

Τέσσερις ή ώρα.
Πρόσχημα καλό:
«Σκλάβοι
θέλω να γευματίσω πάλι !»
Και θεός,
ο μάγειράς του πρόθυμος,
με άργιλο του ετοιμάζει
κρέας φασιανού.
Αυτός τεντώνεται
αφού χαϊδέψει κάποιο θηλυκό.
«Μήπως θέλεις
το πιο ανεκτίμητο από τούτον το σωρό των άστρων;»
Και στη στιγμή
ολάκερη λεγεώνα Γαλιλαίων
τον ουρανό ανασκάπτει με το μάτι των τηλεσκοπίων.

Τον χρυσό μόσχο των αυτοκρατοριών κλονίζουνε οι επαναστάσεις,
τ’ ανθρώπινο κοπάδι αλλάζει μακελάρη,
όμως εσένανε,
άρχοντα των καρδιών μη εστεμμένε
καμιά ανταρσία σε σε αγγίζει.

 

Τα πάθη του Μαγιακόβσκη

Ακούτε ;
Ακούτε αυτό το χλιμίντρισμα των αλόγων ;
Ακούτε ;
Ακούτε τα ουρλιαχτά των αυτοκινήτων;
Είναι
οι πολίτες
που καταφτάνουν να λουστούν μέσα στην Αφθονία Του.
Ανθρώπινη πλημμύρα.
Με καταβροχθίζει
ανίσχυρο
κι αρπάζομαι από τα καπίστρια
απ’ τούς ποδόγυρους και τα φουστάνια.

Τί βλέπω;
Εσύ;
Το μάτι μου πιτσιλισμένο μ’ αίμα.
Φλογίζεται
καθώς το κόκκινο φανάρι των μπορντέλων.
Γιατί εσύ ;
Σταμάτα!
Ξέρω γλυκύτερες χαρές!
Το δάσος το υπεροπτικό των βλεφαρίδων της δε σάλεψε.
Στάσου!
Εκείνη έχει περάσει κιόλας…
Κ’ εκείνος, να τόνε δεσπόζοντας επάνω απ’ τα κεφάλια.

Γυαλίζει το κρανίο του
σάμπως παπούτσι
φαλακρό,
καλοβερνικωμένο.
Μόνο
στην τελευταία φάλαγγα
του παράμεσου,
δίπλα σε τρία μπριγιάντια,
υπάρχουν κάτι τόσες δα τρίχες ανορθωμένες.

Την βλέπω να πλησιάζει.
Σκύβει για ν’ ασπαστεί το χέρι του.
Τα χείλη της σιγανοψιθυρίζουν
ανάμεσα από κείνες τις ψευτότριχες
αποκαλώντας τες τη μια «φλαουτάκι μου»
την άλλη «συννεφάκι μου»
πρωτάκουστο
που μόλις τώρα εγώ δημιούργησα.

 

ΚΑΛΑ ΠΑΜΕ

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ

(Απόσπασμα)

Ο χρόνος
είναι κάτι,
απίθανα μακρύ.
Υπήρξαν χρόνοι,
πάει, πέρασαν,
μυθικοί.
Ούτε μπιλίνες
ούτε κ’ έπη
ούτε εποποιίες πια.
Σαν τηλεγράφημα
η στροφή
πετά.
Με φλογισμένα χείλη
πιες
γονατιστός
απ’ το ποτάμι
που το λέμε
«γεγονός».
Είναι ο καιρός
π’ όλος βομβίζει
σε τηλέγραφου χορδή.
Είναι η καρδιά
με την αλήθεια
οι δυο μαζί.
Αυτό συνέβη
με τους μαχητές
ή με τη χώρα
η
στη δική μου
την καρδιά
συνέβη τώρα;
θέλω με το
βιβλίο αυτό
το μικρό κόσμο του σπιτιού ν’ αφήσουμε
για να επιστρέψουμε
πάνω στους ώμους
πολυβολικών πυρών,
το στίχο
σα μια λόγχη
ν’ αστραποβολήσουμε.
θέλω από το
βιβλίο αυτό,
μες απ’ την ευφροσύνη των ματιών
του μάρτυρα
που φέγγει από ευτυχία,
να τρέξει
στα κατάκοπα
μούσκλα ολωνών
μια δύναμη
από δημιουργία
κι ανταρσία.
Τη μέρα αυτή
για να υμνήσουμε,
κανένανε δε θα μισθώσουμε.
Μονάχα το μολύβι, εμείς
επάνω στο χαρτί
θα σταυρώσουμε,
έτσι που των σελίδων η βοή
όπως η βοή των σημαιών
πάνω απ’ τα μέτωπα να θορυβεί
των ετών.

 

 

Ποιήματα σε Μετάφραση Γιώργου Μολέσκη (Μεσόγειος 2009)

ΠΡΩΙ

Βροχή συνοφρυωμένη έκοβε τα μάτια.
Και πίσω απ’ το
κάγκελο
με την κρυστάλλινη
σιδερένια σκέψη των γραμμών –
στρώμα φτερών.
Και πάνω
σ’ αυτά
των ανατέλλοντων αστεριών
τα πόδια ακουμπούνε απαλά.
Αλλά ο θάνατος των φαναριών
των τσάρων
με αερίου κορόνα
πιο επίπονα ακόμα
έφερνε στα μάτια
ένα μπουκέτο από τσακωμένες πόρνες.
Και φριχτό
των χωρατών
το γέλιο καυτό –
από κίτρινα τριαντάφυλλα
φαρμακερά
φύτρωσε
σε μορφή ζιγκ ζαγκ.
Πίσω απ’ το θόρυβο
και το φόβο
να δεις κάτι
είναι χαρά στο μάτι:
δούλοι
των σταυρών
υποφέροντας-ήρεμα-αδιάφορα,
φέρετρα
σπ ιτιών
κοινών
έριξε η αυγή σ’ ένα φλεγόμενο άμφορα.

1912

 

ΕΣΕΙΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΤΕ;

Το πρόσωπο χάλασα της ρουτίνας
ρίχνοντας χρώμα απ’ το ποτήρι του νερού.
Χάραξα σ’ ένα πιάτο ζελατίνας
τα λοξά μάγουλα του ωκεανού.
Το κάλεσμα διάβασα νέων χειλιών
πάνω σε ψαρολέπια από λαμαρίνα.
Εσείς
ένα σκοπό νυχτερινό
θα μπορούσατε
να παίξετε σ’ έναν αυλό υπό υδροσωλήνα;

1913

 

ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΝ

Μπήκα στο κουρείο κι είπα ήρεμος:
«Παρακαλώ, κουρέψετε μου τα αυτιά».
0 φαλακρός κουρέας έγινε ανήμερος,
χνούδιασε και τεντώθη ξαφνικά
το πρόσωπό του σαν αχλάδι.
«Μαϊμούνι!
Χαμίνι!» –
Από στριγκλιά σε στριγκλιά
γύριζαν οι βρισιές, πάλι και πάλι
και σα ρεπάνι σπορικό χαχάνιζε
από το πλήθος ξεχωρίζοντας κάποιο κεφάλι.

1913

 

ΑΚΟΥΣΤΕ!

Ακούστε!
Τάχα αν τ’ αστέρια ανάβουν
πάει να πει πως κάποιος τα ’χει ανάγκη;
Πάει να πει πως κάποιος θέλει οπωσδήποτε να υπάρχουν;
Πάει να πει πως κάποιος ονομάζει τούτα τα φτυσίματα μαργαριτάρια;
Κι ορμώντας
μέσα από τους ανεμοστρόβιλους της μεσημεριάτικης σκόνης
πέφτει απάνω στο Θεό,
φοβάται μήπως άργησε,
κλαίει,
του φιλά το ξεραμένο χέρι,
παρακαλεί
οπωσδήποτε ν’ ανάβει ένα αστέρι! –
ορκίζεται –
δεν αντέχει τούτη την άναστρη οδύνη!
Κι ύστερα
γυρίζει ταραγμένος
αν και ήσυχος στην όψη.
Απευθύνεται σε κάποιον:
«Τάχα για σένα είναι το ίδιο;
Δε φοβάσαι;
Ναι;!».
Ακούστε!
Τάχα αν τ’ αστέρια ανάβουν
πάει να πει πως κάποιος τα ’χει ανάγκη,
πάει να πει πως είναι ανάγκη
κάθε βράδυ
πάνω απ’ τις στέγες
ν’ ανάβει έστω κι ένα αστέρι;!

1914

 

ΚΙ ΩΣΤΟΣΟ

0 δρόμος έσκασε σα μύτη συφιλιδική.
Το ποτάμι κυλούσε σα φτύμα, όλο ηδονή.
Ξεγυμνωμένοι, δίχως φύλλο συκής
αγροίκα γείρανε οι κήποι στον Ιούνη.

Βγήκα στο δρόμο,
το καμένο τετράγωνο
φόρεσα στο κεφάλι περούκα ξανθή.
Από το στόμα μου φοβέριζε τον κόσμο
τα πόδια της κουνώντας μια αμάσητη κραυγή.

Δε μ’ αδικούν, μ’ ακούνε, με υποφέρουν,
σαν προφήτη με άνθη μου στρώνουν τη γη.
Όλες αυτές οι σκασμένες μύτες ξέρουν:
Εγώ είμαι ο δικός σας ποιητής.

Η Στερνή σας Κρίση με τρομάζει σαν ξενώνας!
Οι πόρνες στα χέρια με σηκώνουν μοναχό
σαν άγιο, μέσ’ απ’ τα σπίτια τα φλεγόμενα,
και για να δικαιωθούν με δείχνουν στο Θεό.

Πάνω απ’ το βιβλίο μου θα κλάψει ο Θεός!
Και τρέμοντας, δεμένος κόμπο, δίχως λέξη,
τους στίχους μου κρατώντας, στον ουρανό,
να τους διαβάσει στους φίλους του θα τρέξει.

1914

 

ΒΗΜΑ ΑΡΙΣΤΕΡΟ

(Στους ναύτες)

Ξεδιπλωθείτε στο βήμα!
Τη γλωσσοδιάρροια αφήστε.
Πιο σιγά, ρήτορες!
Ορίστε
στο βήμα
σύντροφε μάουζερ.
Φτάνει πια στο νόμο
απ’ των πρωτόπλαστων τον καιρό.
Στην ψοφοϊστορία αλλάζουμε δρόμο.
Αριστερό!
Αριστερό!
Αριστερό!

Έι, γαλαζοντυμένοι!
Βάλτε πλώρη!
Στους ωκεανούς!
Ή μήπως
στων θωρηκτών την πλώρη
έβαλαν φραγμούς;!
Άσ’ το
σαν αγριεμένη κορόνα
να ουρλιάζει το λιοντάρι το αγγλικό.
Δεν υποτάσσεται η κομμούνα.
Αριστερό!
Αριστερό!
Αριστερό!

Εκεί,
πίσω από όρη πίκρας
είναι ήλιου γη.
Πέρ’ απ’ την πείνα,
την πληγή,
μπήξε ποδάρι εκατομμυριοστό!

Μισθοφόρων αν μας ζώνουνε στρατοί
κι ατσάλι γύρω μας απλώνουνε χυτό,
η Ρωσία δεν ηττάται απ’ την Αντάντ.
Αριστερό!
Αριστερό!
Αριστερό!

Το μάτι τάχα σβήνει το αετίσιο;
Ή μήπως θα κοιτάζουμε το παρελθόν;
Σφίξε
του προλεταριάτου τα δάχτυλα
γύρω απ’ του κόσμου το λαιμό!
Με τα στήθια μπροστά τ’ ακράτητα!
Τον ουρανό με σημαίες σκέπασε!
Ποιος περπατά εκεί με το δεξιό;
Αριστερό!
Αριστερό!
Αριστερό!

1918

ΚΑΛΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΤΑ ΑΛΟΓΑ

Χτυπούσαν τα πέταλα
τραγουδιστά
– γκριπ
γκραπ
γκροπ
γκρουπ.

Από τον άνεμο φαγωμένος
και το χιόνι παπουτσωμένος
γλιστρούσε ο δρόμος.
Τ’ άλογο στα πισινά
τσακίστηκε
και μεμιάς
όσοι περίεργοι
ήρθαν ν’ ανεμίσουν τα πλατιά τους παντελόνια στην Κουζνέτσκι
συναθροίστηκαν
και χαχανιστό το γέλιο αντήχησε:
-Γκρεμίστηκε ένα άλογο!
-Ένα άλογο γκρεμίστηκε!

Όλη γελούσε η Κουζνέτσκι.
Κι εγώ, μόνος απ’ όλους
με του πλήθους τη φωνή δεν έσμιξα.
Τους παραμέρισα
και βλέπω
τα μάτια του αλόγου…

0 δρόμος αναποδογυρίστηκε,
κυλά με το δικό του τρόπο.

Πλησίασα και βλέπω –
στάλες χοντρές κυλούν αδιάκοπα
πάνω στη μούρη του κι η κάθε στάλα τρέχει
και κρύβεται μέσα στο τρίχωμα…
Και κάποια γενική
ζωώδης διάθεση
ξεχύθηκε από μέσα μου
και σκόρπισε θροΐζοντας.
«Άλογο, όχι,
άλογο, ακούστε,
μήπως είστε χειρότερό τους; Μην τους ακούτε!
Λεβέντικο μου,
όλοι μας είμαστε λιγάκι άλογα,
ο καθένας μας με τον τρόπο του είναι άλογο.»
Ίσως, γέρικο,
από λόγια ωραία
κι από συμβουλές δεν είχε ανάγκη,
ίσως να του φάνηκε κι η σκέψη μου χυδαία.
Όμως
τ’ άλογο
γενναία
σηκώθηκε
χλιμίντρισε
κι έφυγε.
Ξανθότριχο παιδί
κούνησε την ουρά.

Ήρθε στο σταύλο
κι εστάθη με χαρά.
Και του φαινότανε
πως ήτανε άλλο,
πως άξιζε να ζεις
και να δουλεύεις άξιζε.

1918

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ «ΠΑΡΙΣΙ»

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Το τελευταίο φράγκο
τ’ άλλαξα στο ταξί.
– Πότε φεύγουμε για τη Μασσαλία; –
Τρέχει
το Παρίσι
στο μεταξύ
αποχαιρετώντας με
μ’ όλη του τη μαγεία.
Κύμα του αποχαιρετισμού
έλα
στα μάτια μου υγρό
και με συναισθηματισμό
γέμισέ μου την καρδιά.
Να ζήσω θα ’θελα
και να πεθάνω
εδώ,
αν δεν υπήρχε
η Μόσχα
να με καρτερά.

1925

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ «ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ

Ας είναι όσο θέλετε μακριά η αναμονή –
το βλέπω καθαρά,
καθαρά καθώς παραίσθηση.
Τόσο
που μου φαίνεται –
από τη ρίμα τούτη μόλις γλυτώσω
θα τρέξω
πάνω στο στίχο
σε καταπληκτική ζωή.

Εγώ τάχα θα ρωτώ –
Είναι τούτο;
Είναι κείνο;!
Βλέπω,
βλέπω καθαρά, με κάθε λεπτομέρεια.
Αγέρας στον αγέρα,
όπως πέτρα σε πέτρα,
απρόσιτο στη φθορά και στη σήψη
λάμποντας
υψώνεται αιώνες
το εργαστήρι των ανθρώπινων αναστάσεων.

Να τον,
πλατυμέτωπος,
ήρεμος χημικός
πριν απ’ το πείραμα τα φρύδια του σουφρώνει.
Στο βιβλίο –
«Όλη η γη» –
ψάχνει για όνομα.
Αιώνας εικοστός.
Ποιον ν’ αναστήσει
-0 Μαγιακόφσκι εδώ…
Ας ψάξουμε για πιο λαμπρές φιγούρες
δεν είναι αρκετά ωραίος ποιητής,
Φωνάζω εγώ
από τούτη, να
τούτη τη σελίδα.
Μη γυρίζεις τις σελίδες!
Ανάστησε εμένα!
…………………………………………………….

Ανάστησέ με
τουλάχιστον γιατί
ποιητής
σε πρόσμενα
παραμερίζοντας της κάθε μέρας τη ρουτίνα!

1923

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

 

Maria_Polydouri

 

Η Μαρία Πολυδούρη γεννήθηκε στην Καλαμάτα, κόρη του γυμνασιάρχη Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής το γένος Μαρκάτου. Πέρασε τα παιδικά της χρόνια στο Γύθειο, τα Φιλιατρά και την Καλαμάτα, όπου τέλειωσε το γυμνάσιο και το 1916 δημοσίευσε το πεζοτράγουδο Ο πόνος της μάνας στο περιοδικό Οικογενειακός Αστήρ. Τον ίδιο χρόνο συγκέντρωσε ποιήματα στη συλλογή Μαργαρίτες, την οποία δεν εξέδωσε. Το 1918 διορίστηκε στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Το 1920 πέθαναν και οι δυο γονείς της, πρώτα ο πατέρας της και σαράντα μέρες αργότερα η μητέρα της. Το 1922 μετατέθηκε στη Νομαρχία Αττικής. Είχε ήδη γραφτεί στη Νομική Σχολή. Τότε γνωρίστηκε με τον Κώστα Καρυωτάκη, τον οποίο ερωτεύτηκε παράφορα, και δημοσίευσε στίχους στα περιοδικά Έσπερος (Σύρου), Ελληνική Επιθεώρησις, Πανδώρα, Παιδική Χαρά και Εύα. Το 1924 γνώρισε τον Αριστοτέλη Γεωργίου. Τον ίδιο χρόνο εγκατέλειψε τις σπουδές της και γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στη Σχολή Κουναλάκη. Το 1926 πήρε μέρος σε παράσταση του έργου του Νικοντέμι Το Κουρέλι και πήγε στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα στη σχολή ραπτικής Pigier. Στο Παρίσι προσβλήθηκε από φυματίωση και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Charite. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1928 και μπήκε στο σανατόριο Σωτηρία και αργότερα στην κλινική Χρηστομάνου, όπου πέθανε σε ηλικία εικοσιοχτώ χρόνων. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της πρόλαβε να εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Τρίλλιες που σβύνουν (1928) και Ηχώ στο χάος (1929). Η Μαρία Πολυδούρη τοποθετείται στη γενιά των νεορομαντικών ή παρακμιακών ελλήνων ποιητών του Μεσοπολέμου, μαζί με ονόματα όπως του Τέλλου Άγρα, του Κώστα Καρυωτάκη, του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, του Κώστα Ουράνη. Στο πρώιμο ποιητικό της έργο (πριν το ταξίδι της στο Παρίσι) διακρίνονται έντονες νεορομαντικές τάσεις, επιρροές από το ρεύμα του συμβολισμού και βιωματικό ύφος, ενώ μετά την αρρώστια της, την επιστροφή στην Αθήνα και την αυτοκτονία του Καρυωτάκη το μελοδραματικό στοιχείο υποχωρεί και ο λόγος της γίνεται πιο επιμελημένος. Η γραφή της είναι έντονα φορτισμένη συναισθηματικά με θεματικό προσανατολισμό γύρω από τον έρωτα και το θάνατο. Έγραψε επίσης μια νουβέλα με τίτλο Μυθιστόρημα και κάποιες ποιητικές μεταφράσεις που περιλαμβάνονται στον τόμο των Απάντων της του 1982 με επιμέλεια του Τάκη Μενδράκου.

Πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

 

1-ΒΙΒΛΙΟ

 

ΤΡΙΛΛΙΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ (1928)

 

ΘΑΡΘΗΣ ΑΡΓΑ

Ως πότε πια θα καρτερώ να ξαναρθής και πάλι
σαν από χρόνους μακρινούς και ξένες χώρες πέρα;
Λιγόστεψε η ζωούλα μου και μέρα με τη μέρα,
ανήμπορη και τρυφερή, σβήνεται αγάλι αγάλι…

Άκου στα δέντρα πένθιμα πώς τρίζουνε τα φύλλα,
μηνάνε το φθινόπωρο. Δες, τ’ ουρανού το χρώμα
το θόλωσαν τα σύννεφα… Μια κρύα ανατριχίλα
στα λουλουδάκια χύνεται… κι’ αργείς, αργείς ακόμα!

Θαρθής αργά, με τη νυχτιά και με τον κρύο χειμώνα,
με το χιονοσαβάνωμα, με του βοριά το θρήνο
και δε θα βρης ούτ’ ένα ρόδο, ούτ’ ένα αθώο κρίνο
να μου χαρίσης… ούτε καν μια πένθιμη ανεμώνα.

 

ΔΕ ΘΑ ΤΟ ΠΟΥΝ…

Δε θα το πουν, ο πόνος μου πως άνθισε
παρά τα λυπημένα μου τραγούδια.
Σαν πεταλούδες οι χαρές με σίμωναν
γιατί ήμουν δροσερή σαν τα λουλούδια.

Δε θα το πουν, ο πόνος μου πως μέστωσε
παρά τα πικραμένα μου τραγούδια.
Οι έρωτες, αηδόνια μού τραγούδαγαν
γιατί ήμουν τρυφερή σαν τα λουλούδια.

Δε θα το πουν, πως γιγαντώθη ο πόνος μου
παρά τα σπαραγμένα μου τραγούδια.
Οι χαροκόποι ανύποπτα με σίμωναν
γιατί ήμουν σιωπηλή σαν τα λουλούδια.

Δε θα το πουν, ο πόνος μου πως πέθανε
παρά τα σιωπή μένα μου τραγούδια
και θα περνά η ζωή πάνω μου ξένοιαστη
πως έσβησα γλυκά σαν τα λουλούδια.

 

* * *

Γιατί να ξανοιχτής μακριά στο ανήμερο το Δάσο;
Μία αυγή σιμά μου πέρασες με τ’ όπλο στο πλευρό
γίγαντας. Σε καμάρωσα και δε θα το ξεχάσω
καθώς όλα χαιρέτιζε το βλέμμα σου ιλαρό.

Γιατί να ξανοιχτής μακριά στο ανήμερο το Δάσο;
Χίλιες κορφές σου νεύανε γλυκά· οι φραγές χορό
στέναν ολάνθιστες για ν’ αντικόψουν. – «Θα περάσω!»
τρύπαε η ματιά σου πύρινη και πέφτανε σωρό.

Ποια ρεματιά σε δέχτηκε στη βλαστερή αγκαλιά της
ωραίο πουλάκι αμέριμνο κι’ αδικοσκοτωμένο;
Ποια την πληγή σου δρόσισε με τη δροσοσταλιά της

Φτωχή πηγούλα; Ποιο δεντρό σου γίνη εμπιστεμένο
κι’ άκουσε τις στερνές στιγμές γερτό προς τη ματιά σου
την εκατομαντάλωτη ν’ ανοίγης πια καρδιά σου;

 

* * *

Οι παπαρούνες άνθισαν ξανά. Στα ίδια μέρη
τις έκοψα γεμίζοντας, ως τότε, την αγκάλη.
Μονάχα τώρα θλιβερό κι’ αν έστηνα καρτέρι
δε σ’ είδα ξάφνου πλάι μου να προσπερνάς και πάλι.

Το Δάσος σιγαλότατο στο λαύρο μεσημέρι,
τις λεύκες τις γλυκόλογες με τα γιγάντια κάλλη,
μ’ απ’ όλα το σπιτάκι σου – καημό που μούχει φέρει,
τα βρήκα δίχως σένανε και δίχως ελπίδα άλλη

Να σε ξαναβρώ – θάσωνα να καρτεράω χρόνια.
Κ’ έκλαψα. Μα θυμήθηκα στερνά που ξεκινούσες
με συνοδεία μουσική τα δέντρα και ταηδόνια

Με τη ματιά νοσταλγικιά στα γύρω που σκορπούσες
και στην καρδιά μου σ’ έκλεισα, με σε να χαιρετήσω
όλα που μ’ έκανες εσύ να ιδώ και ν’ αγαπήσω.

 

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

Δύναμη ανώφελη σε φέρνει ενάντια
του χαραγμένου δρόμου των κυμάτων.
Κι’ αν τους μικρούς κουρσάρους σου απ’ αγνάντια
δένει η φρίκη των άφαντων μνημάτων,

Να, της ορμής σου η θλιβερή κατάντια:
σ’ ερωτιάρικο εν άσμα των ασμάτων
και της λύσσας του αφρού σου, σε διαμάντια,
χάρες υποταγής στο πέρασμά των

Των δυνατών να σε πατούν! Μεγάλη
η μοίρα σου κι’ ανίκητη είναι. Φτάνει.
Σκύψε μπροστά της κάλλιο το κεφάλι.

Η δύναμή σου, ανθοί για να κοσμούνε
των νικητών σου το άδικο στεφάνι
που είναι απ’ τη μοίρα, εκείνοι να νικούνε.

 

ΑΝΟΙΞΗ

Φούντωσε η Άνοιξη και δω σε κάθε δέντρου κλώνο.
Τα πάρκα λουλουδίσανε και κείνα.
Μα δε μου λέει η γιορτερή χαρά τους, παρά μόνο
πως λείπω μακριά ’πό σέν’ Αθήνα.

Έρχεται ακάλεστη, βουβή, μέσ’ στου ηλίου το θάμπος
βροχούλα που κανείς δεν υποπτέφτει
και νοιώθω, η νοσταλγία σου καθώς μ’ ανάφτει, σάμπως
ξεχωριστά για μένανε να πέφτει.

Παρίσι. Άνοιξη 1927

 

ΘΥΣΙΑ

Στον κ. Γιάννη Ρίτσο

Καρδιά μου, τούτη η ώρα εδώ που εστάθει
με μια δεσποτικιά γαλήνη, κάτι
έχει βαρύ, μ’ αγγίζει σαν το μάτι
του άγριου μοιραίου που λάθεψε πως χάθη.

Ο λογισμός μου τώρα αδυνατίζει
και σκύβει σαν ο ένοχος μπροστά σου.
Καμιά φωνή να μου φωνάζει, στάσου.
Ούτε μια ελπίδα, εντός μου να φωτίζη.

Και δεν αντέχω, θα τ’ ακούσης όλα,
τίποτα δεν εσκέπασεν η λήθη.
Θα σου τα πω σαν ένα παραμύθι
καρδιά μου ερημική κι’ ονειροπόλα.

Κύτταξε το βραδάκι αυτό που κλείνει
τόση γαλήνη κι’ όταν αντικρύζη
τον κάμπο είναι σα χάδι, δε δροσίζει
όμως, μια νοσταλγία μέσα μας χύνει…

Μαντεύω απ’ τη γαλήνη σου τι θλίψη
πικρή σε τρώει φτωχή καρδιά μου κ’ έρμη.
Της ύπαρξής σου σούκλεψαν τη θέρμη
κ’ η δρόσο του καημού σούχει απολείψει.

Λουλούδι που το φως σ’ είχε αγαπήσει
έμεινες μοναχά με τη λαχτάρα,
που αργά γίνηκε φλόγα και κατάρα
τίποτε πια ’πό σε να μην αφήση.

Είδα το φως αυτό να λιγοστεύη
τότε και σένα αγάλια να χλωμαίνης.
Σου είπα, θυμάσαι; Πρέπει να υπομένης
και σούδειξα τη σκέψη που πιστεύει.

Ήταν ωραία κάποτε, θυμάσαι;
την εκαμάρωσες και συ καρδιά μου.
Αχ, η αρμονία πώς όρμησε βαθιά μου
τότε. Μα σε είδα πάλι να λυπάσαι…

Τώρα, για σένα είναι όλα τελειωμένα.
Και τη στερνή πνοούλα έχεις αφήσει.
Η σκέψη μου που μάταια έχει ανθίσει
μαδάει σε νεκράνθια σπαραγμένα.

 

ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ

Κρυφά, βουβά τα δάκρυα του καημού
στέγνωσαν στα χλωμά τα μάγουλά μου
και στάθηκα το νόημα του χαμού
ζητώντας άθελά μου.

Και στάθηκα ρωτώντας το γιατί
στα πλούσια, στα περήφανα στολίδια
κ’ είπα, νάταν η αγάπη τάχα αυτή;
η Ζωή μην ήταν η ίδια;

Και στάθηκα ρωτώντας το γιατί
εκεί που άλλοτε η νιότη μου ευωδούσε
κι’ άκουσα μια φωνή, μια βαρετή
φωνή που προβοδούσε.

Κ’ έμεινα εκεί στημένη, ως που σιγά
το ρώτημα σε γέλιο απολιθώθη
και το βαθύ σκοτάδι που σιγά
στα μάτια μου καρφώθη.

Καμιά φωνή δε φτάνει απ’ τα πολλά
τα δυνατά που πριν ’πό μένα πήγαν.
Οι γνωστικοί με κύτταξαν καλά
κ’ είπαν πως είμαι φάντασμα και φύγαν.

 

 

ΗΧΩ ΣΤΟ ΧΑΟΣ (1929)

 

Ζωή, πώς με παράδωσες μ’ ένα φιλί στους δήμιους
και τώρα ακούω το γέλιο σου παντού σαρκαστικό
για μένα, που αποτόλμησα ψευτοευγενείς και τίμιους
μέσ’ στη γενιά σου, να τους δω σαν υποστατικό.

Εγώ ήμουν ένας γνήσιος κι άγνωστος της γενιάς σου
κ’ ήρθα χωρίς απαίτηση μ’ όλους μαζί και γω
κι’ ούτε ποτέ σού ζήτησα δείγμα της συμπονιάς σου,
απ’ τα περίσσια χρέη μου δίκαια ν’ απαλλαγώ.

Μα καθώς ήμουν κύριος άμαθος να δουλεύω
και παιδική γαλήνευεν η δίκαιη μου ψυχή,
εκέρδισα το μίσος σου, Ζωή, και το πιστεύω
τώρα που η δυστυχία μου στο γέλιο σου αντηχεί.

 

* * *

Όχι με πλοίο, καράβι θέλω
μέσ’ στο βαθύ σου κόλπο να πετάξω,
στο λιμανάκι σου ήσυχα ν’ αράξω,
φιλήματα πολλή ώρα να σου στέλλω,

μικρούλα πόλη, λευκή χαρά μου.
Κι’ οπόταν η καρδιά μου πια αλαφρώση,
η αύρα σου τα πανιά μου να φτερώση,
τα σκλαβωμένα αδύναμα φτερά μου.

να φύγω πάλι χωρίς εμπόδιο.
Νάμαι αλαφριά στον αναλογισμό σου
κι’ όλα μαζί, μαζί κι’ ο χωρισμός σου
γλυκύτατο να μου είναι κατευόδιο.

 

* * *

Νησάκι ερημικό, στης μοναξιάς σου
τους τόπους τριγυρίζω.
Μέσ’ στη βαθιά μου νύχτα αναγνωρίζω
το Φάρο της ματιάς σου.

Όπου στους κούφιους βράχους σου ε’χω κρύψει
παιχνίδια και χαρές μου,
φτάνουν προσκυνητές οι θλιβερές μου
σκέψεις και η μάταιη τύψη.

Με κυκλαμιές, με κάπαρης λουλούδια,
με αγριοβιγκόνες πάλι,
το νεανικό μου στόλισα κεφάλι
και σου μιλώ τραγούδια.

Μα να, στον παληό Πύργο σου έχω φτάσει,
που εθρήνα η κουκουβάγια
και νοιώθω, πλάι στα γκρέμια του μουράγια,
πως έχω πια αποστάσει.

 

* * *

Απόψε πώς σιγούν όλα παράξενα,
στη μοναξιά δομένα.
Έχει η γαλήνη κάτι από τα σύννεφα
τα πλανεμένα.

Το σύμπαν κυματίζει έτσι απαλότατα.
Κάποια υμνωδία πλανιέται.
Μέσ’ στην ψυχή μου μια γλυκιά κατάνυξη
σα ναφυπνιέται.

Δεν ξέρω πια τι νάναι, τίνος μήνυμα,
τι νοσταλγία πάλι.
(Τα ξέχασα όλα, πρώτη εγώ εγκατάλειψα
τη μάταιη πάλη).

Απόψε, όπως σιγούν όλα παράξενα,
μια προσδοκία τα πνίγει.
Αχ, ας μη μάθω τίνος είνε μήνυμα
κι’ ως ήρθε, ας φύγη.

 

* * *

Τίποτε. Θάχα κάποια που δεν ξέρω
στη ζωήν αποστολή.
Γιατί τόση φθορά παντού να φέρω,
σα μια ασυνείδητη βουλή.

Το σύνθημα, όπου εβράδυνα το βήμα
και τη ματιά, θα πη
«καταστροφή!» Κρατούσα εγώ το νήμα
ως τη στιγμή του να κοπή.

Ο θάλαμος της σκοτεινής ζωής μου
γέμισε από νεκρούς.
Κι ούτε το χώρο βρίσκω της δικής μου
θέσης, ανάμεσα σ’ αυτούς.

Τις νύχτες με τη σκέψη φωτισμένη
κει μέσα περπατώ,
ως κι’ απ’ αυτούς που αγάπησα διωγμένη,
θέση κοντά τους να ζητώ.

 

* * *

Στάσου μπροστά μου, μήπως καμμιά αχτίδα
του ηλίου με φτάση.
Πάνω στην αδυσώπητη θωριά σου
θα χτυπήση, θα σπάση.

Στα ξέσαρκα, κατάχλωμά σου χέρια
με πίστη κρατεί
τη γραφτή καταδίκη μου με εικόνες
μαρτυρίων γεμάτη.

Σε αναγνωρίζω, Δήμιε της ζωής μου,
φριχτά κάθε ώρα.
Και πιο πολύ το ανώφελο κορμί μου
που παραστέκεις τώρα.

Μα έτσι θα γίνει. Δε θα πολεμήσω,
συ θ’ αληθέψης.
Κι ύστερα τρόπαιο στη νεκρή καρδιά μου
το σκήπτρο σου θα φυτέψης.

 

* * *

Δε καρτερώ το θάνατο, είνε βαριά η ψυχή μου.
Δε μου ταιριάζει αγέρωχα να σβήσω, ξαφνικά.
Μ’ έδεσε η μνήμη στο άρμα της και με την ταραχή μου
ξυπνούν όλα που νόμιζα πως πέθαναν γλυκά.
Ξυπνούνε τόσο αγνώριστα στου μαρτυρίου την ώρα.
Κ’ η παιδική μου αγνότητα, που έσκυβα στόνειρό της
νοσταλγική και τρυφερή, με παραστέκει τώρα
εφιαλτική σα νάφταιξα κάποτε στον καιρόν της.
Με σέρνει η μνήμη μου παντού και δεν αναγνωρίζω
το ό,τι έζησα’ η κατάρα μου το ερείπωσε. Περνώ
και δεν τολμώ τα χέρια μου να υψώσω, μα δακρίζω
και κρύβω και το δάκρι μου, μάταιο και ταπεινό.
Θαρθή κάποτε ο θάνατος, όταν φριχτά η ψυχή μου
θα λοιώση όλο το σώμα μου στον ίδιο της καημό,
θαρθή τότε την πρόσκαιρη ν’ αλλάξη φυλακή μου
σ’ άλλο μαρτύριο αιώνιο και σ’ άλλο παιδεμό.

 

Σ’ ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΟΥ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ

Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γίνονταν της ορμής του.

Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές· βίαιος στον έρωτά του.
Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
αναμεσόμας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
Την υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο Θάνατος τούς έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Είχε μια τέτια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σα νάχε γίνει.
Κ’ η αιτία του κακού σημαδεμένη.

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

 

ΛΗΣΜΟΝΙΑ

Μ’ ερωτευμένη την καρδιά σε γνώρισα άγριο Δάσο.
Έπινα στο αεροφίλημα τη μυστική ευωδιά σου.
Πρόσμενα με το ξάστερο σκοτάδι να περάσω,
όταν τ’ αερινό στοιχιό περνούσε στα κλαδιά σου.

Σε γνώρισα σ’ ερωτικές νύχτες ρυτιδωμένη
θάλασσα σαν το μέτωπο της συλλογής, περνούσε
πάνω σου χάδι η σκέψη μου και πάντα η ανθισμένη
άκρη σου με τα ευωδιαστά φύκια με προσκαλούσε.

Σας γνώρισαν οι ερωτικές νύχτες μου ωραία λουλούδια,
διάφανα, αχνά, πολύχρωμα, σα φωτεινά σημάδια.
Βαριά η δροσιά σα φίλημα και ξεχύνονταν χνούδια
χρυσά ’πό τα σμιγμένα σας βλέφαρα στα σκοτάδια.

Τώρα στο φως της αρνησιάς δομένα, έτσι αλλαγμένα
μού δείχνεσθε, στη συλλογή το νου μου πάω να χάσω.
Τάχα είστε σεις που γνώρισα; Σεις είστε αγαπημένα
λουλούδια, θάλασσα αργυρή, πυκνό των πεύκων Δάσο;

1923

 

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ

Ακούω τη γλώσσα που λαλούν τα δυο σου χέρια -ω χέρια!
καθώς σιγοσαλεύουνε λευκά,
στον Πύργο της απελπισίας κρυμμένα περιστέρια
από μακριά τα ξαγναντώ, σύμβολα ειρηνικά.

Μιλούνε, δε μιλούν; Αχεί βαθιά μέσ’ στην καρδιά μου
χαιρέτισμα ενός ρόδου στους γκρεμούς.
Λάμπουν, δε λάμπουνε; Τραβάει μαγνήτης τη ματιά μου,
ανατολή του αυγερινού στους σκοτεινούς χαμούς.

Ξανοίγω την αγνώριστην αγάπη μου κλεισμένη
στο κρίνο των μπλεγμένων σου χεριών
και πλέκω τόνειρο γλυκό. Μη με κοιτάς, πληθαίνει
στη σκοτεινιά το χρυσοφώς των πλάνων αστεριών.

1923

 

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

Μ’ απάντησες στο δρόμο σου, Ποιητή.
Ήμουν το πρωτολούλουδο του Απρίλη.
Η δίψα της αγάπης που ζητεί
σου φλόγιζε τη σκέψη και τα χείλη.

Ήμουν το πρωτολούλουδο. Κλειστή
τότε η πηγή των στοχασμών μου, εμίλει
μόνο η καρδιά μου αθώα και λατρευτή,
όταν το πρώτο βλέμμα μου είχες στείλει.

Με τον καιρό, τον πόθο σου σ’ εμέ
να φανερώσης σίμωσες. Ωιμέ,
είμασταν μιας γενιάς παιδιά. Η καρδιά μας

Αγάπαε με το πάθος που ζητά
να πάρει, το αισθανθήκαμε φριχτά
και πήραμεν αλλούθε τη ματιά μας.

1923

 

Σ’ ΑΝΑΜΟΝΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

Δεν είναι να χαρώ στον κόσμο άλλο
τίποτα πια. Τα χέρια σου βαριά
γεμάτα και μου τάδιασες Ζωή.
Τα δέχτηκα, δε διάλεξα μεγάλο,
μικρό, ήταν χώρια, ήταν μαζί.

Μα κάτι που κρυφά μου τώχες τάξει
κάποτε σπλαχνική, πονετικιά
σε μένα, τη μια ωραία και χωριστή
στράτα για να με βρη πούχες χαράξει
σ’ αυτό μόνο δε φάνηκες πιστή.

Ω, δεν μπορεί, κι’ αυτό θα μου το δώσης
μον’ το κρατάς ως που να ξεγνοιαστώ
και να με βρει σαν άξαφνη χαρά.
-Τη περηφάνεια μου μην ταπεινώσης
κύττα, μη μου λερώσης τα φτερά.

(ημιτελές)

 

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Ψυχή μου, του άσωτου καημού παιδί, σαν ποια προσμένεις
γαλανή μέρα να διαβή, μαζί της να σε πάρη;
Κάτω απ’ το φως δε θα μπορής τα όνειρα ν’ ανασταίνης,
θα σβήση η ωραία φλόγα σου και θα σου μείνη η χάρη,

μέσα σε θρόνο ολόχρυσο καρτερικά να μένης
σα σ’ ένα πλούσιο κόσμημα χλωμό μαργαριτάρι.
Της Νύχτας, σα μυστήριο του Άδη σκοτεινιασμένης
περνάει το φάσμα, κοίταξε, με θριαμβικό καμάρι.

Σήκωσε τα περήφανα χέρια σου και δεήσου
να γίνης ένα απ’ τα πολλά τα μαύρα μυστικά της,
να μη σ’ αγγίζη η ελπίδα, όπως τ’ ανήλια της αβύσσου

η αχτίδα, για τα πρόσχαρα πούνε για σένα ξένα.
Και μόνο η σκέψη κάποτε στο άσκοπο πέταμά της
να βρίσκης όλα που πόθησες, τα ωραία στερημένα.

1923

 

ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥΤΗ…

Την ώρα τούτη, όσο ποτέ, σε συλλογιέμαι
ερημική ψυχή, ξένε διαβάτη.
Φίλοι κι’ αγάπες ήταν γύρω σου! (Πλανιέμαι
ή αλήθεια λυπημένο είχες το μάτι;)

Ούτε μια αγάπη, ούτε ένας φίλος τόσο
που σε μιαν ώρα σαν αυτή,
το χέρι να σου σφίξη. (Θα γλυτώσω
τη φήμη σου απ’ την ψεύτικη γιορτή).

Δεν εστεκόταν, ναι, κανείς τόσο κοντά σου
και κάποτε όποιον «φίλον» ονομάζεις
στη μοίρα σου είνε πρόκληση, ξεφώνημά σου
στην ερημιά που η σιωπή της σε τρομάζει.

Μονωμένος φριχτά, με ξεσκισμένη
ελεεινά την πορφύρα σου του ονείρου,
τράβηξες για μια χώρα ξακουσμένη
κι’ άφαντη, στη βαθιά καρδιά του απείρου.

1929

 

ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

«Οι νέοι που φτάσανε μαζί στο έρμο νησί» με σένα
κάποια βραδιά μετρήθηκαν κ’ ηύραν εσύ να λείπεις.
Τα μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρίς κανένα
ρώτημα, μόνο εκίνησαν τις κεφαλές της λύπης.

Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, από τη μόνωσή σου
ένα σημείο από φωτιά τούς έστελνες· γνώριζαν
το θλιβερό χαιρέτισμα που φώταε της αβύσσου
τους δρόμους κι’ όλοι απόμεναν στον τόπο τους που ορίζαν.

Απόμεναν στην ίδια τους πικρία, κρεμασμένοι
έτσι μοιραία και θλιβερά στο «βράχο» του κινδύνου.
Κι’ όταν πια τους χαιρέτισες, οι αιώνια απελπισμένοι
ψάλαν μαζί κάποια στροφή καθιερωμένου θρήνου.

Μα φτάνουν πάντα στο «νησί» τα νέα παιδιά ολοένα.
Στην άδεια θέση σου ζητούν της ζωής το ελεγείο.
Σου φέρνουνε στα μάτια τους δυο δάκρυα παρθένα
και της καινούριας σου Εποχής το πλαστικό εκμαγείο.

1929

*Το ποίημα γράφτηκε ενάμιση χρόνο μετά την αυτοκτονία του Καρυωτάκη.
Θεωρείται απάντηση στο ποίημα «Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ…»
με αρχικό τίτλο «Spleen». Της το πήγε ένα χειμωνιάτικο βράδυ το 1923
ο ίδιος ο Καρυωτάκης στο σπίτι της.

 

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

1-Constantinos Chicago

 

Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου γεννήθηκε στη Κύπρο το 1981 όπου και ζει.
Έχει σπουδές κι εμπειρία στη Δημοτική, Ειδική και Μη-Τυπική Εκπαίδευση και είναι εκπαιδευόμενος Συστημικός Ψυχοθεραπευτής. Είναι εκπαιδευτής ενηλίκων στα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Αντι-ρατσιστική Εκπαίδευση κι είναι εξειδικευμένος στη φιλοσοφία και μεθοδολογία του Θεάτρου των Καταπιεσμένων. Έχει διεξαγάγει εργαστήρια κοινωνικού θεάτρου σε δεκάδες φορείς.
Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: Υπερκαινοφανής (Μελάνι, 2017) και Οι πέντε εποχές (Μελάνι, 2012) για την οποία ήταν υποψήφιος για το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή από την Ελληνική Εταιρεία Συγγραφέων (Βραβείο Γιάννη Βαρβέρη). Το 2008 βραβεύτηκε από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου με Α΄ Βραβείο Ποίησης σε διαγωνισμό της για νέους λογοτέχνες. Έχει συμμετάσχει σε φεστιβάλ λογοτεχνίας στην Κύπρο και το εξωτερικό, κατά τη διάρκεια των οποίων δραματοποίησε ποιήματά του: Έκθεση φωτογραφίας What’s the point of poetry? (Φεστιβάλ Ποίησης Βερολίνου, 2013), Σαρδάμ: η λογοτεχνία αλλιώς (aRttitude, 2013), Ποίηση σε απευθείας διάλογο (Ιδεόγραμμα, 2014), Γι’ αυτά που θα ’πρεπε να φέγγουν (Ακτίς, 2015), CROWD Omnibus Reading Tour (Σερβία και Βουλγαρία, 2016), BOOK ME (Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου, 2016), 1st Cyprus Poetry Slam (Ιδεόγραμμα, 2017 – κατά τη διάρκεια του οποίου προκρίθηκε στον τελικό) κ.ά.

 

 

 

ΥΠΕΡΚΑΙΝΟΦΑΝΗΣ (2017)

Φυλογένεση

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ

Οι Θεοί ήταν ρητοί:

Μην κοιτάξεις πίσω
μέχρι ν’ ανέβουμε πάνω.
Αλλιώς θα το μετανιώσεις.

Είναι να μη μου απαγορεύσεις κάτι.

Τα είδα όλα.
Στην αρχή μέχρι τριάντα πέντε χρόνια πίσω.
Ύστερα ακόμα πιο πίσω.
Απείρως.

Ανατινάχτηκα μπροστά τους σαν υπερκαινοφανής αστέρας.

Κι όταν ήρθα στα ίσια μου,
μου ’λείπε η φωνή.

Αλλά περιέργως μπορώ να γράφω.

 

ΔΙΑΓΑΛΑΞΙΑΚΟ

Λίγο η διάνοια,
λίγο το συναίσθημα,
να σου και το απότοκο ποίημα.

Η Μεγάλη Άρκτος χρειάζεται ένα ποίημα.
Βρέθηκε κανείς να της το ταΐσει;

Το Σύμπαν ξέρει μόνο να διαστέλλεται
από τον καιρό της Μεγάλης Έκρηξης.
Κι έχω να δηλώσω πως δεν έτυχε ποτέ να συνωμοτήσει
ολόκληρο για να καταφέρω εγώ κάτι
(Όχι πως περίμενα κάτι τέτοιο).

Μ’ ακούει κανείς;
Αν δεν υπάρχει άλλος εκεί έξω,
τότε φοβάμαι πως πάει πολύς χώρος χαμένος.

Τόσοι γαλαξίες
να μην έχουν κανέναν να τους γράφει ποιήματα;

 

ERECTION

Μόλις τελείωσα

κοιμήθηκε ευτυχώς ο Homo Erectus

ξύπνησε όμως ο Homo Solitarius.

 

ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ

Στο ψιλικατζίδικο δίπλα
πωλούνται ταμπέλες «Ενοικιάζεται».
Κατά πως φαίνεται
είναι σύνηθες να τίθενται πράγματα
σε καθεστώς ενοικίασης.

(Όπως κι εγώ εξάλλου,
δεν με πουλάω ξανά,
το πολύ πολύ να μ’ ενοικίαζα.)

Στο μουσείο οι μισές αίθουσες κλειστές.
Κρίση.

Στην Αίθουσα Αρχαιοτήτων Θήρας
έλυσα το αίνιγμα της μορφής μου:

Στη μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της
καλύφθηκα πατόκορφα από τέφρα
κι απέμεινε στο τέλος μόνο τ’ αποτύπωμά μου.

Οι πονηροί αρχαιολόγοι έχυσαν γύψο
κι έφτιαξαν το εκμαγείο μου.

Λοιπόν, τώρα που βρήκα τ’ άκρα μου
κρέμασα επάνω μου μια απ’ αυτές τις ταμπέλες
μ’ εξέθεσα στην πλατεία μπροστά στο Μουσείο
κι ενοικιάζομαι.

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα

 

ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ

Τόσο πολύ σπέρμα,
τόσο παγκόσμιο σπέρμα,
να πηγαίνει χαμένο!
Τόσο που θ’ αρκούσε, διάολε,
να φτιάξει έναν δεύτερο Τίβερη.

Αυτά αναλογιζόταν ο Πάπας της Ρώμης.

Στο μεταξύ, εγώ πάσκιζα να το κρατήσω μέσα μου.
0παπάς ήταν κατηγορηματικός:
ο αυνανισμός συνιστά αμάρτημα!

Είχε έρθει στο γυμνάσιο να μας εξομολογήσει
υποχρεωτικά.
Τίτο ’θελα και του το ’πα;

Τριάντα τρεις φορές την προσευχή
«Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ Θεού ελέησόν με»
κρατώντας το κομποσκοίνι
κι η πίστη θ’ απομακρύνει την καύλα θαυματουργά.

Μετά από χρονιά
ο Τίβερης πλημμύρισε και
γκρέμισε όλα τα φράγματά μου.

 

ΑΜΦΙΒΙΟΣ

0 γάμος κάποιου απ’ την παλιοπαρέα,
οροφή
Γλέντι στην ξενοδοχείου
κοντά στο λιμάνι.

Η πόλη ώσπου φτάνει το μάτι·
μόνο εμπόδιο ο ορίζοντας.

Τα πράγματα άλλαξαν, είπαν.
Καιρός να παραδεχτούμε πως δεν είμαστε οι ίδιοι.
Η ιστορία, δυστυχώς, δεν επαναλαμβάνεται…

Λίγο πριν το ξημέρωμα
οι θεόρατοι γερανοί στο λιμάνι
μεταμορφώθηκαν σε δαγκάνες αστακού
και μ’ ένα δάγκωμα τράβηξαν μακριά
το σκέπαστρο του παρελθόντος.

Έμεινε παρόν
μόνο το παρόν.

Ήμαστε τόσο ψηλά
αλλά η παλίρροια μας έφτασε.
Τι στο καλό! Νερό μέχρι τα γόνατα.
Άι στο διάολο για reunion.

Περίμενα πως θα τρομάξω
ή πως θα κλάψω
αλλά τίποτα.

Οι άνθρωποι καταγόμαστε απ’ το νερό.

Θεσσαλονίκη

 

ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΟΥΣΒΙΤΣ

I
Ανέκαθεν με ταλαιπωρούσε ένα ποίημα
για τ’ Ολοκαύτωμα
αλλά δεν δεχόμουν να γράψω, γιατί
ποιος είμαι εγώ να γράψω κάτι γι’ αυτό;

II
Στο ξενοδοχείο
[μετά τον έρωτα]
μού διάβασες το ποίημα που έγραψες
για την οικογένειά σου που χάθηκε στο Άουσβιτς.

Ω να,
το ποίημα έρπει να εξέλθει, αλλά το καταπίνω.

III
Ήθελα να πω:
Εγώ πιστεύω πιο πολύ
στους Αρειανούς παρά στους Άριους.
Αλλά θα χανόταν το νόημα κάπου στη μετάφραση
και σώπασα.

IV
Έξαφνα το κλιματιστικό
άρχισε να βγάζει ατμούς.
Looks like a gas chamber this room!

Γέλασες δυνατά.
Us, Jews, we often do such humour.
Γέλασα κι εγώ.

V
Σκέφτηκα:
Ένα ποίημα για ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης κάνει
την τελευταία του απόπειρα να γραφτεί, παράλληλα μ’
έναν έρωτα που καταβάλλει μια απέλπιδα προσπάθεια
να γεννηθεί. Αν δεν γράψω απόψε κάτι γι’ αυτό, δεν θα
γίνει ποτέ. Αν δεν ερωτευτούμε απόψε, δεν θα γίνει ποτέ.

VI
Ύστερα εσύ έφυγες, σου ’στειλα γράμμα,
εσύ δεν απάντησες, τα γνωστά.
Αν απαντούσες, θα σ’ το ’λεγα:

Σ’ ερωτεύτηκα,
χάρη σ’ εσένα μπόρεσα επιτέλους
ν’ απαλλαγώ απ’ την ανάγκη
να γράψω κάτι για τ’ Ολοκαύτωμα
μιας κι έγραψες εσύ εκείνο που ’θελα να πω.

VII
Αυτό είναι αρκετό.

 

LITTLE BOY

1945

Μήκος τρία μέτρα
και βάρος τέσσερις τόνοι.
Ένα μικρομέγαλο αγόρι.

Γραπώθηκα πάνω του.

Sir, you are just a little boy.
Besides, you are not born yet.
How could you stop us?
It is inevitable to happen,
είπε ο σμηναγός μην μπορώντας να κρύψει τον γέλωτά

Πάτησε το κουμπί.
Πέσαμε μαζί. Το δάγκωνα,
να εκραγεί τουλάχιστον στον αέρα.
Μάταια.

Παλεύαμε μέχρι τελικής πτώσης,
μαζί ακουμπήσαμε τη γη
κι εγώ εξαφανίστηκα μέσα στο μανιτάρι.

Από τότε είμαι αγνοούμενος.

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Μιας και κουράστηκα να σε καλοπιάνω
Έχουμε και λέμε:

Εγώ είμαι αυτός που έβαλε πρώτος
το γαρίφαλο μέσα στην κάννη
στην Επανάσταση των Γαριφάλων.

Εγώ είμαι αυτός που στάθηκε άοπλος
μπροστά στην ορδή των τανκς
στην εξέγερση στην Τιέν Αν Μεν.

(Μου ‘χαν τελειώσει τα πυρομαχικά
μετά από αιώνες συγκρούσεων
και σκέφτηκα την επιλογή της μη-βίαιης αντίστασης).

Για πες τώρα, ποιητή, εσύ τι έκανες;
Εκτός από το να ποιείς,
πράττεις κιόλας;
Ή μήπως είν’ αρκετή η γραφή σου;

 

ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ

Καθίσαμε στις όχθες του Τσαρλς
απέναντι απ’ το Χάρβαρντ.

Στην επιφάνεια του ποταμού προβαλλόταν η ιστορία
της ζωής μου.
Κάπου κάπου η εικόνα χαλούσε επειδή ψάρια
πηδούσαν πάνω απ’ το νερό.

Από τη μια μεριά καθόταν η Ανν (η Σέξτον)
απ’ την άλλη η Σύλβια (η Πλαθ)
πίναμε μπίρες
και γελούσαμε υστερικά.

Σε κάποια φάση
μια γυναίκα θεάθηκε να περπατά στις παρυφές
του ποταμού
κρατώντας μεγάλες πέτρες.

«Βιρτζίνια!» αναφώνησαν οι κοπέλες (η Γουλφ).

Χωρίς δεύτερη σκέψη έτρεξαν προς το μέρος της
και μέχρι να αποφασίσω τι θα ’κανα εγώ
εκείνες είχαν ήδη κατα-

βυθιστεί.

Δεν τις ακολούθησα.
Εξάλλου, δεν είν’ δικό μου το φταίξιμο.
Φταίει η Ποίηση.

Βοστώνη

 

ΚΟΥΚΟΥΛΙ

Κτύπησα την πόρτα·
άκουσα την 5η του Μπετόβεν.

Ανοικτή· εκείνος μέσα·
πίσω από παραπέτασμα ανθρώπινης κοπριάς
ξέρασα αλλά είπα «δεν φεύγω»

καλυμμένος από χοντρό στρώμα λίπους
κι η τηλεόραση ν’ ατμίζει απ’ την υπερχρήση
-πάνε έξι μήνες αφότου χώθηκε εκεί μέσα-

έκανε επαναλαμβανόμενη κίνηση
[θύμιζε κατανασκασμό]
έλεγε τραγουδιστά
Φτιά-χνω κου-κού-λι, να μπω μέ-σα,
κου-κου-λι με-τα-ξέ-νιο, ν’ απο-δη-μή-σω εντός του.

 

ΥΠΕΡΚΑΙΝΟΦΑΝΗΣ I

5400 π,Χ.
Αστερισμός του Ταύρου
Γαλακτώδης Οδός

Γεια, Γαία.

Παρόλο που απεβίωσα φέτος
Εσύ εκεί πέρα
θα το αντιληφθείς το 1054 μ. Χ.
(Δεν ευθύνεσαι εσύ,
παρά μόνο η ασύλληπτη απόσταση που μας χωρίζει.)

Πόση εμπιστοσύνη να σου έχω, γλυκιά μου,
όταν μεταδίδονται τόσο καθυστερημένα οι πληροφορίες!
Αυτό το γράμμα για παράδειγμα,
το ‘γραψα 6.500 χρόνια πριν από το δικό σου τώρα.

Κι αν γράψω το Μανιφέστο μου,
πόσο επίκαιρο θα ναι τότε;

Το 1731 μ. Χ. οι άνθρωποί σου θ’ ανακαλύψουν το
νεφέλωμά μου,
το 1968 μ.Χ. θ’ ανακαλύψουν το αστρικό πτώμα μου,
και πάει λέγοντας.
Τα αστεροσκοπεία τους θα με σκοπεύσουν
μα εγώ, να το ξέρεις,
δεν δέχομαι να στηθώ σε εκτελεστικό απόσπασμα.
Είμαι ελεύθερος ανεξαρτήτως χωροχρόνου.

Γαία,
χλωμή μπλε τελεία,
μόριο σκόνης που αιωρείται σε μια ηλιαχτίδα,
να προσέχεις.
Τα πράγματα θα γίνουν πιο δύσκολα.

Ο υπερκαινοφανής

 

ΦΥΛΟΓΕΝΕΣΗ

Αδύνατον να κοιμηθείς
με τόσες σκέψεις μπηγμένες
σ’ ένα τόσο μικρό κρανίο.

4:44 π. μ.
Μπήκαν όλοι μέσα.
Και ο Σάπιενς και ο Νεάντερταλ και ο Ερέκτους
και άλλοι πολλοί που δεν τους ξέρω.

Σταθήκαμε σε κύκλο.
Κοιταχτήκαμε.
Δεν βρήκαμε κοινή γλώσσα.
Πιάσαμε τα χέρια.

Ένιωσα τον παλμό τους
να κτυπά στο εσωτερικό όλων των παλαμών μου.
Μέχρι που συγχρονίστηκε.

4:44 π. μ.
Βγήκαν όλοι έξω.

Απέμεινα πάλι μόνος μου
Με την Οντογένεση.

 

Οντογένεση

ΑΛΥΣΟΠΡΙΟΝΟ

Δεν ήταν
γκαπ γκουπ
ήταν
ντραμ ντρουμ.

Απ’ το πρωί
ξεκίνησε το ηλεκτρικό αλυσοπρίονο
να τα κλαδεύει
και ο κηπουρός
βάλθηκε να με πείσει
ότι είναι για το καλό τους.

Νταμπ ντουμπ
έκαναν
όταν έπεφταν κάτω
τεράστια τα κλαδιά
λες κι ήταν δέντρα.

(Όταν πριονιστούν όλα τα κλαδιά
και μείνει μόνο ο κορμός
πως λέγεται το δέντρο;
Ίσως απλώς στην πρώτη δημοτικού
όλα να σου φαίνονται μεγάλα.)

-Μικρέ μου, τώρα κάνε πιο πίσω μη βρω εγώ τον μπελά
μου. 0α φυτρώσουν πάλι πιο μεγάλα και θαλερά. Μη
στενοχωριέσαι. Θα ξανάρθω όταν θα ’σαι στη δευτέρα,
να δεις που τότε θα ’ναι ακόμα μεγαλύτερα. Άντε.
θυμώσω.
— Γιατί θα ξανάρθετε;
— Για να τα ξανακόψω.

 

ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΟΜΑΙ

Γνωρίζω ένα ρήμα
και ξέρω να το κλίνω
απέξω κι ανακατωτά
σε όλους τους χρόνους του.

Πάντοτε όμως σε πρώτο πρόσωπο
και κυρίως φωνή παθητική.

Το μόνο που αλλάζει
από καιρού εις καιρόν
είναι το ποιητικό αίτιο.

Άλλως γνωστό ως αίτιο της ποίησής μου

 

ΚΑΥΣΙΜΑ

Ι
Ποτέ δεν κατάλαβα αν όντως είχε καύσιμα
στην σκοπιά που την έλεγαν «Καύσιμα».

Χειρότερο νούμερο το δύο-τέσσερις.
Σκοτάδι όσο θες για να σκοτεινιάζεις,

Μια μέρα ο εφοδεύων μ’ έπιασε στα πράσα
|απ’ τα μπράτσα|.
Δεν τον πρόσεξα, παραδέχομαι.
Απόδειξη ότι δεν φυλάττω καλά το Έθνος.

λίγοτοσκοτάδιλίγοηνύσταλίγοηβουήτουδιαύλου
λίγοηηλικίαμουλίγοαπόλα.

Από ’κείνη τη μέρα βλέπω φαντάσματα.

 

ΙΙ
Στην ουσία
ράβουμε εσαεί το ίδιο ποίημα
ελπίζοντας μια μέρα το υφαντό του πόνου να τελειώσει
ώστε να το πετάξουμε στα σκουπίδια.

Μα τα καύσιμα στον πυθμένα μας είναι ανανεώσιμα.

 

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Είχαμε μόνο:
Πολικό Αστέρα, Πυξίδα, Χάρτη.
Το αζιμούθιο του καταυλισμού:
5.000 χιλιοστόμετρα πυροβολικού.

Κανονίστε να επιστρέφετε πριν το πρώτο φως.
Αν χαθείτε, είστε άξιοι της μοίρας σας. Ξεκουμπιστείτε.

Το στρατιωτικό όχημα έβγαλε απ’ τον κώλο καπνούς
κι εξαφανίστηκε.

Πολικός Αστέρας.

Εκείνο το απομονωμένο αστέρι
δεξιά απ’ τη Μεγάλη Άρκτο
που πάντοτε, βρέξει, χιονίσει, δείχνει τον βορρά.

Άφησα τους άλλους να βγάλουν άκρη,
κι απέμεινα να τον κοιτάζω.

Εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια
κάθεται εκεί πέρα μονάχος
μα δεν νιώθει μοναξιά.
Εκτελεί ακούραστα το καθήκον του
που είναι να προβάλλει τον Βόρειο Ουράνιο Πόλο.

Κι αν κάποτε σβήσει, θα πει τουλάχιστον πως μας έδωσε
τη φωτιά.

Κάποια στιγμή
είδα τον λοχαγό ν’ ανεβαίνει πάνω του
χρησιμοποιώντας μια ανεμόσκαλα
κι έπειτα να τρώει τα σωθικά του.

Απ’ το στόμα του έτρεχε αντί αίματος
αστερόσκονη.

Δεν τον χρειάζεστε.
Να δούμε αν θα τα βρείτε χωρίς τούτον τον βλάκα.

 

ΕΦΗΜΕΡΑ

Απάνω που νόμιζα
πως μ’ έχω χαρτογραφήσει
πετάγεται μπροστά μου
τούτος ο ξεροπόταμος.
Από πού κι ως πού;
Τόση ξηρασία δεν έχουν εμένα οι συντεταγμένες μου.

Απόψε είναι η νύχτα
που τα εφήμερα έντομα
έχουν την τελευταία τους έκδυση.
Μάλιστα, ένα είδος που γνώρισα εδώ στον ποταμό,
πρέπει μέσα σε πέντε λεπτά
να στεγνώσουν τα φτερά τους,
να πετάξουν,
να επιλέξουν σύντροφο
και να το κάνουν.

Έπειτα, πεθαίνουν ακαριαία.
Απάνω στο σεξ
όλα τελειώνουν.

Κι εγώ;
Τι στο καλό θέλω με τα εφημερόπτερα;
Σκοπός μου δεν είναι
ούτε η αναπαραγωγή ούτε η εκσπερμάτωση.
Εγώ γνωρίζω καλά το είδος μου
και
δεν θέλω να πεθαίνω κάθε που τελειώνω

 

ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ

Και που ξύπνησα σε μια πόλη-θαύμα
τι θα πει;
Εγώ είμαι ακόμα το ίδιο πλάσμα.

Και που μυρίζει μπαρούτι τι θα πει;
Και που φλέγομαι τι θα πει;
Και που κανείς δεν σταματά τι θα πει;

Απαιτείται πολύς κόπος
μέχρι να εξουδετερώσω
μία μία
και να περιμαζέψω
τις νάρκες
που άφησαν κάποιοι
φεύγοντας
απ’ το κορμί μου.

Αν δεν το κάνω
θα συνεχίσω
με κάθε παραπάτημα
να γίνομαι παρανάλωμα.

Χρειάζομαι, επειγόντως, μία σκαπάνη.

Νέα Υόρκη

 

ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Όταν γεννήθηκα ήμουν άγραφη πλάκα
αλλά το υλικό της ήταν φτιαγμένο από το
δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό οξύ μου.

Όσα έζησα καταγράφηκαν πάνω της.
(Κάποιοι απερίσκεπτοι έγραψαν με μαρκαδόρο ανεξίτηλο
κάποιοι έκαναν ασκήσεις χαρακτικής με μυτερό κόπτη
[εξού και οι ρυτίδες μου]
σε κάποια σημεία έχω λιώσει από μόνος μου γι’ άλλους.)

Ενίσταμαι.
Δεν είμαι θύμα αυτών που μ’ έχουν καθορίσει.
Αρκετά να ’μαι η συνισταμένη
της κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος μου.

Έχω χαρτογραφήσει τα όρη και τις χαράδρες μου,
έχω απλώσει πάνω μου λευκό καμβά,
κρατάω στ’ αριστερό μου χέρι κάρβουνο,
κι είμαι και πάλιν άγραφος.

Tabula-ξανά-rasa.

 

ΥΠΕΡΚΑΙΝΟΦΑΝΗΣ II

Εντάξει, λοιπόν, θα το χάψω.
Θα το κάψω.

Έχω πολλά ακόμα στη ζωή μου να συντήξω.
Μέχρι που δεν θα ’χω άλλα να κάψω.
Θα ξεμείνω από καύσιμα.

Έπειτα, η βαρύτητά μου
θα με συνθλίψει.
[Ποιος δύναται να πάει κόντρα στους νόμους της φύσης;]

Προς στιγμήν
-αυτήν της έκρηξης—
θα ’μαι υπερκαινοφανής αστέρας.

Σε κάποιον πλανήτη θα μείνουν έκθαμβοι
με τη λαμπρότητα του κύκνειου άσματός μου.

Έπειτα,
Τ ί π ο τ α.

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΑΞΙΔΙ

Το δωμάτιο πλέει ακυβέρνητο
μέσα στην κατάμαυρη νύκτα.
Μα έχω αστρολάβο τον λογισμό μου.

Γνωρίζω τη γωνία πρόσπτωσης του σεληνόφωτος
και τη γωνία ανάκλασης των απολεσθέντων.
Γνωρίζω τα ονόματα όλων των ουράνιων σωμάτων,
των πετούμενων, κι όσων έχω πετάζει.

Είμαι άριστος χειριστής τηλεσκοπίων
αλλά όχι τόσο ικανός με τα μικροσκόπια
(ο μικρόκοσμος των ανθρώπων έχει τρομακτικά προβλήματα.
τελοσπάντων.)

Ναυτιλλόμενος με διαφανή άγκυρα αυτό το ποίημα
κι ανεξερεύνητο ύφαλο να πέφτει μπροστά στα πόδια μου.

Ασφαλής πρόβλεψη:
Όπου να ’σαι,
όπου και να ’σαι,
θα Ξημερώσει.

 

 

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΕΠΟΧΕΣ (2012)

άνοιξη

έτσι αρχίζει το παραμύθι
«Μια φορά κι έναν καιρό…»

μα αυτό είναι τώρα
Μια φορά μονάχα.

<>|<>

Σε νιώθω που είσαι πίσω απ’ τη βαριά πόρτα
-πέντε βήματα από μένα-

παλιρροϊκό κύμα έτοιμο να τη σπάσεις
άνεμος έτοιμος να τη ρίξεις
τέρας έτοιμο να τη φας

τίποτα δε σε κρατάει πια!

Έλα μέσα,
Έρωτα.

<>|<>

Τις νύχτες
εμείς οι δυο
ξεντυνόμαστε τις ενοχές
και τις ρίχνουμε τσαλακωμένες στο πάτωμα

γυμνοί
-παρότι στο σκοτάδι-
βλέπουμε επιτέλους την αλήθεια μας

ξημερώνει
μα εμείς ακόμα κοιτάζουμε

Ομολογώ
πως κάποια πρωινά δελεάστηκα
να κυκλοφορήσω στο δρόμο
φορώντας τον εαυτό μου
και τίποτε άλλο.

 

καλοκαίρι

Είναι πολύ παράξενο

εκεί που σ’ αγάπησα
ήταν στ’ αλήθεια το τέλος του κόσμου

οδηγώντας για ώρα πολλή
φτάναμε σ’ ένα σημείο
που ο δρόμος τελείωνε
και υψωνόταν ένα τεράστιο βουνό μπροστά μας

Το τέλος του κόσμου
Η αρχή της αγάπης.

<>|<>

Όταν έρθει η αγάπη η αληθινή
δε χρειάζεται
ούτε το μικρό δάχτυλο να κουνήσεις

καθόλου να μετακινηθείς
απ’ τον εαυτό σου
αν είναι η αγάπη η πραγματική.

<>|<>

Κάποιες φορές
έχω την εντύπωση
πως εσύ δημιούργησες το σύμπαν

Εσύ προκάλεσες τη Μεγάλη Έκρηξη
κι από τότε κρατάς τα νήματα
όλων των πλανητών και σωμάτων
κι ελέγχεις την εντελέχεια

Κι ακόμα δεν πιστεύω
με πόση μαεστρία και προσοχή
κρατάς αυτό το μικρό αστέρι
κι ολοένα του δίνεις πνοή για να μη σβήσει

Ολόκληρο σύμπαν
μα εσύ έχεις πιότερη έγνοια
αυτό το ασήμαντο αστέρι

Σαν ένα μικρό παιδάκι
το ταξιδεύεις ανάμεσα στα νεφελώματα
και το κρατάς σφιχτά να μην πέσει σε μαύρες τρύπες

Του δείχνεις το δρόμο
μέσα στο άπειρο.

<>|<>

Ζητούσα πάντα βοήθεια
μέσω λέξεων
που κάποιοι ονόμασαν ποιήματα

Όταν ξαφνικά
σταμάτησα να ελευθερώνω πόνο στο σύμπαν

Όχι πια αστροναύτης του πόνου
ούτε χαμένος στο διάστημα

Πήρα σπίτι σ’ ένα γειτονικό γαλαξία.

 

φθινόπωρο

Αυτή η λάμψη
που αδιάκοπα σε συνοδεύει
λες κι είναι αύρα σου

Δεν είναι δική σου.

Είναι η αντανάκλαση
του εαυτού μου πάνω σου.

<>|<>

Εγώ είμαι δοχείο
συγκοινωνούν μ’ εσένα

Έχει ανοίξει η στρόφιγγα
της αντοχής μου.

Προσοχή!
Αδειάζουμε!

<>|<>

Έτσι είχες κάποτε εσύ ονομάσει εμένα:
«Βροχή σε περίοδο ανομβρίας»

Κι εγώ ολόχαρος
έριξα όλα τα κυβικά νερού μου επάνω σου

Μα εσύ ήσουνα ξανά και ξανά
σε κατάσταση ξηρασίας.

<>|<>

Μπορείς στ’ αλήθεια
σε μια στιγμή να ζήσεις
όσα ζεις σε μια ολάκερη ζωή

μπορείς κιόλας
σε μια στιγμή
να χάσεις όλες τις στιγμές
που θα ’χες την ευκαιρία
να έρθει εκείνη η στιγμή.

<>|<>

Σήμερα είπα να παίξω
τα αισθήματά μου για σένα
Κορώνα Γράμματα

βρήκα ένα κέρμα
επάνω στο ράφι
κι έγραφε με ανάγλυφα γράμματα
Θυμός

το ’ριξα ψηλά

μέχρι να πέσει στο πάτωμα
και ν’ ακούσω το γδούπο του
ακόμα ήλπιζα

αλλά το μόνο που είδα
ήταν ζωγραφισμένη τη Λύπη μου
στην πίσω πλευρά του.

<>|<>

Είναι η αγάπη μας
μια πλάνη
κι η ζωή ακόμα πιο μεγάλη

Είναι η αγάπη μας
ένα όνειρο
μέσα σε όνειρο.

<>|<>

Συνήθως μετά τις δώδεκα η ώρα
όλοι έχουν φύγει
και μένω με τον εαυτό μου μονάχος

Θα προτιμούσα
να μη μέναμε οι δυο μας
γιατί όλο με ρωτάει πράγματα

«Γιατί έκανες τούτο;
Γιατί είπες τ’ άλλο;»

Φεύγοντας την επόμενη φορά πάρτε τον μαζί σας.

<>|<>

Μέρες τώρα
προσποιούμαι πως έχω πεθάνει

ελπίζοντας να με ψάξεις
ή έστω να με θάψεις.

 

χειμώνας

Οι μέρες περνούν
χωρίς τίποτα να συμβαίνει

εγώ συνεχίζω να πενθώ
ελπίζοντας πως κάποτε τη λύπη
θα ξορκίσω

Το ξόρκι είναι σκληρό:
«Τρεις φορές να φωνάξω πως εσύ δεν αξίζεις
και αμέσως η λύπη εμένα θ’ αφήσει»

Απ’ το πρωί είμαι εδώ
προσπαθώ να ξορκίσω τη θλίψη
αλλά μπερδεύω τα λόγια μου
κι ολοένα λέω «αξίζεις».

<>|<>

Πότε θα ’ρθει ο ύπνος
κι εμένα να πάρει;

δοκίμασα τα πάντα

ακόμα και στο μυαλό μου
να σε σκοτώσω
με μια χούφτα χάπια λήθης

αλλά συνεχίζω
όλο το βράδυ τους τοίχους να φυλάω
και ξανά την εικόνα σου να φιλάω.

<>|<>

Εδώ και λίγους μήνες
πονά ασταμάτητα το κεφάλι μου

Μια φίλη είπε τρομαγμένα:
«Να πας να κάνεις τομογραφία εγκεφάλου
να δούμε τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι σου»

Δε βαριέσαι.

Ξέρω από τώρα πως
η τομογραφία θα τυπώσει
τη φωτογραφία σου.

<>|<>

Κάποτε δέχομαι αναπάντεχες νυχτερινές επισκέψεις
από φαντάσματα

τρομάζω
μιας και δεν πιστεύω στη μετά θάνατον ζωή

Ευτυχώς με διαβεβαιώνουν
ότι έρχονται από το παρελθόν.

<>|<>

Ένα λεπτό πριν το ξημέρωμα
ορκίζομαι
πως δεν έχω ξαναδεί πιο σκοτεινό σκοτάδι

Μαύρη τρύπα
απειλεί να με ρουφήξει
μέσα απ’ όλα τα παράθυρα.

<>|<>

Το παρελθόν μου
κάθε μέρα μεγαλώνει
κι εγώ το κουβαλώ
πάνω στους ώμους μου

τουλάχιστον ο Σίσυφος
είχε συνεχώς την ίδια πέτρα να κουβαλάει

ενώ το δικό μου βάρος
μεγαλώνει μέρα με τη μέρα.

<>|<>

Μέρες ολόκληρες
κάθομαι άπραγος
περιμένοντας να γεννήσω
αυτό το ποίημα

Αντί να σπάζουν τα νερά
νερά μπάζουν από παντού
και βυθίζομαι

Μέρα με τη μέρα
γνωρίζω καλύτερα το ποίημα αυτό
αλλά δεν τίκτεται
Κι ούτε τήκεται

Αναρωτιέμαι ποιος βιαστής
φύτεψε αυτό τον σπόρο μέσα μου

Ίσως στο τέλος να μη γεννήσω ένα ποίημα
αλλά εγώ ο ίδιος να εξαχνωθώ σε ποιητατμούς.

 

αγρανάπαυση

Πέρασαν μήνες
στέγνωσα από λέξεις και συναίσθημα
ποτέ δεν έγραψα
και δεν ξέρω αν ήταν που δεν έβρισκα τις
ή αν δεν ένιωθα τίποτα

Συγχώρεσέ με, Ποίηση
που μακριά σου είχα φτάσει

Ήταν στιγμές που φοβήθηκα
πως δε θα ξαναγράψω
ή μάλλον πως δε θα ξανανιώσω

τι τρομαχτικό!

Ξαφνικά όμως ένιωσα σήμερα κάτι
και σε σένα, Ποίηση, έχω πάλι στραφεί

ας είναι άγιο τ’ όνομά σου.

<>|<>

Δε θέλω να σε θάψω
σε σεντούκι
έξι πόδια κάτω από τη γη.

Θέλω να σε φυτέψω
στο φρέσκο χώμα της ψυχής μου.

Και πάνω σου να βλαστήσουν
όμορφα λουλούδια.

Έτσι θέλω να είναι
η ύστερη εποχή σου.

Μετά σου.

<>|<>

Έχω σπαταλήσει ώρες πολλές
να σκέφτομαι
πώς άραγε
νιώθουν οι άλλοι

Έχω φορέσει
τόσες πολλές φορές
ξένα παπούτσια
που πια έχει αλλάξει
το μέγεθος του ποδιού μου.

<>|<>

Όταν γεννιέται ένα παιδί
οι νεράιδες είναι παρούσες
και δίνουν τα δώρα τους

γνωρίσματα
που θα γλιτώσουν τον άνθρωπο
απ’ τον επικείμενο πόνο

Σ’ άλλους δίνουν θέληση
σ’ άλλους υπομονή
και σ’ άλλους δύναμη

δίνουν μέχρι κι αναλγησία

Εμένα μου ’δωσαν
την Ποίηση.

<>|<>

Η πέμπτη εποχή

Τελείωσαν όλες οι εποχές

έχω ζήσει τον κύκλο
που κάνει ο έρωτας

Το πρώτο λάκτισμα και τον τελευταίο σπασμό του έρωτα.

Έχω βάλει τα συναισθήματά μου σε βιτρίνα
και μπορώ, επιτέλους, να τα κοιτάζω
λες κι είναι αρχαιολογικά εκθέματα

ο χειμώνας τούτος ήταν βαρύς
επέζησα όμως
και ζω τώρα την παντοδυναμία της αυτοδυναμίας μου

Είμαι ο Ένας και ο Καθένας.

Διαισθάνομαι πως κάποτε θα ’ρθει ξανά άνοιξη
μα αυτή η εποχή, τώρα, είναι ιδιαίτερη

Όχι, ξεγελάστηκα.
Δεν είχαν τελειώσει όλες οι εποχές

Κάθισα
άπλωσα τα άκρα μου στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
κι αναπαύομαι·

μέσα μου ίσως σκιρτούν ακόμα ζιζάνια
αλλά, τι λύτρωση,
δεν χρειάζομαι τίποτα.

Δεν ήξερα πως υπάρχει εποχή πέμπτη!

Τώρα ξέρω
γιατί οι πάνσοφοι αγρότες
αφήνουν κάποτε τα χωράφια τους
σε αγρανάπαυση.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Υπερκαινοφανής

Λευτέρης Παπαλεοντίου

ΑΝΕΥ, 64ο τεύχος.

Ήδη με την πρώτη συλλογή του (Οι πέντε εποχές, 2012), που προσέχθηκε και στην Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου (Κύπρος 1981) εμφανίστηκε στον χώρο της ποίησης με αρκετές αξιώσεις και με περισσότερες υποσχέσεις. Η πρόσφατη, ογκώδης συλλογή του, με τον τίτλο Υπερκαινοφανής (ο όρος παραπέμπει σε ένα νέο αστέρι που εκρήγνυται σε μικρό χρονικό διάστημα αφήνοντας καταστροφικά αποτελέσματα), φαίνεται αρκετά φιλόδοξη: Δομείται σε δύο ενότητες (με τους τίτλους Φυλογένεση και Οντογένεση, αντίστοιχα) και ξανοίγεται σε ποικίλα θέματα. Μάλιστα ο ποιητής κρίνει σκόπιμο να παραθέσει δέκα σελίδες με σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου, για να εξηγήσει όρους, ιστορικές και άλλες αναφορές που περνούν στα κείμενά του.
Το πρώτο ποίημα της συλλογής («Το ξεκίνημα»), ένα ποίημα ποιητικής, θα μπορούσε να θεωρηθεί προγραμματικό: Ο ποιητής, παραβλέποντας τις εντολές των θεών, κοιτάζει πίσω για να δει το παρελθόν του, όπως ο Ορφέας θέλησε να δει την Ευρυδίκη. Έτσι, ο ποιητής καλείται να πληρώσει το τίμημα της ύβρεως: «Ανατινάχτηκα μπροστά τους σαν υπερκαινοφανής αστέρας. / Κι όταν ήρθα στα ίσια μου, / μου ’λειπε η φωνή. / Αλλά περιέργως μπορώ να γράφω». Η γραφή είναι ό,τι μένει από την «έκρηξη» του ποιητή, που τεμαχίζεται στα ποιήματά του.
Και σε άλλα κείμενα της πρώτης ενότητας ο Κ. Παπαγεωργίου ασχολείται με θέματα που συνδέονται με το σύμπαν και την κοσμολογία (γαλαξίες, αστερισμούς, κομήτες, μετεωρίτες), με την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, ιστορικές περιόδους, μνημεία, πρόσωπα και περιστατικά. Συνήθως προσθέτει τη δική του πινελιά στην εξέλιξη των πραγμάτων, προσεγγίζοντάς τα με λοξή ματιά: «Μόλις τελείωσα. / κοιμήθηκε ευτυχώς ο Homo Erectus / ξύπνησε όμως ο Homo Solitarius» (“Erection”).
Από την πρώτη ενότητα μας σταματούν άλλα δύο κείμενα με ποιητολογικό χαρακτήρα: Στις «Αυτόχειρες ποιήτριες» παρακολουθούμε μια φανταστική συνάντηση του ποιητή/ομιλητή με τρεις ποιήτριες, την Ανν Σέξτον, τη Σύλβια Πλαθ και τη Βιρτζίνια Γουλφ, που αυτοκτόνησαν. Ο ποιητής παρακολουθεί τον πνιγμό τους στον ποταμό, καταλήγοντας με τους στίχους: «Εξάλλου δεν είν’ δικό μου το φταίξιμο. / Φταίει η ποίηση». Το δεύτερο ποίημα, με τον τίτλο «Ποιητική», αποτελεί κριτική στο σινάφι των ποιητών, αλλά λειτουργεί και ως αυτοκριτική: «Γιά πες τώρα, ποιητή, εσύ, τί έκανες; / Εκτός από το να ποιείς, / πράττεις κιόλας; / Ή μήπως είν’ αρκετή η γραφή σου;».
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου συναντάμε πιο προσωπικά και ίσως πιο ολοκληρωμένα ποιήματα, όπως τα «Απογοητεύομαι», «Καύσιμα» (ειδικά το ΙΙ: «Στην ουσία / ράβουμε εσαεί το ίδιο ποίημα / ελπίζοντας μια μέρα το υφαντό του πόνου να τελειώσει / ώστε να το πετάξουμε στα σκουπίδια. / Μα τα καύσιμα στον πυθμένα μας είναι ανανεώσιμα»), «Εφήμερα», «Καιόμενος», «Αυτοδιάθεση» κτλ. Από τις πιο αξιοσημείωτες αρετές στο γράψιμο του Κ. Παπαγεωργίου είναι η λιτότητα και η συμπύκνωση, η απροσποίητη, αντικομφορμιστική έκφραση. Βέβαια χρειάζεται ακόμη αρκετή δουλειά, ώστε να κατακτήσει ο ποιητής τα εκφραστικά του μέσα και να μεταποιήσει το πρωτογενές θεματικό υλικό του σε ολοκληρωμένα ποιήματα.

 

Δρ. Σταύρος Καραγιάννη

«Cadences: A journal of literature and the arts in Cyprus» (13ο τεύχος)
Πρωτογνώρισα τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου όταν δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Οι Πέντε Εποχές». Εντυπωσιάστηκα με τον τρόπο σκέψης του νεαρού αυτού ποιητή, αλλά και με τον τρόπο που αντιλαμβανόταν την μετάφραση της εμπειρίας σε γλώσσα. Μου έδωσε την εντύπωση ενός πολύπλευρου και βαθύτατου στοχαστή, ο οποίος σκηνοθετεί εικόνες και γλώσσα για να μεταδώσει νοήματα άκρως πολιτικοποιημένα. Η καινούργια αυτή συλλογή ποιημάτων «Υπερκαινοφανής» έχει πολλές διαφορές από την πρώτη, και σηματοδοτεί μια καινούργια τροχιά στις καλλιτεχνικές ανησυχίες του ποιητή. Απλώνει τις συντεταγμένες της πολύ πλατιά εκφράζοντας σκέψεις και ιδέες οι οποίες δίνουν στο έργο ένα διαπολιτισμικό, διεθνιστικό, οικουμενικό, ακόμη και γαλακτικό, χαρακτήρα. Το κεντρικό θέμα επιστρατεύει μια ιστορία ξεχασμένη ή παραμελημένη, ούτως ώστε να δώσει στην σημερινή μας πραγματικότητα μια διάσταση που είναι αόρατη στους πιο πολλούς από εμάς. Μας προσφέρει έναν τρόπο να φανταστούμε στιγμές της καθημερινότητας μας, αναμνήσεις, συναισθήματα, μέσα σε ένα πλαίσιο που μπορεί να χαρακτηριστεί άπειρο αφού καθορίζεται από το ακαθόριστο διάστημα και μια ιστορία ύπαρξης που δύσκολα συλλαμβάνεται.
Πολλές φορές οι κριτικοί ποίησης βιάζονται να δηλώσουν ότι πρόθεση τους δεν είναι να θεωρητικολογήσουν γιατί τάχατες η θεωρία είναι γενική και αόριστη. Εμένα πρόθεση μου είναι ακριβώς να θεωρητικολογήσω επειδή η θεωρία μάς προσφέρει προοπτική αλλά και βοηθά στην κατανόηση φαινομένων της καθημερινότητας. Η ποίηση του Παπαγεωργίου αντλεί τα θέματα της από την καθημερινότητα και από απλά συναισθήματα για να φτιάξει εικόνες και να επέμβει με δημιουργικό λόγο πάνω σε ζητήματα πολιτικής του ατόμου μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Κάποιες φορές αυτό το κοινωνικό πλαίσιο παρουσιάζεται ως αμείλικτο, άλλες φορές ως επιθυμητό και άλλες φορές ως καταστροφικό. Από τη συλλογή αυτή αναδύονται επείγοντα ερωτήματα για την μοναξιά, την καταπίεση, τον έρωτα, την αγάπη, αλλά και την ιστορικότητα της ανάμνησης και την ανάμνηση της ιστορικότητας.
Ομολογώ ότι χρειάστηκε μια μικρή έρευνα για να αντιληφθώ τι ακριβώς σημαίνει ο όρος «υπερκαινοφανείς αστέρες» ή supernova, ούτως ώστε να μπορέσω να συλλάβω τα νοήματα που βρίσκονταν στην σύνταξη αυτής της ποιητικής συλλογής. Ο όρος λοιπόν αναφέρεται σε διάφορους τύπους εκρήξεων που συμβαίνουν στο τέλος της ζωής των αστέρων κατά τις οποίες παράγουν εξαιρετικά φωτεινά αντικείμενα, αποτελούμενα από πλάσμα, (ιονισμένη ύλη) και των οποίων η αρχική φωτεινότητά τους στη συνέχεια αδυνατίζει μέχρι του σημείου της αφάνειας μέσα σε λίγους μήνες (http://www.eoellas.org/ 2016/07/11/yperkainofaneis-asteres/).
Η θερμοπυρηνική έκρηξη παράγει λάμψη που είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή ολόκληρου του γαλαξία. Οι εκρήξεις σουπερνόβα είναι η κύρια πηγή πολλών σημαντικών στοιχείων. Για παράδειγμα, όλο το ασβέστιο στα οστά μας και όλος ο σίδηρος του οργανισμού μας έχουν παραχθεί σε κάποια έκρηξη υπερκαινοφανούς, εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια. Η έκρηξη μεταφέρει αυτά τα βαρέα στοιχεία στο μεσοαστρικό χώρο, εμπλουτίζοντας τα μοριακά νέφη (αστρική σκόνη ή αστρόσκονη) που αποτελούν την πρώτη ύλη για τον σχηματισμό των αστέρων και των πλανητών (Κωνσταντίνος Αθ. Οικονόμου, http://aktines.blogspot.com.cy/2014/06/supernova.html). Κάθε άτομο του σώματός μας, κάθε μόριο του αέρα που αναπνέουμε, δημιουργήθηκαν σε ένα άστρο και έφτασαν ως εδώ με μια έκρηξη υπερκαινοφανούς. Κατά μία έννοια, είμαστε κυριολεκτικά «παιδιά των αστεριών.»
Ένας υπερκαινοφανής αστέρας, λοιπόν, δίνει το πιο λαμπρό και φαντασμαγορικό του φως την ώρα που εκρήγνυται! Αυτή η έκσταση του φωτός είναι που κάνει την υπόσχεση πράξη και μας χαρίζει δυνατότητες ανάπλασης ακριβώς την στιγμή του χαμού. Ταυτόχρονα, αυτό το άπειρο τέμνεται από την εμπειρία μιας καθημερινότητας στην οποία οι πολλαπλές σχέσεις εξουσίας ασκούν την επίδραση τους πάνω στο άτομο.
Η ποιητική συλλογή αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο μέρος έχει τον τίτλο «Φυλογένεση» ένας βιολογικός όρος που αναφέρεται στην έρευνα της συγγένειας τών ζωντανών πλασμάτων του πλανήτη που ζούμε. Αυτή η συγγένεια σχετίζεται, ή και καθορίζεται από την ιστορία της συνεχόμενης εξέλιξης τους. Μέσα στα ερευνητικά πλαίσια της φυλογένεσης αντιλαμβανόμαστε τις σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα είδη και την εξέλιξη τους. Παρέχει επίσης ένα θεωρητικό υπόβαθρο στο οποίο οφείλεται και η κινητικότητα της αντίληψης αυτής. Το δεύτερο μέρος έχει τον τίτλο «Οντογένεση» που αναφέρεται στην ιδιωτική ιστορία μιας ζωής από την στιγμή της δημιουργίας της μέχρι που παύει να υπάρχει. Οντογένεση είναι η συγκεκριμένη ιστορία του ατόμου ενώ φυλογένεση είναι τα στάδια της πορείας του είδους στο οποίο ανήκει το άτομο μέχρι να φτάσει στην τωρινή του μορφή.
Στην ποίηση του Παπαγεωργίου, οι όροι αυτοί τυγχάνουν μιας δημιουργικής επεξεργασίας όπου οι βιολογικές αυτές έννοιες που υποδηλώνουν αναπόσπαστες διαδικασίες στην εξέλιξη και συνέχιση της ζωής στον πλανήτη αποτελούν το πλαίσιο των ποιημάτων και τα καθιστούν καθόλα πολιτικές δηλώσεις. Η φυλογένεση π.χ. έχει σαν ένα από τα αποτελέσματα της την βόμβα της Χιροσίμα στο ποίημα “Little Boy.”
Κάποια από τα ποιήματα της συλλογής μαρτυρούν μια πολύ μακρά και λεπτομερή διαδικασία κύησης. Η φωνή που αρθρώνει τους στίχους δεν ανήκει πάντα στον ποιητή. Ενδύεται διάφορες μορφές με στόχο να μας χαρίσει μια σειρά χαρακτήρων στους οποίους εμείς αναγνωρίζουμε κομμάτια του εαυτού μας, ή και ανθρώπους του περίγυρου μας. Πολλές φορές όμως οι χαρακτήρες μας είναι ολότελα ξένοι, και το ενδιαφέρον μας διεγείρεται ακριβώς από την ικανότητα του ποιητή να κάνει το ξένο οικείο και το οικείο τέχνη του λόγου, ούτως ώστε η κατανόηση της καθημερινότητας να εμπλουτίζεται με την διορατικότητα που μας χαρίζουν οι ποιητικές εικόνες.
Η ποιητική του δομή χαρακτηρίζεται από έντονα μεταμοντέρνα στοιχεία, και αντλεί έναυσμα από την τάση του ποιητή να σκηνοθετεί τον λόγο με συγκεκριμένα σχήματα νοήματος αλλά και εικόνας. Οι ρυθμοί των στίχων και η ένταση των λέξεων χαρίζουν την δυνατότητα μεταμόρφωσης η οποία όντας απαραίτητη στην ποιητική μετάπλαση απουσιάζει από τον συνηθισμένο συμβατό λόγο. Μάλιστα, σε κάποιες στιγμές τα ποιήματα υποδηλώνουν τις δυνατότητες που υπάρχουν στο αναπάντεχο συναπάντημα με το υπερβατικό. Λόγου χάριν, στο ποίημα «Προμηθέας» η προσωποποίηση του Πολικού Αστέρα δημιουργεί την αίσθηση ενός σώματος ουράνιου αλλά ταυτόχρονα με μια υπόσταση γήινη – συνδυάζει ο Προμηθέας δύο φύσεις. Βρίσκω καταπληκτικό τον τρόπο που το ποίημα ζωντανεύει το θείο μέσα από ένα βλέμμα πόθου, το βλέμμα του αφηγητή του ποιήματος. Το θείο είναι αυτό που έχει την δυνατότητα να εμπνεύσει και να θρέψει την φαντασία με την δημιουργική φλόγα. Αυτή είναι που καθιστά δυνατή την τέχνη και την πνευματική επιβίωση που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από το κτήνος. Και όμως, στο ποίημα υπάρχει το κτήνος και είναι ο λοχαγός ο οποίος σε μια συμβολική πράξη, σαν γύπας τρώει τα σωθικά του Προμηθέα θέλοντας να σβήσει τις δυνατότητες: «Δεν τον χρειάζεστε. / Να δούμε αν θα τα βρείτε χωρίς τούτον τον βλάκα» (82). Και ενώ καταβροχθίζει τα σωθικά του Προμηθέα από το στόμα του τρέχει όχι αίμα αλλά αστερόσκονη. Σε μια κανιβαλική πράξη, λοιπόν, καταβροχθίζουμε αυτό ακριβώς που μας φωτίζει την ανθρώπινη μας πορεία δίνοντας μας την αίσθηση προσανατολισμού.
Και κλείνω με την εξής σκέψη: η ωριμότητα είναι σημαντικό επίτευγμα στην τέχνη αλλά και το αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς. Και θαυμάζω το ταλέντο του Κωνσταντίνου αλλά και την επένδυση αγάπης στη δουλειά του – βασικό συστατικό που ευθύνεται για αισθητική στάθμη, συναισθηματική επίκληση και πολυεπίπεδη ερμηνευτική δυναμική. Αντιλαμβάνομαι την ποίηση όχι ως την αισθητοποίηση μιας στιγμιαίας εντύπωσης αλλά ως σύνθεση η οποία αναπτύσσει σε διάφορα δομικά και σημασιολογικά επίπεδα ένα θεματικό ή θυμικό πυρήνα. Με τέτοια κριτήρια λοιπόν υπ΄όψιν, η συλλογή του Κωνστανίνου Παπαγεωργίου αντιπροσωπεύει μια σπουδαία και σημαντική κατάθεση στην Κυπριακή ποίηση.

 

Άριστος Τσιάρτας

http://www.fractalart.gr 8/11/17
Βουβές και ανείσπραχτες εκρήξεις
–Μαμά τι’ναι αυτό που κλαίει μέσα στο σπίτι μας;/–Τίποτα μικρό μου, μάλλον η φάκα θα’ πιασε κανένα ποντίκι/Ψέματα. Όλα ψέματα./ Η ποντικοπαγίδα άδεια πάλι./Η κραυγή όμως εκεί. Για χρόνια./Μόνο εγώ την άκουσα.
Μια βουβή κραυγή βγαίνει από τους στίχους του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου στη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο «Υπερκαινοφανής» . Πρόκειται για μια κραυγή που ανατρέπει τα επιφαινόμενα σχήματα και τις καθηλωτικές ψευδαισθήσεις με τα οποία ο άνθρωπος ορίζει και αντέχει τον κόσμο.
Ο ποιητικός λόγος θεματοποιεί όψεις συμπαντικών φαινομένων, της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους αλλά και ιστορικών ή κοινωνικών γεγονότων, προκαλώντας συγκίνηση όχι μέσα από μια άκριτη αισθηματολογία ή ανυπόμονη παρόρμηση αλλά μέσα από ένα διακριτά ελεγχόμενο και ανεπιτήδευτο λυρισμό.
Στην ποίηση του Παπαγεωργίου δεν υπάρχουν αρραγή σχήματα. Τα πάντα είναι θραυσμένα: η αφήγηση, η καθημερινότητα, ακόμα και τα στοιχεία των άκαμπτων στρατιωτικών κανόνων. Στη συνέχεια, με ποικίλλουσα κάθε φορά αντοχή και διάθεση, ο ποιητής, αποπειράται να ανασυγκολλήσει τον κόσμο του και τον τραυματικά κατακερματισμένο εαυτό (έχω γίνει ολόκληρος/ το άθροισμα των μπαλωμάτων μου.)
Με στίχους που χαρακτηρίζονται από δραματική ένταση, ο ποιητής εκφράζει υπαρξιακές αναζητήσεις και ένα εσωτερικό σπαραγμό. Ταυτόχρονα, η τραυματική και αδιέξοδη πορεία της ανθρωπότητας δεν τον αφήνουν αδιάφορο. Έτσι, ο ποιητής αναμετριέται επίμονα με τη φρίκη του Άουσβιτς προσπαθώντας να απωθήσει την ηχώ του τρόμου, να την υποτάξει και να την ξορκίσει. Μάταια, όμως. ( Ώ να, το ποίημα έρπει να εξέλθει/αλλά το καταπίνω). Έπειτα, προτείνει το αρχετυπικό μοτίβο της καρτερικότητας, με την οποία ο προμηθεικός ήρωας υπομένει το μέσα και τη μοίρα του, ως μέρος του ποιητικού γίγνεσθαι. (Εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια/κάθεται εκεί πέρα μονάχος/ μα δε νιώθει μοναξιά…./Kι αν κάποτε σβήσει, θα πει τουλάχιστον πως μας έδωσε τη φωτιά.)
Εκείνο που είναι διάχυτο στην ποίηση του Παπαγεωργίου, δεν είναι τόσο η άρνηση της χαράς όσο τα κενά που την παράγουν: το καταλυτικό βάρος της μοναξιάς, η απογοήτευση, η ματαίωση αλλά και οι χαίνουσες ή κρυφές πληγές που ενεργοποιούν τη συνείδηση, τη μνήμη και την έμπνευση. (Αφέθηκα αφελώς/ στην απληστία μεταλλωρύχων/ και εξήγαγα όλο το δυνητικό μου.)
Άλλοτε με τρόπο ρητό και άλλοτε με πλάγιες ματιές αντιμετωπίζει στοχαστικά και με διάθεση ειρωνικής αμφισβήτησης εδραιωμένα στερεότυπα, στρεβλές και άδικες πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας. Και το επιτυγχάνει με στίχους που μέσα στη σκωπτικότητα τους θαρρείς και διαρρηγνύουν το κέλυφος της περιχαράκωσης σε κενά περιεχομένου σχήματα. Είναι, μάλιστα, φορές που οι στίχοι υπονομεύουν ειρωνικά το επιδεικτικά προσποιητό άνοιγμα στη διαφορετικότητα, η οποία δύσκολα γίνεται αποδεκτή επειδή στην απόρριψη της στερεώνονται εύθραυστες υπεροχές ή βεβαιότητες. (Δεν είμαι ρατσιστής/ αλλά αυτά να βλέπουν τα παιδιά μας;/Το παίζουν τώρα τελευταία οι μαύροι/ίσοι και όμοιοι μας.)
Η ποίηση του Παπαγεωργίου αποτελεί ένα χώρο στον οποίο τα αλλοτινά σφριγηλά όνειρα και οι ανεκπλήρωτες προσδοκίες κληροδοτούν πίκρα και ενοχή. Ο ποιητής ψηλαφεί τις διαψεύσεις και τους στόχους που υπηρέτησε, δεν νοσταλγεί, όμως, χαμένες αθωότητες. Χλευάζει τη ματαιοδοξία και την αυταπάτη, κλείνει σ’ ένα άλμπουμ αναλλοίωτες τις εικόνες, πενθεί για να πάψει να μοιρολογά, να ημερέψει και να υπερβεί το μάταιο. (Μ’ όλες τις ζωές που δεν έζησα/ κι όλες τις φάλαινες που εντέλει δεν είδα/έχω φτιάξει φωτογραφικό άλμπουμ./Φταίω εγώ που’ναι πιο χοντρό/ απ’το άλμπουμ της ζωής μου;)
Πρώιμα, αβίαστα ωστόσο και πειστικά, ο ποιητής στη δεύτερη, μόλις, συλλογή του τολμά και πετυχαίνει, να πειραματιστεί και να ενσωματώσει στην ποίηση του νέες τεχνοτροπικές αναζητήσεις. Αντλεί έμπνευση από τη συλλογική και ατομική μνήμη. Αποστάζει την ποίηση του φωτίζοντας τα μικρά, τα καθημερινά και τα παραμελημένα. Με τρόπο, όμως, που σηματοδοτεί τον ιδιαίτερο και παραμυθητικό χαρακτήρα της ποίησης του.

 

Γιώργος Μολέσκης

παρουσίαση βιβλίου στο Σκαλί Αγλαντζιάς (31/5/17)

Το 2017 κυκλοφόρησε, από τις αθηναϊκές Εκδόσεις Μελάνι, το δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου με τον τίτλο «Υπερκαινοφανής». Με το νέο του αυτό έργο ο ποιητής συνεχίζει με συνέπεια και με πάθος τον δρόμο που χάραξε με το πρώτο βιβλίο, «Οι πέντε εποχές», Εκδόσεις Μελάνι, 2012, επιβεβαιώνοντας ακόμη μια φορά ότι είναι ένας ποιητής που γράφει γιατί έχει κάτι ουσιαστικό να πει. Όπως και το πρώτο του βιβλίο, καλύπτει και αυτό έναν αξιοπρόσεκτο για ποιητική συλλογή αριθμό σελίδων, εκατόν σαράντα πέντε. Το πρώτο αποτελείτο από πέντε μέρη, τα πρώτα τέσσερα με το όνομα των εποχών του χρόνου και το πέμπτο την Αγρανάπαυση, αυτό χωρίζεται σε δυο μέρη, τη Φυλογένεση και την Οντογένεση. Οι διαχωρισμοί αυτοί είναι, πιστεύω, ουσιαστικοί για την κατανόηση του περιεχομένου και των μηνυμάτων των βιβλίων, που ακόμη κι αν δεν έχουν εξαρχής συλληφθεί ως ενότητες, όσον αφορά στις αναζητήσεις και τους φιλοσοφικούς και υπαρξιακούς προβληματισμούς τους, διαβάζονται και λειτουργούν ως τέτοιες με τον τη σειρά που τοποθετούνται στα βιβλία και κατ’ επέκταση στην πρόσληψη του αναγνώστη.
Πέρα από αυτά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, υπάρχουν και άλλα, εσωτερικά, που συνδέουν ουσιαστικά τα δυο βιβλία. Όπως σημείωνα μιλώντας στην παρουσίαση του πρώτου βιβλίου, ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου παρουσιάζεται ως ένας ώριμος ποιητής, με τη δική του φωνή και το δικό του ύφος, τη δική του ποιητική γλώσσα και τρόπο έκφρασης. Κατά κανόνα είναι επιγραμματικός, τα ποιήματα του ολιγόστιχα. Το κάθε ποίημα ολοκληρώνεται με μια ποιητική σκέψη, με την κατάθεση ενός συναισθήματος και κλείνει με κάποιους ανατρεπτικούς και συνάμα αυτοεξομολογητικούς στίχους, που οδηγούν βαθύτερα σ’ ένα χώρο αναζήτησης της αυτογνωσίας και του νοήματος της ύπαρξης. Παράλληλα, τοποθετημένα στο βιβλίο, με βάση και τη θεματική και τις αναζητήσεις του ποιητή, τα ποιήματα συνδέονται μεταξύ τους, διαβάζονται ως συνθετικά μέρη μιας ενότητας, ως μικροί σταθμοί στην εξέλιξη του βασικού θέματος.
Μέσα από τις πέντε ενότητες του πρώτου του βιβλίου, «Οι πέντε εποχές», ο ποιητής πραγματεύεται την εσωτερική πορεία του ήρωά του προς την αυτογνωσία, η οποία έρχεται ως αποτέλεσμα μιας εκθαμβωτικής ερωτικής έξαρσης και της ματαίωσής του έρωτα. Αυτό οδηγεί και σε μια παράλληλη ανάπτυξη του αισθήματος της αυτογνωσίας, που με τη σειρά του οδηγεί στη συνειδητοποίηση ότι μια νέα κατάσταση είναι έτοιμη να γεννηθεί μέσα από όλα αυτά. Έτσι, το ερωτικό θέμα του βιβλίου μπορεί κανείς να το δει και ως ένα συμβολισμό άλλων καταστάσεων της ανθρώπινης ύπαρξης και της ζωής της ίδιας.
Στην πρώτη ενότητα του νέου του βιβλίου «Υπερκαινοφανής», τη Φυλογένεση, ο ποιητικός ήρωας του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου συνομιλεί με τον κόσμο του σύμπαντος, αλλά και διαχρονικά με την ιστορία του ανθρώπου πάνω στη γη, σε μια διαρκή πορεία αναζήτησης του νοήματος της ζωής. Παίρνοντας ερεθίσματα από τον χώρο της επιστήμης, μιλά για το σύμπαν, τον χρόνο, τ’ αστέρια, τους κομήτες, τους υπερκαινοφανής αστέρες, που εξαντλώντας την ενέργειά τους πεθαίνουν στο σύμπαν αφήνοντας να ταξιδεύει για έτη φωτός η λάμψη του θανάτου τους. Εμπνεύσεις αντλεί και από την ίδια τη γη, την ιστορία, τη γεωλογία, τα ηφαίστεια, τις μεταβολές και τις ανατροπές που γνωρίζει μέσα στο χρόνο, αλλά και από τη διαχρονική ιστορία του ανθρώπου, την πορεία του πάνω στη γη και τα έργα του. Μέσα από όλα αυτά ο ποιητικός ήρωας διαλογίζεται πάνω στην ιδέα του θανάτου και της διάρκειας, βιώνει τους υπαρξιακούς προβληματισμούς και προσπαθεί να υπερβεί τα αδιέξοδά του.
Μέσα από τα ποιήματα της δεύτερης ενότητας, Οντογένεση, με αναφορές σε αυτοβιογραφικά γεγονότα, αλλά και γεγονότα από την ιστορία του ανθρώπου στη διαχρονική του πορεία πάνω στη γη, ο ποιητής, επισημαίνοντας αντιφάσεις και ανατροπές, αναζητά το νόημα της ζωής και την ουσία της ύπαρξης.
Στα ποιήματα του βιβλίου συναντούμε πλήθος αναφορών σε γεγονότα από τη διαχρονική ιστορία του ανθρώπου, τα οποία λειτουργούν ως δημιουργικές εμπνεύσεις, οι οποίες μετουσιώνονται ποιητικά. Οι αναφορές αυτές συνδυάζονται με διάφορα αυτοβιογραφικά στοιχεία και δίδονται συχνά με μια ανατρεπτική ποιητική, μέσα από την οποία διαγράφεται ένας ποιητικός ήρωας, που τον χαρακτηρίζει πάθος και προβληματισμός. Όλα αυτά κάνουν την ανάγνωση του βιβλίου ενδιαφέρουσα, προκαλώντας την ενεργό διανοητική και συναισθηματική συμμετοχή του αναγνώστη.

 

Αλεξάνδρα Γαλανού

παρουσίαση βιβλίου στο Σκαλί Αγλαντζιάς (31/5/17)
Θα αρχίσω με μια προσωπική νότα για να πω ότι πριν τέσσερα τόσα χρόνια , ήταν Μάρτης του 2013 νομίζω, σε μια ποιητική συνάντηση στο Σολώνειον που διοργάνωσε ο φίλος ποιητής Βάκης Λοιζίδης, διάβασε κι ένας νέος ποιητής ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου , η ποίηση του μου κίνησε το ενδιαφέρον να διαβάσω τη πρώτη του ποιητική συλλογή «Οι Πέντε Εποχές» κι από τότε παρακολουθώ την ποιητική του διαδρομή που αφού πέρασε και την πέμπτη εποχή, έχει πια εκτοξευθεί στο διάστημα για να εκραγεί ως υπερκαινοφανής αστέρας και να μοιραστεί μαζί μας τα κατάλοιπα μιας ποιητικής έκρηξης πρωτότυπης, καινοφανούς, ενδιαφέρουσας και εκπληκτικής !
Ο Κωνσταντίνος ταξιδεύει στη Λισαβόνα, Θεσσαλονίκη, Φλωρεντία, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Βελιγράδι , Στρασβούργο και δεν θυμάμαι που αλλού, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι με φωτογραφίες του μυαλού γράφει ποίηση γεμάτη αναζητήσεις , ερωτήματα , προβληματισμούς αλλά και ομορφιά, ερωτισμό και υποδόρια ειρωνεία καμιά φορά.
Τον απασχολεί η σύγχρονη εποχή , η επικαιρότητα αλλά και η ιστορία. Έχει μια εμμονή με συμπαντικά φαινόμενα , με την εξέλιξη του ανθρώπου ή του είδους αυτού που λέγεται άνθρωπος. Είναι ένας κάτοικος της «χλωμής γαλάζιας κουκίδας» έτσι όπως φαίνεται η γη από το διάστημα . Μας θυμίζει την ασημαντότητα της ύπαρξης μας αναζητώντας συγχρόνως τα σημαντικά της ζωής μας.
Για τον Κωνσταντίνο, όπως μας λέει και ο ίδιος , η ποίηση ξεκινά μέσα σου, στο σημείο όπου τέμνονται η νόηση, το συναίσθημα και το ένστικτο. Έτσι στη δεύτερη ενότητα της συλλογής την «Οντογένεση» τα ποιήματα γίνονται πιο εσωστρεφή . Τον απασχολεί το εφήμερο της ύπαρξης, το ανεκπλήρωτο, η απώλεια και τα τραύματα της . Έτσι γράφονται τα ποιήματα που είναι «το υπόλοιπο της ζωής μας».
Ο ποιητής ως αναζητητής του εαυτού του αλλά και ως μελετητής του ψυχισμού του ψάχνει και ψάχνεται και μέσα σε αυτό το ταξίδι βρίσκουμε κι εμείς κομμάτια του εαυτού μας . Δεν είναι αυτό η Ποίηση;
Ένα ανήσυχο πνεύμα που συνέχεια ερευνά ,θέλει να μαθαίνει… ένας αδηφάγος αναγνώστης… μελετητής του αχανούς και του άπειρου …

 

Διώνη Δημητριάδου

https://meanoihtavivlia.blogspot.com.cy/, 28/12/17
«Η δεύτερη ποιητική συλλογή του Κύπριου ποιητή, που έχει κάνει αίσθηση ήδη από την πρώτη του εμφάνιση. Μια ποιητική περιήγηση στο σύμπαν, στον μεταφυσικό προβληματισμό, στις πιθανότητες και απιθανότητες της ζωής. Η αναμέτρηση της ποίησης με όσα ισορροπούν ανάμεσα στη λογική και στην υπέρβασή της.»
7. Λίλη Μιχαηλίδου, παρουσίαση του βιβλίου στο μουσείο «Το πλουμιστό ψωμί» (6/6/17)
Ξεκίνησα να περπατώ ανάμεσα στους στίχους της νέας ποιητικής συλλογής του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου. δεν υπάκουσα στην απαγόρευση των Θεών, ούτε φυσικά και στην προτροπή του Κωνσταντίνου, με αποτέλεσμα μια ανεμοζάλη να κατακυριεύσει τις σκέψεις μου και να τις ξετινάξει μακριά, πολύ μακριά από τη χαλάρωση της αναπαυτικής μου.
Βρέθηκα να ταλαντεύομαι στο αστρικό σύμπαν, ανάμεσα σε αστέρες, νεφελώματα, κομήτες, ένιωσα να πέφτω σε κενά αέρος και δεν το κρύβω έχω κι εγώ υψοφοβία. Με αιφνιδίασαν συστήνοντας μου το πρόσωπο του θανάτου. με ταξίδεψαν στις πεδιάδες, στα υψώματα και στις κατακόμβες της ύπαρξής του ποιητή… Για να μπορέσω να ξαναβρώ την ηρεμία μου, να καταλάβω και να πω δυο λόγια που να αντιπροσωπεύουν αυτή τη σημαντική ποιητική συλλογή, μπήκα ξανά και ξανά στα ποιήματα, δυο και τρεις και τέσσερις, σε μερικά και πέντε φορές!
Διαβάζοντας λοιπόν τη νέα πολυπρόσωπη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, νιώθει κανείς πως διαβαίνει από ένα γαλαξία, διαπερνά τα σύννεφα, κατεβαίνει στη γη και περιπλανάται στις απέραντες εκτάσεις της. Η μικρή Κύπρος η βάση, ο Ποιητής επίσης η βάση. αφήνει όμως ελεύθερη τη γραφή του κι εξακοντίζεται στη Νέα Υόρκη, στο Νησί του Πάσχα, διασχίζει μαζί με τους πρώτους περιπατητές τη Βερίγγεια Γέφυρα, ανεβαίνει στις Άλπεις, κατεβαίνει στις πεδιάδες της Φλάνδρας, πάει στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Βερολίνο, στο Βελιγράδι, στην Μπουρκάς, απλώνει τα πόδια του στα παράλια της μαύρης θάλασσας…
Μέσα σ’ αυτό το σύμπαν συμβαίνουν ενδιαφέροντα αλλά και ανατρεπτικά πράγματα. Ο ποιητής γράφει συνέχεια. Γράφει για να μπορεί να αναχθεί σε παίκτη ικανό ώστε να κερδίσει το στοίχημα που έχει βάλει με τη ζωή του. Γράφει για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις και να κατανοήσει το αίνιγμα και το άνοιγμα του κόσμου, όπως το ονομάζει ο Λέοναρτ Κοέν. Γράφει για να περάσει στη γνώση ακολουθώντας τα βήματα που μόνο ένας ποιητής μπορεί και γνωρίζει.
Συνδιαλλάττεται με αστέρες, με την ιστορία τους, με φυσικά φαινόμενα, τις επιπτώσεις τους, με το θάνατο, με τον πρώτο άνθρωπο, με το δεύτερο άνθρωπο, με τους απογόνους τους… μέχρι τις μέρες μας.
Αντιμετωπίζει τις ανασφάλειες, τις ενοχές, τις φοβίες, τις απογοητεύσεις, τις εξομολογήσεις, τις ανακαλύψεις, τους σεισμούς, τα εφήμερα, τις τελετουργίες, την εγκατάλειψη, τις υπερβολές της στρατιωτικής εκπαίδευσης, τα λάθη, την καταπίεση, μπορώ να πω, με θάρρος και πείσμα, γιατί θέλει να σωθεί, να επιβιώσει.
Όχι απλά να επιβιώσει, αλλά να βιώσει έναν κόσμο καινούργιο και φωτεινό. «όπου να’ σαι θα ξημερώσει» μας λέει. Και το εννοεί, γιατί όλο αυτό το μακρύ ταξίδι, η σαγηνευτική περιπέτεια, δεν είναι λίγο. Είναι ένα ταξίδι έξω από το συμβατικό τρόπο σκέψης, μέσα από πολλές συμπληγάδες, εκρήξεις, αντιπαραθέσεις, μέσα από σκοτεινές, νεφελώδεις, άγνωστες και πρωτόγνωρες διαδρομές, μέχρι να φτάσει στο φως.
Και έχει αληθινά ξημερώσει για τον Κωνσταντίνο, και είναι μια μέρα με άπλετο φως και άπλετη αγάπη… απαραίτητα εφόδια για τις επόμενες «μάχες» της ζωής του.

8. Πέννυ Τομπρή, «Υλικό ονείρων» 9,58fm (ΕΡΤ3), 27/9/17
http://webradio.ert.gr/958fm/27sep2017-yliko-oniron-konstantinos-papageorgiou/
Μια πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή θα γίνει η αφορμή για τα σημερινά μας ραδιοφωνικά όνειρα. Έχει τον τίτλο «Υπερκαινοφανής» και την υπογράφει ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου ο οποίος γεννήθηκε και ζει στην Κύπρο και είναι μόλις 36 ετών. Γραφή σαφώς ιδιαίτερη, δομημένη με λέξεις καθημερινές, που πασχίζουν ωστόσο να αποκαλύψουν όσα δε λέγονται ποτέ, όσα επιμένουμε να αρνούμαστε, εκτός και αν καταφύγουμε στην οδυνηρή όσο και λυτρωτική αλήθεια των ποιημάτων. Αυτών που όπως λέει ο ίδιος ο ποιητής σε ένα του στίχο είναι «το υπόλοιπο της ζωής μας». … Όλοι τούτοι οι στίχοι που περιλαμβάνονται στις σελίδες, συνθέτουν μια κραυγή.

 

Οι Πέντε Εποχές

Γιώργος Μύαρης

http://www.poiein.gr (9/10/2014)
Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου γεννήθηκε το 1981 στην Κύπρο. Εργάζεται στην εκπαίδευση. Βραβεύτηκε στο διαγωνισμό για νέους λογοτέχνες της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου (2008). Το 2012 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι πέντε εποχές» στις εκδόσεις «Μελάνι» (έφτασε στη βραχεία λίστα του βραβείου ποίησης «Γιάννη Βαρβέρη» που θέσπισε η Εταιρεία Συγγραφέων της Ελλάδας για πρωτοεμφανιζόμενους λογοτέχνες). Στην πρώτη συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου η λυρική διαύγαση του ερωτικού στοιχείου επιτρέπει στον άνθρωπο να νιώσει τα πιο ισχυρά συναισθήματα της ύπαρξης και να ταξιδέψει διαμέσου πέντε περιόδων της ζωής του προς την ανακάλυψη του εαυτού του. Οι τέσσερις εποχές (Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας) διαπερνώνται από την ένταση των συλλογισμών για τη δημιουργία και την ποίηση, τον έρωτα και την καθημερινότητα. Έπεται η «Αγρανάπαυση» με την επέλαση του αδηφάγου πένθους και «Η πέμπτη εποχή» που δίνει την ευκαιρία για αναστοχασμό· εξομολόγηση για όσα βιώνει ο ερωτευμένος· σπουδή ποιητική για το τραύμα του ανεκπλήρωτου έρωτα· στοχαστική προσέγγιση μιας «μετα-τραυματικής άνθισης που ενδεχομένως ακολουθεί».

 

Αιμίλιος Σολωμού

ΑΝΕΥ, τεύχος 48
Οι πέντε εποχές» είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου. Πρόκειται για μια ογκώδη ποιητική συλλογή 144 σελίδων. Χωρίζεται σε πέντε μέρη: Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας, Αγρανάπαυση. Πρόκειται εν πολλοίς για ολιγόστιχα και άτιτλα ποιήματα που πραγματεύονται εξελικτικά και κλιμακωτά τον κύκλο του έρωτα από την αρχή (άνοιξη) μέχρι τη φθορά του (χειμώνας) και τη μετέπειτα ανασκόπηση και απολύτρωση, η οποία ονομάζεται αγρανάπαυση (η πέμπτη εποχή).
Τα πλείστα των ποιημάτων αναπτύσσονται διαλογικά. Ο ποιητής συνομιλεί με το υποκείμενο του έρωτά του, ένα πρόσωπο συγκεκριμένο και ταυτόχρονα αδιευκρίνιστο, αόριστο, ή ακόμα και με τον ίδιο τον εαυτό του. Πολλές φορές η οικονομία του στίχου δίνει την εντύπωση της παράθεσης σκέψεων εν είδει στοχαστικών ρήσεων, αποστροφών και αποφθεγμάτων ή παράθεσης στιγμών, εμπειριών, στοχασμών σαν να πρόκειται για ημερολόγιο. Τη συλλογή διατρέχει έντονα η διάθεση για λογοπαίγνιο. Συχνά κυριαρχούν τα συναισθήματα της εξιδανίκευσης, της πληρότητας, της μοναξιάς, της νοσταλγίας, του ψυχικού, ερωτικού πόνου, της ματαίωσης, της μελαγχολίας, του εγωισμού, της διάθεσης για αντιπαλότητα, της πλάνης, της ψευδαίσθησης, του θυμού, του κυνισμού ή και του μίσους. Ιδιαίτερα εξελικτικά, τα συναισθήματα εναλλάσσονται προς το οδυνηρότερο και αρνητικότερο όσο η συλλογή προχωρεί από την άνοιξη στο χειμώνα, μέχρι τη λύτρωση της πέμπτης εποχής, στην αγρανάπαυση. Επαναλαμβανόμενα μοτίβα είναι οι σκέψεις ή αναμνήσεις που αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια μιας οδήγησης ή της νυχτερινής ανασκόπησης, π.χ τα μεσάνυχτα, στο μεταίχμιο της προηγούμενης και της επόμενης μέρας. Πάντως, αν και η συλλογή έχει ως κεντρικό θέμα της από την αρχή μέχρι το τέλος τον έρωτα, οι στίχοι απλώνονται και σε άλλες θεματικές, υπαρξιακές και φιλοσοφικές ενατενίσεις και χαρακτηρίζεται από μια βαθύτερη σκέψη. Ιδιαίτερα εκεί που κυριαρχεί η λιτότητα και η απλότητα (όχι κατ’ ανάγκην αποκλειστικά στα ολιγόστιχα ποιήματα), η ποίηση του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου είναι στις καλύτερες στιγμές της. Είναι αλήθεια, ότι ενυπήρχε ο κίνδυνος (λόγω και της έκτασης της), η συλλογή να περιοριστεί σε μια μονότροπη και επιφανειακή θεαματική, κλειστή και προσωπική, αλλά ο ποιητής κατάφερε και διέσωσε την ποιότητα της ποίησής του, καθώς σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό έχει κατακτήσει τους τρόπους έκφρασης και έχει διαμορφώσει μια δική του ποιητική φωνή. Μια άλλη θεματική που αναπτύσσεται στη συλλογή είναι τα ποιήματα ποιητικής, σε σχέση με το κυρίαρχο ζήτημα, τον έρωτα. Μόνο που η ποίηση εδώ λειτουργεί εξαγνιστικά, λυτρωτικά, ως ένα σωσίβιο για εκτόνωση και επούλωση των ερωτικών πληγών: Ξαφνικά όμως ένιωσα σήμερα κάτι/και σε σένα, Ποίηση, έχω πάλι στραφεί/ας είναι άγιο τ’ όνομά σου.
Από την εποχή καλοκαίρι:
Είναι πολύ παράξενο/εκεί που σ’ αγάπησα/ήταν στ’ αλήθεια το τέλος του κόσμου/οδηγώντας για ώρα πολλή/φτάναμε σ’ ένα σημείο/που ο δρόμος τελείωνε/και υψωνόταν ένα τεράστιο βουνό μπροστά μας/Το τέλος του κόσμου/Η αρχή της αγάπης.

 

Αντρέας Κούνιος

Αλήθεια (24/8/12)
Δεν μαθαίνεις, τελικά, εάν τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου είναι πληγές ή βάλσαμα αλλά, φαντάζομαι, ή μάλλον είμαι βέβαιος πως, αυτή είναι η βαθιά, η ουσιώδης, η σπαρακτική αξία της ποίησης. Έπειτα, εάν σκεφτούμε σε τι κόσμο ζούμε και πόσα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα χαρακτηρίζουν το σύντομο, και ενίοτε τραγικό, βίο μας επί της Γης, τότε ίσως καταλήξουμε στο εύθραυστο μεν, λογικό δε, συμπέρασμα πως πληγές και βάλσαμα είναι το ίδιο και το αυτό.
Η ποιητική συλλογή, πάντως, που διάβασα χτες το απόγευμα, κάτω από το λατρεμένο μου ήχο της σιωπής, με ταξίδεψε σε πέντε εμπνευσμένες εποχές όπου, φυσικά, οι συμβολισμοί τρέχουν πέρα-δώθε. Οι στίχοι του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, πέρα από τη μουσικότητά τους, ξεχωρίζουν για τον εσωτερικό τους πλούτο, για τον κομψό λυρισμό τους, για την ανήσυχη φύση του ίδιου του ποιητή ο οποίος καταφέρνει και σκιαγραφεί, άλλοτε πιστός στο ρεαλισμό και άλλοτε πιστός στη φαντασία, την αχανή μοναξιά των ανθρώπων, ακόμα και όταν πλάι τους, δίπλα τους, απέναντί τους υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, και δη αγαπημένοι.
Οι καταβυθίσεις του στη θάλασσα των ερώτων, μα και των απωλειών, στη θάλασσα της παρουσίας που μοιάζει με απουσία και της απουσίας που μοιάζει με παρουσία, έχοντας φορέσει το σκάφανδρο της ποίησης, ή μάλλον τη φιάλη της ποίησης, καθιστούν τον αναγνώστη όμηρο των σκέψεών του. Και, φυσικά, οι εποχές υπόκεινται στο νόμο της υποκειμενικότητας. Ένας ποιητής μπορεί να διακρίνει καύσωνες στο καταχείμωνο, ή καταιγίδες στο κατακαλόκαιρο, ή να φυτέψει αμυγδαλιές στην καρδιά του φθινοπώρου, ή να χαρίσει τον Οκτώβριο στην άνοιξη. Ένας ποιητής δικαιούται απόλυτα να μπερδεύει το χρόνο, να μετακινεί λεπτοδείκτες, να αλλάζει χρονολογίες παρακινούμενος, εννοείται, από την αστείρευτη περιέργειά του.
Δεν μπορώ να πω, με βεβαιότητα, εάν «Οι πέντε εποχές» ανήκουν στην αισιόδοξη ή στην απαισιόδοξη πλευρά της τέχνης του λόγου. Μπορώ, όμως, να πω με βεβαιότητα ότι η ποίηση του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου ξεχειλίζει από τρυφερότητα, μολονότι δεν υστερεί σε οργή, και από αγάπη, παρόλο που συναντάμε, στις φυλλωσιές της, και ψήγματα φθόνου – θεωρητικού έστω. Όσο για την κουραστική δομή των ημερολογίων, εγώ τη διέγραψα προ πολλού. Ακολουθώ και εμπιστεύομαι τους ποιητές, προπάντων όταν οι ιδέες τους αστράφτουν σαν βότσαλα στον ήλιο: «Λένε πως ο Θεός/δίνει μόνο/όσο μπορεί κάποιος/ν’ αντέξει/τάχα/πως ποτέ/δεν του ξεφεύγει/στο μέτρημα ο πόνος/πως είναι αλάνθαστος/άφθαστος/άκακος/και καθόλου άπονος/εγώ διαφωνώ/αλλά Του το αναγνωρίζω/πως αν κάποτε πέσει/πιο πολύς πόνος/στέλνει έναν άγγελο/να τον μαζέψει». Το ωραιότερο ποίημα της συλλογής.

 

Λίλη Μιχαηλίδου

παρουσιάσεις του βιβλίου στο Σκαλί Αγλαντζιάς και Art Studio 55
… σε νιώθω που είσαι πίσω από τη βαριά πόρτα /
τίποτα δε σε κρατάει πια / έλα μέσα / έρωτα!
και μπήκε μέσα ο έρωτας, εκείνη ακριβώς την στιγμή που όλα συνέκλιναν, στην άνοιξη του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου.
Κι ένα ταξίδι αρχίζει. Στην αρχή, χωρίς να μιλάει, ίσως λόγω της έκπληξης του καινούργιου, του ανέλπιστου. Mα αργότερα οι λέξεις και η πένα του, μέρα και νύχτα συνεργάζονται, σμιλεύουν, καταγράφουν ακατάπαυτα.
Θέλει να νιώσει την απώτερη αίσθηση, να ακολουθήσει την ηχώ της φωνής του, και διερωτάται: ποιά πόρτα να χρησιμοποιήσω/ του σώματος ή της ψυχής?
Άνοιξε και τις δυο ταυτόχρονα και τον είδε κατάματα.
στο όνειρό μου θα σε δω / θα ‘σαι εδώ.
Με τις εννιά αυτές λέξεις ο Κωνσταντίνος δίνει τον ορισμό του ερωτευμένου. Ενός ερωτευμένου ποιητή, που έχει την ικανότητα να είναι την ίδια στιγμή μέσα σ’ ένα τέλος που δεν είναι τέλος, μα η αρχή ενός πρωτόγνωρου και μοναδικού. Κι’ όταν η αγάπη είναι αληθινή /δεν χρειάζεται ούτε το μικρό δαχτυλάκι να κουνήσει/ καθόλου να μετακινηθεί από τον εαυτό του
Και αφήνει τον Θείο χρόνο να κυλήσει απάνω του. Έναν εκτεταμένο χρόνο πέρα από τον συμβατό, και πεινάει, αδειάζει, βραχυκυκλώνεται, απελευθερώνει την αγάπη σε μορφή δακρύων, παίζει τα αισθήματά του κορώνα γράμματα, μα είναι βέβαιος πως η αγάπη δεν χάνεται /αλλά παίρνει μορφή άλλη
Αυτό που βιώνουμε, αγαπητοί φίλοι, διασχίζοντας τις σελίδες του βιβλίου, είναι μια κατάθεση. Η κατάθεση του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου για τις πέντε εποχές που τόλμησε να ζήσει, πέρα από τα τετριμμένα και τα καθημερινά, με τη δύναμη ενός ποιητή που ξέρει να μπερδεύει το λόγο, τους στίχους και τις λέξεις του με την πραγματικότητα και το όνειρο, να ξαναφέρει στο προσκήνιο ρινίσματα του χτες, να τα αναμειγνύει με το σήμερα, να τα μεταφέρει στο μέλλον…
Μπαίνει στο καλοκαίρι κι κόσμος του γεμίζει ευφορία. παίρνει σπίτι σ’ ένα γειτονικό γαλαξία / μεσουρανεί στο σύμπαν με την πνοή του έρωτα, πλάθεται στα χέρια του
Ένα φθινοπωρινό απόγεμα… τον βλέπουμε να κάθεται στην άκρη της λίμνης και να αναρωτιέται τι ώρα πεθαίνουν: τα όνειρα? και είναι ώρες που εύχεται να μπορούσε να προσεύχεται, γιατί ξέρει πως όλα υπόκεινται στη νομοτέλεια της φυσικής εξέλιξης των πραγμάτων, και η ζωή είναι πηλός / που στεγνώνει απότομα…
Κι αναπάντεχα δέχεται τις νυχτερινές επισκέψεις του χειμώνα κι ο ποιητής πενθεί / ελπίζοντας πως κάποτε θα ξορκίσει τη λύπη και τρομάζει, μιας και δεν πιστεύει στη μετά θάνατον ζωή.
Μέσα του μαίνεται το κενό / σαν ταραγμένη θάλασσα και εκπαιδεύεται ν’ ακροβατεί, ενώ έξω απλώνεται σκοτάδι ολόμαυρο…
Όμως, κάπου στο βάθος, ο χρόνος συγκρατεί την ουσία και συλλογιέται πως, αυτό που βιώνει είναι ένα μικρό λιθαράκι. Ένα μικρό λιθαράκι του αρχέγονου / αρχέτυπου πόνου που, αφού ξεκαθαρίσει θα ζιζάνια γύρω του, θα τον βάλει στην άκρη, και θα κάνει κατάδυση σε καινούργια νερά… να γεννήσει νέα ποιήματα και έχοντας ο ίδιος βιώσει την εμπειρία, δηλώνει πως, αν κάποτε πέσει πιο πολύς πόνος / ο Θεός θα στείλει έναν άγγελο να τον μαζέψει…
Πέρασαν οι μήνες, στέγνωσαν οι λέξεις και τα συναισθήματα του, κι ο φόβος της εγκατάλειψης γυρόφερνε στο μυαλό του. Μα ένα φτερό τον παροτρύνει να πετάξει και να ξεχάσει τα πάντα, να μην τον νοιάζει για τίποτα… κι ας είναι άγιο το όνομα της ποίησης που για τον ίδιο, είναι απαραίτητο συστατικό της ευτυχίας
είναι αργά – αν μετράς από ψες
είναι νωρίς – αν μετράς από σήμερα
και μαζεύει τα κομμάτια του / σαν ένα παιδί που συλλέγει κογχύλια
και βυθίζεται ολοένα βαθύτερα στη λύτρωση…
Όλα τα πιο πάνω, αγαπητοί φίλοι, δεν είναι λόγια δικά μου.
Είναι στίχοι του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, μέσα από την ποιητική του συλλογή «Οι Πέντε Εποχές». Στίχοι, που με οδήγησαν σ’ έναν κάμπο συναισθημάτων, που φύτρωσαν, άνθισαν, κάρπισαν, ωρίμασαν, τρυγήθηκαν και τώρα, αναπαύονται στις σελίδες της μνήμης ή, για να χρησιμοποιήσω την ετυμολογία της πέμπτης εποχής, αγραναπαύονται…
Στην καλαίσθητη εκτύπωση των Εκδόσεων Μελάνι, έκλεισε τον κύκλο της εξομολόγησης του έρωτά του / το πρώτο λάκτισμα / και τον τελευταίο σπασμό του / το τραύμα αλλά και την μετα-τραυματική άνθηση
Όλοι μας, λίγο ή πολύ, έχουμε περάσει μέσα από τις τέσσερις εποχές του έρωτα, βιώνοντας τη μάχη ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία ‘του άλλου’. Μια μάχη στην οποία άλλοτε βουλιάζουμε κι άλλοτε επιπλέουμε. Κι όλα γυρίζουν πάνω σ’ έναν κρυφό άξονα μιας πέμπτης εποχής που λίγοι έχουν την ικανότητα να βιώσουν και που, όπως την περιγράφει ο ποιητής, είναι καθοριστική, γιατί εδώ ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας
Τώρα, οι μέρες του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, γεμίζουν με ποίηση. Ποίηση ταυτόχρονα καθρέφτης και αντανάκλαση της ψυχής του, μια λάμψη που αδιάκοπα θα τον συνοδεύει.
Τα μύρια θρύψαλα έχουν συναρμολογηθεί κι η ξηρασία χρειάστηκε μόνο μερικά κυβικά μέτρα νερού, και ξαναζωντάνεψε…
Σ’ ευχαριστώ Κωνσταντίνε,
για την αποκάλυψη αυτού του ταξιδιού….

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο Φιλελεύθερος 2/9/2012

Με τον έρωτα κυρίαρχο θεματικό μοτίβο, στην ακμή ή παρακμή του

Η πολυσέλιδη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου. που φέρει τίτλο «Οι πέντε εποχές» κυκλοφόρησε το 2012 από τις έκδοσης «Μελάνι· και πρόκειται για την πρώτη εκδομένη δουλειά ενός νέου δημιουργού Το γεγονός ότι ο Κ.Π. από αυτή την πρωτόλεια δουλειά κατόρθωσε κιόλας ν’ αποκτήσει ένα προσωπικό ύφος, το οποίο μάλιστα ξεδιπλώνεται πάνω στον καμβά μιας ομαλής θεματικής με ομοιογένεια και ειρμό, πρέπει να καταλογιστεί στα υπέρ του νέου ποιητή. Το κυρίαρχο θεματικό μοτίβο είναι φυσικά ο έρωτας στην ακμή η την παρακμή του, στην παρουσία η την απουσία του.
   Θεωρώ εύστοχα τα πλείστα ευσύνοπτα ερωτικής θεματικής ποιήματα της συλλογής, τα οποία παρατίθενται με τρόπο αποφθεγματικό, αλλά απολύτως ευκρινή. Όπως το άτιτλο ποίημα της σελ. 28 «Πάρα πολλά / γύρω μου / περιέχουν/ μια υποψία σου / Τα υπόλοιπα / είσαι εσύ» Ο έρωτας, φυσικά, δεν είναι ανθόσπαρτη και ψυχαγωγημένη λεωφόρος Το συχνά επώδυνο του πράγματος σκιαγραφεί με αφοπλιστική απλότητα ο Κ .Π. «Ένα αθέατο ράγισμα μου /-δικό σου δημιούργημα -/μ’ έκανε τελικά μύρια θρύψαλα /κι έπειτα κόπηκε / απ τα κομμάτια μου / θαυμαστά το έργα σου»· (σελ 42)
Όταν ο νεαρός ποιητής (γεννημένος το 1981) δεν σαγηνεύεται υπέρμετρα από το εύηχο ή το εύσχημο των λέξεων στον δεν αφήνεται πολύ σε έξυπνα έως εξυπνακίστικα λογοπαίγνια όταν αξιοποιεί, λειτουργικά και παραστατικά, μεταφορές και παρομοιώσεις, όταν μεταπλάθει ποιητικά εικόνες της καθημερινότητας προσδίδοντας τους άλλες διαστάσεις, το αποτέλεσμα είναι ουδόλως ευκαταφρόνητο. π.χ. στο άτιτλο ποίημα της σελ 57 λέει: «Μήνες τώρα / η σχέση μας κείτεται / σε κώμα / Ο γιατρός θύμωσε: / Πρέπει επιτελούς ν’ αποφασίσετε / Να σώζατε έστω το ζωτικά όργανα /να τα με τα μοσχεύατε στη μετέπειτα ζωή σας.
Εκεί οπού λειτουργεί ο σαρκασμός και κυρίως ο αυτοσαρκασμός και το χιούμορ, η ποιητική ιδέα διασώζεται και ευδοκιμεί. Π.χ. στη σελ. 70: Μέρες τώρα / προσποιούμαι πως εχω πεθάνει /ελπίζοντας να με ψάξεις / ή έστω να με θάψεις».
Όπως πραγματεύεται τις ερωτικές σχέσεις, ο Κ.Π πραγματεύεται και τις μετα-ερωτικές. Με την ίδια ένταση και ζέση, με την ίδια ανεπιτήδευτη απλότητα: «Δεν θέλω να σε θάψω / σε σεντούκι / έξη ποδιά κάτω από τη γη / θέλω να σε φυτέψω / στο φρέσκο χώμα της ψυχής μου. / Και πάνω σου να βλαστήσουν / όμορφα λουλούδια /Έτσι θέλω να είναι / η ύστερη εποχή σου. / Μετά σου· (σελ 124)
   Πέρα από την ερωτική θεματική, που ούτως ή άλλως είναι παρούσα σε όλα τα ποιήματα της συλλογής, ο Κ.Π καταπιάνεται και με μεγάλες φιλοσοφικές έννοιες, όπως ο χρόνος και ο πόνος. Και συχνά πετυχαίνει επαρκή αποτελέσματα Κυρίως όταν οι λέξεις συνεπικουρούνται και από εικόνες όπως π.χ στο «Θεέ χρόνε· (σελ 105): «Σ’ αφήνω να κυλήσεις / επάνω μου / άσε μου αν θες / σημάδια / αλλά κλείσε την ψυχή μου / να μην μπάζει / ο αδελφός Σου / ο Πόνος / Αμήν»
   Θέλω όμως να σταθώ και στα ποιήματα ποιητικής που περιλαμβάνει η συλλογή. Τέτοιο είναι το προγραμματικό, παραστατικό και ευθύβολο: «Καταδύσεις· (σελ.111) όπου μέσα από ένα αναλυτικό παραλληλισμό, ο Κ. Π σημασιολογεί με επάρκεια τη θέση της ποίησης στη ζωή του. Το παραθέτω ολόκληρο «Θα μπορούσα / να μην κατέδυα κάτω απ’ της επιφάνειας μου την τσίπα/ να μη ρίσκαρα τη ζωή μου φτάνοντας τόσο βαθιά / θα μπορούσα / να μην κινδύνευα απ την ασθένεια των ποιητών / θα μπορούσα να μη φέρω πάντοτε φιάλη ποίησης» Γενικά, βρίσκω ιδιαιτέρως θετικό το γεγονός ότι τα θέματα ποιητικής απασχολούν πολύ συχνά τον Κ.Π. Αυτή η ενασχόληση προσφέρει έναν μπούσουλα. που διαρκώς τον επαναφέρει σε τάξη όποτε διαφανεί ο ελλοχεύων κίνδυνος του ξεστρατίσματος Και η ποίηση, όπως κι όλα τα μεγάλο πράγματα στον κόσμο, πρέπει να έχει στρατηγικές στοχεύσεις Ορθά λοιπόν: «Τα ποιήματα είναι φλέβες / που μ’ ενώνουν με κάθε τι που βρίσκεται γύρω μου / εγώ είμαι η καρδιά. (σελ.142 ).
   Ως νέος ποιητής. παρορμητικός και αυθόρμητός. ο Κ.Π . νομοτελειακά θα έλεγα, έχει μια σχέση με τη δουλειά του. που δεν του επιτρέπει την απόρριψη, τη διαγραφή, το σκίσιμο στίχων. Αυτό συμβαίνει με όλους τους νέους ποιητές, είναι ερωτευμένοι με τη δουλειά τους Κατά τη γνώμη μου. η συλλογή του Κ.Π. θα ήταν αισθητικά επαρκέστερη αν έλειπαν από μέσα γύρω στο 10% των στίχων που περιλήφθησαν σε αυτή. Με τον καιρό, με την ωριμότητα που επιφέρει ο χρόνος και η διαρκής ενασχόληση με την ποίηση είμαι σίγουρος ότι θα μπορέσει και ο Κ.Π. ν’ αρχίσει ν’ απορρίπτει και να ξεδιαλέγει στίχους του. με μεγαλύτερη αυστηρότητα απ’ όση το πράττει τώρα.
   Επίσης, σταδιακά. ο νέος αυτός ποιητής θα διευρύνει και τους θεματικούς του ορίζοντες, πέρα από τον έρωτα και τον εσωτερικό του κόσμο, πέρα και από τα θέματα ποιητικής. Φιλική συμβουλή και παραίνεση μου. να ενδιατρίψει π.χ. στο έργο του μεγάλου Ρώσου ποιητή Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι τροβαδούρου του έρωτα και της επανάστασης. Μέσα από αυτό το έργο θα βρει πολλές απαντήσεις για τη θέση του «εγώ» και του «εμείς· στην ποίηση και την κοινωνία. Μέσα από αυτό το έργο θα γίνει κοινωνός και των συλλογικών. μαζικών, κοινωνικών διεργασιών, που παρέχουν πλέρια ερεθίσματα για ποιητικές μεταπλαστή η από μονές τους συντελούν κι αποτελούν ποίηση.

 

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Τα Ποιητικά, Τεύχος 9

Ο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου ετοίμαζε δεκατρία χρόνια την ανά χείρας συλλογή, η οποία περιλαμβάνει τις τέσσερις εποχές, με την αγρανάπαυση να ακολουθεί, ενώ στο τέλος επανέρχεται η άνοιξη μόνο ως τίτλος, για να συνεχιστεί νοερά ο κύκλος των εποχών και της ζωής στο διηνεκές, θα μπορούσε να εκληφθεί η απλή αναφορά στην άνοιξη ως μια νότα αισιοδοξίας ή μια υπόμνηση του αναπότρεπτου κενού. Πιο απαιτητικά και επιτυχημένα είναι τα μακροσκελή ποιήματα, μιας και τα λακωνικά και κοφτά. για να διαθέτουν δύναμη, χρειάζονται ποιητική εξάσκηση και τριβή με την καθημερινότητα. Παρ’ όλ’ αυτά, οι «διάλογοι» για το θέμα της δημιουργίας και της ποίησης, τον έρωτα, το εφήμερο διαθέτουν εσωτερικότητα, πυκνότητα πολλές φορές, καθώς και εικόνες που δεν δημιουργήθηκαν τυχαία, αλλά προβάλλουν ιδέες και στοχαστική διάθεση, μολονότι δεν αποφεύγεται ένα είδος ναρκισσιστικής στάσης: «σαν να ‘μαι γλύπτης/ λες κι είσαι μάρμαρο/ όπως ακριβώς σε θέλω/ σε φτιάχνω/ κι έπειτα/ δειλά/κρυφά/ κάθομαι και σε θαυμάζω/ Ζωή μου.»

 

ΠΥΛΙΩΤΟΥ

ΞΕΝΟΥ

 

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ

1-ΑΘΗΝΑ Τ

 

Η Αθηνά Τέμβριου σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία στο State University of New York at Stony Brook στις Η.Π.Α και συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο University of Sussex στο Ηνωμένο Βασίλειο, με κύριο θέμα τη λογοτεχνία της αγγλικής και της ιταλικής αναγέννησης. Έχει διακριθεί σε διαγωνισμούς ποίησης και έχει δημοσιεύσει ποιήματά της σε διάφορες ανθολογίες στην Κύπρο και στο εξωτερικό, σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Έχει επίσης αρθρογραφήσει ως δημοσιογράφος. Είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου, μέλος του ΠΕΝ, του Συνδέσμου Ηνωμένων Εθνών Κύπρου και του Συνδέσμου Χαρισματικών Παιδιών Κύπρου. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, Της Πατρίδας και της Νιότης (1997) και Μετάβαση (2009) παι Ανάμεσα στους ήχους (2017). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά και στα Γερμανικά. Είναι καθηγήτρια αγγλικής λογοτεχνίας και γλώσσας.

 

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ (2017)

 

Για την έμπνευση

ΠΟΙΗΣΗ

Χτύπο, τον στίχο με το σφυρί
να πάρει τη μορφή του κόσμου.
Σπίθες να πετάξουν τα μάτια
να καεί το ξερό δάσος της μνήμης
ν’ αναστηθούν τα κομμένα
δέντρα που αγαπήσαμε
και τα χέρια να σκάψουν τη γη
ώσπου ο σπόρος σου, Ποίηση,
να καρπίσει και να θρέψει
τους πεινασμένους.

 

ΤΟ ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΟ

Η σύναξη των ποιητών μοιάζει, συχνά
με τραγούδι της θάλασσας
πότε θρηνητικό, πότε ελπιδοφόρο
σαν κύμα οργής ή σιωπής,
χειμώνα ή καλοκαίρι.

Τον στίχο νύχτα μέρα πλάθουν,
μα κάποτε ξεχνούν πως ό,τι γεννιέται
δίχως φόβο ή ντροπή καλείται Ποίηση,
αντάρτισσα κυρά με τα λιτά
μαύρα ρούχα της επανάστασης.

 

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

Γεννιούνται άνθρωποί
με μία δάδα στο χέρι,
φωτίζουν δρόμους
και προχωρούν.
Μα άλλοι έρχονται με
μια χούφτα σκοτάδι
και το σκορπούν
κι ας γράφουν ποίηση.

 

Της απόγνωσης

ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟΓΝΩΣΗΣ

Σε στείρες στιγμές τί να γράψει κανείς;
Ξέφυγε ο στίχος πάνω από τις γραμμές,
πάνω απ’ ης συνειδήσεις ανθρώπων
κι όλοι αποκαμωμένοι, σκυμμένοι στη γη
μαζεύουν όνειρα μέσα στις λάσπες του χθες.

Αύριο, αν οι δρόμοι μας κλείσουν
στις καταιγίδες και απελπιστούμε,
ας μάθουμε πως οι τράπεζες της ψυχής
ήσαν πάντα ανοιχτές, μα δεν το ξέραμε.

 

ΕΝΑΛΛΑΓΗ

Τα βλέμματα σκάβουν τη γη,
φυτεύουν νάρκες,
σημαδεύουν παιδιά
στην ανάγκη του ελέους.
Οι σπίθες, εκρήξεις ρηχών συνειδήσεων
κι η αθωότητα, μορφή που έχασε
τον δρόμο ανάμεσα σε χαλάσματα
και σ’ όνειρα, χαραγμένα μ ’ αίμα.

Ένα παιχνίδι δεν φέρνει την ίαση.
Ένα κομμάτι ψωμί δεν χορταίνει
τα στόματα της αβύσσου.
Η ελπίδα δεν είναι βάλσαμο της ψυχής
στις ρωγμές των καταυλισμών.
Ο νόμος δεν ορίζει το δίκαιο της συμπόνοιας
κι είναι αργά να αλλάξει πορεία ο άνεμος.
Μα, ό,τι γεννιέται προλαβαίνει τον χρόνο,
με της φύσης το λιτό κέρασμα
εναλλάσονται οι εποχές.

 

Ψηφίδες ποίησης

A.
Να ’στε ιδεαλιστές
στον ρεαλισμό σας
για να μην γίνουν
απέναντι τ’ αστέρια
καταπέλτες ονείρων.

I.
Θα σε κρύψω πίσω απ’ τα χαρακώματα
μην σε βρει ο έρωτας τοξοβόλος γυρνώντας
απ’ το κυνήγι του φεγγαριού,
ως θνητή δεν κατέχω τη γνώση να τον γελάσω.

Ν.
Η εμμονή τον παραλόγου,
οι δηλώσεις δειλές, φοβισμένες.
Καθυστερείς να σχηματίσεις τον κύκλο,
να διασχίσεις την άλλη πλευρά.

Ρ.
ο στίχος δεν φοβάται ν’ αρμενίσει
στις ρηχές θάλασσες των κοινών θνητών.
Πνίγεται μόνο μες τους αιώνες
σαν δεν αντικρίσει την πανσέληνο της αγάπης.

Υ.
Σαν ταξιδεύεις για την Ιθάκη
η μοναξιά δεν σε πληγώνει.
Βρίσκεις ανθρώπους-λιμάνια
να ξαποστάσεις για μια στιγμή.

 

Του έρωτα

ΕΙΚΟΝΕΣ

Η φωνή σου σμίγει γλυκά με τον άνεμο,
αθόρυβα σαν τον Άριελ στην Καταιγίδα
του Σαίξπηρ, φιγούρα άυλη.
Τρεμοπαίζεις στο φως της σελήνης
με το κρασί της αγάπης
και το χρώμα του έρωτα.

Η ποίηση σε καλεί
για μια στιγμή εναγκαλισμού,
μα εσύ δειλά αποποιείσαι τ όνειρο.
Σε μαγνητίζουν τ’ αστέρια.
Είναι φάροι που φωτίζουν
χρόνια φευγάτα.

Σ’ ονειρεύομαι σαν χαιρετώ την ελπίδα
κάθε φορά π’ ανταμώνει
γλυκά καλοκαίρια, χαμένους κόσμους.
Αφουγκράζομαι άδειες λέξεις με νόημα,
η αναμονή επιστρατεύει τη μνήμη.
«Ο ίσκιος στην αυλή με το κυπαρίσσι.»

 

ΕΡΩΤΑΣ

Ξεπροβάλλει ο έρωτας στις αμμουδιές του κόσμου
με το φεγγάρι συνοδοιπόρο,
απλώνει το χέρι στις πονεμένες ψυχές,
τις παίρνει μαζί του στα βάθη της θάλασσας
να πνίξουν τον φόβο,
μα τις γυρνά ξανά με τα κύματα
και το χαιρέτισμα του ήλιου.

 

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Είπες θα περιμένω
το καλοκαίρι στον πρωινό ήλιο
ν’ αντικρίσω αγάπη.

Είπες θα περιμένω πιστός
στα σημάδια στην Άμμο
καθώς βηματίζεις.

Είπες θα περιμένω
τον πρωινό στίχο στο άκουσμα σου,
στο άνοιγμα του ουρανού.

Είπες θα περιμένω
τη θύμηση να μιλήσει για βόλτες
στη θάλασσα, μήνα Αύγουστο.

Είπες θα περιμένω
στην απουσία σου,
στην απουσία μου.

 

Μεταφυσικοί στοχασμοί

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

Σαν έγειρα στη γη να πάρω δύο στίχους
είδα τα κόκαλα τους άσπρα στον ήλιο.
Η σάρκα χαμένη όπως ετάχθη,
μόνο η ψυχή φτερούγιζε στον άνεμο
με της βροχής το άσμα το γνώριμο,
πριν ταξιδέψει στο τέλος του Χρόνου,
πριν η Εικόνα να ξεθωριάσει,
αντίκρισα το αίνιγμα στο φως
καθ’ ομοίωση της αρχαίας πνοής
με συνάντησε ο τρίτος στίχος,
στους ήχους της σιωπής του κόσμου.

Ήταν ο μόνος τρόπος να αναληφθώ.

 

ΣΚΕΨΕΙΣ Β’

Είναι οι σκέψεις άσμα ασμάτων
την ώρα που η ψυχή μετρά τους ίσκιους,
την ώρα που ο άνθρωπος αργά βαδίζει.
Όσο ο χρόνος τον περιγελά,
οι φιγούρες μπροστά του χορεύουν,
παράλογα τον στοιχειώνουν,
πλάθουν τον κόσμο μες στη σιωπή,
γρίφους γράφουν στους άδειους τοίχους.

 

ΦΩΣ

Την ώρα που το φεγγάρι υμνούσε τον άνθρωπο
εμείς δειλά σκεπάσαμε το φως, μη μας τυφλώσει.
Έτσι απλά αφανίσαμε τον ήλιο,
αφού δεν ξέραμε τους νόμους,
τι είναι μέρα και τι νύχτα.

Κι όταν τα πρώτα σύννεφα
χαθήκαν με την βουή τ’ ανέμου
στίχοι και μουσική αδράξανε το φως
να ζεσταθούν οι άνθρωποι ξανά
αφού δεν ήξεραν τον τρόπο.

 

Παρορμήσεις

ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

Είμαστε σαν τα δέντρα
κάτω απ’ τον ήλιο
ούτε μια στάλα νερό
τα δρόσισε μέσα στο καλοκαίρι.
Όμως οι ρίζες άπλωσαν
βαθιά μέσα στη γη
καλά κρατάνε τα κλαδιά
τα φύλλα σαν ψυχές
γρικούν πρωί και βράδυ.

Είμαστε σαν τα δέντρα.
Η ανάσα, το όνειρο ενός παιδιού
την ώρα της ανάπαυσης
κάτω απ’ τον ίσκιο μας,
μέχρι να διανύσει ο χρόνος
τις μέρες της σιωπής
για να γευτούμε τη δροσιά
του κόσμου.

 

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Σαν δεν σπάσει τα τείχη ο άνθρωπος,
μονολογεί δίπλα σε ένα παράθυρο
με την πόρτα ανοιχτή.
Ίσως έτσι τον συναντήσει η ζωή
σαν περνά.
Είναι κι αυτός ένας τρόπος.

 

ΑΚΡΟΒΑΤΕΣ

Ακροβατούμε σ’ ένα σχοινί
ατενίζοντας τον ορίζοντα
πάνω από τις θάλασσες,
πάνω από τα βουνά’
συναντώντας μικρούς θεούς

η διαδρομή χαράζει, το αίνιγμα,
προδιαθέτει άσκηση
για να μην πέσουμε,
μην διακοπεί το ταξίδι και
συναντήσουμε το κενό

ακόμη μια φορά
σαν πριν απ ’ τη γέννησή μας,
απ’ το σκοτάδι στο φως,
αιώνια, σφαιρικά, με στιγμές
π’ αγαπήσαμε.

 

ΜΕΤΑΒΑΣΗ (2009)

Να πιω το μεδούλι της ζωής,
να ιστορήσω
το μύθο και το πέρασμα
στο φως, στο σκότος, στο άνοιγμα της ψυχής
μέχρι που λέξη να μη μείνει μακρινή,
μέχρι που της ο κύκλος να αλλάξει. 

 

ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ

Ο χτύπος στον τοίχο με προσκαλεί
να κάνω τη σκέψη έρμαιο
τον χρόνου και της αγάπης
που δεν καθόρισαν θεοί μα άνθρωποι
άθλιοι και χαμένοι.

Όσο χτυπά ο δείκτης θα μου θυμίζει πως
τρέχουν να αρπαχτούν σ’ αυτά που δε
φέρνει ο λογισμός…
γλυφά, απρόσιτα κομμάτια της ζωής
αιματηρά και πικραμένα.

Είναι αίνιγμα η πράξη;
Όπως ο έντονος χτύπος στον τοίχο,
ίσως σαν δεν την καθορίζει ο νους,
σαν δεν την κοιμίζει η αγάπη,
με τόσες ελπίδες σίγουρα δεν είναι γρίφος.
Θέατρο στημένο θάναι.
Γραμμένο
μέσα στη σύγχυση, μέσα στης αφροσύνης
τον παλμό… 

 

ΦΙΛΟΜΕΛΑ

Η χώρα μου μάτωσε.
Τα δάκρυα ξεχασμένες
σταγόνες σιωπής.
Μες την κρούστα της κίτρινης γης
σπέρνει ο θεός
λευτεριά.
Στον πυρήνα της θάβει
την Άθλια σκλαβιά του αιώνα.

Η χώρα μου μάτωσε.
Είναι πια μοιραία γυναίκα
με τα χέρια κομμένα
μα τα πόδια γερά.
Οι κραυγές, ήχοι σπαραχτικοί
χωρίς λέξεις.
Τι να ‘χει να πει;
Η χώρα μου μ’ αίμα
είναι πια μια Λαβίνια ή Φιλομέλα. 

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Σκυφτός γράφει μια ιστορία,
στίχο με στίχο τα αχνάρια της αλήθειας
να χαράξει
Όταν αποκοιμάται
πλάθει την καληνύχτα της ζωής,
ώσπου να ανταμώσει το πρωινό
τη συνείδηση να περπατά.
Σαν δεν τη χαιρετήσει με τα πρώτα
χτυπήματα,
τη συναντά ξανά στους δρόμους σαν κλαίει…
για μια σταγόνα παρηγοριάς,
να ξεδιψάσει.

 

ΖΩΗ

Α.

Κάθε στιγμή που η γη γυρνά
γράφω ένα ποίημα,
για να επιβεβαιώνω την ύπαρξή μου,
να δικαιολογώ τη ζωή χωρίς εμένα …

Β.

Σήμερα πεθαίνουν τα γιασεμιά,
τα πλήγωσε ο κρύος νοτιάς,
τα γύμνωσε ο έρωτας,
τα σπάραξε η αγάπη…

Γ.

Ναυαγοί είμαστε
σε νησάκια του κόσμου
πριν να ανασάνουμε
άνθρωποι,
πριν να χύσουμε αίμα αθώο
σε γη, θάλασσα,
ουρανό και φωτιά.

 

ΑΠΟΨΕ

Απόψε θέλω να αποσιωπήσω κάτι φωνές,
να κατευνάσω σκιές αχαλίνωτες,
οργισμένες.

Πώς γίνονται οι μνήμες φαντάσματα
κυνηγοί;
Ας πάρω το πιο γλυκό τουφέκι να σημαδεύσω
μάτια που βγάζουν φωτιά,
στόμα που λέξεις ξερνάει
και τη θύμηση να σκοτώσω
μήπως απόψε μου πάρει την πένα
σ’ άγριους κόσμους ρηχούς.

 

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

Αναφορά στον Νίκο Καζαντζάκη

Δύο κορμιά απλωμένα σε ένα γαλάζιο πέπλο.
Πίνακας δοσμένος στο πρώτο, στο τελευταίο κύμα.
Ξεχασμένος σε εποχή που οι άνθρωποι
ξεκινήσανε τον παράδεισο,
μα χαθήκαν.

Ποιος παράδεισος σχηματίστηκε στο κορμί
στην ψυχή ή στην άβυσσο;
Είναι κάποια μονοπάτια που το φεγγάρι στάζει λίγο λίγο
τη θάλασσα,
πλημμυρίζει το σύμπαν.
Η νύχτα χωρίς αστέρια παραδίνει τους ίσκιους της
σε δρομάκια που το φεγγάρι δεν έχει φωτίσει.

Έχεις γράψει ποιητή αδικημένε πως
ο καθείς έχει πινέλα να ζωγραφίσει παράδεισο,
ο καθείς μπορεί να χωρέσει μέσα.
Θα ζωγραφίσω την κόλαση,
θα κλείσω την πόρτα.
Μήτε ζο μήτε άνθρωπος
να διαβεί, να περάσει.
Να γυρνά μοναχά τα στενά δρομάκια,
σαν το φεγγάρι ρίχνει τ’ άπλετο φως.

 

ΜΟΥΣΙΚΗ

Ένα φύλλο πρωί πρωί με χαιρέτησε.
Ήταν το σώμα τον ισχνό μα αγέρωχο.
Η αγάπη ακόμα μου <δείξε το δρόμο.
Ο άνεμος με βαρύφερνε ‘δω και ‘κει.
Χρυσές στιγμές τον Ντεπουσσί,
πρωί πρωί οι νότες…

 

ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Ό,τι και να γίνει στο λέω,
αυτή η ψυχή δε χάνεται.
Ό,τι και να γίνει στο λέω,
τίποτα δεν μπορεί να κλείσει τους πόρους της.
Αναπνέει ελεύθερα, μακριά από ‘σένα.,
μακριά από σύνορα.
Δεν τρέφει πάθη και προπάντων δε σκλαβώνεται.

 

ΦΥΓΑΣ

Είσαι κρυμμένος στην τελευταία
γωνιά του δρόμου.
Ο φόβος κυρίαρχος σε πνίγει.
Χαιρέτα τον άνεμο, σε προσπερνά.
Χαιρέτα την κυρία με το ψηλό καπέλο.
Σε ακολουθά κυρίως τις νύχτες,
σου θυμίζει τη γέννηση σου

 

ΣΥΓΝΩΜΗ

Είμαι μικρός.
Είσαι μεγάλος.
Απροσάρμοστος γίγαντας
των δώδεκα χρόνων,
με το δάκρυ μπροστά σε πρόσωπα
καθημερινά και ξένα.

Είμαι μικρός.
Είσαι σαν το παιδί που κάθεται
δίπλα… και σε περιφρονεί.
Το χτυπάς και απολογείσαι.

Θα θυμάσαι πάντα τα πρόσωπα,
τις φωνές και το χρώμα τ’ ουρανού απέναντι.
Η χειραψία δεν είναι αρκετή,
όσο και αν προσπάθησες με χαμόγελο
να τη σφραγίσεις.

 

ΠΟΙΗΣΗ

Είσαι η φλόγα μιας στιγμής.
Αυτή η φλόγα που ταξιδεύει τη σκέψη,
καίει τη θλίψη.
Αυτή που ζεσταίνει τα σύννεφα
στο γαλάζιο ουρανό,
να γεννήσει βροχή,
να δροσίσει τη γη,
να ομορφύνει τη θάλασσα.

 

ΕΛΠΙΔΑ

Ελπίδα είναι το γλυκοχάραμα
της νιότης,
τον φευγαλέου ταξιδιώτη ο σταθμός
και της γυναίκας η ζωή η ντόμπρα.

Ελπίδα είναι το ξανθό
προσάναμμα ανθρώπου
και τα γλυκά αναγγέλματα
τα βράδια τον Σεπτέμβρη.
Είναι βελούδινο άγγιγμα
στα πρώτα τα σκιρτήματα.
Είναι η δύναμη ψυχής τα χρόνια της ζωής μας. 

 

ΑΓΓΕΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

Νεκρό πουλί ανάστησες τη μέρα.
Νεκρό πουλί
σαν κείτεσαι στην ασφαλτοστρωμένη
της ζωής πορεία.

Νεκρό πουλί,
κομμάτια θρύψαλα
το φτέρωμα του κόσμου
σαν δεν κατόρθωσε στο πέταγμα
να φτάσει την αγάπη.

Πώς ήσυχα κοιμάσαι;
Απορώ… πώς τούτη τη γαλήνη
έπραξες μετά το θάνατο σου;

Μικρό πουλί μη μου χαθείς
σαν μες την σήψη σκλαβωθείς.
Στη θύμησή σου ο φόβος,
ο θάνατος και η ζωή.
Η μόνη ελπίδα,
μικρό πουλί,
το θάνατο για μια στιγμή ξεγέλασες,
νεκρό πουλί.

 

ΕΡΩΤΙΚΑ

Α.

Μην είδατε πού πήγαινε η αγάπη,
όταν ξυπνούσαμε;
Ήταν κρυμμένη κάτω απ’ τα μάτια μας
ώσπου να την καλέσει πάλι ο αυγερινός

Ε.

Τα μάτια σου δρόμος, για να περάσω
στην άλλη άκρη τ’ ουρανού,
χωρίς επιστροφή
με τον έρωτα συντροφιά,
με την ποίηση να γυρνά αδίστακτη.
Χίλιες λέξεις, αν είναι να με ανταμώσουν
στο απέραντο της ψυχής, ταξίδεψα…

Ζ.

Ήταν τόσο διαφορετικοί
και τόσο όμοιοι.
Τόσες φορές χαμένοι
τη σκιά μιας λέξης.
Φλέρταραν τη σιγή μήπως μιλήσει
ο έρωτας.

Ήταν τόσο διαφορετικοί
και τόσο όμοιοι.
Αυτός έμαθε να αγαπά…
και εκείνη;
Εκείνη κρατάει τον έρωτα
μην της ξεφύγει,
ο χρόνος δεν είναι πιοτό
να μεθύσει.
Πάει καιρός που έψαχνε στην ψυχή του
ελπίδα και απόγνωση. 

Θ.

Μεσ’ τη βουή τ’ ανέμου πρωτάκουσα
για ‘σένα και ‘μένα.
Αν άφησες τις λέξεις να σκορπιστούν
κομμάτια χιλιάδες,
τώρα σκύβεις και τα μαζεύεις
με τόση αγάπη
και μ’ άλλη τόση
τον έρωτα σκαλίζεις.
Θα σου κρατώ το χέρι,
όταν με χρώματα τους ίσκιους
αφανίσεις. 

Κ.

Ήταν θυμάμαι μια μέρα αλλιώτικη
καθώς περπατούσες με τους ώμους γυρτούς
και τα μάτια χαμηλωμένα στην σκέψη.
Ήσουν ωραίος.
Έτσι απλά σ’ αγάπησα,
στη ζέστα του μικρού καφέ
με τον Ντα Βίντσι στον τοίχο,
τον καφέ, και το γλυκό που μοιραστήκαμε.
Έτσι απλά σ’ αγάπησα…

Λ.

Χάθηκα μέσ’ το γαλάζιο.
Νόμιζα ήταν θάλασσα, ή τ’ άπλετο φως
τον ήλιου.
Ήταν όμως τα μάτια σου…
καράβι της ψυχής, για να σαλπάρω.

Ο.

Σ’ αυτό το ποίημα τι να πω;
Να κλέψω θέλησα απ’ τον ήλιο την ελπίδα,
ολημερίς να πλάθω στίχο στίχο τη ζωή.
Μα όταν βραδιάζει, ο λογισμός παγίδα μοιάζει…
Παλεύω, χάνομαι, γυρνώ, αναζητώ. 

Π.

Σκέφτομαι για ‘σένα και για ‘μένα,
άνθη είμαστε κι αγκάθια.
Πότε ομορφίζουμε τον κόρφο του έρωτα
κι άλλες στιγμές
ματώνουμε ελπίδες.
Να σε χαρώ για μια στιγμή μπουμπούκι ανοιχτό
μέχρι να ξανανθίσεις…

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Με τα μάτια στραμμένα σε ‘σένα και ‘μένα
πήρα το δρόμο τον χωρισμού.
Ό,τι ονειρεύτηκα
μένει σε τούτο τ’ άσπρο χαρτί.
Ό,τι γύρεψα στης ζωής τον
πολύστιχο μύθο βάλλεται
με σημάδια, μηνύματα…
Δεν είπες πως αν δε
γνωρίζει κανείς τι θα ειπεί θάνατος
δεν πεθαίνει ποτές;

Σαν λαλήσει ο χρόνος τρεις φορές
πλένεται ο νους φως και σκοτάδι.
Πώς να βρω τον νήματος άκρη;
Θησέας δεν τάχθηκα στην Κνωσό.

Η αγάπη δεν πορεύεται εις τον Άδη,
αναπαύεται αιώνια
εις το φως τον αυγερινού…

 

ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ (1997)

Ανάπαυλα μεσ’ στο τραγούδι
των πουλιών και στο μουρμουρητό των δέντρων
Και ευφράνθηκε η στείρα η καρδιά
την νεκρική σιγή
που φέρνει ο νους τ’ ανθρώπου. 

 

ΣΤΗΝ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΤΣΑΛΙΔΟΥ

Τη φωνή σου δεν άκουσα ποτέ
τη φιγούρα σου γνώρισα
σε ένα παλιό άλμπουμ σε κάποιο
ερμάρι κλεισμένο
και γίνηκε η σκόνη χρυσόσκονη
και στόλισε δυο ωραία μαύρα μάτια.
Και πως τα θαύμασα τα δυο μαύρα
σου μάτια, τις λίμνες της ψυχής
γαληνεμένα μάτια.

Η σκιά σου, γλυκιά δασκάλα μιας
σκληρής εποχής
μεσ’ στην ψυχή της νιότης του σήμερα
που με μια πένα καμώθηκε να γράψει
το όνομα σου σε ένα χαρτί.
Κι η καρδιά γεννοβόλησε μια φλόγα αγάπης
μνήμης σταθμό ή ποίησης δώρο.

Μια στάλα απ’ το αίμα σου πήρα
και της ρίζας τ άσπρα σου γράμματα.
Για να αφήσω την σκέψη μετουσίωση ενός
λουλουδιού σε μια άσπρη πλάκα.
Σαν ένα αεροφύσημα μια μέρα του Νιόβρη
που πήρε τη σκέψη μου βόλτα σε ένα άδικο χαμό
σε σύντομο ταξίδι.

Πως της μοίρας καράβι μπαρκάρισες
για γλυκιά ουτοπία.
Σαν καλός ναυτικός απαρνήθηκες
ένα κομμάτι γη στη στεριά
για τη θάλασσα, σε ένα καράβι παράδεισο

 

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Τον δρόμο στη γη που με γέννησε να πάρω
να αφήσω τον πόνο, ανάσταση του ονείρου μου.
Θέλει η ψυχή να αρμενίσει στο πέλαγος της θύμησης,
τότε παιδί που αγνάντευα την θάλασσα.
Κοχύλια μάζευα σε λεύτερη αμμουδιά
κι αφουγκραζόμουν τις φωνές στα βράχια.
Θα ήτανε ήρωες που μούγκριζαν σαν τα θεριά
-προμήνυμα του τόπου- και μάχονταν στις Θερμοπύλες.

Εκεί σ’ αυτή τη θάλασσα έσμιξε ο Άρης στ’ ακρογιάλι
και γίνανε όλοι ένα, άντρες, παιδιά, γυναίκες
μια μορφή.
Παλεύανε τα κύματα κι όταν πια ο κάματος της πίκρας
κόπασε, καθίσανε στα βράχια
να στραγγίξει το αίμα τους.

Κομμάτια τα κορμιά στην αύρα του καλοκαιριού
κι όσοι απομείνανε να ψάχνουνε τη ζωή
που έφευγε σαν το πουλί στα ξένα
μαζεύανε τα δάκρια απ’ τη γη και πίνανε νερό
της λησμονιάς.
Αποσπερίτη φως δε φάνηκε εκείνες τις μέρες.
Έτρεχαν όλοι για να βρουν ένα κομμάτι ουρανό
για να κρυφτούν, ένα κομμάτι γη να ξαποστάσουν
να δώσουνε στο κορμί φυγή
και στη ψυχή το γυρισμό, όνειρο ματωμένο.

Νησί της ομορφιάς, νησί τραγουδημένο
την Αφροδίτη έψαχναν μεσ’ στις κορφές του
Ολύμπου και στις ακτές της θάλασσας
τη φώναζα να ‘ρθει.
Νύχτα να τραγουδήσει τραγούδι τελευταίο
και να χαθεί σαν τις ψυχές που ανάδευαν στον Άδη. 

 

ΦΑΝΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Μικρέ πολεμιστή ποιος είσαι;
Πιόνι σε τρελό στρατό.
Στα χέρια όπλα και κραυγές
σε ώρες σιγαλιάς
σε πληγωμένες μέρες
φιλιώνουνται το άγνωστο.

Μικρέ πολεμιστή ποιος είσαι;
Ίσως πουλί που σπαρταρά στο μαύρο.
Εσύ γελάς, αυτό πονά, πεθαίνει.
Ο θάνατος κοινό ρολόι που χτυπά
και ξεμακραίνεις στα βήματα δειλός.

Μικρέ πολεμιστή κρυφές ελπίδες ψάχνεις.
Στο δίλημμα ταυτότητα και σίδερο.
Ανύποπτα στα περασμένα βλέπεις
απεγνωσμένους οδηγούς
φαντάσματα οι όμοιοι σου δείχνουν
εχθρούς της γης,
αυτούς που παίζουν φτιάχνοντας
μικρούς πολεμιστές. 

 

1974

Λήθη στους χειμώνες που περνούν
αν ζητά η καρδιά ή το παράπονο
πικρού καλοκαιριού ή ένα καράβι που αρχινά
ταξίδι στα βαθιά,
μα όλο κινά και πνίγεται
μαζί με ξένους ναυτικούς
σε ξένες θάλασσες.

Έρχεται ο χρόνος, γυρολόγος
κρυφά να εναγκαλίζεται
ώρες πικρού καλοκαιριού
και κυνηγούμε τ* όνειρο
τ’ όνειρο της λευτεριάς.

Πατρίδα πολυτάραχη το βιος
σου πάει και χάνεται.
Σε γέλασε το πράσινο σε μια γραμμή
και ορθώνεται σαν τείχος.
Βάρεσε της σκλαβιάς ο πόνος
στα χρόνια της παρηγοριάς, στα χρόνια της ελπίδας
μα η νοσταλγία της σιωπής το δρόμο σου χαράζει.

 

ΑΡΜΟΝΙΑ

Αν είναι το τραγούδι
της ζωής μικρό
θα τραγουδώ στιγμές
από ένα ποίημα.
Είναι η ζωή με λόγο
ερωτικό,
σκέψη, ειρμός
κρυφή μου ηλιαχτίδα 

 

ΑΓΑΠΗ

Αγάπη είναι το τραγούδι τ’ αηδονιού
το δειλινό,
το απρόσμενο βλέμμα του προσώπου
είναι το χάδι της καρδιάς
και του χεριού το σκίρτημα.

Αγάπη είναι η άνοιξη που χαμογελά
στα παραθύρια,
είναι τα αναφλογισμένα νιάτα
στις δύσκολες μέρες,
στα χρόνια της πυρηνικής και του διωγμού.

Αγάπη είναι το μικρό παιδί που αναγέρνει τα μάτια
σα ζωγραφίζει της ψυχής, μαγεμένα αστέρια.
Είναι το δειλό κυκλάμινο με το βαρύ κεφάλι,
είναι θερμό χαμόγελο και ελεύθερη καρδιά. 

 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΟΥ

Το πρωινό που ανταμώνει ο ήλιος
στην κορφή των βράχων, τις ψυχές
αποθέτεις τα χέρια στη θάλασσα
σα χρωματίζεις μάτια
παραγάδια του σύμπαντος.

Παράξενη που είναι η θάλασσα
την ώρα που η ψυχή γεννά τον οίστρο.
Παράξενα πως μασουλά τον ύπνο
των γενναίων.
Να πιστεύεις στο παραμιλητό του κύματος
και στης χαράς τη στέρνα όλο να πνίγεσαι.
Και να διψάς την παράδοση του κορμιού
στα νερά που ξέπλυνε το πέλαγος,
στο τέλος της χώρας σου. 

 

ΕΙΡΩΝΕΙΑ

Ταξίδευες στον ίσκιο της ζωής
με την χαρά στην κωμική της φάση.
Μπροστά στην άπιαστη ευτυχία
λαμπρά τα αισθήματα
κι οι χειρονομίες.

Ονειρευόσουν γλυκά τον ήλιο
και χάριζες ολάκερο φεγγάρι
στον πρώτο σκλάβο της ζωής
σαν έπινες τις πρώτες πίκρες
σ’ ένα ποτήρι αδειανό
κι αχρωμάτιστο.

Μικρές οι μπόρες της φετινής σου
Άνοιξης,
μικρές κι οι καταιγίδες.
Άπιαστες κι αυτές οι αβρόντητες
ελπίδες που μαζεύεις δειλά
απ’ την πρωινή βροχή.

 

ΑΛΛΑΓΕΣ

Μεταβολή τ’ ανθρώπου το γλυκό ξημέρωμα
σαν πρωτοβγεί στο μύθο και κραυγάζει,
βαρύ το τίμημα,
στις σκέψεις λύγισμα ακολουθεί
κι όμως δε σκοτεινιάζει.
Στις λύπες κύματα μαίνονται
στο συναπάντημα χαράς
ήλιοι σαλεύουν.

Έρχονται μέρες ζοφερές
κι αργοκυλούν με δέος.
Να πως τρομάζουν ισχυρούς, φαταλιστές
γηραιούς.
Ένας ο ίσκιος αυτοσκοπός
παραμιλά στο δρόμο οπαδός
ιστορικής σελίδας προσιτής
στο κόσμο π’ ανασαίνει.

 

ΑΠΛΗΣΤΙΑ

Πλούτο και δόξα στο κατώφλι της ζωής
ζητά να ξεδιψάσει
σαν το θεριό, που όλο πεινά
κι ο χορτασμός αργεί να φτάσει.

Πικρή ζωή,
άγριο παιχνίδι που αρχινά
χωρίς σκοπό.
Άχρωμη κόρη σθενικιά
δεν θα ξυπνήσει το πρωί
νύχτα στο παλατάκι.

 

ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ

Δεν υπάρχουν λόγια να
γραφτούν στις σελίδες.
Δεν υπάρχουν λόγια να
στολίσουν τη ζωή ή να πνίξουν
το θάνατο.
Δυο χέρια απλώνουν, μαζεύουν τον πόνο
κι εμείς τα σταυρώνουμε.

Να πάρουμε τ’ άστρα,
κρυφά σα φωτίζουν τον δρόμο.
Καυτές συνείδησες στα στόματα μας.
Πιοτό το φεγγάρι σιγά σιγά μεθάμε
κι αλαλιασμένοι νοσταλγοί γινόμαστε.
Ειν’ το κατώφλι του σπιτιού
μακρύ κι ατέλειωτο.
Ας είναι η σκέψη μας γλυκιά
ήμερη ταξιδεύτρα.
Χρόνια μας πάει στις θάλασσες,
κάποτε βλέπει και στεριά. 

 

ΜΙΚΡΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Μικρή φωτογραφία, κι εσύ στη μέση να κοιτάς
μικρός κι ανήμπορος
δίπλα σ’ άλλες μικρές φωτογραφίες.
Θα πεις μια ιστορία
κι αν είσαι τυχερός κι αν πείσεις
θα πάρεις την τύχη στα χέρια
ν’ αρπάξουν ήλιο κι αγάπη.

Μη μας κοιτάζεις, λύπες δεν είναι για μας
δάκρυ δε χύνουμε για μεγαλεία
έχουμε θάρρος να λέμε αστεία
και να γελάμε σαν τα παιδιά.

Δυο μάτια χρόνια ζητούν πολλά
λεπτά και ώρες στο κουτί
την σκέψη μου τρομάζουν.

Δεν είναι τα μάτια του μικρού παιδιού
στους υπονόμους και στα υποστατικά
θάλασσες μολυσμένες.
Δεν είναι δηλητήριο το χρώμα της αλήθειας.
Σφραγίζει η θλίψη το χαρτί
γίνεται το μελάνι δάκρυ
κι εσύ μικρή φιγούρα φεύγεις πια.
Η ματιά παραλείπει να πει
ότι οι άνθρωποι μένουν. 

 

ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Σκυφτός, μικρός συλλογισμένος μέσα στου δρόμου
τ’ αδιέξοδα περνά.
Κρατά γερά το μέτωπο που ‘γινε σίδερο
και το βαραίνει.
Λίγα τα χρόνια, γέρικα χρόνια
όλα σα στάλες της βροχής
που γεύτηκε τις νύχτες του χειμώνα

Το δάκρυ στη στεριά δε φαίνεται
ο πόνος των μικρών μια θάλασσα δακρύων
Κλάμα, γέλιο στον ήλιο, ψυχρά θερμά αισθήματα.
Πνιγμένοι μεσ’ το νέφος του αιώνα
ψάχνουν το τρένο της φυγής.

Μικρά παιδιά πεθαίνουν φίλε μου.
Εγώ, εσύ πως βολευτήκαμε ωραία!
Με θαλπωρή θα ζήσουμε στο χρήμα
με ψευδαισθήσεις βιώνουμε το ψέμα
Τα ‘δαμε σήμερα, χτες τα διαβάσαμε
ήταν περίπου δυο χιλιάδες
στα μάτια τους ο θάνατος μια απειλή.

Εσύ, εγώ πως κοιμηθήκαμε μικρέ μου φίλε;
Μεσ’ το βαθύ μας ύπνο ούτε ανασασμός.
Αυτά τα κλάματα στα χέρια των τρανών
αλίμονο οι αλυσίδες τους τα πόδια καίνε.
Εμάς δε μας τα δένουνε, οι αλαφροΐσκιωτοι
τα νήματα κρατάνε. 

 

ΙΣΤΟΡΙΑ

Να διψάς την ιστορία σου
σαν κραυγάζεις στο παρελθόν μη γίνει παρόν,
και το παρόν σου μέλλον.
Να σταματάς το χρόνο, γιατί γίνεται το λεπτό
μια ώρα και η ώρα μια ημέρα
και η ημέρα μια ζωή.
Ποτέ να ξέρεις δεν γυρνάς στο πρώτο το λεπτό.

Κάθε στιγμή να λαχταράς να γευτείς το ποτό
της γαλήνης.
Και το μεθύσι του Διόνυσου χαρά να την πιεις
κρυφά σαν θνητός.

Ξεχασμένε εσύ νιε, στα ντουλάπια του τρελού καιρού
του συρμού και της λήθης, του νοθευμένου κρασιού
και της γεύσης του ψεύτικου ονείρου.
Και αν το κυνήγι του ξεχασμένου λαγού στις μέρες
της πείνας σου άγριο και δειλό, να βλέπεις από
κάποιο παράθυρο την μοίρα να τρέχει.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Ανάμεσα στου ήχους

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

«Τον ποιητή δέοι, είπερ μέλλει
ποιητής είναι, ποιείν μύθους
αλλ’ ου λόγους» (Πλάτωνας).

Η Αθηνά Τέμβριου, από το πρώτο της βιβλίο: «Της Πατρίδας και της Νιότης» (εκδόσεις Πήλιο, 1997) καθώς και από το επόμενό της: «Μετάβαση» (εκδόσεις Εν Τύποις, 2009) μας είχε εντυπωσιάσει με την ωριμότητα της γραφής της, τις γνώσεις και την ευαισθησία της και. πολύ δίκαια, μας είχε προδιαθέσει για το επόμενο πέταγμά της. Οι προσδοκίες μας
έχουν επαληθευτεί. Είναι σημαντικό το χρονικό αυτό διάστημα των 20
χρόνων – 20 χρόνια προβληματισμού, αυτοκριτικής, μελέτης, απαραίτητα
συστατικά κάθε αληθινού ταλέντου – το χρονικό αυτό διάστημα, λοιπόν,
έφερε το αποτέλεσμα που έχουμε τώρα στα χέρια μας: «Ανάμεσα στους Ήχους», που κυκλοφόρησε πρόσφατα.
Η ποιήτρια αφιερώνει τη νέα της δουλειά «Εις μνήμην Κυριακής Σολωμού». Ακολουθεί ο λόγος ύπαρξης της ίδιας της δημιουργού καθώς προτάσσεται ως σημαντικό αναγκαίο και καθρέφτης της νέας ποίησής της: «Ζω στην ουσία/δίχως όνομα ή εξουσία/Ο στίχος/μια άγκυρα της ψυχής/στον πυρήνα του κόσμου». Και η ποιητική αυτή συλλογή κλείνει: «Η αγάπη σμιλεύει τον στίχο/ταπεινά κι απέριττα/με της ζωής την ορμή καταργεί μες στη σιγή τον χρόνο».
Αρχή και τέλος, στίχος-Αγάπη. Αναγκαιότητα και αποτέλεσμα.
Τα 90 τόσα ποιήματα της η Αθηνά Τέμβριου τα χωρίζει σε 5 ενότητες:
Για την έμπνευση. Της απόγνωσης. Ψηφίδες ποίησης. Του έρωτα, Παρορμήσεις. Μια θεματική ποικιλία κι ένας πλούτος συναισθημάτων να
διατρέχει το κάθε ποίημα, όπου η ποιήτρια κατορθώνει να ξεκαθαρίσει
το προσωπικό της στυλ όσο λίγοι στη σύγχρονη Κυπριακή ποίηση. Κι
εκεί όπου χρειάζεται, οι στίχοι γίνονται πιο λιτοί και περιεκτικοί,
σύντομοι, αποφθεγματικοί, αφού η ποιήτρια έχει κιόλας αποφλοιώσει
την περιττή επιδερμίδα τους: «Ο χαμένος παράδεισος του Ποιητή/είναι
πίσω απ’ τον ήλιο». Για να μπούμε στη νέα ποίησή της. η ποιήτρια μας
δίνει το κλειδί: «Χτύπα τον στίχο με το σφυρί/να πάρει τη μορφή του
κόσμου/Σπίθες να πετάξουν τα μάτια/να καεί το ξερό δάσος της μνήμης/ν’ αναστηθούν τα κομμένα/δέντρα που αγαπήσαμε/και τα χέρια να
σκάψουν τη γη/ώσπου ο σπόρος σου, Ποίηση/ να καρπίσει και να θρέψει/ τους πεινασμένους».
Κλείνοντας, θα ‘θελα να σημειώσω την άψογη αισθητική του βιβλίου,
που οφείλεται στο γνωστό εκδοτικό Εν Τύποις.

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗΣ Θα’ταν 12 του Μάρτη

ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗΣ

 

Γεννήθηκε το 1932 σε έναν προσφυγικό καταυλισμό στο Επταπύργιο, κοντά στις φυλακές του Γεντί-Κουλέ, Μικρασιάτης στην καταγωγή, και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Θεσσαλονίκη, την πόλη που τόσο αγαπούσε.

Πρώτα βήματα
Μπήκε στο χώρο της μουσικής σε ηλικία 15 ετών, με σπουδές στη Σχολή πιάνου του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης. Το 1952, για λόγους βιοπορισμού, αρχίζει να εργάζεται ως πιανίστας σε νυχτερινά κέντρα της Θεσσαλονίκης. Έγραψε το πρώτο του τραγούδι «Περιστεράκι» το 1960 με το οποίο συμμετείχε στο Φεστιβάλ του ΕΙΡ, με ερμηνεύτρια τη Ζωή Κουρούκλη.

Γράφει την επιτυχία «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», που ερμηνεύει αρχικά η Χορωδία Φ.Ε.Μ. και στη συνέχεια ο Γιάννης Πουλόπουλος, όπως και το «Αν δεις στον ύπνο σου ερημιά» και ξεκινά συνεργασίες με μεγάλα ονόματα της τότε μουσικής σκηνής όπως η Καίτη Χωματά και ο Γιάννης Βογιατζής. Το 1966 εμφανίστηκε και στο χώρο του θεάτρου, γράφοντας μουσική για το «Το ταξίδι» του Γιώργου Θέμελη στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας, σε σκηνοθεσία Ευγένιου Σπαθάρη.

Συνεργασίες
Μετακόμισε στην Αθήνα το 1967 για να συνεργαστεί με τη δισκογραφική εταιρεία ΜΙΝΟΣ και με τους τότε ανερχόμενους τραγουδιστές Γιώργο Νταλάρα, Χαρούλα Αλεξίου, Γιάννη Καλατζή και Γιάννη Πάριο. Αυτή την περίοδο έγραψε τα σημαντικότερα τραγούδια της σταδιοδρομίας του: «Πού ‘ναι τα χρόνια» (Α. Δασκαλόπουλος), «Να ‘τανε το ’21» (Σ. Τσώτου) – το τραγούδι που τον καθιέρωσε, «Κάπου νυχτώνει» (Σ. Κουγιουμτζής), «Όλα καλά κι όλα ωραία» (Σ. Κουγιουμτζής), «Ο ουρανός φεύγει βαρύς» (Σ. Κουγιουμτζής), «Έτσι ειν’ οι ανθρώποι» (Σ. Τσώτου). Αν και στιχουργός ο ίδιος, συνεργάστηκε με σπουδαίους στιχουργούς όπως το Μάνο Ελευθερίου, Κ. Βίρβο, Σώτια Τσώτου, Μ. Μπουρμπούλη, Λευτέρη Παπαδόπουλο και ποιητές σαν τον Γ. Θέμελη, Ντ. Χριστιανόπουλο, και Κώστα Βάρναλη. Αργότερα συνεργάστηκε με μια σειρά άλλων μεγάλων ερμηνευτών όπως το Γιάννη Πάριο, την Άννα Βίσση, τον Αντώνη Καλογιάννη, το Γιάννη Καλατζή και την Ελευθερία Αρβανιτάκη σε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της, το «Κόκκινο φουστάνι».

Ακολούθησε μια σιωπή 11 ετών, κατά τη διάρκεια των οποίων επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη από το 1988. Με πρόταση του Γιώργου Νταλάρα, επανήλθε στο προσκήνιο το 1998, με καινούργια κομμάτια βασισμένα στη βυζαντινή παράδοση, που ηχογραφήθηκαν στο Μέγαρο Μουσικής, με τον Νταλάρα και την Αιμιλία Κουγουμτζή και συνοδεία χορωδίας, με τον τίτλο «Ύμνοι αγγέλων σε ρυθμούς ανθρώπων». Η τελευταία του δισκογραφική παρουσία το 2001 ήταν το » Έβρεχε ο κόσμος» με 11 τραγούδια που έγραψε για την κόρη του, Μαρία Κουγιουμτζή και το Γιώργο Χριστοδούλου.

Ο συνθέτης έφυγε το Σάββατο 12 του Μάρτη 2005, στα 73 του χρόνια, από ανακοπή καρδιάς.

Η αδελφή του ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ, έγραψε:

Σαν σήμερα ο αδερφός μου μας άφησε μόνες. Ένα γυναικομάνι που τον λάτρευε.
Σαν σήμερα, Μάρτης μήνας, τότε που ζούσαμε Αυτός η μαμά κι εγώ, η Αιμιλία εμφανίστηκε αμέσως μετά, δεκατεσσάρων ήμουν, με πήγε να με γνωρίσει στον ποιητή Γιώργο Θέμελη που δίδασκε στο Κρατικό Ωδείο όπου ο αδερφός μου σπούδασε πιάνο και θεωρητικά, ένα ξύλινο οίκημα απ’ ότι θυμάμαι, αλλά μπορεί να μην ήταν καθόλου έτσι, πάντως από την δειλία μου κοίταζα κάτω και έτσι θυμάμαι ή νομίζω πως θυμάμαι το σανιδένιο πάτωμα, στη στάση Στρατηγείο, δίπλα στη θάλασσα που ο Σταύρος απολάμβανε να κάνει βόλτες. Ήταν δεινός περιπατητής. Περπατούσε ώρες ατέλειωτες και από ανάγκη, δεν υπήρχαν χρήματα για το τραμ, και από αγάπη για την Θεσσαλονίκη. Σε μια απ’ αυτές τις βόλτες αργότερα έγραψε το ¨μη μου θυμώνεις μάτια μου» μουσική και στίχους.
Πηγαίνοντας, με συμβούλευε η σιωπή του, που μέσα στη δική μου σιωπή καταλάβαινε και καταλάβαινα όσα χωρίς να ξέρω ήξερα, αισθανόμουνα και μάθαινα. Αυτό το άφωνο πλήθος μέσα μου μιλούσε ασταμάτητα. Δεν χρειαζόταν να μου πει ο Σταύρος να μη μιλώ ούτε καν να ρωτώ, αλλά να ακούω αυτά που θα μου έλεγε ο Θέμελης, ένας τρυφερός και ευγενής άνθρωπος, ένας σπουδαίος ποιητής.
Πάντοτε όταν πλησίαζα πρόσωπα που θαύμαζα, μεταμορφωνόμουν σε μουγκή.
Ο θαυμασμός είναι από τα πιο σημαντικά αισθήματα, πιθανόν να μου είπε ο αδερφός μου, γιατί ανοίγουν τα παράθυρα της ψυχής και ελευθερώνεσαι από τις τοξίνες της ασημαντότητας. Ανεβαίνεις τις αιώρες της ύπαρξης και γεύεσαι την μαγεία της υπέρβασης. Την δυνατότητα του Υπέρ.
Φυσικά καθόλου δεν είπε αυτά ακριβώς τα λόγια, αλλά ένοιωσα και νοιώθω, πως το χέρι του που με κρατούσε τα έλεγε αυτά. Το χέρι του ήξερε, και δίδασκε το δικό μου.
Το υπέροχο χέρι του που με κρατούσε πάντα και με κρατάει ακόμα.

12/3/2018

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

 

1960 Περιστεράκι

 

1962 Αν δεις στον ύπνο σου ερημιά

 

1965 Μη μου θυμώνεις μάτια μου

 

 

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
(Μετά από το κάθε τραγούδι ακούγεται όλος ο δίσκος)

1970 Νάτανε το 21

 

1971 Όταν ανθίζουν πασχαλιές

 

1973 Ηλιοσκόπιο

 

1974 Μικρές πολιτείες

1975 Στα ψηλά τα παραθύρια

1976 Λαϊκές Κυριακές

1977 Τραγούδια του καιρού μας

1979 Όταν σε περιμένω

1982 Μικραίνει ο κόσμος

1985 Τα νυχτέρια μας

1986 Τρελοί και άγγελοι

1993 Κάτι παιδιά που αγαπάνε το τραγούδι

1998 Ύμνοι αγγέλων σε ρυθμούς ανθρώπων

2000 Έβρεχε ο κόσμος

2001 Λόγια της καρδιάς

Η μουσική εκπομπή «ΟΙ ΝΟΤΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΓΙΑ» φιλοξενεί τον Συνθέτη ΣΤΑΥΡΟ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

Σε πρώτη εκτέλεση

 

Σχολιάστε

Filed under ΜΟΥΣΙΚΗ

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΘΕΟΧ

 

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1978 στον Πειραιά. Σπούδασε στη σχολή Οικονομίας και Διοίκησης του τμήματος Λογιστικής στο ΤΕΙ Χαλκίδας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Ασχολείται με την ποίηση από τα παιδικά
του χρόνια. Έχει πληθώρα δημοσιευμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιητικές συλλογές του έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί στη βουλγαρική
και στην αγγλική γλώσσα, ενώ σκόρπια ποιήματα του έχουν μεταφραστεί στα αλβανικά και στα πακιστανικά (ουρντού). Έχει λάβει μέρος σε διεθνή
λογοτεχνικά συνέδρια. Έκανε την πρώτη του δημοσίευση το 1993 ενώ κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή Τα Παράταιρα το 1997. Είναι
μέλος των ομάδας «Ποίηση στην εποχή της εκποίησης» και «Ο κύκλος των». Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, του Ομίλου για την Unesco Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας και της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς.
Είναι ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας και του Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου «Ανάδρασις»
Διατηρεί μόνιμη στήλη κριτικής βιβλίου στο ηλεκτρονικό περιοδικό Βακχικόν». Διαχειρίζεται τα blogs: Ποιητικό σταυροδρόμι (www.poihtikostayrodromi.blog spot.com) και Πόρτες κλειστές (www. theoharis papadopoulos. blogspot.com).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Τα παράταιρα, ποιήματα, 1997.
Κραυγές, ποιήματα, εκδ. Ιωλκός, 2009.
Ερείπια, ποιήματα, εκδ. ΡΕΩ, 2010.
Πρόσωπα Γνωστά, ποιήματα, εκδ. ΡΕΩ, 2011.
Ξερόκλαδα, ποιήματα, εκδ. ΡΕΩ, 2012.
Πρόγνωση καιρού, ποιήματα, εκδ. Vakxikon.gr, 2014.
Έξυπνες βόμβες, χαϊκού, εκδ. Μανδραγόρας, 2016
Ζηλεύω τα βράχια, Μανδραγόρας (2018)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΑ

Πόρτες Κλειστές, μετάφραση επιλογής ποιημάτων στη βουλγαρική γλώσσα, Πλέβεν, 2012.
Locked doors, μετάφραση επιλογής ποιημάτων στην αγγλική γλώσσα, εκδ. Kentavar, Πλέβεν, 2014.

 

 

 

ΖΗΛΕΥΩ ΤΑ ΒΡΑΧΙΑ (2018)

ΜΙΑ ΚΟΥΒΕΝΤΑ

Στο τραπέζι ένα σημάδι,
σαν πληγή.
Τα πιάτα σπάσανε,
ράγισαν τα ποτήρια.
Τα βλέμματα παγώσανε,
τρεμούλιασαν τα χείλη.
Τόσο δυνατή,
τόσο βαριά,
σεισμός, που τράνταξε το σπίτι,
μια κουβέντα.

 

Η ΠΟΛΗ

Ξημερώνει.
Η πόλη δεν ξυπνά.
Έρημοι οι δρόμοι,
βουβά τα πεζοδρόμια,
θολά τα τζάμια στα παράθυρα.
Κρύος ο άνεμος
φέρνει βρομιά κι ανατριχίλα.
Απόμακρη βουή απ’ τ’ αυτοκίνητα.
Ψιθυριστά μουρμουρητά απ’ τους ανθρώπους.
Λες κι όλα γύρω σου είναι όνειρο,
που χάθηκε.
Μα η πόλη δεν λέει να ξυπνήσει.

 

ΦΥΛΑΚΗ

Σε βάλανε στη φυλακή,
έκλεισε η πόρτα,
όρμησε σκοτάδι.
Το έγκλημά σου;
Γύρεψες να μην πεινάει κανένας.
Πιάνεις τα κάγκελα με οργή,
πέφτεις στα γόνατα,
δακρύζεις.
Μη σκύβεις.
Κράτα ψηλά το κεφάλι
να σηκωθούνε κι άλλοι.
Να γκρεμιστούν,
οι φυλακές του κόσμου.

 

ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ

Πλανόδιος πωλητής σε μια γωνιά,
στο πεζοδρόμιο στήνει την πραμάτεια.
Όλη η περιουσία του
τα δυο κουτιά.
Κουβέντα ζητάει απ’ τους περαστικούς,
μα εκείνοι προσπερνάνε.
Σχο πεζοδρόμιο η ώρα δεν περνά.
Πλανόδιος πωλητής σε μια γωνιά
κι η μοναξιά,
ο πιο συχνός πελάτης.

 

ΚΑΠΝΟΣ

Μαύρος καπνός
βγαίνει απ’ τα χαλάσματα.
Φτάνει στον ουρανό,
τον ζωγραφίζει.
Τι παράξενα σχήματα,
αγνώριστα.
Στον τόπο αυτόν
λησμόνησαν τις ζωγραφιές.
Στον τόπο αυτόν
ξέχασαν την ειρήνη.

 

ΣΤΗ ΣΚΙΑ

Στέκεσαι στη σκιά
κάτω απ’ τα δέντρα.
Μένεις εκεί,
δεν το τολμάς
να δεις κατάματα τον ήλιο.
Δεν κινδυνεύεις,
είσαι πάντα ασφαλής.
Μία ζωή
μένεις μονάχος
στη σκιά σου.

 

ΣΥΝΘΗΜΑ

Παράξενο το σύνθημα στον τοίχο.
Ώρες να το εξηγήσεις προσπαθείς.
Διαβάζεις πονηρά
πίσω απ’ τις λέξεις.
Άδικος κόπος,
νόημα κανένα.
Πάψε το διάβασμα, λοιπόν,
δεν ωφελεί.
Άσε τον τοίχο.
Άκου το σύνθημα στους δρόμους.

 

ΤΑ ΒΡΑΧΙΑ

Τεράστια βράχια,
ορθώνονται με θάρρος.
Δεν τα τρομάζουν κεραυνοί,
βροχές δεν τα φοβίζουν.
Χίλιες ρωγμές,
βαθιές πληγές,
άνοιξε ο χρόνος στο κορμί τους.
Στέκουν ορθά
κι ακόμα πολεμάνε
να μην πέσουν.
Τα ζηλεύω.

 

ΕΞΥΠΝΕΣ ΒΟΜΒΕΣ (2016)

ΧΑΪΚΟΥ

Σελίδα λευκή.
Σε φέρνω στη σκέψη
να τη γεμίσω.

*

Το σουλούπι του
ήταν διαφορετικό.
Τον σκοτώσανε.

*

Τα είπαν όλα.
Της έπιασε κουβέντα
με μια του ματιά.

*

Σκληρή η νύχτα.
Μου χρέωσε ακριβά
τον κάθε στίχο.

*

Μία εικόνα:
χίλιες λέξεις αξίζει
ένας του στίχος. 

*

Μάτωσα πάλι
μα δεν παραδίνομαι.
Τον στίχο ψάχνω.

*

Ανεκπλήρωτα
όλα τα όνειρά σου
μα δεν ξύπνησες

*

Σαν σκύλος πιστός
παντού με ακολουθεί
ένα της βλέμμα.

*

Αλληλεγγύη
την ψάχνω στις μέρες μας.
Άγνωστη λέξη.

*

Ματαιότητες.
Με ολόχρυσους σταυρούς
στολίζουν τάφους.

*

Τους βαρέθηκα
τόσο πολύ να μιλούν
χωρίς ν’ ακούνε.

*

Σε αμφισβητώ,
μου είπε θυμωμένος
ο καθρέφτης μου.

*

Τι πιο τραγικό;
Να κάνω διάλογο
με τη σιωπή σου.

*

Όλα βιαστικά.
Με γρήγορες κινήσεις
αναλώνομαι.

*

Έρωτας είναι;
Ποιος θα μπορούσε να πει;
Το βλέμμα μόνο.

*

Είναι ποιητής.
Χειροβομβίδες πετά
γράφοντας στίχους.

*

Αλληλεγγύη
Μια λέξη που τρέμει
ο βολεμένος

*

Σήμα κινδύνου
στέλνω απ’ τη γέφυρα.
Τ’ όνειρο σώσε.

*

Τον συλλάβανε.
Σε ώρες ανάπαυσης
έγραφε στίχους.

 

 

 

ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΚΑΙΡΟΥ (2014)

ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ

Κλείδωσες την πόρτα δυο φορές,
έβαλες μια κλειδαριά ασφαλείας,
έκρυψες τα κλειδιά.
Μετά από λίγο καιρό,
άλλαξες την πόρτα,
έβαλες θωρακισμένη.
Άδικος κόπος.
Ό,τι κι αν κάνεις,
βρίσκει τον τρόπο να τρυπώνει η μοναξιά.

 

ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΚΑΙΡΟΥ

Βροχές και καταιγίδες στα νησιά,
βροχές τρέχουν στα μάτια σου τα δάκρυα.
Άνεμοι ισχυροί στα πεδινά,
στο έλεος των ανέμων το κορμί σου.
Χιόνια στα ορεινά,
χιονίζει στην καρδιά σου.
Νιώθεις παγωμένος γιατί ζεις,
σε άχαρη και κρύα κοινωνία.

ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ

Το χώμα αχνίζει,
βράζει η γη,
βρυχάται η λάβα.
Τρίζουν συθέμελα τα σπίτια,
ραγίζουνε οι τοίχοι.
Χλωμά τα πρόσωπα.
Τρέμουν τα χέρια,
τα γεμάτα δαχτυλίδια.
Είναι ηφαίστειο η εργατιά
κι η λάβα της,
την πλάση θα καλύψει.

 

ΦΩΤΑ

Χιλιάδες φώτα γύρω σου.
Όλα αναμμένα,
ακόμα και τη μέρα.
Λάμπες, κεριά, πολυέλαιοι,
σε όλο το σπίτι,
σαν γιορτή.
Κι αν κάποιο σβήσει,
αμέσως το ανάβεις.
Να μη φανεί,
η σκοτεινή καρδιά σου.

 

ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ

Σάββατο βράδυ,
όλοι ετοιμάζονται να βγουν,
ντύνονται όμορφα,
φοράνε τα καλά τους,
διασκεδάζουνε,
φτάνουν στ’ αυτιά σου οι φωνές τους.
Σάββατο βράδυ,
ετοιμάστηκες να βγεις
και που να πας,
δεν έχει σημασία.
Μόνο μια φορά να βγεις κι εσύ,
μήπως πιστέψεις πως μπορείς
να ξεχαστείς κι εσύ
και να ξεχάσεις.

 

ΠΑΛΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ

Ερήμωσε η παλιά γειτονιά.
Τα σπίτια γέρασαν,
αδειάσανε οι δρόμοι.
Έχουν πολύ καιρό να ακουστούν,
γέλια χαρούμενων παιδιών.
Στους δρόμους κουρασμένα αυτοκίνητα,
στα πεζοδρόμια αποσταμένοι πεζοπόροι.
Κι εγώ βαδίζω κουρασμένος στα στενά της.
Εκεί μεγάλωσα.
Τι κι αν τα χρόνια πέρασαν;
Ξαναγυρνώ συχνά μες στα στενά της.

 

ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ

Τρέμουμε να βγούμε μόνοι μας στο δρόμο.
Ναρκωτικά μες στις γωνιές παραμονεύουν.
Γενιά της καφετέριας,
άσσοι στο τάβλι,
γνώστες στα αθλητικά,
στα περιοδικά μελετάμε διαφημίσεις.
Κάθε μέρα,
κλείνουμε τ’ αυτιά μας,
σε λέξεις που παράξενα ηχούν:
Παλαιστίνη, Ιράκ, Αφγανιστάν,
Νατζάφ, Φαλούτζα και Βαγδάτη.

 

ΞΕΣΠΑΣΜΑ

Θέλεις να ξεσπάσεις,
να πεις τον πόνο σου,
να σηκωθεί,
η πέτρα απ’ την καρδιά σου.
Να ελαφρώσει λίγο ο νους.
Θες να τα πεις.
Άραγε που;
Θυμάσαι που λέγαν’ οι παλιοί:
Κι οι τοίχοι έχουν αυτιά.
Μα φαίνεται κι αυτοί
πως κλείσανε τ’ αυτιά τους.

 

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Κοιτάζεις τις παλιές φωτογραφίες.
Τα μάτια σου βουρκώσανε,
το βλέμμα σου δακρύζει.
Κάποιες σου φαίνονται θολές,
τα χρώματα σβησμένα.
Ίσως ξεθώριασαν,
στο διάβα του καιρού.
Μα πως μπορούν αυτές
να ‘ναι θαμπές;
Είναι τα μάτια σου θολά,
από τα δάκρυα.

 

Η ΟΘΟΝΗ

Μια οθόνη κοιτάς με τις ώρες.
Τα μάτια καρφωμένα,
το βλέμμα εκστατικό.
Μια οθόνη στα μάτια σε κοιτάζει.
Ματιά φιδιού η ματιά της,
σε μαγεύει,
το βήμα σου οδηγεί.
Αργά, με χίλιες γαλιφιές,
σε θανατώνει.

 

Ο ΚΑΙΡΟΣ

Απόψε,
έφτιαξε λίγο ο καιρός,
ζεστάθηκε η καρδιά,
τα σύννεφα ημέρεψαν,
γαλήνεψε η πλάση.
Μια σπίθα ελπίδας:
Θα ανάψει φλόγα, κάποτε,
τον κόσμο να ζεστάνει.

 

Η ΜΕΡΑ

Ξημέρωσε η μέρα,
μα δεν φέγγει.
Σκοτάδι μαύρο,
σου πλακώνει την καρδιά.
και συ να νιώθεις
πως βαδίζεις στα τυφλά
κι ας φέγγει ο ήλιος
γύρω σου και μπρος σου.

 

ΞΕΡΟΚΛΑΔΑ (2012)

ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ

Ώρες κοιτάζω το απέναντι μπαλκόνι.
Κάγκελα υψώνονται μπροστά μου.
Κάγκελα στο μπαλκόνι μου,
κάγκελα στο απέναντι μπαλκόνι.
Μια φυλακή κατάντησε η ζωή μας.
Βράδιασε κι ακόμα περιμένω.
Απέναντι κοιτάζω συνεχώς,
μέσα απ’ τα κάγκελα,
γυρεύω μια ματιά σου
ν’ απελευθερωθώ.

 

ΑΛΛΑΓΗ

Άφησες γένια,
άφησες μουστάκι,
έβαλες μαύρα γυαλιά,
άφησες μακριά μαλλιά.
Πάντα ήθελες ν’ αλλάξεις,
να φτιάξεις νέα ζωή.
Δύσκολα αλλάζει ο άνθρωπος,
λάθος προσπάθησες.
Άλλαξες πρόσωπο,
δεν άλλαξες ζωή.

 

ΕΡΩΤΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Ο ήλιος μπαίνει απ’ το παράθυρο,
σε φωτίζει,
παίζει μαζί σου,
στο κορμί σου φτιάχνει σχήματα,
κλείνει σε μια ηλιαχτίδα τη ματιά σου,
σε χαϊδεύει απαλά,
τα χείλη σου φιλάει,
σε ναρκώνει.
Κι εγώ,
θέλω να μπω απ’ το παράθυρο,
σαν ήλιος,
να κλέψω την καρδιά σου.

 

Η ΣΦΑΙΡΑ

Άδειασες τ’ όπλο,
μέτρησες τις σφαίρες,
έλειπε μια,
δεν σκότωσες κανένα,
τα χέρια σου για έγκλημα δεν κάνουν.
Τη νύχτα το γεμίζεις,
την αυγή μια σφαίρα λείπει.
Είναι που κάθε βράδυ που πονάς,
πυροβολείς ξανά τον εαυτό σου.

 

ΜΙΑ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Μια πεταλούδα τριγυρνά,
μεγάλη φλόγα πλησιάζει,
πέφτει με πάθος στη φωτιά
και τη ζωή της θυσιάζει.

Κι εγώ τριγύρω σου πετώ
κι εσύ σαν φλόγα θε ν’ ανάψεις.
Να πλησιάσω πιο κοντά
σαν πεταλούδα να με κάψεις.

 

ΞΕΡΟΚΛΑΔΑ

Πέσανε στο χώμα τα ξερόκλαδα,
τα πάτησαν
και βγάλανε κραυγή.
Στερήθηκαν για μήνες το νερό.
Μαύρο το χώμα που μεγάλωσαν.
Τώρα που πέσανε στη γη,
ψάχνουν μια σπίθα,
να πέσουν μέσα στη φωτιά,
να γίνουνε προσάναμμα,
για την καινούργια γέννα,
που θα χιμήξει σα θεριό,
τον κόσμο για ν’ αλλάξει.

 

ΠΑΤΗΜΑΣΙΕΣ

Πολλές πατημασιές μες το δωμάτιο.
Άλλες ζωηρές
κι άλλες που μόλις αχνοφαίνονται.
Ρίχνεις νερά,
τρίβεις με σκούπα,
σφουγγαρίζεις.
Θέλεις το δωμάτιο καθαρό.
Όλα μάταια.
Οι πατημασιές σε ξεγελούν.
Δεν σβήνονται ποτέ οι αναμνήσεις!

 

ΤΙ ΦΤΑΙΕΙ

Ψάχνεις να βρεις τι φταίει
κι όλα χάθηκαν.
Ιδέες που ξέφτισαν,
φθαρμένα ιδανικά.
Όλοι οι φίλοι σε παράτησαν,
έπρεπε λίγο να σκεφτούν για το καλό τους.
Έμεινες μόνος σου να σκέφτεσαι,
μη διάλεξες το λάθος μονοπάτι.
Όχι, δεν είναι λάθος η συνείδηση.
Δώσε τη μάχη σου,
τίμα το ιδανικό σου.
Αλλάζει ο κόσμος.
Φτιάξε τη γη που ονειρεύτηκες.
Γιατί δεν είναι λάθος η συνείδηση,
γιατί δεν κάνει λάθος η καρδιά σου.

 

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Άνοιξε το παράθυρο,
να μπει αέρας καθαρός,
να μπει το φως του ήλιου
κι αν μπει βροχή,
να τη δεχτείς,
να την καλωσορίσεις
κι αν έρθει παγωνιά,
μην την αφήσεις έξω.
Σαν η καρδιά είναι ζεστή
τίποτα δε φοβάται.

 

ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ

Ανοίγεις το συρτάρι,
χιλιάδες αναμνήσεις ξεπηδούν.
Ψάχνεις τριγύρω, σκέφτεσαι, θυμάσαι,
γελάς με τις καλές στιγμές,
δακρύζεις με τις μαύρες.
Κάθε αντικείμενο,
κρύβει μια ιστορία
και το συρτάρι,
κρύβει μια ζωή.

 

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Σ’ ένα γράμμα όλη η αλήθεια,
αφού δεν βρήκες θάρρος να την πεις.
Μελάνι κόκκινο,
λίγες λέξεις ματώνουν το χαρτί.
Κάθε μέρα,
ήθελες όλα να τα πεις,
να ελαφρώσεις,
μα σαν ερχόταν η στιγμή,
τα λόγια κρύβονταν.
Τώρα το χέρι τρέμει στο χαρτί.
Σ’ ένα γράμμα όλη η αλήθεια.
Σ’ ένα γράμμα ολόκληρη η ζωή.

 

ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ

Κάγκελα στο στρατόπεδο,
σαν φυλακή.
Συρματοπλέγματα τυλίγουν την καρδιά σου.
Μοιάζουν με φίδια που τυλίγουνε το νου,
υπακοή και υποταγή θέλουν να δείχνεις.
Μα κάθε νύχτα,
νοερά πηδάς τα κάγκελα
και δραπετεύεις.

 

ΤΟ ΡΟΛΟΪ

Το βλέμμα καρφωμένο στο ρολόι.
Το ρολόι σταματημένο σε κοιτά.
Τόσο καιρό,
το κοίταζες,
ο χρόνος δεν περνούσε.
Τώρα με μίσος το κοιτάς,
αφού κατάλαβες,
πως πέρασε η ζωή
κι εσύ δεν πρόλαβες να ζήσεις.

 

ΠΡΟΣΩΠΑ ΓΝΩΣΤΑ (2011)

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Δεν ξέρεις τι να γράψεις πια,
τα λόγια στέρεψαν,
χαθήκανε οι λέξεις.
Μονάχα μουτζουρώνεις το χαρτί,
η ώρα να περάσει.
Κλείνουν τα μάτια,
ταξιδεύει ο νους,
ο ύπνος σε παίρνει στα φτερά του,
το όνειρο ξαπλώνει στο χαρτί
και γράφει ποίημα!

 

ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ

Βάδιζες πάντα
στην άκρη του δρόμου.
Φοβόσουν τη μέση,
μην τύχει κάτι,
μην πάθεις τίποτα,
μη σκοτωθείς.
Κάποτε τόλμησες,
ο δρόμος άνοιξε την αγκαλιά του,
σε δέχτηκε
κι όσοι έμειναν στην άκρη,
σε ζηλεύουν.

 

ΚΑΗΜΟΣ

Πολύτιμο κρασί μες το ποτήρι.
Πίνεις γουλιά – γουλιά κι απολαμβάνεις,
ξεχνιέσαι και δεν ξέρεις πια τι κάνεις
κι αρχίζει στο μυαλό σου πανηγύρι.

Χτυπάς με τη γροθιά σου το τραπέζι,
ποτήρι και μπουκάλι παρασέρνεις,
θες να πεις κάτι δεν τα καταφέρνεις
και βλαστημάς τη μοίρα που σ’ εμπαίζει.

Σώνεται το κρασί μες το ποτήρι.
Η πίκρα πιο βαριά ξαναγυρίζει.
αρρώστια το κορμί σου το θερίζει
κι ο νους ψάχνει να βρει κάπου να γείρει.

Σπασμένο το μπουκάλι σε κοιτάζει,
ματώνει το κορμί σου το μαχαίρι,
που κάρφωσες με το ‘να σου το χέρι
μη διώξεις τον καημό που σε σπαράζει.

 

ΤΟ ΜΠΟΥΚΑΛΙ

Άδειο μπουκάλι πάνω στο τραπέζι,
άδειο το βλέμμα σου πλανιέται.
Πριν από λίγο έπινες με πάθος,
μήπως και σβήσει η φωτιά στα σωθικά σου,
μη ξεδιψάσει ο νους,
μη ξεγελάσεις τον καημό,
μη σβήσει ο πόνος.
Κάθε βράδυ,
ένα μπουκάλι αδειάζεις
μη και γεμίσεις τάχα τη ζωή σου.

 

Ο ΣΤΙΧΟΣ

Μπαίνεις στο δωμάτιο σκεπτικός,
παίρνεις τα χαρτιά σου,
τ’ απλώνεις στο τραπέζι ένα γύρω,
μ’ ένα μολύβι ταξιδεύεις στο χαρτί.
Δίπλα το τζάκι καίει αργά,
η φλόγα ζωηρή σου κουβεντιάζει.
Σκίζεις χαρτιά,
τα ρίχνεις στη φωτιά,
να μεγαλώσει η φλόγα,
να στάξει πάνω στο χαρτί
και στίχος πύρινος να γίνει.

 

ΣΥΝΤΟΜΑ

Σύντομα θα πιάσουμε λιμάνι.
Δεν θα βλέπουμε μόνο θάλασσα,
δεν θα μας φοβίζει ο ουρανός,
δεν θα μας τρομάζουν οι φουρτούνες.
Σύντομα θα πιάσουμε λιμάνι,
η ψυχή απάγκιο να βρει.

 

Η ΜΑΧΗ

Σ’ αυτόν τον τόπο,
η μουσική έχει σωπάσει από καιρό,
το τραγούδι έσβησε απ’ τα χείλη,
τα πουλιά πετάξανε μακριά,
μαράθηκαν στους κήπους τα λουλούδια.
Η μάχη όμως εδώ δε σταματά,
ο θάνατος δεν νίκησε ακόμα.
Παλεύεις και δεν πέφτεις, προχωράς
κι η μουσική στο βάθος ξαναρχίζει.

 

ΜΕΛΩΔΙΑ

Ακούς τη μελωδία στο σκοτάδι,
ο νους σου ταξιδεύει,
καράβι η ψυχή σου στ’ ανοιχτά.
Φουσκώνει η θάλασσα,
κύματα σε σκεπάζουν,
βουλιάζει το καράβι.
Η μελωδία δε σταματά

 

ΠΡΟΣΩΠΑ ΓΝΩΣΤΑ

Πρόσωπα γνωστά,
κάθε μέρα σε κοιτάζουν
κι αν κάθε τόσο αλλάζουν,
ξέρεις ότι είναι τα ίδια.
Φορούν τα ίδια ψεύτικα χαμόγελα
κι εσύ χαμογελάς πικρά,
σαν πρόσωπο γνωστό,
που δεν κατάφερε ν’ αλλάξει.

 

ΠΥΡΚΑΓΙΑ

Περπατούσες στο δάσος στην πλαγιά,
μύριζε ο άνεμος πεύκο και θυμάρι,
πουλάκια κελαηδούσαν στα κλαδιά,
εξαίσια μελωδία παντού χυμένη,
δίπλα σου πολύχρωμα λουλούδια.
Λαμπάδιασε το δάσος στην πλαγιά,
μύρισε ο άνεμος καμένο πεύκο
και θάνατο.

 

ΑΣΧΗΜΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Σωροί στα πεζοδρόμια λογιών – λογιών σκουπίδια,
τα δάση καταντήσανε στάχτες κι αποκαΐδια,
τροχαία δυστυχήματα στους δρόμους κάθε μέρα,
το νέφος έγινε θεριό και πνίγει τον αέρα.

Μ’ άλικο χρώμα βάφτηκαν ειρήνης περιστέρια
και βγάζουμε τα μάτια μας με τα δικά μας χέρια,
το χρήμα βγαίνει νικητής κι ο νους βγαίνει χαμένος.
Άσχημος κόσμος, βρώμικος, διαβολικά πλασμένος.

 

ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

Ξεκίνησες και πάλι το ταξίδι,
το λιμάνι σε χαιρέτισε βουβά
βουβός κι εσύ στην κουπαστή κοιτάς.
Χάνεται στο βάθος το λιμάνι,
δυο δάκρυα στα μάγουλα κυλούν.
Μήπως δεν είναι η μοίρα σου γνωστή;
Σαν τα καράβια κι εσύ
να μένεις λίγο στο λιμάνι
και να φεύγεις.

 

ΣΚΑΚΙ

Πέταξες τα πιόνια σε μια άκρη.
Οργή ματώνει την καρδιά
που έχασες ακόμα μια παρτίδα.
Σου πήραν τη βασίλισσα,
τον πύργο, το αλογάκι,
όλα τα πιόνια,
σ’ άφησαν γυμνό.
Μία φιγούρα σε λυπάται στον καθρέφτη.
Να σου θυμίσει πως είσαι κι εσύ ένα πιόνι,
στο έλεος της μοίρας αφημένο.

 

ΤΟ ΒΑΡΟΣ

Δεν έχω τι να γράψω πια.
Οι λέξεις σώθηκαν,
έλιωσαν τα μολύβια,
το χέρι απόμεινε μετέωρο,
το δάκρυ κύλησε στα μάγουλα,
λύγισε το χαρτί,
δεν άντεξε την πίκρα.
Της μοναξιάς ασήκωτο το βάρος.

 

ΤΟ ΓΕΛΙΟ

Σιγά – σιγά νυχτώνει,
πολύχρωμα φώτα ανάβουν,
ζωντανεύει η μουσική,
κι εσύ γελάς.
Γέλιο τρελό.
Το σκόρπισε η νύχτα στον αέρα,
ξεχύθηκε μέσα στα σοκάκια,
φώλιασε στα αυτιά.
Γέλιο χειρότερο από κλάμα,
δεν έμεινε να κάνεις τίποτα άλλο,
τώρα που είσαι ένα με τη νύχτα.
Τα ρούχα στάζουν αίμα και πονάνε.
Κι αυτό το γέλιο ακόμα ν’ αντηχεί
μέσα στη νύχτα.

 

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

Η θάλασσα τα πόδια σου χαϊδεύει,
τα κύματα σε προσκαλούν.
Δεν φεύγεις,
στέκεσαι, κοιτάς και περιμένεις,
χρόνια και χρόνια στην ίδια ακτή,
μήπως και κάποτε η παλίρροια σε πάρει.
Μα τα μεγάλα τα ταξίδια
δεν περιμένουν την παλίρροια
κι ούτε φοβούνται τις φουρτούνες.

 

ΕΡΕΙΠΙΑ (2010)

ΦΥΛΑΚΗ

Σήμερα νυστάζεις πιότερο από χθες
κι ο πικρός καφές δεν σε ωφέλησε.
Η ζωή σου μπλεγμένη στα καλώδια,
τα δάχτυλα καμπουριασμένα στα πληκτρολόγια,
το νυσταγμένο βλέμμα σου σκοντάφτει στις οθόνες.
Ονειρεύεσαι:
Να ’σπαγαν οι οθόνες,
να δραπέτευες
κι ας ήσουν μια ζωή κυνηγημένος.

 

ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Είδε το άλικο τριαντάφυλλο,
στη μέση του κήπου ανθισμένο,
τόσο τον θάμπωσε η ομορφιά του
που χαϊδεύοντάς το
τσιμπήθηκε.
Τ’ αγκάθια χώθηκαν στο δέρμα του.
Πέρασαν χρόνια.
Το τριαντάφυλλο το ξέχaσε
Τ’ αγκάθια ακόμα τριβελίζουν το μυαλό του.
Έξυπνος πια και προνοητικός,
φοράει γάντια όταν θέλει να χαϊδέψει.

 

ΑΔΕΙΕΣ ΚΑΡΕΚΛΕΣ

Άδειες καρέκλες,
η μια δίπλα στην άλλη,
η μια ίδια με την άλλη.
Μέσα τονς κρύβουν τόσες ιστορίες.
Στη μία κάθισε μυριόπλουτος εφοπλιστής,
στην άλλη βρώμικος αλήτης.
Να έχουν τάχα διαφορά;
Αφού, σαν έρχεται το σούρουπο
-το σούρουπο που πάντα φτάνει-
αδειάζουν, κάθονται βουβές
και μένουν ίδιες.

 

ΑΝΙΑ

Κοιτάς το σύννεφο αφηρημένος
μήπως και σπάσει η ανία του γραφείου,
στο δρόμο τους περαστικούς παρατηρείς.
Δε μπορεί,
κάποια στιγμή η ώρα θα περάσει
Κάποιες φορές το μάτι ξεκουράζεται
πάνω σε κοντές φούστες κοριτσιών.
Κι όταν περάσει η ώρα,
όταν θα έρθει η πολυπόθητη στιγμή,
που σπίτι σου θα φτάσεις,
πιότερο από χτες,
θα νιώσεις άδειος.

 

ΟΝΕΙΡΟ

Ανοίγεις τα παράθυρα του νου
να μπει αέρας καθαρός,
να μπει το φως της μέρας.
Βγαίνεις στην αυλή.
0 ήλιος σε φωτίζει λαμπερός.
Δεκάδες δέντρα απλώνονται στο βάθος,
μύρισε ο άνεμος πεύκο και ,
Ξυπνάς, ο ουρανός θολός,
τσιμέντο γύρω σου και σκόνη.

ΝΥΣΤΑ

Τις μέρες
τα μάτια σου κλείνουν
εκλιπαρώντας τ’ όνειρο
κι ας τρέμεις τη φωνή του διευθυντή.
Μια και τις νύχτες
ο ύπνος δεν έρχεται
κι η θύμησή της
το νου σου αγκυλώνει.

ΕΡΕΙΠΙΟ

Έφτασες δύσκολα στην πόρτα του σπιτιού,
σέρνεις σιγά – σιγά τα βήματά σου.
Πάλι στενάζεις, προσπαθείς και βλαστημάς
τη μοίρα και τα μύρια βάσανά σου.

Σπρώχνεις την πόρτα, τρίζει γέρικη, σαθρή,
σαν άνθρωπος θαρρείς πως υποφέρει.
Οι μεντεσέδες τώρα πια δεν την κρατούν
σάπια τα φύλλα τρέμουν απ’ τ’ αγέρι.

Η στέγη στάζει, στις σανίδες η σκουριά,
μιλά με το σαράκι κάθε βράδυ.
Ερείπιο, σπίτι μαύρο, σκυθρωπό.
Ερείπιο κι εσύ μες στο σκοτάδι.

 

ΦΩΝΕΣ

Μέσα στο σπίτι
ακούς φωνές.
Άδειο το σπίτι,
θαρρείς πως η σιωπή μιλά.
Όταν κοιμάσαι
ακούς φωνές,
ξυπνάς,
έξω απ’ τα όνειρα οι φωνές σ’ ακολουθούν.
Χλομιάζεις,
τα σκεπάσματα τραβάς,
κρύβεις το πρόσωπο μέσα στο μαξιλάρι.
Τ’ αυτιά βουίζουν,
οι φωνές σφυροκοπούν.
Ποτέ δεν ξεγελάς τις αναμνήσεις.

 

ΤΟΠΙΟ

Έρημος
κι ούτε ένας θάμνος
να κρύψει τη γύμνια σου,
ούτε μια πηγή
να βρέξεις τα χείλη σου,
ούτε μια όαση
να ξεκουράσεις τη ματιά σου.
Μόνο άμμος και βράχια,
τοπίο σκληρό.
Το κάθε βήμα σε πληγώνει με τον κρότο του.
Κι αν είδες όαση δροσιάς,
νερά τρεχούμενα,
δέντρα σκιερά,
δεν ήταν παρά του νου παραστρατήματα.
Τι έρημο που βλέπεις το τοπίο.
Τι έρημη που νιώθεις την καρδιά σου!

ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΤΖΑΜΙ

Μια επιπόλαια κίνηση
και το τζάμι ραγίζει.
Τώρα θυμίζει τραύμα μελλοθάνατου,
που περιμένει την ύστατη στιγμή.
Μοιάζει μουντζούρα,
που χαιρέκακα σπάει
τη μονοτονία του λευκού.
Κι εσύ,
μες στο σπασμένο τζάμι
καθρεφτίζεις την εικόνα σου,
σαν τραγική φιγούρα σ’ ένα δράμα
και όλης της ζωής σου η παράσταση
είναι το τζάμι το σπασμένο που κοιτάζεις.

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Το μπάρκο κίνησε ξανά για τη Μαρσίλια,
ψιλή βροχή το πρόσωπό μου μαστιγώνει
κι εγώ θυμάμαι τη μορφή σου να θυμώνει
και τ’ άγριο βλέμμα σου να με κοιτά με ζήλια.

0 παπαγάλος σου, φωνάζει βραχνιασμένα
και η βροχή σου τραγουδά στη λαμαρίνα,
μα συ κλειδώθηκες ξανά μες στην καμπίνα
κι είπες πως σήμερα δε θες να δεις κανένα.

Κι εγώ σκεφτόμουν από χτες να σου μιλήσω,
καθώς καθόσουνα σιμά στ’ ακροθαλάσσι,
θαρρώντας όλα πως θα τα ’χεις πια ξεχάσει,
το θάρρος έχασα και πια δε θα τολμήσω.

 

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Ξεθώριασε η φωτογραφία,
χάθηκε το χρώμα,
ρυτίδιασε το χαρτί.
Όλα τα ρήμαξε ο καιρός στο πέρασμά του
κι εγώ χαϊδεύω τη φωτογραφία, τρυφερά.
Στο νου η μορφή ποτέ δεν ξεθωριάζει.

 

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Πλάι στο άγαλμα της Ελευθερίας
ένας ζητιάνος έκλαιγε:
— Κακούργα,
πουλιέσαι σε όλους τόσο ακριβά
και πού να βρω λεφτά να σε πληρώσω;
Το άγαλμα τον κοίταξε με φρίκη,
αστροπελέκι βρόντηξε
σα να μιλούσε ο Δίας
και να ’λεγε:
— Στους άτολμους,
τι λευτεριά να δώσω;

ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΣ

Ποτέ μου δεν είδα
πιο «ειρηνική» σκέψη:
Θα κάνετε ειρήνη,
αλλιώς θα σας σκοτώσω και τους δύο,
θα σας πολεμήσω,
ώσπου να βασιλέψει
επί γης ειρήνη…

 

ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ

Σε τεντωμένο σχοινί ακροβατεί,
με δυσκολία ταλαντεύεται.
Κάτω το χάος,
το κενό,
το τίποτα.
Η μοίρα να γελάει φθονερά,
ο πόνος τσουχτερός τον τριγυρίζει.
Ακροβατεί κι ας είναι φανερό
πως το σχοινί έχει ξεφτίσει και θα σπάσει.

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Τράβηξες άγκυρα, βογκούν οι μηχανές.
Πάλι θα λείψεις δύο τρίμηνα και κάτι.
Απλώνεις χάρτες ένα γύρω, τους κοιτάς,
κι ο παγερός βοριάς να σου τρυπά την πλάτη.

Βόλτες στη γέφυρα, τσιγάρο και φωτιά.
Σκύβεις αργά στην κουπαστή συλλογισμένος.
Δάκρυα κυλούν, πέφτουν στη θάλασσα καυτά
κι ο γλάρος κράζει στο κατάρτι λυπημένος.

Φεύγει το πλοίο, ρίχνεις βλέμμα στην ακτή.
Χωρίς μια σκέψη στο μυαλό να τριγυρίζει.
Άφησες πίσω σου μια στέγη, μια ζωή
και τη θωριά μιας καμινάδας που καπνίζει.

 

ΚΡΑΥΓΕΣ (2009)

ΚΡΑΥΓΕΣ

Πέρασε ‘κείνος ο καιρός και φύγανε τα χρόνια,
που ζούσαμε με τη χαρά και μ’ έρωτες αγνούς.
Τη λύπη δεν γνωρίζαμε μήτε την καταφρόνια
και γράφοντας πηγαίναμε σε τόπους μακρινούς.

Μα σβήσαν όλα πια για μας μες του καιρού το διάβα
και βρήκ’ ο λίβας ο καυτός τις πόρτες ανοιχτές.
Μας πνίγει νέφους λαίλαπα και των πολέμων λάβα,
οι στίχοι μας μικρύνανε και γίνανε κραυγές.

ΑΤΛΑΝΤΙΣ

Τόσοι και τόσοι μίλησαν για σένανε Ατλαντίδα
κι εγώ που πάντα ψάχνω σε μ’ ακόμα δε σε είδα.
Πάλι θα ψάξω να σε βρω, να δω την ομορφιά σου,
θα κάνω ό,τι κι αν μπορώ για να βρεθώ κοντά σου.

T’ αγριεμένα κύματα ποτέ μου δε λογάριαζα
Για κόπους και για βάσανα το δρόμο μου δε θ’ άλλαζα
Πόσο το θέλω να πατώ τη νοτισμένη γη σου.
Και να σε βρω μες το βυθό ή να χαθώ μαζί σου!

 

ΑΡΓΟΝΑΥΤΗΣ

Η Αργώ σαλπάρει και πάλι
σε ταξίδι μακρινό
για την Κολχίδα
κι εσύ διστάζεις.
Μα πρέπει να πας.
Και μη σε νοιάζει που δεν είσαι εσύ ο Ιάσων
μονάχα κοίτα μην ξεμείνεις σε λιμάνι.

 

ΤΟΠΟΙ

Στον τόπο που σε γνώρισα γλυκολαλούν τ’ αηδόνια,
ποτέ δεν πιάνουνε βροχές, ποτέ δεν έχει χιόνια,
τα δέντρα γέρνουν τα κλαδιά και δένει το ‘να τ’ άλλο
και πιάνουν όλα τους μαζί χορό πολύ μεγάλο.
Στο χώμα παίζουν έρωτες, δίνουν φιλιά δροσάτα
και παίζοντας αναζητούν τα κάλλη σου τ’ αφράτα
κι οπ’ ακουμπήσει το φιλί, περήφανο λουλούδι,
ανθίζει τότε κι αρχινά χαρούμενο τραγούδι.

Κι είν’ άλλος τόπος δύσβατος χωρίς χαράς τραγούδια,
ποτέ τους δεν ανθίζουνε στο χώμα του λουλούδια,
ποτέ δε χτίσανε φωλιές εκεί τα χελιδόνια.
Στον τόπο ‘κείνο το μουντό πικρά λαλούν τ’ αηδόνια
κι είν’ έρημος και σκυθρωπός σαν άνθρωπος θλιμμένος
που κάποιος φίλος του στενός βρίσκεται πεθαμένος.
Και πότε πιάνουνε βροχές και πότε ρίχνει χιόνια.
Στον τόπο που χωρίσαμε πικρά λαλούν τ’ αηδόνια.

 

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Ταξιδεύω μέσα στα μάτια σου.
Φτάνω σε τόπους όμορφους.
Σε βλέπω να χαμογελάς όπως πρώτα.
Τότε που σ’ έβλεπαν λουλούδια και σε ζήλευαν,
τότε που υπήρχε αγάπη.

Δεν θέλω ν’ αφήσω αυτό τον τόπο,
δεν θέλω να σ’ αφήσω.
Θέλω να μείνω πάντα εκεί
στα περασμένα.

 

Η ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ

Άδειο το σπίτι στέκει ερημικό.
Στο βάθος φυσαρμόνικα που παίζει
τραγούδι σε ρυθμό ρομαντικό
και συ γερμένος σε μικρό τραπέζι.

Κλείνεις τώρα τα μάτια σου και πας
σε χώρες μακρινές κι ονειρεμένες,
τα πρόσωπα κοιτάζεις π’ αγαπάς,
μαζί τους ζεις στιγμές ευτυχισμένες.

Παίζει κι η φυσαρμόνικα απαλά.
Με σε θαρρείς κι αυτή πως υποφέρει.
Σα να το ξέρει: Ο χρόνος που κυλά
πίσω ξανά κανένα δεν θα φέρει.

 

ΠΟΤΕ

Ποτέ σου δεν φαντάστηκες
ένα καλύτερο κόσμο,
ποτέ σου δεν δάκρυσες,
ποτέ σου δεν άκουσες
τις φωνές των κολασμένων της γης.
Ποτέ σου δεν θαύμασες ένα λουλούδι,
ποτέ σου δεν αγάπησες
γιατί τα όνειρά σου περιορίζονται
σ’ ένα υδραυλικό τιμόνι.

 

ΣΕ ΦΙΛΟ ΠΟΙΗΤΗ

Φίλε την ονειρεύομαι την πόλη,
που ήθελες να ζήσεις.
Ταξίδεψα με της ελπίδας τα φτερά
κι είδα τους νέους με χέρια άσπιλα
χωρίς τις τρύπες του θανάτου,
τους άντρες με χέρια στιβαρά
να χτίζουν την ειρήνη,
τις γυναίκες να ερωτεύονται τη φύση.
Είδα μαζί πιασμένους σε χορό
τον Τούρκο με τον Έλληνα
τον λευκό με το νέγρο.
Είδα τους δρόμους, που ήτανε μεγάλοι
για να χωρά η αγάπη να περάσει.
Φίλε την ονειρεύομαι την πόλη,
που ήθελα κι εγώ να ζήσω.
Γι’ αυτό σα θα βρεθείς μονάχος
βάλε στους στίχους σου φωτιά
απ’ της καρδιάς τη λάβα
κι άφησε τα φτερά του νου
να μας απογειώσουν.
Και γνώριζε πως θα ξυπνήσουμε
και τ’ όνειρο δεν θα τελειώσει την αυγή.

 

ΟΠΤΑΣΙΑ

Σίγουρα θα γεννήθηκες στη θάλασσα,
έχει το χρώμα των ματιών σου.
Τα μαλλιά σου αύρα κυματιστή
στου μπάτη το παιχνίδισμα.
Τα χείλη σου κόκκινα
μάθανε να μιλούν μόνο για αγάπη.
Ο στίχος μου δειλός
αδυνατεί να περιγράψει τα κάλλη σου.
Και εγώ,
σ’ ένα θολό πρωινό του Οκτώβρη
στο νου μου σε φέρνω συντροφιά
ο ήλιος να βγει.

 

ΟΙ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Έφυγε σηκώνοντας
κάποιες αποσκευές.
Καθώς τον βάραιναν
τις πέταξε στο δρόμο.
Καθόλου δεν αλάφρωσε,
αφού επιμένει να κρατά
τόσες και τόσες αναμνήσεις.

 

ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ

Βλέπω τα τρένα να περνούν απ’ το σταθμό
τρέχει το πλήθος για να μπει, να τα προφτάσει
κι αυτά σφυρίζουν δυνατά και βιαστικά
φεύγουν για κάμπους μακρινούς βουνά και δάση.

Κι όποιος τα χάσει και στην ώρα του δεν μπει
μονάχος μέσα στο σταθμό θα περιμένει
ώρες πολλές που ‘ναι γεμάτες μοναξιά
Κι η θλίψη μέσα στη ματιά του θα βαραίνει.

Κι εγώ που γρήγορα να τρέξω προσπαθώ
ποτέ το τρένο της ζωής δεν προλαβαίνω
κι όσο κι αν τρέχω κι αγωνίζομαι μ’ ορμή
πάλι μονάχος στο σταθμό θα περιμένω.

 

ΤΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ

Το τετράδιο που σου έγραφα
γέμισε πια.
Πέρασε τόσος καιρός κι εγώ ακόμα
να θέλω να γράφω.
Δακρύζω κρατώντας ξανά το μολύβι,
κι όσα νιώθω βαραίνουν το στήθος.
Καινούργιο πρέπει τετράδιο ν’ αγοράσω
και για σένα και πάλι να γράψω.

 

ΜΕ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Με το μαχαίρι χάραξα
στο βράχο μια καρδιά
κ’ εκείνος μάτωσε.

 

ΔΙΧΩΣ ΤΕΛΟΣ

Σαν τη φέρνω στο νου μου δακρύζω,
με σπασμένη φωνή ψιθυρίζω
ένα ποίημα που δε θα τελειώσει,
μα που κάτι σε κάποιους θα δώσει.

Το μολύβι σαν πιάνω στο χέρι
νοιώθω μέσα μου κάποιο μαχαίρι.
Την καρδιά μου την έχει ματώσει
ένα ποίημα που δεν θα τελειώσει.

Για τα δυο της ματάκια θα γράψω,
για τη μαύρη ζωή μου θα κλάψω.
Η σκληρή μοναξιά μ’ έχει λιώσει
και το ποίημα δε λέει να τελειώσει.

Θα περάσουνε μήνες και χρόνια.
Τα μαλλιά μου θ’ ασπρίσουν σαν χιόνια,
θα περνά μια ζωή κι άλλη τόση
μα το ποίημα δεν θα ‘χει τελειώσει.

Σαν πεθάνω ρωτώ τι θα γίνει;
Σκόρπιοι στίχοι θε να ‘χουνε μείνει.
Κάποιο χέρι στη γη θα με χώσει
και το ποίημα δεν θα ‘χει τελειώσει.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr/biblio/27/6/2014

Ένας εκπρόσωπος πρωτοπορία της γενιάς της κρίσης

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος αποτελεί μια από τις πιο άρτιες ποιητικές μορφές της νεώτερης γενιάς. Εντάσσεται στη γενιά της κρίσης (όρος που θα επιβεβαιωθεί ή θα απορριφθεί στο μέλλον από τους κριτικούς), παρά το γεγονός ότι τα πρώτα του λογοτεχνικά βήματα προηγούνται της οικονομικής κρίσης. Η ένταξή του σε τούτη είναι όχι μόνο με ηλικιακά κριτήρια, αλλά κυρίως λόγω θεματολογία. Αποτελεί ένα αναπόσπαστο τμήμα της τόσο λόγω κοινών βιωμάτων όσο και του κοινωνικού προβληματισμού που εκθέτει.

Μέχρι σήμερα μετρά ήδη έξι ποιητικές συλλογές: Παράταιρα (ιδιωτική έκδοση, 1997), Κραυγές (Ιωλκός, 2009), Ερείπια (Ρέω, 2010), Πρόσωπα Γνωστά (Ρέω, 2011), Ξερόκλαδα (Ρέω, 2012), Πρόγνωση καιρού (Vakxikon, 2014).

Με πυκνή και χειμαρρώδη γραφή διακρίνεται από μία μοναδική ικανότητα να συνθέτει άλλοτε σε δημοτικό δεκαπεντασύλλαβο, άλλοτε ομοιοκατάληκτα κι άλλοτε σε ελεύθερο στίχο. Διαυγής κι αφηγηματικός ο στίχος του διαρρέει ένα κρυστάλλινο νόημα/μήνυμα, χωρίς περιθώρια για απορίες, δίχως παρερμηνείες.

Η γλώσσα του δίχως στολίδια, λιτή με έμφαση στην αφήγηση με έντονα πεζολογικά χαρακτηριστικά και προφορικότητα. Ο τίτλος του συνήθως είναι ένα προσηγορικό ουσιαστικό (άναρθρο ή έναρθρο) χωρίς να απουσιάζουν οι εξαιρέσεις ρηματικών τίτλων ή ονοματικών συνόλων. Ο τίτλος αποτελεί όμως αναπόσπαστο τμήμα του ποιήματος χωρίς να προδιαθέτει μόνος του για το θέμα του έργου.

Οι συνθέσεις του συχνά μοιάζουν με πρόζα ή με θεατρικό μονόλογο (ψευτοδιάλογο) με τον υποτιθέμενο υποκριτή να απευθύνεται στο κοινό. Το β΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο ενισχύει ακριβώς τούτο το ύφος, μαζί με την καθημερινή γλώσσα και τη λιτότητα στη γραφή του.

Πρόκειται για ποίηση κατά βάση κοινωνική. Συναντάμε ποιήματα υπαρξιακά με όλες τις σύγχρονες αγωνίες, έργα κοινωνικού προβληματισμού που εξετάζουν την κοινωνία με μάτι ειρωνικό, φόβου ή αγανάκτησης για την αδικία. Η αθανασία, η φθορά του ανθρώπου, τα όνειρα συμπλέουν με τον έρωτα, την κοινωνική κριτική, την ατολμία και τη δειλία των ανθρώπων ν’ αγωνιστούν για το δίκαιο. Η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, η πολιτική και η κοινωνική αλλοτρίωση (από τον Άλλο, από τις Ιδέες) αναδεικνύουν ένα ποιητή που ισορροπεί το άτομο με την κοινωνία, την πολιτική ιδιοσυγκρασία με τις κοινωνικές ανάγκες και την Τέχνη με τις ατομικές αξίες αποφεύγοντας τη μονομέρεια.

Σταχυολογούμε τα υπαρξιακά τριαντάφυλλο και φυλακή (ερείπια). Ο ποιητής προβληματίζεται για τις ανθρώπινες σχέσεις και τη σχέση με το φυσικό περιβάλλον. Παρατηρεί την απομόνωση των ανθρώπων, την τεχνολογία που δίνει την ψευδαίσθηση της συναναστροφής.

Την ανάγκη ψυχικής ανάπαυλας από τις τρικυμίες της ζωής εκφράζει και το σύντομα (πρόσωπα γνωστά). Στο ολιγόστιχο έργο υπό λανθάνοντα λυρισμό το υποκείμενο αντιηρωικά αναζητά ένα απάγκιο. Επιδίωξη η ηρεμία. Το ταξίδι και η θάλασσα, τόσο αγαπητά θέματα σε επικές συνθέσεις της λογοτεχνικής μας παράδοσης (Όμηρος, Καβάφης, Καβαδίας, Ελύτης, Σεφέρης κ.ά), μοιάζουν με κατάρα για τον αφηγητή. Πίσω όμως από την κυριολεξία, εντοπίζουμε τον κοινωνικό συμβολισμό για τις καθημερινές –κοινωνικές- τρικυμίες που απασχολούν και το δημιουργό και την ανάγκη εξόδου από την κοινωνική κρίση.

Το Θεοχάρη Παπαδόπουλο στα ξερόκλαδα απασχολεί και το θέμα των ναρκωτικών με δύο συνθέσεις (νωρίτερα δεν παρατηρείται αναφορά στην ουσιοεξάρτηση με την εξαίρεση των αναφορών στο αλκοόλ, αλλά όχι ως κατάχρηση), την έλλειψη και την τρύπα στο βουνό. Με ευθύτητα, χωρίς να ομορφαίνει το λόγο του ο δημιουργός αναπλάθει τον κόσμο των ουσιών. Η έλλειψη πιο κοντά στο λυρισμό, που ενισχύεται από τη σταυρωτή ομοιοκαταληξία και τον καθαρό ίμαβο, σε β’ πρόσωπο, δημιουργεί θρυμματισμένες διαδοχικές εικόνες ώστε να φτάσουμε στη λέξη-κλειδί σύριγγα και να γίνει κατανοητή η σύνθεση. Η δε τρύπα στο βουνό περισσότερο μοιάζει με ένα παιχνίδι λέξεων και νοημάτων. Περιγραφικό και λιτό (μόνο ουσιαστικά και ρήματα) «χτυπά» άμεσα τον αναγνώστη. Θραύσματα στίχων με κοφτές φράσεις ενισχύουν τη σπαρακτική κραυγή του ποιητή.

Σημαντικές είναι οι φυσιολατρικές συνθέσεις. Η φύση συμπλέκεται με τον άνθρωπο ισορροπώντας ανάμεσα στο λυρικό και το υπαρξιακό στοιχείο μα βαρύτερη έμφαση στο λυρισμό. Η φύση (η βροχή, η ζέστη, η μέρα, η μπόρα) αποκαλύπτουν τον ψυχισμό του ποιητικού υποκειμένου.

Οι πατημασιές (ξερόκλαδα) αναδεικνύουν την ευαισθησία του ποιητή. Οι αναμνήσεις δεν καθαρίζονται. Μένουν στην ψυχή χαραγμένες σαν απολιθωμένες πατημασιές. Το β΄ ενικό στο ποίημα δημιουργεί ένα κλίμα διαλόγου, δίνει μία διάσταση πρόζας, σα μονόλογος ενός μονόπρακτου στο οποίο ο υποκριτής απευθύνεται στο κοινό. Και τούτη ακριβώς η γραφή σε συνδυασμό με το λιτό ύφος προσδίδουν μία πανανθρώπινη δυναμική στο έργο. Το θέμα της μνήμης το πραγματεύτηκε ο δημιουργός και νωρίτερα στις φωνές (ερείπια), όπου οι αναμνήσεις είναι φωνές από τις οποίες αδυνατεί να ξεφύγει το ποιητικό υποκείμενο.

Άλλοτε, η ζωή μοιάζει οπτιμιστικά με ένα παιχνίδι. Ίσως ξαναβρούμε τη χαμένη μας ζωή σ’ ένα παιχνίδι, όπως μας καλεί ο δημιουργός στην πρόσκληση (ξερόκλαδα), ένα αισιόδοξο ποίημα με «παιδικό» λυρισμό. Η σύνθεση διαχέει ένα παιδικό αυθορμητισμό (ένα παιδικό στοίχημα με φιλί για βραβείο, το διαλογικό ύφος, η προφορικότητα της γλώσσας) που προσδίδει μία ιδιαίτερη ζωντάνια.

Ο έρωτας διαπνέει όλο το ποιητικό έργο του Θεοχάρη Παπαδόπουλου. Όχι όμως ο επιθετικός ερωτισμός της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής με βερμπαλισμούς και υπερβολική εμμονή στα πάθη και τον πόθο. Πρόκειται για μία ισορροπημένη συναισθηματική κατάσταση που λανθάνει στο έργο αφού συχνά το απών άτομο του προζικού διαλόγου είναι εκείνη, όπως στην αντίθεση και τη φωτογραφία (ερείπια), την άδεια καρέκλα (πρόσωπα γνωστά). Άλλοτε ο διάλογος είναι πραγματικός μονόλογος όπως στη νύστα (ερείπια), τη μουντζούρα και τη μπόρα (πρόσωπα γνωστά) ή στο άγαλμα (ξερόκλαδα).

Η άδεια καρέκλα πραγματεύεται την ερωτική μοναξιά (πρόσωπα γνωστά). Σε δεύτερο πρόσωπο ο ποιητικός αφηγητής μοιάζει να απευθύνεται ως μονόλογος στον εαυτό του μέσα από έναν φενάκη διάλογο. Η μοναξιά κυριαρχεί στο ποίημα ως ένας βαθύτερος πόνος του ήρωα που αναζητά ένα χέρι να πιάσει.

Με μοναδική αμεσότητα, χωρίς λογοτεχνικά σχήματα ο ποιητής στοχάζεται και με πικρία και δυσφορία παρατηρεί την κοινωνία και τους ανθρώπους. Ένα πλέριο συναίσθημα αγανάκτησης για την εικόνα της ανθρώπινης φυλής πηγάζει από τον άσχημο κόσμο (πρόσωπα γνωστά). Ομοιοκατάληκτος στο πρότυπο της πολυσύλλαβης ποιητικής παράδοσης, ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος καταγράφει άλγη σε βάρος των ανθρώπων και της φύσης στο όνομα του κέρδους. Βρωμιά κι ασχήμια προς όφελος του χρήματος είναι η απαισιόδοξη εικόνα που εισπράττει το ποιητικό υποκείμενο. Κάθε λυρισμός εξορίζεται ενώ η ομοιοκαταληξία συνδέει ζευγαρωτά κι δίνοντας έμφαση στην αλγεινή τούτη εικόνα.

Το πρακτορείο (ερείπια) είναι μια αφηγηματική σύνθεση κοινωνικού προβληματισμού. Ο υπάλληλος γίνεται ένα γρανάζι του μηχανισμού, αλλοτριωμένος απ’ το προϊόν (εισιτήρια) που πουλά (δεν έχει ποτέ του ταξιδέψει). Εμφανές ως αίτιο, η οικονομική του αδυναμία, αν και δεν αναφέρεται ρητά, να ταξιδέψει σε εξωτικούς προορισμούς. Πρόκειται για ένα πραγματικό κοινωνικό εμπαιγμό. Χυμώδες κι απέριττο το ύφος αναδεικνύει αβίαστα τον ποιητικό προβληματισμό.

Τα πρόσωπα γνωστά (που τιτλοφόρησαν και τη συλλογή) εκθέτουν την εξαπάτηση των ανθρώπων. Με β΄ και γ΄ γραμματικό πρόσωπο ο αφηγητής προσπαθεί να αφυπνίσει τον αναγνώστη και να δει τα ψεύτικα χαμόγελα των γύρω του. Ίδιοι πάντα, ψεύτικα καμώνονται πως αλλάζουν.

Κάλεσμα σε δράση αποτελούν οι πόρτες κλειστές (πρόσωπα γνωστά). Όταν οι πόρτες είναι κλειστές κι έξω έχει βαρυχειμωνιά (με όλους τους κοινωνικούς συμβολισμούς εμφανείς), τότε χρειάζεται βία για να ανοίξουν οι θύρες. Οι φωνές και οι διαμαρτυρίες δεν αρκούν. Κανείς δεν ακούει. Είναι ώρα για δυναμική δράση.

Την ευθύνη του ατόμου εκφράζει η διαλογική Ελευθερία (ερείπια). Το νεοϋορκέζικο άγαλμα/σύμβολο σε μία ποιητική πρόζα αρνείται τα κλάματα και απαιτεί τόλμη. Σαφείς οι επιρροές του καλβικού στίχου (θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία) και των βαρναλικών Μοιραίων. Το δικό του ποιητικό υποκείμενο όμως είναι ένας ζητιάνος, ένας λούμπεν τύπος, μακριά από τους λαϊκούς ανθρώπους της βαρναλικής υπόγειας ταβέρνας και την καλβική επαναστατικότητα. Διάχυτος ο σαρκασμός μα και ο πόνος για την ατολμία και τη μοιρολατρία των ανθρώπων.

Αναλόγως, στην επίσκεψη (ερείπια), ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος εκθέτει την ευθύνη του ατόμου όταν μένει αδρανές. Τα σταυρωμένα χέρια πληγώνουν την ειρήνη. Τούτη δεν έρχεται με ευχές και μ’ όνειρα. Η απουσία δράσης αντιπολεμικής ταυτίζεται σχεδόν με τις πληγές που τις προκαλούν όσοι την αντιμάχονται. Στην ουσία το ποίημα αποτελεί μια πρόσκληση σε αντιπολεμικές δράσεις, σε ένα διαρκές φιλειρηνικό κίνημα. Κανείς δεν είναι ανεύθυνος όσο αδρανεί. Ο πόλεμος απασχολεί τον ποιητή και στον ειρηνοποιό (ερείπια) με διάθεση ειρωνείας και καταγγελίας και στον πόλεμο (ερείπια) που με ευαισθησία συνθέτει ένα τριτοπρόσωπο θρήνο.

Στα πολιτικά εντάσσεται και το ξερόκλαδα (από την ομώνυμη συλλογή). Η σύνθεση κινείται σε ένα συμβολικό επίπεδο. Ο ελεύθερος στίχος εντείνει το αγωνιστικό πνεύμα και το επαναστατικό ύφος, ωμό ύφος και ευθύ χωρίς καμία επιθυμία λυρικής διάθεσης. Μέσα από την καταστροφή τα πεσμένα ξερόκλαδα, στερημένα από νερό που πονάνε, θα γίνουν προσάναμμα φωτιάς για ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Τα φυσικά φαινόμενα γίνονται σύμβολα μπροστά στον πόνο του ποιητή για την κοινωνική καταστροφή.

Σε μια εποχή που κυριαρχούν οι αριθμοί, η τεχνοκρατική αντίληψη του κόσμου και διαχείρισης της κοινωνίας, μακριά από τις ανάγκες των ανθρώπων, έχουμε ανάγκη από την ποίηση. Δεν είναι τυχαίο πως σε περιόδους μεγάλων κρίσεων η τέχνη δεν παύει, αλλά αντίθετα ανθίζει ως αναγκαιότητα.

Η ποίηση με τον αντιεμπορικό της χαρακτήρα και την υψηλή απαίτηση σε γλωσσική μελέτη και δημιουργικό πνεύμα, γίνεται ένα μέσο εξανθρωπισμού της κοινωνίας και της Τέχνης. Είναι ένα πνευματικό όπλο ενάντια στους αριθμούς. Και η γενιά της κρίσης έχει να παρουσιάσει τους δικούς της νεώτερους εκπροσώπους που με αυταπάρνηση προς την τέχνη αναδεικνύουν την ανάγκη των ανθρώπων. Συνθέτουν με σαφή ανθρωποκεντρικό και κοινωνικό προσανατολισμό.

 

ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΜΑΡΑΚΗΣ

atexnos.gr/22/8/2015

«Χειροβομβίδες τα χέρια του εργάτη»

Δεν υπάρχουν ποιητές στις μέρες μας κι όσοι γράφουν ποίηση τίποτα δεν έχουν να πουν, να ποια είναι, μεταξύ άλλων, η σύγχρονη αντίληψη για την ποίηση. Κι όμως μέσα από τις εβδομαδιαίες παρουσιάσεις του Ατέχνως στη στήλη των «Νέων Δημιουργών» αναδεικνύεται μια διαφορετική, πολύχρωμη πραγματικότητα όπου νέοι ποιητές και συγγραφείς όχι απλά γράφουν ποίηση αλλά και που επικοινωνούν με την κοινωνική πραγματικότητα.

Ο ποιητής Θεοχάρης Παπαδόπουλος που παρουσιάζουμε σήμερα, αποτελεί ακόμα μία περίπτωση που επιβεβαιώνει τη θέση μας εφόσον, παρά το σχετικά νεαρό της ηλικίας του -γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978- αριθμεί πλέον στο ενεργητικό του έξι ποιητικές συλλογές, έχοντας διαμορφώσει από τη δεύτερη κιόλας συλλογή του, το προσωπικό ύφος μιας ολιγόστιχης, λιτής ποιητικής γραφής, άμεσα κατανοητής, κοινωνικής και βαθιά πολιτικής. Είναι ένας σημαντικός εκπρόσωπος της σύγχρονης ποιητικής γενιάς της αγανάκτησης και της κοινωνικής διαμαρτυρίας. Γιος του ποιητή Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου. Σπούδασε στη σχολή Οικονομίας και Διοίκησης του τμήματος Λογιστικής στο ΤΕΙ Χαλκίδας, και ζει στην Αθήνα. Ασχολείται με την Papadopoulos1ποίηση από τα παιδικά του χρόνια ενώ έχει πληθώρα δημοσιευμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά, είτε δικές του δημιουργίες, είτε λογοτεχνική κριτική. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα βουλγαρικά και τα πακιστανικά (ουρντού) κι έχει λάβει μέρος σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια. Έκανε την πρώτη του δημοσίευση το 1993, ενώ κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Τα Παράταιρα (ιδιωτική έκδοση) το 1997. Οι υπόλοιπες συλλογές του είναι οι Κραυγές (Ιωλκός, 2009), Ερείπια (Ρέω, 2010), Πρόσωπα Γνωστά (Ρέω, 2011), Ξερόκλαδα (Ρέω, 2012), Πρόγνωση καιρού (Vakxikon, 2014). Αντιπρόεδρος του Διεθνούς Πολιτιστικού Κέντρου «Ανάδρασις». Επίσης, είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών καθώς και μέλος του Ομίλου για την Unesco Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας. Επίσης, είναι μέλος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς και ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας.

Η γραφή του ποιητή είναι άμεση, επικοινωνεί με τον αναγνώστη κι εξυπηρετεί με τον καλύτερο, δυνατό τρόπο την ανάγκη μας για ουσιαστική ποίηση, που θα εκφράζει τις ελπίδες, τους φόβους, τα κρυφά κι ανομολόγητα όνειρα του καθημερινού ανθρώπου. Χωρίς περιττά στολίδια αλλά με προσεγμένη γλώσσα, τόσο γραμματολογικά, όσο και συμβολικά, αναδεικνύει ότι πίσω από πόρτες κλειστές, μέσα από τα ερείπια μιας κουρασμένης κοινωνίας, υπάρχουν άνθρωποι που ονειρεύονται μια διαφορετική ζωή αλλά και που πολλές φορές χάνονται στις σκέψεις τους και στα προβλήματά τους. Κι όμως, τότε θα έρθει ο ποιητής, με μία λέξη του, με ένα στίχο – συνήθως τον τελευταίο του ποιήματος – για να καθαρίσει τα σκοτάδια των κουρασμένων ψυχών. Γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα Κυνηγητό από τη συλλογή Πρόγνωση Καιρού:

Τρέχεις μες το δρόμο.
Κάποιος σε κυνηγά.
Ιδρώνει το κορμί,
κουράστηκε το βήμα σου.
Κάποιος σε κυνηγά.
Ποτέ του δεν κουράζεται,
τώρα σε πλησιάζει,
μεγάλωσε η σκιά του,
νοιώθεις την ανάσα του.
Άλλο δεν μπορείς να τρέξεις.
Τρέμοντας γυρνάς πίσω το βλέμμα
και έκπληκτος κοιτάς τον εαυτό σου.

Ο έρωτας, η ερωτική μοναξιά, το παρελθόν και η μνήμη, η αγανάκτηση και ο θυμός για την κοινωνική κατάσταση, η πολιτική καταγγελία και η πρόταση για αγωνιστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας, η αλλοτρίωση συναισθημάτων και επιθυμιών, ο πόθος και το πάθος για το δίκιο των απλών ανθρώπων απέναντι σε δυνάμεις που εκμεταλλεύονται τη ζωή τους, η αγάπη του για τη φύση, διατρέχουν όλο το έργο του Θεοχάρη Παπαδόπουλου. Είναι μία ποίηση πρώτα πολιτική, χωρίς όμως να ακολουθεί μία στείρα καταγγελτική μορφή, και ύστερα υπαρξιακή. Έτσι κι αλλιώς το υπαρξιακό χωρίς την υλιστική του εξήγηση είναι απλά μια μεταφυσική θεωρία.

Και ποιο είναι το ζητούμενο στην ποίηση του Θεοχάρη Παπαδόπουλου, αν όχι η ανθρώπινη, κοινωνική, καθημερινή ηρεμία, χωρίς προβλήματα; Αλλά αυτό το αίτημα δεν αναδεικνύεται μέσα από ένα μικροαστικό πλαίσιο αλλά προβάλλοντας μια αγωνιστική, ρηξιακή προοπτική, κι αυτό νομίζω πως αποτελεί μια κορυφαία κατάκτηση του ποιητή. Αλλά ο ποιητής δεν αρκείται στην ποίηση και στην λογοτεχνική κριτική, όπου κι εκεί έχουμε κριτικές του διανθισμένες με υπέροχα στοιχεία, αλλά ως ενεργό μέλος στον κοινωνικό, πολιτικό χώρο αλλά και δημιουργός που αναλαμβάνει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες π.χ. δίνει πρώτος το παράδειγμα προς μια τέτοια κατεύθυνση. Άνθρωπος ευαίσθητος, ελπίζει και διεκδικεί να αλλάξει ο κόσμος προς το καλύτερο κι η ποίηση, όπως και τα αδημοσίευτα ποιήματα που σήμερα παρουσιάζουμε για πρώτη φορά, του εκφράζει με άρτιο τρόπο αυτή του τη διάθεση.

Η ΚΙΘΑΡΑ

Παίζει η κιθάρα,
όμορφο σκοπό.
Γλυκές κι ανάλαφρες οι νότες,
σκορπούν στον άνεμο,
κάνουν ταξίδι μακρινό.
Μα δεν μπορούν να φτάσουνε
την άπονη καρδιά της.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Όμορφες λέξεις
χάιδεψαν τ’ αυτιά σου,
καρφώθηκαν στο νου σου.
Η καρδιά σου τις αγάπησε.
Απόρησες,
όταν τις ίδιες λέξεις
ξαναείπανε άλλα στόματα
κι οδήγησαν στο θάνατο.

ΘΥΣΙΑ

Δουλεύουν μπρος στη μηχανή,
μοιάζουν δεμένοι με σχοινί,
δεν γνώρισαν αργία.
Ήτανε λίγα τα λεφτά,
πολλά προβλήματα, καυτά
και βγήκαν σ’ απεργία.

Μέρες περάσανε πολλές,
κραυγές ακούστηκαν τρελές,
πείνα και προδοσία.
Οι δουλευτές δεν σταματούν,
πίσω δεν κάνουν, προχωρούν
και γίνονται θυσία.

Η ΠΑΡΑΛΙΑ

Μια παραλία ερημική.
Καμιά φωνή,
θόρυβος κανένας.
Μόνη της συντροφιά τα κύματα.
Μόνοι φίλοι της τα βράχια.
Βουβός κοιτάς την έρημη ακτή.
Ανακαλύπτεις τραγικά
πόσο σου μοιάζει.

Χάι κου

Στον Νίκο Καρούζο

Χειροβομβίδες
τα χέρια του άνεργου.
Και του εργάτη.

 

Έξυπνες βόμβες 2016

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

vakxikon.gr, Μάιος 2016

Είχαμε τη χαρά να παρουσιάσουμε κριτικά και παλαιότερα την πλούσια ποιητική δουλειά του Θεοχάρη Παπαδόπουλου. Τότε εντοπίσαμε μία ιδιαίτερη ποικιλία έκφρασης και μία συνεχή αναζήτηση στο στίχο. Με πυκνή και χειμαρρώδη γραφή διακρίνεται από τη δυναμική του αστόλιστου λόγου με έκφραση λιτή και έντονα πεζολογικά χαρακτηριστικά και προφορικότητα. Και η νέα του συλλογή, «έξυπνες βόμβες» (Μανδραγόρας, 2016), αποτελούμενη από χαϊκού αντιπροσωπεύει ακριβώς αυτή την αναζήτηση.

Αξίζει να υπογραμμίσουμε πως η επιλογή της ιαπωνικής φόρμας αποτελεί ένα ρίσκο για τον ποιητή. Του επιβάλλει το δικό της στιχουργικό ρυθμό και μία επίπονη επεξεργασία στο στίχο και τη γλώσσα ώστε να υπηρετηθούν και οι συλλαβικές νόρμες και το αποφθεγματικό ύφος ή η αποτύπωση της στιγμής. Και η κρυφή γοητεία της λιλιπούτειας κι ιδιόρρυθμης τούτης φόρμας κρύβεται στη λιτότητα του λόγου και το πυκνό νόημα, κάτι που αυξάνει τις απαιτήσεις για το δημιουργό.

Και ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος καταφέρνει όχι μόνο να προσπεράσει όλες τις σκοπέλους, αλλά και να αναδύεται το συναίσθημα απρόσκοπτα αγκαλιάζοντας τον αναγνώστη. Με αξιοπρόσεκτη ευστοχία και μέσα σε δεκαεφτά συλλαβές ξαφνιάζει τον αναγνώστη• το λανθάνον δηκτικό ύφος και ο πόνος τον συγκλονίζουν.

Η αποφθεγματικότητα των στίχων καταδεικνύει το δούλεμα του στίχου και ταυτόχρονα καθιστά πιο καίριο το «πλήγμα» στην ψυχή του αναγνώστη. Ο ποιητής εγκαταλείπει το φυσιολατρικό παραδοσιακό χαρακτήρα της ιαπωνικής φόρμας• τα χαϊκού του εκφράζουν εσωτερικές αγωνίες για τη μοναξιά (41, 42, 43) τον έρωτα και τη συντροφικότητα (7, 8, 11, 23, 26, 28, 25, 51, 49, 53).

Άλλοτε λυρικός, άλλοτε ρομαντικός και πολύ συχνά σαρκαστικός γράφει για το χρόνο και τη μνήμη (15, 17, 47), τον πόνο του ανθρώπου (32, 9, 33, 34, 44, 45, 48) και τα όνειρά του που γκρεμίζονται (10, 19, 24, 59, 14)• εκθέτει κοινωνικές αγωνίες (10, 20, 21, 27, 34, 37, 38, 39, 54, 55, 56) και αυτοαναφορικά συνδέει τον Άνθρωπο με την ίδια την ποίηση (12, 13, 18, 36, 52, 57).

Οι ήπιοι τόνοι της ποιητικής του γοητεύουν• η δηκτική διάθεσή του εκφράζει την ευρύτερη κοινωνική αγανάκτηση, αλλά και την αγωνία για το μέλλον της κοινωνίας. Η στιχουργική του παραμένει κοινωνιοϋπαρξιακή και ανθρωποκεντρική δίχως όμως να εγκλωβίζεται σε κάποιο αόριστο ατομοκεντρισμό• ο άνθρωπος είναι μέλος της κοινότητας με αλληλεπιδραστικές σχέσεις.

Βέβαια δεν είναι λίγοι εκείνοι που διαμαρτύρονται συχνά για αλλοίωση του φυσιολατρικού κι εικονοπλαστικού χαρακτήρα της φόρμας. Ωστόσο, οι τιμητές των ελεύθερου θέματος χαϊκού παραβλέπουν την εξέλιξή τους και την ενσωμάτωσή τους στο γλωσσικό και κοινωνικό περιβάλλον που τα υιοθετεί.

Και αν κρίνουμε από την σχετική αύξηση των συλλογών χαϊκού αποδεικνύεται ότι η «εξωτική» τούτη ποιητική φόρμα είναι ευέλικτη και έχει ενσωματωθεί άριστα στην ελληνική λογοτεχνία. Συχνά με σαρκαστικό ύφος που εκφράζει την αγανάκτηση και την απογοήτευση της εποχής, άλλοτε με ρομαντική και εποχική ή λυρική προσέγγιση ακολουθούν το δικό τους αυτόνομο δρόμο στην ποίηση, προσπερνώντας την ιαπωνική παράδοση…

 

ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΣΑΒΒΙΔΟΥ

Υπάρχει ένα ρητό του Faun που λέει πως ακτιβιστής που δεν σκέφτεται δεν κάνει τίποτε που να αξίζει να γραφτεί. Και διανοούμενος που δεν δρα δεν γράφει τίποτε που να αξίζει να γίνει. Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος, νεαρός ποιητής κι ακτιβιστής, δείχνει να το γνωρίζει αυτό πολύ καλά, και το αποτυπώνει στην χωρίς απωθημένα αλλά με οξυδέρκεια απεικόνιση της εποχής μέσα από τις σελίδες ενός ζωντανού και δημιουργικού ανθρώπου.
Καταναλώνω
ληγμένα προϊόντα
στην οθόνη μου.
Γράφει σε ένα χαικού που διαχωρίζει με μιας τον τηλεοπτικό κόσμο, ή έστω το μεγαλύτερο μέρος αυτού, από τον κόσμο των ανθρώπων που δρουν και σκέφτονται, που σκεφτονται και δρουν. Στην πραγματικότητα που δρουν επειδή σκέφτονται και το αντίστροφο του.

Η πραγματικότητα για τον Παπαδόπουλο, όμως, είναι τουλάχιστον διττή, αφού μεγάλες γέφυρες, από κείνες τις συμβολικές που θυμίζουν ότι ο παραλογισμός της τάξης πραγμάτων συνίσταται στην τελειοποιημένη της διαμεσολαβητικότητα όταν έχει ακυρώσει πριν ό,τι θα μπορούσε να διαμεσολαβηθεί, υπάρχουν στην ποίηση του. Οι γέφυρες αυτές ενώνουν τον εξωτερικό με τον εσωτερικό κόσμο, δημιουργώντας, κατά στιγμές βέβαια, έναν κόσμο τόσο εύθραυστο όσο και γυάλινος κόσμος του Τένεσσυ Ουίλιαμς και τόσο ρωμαλέος στην κριτική του όσο και οι σελίδες του Μπέκετ.

Φθινοπώριασε.
Συννέφιασε γύρω μου.
Μέσα μου βρέχει.

Γράφει ο Χάρης μιλώντας ακριβώς γι αυτόν τον ευαίσθητο, τον γυάλινο εσωτερικό κόσμο ενός ποιητή που, θέλοντας και μη, πρέπει να προσαρμοστεί, όπως και κάθε ποιητής, σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο βαρβάρων.

Ή αλλού
Άσπλαχνη σκόνη.
Σκεπάζεις τα έπιπλα
και τη μορφή της.

Κι αλλού
Τα είπαν όλα.
Της έπιασε κουβέντα
με μια του ματιά.

Βέβαια η αφηρημένη ουτοπία, που πολλοί συχνά αναπτύσσουν οι ποιητές και οι αιθεροβάμονες, παραείναι όπως σημειώνει ο Adorno συμβιβάσιμη με τις πιο ύπουλες ροπές της κοινωνίας, αφού γραφικοποιεί και την ίδιαν την ουτοπία. Αλλά αυτήν την συζήτηση ας την αφήσουμε γι’ άλλοτε, όταν κι ο ίδιος ο κυνικός κόσμος θα χει αποφασίσει να ακολουθήσει για μια φορά το γνωστό σύνθημα αίτημα στο διηνεκές: ξυπνήστε αυτούς που κοιμούνται και όχι αυτούς που ονειρεύονται.

Είμαι ντεμοντέ.
Περασμένα τριάντα
κι ονειρεύομαι.

Γράφει ο αποψινός. Και κρίνοντας με ρομαντική ρώμη τον κόσμο μας σε όλες τις πλευρές, και στην νύχτα και στην ημέρα, σημειώνει:\

Άσπλαχνη μέρα
δολοφονεί τη νύχτα
και τ’ όνειρό μου.

Και παρακάτω:

Σκληρή η νύχτα.
Μου χρέωσε ακριβά
τον κάθε στίχο.

Η δολοφονική βία όμως πάνω στην οποία στηρίζεται ο ίδιος ο πολιτισμός (για να θυμηθούμε τα Minima Moralia) ‘σημαίνει καταδίωξη όλων από όλους, και όποιος έχει μανία καταδίωξης, μειονεκτεί μόνο στο ότι κατηγορεί τον γείτονα του γι’ αυτό που διαπράττει το σύνολο, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να κάνει σύμμετρο το ασύμμετρο’.

Το σουλούπι του
ήταν διαφορετικό.
Τον σκοτώσανε.

Όλοι που δραπετεύουν από τα όρια δίχως να χάνουν όμως την συναίσθηση της ανθρώπινης φύσης τους, καίγονται γιατί γυρεύουν να τσακώσουν με γυμνά χέρια τον βαθύ παραλογισμό και την απαράμιλλη κυνικότητα του ‘φυσιολογικού’ της ‘προόδου’ και της ‘τάξης’ που στηρίζονται ακριβώς όπως σημειώσαμε στην τελειοποιημένη τους ‘μεσολάβηση’, το σύνθετο και πολυεπίπεδο κρυφτό από μια γύμνια που δεν θ’ αντέχαμε ούτε λεπτό αν μεναμε γυμνοί από τα θεραπευτικά μας ψέμματα και μόνοι.
Και όμως! “Δεν πιστεύω στην λέξη μοίρα, είναι το καταφύγιο κάθε αυτοκαταναλούμενης αποτυχίας” Andrew Soutar
Το ξέρει αυτό ο φίλος Χάρης:

Μάτωσα πάλι
μα δεν παραδίνομαι.
Τον στίχο ψάχνω.

Ο στίχος αυτός, η Ιθάκη του η Ιθάκη μας, μισός ρηγμένος στην πραγματικότητα και μισός ριγμένος στο ψέμα όπως τα πάντα στην ζωή, παίρνει άλλοτε την μορφή του αγώνα κι άλλοτε την μορφή της γυναίκας. Και τα δυο θραύσματα του ίδιου παλίμψηστου που δεν μπορούν να πάρουν το πρόσωπο της ευτυχίας αν δεν ενωθούν το ατομικό με το συλλογικό, οι δυο άκρες της γέφυρας που λέγαμε.
Η γυναίκα είναι διττή στην ποίηση του, όπως θαρρώ για όλους τους ανθρώπους, άντρες και γυναίκες, τα αντικείμενα του πόθου τους, όποιο φύλο κι αν έχουν. Παρηγοριά και άλγος. Άλγος και παρηγοριά.
Φιλί της ζωής
λέγανε το φιλί της.
Τον φαρμάκωσε.

Ή Σαν σκύλος πιστός
παντού με ακολουθεί
ένα της βλέμμα.

Βέβαια η ζωή, σε αντίθεση με αυτό που λέει κάπου ο Χάρης στο ανα χείρας βιβλίο, δεν είναι δωρεάν. Ακριβοπληρώνεται. Με το πανάκριβα αγορασμένο γέλιο του γελοίου και με την ασύμμετρη και πανταχού παροούσα ματαιοδοξία της κυνικότητας.

Το περιγραφει αυτό εξαιρετικά μεστά κάπου αλλού:

Είπα στην πληγή
να μείνουμε δυο φίλοι.
Την παντρεύτηκα.

Το παιγνιώδες του Χάρη, γνωστό κι από τις άλλες του ποιητικές συλλογές που αφορούν άλλο είδος ποίησης, υπάρχει κι εδώ. Ένας εργένης η δυστυχία που προσπαθεί να αποτύχει τον γάμο, αλλά αποτυχαίνει. Και παντρεύεται όλους κι όλες μας.

Αλλά η γεύση της δεν αφαιρεί από εμάς την αναζήτηση κι ακόμη την εκτίμηση όταν μας συμβαίνει της ευτυχίας, με την μορφή μικρών πολύτιμων στιγμών:
Νέκταρ των θεών:
Σε μικρό ταβερνάκι
ούζο με μεζέ.

Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο έγραψε ο Καμύ, γι’ αυτήν την εναλλαγή, γι αυτήν την απόπειρα να ανεβούμε στο μικρό καραβάκι του Ρεμπώ κι από εκεί να προσπαθήσουμε, καταμεσής του πελάγους, να πετάξουμε, σίσυφοι κι ίκαροι μαζί. Κι ας είναι τα όνειρα μας από ουρανό μα τα φτερά μας από χώμα… Ή μάλλον, ακριβώς γι αυτό!

Βαριά η πέτρα. Σημειώνει ο Χάρης,
Προς τα κάτω με τραβά
μα θα πετάξω.
——-
Ο και η άνθρωπος που αποπειράται να πετάξει, αρχέτυπο του ήρωα, αρχέτυπο της ζωής μας, στοιχειώνει τις μικρές και τις μεγάλες ημέρες της ανθρώπινης ζωής μας. Κι υπάρχει μια φράση στην Ηλιάδα που τα περικλείει και τα δυο: Και την ασύμμετρη βία, τον θάνατο, το σκοτάδι και το Φως, αυτό το διαρκές αίτημα να μετατραπεί αυτό το διαρκώς έκπαγλο μπροστά στην ασχήμια του κόσμου πλάσμα που είναι ο άνθρωπος σε πολίτη και ποιητή. Σε ποιητή και πολίτη. “Εν φάη ώλεσον”. Όταν ο ήρωας μένει μόνος του, γυμνός ακόμη κι απ’ το σπαθί του, και τον πλησιάζει ο αντίπαλος για την “τελική ποινή”, δεν παρακαλά για την ζωή του, δεν πέφτει στα 4,
κοιτάζει θαρρετά την μοίρα του και ζητά μονάχα: “Σκότωσε με προς το Φως”. Όταν ο αντίπαλος όντως γυρνά το κεφάλι και των δυο προς τον ήλιο, κι η ζωή (το Φως) κι ο θάνατος (το Μέγα Σκοτάδι) γίνονται ένα, κερδίζουν κι οι δυο ένα δευτερόλεπτο ατόφιας αξιοπρέπειας, δηλαδή αθανασίας.
Έπεσε πολύ νερό στο μύλο της ιστορίας ώστε η έννοια του ήρωα να γραφικοποιηθεί, ώστε ο και η άνθρωπος να μικρύνει. Μικραίνοντας μαζί όλες τις εκφορές της ιστορίας του, της κοινωνίας του και της πολιτικής του.
Οι φορές που οι άνθρωποι κι οι κοινωνίες τους μπόρεσαν να αντισταθούν στην επέλαση της βαρβαρότητας είναι ελάχιστες, και σήμαινε πάντα, πρόσκαιρο στ’ αλήθεια, ξεπέρασμα και της βαρβαρότητας της δικής τους.
Αλλά η βαρβαρότητα (η αναζήτηση της εύκολης, βολικής λύσης εις βάρος των αδύναμων ή των διαφορετικών) δεν ήταν το μοναδικό πόδι που στήριζε και στηρίζει την καθήλωση. Η μονομέρεια (η αδυναμία να εντάξεις το πολυσύνθετο της πραγματικότητας σ’ ένα πραγματικό στόχο/πλάνο, δίχως να ακυρώνεις το σύνθετο, δίχως να ακυρώνεις και το πλάνο), ήταν το άλλο. Φυσικά αυτό ίσχυε για όσους αποπειρώνταν την ανατροπή, αφού εάν η μονομέρεια των πολλών πήγαζε από απελπισία η μονομέρεια των ισχυρών πήγαζε από κυνικότητα, και μια χαρά υπηρετούσε και υπηρετεί τον εκάστοτε, διαφορετικό στις εκφορές του μα πάντοτε ίδιον στο εκμεταλευτικό του “διαταύτα”, στόχο.

Ο Χάρης Παπαδόπουλος προσπαθεί ν’ αντισταθεί στο πανηγυράκι αυτό που έχει όλους κι όλες εμάς για στόχους, με τους »στόχους» που βάζει η ποίηση.

Έξυπνες βόμβες
μ’ ακρίβεια ευστοχούν.
Τρεις μόνο στίχοι.
Αλληλεγγύη την ψάχνω στις μέρες μας άγνωστη λέξη, γραφει στοχεύοντας στους κυνικούς και στους ξύπνιους που παρεπηδούν παντού. Σ έναν παντοτινά ξένο για μας πλανήτη.

Πράγματι… Τι ώρα είναι; τον ρωτούν εδώ. Και η παράξενη απάντησή του: Η
αιωνιότητα…” ο στίχος αυτός, ρηγμένος κάπου στην Iστορία της Σόνετσκα της Τσβιτάεβα, μου έρχεται όλο και συχνότερα στο μυαλό τελευταία.
Η ζωή είναι ένας διαρκής αγώνας μα κι ένας διαρκής τραγέλαφος:

Ήρεμο κύμα
κι εγώ περίμενα να
πνίγεις καημούς.

που γράφει κι ο Χάρης…
συμπληρώνοντας, όπως πρέπει, το χαικού και για τις ευθύνες των από κάτω

“ Ανεκπλήρωτα
όλα τα όνειρά σου
μα δεν ξύπνησες.

Φίλες και φίλοι,
κυρίες και κύριοι,

λέγεται πως η ζωή του κάθε ανθρώπου μεγαλύνεται αν κάνει κάτι που να αξίζει να γραφτεί ή αν γράψει κάτι που να αξίζει να γίνει. Τέτοια περίπτωση θαρρώ πως είναι κάθε άνθρωπος που παλεύει με την σκέψη και την πράξη. Τέτοια περίπτωση είναι κι ο Χάρης Παπαδόπουλος.

Όμορφες σκέψεις.
Πάλεψε όσο μπορείς
να γίνουν πράξεις.

Γράφει κάπου θυμίζοντας μας το γνωμικό του Φον με το οποίο ξεκινήσαμε. Στ’ αλήθεια λοιπόν… Ακτιβιστής που δεν σκέφτεται δεν κάνει τίποτε που να αξίζει να γραφτεί. Και διανοούμενος που δεν δρα δεν γράφει τίποτε που να αξίζει να γίνει. Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος, νεαρός ποιητής κι ακτιβιστής, δείχνει να το γνωρίζει αυτό πολύ καλά, και μας το προσφέρει μέσα από την γραφή του.

 

ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΜΑΡΑΚΗΣ

atexnos.gr/19/3/2016

Αιχμητή απλότητα

«Έξυπνες βόμβες» είναι η νέα, έβδομη σε σειρά, ποιητική συλλογή του Θεοχάρη Παπαδόπουλου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Είναι μια συλλογή με ποιήματα γραμμένα και βασισμένα στην ποίηση των χαϊκού, που εκφράζει περισσότερο από ποτέ την αιχμηρή απλότητα της ποίησης και της ποιητικής του Θεοχάρη Παπαδόπουλου.

Η γραφή του, ολιγόστιχη, λιτή, άμεσα κατανοητή, κοινωνική κι επαναστατική, βαθιά πολιτική και συναισθηματική δεν αφήνει ασυγκίνητο τον αναγνώστη. Ποιητής καθόλου φλύαρος και πάντα περιεκτικός κατορθώνει αυτή τη φορά να φτάσει την απλότητα της ποίησης του στα υψηλότερα όρια που θα μπορούσε να βάλει, μέχρι την επόμενη ποιητική συλλογή του βεβαίως, εκφράζοντας σε μόλις τρεις στίχους τις ιδέες, τους προβληματισμούς, την οργή του για τα κοινωνικά ζητήματα αλλά και την αγάπη του για τις απλές απολαύσεις της ζωής. Για τον έρωτα γράφει ο ποιητής, για πρότυπα που μοιάζουν ντεμοντέ, για αναγκαίους συμβιβασμούς με ανεπούλωτες πληγές, για όνειρα που επιμένει να γίνουν πραγματικότητα ή για όνειρα που είναι περισσότερα ρεαλιστικά από τα σύγχρονα πρότυπα ζωής.

Και για να γίνουμε λιγάκι τολμηροί, μπορούμε να πούμε ότι στις «Έξυπνες βόμβες» ενώ έχουμε ένα κοινωνικό (τόσο πολιτικά, όσο και υπαρξιακά) Θεοχάρη Παπαδόπουλο άλλο τόσο έχουμε ένα ποιητή που συνομιλεί, ίσως περισσότερο από ποτέ, με τον εαυτό του. Και ο οποίος παρουσιάζει αυτή την εικόνα στον αναγνώστη, χωρίς φόβο αλλά με πολύ πάθος, κάνοντας τον κοινωνό της δημιουργικής διαδικασίας που ακολουθεί, που δεν είναι άλλο από μια διαδικασία που ματώνει και πονά. Ίσως βέβαια αυτός που συνομιλεί με τον εαυτό του να μην είναι ο ποιητής αλλά εσείς κι ο οποιοσδήποτε αναγνώστης… Αλήθεια, ποιός είπε ότι είναι εύκολο να γράψεις ποίηση στις μέρες μας που δεν θα αναλώνεται σε φτηνούς εντυπωσιασμούς αλλά και που θα έχει μέσα της τη δυνατότητα για πολλαπλές αναγνώσεις;

Αλλά νομίζω πως ακολουθώντας το παράδειγμα του ποιητή θα πρέπει να σταματήσουμε εδώ. Αρκετά φλυαρήσαμε. Περισσότερα και ουσιαστικότερα θα βρείτε στο βιβλίο ενώ για τον ποιητή μπορείτε να βρείτε εδώ σε σχετικό αφιέρωμα που είχαμε κάνει στο περιοδικό μας. Ακολουθεί ένα σύντομο σχόλιο σχετικά με τα χαϊκού και κάποια ποιήματα από το βιβλίο, δική μας επιλογής.

Χαϊκού

Τα χαϊκού (ή χάι κάι) είναι μορφή/φόρμα ιαπωνικής ποίησης, που εμφανίστηκε τον 16ο αιώνα και υιοθετήθηκε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, από την λογοτεχνική σκηνή της Ευρώπης και της Αμερικής στις αρχές του 20ου. Στην αυθεντική και παραδοσιακή τους μορφή αποτελούνταν από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνταν σε τρεις στίχους για έμφαση ή σε έναν, χωρισμένο με κενά. Στα χαϊκού συμπυκνώνεται η σοφία και η απλότητα της ιαπωνικής φιλοσοφίας και ζωής, με τις εποχές, τα χρώματα και τις ιδέες που προάγουν τον σεβασμό στον συνάνθρωπο κι αποτελούν βασικό πυρήνα τους. Στην χώρα μας τα χαϊκού, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά το 1925 από τον Γ. Σταυρόπουλο στο περιοδικό Λυκαβηττός ενώ γνωστότερος εκπρόσωπος μια ποίησης επηρεασμένης από τα χαϊκού είναι ο Γιώργος Σεφέρης. Το τελευταίο διάστημα ξεκίνησαν να αποκτούν μια κάποια σχετική αναγνωρισιμότητα τόσο στο αναγνωστικό κοινό, όσο και στους νεότερους ποιητές μας.

Ποιήματα

σελίδα λευκή.
Σε φέρνω στη σκέψη μου
να τη γεμίσω.

Φιλί της ζωής
λέγανε το φιλί της.
Τον φαρμάκωσε.

-σε αμφισβητώ,
μου είπε θυμωμένος
ο καθρέφτης μου.

τι πιο τραγικό;
Να κάνω διάλογο
με τη σιωπή σου.

αλληλεγγύη.
Μια λέξη που την τρέμει
ο βολεμένος.

διπλή μερίδα
Κομμάτι από τη σάρκα
των πεινασμένων.

Καταναλώνω
ληγμένα προιόντα
στην οθόνη μου.

Τον συλλάβανε.
Σε ώρες ανάπαυσης
έγραφε στίχους.

 

Πρόγνωση καιρού, 2014

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

vakxikon.gr, Φεβρουάριος 2015

Το να προσδιορίσει κανείς στις μέρες μας τι είναι καλή ποίηση είναι δύσκολο εγχείρημα. Εκτός κι αν έχει να κάνει με ποιητές σαν τον Θεοχάρη Παπαδόπουλο: τότε όλα γίνονται εύκολα.

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γράφει απλά, πολύ απλά. Το ποιητικό του οπλοστάσιο δεν περιέχει περίπλοκα σχήματα, πυροτεχνήματα και φραστικές ακροβασίες. Ο λόγος του είναι απαλλαγμένος από όλα τούτα τα στοιχεία και γι’ αυτό – δεδομένου του αποτελέσματος που καταφέρνει – μαγικός: είναι μεστός, απόλυτα κατανοητός, πλήρης νοήματος, διαφανής και λαμπερός όπως μια ίνα φωτός, από την αρχή μέχρι το τέλος. Οι στίχοι του ξεκινούν από μια απλή ιδέα και φθάνουν στο απρόσμενο ή σε μια διαπίστωση που οδηγεί τον αναγνώστη σε μια καλύτερη κατανόηση του εαυτού του και του κόσμου.

Είναι αρκετές οι φορές που ο ποιητής γίνεται αποφθεγματικός, χωρίς όμως αυτό να γίνεται ποτέ αυτοσκοπός του, χωρίς δηλαδή να τον διακατέχει η αφοριστική διάθεση που διέκρινε παλαιότερους ποιητές. Αντίθετα, διϋλίζει τη σοφία του βίου μέσα από την ποίησή του, εκφράζοντας σε λίγους μόνο στίχους ό,τι κάποιος άλλος θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο δοκίμιο για να αναλύσει.

Καθώς τα ποιήματά του δεν αναπτύσσονται σε μεγάλη έκταση, η επίδρασή τους είναι ακαριαία. Και είναι μια επίδραση που εντείνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι σε πολλά από αυτά ο ποιητής μιλά σε δεύτερο πρόσωπο.

Το ποιητικό υποκείμενο είναι ένας αντιήρωας – καμία σούπερ δύναμη ή ιδιαίτερη ικανότητα δεν του δίνουν πρόσθετη αξία – είναι όμως ένας αντιήρωας που ζει την καθημερινότητα ηρωικά, μέσα από το πρίσμα της ερήμωσης και της μοναξιάς του, που παλεύει να μείνει ελεύθερος και όσο γίνεται ολόκληρος, ενόσω προσπαθεί να κατανοήσει όσα του συμβαίνουν και, εντέλει, το μυστήριο που είναι η ίδια η ζωή.

Ο μικρόκοσμος ενός δωματίου, του αυτοκινήτου του ή μιας οθόνης υπολογιστή, ο εργασιακός χώρος, μια καφετέρια, πράγματα δηλαδή που θα μας φαίνονταν τετριμμένα αν δεν τα μεγέθυνε ο φακός της ματιάς του, είναι στοιχεία που λαμβάνουν μυθώδη σχεδόν διάσταση μέσα στην κατά τα άλλα λιτή και απέριττη πραγματικότητα του ποιητικού σύμπαντος στο οποίο αναπτύσσονται.

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γράφει με αφοπλιστική ειλικρίνεια, την οποία αρθρώνει μέσα από έναν λυγμό: για τη μνήμη που τον πληγώνει, για την αίσθηση ματαιότητας που τον διαπερνά χωρίς οίκτο, για το όνειρο από το οποίο δεν παραιτείται. Εντέλει ο λυγμός του μετουσιώνεται σε μια ποίηση λυτρωτική, τόσο για τον ίδιο όσο και για τον αναγνώστη.

 

Ξερόκλαδα, Ποίηση, 2012

ΤΑΣΟΣ ΡΗΤΟΣ

Αφήσαμε τον ποιητή στην τελευταία του συλλογή, να στέκεται στο πλακόστρωτο μπροστά στον λασπωμένο δρόμο της πόλης. Τον αφήσαμε να ξεφυσάει με δύναμη τις σκοτούρες της ζωής. Το μικροπράγματα που εξαθλιώνουν την καθημερινότητα και τα μεγάλα προβλήματα που σκάβουν τον λάκκο.

Ο ποιητής έρχεται τώρα να μας βάλει ακόμα πιο μέσα του, σε αυτά που βρίσκονται στο μικρό σαλόνι του. Μας περιγράφει τις καθημερινές τριβές με τον περίγυρό του και πόσο αυτό τον επηρεάζει στην επικοινωνία με τους υπόλοιπους γύρω του. Ώρες και ώρες το βλέπεις ότι είναι και ο ίδιος ένα ξερόκλαδο που το παρασέρνει ο άνεμος και σκαλώνει στα χαστούκια του βρώμικου δρόμου. Ξερόκλαδα είναι και τα όνειρά του που ταξιδεύουν από ζάλη σε ποτήρι και από το σώμα στο χώμα. Ακόμα ένα ταξίδι παραπονιάρικο αλλά και ζωντανό στους καθημερινούς γαλαξίες που ζωγραφίζει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος.

 

Κραυγές, 2009

Φαίη Νάση

vakxikon.gr/Μάρτιος 2012

Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος, μέσα από την ποιητική του συλλογή «Κραυγές», νοσταλγεί τον χαμένο έρωτα, «αγκαλιάζοντας» το πόνο της απώλειας. Εξυμνεί την τέχνη της ποίησης και ονειρεύται ένα καλύτερο κόσμο.
Η αγάπη του για την ελληνική μυθολογία και την ομορφιά της φύσης έχει δώσει πνοή σε πολλά από τα ποιήματα της συγκεκριμένης συλλογής.

 

Ερείπια / Πρόσωπα Γνωστά, / 2011

ΤΑΣΟΣ ΡΗΤΟΣ

vakxikon.gr/ Μάρτιος 2012

Στην αρχή βρισκόταν εγκλωβισμένος μέσα στο μικρό του δωμάτιο, περιμένοντας να τον πνίξουν οι λογαριασμοί, οι βροχές και οι καταιγίδες, τα ανυπόφορα φορτία της ζωής, οι ανελέητοι θόρυβοι της μεγαλούπολης. Σιγά σιγά όμως άρχισε να βγαίνει έξω στον δρόμο. Τον συναντούμε να στέκεται υπομονετικά στην στάση του λεωφορείου, αλλά όταν τελικά αυτό φτάνει, αυτός γυρίζει την πλάτη και φεύγει. Άλλοτε τον βλέπουμε να σηκώνει το χέρι να καλέσει ταξί , μα όταν αυτό σταματήσει , αυτός γυρίζει την πλάτη του και συνεχίζει να βαδίζει νοσταλγικά και ήρεμα μέσα στην βροχή.
Βρίσκουμε τον ποιητή Θ.Παπαδόπουλο, με γλυκό παράπονο, να σείεται από τα φυσικά προβλήματα της καθημερινότητας. Επίσης παρατηρούμε την στροφή του ποιητή, συχνότερα στην τελευταία του συλλογή «Πρόσωπα Γνωστά», προς την ρίμα. Στιχάκια πανέμορφα τα οποία αχνοφαίνονται αυθόρμητα σαν κάποιος άλλος στίχος του Βαμβακάρη ή του Τσιτσάνη.
Ύστερα λοιπόν από τόσες «κραυγές» του ποιητή, γκρεμίζονται τα τείχη της μοναξιάς. Μέσα λοιπόν στα «Ερείπια», καθώς βαδίζουμε σιωπηλά και ταπεινά, συναντούμε τα «γνωστά πρόσωπα» της καθημερινής τρέλας. Πρόσωπο γνωστό και ο ποιητής, ο οποίος μέσα από την λασπούρα του δρόμου επιθυμεί να φανεί η αγνότητά του.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΝΕΖΗ

1-ΚΑΤΕΡΙΝΑ

 

Η Κατερίνα Νέζη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ και εργάζεται σε εταιρεία τηλεπικοινωνιών. Παράλληλα ασχολείται με την τέχνη του collage. Από τις εκδόσεις Poema, κυκλοφόρησε το 2017 η πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Βίος ετών 47»

 

1-ΒΙΒΛΙΟ

 

 

ΒΙΟΣ ΕΤΩΝ 47 (2017)

 

Βίος ετών 47

Τελεία στη γενιά σου
λαχνός λεχώνας σου χαρίστηκε

Παιδί λαχάνιαζες με αγρίμια
κάπως υπερβολικά -είπαν

Σκάλες επι-βίωσης ανέβαινες καιρό
τα βράδια σβήνοντας προσεκτικά τα ίχνη σου

Πέρασε η ώρα
άνθη βυθού υψώνονται, γνέφουν
τα όνειρα δεν άλεσε ο μύλος

Πότε θα βγεις από το αρχαίο πηγάδι;
Πώς;
Πόσο θόρυβο θα κάνεις;

 

 

Όσο τρέχει μια ταρίφα

είσαι δίκιά μας
το κατάλαβα με τη μια
σε χόρταινα σε αλώνια και σαλόνια
στον χρόνο σε ξεδιάλεγα
αιώνες

άσε τους άλλους
τους πηδάνε τη γυναίκα και τρέχουν να προλάβουν
χωμένοι ως τα μπούνια στη μήτρα που τους γέννησε

στ’ ορκίζομαι
μέχρι το τέλος του χρόνου
θα ’χουμε ανταμώσει

 

 

Τρίτο διάλειμμα Τρίτης

Το γραφείο αιωρείται στη σιωπή

Χρωματιστά παγώνια ξιφασκούν στις γωνίες
Τα λουλούδια διακινούνται μέσω εσωτερικής αλληλογραφίας
σε σφραγισμένους φακέλους
Φράσεις ποζάρουν στον αέρα στοιχηματίζοντας στη μοναξιά σου.

Τρίτο διάλειμμα Τρίτης

Μέχρι σήμερα
Ούτε ένας δικός σου δεν κατάφερε
να κομματιάσει τη θλίψη σου

 

 

Ανεβαίνοντας τον βοριά

Ασύντακτα χαλάσματα σπαράσσεις
σε γειτονιές αρπακτικών ραμφίζοντας το τέλος

Μiσχοι αλάλητης οδύνης ακουμπούν τα γιασεμιά
Θα ανοίξουν σαρκοβόρα πέταλα στο βάθος

Ανεβαίνοντας τον βοριά
Ανήμερη κι ανέστια
Λυσσομανάς ανήμπορη να ξεδιαλύνεις την αρχή
Πραγμάτων άμορφων κι αφηρημένα τακτικών εν τη γενέσει του κόσμου

Ολόκληρη οδύνη
στάζεις
δίχως καταφυγή

Ουκ εν Σοφία εποίησας
την πατήσαμε δηλαδή φιλαράκι

 

 

ΕΙΚΟΝΕΣ

Η λιμπερτίνα

Το φόρεμα
το χρώμα του ίασπι της Πάντοβας
άγριο μετάξι, ανεπαισθήτως διάφανο
ανάλαφρα αδρό, διάστικτο σε σημεία

Αντιπαραθέτει το λευκό

Μύρο ροδόξυλου ή έλαιο μυρτιάς
στιλπνό μαύρο
(όπως στη Βενετία εκείνον το Φλεβάρη)

Προπάντων το κόσμημα-
(ιδιαιτέρως ατελής λίθος,
πορφυρός, καπνισμένο ασήμι)

Αδιάκριτα απλό
(στα μάτια του Pierre, στα μάτια του)

Θυμήσου
το στόμα θα σε γνωρίσει ωσάν λουλούδι.

Αλήθεια ο Giakomo τι θα φορέσει;
Είστε κι οι δύο τόσο ακαταμάχητα αγνοί

Ας στροβιλιστούμε λοιπόν μικρέ μου φίλε
Ας είναι αυτή η ευκαιρία μας
Όσο κρατήσει η νύχτα

Κι όταν στο τέλος πέσουν οι μάσκες
ας μην αρνηθούμε την πυρπόληση
ζητιάνοι εμείς, ανυπεράσπιστα αθώοι
στους θαλερούς λειμώνες του αμεθύστου μας

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΕΥΓΕΝΊΑ ΘΑΝΟΠΟΎΛΟΥ

FRACTAL 21/02/2018

Μια φιλοσοφική ανάγνωση της ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Νέζη

Η ποίηση της Κατερίνας Νέζη χαρακτηρίζεται ως πρωτότυπη και ρεαλιστική, ιδιότυπα ερωτική και συναισθηματική, αισιόδοξη. Ταυτόχρονα θεωρείται ποίηση σκοτεινή, ερμητική, κρυπτική, υπόγεια και σαρκαστική. Ανάμεσα σε αυτούς τους χαρακτηρισμούς δεν υφίσταται διαζευκτικός όρος. H ποίησή της είναι μια εκφραστική ενότητα αισθημάτων και σκέψεων στη βάση της υπαρκτικής τους ετερότητας.

Πρόκειται για μια ποίηση αποκαλυπτική ως προς τις αντιφάσεις, τις συγκρούσεις και τις αντιθέσεις που βιώνουμε καθημερινά. Βουτά σε βαθιά νερά αφήνοντας να διαφανεί η αίσθηση του πόνου, της αδικίας, ο φόβος του θανάτου, αλλά και το αίσθημα της χαράς, της αγάπης, της πληρότητας. Αναπαριστά την αέναη εναλλαγή βιώματος και συνείδησης, αίσθησης/αισθήματος και κατανόησης. Άλλωστε, όπως αναφέρει η ίδια η ποιήτρια «η δουλειά του ποιητή είναι να σκάβει βαθιά στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης εκεί που μάλλον η επιστήμη δεν θα φθάσει ποτέ». Η διαφορά ανάμεσα στον επιστήμονα και τον ποιητή έγκειται στο ότι ο ποιητής «ψάχνει τους θησαυρούς μέσα του» και τους αφήνει να του αποκαλυφθούν.

Ένας «Βίος ετών 47» δεν μπορεί παρά να είναι «εν τη γενέσει του κόσμου» αφτιασίδωτος, ατημέλητος, άτακτος, τσαλακωμένος. Ακόμη και όταν ο καθένας από εμάς «λυσσομανά[ς] να ξεδιαλύνει[ς]» την αρχή των πραγμάτων που τον (συν)αποτελούν, αυτός παραμένει ένας βίος άρρητος και ανολοκλήρωτος. Για το λόγο αυτό η ποιήτρια φωτογραφίζει στιγμιότυπα μιας ζωής αρθρώνοντας ημιτελείς αφηγήσεις, δίχως αρχή, μέση και τέλος. Μέσα από μια εξακολουθητική αποδόμηση, η Κατερίνα Νέζη μας προτρέπει να ανταποκριθούμε στο κάλεσμα μιας διαρκούς χωρικής μετατόπισης. Να κινηθούμε, όπως έλεγε ο Ρ. Μ. Ρίλκε, «στη σιωπηλή διάρκεια του χώρου» όπου κατοικεί η αλήθεια. Διαφορετικά, πως μπορεί «το γραφείο [να] αιωρείται στη σιωπή»; Πως είναι δυνατόν «μια τσαλακωμένη ζωή [να] καίγεται όμορφα»; Πως ο καθένας μας μπορεί «να τρέφει τους τοίχους με φρέσκα όνειρα»; Εν απουσία ενδιάμεσων σκέψεων μετακινούμαστε στο χώρο της καθαρής θέασης των πραγμάτων, η οποία μας επιτρέπει να τα βιώσουμε όπως ακριβώς είναι, συγκροτώντας μια νέα πραγματικότητα.

Η εν λόγω ποιητική συλλογή εστιάζει και εμβαθύνει στις εσωτερικές δυνατότητες του ανθρώπου. Απορρίπτοντας το «τέλος» κάθε στερεοτυπικής σκέψης και δογματικής γνώσης, η Κατερίνα Νέζη μας προκαλεί να πραγματώσουμε αυτές τις δυνατότητες δίνοντας στη ζωή το νόημα που της αξίζει. Μας προτρέπει να δοκιμάσουμε έναν διαφορετικό τρόπο θέασης του κόσμου αφήνοντας τα πράγματα να μας δείξουν το δρόμο για τη συγκρότηση ενός «ατελείωτου» βίου, ανοικτού απέναντι σε κάθε ενδεχόμενο. Έτσι, καθώς «η στέγη θα ανοίγει στα ζεστά αρώματα της θάλασσας», εμείς «θα σπέρν[ουμε] τα καινούρια μ[ας] όνειρα» μεταμορφώνοντάς τη ζωή σε τέχνη, την τέχνη της αποδοχής και της υπέρβασης.

Οὐκ ἐν σοφία ἐποίησας!

 

Η Κατερίνα Νέζη στο Εργαστήρι του συγγραφέα

FRACTAL 10/1/2018

Πως ξεκίνησα να γράφω

(Ή πώς ένας απλός άνθρωπος γράφει ένα βιβλίο)

Τα πρώτα 40 χρόνια της ζωής του ανθρώπου απαρτίζουν το κείμενο- τα υπόλοιπα αποτελούν το σχόλιο στο κείμενο. Το σχόλιο μας επιτρέπει να κατανοήσουμε σωστά το αληθινό νόημα και την αλληλουχία του κειμένου. Αυτά τα είπε ο Schopenhauer.

Κάπως έτσι νομίζω ξεκίνησα κι εγώ να γράφω αρκετά μετά τα 40 μου χρόνια, αφού είχα διαβάσει πολύ και είχα βιώσει ένα πλήθος εμπειριών κατά τη διάρκεια της ζωής μου και προσπαθούσα πλέον να τις νοηματοδοτήσω, να τις ξεδιαλύνω, να ξεφύγω από τη λήθη αφήνοντας ένα ίχνος πίσω μου. Η γραφή είναι ένας τρόπος να βιώνεις τη χαρά, να απαλύνεις την θλίψη, να εξερευνάς τον εαυτό σου. Είναι επίσης μία κίνηση προς τους άλλους, μια προσπάθεια επικοινωνίας και μοιράσματος, μια τοποθέτηση απέναντι στον εαυτό σου και στον κόσμο.

Ξεκίνησα με ένα tablet, φθηνά τετράδια και κρατώντας σημειώσεις στο κινητό μου. Κάποια ποιήματα τα έγραφα ακόμα και σε λεωφορεία. Πειραματιζόμουν με διάφορους τρόπους γραφής. Μετά ηχογραφούσα τα ποιήματα, τα άκουγα και τα διόρθωνα. Κάποια τα αποστήθιζα και είχα παρουσιάσει και ένα σαν performance σε θεατρική ομάδα.

Τα θεμέλια μου ήταν γερά, από παιδί διάβαζα και προβληματιζόμουν πολύ σκεφτόμουν τη ζωή μου και όσα βίωνα, αλλά τώρα η αναζήτησή μου με οδηγούσε στην πηγή. Τροφοδοτούσα συνεχώς πνευματικά τον εαυτό μου με συγγραφείς που έχουν περάσει τη δοκιμασία του χρόνου, αρχαίους Έλληνες και Λατίνους φιλόσοφους και ποιητές Ηράκλειτο, Επίκουρο, Μάρκο Αυρήλιο, Λουκρήτιο, αρχαία τραγωδία αλλά και ινδική και κινέζικη φιλοσοφία όπως Λάο Τσε, ευρωπαϊκή φιλοσοφία, εγχειρίδια πολέμου γιαπωνέζων σαμουράι , μεσαιωνικούς σατιρικούς συγγραφείς όπως ο Αρετίνο και ο Francisco de Quevedo , δημοτικά και λαϊκά τραγούδια, τα άπαντα των νεοελλήνων ποιητών και πρωτίστως του Καβάφη που με επηρέασε περισσότερο από όλους. Παράλληλα έκανα συλλογή από λαϊκές παροιμίες και ρητά από όλο τον κόσμο. Γενικά διάβαζα οτιδήποτε μου προκαλούσε πνευματική έξαψη-το ένα βιβλίο με οδηγούσε στο άλλο, τα βιβλία είναι ‘’απύθμενα’’ είπε ο Ελύτης. Αγόρασα σύντομα 3 νέες βιβλιοθήκες, πέταξα όλα τα παλιά μέτρια βιβλία, και κατάλαβα ότι τα βιβλία μου θα είναι πλέον τα σημαντικότερα αποκτήματά μου, η μοναδική μου περιουσία μαζί με την ίδια μου τη ζωή.

Παράλληλα η ποίηση και η τέχνη γενικότερα μέσω του collage με το οποίο παράλληλα ασχολούμαι, ήταν για μένα μια πορεία προς τους ‘’ομοίους’’ μου: άλλους δημιουργούς και καλλιτέχνες. Φιλία μπορεί να υπάρξει μόνο μεταξύ ίσων είχε πει ο Αριστοτέλης. Κάποιοι άνθρωποι, οι περισσότεροι, δημιουργούν σχέσεις με άξονα το κέρδος και κάποιοι άλλοι πολύ λιγότεροι ακολουθούν τον εσωτερικό τους νόμο και όχι εξωτερικούς κανόνες. Μια κινέζικη παροιμία λέει ‘’ο ευγενής άνθρωπος θα έδινε ακόμα και τη ζωή του για να συναντήσει έναν άλλο ευγενή.’’

Μιλάω για το ‘’a feast of friends’’ του Jim Morisson , την εκλεκτική συγγένεια που μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή, αφού η φιλία είναι η πιο ανιδιοτελής σχέση . Αν είχα ένα όραμα θα ήταν να δημιουργώ μέσα σε μια τέτοια ομάδα συγγενών ψυχών και ο αγώνας για τη συνάντηση τέτοιων ψυχών είναι καθοριστικός για την ποιότητα της ζωής μου.

Το διαδίκτυο και τα socialmedia με τροφοδότησαν πολύ στις αρχές αλλά σύντομα κατάλαβα ότι την εποχή που όλα κοινοποιούνται, ήταν άμεση ανάγκη να διατηρήσω την ιδιωτικότητα μου που η ποίηση με την κρυπτικότητα της μπορεί και πρέπει να συντηρεί. Η τέχνη θέλει ένα χρόνο δικό της, έτσι ξεκίνησα να απέχω συνειδητά από τη διαδικτυακή ζωή όσο μπορούσα και προτιμούσα να κυκλοφορώ με ένα βιβλίο στην τσάντα σε πάρκα, δρόμους, πλατείες, λεωφορεία και καφέ και μετά να αδειάζω το μυαλό μου απολαμβάνοντας τη φύση ή τη βοή του δρόμου και της αγοράς. Έτσι για πρώτη φορά άρχισα να κάνω δικές μου σκέψεις που δεν έχουν διατυπώσει άλλοι και να δημιουργώ.

Αργότερα αποφάσισα να προσπαθήσω να εκδώσω τη δουλειά μου αφού άρεσε σε κάποιους άγνωστους ή ελάχιστα γνωστούς μου ανθρώπους και αυτό με παραξένεψε ιδιαίτερα. Παρόλο που δεν είχα καμία σχέση με τον ‘’χώρο’’ του βιβλίου, αφού το περιβάλλον εργασίας μου είναι καθαρά τεχνοκρατικό, είχα μια μυστική και βαθιά σχέση με κάποιους δημιουργούς που με επηρέασαν πέρα από τη διάσταση του χρόνου.

Όταν εκδόθηκε το βιβλίο ένιωσα να καταλαμβάνομαι από μια άγνωστη, επώδυνη ασθένεια που κατάλαβα σύντομα ότι έπρεπε να την περάσω μόνη μου-κανείς δεν μπορούσε να με βοηθήσει σε αυτό-σε κάτι τέτοια είσαι αντιμέτωπος με τον ίδιο σου τον εαυτό.

Τα πράγματα έπαιρναν επιτέλους τις αληθινές διαστάσεις τους, δεν ήμουν το κέντρο του κόσμου, ένιωθα πόσο μεγάλη ευθύνη είναι να εκδώσεις ένα βιβλίο και πόσο ασήμαντη είμαι μπροστά στους ‘’προκατόχους’’, αν υποθέσουμε βέβαια ότι θα μπορούσε το βιβλίο μου βρει κάποια θέση στον κόσμο και να επιβιώσει ανάμεσα σε τόσα άλλα βιβλία αλλά και να φιλοδοξήσει να γίνει ένα εφαλτήριο για περαιτέρω εξέλιξη και δημιουργία.

Θα ήθελα να αφιερώσω το βιβλίο που έγραψα στους απλούς ανθρώπους που γνώρισα δουλεύοντας στο δρόμο πουλώντας παιχνίδια, σε εργοστάσια και εταιρείες, στους ανθρώπους που συναναστρέφομαι καθημερινά σε λεωφορεία και ταξί ,σε μικρομάγαζα, στις καθημερινές μου συναλλαγές. Κάποιες από τις φράσεις τους έχουν ήδη βρει τη θέση τους στους στίχους αυτής της συλλογής.

Να το αφιερώσω στη φίλη μου που δεν διαβάζει ποτέ βιβλία και όταν της χάρισα το βιβλίο μου, αφού το διάβασε προσεκτικά με χαιρέτησε για πρώτη της φορά με χειραψία σφίγγοντας μου για πολλή ώρα το χέρι και λέγοντας μου ότι είναι τιμή της που με γνωρίζει αφού ‘’δεν έχει γνωρίσει ποτέ κανέναν άλλον ποιητή’’.

Οι ποιητές είναι απλοί άνθρωποι που εστιάζοντας σε μικρές λεπτομέρειες εμπλουτίζουν και ομορφαίνουν τον κόσμο γύρω τους και έχουν ανάγκη άλλους απλούς ανθρώπους για να κάνουν τον εαυτό τους και τον κόσμο λίγο καλύτερο.

Νομίζω ότι οι απλοί άνθρωποι θα πρέπει να γνωρίσουν περισσότερους ποιητές. Το έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από όσο νομίζουμε. Και ακόμα κάτι: απλοί άνθρωποι όπως εγώ να γίνουν ποιητές.

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ

 

μαρια 3

Γεννήθηκε μια Τρίτη χαράματα, Δεκέμβρη του 1968, σ’ ένα χωριό κοντά στη Λευκωσία. Το 1974, με την τουρκική εισβολή, τη δέχτηκε το χωριό
της μάνας της το Μοσφίλι, που δεν το έχει ο χάρτης, ένα χωριουδάκι ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα. Το 1981, εκεί που άρχισε να ριζώνει, ο άνεμος τη μετέφερε ξανά στη Λευκωσία. Το 1986 τη βρίσκει με μια βαλίτσα πάλι στο χέρι στην Αθήνα για σπουδές στη Φιλοσοφική.
Το 1992 επιστρέφει στην Κύπρο. Η ζωή της αλλάζει εντελώς το 1995 με τον ερχομό της κόρης της Ιφιγένειας. Τα θρανία την καλούν και πάλι το 2003 στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών. Στη συνέχεια κάνει μεταπτυχιακό στην Επικοινωνία.
Το ταξίδι της συνεχίζεται με συντρόφους πάντα μια βαλίτσα, ένα μολύβι κι ένα κομμάτι χαρτί.
Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές

Αύριο λοιπόν… (2016 Ιωλκός)
Χρωματιστό μου γκρίζο (2017 ΦΥΛΛΙΣ)

 

1-χρωματιστο μου γκριζο

1-ΒΙΒΛΙΟ

 

 

ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΟ ΜΟΥ ΓΚΡΙΖΟ (2017)

 

ΑΝ…

Μπορεί και να γελάστηκα.
Αν…
Αν ο ήλιος μπήκε το πρωί απ’ το παράθυρο…
Αν το αγόρι με το κοντομάνικο πουκάμισο
με καλημέρισε…
Αν το χωράφι δίπλα στο σπίτι μου πρασίνισε…
Αν είναι Άνοιξη;…

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ

Ένας λυγμός ο έρωτας.
Το πρώτο κλάμα του μωρού στον αποχωρισμό.
Η αιώνια έξοδος από τον Παράδεισο.
Η καταιγίδα που σαρώνει στο πέρασμά της.
Η τελευταία αβίαστη ανάσα.
Η παράδοση των όπλων
σε μια από την αρχή χαμένη μάχη.
Ο έρωτας…

 

ΞΩΜΑΧΟΣ

Να ναι το σώμα μου η τελευταία σου πατρίδα
Τα χείλια μου η πηγή
να ξεδιψάσεις
Η εκκλησία για το τελευταίο προσκύνημα
Ξωμάχος που κουράστηκες
Να ’ρθεις να ξαποστάσεις.

 

ΙΣΩΣ

Ίσως, λέω ίσως,
γιατί ποτέ δεν είμαι σίγουρη
Ποτέ δεν ήμουν σίγουρη.
Ζητάμε πάντα κάτι διαφορετικό.
Εσύ μιαν αγάπη χάρτινη
Ένα καλό ποίημα
(βραβευμένο, ενδεχομένως, με καλές κριτικές)
που να χαϊδεύει τη ματιά σου όταν το βλέπεις
Να κλείνει τα μικρά κενά.
Και εγώ μιαν αγάπη σάρκινη
Που να μπορώ να κρύβομαι στην αγκαλιά της
Και να ακουμπώ τους πόθους μου.
Να γεμίζει το μεγάλο το κενό.
Εσύ, μια λέξη, μια σκιά.
(πόσο καλός είσαι στις λέξεις, αλήθεια!)
Και εγώ μια πράξη, ένα χαμόγελο – ήλιο.
Δεν ξέρω
Εξάλλου ποτέ δεν ήξερα τίποτε.
Ίσως…

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ… ΔΕΝ

Νοσταλγώ τα χρόνια που δεν έζησα
Το γέλιο που δεν γέλασα
Την κούκλα στη βιτρίνα που δεν μου πήρανε
Τα γόνατα που δεν μάτωσα στις αλάνες
Τις ζωγραφιές με τους κίτρινους ήλιους
που δεν ζωγράφισα
Τις Κυριακές και τις γιορτές,
τις σχόλες που έχασα
Εκείνο το τραγούδι που δεν τραγούδησα
Το πρώτο το κρυφό φιλί που δεν μου έδωσες
Τα όνειρα που δεν έκανα.
Εκείνο το παιδάκι νοσταλγώ.

 

ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ

Τα αγαπώ τα ερωτηματικά.
Τη γοητεία της πρόκλησής τους
Τη συνεχή αέναη κίνησή τους.
Τη γεύση
Τον ήχο
Το άγγιγμά τους.
Πώς;
Τι;
Γιατί;
Και ας μην πάρω.
Και ας μην δώσω απαντήσεις.
Τα αγαπώ τα ερωτηματικά.

 

ΣΑΝ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ

Κάθε φορά που βράδιαζε
κάθε φορά που οι δαίμονες,
με μάσκες αγγελικές
χτυπούσαν λυσσασμένα τις πόρτες,
κάθε φορά που ο άνεμος ούρλιαζε,
έφευγα.
Γινόμουνα μικρή.
Κρυβόμουν
να μην με βρουν.
Μα ο φόβος έστηνε κάστρο στην ψυχή.
Και σαν ξημέρωνε
αγρίευα
Γινόμουν λύκος.
Το ουρλιαχτό με έπνιγε
και στο κάθε χάδι σας
σας δάγκωνα το χέρι
γιατί, να ξέρετε,
ο λύκος, από φόβο γίνεται θεριό
σαν του χαράξετε με μαχαίρι τα όνειρα.
Μέχρι που
από φόβο πάλι…
αθώο αίμα μην χυθεί
Κρύφτηκα.
Συγγνώμη
Σας φοβάμαι.

 

ΟΙ ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΟΙ ΚΛΕΙΔΩΣΑΝ

Μαζεύτηκαν στο καλό σαλόνι
και έβγαλαν το γλυκό
οι εντιμότατοι!
Έκλεισαν την πόρτα,
κλείδωσαν,
με φόβο μήπως μπούνε κι άλλοι!
Μήπως τους πάρουν το γλυκό απ’ τα χέρια.
Λιβανίζουν ο ένας τον άλλον!
Μα τι ωραία που είστε σήμερα, αγαπητή μου!
Πόσο σας πάει αυτό το φόρεμα!
Ω, φίλτατε, καινούργιο το καπέλο;
Τονίζει τόσο όμορφα τα μάτια σας!
Κάθε τόσο ανοίγουν την τζαμαρία.
Να τους δει και λίγο το πλήθος.
Να τους θαυμάσει!
Και να ρίξουν και λίγα ψίχουλα από το γλυκό.
Αλλά στο καλό το σαλόνι
δεν αφήνουν να μπει κανείς!
Το γλυκό, βλέπεις…

 

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Θα βάλω στη βαλίτσα μου
ένα μελαγχολικό τραγούδι.
Και θα το βγάζω
τα βράδια του χειμώνα
για να μου κάνει συντροφιά.

 

ΛΕΥΚΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Ημερολόγιον
Μέρα ηλιόλουστη…
Έξω από το κελί μου μια τριανταφυλλιά
που σήμερα μου χάρισε ένα τριαντάφυλλο λευκό
κι ανθίζει τώρα
κι ας έρχεται χειμώνας.
Θα ’χω και τη δική σου έγνοια πια.
Να με καλημερίζεις
με ένα τριαντάφυλλο χαμόγελα.

 

ΤΟ ΚΕΛΙ ΜΟΥ

Ημερολόγιον
Μέρα…
Δεν τις μετρώ τις μέρες πια
Το κελί μου…
Φυλακής;
Μονής;
Δεν ξέρω…
Ο Άγιος Διονύσιος,
το σπαθί μου.
Η λάμπα της μάνας μου,
ένα καράβι
μια Παναγιά,
δοσμένα από χέρια αγαπημένα.
Πόση αγάπη στο κελί μου!
Η ζωή μου
σε ένα τζάκι
σε ένα κελί
αγαπημένο.

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Ημερολόγιον
Μέρα Τρίτη,
ώρα δευτέρα μεσημβρινή.
Μετέφερα το κελί σήμερα.
Έτσι έπρεπε.
Το έβαλα σε μια γωνιά
Κοντά στο παράθυρο να βλέπω τον ποιητή
απέναντι με το χέρι ακουμπισμένο στο μάγουλο.
Είναι φορές που αναρωτιέμαι…
Τι να σκέφτεται άραγε;
Δεν κουράστηκε τόσα χρόνια καθισμένος εκεί;
Δεν τον ενοχλεί η φασαρία του δρόμου;
Εμένα με ενοχλεί η φασαρία.
Μπορεί να την ενοχλώ και εγώ.
Ποιος ξέρει…

 

ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Ημερολόγιον.
Μέρα πρώτη.
Έκανα το πρώτο βήμα.
Βγήκα για πρώτη φορά από το κελί
Μονής;
Φυλακής;
Ποιος ξέρει;
Πότε το ένα πότε το άλλο.
Που λες, βγήκα
μετά από καιρό.
Πήγα σε ένα κατάστημα με σιδερικά.
Αγόρασα
ένα λοστό
και ένα σχοινί.
Έκανα μια μεγάλη βόλτα
μέχρι το σούρουπο.

Και όταν ο ήλιος έδυε
επέστρεψα
στο κελί
με τον λοστό

 

ΑΥΡΙΟ ΛΟΙΠΟΝ… (2016)

 

Ι

Εσύ μείνε στη δουλειά.
Εγώ θα κάνω βόλτα στη λιακάδα αύριο
και δε θα ’ρθω να σε βρω…
Με πνίγει που το γραφείο δεν έχει πια παράθυρα.
Αν θελήσεις, έλα να με βρεις.
Θα λουφάρω κάτω από τον ήλιο
σαν γέρικο σκυλί…

 

ΙV

Το καθάριο το βλέμμα σου,
τα μάτια σου σαν χαμογελάς,
η ανάσα σου που μυρίζει δυόσμο.
Το βάδισμά σου το λαφίσιο
σαν δρασκελάς τις ρεματιές του τόπου σου,
τα χέρια σου κι η καρδιά σου
που χωρούν τον κόσμο ολόκληρο,
σύνθεση κι αποδόμηση,
όλα εσύ…
Μάνα.

 

VII

Ανάμεσο βουνού και θάλασσας,
εκεί που ο αγέρας μυρίζει αλμύρα και σχοίνο,
που το χώμα ανάστησε το αίμα μου,
που στην αγκαλιά του κράτα τρυφερά τους πρόγονους,
που σε αυτή την αγκαλιά γλυκά θ’ αναπαυθώ κάποτε,
ο τόπος μου…

 

ΧΙV

Όταν έρθεις
και είναι η μέρα βροχερή,
θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα στεγνώσω την ψυχή σου στα χέρια μου.
Θα σου ’χω έτοιμο ζεστό
και ένα κομμάτι ουρανό, να κοιμηθείς
…σαν θα ’ρθεις.

 

ΧVII

Σαν φύγεις…
Εκείνο που με θλίβει πιο πολύ
θα ’ναι που δε θα σ’ αγκαλιάζω.
Να σε κρύβω όταν σε τρομάζουν.

 

XVIII

Σ’ ένα ασημένιο κουτάκι που δε σκουριάζει
έχω βάλει την ψυχή μου.
Κάθε που στο δρόμο μου πέφτει ένα λαβωμένο σπουργίτη
κόβω ένα κομμάτι και το ταΐζω.
Και δεν τελειώνει.
Είναι εκεί, ακέραιη
για να τρέφει τα πληγωμένα πουλάκια του κόσμου.

 

XIX

Δεν τη φοβάμαι, τη μοναξιά μου.
Τη μοναξιά του κόσμου τούτου φοβάμαι.

 

XXIII

Οι έρωτες τον Αύγουστο
είναι- αλλιώτικοι.
Έχουν μια θλίψη,
κάτι που αρχίζει για να τελειώσει σύντομα,
μια γεύση παγωτό που λιώνει,
μυρωδιά θαλασσινής αύρας που απομακρύνεται,
τον καπνό του τελευταίου πλοίου που φεύγει απ’ το λιμάνι,
ένα χάδι μετέωρο,
ένα ταξίδι επιστροφής.
Οι έρωτες τον Αύγουστο
που ξεκινάνε μ’ ένα αντίο
κι εγώ… εγώ που σε γνώρισα Αύγουστο…

 

ΧΧVΙΙ

Θυσία, λοιπόν, για κείνο που λένε ασφάλεια.
Μια πόρτα κλειδωμένη, δηλαδή, με κλειδαριά ασφαλείας στο
φόβο του κλέφτη.
Και ο ήλιος;
Ο αγέρας;
Η αλμύρα της θάλασσας;
Η μυρουδιά του γιασεμιού;
Έξω…
Πνίγομαι… 

 

XXIX

Και τώρα, δηλαδή, πρέπει να μιλώ για σένα σε παρελθόντα
χρόνο;
Για τους άλλους ίσως…
Αλλά μεταξύ μας θα κανονίζουμε τι θα κάνουμε αύριο.
Και θα γελάμε σκανταλιάρικα.
Σαν παιδιά που μοιράζονται το δικό τους μυστικό.
Το δικό μας μυστικό;
Δεν έφυγες…
Αύριο λοιπόν…

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

1.

Ώρα μηδέν
Μετάγγιση
Ασύμβατοι Δότες
Ευθεία γραμμή
Λευκό
Ανάγκη
Για αίμα

 

2.

Μου αρέσει να ανεβαίνω σε λεωφορεία
Και να διαβάζω…
Ανθρώπους
Προτιμώ τα βραδινά
Τα τελευταία
Η ανάγνωση γίνεται ευκολότερη
Ρυτίδες
Λευκά μαλλιά
Σκούρο δέρμα
Κουρασμένα πρόσωπα

Έβγαλα και κάρτα απεριορίστων διαδρομών

Επιλέγω μια στάση
Ανεβαίνω στο πρώτο που θα ‘ρθει
Τυχαία…

Προορισμό δεν έχω
Μόνο ταξίδια κάνω

Με τα βραδινά λεωφορεία

Διαβάζω
Ανθρώπους

Και φτιάχνω ιστορίες

 

3.

Έλα…
Ας πούμε, ένα παραμύθι

Δεν μπορώ, είπε
Αν βρέξει;
Θα βραχώ
Αν ο ήλιος είναι καυτός;
Θα καώ
Και αν κατέβουν λύκοι από το βουνό;
Και φίδια φοβερά βγουν απ’ τη γη;

Θα κάτσω εδώ
Μέχρι να φύγω…

Και έπιασε μια μικρή γωνιά
Που θάρρηε πως της αναλογούσε

Και δεν την μούσκεψε καμιά βροχή
Και δεν την ζέστανε κανένας ήλιος
Ούτε τους λύκους χάιδεψε
Μα ούτε και στα φίδια άπλωσε τα χέρια

Και περνούσε ο καιρός
Χρόνο στο χρόνο
Και μάζευε και μίκραινε
Μέχρι που δεν την πρόσεχε κανείς
Και έχασε τη φωνή της
Μόνο ανάσαινε
Περνούσε κόσμος πολύς από δίπλα της
Πλήθος

Έγινε αόρατη
Και περνούσε αυτή καλά
Και οι άλλοι καλύτερα

Μέχρι που…
Κατάλαβε
Και ψήλωσε
Έφτασε στο ταβάνι
Και πιο ψηλά
Και πιο ψηλά
Και έβγαλε φωνή μεγάλη
Και σείστηκε η γης
Και έγιναν καταστροφές

Τώρα…
Ζει σ’ ένα βουνό
Και την μουσκεύει η βροχή
Και την ζεσταίνει ο ήλιος
Παρέα με τα αδέλφια της
Τους λύκους
Και τα φίδια

 

4.

Μου ‘φερνες δώρα χρηστικής αξίας
Γιατί τα χρήματα έπρεπε να επενδυθούν σωστά
Γιατί δεν είχαμε αρκετά
Μα όταν γέμισε το δωμάτιο, το σπίτι, η ψυχή μου χρησιμοποιημένες πετσέτες μπάνιου, ποτήρια και πιάτα παράτερα
Που πήρες απ’ την τελευταία σου δουλειά
Δώρο για μένα
Άδειασα
Βγήκα έξω
Και έψαξα τη μυρωδιά
Του γιασεμιού
Που λαχταρούσα χρόνια

 

5.

Οι έρωτες τον Αύγουστο …
Είναι αλλιώτικοι
Έχουν μια θλίψη
Κάτι που αρχίζει για να τελειώσει σύντομα
Μια γεύση παγωτό που λειώνει
Μυρωδιά θαλασσινής αύρας που απομακρύνεται
Τον καπνό του τελευταίου πλοίου που φεύγει απ ΄ το λιμάνι
Ένα χάδι μετέωρο
Ένα ταξίδι επιστροφής
Οι έρωτες τον Αύγουστο
Που ξεκινάνε με ένα αντίο
Και εγώ… εγώ που σε γνώρισα Αύγουστο…

 

6.

Να κλαίς θέλω ψυχή μου
Να κλαίς από έρωτα
Όχι γιατί πονάς
Αλλά γιατί γεμίζεις.
Τόσο πολύ
Που ξεχειλίζεις

 

7.

Δεν την φοβάμαι την μοναξιά μου
Την μοναξιά του κόσμου τούτου φοβάμαι

 

8.
Δεν έμαθε ποτέ του το εγώ
Ξεκινούσε πάντα να κλείνει τα ρήματα της ζωής του
από το δεύτερο ενικό
κι όταν στο τέλος έκανε τον απολογισμό
να γράψει το διαγώνισμα
έδωσε κόλλα λευκή

Δημοσιεύτηκαν στο FRACTAL

http://fractalart.gr/maria-ioannou-4-poems/
http://fractalart.gr/4-poems-maria-ioannou/

 

Μνήμη – Μεσολόγγι

Φορούσε η αγάπη μου ένα λευκό πουκάμισο
Και ήτανε θυμάμαι Απρίλης
Βασίλευε η λιμνοθάλασσα μέσα στα μάτια της
Καθρέφτιζε τη θλίψη της ψυχής της
Στις άκρες των χειλιών της άτολμο ένα Σ’ αγαπώ
Παιδί δεκατριών χρονών,
Η αγάπη μου.
Αρχάγγελος,
Στο πρώτο της ζωής του σκίρτημα

http://www.bonsaistories.gr/%CE%BC%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B3%CE%B9/

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΑΥΡΙΟ ΛΟΙΠΟΝ…

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Ανοίγοντας το ασημένιο κουτάκι που κρύβει τη ψυχή της

«Σ’ ένα ασημένιο κουτάκι που δε σκουριάζει
έχω βάλει την ψυχή μου.
Κάθε που στο δρόμο μου πέφτει ένα λαβωμένο σπουργίτη
κόβω ένα κομμάτι και το ταΐζω.
Και δεν τελειώνει.
Είναι εκεί, ακέραιη
για να τρέφει τα πληγωμένα πουλάκια του κόσμου.»

Αυτό το ασημένιο κουτάκι που κρύβει τη ψυχή της Μαρίας Ιωάννου πάμε να ανοίξουμε. Δεν θα στερήσουμε τα πληγωμένα πουλάκια από τη τροφή τους. Θα διαβάσουμε μονάχα τις λέξεις και τους στίχους που έγραψε με τη ψυχή της σε 29 ολιγόστιχα ποιήματα. Ποιήματα γεμάτα συναίσθημα που γεννιούνται μέσα από τις καθημερινές στιγμές της ποιήτριας. Μας λέει στο πρώτο ποίημα της συλλογής:

«Εγώ θα κάνω βόλτα στη λιακάδα αύριο/και δε θα ’ρθω να σε βρω… /Με πνίγει που το γραφείο δεν έχει πια παράθυρα.»

Ας ακολουθήσουμε τη ποιήτρια σ αυτή τη βόλτα στη λιακάδα και στο φως που δεν κρύβονται από έλλειψη παραθύρων σ’ ένα γραφείο κι ας ακούσουμε το λυρικό της λόγο για «το πρώτο σκίρτημα της άνοιξης» ένα «κοκκίνισμα σε άλικο μάγουλο» Με τα μάτια της ψυχής της βλέπει και μιλά στη μάνα.

«Το καθάριο το βλέμμα σου/τα μάτια σου σα χαμογελάς/η ανάσα σου που μυρίζει δυόσμο.»
Στίχοι γεμάτοι συναίσθημα και αγάπη που πλημμυρίζουν την ίδια και μας αγγίζουν. Όπως το ίδιο μας αγγίζουν οι στίχοι της για τον έρωτα. «Να κλαίς από έρωτα/ όχι γιατί πονάς/αλλά γιατί γεμίζεις.»
Μιλώντας στο επόμενο ποίημα για το τόπο που έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής της, το χωριό της μητέρας της που τους δέχτηκε μετά τη Τουρκική εισβολή του 1974, ένα χωριό «Ανάμεσο βουνού και θάλασσας/ εκεί όπου ο αγέρας μυρίζει αλμύρα και σχοίνο» μας δείχνει πόσο τη σημάδεψε αυτός ο τόπος, πόσο δεμένη είναι με τους προγόνους της κι αφήνει το συναίσθημα να κυλίσει λέγοντας «Σ αυτή την αγκαλιά θ’ αναπαυθώ κάποτε»
Με πολλή τρυφερότητα και αγάπη μας λέει πιο κάτω για το πιο όμορφο «σ αγαπώ» που άκουσε. Ποιο ήταν αυτό; Δυο λέξεις που κρύβουν μέσα τους τη πιο δυνατή αγάπη και που η Μαρία τις λέει τόσο απλά «Να προσέχεις»
Τα συναισθήματα της, η ποιήτρια μας, όπως τα αφήνει να κυλάνε δείχνουν μια ειλικρίνεια και μια έμφυτη πιστεύω διάθεση να είναι αληθινή και στη χαρά και στη μελαγχολία. «Τα όνειρα σαν χάνονται, γίνονται σύννεφα/Αφήνουν ένα δάκρυ γιατί δεν τα αγάπησες πολύ/και φεύγουν λυπημένα που προδόθηκαν» μας εξομολογείται και συνεχίζοντας το μελαγχολικό της μονόλογο μας λέει πως «χρόνια τώρα/εδώ πάντα/ να μιλώ με τη σιωπή.»
Τη μοναξιά δεν τη φοβάται η ποιήτρια «Σ αυτό το κόσμο χωράνε μόνο μια γλάστρα βασιλικός και δυο σκυλιά/γιατί μ αγάπησαν πολύ.» Και ντύνει τη μοναξιά με όνειρα «Όσο μακριά και να ‘σαι, κάθε βράδυ είσαι εδώ» και «όταν θα ‘ρθεις κρατώντας ένα κλωνί αγιόκλημα» «θα στεγνώσω τη ψυχή σου στα χέρια μου» Εικόνες που αφήνουν ένα ποτάμι ευαισθησίας, ένα ποτάμι που θα γεμίσει το κενό με την αγάπη. Η Μαρία ξέρει πολύ καλά να ζωγραφίζει με λέξεις τα συναισθήματα, όπως ξέρει πολύ καλά να ντύνει τις πληγές της πίκρας και της απογοήτευσης μ ένα χαμόγελο. Ξέρει ακόμα πως οι έρωτες του Αυγούστου έχουν μια θλίψη , μια μυρωδιά θαλασσινής αύρας που απομακρύνεται. Είναι «έρωτες που ξεκινάνε μ ένα αντίο.»
Έχει όμως τη δύναμη στη ψυχή και τη αισιοδοξία να αναζητήσει το δικό της δρόμο, να συλλαβίσει τη δικιά της λέξη, να νοιώσει το άρωμα του γιασεμιού, την αρμύρα της θάλασσας και να πάψει να μετρά το χρόνο με μέρες αλλά με στιγμές. Στιγμές του χτες, του σήμερα και.. Αύριο λοιπόν…
Τελειώνοντας να πω ότι η ποίηση της Μαρίας Ιωάννου, έχοντας της δικιά ευαισθησία στη παρατήρηση του σήμερα είναι στο πνεύμα της σύγχρονης Κυπριακής ποίησης όπου οι νεώτεροι ποιητές, δείχνουν ότι διαφοροποιούνται από τη γενιά του 74 και δεν είναι πια τόσο επηρεασμένοι από το πρόβλημα της Κύπρου. Η ποιητική τους γραφή πιο προσωπική και ανανεωτική κινείται στα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας που απασχολούν όλους τους λαούς.
Οι Κύπριοι ποιητές του σήμερα συνεχίζουν με αξιώσεις τη παράδοση και των παλαιοτέρων κυπρίων ποιητών αλλά και της νεοελληνικής ποίησης.

ΣΗΜ Το κείμενο διαβάστηκε στη παρουσίαση του βιβλίου στη Θεσσαλονίκη το Δεκέμβριο του 2016

 

Εφημερίδα Αλήθεια 30/7/2016

Η Μαρία Ιωάννου με ολιγόστιχα αλλά πληθωρικά, τόσο σε έμπνευση όσο και σε ανάπτυξη, ποιήματα, μας προσφέρει ένα αναζωογονητικό, παρότι σε αρκετές περιπτώσεις μελαγχολικό και σχεδόν σπαραχτικό, λουτρό συναισθημάτων. Συναισθημάτων, εννοείται μόνο από εκείνα που μόνο η ποίηση έχει τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση να αποτυπώνει, άλλοτε στο βρεγμένο φύλλο του φθινοπώρου, άλλοτε στο γιασεμί της αυλής που μοσχομυρίζει, άλλοτε στο φτέρωμα του γλάρου που χορογραφεί στον αφρό των κυμάτων άλλοτε στις αυλακιές των γεροντικών ρυτίδων, ακόμα και όταν είναι ραγισμένη και μετεωρίζεται σαν πεταλούδα.
Η Μ.Ι. σκιαγραφεί με υποδειγματική κομψότητα, μικρές στιγμές της καθημερινότητας και της ζωής ασφαλώς, το ειλικρινές δόσιμο, το μελωδικό ήχο της κατανόησης που ακούγεται σαν ρυάκι, τα ασπρόμαυρα όνειρα που ξαφνικά αποκτούν χρώμα και, τι σημασία έχει εάν θα υλοποιηθούν και πότε, τους συγκλονιστικούς έρωτες του Αυγούστου, μα και τη συντομία τους, το εφήμερο τους, τη σβελτάδα τους, είναι βλέπεις και ο καπνός του τελευταίου πλοίου που φεύγει από το λιμάνι, τις βόλτες που καθορίζουν οι αστικοί χαμαιλέοντες αλλά και το αιρετικό, το επαναστατικό, βήμα που οδηγεί, επιτέλους, στον δικό μας δρόμο, κι ας είναι σπαρμένος με αγκάθια, την απεραντοσύνη της ελπίδας, τη θεοποίηση της ασφάλειας, μη αυτό, μη εκείνο, να κλειδώνεται καλά, βάλτε και κάμερες για κάθε ενδεχόμενο ενώ στη πραγματικότητα, όπως γράφει η ποιήτρια, πρόκειται για πνιγμό και, μάλιστα, προσθέτω εγώ, εκ προθέσεως οπότε, ακολουθώ τη σύσταση της και βγαίνω έξω, αντάμα με τα πουλιά και με τα σκυλιά που με καταλαβαίνουν περισσότερο απ’ ότι με καταλαβαίνουν οι άνθρωποι.
Τέλος οι στίχοι της Μ.Ι. θυμίζουν τους πρωινούς αγέρηδες της άνοιξης, που περνάνε από τα μάγουλα μας σαν χάδια, μητρικά φίλτρα, φιλικά, ερωτικά, και, ύστερα παίζουν κρυφτούλι με τ’ αστέρια.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΟΥΣΟΣ 23/9/16

Η Μαρία Ιωάννου είναι φιλόλογος-εργάζεται στο πανεπ. Κύπρου
στο τμήμα πολιτικών επιστημών-έκανε μεταπτυχιακό στην επικοινωνία. Έζησε από μικρή την τραγωδία της Κύπρου. Τα στερημένα χρόνια της νιότης, της έδωσαν ένα πρωτόφαντο σθένος ψυχής, καθαρότητα σκέψης, ψυχικής καρτερίας και ευρεία πνευματική αναζήτηση, μα τα στοιχεία που τροχιοδρομούν ανελλιπώς τον οίστρο της ποιητικής της ενδοχώρας, είναι η απλότητα, η μεγαλοσύνη του συναισθήματος, η ακατάβλητη πίστη
στο άνθρωπο, [και στις αστείρευτες εσωτερικές του δυνάμεις] και στην ελεύθερη βούλησή του να επιλέγει τα της ζωής του, στα δρώμενα της εποχής του. Μέσα από τον αδρό στίχο, ενσαρκώνει- αφομοιώνει και τροφοδοτεί την αυτόβουλη σκέψη, και την ειλικρινή σχέση, στο μεγαλείο της αγάπης και της προσωπικής δημιουργίας.
Το υπαρκτικό στοιχείο, ο λυρισμός και το ατόφιο συναίσθημα. καταμαρτυρούν ένα δοκιμασμένο, πνευματικά και κοινωνικά άτομο, που η ποίηση γίνεται αναγκαιότατος τρόπος έκφρασης.
Η θέληση, με το μυρωμένο κρινάκι της ψυχής της, χαρακτηρίζει
αυτή την κατάθεση ως ένα βεβαιωμένο πλέον-στη ζωή- «σκίρτημα
της άνοιξης» ή «σύνθεση και αποδόμηση του κόσμου»..» σαν όνειρο καμωμένο από δάκρυ και πόνο» Ποίηση αντίστασης στη φθορά του χρόνου και πασίδηλης-προσωπικής ανάτασης..
Ορισμένοι ακόμη στίχοι.. «Όσο ανθίζεις θα έρχεται η άνοιξη» ..»
«Σ αυτόν τον κόσμο χωράνε μόνο μια γλάστρα βασιλικός και δύο
σκυλιά… γιατί τα μάτια τους [είναι] καθρέφτης της ψυχής μου» «Τη
μοναξιά του κόσμου τούτου φοβάμαι»

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟΦΙΛΟ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ

tovivlio.net/8/8/2017 «Ελάτε να μιλήσουμε για τη λογοτεχνία»

Γιατί γράφεις;

Γιατί γράφω λοιπόν… Πολλές φορές έχω κάνει αυτή την ερώτηση στον εαυτό μου. Οι απαντήσεις που μου δίνω ποικίλουν ανάλογα με τη φάση στην οποία βρίσκομαι. Αν όμως χρειαζόταν να δώσω μόνο μια απάντηση, μάλλον θα έλεγα πως γράφω όταν νοιώθω να ξεχειλίζω και θέλω να αδειάσω να «μιλήσω», να δώσω μια υπόσταση σε αυτά που νοιώθω. Να μετουσιώσω σε λέξεις τα συναισθήματα μου.

Για ποιους λόγους θα συμβούλευες κάποιον να γίνει συγγραφέας ή ποιητής και γιατί να τ’ αποφύγει;

Για το λόγο για τον οποίο εγώ γράφω θα συμβούλευα και κάποιον να γράψει. Είναι δύσκολο να χωρέσουν αισθήματα και καταστάσεις μέσα μας. Η γραφή είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας. Ένα μολύβι και ένα χαρτί μπορούν να γίνουν οι καλύτεροι φίλοι σου. Να γίνουν ο καθρέφτης της ψυχής σου, αρκεί να γράφεις με την ψυχή σου.

Ποιο είδος γραφής αγαπάς να υπηρετείς και για ποιο πιστεύεις πως δεν έχεις τις απαραίτητες ικανότητες, διάθεση και γνώσεις για να συνεισφέρεις;

Δεν αγαπώ απλά την ποίηση, την λατρεύω. Πήγα σε πορείες με Ρίτσο και Σικελιανό ερωτεύτηκα με Ελύτη, ταξίδευσα με Γκάτσο, ονειρεύτηκα με Λειβαδίτη. Όταν δεν μπορούσα να πω τις δικές μου, φτωχές λέξεις, να εκφράσω ότι ένοιωθα «έκλεβα» στίχους τους και εκφραζόμουν με αυτούς. Προσπαθούσα και προσπαθώ ακόμα να ακολουθήσω τα βήματα τους. Προσπάθησα, προσπαθώ και θα προσπαθώ να γράψω ποίηση. Τώρα το αν τα κατάφερα… ποιος ξέρει…
Παρόλο που θα ήθελα, δεν πιστεύω πως θα μπορούσα να γράψω ένα θεατρικό έργο. Δεν διαθέτω μάλλον την ικανότητα να πλάθω και να ζωντανεύω χαρακτήρες. Έναν μονόλογο που αφορά εμένα, ίσως να μπορέσω να γράψω, αλλά ολοκληρωμένο θεατρικό, δεν θα μπορούσα.

Σε ποιόν εκδοτικό οίκο θα ήθελες να εκδίδεται το βιβλίο σου και γιατί;

Έχω εκδώσει το πρώτο μου βιβλίο στον Ιωλκό. Έναν εκδοτικό οίκο με παράδοση και ιστορία. Το δεύτερο για προσωπικούς λόγους εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Φυλλίς στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Κύπρο. Αν και εφόσον μπορώ και συνεχίσω να γράφω θα προτιμούσα και πάλι τον Ιωλκό γιατί απλά δεν βλέπουν τον δημιουργό και το έργο του σαν πελάτη και εμπόρευμα αλλά σαν ένα ζωντανό οργανισμό, σαν ένα παιδί που έρχεται στον κόσμο.

Τι είναι για εσένα οι αναγνώστες; Πελάτες, κριτές ή συμβουλάτορες;

Οι αναγνώστες… Είναι φίλοι, οικογένεια. Είναι αυτοί με τους οποίους μοιράζομαι τη εσώψυχα μου. Δεν θα μπορούσα να δω τον αναγνώστη των βιβλίων μου ως πελάτη. Αν είχα την δυνατότητα, θα χάριζα τα βιβλία μου και δεν θα τα πουλούσα. Αλλά δυστυχώς πρέπει να καλυφθούν τα λειτουργικά έξοδα της κάθε έκδοσης.

Η καλύτερη και η χειρότερη κριτική που άκουσες για το έργο σου;

Η καλύτερη κριτική που άκουσα ήταν από κάποιον πολύ δικό μου άνθρωπο και πιστέψτε με ήταν και είναι ο αυστηρότερος μου κριτής. Διφορούμενη μεν κριτική, αλλά ειλικρινής. Μου είπε πως η γραφή μου έχει επιρροές από τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη. Επίσης ότι με τα ποιήματα μου μοιάζω να ζωγραφίζω εικόνες. Σαφώς και επηρεάζομαι από τα ιερά τέρατα της ποίησης, αλλά δεν αντιγράφω. Αρνητική κριτική δέχτηκα για το πρώτο μου βιβλίο, ότι τα ποιήματα μου είναι απλοϊκά. Λιτή και απέριττη, αλλά το δυνατόν περιεκτική, αποκάλεσε κάποιος την γραφή μου. Θέλοντας να πει πολλά και ουσιαστικά με λίγες λέξεις, χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη (συμπλήρωσε).

Τι εικόνα πιστεύεις πως έχουν για εσένα οι αναγνώστες; Ισχύει;

Φίλοι που έχουν πάρει τα βιβλία μου και έχουν διαβάσει ποιήματα μου πιστεύουν ότι είμαι πεσιμίστρια. Αυτό ισχύει σε κάποιες περιπτώσεις, ανάλογα με τη κατάσταση στην οποία βρίσκομαι. Παρ’ όλα αυτά προσπαθώ να βάλω χρώμα στο γκρίζο μου και στο γκρίζο γύρω μου…

Τι σε ενοχλεί και θα ήθελες να αλλάξει στον λογοτεχνικό χώρο; Τι σου αρέσει και θα ήθελες να μείνει ως έχει;

Αυτό που με ενοχλεί είναι οι κλίκες που υπάρχουν στον χώρο. Κάποιοι θεωρούν τους εαυτούς τους φτασμένους και δεν δίνουν χώρο σε νέους συγγράφεις και ποιητές. Μια ομάδα εντιμότατων που κλείστηκαν στο καλό σαλόνι και δεν θέλουν να μοιραστούν το γλυκό με κανέναν άλλον.

Με άριστα το 10, πού κατατάσσεις την συγγραφική σου ικανότητα και γιατί;

Με άριστα το 10… Βρίσκομαι στο πρώτο ακόμα σκαλί της ποίησης , σε μια σκάλα πολύ ψηλή. Αλλά καθώς λέει και ο Θεόκριτος στο «Πρώτο Σκαλί» του Καβάφη,
Εδώ που έφτασα, λίγο δεν είναι
Τόσο που έκαμα, μεγάλη δόξα

…και η ώρα σου να ανταποδώσεις την…. ιερή εξέταση που πέρασες από αυτή την ανακριτική συνέντευξη! Κάνε μια δική σου, λογοτεχνική ερώτηση-ταμπού για κάτι που θα ήθελες να μάθεις για τον δημιουργό αυτού του ερωτηματολογίου!

Ερώτηση που θα ήθελα να κάνω στον δημιουργό του ερωτηματολογίου…

Εσείς γιατί γράφετε φίλτατε;

Θεόφιλος Γιαννόπουλος : Σ’ ευχαριστώ πολύ για την απολαυστική μας συνέντευξη Μαρία, εύχομαι πάντα επιτυχίες στην λογοτεχνική σου διαδρομή!

Όσο για το ερώτημά σου σχετικά με το γιατί γράφω, η απάντηση είναι πως δεν γράφω, μα εξομολογούμαι….

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΦΑΝΗΣ ΚΡΙΓΚΟΣ

φανης

 

Ο Φάνης Κρίγκος γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1974 στη Λύση Αμμοχώστου.
Ασχολείται με διάφορες μορφές λογοτεχνίας όπως διήγημα, παραμύθι, δοκίμιο, κωμωδία και ποίηση, εκδίδοντας μάλιστα το 2009 τη συλλογή «Εκτός Ρεπερτ-Ορίου». Αρκετά από τα γραπτά του έχουν δημοσιευθεί στον έντυπο και διαδικτυακό τύπο, στίχοι του δε, έχουν μελοποιηθεί από διάφορους συνθέτες, ενώ δύο από αυτά έχουν συμπεριληφθεί σε δισκογραφικές δουλειές.
Από το 2002 στο Κανάλι 6 είναι ο παραγωγός της εκπομπής «Τρένο Φάντασμα» με την οποία κατέκτησε το πρώτο βραβείο από την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, στην κατηγορία «Μουσικές – Ψυχαγωγικές εκπομπές». Διοργανώνει κι επιμελείται αρκετές συναυλίες κι εκδηλώσεις.

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΑΠΟ-ΔΡΑΣΕΙΣ

Είμαστε λεν οι ποιητές
απ’ τη ζωή καταραμένοι
είμαστε πρόσφυγες και ξένοι
και μετανάστες απ’ το χτες.

Η φυλακή μου αμαρτίες σε προφάσεις.
Τις αλυσίδες που με έχουν κρατημένο
τις σιγοκόβω κάθε βράδυ με τη λίμα.
Είναι αποδέσμευση το κάθε μου το ποίημα.
Είναι σεντόνι από τα κάγκελα δεμένο
που οδηγεί σε στιγμιαίες αποδράσεις.

Πέσαμε λεν αμαχητί
σε επαΐοντες και γνώστες
σ’ ακροατές και αναγνώστες
που ‘χουν αυτοευνουχιστεί.

Η φυλακή μου μήτηρ πάσης αμαρτίας.
Βάση του άρθρου είμαι ενάντια στο ρεύμα.
Κατά παράβαση στο νόμο και τον όρο
για υπεράσπιση με βάζω δικηγόρο.
Έγκλειστο ισόβια το σώμα και το πνεύμα.
Η καταδίκη δηλωμένης απαρτίας.

Μα όσο οι λέξεις μας πονούν
αλαφροΐσκιωτους διαβάτες
ρομαντικούς και παραβάτες
οι ποιητές μεσουρανούν.

 

ΚΑΙ

Και απέκτησα «σπουδαί ελληνικαί».
Και σ’ όλα που’ χω πάει τα σχολεία.
Και στης γραμματικής μου τα βιβλία.
Και ήταν σαφές: «μετά από τελεία
δεν ξεκινάς την πρόταση με Και».

Και κυριάτα. Και πληθυντικούς.
Και πως μου έκαναν εντέλει και τη χάρη.
Και μ’ αναγόρευσαν της γνώσης τον μπροστάρη.
Και μόνο να τηρώ τ’ αλφαβητάρι.
Και τους κανόνες τους συντακτικούς.

Και ξέρω πρόσωπα σημαίνοντα, αδρά.
Και έχω τις απαραίτητες συστάσεις.
Και τα προσχήματα τηρώ. Και αποστάσεις.
Και τις ευγένειας τις δέουσες προφάσεις.
Και όπως πρέπει συμπεριφορά.

Και έχω αρχίσει να διδάσκω σε παιδιά.
Και τους μαθαίνω πως συνδέονται οι λέξεις.
Και αυτά μου λεν: «κύριε κλείδωσες τις σκέψεις.
Και θες τα εύπλαστα μυαλά μας να νταντέψεις».
Και κάτι λένε, πως δεν έχω πια καρδιά…

Και δάσκαλος κοσμιοτάτης αγωγής.
Και σαν σοφή γιγνόσκω κουκουβάγια.
Και εκείνη πέταξε να βρει τα αποφάγια.
Και στους αντίζηλους της έριξε τα μάγια.
Και να’ μαι, διά της ατόπου απαγωγής.

Και με τα χρόνια και τα μέσα διευθυντής.
Και τ’ ακριβά μου τα κοστούμια για απάτες.
Και τις σιδερωμένες μου γραβάτες.
Και να ζητώ ζωή σε ξένες πλάτες.
Και της παιδείας τη χαμένη Ατλαντίς.

Και έτσι απέκτησα αυλή και χορηγό.
Και να μιλώ στη διαπασών για να τους πείθει.
Και να μαγεύω με τις λέξεις μου τα πλήθη.
Και εξυμνώντας τις αξίες και τα ήθη.
Και να που μ’ έκαναν παιδείας υπουργό!

 

ΟΡΘΟ(ΓΡ)ΡΑΦΙΕΣ

Εντός των τοίχων
των τειχών
απ’ των τυχόντων
των τυχών
εναπομείναντας.
Πρέπει, άνθρωποι είμαι, σφάλματα εγώ κάνουμε.
Έτσι, σωρό
προκύπτουν λάθΟι
μες τον πληθυντικό του όμικρον γιώτα (χι μου)…

Τόσα πολλά
που ούτε τη σύνταξη κρατούν
ούτε το πρόσχημα τηρούν ορθογραφίας…

 

ΧΑ-ΜΕΝΟΣ

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
τη σκέψη αγγλική
τη διάλεκτο κυπριακή
την εκπαίδευση φασιστική
τη διατύπωση ηλεκτρονική
και τη γραφή μου greeklish.
Κοίτα και πως γράφονται πλέον τα «oneira» !
Ο διαδιχτυακός μου τΟίχος, προσωπικό τΕίχος.
Κι έπρεπε να αντιληφθώ, να συνταιριάσω, να συγχρονίσω
σύγχρονες λέξεις, φράσεις κι έννοιες σαν κι αυτές.
Μπερδεύτηκα !
Σε ένα γέλιο (χα)
και μια οργή (μένος).
Τουτέστιν: Χα-μένος.
Σε μια μετάφραση και μια μετάβαση…

 

Α-ΝΤΑΜΑ

Σου επιστρέφω την καρδιά μου
πάντοτε άνηκε σε σένα
θα ναι τα φύλλα μου καμένα
αν αρνηθείς την προσφορά μου.
Έλα, να πορευτούμε αντάμα
από την τράπουλα πιο έξω
σ’ όποιο παιχνίδι και να παίξω
θα είσαι η δική μου Ντάμα…

 

Ζ-ΕΙΣΑΙ

Ζήσε, όπως θέλεις κι αρμόζει στο είναι σου.
Βρίσε, σε κομμάτια να σπας τις βιτρίνες σου.
Σβήσε, ανασφάλειες, σκέψεις ανόητες.
Λύσε, τις σχοινένιες σου δέσμες τις νοητές.

 

Φ-ΕΥΓΕ

Φεύγω από:
ότι δεν μου ταίριαζε
όσα δεν τους ταίριαζα
εσέ που με θυμήθηκες αργά, λειψά κι από συμφέρον
που δεν μου παίνεψες τα λίγα μου σωστά
και δεν μου θύμωσες στα λάθη μου τα τόσα.

Αποχωρώ «φίλους» πολλούς
Με ανάπνιχτα αισθήματα
έχοντας ανήσυχη τη συνείδησή μου
κι επίγνωση του γεγονότος
πως έχω πράξει το καθήκον μου στο αβέβαιο…

 

ΠΡΟΣ ΠΩ-ΛΥΣΗ

Σαν από πλήθος αγαπώ να ερωτεύομαι
και μακιγιάρω την ασκήμια μου με δόσεις
με κάποιο όνειρο φτηνιάρικο βολεύομαι
που παζαρεύω την τιμή του στις εκπτώσεις.

Ψάχνω τον ήλιο μα οι κουρτίνες μου τον έκρυψαν
στην εποχή των παγετώνων, της πλημμύρας
αλλάζω ρότα, κι όμως δες με πως κατέληξα
άξιο τέκνο της ανάξιας μου μοίρας,

Κι έτσι κρασώνω το νερό μου και το γεύομαι
βαριά τρεκλίζοντας στο κέφι έχω έρθει
μα όσο το πίνω άλλο τόσο που νοθεύομαι
καταναλώνω ως την ύστερη μου μέθη,

Θεατρινίζω, Τον εαυτό μου υποδύομαι
σ’ αυτού του δράματος η πράξη η τελευταία
από θιασάρχης σε κομπάρσο αναδεικνύομαι
τα φώτα σβήνουν της σκηνής, πέφτει η αυλαία.

 

ΟΛΟ-ΤΕΛΟΣ

Για στάσου. Τώρα θυμήθηκες
αν ζω, αν πέθανα ή πεθαίνω;
Τι να σε κάνω στις χαρές μου
και τις λύπες
πώς να σ’ αντέξω στις γιορτές μου
και τις θλίψεις
αν δε σου είμαι η καλημέρα,
η καληνύχτα
και δόσεις ισχυρές απ’ το
ενδιάμεσό τους…

 

ΗΘ-ΕΛΑ

Δεν λέω, μπορεί και να με ήθελες.
Όχι όμως όπως θα ‘ θελα εγώ.
Ξέρω καλά, πως είσαι καλά
θα ‘ θελα όμως να τ’ ακούω από σένα.
Δεν δήλωσα ζητιάνος που αρκείται στο κομμάτι σου
και ναυαγός που αναμένει μια ελπίδα.
Ήθελα τόσο
να κόβεις φλέβα για την πάρτη μου
να πρόσμενες το είναι μου παράφορα
να νοσταλγείς το στιγμιαίο μου παράλογα.
Μα δεν κατάφερα, κι αποχωρώ.
Εκείνη η σιγή μου που εξέθρεψες
θέλει να γίνει κραυγαλέα απουσία…

ΑΠΟ-ΚΛΕΙΣΤΙΚΟ

Δεν θέλω τ’ όνομα, μου από σένα,
βρες μου κάτι που θα με λες μόνο εσύ
κι εγώ από εσέ θ’ ακούω μόνο.
Που δεν θα ξέρει άλλος κανένας
κι ούτε ποτέ του δεν θα ακούσει…

 

Ε(ρε)ΘΙΣΜΕΝΟΙ

Ει εσείς ερωτευμένοι !
Σας βαρεθήκαμε, τι δεν καταλαβαίνετε;
Πόση πια υπερβολή στον υπερθετικό σας;
Γίνατε χρήστες εθισμένοι αγαπίνης
Υπήρξαμε κι εμείς όπως εσείς μα θέμα δεν το κάναμε
Πως ξεχειλώσατε τον έρωτα δημόσια
με λόγια αξόδευτα, φιλιά,
σαχλούς ρομαντισμούς υπερχειλίζοντες.
Πόσα βατράχια θρέψατε σε πρίγκιπα μανδύα;

 

ΜΙΣΩ-ΤΙΜΗΣ

Σιγά που μ’ αγάπησες !
Έτσι σαν μ’ είχες πάντοτε
σε διαρκή αμφιταλάντευση
και άνισο ενδιαφέρον.
Στο όταν, στο όποτε, στο αν και στο περίπου.
Ναι μεν αλλά, μπορεί και να
Λειψός, εκπτωτικός και σχοινοβάτης
να επιζώ μέσα στο θάνατο του ίσως σου…

 

ΥΛΗ-ΚΡΙΝΑ

Εδώ πειστήκανε στα «πρέπει» τα κοινωνικά, σε «μη»
οικογενειακά, σε «μάθε» σχολικά, σε «θα» πολιτικά,
σε «αμήν» θρησκευτικά, μα εγώ πρέπει να πείσω μετά
κόπου. Χρειάζεται να λέω «για να είμαι ειλικρινής»
στης φράσης την αρχή κι ένα «πραγματικά» στο τέλος,
Πρέπει, να ενισχύω το χαμόγελο σε μίζερες υπάρξεις
να γελάω τρανταχτά σ’ ανέκδοτα χαζά, να δακρύζω
γυαλιστά τις συγκινήσεις μου, να είμαι πανταχού
παρών στις κοσμικές – κοινωνικές τους εκδηλώσεις
κι ένα σωρό και τα λοιπά και τα λοιπά…
Μπας και πείσω, σ’ εποχή, δυσκολοχώνευτη
γι’ αλήθειες…

 

ΑΤΡΟ-ΜΙΤΟΣ

Εγώ που δεν φοβήθηκα
την προσφυγιά, τη λησμονιά
την εγκατάλειψη,
τα όπλα που μου πρόταξαν οι
αντίπαλοι, τα δακρυγόνα που
μας ‘ρίξαν στα οδοφράγματα, το ξύλο
εκείνη τη βραδιά στο κρατητήριο…

Μα όταν την πόρτα κτυπώ
και περιμένω να φανείς, ακόμα
τρέμω…

 

ΠΛΕΥΡΙΚΟΝ

Μ’ ούλλα τ’ ασύντυχα του νου
τα ύστερα του κόσμου
ξεβαίννει τζι ο καμός μου
ίσιαμε τ’ άψη τ’ ουρανού.

Που τ’ ανεμόσκαλον της γης
τα νεφικά να ρίζω
στα δώματα πασκίζω
για τη σοθκιάν μιας σταλαμής.

Τζι όποτε σπέρνω τον καρπόν
στο θέρος να με κλέφκουν
ετέλεψαν τζι αρτζιέφκουν
βούττημαν νήλιου ως πουρνόν.

Ναν πλάνεμαν τζαι μισιθκιά
τ’ αντάκωμαν στη σκέψη
πληγή που εν θα δρέψει
τζι εν σοζιάζει στην φαθκιά.

Που τον πρωτόπλαστον της πλάσης
η στον Δεσμώτην των θεών
στο πλάσμαν το σημερινόν
να κουβαλάς βαρύν σταυρόν
να καρτεράς να ησυχάσεις
τζι ας τους επλούμισες λαμπρόν
ππέσε που τζιήνον το πλευρόν
λαλούν σου ούλλα που γυρόν
ότι τζι αν κάμεις εν θα αγιάσεις.

 

ΚΡΙΤΙΚΗ

ΕΛΕΝΑ ΣΙΟΥΦΤΑ

Με την ποίησή του, ακτινογραφεί τις κοινωνικές συνθήκες, τις ανθρώπινες σχέσεις και τις εσωτερικές του διαδρομές.
Το έξαλλο βουητό του κόσμου διυλίζεται στην ποιητική γλώσσα που δηλώνει ξεκάθαρα το προσωπικό μήνυμα. Τα χνάρια που οι αισθήσεις αφήνουν, ο απόηχος της μέρας που πέρασε, οι αναμονές, κινητοποιούν τον εσωτερικό μονόλογο.
Κρατώντας σφικτά με την πένα του μια ήρεμη οργή, αφήνει τα λόγια να εξοστρακίσουν κάθε αμφιβολία πως τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα παρουσιάζει. Αποστεώνει τις λέξεις, τις σπάζει, τις μετατρέπει σε παζλ .Δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Ακόμα κι ο τίτλος του κάθε ποιήματος είναι ένας μικρός πρόλογος σε αυτό που θα ακολουθήσει.
Το ύφος του άμεσο, σαρκαστικό όχι μόνο προς τους άλλους αλλά και προς τον εαυτό του. Δε βγάζει έξω την ουρά του για να παίξει το ρόλο του δικαστή εκ του ασφαλούς. Αν το έκανε εξάλλου, δεν θα γινόταν πειστικός. Αναλαμβάνει το δικό του μερίδιο ευθύνης σ’ αυτό τον κόσμο όπου «ο καθένας κρυώνει κατά μόνας».)
Τα ποιήματα του Φάνη Κρίγκου, είναι ένας διαρκής αντίλογος στην τάξη αυτού του κόσμου. Η μοναξιά, η επιφανειακότητα των σχέσεων, η αβεβαιότητα, η υποκρισία της όποιας εξουσίας, ο συνειδησιακός ευνουχισμός, δυναστεύουν τον ψυχισμό του ποιητή και του δίνουν το δικαίωμα να καταργήσει τα προσχήματα και την απόστασή του από τον αναγνώστη, να μιλήσει ανοικτά και συγκεκριμένα βάζοντας μαχαίρι στην ψευδαίσθηση. Έχει υποχρέωση να μιλήσει αφού ανήκει στον κύκλο των καταραμένων ποιητών.
Θυμάμαι σε μια βιογραφία που διάβασα του Γιάννη Τσαρούχη, αναφέρεται πως μια νύχτα η νοσοκόμα του τον μάλωνε επειδή εκείνος ετοιμαζόταν να βγει και να πάει σε μια εκδήλωση . Ήταν ήδη αρκετά άρρωστος , έξω έβρεχε και αυτή του έβαλε τις φωνές : « Κύριε Τσαρούχη, πού πάτε, θα πεθάνετε !» «Για να μην πεθάνω, να μην ζήσω;» τη ρώτησε εκείνος. Κι όμως τη ζωή μας δυστυχώς τη ξοδεύουμε κάπως έτσι. Δε ζούμε. Προσπαθούμε να μην πεθάνουμε. Προδωνόμαστε καθημερινά από ένα τρόπο ζωής που ουσιαστικά ανήκει στη δικαιοδοσία άλλων. Κι ο ποιητής, παροτρύνει να διαπραγματευόμαστε τις επιλογές μας μοναχά με τον εαυτό μας, να λύσουμε τα δεσμά που μας δένουν με την υποκρισία. Ζήσε και μην αρκείσαι απλώς στο να επιβιώνεις. Τότε μόνο θα σταματήσεις να είσαι η ενσαρκωμένη παρερμηνεία του όρου «άνθρωπος»….
Τα ποιήματά του Φάνη Κρίγκου, αφορούν τον καθένα μας. Ρίχνουν φως στους σκοτεινούς διαδρόμους του μυαλού μας και σε δωμάτια της ψυχής που ακόμη, είτε δεν βρήκαμε το χρόνο , είτε δεν βρήκαμε το κουράγιο να τα εξερευνήσουμε.
Οι ψευδοελευθερίες, οι ψευδοδημοκρατίες, η ψευδοθρησκευτικότητα, η ψευδοηθική μας. Αισθήματα και τρόποι ζωής ψεύτικοι, κλισέ και στημένα σενάρια, για την εικόνα μας μόνο , που οδηγούν σε εφιάλτες του ύπνου και του ξύπνιου.
Ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο της πτώσης και της φθοράς, μέσα στη βλακεία που μεθοδικά επισημοποιείται, μέσα στων εγωισμών τα άγχη, της ματαιοδοξίας και της κενοδοξίας τα κόμπλεξ, της σκληροκαρδίας το δηλητήριο, τις απονιάς τις πληγές, δεν μπορεί παρά να υποφέρει ,αν είναι άνθρωπος φυσιολογικός. Κι ο ποιητής υποφέρει. Σχεδόν κάθε του ποίημα , μια διαμαρτυρία με κρούστα απελπισίας. Και πως να από-απελπιστεί που όλα τα τρένα ελπίδας , εκτροχιασμένα σαπίζουν στους σταθμούς του εφησυχασμού.
Κι αφού επιρρίπτει και στον εαυτό του την ευθύνη για τη γύρω ασκήμια σημαίνει πως ο ηθικός αυτουργός της ποιητικής συλλογής δεν είναι ο ίδιος μα η συνείδηση του. Μια συνείδηση που παίρνει τα ηνία σε έναν κόσμο όπου « οι άνθρωποι αγαπούν να ερωτεύονται και μακιγιάρουν την ασκήμια τους με δόσεις, που βολεύονται με κάποιο όνειρο φτηνιάρικο και στις εκπτώσεις παζαρεύουν την τιμή του.»
Οι στίχοι του Φάνη Κρίγκου δεν είναι ούτε εύκολοι ούτε εύπεπτοι. Παρόλο που δε μιλούν για την ομορφιά, οι στίχοι του είναι ωραίοι επειδή δεν αποτελούν προϊόν φαντασίωσης ή μίμησης αλλά είναι στραγγιγμένοι από βιώματα δικά του, ακριβοπληρωμένα γι’ αυτό και πείθουν. Ένα έργο με φωνή , σιωπή , υποψία. Ένα έργο που θα μπορούσε να αντικατασταθεί με τους αριθμούς, 3, 2, 1 και με όρους μαθηματικούς, να οριστεί, ως αντίστροφη μέτρηση…

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ

ΕΛΕΝΗ ΑΛΕΞΙΟΥ

1-ελενη αλεξιου

 

Η Ελένη Αλεξίου (Τρίκαλα, 1980) είναι πτυχιούχος Φιλολογίας και κλασικής κιθάρας. Έλαβε Μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στην Εκπαίδευση από το University of Bath της Αγγλίας. Διδάσκει κλασική κιθάρα στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων.
Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, «Το Φλας» (εκδόσεις λογείον, 2009) και «Ποιήματα που γράψαμε μαζί» (εκδόσεις Μελάνι, 2015). Ποιήματά της δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά.

 

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΨΑΜΕ ΜΑΖΙ (2015)

κηδείες εντόμων

 

ΚΗΔΕΙΕΣ ΕΝΤΟΜΩΝ

Κηδέψαμε το τελευταίο έντομο
στο μαυσωλείο των προγόνων.
Μέλισσες του έρωτα
αράχνες του θανάτου.
Ξεπλύναμε τις μυγοσκοτώστρες μας
και ήπιαμε καφέ.
Αμετανόητα συνένοχοι.
Απαρηγόρητα βουβοί.

Δεν είχαμε άλλον συγγενή να χάσουμε
παρά ο ένας τον άλλον.

 

ΣΙΩΠΕΣ

Μη μιλάς, θα διακόψεις τη σιωπή.
Αυτή η λαλίστατη ησυχία κοντεύει να με πείσει.

Καλύτερα να στρέφουμε αλλού τα μάτια
ν’ απλώνουμε αλλού τα χέρια.

Τώρα που διαφωνούν ως και τα φιλιά μας
καλύτερα να ανταλλάσσουμε σιωπές.

 

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Λύσαμε το χειρόφρενο και πέσαμε στη λίμνη.

Το άλλο πρωί μας βρήκανε στο πίσω κάθισμα οι δύτες.

Μα πριν σωθούν οι έντιμοι σωσίες μας
αμνήμονες τάχα και απαθείς
διέψευσαν τον έρωτα
αρνήθηκαν ότι υπήρξαμε
και στρέψανε αλλού το βλέμμα
σα να ‘μασταν άγνωστοι
ή πεθαμένοι.

Μετά τη βροχή
βγήκαμε από τη λίμνη εμποτισμένοι
απάρνηση και χωριστά
επιστρέψαμε στην άνυδρη ζωή.

 

ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Ξέμαθαν να περπατούν
Μπουσουλάνε σαν προσκυνητές
Σέρνονται σα χελώνες
Οι αμαρτίες τους βαρύ καβούκι
Στο ξέφωτο ελπίζουν για το Θαύμα

Πριν τη χειμερία νάρκη
Να ξαναγίνουνε λαγοί.

 

ΣΩΜΑΤΑ

κορμί διάφανο
κρεμμύδι στη γωνία της κουζίνας
εκεί το βάζω τιμωρία
να θυμάμαι
τι απώλεια πικρή είναι
τα αναίτια δάκρυα

τσίγκινο κορμί
υπομονετικό και μόνο
τόσο καιρό να το αδειάζω σα τον τενεκέ
απόψε ξεχείλισε το παράπονο
κι έπεσε αποφασιστικό
όπως ο καταρράκτης στον γκρεμό του

 

ποιήματα που γράψαμε μαζί

 

λ

Όταν δεν σ’ έχω
ένα κορίτσι τραμπαλίζεται αδέξια
στο ταυ της τυραννίας.

Εν ώρα κοινής ακινησίας
λικνίζεται επιδεικτικά
σε σιδερένια κούνια αγκαλιά.
Το μεσημέρι τρίζει
σκοινί τεντωμένο που
«έξω απ’ το σπίτι! τιμωρία!»
φοβέρισμα ευανάγνωστο απλώνεις.
Σε έχει πατέρα φίλο εραστή
σε φωνάζει «κύριε».
Πάλι βγαίνεις στο μπαλκόνι
πάλι να το μαλώσεις
λιώνει απαρηγόρητο το παγωτό
κι η παιδική μου χαρά ερημώνει.

Όταν δεν σ’ έχω, κάνω τσουλήθρα στο λάμδα
μιας πανύψηλης λύπης.

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Ερχότανε νωρίτερα.

Ανυπόμονος σαν άνοιξη
πάμφωτος σαν κινητή γιορτή.
Μα αυτή σαν τα Χριστούγεννα
προβλέψιμη.

Έφευγε πάντα στην ώρα της.

 

ΟΙΣΤΡΟΣ

0 ήλιος μπαίνει απ το παράθυρο
μου βγάζει το φούτερ
τα δέντρα εκσπερματώνουν στο αεράκι
νιφάδες από σύννεφα στην πόλη

έρχομαι με το ποδήλατο καταπίνοντας κουνούπια και γύρη
κυοφορώντας οργασμούς
τρέχοντας στην κατηφόρα δίχως φρένα
με χέρια ανοιχτά με κλειστά τα μάτια
-αν σκοτωθώ στο τέλος του δρόμου
θα πουν ότι ήμουν μια γυναίκα που πέθανε από έρωτα-

έρχομαι σαν αγριμάκι που μυρίστηκε το θήραμα
ένα χειμώνα περιμένοντας να πετάξεις το μπουφάν
να σηκώσεις τα μανίκια -κανείς δεν πόθησε
τους αγκώνες σου όπως εγώ-

με δυο κεράσια στο αυτί
με χίλια ξέφτια εμπριμέ της άνοιξης
γυμνόστηθη μ’ ένα σουγιά στο σορτς
με τατουάζ από στυλό στα χέρια
και μαυρισμένα γόνατα
σαν τρελοκόριτσο έρχομαι

 

ΣΟΥΙΤΑ ΕΡΑΣΤΩΝ

Βρισκόμασταν σε γάμους και βαφτίσια.
Ποτέ σε κηδείες και μνημόσυνα.
Παριστάναμε τους καλεσμένους.
Δειπνούσαμε, χορεύαμε.
Παράφορα εγκρατείς.
Επονείδιστα ευπρεπείς.

Το βράδυ στο δωμάτιο
Στο καρτελάκι γράφαμε:

«Σουίτα εραστών
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΙΣΤΕ»

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΕ ΩΜΕΓΑ

Γόνατο κόλπος ομφαλός
κορίτσι ο μικρόν
του όχι του ποτέ
με ξάπλωσες σαν ποίημα
καλλίγραμμα του Απολλιναίρ
όλο το βράδυ μεταγλώττιζες το σώμα μου
ψιθύριζες «αγάπα με» με χίλια άλφα
αντέγραφες τα θέλω σου χίλιες φορές

μέχρι που αλλάξαμε το θα κι αν
σε να και όταν
γιατί εμπεδώσαμε το εφήμερο
και γράψαμε το τέλος της αναβολής με ω
επιτέλους να τελειώνει
Ο ΜΕΓΑ
του έρωτα του ωκεανού του ώριμου
του εδώ και τώρα

 

ΜΗΤΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Μυτερά αθήλαστα στήθη
Ένστικτο λύκαινας παρθένα λεκάνη
Εκεί που έριξε ανάσκελα ο ποιητής τον Μάη
Εκεί θέλω να γίνω μάνα σου

Να σε γεννήσω εραστή μου
Άντρα κατευθείαν
Πενήντα έξι ήλιους στην παλάμη στύβοντας
Εκεί βράχος μετέωρος
Έπειτα ανερμάτιστος σαν κατολίσθηση
Μικρός ανάμεσα στα πόδια μου σαν βρέφος

Ανάμεσα στα πόδια μου
Εκεί να σε αφήσει νηστικό ο έρωτας λεχώνα άπειρη
Στήθος σπανό τυφλός φαλλός γυμνό αγκίστρι
«Μάνα μου» να λες κι εγώ «μωρό μου όμορφο»
Κι όλο το βράδυ «κοιμήσου αγγελούδι μου»
Στα άσπρα σεντόνια των ποταμών θηλών που θα σε θρέφω

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΨΑΜΕ ΜΑΖΙ

Όπως η μάνα χαϊδεύει στον ύπνο το παιδί της
και το νανουρίζει ακόμη κι όταν εκείνο έχει αποκοιμηθεί
του μιλά και το φιλά στα χέρια και θέλει να ξέρει
το παιδί της ότι το χαϊδεύει στον ύπνο του η μάνα,
θέλει να ξέρει αλλά και να μην το ενοχλεί

όπως ο άνεμος φυσούσε τα πλατάνια κι εκείνα
μιμούνταν τον ήχο της βροχής, τα κοίταζα λοξά
πάνω απ’ τον ώμο μου, «δεν έκανε φέτος καλοκαίρι»
έπειτα γύριζα στο σκοτεινό δωμάτιο, έξω απ’ το φως,
μέσα στην κρύπτη, δένδρο τυφλό σε λάθος διαδρομή

Όπως ζαλίζοντας στην τσέπη μου ένα κέρμα -κορώνα
με κερδίζεις γράμματα σε χάνω- έπαιρνα φόρα μέσα μου
«τώρα θα ανοίξω το βήμα μου και θα σε φτάσω»
μα πάλι χανόσουν στη γωνία ανάμεσα σε παγωμένες σκέψεις
κινήσεις αργές και ανεπαίσθητους ήχους
μιας εκκωφαντικής απώλειας

όπως αστέρια που με ανακρίνουν και δεν έχω καμία ευχή
ομολογήσω, τα λόγια σου μετά από χρόνια
-ψέματα μη λες αλήθεια σ’ αγαπώ αποκλείεται δεν σ’ αγαπώ-
άσε τώρα τους χρησμούς, σε μάλωσα,
περιμένοντας ποιος θα κάνει το πρώτο βήμα
μας ποδοπάτησαν οι προσδοκίες
μας προσπέρασε η ζωή

Όπως το ρόπτρο στεκόταν στην μισογκρεμισμένη πόρτα
ασώματο χέρι ευγενικό, φαγωμένο απ’ τη βροχή, απ’ το σαράκι
«μόνο εσένα έχω να στηρίζομαι» να της ομολογεί
«κι εγώ εσένα να στηρίζω» να του απαντάει

όπως η νύχτα που σε γύρισα απαλά προς το σκοτάδι
«έλα να κάνουμε ένα παιδί. Εμένα»
και ρίχτηκα στα χόρτα τα ψηλά ως το κεφάλι
αλάνι που σπάει επιτέλους το λουκέτο
και χάνεται στα μυστικά της πίσω αυλής

όπως ο αναπάντεχος έρωτας
κι ο θάνατος που έρχεται στην ώρα του

όπως τα ποιήματα που γράψαμε μαζί

 

ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΑ

Όταν τελειώνουμε το Ωδείο
με περιμένεις δίπλα στο ποδήλατο
με θέλεις τόσο που σπανίως με κοιτάς στα μάτια
-το ξέρεις άλλωστε ότι μου αρέσουν οι μεγάλοι-
χαϊδεύεις το τιμόνι κλωτσάς ένα χαλίκι

δεν είσαι ντροπαλός μα ούτε και θρασύς
είσαι το παιδί που περνάει από το κέντρο
κρατώντας το κόρνο δίχως θήκη
δίνεις προτεραιότητα στα περιστέρια
που διασχίζουνε το δρόμο
δοκιμάζεις στο χέρι σου τα φιλιά που θέλεις να μου δώσεις

νωρίτερα το απόγευμα έκλεψες την παρτιτούρα μου
για να καθίσουμε ακόμη πιο κοντά στην πρόβα

 

ΣΥΡΟΣ

Νησί από μάρμαρο και πεύκα
Θάλασσα από Ουρανό

Η νύχτα δείχνει το λευκό της γόνατο, τον αρχαίο μηνίσκο
πότε ακέραιο στον ουρανό, πότε στο πέλαγο
θρυμματισμένο, τυλιγμένο σε μαύρες κι ασημένιες γάζες,
τραύμα υγρό

      Ποιος
άφησε πλάι στο κύμα το μωρό
να νανουρίζεται με τη φωνή του;
Μες στο καρότσι με την κουνουπιέρα σαν νύφη
που έσκυψε να δροσιστεί κι έχασε το πέπλο της;
Ποιος
άναψε απέναντι τον φάρο, που διαλαλεί
τα ονόματα των πεθαμένων εραστών,
αιχμηρή προειδοποίηση του τέλους,
λεπίδα που αλέθει το σκοτάδι;

«Μαρίνα-Μηνάς-Μαρίνα-Μηνάς»…

      …Εγώ
κορίτσι Βότσαλο-ανάμνηση βουνού, παρηγοριά της άμμου.

      Κι εσύ
ο Άντρας που έμεινες γονατιστός να με κοιτάς σαν Άγαλμα,
σαν τη γυναίκα που σου αρέσει να φοβάσαι.

      Κι η Νύχτα
που τελείωσες βαθιά μες στο λυγμό μου κι έκλαιγες
μετά
σαν να θρηνούσες,
και θρηνούσες από τρόμο για όσα
θα ζήταγε ανταλλάγματα η τόση ευτυχία.

      Και η Ευτυχία
το τόπι που κλωτσάω για να φύγει κι ύστερα τρέχω να το πιάσω.

 

 

ΤΟ ΦΛΑΣ (2009)

 

VEGERA,10:30

Λίγο να στρίψεις το τσιγάρο
λίγο να ψάξεις τη φωτιά
λίγο το ποτό σου
να φλερτάρεις
να ποζάρεις λίγο
στης γκαρσόνας σου
το φλας

Κι εγώ άκαπνη
ακίνητη μπροστά σου
πολύ να αναρωτιέμαι
αν ήρθες
αν σε είδα
αν ακυρώθηκε το ραντεβού.

σκιτσο 3

 

«WALK TOGETHER»

Αυτό που ψάχναμε δεν βρήκαμε
μα μείναμε στον ίδιο δρόμο.
Κι αυτοί
που τίποτα δεν ψάχναν
για να βρούνε,
αυτοί και χάθηκαν και χάσαν…

(Γ’ βραβείο Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης ΙnterArtia 2009)

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η παραμυθία τρώει από τα πράγματα
την όψη τους.
Θεριεύει με τα σχήματα
και την υφή τους.
Πολτοποιεί τη λογική
μηρυκάζει την αλήθεια
κι όλα τα φτύνει
γεύματα παχιά κι ανθυγιεινά

 

ΟΙ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ

Δεν σ΄ έχω ξεπεράσει.
Σ’ έχω προσπεράσει
κι ακόμη σε κοιτώ
απ’ όλους τους καθρέφτες μου.

σκιτσο 2

 

ΤΟΠΙΟ β

Φουσκώνει τα πνευμόνια του.
Ο αέρας χτυπάει στο νύχι του ποδιού.
Θα σκάσει.
Τα σκουριασμένα βέλη
βούλωσαν τις τρύπες.
Η υπόσχεση
σήματα καπνού σε γκρίζα ομίχλη
κι η φυλλοβόλα επιθυμία
γυμνή από ελπίδα.
Φωλιάζουν στα κλαδιά της
κοράκια οι συμβιβασμοί.
Φθινόπωρο.

σκιτσο 1

 

ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Αρλεκίνοι και παλιάτσοι
Διόνυσοι φρικτοί,
παροξυσμένοι.
Θα ντυθώ κι εγώ χαρούμενη.

Μες στο μπουλούκι των αγρίων
θα γίνω μία σερπαντίνα
να ξετυλίγω μ’ αγωνία
το αγκυλωμένο χέρι μου.

Οι ορδές των μασκαράδων
θα περνούν λαχανιασμένες.
Τα στόματά τους ανοιχτά,
στεγνά και πεινασμένα
θα ψελλίζουν εγγαστρίμυθα
«μαζί, χαρά, αγάπη».
Και πάνω σε αλογόσυρτο
φλογοσκορπίζον άρμα
η μοναξιά
θα ξεγελά τους μεθυσμένους
ντυμένη Έρωτας.

(Β’ βραβείο Διεθνούς Διαγωνισμού Ποίησης InterArtia 2009)

σκιτσο 4

 

ΞΕΚΟΥΡΑΣΑ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΜΟΥ

Ξεκούρασα τα χείλη μου
στη θάλασσά που
γέλασες
και τα φιλιά μου έπινες
σα Χάρυβδης γκρεμός
κι από τη λύτρωση
πιο ποθητός
στα χείλη σου
ο θάνατος’
αργός.

 

ΝΑ ‘ΧΑ ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

Να ΄χα μια θάλασσα κοντά μου
να βουτάω
και να κλαίω
κι από τα κύματα
τα δάκρυα να μην ξεχώριζαν
κι όλοι να λέγανε
πως χαίρομαι.

 

ΑΠΟΡΙΕΣ α

Είπα «σ΄αγαπάω»
και απόρησες.
«Δεν σ’ αγαπάω»
και το πίστεψες.
Τόσο απίθανη, λοιπόν,
είναι η αγάπη;

 

ΑΠΟΡΙΕΣ β

Αυτός ο Θεός
που όλους μας αγαπά
και όλα τα πληροί
μήπως κατάφερε ποτέ
να ερωτευτεί;

 

ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ

Και συ της νιότης μου
— πώς να σε πω; —
ορμητικό ποτάμι
μη βιάζεσαι να ξοδευτείς,
μη θέλεις να στερέψεις.
Μπρος σου τα χρόνια ασήκωτα
κατρακυλούν σα βράχια.

Και συ στο νου μου
που γυρνάς,
ακοίμητο αγρίμι
μην κάνεις πως κουράζεσαι,
μη θέλεις να ημερέψεις.
Κοίτα, οι έγνοιες της ζωής
σε κυνηγούν σα δίχτυα.

Και συ στο στήθος μου,
και πώς θα βγεις
πουλί του παραδείσου
μη σταματάς να κελαηδείς,
μην κλείνεις τα φτερά σου.
Ψάξε βαθιά για να κρυφτείς.
Χτυπούν
οι άνθρωποι
σα σφαίρες.

 

Τα σκίτσα είναι της Ελένης Αλεξίου

 

ΑΝΕΚΔΟΤΟ

ΜΙΤΟΣ

βουτώ στα ίχνη σου καθώς σε χιόνι

ομίχλη πρωινή που ανασηκώνει το βουνό
λιγνή ηχώ των αδικοχαμένων
που γκρεμιστήκαν στη στροφή
ρούχο σκισμένο στις τριανταφυλλιές
σκισμένο γόνατο στις πέτρες

ακολουθώ τον ίδιο δρόμο

πίσω σου

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΨΑΜΕ ΜΑΖΙ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΑΝΑΡΓΙΩΤΗΣ

FREAR 26/6/2017

Για τα “Ποιήματα που γράψαμε μαζί” της Ελένης Αλεξίου

Η ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου, Ποιήματα που γράψαμε μαζί, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι. Περιλαμβάνει δύο ενότητες, τις κηδείες εντόμων και τα ποιήματα που γράψαμε. Ο τίτλος της συλλογής έχει προκύψει από ομώνυμο ποίημα της δεύτερης ενότητας.

Μελετώντας το ποίημα και τη συλλογή μπορούμε να πούμε ότι είναι δύο οι δυνατές ερμηνείες. Η πρώτη εκπηγάζει από τον ερωτικό χαρακτήρα της συλλογής. Τα ποιήματα παρακολουθούν την πορεία μιας σχέσης -όχι της ίδιας αναγκαστικά- με τις όποιες πτυχές της, η οποία λειτουργεί ως ευρύτερο μοντέλο ανίχνευσης και προβληματισμού για τις σχέσεις όλων των ανθρώπων. Δηλαδή, η πρώτη ύλη των ποιημάτων προκύπτει από τη διαλεκτική σχέση δύο ανθρώπων, ενός άντρα και μιας γυναίκας, επομένως σαν να έγραψαν τα ποιήματα μαζί.

Η δεύτερη ερμηνεία προέρχεται από το χώρο της θεωρίας της ποίησης. Υπάρχει η άποψη ότι ένα ποίημα από τη στιγμή που φεύγει από τα χέρια του ποιητή, ανήκει στον αναγνώστη. Κάθε αναγνώστης ενσωματώνει το ποίημα μέσα στα δικά του πλαίσια και δεδομένα, το αγγίζει με τις δικές του οπτικές, το κατανοεί με τον τρόπο του και τις ερμηνευτικές δυνατότητές του. Γίνεται με άλλα λόγια συνδημιουργός. Το ποίημα, δηλαδή, ξαναγράφεται. Έτσι κάθε ποίημα είναι σαν να έχει γραφεί από δύο, τον ποιητή και κάθε αναγνώστη χωριστά.

Στο πρώτο μέρος με τον τίτλο «Κηδείες εντόμων» παρακολουθούμε από την πλευρά μιας γυναίκας, σε μικρές ενότητες, την κρίση των ανθρώπινων σχέσεων και ειδικά των ζευγαριών.
Ο ένας απέναντι στον άλλον, απογυμνωμένοι από έρωτα, κοιτώντας αλλού σαν να ‘ναι άγνωστοι ή πεθαμένοι, εμποτισμένοι απάρνηση, άδειοι ακόμα κι από τα αρνητικά αισθήματα, στρέφουν αλλού τα μάτια, αφού διαφωνούν και τα φιλιά τους. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν χάσει μαζί με την πνευματική επαφή και τη σωματική, όπως είναι αναμενόμενο, και στέκονται πλέον στο κενό.

Με πολύ δυνατές εικόνες η ποιήτρια μας δίνει αυτή την αποσύνθεση των σχέσεων. Οι επιθυμίες είναι ναρκωμένες. Δεν μπορούν να σταθούν όρθιες, σέρνονται, ελπίζουν για το θαύμα. Τα όνειρα, δύσκολα μωρά, δεν έχουν τροφή, αποκοιμιούνται νηστικά στο στήθος, τρέφονται με αίμα. Το κρεβάτι είναι ένα ναρκοπέδιο, έτοιμο να εκραγεί. Παραισθήσεις κι επιθυμίες αλλότριες. Ετοιμοπόλεμα κορμιά καθηλωμένα, σκέψεις χειροβομβίδες. Κι εδώ γεννάται το όραμα και η αναμονή ενός πρίγκιπα που θα καταρρίψει τους ενδοιασμούς και τα όχι. Με επίγνωση, ωστόσο, ότι πίσω από την αθωότητα του πρίγκιπα με το άσπρο άλογο κρύβεται ο προδοτικός εφιάλτης.

Στο σκηνικό έρχεται να προστεθεί το ποίημα «Σώματα». Σε αυτό μια γυναίκα τιμωρεί το σώμα της βάζοντάς το μαζί με τα κρεμμύδια της κουζίνας, για να θυμάται τι απώλεια πικρή είναι τα αναίτια δάκρυα. Το κορμί της είναι διάφανο, σχεδόν εξαϋλωμένο, αλλά και ανθεκτικό, τσίγκινο λόγω της θητείας στη μοναξιά και στην υπομονή. Αδειάζει τα δάκρυά του επιμελώς, αλλά κάποιες φορές ξεχειλίζει και τα δάκρυα γίνονται καταρράκτης.

Στα δύο τελευταία ποιήματα της ενότητας το μήνυμα είναι σαφές και ελπιδοφόρο μέσα στην πικρή υφή του. Οι άνθρωποι ψάχνουν διεξόδους, συνειδητοποιούν τις αποστάσεις, μετακινούνται, δεν είναι νησιά. Παρακαλούν: «γύρισε κοντά μου». Οι γλάροι παραμένουν στις φωλιές τους, ασάλευτα μαντήλια των βράχων που δεν ονειρεύονται καμιά αναχώρηση. Είναι μια απόφαση με διπλή συνέπεια. Η καρδιά ορφανή στο κουζινάκι σιγοβράζει, αλλά αυτή η πλήρης συντριβή του Εγώ, το ξωκλήσι το πεσμένο δίχως τοίχους, πόρτες, παράθυρα, είναι ο σίγουρος δρόμος για τον παράδεισο.
Ακολουθεί η δεύτερη ενότητα «Ποιήματα που γράψαμε μαζί».

Ξεκινά με το ποίημα «Πόσο ακόμη». Ένα ποίημα μεγάλης δύναμης και λυρικότητας. Μεταφερόμαστε στο μυθικό σκηνικό της Ιθάκης, για να δηλωθεί η υπερθετική επιθυμία και αναμονή του αγαπημένου που δεν έρχεται. Η Πηνελόπη που εδώ είναι και η αφηγήτρια δηλώνει ότι φαγώθηκε ο αργαλειός, το νήμα σώθηκε κι έμειναν μόνο τα μαλλιά της για να γνέθει.

Η έλλειψη δηλώνεται και στο επόμενο ποίημα το «λ».

Διαπιστώνουμε ότι στη δεύτερη ενότητα, η σχέση υφίσταται. Παρόλη την απόσταση, λειτουργεί η επιθυμία, η αναζήτηση, η προσμονή. Η ενότητα βρίθει από ποιήματα που περιλαμβάνουν στιγμιότυπα ζωής αυτής της σχέσης πάντα από την οπτική μιας γυναίκας. Εξαίρεση αποτελεί το ποίημα Λαιμητόμος. Σ’ αυτό βλέπουμε την οπτική του άντρα. Η ποιήτρια μας προσφέρει μια σε βάθος εκτεταμένη μελέτη του έρωτα σε όλες τις εκφάνσεις, συσχετισμούς και πτυχές του. Θα παραθέσω μερικά τέτοια παραδείγματα συσχετισμών και όχι βάθους, γιατί το κάθε ποίημα χωριστά, έχει τη δική του βαρύτητα και βάθος και θα χρειαζόταν πολύ χρόνος για να αναφερθούμε διεξοδικά. Επιγραμματικά θα επισημάνω:

Στο ποίημα «Οίστρος» συνυπάρχει ο έρωτας και η άνοιξη
Στο «Αναξιοπαθούντες» εραστές και «10:45» : Έρωτας και ποίηση
Στο «Πόσο ακόμα» βλέπουμε την αναμονή του έρωτα
Στο « λ»: Στέρηση του έρωτα
Στο «Αραβικό καπρίτσιο» ο έρωτας συναντά τη μουσική
Στη «Σουίτα εραστών» ο έρωτας γίνεται παιχνίδι

Και κάποια άλλα εν είδει τίτλων αναφέρω:
«Το τέλος με ωμέγα»: Οι δυσκολίες του έρωτα
«Αφού δεν είσαι τόπος»: Τα ανθρώπινα τοπία, η γεωγραφία των σωμάτων. Ο έρωτας ως ταξίδι, διάπλους, νοσταλγία..
«Πρόβα»: Ο έρωτας υφαντής ή αλλιώς η ζωή ράβε ξήλωνε
«Λαιμητόμος»: Ο φόβος του έρωτα
«Επανασύνδεση»: Η συντριβή εξαιτίας του έρωτα κτλ

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνουμε στην ομάδα τεσσάρων ποιημάτων υπό τον τίτλο «Οι στιγμιαίοι ορισμοί ενός εξακολουθητικού έρωτα». Στα ποιήματα αυτά θεματολογικά διαπιστώνουμε μια κατάφαση στον έρωτα, ο οποίος άλλωστε χαρακτηρίζεται και ως εξακολουθητικός. Αξίζει να παρατηρήσουμε τα συγκεκριμένα ποιήματα, γιατί πέρα από τη θετική αύρα που αποπνέουν μέσα στις πολυποίκιλες πληγές του έρωτα που προαναφέρθηκαν, πρόκειται για μορφικούς και εκφραστικούς πειραματισμούς. Η ποιήτρια εδώ αποδομεί τους γνωστούς κανόνες της γλώσσας, η γραφή είναι συνεχόμενη σαν ένα λεκτικό παραλήρημα, με ένθετες κάποιες λέξεις ως τίτλους να διακρίνονται με κεφαλαία γράμματα.

Μέσα από αυτή την πορεία της ζωής που είναι πάλη ψυχών και σωμάτων, όπου ο έρωτας έρχεται, φεύγει, ενώνει, συντρίβει και επανασυγκολλά, με τις εναλλαγές του φωτός και του σκότους, θα κρατήσω έναν στίχο. Είναι η τελευταία φράση από το ποίημα «Σύρος», με το οποίο και η ποιήτρια κλείνει τη συλλογή και δείχνει με μια ποιητικότατη εικόνα την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης

Και η Ευτυχία
το τόπι που κλωτσάω για να φύγει
κι ύστερα τρέχω να το πιάσω

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 28/10/2015

Να μας υφαίνει ο έρωτας / Να μας ξηλώνει η ζωή
Ποιήματα με καρδιά. Ποιήματα μετρημένα, στοχευμένα, σε οδηγούν στο νόημα. Εσωτερικοί ιστοί συνεργάζονται και
συνδράμουν προς κάτι που αξίζει να γίνει (και γίνεται!) αισθητό. O ένας στίχος προ-υποθέτει τον άλλο. Η ποιήτρια κάτι θέλει να πει, κάτι λέει εν τέλει. Δεν είναι τα ποιήματά της ανούσια λόγια, δεν είναι ο λόγος της άστοχος, αμήχανος, αποτυχημένα μεταμοντέρνος. Ο λυρισμός συγκρατημένος. Ο έρωτας πάντα παρών.

ΠΑΡΑΔΟΞΟΝ Είσαι δικός μου Όπως λέμε Ακαριαίος
έρωτας Κεραυνοβόλος θάνατος Χιόνι στον Όλυμπο
μέσα Αυγούστου Δεκέμβριος κατακαλόκαιρο του Νό-
του ΕΥΧΗ Αν όπως λες είναι αλήθεια ότι κάθε πρωί
ακούς την καλημέρα μου από μακριά τότε μπορώ να
περάσω τη ζωή μου αμίλητη και ευτυχής γνωρίζοντας
ότι όλες οι ευχές μου έχουν πραγματοποιηθεί ΕΠΕΚΕΙ-
ΝΑ Διαβιούμε καταχρηστικά κατά φαντασίαν ανδρό-
γυνο μέχρι ο θάνατος να μας ενώσει στην επόμενη ζωή.

Ένα διαρκές μαζί. Ευτυχώς όχι ανιαρό, ούτε φλύαρο. Μιλώ για την ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου «Ποιήματα που γράψαμε μαζί». Σωστά τα υλικά-ιδέες και οι συνδυασμοί τους, σωστές αναλογίες, σωστές ισορροπίες. Kαι όταν λέω «σωστές», εννοώ «λειτουργικές». Μας αγγίζουν τα ποιητικά σκηνικά που στήνει η Αλεξίου. Θαυμαστό και έξυπνο το παιχνίδισμα των λέξεων.

Σιωπές

Μη μιλάς, θα διακόψεις τη σιωπή.
Αυτή η λαλίστατη ησυχία κοντεύει να με πείσει.

Καλύτερα να στρέφουμε αλλού τα μάτια
ν’ απλώνουμε αλλού τα χέρια.

Τώρα που διαφωνούν ως και τα φιλιά μας
καλύτερα να ανταλλάσσουμε σιωπές.

Σε πολλές συλλογές επισημαίνεις πολλές φορές κάποιους μεμονωμένους στίχους που σου έκαναν εντύπωση ή μίλησαν μέσα σου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλα τα ποιήματα είναι καλά. Στην περίπτωση που εξετάζουμε δεν συμβαίνει αυτό. Το κάθε ένα ποίημα του βιβλίου αποτελεί κι ένα αρμονικό σύνολο, ωραία δομημένο και μας αφηγείται μια ιστορία ,συνήθως ερωτική, χωρίς να πέφτει στο μελόδραμα. Το ύφος των ποιημάτων είναι συναφές, ώστε δίνεται η αίσθηση της ενότητας στη συλλογή.

Το ποίημα «λ» εξαιρετικό:

λ

Όταν δεν σ’ έχω
ένα κορίτσι τραμπαλίζεται αδέξια
στο ταυ της τυραννίας.

Εν ώρα κοινής ακινησίας
λικνίζεται επιδεικτικά
σε σιδερένια κούνια αγκαλιά.
Το μεσημέρι τρίζει σκοινί τεντωμένο που
«έξω απ’ το σπίτι! τιμωρία!»
φοβέρισμα ευανάγνωστο απλώνεις.
Σε έχει πατέρα φίλο εραστή
σε φωνάζει «κύριε».
Πάλι βγαίνεις στο μπαλκόνι
πάλι να το μαλώσεις
λιώνει απαρηγόρητο το παγωτό
κι η παιδική μου χαρά ερημώνει.

Όταν δεν σ’ έχω κάνω τσουλήθρα στο λάμδα
μιας πανύψηλης λύπης.

Διακριτικοί τόνοι διασχίζουν το βιβλίο. Στίχοι κομψοί, που τους διακρίνει η ενάργεια και η ποιητική πνοή:

ΠΡΟΒΑ
Όλα αυτά τα θλιβερά πατρόν
Τα σώματα
Μέχρι να ράψω επάνω μου
Την αγκαλιά σου
Όλα αυτά τα βράδια
Να σ’ αγαπήσω απ’ την αρχή
Απ’ την αρχή
Να μας υφαίνει ο έρωτας
Και ως το θάνατο
Να μας ξηλώνει η ζωή

Η Ελένη Αλεξίου μάς παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί στην αλήθεια της, με μια ωριμότητα βλέμματος και σεβόμενη τον αναγνώστη. Αναμένουμε τη συνέχεια του ταξιδιού της.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΤΣΗΣ

Θράκα 14/1/2016

Τα ποιήματα δεν είναι αυτεξούσια, δεν είναι αυθύπαρκτα. Χρωστούν την ύπαρξή τους στον χρόνο, στον χώρο και στην αλληλεπίδρασή τους με το περιβάλλον∙ πρωτίστως όμως στους ανθρώπους που ήρθαν και έφυγαν από τη ζωή μας. Ουσιαστικά, τα ποιήματα συνθέτονται αφορμή των άλλων και «ενσαρκώνονται» τις ώρες της μοναξιάς, ακριβώς γιατί δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Έκτοτε, κάθε ποιητική σύνθεση φέρει μέσα της την ίδια ακριβώς κυτταρική μνήμη με τον δημιουργό τους. Ας μην αναρωτιόμαστε, λοιπόν, πολλά γύρω από το γιατί και το πώς της ποιητικής δημιουργίας. Το άρρητο θα παραμείνει το βασικότερο συστατικό της, γιατί εκείνα που τελικά δεν λέχθηκαν ποτέ, κρατούν την πεμπτουσία της επόμενες σύλληψης.

Ο λόγος για τη νέα ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου με τίτλο Ποιήματα που γράψαμε μαζί που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του περασμένου έτους από της αθηναϊκές εκδόσεις Μελάνι. Η δεύτερη ποιητική απόπειρα της Ελένης Αλεξίου, μετά από Το Φλας του 2009 από τις εκδόσεις Λογείον, περιέχει 30 ποιήματα και ποιητικά σχεδιάσματα μοιρασμένα σε δύο ενότητες.

Η ποίηση της Ελένης Αλεξίου έχει κάτι το εξομολογητικό, κάτι το ιδιαίτερα προσωπικό που ζητά να κοινοποιηθεί για να υπάρξει, να βρει υπερασπιστές, συνοδοιπόρους, από κοινού εκφραστές. Κατορθώνει να αγγίξει στοχαστικά λεπτές αποχρώσεις της εποχής μας, πλησιάζοντας στο μύχιο και επιτακτικό του έρωτα και της συνύπαρξης.

Λέγεται συχνά ότι, εκείνος που ζει πραγματικά δεν έχει καμία ανάγκη τη γραφή, το διάβασμα, τις άδειες σελίδες. Ζει και αρκείται στη ζωή του. Κάποια έλλειψη, ωστόσο, φαίνεται να υπαγορεύει μέσα μας την ανάγκη επαφής με τις λέξεις και τον στίχο. Κάποια ανικανότητα ή δισταγμός απέναντι στο χάος που εκτυλίσσεται μπροστά μας απ’ τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Κι οι ποιητές, όντα απ’ τη φύση τους ευαίσθητα, επιχειρούν να διεισδύσουν στο μυστήριο της ζωής, του έρωτα, του θανάτου, μήπως και βάλουν κάποια τάξη στο προσωπικό, ανθρώπινο και κατ’ επέκταση κοσμικό χάος.

Στους στίχους της Ελένης Αλεξίου βρήκα ρέοντα λόγο και σιωπή. Βρήκα σάρκα, αισθήσεις, απόγνωση, λύπη, συγκρατημένο ενθουσιασμό. Βρήκα όσα θα επιδίωκα ν’ αναζητήσω στο σκηνικό της ζωής μας. Μου ‘δειξε τι πάει να πει ύστατη απώλεια: Δεν είχαμε άλλον συγγενή να χάσουμε / παρά ο ένας τον άλλον. Μου ‘δειξε τι μορφή παίρνει μέσα της η άρνηση, η αδιαφορία απέναντι στον έρωτα: διέψευσαν τον έρωτα / αρνήθηκαν ότι υπήρξαμε / και στρέψαμε αλλού το βλέμμα / σαν να ‘μασταν άγνωστοι / ή πεθαμένοι.

Ένας παλλόμενος ποιητικός χρόνος που διαπερνά ζωές, έρωτες, παιδικά χρόνια, παραισθήσεις προσεγγίζοντας ακόμα και τον Παράδεισο: ξωκλήσι πεσμένο / δίχως τοίχους, πόρτες, παράθυρα / να βρίσκω εύκολα / τον δρόμο μου προς τον Παράδεισο. Στους στίχους της εντοπίζουμε διακριτούς τόπους και χρόνους, στοιχεία ταυτισμένα με την ποιητική σύνθεση. Η Κέρκυρα, ο χιονισμένος Όλυμπος Αύγουστο μήνα, η αμήχανη παρουσία σε κάποιο μπαρ 10:45 τη νύχτα, η ανάμνηση κάποιου τοπίου, η σύντομη Κυριακή, τα Χριστούγεννα, ο Μάης, το καλοκαίρι που δεν έφτασε ποτέ…

Δεν είμαι άνθρωπος που υπερθεματίζω το τυχαίο, ούτε παραδίνομαι άνευ όρων στη μοιρολατρία. Πολλές φορές όμως, ό,τι συμβαίνει είναι αναπόφευκτο να συμβεί. Δεν χωρούν πολλά γιατί. Ίσως, πίσω από όσα γίνονται κρύβεται μία αφανής νομοτέλεια, την οποία μόλις και μετά βίας διακρίνουμε. Αυτές περίπου τις σκέψεις έκανα μόλις αντίκρισα το τελευταίο 3στιχο της συλλογής. Οι τελευταίοι στίχοι, του τελευταίου ποιήματος: Κι η Ευτυχία / το τόπι που κλωτσάω για να φύγει κι ύστερα τρέχω / να το πιάσω. Γιατί έτσι συμβαίνει με την ευτυχία. Με την όποια ευτυχία. Την κλωτσάμε σαν τόπι κι έπειτα τρέχουμε ξωπίσω της για να την πιάσουμε. Αν την πιάσουμε…

Τα ποιήματα μπορεί να απαιτούν την μοναξιά μας για να ενσαρκωθούν, στην ουσία όμως τα γράφουμε μαζί. Κι ας είναι πολλοί στίχοι γραμμένοι με κόκκινο στυλό – για το ενδεχόμενο να είναι όλα λάθος. Η ποίηση της Ελένης Αλεξίου είναι ένα ανοιχτό εισιτήριο με άγνωστο προορισμό, ακριβώς γιατί δεν ξέρεις αν θέλεις να επιστρέψεις κι από πού…

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

σ’εκείνο το βράδυ που κοιμήθηκες αγκαλιά/ με το χρώμα του κραγιόν μαςΑφιερωματική αφόρμηση, πρωτίστως, στη στιγμή, κατ’ ακολουθίαν στο πρόσωπο της μοιρασμένης στιγμής. Πώς αλλιώς θα μπορούσε εξάλλου η ποιήτρια να υπογραμμίσει, με τον πιο εύστοχο τρόπο, τη σημαντική παρουσία του άλλου, στην ποιητική της συλλογή “Ποιήματα που γράψαμε μαζί”. Η συλλογή κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 2015, από τις εκδόσεις Μελάνι, με την καλαίσθητη φωτογραφία εξωφύλλου του Phil Bebbington. Χωρισμένη σε δύο ενότητες, με δεύτερη την ενότητα που φέρει τον τίτλο της συλλογής και πρώτη τη μικρότερη σ’ έκταση ενότητα με τον ευφάνταστο τίτλο “κηδείες εντόμων”.
Κηδέψαμε το τελευταίο έντομο/ στο μαυσωλείο των προγόνων./ Μέλισσες του έρωτα/ αράχνες του θανάτου./ Ξεπλύναμε τις μυγοσκοτώστρες μας/ και ήπιαμε καφέ./ Αμετανόητα συνένοχοι./ Απαρηγόρητα βουβοί./ Δεν είχαμε άλλον συγγενή να χάσουμε/ παρά ο ένας τον άλλον

Η ποιητική συλλογή απαρτίζεται από 30 ποιήματα ποικίλης στιχικής εκτόπισης, παρεκτός τεσσάρων μόνο ποιημάτων (I-II-III-IV) που δηλώνουν την ύπαρξή τους ως “Στιγμιαίοι ορισμοί ενός εξακολουθητικού έρωτα”. Χωρίς να καταργεί την ποιητικότητα της γραφής, ο ρυθμός των ποιημάτων μοιάζει με πεζολογική καταγραφική ενός μονολόγου που αφορά κυρίως το άλλο πρόσωπο, εν ολίγοις το ερωτικό “εσύ”. Δίχως χρήση σημείων στίξης και με μια τρεχούμενη τονικότητα μεταξύ κεφαλαίων και μικρών λέξεων, οι εικόνες των αισθημάτων που γεννά η απαγγελία τους, θυμίζει χείμαρρο ερωτικού ψίθυρου, σε παραληρηματικό σχεδόν τόνο. Σκέψεις αποτυπωμένες, σαν μινιατούρες ποιημάτων, με τίτλους τις λέξεις με κεφαλαία και σώμα τους αφαιρετικούς στίχους που έπονται της αρχικής λέξης.

ΠΡΟΦΑΣΗ γινόμαστε ό,τι αγαπάμε ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ σου
γράφω αυτά τα λόγια με κόκκινο στυλό για το ενδεχόμενο να είναι όλα λάθος ΤΟ ΦΛΥΑΡΟ ΚΟΡΜΙ ΣΟΥ ασκαρδαμυκτί παρασάγγας οσονούπω ακαταλαβίστικες
λέξεις στο βουβό σκοτάδι ΕΓΩ δέκα χρονών αναρριχώμενο φιλί μέχρι να ξαναπιώ στο στόμα σου ΑΡΧΑΙΕΣ
ΑΛΗΘΕΙΕΣ η θεός η παις η άνθρωπος ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
απόψε αποστήθισα τον κόσμο κατασπάραξα τον καρπό
της γνώσης αποπλάνησα τον δάσκαλο και μια ΑΠΟΛΟ-
ΓΙΑ ό,τι κι αν έγινα είναι που σε αγάπησα πολύ
ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ σου γράφω αυτά τα λόγια με κόκκινο
στυλό για το ενδεχόμενο να είναι όλα λάθος

Γλώσσα ρέουσα, εικόνες απτές, εκφράσεις που παρασύρουν με τη δυναμική τους σε συναισθηματικούς τόπους και υπαρξιακές αγωνίες οικείες στον καθένα από εμάς, σαν να γράψαμε από κοινού αυτά τα ποιήματα, σαν να περπατήσαμε από κοινού τα ίδια μονοπάτια της ψυχής, σαν να μας προσπέρασε από κοινού ο χρόνος και μας άφησε να μεταπλάσουμε σε λέξεις το ανολοκλήρωτο των ονείρων και το ματαιωμένο των επιθυμιών που δεν σχηματοποιούνται παρά σ’ενα πυρήνα εσωτερικό της νοσταλγίας και της ενθύμησης.

ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Ξέμαθαν να περπατούν/ Μπουσουλάνε σαν προσκυνητές/ Σέρνονται σαν χελώνες/ Οι αμαρτίες τους βαρύ καβούκι/ Στο ξέφωτο ελπίζουν για το Θαύμα/ Πριν τη χειμερία νάρκη/ Να ξαναγίνουνε λαγοί.

Η ποίηση της Ελένης Αλεξίου στη δεύτερη ποιητική της συλλογή δεν είναι στάσιμη, δεν αγκομαχά από τον ένα στίχο στον άλλο, δεν κουράζει με δυσνόητα μηνύματα και δεν απαιτεί πολλαπλές αποκωδικοποιήσεις προκειμένου να φτάσουμε στο “κουκούτσι” της. Ρέει με μια κινητικότητα ευέλικτη, αποκαλύπτοντας αλήθειες για τον έρωτα, τη ματαίωση ή την εκπλήρωσή του, το σώμα που το χαρτογραφεί και το ψηλαφεί με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο.

Αφού δεν είσαι τόπος/ γιατί με εξαντλεί ο έρωτας σαν μακρινό ταξίδι/ σε νοσταλγώ σαν γυρισμό/ σε αποζητώ σαν καταφύγιο;/ Αφού δεν είσαι τόπος/ πώς με διατρέχουνε παράλληλοι μεσημβρινοί τα άκρα σου/ και γίνεσαι δεμένη στη λεκάνη μου/ μέγιστος κύκλος/ ισημερινός;

 

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΙΣΚΟΣ

ΣΕΛΙΔΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 18/6/2017

Κάποιες γνωριμίες ξεκινούν εντελώς απλά και ανύποπτα, μα στην πορεία εξελίσσονται σε ουσιαστική όσο και αμφίδρομη διάδραση και σε οδηγεί από μόνη της σε κοινά κι ενδιαφέροντα μονοπάτια που ίσως δεν φανταζόσουν. Έτσι κι εγώ βρέθηκα στην ευχάριστη αυτή θέση -και με ιδιαίτερη χαρά θα έλεγα- να σας μεταφέρω ή καλύτερα να προσπαθήσω να σας μεταδώσω όσα εγώ ένιωσα από την βαθύτερη γνωριμία μου με την ποιήτρια Ελένη Αλεξίου μέσω των στίχων της ποιητικής της συλλογής «Ποιήματα που γράψαμε μαζί» (εκδόσεις Μελάνι).
Τίτλος οικείος κι έτσι από την πρώτη κιόλας στιγμή μας κάνει κοινωνούς και -γιατί όχι- συμμέτοχους του έργου της. Αναγνωρίζουμε σε αυτό γνωριμίες και κοινές αναζητήσεις, καταστάσεις, συγκινήσεις, πόθους, φόβους, προβληματισμούς και τόσα άλλα συναισθήματα που κι εμείς κάποτε έχουμε βιώσει ή -να είστε βέβαιοι- θα μπορούσαμε να βιώσουμε. Όλα αυτά βέβαια κάτω από την πολύ προσεγμένη, έντεχνη γλυπτική του ποιητικού της λόγου, που άλλοτε λειαίνει και άλλοτε σφυρηλατεί αμείλικτα πρόσωπα και πράγματα του σώματος και της ψυχής.
ΣΙΩΠΕΣ

Μη μιλάς, θα διακόψεις τη σιωπή.
Αυτή η λαλίστατη ησυχία κοντεύει να με πείσει.

Καλύτερα να στρέφουμε αλλού τα μάτια
ν’ απλώνουμε αλλού τα χέρια.

Τώρα που διαφωνούν ως και τα φιλιά μας
καλύτερα να ανταλλάσσουμε σιωπές.

Ποίηση κατά βάθος ερωτική, με κοινωνικές εκρήξεις και υπαρξιακές αναζητήσεις. Κατά πάσα πιθανότητα βιωματική. Απίστευτοι παραλληλισμοί σε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις που σε ανταμώνουν στον δρόμο και σε ξαφνιάζουν πότε με την ονειρική πότε με την ρεαλιστική τροπή.

ΣΩΜΑΤΑ
κορμί διάφανο
κρεμμύδι στη γωνία της κουζίνας
εκεί το βάζω τιμωρία
να θυμάμαι
τι απώλεια πικρή είναι
τα αναίτια δάκρυα

τσίγκινο κορμί
υπομονετικό και μόνο
τόσο καιρό να το αδειάζω σαν τον τενεκέ
απόψε ξεχείλισε το παράπονο κι έπεσε αποφασιστικό
όπως ο καταρράκτης στον γκρεμό του

Η αβίαστη μουσικότητα και ο διακριτικός ρυθμός -στοιχεία άραγε της τέχνης της μουσικής που η Αλεξίου ως καθηγήτρια κλασικής κιθάρας κατέχει;- είναι πάγια χαρακτηριστικά της ποίησής της, που άγουν εύστοχα τη ροή των νοημάτων.
Τα θέματά της κυρίως ανασύρονται από τον ήσυχο όσο και διερευνητικό ψυχοσυναισθηματικό της κόσμο. Μας παροτρύνει σε ένα ταξίδι άγνωστο, οδηγώντας το ποίημα στον προορισμό του μέσα από μονοπάτια, όπου παραμονεύουν παγίδες με αιχμηρές λέξεις ή φωλιές με τρυφερά μπουκέτα νεοσσών που αδημονούν να πετάξουν.
[…]
Οι γλάροι στις φωλιές τους
ασάλευτα μαντίλια των βράχων που δεν περιμένουν καμία αναχώρηση
[…]

Λόγος απρόσμενος, άλλοτε λιτός άλλοτε πολυσύνθετος, που βασίζεται όχι στη δύναμη μεμονωμένων λέξεων που θα έκαναν πάταγο, αλλά σε έναν απίθανο νοηματικό συνδυασμό απλών λέξεων, που σαν καλοστημένη ομάδα σύγχρονης κολύμβησης θαυμάζεις και ζηλεύεις συνάμα.
Μια πανδαισία νόμων φυσικών που αναδύονται μουσκεμένοι μετά από καταρρακτώδη βροχή συναισθημάτων.

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Λύσαμε το χειρόφρενο και πέσαμε στη λίμνη.
Το άλλο πρωί μας βρήκανε στο πίσω κάθισμα οι δύτες.

Μα πριν σωθούν
οι έντιμοι σωσίες μας
αμνήμονες τάχα και απαθείς
διέψευσαν τον έρωτα
αρνήθηκαν ότι υπήρξαμε
και στρέψανε αλλού το βλέμμα
σα να ‘μασταν άγνωστοι ή πεθαμένοι.
Μετά τη βροχή
βγήκαμε από τη λίμνη
εμποτισμένοι απάρνηση
και χωριστά επιστρέψαμε στην άνυδρη ζωή.

Κάθε ποίημα μικρό ή μεγάλο ένας ποταμός. Όσο μικρό τόσο ορμητικό, όσο μεγάλο τόσο βαθύ.
[…]
Aφού δεν είσαι τόπος
γιατί με εξαντλεί ο έρωτας σαν μακρινό ταξίδι
σε νοσταλγώ σαν γυρισμό
σε αποζητώ σαν καταφύγιο;

Πώς πηγάζω και ρέω και εκβάλλω
στο εύφορο δέλτα της κοιλιάς σου
άντρας ποταμός;
Πώς διαλαλεί το σώμα σου τα μυστικά μου
όπως τα φαράγγια τους ψίθυρους των φλύαρων νερών;
[…]

Το τέλος κάθε ποιήματος, μετά από μια συνεχή και αύξουσα συγκινησιακή πορεία, επιφυλάσσει μια μυστηριακή έλξη για βέβαιο προβληματισμό που οδηγεί, ποιητικώς αποδεδειγμένα, στο κέντρο της λύτρωσης.
[…]
Ευτυχία
το τόπι που κλωτσάω για να φύγει
κι ύστερα τρέχω να το πιάσω.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Για σφοδρά έντονες ερωτικές καταστάσεις μας μιλάει η ποιητική συλλογή της Ελένης Αλεξίου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο τίτλος-σαφώς υπαινίσσεται μια ερωτική σύζευξη- κάτι πολύτιμο και βαθύ ξυπνάει μέσα μας. Συχνά ακούμε τη φράση ότι όποιος ερωτεύτηκε γίνεται εν δυνάμει ποιητής. Αναμφίβολα έρωτας και ποίηση έχουν στενή σχέση και συνάφεια. Ο Μπρετόν υπενθυμίζει ότι τα γνήσια ποιήματα έχουν τη δύναμη να «διατηρήσουν την ύπαρξη» με την ομορφιά και την αλήθεια τους. Όμως το ίδιο κάνει και ο έρωτας που έχει την ισχύ να μας εξυψώνει σε κάτι σπάνια όμορφο και υψηλό. Γοητευμένοι ήδη από τον τίτλο προχωρούμε στα ποιήματα της Αλεξίου, τα οποία εξίσου μας γοητεύουν με την γνησιότητα, την πρωτοτυπία, την λιτή και ουσιαστική τους δύναμη.
Η συλλογή χωρίζεται σε δύο ενότητες με τους τίτλους «Κηδείες εντόμων» η πρώτη, και «Τα ποιήματα που γράψαμε μαζί» η δεύτερη- που δίνει και τον γενικό τίτλο στο βιβλίο. Υπάρχει μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στις δύο ενότητες, όπως ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο, τη νάρκη των επιθυμιών και την αναγέννησή τους, τη μοναξιά και την ευδαιμονία. Στην πρώτη ενότητα ένας ερωτικός δεσμός οδηγείται στο τέλος του, με την οδύνη και τον πόνο που αυτό συνεπάγεται. Στη δεύτερη περιγράφεται όλο το φάσμα ενός νέου παθιασμένου και φλογερού έρωτα. Αναμφίβολα η γραφή της Αλεξίου συναρπάζει περισσότερο στη δεύτερη ενότητα, που είναι η εκτενέστερη, η πιο σημαντική.
Εντυπωσιάζει η φρενίτιδα, οι πυρπολήσεις της έκστασης, η μέχρι τρέλας αφοσίωση που είναι το ίδιο μανιακή και στους δύο εραστές, το δηλώνουν οι στίχοι: «Θα ξαπλώσω στο τραπέζι Θα ξαπλώσεις επάνω μου και θα μας δειπνήσει Ένας ανθρωποφάγος Έρωτας». Υπάρχουν διακυμάνσεις στην ερωτική αφήγηση, που πέρα από την ποικιλομορφία των αισθημάτων που αναδύονται, συντελούν στην αδιάπτωτη ένταση των στίχων. Στην αρχή οι εραστές λόγω κοινωνικών συμβάσεων πρέπει να κρατούν τα προσχήματα, να παραμένουν εγκρατείς και να συμπεριφέρονται με ευπρέπεια στις όποιες συναντήσεις τους ανάμεσα σε άλλους. Βέβαια, κάποια στιγμή αποφασίζουν να βάλουν τέλος στις αναβολές και να βρεθούν μόνοι τους, όπου πλέον όλη η συσσωρευμένη ενέργεια του πάθους θα εκραγεί εκλύοντας το μεγαλείο της ένωσης σώματος με σώμα- η κλινοπάλη σφραγίζει το ανεξίτηλο δέσιμό τους. Είναι συγκλονιστικό το ποίημα «Οίστρος», όπου η ποιήτρια τρέχει να συναντήσει τον εραστή: « έρχομαι με το ποδήλατο καταπίνοντας κουνούπια και γύρη/κυοφορώντας οργασμούς/ τρέχοντας στην κατηφόρα δίχως φρένα/ με χέρια ανοιχτά με κλειστά μάτια/-αν σκοτωθώ στο τέλος του δρόμου/θα πουν ότι ήμουν μια γυναίκα που πέθανε από έρωτα».
Επειδή πρόκειται για ακαριαίο έρωτα, κεραυνοβόλο σαν θάνατος, το σώμα και οι αισθήσεις απελευθερώνονται στο έπακρο. Φιλιά, αγγίγματα, θωπείες, εναγκαλισμοί περίτρανα διοχετεύουν τη μοναδική χάρη και την απαράμιλλη έξαρσή τους, και η συνεύρεση των δύο εραστών προσλαμβάνει ένα χαρακτήρα μυητικής τελετουργίας. Παραθέτω τους αισθαντικούς στίχους από το ποίημα «Αφού δεν είσαι τόπος»: «Πώς πηγάζω και ρέω και εκβάλλω/στο εύφορο δέλτα της κοιλιάς σου/άνδρας ποταμός;/Πώς διαλαλεί το σώμα σου τα μυστικά μου/όπως τα φαράγγια τους ψιθύρους των φλύαρων νερών;».
Αν ο άνδρας ως εραστής είναι πολυπόθητος, τόσο που η απουσία του να είναι η πιο σκληρή τυραννία, άλλο τόσο παντοδύναμη στην καρδιά του είναι και η γυναίκα ως ερωμένη του. Την κοιτάει γονατιστός με λατρεία, και από την τόση αγάπη του γι’ αυτήν φτάνει να την φοβάται. Είναι πολύ εντυπωσιακό το ποίημα «Μητριαρχία του έρωτα», όπου η ερωμένη επιθυμεί να γεννήσει τον εραστή της και να τον θηλάσει με «ένστικτο λύκαινας». Οι εναλλαγές τρυφερότητας και ερωτικής σαρκολαγνείας καθιστούν το ποίημα από τα πιο συγκλονιστικά της συλλογής.
Όπως κάθε διαδικασία αλήθειας, ο έρωτας δεν πορεύεται ανεμπόδιστα και εν ειρήνη, υπάρχουν δοκιμασίες, πόνος, επιφυλάξεις, αμφιβολίες, απουσίες, επανασυνδέσεις. Όλο αυτό το σκηνικό των βίαιων αναταράξεων εκφράζεται με κάθε ψυχολογική απόχρωση στα ποιήματα της συλλογής. Και πάλι μέσα από αυτές τις δοκιμασίες οι εραστές βρίσκουν τον νέο εαυτό τους ως μια επανάσταση μέσα στην ύπαρξη, που τους χαρίζει μια καινούργια «όραση» απέναντι στον κόσμο. Τους δίνει την αίσθηση μιας αβάστακτης πληρότητας που πλησιάζει προς κάτι το υψηλό και το θεϊκό. Γι’ αυτό η γυναίκα- ερωμένη αναφωνεί στο ποίημα «Στιγμιαίοι ορισμοί ενός εξακολουθητικού έρωτα»: «απόψε αποστήθισα τον κόσμο, κατασπάραξα τον καρπό της γνώσης ,αποπλάνησα τον δάσκαλο και μια ΑΠΟΛΟΓΙΑ, ό,τι κι αν έγινα είναι που σε αγάπησα πολύ».
Το πλούσιο υλικό των ερωτικών βιωμάτων, πολυποίκιλο σε διαβαθμίσεις, ανατροπές και εκρήξεις, αναδεικνύεται με ώριμη τέχνη στην έκφραση, εύστοχα κι ευθύβολα από την Αλεξίου. Με αυτή τη συλλογή της κατορθώνει επάξια να εμπλουτίσει το κεφάλαιο της ερωτικής ποίησης στα γράμματά μας.

 

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΤΕΥΧΟς 19 ΠΟΙΗΤΙΚΆ

Ποιήματα ερωτικά, δηλωτικά ενός έρωτα που. πλήρης ενοχών. αναζητό άλλοθι και προσχήματα για να «κρυφτεί» από τα αδιάφορα και αδιάκριτα
βλέμματα των άλλων, την ίδια στιγμή που εναγωνίως, σαν διεκδικώντας τον απαραίτητο για την ύπαρξή του ζωτικό χώρο. απεργάζεται τρόπους έκθεσης. έστω κάποιων πτυχών του στο φως Ενός έρωτα που αισθάνεται να ασφυκτιά στους υγρούς βυθούς» της σιωπής και που επιβάλλει το μοίρασμα των εραστών στα δυο: στον πραγματικό εαυτό και τον σωσία. Ενός έρωτα περιθωριοποιημένου και ανεκπλήρωτου και με βασανιστικό αποσιωπημένες, απωθημένες τις απ’ αυτόν απορρέουσες επιθυμίες.
Δε θα έλεγα ότι η ποιήτρια πρωτοτυπεί στην προσπάθεια της να κρύψει, την ίδια στιγμή που εκθέτει απερίφραστα, κάποτε μάλιστα με αξιοσημείωτη τόλμη, το ερωτικά πάθος που την ταλανίζει πνευματικά και σωματικά. Όλα όσα μετέρχεται για να καταστήσει τον λόγο της
κρυπτικό. να του προσδώσει την κατά την άποψή της ασάφεια, αμφισημία
και ποιητική δραστικότητα και δραματικότητα -περιγραφική απόδοση σκηνών, καταστάσεων, σύμβολο και οι αλληγορίες- είναι περισσότερο ή λιγότερο εύκολα αναγνωρίσιμα και μάλλον αποκαλυπτικά της εικαζομένης πρόθεσής της να μη γίνει ευθέως αποκαλυπτική. Η έλλειψη πρωτοτυπίας ωστόσο
αντισταθμίζεται -αν δεν -θεραπεύεται- κιόλας- από μια διακριτική μουσική υπόκρουση και συνάμα επικάλυψη των όσων εξομολογητικά κατατίθενται
-Σε ναρκοκρέβατο πλαγιάζω σκεπάζοντας με συρματόπλεγμα
ετοιμοπόλεμο κορμί, τολμά και λέει, φροντίζοντας παράλληλα για την άμβλυνση της σωματικά εκτεθειμένης ερωτικής στέρησης και ανάγκης της με ένα ημιδιαφανές μουσικό κάλυμμα,τίο οποίο δημιουργείται με τρόπο φυσικό και αβίαστο οπό αλλεπάλληλες, κυματοειδεις, εφορμήσεις μνήμης πραγματοποιημένων, ματαιωμένων ή και -φαντασιωμένων- ερωτικών επιθυμιών. Κυρίως, όμως, δημιουργείται με τη σύμπραξη ενός απολύτως σωματοποιημένου κενού απουσίας με τη δραστική και ποιητικά αποτελεσματική σύμπραξη του απόντος ερωτικού -αντικειμένου-, το οποίο ερεθίζει, ωθεί τα ποιητικό υποκείμενο σε αναβιώσεις κοινών ή και μοναχικών
πραγματικών, φανταστικών η ονειρικών, πτυχών του παρελθόντος.
Το συντροφεύει στην ανάπλαση του ιστορικού ενός αδικαίωτου έρωτα που έμεινε να αιωρείται στο διηνεκές ανάμεσα στο αν και το θα
το συντροφεύει ακόμη σε μιαν ελεγχόμενη συγκινησιακά περιφορά σε τόπους, χώρους και στέκια ιδιωτικά και δημόσια. όπου κάθε συζήτηση, κάθε τυχαίο άγγιγμα κάθε χειρονομία προσφέρονται για μεταγλώττιση, αφού στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά υποκατάστατα του έρωτα και βέβαια ίχνη μιας πορείας που οδηγούσε άλλοτε εν επιγνώσει, και άλλοτε ανεπιγνώστως,
προς τη φθορά.

 

ΤΟ ΦΛΑΣ

δημοσιεύθηκαν στο logotexnikesanafores.blogspot.gr, 2/12/2012

ΣΤΕΛΛΑ ΝΤΑΒΑΡΟΥΚΑ

Η γοητεία της ποιητικής φωνής της Ελένης Αλεξίου δίνεται μέσα από τα 26 ολιγόστιχα ποιήματα του «Φλας», με λιτότητα, αφαίρεση του περιττού, αποφθευγματικότητα και ευαισθησία.
Σπάνια θα συναντήσει κανείς λέξεις και φράσεις παραπανίσιες. Ακέραια μηνύματα εκτοξεύονται κατευθείαν στο θέμα και εύστοχα οδηγείται ο αναγνώστης στη σκληρή πραγματικότητα της ανθρώπινης απουσίας. Η απογοήτευση στην ποίηση της Ελένης Αλεξίου, χωρίς καθόλου κοινωνικές προεκτάσεις, είναι βίωμα καθαρά υπαρξιακό. Έχει να κάνει με τον Άλλον ως συμπαίκτη στο παιχνίδι της ζωής. Είναι ποίηση προσωπική, υποκειμενική. Η ποίησή της εδράζεται στο βίωμα, στη μνήμη, στην πλήρωση ή τη στέρηση, σε μια σκευή μελαγχολίας, αλλά όχι και απόγνωσης. Γι αυτό και η απογοήτευση γίνεται μέρος της διαδικασίας ωρίμανσης προσωπικής και ποιητικής.
Αν συμφωνήσουμε με τον ορισμό του Μαξ Σέλλερ ότι ο έρωτας είναι η κίνηση από το μη είναι στο είναι, εύκολα θα συμφωνήσουμε και στο ότι είναι και ο σκοπός που όλοι ζητάμε. Απλώς στην ποίηση της Ελένης Αλεξίου αισθάνεσαι ότι μπορεί να βρεθεί, μπορεί και να χαθεί. Και μάλλον το να μη βρεθεί ή να χαθεί είναι και το πιθανότερο. Η επιθυμία για μια τέτοιου είδους οικειότητα είναι εις το διηνεκές.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΡΑΝΙΩΤΗΣ

Σ’ έναν επιφανειακό, ρηχό κόσμο η Ελένη Αλεξίου έρχεται να μας υπενθυμίσει, με την πρώτη της ποιητική συλλογή «Το Φλας», την ουσιαστική παρουσία της χαρμολύπης που ευδοκιμεί σε κάθε έκφανση της ζωής μας, πόσο μάλλον στον έρωτα. Η ερωτικότητα του πόνου και της χαράς και η ευαισθησία που διασώζεται σε κάθε άνθρωπο, δίνονται μέσα από την αισθαντική ματιά της ποιήτριας, που αποκαλύπτει την αρμονία των αντιθέσεων στον έρωτα, όπως τον βιώνουμε όλοι μας.
Ολιγόστιχος ο ποιητικός κόσμος της. Η ποιήτρια χρησιμοποιεί λέξεις απλές, καθημερινές χωρίς περιττές ωραιολογίες κι ανούσιους εντυπωσιασμούς. Ομιλεί αβίαστα με αισθαντική πειστικότητα. Τα ποιήματά της έχουν έναν εσωτερικό ρυθμό που διευκολύνει την είσοδό τους στη μνήμη του αναγνώστη.
Λιτή, απέριττη, μα τόσο αληθινή η πένα της Ελένης Αλεξίου. Η ευαισθησία και η έμπνευση είναι τα δυνατά σημεία της ποίησης της νέας δημιουργού. Γι αυτό και είμαι σίγουρος ότι θα έχει ανοδική πορεία στον Νεοελληνικό Παρνασσό.

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

νασια

 

Γεννήθηκε στην Κύπρο το 1979. Σπούδασε Νομική και Διεθνές Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αντικείμενο με το οποίο ασχολείται επαγγελματικά. Είναι μητέρα της Μυρτώς.
Διηγήματά της έχουν περιληφθεί στη συλλογική έκδοση: «Η πόλη αυτή τη νύχτα» (Poema, 2014) και έχουν, επίσης, δημοσιευθεί σε έντυπα (Cadences, The Books’ Journal) και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά (poema, bibliotheque, falaina, frear, popaganda). Το 2017 εκδόθηκε η πρώτη της συλλογή διηγημάτων, με τίτλο «Περιττή ομορφιά» (εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα).

 

βιβλιο

 

ΠΕΡΙΤΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ (2017)

Δώδεκα διηγήματα απαρτίζουν το πρώτο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου.
Οι δώδεκα ιστορίες περιστρέφονται γύρω από ένα. κάθε φορά, πρόσωπο, το οποίο παρουσιάζεται σαν αποσπασμένο από τους άλλους ανθρώπους, έξω από κάποιο καθιερωμένο πλαίσιο. «Έχει πάντα την αίσθηση πως περπατά μόνη, ειδικά σήμερα, ολομόναχη στον κόσμο», διαβάζουμε στο διήγημα «Μια ευθεία», ενώ στη «Σχετικότητα»: «Κατέβαζε τα σκουπίδια, είχε γείτονες, τους απαντούσε· τους απαντούσε Όλα καλά». Χάρη στη συντομία, την ακρίβεια και τον ρυθμό τους που τα διηγήματα της συλλογής καταφέρνουν να αποτυπώσουν ή να υποδηλώσουν οριακές και απόλυτα προσωπικές για την ανθρώπινη ύπαρξη στιγμές, όπου ένα άτομο βρίσκεται σε πλήρη δοκιμασία ή πλήρη μοναξιά ή σε πλήρη ρήξη με τον υπόλοιπο κόσμο.
Η συγγραφέας καταπιάνεται με φαινομενικά «ασήμαντες» καταστάσεις, αποσκοπώντας όχι τόσο στο να διεισδύσει σε «σημαντικά» ή «σημαντικότερα» ζητήματα, όσο στο να αναδείξει ότι η ζωή ενυπάρχει, ενδεχομένως και με μεγαλύτερη ένταση, σε αυτά ακριβώς τα «μικρά»: τις απροσδόκητες φευγαλέες, ασύνδετες, ασυνάρτητες ή ανομολόγητες λεπτομέρειες της πράξης ή της συνείδησής μας. Ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα της κηδείας του παππού, η ασφυκτική ζέστη μέσα σ’ ένα καθηλωμένο αυτοκίνητο σε μια διάβαση πεζών, η πρώτη νυχτερινή περιπολία
ενός αστυνομικού, η ξενάγηση σε έναν υπαίθριο χώρο γλυπτικής, ένα παιδί που τρέχει πίσω από τη μαμά του σε ένα πάρκο, μια γυναίκα που προσπαθεί να κατανοήσει τη θεωρία της σχετικότητας… Με αυτές και άλλες αφορμές, σε ιστορίες χωρίς ιδιαίτερη πλοκή, γνωρίζουμε ή διαισθανόμαστε κάποια λανθάνουσα ή αποσιωπημένη εκδοχή του ψυχισμού του προσώπου -του πρωταγωνιστή ή του εαυτού μας- μια ενδότερη αλήθεια, μια ενδόμυχη καθήλωση σε έναν κόσμο στον οποίο, συνάμα, πρέπει διαρκώς
κανείς να επιβιώνει, είτε κυριολεκτικά («αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα του προσώπου το ψωμί, κατάρα. βλέπεις, κατάρα του Θεού» στο διήγημα «Ανάποδα») είτε με όρους ταυτότητας και ιδιοπροοωπίας («Εγώ ο πρώτος νεκρός Εγώ τα παιδιά και τα κεντήματα μου», στο διήγημα «Στο φως»).
Παρόλο που η συγγραφέας εκκινεί από διαφορετικούς θεματικούς άξονες ολόκληρη η συλλογή συγκροτείται ως ενότητα με άξονά της τη γυναικεία φιγούρα και τη διαχρονική σύνδεσή της με την αρχετυπική μορφή της Εύας την οποία ωστόσο επεκτείνει ή ανατρέπει. Ταυτόχρονα, ενώ αξιοποιούνται ποικίλες τεχνικές αφήγησης, το βιβλίο χαρακτηρίζεται συνολικά από τη χρήση συμβόλων και μεταφορικών αναγωγών, από την ποιητικότητα και την ποιότητα της γλώσσας και από την ένταση του πυκνού και αφαιρετικού λόγου.

 

ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

 

«Χαίρετε», είπε ο άντρας.
Ο αέρας ήταν παγωμένος, ασάλευτος, αψύς. Μύριζε λάσπη και σαπισμένα φύλλα, όχι ακόμα καπνό από οξιές, οι πυροστιές θα άναβαν σε λίγο.
Κάτω από τη χοντρή ζακέτα της —θα ’μοιάζε ίσως με σκιά πού γλιστράει μες στο σύθαμπο— βάδιζε γρήγορα προς τα κλουβιά. Όσο βαριά κι αν ήταν τα κιλίμια που ’ρίχνε πάνω τους, είχε πουλιά πεταρούδια, κουνέλια με μάτια μισόκλειστα- μακάρι να τα ’βρίσκε κουρνιασμένα το ένα στ’ άλλο, να ’χαν βαστάξει. Μονάχα τα βήματά της άκουγε ν’ αντηχούνε όσο σίμωνε. Ακόμα οι κραξιές, οι συριγμοί και τα φτερουγίσματα. Η μέρα χάραζε αβρή, σαν κάθε μέρα.
«Χαίρετε», της είπε κι ο πετεινός τινάχτηκε.
Πώς βρέθηκε μπροστά της, από πού, τί γύρευε εδώ στη γη της, τι τέτοιαν ώρα, ποιος ήταν ό ξένος;
«Χαίρετε», ξανάπε εκείνος.
Το χέρι της κύλησε αργά στην τσέπη κι έσφιξε τον μικρό σουγιά που κουβαλούσε, άλλοτε για τα φθαρτά, άλλοτε για τα ζιζάνια.
«Μη φοβάσαι», της μίλησε πάλι. Η αχλή σάμπως ν’ αραίωσε κι η λιγνή μορφή αχνοφάνηκε απέναντι της. «Τον άντρα σου ψάχνω.»
Ο παγωμένος αέρας αντιλάλησε συλλαβιστά τις λέξεις κι η γυναίκα αποκρίθηκε, σαν να υπάκουε σε διαταγή ή σε στερνή επιθυμία, φωνάζοντας δυνατά τ’ όνομα τού άντρα της.
Μια κίσσα σφύριξε την ίδια ώρα.
Καθώς ο άντρας πήγαινε σκυφτός στους στάβλους για το πρώτο άρμεγμα, έστρεψε το κεφάλι κι αντάμωσε από μακριά το βλέμμα της γυναίκας του. Πότε πρόλαβε και τη ζύγωσε, πότε έβαλε το κορμί μπροστά απ’ το δικό της, πότε η πάχνη παραμέρισε και φάνηκαν χλωμές οι πρώτες ηλιαχτίδες.
Έβγαλε τότε μια κραυγή: «Τί γυρεύεις εσύ μέσα στους ζωντανούς;
Με τα χέρια μου τράνταξα το σώμα σου και δε λύγιζε… Με τα δάχτυλά μου άγγιξα τη φλέβα σου και δε χτυπούσε… Με τα μάτια μου είδα τα πόδια σου μελανιασμένα, το πρόσωπο κάτωχρο…»
Λάλησε δεύτερη φορά ο πετεινός και σκίστηκε ο αέρας.
Ένα φορτηγό περνούσε από τον δρόμο κείνη την ώρα και μερικά άδεια κιβώτια ανεβοκατέβαιναν σκορπίζοντας ολόγυρα έναν τσίγκινο ήχο. Στα κλουβιά οι κότες αναπηδούσαν κι οι κατσίκες βέλαζαν στους στάβλους. Απ’ τις υδρορροές έσταζε νερό. Η γυναίκα έμενε γραπωμένη στο σώμα του άντρα της. Και, πίσω απ’ όλα, το ποτάμι κύλαγε αθόρυβα.
«Μη φοβάσαι», είπε ο ξένος. «Δεν ήρθα για πολύ. Ούτε για κακό ήρθα. Ποτέ για πολύ και ποτέ για κακό δεν ερχόμαστε.»
«Μη μιλάς, μη! Ήσουνα ζαρωμένος στο βαθούλωμα», απάντησε ο
άντρας, «δεν ήτανε για να ξαναμιλήσεις».
Δειλά η γυναίκα κοιτούσε τα μάτια που αντίκρυ της τρεμόπαιζαν —
αδρά, υγρά, μάτια του κόσμου τούτου. Ήταν τα ίδια σκούρα μάτια με του κοριτσιού που, λίγες μέρες πρωτύτερα, τυλιγμένο στο πανωφόρι του, είχε φέρει ο άντρας της από τις όχθες κοντά στο πέρασμα. Τάλα τους είπε πως τη λέγανε, μπορεί και Τάρα — το «ρ» φαίνεται πως δεν το ’χε πει ακόμα. Ένα βήμα στο πλάι έκανε τότε η γυναίκα, ξεσφίγγοντας τον σουγιά στην τσέπη της. «Αν ήρθες για την κόρη σου, δεν την έχουμε πια μαζί μας, άλλα είναι καλά.»
Τα λόγια της γλύκαναν σαν μύρο την παγωνιά και με μάτια πιο υγρά
απάντησε ευθύς ο ξένος: «Ήμουν εκεί, όλα τα είδα, το παιδί μαζεμένο δίπλα στο κουφάρι μου, σκοτάδι πίσσα, κι εγώ ούτε ένα χάδι, ένα νανούρισμα, να πέφτει η νύχτα, η πάχνη, να τρέμει το παιδάκι, κάπου να φωλιάσουνε τα δάχτυλά του, ύστερα η αυγή, ο θόρυβος του αυτοκινήτου, κάποιος να μας βοηθήσει, φώναξα’ στ’ αλήθεια φώναξα, κι ας ξέρω πώς δεν έχουν ήχο οι ψυχές- όμως μπορεί ένας Θεός να τις ακούει.»
«Μια κουκκίδα ήταν, μια τοσηδά σκιά ανάμεσα στις άλλες, πλάι στο
ποτάμι, εκεί στο πέρασμα.» Έτσι αποκρίθηκε ο άντρας. «Ο Θεός το
θέλησε, δεν ήτανε για να χαθεί. Πάμε τώρα μέσα, ξένε, μη στέκεις άλλο
στην παγωνιά.»
Στην κουζίνα η γυναίκα είχε νερό που κόχλαζε, θα ’κόβε φύλλα μέντας απ’ τις γλάστρες της στο λιακωτό, θά του ’φτιάχνε τσάι γλυκό, πολύ γλυκό, όπως το φτιάχνουνε στον τόπο του, να καρδαμώσει.
«Δεν έχει παγωνιά εκεί που θα περάσω, για μένα πια τελείωσαν τα
πάθια κι οι καημοί», απάντησε ο ξένος. «Μονάχα θα ’θελα, πριχού διαβώ,
τα γόνατά σας να αγκάλιαζα, να σας φιλούσα τις παλάμες. Ξέρω όμως
πως δεν γίνεται οι πεθαμένοι ν’ αγγίζουνε τους ζωντανούς.»
Τρίτη φορά λάλησε ο πετεινός, θρόισαν τα κυπαρίσσια στα χωράφια
αντίπερα, το κάλεσμα της καμπάνας έφτασε μερωμένο από το βάθος
του χωριού. Στους στάβλους τα ζώα δεν άντεχαν να περιμένουν άλλο. Ό άντρας κι η γυναίκα είχαν να ετοιμαστούνε για τη λειτουργία. Ξημέρωσε. Κυριακή.
«Σούκραν*», ήταν ή τελευταία λέξη πού άκουσαν.
«Σούκλαν», είχε πει δειλά και η Τάλα, που, από όλες τις σκιές, σκιές που χάνονται, εκεί, εδώ, στο πέρασμα, εκείνη ακόμα δεν ήτανε για να χαθεί.

* Σούκραν (Αραβική λέξη). Ευχαριστώ

 

ΑΝΑΠΟΔΑ

Κοιτώντας χάμω.
Έμειναν αντικριστά.
Ολάνθιστη μια κιτρομηλιά* στο πεζοδρόμιο.
Η σειρήνα του περιπολικού.
Για μερικές σοκολάτες.
Ρεύμα κρύου αέρα.
Η ντροπή στα σώματά τους.
Για μερικές σοκολάτες.

Από μέσα είχαν πεταχτεί τρία πακέτα τσιγάρα και μερικές σοκολάτες.
Η νάιλον σακούλα ανάμεσα, τριγύρω σκορπισμένες καραμέλες, κίτρινες, πράσινες, μπλε, κομμάτια από γυαλί, τσίχλες, γαριδάκια, χυμοί, ένα σταντ πεσμένο χάμω. Κοίταζαν χάμω.
Αναψοκοκκινισμένοι και οι δύο, αποκαμωμένοι
.
Κάθισε κι αυτός στο πάτωμα με την πλάτη στον απέναντι τοίχο.
Η καρδιά του κόντευε να σπάσει.
Δεν έβγαλε τσιμουδιά.
Η πόλη θα του φαινόταν κάποτε παράδεισος.
Ένα παιδί, σχεδόν παιδί.
Σύρθηκε κι ακούμπησε στον τοίχο.
Ένα παιδί ήτανε.

«Στάσου. Κοίταξε εκεί. Λοξά, εκεί, στο ψιλικατζίδικο. Τί γυρεύει μισάνοιχτη ή πόρτα τέτοια ώρα; Πάω να ρίξω μια ματιά. Ναι, εγώ. Εσύ μείν’ εδώ. Τον βλέπεις; Εσύ μείνε, ειδοποίησε. Εγώ τρέχω. Να τος, εκεί, μέσα, ένας είναι, στο βάθος, μόνος του, τον βλέπω καλά, δυο βήματα το μαγαζί όλο κι όλο, κρατά μια σακούλα, κάνει να σκαρφαλώσει, είναι στενό το παράθυρο, δε θα χωρέσει, τον έφτασα, έλα δω, πού θα πας, δε μου ξεφεύγεις, ρε μπαγάσα, στα πράσα πιάστηκες, στη φάκα, πού νομίζεις πως θα πας ρε, τον τραβώ απ’ το μανίκι, τον αρπάζω απ’ τον ώμο, γλιστράει, τον πιάνω απ’ τη μέση, μια σταλιά μέση, γλιστράει πάλι, τί ’ναι τούτος, τον κρατάω, τον κρατώ γερά, πώς κλοτσάει έτσι ο άτιμος, χέρια-πόδια το κεφάλι του, τινάζεται ισαπάνω, κάτσε κάτω, κάτσε σου λέω, βρομοαράπη, κάτσε, τον πιάνω τώρα απ’ τα μπράτσα, του ρίχνω μια στο στόμα, πέφτει στο πάτωμα, τού περνώ τις χειροπέδες.»

Με τα καλά της.
Η πόλη.
Πάτησε γκάζι.
Η πόλη τη νύχτα.
Έβαλε ταχύτητα.
Πώς θα ’ταν η πόλη με τους ανθρώπους να φορούν τα καλά τους;
Αναρωτήθηκε πώς θα ’τανε.
Γύρισε το κλειδί.

Δουλειά.
Και πώς αλλιώς θα σπούδαζε το κορίτσι του;
Πώς θα τα έβγαζαν πέρα;
Στην αστυνομία νυχτέρια, μεροκάματα το πρωί.
Ένα παιδί ήτανε, σχεδόν παιδί.
Έπειτα δουλειά, μόνο δουλειά.
Η πόλη του φαινόταν τότε παράδεισος.
Ένα παιδί ήτανε όταν πρωτοήρθε.
Δεν θυμάται από πότε είχε να κατέβει βραδιάτικα στην πόλη.
Μπαίνει στο αμάξι.

Άνοιξη δείλι γεννήθηκε.
Αυτή η μυρωδιά του θύμιζε την κόρη του.
Είχε φεγγάρι, μοσχοβολούσαν οι κιτρομηλιές.
Βγήκε έξω.
Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη.
Βούρτσισε τα παπούτσια, έδεσε τα κορδόνια, πέρασε τη ζώνη του.
Έβαλε ριγέ πουκάμισο και το μοναδικό του τζίν παντελόνι.
Τί φοράνε σε τέτοιες περιπτώσεις;
Πασαλείφτηκε με κολόνια.
Ξυρίστηκε.
Νερό.

«Πώς είσαι, κορίτσι μου; Στη δουλειά σε πετυχαίνω; Μα ακόμα δουλεύεις; Ναι, η διαφορά στην ώρα, το ξέρω, αλλά και πάλι αργά δεν είναι;
Εντάξει, δε γκρινιάζω. Σου τα ’λεγα όμως, να ’βρισκες κάτι εδώ, συγυρισμένα πράγματα, εδώ, κοντά μας. Να δεις πώς φούντωσαν οι κιτρομηλιές στον κήπο! Καλά, δεν ξαναρχίζω, ένα αστείο έκανα, μη θυμώνεις. Οι τρελοί σου καλά; Πώς αλλιώς να τους πω, βρε κορίτσι μου;
Εντάξει, η δουλειά σου είναι, το ξέρω, μη θυμώνεις. Εντάξει, γι’ άλλο σε πήρα.
»Απόψε βγαίνω την πρώτη μου περιπολία. Μάλιστα, εγώ. Τώρα
στα γεράματα, ναι, θα το ζήσω κι αυτό. Καταργήσανε τις κρατικές φρουρές, θέλουνε, λέει, ιδιώτες. Κι έτσι, στο άψε-σβήσε, μάς έδωσαν άλλα καθήκοντα.
»Τί να γίνει, αυτά έχει η δουλειά, αυτά είχε πάντα, με τον ιδρώτα
του προσώπου το ψωμί, κατάρα, βλέπεις, κατάρα του Θεού.
»Μην ανησυχείς, όχι, δε θα ’μαι μόνος. Μα, κι έτσι να ’ταν, κρατιέται ο γέρος σου, ακόμα κρατιέται. Το άλλο δε σ’ το ’πα, θα είμαστε
υπό κάλυψη. Με πολιτικά, μάλιστα. Να ήσουν εδώ να με καμάρωνες!
«Γελάς, κορίτσι μου, γελάς, πάντα να γελάς. Ναι, παιδί μου, σε
ζητάνε, κλείνω, ναι, ακούω πού σε φωνάζουν, τ’ ακούω, κι ας μην καταλαβαίνω γρι. Μια λέξη ξέρω μόνο απ’ αυτή τη γλώσσα, “chocolates”,
ναι, από τότε τη θυμάμαι, τότε που τρέχαμε ξοπίσω στους Εγγλέζους,
μωρά ακόμα, για μερικές σοκολάτες. Για μερικές σοκολάτες.
«Γεια σου, κορίτσι μου. ’Εσύ να προσέχεις. Εσύ.»

* κιτρομηλιά Η νερατζιά στα Κυπριακά.

 

ΔΥΟ ΓΑΤΕΣ

Είναι το σπίτι μου. Στο κέντρο του δυο γάτες. Δεν ξέρω το φύλο τους.
Τις φωνάζω «Άννα».
Η μία παρδαλή. Με λευκό φουντωτό τρίχωμα, αφήνει σημάδια όπου
κι αν τρίβεται. Και με κανελιές βουλές, σαν σκορπισμένες λίμνες, μπορεί σαν αραιωμένα σύννεφα, μπορεί σαν πεσμένα φύλλα.
Στο χρώμα της στάχτης η άλλη — χρώμα σκούρο, παχύ, ομοιογενές. Με μακριά μουστάκια κι έντονα μάτια —κατάμαυρες κόρες, ίδιες
πευκοβελόνες, κατάμαυρα φρύδια, τεντωμένες χορδές— που με ακολουθούν.
Με ακολουθούν καθώς αυτή περπατά ολόισια, ανασηκώνοντας ένα- ένα τα πόδια. Κάθε της κίνηση ακριβής, αυτοτελής, σίγουρη, αλλά και
σε απόλυτη αρμονία με την επόμενη· θυμίζει σχοινοβάτη, θυμίζει χειρουργό η μπαλαρίνα. Η άκρη της ουράς ανασηκωμένη, ευθυγραμμισμένη η ραχοκοκαλιά, στητό το κεφάλι, τα αυτιά της ακονίζουν τον αέρα, καραδοκώντας. Ξύνει τον τοίχο και λυγίζει επιδέξια περνώντας κάτω από την καρέκλα ή πηδώντας στο σκαμπό πλάι στο κλειδωμένο παράθυρο. Η κουρτίνα θροΐζει, αυτή σταματά τότε απότομα, εστιάζει, κυρτώνει τη ράχη- τίποτε δεν μπορεί να πλησιάσει, περιφρουρεί τα σύνορά μας. Άγρυπνη. Τα μάτια της δυο καθρέφτες —γνώση: το καλό ή το κακό— που αντανακλούν στο σκοτάδι.
Η άλλη γέρνει νωχελικά στον καναπέ μισοκλείνοντας τα βλέφαρα.
Ρονρονίζει ξαπλωμένη ανάσκελα και αλλάζει θέση ανάλογα με το πού
πέφτει ο ήλιος. Κυλιέται και γραπώνεται από τα κρόσσια. Βγάζει έπειτα
γλώσσα και πιάνει να γλείφεται από τα μαξιλαράκια των πελμάτων μέχρι το κεφάλι, στο σβέρκο, στην κοιλιά, ανάμεσα στα σκέλια. Η κίνησή της θυμίζει βρύα που κυματίζουν, ολόκληρη μια λίμνη, μπορεί σύννεφα που πάλλονται, μπορεί φύλλα πού ξεσηκώνουν το χώμα.
Απλώνω τα δάχτυλα, τα κοφτερά δοντάκια της γαντζώνονται στο δέρμα μου, τραχιά ηδονή το σύρσιμο της γλώσσας της τα ποδάρια της τυλίγονται γύρω από το χέρι μου, το κορμί της συστέλλεται, κορμί και χέρι πια δεν ξεχωρίζουν, σπαρταρούν ρυθμικά. Σπαρταρούν ρυθμικά οι κουρτίνες, το παράθυρο ανοίγει —ζωή — , οι κουρτίνες ξεχύνονται, χρώματα.
Η άλλη σέρνεται κροταλίζοντας. Κάθεται στα πισινά πόδια και στήνει το σώμα της παράλληλα στο δικό μου. Η σκιά μου πέφτει πάνω της και παίρνει το καθαρό, αλύγιστο σχήμα της. Η άλλη νιαουρίζει ζωηρά και συνεχίζει να πιπιλά τα δάχτυλά μου, τρίβει τη μουσούδα της στον λαιμό μου, ξετυλίγει ανάμεσα στα πόδια μου κουβάρια χρωματιστό μαλλί. Η άλλη δείχνει τα νύχια της, βγάζει μικρούς υπόκωφους ρόγχους και μου φέρνει έναν πνιγμένο ποντικό. Η άλλη συνεχίζει ξέπνοη να κλώθει ολόγυρά μου χρωματιστό μαλλί. Η άλλη στοιβάζει μπροστά μου κι άλλους πνιγμένους ποντικούς. Η άλλη κι άλλο μαλλί. Η άλλη κι άλλους ποντικούς.
Πώς βρέθηκαν τόσοι ποντικοί μέσα στο σπίτι μου — είναι αυτό το σπίτι μου; Το κεφάλι μου βουίζει, θέλω να βγω έξω, κλειδωμένα τα
παράθυρα, χρειάζομαι σώμα — ποιο είναι το σώμα μου; Τα παράθυρα
ορθάνοιχτα, ρουφούν τον αέρα μου, θέλω να βγω έξω, ανοίγω το στόμα — είναι αυτό το στόμα μου; Κανένας ήχος — ποια είναι ή φωνή μου; Χώνω τα δάχτυλα στο λαρύγγι- φτύνω χρωματιστούς κόμπους, φτύνω διαμελισμένους ποντικούς. Θέλω το έξω, το έξω μου.
Απλώνω τα χέρια στο δέντρο — ποιο δέντρο είναι αλήθεια αυτό; Δυο
δέντρα, δυο γάτες σκαρφαλώνουν στα δέντρα, ζωή, γνώση, η μια κι άλλο μαλλί, ή άλλη κι άλλους ποντικούς, βλέπω τα χείλη μου να σχηματίζουν ένα όνομα, βλέπω τα χέρια μου ν’ ανεβαίνουν πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις γάτες, βλέπω ένα ξίφος, βλέπω τώρα το ξίφος να πέφτει με φόρα.

Ξέρω πως αμέσως μετά δεν θα υπάρχω.
Ποιό είναι το όνομά μου;
Πετάγομαι.
Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα.
Με λένε Ένα.

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

Δρ. ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Στο τελευταίο διήγημα της συλλογής Περιττή Ομορφιά της Νάσιας Διονυσίου (Αθήνα: Το Ροδακιό 2017), το οποίο τιτλοφορείται «Στην Έξοδο» (σσ. 52–56), μια γυναίκα κινείται προς την άκρη μιας ξύλινης προβλήτας. Η κίνηση αυτή έχει κάτι από τη βιβλική Έξοδο· είναι η απαραίτητη τελική δοκιμασία, που απαιτείται πριν από την απόλαυση της μεγάλης Επαγγελίας, της μετάβασης σε έναν άλλο κόσμο, όπου «άφθονο θα ρέει το μέλι και το γάλα» (σ. 54). Πριν περάσουν, όμως, οι άνθρωποι στη νέα αυτή σφαίρα της ύπαρξής τους, πρέπει να ρίξουν στο νερό το ένα πράγμα που θα ήθελαν να μεταφέρει η θάλασσα ­­— μια προσωποποιημένη δύναμη, περισσότερο σκοτεινή παρά σωτήρια — στον νέο τους κόσμο.

Η γυναίκα δεν κουβαλάει τίποτα, παρά μόνο το παιδί που μεγαλώνει στα σπλάχνα της και το οποίο παλεύει τώρα να γεννηθεί με τους πόνους που η Κατάρα έχει επιβάλει στην ανθρωπότητα. Η γυναίκα κάνει αυτό που κανείς άλλος δεν επιχειρεί: δεν κινείται προς την έξοδο μηχανικά, σαν ρομπότ. Προσπαθεί να ελέγξει την κίνησή της, να κρατηθεί, να μην γεννήσει τώρα, να μην βασιστεί στη θάλασσα να μεταφέρει το παιδί της στον άλλο κόσμο· να κρατήσει μέσα της το παιδί και να το γεννήσει με τους δικούς της όρους, αφού άλλωστε «στον τόπο της Επαγγελίας, στον Παράδεισο, στον Κήπο της Εδέμ» δεν θα υπάρχει πόνος, θλίψη ή στεναγμός.

Τη γυναίκα τη διαχωρίζει από το πλήθος η εμμονή του διερευνητικού της πνεύματος, μια φωνή που ακατασίγαστη μέσα της κραυγάζει και αμφισβητεί τα ηγεμονικά αφηγήματα (της πατριαρχίας και του χριστιανισμού — του χριστιανισμού που κατάντησε συνώνυμος της πατριαρχίας και μιας κοσμοθεώρησης που θέλει να κάνει τη ζωή σκέτη προσμονή θανάτου). Αν όλα θα είναι τέλεια στον τόπο της Επαγγελίας, τότε τι; Όλα αυτά που ζήσαμε μέχρι τώρα ήταν μάταια, περιττά; Άραγε ο Κήπος –– που ολοένα και περισσότερο μοιάζει με την επιστροφή στην απώτατη Αρχή αλλά ταυτόχρονα και με την κατάληξη στην ύστατη γαλήνη της ανυπαρξίας –– ο Κήπος, λοιπόν, άραγε, ακυρώνει τη ζωή; Η απάντηση είναι προφανώς καταφατική. Ναι, σύμφωνα με τη δεσπόζουσα, δεσποτική αφήγηση, ό,τι υπάρχει έξω από τον Κήπο δεν είναι παρά γύμνασμα για την επιστροφή σε αυτόν, γύμνασμα που χάνει την αξία του τη στιγμή της επιστροφής. Αλλά καθώς οι ανταύγειες από το σέλας «βάφουν με φως το νερό, τον ουρανό, τη στεριά» πριν σβήσουν (σ. 56), η Γυναίκα ­­— και μαζί η συλλογή — καταλήγουν στο συμπέρασμά τους: ναι, η ζωή, αφού προέρχεται από την άβυσσο και καταλήγει στην άβυσσο, μπορεί να είναι περιττή, αλλά είναι όμορφη. Είναι Περιττή Ομορφιά.
Το καταληκτικό διήγημα της συλλογής συμπυκνώνει τα βασικά θεματικά και τεχνοτροπικά της χαρακτηριστικά. Η συλλογή αποτελείται από δώδεκα «διηγήματα»· σε λίγα όμως από αυτά ο αναγνώστης θα εντοπίσει τα γνωρίσματα της παραδοσιακής μυθοπλασίας (καμπυλοειδείς μύθους με αρχή, κορύφωση και τέλος· ολοκληρωμένους, ρεαλιστικούς, τρισδιάστατους χαρακτήρες, κ.λπ.). Πρόκειται περισσότερο για ποιητικότροπα αφηγήματα, πυρηνικές μονάχα ιστορίες, πλούσιες σε εικόνες, μεταφορές, αφαιρέσεις, αισθήσεις και αισθήματα, κάποιες από τις οποίες (π.χ. το εναρκτήριο, «Στο φως») διαβάζονται αβίαστα ως πεζά ποιήματα. Το αφηγηματικό πλαίσιο είναι πότε συγκεκριμένο (η ελληνική επαρχία, μια πόλη, ένα διαμέρισμα η Κύπρος του σήμερα), πότε αφηρημένο (ένα «κάπου»), πότε εντελώς (παρα)μυθικό ή συγχωνευμένο με το μυθικό του φόντο.

Η συλλογή κλείνει με μια πορεία προς την «Έξοδο», αλλά ανοίγει, όπως είπαμε, με μια κίνηση «Στο φως» (σσ. 9–11). Το αρχικό αφήγημα είναι το πιο ποιητικό ίσως κείμενό της. Τα δύο, αρχικό και τελικό, είναι ποικιλοτρόπως συνδεδεμένα και στο θεματικό επίπεδο. Η συλλογή είναι στην ουσία της μια συνεκτική, ενιαία αφηγηματική σύνθεση, μια κυκλική πορεία από την Απαρχή στην Έξοδο της ζωής, από το Φως στο Σκοτάδι και πάλι στο Φως (ή έστω την ανακάλυψη πως και μες στο σκοτάδι μπορεί να λάμψει για λίγο το φως, ως Σέλας). Στους ενδιάμεσους σταθμούς αυτής της πορείας διαδραματίζονται όλα εκείνα τα συμβάντα, που καθιστούν τη ζωή Περιττή αλλά Όμορφη, ακόμη και μες την ασχήμια της: ο Έρωτας, η Σεξουαλικότητα, η Μητρότητα, η Βιοτική Πάλη, η Κοινωνική Αδικία, η Μετανάστευση, η Προσφυγιά, η Επιβίωση, η Απώλεια, η Μοναξιά, η Επανασύνδεση, η Γαλήνη.

Όπως υπονοεί τόσο η «Έξοδος» όσο και το «Φως» («…καὶ ἐγένετο φῶς…») την Περιττή Ομορφιά διατρέχει ως βασικό διακείμενο η Βίβλος:

Το Βιβλίο της Εξόδου: Η Έξοδος είναι κίνηση προς τη Γη της Επαγγελίας αλλά και προς τον Θάνατο (κίνηση αντίθετη με τα διδάγματα του ενστίκτου αλλά ταυτόσημη σύμφωνα με τα διδάγματα του χριστιανισμού). Κάποτε, όπως στο τελευταίο διήγημα, γίνεται εκούσια και με μια αίσθηση αυτοδυναμίας και πληρότητας. Άλλοτε όμως, όπως «Στο πέρασμα» (σσ. 20–23), είναι κίνηση τραγική: είναι η μακρά πορεία των Σύρων προσφύγων προς τη δική τους έξοδο από την απειλή του πολέμου, η οποία επίσης προϋποθέτει τη διάβαση του υγρού στοιχείου –– μόνο που γι’ αυτούς κανείς Γιεχβά και κανείς Μωυσής δεν θα ανοίξει πέρασμα μέσα από το νερό. Στο «Πέρασμα», ο ποταμός Έβρος γίνεται άλλη Νεκρά Θάλασσα, αλλά αυτός επειδή ξεβράζει τους πρόσφυγες νεκρούς –– αν και, ως εκ θαύματος, όχι όλους: κάποιοι θα σωθούν, κάποιοι άλλοι θα επιστρέψουν προσώρας από τον κόσμο των πνευμάτων, για να ευχαριστήσουν τους αγαθούς ανθρώπους που περιέσωσαν την ελπίδα της αναγέννησης.
Η Καινή Διαθήκη και ειδικά η προσευχή του Χριστού στο Όρος των Ελαιών εμφανίζεται στο διήγημα «Γιος Γυναίκας» (σσ. 30–32), στο οποίο μαεστρικά η εστίαση μετατοπίζεται από τον αμφιταλαντευόμενο Χριστό στη Μητέρα του, από τον Ευαγγελιστή στον Ρίτσο και από τον δοκιμαζόμενο Θεάνθρωπο στον νεκρό εργάτη της Θεσσαλονίκης του 1936, τον οποίο θρηνεί σπαρακτικά η μάνα του στον «Επιτάφιο», όπως η Παναγιά τον νεκρό Ιησού, χωρίς όμως να μπορεί να ελπίζει σε Ανάσταση. Ο «Γιος Γυναίκας», όπως και το «Ανάποδα» (βλ. παρακάτω) είναι τα μοναδικά διηγήματα στα οποία η αφηγηματική φωνή είναι ανδρική· και στα δύο όμως είναι οι γυναίκες πίσω από τους άνδρες που όντως πρωταγωνιστούν. Στον πειρασμό του, ο Ιησούς της Διονυσίου αρνείται το παραδοσιακό ανδρικό πρότυπο του ηρωισμού, το οποίο ταιριαστά αρθρώνεται με πλαστά ποιητικά τσιτάτα σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, που παραπέμπουν σε ηρωικά δημοτικά τραγούδια (ακριτικά, κλέφτικα, παραλογές). Τα ποιήματα αυτά κατασκευάζουν πρότυπα για «του ανδρειωμένου το παιδί». Καθώς όμως η φωνή του Ιησού τα συμπλέκει αφενός με τον «Επιτάφιο» αφετέρου με τον «Θρήνο της Παναγιάς», είναι λες και οι γυναικείες φωνές των δύο τελευταίων ποιημάτων κατακεραυνώνουν και ματαιώνουν, ματαίως έστω, το αξιακό σύστημα που οδήγησε τα παιδιά τους στον θάνατο.
Πρωτίστως, όμως, στη συλλογή κυριαρχεί ως κεντρικό διακείμενο το Βιβλίο της Γένεσης. Η ιστορία του Κάιν και του Άβελ είναι το υπόβαθρο του πιο εκτενούς, διαπεραστικού και άρτιου από τα διηγήματα της Περιττής Ομορφιάς, του «Φράκτη» (σσ. 24–29). Το θέμα του διηγήματος είναι η υποκριτική, αδαής μας ξενοφοβία. Στις πρώτες του παραγράφους το διήγημα έχει κάτι από την ειρωνεία της πολιτικής παραβολής-αλληγορίας ενός Βασιλικού, ενός Φραγκιά, ενός Μαλεβίτση. Το βιβλικό διακείμενο του Κάιν εισάγεται στο δεύτερο μέρος –– υπέροχα υπονομευμένο: διότι, όπως και στον «Γιο Γυναίκας» πραγματικός πρωταγωνιστής της ιστορίας δεν είναι ο άνδρας που κυριαρχεί στο πρωταρχικό κείμενο, αλλά μια γυναίκα, η Μάνα: η Μάνα του Φονιά και η Μάνα του Νεκρού, που εν προκειμένω είναι βεβαίως μία και η αυτή.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ: αυτή η μορφή, στις ποικίλες μυθικές και κοινωνικές υποστάσεις της, είναι ο κεντρικός πρωταγωνιστής των αφηγημάτων της Περιττής Ομορφιάς. Πάντοτε (σχεδόν) ανώνυμη, αλλά πάντοτε τοποθετημένη σε ευδιάκριτα ρεαλιστικά πλαίσια, τα οποία όμως προβάλλονται στην προοπτική του μύθου και δη του βιβλικού. Γιατί το αρχέτυπο της Γυναίκας που διατρέχει τη συλλογή είναι εκείνο που κυριαρχεί στο ιουδαιοχριστιανικό φαντασιακό, η Εύα:

Η Εύα ως η εκπεπτωκυία δύναμη της απόκλισης από τα Πατριαρχικά προτάγματα και τις Αρσενικές επιταγές, που επισύρει εις βάρος και του Αρσενικού τη θεϊκή οργή και δέχεται ως ποινή για την υπερβασία της «τα πάθια και τους καημούς του κόσμου» (η φώκια του Παπαδιαμάντη που μοιρολογεί καθίσταται ένα ακόμη αρχέτυπο αυτής της εκδοχής του Θηλυκού): τους πόνους της γέννας, τον σπαραγμό της μάνας που στερείται το παιδί της («Γιος Γυναίκας», σσ. 30–32· «Ο φράκτης», σσ. 24–29), την ανάγκη της καρτερικής υποταγής στην ανδρική βιαιότητα («Τα κλειδιά», σσ. 16–19), τον κοινωνικό ρατσισμό και τη μοναξιά εξαιτίας μιας ασήμαντης φυσικής ατέλειας («Μια ευθεία», σσ. 37–40).
Είναι όμως επίσης και μια άλλη Εύα, η ασυγκράτητη δύναμη της γυναικείας σεξουαλικότητας, η επιθετική, λυτήρια Ορμή του Θηλυκού, η Γυναίκα που οι άνδρες θέλουν να παραμερίσουν ως επικίνδυνη, άτοπη, «τρελή», να τη δαμάσουν ενσωματώνοντάς τη βίαια στις δικές τους δομές, να την καταστήσουν ήμερο κατοικίδιο («Δυο Γάτες», σσ. 41–43). Αλλά εκείνη επιστρέφει σε όλο της το γυμνό μεγαλείο πίσω στον Κήπο της Εδέμ, για να διεκδικήσει όσα της στερήσανε («Ζωντανή Γυμνή Γυναίκα», σσ. 12–15). Η Γυναίκα ως Λίλιθ, το Αρχέτυπο πριν από το Αρχέτυπο του Θηλυκού, το σύγχρονο φεμινιστικό σύμβολο, που εξορίζεται τόσο από τον κήπο της Εδέμ όσο και από το βιβλίο της Γενέσεως. Εξορίζεται, εξορκίζεται, αλλά δεν εξαφανίζεται και είναι έτοιμη να βυθίσει ακόμη και το ξίφος στο στήθος της, να θυσιάσει το φθαρτό σώμα που έχει γίνει σῆμα της ψυχής της, φυλακή χτισμένη από το Αρσενικό, προκειμένου να αποτάξει το δοτά ονόματα («Άννα», «Αθανασία») και να επιστρέψει στο μόνο όνομα που της ανήκει: «Εύα. Με λένε Εύα» («Δυο Γάτες», σ. 43).
Η Περιττή Ομορφιά της συλλογής είναι εν τέλει η Γυναίκα, η Ομορφιά που ενίοτε φαντάζει Περιττή στον κόσμο των ανδρών: διωκόμενη, βαλλόμενη, θυματοποιούμενη. Το αφηγηματικό νήμα που συνδέει τα αφηγήματα της Περιττής Ομορφιάς είναι, όπως σημειώνει η ίδια η Διονυσίου σε ιδιωτική μας συνομιλία, «η σχέση της σύγχρονης γυναίκας με τη γεννήτορά της, καθώς κι η οριζόντια σχέση ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες κάθε εποχής και τόπου». Η Γυναίκα ως αρχέγονη μήτρα, ως τροφός, ως ζωτική ορμή, που εγκλωβίζεται και καλουπώνεται και ετεροπροσδιορίζεται ασφυκτικά, αλλά παλεύει, σε ένα αιώνιο παράδοξο, να ανακτήσει, να επαναβιώσει την πρώτη συνείδηση του Εαυτού της, να υπάρξει εκ νέου «Στο φως».

Σε ένα μόνο διήγημα της συλλογής συμβαίνουν όλα «Ανάποδα» (σσ. 33–36), κι όμως κι εδώ η σκληρότητα της κόρης είναι μορφή αντίστασης, επανάστασης και δίκαιης τιμωρίας. Το αγόρι, που κάποτε ζητιάνευε σοκολάτες από τους Εγγλέζους αποικιοκράτες, τώρα, όντας ο ίδιος όργανο ασφαλείας, συλλαμβάνει και βρίζει έναν «βρωμοαράπη», σχεδόν παιδί, που επιχειρεί να σουφρώσει λίγα γλυκά από ένα ψιλικατζίδικο. Το πρώην παιδί, που δεν έζησε ως παιδί, διότι πάντοτε έπρεπε να δουλεύει, γίνεται πατέρας, που δεν χαίρεται το παιδί του, γιατί η κόρη του, την οποία σπούδασε με αίμα, κάνει καριέρα και ζωή, πού αλλού, στην Αγγλία. Η ελευθερία της κοπέλας είναι σχεδόν σαδιστική, ο τρόπος που αδειάζει τον πατέρα της βάναυσος, αλλά κάτι στο διήγημα αυτό δεν σε αφήνει να τον λυπηθείς και πολύ.

Όταν πιάνεις στα χέρια σου ένα από τα κομψοτεχνήματα των εκδόσεων Το Ροδακιό της Τζούλιας Τσιακίρη, προκαταλαμβάνεσαι θετικά έναντι του βιβλίου και του συγγραφέα μόνο και μόνο από τη σαγήνη της τυπογραφίας, πριν καλά-καλά διαβάσεις έστω μία λέξη: ιδανικό μεσαίο σχήμα, εξώφυλλα που τραβούν το μάτι χωρίς να είναι κραυγαλέα, χαρτί που το νιώθεις στα δάχτυλα σαν λείο δέρμα γυναίκας και μια υπέροχη, στρογγυλή γραμματοσειρά σαν καλοσχηματισμένο στήθος, που πολύ θα ήθελα να μάθω πώς λέγεται και πώς θα μπορούσα να την κλέψω (Ναι, μην σοκάρεστε, η ανάγνωση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ερωτική πράξη)! Το Ροδακιό το αγάπησα κυρίως χάρη στις ποιητικές συλλογές του Πέτρου Στεφανέα. Τώρα προσθέτω στα θέλγητρά του την Περισσής Ομορφιάς, αφηγηματικής δύναμης, θεματικής ρώμης και γλωσσικού κάλλους συλλογή της Νάσιας Διονυσίου.

Το βιβλίο αυτό προσθέτει μία ακόμη αιτία να πιστεύουμε ότι κάτι καλό συμβαίνει, μια άνοιξη συντελείται, στα κυπριακά γράμματα τα τελευταία χρόνια. Καλώς ή κακώς οι Κύπριοι καλλιτέχνες αποδεσμεύονται σιγά­-σιγά από τη θρηνωδία της χαμένης πατρίδας και αναζητούν νέους ορίζοντες –– ακόμη και όταν γράφουν για την ίδια την κυπριακή ιστορία, όπως ο… έτερος Καππαδόκης της σύγχρονης (γυναικείας) γραφής στην Κύπρο, η Κωνσταντία Σωτηρίου. Η Σωτηρίου έκανε αίσθηση με την Αϊσέ και μπορεί να θεωρείται πλέον καθιερωμένη χάρη στις Φωνές από Χώμα. Η Διονυσίου δείχνει με την Περιττή Ομορφιά ότι διαθέτει γραφίδα αλλιώτικη, αλλά εξίσου διεισδυτική και ελπιδοφόρα. Αναμένουμε με ενθουσιασμό τα επόμενα βήματά της.

https://antonispetrides.wordpress.com/2017/08/07/nasia-dionysiou-peritti-omorfia/

 

 

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Άνευ 64 (Φθινόπωρο 2017) 102-109

Με το πρώτο αυτό βιβλίο της η Νάσια Διονυσίου δείχνει ότι κατέχει το χάρισμα της γραφής· μιας γραφής ιδιαίτερης, στην οποία επανέρχονται στοιχεία της ποίησης (η εικόνα, η μεταφορά, η αφαίρεση, η υποβολή) και μια ιδιόμορφη προσέγγιση στα πράγματα. Όμως χρειάζεται να προσεχθεί αυτό το πάντρεμα της ποίησης με την πρόζα, ώστε η πρώτη να μη λειτουργεί σε βάρος της δεύτερης.
Δεν πρόκειται για διηγήματα με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Ούτε ζητάμε από τους νέους συγγραφείς να γράψουν παραδοσιακά διηγήματα ή να εφαρμόσουν πιστά οποιαδήποτε δομικά ή άλλα συστατικά του είδους. Αλλά, από τη στιγμή που η συγγραφέας επιλέγει να καλλιεργήσει το διήγημα ή το ποιητικό αφήγημα (δεν μιλάμε για πεζό ποίημα), θα ήταν καλά να μείνει στην περιοχή της πρόζας. Δηλαδή, όση γοητεία ή μυστήριο και αν προκαλούν η αμφισημία, η αφαίρεση και η υποβολή, θα θέλαμε μια πιο αφηγηματική, πιο εμπράγματη γλώσσα, που να μη χάνεται μέσα σε ασάφειες και υπονοούμενα.
Ακόμα και όταν η συγγραφέας εκκινεί από προσωπικές εμπειρίες και άλλα γεγονότα (η κύηση μιας νέας ζωής, η κηδεία του παππού, ο θάνατος ενός πρόσφυγα από τη Συρία στον Έβρο κτλ.), προτιμά να τα αποδώσει με φευγαλέες εικόνες, με αφαιρετική γραφή και υπονοούμενα, με τεμαχισμένη, σπειροειδή αφήγηση. Επιλέγει να υπαινιχθεί τα πράγματα και να σκιαγραφήσει έναν ρευστό, ομιχλώδη αφηγηματικό κόσμο, που χάνει το περίγραμμά του ή δεν μας αποκαλύπτει τα μυστικά του. Ο αναγνώστης καλείται να ξαναγράψει τα αφηγήματα αυτά, να βάλει σε τάξη το ρευστό αφηγηματικό υλικό και να δώσει δικές του ερμηνείες ή προεκτάσεις σε ό,τι υπονοείται ή αποσιωπάται.
Στα περισσότερα κείμενα δεσπόζει ως κεντρική μορφή η γυναίκα· η γυναικεία ευαισθησία και αντίληψη, το γυναικείο σώμα, που συνταιριάζονται με μια ενδοσκοπική γραφή, η οποία αποδιδόταν παλαιότερα σε γυναίκες συγγραφείς (αν και η άποψη αυτή είναι μάλλον ξεπερασμένη). Στο πρώτο κείμενο της συλλογής («Στο φως»), μέσα από αφαιρετικές και αλληγορικές εικόνες, υποψιαζόμαστε ότι το γυναικείο σώμα βρίσκεται στην κορύφωση της άνθισης και της έκρηξής του (παραλληλίζεται με σεισμό και λάβα), τη στιγμή που φέρνει στο φως μια νέα ζωή. Στην εμπειρία της εγκυμοσύνης αναφέρεται και το τελευταίο αφήγημα του βιβλίου («Στην έξοδο»), που είναι ακόμη πιο σιβυλλικό. Εδώ παρακολουθούμε μια νέα γυναίκα να περπατά πάνω σε μια ξύλινη προβλήτα δίπλα στη θάλασσα, ενώ νιώθει μέσα της το σκίρτημα του εμβρύου που κυοφορεί. Καθώς είναι υποχρεωμένη να μεταβεί σε έναν άλλο, ιδανικό τόπο, χωρίς να πάρει οτιδήποτε μαζί της, αποφασίζει να πέσει στη θάλασσα και να πνιγεί. Το αφήγημα αυτό, ίσως το καλύτερο του τόμου, κλείνει με τα λόγια: «Περιττή ομορφιά. Η ζωή». Οι δύο πρώτες λέξεις αποτελούν τον τίτλο του βιβλίου και, μαζί με τα συμφραζόμενά τους, τον φωτίζουν.
Και στα υπόλοιπα κείμενα η Ν. Διονυσίου δεν αποβλέπει να διηγηθεί μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, αλλά να αποτυπώσει φευγαλέες εικόνες και μετέωρες καταστάσεις, που δεν καταλήγουν πουθενά: Μια γυναίκα τρέχει γυμνή στον δρόμο και προκαλεί ερωτηματικά σε όσους τη βλέπουν («Ζωντανή γυμνή γυναίκα»). Στο χιονισμένο τοπίο που κατακλύζει το αφήγημα «Ο φράχτης», με τους «χιονοσκεπτικιστές» και τον «χιονένιο φράχτη», τα δημοψηφίσματα, τις συγκρούσεις και τις διμερείς συμφωνίες, αντιλαμβανόμαστε ότι υπόκειται το άλυτο πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου. Αλλού («Γιος γυναίκας»), μέσα από στίχους από τον Επιτάφιο του Ρίτσου και από δημώδη άσματα, παρακολουθούμε την ανθρώπινη διάσταση του Ιησού στο Όρος των Ελαιών, καθώς αρνείται να θυσιαστεί για τους ανθρώπους. Μια απόπειρα ληστείας («Ανάποδα»), η σχέση μιας έγκλειστης γυναίκας με τις δύο γάτες της («Δύο γάτες»), η εικόνα μιας ξένης γυναίκας που περπατά σε απόσταση από το κοριτσάκι της σε πάρκο («Μια ευθεία»), ένα αρχετυπικό ζευγάρι που επιχειρεί να ανα-γνωρίσει το έτερον ήμισυ («Σημάδια αναγνώρισης») και οι σκέψεις μιας άλλης μοναχικής γυναίκας που απευθύνεται στον εαυτό της («Σχετικότητα») είναι οι βασικοί θεματικοί άξονες που περνούν στα υπόλοιπα κείμενα της συλλογής.
Ανεξάρτητα από τις παρατηρήσεις ή επιφυλάξεις που σημειώνονται εδώ, πιστεύουμε ότι η πρώτη αυτή εμφάνιση της Ν. Διονυσίου αξίζει να προσεχθεί. Αναμένουμε όμως να δούμε τη συνέχεια.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ

Περιοδικό Διόραμα

Μια ιχνηλασία αυτοσυνείδησης και αυτοεπικοινωνίας

Καθόλου δεν περιττεύει η ομορφιά, η επάρκεια της αισθητικής πρόθεσης,
το υψηλό επίπεδο στοχασμού εφοδιασμένου με νόημα και αξία στα δώδεκα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου
«Περιττή Ομορφιά», η πρώτη εντύπωση που κυριαρχεί και προβάλλεται
είναι μια ποιητική γραφή που επιτυγχάνει με αφαιρετική τεχνική να εμβαθύνει στα υπαρξιακά ερωτήματα των όντων.
Τα διηγήματά της είναι ένα ανιδιοτελές παιχνίδι μιας άκρως ευαίσθητης ψυχής, η οποία επενδύει στη διανοητική πράξη, για να αποκωδικοποιήσει και να αποκρυσταλλώσει με τόλμη μια σειρά βιωματικών εμπειριών, στοχασμών και προκλήσεων, ως ιχνηλασία αυτοσυνείδησης και αυτοεπικοινωνίας.
Η συλλογή της Νάσιας Διονυσίου «Περιττή Ομορφιά» εμφανίζεται σε μια χρονική περίοδο που επικρατούν άλλου είδους ρητορικές, αυθαιρεσίες, ελλείψεις και εξοικείωση με τη σύγχυση. Μέσα από ένα εντελώς νέο πρίσμα αντίληψης της γραφής και του στοχασμού επιτυγχάνει να ξεφύγει από τις υπάρχουσες ανούσιες καταγραφές και να προβάλλει ως μια ενόραση και παλινόρθωση ενός πνεύματος και μιας εμπνευσμένης καρδιάς. Οι ιστορίες της εμφανίζονται μέσα από μια ιεροτελεστία γραφής, αναγνώρισης, ανάλυσης και ομολογίας.
Η συγγραφέας διοχετεύει στα κείμενά της βαθύτατους ανθρωπιστικούς στοχασμούς, υπαρξιακούς προβληματισμούς και μια υψηλή αισθητική διατύπωσης των σκέψεών της.

…«Απλώνω τα χέρια στο δέντρο – ποιο δέντρο είναι αλήθεια αυτό; Δυο δέντρα, δυο γάτες σκαρφαλώνουν στα δέντρα, ζωή, γνώση, η μια και άλλο μαλλί, η άλλη κι άλλους ποντικούς, βλέπω τα χείλη μου να σχηματίζουν ένα όνομα, βλέπω τα χέρια μου ν’ ανεβαίνουν πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις γάτες, βλέπω ένα ξίφος, βλέπω τώρα το ξίφος να πέφτει με φόρα.
Ξέρω πως αμέσως μετά δεν θα υπάρχω.
Ποιο είναι το όνομά μου;
Πετάγομαι.
Με λένε Άννα, Αθανασία, Εύα.
Με λένε Εύα…»

(Δύο γάτες)

Αποκαλυπτική, θεμελιωμένη σε μια συνεκτική στάση, παραστατική και αληθινή η γραφή της, γίνεται προϊόν γενεσιουργό ταυτισμένο με την ποιότητα, την επινόηση και την αξίωση.
Ειλικρινής, στοχαστική και, προπάντων, ποιοτική μετρά τις δυνάμεις της με πάθος, σκέφτεται με το σώμα, πλουτίζει το συναίσθημα με τη δριμύτητα της καρδιάς. Περνά μέσα από τη δοκιμασία ψυχής – σώματος γνώσης και επίγνωσης, μνήμης και ανάμνησης, παραληρήματος και σιωπής, αισθησιασμού
και τραγωδίας. Η συγγραφέας εντοπίζει τη σχέση αυτών των ζευγαριών και νιώθει στο πετσί της τη σκληρή και χαοτική κατάσταση που την περιβάλλει. Όμως, γύρω της αναπτύσσει ένα πνευματικό περίβλημα που αφενός την προστατεύει ως άνθρωπο και αφετέρου της δίνει τη δυνατότητα, με βάση τους ηθικούς και συναισθηματικούς της άξονες, να συνδυάσει το πολύ προσωπικό της ύφος – μεγάλο πλεονέκτημα – με την εικονοποιία και το πλούσιο διανοητικό στοιχείο που κατέχει.
Οι αισθήσεις της κατακλύζονται από τη μοναξιά των ανθρώπων, την αδιαφορία των πολλών, τον πόνο των αδικημένων, την απώλεια αγαπημένων προσώπων, τον αποκλεισμό του χρώματος από τη ζωή και τη διαφάνεια του σύμπαντος.
Αιώνια υπαρξιακά θέματα αναζητούν την κάθαρση. Αδημονούν για μια καινούργια αρχή, μια νέα αυγή.
Η Διονυσίου γίνεται καθρέφτης των προσώπων που τη συνοδεύουν στην καθημερινότητα, γίνεται φωνή στη σιωπή τους, κραυγή στη δοκιμασία τους, συνέχεια και γι’ αυτούς που έχουν φύγει μια ανάμνηση.

… «Άνοιξη δείλι γεννήθηκε.
Αυτή η μυρωδιά του θύμιζε την κόρη του.
Είχε φεγγάρι, μοσχοβολούσαν οι κιτρομηλιές.
Βγήκε έξω.
Έριξε μια ματιά στον καθρέφτη.
Βούρτσισε τα παπούτσια, έδεσε τα κορδόνια, πέρασε τη ζώνη του.
Έβαλε ριγέ πουκάμισο και το μοναδικό του τζιν παντελόνι.
Τι φοράνε σε τέτοιες περιπτώσεις;
Πασαλείφτηκε με κολόνια.
Ξυρίστηκε.
Νερό…»
(Ανάποδα)
Συμμετέχει και συμπάσχει με τον άνθρωπο, όχι συμβατικά και παθητικά. Κάνει μαζί του κρυφή συμφωνία. Να τον πάρει από το χέρι να τον οδηγήσει στο ξέφωτο, να του μιλήσει με ευθύ και πλάγιο λόγο, για να του προσδώσει βάθος και ουσία στο φάσμα της ύπαρξης, όραμα και πεμπτουσία σε μια πραγματικότητα που περιδινίζεται στον ανύπαρκτο χρόνο, στον
απροσδιόριστο χώρο.
Αυτό που εντυπωσιάζει στη συλλογή διηγημάτων της Νάσιας Διονυσίου πέρα από τα πιο πάνω, είναι η κλίμακα πάνω στην οποία κινείται τόσο η σκέψη όσο και το υλικό που χρησιμοποιεί για να εκφραστεί και να αποκαλύψει τη νοητική
καταβύθισή της στο θαύμα της ύπαρξης, στο πρωτεϊκό και το πρωταρχικό σύστημα αρχέτυπων της ψυχολογίας, παραπέμποντας, μάλιστα, σε θεοσοφικά και ανθρωπομετρικά θεωρήματα.

…«Ανέπνεα. Μέσα στην κοιλιά μου πλάθονταν οι νέοι ωκεανοί και με κατέκλυζαν, στα πέλματά μου στεκόταν το σύμπαν, χωρούσα τα μουρμουρητά και τις εκρήξεις του, τα νανούριζα. Κι όταν ξεσπούσαν οι πόνοι της γέννας μου και με σάρωναν, βράχοι που ξεκολλούσαν και γκρεμίζονταν, μια τρομερή κραυγή από στόματα άγνωστα σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη: εγώ ο σει-
σμός, εγώ η λάβα, εγώ η πράσινη χλόη….»
(Στο φως)

Η εκφορά του λόγου της, συγκροτημένη, καλά προφυλαγμένη από περιττή περιγραφή, από πλεονασμούς και εκφραστικές διαθλάσεις, εκπηγάζει ως εσωτερική ανάγκη την οποία υπαγορεύει ο προσωπικός της στοχασμός και η ψυχικής της επάρκεια.
Αυτό εκδηλώνεται με αναγνωστική πρόσληψη και μητρική, εμπειρική και βιωματική διαίσθηση ως ειδικού βάρους του τελετουργικού και προσωπικού φορτίου που επωμίζεται για να συγγράφει και να διεκδικήσει τον τίτλο της συγγραφέως.
Τα κατάφερε περίφημα. Την υποδεχόμαστε με γηθοσύνη και απροσπέλαστη πληρότητα, μ’ ένα ακόμη απόσπασμα από τη συλλογή της που φέρει τον τίτλο,
«Σχετικότητα».

… «Μια μέρα άναψες ένα μαγκάλι.
Τη θέλω τη στάχτη μου…
Έριξες μέσα αποκόμματα εισιτηρίων, φωτογραφίες, την κόκκινη
φανέλα του.
Αφού ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω…
Μια μεγάλη φωτιά.
Αφού δεν καταλαβαίνω πως γίνεται να γυρίσει…
Στάχτη, όλα στάχτη.
Τη θέλω, τη θέλω τη στάχτη μου!
Μάζεψες μετά αυτή τη στάχτη.
Ας τρέξει λοιπόν ο χρόνος, ας τρέξει μπροστά ο χρόνος,
γρήγορα, πιο γρήγορα…
Την έκλεισες σε μια τεφροδόχο.
Να τελειώνει.
Τώρα πια κοιμάται αγκαλιάζοντας σφιχτά την τεφροδόχο.
Ήλιος. Περιστρέφεσαι. Γύρω του.
Καμιά φορά – συχνά, πολύ συχνά – ονειρεύεται πως ξεφεύγει
από την τροχιά της και πέφτει με φόρα μέσα του.
Πέφτεις. Με φόρα. Μέσα του.
Καμιά θεωρία τότε, κανένας νόμος. Μόνο ύλη που έλκεται.
Μόνο. Μαζί. Τα σώματά σας.
Ξυπνά, βλέπει τον ακίνητο ουρανό από την ανοιχτή μπαλκονό-
πορτα, κλείνει την τεφροδόχο στο συρτάρι του διπλανού κομο-
δίνου και ένα σημείωμα που μόλις έγραψε, παλιό σημείωμα, το
πρώτο της.
Η στάχτη μου να μπει κι αυτή μαζί στην τεφροδόχο…»

 

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΕΤΤΟΣ

tvxs /biblio 20/8/2017

Η ομορφιά του απόντος νοήματος

Στην ταινία «Το θεώρημα»1, του Πιερ Πάολο Παζολίνι, μία τυπική μιλανέζικη μεγαλοαστική οικογένεια διαλύεται στα εξ ων συνετέθη εξαιτίας της παρουσίας και της διάδρασης μαζί της ενός μυστηριώδους ξένου. Ο ξένος έρχεται από το πουθενά και αιφνιδίως ξαναφεύγει για το πουθενά αχρηστεύοντας την ιταλική εκδοχή του πατρίς-θρησκεία-οικογένεια: στην τελευταία σκηνή, ο pater familias, αφού έχει παραδώσει το εργαστάσιό του στους εργάτες, χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποια δυναμική απεργία, βγάζει τα ρούχα του σε έναν κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό και καταλήγει στις καμένες πλαγιές της Αίτνας όπου τρέχει γυμνός, κραυγάζοντας άναρθα ανάμεσα στους καπνούς και τις αναθυμιάσεις του σικελικού ηφαιστείου.

Διαβάζοντας τα διηγήματα ‘’Περιττή Ομορφιά’’ της Νάσιας Διονυσίου (Εκδόσεις Ροδακιό,2017), αντιμετώπισα μία συγγραφέα που πια δεν αφουγκράζεται –αν ποτέ αφουγκράστηκε- μεγάλες αφηγήσεις και δραματικές λύσεις στα μεγάλα ζητήματα του κόσμου και του εαυτού. Η Διονυσίου φαίνεται ότι δεν προσέρχεται καν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης στο οποίο πολλοί συνομήλικοι ομότεχνοί της, ειδικά κατά την διάρκεια της παρούσας κοινωνικής κρίσης, έχουν αυτόκλητα παρακαθίσει τραπέζι γύρω από το οποίο διαμείβονται αυτοαναφορικές διακηρύξεις ατομικιστικών δικαιωμάτων. Αντίθετα, εισφέρει ακομπλεξάριστα μία μεταφυσική, αποδεχόμενη το γεγονός ότι πολλά πράγματα δεν τα καταλαβαίνει. Πράγματα απλά και καθημερινά όπως το βάδισμα μιας γάτας, ένα φανάρι της τροχαίας, μια τυχαία συνάντηση ψάχνουν απεγνωσμένα το αρχέτυπό τους: η συγγραφέας δεν πιστεύει θρησκευτικά σε μια άλλη τους διάσταση∙ θαμπώνεται, εισπνέει, γρατζουνιέται, ακροάται, συνομιλεί με την άλλη τους διάσταση ξέροντας ότι δεν μπορεί ούτε να την καταλάβει, ούτε να την αποδείξει. Έτσι αποφασίζει να οδηγήσει στη λεωφόρο διπλής κατεύθυνσης που ενώνει τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, μέσα από ελλειπτικές τροχιές αλλά με αποφασιστικότητα.
Να κάποια πράγματα που η Διονυσίου αποδέχεται ότι δεν καταλαβαίνει:

Η προσφυγική και μεταναστευτική κρίση συνέβη, συμβαίνει και σαν εικόνα κατέκλυσε όλο τον πλανήτη προσφέροντας άλλοθι και έξοδο διαφυγής στα ασθμαίνοντα πανανθρώπινα ιδανικά του δυτικού κόσμου. Στην ταινία «Η ανακάλυψη»2 του Charlie McDowell, ο γιος (Brian Mc Carthy) ενός επιστήμονα (Robert Redford) που ανακάλυψε και απέδειξε επιστημονικά την μεταθανάτια ζωή, εμφανίζεται μέσα στην σύγχυσή του να λέει: ‘’είναι, υπάρχει∙αλλά τι σημαίνει;’’. Για την συγγραφέα (Στο πέρασμα, Ο φράχτης) η φρίκη, η αδικία, η βαρβαρότητα δεν φτάνει να αποδειχθούν συνθηματολογικά: ‘’ήταν και μερικοί, θαρρώ οι περισσότεροι από εμάς, που δεν έλεγαν τίποτα…’’ (Ο φράχτης). Αντίθετα πρέπει να διερευνηθεί φιλοσοφικά αν η ρεάλ-πολιτίκ του «δεν υπάρχει φύλαξη των συνόρων αν δεν υπάρχουν νεκροί»3 είναι συμβατή με τον αρχέτυπο της ανθρώπινης φυλής. Γιατί -υπενθυμίζει η Διονυσίου- εκτός από τον Σαμαρείτη υπάρχει και ο Κάιν.

Εκτός από το θανατηφόρο μίσος για τους άλλους που ρέει σαν υπόγειο ρεύμα και εκπυρσοκροτεί στα σύνορα του δυτικού πολιτισμού, η Διονυσίου επιμένει ότι , πριν ερμηνεύσουμε και καταγγείλουμε τον κόσμο, πρέπει να αντιμετωπίσουμε και το μούδιασμα απέναντι στην δική μας ύπαρξη που δεν νοείται παρά μέσα από τον φτωχό εξοπλισμό επιβίωσης: το ανθρώπινο σώμα. Πρέπει πρώτα να νιώσουμε τις χημικές αντιδράσεις του έρωτα, του φόβου, της ηδονής∙ δεν χρειάζεται να είναι κανείς νευρολόγος, ψυχολόγος ή ψυχίατρος για να δώσει την μητέρα των μαχών του σύγχρονου ανθρώπου: να ανασύρει τις αισθήσεις, να θυμηθεί πως νιώθει αληθινά και όχι ψηφιακά.

Η διηγηματογράφος ακούει τα καλώδια τους σώματός της να δουλεύουν. Μέσα στον ηλεκτρισμό του έρωτα και του θανάτου, ανάμεσα στα φορτία του χρόνου ψάχνει να βρει το δικό της σωματίδιο του θεού (Δύο γάτες, Σημάδια αναγνώρισης, Σχετικότητα). Ο τελεσίδικα λυτρωτικός ισχυρισμός του Κωστή Παπαγιώργη ότι ‘’ουσιαστικά δεν έχουμε καμιά δυνατότητα να αλλάξουμε στο παραμικρό το σώμα μας’’4γλυκαίνει στα δάχτυλα της Διονυσίου: ‘’Έγειρα τότε στο χώμα. Με πόδια ανοιχτά, ανοιχτά χέρια, ανοιχτά δάχτυλα, στο χώμα, σαν πάνω σε σταυρό. Ανέπνεα. Κι είδα το κορμί μου στο φως. Και δεν ήταν μόνο ένα κομμάτι πλευρό, ένα κομμάτι, αγαπημένε μου, έστω από το πλευρό σου. Στο φως είδα το κορμί μου∙ κι ήταν καλό’’ (Στο φως). Η αλλαγή θα έρθει, αν έρθει, από μία Διεθνή των Αισθήσεων. Οι άνθρωποι θα αναγνωρίζονται από την υφή της παλάμης τους, από την βραχνάδα της φωνής τους, από τις λίγες γκρίζες τρίχες στα γένια τους και από τα σίγουρα στήθη τους.

Τέλος η συγγραφέας δεν παύει να ξαφνιάζεται από την μητρότητα (Μια ευθεία, Στην έξοδο). Φαίνεται να καταφάσκει ότι η υπερπροστασία αντανακλά ψυχική φτώχεια, ξέρει ότι θα γεννήσει έναν Μικρό Πρίγκηπα και διακηρύσσει το οικουμενικό μητρικό δικαίωμα στο λάθος. Κι αυτό γιατί στην χειρότερη περίπτωση η ομορφιά είναι το μόνο νόημα της ζωής και της ύπαρξης. Είμαστε ευτυχώς καταδικασμένοι να είμαστε περιττοί. Είμαστε ευτυχώς καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΥΘΡΕΩΤΗΣ

Εφημερίδα των Συντακτών, 12.8.2017

Με γλώσσα ευρηματική και ελλειπτική, αρκετές φορές στα όρια της ποίησης, χωρίς όμως ποτέ να χάνει την ακρίβειά της, η Νάσια Διονυσίου κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην πεζογραφία με τη συλλογή διηγημάτων «Περιττή ομορφιά». Πρόκειται για δώδεκα κομψά, ατμοσφαιρικά κείμενα, στις λίγες σελίδες των οποίων η συγγραφέας αφηγείται υποβλητικά «παράξενες» ιστορίες που κινούνται στα όρια του ρεαλισμού.

Οι πυκνές αναφορές στα βιβλικά κείμενα συμβάλλουν σε μια μορφή «κατανυκτικότητας» που χαρακτηρίζει τα διηγήματα της Διονυσίου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ήρωες των διηγημάτων ή οι φιγούρες που περνάνε μέσα σε αυτά είναι «άυλες» η αποπνευματωμένες –αντίθετα είναι στέρεα δεμένες στη σωματικότητά τους, με τρόπο ώστε συχνά να αποδίδεται στο σώμα ο χαρακτήρας του ιερού.
Το πλαίσιο των ιστοριών της συλλογής συχνά μοιάζει άχρονο –ή τουλάχιστον ο σαφής καθορισμός του σε χρόνο και τόπο δεν φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα της Διονυσίου, που επιμένει να εστιάζει στη δύναμη της γλώσσας της και να πειραματίζεται επιτυχημένα με μια σειρά από αφηγηματικές τεχνικές.

Ο πειραματισμός αυτός όμως δεν είναι στείρος, ούτε δίνει την εντύπωση απλής μαθητείας, καθώς «κουμπώνει» κάθε φορά με το περιεχόμενο του διηγήματος, ενώ εξάλλου, παρά τη χρήση ποικίλων τεχνικών, η συλλογή διακρίνεται από μια καθαρή υφολογική και αισθητική σφραγίδα.

Ως συνέπεια το βιβλίο δεν φέρει τα χαρακτηριστικά του πρωτόλειου, αλλά αποτελεί μια ολοκληρωμένη κατάθεση και μια πολλά υποσχόμενη πρώτη εμφάνιση.

 

ΑΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΡΤΑΣ

bookpress.gr, 26.6.2017

Οι κραδασμοί της ομορφιάς
Σε φαινομενικά τετριμμένες μέχρι ανίας συνθήκες, μια ασήμαντη λεπτομέρεια, μια απρόσμενη κίνηση εκτροχιάζει από την ασφυκτική επαναληπτικότητα της καθημερινότητας, κινητοποιεί το εσωτερικό τοπίο και φουντώνει τη φωτιά που σιγοκαίει στον μέσα κόσμο. Τέτοιες συνθήκες μπορεί να είναι μια βόλτα στο πάρκο, δυο γάτες που αγωνίζονται να συνυπάρξουν σ’ ένα σπίτι, η πρώτη περιπολία ενός αστυνομικού, η τροχαία κίνηση στον δρόμο, μια παρατεταμένη χιονοθύελλα, ένα ετοιμοθάνατο πουλί στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα μιας κηδείας… Σε αυτές και άλλες, η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου, στην πρώτη συλλογή διηγημάτων της, διακρίνει τον ανομολόγητο μύχιο σπασμό που διαχέεται και συγκαθορίζει την πολύπλοκη και αντιφατική ανθρώπινη ύπαρξη.
Τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής δεν συνιστούν μελλοντικές υποσχέσεις μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως, αλλά αποτελούν μια ώριμη και ολοκληρωμένη συγγραφική κατάθεση. Η συγγραφέας καθιερώνει το δικό της προσωπικό και διακριτό ύφος, φτιάχνοντας ένα καλά οργανωμένο, πολύχρωμο και πυκνά υφασμένο πλέγμα ιστοριών, χωρίς ρωγμές και κενά, με αρκετές δόσεις ποιητικής αύρας. Πρόκειται για ιστορίες γραμμένες με γλώσσα που συμπυκνώνει έντονο, πλην όμως, κατασταλαγμένο βιωματικό φορτίο.

Aφηγημένες σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο, οι ιστορίες έχουν ενιαίο και στέρεο θεματικό πυρήνα, υπαρκτό και ευδιάκριτο, καθόλου όμως υπερφωτισμένο. Η καθεμία από αυτές δεν αποτελεί ένα αύταρκες και περίκλειστο σύμπαν. Απεναντίας, στο εσωτερικό τους συγκροτούνται αυθύπαρκτες, επιμέρους νοηματικές ενότητες και εικόνες. Μολονότι η πολλαπλότητα και η ποικιλία της γυναικείας εμπειρίας διαπερνά τα σύνορα των περισσότερων διηγημάτων, η αρχετυπική μορφή της Εύας, ως αστείρευτη πηγή άντλησης συμβόλων και ως ύπαρξη ανήσυχη, μοναχική και πολλαπλή, διαχέεται βουβά και υπόγεια σε όλα τα στρώματα της αφήγησης. Και μάλιστα, με τρόπο μυθοπλαστικά και λογοτεχνικά πρωτότυπο, εντάσσοντας π.χ. μαγικά, μη ρεαλιστικά στοιχεία ή ακόμα κρυπτικά εκφραστικά μέσα φορτισμένα με αρχέτυπα και σύμβολα.

Ξεφεύγοντας από τους κλασσικούς αφηγηματικούς τρόπους, η συγγραφέας μεταπλάθει την πραγματικότητα φτιάχνοντας ιστορίες καθόλου προφανείς. Περιβάλλει την αφήγησή της με διαλόγους αποκαλυπτικούς στην οικονομία τους και πολυσήμαντους στην απλότητα τους, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί ποικίλες υφολογικές λύσεις, όπως εσωτερικούς μονόλογους, πολλαπλές φωνές στο μικρό εμβαδόν ενός διηγήματος και συνεχή αλλαγή της αλληλουχίας του χρόνου («Κλειδιά», «Γιός Γυναίκας», «Έξοδος»).

Έπειτα, με κλινική ακρίβεια και λιτό ύφος αναπλάθει τις παράλληλες ψυχικές διαδρομές, ταλαντεύσεις, αμφιθυμίες και μεταπηδήσεις των χαρακτήρων της, την αργόσυρτη ανάδυσή τους από τη δύσβατη μυστική τους ζωή για να αναμετρηθούν με την προοπτική της συντροφικότητας και της συνύπαρξης. Και όσο πιο άπιαστο το όνειρό τους τόσο πιο μεγάλη η προσπάθεια να το αποτυπώσουν. Το συλλαβίζουν, βέβαια (μά-μά), όχι όμως από εμμονικό πείσμα, αλλά επειδή το φορτίο των βιογραφικών θραυσμάτων προσδίδει λυτρωτικό ρίγος στο πλησίασμα των παρυφών του («Μια ευθεία», «Σημάδια αναγνώρισης»).
Η κατασκευή της ιδιότυπης υπόστασης των χαρακτήρων γίνεται με ιδιαίτερες αφηγηματικές τεχνικές, αλλά κυρίως με στοχαστική διάθεση που αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Πρόκειται συνήθως για πρόσωπα αποστασιοποιημένα από τα κοινωνικά τους συμφραζόμενα ή ακόμα από αιματοσυγγενικές σχέσεις πρώτου βαθμού, δύσπιστα απέναντι σε σταθερά αγκυροβόλια. Δεν λογοδοτούν παρά μόνο στον εαυτό τους, ενώ εκτίθενται στη δοκιμασία της αυτογνωσίας κατά τρόπο που επικαθορίζει τη δημόσια και ιδιωτική τους ταυτότητα.

Διεμβολίζοντας το παρελθόν τους με διεισδυτικό και ανατρεπτικό βλέμμα, η συγγραφέας συναντάται μαζί τους σε δύσκολα περάσματα της ζωής τους, διερωτάται για τις συνθήκες και τα στερεότυπα που στενεύουν ασφυκτικά το παρόν. Αν και δεν κηρύσσουν καμιά αλήθεια, έχουν κάτι κοινό που τους καθορίζει: ζώντας όπως ζουν έχουν αυτές και μόνο τις δυνατότητες εξωτερίκευσης του κόσμου τους –όχι άλλες, όχι διαφορετικές, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες– αυτές μόνο που αναλογούν και αντιστοιχούν στο δικό τους εσωτερικό υπαρξιακό φορτίο.

Το σκηνικό της συλλογής δονείται από μια εσωτερική εκρηκτική ατμόσφαιρα, ενώ σε κάποια διηγήματα («Φράκτης») εικονογραφείται σαν ένα μέρος αλλόκοσμο, μυστηριακό και άχρονο. Η ελλειπτικότητα της γραφής, η ένταση και η πυκνότητά της δείχνουν ότι τις πιο μύχιες έγνοιες μας, τις πιο αποκαλυπτικές εκλάμψεις μας, δεν μπορούμε να τις περιγράψουμε ή να τις εκφράσουμε αναλυτικά παρά μόνο ελλειπτικά, με πολλά αποσιωπητικά και μετέωρους υπαινιγμούς. Στην Περιττή Ομορφιά όταν αυτές συναρμόζονται με το συναισθηματικό βάρος των χαρακτήρων εγκιβωτίζονται σε εμβόλιμες, εντυπωτικές, συμβολικού βάρους εικόνες περισσής ομορφιάς: «… ολομόναχη στον κόσμο. Δεν γίνεται βέβαια να είναι μόνη, κανείς δεν γίνεται να είναι μόνος στον κόσμο, κανείς ακόμα και σήμερα, στο πάρκο, καταχείμωνο, μεσημέρι οικογενειακών συνάξεων, Κυριακή».

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ

FRACTAL 31/5/2017

Η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου, αν και πρωτοεμφανιζόμενη, δείχνει να είναι αρκετά έμπειρη και ικανή στη γραφή και στην απόδοση της ομολογουμένως δύσκολης και απαιτητικής επινόησης του διηγήματος. Επινόηση, γιατί, ως γνωστό στους μυημένους, το σύγχρονο διήγημα απαιτεί τη δημιουργία νέων κόσμων ή τουλάχιστον την αναθεώρηση του τι είναι πραγματικότητα μέσα ή έξω από τον άνθρωπο.

Η συγγραφέας λοιπόν έρχεται να μας εκπλήξει με μια ανατρεπτική συλλογή, όπου τα σύντομα αλλά περιεκτικότατα σε εναλλαγές αφηγηματικής δεινότητας διηγήματα, αμφισβητούν την κοινότυπη τοποθέτηση της ψυχής. Ιστορίες που δίνουν μια εναλλακτική διάσταση της σχέσης του σύμπαντος με το εγώ, ενώ σε κάθε ένα από αυτά, ένα σπιράλ συναισθημάτων και εικόνων καταφέρνει να ξεφύγει από τα στεγανά του στυγνού μοτίβου αφήγησης. Η συγγραφέας καταφέρνει να πάρει τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι λεξιλογικού ελεγείου, όπου η γλώσσα εξυπηρετεί με αρτιότητα τη δομή, και η δομή αγκαλιάζει την ευαισθησία σε όλα τα επίπεδα. Ο ερωτισμός, ο ρομαντισμός, είναι απέναντι από την αποξένωση και την αλλοτρίωση. Ο πόνος και η γλυκύτητα πρέπει να συμβιώσουν μέσα σε έναν ανυψωμένο Φράκτη.

Όλα αρχίζουν με την απόφαση της ηρωίδας να ξεφύγει από τον παράδεισο, μιας Εύας που επιθυμεί τη γήινη πραγματικότητα, και είναι πρόθυμη να εγκαταλείψει την τελειότητα για να τη γνωρίσει. Μιας Εύας που για πρώτη φορά ανακαλύπτει το σώμα της και επιθυμεί να το χαρίσει, ενώ δεν είναι καν σίγουρη για την ύπαρξη του άλλου ως οντότητα. Η αβεβαιότητα αυτή για το έτερον ήμισυ και η αναζήτηση μιας εξόδου από την ψυχική απομόνωση είναι διάχυτη σε όλη τη συλλογή. Μια συλλογή ταυτόχρονα συναισθηματική και εγκεφαλική, και επαρκώς αφαιρετική για να δώσει στον αναγνώστη αρκετό περιθώριο να εισχωρήσει ο ίδιος μέσα στο κάθε διήγημα και να προσδώσει στην προτεινόμενη απατηλότητα των εύπλαστων κόσμων τη δική του ταυτότητα.

Η Νάσια Διονυσίου κατέθεσε μια δυναμική άποψη για την κοσμογονία, μια νέα κοσμοθεωρία για το γίγνεσθαι, καθώς και ο ίδιος της ο λόγος, υποστηρίζοντας αυτή την αμφιταλάντευση μεταξύ παραδείσου και γήινης πραγματικότητας, μεταξύ της ομορφιάς και της έλλειψης αυτής, είναι συνάμα και πεζός και ποιητικός, σε μια συνεχή εναλλαγή. «Στην κουζίνα η γυναίκα είχε νερό που κόχλαζε, θα ‘κοβε φύλλα μέντας απ’ τις γλάστρες της στο λιακωτό, θα του ‘φτιαχνε τσάι γλυκό, πολύ γλυκό, όπως το φτιάχνουνε στον τόπο του, να καρδαμώσει». Και μαζί με αυτή την ομορφιά της χρήσης της γλώσσας, η συγγραφέας καταφέρνει να είναι και δυναμική στη χρήση νέων εννοιών που εξυπηρετούν τις παράδοξες, αινιγματικές ιστορίες: «Οι άλλοι, οι χιονοσκεπτικιστές, καταπώς τους είπαμε, διέφεραν».

Η συλλογή αυτή διαφέρει, καθώς θα ανιχνεύσει το στίγμα της
αυτο-αμφισβήτησης μέσα μας ως την Έξοδο, και θα υπενθυμίσει ότι τα αρχέτυπα είναι πλέον προς συζήτηση.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΧΡΙΣΤΟ Ρ. ΤΙΣΑΗΛΗ

Η συγγραφέας Νάσια Διονυσίου εξομολογείται στον συγγραφέα Χρίστο Ρ. Τσιαήλη: η απαρχή του συγγραφικού ταξιδιού της στον χρόνο, η ανάγκη τού να μιλήσει προσωπικά στους αναγνώστες της, η θέση των γυναικών στη λογοτεχνία και μια συγγραφική Ομορφιά, που μόνο… Περιττή δεν είναι.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ: Αγαπητή μου Νάσια, να σε ευχαριστήσω για την προθυμία σου να μου παραχωρήσεις αυτή τη συνέντευξη. Θα ήθελα να αρχίσουμε, αφού πρώτα μου ονοματίσεις το αγαπημένο σου βιβλίο και τον αγαπημένο σου συγγραφέα. Δεν είναι απαραίτητο να απαντήσεις και στα δύο ερωτήματα ή το βιβλίο να ανήκει στον συγγραφέα που θα αναφέρεις.

ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ: Θα ’λεγα πως οι πεζογράφοι στους οποίους καταφεύγω ξανά και ξανά, είναι οι δύο μεγάλοι Ρώσοι -ο Ντοστογέβσκη κι ο Τσέχοφ. Από τα βιβλία που αγαπώ, ξεχωρίζω «Το φθινόπωρο του πατριάρχη» του Μάρκες, το «Ανάμεσα στις πράξεις» της Γουλφ και το «Οι χρόνοι του σώματος» του Ντελίλο.

Χ.Τ.: Αρχίζουμε, λοιπόν, με το πιο συνηθισμένο ερώτημα που ρωτάνε έναν συγγραφέα. Πότε και πώς ξεκίνησαν τα πρώτα συγγραφικά ερεθίσματα;

Ν.Δ.: Από τη στιγμή που έμαθα γραφή κι ανάγνωση! Διάβαζα από πάντα μανιωδώς οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου και μαγευόμουν από όλους αυτούς τους άλλους τόπους, τους άλλους χρόνους, τους άλλους ανθρώπους των βιβλίων -που όμως την ίδια στιγμή θα μπορούσαν να ήταν εγώ, εδώ, τώρα. Και λίγο από ζήλεια να φτάσω αυτά που διάβαζα, λίγο απ’ τη λατρεία που είχα στις λέξεις, στους ήχους, στους πιθανούς κι απίθανους συνδυασμούς τους, βάλθηκα από πολύ μικρή να παιδεύομαι μαζί τους. Στην πέμπτη τάξη του δημοτικού, μάλιστα, έκανα την πρώτη μου -αποτυχημένη, εννοείται– απόπειρα να γράψω βιβλίο!

Χ.Τ.: Τι ήταν αυτό που σε ώθησε προς την αφοσίωση στη συγγραφή και προς την απόφαση να δημιουργήσεις τις συνθήκες εκείνες που θα σε οδηγούσαν στον να εκδόσεις ένα βιβλίο;

Ν.Δ.: Η ανάγκη να μιλήσω πιο προσωπικά, μα και συνάμα να συνομιλήσω. Ήταν η στιγμή που αισθάνθηκα πως η συγγραφή θα με βοηθούσε να εξερευνήσω πτυχές του εαυτού μου, τις οποίες απλώς υποψιαζόμουν ή ίσως και να αγνοούσα, να εμβαθύνω σ’ αυτές, να τις κατανοήσω, να τις σχηματοποιήσω, να τις εκφράσω και εν τέλει να τις μοιραστώ μέσα από τη δική μου ιδιοπροσωπία. Αποφάσισα τότε να παρακολουθήσω εξ αποστάσεως μαθήματα δημιουργικής γραφής, με δασκάλους τους συγγραφείς Μισέλ Φάις και Δημήτρη Τανούδη, και να μαθητεύσω σ’ αυτή την τέχνη που όπως κάθε άλλη απαιτεί συστηματική δουλειά -μελέτη, εξάσκηση, αυτοπειθαρχία, επιμονή…

Χ.Τ.: Πρόσφατα, είχες λάβει μέρος σε μια συζήτηση Ανοικτού Πανεπιστημίου με θέμα τις γυναίκες συγγραφείς στην Κύπρο. Παρουσίασες ένα απόσπασμα από την πιο πρόσφατή σου έκδοση, το βιβλίο «Περιττή Ομορφιά». Από ποιο διήγημα επέλεξες να διαβάσεις και για ποιον ειδικά λόγο;

Ν.Δ.: Πράγματι, τον περασμένο Δεκέμβρη μαζί με τις συγγραφείς Μυρτώ Αζίνα, Μαρία Α. Ιωάννου και Κωνσταντία Σωτηρίου, συμμετείχα σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, υπό τον συντονισμό των καθηγητών Δήμητρας Δημητρίου και Αντώνη Πετρίδη, με τίτλο «Η γυναίκα στο κείμενο». Στόχος της συζήτησης, ήταν η διαπραγμάτευση του ερωτήματος κατά πόσο είτε στη διαδικασία της γραφής, είτε στο αποτέλεσμά της, δηλαδή στο ίδιο το λογοτεχνικό έργο, επενεργεί το φύλο του συγγραφέα ή εάν η γραφή στέκεται ουδέτερη απέναντι σ’ αυτό.
Στη δική μου παρέμβαση σημείωσα πως συνειδητά ψηλαφώ κι αξιοποιώ στη γραφή μου βιωμένες εμπειρίες που συνδέονται με το φύλο μου και με έχουν καθορίσει, γιατί απλούστατα χωρίς αυτές δεν θα μπορούσα να μιλήσω ειλικρινά, να μιλήσω, δηλαδή, ως εαυτός.
Στην εκδήλωση διάβασα το διήγημα με το οποίο ξεκινά η συλλογή μου, που έχει τον τίτλο «Στο φως». Σ’ αυτό, παρακολουθούμε πώς η πρωτόπλαστη Εύα, έχοντας αποκτήσει συνείδηση της αυθύπαρκτης υπόστασής της, της ζωογόνου δύναμης και των ασύλληπτων δυνατοτήτων που έχει ως γυναίκα, αποφασίζει να αυτοεξοριστεί από τον κήπο της Εδέμ, έστω κι αν γνωρίζει πως αυτό που την περιμένει στον αληθινό κόσμο είναι «ορδές βαρβάρων».

Χ.Τ.: Πιστεύεις ότι η αντιμετώπιση της γυναίκας συγγραφέα στην εποχή μας είναι δίκαιη;

Ν.Δ.: Η γυναίκα διαχρονικά έχει γνωρίσει αποκλεισμούς από όλο σχεδόν το φάσμα της δημόσιας σφαίρας και της δημόσιας έκφρασης. Όταν πλέον οι γυναίκες άρχισαν να διεκδικούν χώρο και ρόλο στη δημόσια ζωή, η αντιμετώπισή τους στηρίχθηκε σε στερεοτυπικά πρότυπα και κοινωνικά προσδιορισμένους διαχωρισμούς, κάτι που ίσχυσε και στον χώρο της λογοτεχνίας, σε σχέση με την αντιμετώπιση της γυναίκας τόσο ως συγγραφέως, όσο και ως αναγνώστριας. Στη δική μας εποχή και κοινωνία, οι γυναίκες συγγραφείς -όπως και κάθε συγγραφέας, ανεξαρτήτως των πολλαπλών και ιδιαίτερων ταυτοτήτων και χαρακτηριστικών του– αξιώνουν -και σε σημαντικό, αλλά όχι απόλυτο, βαθμό το έχουν κατακτήσει- να μπορούν να εκφράζονται, να αποτιμούνται και να επιδρούν πέρα και έξω από ψευδεπίγραφα και παραπλανητικά σχήματα, τα οποία εν τέλει δεν έχουν και καμία σχέση με την τέχνη.

Χ.Τ.: Πόσο δύσκολο, πιστεύεις, είναι για μια εργαζόμενη μητέρα να αφοσιώνεται και στη γραφή;

Ν.Δ.: Η Αλίς Μονρό, η σπουδαία αυτή Νομπελίστρια διηγηματογράφος, έχει δηλώσει πως έγραφε μόνο όταν οι κόρες της κοιμούνταν ή πήγαιναν σχολείο κι αυτός ήταν ένας απ’ τους λόγους για τους οποίους δεν ασχολήθηκε ποτέ με τη συγγραφή μυθιστορήματος, παρά μόνο διηγημάτων. Ο Ρίλκε είχε πει πως, «Για να γράψω χρειάζομαι κάτι περισσότερο από την απαραίτητη γραφική ύλη: λίγη σιωπή και μοναξιά», και πραγματικά για εμένα αυτό ισχύει απόλυτα, αφού για να μπορέσω να γράψω χρειάζομαι αδιάσπαστο χρόνο, αποστασιοποίηση, νηφαλιότητα, επαφή με τον εαυτό μου. Σίγουρα, αυτό είναι πιο δύσκολο όταν η καθημερινότητά μου εν πολλοίς μοιράζεται ανάμεσα στην κόρη μου και την πρωινή εργασία μου, αλλά παλεύω να βρίσκω τους τρόπους, έστω κι αν η προσπάθεια που απαιτείται -συναισθηματική, ψυχική, σωματική- είναι, νομίζω, μεγαλύτερη.

Χ.Τ.: Επιστρέφοντας στο βιβλίο σου, πώς προέκυψε η ιδέα για το «Περιττή Ομορφιά»; Δηλαδή, το έναυσμα της ιδέας ποιο ήταν; Πες μας λίγα λόγια για το βιβλίο αυτό.

Ν.Δ.: Η «Περιττή ομορφιά» αποτελείται από δώδεκα αυτοτελείς και αυθύπαρκτες μικρές ιστορίες, που δεν γράφτηκαν με σκοπό να αποτελέσουν μέρος κάποιου ενιαίου συνόλου. Συνειδητοποίησα όμως πως συγκροτούνται ως ενότητα γύρω από τη γυναικεία φιγούρα και γύρω από αυτό τον άξονα στήθηκε τελικά αυτή η πρώτη συλλογή διηγημάτων μου. Η συλλογή μοιάζει να αποτελεί μια συνεκτική και ενιαία σύνθεση, η οποία παρακολουθεί και αναπλάθει την πορεία της πρωτόπλαστης Εύας από την εγκατάλειψη του κήπου της Εδέμ και την είσοδό της στον σύγχρονο κόσμο μέχρι την τελική έξοδό της απ’ αυτόν. Στο ενδιάμεσο αποτυπώνονται στιγμές και καταστάσεις που περιστρέφονται γύρω από οικεία θεμελιώδη θέματα του σύγχρονου ανθρώπου τα οποία θα έλεγα πως αποτελούν συγγραφικές, κι όχι μόνο, εμμονές μου: την αναζήτηση της ατομικής ταυτότητας, τη μητρότητα, τον έρωτα, την απώλεια, τη μοναξιά, την πάλη για επιβίωση, τη μετανάστευση, τη βία, τη μισαλλοδοξία…

Χ.Τ.: Αλήθεια, ο τίτλος πώς έδεσε;

Ν.Δ.: Ο τίτλος προέκυψε από την καταληκτική φράση του βιβλίου: «Ομορφιά. Περιττή ομορφιά. Η ζωή». Είναι μια φράση που συμπυκνώνει τη δική μου αδιάκοπη απορία για το αν αυτό το απειροελάχιστο μεσοδιάστημα φωτός που μας χαρίστηκε μέσα στο απέραντο σκοτάδι της ανυπαρξίας έχει κάποιο, ελάχιστο έστω, νόημα. Κι αν κατ’ επέκταση υπάρχει οποιαδήποτε αξία στην προσπάθεια του ανθρώπου να δημιουργήσει οτιδήποτε που υπερβαίνει τις καθαρά βιοτικές του ανάγκες, αφού κι αυτό είναι καταδικασμένο στη φθορά και τη λήθη. Αν, με άλλα λόγια, αξίζει που γράφουμε, που διαβάζουμε, που ερωτευόμαστε, που μοιραζόμαστε, αν αξίζουν οι προσωπικές μας αγωνίες, οι συλλογικοί μας αγώνες, οι σκέψεις μας… Δεν ξέρω, πάντως στις στιγμές της μεγάλης απελπισίας, βρίσκω πως η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω στο ερώτημα αν στη ζωή η ομορφιά έχει κάποιο νόημα είναι πως η ομορφιά μπορεί και να ’ναι τελικά το μοναδικό νόημα, γι’ αυτό κι είναι πάντα τόσο εύθραυστη κι όλο εξοστρακίζεται ως περιττή.

Χ.Τ.: Πολύ όμορφο αυτό που είπες. Να δώ